Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση

Μιας και δημοσίευσα πρόσφατα το κείμενο Από τους νεοπαγανιστές στην ανάμνηση της Ρωμανίας, ας συνεχίσω με την ανάρτηση ενός αντίστοιχου κειμένου που αφορά τα ιδεολογικά του Νέου Ελληνισμού πριν το 1453. Ήταν η εισήγησή μου σε ένα συνέδριο που διοργάνωσε το 2014 η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών υπό τον τίτλο Η Άλωση του 1453 και η συνέχεια του γένους.

Για την Άλωση του 1453 βλ. ΕΔΩ

Στην εισήγηση αυτή ενυπάρχει μια αντίληψη για το υπο διαπραγμάτευση θέμα, που αναπτύσσεται ευρύτερα στην μελέτη μου (που βρίσκεται στο δρόμο της έκδοσης) Εμείς και το Ισλάμ (εκδ. Πατάκη) στο κεφάλαιο που προσδιορίζεται η έννοια του «εμείς«

Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση

Βλάσης Αγτζίδης

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε η έκφραση του εκχριστιανισμένου ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η Κωνσταντινούπολη, ως «Νέα Ρώμη» ή «Νέα Ιερουσαλήμ», θα γίνει πρωτεύουσα αυτού του κόσμου.1 Βάση της βυζαντινής ταυτότητας ήταν η ελληνική γλώσσα, η χριστιανική θρησκεία και από τον 7ο μ.Χ αιώνα θα προστεθεί και η απόκρουση των μουσουλμάνων. Βαθύτατα εμπεδωμένη ήταν η συνείδηση ότι υπάρχει ένα χριστιανικό έθνος που πρέπει, όπως έγραψε ο Λέων ο ΣΤ, να δώσει τη μάχη «για το Θεό, για την αγάπη του Θεού, για όλο το έθνος και πάνω απ’ όλα για τα αδέλφια μας, που βρίσκονται κάτω από το ζυγό των απίστων, για τα παιδιά μας και τις γυναίκες μας, για την πατρίδα μας. Να μην ξεχνούν να υπενθυμίζουν, ότι η μνήμη εκείνων που έπεσαν για την ελευθερία των αδελφών μας είναι αιώνια και ότι ο πόλεμος διεξάγεται εναντίον των εχθρών του Θεού.»2

Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ γράφει γι αυτό το νέο κράτος: «Η ελληνικότητα σα μάθημα μεγαλοσύνης μαζί με τη Ρώμη θα ξαναβρεί προοδευτικά τίτλους ευγένειας στο ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος του Βυζαντίου. Ανανεωμένη από τα διδάγματα της νέας πνευματικής χριστιανικής αρετής, η ελληνική παιδεία και εμπειρία, θα αποτελέσει προοδευτικά το υπόβαθρο για το ξεκίνημα κάθε αναγέννησης, που μετά την πτώση της πόλης θα στηρίξει τον ευρωπαϊκό νεότερο κόσμο. Στη διαχρονικότητα της ιστορίας, το Βυζάντιο, χάρη στον ελληνοπρεπή και χριστιανομαθή ανθρωπισμό του, που θα στεριώσει με τον καιρό, θα γίνει η μεσαιωνική Αυτοκρατορία του ανανεωμένου Ελληνισμού».3

Ο πληθυσμός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως Ρωμαίο-Ρωμιό, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε σημείο του τότε ελληνικού κόσμου. Ο όρος «Έλληνας» έχει μετατραπεί σε θρησκευτικό όρο και έχει ταυτιστεί με τον «εθνικό», τον «ειδωλολάτρη» από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες εξαιτίας της σύγκρουσης του μονοθεϊστικού χριστιανισμού με τον αρχαιοελληνικό παγανισμό.4

Η ειρηνική περίοδος διαταράχτηκε από τις επιθέσεις των Περσών που θα αρχίσουν από τα μέσα του 5ου αιώνα για να κορυφωθούν στις αρχές του 7ου. Την περσική επιθετικότητα θα διαδεχθεί ένας νέος παράγοντας: το αραβικό ισλάμ, που με επιδρομές θα προκαλέσει και πάλι αναστάτωση στο χώρο της Μικράς Ασίας.

Η εξουδετέρωση της περσικής απειλής από τον Ηράκλειο (610-640) συνέπεσε με την ομαλή μετάβαση της εξουσίας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τους Λατίνους στους Έλληνες. Η ελληνική γλώσσα είχε παραμερίσει τη λατινική ακόμα και από την εποχή του Ιουστινιανού. O Arnold Toynbee αναφέρεται σε «βυζαντινούς Έλληνες» και σε «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό». Συμπεραίνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική». Ο Νίκος Σβορώνος θεωρεί ότι «το Βυζάντιο είναι στην ουσία περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών κρατών της Ανατολής, παρά της Ρώμης» και διατυπώνει ευθαρσώς την άποψη ότι από την εποχή των Μακεδόνων αυτοκρατόρων το Βυζάντιο εξελίσσεται σε «ελληνικό εθνικό κράτος».5

Ενδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα των Βυζαντινών είναι τα στερεότυπα που είχαν διαμορφώσει για τους άλλους λαούς, τους «ξένους», τα οποία κατά κανόνα ήταν αρνητικά και βασιζόταν στην αίσθηση της υπεροχής της ελληνικής τους παιδείας. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους λαούς αυτούς –Βουλγάρους, Ρώσους και Φράγκους– με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όπως: «γένος άνευ τιμής και αξιοπρεπείας», «γένος διεφθαρμένον», «λαός μηδαμινός και αιμοχαρής». Περιφρόνηση έδειχναν και προς μη ελληνικούς λαούς που κατείχαν σημαντική θέση στην Αυτοκρατορία, όπως οι Αρμένιοι. Για τους Βυζαντινούς, η συμπεριφορά των Αρμενίων ήταν αμφίβολη και θεωρούνταν ως «ασταθείς και άπιστοι».6 Αρνητικά ήταν τα στερεότυπα για τους Ιταλούς, Πέρσες κ.ά. Φυσικά, βαρύτεροι ήταν οι χαρακτηρισμοί για τα μουσουλμανικά έθνη των Αράβων και των Τούρκων.

Παράλληλα βλέπουμε ότι ο όρος «Έλλην» σε διανοούμενους του βυζαντινού κόσμου αρχίζει βαθμιαία να σημασιοδοτείται εθνικά, και να απαλλάσεται από το παλιότερο θρησκευτικό περιεχόμενο. Εντοπίζεται από εκείνη την εποχή η ύπαρξη μιας πρώιμης συνείδησης ελληνικότητας σε μορφωμένους βυζαντινούς κύκλους. Για παράδειγμα, ο Κωσταντίνος Πορφυρογέννητος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου κατά το πρώτο μισό του 10ου αι. μ.Χ. γράφει για τις ποντιακές πόλεις Σινώπη, Αμάσεια, Αμισό «Ελληνίδες εισίν πόλεις», ενώ για το Θέμα Χαλδείας και την Τραπεζούντα «Ελλήνων εισίν αποικίαι».7 Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται και στους όρους που χρησιμοποιεί η Άννα Κομνηνή (1083-1146) στο έργο της.8

Φαίνεται ότι από τους ύστερους, κυρίως, βυζαντινούς αιώνες και εντεύθεν οι βυζαντινοί διανοούμενοι εμφορούνταν από ελληνική εθνική συνείδηση.

Η περίοδος όμως, όπου η νέα αυτή εθνική ταυτότητα θα πάρει μεγάλες διαστάσεις, θα ταυτιστεί με τη χρονική στιγμή πριν την Άλωση, όταν η Κωσταντινούπολη είχε μετατραπεί σε πόλη- κράτος κατά το παράδειγμα των ιταλικών εμπορικών πόλεων.

Ο νέος ελληνισμός

Η ιστορική πορεία του πληθυσμού και οι μεταβολές στην ταυτότητα και την αυτοαντίληψή του, εντάσσονται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της πορείας του συνολικού νέου ελληνισμού. Ο όρος «νέος ελληνισμός» χρησιμοποιείται από το συγγραφέα όχι σα μια στατική ιστορική μορφή, αλλά μ’ όλες τις πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του όπως τις περιγράφει ο Κ. Δημαράς. Ως «νέος ελληνισμός» περιγράφεται η μορφή εκείνη που διαμορφώνεται από τον 13ο αιώνα, όταν ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ονόμαζε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας «Ελλάδα» και θεωρούσε ότι οι ανατολικοί Ρωμαίοι ήταν εθνικά Έλληνες γράφοντας χαρακτηριστικά «Ελλήνων χριστωνυμούμενον κλέος ου σβέννυται».9

Για το θέμα αυτό ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναφέρει: «Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την ιστορία του νέου ελληνισμού δεν την γνωρίζουμε ακόμη καλά, ιδίως τις αρχές της και την περίοδο της τουρκοκρατίας, μολονότι οι ερευνητές πληθύνονται τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι συστηματικές εργασίες. Κι αυτό γιατί το υλικό είναι τεράστιο και ποικίλο. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, κόπος και χρόνος πολύς, για να μελετηθούν οι δημοσιευμένες ως τώρα ελληνικής πηγές, βυζαντινές ή μεταβυζαντινές, καθώς και οι πλούσιες ξενόγλωσσες, και ν’ αξιοποιηθούν οι ειδήσεις που εξακολουθούν ακόμη να λανθάνουν μέσα τους. Ακόμη είναι ανάγκη να περισυλλεγή και να γίνη γνωστό το άφθονο ανέκδοτο ιστορικό υλικό και να δημοσιευθή το πιο σημαντικό απ’ αυτό, ώστε να γραφούν ειδικές μελέτες και μονογραφίες για διάφορα ζητήματα ή για ορισμένες χρονικές περιόδους και έτσι να γίνη η ιστορική σύνθεση όσο το δυνατόν πιο ακριβής και πλήρης.»10

Σημείο τομής στην πολιτική ιστορία της περιοχής είναι η δημιουργία ενός μεσαιωνικού κράτους της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ως απόρροια της κατάληψης της Κωσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους την άνοιξη του 1204. Οι σταυροφόροι διέλυσαν τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό. H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων.

Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Hπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. 11

Σημαντικοί διανοούμενοι θα διαμορφωθούν την εποχή που θα ακολουθήσει. Η ταυτότητα των κατοίκων της Αυτοκρατορίας μπορεί να κατανοηθεί με τον τρόπο που απευθύνονται σ’ αυτόν οι ηγέτες του και οι διανοούμενοί του. Υπάρχει πλέον συνείδηση της εθνικής σημασίας που έχει ο όρος «Έλλην». Σε κείμενα του 15ου αι. εμφανίζονται ως «Έλληνες» και ως «Γραικοί». Ένας σύγχρονος συγγραφέας του Γεωργίου Τραπεζούντιου, που ζούσε στη Φλωρεντία, γράφει για τις αντιδράσεις τους με το άκουσμα της πτώσης της Τραπεζούντας στους Οθωμανούς: «Τις ου θρηνήσει τας ημετέρας συμφοράς; Οίχεται τα της βασιλείας Γραικών…».12 Το εντυπωσιακό με τον Γεώργιο Τραπεζούντιο είναι ότι γνωρίζοντας από κοντά τους Λατίνους τους απέρριψε πλήρως και έφτασε να θεωρεί ότι οι Έλληνες βρίσκονταν κοντύτερα στους Οθωμανούς.

Ήταν βέβαια η εποχή όπου μεγάλο μέρος της ιθύνουσας τάξης των Οθωμανών, αλλά και του λαού, προερχόταν από εξισλαμισμένους βυζαντινούς. Ο Τραπεζούντιος ανέπτυξε μια συγκριτική θεώρηση του χριστιανισμού με το ισλάμ και στο κείμενό του «Παντοδαπή Δόξα» προέτρεπε τον Μωάμεθ να καταλάβει την Ευρώπη με αποτέλεσμα να φυλακιστεί (Οκτώβριος 1466-Φεβρουάριος 1467)13

5.4. GEORGE OF TREBIZOND Περί της αληθείας της των χριστιανών πίστεως2

(Από την επιστολή του Γεώργιου Τραπεζούντιου προς τον Μωάμεθ)

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αναφέρεται ο Βησσαρίωνας στο Εγκώμιον εις Τραπεζούντα, που γράφτηκε το 1436-37 και βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.14 Στο κείμενο αυτό, ο Βησσαρίωνας έχει μια άριστη εποπτεία των ιστορικών γεγονότων και φαίνεται να κατέχει τη μέχρι τότε γραμματεία. Αναφέρεται στην ιστορία των Ελλήνων από την αρχαιότητα και στόχο έχει να εμφυσήσει την πίστη στους σύγχρονούς του Τραπεζούντιους ότι μπορούν να αμυνθούν κατά των Τούρκων, κατά το πρότυπο των αρχαίων Αθηναίων (ως Ιώνων) προγόνων τους. Η συνέχεια των Ελλήνων θεωρείται δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Ο Βησσαρίων θεωρεί ότι ευθεία γραμμή χωρίς αλλαγές και ασυνέχειες συνδέει την Αθήνα, τη Μίλητο, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα. Οι όροι που χρησιμοποιεί είναι “Ελληνες” και “Ρωμαίοι”. Ενώ ο όρος “Έλληνες” χρησιμοποιείται με ίδια σημασία από την αρχή έως το τέλος του κειμένου, ο όρος Ρωμαίοι” διαφοροποιείται στη συνέχεια. Ενώ στην αρχή, κατά την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης του ελληνικού κόσμου, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους Έλληνες, στη συνέχεια και στην εποχή του Βυζαντίου παρουσιάζεται η “των Ρωμαίων αρχή” ως δική μας.

Η μόνη διαφορά της αφήγησης του Βησσαρίωνα στο «Εγκώμιον….» (1436-37) από τη αφήγηση του κατά 5 αιώνες μεταγενέστερου Παπαρηγόπουλου, είναι ότι τον όρο “έθνος” τον χρησιμοποιεί με διαφορετική σημασία. Κάτι ως φύλα ή πληθυσμιακές ομάδες. Δηλαδή οι Έλληνες κατά τον Βησσαρίωνα διακρίνονταν σε πολλά “έθνη”… Ο Βησσαρίωνας θεωρείται από τους Δυτικούς ως ένας από τους διανοούμενους που ετοίμασαν τη Δύση για να περάσει στην Αναγέννηση. Με την προσέγγιση αυτή του Βησσαρίωνα, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που εξελίσσεται τον 15ο αιώνα, όπου ισχύουν αυτούσιες οι σύγχρονες θεωρίες για την δημιουργία ταυτότητας και συνείδησης. Η άποψη του Eric Hobsbawm για διαδικασίες που εμφανίζονται στην ανθρώπινη ιστορία την εποχή της νεωτερικότητας, όπου υπάρχει μια «ανασκοπική μυθολογία» που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη, απλώς εμπειρικά αντιληπτή κοινότητα και την μετατρέπει σε μια φαντασιακή κοινότητα -που αναπαράγεται ως παρελθόν στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων και θεμελιώνει μια εθνική ή εθνοτική ταυτότητα- θα μπορούσε να αναφέρεται πλήρως στο κείμενο αυτό του Βησσαρίωνα. Μόνο που αυτό είναι αδύνατον, γιατί σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, οι συγκεκριμένες διαδικασίες του 15ου αιώνα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.15

Ενδιαφέρον έχει ότι ο Φαλμεράιερ, που έγραψε μια έγκυρη ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, έχει μια αντίληψη αντίστοιχη με αυτή του Βησσαρίωνα. Αποδέχεται τη συνέχεια των Ελλήνων και θεωρεί ότι το ελληνικό έθνος υπήρχε διαρκώς και συνεχώς από τους ομηρικούς χρόνους, ως διακριτή οντότητα, χωρίς ιδιαίτερες “μεταμορφώσεις”. Ο Φαλμεράιερ θεωρεί Έλληνες -με τη σημασία που δίνουν οι δυτικοί του 19ου αιώνα- τους μεσαιωνικούς Ρωμιούς. Γράφει στον Πρόλογο του Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt (Μόναχο, 1827): «Η ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας… οδηγεί τον αναγνώστη στο χρόνο, μέχρι το παρηκμασμένο ανάκτορο του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου… Ο χαρακτήρας τους είναι τραγικός, όπως και η όλη ιστορία της ελληνικής φυλής…».

Θα πρέπει να οριστεί τι ήταν εκείνη η «ελληνικότητα» που αναδύθηκε πολιτικά – και όχι μόνο σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων- πριν την Άλωση. Την ιστορική εκείνη στιγμή, η Κωνσταντινούπολη είχε απωλέσει πλέον το σύνολο σχεδόν των εδαφών του Βυζαντίου και είχε μετατραπεί σε πόλη-κράτος εμπόρων. Διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη πολιτική διαρχία και εμφανίστηκαν νέες αντιθέσεις. Η αδιαμφισβήτητη έως τότε εξουσία της Εκκλησίας, που υπήρξε για αιώνες ο βασικός θεσμός της Αυτοκρατορίας, αμφισβητήθηκε από την πολιτική εξουσία. Έτσι, κατά την Κιουσοπούλου, προήλθε η σύγκρουση ενωτικών-ανθενωτικών. Οι ενωτικοί εξέφραζαν την τάση των εθνικά Ελλήνων, ενώ οι ανθενωτικοί την παλιά θρησκευτική και οικουμενική ρωμιοσύνη. Φαίνεται ότι εκείνη την πολύ πρώιμη εποχή διαμορφώθηκε μια εθνική ταυτότητα που βασιζόταν στην ελληνικότητα και επεδίωκε την διαμόρφωση της συγκρότησης μιας ξεχωριστής κοινότητας που είχε και εδαφικό προσδιορισμό.

Η Τόνια Κιουσοπούλου στο εξαιρετικό έργο της με τίτλο «Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση» μεταξύ άλλων γράφει: “Η ανάλυση των σωζόμενων κειμένων επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζουμε, ότι, δηλαδή, λόγω της ελληνοφωνίας του, κανένας λόγιος του 15ου αιώνα δεν αρνιόταν ότι ήταν Έλληνας. Η διαφορά όμως στον τρόπο με τον οποίο οι λόγιοι προσέγγιζαν την ελληνικότητά τους πήγαζε από το γεγονός ότι για τους Παλαιολόγους και τους οπαδούς τους η ελληνικότητα συνιστούσε στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας ή αντίστροφα, ότι η ελληνικότητα προβαλλόταν ως το απαραίτητο στοιχείο για να συγκροτηθεί μία ξεχωριστή κοινότητα που είχε και εδαφικό προσδιορισμό….”16

Το συναίσθημα αυτό, που κορυφώθηκε την περίοδο αυτή, θα υπάρξει στη συνέχεια στους κόλπους των Ελλήνων φυγάδων της διασποράς και θα καταγραφεί ως συνεχής παρουσία μιας ομάδας εμφορούμενης από εθνική συνείδηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Άννας Νοταρά, που μετά την Άλωση κατέφυγε στη Βενετία. Η Άννα ήταν κόρη του Mεγάλου δούκα Λουκά Nοταρά, πρωθυπουργού του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου και το μόνο μέλος της οικογένειας που σώθηκε. Το 1499 ίδρυσε στην Βενετία μαζί με δύο άλλους τον Νικόλαο Βλαστό και τον Ζαχαρία Καλλιέργη έναν από τους πρώτους εκδοτικούς οίκους ελληνικών βιβλίων.17 Και αυτό δεν υπήρχε μόνο στους φυγάδες Έλληνες στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Ρωσίας αλλά και στη θρησκευτική ελληνόφωνη ηγεσία. Η παρακάτω περιγραφή σε συνοδικό κείμενο ορθόδοξων πατριαρχών το 1716 είναι αποκαλυπτική της αυτοαντίληψης που έχει η ελίτ των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ταυτότητά: «Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων»18.

Η ύπαρξη αυτού του διακριτού ιδεολογικού ρεύματος θα λειτουργήσει ως καταλύτης και θα ευνοήσει την μετάβαση από την εθνότητα στο έθνος. Οι Έλληνες περιγράφονται ως «Γραικοί» από πλήθος περιηγητών των σκοτεινών χρόνων της ισλαμικής κυριαρχίας.19 Θα υπάρξει έτσι μια πρώιμη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής κοινότητας , που θα διεκδικήσει πλέον την καταστροφή της απολυταρχικής οθωμανικής εξουσίας. Η νεωτερικότητα θα εισβάλει στο χώρο της καθ’ ημάς μουσουλμανικής Ανατολής μεταξύ άλλων και μέσα από τα κινήματα των απόκληρων χριστιανών.

Σημαντικό στοιχείο για την κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν η ταξική τους τοποθέτηση, εφόσον ήταν οι καταπιεσμένοι και περιφρονημένοι κοινωνικά πληθυσμοί.

Η πιθανότητα ύπαρξης ενός προ-έθνους εκείνη την εποχή δεν συνάγεται μόνο από τα κείμενα της διανοούμενης ελίτ. Υλικό όπου διακρίνεται το λαϊκό συναίσθημα υπάρχει και βρίσκεται στη λαογραφία. Τέτοιο υλικό συνιστούν εκφράσεις που βρίσκονται σε ακριτικά ποντιακά τραγούδια όπως: Καλώς, καλώς το παληκάρ’ / τον Έλλενον τον νέον”, ή “Έπαρ’ υι’ε μ’ την σπάθην σου / τ’ ελλενικόν κοντάριν’, ή “Πείτε το τ’ αδέλφια μ’ ‘ τους Έλλενους” ή “Δρακέλλενας, τραντέλλενας / ρωμαίικον παληκάρι ή «Την Πόλιν όντας όριζεν ο Έλλεν Κωσταντίνον». Στο χώρο του Πόντου ο όρος αυτός παρέμεινε εν χρήσει στο λαϊκό λόγο, κυρίως σε θέση επιθέτου που σήμαινε ο «ήρωας», ο «πολύ γενναίος άνδρας».20 Λαογράφοι όπως η Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος υποστηρίζει ότι Σ’ όλον τον ελληνικό χώρο κανείς άλλος δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα”. Νομίζω όμως ότι τη συγκεκριμένη εποχή ο όρος “Έλλην-Έλλεν” για το λαό έχει μετατραπεί επίσης σε επίθετο και σήμαινε ο “ήρωας” ή ο “πάρα πολύ γενναίος”.»21

Πάντως και να διατηρήθηκε ως εθνωνύμιο μέχρι το Μεσαίωνα -πράγμα συμβατό με το συνολικό ρεύμα της εποχής πριν την Άλωση- στη συνέχεια, όσον αφορά τη λαϊκή του χρήση, εξαφανίστηκε. Πιθανόν να αναπαραγόταν εφεξής μέσω της παιδείας, δεδομένου ότι από τα μέσα του 17ου έχουμε τη δημιουργία σχολείων σε πολλά μέρη του τότε ελληνικού κόσμου. Όμως δε φαίνεται να διατηρήθηκε ως εθνοτικός προσδιορισμός στο λαό, στον οποίο είχε επικρατήσει η ονομασία «Ρωμαίος-Ρωμιός».

Στις αρχές του 14ου αιώνα, μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της δυτικής Μικράς Ασίας από τους Τουρκομάνους εισβολείς φαίνεται ότι υπήρχαν ακόμα πολλοί Έλληνες. Το εθνωνύμιο «Ελληνας» ως «Γιουνάν» φαίνεται ότι υπάρχει σε χρήση και στους μουσουλμάνους διανοούμενους παράλληλα με το «Ρωμαίος-Ρουμ». Ο Άραβας περιηγητής Ιμπν Μπατούτα γράφει για την περιοχή: «Ονομάζεται Ρουμ γιατί ήταν δική τους χώρα στο παρελθόν, και από κει προέρχεται το αρχαίο Ρουμ και οι Γιουνάνις (δηλ. οι Έλληνες). Αργότερα κατακτήθηκε από τους μουσουλμάνους, αλλά πάρα πολλοί χριστιανοί εξακολουθούν να ζουν υπό την προστασία των Τουρκομάνων μωαμεθανών».22

Ενδιαφέρον έχει ότι οι Σελτζούκοι ποτέ δεν ονόμασαν το κράτος «Τουρκία» αλλά, αντιθέτως, Diyar-I Rum, δηλαδή «Τόπο των Ρωμιών», ενώ τη μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια του κράτους τους που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο, ανατολικά έφτανε μέχρι την Άγκυρα και τη Καισάρεια και δυτικά ως το Δορύλαιο, vilayet-I Yunani, δηλαδή «Ελλάδα».23

Σήμερα, η έννοια του Ρωμιού για τους περισσότερους μελετητές είναι συνώνυμη της λέξης ‘Έλληνας Όπως γράφει η Μαρία Τοντόροβα «Για τους οθωμανούς κυρίαρχους, η περιοχή ήταν ‘Ρουμ-ελί’ –η Ρωμυλία- που κατά λέξη σημαίνει ‘η χώρα των Ρωμαίων’, δηλαδή των Ελλήνων». Βέβαια ο όρος «Έλληνας» έχει κι αυτός τις δικές του περιπέτειες με τη διαφορετική σύλληψη από διαφορετικές ομάδες του ελληνικού ή ρωμαίικου ή γραικικού πληθυσμού. Ο Γεώργιος Φατζέας στο έργο του «Γραμματική Γεωγραφία» (Βενετία, 1720) χρησιμοποιεί ως συνώνυμα τους όρους «Ρωμαίοι», «Γραικοί» και «Έλληνες».

Η ταύτιση αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα σε πληθυσμούς, όπως οι σοβιετικοί Πόντιοι και Μαριουπολίτες, που δεν έχουν υποστεί την επιβολή των νέων σημασιών, είτε μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, είτε μέσα από ιδεολογικές παρεμβάσεις απόρροια της εποχής του έθνους-κράτους.24

Συζητώντας για το έθνος

Με αφορμή την εμφάνιση ενός ελληνικού πρωτο-έθνους εντός του ρωμαίικου ορθόδοξου γένους, κατά την περίοδο πριν την Άλωση, βρισκόμαστε σε ένα δημιουργικό διάλογο με τις νέες θεωρητικές αντιλήψεις περί του σύγχρονου έθνους και του χρονικού σημείου εμφάνισής του στο ιστορικό προσκήνιο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω μ’ αφορμή τη διατύπωση ενός θεωρητικού μοντέλου από τον Eric Hobsbawm. Για τη διαδικασία μετάβασης από την εθνότητα στο έθνος και τον τρόπο ανασυγκρότησης του εθνοτικού ιστορικού υλικού, χρήσιμες είναι οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά καιρούς στο πλαίσιο της συζήτησης για το αν το έθνος προηγείται του εθνικισμού ή το αντίθετο.

Σχετικές είναι και οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι το έθνος, στη νεωτερική εκδοχή της εννοίας του, αποτελεί μεν συνέχεια των παραδοσιακών προνεωτερικών εθνικών ομάδων, επιδέχεται όμως και έναν μετασχηματισμό, που οφείλεται και στις απαιτήσεις της νεότερης βιομηχανικής κοινωνίας και στην απομάκρυνση από την παλαιά, θρησκευτικού τύπου, μορφή συνείδησης. Το έθνος, αποτελεί μια νέα κοινότητα σεσχέση με την παραδοσιακή κοινότητα.25 Πάντως στην ελληνική περίπτωση υπάρχει μια ιδιομορφία.

Υπάρχουν ουσιαστικές αποκλίσεις στο ελληνικό παράδειγμα από το μοντέλο που εισηγείται η γραμμική-κατασκευαστική αντίληψη ότι η ιδεολογία του εθνικισμού οδηγεί στη διαμόρφωση έθνους που βασίζεται σ’ ένα επινοημένο σύνολο ιδεολογικών κανόνων και ιστορικών αναπαραστάσεων, όπου το φαντασιακό στοιχείο μετατρέπει το «άδειο» κύριο σημαίνον σε πραγματική ουσία. Με βάση αυτή την αντίληψη δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχει η αντίληψη περί συνέχεια των Ελλήνων τον 16ο αιώνα, όταν ο Ιέραξ στο «Χρονικόν περί την των Τούρκων βασιλείας» παραλληλίζει τους υπερασπιστές της Κωσταντινούπολης με τους 300 του Λεωνίδα.

Δεν μπορεί επίσης να εξηγηθεί το πώς είναι δυνατόν πολλές δεκαετίες πριν τη συγκρότηση εθνικού κράτους και την εμφάνιση του Παπαρηγόπουλου να έχει γραφεί η ιστορία του ελληνικού έθνους, όπως στο έργο του Δημητρίου Αλεξανδρίδη «Ελληνικός Καθρέπτης» (Βενετία, 1806) να αναφέρεται σε έναν ενιαίο πληθυσμό από τα προομηρικά χρόνια ως τον 15ο αιώνα. Ο ίδιος συγγράφεας προσθέτει το 1807 σε μια μετάφραση μιας Ιστορίας της Ελλάδος κι ένα τρίτο τόμο με την ιστορία της Ρωμανίας, δηλαδή του Βυζαντίου.

Φαίνεται ότι υπάρχει εθνική συνείδηση συγκροτημένη σε συγκεκριμένους κύκλους διανοουμένων πολύ πριν την εμφάνιση της νεωτερικότητας. Η πρώιμη αυτή εθνική συνείδηση διαδίδεται στη συνέχεια και επικρατεί στις ρωμαίικες μάζες όταν οι ιστορικές συνθήκες το επιτρέπουν. Μετά τη δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα, κωδικοποιείται με το παπαρηγοπούλειο σχήμα, το οποίο όμως μ’ έναν παράδοξο τρόπο το βρίσκουμε να πρωτοεκφράζεται 4 αιώνες πριν, από τους βυζαντινούς διανοούμενους του 15ου αιώνα.

1 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα, εκδ. Ψυχογιός, 1988, σελ. 14.

2 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, ό.π., σελ. 40.

3 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Μοντερνισμός και Βυζάντιο, Αθήνα, εκδ. Ίδρμα Γουλανδρή Χορν, 1992, σελ. 30-31.

4 Ν. Γ. Σβορώνος, Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, β’ έκδ., Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1985, σελ. 150.

5 Νίκος Γ. Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2004, σελ. 33-35.

6 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , ό.π., σελ. 60-61, 133.

7 Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα», ό,π., σελ. 153.

8 A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, 1992, σ. 187 Για την κατανόηση εκείνης της εποχής και τις ιδεολογικές προσλήψεις των μεσαιωνικών Ελλήνων σημαντικό είναι το έργο Γιώργος Καραμπελιάς, «1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού», Αθήνα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2006.

9 Κ. Μ. Πλακογιαννάκη, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, εκδ. Κυρομάνος, χ.χ., σελ. 157

10 Κ. Μ. Πλακογιάνης, ό.π. Χρήσιμο έργο για να κατανοηθεί ο νέος ελληνισμός είναι το βιβλίο Απόστολος Βακαλόπουλος, Νέος ελληνισμός: Οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του έθνους 1204 – μέσα του 15ου αι., Αθήνα, εκδ. Σταμούλη, 2008.

11 Για τη μεσαιωνική Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας βλ. Jac. Ph. Fallmerayer, Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt, (Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας), 1827 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε απ΄ τις εκδ. Κυριακίδη), Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης, Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας και του Πόντου, παράρτημα 25 Αρχείον Πόντου, Αθήνα, 2005.

12 Αχιλλέας Ανθεμίδης, «Η συμβολή του μεγάλου Βησσαρίωνα στη μετάδοση των κλασικών γραμμάτων στη Δύση», β’ έκδ., Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 13.

13 Κωνσταντῖνος Ν. Σάθας, Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς Γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων, Αθήνα, 1868, σ. 44-45.

14 Δημοσιεύτηκε το 1984 από τον Οδυσσέα Λαμψίδη στο “Αρχείον Πόντου”, τόμ. 39, σελ. 3-72. (John Monfasani, Byzantine Scholars in Renaissance Italy: Cardinal Bessarion and other Émigrés, UK, εκδ. Aldershot, 1995.) Η επιρροή της Δύσης από τους Βυζαντινούς διανοούμενους παρουσιάζεται στο: Gouguenheim, Sylvain, Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ. Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης, Αθήνα, εκδ. Ολκός, 2009.

15 βλ. E. J. Hobsbawm, “ Ethnicity and nationalism in Europe today”, περ. Anthropology today, vol. 8 , no. 1. 1992, σελ. 3

16 Το ζήτημα της ελληνικότητας και της συνείδησης λίγο πριν την Άλωση της Πόλης το αναπτύσσει υποδειγματικά η Τόνια Κιουσοπούλου στο βιβλίο της Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση, εκδ. Πόλις, 2008.

17 Κωσταντίνος Σάθας, «H πρώτη εκ Bενετίας Eλληνική Tυπογραφία», περ. Mελέτη 1905.

18 Ιωάννης Ν. Καρμίρης, Τα δογματικά και τα συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Β’ Αθήνα 1953, σ. 789

19 Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα ενός περιηγητή του 1632 στην Ανατολή, που μας παραθέτει η Μαρία Τοντόροβα. Στο “Ταξίδι στο Λεβάντε”, ο Henry Blout λάτρης των Οθωμανών (που τους αποκαλεί Τούρκους, εννοώντας όμως τους οθωμανούς μουσουλμάνους) περιγράφει με την εθνική τους ονομασία τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που συνάντησε: «τους Γραικούς, τους Αρμένιους, τους Φράγκους, τους Αθίγγανους, τους Ιουδαίους…» (A voyage into the Levant. Α Breife relation of a Journey,lately performed by Master H.B.Gentleman, Λονδίνο, Andrew Crooke, 1636)

20 Α. Κυριακίδου-Νέστορος, «Ρωμιοί, Έλληνες και Φιλέλληνες», Λαογραφικά Μελετήματα, τόμ. Ι, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1989, σελ. 224.

21 Γιώργος Βελούδης, O J. P. Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, εκδ. Μνήμων, Αθήνα, 1982, σελ. 19.

22 Σπύρος Βρυώνης, ό.π., σελ. 542.

23 Νεοκλής Σαρρής, ό.π., σελ. 47.

24 Αναφορά της Μαρία Τοντόροβα, »Τα Βαλκάνια: από την ανακάλυψή τους στην ‘κατασκευή’ τους», στο Εθνικό Κίνημα στα Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1996, σελ. 77.

25 Νίκος Δεμερτζής, «Πότε δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος», εφημ Το Βήμα, 6-2-2005, Πέτρος Θεοδωρίδης, Μεταμορφώσεις της ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Αντιγόνη, 2004, Διονύσιος Α.Ζακυθηνός, «Μεταβυζαντινή και Νεωτέρα Ελληνική Ιστοριογραφία», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1974. Ν. Βλάχος, Ο Θεσσαλός λόγιος Δημήτριος Αλεξανδρίδης (Τυρναβίτης) εκδότης του ‘Ελληνικού Τηλεγράφου’ (1812-1836), Αθήνα, 1976.

 

————————————————————————————-

Oι διαφημίσεις που βλέπετε στο τέλος των αναρτήσεων και δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τη θεματολογία του μπλογκ μας, προέρχονται από τη WordPress  και δεν αποφέρουν κανένα οικονομικό όφελος στο ιστολόγιο μας.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Κύριε Αγτζίδη,
    προσεκτική και ζυγισμένη επιστημονικά η τοποθέτησή σας κατά την ταπεινή μου γνώμη.
    Μια σύντομη μόνον παρατήρηση και αν θέλετε μπορείτε να την σχολιάσετε:
    Μπορεί να είναι σαφές πλέον ότι η ελληνική συνείδηση, ως νεοελληνική μεν αλλά ελληνική παραταύτα, έχει γεννηθεί πολύ πριν την ώριμη νεωτερικότητα, στα βάθη της ιστορίας, κάπου εκεί στο ύστερο «βυζάντιο», αλλά παρά τα πολιτισμικά εθνοτικά στοιχεία (γλώσσα, στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού, νοοτροπίες κ.λπ) πριν την πρώϊμη αναγέννηση της ελληνικής συνείδησης υπάρχει ένα μεγάλο και όχι αμελητέο κενό που είναι καλυμμένο από μιαν ρωμέϊκή ή ρωμαΪκή νεορωμαϊκή/χριστιανορωμαϊκή συνείδηση και πολιτειακή μορφή κ.λπ.
    Αυτό το κενό αν εξετασθεί δεν αφήνει περιθώρια για να ασκηθεί ούτως ειπείν καμία μορφή ιστορικού διηνεκισμού, της μορφής Σβορώνου ή και άλλων, εφόσον δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο ελληνικού αυτοπροσδιορισμού σε μια περίοδο πολλών αιώνων, ούτε στην ελίτ ούτε στον λαό.
    Αυτό ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ότι πρέπει να υποτιμάται ο ελληνογενής ρωμαϊκός όμως χριστιανικός πολιτισμός του «βυζαντίου» ούτε ότι θα ακολουθήσουμε μιαν παρανοειδή αντίληψη όπως των «νεοπαγανιστών» που αναφέρατε στην προηγούμενη ανάρτησή σας.
    Απλά η «ελληνική μεσαιωνική αυτοκρατορία» είναι ένα μύθευμα, ένα εθνικιστικό ψεύδος, το οποίο μόνον όπλα στους «εκσυγχρονιστές» δίνει για να επιβεβαιώνουν την αθλιότητα της εθνικιστικής ελληνικής ιστοριογραφίας και έτσι μαζί με τα νερά να πετάνε και το μωρό, μαζί με τα ξερά να καίνε σκοπίμως και τα χλωρά.
    Νομίζω πως η γνώση και η αποδοχή του κενού στην εθνική ιστορία, η πλήρης απομυθοποίηση του «παπαρηγοπουλισμού» και του ακόμα χειρότερου «σβορωνισμού» δεν σημαίνει επ΄ουδενί μυθοποίηση της αρχαίας ελλάδας και υποτίμηση της βυζαντινής χριστιανικής περιόδου κ.λπ.
    Κάπου τα πράγματα έχουν μπερδευτεί και είναι κρίμα να χανόμαστε και σεις και όσοι δεν είναι ούτε εθνικιστιστές ούτε υπερμοντερνιστές υπερδιεθνιστές μέσα στις συμπληγάδες πέτρες των προηγούμενων που είναι και φανατικοί.
    Θεωρώ λοιπόν χρήσιμο, από μέρους σας, να αποστασιοποιηθείτε από τους οχληρούς και μάλιστα όχι μόνον αντικομμουνιστές (αυτό μπάζει, έτσι όπως έχει χρησιμοποιηθεί από το κκε) αλλά και αντιαριστερούς αντιδημοκράτες που έχουν «μολύνει» την νέα προσπάθεια ανθρώπων όπως και σεις και καταστρέφουν ό,τι πάει να χτιστεί πέραν αυτών των συμπληγάδων που προανέφερα..

  2. Ένα κείμενο του Καλδέλη:

    https://smerdaleos.files.wordpress.com/2016/06/kaldellis-books-journal.pdf

    και

    ένα του Στουραϊτη:

    Reinventing Roman Ethnicity in High and Late Medieval Byzantium, Medieval Worlds 5 (2017) 70-94

    https://www.academia.edu/33717349/Reinventing_Roman_Ethnicity_in_High_and_Late_Medieval_Byzantium_Medieval_Worlds_5_2017_70-94_open_access_

    ———–

    Επίσης μια συνέντευξη με τον Γιάννη Στουραΐτη για τις συλλογικές ταυτότητες στο Βυζάντιο:

    https://graecushaereticus.wordpress.com/2016/06/16/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%90%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%B9/

  3. Β on

    ΠΩΣ Η ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΜΙΑ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

    Όλα ξεκίνησαν το 330 μ.χ. όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την έδρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει στη θέση της παλαιάς πόλης του Βύζαντος, αποικίας των Μεγαρέων. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα (395 μ.χ.), η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διασπάστηκε στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (ΔΡΑ) με έδρα τη Ρώμη και στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (ΑΡΑ) με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Συνέβη όμως η Πολυεθνική ΑΡΑ να περιλαμβάνει λαούς που μιλούσαν κατά βάση την Κοινή Ελληνιστική γλώσσα. Είχε φροντίσει γι’αυτό ο ίδιος ο Μεγαλέξανδρος κατά τη σύντομη βασιλεία του. Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος : «Αλέξανδρος, τρισμυρίους παίδας Περσών επιλεξάμενος, εκέλευσε γράμματα μανθάνειν ελληνικά». Ήταν μια αρχή. Την προσπάθεια συνέχισαν αποτελεσματικά οι διάδοχοί του. Την συνοψίζει ο Καβάφης στο ποίημα με τον τίτλο : 200 π.χ. :
    «Εμείς οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς, οι Σελευκείς
    Και οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες Συρίας και Αιγύπτου,
    Και οι εν Μηδία, και οι εν Περσίδι, και όσοι άλλοι,
    Με τις εκτεταμένες επικράτειες, με την ποικίλη δράση
    Των στοχαστικών προσαρμογών,
    Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
    Ως μέσα στη Βακτηριανή την πήγαμε ως τους Ινδούς.»
    Έξαλλου, ο Κικέρων (1ος αιώνας π.χ.), μέγιστος των Ρωμαίων ρητόρων, συγγραφέας και πολιτικός, απευθυνόμενος σε φίλο του, έγραψε : «Αν νομίζουν μερικοί ότι, γράφοντας στίχους στα λατινικά και όχι στα ελληνικά, θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δόξα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Η ελληνική γλώσσα ομιλείται από όλα σχεδόν τα έθνη.» Ο ίδιος είπε : «ει οι θεοί διαλέγονται, την των ελλήνων γλώτταν χρώνται.» Ήταν λάτρης του πολιτισμού και της γλώσσας των ελλήνων, όπως και οι περισσότερες μεγάλες ρωμαϊκές προσωπικότητες. Είχαν λάβει ελληνική μόρφωση και μιλούσαν ελληνικά. Ο Οράτιος έγραψε : «Η υποδουλωμένη Ελλάδα κατέκτησε τον τραχύ κατακτητή της.» Ο νικητής του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο (331 π.χ.) Οκτάβιος, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας με το όνομα Αύγουστος, ήθελε να πιστεύει, καθώς και άλλοι Ρωμαίοι, ότι ήταν απόγονοι ελλήνων αποίκων. Την άποψη αυτή υποστήριξε στο έργο του «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» ένας σημαντικός παράγων του ελληνισμού της Ρώμης, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς. Ο Αύγουστος πέθανε με ένα στίχο του Μενάνδρου στα χείλη. Ο Ιούλιος Καίσαρ ξεψύχησε με το ελληνικό : «Και συ τέκνον Βρούτε»; Ο Νέρων έλεγε ότι γι’αυτόν μία γλώσσα υπήρχε, η ελληνική. Μετέφραζε Αισχύλο και διέπρεψε ως ερμηνευτής τραγωδιών. Ο Κλαύδιος, ακόμα και στις παρεμβάσεις του στη Σύγκλητο χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα.
    Όλα αυτά και κυρίως οι μαρτυρίες του Κικέρωνα, αλλά και του Καβάφη, όπως την εκφράζει στο προαναφερθέν ποίημά του, δείχνουν πόσο είχε ριζώσει στον τότε γνωστό κόσμο η ελληνική γλώσσα. Ήταν, κατά συνέπεια, αναπόφευκτο να έχουμε διγλωσσία στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία : Επίσημη γλώσσα του κράτους, η λατινική, καθομιλουμένη η κοινή ελληνιστική. Αυτό κράτησε μέχρι τον 7ον αιώνα μ.χ. Τότε, ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος καθιέρωσε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική.
    Η ελληνική γλώσσα βγήκε λοιπόν νικήτρια στη διαμάχη με τη λατινική. Έτσι, η πολυεθνική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, βυζαντινή, όπως συνηθίζουμε να την ονομάζουμε, από δίγλωσση έγινε μονόγλωσση με μοναδική γλώσσα την ελληνική. Η πασίγνωστη βυζαντινολόγος, κυρία Αρβελέρ θεωρεί ότι άκριτα την ονομάζουμε «βυζαντινή». «Ρωμανία» ήταν το όνομά της. Την άποψη αυτή υποστηρίζει και ένας άλλος βυζαντινολόγος, του Kings’College του Λονδίνου, ο κ. Διονύσης Σταθακόπουλος στο προσφάτως κυκλοφορήσαν βιβλίο του «Μικρή Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Κι’αυτό μέχρι το 800 μ.χ., οπότε, όπως αναφέρει ο κ. Σταθακόπουλος, πολλοί άρχισαν να αποκαλούν ελληνική την αυτοκρατορία. Η κυρία Αρβελέρ επαναλαμβάνει στο πρόσφατο βιβλίο της «πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο ;» αυτό που έγραψε και αλλού : «Αδιόρθωτοι εμείς (οι Νεοέλληνες) ονειροπόλοι, μιλάμε για Αγία Σοφιά και κλαίμε για την Πόλη.» Ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, ως ελληνική έχει εγγραφεί στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο η βυζαντινή ή, όπως αλλιώς έχει ονομασθεί, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εδώ έχει θέση αυτό που έγραψε ο Βολταίρος : «Στην ζωή είναι αδιάφορο αν κάτι είναι πέρα για πέρα αληθινό ή αν έχει περάσει για αληθινό». Ούτως ή άλλως, ήταν μία λαμπρή νίκη της πανίσχυρης, της υπέροχης ελληνικής γλώσσας. Μία κατάκτηση χωρίς πολέμους, αιματοχυσίες και βαρβαρότητες.
    Εν κατακλείδι, έχουμε μεν ένα πολυεθνικό κράτος, αλλά ελληνόφωνο και με ελληνική παιδεία. Κράτος ελληνικό, σύμφωνα με τη ρήση του Ισοκράτη : «Έλληνες είσιν οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες.» Την ίδια ιδέα εξέφρασε, 18 αιώνες αργότερα και ο βυζαντινός φιλόσοφος Πλήθων ο Γεμιστός : «Έλληνες εσμέν ως ή τε ή φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρούσιν.» Αυτό το ελληνόφωνο κράτος έσωσε δύο φορές την Ευρώπη από την ισλαμική αραβική πλημμυρίδα τον 7ο και 8ο αιώνα. Το υποστήριξε ο διάσημος ιστορικός René Gousset της Γαλλικής Ακαδημίας, υπενθυμίζοντας ότι : Οι Άραβες είχαν πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη το 673 και αποκρούστηκαν από τον Κωνσταντίνο Πωγωνάτο, καθώς και το 717 και αποκρούστηκαν από τον Λέοντα Ίσαυρο. Τι θα γινόταν αν ο βυζαντινός φράχτης είχε υποχωρήσει ; Απλούστατα, η αδύνατη τότε Ευρώπη θα είχε κατακλυσθεί από τη μουσουλμανική πλημμυρίδα με αποτέλεσμα : Καμία Αναγέννηση δεν θα ήταν δυνατή αφού το ευρωπαϊκό ποτάμι θα είχε αποκοπεί από την ελληνική πηγή του. Όταν το 1453 πραγματοποιήθηκε η μουσουλμανική κατάκτηση από τους Τούρκους, η Δύση είχε φθάσει στην ακμή της και μπορούσε να αντισταθεί και να πραγματοποιήσει την αναγέννηση, με τη βοήθεια και των Ελλήνων που είχαν έρθει από το Βυζάντιο. Όπως και έγινε με τις δύο αποτυχημένες οθωμανικές πολιορκίες της Βιέννης, τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Το ίδιο είχε συμβεί 12 αιώνες πρωτύτερα όταν η Ελλάδα αντιστάθηκε επιτυχώς στον Δαρείο και στον Ξέρξη. Αν αυτό δεν είχε συμβεί και η Αθήνα, μαζί με ολόκληρη την Ελλάδα είχε απορροφηθεί από την περσική αυτοκρατορία, ο δυτικός πολιτισμός θα είχε στραγγαλιστεί στο λίκνο του.
    Επανερχόμενοι στο θέμα της ελληνικής γλώσσας, σημειώνουμε ότι, καθόλη την χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδο, αλλά και αργότερα, η γλώσσα μας εμφανίζεται με δύο μορφές :
    -Την Κοινή Ελληνιστική η οποία εξελίσσεται μακριά από κάθε σχολική επιρροή. Μέσω αυτής εκφράζεται ο απλός λαός.
    -Την Αττικίζουσα λόγια, αριστοκρατική. Μέσω αυτής εκφράζεται η κρατική εξουσία και βασικά, η εκκλησία.
    Ας δούμε τώρα, πολύ συνοπτικά, πώς δημιουργήθηκε και πώς εξελίχθηκε αυτή η διμορφία της ελληνικής γλώσσας. Αναφέρεται και ως διγλωσσία, αδόκιμα, εφόσον πρόκειται για δύο μορφές της ίδιας γλώσσας. Στην κλασσική περίοδο του ελληνισμού υπήρχαν διάφορες διάλεκτοι (Αττική, Ιονική, Δωρική, Αιολική, Μακεδονική κ.α.). Τη γλωσσική ενότητα του ελληνισμού προετοίμασαν οι εμπορικές συναλλαγές, οι πανελλήνιοι αγώνες, τα κοινά Ιερά (Δελφοί, Ολυμπία, Ελευσίνα), η λογοτεχνία και οι διάφορες συμμαχίες μεταξύ των πόλεων – κρατών. Αποφασιστική ώθηση για την ομογενοποίηση, απλούστευση και σταθερότητα της γλώσσας έδωσε η μακεδονική ηγεμονία. Ωστόσο, η διάλεκτος που χρησίμευε ως οδηγός για την ομογενοποίηση ήταν η Αττική , την οποία, άλλωστε, είχε υιοθετήσει η μακεδονική δυναστεία ως επίσημη γλώσσα του Βασιλείου.
    Έτσι προέκυψε η Κοινή Ελληνιστική , η οποία διαδόθηκε στα πέρατα των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όπως ήταν φυσικό, στην ομιλούμενη από διάφορα έθνη Κοινή Ελληνιστική, παρεισέφρησαν ξένες λέξεις και οι άνθρωποι συχνά εκφραζόντουσαν με «βαρβαρισμούς», και «σολοικισμούς». Την τάση αυτή αναφέρει πολύ εκφραστικά ο Καβάφης στο ποίημα «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης». Ήταν μια εξέλιξη που δεν άρεσε στην πνευματική ελίτ της Αθήνας, αλλά και της ελληνόφωνης Ρώμης. Αντέδρασε λοιπόν με το σύνθημα : «πίσω ολοταχώς στον δόκιμο αττικό λόγο του Λυσία και του Πλάτωνα.» Έτσι δημιουργήθηκε το αττικιστικό κίνημα που αποτέλεσε, από τον 1ο αιώνα, την απαρχή της διμορφίας της ελληνικής γλώσσας. Οι υπέρμαχοι της γλωσσικής καθαρότητας και ανεπιμειξίας δεν ήθελαν να αποδεχτούν την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι η γλώσσα εξελίσσεται. Το ποτάμι της Κοινής Ελληνιστικής είχε ωστόσο προχωρήσει και ήταν αδύνατον να γυρίσει πίσω.
    Στις τάξεις των Αττικιστών είχαν προσχωρήσει και οι πολέμιοι του Χριστιανισμού. Αυτοί, ως εκπρόσωποι της υψηλής διανόησης, καταφρονούσαν, τόσο την απλοϊκή διδασκαλία, όσο και την ανεπιτήδευτη γλώσσα των Ευαγγελίων. Παρά ταύτα, η επίσημη Χριστιανική Εκκλησία αποδέχτηκε ουσιαστικά τον αττικισμό. Στην Αττικίζουσα λόγια εκφράστηκαν οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, με τους «μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας» τους. Σ’αυτήν γράφτηκαν τα πρακτικά των 6 Οικουμενικών Συνόδων που διαμόρφωσαν την ορθοδοξία. Στον αττικισμό καταλογίζεται ο διχασμός, η διμορφία της ελληνικής γλώσσας η οποία ταλαιπώρησε το έθνος επί δύο χιλιάδες χρόνια και βάθυνε το χάσμα μεταξύ πεπαιδευμένων και απλού λαού. Θετική θεωρείται η συμβολή του αττικισμού στην προστασία της γραπτής κυρίως γλώσσας από την αθρόα εισροή λατινικών λέξεων, καθώς και στην υπεράσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς του κλασσικού κόσμου από την μισαλλοδοξία των φανατικών πρώτων χριστιανών.
    Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας πέρασε από διάφορα στάδια. Προς το τέλος του «ελληνικού Μεσαίωνα», όπως έχει ονομασθεί η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, διάφοροι έλληνες λόγιοι της διασποράς, ασχολήθηκαν σοβαρά με τη γλώσσα. Προσπάθησαν να διαμορφώσουν ένα γλωσσικό όργανο που θα επέτρεπε στο έθνος να πλησιάσει τα πολιτιστικά επιτεύγματα της Δύσης (διαφωτισμός) και να προετοιμαστεί για την επανάσταση. Εμφανίζονται δύο ακραίες απόψεις : Ο Ευγένιος Βούλγαρης και μερικοί άλλοι πίστευαν ότι μόνο η αρχαία γλώσσα μπορούσε να αποδώσει με ακρίβεια τα υψηλά φιλοσοφικά νοήματα. Στην αντίπερα όχθη, οι Ιωάννης Βούλγαρης και Αθανάσιος Ψαλίδας ήθελαν η γλώσσα να γράφεται όπως μιλιέται, π.χ. «γραφί Ρομέου προς Ρομέο για τη γλόσα του». Βρέθηκε όμως ο Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833), ο οποίος χάραξε τη μέση οδό διακηρύττοντας ότι : αφενός, η επιστροφή στην αρχαία είναι αδύνατος, αφετέρου, επιβάλλεται η ανάγκη καθαρισμού της καθομιλουμένης από πλήθος ξένων λέξεων, κυρίως τουρκικών ώστε, με κατάλληλο εμπλουτισμό από την αρχαία γλωσσική παράδοση, να ανεβεί ποιοτικά. Ο καθαρισμός αυτός της καθομιλουμένης συνεχίστηκε από τους λογίους του 19ου αιώνα και έτσι προέκυψε η καθαρεύουσα, η οποία υπήρξε η επίσημη γλώσσα του κράτους μέχρι το 1976. Τότε, με νόμο, καθιερώθηκε η καθομιλουμένη (δημοτική) ως επίσημη γλώσσα του κράτους και μ’αυτόν τον τρόπο έληξε το «γλωσσικό ζήτημα» που διήρκησε δύο αιώνες.
    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σημερινή καθομιλουμένη διαφέρει πολύ από εκείνη της περιόδου τουρκοκρατίας, όταν η σχολική εκπαίδευση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, Κατά τη διάρκεια της συνύπαρξης καθαρεύουσας και δημοτικής λειτούργησε ένα είδος όσμωσης μεταξύ των δύο μορφών της γλώσσας. Πολλές από τις καινούργιες λέξεις προερχόμενες από την αρχαία παράδοση, οι οποίες είχαν εισαχθεί στην καθαρεύουσα, περνούσαν σταδιακά στην καθομιλουμένη με ρυθμό ανάλογο του ρυθμού αύξησης των ατόμων που ακολουθούσαν Μέση Εκπαίδευση. Επίσης, στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας, προφορικής και γραπτής, έχουν ενσωματωθεί και εκφράσεις της αρχαίας ή της λόγιας καθαρεύουσας. Την εμπλουτίζουν και την καθιστούν πιο εκφραστική. Πχ. Τουτέστιν, εντούτοις, εν τω μεταξύ, φερειπείν, ειρήσθω εν παρόδω, θεού θέλοντος κλπ.

    Άγγελος Ζαχαρόπουλος
    Επίτιμος Διευθυντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής
    Τ. Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Γεωργίας

  4. Ο ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ (μέρος 1ο)

    Του Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού

    Ένα από τα ηχηρότερα επιχειρήματα των Νεοπαγανιστών εναντίον του Χριστιανισμού είναι το περί συστηματικής και οργανωμένης δήθεν καταστροφής των αρχαίων μνημείων, που έχει προσλάβει την μορφή ενός στερεότυπου μύθου, αναπαραγώμενου κατά της περιστάσεις.

    Και το ότι, μέσα στο ανταποδοτικό πάθος πολλών «χριστιανών», που τον 4ο αιώνα πέρασαν στην εποχή της «revanche», κατεστράφησαν αρχαιοελληνικά μνημεία, που συντηρούσαν την λατρεία των ειδώλων, είναι γεγονός. Μόνο όμως μέσα στις νοοτροπίες της εποχής είναι δυνατό να επιχειρηθεί στο σημείο αυτό επιστημονική ερμηνεία.

    Αρκεί να μελετήσει κάποιος το νεανικό έργο του Μ. Αθανασίου «Κατά ειδώλων»(1), για να κατανοήσει το θεολογικό υπόβαθρο τέτοιων ενεργειών. Άλλωστε, η ιστορία δεν ασχολείται με κατάρες, αλλά με ερμηνείες. Επιστημονική προσέγγιση των πραγμάτων μας προσφέρει δυνατότητες ασφαλέστερων κρίσεων και συμπερασμάτων.

    Επικαλούμεθα τα πορίσματα της έρευνας διακεκριμένων αρχαιολόγων, που συνοψίζουν τα δεδομένα μακροχρόνιων επιστημονικών ερευνών, συναδέλφων τους, αλλά και δικών τους.

    Το 1994 δημοσιεύθηκε μελέτη της κας Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Παναπιστημίου Αθηνών με τίτλο: «Το λυκόφως των θεών στην Ανατολική Μεσόγειο:
    Στοιχεία ανάλυσης για τρείς επιμέρους περιοχές» (2). Η κα Αθανασιάδη, με βαθειά γνώση και επιμέλεια, αξιοποιεί τα δεδομένα των ερευνών του χώρου της για το επίμαχο θέμα.

    Πρώτα επιλέγει «τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση», εξασφαλίζοντας έτσι για την έρευνά της μεγαλύτερη αξιοπιστία. Οι περιοχές Δε αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία-Παλαιστίνη.

    Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα «τις γενικεύσεις του Λιβανίου», όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή ναών, που καταντά, όπως λέγει, «ύποπτος»! «Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείται αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ’ αυτούς φανταστικές καταστροφές ναών ή, στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους».

    Από την άλλη μεριά, επιπολάζει η κινδυνολογία των εθνικών, για να παρουσιάσουν «τους εαυτούς τους ως μάρτυρες και την κοσμοθεωρία τους ως αντικείμενο συστηματικού και βάναυσου διωγμού, που διεξήγετο παράνομα, στο πλαίσιο μιας θεωρητικά ανεξίθρησκης αυτοκρατορίας». Γι’ αυτό η αντικειμενική συγγραφέας συνιστά «επιφυλακτική στάση» στις όποιες κρίσεις. Η ανεξιθρησκεία άλλωστε των αυτοκρατόρων, όπως ο Μ. Κωνσταντίνος, είναι αποδεδειγμένη.

    Η μεταφορά ειδωλολατρικών μνημείων στην νέα πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη- Νέα Ρώμη) για την διακόσμησή της ναι μεν εμποδίζει τη συνέχεια τοπικών λατρειών, αλλά τα αναδεικνύει ακόμη περισσότερο στην ίδια την χριστιανική, αργότερα, πρωτεύουσα.

    Εν τούτοις ο Μ. Κωνσταντίνος «επιδίωξε συστηματικά να εξασφαλίσει για την πόλη του την συνδρομή όλων των θείων δυνάμεων». Έτσι εκτός από χριστιανικούς ναούς ( Αγία Ειρήνη, Άγιοι Απόστολοι) αφιέρωσε και δύο ναούς σε εθνικές θεότητες, τη Ρέα και τη θεά Τύχη.

    Συνεχίζει όμως η κα Αθανασιάδη: «Σε τόπους όπως η Αθήνα και οι Δελφοί, κανόνας είναι, ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα». Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ος-6ος αιώνας) και την εγκατάλειψη.

    Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες.

    Όπως συνηθίζω να λέγω, Πατέρες όπως οι Τρεις Ιεράρχες, όχι μόνο Έλληνες ήταν, αλλά και φορείς υψηλής ελληνικής παιδείας. Δεν ήταν επήλυδες που ενέσκηψαν στον ελληνικό χώρο, για να «θύσουν και απολέσουν», αλλά Έλληνες, που γνώριζαν να αποτιμούν αντικειμενικά τα πράγματα, έξω από φανατισμούς και εξαλλοσύνες. Τα κριτήριά τους ήταν πνευματικά. Γνώριζαν την ειδωλική πλάνη, αλλά δεν ήταν ικανοί για βιαιότητες.

    Την συνείδηση της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων- Χριστιανών, που δεν απέρριψαν τον πολιτισμό των προγόνων τους, αλλά μόνον την θρησκεία τους – η οποία δεν ήταν παρά νοσταλγία της εν Χριστώ αληθείας, όπως επεσήμανε ήδη ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο των Αθηνών(3)- υποστηρίζει και η κα Αθανασιάδη: « Οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, που βρέθηκαν σπαρμένα γύρω και μέσα από το τέμενος του Απόλλωνα (στους Δελφούς), υπογραμμίζουν την συνέχιση της θρησκευτικής παράδοσης του τόπου».

    Όπως άλλωστε θρησκειολόγοι και λαογράφοι έχουν παραδεχθεί, αν «ξυπνούσε» σήμερα ένας αρχαίος Έλληνας και βρισκόταν σε ένα χριστιανικό πανηγύρι, δεν θα ένιωθε ξένος στο περιβάλλον. Είναι Δε χαρακτηριστικό, ότι πολλοί σήμερα επικριτές της ορθοδόξου λαϊκής θρησκευτικότητας, κυρίως της ελληνικής, σ’ αυτό το επιχείρημα καταφεύγουν, λησμονώντας ότι η ελληνική θρησκευτικότητα παρέμεινε ακέραιη, άλλαξε όμως ο προσανατολισμός της.

    Άλλωστε, η ελληνική πολυθεϊα δεν ήταν, κατά πολλούς θρησκειολόγους (π.χ. Λ. Φιλιππίδης), παρά θεοποιητική υποστασιοποίηση των ιδιοτήτων της μιας θεότητος. «Ο βανδαλισμός ιερών αντικειμένων (από Χριστιανούς Έλληνες) ήταν πράξη σπάνια στην Ελλάδα», δέχεται η κα Αθανασιάδη. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν μεμονωμένες.

    «Η γενική εντύπωση από την Ελλάδα είναι ότι η φθίνουσα αρχαία πίστη ενέπνεε στους νεοφώτιστους χριστιανούς, παρά την δομική μισαλλοδοξία της θρησκείας τους, σεβασμό και συχνά κάποια συγκίνηση».

    Ακόμη και ο όχι και τόσο ανεξίθρησκος Κωνστάντιος 337-361) «δεν φαίνεται να πείραξε ναούς», αλλά και «οι καλλιεργημένοι Χριστιανοί του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος αντιμετώπισαν τα αρχαία ιερά ως έργα τέχνης και όχι ως κατοικία δαιμόνων».

    Οι φανατικοί, βέβαια, δεν έλειπαν – όπως σε κάθε εποχή -, αλλά οι προτροπές τους για καταστροφή, κατά κανόνα, έπεφταν στο κενό. Ως την εποχή του Ιουστινιανού εισέρεαν αρχαία εθνικά μνημεία στην Κωνσταντινούπολη.

    Μόνο εκεί, που δεν υπήρχε «επαφή με την αστική παιδεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου», εκτός δηλαδή του ιστορικού ελληνικού χώρου, και όπου «η παραδοσιακή θρησκεία είχε ισχυρές ρίζες», παρατηρείτε φανατισμός και γίνονται καταστροφές. Αυτό συνέβαινε περισσότερο στην Ανατολή (Συρία – Φοινίκη – Παλαιστίνη).

    Η κα Αθανασιάδη όμως ερμηνεύει με τα επιστημονικά κριτήριά της τις συμπεριφορές και σε περιοχές, όπως η Συρία: «…Εδώ δεν έχουμε μια αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά ένα ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο εθνικό κίνημα με αμφίεση βέβαια, θρησκευτική».

    Και αυτό στηρίζεται σε έρευνες διαφόρων ειδικών. Με αυτό το κριτήριο μπορούν να ερμηνευθούν και μεταγενέστερες συμπεριφορές, χωρίς βέβαια, να αγνοούνται και οι προκλήσεις των εθνικών ομάδων. Όπου δεν κυριαρχούν προκλήσεις(προβοκάτσιες), οι συμπεριφορές μένουν ανεξέλεγκτες.

    Σκόπιμα βέβαια εκμεταλλευθήκαμε καθ’ υπερβολήν την έρευνα της εκλεκτής συναδέλφου, διότι προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για την ερμηνεία και κατανόηση πραγμάτων, που η κακοπιστία, κακεντρέχεια, αλλά και ανθελληνική σκοπιμότητα των ξένων κέντρων συστηματικά παρερμηνεύει.

    Τα πορίσματα της κας Αθανασιάδη μου επιβεβαίωσε σε μια σπουδαιότατη για μένα, επικοινωνία μας (19-07-2000) και ο γνωστός αρχαιολόγος και αείμνηστος φίλος Άγγελος Χωρέμης, ερμηνεύοντας την περίπτωση του Μ. Θεοδοσίου. Κατά την γραπτή του δήλωση, «το διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου (191-193 μ.χ.) αναφέρει απαγόρευση λατρείας σε αρχαία ιερά και την είσοδο στους ναούς, δεν εντέλλεται όμως την καταστροφή τους.
    Άλλωστε δεν φαίνεται ανασκαφικά τουλάχιστον τέτοια καταστροφή.

    Τα μεγάλα κέντρα της αρχαίας λατρείας, εκείνα ακριβώς που θα έπρεπε λογικά να υποστούν την μεγαλύτερη καταστροφή, όπως οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Δωδώνη, τα ιερά των Αθηνών κ.α. δεν φαίνεται ανασκαφικά τουλάχιστον να έπαθαν ζημιές από ανθρώπινο χέρι στα τέλη του 4ου αιώνα.

    Εξάλλου, πολλοί ναοί της αρχαίας λατρείας σώθηκαν ως τις μέρες μας σχεδόν ανέπαφοι, κυρίως στην κάτω Ιταλία και την Σικελία, όπου επίσης βασίλευε ο Μ. Θεοδόσιος, αλλά και στην κυρίως Ελλάδα, όπως το συγκρότημα της Ακροπόλεως των Αθηνών, ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) και ο ναός του Ιλισσού».

    Μάλιστα στον Θεοδοσιανό Κώδικα (XVI 10,25) «επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε χριστιανικούς» και γι’ αυτό δεν καταστράφηκαν, αλλά σώθηκαν αυτούσιοι (βλ. τον αρχαίο ναό κάτω από τον ανηγερμένο από την Αγία Ελένη τον Δ’ αιώνα ναό της Παναγίας της Καταπολιανής ή Εκατονταπυλιανής στην Πάρο που ανεκάλυψε ο μεγάλος αρχαιολόγος Α. Ορλάνδος).

    Κατά τον επιφανή βυζαντινολόγο Διονύσιο Ζακυνθηνό η διάταξη αυτή έγινε ακριβώς, για να σωθούν οι ναοί. «Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμία κρατική πολιτική, που να ενθαρρύνει την καταστροφή αρχαίων ιερών». «Αυτό που πράγματι έγινε, είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. (Δεν πρέπει πάντως να θεωρούμε ότι κάθε κατεστραμένο άγαλμα μαρτυρεί και χριστιανικό βανδαλισμό.

    Πολλά κατεστράφησαν από άλλες αιτίες και πάρα πολλά μεταφέρθησαν στην Κωνσταντινούπολη, για τον στολισμό της καινούργιας πρωτεύουσας). Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφτούμε ότι, μόλις 75-80 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς των Διοκλητιανού και Γαλερίου (311) και 55-60 χρόνια από τον ηπιώτερο διωγμό του Λικίνιου (320-324).

    Τον εξαγριωμένο αυτό όχλο εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει ο,τιδήποτε εθνικό εύρισκε μπροστά του. Αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μ. Θεοδοσίου και, όπως θα δούμε, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει». Και συμπληρώνει ο Άγγελος Χωρέμης: «Στην πορεία προς την νέα θρησκεία, υπάρχει αναμφισβήτητα κάποια πίεση εκ μέρους των Χριστιανών, αλλά όχι κρατικά κατευθυνόμενη βία.

    Δεν μαρτυρούνται διωγμοί σαν αυτούς που είχαν υποστεί οι ίδιοι οι Χριστιανοί μερικές δεκαετίες πριν, ούτε βίαιοι εκχριστιανισμοί, όπως έγιναν τον καιρό του Καρλομάγνου, της ισπανικής reconquista κ.α. Μαρτυρούνται ακρότητες, συχνά άγριες, αλλά πάντα περιορισμένες τοπικά και χρονικά.

    Το περίεργο δεν είναι πως έγιναν αγριότητες, το περίεργο είναι πως έγιναν τόσες λίγες μετά από τα μαρτύρια, που είχαν υποστεί οι Χριστιανοί».

    συνεχίζεται στο 2ο μέρος

    Σημειώσεις (του 1ου μέρους):
    1) 318, όχι «Κατά Ελήνων», ο τίτλος αυτός είναι μεταγενέστερος και προσετέθη απ’ τους εκδότες.
    2) Περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΑ, τ.44, Θεσσαλονίκη 1994, σς. 31-50
    3) Πραξ.17,23. Ο Απόστολος Παύλος δεν καταστρέφει ή διαστρέφει την ελληνική θρησκευτικότητα, αλλά την στρέφει προς τον αναμενόμενο Αληθινό Θεό.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: