13 Ιουνίου: Ημέρα Μνήμης για τις σταλινικές διώξεις….

13 Ioυνίου: Επίσημη Ημέρα Μνήμης για τον ποντιακό ελληνισμό (απόφαση του 4ου Παγκόσμιου Συνέδριου), των σταλινικών διώξεων που συνέβησαν στην ΕΣΣΔ της σταλινικής εποχής. Οι διώξεις που υπήρξαν απόρροια της αλλαγής της εσωτερικής πολιτικής για το εθνικό ζήτημα,  κόστισαν σκληρά στην ελληνική κοινότητα και οδήγησαν στην ολοκληρωτική εξόντωση της ελληνικής ηγετικής κομμουνιστικής ομάδας (των ελλαδιτών φυγάδων συμπεριλαμβανομένων), καθώς και χιλιάδων άλλων του πληθυσμού…

22-12-2013-krasnodar

Ας θυμηθούμε αυτή την επέτειο διαβάζοντας κάποια σχετικά κείμενα:

Οι σταλινικές διώξεις

ΣΤΑΛΙΝ Vs ΚΚΕ

-Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία

Ο σκληρός Δεκέμβρης του ’37

76 χρόνια πριν: Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν

The Persecution of Pontic Greeks in the Soviet Union

30 Ιουλίου 1936: αρχίζουν οι Δίκες της Μόσχας

Οι Έλληνες της ν. Ουκρανίας και της Κριμαίας: Οι σταλινικές διώξεις

-Εκτοπίσεις από Καύκασο και Κριμαία

Και πάλι για το σταλινισμό, τις διώξεις και την Αριστερά

Ο κυρ-Παντελής, ο σταλινισμός και μια (ανεπίκαιρη) συζήτηση

«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (A’ μέρος)

«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (Β’μέρος)

χάρτης ποντιακής Εξόδου

7 Σχόλια

  1. […] 13 Ιουνίου: Ημέρα Μνήμης για τις σταλινικές διώξεις…. […]

  2. […] οι σταλινικές διώξεις κατά των μειονοτικών ομάδων από το 1937 θα τραυματίσουν […]

  3. http://fuel-design.com/publishing/drawings-gulag/
    —————————————————————————

    Drawings from the Gulag by Danzig Baldaev – review

    These horrific depictions of life in the Soviet penal system are a troubling blend of fact and allegory, writes Roland Elliott Brown
    Roland Elliott Brown

    Sun 17 Oct 2010 00.05 BSTFirst published on Sun 17 Oct 2010 00.05 BST
    Shares
    46
    Comments
    13
    baldaev-gulag
    ‘Third degree interrogation’ from Drawings from the Gulag by Danzig Baldaev. Illustration: Danzig Baldaev
    In the Soviet Union, desk drawers became sarcophagi; entombed within them were the creative endeavours of the most talented and perceptive Soviet citizens. Yet it is best not to idealise such hiding spaces as reserves of dormant illumination; indeed, there may have been no limit to the depths of darkness possible within them.

    Consider the case of Danzig Baldaev. Born in 1925 in Ulan-Ude, in east-central Russia, Baldaev was the son of an ethnographer who was arrested as an «enemy of the people». He grew up in an orphanage for the children of «enemies» and following his service in the second world war was «forced», as he described it, by the NKVD (a forerunner of the KGB) to work as a warder at Kresty prison in Leningrad, now St Petersburg. His employment in the Soviet penal system took him all over the USSR, but in private, he poured the psychological detritus of his profession into a terrifying work of sadistic pornography, which he dedicated, in 1988, to Alexander Solzhenitsyn.

    Sign up for Bookmarks: discover new books in our weekly email
    Read more
    Baldaev was not a pornographer in any conventional sense, but was nevertheless inundated by pornography, for he was surrounded by the pornographic sadism that characterised – sometimes by design, sometimes by default – the Soviet punitive machine. An amateur anthropologist who had been denied an education because of his family’s political ignominy, Baldaev struggled to anatomise on paper the system that defined him, and in which he was complicit.

    His drawings and descriptions imprint themselves awfully in the imagination: in one image, three nude, emaciated women, so wasted by hunger and work that their uteruses have prolapsed, line up before a camp doctor beneath a sign bearing Lenin’s dictate, «He who does not work, neither shall he eat.» In another, an unclothed university professor is lashed, sodomised and gloated over by his uneducated guards for his pursuit of an unapproved science. Elsewhere, sick workers are steamed in a sauna, and then hauled naked into temperatures below freezing to expire from shock. On the most nauseating page, a young woman who has refused the sexual advances of her captors sits tied to a tree atop an anthill in the notoriously insect-ridden Siberian woods with a tube «inserted into the vagina so the ants could crawl inside».

    Readers may wonder whether Baldaev’s illustrations are accurate documents of atrocities at all, or were intended as anti-Soviet polemic. The answer is both: Baldaev depicts the Bolshevik coup of 1917 as a national tragedy following which «the peoples of Russia recalled life under the tsar as a lost paradise». He describes the Bolsheviks’ antireligious militancy as the sole impetus for the moral collapse he encountered. Yet while his analysis of the Soviet disaster rests upon simplistic nostalgia for a golden age of church and monarchy, the editors of this book have convincingly corroborated many of his representations with parallel accounts from the canon of Russian Gulag literature.

    Viewers may also question whether the artistic merits of Baldaev’s drawings redeem their potential prurience. While it is necessary to know that «enemies of the people» were subjected to revolting forms of torture and humiliation, one may ask: are the interests of history in any way served by a graphic image of a bound woman with ants crawling into her vagina? There are strong artistic precedents to support Baldaev’s case: Goya’s Disasters of War, for example, recorded politically motivated atrocities in a similar manner and thus prophesied the modern conception of warfare. Gustave Doré’s macabre and meticulous engravings for each layer of hell in Dante’s inferno gave to posterity a necessary encouragement to contemplate the inverse side of heaven. Baldaev’s drawings resemble both artists’ works.

    Yet they are not the work of a passive witness, nor are they products of the imagination. They are good art, but they bear the taint of his choice between authority and victimhood. While it would be naive to judge him from a position of safety and comfort, Baldaev dared only to hate the system and bear witness to it; he did not, as the intrepid Solzhenitsyn did, risk confronting it. The terrible truth he identified – that for many of its servile intermediaries, the Gulag had its contemptible pleasures – was one that could never justly remain buried. It is scarcely surprising that Baldaev longed for the old church, for the bottom drawer must have made a poor confessional. While his drawings may have unburdened him a little, his lengthy private lingerings over their horrors must also have enervated him, and have helped his superiors to secure his submission.

    https://www.theguardian.com/world/2010/oct/17/drawings-gulag-danzig-baldaev-review

  4. Βιβλίο Ο ζόφος της Κολιμά: το στρατόπεδο όπου εξόντωναν τους τροτσκιστές στον Αρκτικό Βορρά

    Ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει για το συγκλονιστικό, ωμό και λεπτομέρές ντοκουμέντο «Ιστορίες από την Κολιμά», εκεί όπου ο συγγραφέας Βαρλαάμ Σαλάμοφ πέρασε τη μισή ενήλικη ζωή του.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ 6.2.2019 Σχέδιο από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing) 10 Είναι αποδεδειγμένο ότι η ανθρώπινη δυστυχία αποτελεί το καλύτερο υλικό για το μυθιστόρημα. Όσο φανταστικά κι αν είναι τα εξιστορούμενα βάσανα, ο αναγνώστης μετέχει συχνά με παλμό καρδίας, ταυτίζεται με τα θύματα και την κατεστραμμένη ζωή, αλλά δεν χάνει -όπως λένε- ούτε σταλαγματιά αίμα. Το περιβόητο έπος του Σαλάμοφ, που αφηγείται με ανεπανάληπτο τρόπο την υπο-ανθρωπότητα των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, είναι ένα έργο που, αν μη τι άλλο, ανανεώνει το είδος, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο. Ο συγγραφέας εξορίστηκε για ψύλλου πήδημα (διακίνησε το Γράμμα του Λένιν προς το Συνέδριο, όπου θιγόταν η προσωπικότητα του Στάλιν, και μετά, μια από τις ποινές του, τον καταδίκασε και πάλι επειδή ισχυρίστηκε ότι ο Ιβάν Μπούνιν ήταν κλασικός συγγραφέας!). Η Κολιμά ήταν στρατόπεδο εξόντωσης στον Αρκτικό Βορρά, όπου πήγαιναν (για να μη γυρίσουν) οι «εχθροί του λαού», ήτοι οι κατηγορούμενοι ως τροτσκιστές. Το παράδοξο είναι οτι ο Σαλάμοφ, στις 1.968 σελίδες του, δεν αναπτύσσει το αναμενόμενο πολιτικό κατηγορητήριο κατά του σταλινισμού και του κομμουνιστικού καθεστώτος. Άλλωστε, και ο ίδιος ηταν με τον τρόπο του «κομμουνιστής». Βρίσκουμε αναφορές εδώ κι εκεί, αλλά πουθενά – σε καμιά από τις 145 ιστορίες του- ο σταλινισμός δεν γίνεται καθαυτό θέμα. Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing) Αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Όσο για τις σαρκικές τους συνήθειες, οι κακοποιοί είναι όλοι παιδεραστές. Γύρω από κάθε ξακουστό κακοποιό κυκλοφορούν νεαροί με πρησμένα, θολά μάτια και γυναικεία ονόματα: διάφορες Μάνκα, Ζόικα, Βέρκα, τις οποίες ταΐζει ο προστάτης και πλαγιάζει μαζί τους. Διόλου παράδοξο το γεγονός ότι σε κάποιο στρατόπεδο οι κακοποιοί διέφθειραν μια σκύλα και πλάγιαζαν μαζί της σαν να ήταν γυναίκα. Ο αφηγητής κατεβαίνει πολλά σκαλοπάτια για να βρεθεί στο ύψος του. Αυτό που ανακάλυψε στα στρατόπεδα ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος. Γράφει, για παράδειγμα: «Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα -η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σ’ αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού (…), σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα». (σ. 76-77) Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σαλάμοφ αντιμετωπίζει με κάποια υποτίμηση τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων. Ο Ντοστογιέφσκι, τονίζει ο αφηγητής, δεν συνάντησε και δεν γνώρισε ανθρώπους του αυθεντικού κόσμου των κακοποιών (σ. 280). Επίσης, παρατηρεί με μαύρο χιούμορ: «Η εποχή του Ντοστογιέφσκι ήταν διαφορετική, και το τότε κάτεργο δεν είχε φτάσει σε τέτοια αναβάθμιση, σαν αυτή που διηγήθηκα εδώ. Ό,τι συμβαίνει εδώ είναι υπερβολικά ασυνήθιστο, απίστευτο, και το φτωχό ανθρώπινο μυαλό δεν είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένη μορφή στην εδώ ζωή…». (σ. 179) Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Ενώ θα περίμενε κανείς να διαβάσει για στυγνούς ανθρωποφύλακες του καθεστώτος -που δεν λείπουν βέβαια-, εκείνο που ανακαλύπτει είναι οι κακοποιοί, τα απίθανα ανθρωπάρια (φονιάδες, κλέφτες, ανώμαλοι, αποσαθρωμένες ψυχές, ανθρωποφάγοι στην κυριολεξία) που είχαν ειδικό ρόλο στο στρατόπεδο. Οι κακοποιοί ήταν οι «φίλοι του λαού», ενώ οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούσαν την απεχθή μάζα των «εχθρών του λαού». Ο τρόμος, με άλλα λόγια, πήγαζε από την καθημερινή συνύπαρξη με τα κατακάθια της κοινωνίας που είχαν ειδικά δικαιώματα στην Κολιμά. Όσο για τους πολιτικούς εξόριστους, αυτούς που υπόκεινταν στην «Γκαρανιάδα», ήτοι την εκκαθάριση των τροτσκιστών, είχαν να αντιμετωπίσουν δυο μέτωπα: τους κακοποιούς που σκότωναν με το έτσι θέλω, και βέβαια τις Αρχές. Ο Σαλάμοφ στην φωτογραφία των αρχείων του γκουλαγκ «Η απουσία ενιαίας συνδετικής άποψης αποδυνάμωνε εξαιρετικά την ηθική αντοχή των κρατουμένων. Δεν ήταν ούτε εχθροί της εξουσίας ούτε κρατικοί εγκληματίες, και πεθαίνοντας δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πεθάνουν. Ο εγωισμός τους, ο θυμός τους, δεν είχε πού να στηριχθεί. Κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες». (σ. 602) Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν’ απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων. Το ζήτημα του φαγητού ήταν κι αυτό απίθανο μαρτύριο, καθότι, λιμοκτονώντας, δεν έτρωγαν για να επιβιώσουν, αλλά για να μην πεθάνουν. Οι σελίδες του Σαλάμοφ για την τροφή αξίζουν ειδικό ανθολόγιο. Ακολουθούν φυσικά οι ασθένειες, η ηθική κατάπτωση και οι φόνοι. Στο στρατόπεδο μόνο οι Ούρκα (οι κακοποιοί στην αργκό των ποινικών) ζουν σχετικά καλά. Αυτούς τους υπολογίζουν, αυτούς φοβάται η πολυάνθρωπη διοίκηση. Αυτοί είναι πάντα ντυμένοι, χορτασμένοι και υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον. Ενίοτε σφάζουν κιόλας κάποιον αντίπαλο. «Οι ποινικοί έχουν υπερβολική ροπή προς τη θεατρικότητα και την εισάγουν στη ζωή τους με τρόπο που θα τον ζήλευε κι ο Γιβρέινοφ (ο θεατρικός σκηνοθέτης). Αποφασίστηκε να σκοτώσουν τον ομαδάρχη και η πρόταση ενός απο τους ποινικούς να κόψουν με το πριόνι το κεφάλι του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Το κεφάλι πριονίστηκε μ’ ένα συνηθισμένο οριζόντιο πριόνι. Γι’ αυτό υπήρχε τώρα διαταγή που απαγόρευε να μένουν στους κρατούμενους τη νύχτα τσεκούρια και πριόνια» (σ. 705). Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν’ απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κανονιένκο, που σκότωνε για να τον δέχονται στο νοσοκομείο. «Με το που ερχόταν ο καιρός να βγει από το νοσοκομείο, ο Κανονιένκο σκότωνε κάποιον στη μεταγωγή, του ήταν αδιάφορο ποιον, ένα οποιοδήποτε κορόϊδο – τον στραγγάλιζε με μια πετσέτα. Η πετσέτα, μια κοινή πετσέτα του δημοσίου, ήταν το αγαπημένο όργανο δολοφονίας, η υπογραφή του. Τον συλλαμβάνανε, άνοιγαν εις βάρος του καινούργια υπόθεση, τον ξαναδίκαζαν, του έριχναν μια επιπλέον εικοσιπενταετή κάθειρξη στις πολλές εκατοντάδες χρόνια που είχε ήδη. Μετά τη δίκη, ο Κανονιένκο προσπαθούσε να βρεθεί στο νοσοκομείο για “ξεκούραση”, μετά ξανασκότωνε, κι όλα ξαναρχιζαν. Την εποχή εκείνη είχαν καταργηθεί οι εκτελέσεις των ποινικών. Επιτρεπόταν να εκτελούνται μόνο οι “εχθροί του λαού”, οι πενηνταοκτάρηδες – ήτοι οι τροτσκιστές». (σ. 555) Το πρώτο πράγμα που δεν ισχύει στο στρατόπεδο είναι η φιλία. Ο ξεπεσμός είναι τόσο μεγάλος, ώστε ο πιο κοντινός σου είναι ικανός να σε «καρφώσει» για μια μπουκιά ψωμί, για ένα ζευγάρι κάλτσες, για ένα τσιγάρο. Η σατανική διοίκηση ανέχεται μόνο το κατώτερο δυνατό επίπεδο ζωής, ώστε ακόμη και οι ίδιοι οι κρατούμενοι να ζουν μεν, αλλά να μην καταλαβαίνουν τρόπον τινά τον εαυτό τους. Ανάμεσα στους κρατούμενους δεν υπήρχε ούτε ο παραμικρός δεσμός. Λίγο να έστρεφες την κεφαλή, κάτι θα σου έκλεβαν. Το στρατόπεδο ήταν ανθρωποφαγικό, ως εκ τούτου έπρεπε ν’ αναπτύξεις απίθανες δυνάμεις για να επιβιώσεις – περιέργως πώς, πρώτοι πέθαιναν οι άνθρωποι της Βαλτικής: Λετονοί, Λιθουανοί, Εσθονοί… Επίσης, ένα θλιβερό στοιχείο του στρατοπέδου ήταν οι ξυλοδαρμοί. Δεν μιλάμε μόνο για τους ξυλοδαρμούς των ανακρίσεων, παρά για τους καθημερινούς ξυλοδαρμούς που εκμηδενίζουν το κύρος του αδύναμου. «Τον διανοούμενο-κρατούμενο τον τσακίζει το στρατόπεδο. Όλα όσα ήταν πολύτιμα ποδοπατούνται τώρα στη λάσπη, σε πολύ μικρό διάστημα, σε κάποιες λίγες εβδομάδες ο άνθρωπος χάνει τον πολιτισμό και την κουλτούρα του. Το επιχείρημα της συζήτησης είναι η γροθιά, το στειλιάρι. Μέσο προτροπής ο υποκόπανος, το χτύπημα κατευθείαν στο πρόσωπο. Έτσι, ο διανοούμενος μετατρέπεται σε δειλό κι ο εγκέφαλός του τού υπαγορεύει δικαιολογίες για τις πράξεις του. Μπορεί να πείσει τον εαυτό του για οτιδήποτε, να συνταχθεί με οποιαδήποτε από τις πλευρές σε μια συζήτηση. Μια σφαλιάρα, μια γροθιά μετατρέπει τον διανοούμενο σε πειθήνιο υπηρέτη κάποιου Σένιετσκα, Κόστετσκα. Η φυσική επίδραση γίνεται ηθική επίδραση. Ο διανοούμενος είναι φοβισμένος για πάντα. Το πνεύμα του έχει τσακιστεί. Αυτόν το φόβο και το τσακισμένο πνεύμα τα κουβαλάει και στην ελεύθερη ζωή του». Η Κολιμά έτσι όπως είναι σήμερα Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing) Ο Σαλάμοφ επιμένει ψυχαναγκαστικά στην άποψη ότι ανέκαθεν η λογοτεχνία αντιμετώπιζε τον κόσμο του εγκλήματος με συμπάθεια, προσθέτοντάς του μάλιστα ένα ρομαντικό φωτοστέφανο, όπως συμβαίνει με τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό και τους κατεργίτες του Ντοστογιέφσκι. Αποφασίζει, λοιπόν, να υποστηρίξει οτι ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, καταλήγοντας Ούρκα, δηλαδή του σχοινιού και του παλουκιού. Σύμφωνα με το βίωμά του, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στους «άντρες», τα «αλάνια», στους «ζούκι ζούκι» και στα «κορόιδα», δηλαδή τους αδύναμους. Παρά τις απόψεις κάποιας λογοτεχνίας, «λόγος τιμής» δεν υφίσταται. Τα πάντα θυσιάζονται για τη σκοπιμότητα. Μέσα στο στρατόπεδο, αυτό που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του κακοποιού είναι το ανατριχιαστικό «πέθανε εσύ και μετά εγώ». Όσο για τις σαρκικές τους συνήθειες, οι κακοποιοί είναι όλοι παιδεραστές. Γύρω από κάθε ξακουστό κακοποιό κυκλοφορούν νεαροί με πρησμένα, θολά μάτια και γυναικεία ονόματα: διάφορες Μάνκα, Ζόικα, Βέρκα, τις οποίες ταΐζει ο προστάτης και πλαγιάζει μαζί τους. Διόλου παράδοξο το γεγονός ότι σε κάποιο στρατόπεδο οι κακοποιοί διέφθειραν μια σκύλα και πλάγιαζαν μαζί της σαν να ήταν γυναίκα. Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing) Η Κολιμά, μπορούμε να πούμε, είναι προσωπική ανακάλυψητου συγγραφέα που διασώζει κάτι αμιγώς ρώσικο, αμιγώς ανθρώπινο, που δεν το προέβαλαν άλλοι κατάδικοι, πιθανώς επειδή η πολιτική βάραινε περισσότερο από την ανθρωπογνωσία. Όπως γράφει, οι αντιλήψεις του ἀάλλαξαν τις έννοιες, υπερέβησαν τα όρια του καλού και του κακού. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ περιοριστήκαμε σε αναφορές στις πρώτες χίλιες σελίδες, αφήνοντας το υπόλοιπο βιβλίο να το απολαύσει ο αναγνώστης με τον δικό του τρόπο. Άλλωστε, το βιβλίο -,που έφτασε σε μας με καθυστέρηση σαράντα ετών-, αντιπροσωπεύει ένα βαρυσήμαντο γεγονός στα εκδοτικά μας πεπραγμένα, καθώς αποτελεί κι έναν «εκδοτικό» άθλο, όπου οι 2.000 σελίδες χώρεσαν σ’ έναν τόμο μέσου μεγέθους και όγκου. Τυπώθηκε λοιπόν «σε χαρτί Σαμουά Βίβλου 40 γραμμαρίων απο την EBNER & SPIEGEL GmbH Γερμανίας τον Νοέμβρη του 2011». Και μόνο εκδοτικά ο τόμος είναι ένα πολύτιμο δώρο για τον αναγνώστη. Για τη μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου έχουμε γράψει επανειλημμένα. Στην ίδια εκδοτική μορφή κυκλοφορούν ο Ηλίθιος και οι Αδερφοί Καραμάζοφ της ιδίας κι ευχόμαστε ολοψύχως να έπεται συνέχεια. Πηγή: http://www.lifo.gr

    https://www.lifo.gr/articles/book_articles/178226/o-zofos-tis-kolima-to-stratopedo-opoy-eksontonan-toys-trotskistes-ston-arktiko-vorra

  5. Γιλένα Γκλίνκα Το τραμ της Κολιμά
    867 Views July 19, 2018 Be first to comment

    Γιλένα Γκλίνκα Το τραμ της Κολιμά
    Το τραμ της Κολιμά, είναι ένα τραμ

    που μπορεί να σε πατήσει και να μείνεις ζωντανός

    Παροιμία των κρατούμενων στην Κολιμά

    Στο ψαροχώρι Μπουγκουρτσάν, το οποίο απολάμβανε την άγνωστη σε όλους ύπαρξή του στις όχθες μιας κυνηγετικής περιοχής, υπήρχαν πέντε έξι μοναχικές, διασκορπισμένες στην ταϊγκά ίζμπες και μία άθλια ξύλινη λέσχη με τρία στενά παράθυρα, πάνω από τα οποία ανέμιζε μία παλιά σημαία. Ίσως επειδή ο πρόεδρος δεν είχε κανένα περισσευούμενο κομμάτι ύφασμα, δεν άλλαζαν τη σημαία, η οποία βρισκόταν στο Μπουγκουρτσάν από την προπολεμική εποχή και είχε ξεθωριάσει εντελώς, μα το σφυρί και το δρεπάνι στην άκρη του υφάσματος συνέχιζαν να ξεχωρίζουν, όπως τα νούμερα που ήταν ραμμένα στους επενδύτες των κρατουμένων.

    Στο αμπάρι του σκάφους, το οποίο μετέφερε κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου ναυσιπλοΐας φορτία για τους συνοικισμούς και εργατική δύναμη για τα στρατόπεδα, βρισκόταν μία μπριγάδα τιμωρημένων γυναικών. Με φωνές και βρισιές, υπό τα αλυχτίσματα των υπηρεσιακών σκυλιών, οι φρουροί οδήγησαν τις κρατούμενες στην λέσχη, τις καταμέτρησαν προσεκτικά και στη συνέχεια ο επικεφαλής της φρουράς, αφού τους διέταξε να μείνουν όλοι στις θέσεις τους, έφυγε για να αναζητήσει τον μοναδικό εκπρόσωπο της τοπικής εξουσίας, το πρόεδρο του συνοικισμού, στον οποίο έπρεπε να παραδώσει τις κρατούμενες.

    Η ομάδα των υπό μεταγωγή γυναικών αποτελούνταν βασικά από μικροεγκληματίες και μικροπαραβάτες, αλλά υπήρχαν και ορισμένες ξεσκολισμένες στο έγκλημα, δηλαδή θλιβερά πλάσματα με μία μοναχική, άπαξ δια παντός σακατεμένη ζωή: στην αρχή εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν στον πόλεμο οι γονείς, ύστερα από κανά δυο χρόνια απέδρασαν από τα ορφανοτροφεία της N.K.V.D, ακολουθούσε ο δρόμος, η φτώχεια, η πείνα κι φυσικά η σύλληψη για την κλοπή λίγων πατατών ή καρότων από κάποιον πάγκο. Σημαδεμένες, αποσυνάγωγες της κοινωνίας και μοχθηρές γιατί τόσο γρήγορα έγιναν αληθινοί εγκληματίες, ενώ ορισμένες ήταν πια υπότροπες ή, όπως τις αποκαλούσαν στα στρατόπεδα, «έντομα». Όλες αυτές κάθονταν στη λέσχη, έβριζαν η μία την άλλη, ψαχούλευαν τα μπογαλάκια τους και ζητούσαν από τους φρουρούς τα αποτσίγαρά τους.

    Σ’ αυτό τον πολτό κατεστραμμένων ζωών, η διοίκηση του στρατοπέδου έριξε τρεις πολιτικές κρατούμενες, καταδικασμένες με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα. Ήταν μία ηλικιωμένη κυρία, σύζυγος εκτελεσθέντος διπλωμάτη, μία μεσήλικας μοδίστρα και μία φοιτήτρια από το Λένινγκραντ. Δεν είχαν παραβιάσει κανένα κανονισμό του στρατοπέδου, απλά η ομάδα τιμωρημένων συγκροτήθηκε βιαστικά, δεν έφταναν οι τιμωρημένες, η διαταγή όριζε άμεσα να μεταταγεί συγκεκριμένος αριθμός κεφαλών και έτσι για να συμπληρωθεί η κατάσταση πήραν μερικά κεφάλια από τα «βαρέα βάρη», δηλαδή από τις καταδικασμένες σε 25 χρόνια καταναγκαστικών-σωφρονιστικών έργων.

    Το νέο: «Γυναίκες στο Μπουγκουρτσάν!» αστραπιαία διαδόθηκε στην ταϊγκά και άρχισαν να έρχονται οι μυρμηγκοστρατιές. Μία ώρα αργότερα, αφήνοντας τις δουλειές τους, άρχισαν να μαζεύονται στη λέσχη άντρες, αρχικά ντόπιοι, μα σύντομα από όλη την περιοχή, άλλοι με τα πόδια και άλλοι με βάρκες, ψαράδες, γεωλόγοι, εκδοροσφαγείς, μία ομάδα μεταλλωρύχων με τον επικεφαλής του κομματικού τους πυρήνα, ακόμη και κατάδικοι, οι οποίοι έφυγαν μετά φόβου από το γειτονικό στρατόπεδο υλοτομίας, ποινικοί και κλέφτες. Όσο μαζεύονταν οι άντρες, τα «έντομα» ζωντάνεψαν, άρχισαν να παρατηρούν, φώναζαν κάτι λέξεις στη δική τους αργκό ανακατεμένες με βρισιές. Οι φρουροί φώναζαν για να επιβάλουν την τάξη: σε ορισμένες για να καθίσουν στη θέση τους, σε άλλες για να μην πλησιάζουν κοντά· ακούστηκε μάλιστα και η απειλή ότι θα αμολήσουν τα σκυλιά ή ότι θα πυροβολήσουν· μα στον βαθμό που όλοι οι άντρες ήξεραν από στρατόπεδα και δεν τους περνούσε καν από το μυαλό να ριψοκινδυνεύσουν (κάποιος στο μεταξύ κέρασε ποτά στους φρουρούς), οι φρουροί δεν θέλησαν να τους διαλύσουν, απλά τους έβαλαν τις φωνές κι έτσι κάθισαν λίγο πιο πέρα.

    Τα «έντομα» παρακαλούσαν δυνατά να τους δώσουν λίγο καπνό, πρότειναν ανταλλαγή με αυτοσχέδια πουγκιά. Η πλειοψηφία των αντρών είχε εκ των προτέρων κάνει τις προμήθειές της σε τρόφιμα, άλλος στο σπίτι του, άλλος στο τοπικό μαγαζί· στην ομάδα των τιμωρημένων πετούσαν πάνω από τα κεφάλι τους πακέτα με τσάι και τσιγάρα, κομμάτια ψωμί, κονσέρβες… Το να πετάξεις στον πεινασμένο κρατούμενο ένα ξεροκόμματο ήταν μία πράξη που μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολίες για την αναξιοπιστία του και η οποία τιμωρούνταν – μη δώσει ο Θεός να δείξεις συμπόνια στη μητερούλα Ρους, όπου έπρεπε υπάκουα να κατεβάζεις το βλέμμα, να περνάς από μπροστά και να ξεχνάς για πάντα. Γιατί όμως τότε φέρονταν έτσι; Μήπως γιατί όλοι οι άντρες είχαν περάσει από στρατόπεδα; Τώρα πια ίσχυε ένας άλλος νόμος… Η ομάδα εκείνων που πάστωναν ψάρια και ο μοναδικός στον συνοικισμό μεθυσμένος για τα καλά βαρελάς, είχαν φέρει ένα πακέτο με καπνιστά ψάρια, τα έκοψαν σε κομμάτια και τα πετούσαν στις κρατούμενες.

    Ταλαιπωρημένες από τη ναυτία, έχοντας να φάνε δύο ημέρες κλεισμένες στο αμπάρι, οι γυναίκες άρπαζαν άπληστα στον αέρα τα κομμάτια, τα έχωναν βιαστικά στο στόμα τους και τα κατάπιναν, χωρίς να τα μασούνε· οι ποινικές, για ώρα πολλή, βήχοντας, κάπνιζαν τα τσιγάρα «Μπελαμόρ» που τους χάριζαν. Για λίγη ώρα επικράτησε ησυχία. Στη συνέχεια ακούστηκε το κουδούνισμα των μπουκαλιών· κάποιοι άντρες, λες και κάποιος έδωσε το σύνθημα, πήγαν σε μία άκρη και κάθισαν να πιουν με τους φρουρούς.

    Χορτασμένα τα «έντομα» άρχισαν όλες μαζί να τραγουδούν, πρώτα το «Βγήκα σε δρόμο μακρινό», ύστερα την «Αδελφή»· οι άντρες τους αποκρίθηκαν με το διάσημο τραγούδι των στρατοπέδων «Στην κεντρική» και, ύστερα από αυτό, σκόρπισαν και άρχισαν με θόρυβο να γνωρίζονται μεταξύ τους, χωρίς να δίνουν την παραμικρή σημασία στους φρουρούς, οι οποίοι άφησαν στην άκρη τα αυτόματα και αφού έδεσαν στα δέντρα τα σκυλιά, έπιναν μαζί με τον διοικητή και τον πρόεδρο που στο μεταξύ είχαν επιστρέψει.

    Ιδιαίτερη, όμως, δραστηριότητα επεδείκνυαν μόνο τα «έντομα». Οι μικροκλέφτρες και οι απατεώνισσες που ήταν πλειοψηφία στην μπριγάδα, φέρονταν πιο ήρεμα και έμεναν στην άκρη χωριστά από τις υπόλοιπες. Και αυτές, βέβαια, άρπαζαν με λαχτάρα όσα τους έδιναν και άρχισαν τις συζητήσεις, αλλά το έκαναν λες και δεν ήταν εκεί· το μυαλό τους ήταν αλλού: για πολλές από αυτές πλησίαζε ο καιρός της αποφυλάκισης και σε αντίθεση με τις πολιτικές, δεν προβλεπόταν εξορία ύστερα από το στρατόπεδο. Εκείνες που είχαν μικρές ποινές, περίμεναν να έρθει η ώρα, παρόλο που πολλές από αυτές δεν είχαν πού να πάνε και σε ποιον να επιστρέψουν. Η ελευθερία τρόμαζε πολλές από αυτές, καταδικάζοντάς τες στην αδυναμία και στην αδιαφορία για την τύχη τους, μα όλες οι πίκρες του μέλλοντος προς το παρόν δεν τις απασχολούσαν: η ελευθερία είναι ελευθερία, αυτό είναι το σημαντικό, αυτό τους έδινε ελπίδα για τη ζωή στο μέλλον. Για τις πολιτικές κρατούμενες των «βαρέων βαρών» δεν υπήρχαν ελπίδες, το Γκουλάγκ τις καταβρόχθιζε για πάντα.

    Οι τρεις μαζί κάθονταν χωριστά από τις υπόλοιπες, η φοιτήτρια, η μοδίστρα και η σύζυγος του ‘‘εχθρού του λαού’’. Είχαν ήδη καταλάβει για ποιο λόγο είχε οργανωθεί αυτό το γλέντι και το μεθύσι με τους φρουρούς· το είχαν καταλάβει πριν καν οι στρατιώτες ο ένας ύστερα από τον άλλο σωριάζονταν αναίσθητοι στο χώμα και οι άντρες γρυλίζοντας όρμησαν στις γυναίκες κι άρχισαν να τις σέρνουν στη λέσχη, στρίβοντας τα χέρια τους, τραβώντας τες από τα μαλλιά, χτυπώντας εκείνες που αντιστέκονταν. Τα δεμένα σκυλιά αλυχτούσαν και προσπαθούσαν να κόψουν τα σχοινιά που ήταν δεμένα.

    Οι άντρες λειτουργούσαν πειθαρχημένα και με αυτοπεποίθηση, ήξεραν πολύ καλά τι να κάνουν: ορισμένοι έσπαζαν τους βιδωμένους στο πάτωμα πάγκους και τους πετούσαν στη σκηνή, άλλοι κάρφωναν ήρεμα σανίδες στα παράθυρα, κάποιοι τρίτοι κυλούσαν βαρελάκια, τα έβαζαν κατά μήκος του τοίχου και με κουβάδες έφερναν νερό, άλλοι έφερναν αλκοόλ και ψάρια. Όταν τελείωσαν οι ετοιμασίες, κάρφωσαν σταυρωτά σανίδες στην πόρτα της λέσχης, πέταξαν στο πάτωμα ό,τι κουρέλι είχαν πρόχειρο – επενδύτες, κουρελούδες, χράμια· έριξαν τις φυλακισμένες στο πάτωμα, μπροστά από κάθε μία δημιουργήθηκε αμέσως μία ουρά δώδεκα ανθρώπων και άρχισε ο μαζικός βιασμός των γυναικών – το τραμ της Κολιμά – ένα φαινόμενο, το οποίο ήταν συχνό τη σταλινική εποχή και το οποίο συνέβαινε, όπως στο Μπουγκουρτσάν, κάτω από την κρατική σημαία, με την ανοχή της φρουράς και των Αρχών.

    Το αφήγημα αυτό το αφιερώνω σε όλους τους οπαδούς του Στάλιν, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν θέλουν να πιστέψουν ότι η ανομία και οι σαδιστικές εκκαθαρίσεις ήταν κάτι που απολάμβανε ιδιαίτερα το ίνδαλμά τους. Ας προσπαθήσουν, έστω για μία στιγμή, να φανταστούν τις συζύγους, τις θυγατέρες και τις αδελφές τους ανάμεσα στις γυναίκες αυτής της μπριγάδας τιμωρημένων, γιατί απλά για τυχαίους λόγους δεν βρέθηκαν αυτές εκεί, αλλά εμείς…

    Βίαζαν υπό τις διαταγές του «οδηγού του τραμ», ο οποίος κατά διαστήματα κουνούσε τα χέρια και φώναζε: «Στ’ άλογα!…». Με τη διαταγή «Τέρμα το παζάρεμα», παρατούσαν τη γυναίκα, παραχωρώντας την απρόθυμα στον επόμενο που στεκόταν σε πλήρη γενετήσια ετοιμότητα.

    Τις νεκρές γυναίκες τις έσερναν από τα πόδια στην πόρτα και τις στοίβαζαν στο κατώφλι· τις υπόλοιπες, αφού τις συνέφερναν από την λιποθυμία, ρίχνοντάς τους νερό, και ξαναστήνονταν στην ουρά.

    Αυτό όμως δεν ήταν το μεγαλύτερο τραμ, παρά ένα μεσαίου μεγέθους, ένα «τραμ μεσαίων βαρών», θα λέγαμε.

    Απ’ όσο ξέρω, κανείς ποτέ δεν τιμωρήθηκε για μαζικούς βιασμούς, ούτε οι βιαστές, ούτε εκείνοι που συνεργούσαν σε αυτή τη θηριωδία. Τον Μάιο του 1951 στο υπερπόντιο ατμόπλοιο «Μινσκ» (ήταν το διαβόητο, γνωστό σε όλη την Κολιμά, «Μεγάλο τραμ»), πετούσαν στη θάλασσα τα πτώματα των γυναικών. Η φρουρά δεν μπήκε καν στον κόπο να καταγράψει τις νεκρές με τα επίθετά τους, παρά μόνο όταν έφτασαν στον όρμο Ναγκάγιεβο, οι φρουροί επιμελώς και πολλές φορές καταμέτρησαν όσες είχαν απομείνει ζωντανές και το υπό μεταγωγή τμήμα κρατουμένων, σαν να μη συνέβη τίποτα, συνέχισε τον δρόμο του για το Μαγκαντάν, δηλώνοντας πως «σε κάθε απόπειρα απόδρασης η φρουρά θα πυροβολεί χωρίς προειδοποίηση». Η φρουρά ήταν αυστηρά υπεύθυνη για τους κρατούμενους και, φυσικά, αν γινόταν κάποια απόδραση, κινδύνευε το κεφάλι της. Δεν ξέρω αν υπ’ αυτές τις συνθήκες αυστηρότητας κατάφερναν να «διαγράψουν» τους νεκρούς, μα ήταν πεπεισμένοι για την απόλυτη ατιμωρησία τους. Όλοι ήξεραν πως πρόκειται να λογοδοτήσουν σε λίγο για τις απουσίες, αλλά παρόλα αυτά πουλούσαν τις γυναίκες για ένα ποτήρι αλκοόλ.

    … Την νύχτα όλοι κείτονταν κατάχαμα κουρασμένοι, μερικές φορές περιφέρονταν στα σκοτεινά μέσα στη λέσχη, σκοντάφτοντας στους κοιμισμένους, έπιναν νερό από τα βαρέλια, ανακουφίζονταν ύστερα από το μεθύσι και ξανάπεφταν στο πάτωμα ή στο πρώτο τυχαίο θύμα.

    Συνέβη, άραγε, κάτι ανάλογο σε εκείνες τις μακρινές εποχές, όταν μόλις είχαν σηκωθεί στα δύο τους πόδια εκείνα τα πρωτόγονα πλάσματα, τα οποία ζούσαν αποκλειστικά με βάση τα ζωώδη αγελέα ένστικτά τους; Νομίζω πως όχι.

    … Βαρύ το χτύπημα της πρώτης σειράς του «τραμ» ήταν εκείνο που δέχτηκε η όμορφη, καλοσχηματισμένη μοδίστρα. Η ηλικία έσωσε την σύζυγο του ‘‘εχθρού του λαού’’: «σύντροφοί» της έγιναν μόνο κάτι αδύναμα γερόντια. Μόνο μία από τις τρεις πολιτικές κρατούμενες ήταν τυχερή: ο γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του ορυχείου διάλεξε τη φοιτήτρια και την πήρε μαζί του για δύο ολόκληρες ημέρες. Οι μεταλλωρύχοι τον σέβονταν, ήταν δίκαιος, φερόταν απλά στους εργάτες, τους αντιμετώπιζε ως ίσους, πολιτικά ήταν καταρτισμένος και ηθικά ακέραιος… Τον αναγνώριζαν ως καθοδηγητή και η συμμετοχή του στο «τραμ» σαν να τους δικαίωνε και τους ένωνε όλους μαζί: όπως κι εμείς, έτσι και ο πολιτικός μας καθοδηγητής, η εξουσία μας. Για λόγους σεβασμού κανείς δεν διεκδίκησε τη φοιτήτρια, ο δε γραμματέας του κόμματος τής έκανε κι ένα δώρο, της έδωσε μία νέα χτένα, ένα πράγμα που δεν υπήρχε στο στρατόπεδο.

    Η φοιτήτρια δεν χρειάστηκε να φωνάξει, να αντισταθεί, να παλέψει όπως οι άλλες, ευχαριστούσε τον Θεό που είχε μόνο έναν.

    Το πρωί οι φρουροί ξύπνησαν με τρομερό πονοκέφαλο. Οι άντρες ήταν ήδη έτοιμοι: έβγαλαν τις σανίδες από την πόρτα, δύο χώθηκαν στο άνοιγμα, κουβάλησαν, κέρασαν και ύστερα από λίγο οι φρουροί σωριάστηκαν μεθυσμένοι κάτω από τα πεύκα. Τα αυτόματα ήταν δίπλα τους, τα σκυλιά ούρλιαζαν.

    Μόνο την τρίτη ημέρα ο επικεφαλής της φρουράς τελικά συνήλθε κι πρόσταξε τους άντρες να ανοίξουν την πόρτα και να φύγουν όλοι από τη λέσχη.

    Οι άντρες δεν υπάκουσαν. Ο διοικητής τους προειδοποίησε: «Θα πυροβολήσω!», αλλά ούτε αυτό τους εντυπωσίασε. Στην κλειδαμπαρωμένη λέσχη οι κρατούμενες ικέτευαν τους φρουρούς να τις βγάλουν έξω, ωστόσο οι απειλές της φρουράς και τα παρακάλια των γυναικών, εξαγρίωναν ακόμη περισσότερο τους βιαστές: δεν είχαν χορτάσει ακόμη τις «διαδρομές του τραμ», γιατί ένας Θεός ήξερε πότε θα ξανάφερναν στο Μπουγκουρτσάν γυναίκες! Έτσι, άρχισαν να βιάζουν με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα…

    Οι φρουροί έσπασαν με τσεκούρια την πόρτα. Ο διοικητής επανέλαβε την προειδοποίησή του, αλλά ούτε και τότε οι άντρες αντέδρασαν. Τότε οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν, αρχικά στον αέρα και ύστερα στο κουβάρι των σωμάτων.

    Υπήρξαν θύματα.

    Οι αποβλακωμένες, τσαλαπατημένες, αδιάφορες για όλα τρεις γυναίκες, δεν ενδιαφέρθηκαν να δουν ποιος σκοτώθηκε και πόσα ήταν τα θύματα.

    (περιοδικό «Νέβα», 1989, Νο 10)

    http://www.stepamag.com/2018/07/19/%ce%b3%ce%b9%ce%bb%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%ba%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%bc-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%ac/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: