Archive for Δεκέμβριος 2020|Monthly archive page

Μια συνέντευξη στα «Αρμενικά»

Τα «Αρμενικά» είναι ένα πολύ σημαντικό περιοδικό των Αρμενίων της Ελλάδας. Στο τρέχον τεύχος φιλοξενείται μια συνέντευξή μου η οποία και παρατίθεται στη συνέχεια.

Η συνέντευξη δόθηκε λίγο πρίν την αζερο-τουρκική επίθεση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και επιχειρεί να διερευνήσει το ιστορικό και ιδεολογικό βάθος της τουρκικής επιθετικότητας.


1)      Υπάρχει κάποιος συμβολισμός, κάποιο μήνυμα που θέλει να στείλει ο Ερντογάν με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος και την προοπτική να γίνει το ίδιο στη Μονή της Χώρας; Πιστεύετε πως αυτές οι αποφάσεις συμβολίζουν την είσοδο σε μια νέα εποχή στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις;

 Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε ισλαμικό τέμενος, όπως και η σχεδιαζόμενη αντίστοιχη για τη Μονή της Χώρας αναδεικνύουν αυτό που ήδη ήταν ορατό τα τελευταία χρόνια σε όσους μελετούν τις τουρκικές εξελίξεις. Δηλαδή τoν μετασχηματισμό της Τουρκίας από ένα κράτος ενταγμένο στις δυτικές δομές, σε μια  αυταρχική περιφερειακή δύναμη που διεκδικεί να έχει αυξημένα ποσοστά αυτονομίας.  Αναπόφευκτα αυτή η πρόθεση ανατρέπει τις παραδοσιακές ισορροπίες και δημιουργεί εστίες έντασης και αστάθειας σε όλη την Εγγύς Ανατολή και τη Μεσόγειο.

Με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί μπήκε τέλος σε συμβολικό επίπεδο, η πρώτη φάση της κατασκευής-συγκρότησης του τουρκικού έθνους από τον κεμαλικο εθνικισμό και ξεκινά η δεύτερη φάση, αυτή της Μεγάλης Ιδέας. Δηλαδή της αναζήτησης ενός νέου ρόλου στην Εγγύς Ανατολή και τον κόσμο με βάση μια σύνθεση του πολιτικού Ισλάμ (Αδελφοί Μουσουλμάνοι) και της πλέον εξτρεμιστικης τάσης του εθνικισμού που προέρχεται από την παράδοση των Νεότουρκων.

 Η Τουρκία διέρχεται μια περίοδο γιγαντιαίων μετασχηματισμών σε όλα τα επίπεδα. Με τις πρωτοβουλίες στα χέρια του Ερντογάν, η Τουρκία πορεύεται σε νέους δρόμους, που πήραν διάφορες μορφές μέχρι να καταλήξουν και να κωδικοποιηθούν στην  πρόσφατη πολιτική και ιδεολογική έκφραση. Αυτοί οι νέοι δρόμοι, όταν πρωτοεμφανίστηκαν ως φιλελεύθερη προοπτική με την ήττα των κεμαλιστών, ήταν ελπιδοφόροι για τους από πάντα απόκληρους αυτού του σκληρού κράτους. Όμως, τα πράγματα στράβωσαν στο πολιτικό πεδίο από την εποχή που ξεκίνησε ο ισλαμικός εμφύλιος το 2013.

Η αντιπαράθεση με τον πρώην σύμμαχό του Φετουλάχ Γκιουλέν, οδήγησε τον Ερντογάν  σε συμμαχία με τους παλιούς του εχθρούς. Όλοι οι φυλακισμένοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι καθώς και οι μη στρατιωτικοί που εμπλέκονταν στις περίφημες υποθέσεις Εργκένεκον και της οργάνωσης πραξικοπήματος (Balyoz Harekâtı που οργανώθηκε το 2003 κατά της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) απελευθερώθηκαν το 2014.

Αυτοί θα είναι πλέον οι νέοι σύμμαχοι του Ερντογάν στον πόλεμο που ξεκίνησε ενάντια στο κίνημα του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν. Σύντομα στους συμμάχους θα προστεθούν οι νέοι εθνικιστές ακτιβιστές που αντλούσαν την έμπνευση από τον γενοκτόνο Νεότουρκο Ταλαάτ πασά και λίγο μετά το ακροδεξιό Κίνημα Εθνικιστικής Δράσης του Μπαχτσελί, γνωστό και ως Γκρίζοι Λύκοι. Έτσι, μετά το 2014, οι κεμαλικοί εθνικιστές του Βαθέος Κράτους επέστρεψαν στην τουρκική πολιτική πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη τάση των κεμαλιστών που συμμάχησε με τους ισλαμιστές είναι οι λεγόμενοι «ευρασιανιστές» που έχουν σημαντικά ερείσματα στις ένοπλες δυνάμεις. Αυτοί εκπόνησαν την προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας που είχε ξεκινήσει την παραμονή του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 2016 και το οποίο πραγματοποιήθηκε και ως αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το παλιό κεμαλικό βαθύ κράτος διακατέχεται πλέον από  αντιαμερικανικές και αντινατοϊκές αντιλήψεις. Υποστηρίζει μια στρατηγική αναπροσανατολισμού προς ανατολάς που θα έκανε την Τουρκία εταίρο της Ρωσίας, του Ιράν και της Κίνας.

Επανέρχεται έτσι το παλιό νεοτουρκικό σχέδιο του παντουρκισμού που ενέπνευσε το νεοτουρκικό κίνημα και οδήγησε στις Γενοκτονίες των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων στις αρχές του 20ου αιώνα.

2) Πώς εκφράζεται ιδεολογικά αυτή η μετατόπιση της Τουρκίας σε πιο επιθετικές θέσεις;

Όπως είπαμε και πιο πριν, οι ρίζες της Νέας Τουρκίας του Ερντογάν και ακραίων κεμαλιστών, μπορούν να ανιχνευτούν στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην υπερεθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων. Μέσω των επιγόνων των Νεότουρκων που συγκροτήθηκαν ως διακριτό πολιτικό ρεύμα στη σύγχρονη Τουρκία και της συμμαχίας τους με τον Ερντογάν χτίζεται η σύγχρονη Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι η Τουρκία από τη στιγμή της γέννησής της πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν υπήρξε ποτέ ένα φυσιολογικό κράτος. Μπορεί αρκετοί στην Ελλάδα να αντιμετώπιζαν (και να θεωρούν ακόμα) την Τουρκία ως ένα τυπικό δυτικό κράτος, όμως ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο.  Γιατί με την πλήρη επικράτηση του τουρκικού εθνικισμού το 1922, η γενοκτονική πολιτική των Νεότουρκων εξαγνίστηκε και αποτέλεσε τη βάση της νεοδημιουργημένης τουρκικής δημοκρατίας. Ιδεολογικής στυλοβάτης αυτής της εξέλιξης υπήρξε η κεμαλική «κατασκευαστική» ιστοριογραφία, η οποία κινήθηκε στους εξής άξονες: τη διαχρονική ανάδειξη του τουρκικού εθνικού παράγοντα εις βάρος της οθωμανικής οικουμενικότητας και στην εξάλειψη των ιστορικών ερεισμάτων στη Μικρά Ασία και την Ανατολία των κληρονομικών εχθρών, των Ελλήνων και των Αρμενίων.   Βασικός στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι αφενός από τους προϊστορικούς χρόνους η Ανατολία κατοικούνταν από τουρκικά φύλα και αφετέρου ότι οι περιοχές αυτές την εποχή του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) συγκροτούσαν την αδιαφιλονίκητη τουρκική πατρίδα, που επιβουλεύτηκαν οι «ξένοι ιμπεριαλιστές».

Η ιδεολογική μετατόπιση της ερντογανικής περιόδου βασίζεται πάνω σε αυτή την «κατασκευαστική» κεμαλική παράδοση. Όμως τη συνδέει με τις αρχές του πολιτικού Ισλάμ, δημιουργώντας ένα παράξενο υβρίδιο, που δεν έχει ξαναϋπάρξει στην ιστορία. Καταρχάς υπάρχει κοινά συμφωνημένη αμφισβήτηση ακόμα και των κεμαλικών πολιτειακών δομών μέσα από την συνταγματική κατοχύρωση του ιδιαίτερου ρόλου του προέδρου. Έτσι δημιουργείται μια πολιτική εκτροπή η οποία ευνοεί την ιδεολογική εδραίωση της  ισλαμο-εθνικιστικής εκδοχής. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής εκτροπής διακηρύσσεται χωρίς καμιά προσπάθεια απόκρυψης, ότι δεν θα επιτραπεί στις δυτικές αξίες, όπως η δημοκρατία ή η ανοιχτή κοινωνία, να υπονομεύσουν το νέο τουρκικό όραμα. 

Σε επίπεδο αντίληψης της ιστορίας, παρακάμπτεται  έξυπνα η αντιοθωμανική στάση που είχε ο παραδοσιακός κεμαλισμός. Συνδέεται με την παραδοσιακή ισλαμιστική-παντουρκιστική παράδοση που εκκινεί από το 1071 και την πρώτη νίκη του Τουρκομάνων εισβολέων του Αλπ Αρσλάν κατά του χριστιανικού κόσμου. Στη νέα αυτή σημαδιακή ημερομηνία προστίθεται και το 1453, θέλοντας να ταυτιστεί ο ίδιος ο Ερντογάν με τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή (Fatih).  Ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να προσεγγίσουμε τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Αυτή η μεγάλη μετάλλαξη της κρατικής τουρκικής ιδεολογίας αποτυπώθηκε συμβολικά κατά τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, όπου κυριάρχησε το σπαθί. Ο ιμάμης που διάβασε το απόσπασμα από το Κοράνι κρατούσε ένα σπαθί  θέλοντας να συμβολίσει ότι το Τζιχάντ που επιλέγουν βασίζεται στην ένοπλη βία. Σε ένα άλλο σπαθί που υπήρχε επίσης πλάϊ του υπήρχε χαραγμένη μια εντυπωσιακή επιγραφη από το Κοράνι: «Bismillahirrahmanirrahim. İnna fetehna leke fethen mubina». Δηλαδή: «Με το όνομα του Θεού. Εμείς ξεκάθαρα σου χαρίσαμε την κατάκτηση.» Αυτό είναι μία φράση από το Κοράνι πουγράφτηκε για την κατάκτηση της Μέκκας.

Από όλα αυτά το μήνυμα είναι σαφές: Η Νέα Τουρκία θα βαδίσει στα κατακτητικά βήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμπνεόμενη όμως από τον παντουρκισμό σε απόλυτη συμφωνία με τον πανισλαμισμό. Βεβαίως αυτή η σύνθεση που επιχειρείται από την νέα ισλαμο-εθνικιστική ελίτ είναι προβληματική και γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις, οι οποίες πολύ σύντομα θα φανούν στη σχέση της Τουρκίας με τον υπόλοιπο ισλαμικό κόσμο.

3) Πολλές φόρες έχουμε εκπλαγεί από την «έκπληξη» των πολιτικών μας, όσον αφορά την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας. Διαχρονικά παρατηρούμε την προχειρότητα και την υποχωρητικότητα της ελληνικής πολιτικής στα Ελληνοτουρκικά ενώ παράλληλα βλέπουμε μεγάλες προσδοκίες αλληλεγγύης από τους «συμμάχους», σε μια πιθανή επιθετική ενέργεια από τον απρόβλεπτο γείτονα. Πιστεύετε πως ο λόγος είναι επικοινωνιακός, απλά ανικανότητα, ή άγνοια της ιστορίας;

Πολύ εύστοχη ερώτηση. Μελετώντας τόσο την ελληνική διπλωματική προσέγγιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, αλλά και της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, θα διαπιστώσουμε ότι κυριαρχεί ένα σχήμα που επιχειρεί να αμβλύνει -ακόμα και να εξαλείψει- τα όσα τραγικά συνέβησαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο,  ο τρόπος πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου (1908-1923), καθώς και των γεγονότων που το συνόδευσαν, μοιάζει με μια ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος. Δεν θεωρείται ότι υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως ότι υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και την Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Δεν αναγνωρίζεται ότι έχει συμβεί γενοκτονία και ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους. Ακριβώς γι αυτό δεν αναδείχθηκε ποτέ η εθνοκαθαρτική πολιτική των Νεότουρκων, οι οποίοι για πρώτη φορά στα σύγχρονα χρόνια ενσάρκωσαν μια εξουσία, η οποία τελείως ψύχραιμα επέλεξε  ρατσιστικά κριτήρια, εντόπισε και πρόγραψε τα θύματα, διαμόρφωσε και διάχυσε στους υπόλοιπους μια ιδεολογία μίσους, ακολούθησε  μεθόδους κοινωνικού αποκλεισμού των στοχοποιημένων πληθυσμών, συγκρότησε και οργάνωσε σε ήρεμους καιρούς παρακρατικούς μηχανισμούς που υλοποίησαν τις βίαιες πολιτικές τους.

Έτσι συγκάλυψαν μια πρωτοφανή δολοφονική πρακτική που μετά από λίγα χρόνια θα εκφραστεί με τους διαδόχους των Νεότουρκων, τους Γερμανούς Ναζί που διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εμπνεόμενοι από το νεοτουρκικό παράδειγμα.

Η θεώρηση που επικράτησε υποβάθμιζε τις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη θέση της μικρής και άβουλης μειονότητας. Ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν στην κυρίαρχη θεώρηση  ως συλλογικά υποκείμενα με πολιτικά δικαιώματα. Ακόμα και η καταστροφή και η σφαγή της Σμύρνης αποσιωπήθηκε και θεωρήθηκε ως ένα ανεξιχνίαστο γεγονός της Ιστορίας και στη χειρότερη περίπτωση ως «θεία Δίκη» και κατανοητή «ανταπόδοση».

            Με τον τρόπο αυτό, η ελλαδική αντίληψη, τόσο της διπλωματίας όσο και ιστοριογραφίας, περιορίστηκε απελπιστικά. Η πραγματικότητα αυτή θα αμφισβητηθεί μόνο μετά τη δεκαετία του ’90, όταν θα προβάλλει μια ιστοριογραφική σχολή που θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων. 

4) Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της πολύωρης σύσκεψης της Ανώτατης Συμβουλευτικής Επιτροπής της Προεδρίας της Δημοκρατίας της Τουρκίας που έγινε κεκλεισμένων των θυρών, ο Ερντογάν έδωσε εντολή να συσταθεί ένας κρατικός οργανισμός για την αποδόμηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Γιατί η Τουρκία, ενώ έχει τόσα πολλά σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και πολλά ανοικτά μέτωπα στο εξωτερικό, αναβαθμίζει στην ατζέντα της το ζήτημα των Γενοκτονιών;

Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη που πολύ φοβάμαι ότι σύντομα θα παράγει σε μεγάλη κλίμακα πλαστογραφημένα στοιχεία. Λαμβάνοντας υπόψη την προπαγανδιστική εμπειρία του τουρκικού κράτους, είναι σίγουρο ότι θα προσπαθήσει να αλλάξει την διεθνή εικόνα μέσω της διοχέτευσης μιας παραπληροφόρησης η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα βασίζεται στην ουδετεροποίηση της ιστορίας και στη χειρότερη τη μετατροπή των θυτών σε θύματα. 

Έχω την εντύπωση ότι η δημιουργία μιας τέτοιας επιτροπής, συμπληρώνει την παραδοσιακή πολιτική που αποσκοπούσε στην εξαφάνιση των αρχαίων λαών ή στην ενοχοποίησή τους. Από τη πρώτη μέρα που ιδρύθηκε η τουρκική δημοκρατία ακολούθησε μια πολιτική πολιτιστικού εκτουρκισμού. Δηλαδή μια πολιτική εξαφάνισης ή υποβάθμισης όλων εκείνων των στοιχείων που θύμιζαν ότι μεγάλο μέρος των εδαφών της τουρκικής δημοκρατίας αποτελούσε γενέθλιο έδαφος άλλων εθνών. Ετσι, σε γενικές γραμμές και σε πρώτη φάση, οι ελληνικές αρχαιότητες, όπως και οι αρμενικές, υποβαθμίστηκαν. Τα βυζαντινά μνημεία –πλην όσων είχαν μετατραπεί σε τεμένη– αφέθηκαν να καταρρεύσουν, τα νεότερα μνημεία καταστράφηκαν συνειδητά.

Ο Ερντογάν προσπαθεί να καλλιεργήσει μια νέα ταυτότητα στις νέες τουρκικές γενιές. Μια ταυτότητα που θα βασίζεται στην υπερηφάνεια για το ιστορικό κατακτητικό παρελθόν, τον εξαγνισμό των κατακτήσεων μέσω της ισλαμικής κοσμοθεωρίας και την αίσθηση ότι από πάντα υπήρξαν θύματα και στόχος συνομωσιών στην Ανατολία, δηλαδή στον από πάντα γενέθλιο τόπο τους παρότι η είσοδός των Τούρκων σ’ αυτήν το 1071 τιμάται με μεγαλοπρεπή τρόπο. Είναι προφανείς οι αντιφάσεις σ’ αυτή την θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά αυτό ουδόλως απασχολεί τους κατασκευαστές της νέας τουρκικής ταυτότητας. Έτσι, ενώ από τη μια συνεχίζουν να υπενθυμίζουν κάθε χρόνο ότι η Κωνσταντινούπολη κατακτήθηκε το 1453, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να διεκδικούν τα Δωδεκάνησα ή την Κύπρο ή μια σειρά ελληνικών νησιών με τον ίδιο εθνικιστικό ζήλο που γιορτάζουν την μάχη του Ματζικέρτ του 1071 και την νίκη του Σελτζούκου Αλπ Αρσλάν. Όλα αυτά εκτός από τις εσωτερικές αντιφάσεις που περικλείουν, αποδεικνύουν και τον σύγχρονο τουρκικό ανορθολογισμό.

Η δημιουργία λοιπόν της απόφασης για σύσταση ενός κρατικού οργανισμού για την αποδόμηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, αποσκοπεί στο να πείσει την διεθνή κοινή γνώμη ότι όλα αυτά αποτελούν αρμενική προπαγάνδα και ότι αντιθέτως οι Τούρκοι υπέστησαν γενοκτονία από τους Αρμένιους στις περιοχές που κατέλαβε ο ρωσικός στρατός κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με δυό λόγια οι προσφυγικοί πληθυσμοί, Αρμένιοι και Έλληνες, θα έχουν να αντιμετωπίσουν στο μέλλον έναν δυναμικό Τούρκο Γκαίμπελς και γι αυτό πρέπει να προετοιμαστούν καλά για τις μάχες εντυπώσεων που θα έρθουν.

 5) Πιστεύετε ότι έχουν ερευνηθεί αρκούντως από την ελληνική επιστημονική κοινότητα το ιστορικό και το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιήθηκε ο αφανισμός των χριστιανικών πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας;

 Σε διεθνές επίπεδο το ζήτημα αυτό θεωρείται και είναι πλήρως διερευνημένο. Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα επικρατεί ακόμα μια δυσανεξία για τα ζητήματα αυτά, που προέρχεται από κάποια βαθιά ριζωμένα στερεότυπα για το χαρακτήρα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης του 1919-1922.

 Αυτά τα στερεότυπα δημιούργησαν μια έλλειψη κοινά συμφωνημένου αφηγήματος για τα συγκεκριμένα  ιστορικά και κοινωνικά θέματα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ερμηνευτικό «κενό», που το αντιλαμβάνονται άμεσα όλοι όσοι ασχολούνται μ’ αυτά, είτε ως ερευνητές είτε ως φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης προς πάσχοντες πληθυσμούς (νέο-πρόσφυγες από την τ. ΕΣΣΔ). Απόρροια αυτού του «κενού» υπήρξε και ο εξαιρετικά ενδιαφέρον τρόπος που οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και ιδεολογικές δυνάμεις, δεξιά κι αριστερά, αντιμετώπισαν τα νέα αιτήματα και ζητήματα του προσφυγικού χώρου, όπως αυτά εκφράστηκαν δυναμικά από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Ήδη αναπτύσσονται διεθνώς –πλην Ελλάδας- οι αντίστοιχοι τομείς της επιστημονικής  έρευνας για «το έγκλημα της Γενοκτονίας», πραγματοποιούνται σημαντικές έρευνες και κοινοποιούνται ιδιαιτέρως χρήσιμες ανακοινώσεις και  δημοσιεύσεις. Επίσης έχει δημιουργηθεί το International Association of Genocide Scholars (IAGS) ως ένας διεθνής επιστημονικός θεσμός που εξειδικεύεται στη μελέτη του εγκλήματος της Γενοκτονίας και παρακολουθεί τις περιπτώσεις παραβίασης των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Το ιστορικό γεγονός της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής (με τους Αρμένιους και τους Ασσσυροχαλδαίους, σε μια ενιαία ιστορική κατηγορία) είναι πλέον αποδεκτό από εξωελλαδικούς ακαδημαϊκούς κύκλους που μελετούν το έγκλημα της Γενοκτονίας όπως αυτό ορίζεται στο Διεθνές Δίκαιο.

 Ένα από τα ζητήματα που δίχαζαν παλιότερα πολύ έντονα την κοινότητα των Ελλήνων ιστορικών είναι το αν οι εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τους Νεότουρκους  (1914-1918) και τον Μουσταφά Κεμάλ πασά (1920-1923) μπορούν να χαρακτηριστούν με το νομικό όρο «Γενοκτονία». Ο όρος αυτός,  ανεξαρτήτως των ενστάσεων που μπορεί να διατυπώσει ελευθέρως ο καθένας, ορίστηκε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο από τον ΟΗΕ και εισήχθη έτσι στο διεθνές δικαιϊκό σύστημα.

 Για να κατανοήσουμε γιατί υπήρξαν αυτές οι διαφωνίες και η δυσανεξία ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, θα πρέπει να δούμε πώς αντιμετωπίστηκε ο προσφυγικός ελληνισμός μετά το 1922 από τις κυρίαρχες ελίτ.

Η πολιτική του ελληνικού κράτους αποσκοπούσε οριστικά στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων του ’22 και στην απεμπόληση των ιδιαίτερων ιστορικών εμπειριών τους. Η στάση αυτή επιβλήθηκε και στο χώρο της νεοελληνικής ιδεολογίας αλλά και της επίσημης και «ανεπίσημης» ιστοριογραφίας.

Βέβαια, αυτή η παράδοση άρχισε να υποχωρεί και αυτό οφείλεται στη μαχητική παρέμβαση των προσφυγικών οργανώσεων και στην κοινωνία των πολιτών που διαμορφώθηκε τη Μεταπολίτευση. Με αυτή ακριβώς την «αντι-μνήμη», δηλαδή το χώρο μνήμης που διαμορφώθηκε από τα κάτω στις κοινότητες των προσφύγων, αμφισβήτησαν  από τη δεκαετία του ’80 τα κυρίαρχα αφηγήματα. Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση, όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.

 Σχηματικά μπορούμε να πούμε ότι για το ζήτημα του μετασχηματισμού της Ανατολής από Αυτοκρατορία σε έθνος-κράτος και τους μηχανισμούς μετάβασης (Γενοκτονίες), υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα δύο σχολές σκέψης, με μεγάλες εσωτερικές αποχρώσεις η κάθε μία. Από τη μια η παραδοσιακή, που είναι και κυρίαρχη, και από την άλλη η «προσφυγική», της οποίας η θεώρηση για τις εθνικές εκκαθαρίσεις είναι λίγο πολύ ταυτόσημη με αυτή του Βerktay, του Dundar, του Aksam και άλλων σημαντικών μελετητών και θέτει, σε γενικές γραμμές, ως βάση των ερμηνευτικών της προσεγγίσεων την απόφαση του I.A.G.S.

Σίγουρα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες.

6) Η παράλληλη και αλληλένδετη ιστορική πορεία των δύο λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, είναι αδιαμφισβήτητη. Σε πανεπιστημιακό και επιστημονικό επίπεδο δεν έχει υπάρξει κάποια αξιοσημείωτη συνεργασία. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε προς αυτή  την κατεύθυνση;  

Είναι πλήρως αποδεδειγμένο ότι η μοίρα των Ελλήνων και των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε κοινή. Ήδη από την εποχή που εμφανίστηκε το ακραίο παντουρκιστικό κίνημα και εκφράστηκε πολιτικά και στρατιωτικά με τους Νεότουρκους,  στόχευε στη δημιουργία ενός εκτεταμένου αμιγώς τουρκικού χώρου , όπου δεν θα υπήρχε  θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών υπήρξε η γερμανική Δεξιά, η οποία με μια προνομιακή συμμαχία μαζί τους, επιδίωξε αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών με και αφετέρου, την οικονομική κυριαρχία των Γερμανών στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων. Ακριβώς γι αυτό, βασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής των Νεότουρκων υπήρξε το οικονομικό μποϊκοτάζ κατά των ελληνικών και αρμενικών επιχειρήσεων ήδη από το 1910.

Η κοινή τους μοίρα αποδεικνύεται από τις σημαντικές μελέτες που συνέταξαν καρυφαίοι επιστήμονες. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Ziya Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».

Σ’ αυτό το πλαίσιο θα αρχίσουν οι εθνικές εκκαθαρίσεις το 1914 κατά των Ελλήνων της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης για να κορυφωθούν την επόμενη χρονιά με τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Αποκαλυπτικά της ύπαρξης ενιαίου  σχεδίου κατά Ελλήνων και Αρμενίων είναι τα έγγραφα εκείνης της εποχής από τους συμμάχους των Νεότουρκων. Ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε το 1916 σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι: «Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.» Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζύρη) είχε αναφέρει ότι: «βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους.»

Ακριβώς γι αυτό οι προσφυγικές οργανώσεις πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το γενοκτονικό σχέδιο ήταν ενιαίο και να εκπονήσουν από κοινού μια στρατηγική καταγγελίας, αλλά και αποτροπής του τουρκικού αναθεωρητισμού. Αυτή την ανάγκη τη διατύπωσε πολύ εύστοχα ένας σημαντικός Τούρκος ιστορικός, ο Halil Berktay: «Η αλήθεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, όμως μπορεί να διδαχθεί. Τα τελευταία 10 χρόνια η συμπεριφορά γύρω από την Γενοκτονία έχει μαλακώσει… Ωστόσο η κατάχρηση της λέξης «Γενοκτονία», την αποδυναμώνει και προκαλεί αγανάκτηση. Ο όρος είναι δύσκολος και επικίνδυνος. Πιστεύω ότι υπήρχε μόνο μία Γενοκτονία και δεν εννοώ ότι αυτό που συνέβη στον Πόντο δεν ήταν Γενοκτονία. Αντίθετα, λέω ότι οι Ενωτικοί, δηλαδή η ηγεσία της «Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος», κυρίως δε ο Ταλαάτ, είχαν ένα μαζικό σχέδιο για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας. Και αυτό εφαρμόστηκε στους Αρμενίους, τους Ποντίους και τους Ασσυρίους. Προτιμώ να το βλέπω ως ένα ενιαίο σχέδιο, που και το κάνει και πιο εύκολα συζητήσιμο και κατανοητό».

7) Έχετε επανειλημμένως αναφερθεί στην ανάγκη ανάδειξης της ιστορικής και προσφυγικής μνήμης. Θα ήθελα να μας πείτε, εάν έχετε, συγκεκριμένες προτάσεις.

 Έχοντας ως σταθμό της ιστορικής μας Μνήμης το 2022, ως επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την οριστική Έξοδο των Ελλήνων και των Αρμενίων από το γενέθλιο χώρο, πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες μεγιστοποίησης των δράσεων μας. Με εκδηλώσεις παντού, όπου υπάρχουν προσφυγικές κοινότητες. Με την πραγματοποίηση διεθνών συνεδρίων. Θα μπορούσαν τα «Αρμενικά» ως ένα πολύ σημαντικό περιοδικό της προσφυγιάς του 1922 να πάρει την πρωτοβουλία και να δημιουργήσει ένα δίκτυο προσφυγικών εντύπων. Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν οι προσφυγικοί σύλλογοι, ελληνικοί και αρμενικοί καθώς και ο ομοσπονδίες,. Η επέτειος των 100 χρόνων θα είναι η ένδειξη εάν η προσφυγική Μνήμη παραμένει ζώσα μετά από 100 χρόνια και αν μπορεί να γνωστοποιήσει στη διεθνή κοινή γνώμη την ανθρωπιστική τραγωδία που βίωσαν οι λαοί της Ανατολής από έναν αποκρουστικό μιλιταριστικό εθνικισμό, που σήμερα επίσης απειλεί και πάλι την Εγγύς Ανατολή και τη Μεσόγειο.

8) Έχετε μελετήσει διεξοδικά το Ισλάμ, το 2017 εκδόθηκε το πόνημά σας «Εμείς και το Ισλάμ». Πιστεύετε πως η Τουρκία θα καταφέρει να κατακτήσει την ηγετική θέση που διεκδικεί μέσα στο Σουνιτικό Ισλάμ;

 Το Ισλάμ είναι η τρίτη βιβλική θρησκεία, η οποία σε μεγάλη βαθμό καθόρισε τη σύγχρονη μορφή της περιοχής μας. Οι Τούρκοι υπήρξαν η τελευταία ομάδα που ασπάστηκε τη νέα θρησκεία και επί της ουσίας υποβάθμισε τους προηγούμενους αρκετά αναπτυγμένους ισλαμικούς πολιτισμούς, τον αραβικό και τον περσικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μεβλανά Τζελαλεντίν-ι Ρουμί, ο μεγάλος αυτός Πέρσης ποιητής φιλόσοφος και ιεροδιδάσκαλος, είπε (σύμφωνα με τον Εφλακί, 1291-1360) για τους Τούρκους της εποχής του: «Για την οικοδόμηση πρέπει να προσλαμβάνονται Ρωμιοί εργάτες και για την κατεδάφιση το αντίθετο, δηλαδή Τούρκοι. Γιατί η δόμηση του κόσμου είναι ιδιότητα των Ρωμιών, ενώ η καταστροφή και το γκρέμισμα έχει ανατεθεί στους Τούρκους. Όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο έδωσε ψυχή σε ανυποψίαστους άπιστους… Εκείνοι ύψωσαν πάνω στους λόφους μαρμάρινες κορφές, πολλές πόλεις και φρούρια… Αλλά ο Θεός έτσι τα οργάνωσε ώστε με το χρόνο αυτές οι οικοδομές να γκρεμιστούν. Τότε ο Θεός δημιούργησε τους Τούρκους, προκειμένου, δίχως να αισθάνονται σεβασμό και λύπη, να γκρεμίσουν τις οικοδομές που βλέπουν. Οι Τούρκοι γκρέμισαν και ακόμα γκρεμίζουν. Αυτό θα κάνουν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου…»

Ενδιαφέρον για τη μοίρα όσων Ελλήνων και Αρμενίων δεν εξισλαμίστηκαν κατά τη μακρά περίοδο της τουρκικής εισβολής στο χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής, είναι η χρήση των επιθετικών ισλαμικών μορφών από τον τουρκικό εθνικισμό. Την πρώτη φορά κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Νεότουρκοι κατέλαβαν την εξουσία και επέβαλαν την πολιτική τους αντίληψη, ο Οθωμανός σουλτάνος, δηλαδή ο υπέρτατος ηγέτης, ο χαλίφης του ισλαμικού κόσμου, χαρακτήρισε ως τζιχάντ τη συμμετοχή στον πόλεμο. Εκείνο το τζιχάντ θα κηρυχθεί με την απόλυτη συμπαράσταση των Γερμανών. Ο Stefan Ihrig αναφέρει ότι πολλοί ήταν εκείνοι «…μεταξύ αυτών και ο αυτοκράτορας (σ.τ.σ. Κάιζερ), που σκέφτονταν ότι μια Τζιχάντ υποκινημένη από και με καθοδηγητές τους Οθωμανούς θα ήταν ένας κρυφός άσος στο μανίκι κατά τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914».

Στο πλαίσιο αυτού του οθωμανικού τζιχάντ, υπό την καθοδήγηση των κοσμικών εθνικιστών (Νεότουρκων) και με τις ευλογίες συγκεκριμένων μεγάλων χριστιανικών κρατών (Γερμανίας, Αυστρίας), έγιναν οι μεγάλες γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της αυτοκρατορίας: των Αρμενίων, των Ελλήνων της Ανατολής και των Ασσυρίων.

Ο τελευταίος Ιερός Πόλεμος θα κηρυχθεί την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922. Με μια παράδοξη οικειοποίηση του Ισλάμ και των συμβόλων του από τον κοσμικό τουρκικό εθνικισμό, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά θα κηρύξει «τζιχάντ κατά των απίστων» (Ελλήνων και Αρμενίων) την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1923). Θα ανακηρύξει εαυτόν gazi (γαζή), δηλαδή Ιερό Πολεμιστή για τη διάδοση του Κορανίου, μετά την πρώτη του νίκη κατά των ελληνικών στρατευμάτων στη μάχη του Σαγγάριου (Αύγουστος 1921).

Το κεμαλικό τζιχάντ θα ολοκληρωθεί με ιδιαίτερα αιματηρό τρόπο τον Σεπτέμβρη του 1922, όταν η τότε μοναρχική κυβέρνηση των Αθηνών συνειδητά παρέδωσε αφοπλισμένους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας στους Τσέτες τους gazi Μουσταφά Κεμάλ. Η πυρπόληση και η σφαγή της Σμύρνης έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του τζιχάντ που είχε κηρυχθεί. Η ήττα των «απίστων» επέφερε τις ποινές που προβλέπει το Κοράνι.

Η καταστροφή της Σμύρνης υπήρξε η τελευταία δραματική συνάντηση με το τουρκικό Ισλάμ. Συνάντηση που συνέβη σε ένα εντελώς νέο ιστορικό πλαίσιο, όπου αυτό το Ισλάμ είχε χάσει πλέον την πολιτική του αυτοτέλεια και είχε χρησιμοποιηθεί εργαλειακά από τις ανερχόμενες δυνάμεις του τουρκικού εθνικισμού, οι οποίες προσδοκούσαν να κατασκευάσουν μια Τουρκία απαλλαγμένη από τις μειονότητες.

Όλα αυτά σήμερα επιχειρεί στην Τουρκία η ισλαμο-εθνικιστική  ομάδα να τα αξιοποιήσει στο πλαίσιο ενός, μεσαιωνικής κοπής, εθνικιστικού παροξυσμού.  Πιστεύω ότι ελάχιστη επιρροή θα έχουν στον υπόλοιπο ισλαμικό κόσμο, πλην όσων προέρχονται από την ίδια θεολογική και ιδεολογική μήτρα με τον Ερντογάν, δηλαδή τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ή άλλως το πολιτικό Ισλάμ το οποίο γέννησε τον ισλαμικό εξτρεμισμό της εποχής μας, δείγμα το οποίου βιώνουμε και εμείς με την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. ��

Αρέσει σε %d bloggers: