Για το Ποντιακό Αντάρτικο

Ένα πολύ ενδιαφέρον ένθετο περιοδικό αφιερωμένο στο αντάρτικο κίνημα που εμφανίστηκε στις περιοχές του μικρασιατικού Πόντου κατά την περίοδο 1916-1923, συνόδευε την εφημερίδα ‘Έθνος» του Σαββάτου, 14-5-2011.  Το αφιέρωμα αυτό, στο οποίο συμμετείχα με κείμενα, είχε μια πρωτοτυπία. Δημοσιεύτηκαν καινούργιες πληροφορίες, ανέκδοτες μαρτυρίες, εντυπωσιακές φωτογραφίες.  

Τα κείμενά μου θα αναρτηθούν στο μπλογκ, ξεκινώντας σήμερα από το Editorial του αφιερώματος:

“… αδίστακτες κατασχέσεις, καταπιέσεις του ελληνικού πληθυσμού της υπαίθρου από πλευράς χωροφυλακής, καθώς και η σκληρή μεταχείριση στη στρατιωτική θητεία προκάλεσαν μεταξύ των Ελλήνων εσωτερική οργή και πίκρα. Στα περίχωρα της πόλης σχηματίστηκαν αντάρτικες ομάδες που συνδέθηκαν με το ρωσικό στόλο και την Τραπεζούντα (σ.τ.μ. που ήταν υπό ρωσική κατοχή) και έκαναν επιθέσεις εναντίον ταχυδρομείων, στρατιωτικών τμημάτων και τουρκικών οικισμών. Η Τουρκία… απάντησε σε όλα αυτά με πολυάριθμες εκτελέσεις έγκριτων πολιτών, με λεηλασίες και αποτέφρωση ελληνικών χωριών των περιχώρων της Σαμψούντας, εκτοπισμούς των κατοίκων τους (1916-1918). Επειδή τα μέτρα των εκτοπισμών εφαρμόστηκαν κατά ένα βάρβαρο τρόπο στη διάρκεια του χειμώνα, εξοντώθηκε ένα μεγάλο μέρος των εκτοπισμένων.»

Έτσι περιγράφεται η κατάσταση στον Δυτικό Πόντο σε διπλωματικό έγγραφο που απεστάλη στον υπουργό Εξωτερικών της Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας την 1η Οκτωβρίου 1918. Το έγγραφο στάλθηκε από την Τραπεζούντα, από το προξενείο της Αυστροουγγαρίας και υπογράφτηκε από τον «καισαροβασιλικό πρόξενο  Kwiatowski”.  

Η εμφάνιση του αντάρτικου ποντιακού κινήματος στο Δυτικό Πόντο -αλλά και τη Σάντα του Ανατολικού- οφείλεται αποκλειστικά στην προσπάθεια του τουρκικού εθνικισμού να υλοποιήσει την πολιτική εθνικής εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών που είχε αποφασίσει από το 1911 και είχε συστηματικά οργανώσει από το 1913. Το πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επέτρεψε να υλοποιηθεί η πολιτική αυτή εις βάρος των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Η αντίσταση του ελληνικού πληθυσμού στα σχέδια αυτά οδήγησε στη διαμόρφωση ενός εντυπωσιακού κινήματος που θα λάβει επαναστατικά χαρακτηριστικά, θα αντιδράσει ένοπλα στις μεθοδεύσεις μιας εθνικιστικής εξουσίας και βαθμιαία θα επιδιώξει την επίλυση του εθνικού ζητήματος με την πολιτική χειραφέτηση των υπόδουλων πληθυσμών. Θα χαρακτηριστεί ως «επαναστατικό-αγροτικό» από Σοβιετικούς ιστορικούς και ως «τρομοκρατικό» από απολογητές του τουρκικού εθνικισμού. Θα αγνοηθεί απολύτως από την Ελλάδα και θα τεθεί στην αφάνεια, ακόμα και από την νεοελληνική ιστοριογραφία.

Το ποντιακό αντάρτικο στη βόρεια Μικρά Ασία συγκροτεί μια συγκλονιστική σελίδα αντίστασης ενός λαού απέναντι σε μια σκληρή  απολυταρχική εξουσία και θυμίζει στους σύγχρονους μελετητές ότι η διαδικασία μετάβασης από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στην εποχή του εθνικού κράτους δεν ήταν ούτε αναίμακτη ούτε και ευθύγραμμη.

[Συνυπολογίζοντας την Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου που δημιουργήθηκε την επαναστατική περίοδο στη Ρωσία (1917-1918) και την αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στο Μαχνοβίτικο Κίνημα που αναπτύχθηκε στην περιοχή της Μαριούπολης στον ευξεινοποντιακό Βορρά, μας αποκαλύπτεται μια εκπληκτική –και ύστατη- ένοπλη εμφάνιση και δράση του παρευξείνιου ελληνισμού].

——————————

Το έγγραφο προέρχεται από το: Πολ. Ενεπεκίδης, «Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά έγγραφα από τη Βιέννη 1908-1918», Θεσσαλονίκη, εκδ. Εύξεινος Λέσχη, 1996. H τελευταία παράγραφος, που βρίσκεται μέσα στις αγκύλες, δεν δημοσιεύτηκε.

Advertisements

10 Σχόλια

  1. ΛΟΥΚΙΑ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΔΑΠΕΡΓΟΛΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ on

    ΠΟΛΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΦΑΝΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΔΕΝ ΘΑ ΒΓΟΥΝ-ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΦΡΑΣΗ »Ο ΕΘΝΕΓΕΡΤΗΣ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ»ΚΙ Ο,ΤΙ ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΠΩΣ ΕΛΕΓΕ…ΛΙΓΟΣΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΩΘΑΤΕ ΣΠΙΟΥΝΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ,ΠΟΛΛΟΙ ΕΤΣΙ ΦΕΡΟΝΤΑΙ,ΣΤΗΝ ‘ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΕΡΕΥΝΑ-ΤΟ ΔΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ,ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΟΜΑΣΤΕ ΩΣ ΗΔΗ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΠΟΙΟΥΜΕ ΜΕ…<>ΙΣΤΡΟ ΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΖΩΝΤΩΝ…ΝΕΚΡΟΙ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ…
    ΚΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ,ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΗΘΗΚΑΜΕ.

    ΕΡΩΤΗΜΑ:ΑΦΟΥ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΤΑ ΒΡΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΟΪΣΜΟ,ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΡΙΛΕΡ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ,…ΤΟΤΕ ΤΟ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟ ΜΟΝΤΕΛΟ <>-ΦΑΓΑΜΕ ΤΟΥΣ ΡΩΜΙΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΑΝ…ΘΑ ( …ΚΑΙ ΗΔΗ)ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΟΥΝ…ΥΠΟΘΕΤΙΚΑ…ΜΗΠΩΣ ΟΛΑ ΤΑΙΡΙΑΖΟΥΝ;

    ΕΡΩΤΗΜΑ -AN O ΕΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΑΛΛΑ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΕΠΑΙΞΕ ΟΛΑ ΓΙΑ ΟΛΑ,ΑΣ ΠΟΥΜΕ ,ΕΙΧΕ ΑΛΛΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ,ΚΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΟΡΓΙΑΖΑΝ…ΑΥΤΟΣ ΟΜΩΣ ΠΟΥ;ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΕΙ ΤΙ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ -ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ-ΘΑ ΕΙΧΑΜΕ ΑΝ ΑΡΧΙΖΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ…

    ΕΡΩΤΗΜΑ-ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΥΠΝΗ ΚΑΡΤΑ…ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ…Η ΚΡΙΣΗ ΕΔΩ ΞΕΣΠΑ ΑΛΛΑ Η <>-Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ-ΚΙ Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥ,ΚΑΤΕΣΤΡΕΦΕΙ ΚΑΘΕ ΡΕΑΛΙΣΜΟ…ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΗΘΙΚΑ…ΑΝ ΕΝΝΟΕΙΤΕ…

  2. ΛΟΥΚΙΑ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΔΑΠΕΡΓΟΛΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ on

    ΕΡΩΤΗΜΑ 2-ΑΝ Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ

  3. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=617492

    Τι να πεί κανείς…
    Να απαιτήουμε την ποινικοποίηση της άρνησης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και συνολικά όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
    Αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να πάψουμε να είμαστε πρόβατα.

  4. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    ΝΑ ΑΠΑΙΤΗΣΟΥΜΕ… στο παραπάνω

  5. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    Η πολυφωνία σε μια δημοκρατία, ποιά όρια έχει; Μπορεί ο καθένας, ο οποίος ταυτίζεται με την επίσημη θέση του κεμαλοφασιστικού τουρκικού κράτους, να προσβάλλει την ένδοξη ιστορία του αντάρτικου στον Πόντο; Στην Ελλάδα υπήρχε Επανάσταση το 1821, αλλά στον Πόντο όχι, ήταν ιμπεριαλιστικός πόλεμος, και οι Πόντιοι μειοψηφίες..
    Γιατί συμβαίνουν αυτά στην Ελλάδα; Γιατί οι Γραικύλοι και οι προδότες ελεύθερα προπαγανδίζουν απο κοινού με τους Τούρκους;
    Γιατι δεν υπάρχει ένα Ποντιακό κίνημα πολιτικό, οικονομικό, το οποιο να διεκδικεί και να απαιτεί τα αυτονόητα. Γιατί είμαστε πρόγατα.

  6. February 02, 2005
    Greek attempt to assassinate Ataturk in 1919
    Mavi Boncuk

    Greek attempt to assassinate Ataturk in 1919

    During the tumultuous years of Ottoman disintegration, Greek governments sent under cover agents to Anatolia to organise rebel groups in order to disrupt order and massacre local population. These gangs viciously murdered women, children, elderly indiscriminately in their own villages. Their attempt to assassinate Ataturk on his arrival to Samsun in 19 May 1919 is described by Greek author Hristos Samuelidis in his book «Black Sea»:

    «When Mustafa Kemal started preparing for the war of independence, Lieutenant Karaiskos, who was sent to Anatolia to organise Pontus youth to rebel against Turks, asked Greek authorities to send arms and munitions urgently to support their rebellion. Lieutenant Karaiskos, operating under the guise of Red Cross, received the generous load of arms and other supplies and stocked them.»
    » Meanwhile, the Axis countries including Ottoman Empire were defeated at the end of WW1 and Allies were preparing to carve up the Turkish homeland. Greeks had been ordered to take their share and start occupying Izmir. The news of Greek landing in Izmir had reached Samsun. Local Turks were waiting for the fatal blow while Greeks were jubilant. They were anticipating liberation within days. Local Greeks were waiting on the shores of the Black Sea looking for blue and white flags of the Greek Navy. But they were waiting in vain. Only one ugly steamship arrived at the port bringing a determined Turkish officer who would change history and organise a decisive end to Greek presence in Anatolia.»

    » This was the psychology of the local Greek population when Mustafa Kemal landed in Samsun on 19 May 1919. The voices of jubilation were echoing all around the town celebrating the arrival of famous Turkish leader. Local Greeks were busy with daily life, unaware of the implications of Kemal’s arrival.»
    » Stathios Dimitriadis, son of tobacco merchant Pantzou Dimitriadis, was busy with his father’s accounts when he heard the noises. He asked his father what the noises were. His father said «Looks like the Turks». As the noises increased, Stathios was compelled to go out and ask one of the locals what was happening. He was told that a Pasha called Mustafa Kemal was in town.»
    » Stathios returned to the shop, closed all windows and doors, went upstairs and started watching the proceedings. As a member of Samsun Greek Organisation, he contacted the leader of the organisation Captain Stilo Komidis the following night and told him when Mustafa Kemal was going to leave Samsun. Stilo immediately started to prepare an assassination attempt against the Turkish leader. On the third night, Stilo set up ambush on the road between Samsun and Kavak with the help of 20 hand-picked Greek youths. Stilo, Stathios and others started waiting for Mustafa Kemal’s carriage to arrive.»

    » Three hours after sunrise, a carriage protected by five horsemen appeared. Stathios tried to spot Mustafa Kemal among the passengers. When the carriage was 50 metres away, he said: «Here he is! the one at the back with the cap». The assassins sprayed the carriage with bullets killing all three in it. Captain Stilo, believing that the assassination was carried out successfully, ordered his men to disengage and run.»

    » The jubilation of Stathios and other Greeks lasted until the next morning. Captain Stilo isolated himself, avoiding contact with people for days, unable to comprehend how he could not kill Mustafa Kemal. The reason was Mustafa Kemal was not in the carriage. They had killed his double and Kemal was in another carriage two miles behind. »
    » Stathios returned home and found out about the repercussions of the unsuccessful assassination attempt. He had a very bad feeling about the whole incident. He was not wrong, the assassination attempt to eliminate the architect of Modern Turkey had failed and there were no barriers to stop the flow of events now»

    http://maviboncuk.blogspot.com/2005/02/greek-attempt-to-assassinate-ataturk.html

  7. Σάλος από ποντιακά τραγούδια στην τουρκική τηλεόραση

    31/05/2011

    Μία Τουρκάλα πιτσιρίκα 10 ετών, η Μπιούσρα Γκεντς, με ποντιακές ελληνικές ρίζες έχει προκαλέσει συναγερμό στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας με τις εμφανίσεις της στην τουρκική τηλεόραση, όπου τραγουδάει και χορεύει στους ήχους καθαρά ελληνικής ποντιακής μουσικής.

    Οι εμφανίσεις της μικρούλας Μπιούσρα προκαλούν κάθε φορά φρενίτιδα ενθουσιασμού στους Τούρκους τηλεθεατές, ανεβάζοντας σε δυσθεώρατα ύψη τις τηλεθεάσεις στους σταθμούς που εμφανίζεται, με τα ποντιακά της τραγούδια και τους χορούς της, συνοδεία ελληνικότατης ποντιακής λύρας.

    Ήδη υπάρχουν πληροφορίες στην ελληνική ΕΥΠ, ότι Τούρκος στρατηγός την περασμένη Πέμπτη σε συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Τουρκίας –το περίφημο MGK- ανακοίνωσε ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα για πιθανή αναβίωση του ποντιακού αντάρτικου λόγω της απήχησης που έχει η Πόντια πιτσιρίκα στην τουρκική τηλεόραση. Προχωρώντας τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, ο Τούρκος στρατηγός Οσμάν Μπαϊκούς είπε ότι πιθανά το 10χρονο κορίτσι να είναι η φανερή κορυφή μίας υπόγειας προσπάθειας αναβίωσης του ποντιακού αντάρτικου στην τουρκική επικράτεια και ότι αυτή η προσπάθεια πριμοδοτείται από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες.

    Φυσικά οι παριστάμενοι ανώτατοι στρατιωτικοί ηγέτες απέρριψαν κάθε περίπτωση ελληνικής ποντιακής προβοκάτσιας μέσα στην Τουρκία φρόντισαν όμως να στείλουν το μήνυμα σε Ερντογάν και Γκιουλ ότι «δεν πρέπει να είναι τόσο ανοιχτοί στην επίθεση φιλίας από την πλευρά της Ελλάδας».

    Όπως τόνιζαν στο newsbomb.gr εξέχοντες Τούρκοι δημοσιογράφοι, όσο θα φτάναμε στις τουρκικές εκλογές της 12ης Ιουνίου, η σύγκρουση των «πασάδων» της Άγκυρας, δηλαδή αυτής της κατηγορίας Τούρκων αξιωματούχων που ανήκουν στο λεγόμενο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας, με τους νεωτεριστές Ερντογάν και Γκιουλ, θα παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Το διακύβευμα θα είναι αν θα πρέπει η Άγκυρα να έχει μια βαθύτερη συνεννόηση με την Αθήνα ή αν θα πρέπει να μπούμε σε μια νέα ψυχροπολεμική περίοδο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
    ΄

    http://www.newsbomb.gr/ethnika/story/55612/salos-apo-pontiaka-tragoydia-sthn-toyrkikh-thleorash

  8. Ο ΠΟΝΤΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

    Πόντιος Κολοκοτρώνης χαρακτηρίζεται και ο 25χρονος Κοτζά Αναστάς (Αναστάσιος Παπαδόπουλος), ο οποίος κατόρθωσε ύστερα από σκληρές μάχες 95 ημερών το φθινόπωρο του 1921 να εξοντώσει 700 Τούρκους στρατιώτες, αποκρούοντας τις λυσσασμένες επιθέσεις του Τούρκου στρατηγού Λιβά πασά, που ήταν επικεφαλής μιας μεραρχίας τακτικού στρατού, σε μέτωπο εκτάσεως 28 χιλιομέτρων επάνω στο βουνό Top Tsam, με απώλειες 18 μόνο αντάρτες νεκρούς.

    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Πόντιοι αντάρτες στα βουνά της Κρώμνης.

    Προς τα τέλη του 1921 και αρχές του 1922 (22-2-22) το χωριό Δαζλή θα γίνει επίκεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του τακτικού τουρκικού στρατού, υπό την αρχηγία του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, με 16.000 άνδρες, ορκίστηκε να εξαφανίσει τους αντάρτες. Έπειτα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις, που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, οι Τούρκοι υποχώρησαν προς την Ερπαά, αφού στο πεδίο της μάχης έπεσε νεκρός και ο ίδιος ο στρατηγός Τζεμάλ Τσεβήτ, με αποτέλεσμα να σταλεί από τον Μουσταφά Κεμάλ και πάλι ο ίδιος ο Λιβά πασάς εναντίον των ανταρτών. Όμως παρά τις συντονισμένες προσπάθειες του Λιβά πασά να περικυκλώσει τους αντάρτες, δεν τα κατάφερε, διότι οι αντάρτες, με συνδυασμένες ενέδρες, υπό την αρχηγία του Κοτζά Αναστάς και του Ιστύλ αγά, όχι μόνο ξέφευγαν, αλλά και αποδεκάτιζαν τις δυνάμεις του.

    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Τοπάλ Οσμάν ο σφαγέας των ποντίων, χασάπης αμάχων.

    Αφηγήσεις των πολεμιστών Σάββα Ασλανίδη καί Παύλου Τσαουσίδη:
    «Ο Λιβά πασάς επέδραμε και πάλιν εναντίον του μετώπου του Τσοπού Δερεσί. Περί τους 500 πολεμισταί μας έσπευσαν εις βοήθειαν υπό τους αρχηγούς Γιώργον Τσακίρην και Δελή Σωκράτην, επίσης έφθασαν οι καπετανέοι Αναστάσης Καριπίδης, Μαυροκώστας και Ευστάθιος. Η μάχη ήτο φοβερά. Εκ τεσσάρων σημείων επετίθεντο οι Τούρκοι. Ο Λιβά πασάς επωφεληθείς μιας φιλονεικίας μεταξύ των αρχηγών Τσακίρη και Δελή Σωκράτη, οι οποίοι εγκατέλειψαν την μάχην, ηχμαλώτισε πολλούς εκ των ημετέρων, τους οποίους έσφαξε ανηλεώς. Πλείστα γυναικόπαιδα έπεσαν εις χείρας του αιμοβόρου Τούρκου στρατηγού, εκ των οποίων τας μεν παρθένους και τας γυναίκας ητίμασαν αι ορδαί του και εξώρισαν κατόπιν εις Χαρπούτ, φονεύοντες καθ’ οδόν τας αποκαμούσας, τους δε άνδρας κατεκρεούργησαν αγρίως. Τους λοιπούς κατωρθώσαμεν να διασώσωμεν την νύκτα διελθόντες τη βοηθεία και άλλων ανταρτών του Μπογαλίκ, τον ποταμόν Ίριν. Πολλοί όμως κατά την διάβασιν του ποταμού επνίγησαν. Οι ημίσεις εξ αυτών φοβηθέντες το ρεύμα του ποταμού, το οποίον ήτο τότε ορμητικόν, εστράφησαν προς το όρος Ακ Νταγ όπου, ένεκα του δριμυτάτου χειμώνος, υπέφεραν τα πάνδεινα. Συλληφθέντες μετά τινας ημέρας υπό των Κεμαλικών ορδών κατεσφάγησαν αγρίως

    Ο στρατηγός Τζαβήτ πασάς άγων ολόκληρον σύνταγμα, προέβη εις τακτικήν πολιορκίαν του Δαζλή. Με το στρατό του, συνέπραττον όλοι οι άτακτοι Τούρκοι των περιφερειών Έρπαα, Αμασείας, Τοκάτης και Νεοκαισαρείας. Κιρκάσιοι φίλοι μας, που μας ειδοποίησαν περί της αφίξεως του φιρκά κουμανταντί, ανέβαζαν την δύναμίν του εις 10.000 άνδρες, στρατού και ατάκτων. Ο αρχηγός μας καπετάν Γιώργης Μεγαλομύστακας εζήτησε την βοήθεια του διασήμου οπλαρχηγού Αναστάση Παπαδοπούλου.

    Οι Τούρκοι προτού επιχειρήσουν επίθεσιν ωχυρώθησαν δια διπλής και τριπλής σειράς προχωμάτων, καθ’ όλους τους κανόνας του πολέμου. Κατά μικρά διαστήματα είχαν κατασκάψει το έδαφος, ωσάν να ευρίσκοντο απέναντι πολυπληθούς στρατού εις το Δυτικόν

    Πόντιοι αντάρτες

    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Όπλα σ όλες τις ηλικίες για την προστασία από τα βάρβαρες ορδές των τούρκων.

    μέτωπον του ευρωπαϊκού πολέμου. Η έφοδος του όγκου τούτου ήτο εκτάκτως μεγαλοπρεπής. Οι σημαιοφόροι εις εκάστην πρόοδον του στρατού έμπηγον τας σημαίας των εις την γην με θάρρος και μεθοδικότητα.

    Ημείς προ του μεγάλου κινδύνου επολεμούσαμε ως άξιοι γόνοι των Ελλήνων. Σπιθαμήν προς σπιθαμήν εδιεκδικούσαμε το έδαφος ενώ εν τω μεταξύ είχαμε στείλει εις ασφαλή κρησφύγετα τα γυναικόπαιδα. Οι Τούρκοι δια συνεχούς καταιγιστικού πυρός κατά των οχυρών μας ημπόδιζαν πάσαν απόπειραν αντεπιθέσεως κατά των γραμμών των. Μέχρι το εσπέρας τα βουνά εδονούντο εκ των ομοβροντιών των διαφόρων πυροβόλων.

    Προσήλθεν ο ιερεύς μας και ετελέσαμεν μετά κατανύξεως παράκλησιν εν μέσω κλαυθμών και οδυρμών και υπό την πένθιμον κατήφειαν των πολεμιστών. Ο ιερεύς μας έφθασεν εις το ύψος του αοιδίμου ηγουμένου του Αρκαδίου Γαβριήλ, όταν μας ενεθάρρυνε και μας ενεψύχωνε, αναφέρων και τους ηρωισμούς των Σουλιωτών. Ήδη ησπάσθημεν όλοι την δεξιάν του, καθ’ ην στιγμήν με πλήρη πεποίθησιν μας εβεβαίωνε ότι αφεύκτως θα νικήσωμε τους βαρβάρους και θα σώσωμε την ιεράν παρακαταθήκην, που είχαμε εις τας χείρας μας. Συγχρόνως ο γενναίος μας αρχηγός εβροντοφώνησε το του Αρχαίου Λεωνίδα: Ή ταν ή επί τας!…

    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Πόντιος αντάρτης.

    Μόλις πήρε το μήνυμα ο αρχηγός μας, έστειλε παρευθύς αγγελιαφόρους σε όλες τις ομάδες και μέσα σε λίγες ώρες έγινε η συγκέντρωση περίπου 200 οπλιτών και άλλων τόσων αόπλων, που πάντα τους έπαιρνε μαζί για βοηθητικούς και για να δείχνουν όγκο. Επικεφαλής της δύναμης μπήκε και πάλιν ο ίδιος ο Κοτσαά Αναστάς, όπως και οι υπαρχηγοί Θεόφιλος Χατζηπουλίδης, Μιχαήλ Κιουρτσόγλου, Μελέτιος Παϊραχταρίδης, Αναστάσης Μεγαλομμάτης κι εγώ ο Παύλος Τσαουσίδης. Σουρούπωμα ξεκινήσαμε και περπατώντας όλη τη νύχτα φτάσαμε τα χαράματα στο Ταζλί Τερεσί, πιάσαμε θέσεις σ’ ένα μέρος του βουνού και ειδοποιήσαμε τον καπετάν Γιώργη αγά για την άφιξή μας.

    Στο μεταξύ ο πληθυσμός που είχε εγκαταλείψει τα καλύβια, έμενε κρυμμένος μέσα στα σπήλαια του βουνού, που βρισκόντουσαν, σε απόκρημνα μέρη, πολύ ψηλά, όπου δεν μπορούσε εύκολα να φτάση κανείς παρά μόνο στις στιγμές εκείνες που ο άνθρωπος αποκτά υπεράνθρωπες δυνάμεις, για να σώση τη ζωή του. Όπως αργότερα διαπιστώσαμε ο στρατός κατάφερε να μπει μέσα στα καλύβια, μετά απ’ τη φυγή του πληθυσμού, τα ρήμαξε και κατάστρεψε ό,τι βρήκε, τρόφιμα, ρουχισμό κλπ. Πολύ γρήγορα, όμως, το πλήρωσε ακριβά, εφ’ όσον αποτόλμησε να σκαρφαλώση στα επικίνδυνα εκείνα σημεία.

    Με τα πρώτα πυρά και την σύγχρονη εξόρμησή μας, οι Τούρκοι εμπροσθοφύλακες παρατήσανε τα πόστα τους και φεύγοντας έτρεχαν πανικόβλητοι να ενωθούν με τον κύριο όγκο του στρατού. Ακολούθησε δεύτερη επίθεση από τις άλλες ομάδες, κι αντιλάλησαν τα βουνά απ’ τα τουφέκια μας. Οι στρατιώτες απαντούσαν στην αρχή με πολύ πυκνά πυρά επίσης, αλλά όταν είδαν ότι βάλλονται όχι από μια αλλά από τρεις πλευρές, και μη ξέροντας ποιες ήσαν οι δυνάμεις μας, άρχισαν να υποχωρούν από φόβο μήπως κυκλωθούν και μάλιστα σε μέρη τόσο επικίνδυνα όπου ήταν αδύνατο ν’ αναπτυχθούν. Το ένα μετά το άλλο άφηναν τα χαρακώματά τους μπροστά στις ορμητικές επιθέσεις των δικών μας, ως που ο Γιώργη αγάς εξορμώντας με χειροβομβίδες έβγαλε και τους τελευταίους της περιοχής του από το χαράκωμα, το Τσην Τουζ λά λεγόμενον.

    Οι απώλειες του εχθρού ήσαν μεγάλες σ’ αυτή την τριπλή επίθεσή μας, αλλά την μεγαλύτερη συμφορά την έπαθαν οι Τούρκοι στρατιώτες κυρίως στην περιοχή των καλυβιών, όπου τ’ απόκρημνα μέρη στάθηκαν ο χαμος πολλών. Γιατί ενώ οι δικοί μας ήσαν εξοικειωμένοι με το έδαφος και μάθαν να το περπατούν σαν τα ζαρκάδια, εκείνοι, ξένοι εντελώς σε τέτοιες απόκρημνες περιοχές, τάχαν χαμένα και δεν ξέραν από που να φυλαχτούν, από τα βόλια μας ή απ’ το κατρακύλισμα. Και η αλήθεια είναι ότι περισσότεροι σκοτωνόντουσαν κατρακυλώντας μέσα σε χαράδρες και γκρεμούς, παρά απ’ τα τουφέκια μας, που ωστόσο κι αυτά κάναν τη δουλειά τους.

    Καθώς αργά τ’ απόγεμα είχε αρχίσει η μάχη δεν κράτησε πολλή ώρα, γρήγορα ήλθε η νύχτα κι επωφελούμενοι οι Τούρκοι έφυγαν, κι έτσι ο γενναίος πασάς που ήλθε «να κόψη τη ρίζα των γκιαούρηδων απ’ τα τούρκικα βουνά» έπαυσε να καυχιέται. Οι απώλειες των Τούρκων στην μάχη εκείνη ήσαν περίπου 100 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Εμείς μείναμε στις θέσεις μας εκείνη τη νύχτα και το πρωί σπεύσαμε προς τα σπήλαια όπου ο άμαχος πληθυσμός μας κινδύνευε να πάθη ασφυξία. Κατάχλωμοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά, βγήκαν απ’ τους κρυψώνες τους κι απ’ την χαρά τους κλαίγαν, μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν, γιατί και τούτη τη φορά τους είχαμε γλυτώσει από βέβαιο θάνατο.»

    http://pluton22.blogspot.gr/2013/06/blog-post_19.html

  9. ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΤΖΟΛΟΒΕΚ)

    Πριν από λίγα χρόνια ο Ιωαννίδης Γεώργιος, γιός του Αναστάς Ιωαννίδη από το χωριό Παράδεισος Καβάλας, ήρθε στο ιατρείο κρατώντας στα χέρια του ένα τετράδιο.

    «Είναι οι αναμνήσεις του πατέρα μου γιατρέ», μου είπε βαθειά συγκινημένος και επειδή ξέρω πως γράφεις βιβλία θεώρησα πως μόνο εσύ θα μπορούσες να το αξιοποιήσεις και να τιμήσεις όπως θα έπρεπε τον πατέρα μας. Συνέχισε να λέει πως «ήρθαν πολλοί γι’ αυτό το βιβλίο, άλλοι θέλησαν να πληρώσουν τον γέρο( έτσι τον χαρακτήριζε ο ίδιος), ήρθαν στρατιωτικοί, πολίτες διάφοροι, το διάβασαν αλλά ποτέ δεν είδαμε κάτι γραμμένο σε ένα περιοδικό σε μία εφημερίδα ή σε ένα βιβλίο».

    Το πήρα στα χέρια μου συγκινημένος όχι για τα καλά του λόγια, αλλά επειδή για πρώτη φορά στα χέρια μου είχα μία προσωπική μαρτυρία καταγραμμένη από τον ίδιο για το αντάρτικο του Πόντου. Αν και δεν είμαι Πόντιος στην καταγωγή, ασχολούμαι περισσότερο με την συγγραφή βιβλίων για τη Θράκη λόγω καταγωγής, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο μου από το Γιώργη Ιωαννίδη, με ανάγκασε να δεχτώ και κατ’ επέκταση να ασχοληθώ με τις καταγραμμένες αναμνήσεις του Αναστάς ή Τζολοβέκ. Στο πρώτο ξεφύλλισμα του τετραδίου, που έγινε αυθημερόν έμεινα εμβρόντητος από την καθαρή γραφή του. Όπως με πληροφόρησε ο Γιώργης ήξερε να γράφει ελληνικά, τουρκικά και οθωμανικά. Σπάνιο για την εποχή του. Αυτό το διαπίστωσα αμέσως ανατρέχοντας στις σελίδες του τετραδίου όπου και διαπίστωσα πως στις σελίδες 90, 98,99,127, είχε κείμενα στην οθωμανική γραφή, αμέσως από κάτω στην τουρκική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες και πιο κάτω εξηγούσε στα ελληνικά τα κείμενα αυτά.

    Ποιος είναι όμως ο Αναστάς Ιωαννίδης ή Τζολοβέκ. Γεννήθηκε στα 1896 στο μαχαλέ Κιρπιγικλάρ της κοινότητας Κουρού Κοκτζέ- (Kurugökçe) της περιφέρειας Σαμψούντας. Το χωριό βρίσκετε λίγα χλμ από τον παραλιακό δρόμο Σαμψούντας (Samsun)-Μπάφρας(Bafra). Ορεινό χωριό σκαρφαλωμένο σε μία πλαγιά του βουνού Κεμπζέν νταγ της οροσειράς Canik Daĝları.

    Από μικρός δούλευε μαζί με τα αδέλφια του στις δουλειές της οικογένειας, το μυαλό του όμως ήταν συνεχώς στο σχολείο και στο διάβασμα. Όταν ήταν στην Δ’ τάξη του σχολείου, ήρθε στο χωριό τους εκπρόσωπος από την μητρόπολη Σαμψούντας, που καλούσε τα παιδιά αν θέλουν να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους στα σχολεία της πόλης. Άρα το σχολείο του χωριού ήταν ένα κοινό Γραμματοδιδασκαλείο. Αυτός πήρε την απόφαση να πάει στην πόλη και μία νύχτα έφυγε κρυφά από το σπίτι του. Από μικρός έδειχνε πως ήταν ανήσυχο πνεύμα. Όταν οι αδελφοί του μετά από λίγες μέρες τον βρήκανε έξω από το σχολείο της πόλης και του ζήτησαν να επιστέψει στο χωριό και στα ζώα της οικογένειας αυτός τους αντέταξε πως θα επιστρέψει μόνο αν τον αφήσουν να παρακολουθεί τα μαθήματα έστω του τουρκικού σχολείου. Τα αδέλφια του δέχτηκαν σκεπτόμενοι μάλλον πως γρήγορα θα εγκατέλειπε το σχολείο. Όμως έγινε ακριβώς το αντίθετο, όχι μόνο ολοκλήρωσε τις σπουδές του, αλλά παράλληλα έμαθε και τα ελληνικά αυτοδίδακτος.

    Τα επόμενα χρόνια τόσο στο αντάρτικο όσο και στις επαφές του με τούρκους αξιωματούχους ήταν αυτός που γνωρίζοντας πολύ καλά τόσο την οθωμανική γραφή όσο και τα τουρκικά λαϊκά και λόγια ήταν ο αποκλειστικός συζητητής και διαπραγματευτής όταν χρειάζονταν να μεσολαβήσει μεταξύ των τουρκικών και ανταρτικών δυνάμεων. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σπουδές όπως αυτός ήθελε διότι τον Αύγουστο του 1914 κηρύχτηκε ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος ή γνωστός ως ευρωπαικός. Η οθωμανική κυβέρνηση τάχθηκε στο πλευρό των γερμανικών δυνάμεων. Με εντολή τους καλεί γενική επιστράτευση όλων των υπηκόων της, ανάμεσα τους παρουσιάζετε ο 18χρονος τότε Αναστάς Ιωαννίδης, στρατιωτικής κλάσης 1312. Μαζί με τον παιδικό του φίλο τον Λευτέρ του Κουπλάρ παρουσιάζονται στο Σουπέ ( ), όπου και γράφτηκαν στις καταστάσεις στρατευσίμων. Μέσα στο Σουπε γνώρισε την πρώτη προσβολή από τούρκο αξιωματούχο. Δεν άντεξε αντέδρασε, τυχερός όμως διότι εκείνη την ώρα παρουσιάστηκε ένας Τούρκος ο οποίος ήταν φυγόδικος 9 φορές κατά σειρά σε κλήσεις στρατευσίμων. Τον ίδιο και τον φίλο του τους έστειλαν συνοδεία χωροφυλάκων στο Τζιμπίζ-χαν, όπου και έμειναν μέχρι αργά το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ψάχνοντας να βρουν τρόπο να φύγουν βρήκαν μία τρύπα και έφυγαν, τους ακολούθησε και ένας Μπάφραλης ο Κύριλλος. Σε δύο μέρες έφτασαν στο Καπατούζ, στο δρόμο όμως ο φίλο του αρρώστησε και αναγκάστηκε να τον πάει στο σπίτι του. Από τους φευγάτους ήταν και ένας γείτονας του ο Στυλιανός Γεωργιάδης. Μαζί του και με ένα δίκανο στο χέρι βγήκαν στα βουνά. Τρείς μήνες γύριζαν από βουνό σε βουνό. Αυτό το διάστημα χωροφύλακες πήγαν στο χωριό και έβγαλαν ανακοίνωση να επιστρέψουν οι φευγάτοι να μην φοβούνται πως θα υπηρετήσουν αλλά θα πάνε στο Ερζερούμ να κάνουν τις δουλειές των στρατιωτών που άφησαν πίσω τους ως ζευγαράδες.

    Η κοινότητα παρέδωσε 96 ονόματα φυγόστρατων, τους οδήγησαν στην παραλία, όπου τους αλυσόδεσαν ανά δύο. Ο διοικητής χωροφυλακής ξέχασε την υπόσχεση του και με μία αναφορά του προ τους ανωτέρους του έγραψε πως όλοι τους πιάστηκαν στα βουνά μετά από πόλεμο και έτσι οδηγήθηκαν ξανά στο Σουπέ, όπου έμειναν 25 μέρες, χωρίς ύπνο. Μία μέρα την βδομάδα τους επέτρεπαν να κοιμηθούν, τις υπόλοιπες όλοι τους θα υποστούν βασανιστήρια κυρίως ξυλοδαρμό. Μία μέρα βρέθηκε μία λίμα στο θάλαμο τους. Την βρήκε ένας Τούρκος και την παρέδωσε στον αξιωματικό. Αυτός πήγε αμέσως στο θάλαμο των κρατουμένων και ζήτησε να μάθει ποιος τους έφερε την λίμα απέξω. Όλοι μαζί με ότι δύναμη του είχε μείνει από τον καθημερινό ξυλοδαρμό φώναζαν πως δεν ήξεραν τίποτα για την λίμα. Τότε κάλεσε την πρώτη εξάδα κρατουμένων να τους φέρουν στο δωμάτιο υπηρεσίας του αξιωματικού. Παρά τις παραινέσεις τους απειλούσε πως θα τους σκοτώσει όλους αν δεν του έδιναν ένα όνομα. Όλοι μαζί του απάντησαν: «κύριε λοχαγέ πιόνα να κάνουμε ιφτιρά (συκοφαντία), ποιανού στο αίμα να στρίψωμεν ψωμί με τα ψέματα».

    Ο λοχαγός θύμωσε πολύ και τότε πετάχτηκε ο Αναστάς και με παρρησία του λέει: «βλέπομεν ότι θα μας σκοτώσετε, αλλά δεν υπάρχει νόμος της κυβέρνησης που να λέει πως πάνω από 24 ώρες ούτε ζώο απαγορεύετε να μείνει και εμείς 20 μέρες είμαστε δεμένοι». Γύρισε προς τους συντρόφους του και τους κάλεσε να ξαπλώσουν μπροστά στον αξιωματικό και «αν είναι να τους σκοτώσει ας τους σκοτώσει». Ήταν η πρώτη αντίσταση έστω και με αυτή τη μορφή του Αναστάς απέναντι στην βία της οθωμανικής εξουσίας. Επέστρεψαν στο θάλαμο τους και σε 5 μέρες τους ανακοίνωσαν πως θα τους έστελναν στο Σιβάζ. Τους έβγαλαν στο προαύλιο της φυλακής και τους ανάγκασαν να γονατίσουν.

    Όσο ήταν γονατιστοί είδε με την άκρη του ματιού του την γυναίκα του να τον πλησιάζει κρατώντας στο χέρι της ένα πιάτο γιαούρτι, και σε μία πετσέτα πίτα τυλιγμένη. Τα άφησε μπροστά του και τραβήχτηκε πίσω. Κατάφερε με το αριστερό του χέρι τα τράβηξε κοντά του μια και το δεξί του ήταν δεμένο στο αριστερό του Κουρουγιωργινήν Αναστάς. Αυτό το φαγητό ήταν το τελευταίο που θα έβλεπε από τα χέρια της γυναίκας του, που λίγο πιο πέρα έκλαιγε ασταμάτητα. Δεν πρόλαβε να βάλει το κουτάλι στο στόμα του και να γευτεί το γιαούρτι και την πίτα, όταν τον πλησίασε γρήγορα ένας χωροφύλακας βρίζοντας αυτό και την γυναίκα του. Ο Αναστάς δεν άντεξε, το αίμα του έβραζε από θυμό και με μία κίνηση πέταξε το πιάτο τα μούτρα του χωροφύλακα. Γέμισε το πρόσωπο του αίματα. Είδαν την φασαρία οι άλλοι χωροφύλακες τρέξανε κοντά τους και ήταν έτοιμοι να τον ξυλοφορτώσουν αλλά στάθηκε τυχερός διότι αντιλήφθηκε το γεγονός ένας αξιωματικός και τους ζήτησε να μάθει τι συνέβη.

    Μόλις έμαθε τα ακριβή γεγονότα, θύμωσε πολύ τον χτύπησε άσχημα και μετά διέταξε τους χωροφύλακες να τον πάνε στο νοσοκομείο. Δεύτερη μέρα του Πάσχα του 1915, δόθηκε διαταγή να ετοιμαστούν για νέα πορεία και πως θα τους οδηγούσαν στο Τζιμπίζ χαν. Πλάγιασαν δίχως φαγητό και νερό και την άλλη μέρα τους οδήγησαν στη Κάβζα (Havza). Όλους μαζί τους έβαλαν σε ένα δωμάτιο όπου με δυσκολία μπορούσαν να κουνηθούν, που λόγος να κοιμηθούν.

    Από την Κάβζα τους οδήγησαν στην Αμάσεια συνοδεία ιππέων χωροφυλάκων. Κάθε μέρα άλλαζαν τους χωροφύλακες. Πέρασαν τον ποταμό Θερς αχάν και το βράδυ έφτασαν στο Καρακολ και από εκεί στο Αλεβού τους οδήγησαν στο χάνι. Εκεί του παρέλαβε ένας ενωμοτάρχης Κούρτ(ασάρ Κιουρτιού). Είχε στα χέρια του ένα χοντρό ξύλο και τους υποχρέωνε να περάσουν ένας- ένας να περάσουμε από μπροστά του. Όλους τους χτυπούσε δυνατά ο Αναστάς δεν κατάλαβε πόνο διότι ήταν ήδη άρρωστος. Όπως ήταν ζαλισμένος από τον πόνο ξάπλωσε δίπλα σε μία κριθαρόκασα, ακούγοντας τον άγριο Κούρτ να βλαστημά συνεχώς και να απειλεί πως θα τους σκοτώσει αμέσως όλους αν τον επέτρεπαν οι ανώτεροι του. Γύρισε με ορμή και χτύπησε τον Αναστάς στο κεφάλι. Έπεσε κάτω σαν πεθαμένος, φοβήθηκε πολύ ο Κιούρτ, φώναξε τους χωροφύλακες να τον συνεφέρουν. Το πρωί αλλάχτηκαν 7 έφιπποι χωροφύλακες και πήραν το δρόμο για την Αμάσεια. Τους οδήγησαν στην φυλακή που βρίσκονταν στην άκρη του ποταμού όπου και συνάντησε ένα φίλο του τον Γιουβάν Τσαβούζ Χίντιζογλου, δεμένο με μία χοντρή αλυσίδα 18 οκάδων από το λαιμό και από τα πόδια. Τους πλησίασε τρικλίζοντας για να τους εμψυχώσει: «παιδιά μην στεναχωριέστε οι άνδρες πάνε φυλακή και δεν είναι σαν τους Τούρκους που παίρνουν τις γυναίκες και τι πάνε στα βουνά», ταυτόχρονα έβριζε παθιασμένα τους Τούρκους που δεν τον πλησίαζαν από φόβο. Όπως ήταν μαζεμένοι ήρθε ένας λοχίας τους ρώτησε αν κάποιος ήταν άρρωστος. Βγήκε μπροστά ο Αναστάς είπε πως ήταν άρρωστος. Ο λοχίας έφερε ένα σφυρί γα να σπάσει την αλυσίδα και ταυτόχρονα έβριζε και βλαστημούσε. Μόλις έφυγε φώναξε ένα Τούρκο του έδωσε 5 γρόσια για να του φέρει 1 οκά γιαούρτι και μία οκά ψωμί. Πράγματι σε λίγο επέστρεψε με ότι του ζήτησε και του επέστρεψε τα ρέστα. Παραξενεύτηκε ο Αναστάς για την καλοσύνη του, αλλά του τα έδωσε σαν μπαχτσίς. Ο Τούρκος πετούσε από τη χαρά του διότι το μεροκάματο στην Αμάσεια ήταν 2 ½ γρόσια και ο γκιαούρης του έδινε 4 γρόσια τόσα πολλά χρήματα για αυτόν. Στο νοσοκομείο μπήκε σε ένα θάλαμο όπου για καλή του τύχη τον επισκέφτηκε ένας γνωστός του γιατρός ο Νισάν εφέντης, γνωστός και οικογενειακός φίλος. Αφού εξέτασε τον Αναστάς τον μετέφερε σε άλλο νοσοκομείο, σε ένα αρμένικο σπίτι διώροφο. Όπως έμαθε αργότερα είχαν σκοτώσει τους ιδιοκτήτες, το σπίτι μετατράπηκε σε νοσοκομείο. Εκεί παρέμεινε 6 μέρες, μέχρι που τον εξέτασε και ένας ανώτερος στρατιωτικός γιατρός, που για καλή τύχη του Αναστάς ήταν φίλος του Νισάν εφέντη. Την έκτη μέρα ο γιατρό του έδωσε άδεια να πάει στους γονείς του, μάλλον επειδή ο μεγάλος αδελφός του ήταν στον πόλεμο στο Σιβάζ, όπως και λίγο αργότερα έστειλαν και τον μικρό αδελφό του.

    24 Απριλίου 1915 ξεκινούσε η άδεια του Αναστάς για 45 μέρες. Φεύγοντας από τη φυλακή, με άμαξα ενός Έλληνα ταξιδέψαν για Σαμψούντα. Ο Αναστάς έμεινε στην Σαμψούντα για να δει τον γαμπρό του το Γιάνκο Αμπατζή, πλήρωσε μία χρυσή λίρα τον αγωγιάτη που ήταν Μπάφραλης και λέγονταν Κιουρτζή Χιλμιτζεγης. Μία βραδιά έμεινε στον γαμπρό του και την άλλη μέρα πήρε το δρόμο για το χωριό του. Μόλις πέρασε από το καφενείο του Κουρού παλίτ βλέπει από μακριά από την παραλία να έρχεται μία γυναίκα με το άλογο της. Όταν συναντήθηκαν οι δύο άμαξες είδε πως η γυναίκα αυτή ήταν η σύζυγος του. Κατέβηκε από την άμαξα και αφού αγκαλιαστήκαν ξεκίνησαν για το Ντερέκιοϊ. Όταν έφτασαν στο χωριό η θεία του η Κερεκεία Σαλμανκιζή με τα γιατροσόφια της τον έκανε καλά. Ένα μήνα έμεινε στο σπίτι κατάκοιτος. Μετά με τον φίλο και σύντροφο του Στυλιανό Γεωργιάδη ανταμώθηκαν κρυφά και αποφάσισαν να φύγουν στα βουνά. Γύριζαν μήνες μαζί με άλλους κλέφτες που αντάμωσαν πάνω στα βουνά.

    Ο Λευτέρ Σαβρόγλου και ο Αντώνης από την παρέα μου αποφάσισαν να φύγουν για την Τραπεζούντα, που βρίσκονταν στα χέρια των Ρώσων. Μετά από λίγες μέρες ο Βασίλ-Ουστά και ο Αντώνης πήρανε πολεμοφόδια από ένα Ρωσικό θωρηκτό και τα έκρυψαν σε ένα δάσος κοντά στο Κουμτζουάζ. Αφού τα έκρυψαν καλά πήγαν στο χωριό Κερτμέ, έμειναν μία βραδυά και την άλλη μέρα έζεψαν ζώα πήγαν στο δάσος για να πάρουν τα πολεμοφόδια. Όταν επέστρεφαν στο Κερτμέ τους αντιλήφθηκε ο τουρκικός στρατός και ξεκίνησε πόλεμος μεταξύ τους. Τελικά κατάφεραν να σώσουν τα πολεμοφόδια, τα πήγαν στο χωριό Κατατούζ, όπου μαζεύτηκαν όλοι οι αντάρτες της περιοχής και τα μοιράστηκαν. Τρείς ώρες πολεμούσαν ο Βασίλ Ουστάς και ο Αντώνης τους Τούρκους. Δύο αξιωματικοί με πολλούς στρατιώτες κατάφεραν να τους περικυκλώσουν και ήταν έτοιμοι να τους σκοτώσουν όταν η γυναίκα του Βασίλ Ουστά που ήταν έξω από το σπίτι της, μόλις είδε πως θα χάσει τον άνδρα της, πήρε ένα όπλο και σκότωσε τους δύο αξιωματικούς. Μαζί με τον άνδρα της έφυγαν για να συναντήσουν τους υπόλοιπους αντάρτες στα βουνά. Οι Τούρκοι επειδή δεν μπορούσαν να βρουν τους αντάρτες άρχισαν να μαζεύουν από τα χωριά Καρακόζ, Πιτλί Κελίκ, Γιαρίμτζα, Σεπετλί, Κουρου Κογκτζέ, Ζιρθίς Ουσαλί. Σιμιονλάρ, Καρεστζελέρ τους ανθρώπους, έκαψαν τα σπίτια τους και τους οδήγησαν στην εξορία.

    Οι αντάρτικες δυνάμεις στην περιοχή ενισχύονταν πλέον από όλο και περισσότερους άνδρες που ήθελαν με αυτό τον τρόπο να αντισταθούν στις θηριωδίες των Τούρκων. Σχεδόν καθημερινά οι αντάρτες πραγματοποιούσαν επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα περισσότερο για εκφοβισμό των ανδρών της χωροφυλακής.

    Ένα από αυτά τα επεισόδια που τα περιγράφει με γλαφυρό τρόπο είναι αυτό της ληστείας μίας ταχυδρομικής άμαξας, που συνοδεύονταν από δύο χωροφύλακες. Χωρίς να πειράξουν τον αμαξά, σκότωσαν τους δύο χωροφύλακες πήραν τα όπλα του και τις δύο ταχυδρομικές σακούλες και έφυγαν για το Κουρουκογκτζέ. Όταν άνοιξαν τους σάκους δεν ήξεραν τι είχαν μπροστά τους. Δεν γνώριζαν πως αυτά τα χαρτιά ήταν τα καινούργια χρήματα που είχε βγάλει η τουρκική κυβέρνηση και τα πυροβολούσαν για να περάσει η ώρα του. Σκέφτηκαν να κατέβουν στο χωριό τους και έξω από κάθε πόρτα κολλούσαν και από ένα χαρτί. Ο πρόεδρος του χωριού, Αντώνογλου Σάββας έλειπε στην Σαμψούντα, όπου άκουσε πως αντάρτες πήραν τα χρήματα του ταχυδρομείου. Κατάλαβε αμέσως πως ήταν αντάρτες από το χωριό, επέστρεψε αμέσως πίσω για να προλάβει το κακό από τους εξαγριωμένους Τούρκους χωροφύλακες. Πριν προλάβουν να μπουν οι χωροφύλακες στο χωριό έβαλε την γυναίκα του και μάζεψε όλα τα χαρτονομίσματα που ήταν κολλημένα στις πόρτες των σπιτιών. Όταν μπήκε στο χωριό με μία μεγάλη ομάδα χωροφυλάκων ο εκατόνταρχος Κόρογλου Νουρί πήγαν απευθείας στο σπίτι του προέδρου.

    Οι αντάρτες που λήστεψαν την ταχυδρομική άμαξα ήταν όλοι από το χωριό, ο Ντελί Αντών Κιβράχ, ο Λευτέρ Κουλπάρ, ο Λευτέρ αταλί Κιράνο, ο Πανίκας και ο αδελφός του Θόδωρης και ο Ελμαλικιολού Θωδόρ. Ο πρόεδρος δεν τους πρόδωσε, οι χωροφύλακες έμειναν για 4 μέρες στην περιοχή του χωριού ψάχνοντας τους αντάρτες έφυγαν όμως άπραγοι στο Βαρελτζιλέρ. Αυτό το γεγονός μαζί με άλλα έγιναν μέσα στο 1916.

    Στις 5 Ιανουαρίου 1917 ο τουρκικό στρατός περικύκλωσε τους αντάρτες στο Κελεμέρταγί. Την προηγούμενη βραδυά ο Σαγίρογλου Γεώργιος πήγε νύχτα σε χωριά τουρκικά και έφερε μαζί του 8 ζώα. Τότε ο Αναστάς Ιωαννίδης, ο Στυλιανός Γεωργιάδης και ο Στέφανος Σεμερτζίδης αποφάσισαν να πάνε στο Χατζή Γιουσούφ ντερεσί,όπου βρίσκονταν η ανταρτική ομάδα του Δημοσθένη Παπαδόπουλου με 15 άνδρες και γυναικόπαιδα και να τους πουν να έρθουν στις καλύβες τους να πάρουν ένα ζώο για να φάνε. Στο δρόμο συνάντησαν μία καταδιωκτική ομάδα στρατιωτών και άρχισε η μάχη. Σκοτώθηκαν 4 στρατιώτες και όπως οπισθοχωρούσαν οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία και έφυγαν και οι αντάρτες. Από το Καγιά κουνελί μία διμοιρία στρατιωτών αντάμωσε την ομάδα των ανταρτών του Αναστάς Ιωαννίδη, Γεώργιου Σεμερτζίδη, Στυλιανου και Σάββα Γεωργιάδη, στην μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν όλοι οι στρατιώτες. Το βράδυ μαζεύτηκαν, πήραν την απόφαση να φύγουν από το βουνό, διότι δεν θα μπορούσαν να αντικρούσουν τόσους πολλούς στρατιώτες. Επίσης επειδή είχαν μαζί τους και γυναικόπαιδα δεν μπορούσαν να τους αφήσουν να σκοτωθούν άδικα.

    Έτσι αποφάσισαν να φύγουν το βράδυ ανάμεσα στις φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες για να ζεσταθούν. Είχε πολύ κρύο και το χιόνι είχε φτάσει στους 5 πόντους. Σιγά-σιγά ένας-ένας, δύο-δύο κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν ανάμεσα στον εχθρό. Στις 5 το πρωί κατάφεραν να φτάσουν στο Κεστανέ Σαϊβασί, όπου έμειναν δύο μέρες μέχρι να έρθει και ο αρχηγός τους Απανόζ Αντώνης. Ο κουνιάδος του δεν επέστρεψε μαζί του, όπως έμαθαν αργότερα έγινε προδότης και οδηγούσε τους Τούρκους κατά πόδι των ανταρτών διότι ήξερε τα λημέρια τους. Μέχρι τις 10 Ιανουαρίου άλλαζαν συνεχώς μέρη για να αποφεύγουν τους τούρκους στρατιώτες. Οι στρατιώτες φεύγοντας από το χωριό του Αναστάς το έκαψαν για να μην έχουν οι αντάρτες εφόδια με εντολή του ταγματάρχη που ηγούνταν της στρατιωτικής δύναμης. Όταν έφυγαν οι στρατιώτες μετά 15 μέρες οι αντάρτες πήγαν στο χωριό Εγριπέλ και έμειναν εκεί μέχρι τις 27 Ιανουαρίου. Μετά από 2 μέρες πήγαμε έξω από τα χωριό σε μία πλαγιά είχε μία μεγάλη πέτρα όπου παλιά υπήρχε μία εκκλησία της Παναγίας. Το μέρος αυτό ονομάζονταν Χασάν γιαλέ. Δύο μέρες έμειναν μόνο διότι τους κυνήγησαν ξανά ο τουρκικός στρατός, αναγκάστηκαν να φύγουν προς το χωριό Ερικλί, όπου και έμειναν για το βράδυ. Το πρωί πήγαν στα καλύβια των ανταρτών του Ασλάν Νταμί στο βουνό Καπαφιντίχ.

    Στο βουνό Καπά Φιντίχ κοντά στο χωριο Ασλάν νταμί ο τουρκικός στρατός περικυκλώνει τους αντάρτες. Δεν πρόλαβαν να ειδοποιηθούν, παρ’ όλα αυτά αντιστάθηκαν. Ο Αναστάς Ιωαννίδης τραυματίζετε άσχημα στο πρόσωπο, στο στήθος στα χέρια και στα πόδια. Κατάφερε και σύρθηκε μέχρι τους συντρόφους του που πολεμούσαν με πείσμα του επιτιθέμενους στρατιώτες. Ο Ιωάννης Μιχαηλίδης ή Τζερκέζ Γιάκνος του έδωσε ένα ρώσικο όπλο να πολεμήσει δίπλα τους. 12 αντάρτες αντιστέκονταν στις συνεχείς επιθέσεις 800 Τούρκων στρατιωτών. Η μάχη διήρκησε μέρες και κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποιος θα ήταν τελικά ο νικητής. Μία νύχτα τους πλησίασε ο παπάς του χωριού Ερεκλί που κατάφερε να ξεφύγει από τον κλοιό των Τούρκων στρατιωτών. Την επόμενη μέρα άκουσαν την σάλπιγγα να παιανίζει και νόμιζαν πως θα τους επιτεθούν. Τελικά το πρωί οι Τούρκοι είχαν φύγει. Μάζεψαν τα όπλα από τους σκοτωμένους χωροφύλακες, 17 στο σύνολο, τα παγούρια τους, τα ρούχα τους και βγήκαν στο δρόμο για το χωριό Κελ ουσαγί, όπου έφτασαν ξημερώματα, το βρήκαν καμένο εκτός από το σπίτι του παπά που δεν κάηκε.

    Στα βουνά της περιφέρειας τους παρέμειναν για 15 μέρες στην περιφέρεια τους, όταν κάποια στιγμή ήρθε στο λημέρι τους ένα γράμμα από τον Φερίκ Μπέη που ζητούσε συνάντηση στο χωριό Εγριπέλ. Την συνάντηση την προκάλεσε για να επιπλήξει τους αντάρτες που δεν φέρθηκαν με σεβασμό στου νεκρούς στρατιώτες. Αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις ο καθένας έφυγε για τα μέρη του. Ανεβαίνοντας στο λημέρι τους είδαν από μακριά να τους πλησιάζει ένα Τούρκος αξιωματικός ο Ασλάν μπέη, που τους τροφοδοτούσε με πολεμοφόδια έναντι αδρής αμοιβής. Αυτός όπως έμαθαν αργότερα ήταν Έλληνας Κουρτζής. Στην λογομαχία που είχαν με το αρχηγό μας τον Αμπανόζ όταν ο τελευταίος τον απείλησε να τον σκοτώσει επειδή ήταν Τούρκος αυτός κατέβασε τα παντελόνια του για να δείξει πως δεν είχε κάνει σουνέτ άρα ήτα χριστιανός. Ήταν μαζί με τον Φερίκ μπέη στην μάχη του Καπα φιντίχ. Όπως τους εξήγησε αυτός ήταν η αιτία να παιανίσει η σάλπιγγα οπισθοχώρηση. Πως έγινε αυτό; Έπεισε τον Φερίκ μπέη πως αυτόν που έβλεπε μέσα στη νύχτα καβάλα σε ένα άσπρο άλογο και πήγαινε μια εδώ και μία εκεί ήταν ο Άγιος Γεώργιος που προστάτευε τους Έλληνες αντάρτες. Δύο μέρες από την συνάντηση μας με το Ασλάν μπέη μάθαμε πως κατάφερε να φύγει από την Τουρκία.

    Αυτά τα δύο περιστατικά που περιγράφει με γλαφυρότητα ο Αναστάς είναι ενδεικτικά της κατάστασης που επικρατούσε στα χωριά του Πόντου.
    Οι σύντροφοι του Αναστάς επειδή δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει του έκαναν ένα γιατάκι στον τσεσμέ του Σεμερτζιλέρ για να αναυπαθεί αυτός και η γυναίκα του. Ο στρατός συνέχιζε τις θηριωδίες του στα χωριά, οπότε αναγκάζετε να μείνει μόνο δύο μέρες, έφυγε για το χωριό Καγιά κουνεγί στο βουνό Κελεμέρ νταγί για μεγαλύτερη ασφάλεια. Από εκεί έφυγαν στο χωριό Κουρκέν πουναρί και στα λημέρια του Ζαβρόγλου Γιώργη. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφτασε στο χωριό Εγριπέλ όπου συνάντησε τους συντρόφους του αντάρτες. Την άλλη μέρα έφυγαν για το μέρος της Παναγιάς στο Χασάν καλέ. Κάθησαν πολλές μέρες μέχρι περίπου τις 17 Μαρτίου όταν και κατέβηκαν στα βουνά του χωριού Ταφλάνκιοι. Εκεί οι αντάρτες του χωριού Κιζίλκιοϊ συνέλαβαν έναν άνδρα που δεν τους έλεγε ποιος ήταν και απαιτούσε να τον πάνε σε ανώτερο τους. Όταν τον παρουσίασαν στον Αμπανόζ αγά φανέρωσε την ταυτότητα του. Ονομάζονταν Πέτρος Απεσλής από την Τραπεζούντα και ήρθε να καθίσει κάποιες μέρες κοντά στους αντάρτες. Τελικά έμεινε ένα μήνα κοντά τους και πάντα συζητούσαν κρυφά οι δύο τους. Μια μέρα λέει στους συγκεντρωμένους αντάρτες πως έρχεται ένα ρωσικό θωρηκτό για να παραλάβει όσους ήθελαν να φύγουν στην Ρωσία. Αμέσως πήρε τον λόγο ο Αμπανόζ αγά και απευθυνόμενος στα παλληκάρια τους είπε πως καλό είναι να φύγει μαζί με την γυναίκα του που ήταν άρρωστη και τον κουμπάρο του τον Αναστάς που ήταν πληγωμένος. Τους υποσχέθηκε πως θα γυρίσει με πολεμοφόδια και πως μία μεγάλη δύναμη, η Ρωσία θα έρθει να απελευθερώσει την Σαμψούντα. Πόθοι και καημοί εκατοντάδων χρόνων για τους ταλαίπωρους ραγιάδες.

    Στις 10 Απριλίου κατέβηκαν από το βουνό πέρασαν από το χωριό Κιζίλκιοι, μετά από το Βαγί κελίκ μέχρι που αντίκρισαν την θάλασσα, όπου είδαν ένα θωρηκτό να βομβαρδίζει τα παράλια. Με συνθηματικά που τους έδειξε ο Πέτρος Απεσλής το θωρηκτό σταμάτησε για να τους παραλάβει με μία βάρκα. Όταν ανέβηκαν στο πλοίο και αφού του καλωσόρισαν εγκάρδια οι Ρώσοι αξιωματικοί και ναύτες το θωρηκτό συνέχισε την πορεία του προς την Σαμψούντα. Όταν έφτασε στο λιμάνι της άρχισε με τα πυροβόλα του να βομβαρδίζει την πόλη. Μετά από τρείς ώρες έφτασαν στην Τραπεζούντα όπου και αποβιβάστηκαν, διότι η πόλη ήταν υπό ρωσική διοίκηση. Προσπάθησαν να βρουν ένα γιατρό για να εγχειρήσει τον Αναστάς αλλά κανείς δεν αναλάμβανε. Η γυναίκα του Αμπανόζ αγά αντίθετα σε 5 μέρες έγινε καλά.

    Οι εξελίξεις στη Ρωσία, επανάσταση εναντίον του Τσάρου, δεν ήταν ευνοϊκές για την κατοχή του Πόντου από τις ρωσικές δυνάμεις. Ο ρωσικός στρατός θα έπρεπε να υποχωρήσει. Στις 5 Μαίου 1917 έφυγαν με τα πλοία για το Νοβοροσίνσκι της Ρωσίας. Στην Κριμαία ξεκίνησε μία νέα περιπέτεια μέχρι να βρει γνωστούς φίλους και συγγενείς και έναν γιατρό για να τον θεραπεύσει. Στο σταθμό του Κρίμσκι(Κριμαία) είχε ένα καφενείο, ιδιοκτήτης του ήταν Σαμψουνταίος. Όταν τον είδε με την πολεμική φορεσιά τον Αναστάς προσπάθησε να τον βοηθήσει. Συνάντησε πολλούς Πόντιους από την πατρίδα, κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει γιατρό. Τελικά μετά από περιπέτειες και επισκέψεις σε διάφορους γιατρούς που δεν αναλάμβαναν να τον εγχειρήσουν βρήκε στο Κατερίνογκραντ γιατρειά με την βοήθεια ενός Πόντιου Σαμψουνταίου του Καραβάζ. Αυτός έκανε έρανο μεταξύ των Ελλήνων, μάζεψε ένα σεβαστό ποσό και τον πήγε σε γιατρό πάλι Σαμψουνταίο για να τον εγχειρήσει. Η ανάρρωση του έγινε στο Χοστοχάι, παρόλο που είχε συγγενείς στο Σοχούμ, αδέλφια του πατέρα του. Σκέφτηκε πως ήταν πολύ μακριά για να ταξιδέψει μέχρι εκεί. Προτίμησε να μείνει στο Χοστοχάι να αναρρώσει και να βρει τρόπο να επιστρέψει στην πατρίδα του.

    Στις 1 Ιουλίου κατέβηκε στο Νοβοροσίσκι πήγε στην κοινότητα και ετοίμασε τα χαρτιά του για να επιστρέψει στην Σαμψούντα. Όταν τα ετοίμασε νοίκιασε μαζί με άλλους 45 πατριώτες ένα μοτόρ και σε δύο μέρες στις 14 Ιουλίου έφτασε στο λιμάνι της Σαμψούντας. Ο Ρεΐσης του Λιμανιού απαγόρεψε στο μοτόρ να πιάσει λιμάνι, διότι είχαν εντολή να μην αφήνουν να αποβιβάζονται από λιμάνια της Ρωσίας λόγω ασθένειας που υπήρχε, πιθανόν πανώλης. Ανάγκασαν τον καπετάνιο με την απειλή όπλων να τους αποβιβάσει στην παραλία κοντά στο Ντερεκιοϊ. Τελειωμό δεν έχουν τα βάσανά τους. Στο δρόμο τους συνάντησαν χωροφύλακες που νόμιζαν πως ήταν Λαζοί αντάρτες και τους πυροβόλησαν. Για καλή τους τύχη εκεί κοντά ήταν η ομάδα του Λευτέρ Κουλπαρ που τους έσωσε. Στις 15 Ιουλίου κατάφερε επιτέλους να επιστρέψει στο χωριό του και να σταθεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του και να αγκαλιάσει την γριά μητέρα του.

    Ο Αναστάς με τον Αμπανόζ και τον Στυλιανό Γεωργιάδη και άλλους έκαναν μία παρέα αντάρτικη. Ο Αναστάς ήθελε όμως να γνωρίσει τον Αναστάς αγά, ήταν ο επικεφαλής της περιοχής, ο οποίος δεν είχε καλές σχέσεις με τον Αμπανόζ. Μετά από συζήτηση σε πολύ καλο κλίμα, ο Αναστάς Ιωαννίδης αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα με τον Αντύπα, τον Αμπανόζ και τον Λευτέρ ουστά. Αυτή η αντάρτικη ομάδα την πρώτη επίθεση της την πραγματοποίησε εναντίον του αστυνομικού τμήματος στο χωριό Κουρού πελίτ στις 10 Αυγούστου 1918. Την άλλη μέρα ο Λευτέρ ουστά ο Αντύπας και ο Αμπανόζ στέλνουν τον Αναστάς που πήρε μαζί του και τον Στυλιανό Γεωργιάδη στην μητρόπολη για να ζητήσουν λίρες για να αγοράσουν πολεμοφόδια. Ο μητροπολίτης τους δέχτηκε συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο και αποφάσισαν πως μπορούν να δώσουν μόνο χίλιες λίρες. Πήραν τις λίρες και επέστρεψαν στο Τεπετζίκ. Αργά το βράδυ ήρθε στο χωριό ο Γιουβάν τσιαούς Χίντζογλου και μας έφερε τον Ιπποκράτ γιό του γιατρού Δανιήλ, τον είχε φυγαδέψει από την φυλακή της Μπάφρας και έπρεπε κάπου να κρυφτεί. Ο Ιπποκράτ έμεινε κοντά τους ένα μήνα. Αυτό το διάστημα του εξασφάλισε πολεμοφόδια και μετά έφυγε στο χωριό του.

    Στις 1 Νοεμβρίου 1918 σκοτώθηκε ο Λευτέρ ουστάς-Κουλπάρ. Όλες οι ενδείξεις έδειχναν πως σκοτώθηκε από ανθρώπους του Αναστάς αγά.
    Έτσι ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των μικρών αντάρτικων ομάδων, σκοτώθηκε ο Αναστάς αγά και πολλοί αντάρτες άδικα. Τελικά σε όλη την παραλιακή ζώνη αρχηγός όλων των ανταρτών έγινε ο Αμπανόζ Γιώργης. Αντίθετα στην ενδοχώρα σε κάθε χωριό υπήρχε και ένα αρχηγός. Η μεγαλύτερη ανταρτική ομάδα ήταν αυτή με αρχηγούς τουςς Μπαλγιράν Ηλία και Στυλιανού Γεωργιάδη. Πολεμούσαν τους Τούρκους και την πρώτη μάχη την έδωσαν στην παραλία με το στρατό που περνούσε προερχόμενοι από την Μπάφρα. Σκότωσαν 30 στρατιώτες, πήραν τα όπλα τους και αποσύρθηκαν στα βουνά. Από τους αντάρτες 8 πληγώθηκαν.

    Όταν καθάρισε η κατάσταση μεταξύ των ανταρτικών ομάδων οι επιθέσεις εναντίον του τουρκικού στρατού και σε κτίρια της χωροφυλακής μέσα στα χωριά ήταν καθημερινές. Στις ελεύθερες ώρες τους στα γλέντια τους εκτός από τα κλασικά τραγούδια είχαν συνθέσει και αντάρτικα τραγούδια «του πολέμου» όπως τα ονομάζει ο ίδιος ο Αναστάς Ιωαννίδης. Χαρακτηριστικό αυτών των τραγουδιών ήταν, όπως διαπίστωσα από την αφήγηση του, πως τραγουδιόνταν στην τουρκική γλώσσα.

    Μετά από λίγους μήνες έφτασαν στην Σαμψούντα οι Άγγλοι με πολύ στρατό για να προστατεύσουν τις μειονότητες όπως έλεγαν. Τους είχε ήδη ειδοποιήσει και η μητρόπολη Αμάσεια για αυτό το γεγονός. Ορισμένοι αντάρτες άρχισαν να σκέφτονται πως καλό θα ήταν να κάνουν κάποιες οικονομίες από τα χρήματα που κέρδιζαν από τον πόλεμο και να περάσουν στη Ρωσία. Οι Άγγλοι μέσα στην Σαμψούντα είχαν αφήσει την τουρκική χωροφυλακή ανέπαφη για την επιτήρηση της τάξης. Σε μία από τις αψιμαχίες μεταξύ ανταρτών και χωροφυλακής σκοτώθηκε και ο Αναστάς αγά. Μάλλον από προδοσία έγινε όλο το θανατικό. Ο αλληλοσπαραγμός των ανταρτικών ομάδων συνεχίστηκε.

    Οι Άγγλοι λίγο πριν έρθει ο Κεμάλ στη Σαμψούντα έφυγαν και άφησαν το πεδίο ελεύθερο για τον ίδιο και τις ομάδες του. Οργάνωσε καλά τον στρατό του και ξεκίνησε ένα νέος πόλεμος με τις ελληνοχριστιανικές αντάρτικες ομάδες. Ο Τεμίρ Αλή μπέη έφτασε στην Σαμψούντα με 2.000 στρατιώτες. Γυρνούσε από χωριό σε χωριό και ζητούσε από τους κατοίκους να πάψουν να βοηθάνε τους αντάρτες και οι τελευταίοι να παραδοθούν αμέσως. Μέσω των παπάδων έστελνε μηνύματα στους αντάρτες και ειδικά στον Αμπανόζ Γιώργη να παραδοθεί. Έτσι ξεκίνησε ένας δεύτερος γύρος πολέμου, σκληρός και πολύ φονικός όχι μόνο μεταξύ αυτών που πολεμούσαν. Τα θύματα ήταν και μεταξύ των αμάχων τόσα πολλά που δεν φτάνουν λίγες σελίδες για να την αποτυπώσουν.

    Στον δύσβατο ορεινό όγκο μεταξύ της Μπάφρας και της Σαμψούντας διεξήχθησαν μερικές από τις πιο φονικές μάχες μεταξύ ανταρτών και τουρκικού στρατού. Τα γεγονότα στην περίοδο 1919-22 είναι πολλά και τα παρουσιάζει με λεπτομέρειες ο Αναστάς. Μέσα από τις σελίδες του προσωπικού του αρχείου ξεδιπλώνετε μπροστά στα μάτια μας ο ηρωισμός ανθρώπων αγράμματων μεν αλλά με ψυχή και θέληση να πολεμήσουν για την ελευθερία τους.

    Η σφαγή της Μπάφρας στις 1/6/1921 ήταν καθοριστική για την στάση που θα ακολουθούσαν. Σε μία σύσκεψη όλων των αντάρτικων δυνάμεων αποφάσισαν να προστατέψουν τα γυναικόπαιδα που προσπαθούσαν αλαφιασμένα να φτάσουν στην Σαμψούντα και να φύγουν με τα πλοία στην Ελλάδα. Ο τουρκικός στρατός παρεμπόδιζε την είσοδο τους στην πόλη με αποτέλεσμα να γυρίζουν στα βουνά, χωρίς τρόφιμα και νερό τρώγοντας άγρια χόρτα και πίνοντας νερό από λασπόνερα. Περίπου 4 μήνες τριγύριζαν στα βουνά ώσπου κατάφεραν μετά από συμφωνία με τούρκους αξιωματούχους να επιτρέψουν στα γυναικόπαιδα να επιβιβαστούν στα πλοία για την Ελλάδα από τη Σαμψούντα. Όλο το 1921 όπως μας περιγράφει αναλυτικά γίνονται από τους Τούρκους πορείες εξορίας. Από την Σαμψούντα 475 άτομα δεν επέστρεψαν ποτέ μετά από πορεία εξορίας. Το ίδιο συνέβη όταν τον μητροπολίτη Ζήλων Ευθύμιο και 13 παπάδες σε πορεία εξορίας μέσω της Αμάσειας.

    Οι αντάρτες που έμειναν πίσω ήταν περίπου 225, έκαναν συμφωνία με κάποιο Αλή Ρεΐς να τους μεταφέρει με το μοτόρ του(πλοίο) στην Στη Σοβιετική Ένωση. Έτσι μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις κατάφεραν να περάσουν στις 17/12/1922, πληρώνοντας παγκανότια.

    Στη Σοβιετική Ένωση έμειναν μέχρι τις 2/1/1923, μέρα που κατάφερε να εκδώσει ελληνικό διαβατήριο στο Σοχούμ. Όλο αυτό το διάστημα για να επιβιώσει δουλεύει στα καπνά και σε διάφορες δουλειές του ποδαριού για να εξοικονομήσει χρήματα για την έκδοση του διαβατηρίου, το οποίο εκδόθηκε από το περσικό προξενείο.

    Η παραμονή τους στην Στη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν πολύ καλή όπως μας την περιγράφει. Καθημερινά έπρεπε να δίνουν το παρόν στην αστυνομία. Όλοι οι αντάρτες θεωρούνταν ύποπτοι και ανακρίνονταν για τις προθέσεις τους. Οι επίσημες αρχές δεν πίστευαν πως ήθελαν να φύγουν στην Ελλάδα, αλλά πως ήρθαν στη Ρωσία για σαμποτάζ. Παρά τις δύσκολες αυτές συνθήκες κατάφερναν να συναντιούνται μυστικά και να καταστρώνουν το σχέδιο αναχώρησης τους για την πατρίδα. Τελικά κατάφεραν να συνεννοηθούν με ένα καπετάνιο που είχε έρθει να φορτώσει σιτηρά από το Νοβοροσίνσκι για τον Πειραιά. Στις 26 Δεκεμβρίου με απόλυτη μυστικότητα επιβιβάστηκαν στο καράβι και αναχώρησαν για την πατρίδα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 60.000 μπουτ σιτάρ και ανάμεσα στα αμπάρια κρυμμένοι ο Αναστάς και οι φίλοι του. Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη το καράβι έμεινε 2 μέρες και μετά αναχώρησε για τον Πειραιά. Όταν αποβιβάστηκαν τους οδήγησαν σε ένα στρατώνα από όπου τους ειδοποίησαν πως θα τους μετέφεραν στην Κρήτη. Όλοι μαζί αντέδρασαν διότι οι περισσότεροι είχαν συγγενείς στη Δράμα και στην Καβάλα. Ο Αναστάς δεν ξεκαθαρίζει αν στο καράβι ήταν τελικά και οι 650 αντάρτες που είχαν μυστικά αποφασίσει να φύγουν παράνομα στην Ελλάδα. Από το γεγονός όμως πως τους είχαν σε στρατώνα σημαίνει πως τελικά κατάφεραν να επιβιβαστούν όλοι όσοι είχαν συμφωνήσει να φύγουν με κάθε τρόπο από την Σοβιετική Ένωση.

    Προσπάθησα να περιγράψω συνοπτικά την πορεία ενός ανθρώπου από τα παιδικά του χρόνια μέχρι την εγκατάσταση του στη Δράμα, όπου βρίσκονταν η οικογένεια του. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποίησα λεπτομέρειες από το βιβλίο του. Στις περισσότερες ακολούθησα την χρονολογική σειρά των γεγονότων όπως την παραθέτει ο ίδιος δίχως να αναφερθώ σε λεπτομέρειες από τις συγκρούσεις, τις σφαγές, τις πορείες εξορίας, γεγονότα που είναι συγκλονιστικά και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον λόγω της λεπτομερής αφήγησης του.

    http://gagavouzis.blogspot.gr/2011/05/blog-post.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: