Archive for Απρίλιος 2022|Monthly archive page

Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;

Δέχτηκα πριν από λίγες μέρες αυτή την ερώτηση.
Αυτό μου έδωσε την αφορμή να γράψω ένα μικρό κείμενο που απαντούσε στο ερώτημα.

Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;

Του Βλάση Αγτζίδη

Ένα από τα θέματα που συγκροτούσαν το Μικρασιατικό Ζήτημα ήταν αυτό του Πόντου. Η απόφαση των Νεότουρκων για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών στην περιοχή αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από το φθινόπωρο του 1916 με σκληρές διώξεις κατά του πληθυσμού. Ως αντίδραση στα σχέδια αυτά εμφανίστηκε μια  αντίσταση με τη διαμόρφωση πολλών μικρών άτακτων ομάδων, που βαθμιαία οδήγησαν στη δημιουργία ενός ενός εντυπωσιακού κινήματος που θα αντιδράσει ένοπλα στις μεθοδεύσεις της εθνικιστικής εξουσίας. Το ποντιακό αντάρτικο στη βόρεια Μικρά Ασία συγκροτεί μια συγκλονιστική σελίδα αντίστασης ενός λαού απέναντι σε μια σκληρή  απολυταρχική εξουσία και θυμίζει στους σύγχρονους μελετητές ότι η διαδικασία μετάβασης από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στην εποχή του εθνικού κράτους δεν ήταν ούτε αναίμακτη ούτε και ευθύγραμμη.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την άνευ όρων παράδοση των Νεότουρκων, αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των Ποντίων για την πολιτική τους χειραφέτηση. Όμως οι συσχετισμοί δυνάμεων στα συνέδρια Ειρήνης και η μειωμένη δυνατότητα της ελληνικής κυβερνήσεως να θέσει όρους, οδήγησαν στην παραγνώριση των αιτημάτων τους. Να σημειωθεί ότι η επικράτηση για δύο χρόνια της φιλογερμανικής ουδετερότητας που είχε επιβάλλει το Λαϊκό Κόμμα, είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των ελληνικών απαιτήσεων μετά το τέλος του πολέμου. Ακόμα και η απόδοση της Σμύρνης στους Έλληνες υπήρξε αποτέλεσμα της αντίθεσης των Βρετανών και Γάλλων στην ιταλική προσπάθεια.  

Στις 31 Ιουνίου 1919, ο Χρύσανθος, με υπόμνημά του προς το Βρετανό πρωθυπουργό, ζήτησε ενίσχυση του ποντιακού κινήματος. Πρότεινε τη διάθεση ποντιακών ταγμάτων, τα οποία μαζί με Αμερικανούς θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την τάξη στον Πόντο. Η γενικότερη όμως στάση των συμμάχων ήταν αρνητική. Το Νοέμβριο του 1919 ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης πρότεινε, ανεπιτυχώς, στο Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα να αποσταλεί στο Βατούμι το Τάγμα Ποντίων που είχε δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού. Τον Ιανουάριο του 1920 επανέλαβε τις προτάσεις του στο Βρετανό Αρμοστή του Βατούμι για μια ελληνο-βρετανική επέμβαση κατά των Τούρκων εθνικιστών και των μπολσεβίκων. Ο Καθενιώτης πρότεινε την απόβαση στην Τραπεζούντα των ποντιακών ταγμάτων, που είχαν δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού, ώστε να δημιουργηθεί μια μικρή ελεύθερη περιοχή όπου θα κατέφευγαν οι Έλληνες από τη Ρωσία που καταδιώκονταν από τους μπολσεβίκους. Επιπλέον, το απόσπασμα αυτό ενισχυμένο, θα μπορούσε να αναχωρήσει στο εσωτερικό γύρω από το Ερζιγκιάν, ώστε να εξασφαλίσει τα νώτα του αρμενικού στρατού από τους Τούρκους.

            Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της βρετανικής πλευράς. Την αρνητική απάντηση της βρετανικής κυβέρνησης στην πρόταση αυτή εισηγήθηκε ο Βρετανός αρμοστής στο Βατούμι Γουόρντροπ (Wardrop).

Μετά την απόβαση του Κεμάλ, στις 19 Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα, το κλίμα άρχισε να γίνεται και πάλι βαρύ για τους Έλληνες. Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάστηκαν. Ο Θ. Πετιμεζάς, εκπρόσωπος του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, έγραφε στον Έλληνα αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη ότι οι παλιννοστούντες στον Πόντο από τη Ρωσία κινδύνευαν άμεσα να σφαγιαστούν άοπλοι από τους φανατισμένους τουρκικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διαρκώς εξοπλίζονταν από την τουρκική κυβέρνηση και είχαν καταστήσει απροσπέλαστη την ενδοχώρα.

            Το αντάρτικο κίνημα εμφανιζόταν ως ο μόνος εγγυητής της ασφάλειας των ελληνικών πληθυσμών. Κύρια βάση στήριξής του παρέμειναν οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας και του Καυκάσου. Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν επίσης ενίσχυση και από την Ελλάδα. Οι εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια έμειναν αναπάντητες από την ελληνική κυβέρνηση.

Απρίλιος του 1919 στην Τραπεζούντα.
Από την δολοφονία του Μιχάλη Ζουντουρίδη από Τούρκους παρακρατικούς

            Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τους Πόντιους στην διερεύνηση των πιθανοτήτων συμμαχίας με τα κινήματα της περιοχής. Ο Χρύσανθος, εκπροσωπώντας τις ποντιακές οργανώσεις, πήγε πρώτα στην Τιφλίδα για συνομιλίες με τους γεωργιανούς ηγέτες και κατόπιν στην αρμενική πρωτεύουσα Εριβάν. Εκεί, από τις 10 ως τις 16 Ιανουαρίου 1920, πήρε μέρος σε συνδιάσκεψη με την αρμενική κυβέρνηση. Η γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να επιδιωχθεί πάση θυσία συμφωνία με τους Αρμενίους.

            Τα δύο μέρη κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία υπεγράφη από τον Αρμένιο πρωθυπουργό Χατισιάν και το μητροπολίτη Χρύσανθο. Προέβλεπε ελληνοαρμενική ομοσπονδία και ελληνική στρατιωτική βοήθεια προς την Αρμενία. Το στρατιωτικό σκέλος της συμφωνίας υπογράφτηκε από Αρμένιους αξιωματικούς και τον συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη. Η στρατιωτική αυτή συμφωνία προέβλεπε για τα ελληνικά στρατεύματα, που επρόκειτο να επιβιβαστούν στην Τραπεζούντα, την προώθησή τους ως το Ερζερούμ με στόχο την προστασία του ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα ο αρμενικός στρατός θα υπεράσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου.

Ήταν τόσο ευνοϊκό το κλίμα και τόσο ξεκάθαρη η πολιτική και στρατιωτική προοπτική εκείνη τη στιγμή -τουλάχιστον για την περίπτωση της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης- ώστε Βρετανός πρωθυπουργός Λόιδ Τζόρτζ θα εκφραστεί ως εξής: «Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τυς Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».

Η πρόταση για δημιουργία Ποντιακής Δημοκρατίας

 Η ανάπτυξη του κεμαλικού κινήματος θα οδηγήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο σε σύνταξη ενός τολμηρού υπομνήματος προς τον Λόιδ Τζορτζ στις 5 Οκτωβρίου τα 1920, ώστε να ληφθούν από κοινού στρατιωτικά μέτρα. Επιπλέον ζητείται η οριστική εκδίωξη των Τούρκων από την Κωνσταντινούπολη και η δημιουργία ενός νέου κράτους στον Πόντο από τους Έλληνες γηγενείς, στο οποίο θα επέστρεφαν και όσοι είχαν εκδιωχθεί και εγκατασταθεί στη νότια Ρωσία. Ο Πόντος θα περιλάμβανε το βιλαέτι της Τραπεζούντας, εκτός του Σαντζακίου του Λαζιστάν, καθώς και τα αντίστοιχα της Σινώπης, της Αμάσειας, της Τοκάτης και του Καραχισάρ. Παράλληλα προετοιμάζονταν στην Αθήνα στρατιωτικά τμήματα από Πόντιους εθελοντές, προκειμένου να αποσταλούν στον Πόντο ως πρόπλασμα τοπικού ελληνικού στρατού.

Με το υπόμνημα αυτό ο Βενιζέλος μετακύλιε το βάρος εφαρμογής της Συνθήκης των Σεβρών από τους ελληνικούς ώμους  στους Συμμάχους.  Η πρόταση για αναθεώρηση της Συνθήκης εις βάρος των Τούρκων με τη δημιουργία δύο νέων κρατών, του Πόντου και της Κωσταντινούπολης αρχικά δημιούργησε αμηχανία στο βρετανικό επιτελείο. Ο Κων. Σβολόπουλος εκτιμά ότι: «μοιραία πλέον διαφαινόταν η πιθανότητα να υιοθετηθούν, κατά βάση, οι ριζοσπαστικές θέσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου: αναθεώρηση συνομολογημένων διατάξεων της συνθήκης εις βάρος της Τουρκίας, συνέχιση και επέκταση των πολεμικών επιχειρήσεων

Ο αστάθμητος παράγοντας που άλλαξε εντελώς τις συνθήκες ήταν το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου του 1920 και η επαναφορά των παλαιών φιλογερμανών στην εξουσία. Η ανερμάτιστη πολιτική των  νέων ηγητόρων μετέτρεψε μια κοινή συμμαχική προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός μεταοθωμανικού κόσμου σε αποκλειστικά ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το πρώτο θύμα της αλλαγής αυτής ήταν ο Πόντος, για τον οποίον δεν υπήρχε καμία απολύτως άποψη. Έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούςν και Γάλλους να αποστασιοποιηθούν των συμμαχικών υποχρεώσεων και να προσεγγίσουν τον Μουσταφά Κεμάλ. Παράλληλα άρχισαν την υπονόμευση της Συνθήκης των Σεβρών.

Η αρχή του οριστικού τέλους για τον Πόντο θα έρθει  τον Φεβρουάριο του 1921 στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου για την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Δημήτριος Γούναρης αντιλαμβανόμενος με μεγάλη καθυστέρηση το τεράστιο πολιτικό αλλά και ανθρωπιστικό κόστος που θα είχε μια τέτοια αναθεώρηση, υποσχέθηκε την καταπολέμηση του κεμαλικού κινήματος με στρατιωτικά μέσα, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποστολή ελληνικού στρατού στον Πόντο. Φυσικά δεν υπήρχε κανένα σχέδιο για κάτι τέτοιο. Όμως η δημόσια ανακοίνωση των προθέσεων, η δημοσίευση αντίστοιχων σχεδίων για τον Πόντο στον αθηναϊκό Τύπο προκάλεσαν την αντίδραση των κεμαλικών. Φοβούμενη την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου άρχισαν την δεύτερη φάση της μαζικής εκκαθάρισης του ελληνικού πληθυσμού με μαζικές εκτοπίσεις ενδότερα και την καταστροφή των ελληνικών χωριών.  

Οπότε η απάντηση στο ερώτημα «Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;» είναι αρνητική. Η καταστροφή του υπήρξε απόρροια της ανικανότητας των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων των Αθηνών να σταθμίσουν ρεαλιστικά τις συνθήκες. Αυτή η ανικανότητα θα οδηγήσει στη Μικρασιατική Καταστροφή, της οποίας το πρώτο τραγικό μέρος θα είναι ο Πόντος.

Ο χάρτης της διεκδικούμενης Δημοκρατίας του Πόντου τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1918 στη Μασσαλία της Γαλλίας ως απόρροια των θέσεων του Α’ Παμπόντιου Συνεδρίου

Προσφυγική Μνήμη και Αριστερά: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Μια πολύ σημαντική παρέμβαση στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ 155 μελών και φίλων του…

Εάν τελικά το εγχείρημα ευοδωθεί με την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα του δεύτερου μεγάλου κόμματος των προτάσεων που βρίσκονται στο τέλος του κειμένου, θα είναι η δεύτερη πετυχημένη πολιτική παρέμβαση του προσφυγικού χώρου μετά από αυτή της δεκαετίας του ’90, που επέφερε την αναγνώριση των δύο ημερών Μνήμης για τη Γενοκτονία που πραγματοποιήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Προσφυγική Μνήμη και Αριστερά:  ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Στην ανολοκλήρωτη αποτίμηση της ιστορίας της ελληνικής Αριστεράς οφείλεται το γεγονός ότι πολύ λίγο έχει συνειδητοποιηθεί η καταλυτική σημασία του προσφυγικού ελληνισμού στην εξέλιξή της ήδη από τη δεκαετία του ’20. Η σημασία δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι οι εξαθλιωμένες προσφυγικές μάζες αποτέλεσαν την πρώτη μεγάλη κοινωνική βάση διαμόρφωσης ενός προλεταριάτου, ούτε ότι η τεχνογνωσία που εισέρευσε στην «Μικρά πλην έντιμο Ελλάδα» μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή συνετέλεσε στην οικονομική ανάπτυξη του Μεσοπολέμου, αλλά και  στο γεγονός ότι κατέφθασαν και εντάχθηκαν στις οργανωτικές δομές, στελέχη που ήδη είχαν διαμορφωθεί μέσα από τις επαναστατικές διεργασίες από τις αρχές του 20ου αιώνα. Στελέχη που έφεραν μαζί τους μια προχωρημένη κοινωνική αντίληψη για την αυτοοργάνωση αφενός, αλλά και μια ουσιαστική πολιτική γνώση και στέρεη ιδεολογική κατάρτιση αφετέρου.

Αλλά και όσοι παρέμειναν στην ΕΣΣΔ και επέλεξαν να μην έρθουν πρόσφυγες στην Ελλάδα, συνέβαλαν στη συγκρότηση του πολυάνθρωπου σοβιετικού ελληνισμού, στην εμφάνιση μιας ελληνικής σοβιετικής Αριστεράς και στη  διαμόρφωση ενός εκπληκτικού φαινομένου ελληνικής πολιτισμικής αναγέννησης κατά τις δεκαετίες ’20 και ’30 στα σοβιετικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου, που έφτασε να έχει και τέσσερεις αυτόνομες ελληνικές σοβιετικές περιοχές (Gretsiski Rayion). Δυστυχώς εκείνο το εκπληκτικό ελληνοσοβιετικό πείραμα θα χαθεί μέσα στη δίνη της σταλινικής εκτροπής. Τότε θα εκτελεστούν ως «εχθροί του λαού» οι ντόπιοι Έλληνες κομμουνιστές (Πόντιοι και Μαριουπολίτες), μαζί με πολλά στελέχη του ΚΚΕ (Χαϊτάς, Μαρκοβίτης, Ευτυχιάδης, Μπεζεντάκος κ.ά.) που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ  είτε ως δραπέτες από τις αστικές φυλακές, είτε για να αποφύγουν τις διώξεις στην Ελλάδα λόγω Ιδιώνυμου και μεταξικού καθεστώτος. 

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος οφείλεται στην έλευση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πέρα από τα ήδη υπάρχοντα συνεταιριστικά εγχειρήματα στον Ελλαδικό χώρο οι πρόσφυγες συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος μεταφέροντας στην Ελλάδα τη συνεργατική κουλτούρα. Ούτε ότι το αγροτικό κίνημα βρίσκει την ολοκλήρωσή του μέσα από την παρουσία του Κώστα Γαβριηλίδη.

Το προσφυγικό ζήτημα, οι προεκτάσεις που έλαβε και οι κοινωνικές συγκρούσεις που επέφερε θα χαρακτηρίσουν το Μεσοπόλεμο. Η ένταση του ζητήματος αυτού και η ιδεολογική αντίθεση των προσφυγικών πληθυσμών προς τα κυρίαρχα πολιτικά και οικονομικά μοντέλα, που επικρατούσαν έως τότε στην Ελλάδα, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις νέες ισορροπίες που θα διαμορφωθούν κατά τη δεκαετία του ’40. Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική σύγκρουση το Μεσοπόλεμο που κατά την περίοδο της Κατοχής θα λάβει συγκεκριμένη πολιτική μορφή και -καλυμμένη από τις ιδεολογίες του καιρού της- θα οδηγήσει σε αιματηρές συγκρούσεις και ακραίες πολιτικές εντάσεις. Όλα τα μπλόκα των Γερμανών και των συνεργατών τους επί Κατοχής θα γίνουν στις προσφυγικές  γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Επίσης ξεκάθαρο εθνοτοπικό πρόσημο είχε και η σύγκρουση του ΕΛΑΣ με τη συμμορία της «Χ». Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τα Δεκεμβριανά του ’44 η βρετανική RAF θα βομβαρδίσει την προσφυγική Καισαριανή και τα βρετανικά τανκς θα ισοπεδώσουν τις προσφυγικές φαβέλες στο Κερατσίνι ανοίγοντας δρόμο για το κέντρο της Αθήνας.

Η πολιτική προσφυγική Μνήμη κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν το 1922 θα βρεθεί  υπό απαγόρευση. Η πολιτική του ελληνικού κράτους αποσκοπούσε οριστικά στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων του ’22 και στην απεμπόληση των ιδιαίτερων ιστορικών εμπειριών τους. Η στάση αυτή επιβλήθηκε και στο χώρο της νεοελληνικής ιδεολογίας αλλά και της επίσημης και «ανεπίσημης» ιστοριογραφίας.

Έπρεπε να έρθει η δεκαετία του ΄80, να εμφανιστεί η κοινωνία των πολιτών  ώστε να μπορέσουν οι απόγονοι των προσφύγων να διεκδικήσουν  την ενσωμάτωση και της δικιάς του ιστορικής εμπειρίας στο κοινό αφήγημα. Αυτό το εγχείρημα των ιδεολογικά αποκλεισμένων πληθυσμών από την κυρίαρχη ερμηνεία της ιστορίας προκάλεσε μια γενικευμένη αμηχανία, ακόμα και στην Αριστερά παρότι το Κίνημα της Προσφυγικής Μνήμης προέκυψε από τάσεις της Αριστεράς.  

Ακριβώς γι αυτό νομίζουμε ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε η αντιαπολυταρχική Αριστερά, που ευελπιστούμε να πάρει συγκεκριμένη μορφή με το Συνέδριο, να αποβάλλει κάθε δισταγμό και συντηρητική καθήλωση  και να εκφράσει ανοιχτά και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη τη συμπαράστασή της στα αιτήματα του προσφυγικού ελληνισμού.

Να υιοθετήσει την προσπάθεια για ανακήρυξη ως μνημείων των μαρτυρικών τόπων της προσφυγιάς τους στην Ελλάδα (Μακρόνησος, «Απολυμαντήρια» Αρετσούς, Βίδος-Κέρκυρα κ.ά.).

Να υποστηρίξει τη δημιουργία κεντρικών μουσείων για την ιστορική παρουσία τους στις πάλαι ποτέ πατρίδες τους, την τραυματική μεταχείριση που υπέστησαν εκεί από ένα σκληρό εθνικιστικό μιλιταρισμό, καθώς και την απόρριψη και το ρατσισμό που δέχτηκαν να κατά το Μεσοπόλεμο στους χώρους της ελλαδικής τους εγκατάστασης. 

Να διακηρύξει ότι υιοθετεί ανεπιφύλακτα το συλλογικό αίτημα των προσφυγικών οργανώσεων (ποντιακών και μικρασιατικών) για τη Διεθνή Αναγνώριση της Γενοκτονίας των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων (Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αρμενίων και Ασσυρίων), που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1914-1923, στο πλαίσιο μιας μιλιταριστικής-εθνικιστικής πολιτικής, η οποία λίγα χρόνια αργότερα θα δώσει (σύμφωνα με τον Stefan Ihrig) την έμπνευση στο ναζισμό για τη συγκεκριμένη «επίλυση» του εθνικού προβλήματος. 

Να δηλώσει ότι θα αναδείξει με κάθε τρόπο εκείνο το άγνωστο ελληνικό σοβιετικό πείραμα του Μεσοπολέμου και θα αγωνιστεί για τη δικαίωση όσων χάθηκαν κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων του 1937-38.  Και βεβαίως να ξεκαθαρίσει απολύτως την διαφωνία με τις ολοκληρωτικές μορφές που διέστρεψαν τον ουμανιστικό μαρξισμό και οδήγησαν στην γραφειοκρατική κόλαση των γκουλάγκ.

 

ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ

Αγραφιώτης Άρης

Αγτζίδης  Βλάσης

Αγτζίδης  Γιώργος

Αδαμίδης Γεώργιος

Ακριβόπουλος Αλέξανδρος

Aμανατίδης Γιάννης

Αναστασιάδου  Κυριακή (Κική)

Αναστασιάδου  Λήδα

Αντωνιάδης  Βασίλειος

Αποστολίδης  Κώστας

Αράπκουλε Δέσποινα

Ασλανίδης  Ισαάκ

Ασλανίδης Δημήτριος

Βαρέλη-Στεφανίδη  Ζωή

Βασιλειάδης  Γιώργος

Βαφειάδης  Δημήτρης

Βενετσάνος Γιώργος

Γεωργιάδης  Γεώργιος

Γεωργιάδης  Νίκος

Γεωργιάδου  Ελένη

Γεωργιάδου Παρθένα (Πένυ)

Γεώργιος Κοβιτίδης

Γεωργίου Παύλος

Γιαννούλης  Χρήστος

Γιομπλάκη  Βικτωρία

Γούση Μαρία

Γρηγοριάδου Αλεξάνδρα

Εμμανουηλίδου Ρεβέκκα (Ρούλα)

Εταιρίδης Σοφοκλής

Εφραιμίδης  Πόλυς

Ζαπουνίδης Ηλίας

Ζουρνατζίδης Nίκος

Ζουρνατζίδου  Θεανώ

Ζυγούρη  Ανεστία

Θεοδοσιάδης  Γιώργος

Θεοδωρίδης Κυριάκος

Θωμαϊδης  Ιωάννης

Ιορδάνογλου  Υβόννη

Ιωαννίδου-Τσεκούρα  Έλσα

Καϊσίδης  Γεώργιος

Καϊσίδου  Άννα

Κακουλίδης Θεόδωρος

Κάλφας  Αντώνης

Καρακασίδη  Σοφία

Καραμάνος  Χρήστος

Καρυπίδης  Θεόδωρος

Κασαπίδου-Dick  Αναστασία

Κατμερίδης  Γιώργος

Κατρανίδης Γιώργος

Κατρανίδου  Αναστασία (Νατάσα)

Κατρανίδου  Δήμητρα

Κατσώνη Αλεξάνδρα

Κεβεντζίδης  Αλέξανδρος

Κεσίδης Τάσος

Κεφαλίδου  Σοφία

Κιτμιρίδης Κωνσταντίνος

Κοβιτίδου  Σοφία

Κοβιτίδου Ελένη

Κοπανάκη  Μαριάννα

Κορσαβίδης  Άρης

Κοσμίδης  Μάκης

Κουσαλίδης Θεόδωρος

Κρυσταλλίδης  Δημήτρης

Κυριακίδης  Νικόλαος

Κυριακίδης  Παντελής

Κωνσταντινίδης  Δημήτρης

Κωνσταντινίδης  Νίκος

Κωνσταντινίδης Βασίλης

Κώστας  Παναγιώτης (Νότης)

Λαζαρίδου  Δήμητρα

Λάζογλου  Δέσποινα

Λάζογλου  Κυριάκος

Λάμπος  Σωκράτης

Λαμπριανίδης Λάμπρος

Λυκουρίνος  Κυριάκος

Μαλλιάρας  Θράσος

Μαμουλίδου  Αμαλία

Μαργέτης  Λουκάς

Μαριάδης  Νικόλαος

Μαυρομματίδης  Θεμιστοκλής

Μετοικίδης  Γιάννης

Μινασιάν  Κουήν

Μισαηλίδης Λάζαρος

Μιχαηλίδης  Δημήτρης

Μόκου  Σοφία

Μουμουλίδου  Μαρία (Μαίρη)

Μούστος  Μάνος

Μπέρσος  Γιώργος

Μυτιληναίος  Στέφανος

Νεφελούδης  Ανδρέας

Νισύριος Γιάννης

Ορνιθόπουλος  Νίκος

Ουζουνίδης Νίκος

Ουσταμάνης  Θωμάς (Μάκης)

Πανικίδης  Χαράλαμπος (Χάρης)

Παντελάκης  Νίκος

Παπαδόπουλος  Γεώργιος Ορ.

Παπάζογλου Σοφία

Παπαχριστοδούλου  Βάνα

Παρασίδου  Γιώτα

Παράσχος  Δημήτριος

Παρκοσίδου  Ευγενία

Παρλήτσιος Παναγιώτης

Πασσαλίδης  Κωνσταντίνος 

Πασχαλίδου  Άννα

Πατριαρχέα  Χαρά

Παυλίδης  Αχιλλέας

Περτσινίδου  Όλγα

Πετρίδου-Ζουρνατζίδου  Ελένη

Πολιτίδης Τάσος

Πουταχίδης Κωνσταντίνος

Προβατίδου  Χρύσα

Σαγώνας  Φώτης

Σακαλή  Ελένη

Σαραφίδης  Γιώργος

Σαρηγιαννίδης  Ιωάννης

Σημαιοφορίδης  Σπύρος

Σπίρτζης  Χρήστος

Στυλίδης  Αθανάσιος

Στυλίδης  Αριστόβουλος

Στυλίδης  Ηλίας

Στυλίδης  Κωνσταντίνος

Στυλίδης  Χρήστος

Στυλίδου Ελένη

Συμβουλίδης  Τάσος

Συμεωνίδου  Κατερίνα

Σωτηριάδης Ιωάννης

Τασούλη-Γεωργιάδου  Ελισάβετ

Τεκίδης  Γιάννης

Τελιγιορίδου Ολυμπία

Τερζίδης  Ιωάννης

Τζαχίλη  Ίρις

Τζιμάνης Γιώργος

Τοπαλίδης  Χρήστος Δημήτριος

Τόσκα  Καλλιόπη

Τριανταφυλλίδης  Αλέκος

Τριανταφυλλίδης  Ηλίας

Τσαούσογλου  Ευάγγελος

Τσιλιγκαρίδου  Ελένη

Υψηλάντης  Αναστάσιος

Φιλιππίδη  Ασπασια (Άσπα)

Φουντούκη  Αθηνά

Φουντούκη  Μαρία

Φραγκουλίδου  Μαγδαληνή (Μάγδα)

Χαλτογιαννίδης  Νίκος

Χασιώτης  Κώστας

Χατζηιωαννίδης  Γιώργος

Χατζηιωαννίδου  Άρτεμις

Χατζηιωαννίδου  Ελένη

Χατζημανώλη  Κατερίνα

Χατζημιχαηλίδης  Γεώργιος

Χατζημιχαηλίδης  Κωνσταντίνος

Χατζημιχαηλίδου  Χαρίκλεια

Χατζηπέτρος  Παναγιώτης

Χατσατριάν  Σαμψών

Αρέσει σε %d bloggers: