76 χρόνια πριν: Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν

σάρωση0016-1

Με αφορμή την επέτειο των 76 χρόνων από την έναρξης της »Ελληνικής Επιχείρησης»  στην ΕΣΣΔ με την υπογραφή του Νικολάι Γιεζόφ, οπότε οι διώξεις έλαβαν καθαρά εθνικό χαρακτήρα, η εφημερίδα Καθημερινή την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013 αφιέρωσε τη σελίδα Ιστορίαςστο άγνωστο αυτό γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας. Το β’ μέρος του αφιερώματος θα δημοσιευτεί την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου.  Το άρθρο, έτσι όπως δημοσιεύτηκε, είναι το παρακάτω. Στην ανάρτηση πρόσθεσα κάποιες επιπλέον φωτογραφίες...

STALIN-Kathimerini-15-12-2013

1932. κρατούμενοι μοχθούν για την κατασκευή του Καναλιού της Λευκής Θάλασσας, του πρώτου έργου στη ΕΣΣΔ που έγινε με καταναγκαστική εργασία

Η 15η Δεκεμβρίου του 1937 θεωρείται η ημέρα που ο όρος «Ελληνας» μετατράπηκε σε πολιτική κατηγορία και οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις κατά των μελών της ελληνικής μειονότητας στη Σοβιετική Ενωση. Οι διώξεις συμπεριέλαβαν όλους τους άρρενες Ελληνες ανεξάρτητα από την πολιτική ή κοινωνική τους θέση. Συνελήφθη όλη η ελληνική ηγετική ομάδα που αποτελείτο από πιστά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Συνελήφθησαν τόσο οι ντόπιοι Ελληνες (Μαριουπολίτες, Πόντιοι, απόγονοι των παλιών μεταναστών από τον ελλαδικό χώρο), όσο και οι πολιτικοί πρόσφυγες από Ελλάδα -μέλη και φίλοι του ΚΚΕ- που είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ενωση για να αποφύγουν τις πολιτικές διώξεις που είχαν ξεκινήσει με το Ιδιώνυμο (1928) και εντάθηκαν την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.

Με το Διάταγμα-Ντιρεκτίβα 50215 που έφερε την υπογραφή του επικεφαλής της Κρατικής Ασφάλειας (ΝΚVD) Νικολάι Γιεζόφ, η ελληνική σοβιετική μειονότητα είχε θεωρηθεί ύποπτη. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η εθνοτική καταγωγή ταυτιζόταν με πολιτικό αδίκημα. Υπολογίζεται ότι η Ασφάλεια συνέλαβε 15.000 πολίτες ελληνικής καταγωγής. Ενα σημαντικό τμήμα της μειονότητας, που προερχόταν από τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε εγκατασταθεί στην ΕΣΣΔ εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής, βίωνε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια μια παρόμοια κατάσταση, καθώς λίγα χρόνια πριν είχε βρεθεί στο στόχαστρο των Νεότουρκων εθνικιστών. Η πολιτική αυτή της συλλογικής ευθύνης λόγω της ένταξης σε μια εθνοτική ομάδα και της ενοχοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητας, θα αποτελέσει βασικό άξονα της σταλινικής πολιτικής κατά συγκεκριμένων μειονοτικών ομάδων.

Ενα διάταγμα σήμανε τις ομαδικές διώξεις κατά της μειονότητας

Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν από το φθινόπωρο του ’37. Ο Ivan Tzouha (Iβάν Τζουχά) στο βιβλίο του «Gretseskayia Operatsia» («Ελληνική Επιχείρηση») αναφέρει ως πρώτη επίσημη πράξη κατά των μειονοτήτων, την απόφαση που ελήφθη στη συνεδρίαση του Οργανωτικού Γραφείου της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΠΚΚ-μπ) με βάση την οποία η ύπαρξη εθνικών σχολείων (φινλανδικών, γερμανικών, αγγλικών, ελληνικών κ.λπ.) θεωρείτο «επιβλαβής» για τον σοβιετικό σοσιαλισμό και καλούσε τους υπεύθυνους της NKVD να λάβουν τα αναγκαία μέτρα. Τότε έκλεισαν 250 ελληνικά σχολεία στον Καύκασο, την περιοχή Κρασνοντάρ (Νότια Ρωσία), την Κριμαία και την περιοχή της Αζοφικής (Μαριούπολη-Ντονιέτσκ).

Η πολιτική της στοχοποίησης της ελληνικής μειονότητας θα κωδικοποιηθεί με το Διάταγμα-Ντιρεκτίβα υπ. αριθμ. 50215. Στο Διάταγμα που είχε την υπογραφή του Γιεζόφ, «επιτρόπου του ΛΚΕΥ (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων) της ΕΣΣΔ, γενικού επιτρόπου της Κρατικής Ασφάλειας», αναφέρονταν τα εξής:

«Παράλληλα με την κατασκοπευτική και υπονομευτική δραστηριότητα προς το συμφέρον των Γερμανών και των Ιαπώνων, η ελληνική κατασκοπεία αναπτύσσει εντατική αντισοβιετική και εθνικιστική δραστηριότητα, στηριζόμενη σε πολίτες με αντισοβιετικές βλέψεις… ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό της ΕΣΣΔ. Με σκοπό την αναχαίτιση της δραστηριότητας της ελληνικής κατασκοπείας στο έδαφος της ΕΣΣΔ ΔΙΑΤΑΣΣΩ:

Στις 15 Δεκεμβρίου ταυτόχρονα, σ’ όλες τις Δημοκρατίες και τις Περιφέρειες, να συλληφθούν όλοι οι Ελληνες, οι οποίοι είναι ύποπτοι για κατασκοπευτική, αντάρτικη και εθνικιστική αντισοβιετική δραστηριότητα.

Συλλαμβάνονται όλοι οι Ελληνες (Ελληνες υπήκοοι και πολίτες της ΕΣΣΔ) των εξής κατηγοριών:

Α) Οσοι είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο του ΛΚΕΥ και όσοι είναι υπό παρακολούθηση.

Β) Πρώην μεγαλέμποροι, μαυραγορίτες και λαθρέμποροι.

Γ) Ελληνες που αναπτύσσουν εντατική εθνικιστική δραστηριότητα, πρώτοι απ’ όλους οι πρώην κουλάκοι και όσοι απέφυγαν την αποκουλακοποίηση.

Δ) Πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα και όλοι οι Ελληνες, οι οποίοι ήρθαν παράνομα στην ΕΣΣΔ, άσχετα από ποια χώρα έφτασαν».

Προσπαθώντας να μελετήσω την άγνωστη ιστορία του σοβιετικού ελληνισμού και ειδικά την εποχή των σταλινικών διώξεων, συνάντησα κάποιους αξιοσημείωτους ανθρώπους που έζησαν σε όλες τις μορφές τη βία εκείνης της εποχής. Τον Γιάννη Καραμανίδη τον συνάντησα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 σ’ ένα φτωχικό αυθαίρετο σπιτάκι στην Ανω Φούσα Ασπροπύργου. Ο Καραμανίδης είχε βιώσει όλη την κοσμογονική αλλαγή που συνέβη στις δύο ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Τη γενοκτονία και την κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού στις περιοχές του μικρασιατικού Πόντου, την προσφυγιά στη Σοβιετική Ενωση και τις πολιτικές εξελίξεις του Μεσοπολέμου. Εζησε τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) και υπήρξε θύμα του σταλινισμού κατά την έναρξη της «Ελληνικής Επιχείρησης». O Kαραμανίδης ήταν γόνος εύπορης οικογένειας των Κοτυώρων του μικρασιατικού Πόντου. Η πολιτική των Νεότουρκων τον υποχρέωσε να ανέβει στο βουνό στα 17 του χρόνια και να γίνει αντάρτης. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή, μετά από πέντε χρόνια αντάρτικης δράσης, κατέφυγε στο Αντλερ της Σοβιετικής Ενωσης, όπου συνελήφθη το 1937. Περιέγραψε ως εξής τη σύλληψή του: «Με έπιασαν στις 18 Δεκεμβρίου 1937. Με πήγαν στη φυλακή του Κρασνοντάρ. Μου ζητούσαν να υπογράψω ότι ανατίναξα το γεφύρι στο Τανγκανρόκ. Εγώ δεν ήξερα ούτε πού βρισκόταν αυτό… Εκεί έφαγα πολύ ξύλο… Στις 12 το βράδυ έρχονται, με παίρνουν για ανάκριση. Με χτυπούσαν και μου έλεγαν να υπογράψω ότι χάλασα το γεφύρι. Με έβαλαν γυμνό σε μια κάμαρα να στέκω όρθιος. Οι τοίχοι γύρω ήταν γεμάτοι καρφιά. Δεν μπορούσες να ακουμπήσεις πουθενά. Εριχναν κρύο νερό πάνω μου. Πρήστηκα. Με έβγαλαν έξω να υπογράψω. Εγώ δεν υπόγραφα. Εκλειναν με το χέρι τους το κείμενο και μου έλεγαν “υπόγραψε”. Τους έλεγα “να διαβάσω τι γράφει και μετά θα το υπογράψω”. Αυτός δεν το φανέρωνε αλλά έβριζε και μου έλεγε “υπόγραψε”. “Ανοίχτε να διαβάσω για να ξέρω γιατί με έχετε εδώ” έλεγα. Τότε άρχιζε το ξύλο. Πολύ ξύλο. Με χτύπαγε ο ένας και μετά με πέταγε στον άλλο. Τα ίδια και αυτός. Μέχρι που σωριαζόμουν κάτω».

2 Giannis karamanidis

Με τον Γιάννη Καραμανίδη στον Ασπρόπυργο, κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 

Τελικά η Δυάδα των Γιεζόφ και Βισίσκι που υπέγραφε όλες τις καταδίκες ή τις εκτελέσεις -από τον Σεπτέμβριο του ’38 το δικαίωμα υπογραφής δίνεται σε τοπικές Τριμελείς Επιτροπές (τρόικα)- τον καταδίκασε σε 10ετή κάθειρξη. Ο Καραμανίδης περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη στην Απω Ανατολή: Καμτσάτκα, Σαχαλίνη, Βλαδιβοστόκ για να καταλήξει τελικά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Μαγκαντάν της Κολιμά. Περιγράφει ως εξής τις συνθήκες διαβίωσης: «Το στρατόπεδο ήταν γεμάτο από Ελληνες. Υπήρχαν απ’ όλα τα έθνη: Ρώσοι, Γεωργιανοί, Πολωνοί, Εγγλέζοι. Δεκαοχτώ χιλιάδες έφεραν με μας εκεί. Από αυτούς επέζησαν οι 300. Οι άλλοι πέθαναν από την πείνα και το κρύο. Μαγειρεύαμε πριονίδι για να τρώμε. Στοίβες ήταν τα πτώματα. Μαυρισμένα ήταν. Εσκαβαν λάκκους 50 μέτρα μήκος και 15 πλάτος. Για να ανοίξουν ένα λάκκο έκαναν 4 με 5 μέρες. Παγωμένο ήταν το χώμα. Δεν σκαβόταν. Εσκαβαν λίγο, μετά έχυναν πετρέλαιο και έβαζαν φωτιά. Ετσι έλιωνε ο πάγος και συνέχιζαν το σκάψιμο. Μετά από λίγο πάλι. Μέχρι να φτάσουν τα τρία μέτρα. Τους πεθαμένους τους έσπρωχναν μ’ ένα τρακτέρ μέσα στο λάκκο. Χιλιάδες ομαδικοί τάφοι υπήρχαν σ’ εκείνους τους κάμπους της Κολιμά… Στη δουλειά μας πήγαιναν 20-30 ανθρώπους. Γύρω μας φαντάροι. Αν κάποιος δεν μπορούσε να περπατήσει τον χτυπούσαν. Το χειρότερο όμως ήταν τα σκυλιά. Οποιος ήταν φυλακισμένος με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα δεν είχε κανένα δικαίωμα. Κι αν πέθαινες και αν σε σκότωναν δεν έδιναν λογαριασμό σε κανένα. Στη φυλακή δεν μιλούσαμε καθόλου. Ο πολιτικός κρατούμενος δεν έχει γλώσσα. Παντού στη στολή είχαμε το νούμερό μας. Εγώ ήμουν το νούμερο 665. Αυτόν είχα μέχρι το τέλος. Οι ποινικοί κρατούμενοι είχαν περισσότερες ελευθερίες».

Νικολάι Γιεζόφ. Το 1937 υπέγραψε την Ντιρεκτίβα 50215, η οποία στοχοποιούσε την ελληνική μειονότητα. Το ίδιο έτος, φωτογραφήθηκε με τους Βοροσίλοφ, Μολότοφ και Στάλιν 

«Από 25.000 μείναμε 600»

Στην ερευνητική μου περιπλάνηση συνάντησα στη Νέα Σμύρνη και τον Παύλο Κερδεμελίδη. Αλλον έναν ομογενή που είχε βιώσει τη σταλινική βία και είχε ζήσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της περιοχής Βορκουτά 12,5 χρόνια. Ο Κερδεμελίδης είχε γεννηθεί στα περίχωρα της Τραπεζούντας του Πόντου και είχε καταφύγει στην Κριμαία της Ρωσίας λόγω της γενοκτονίας που πραγματοποιούσε ο νεοτουρκικός εθνικισμός στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Τον συνέλαβαν στις 15 Δεκεμβρίου 1937 στην Αλούπκα (παραφθορά της Αλωπεκής Φωλέα, όπως ήταν η αρχαία ελληνική ονομασία της περιοχής). Ηταν ο πρόεδρος της «κοπερατίβας φωτογράφων».

…συνέχεια της παραπάνω φωτογραφίας. Το 1939, θύμα και ο ίδιος της σταλινικής παράνοιας, συνελήφθη και το 1940 εκτελέστηκε. Εξαφανίστηκε από την φωτογραφία έως το 1991. 

Η σύλληψή του έγινε με τον εξής τρόπο: «Με συνέλαβε η NKVD χωρίς να ξέρω το γιατί. Αργότερα άρχισαν τις ανακρίσεις και μας πήγαιναν από τη Γιάλτα στη Σεβαστούπολη. Στις ανακρίσεις χτυπούσαν με βούρδουλα και ρωτούσαν τι ξέρω γι’ αυτόν ή τον άλλο. Δεκαοχτώ μήνες γίνονταν οι ανακρίσεις… Η κατάθεση που υπόγραψα έλεγε ότι ήμουν σε κάποια ομάδα, ότι θέλαμε να ρίξουμε τη σοβιετική κυβέρνηση».

Με βάση την ομολογία του ο Κερδεμελίδης καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα από την Τριμελή Επιτροπή. Μετά από περιπλάνηση σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης τον μεταφέρουν σε στρατόπεδο στην περιοχή Βορκουτά. Περιγράφει με τον εξής τρόπο τη μεταφορά τους στο στρατόπεδο και τις συνθήκες διαβίωσης: «Το 1939 μας φόρτωσαν σε 90 βαγόνια 25.000 άτομα (σ.σ. απ’ όλες τις εθνικότητες) και μας πήγαν στη Σιβηρία. Εκεί ήταν δάση. Μας έβγαλαν, ανοίξαμε δρόμο και φτάσαμε σε μια πεδιάδα. “Εδώ θα μείνετε” μας είπαν. Μέσα στο δάσος, δίχως σπίτια, δίχως τίποτα. Μέσα στο χιόνι. Ετσι, σε έξι μήνες από 25.000 μείναμε 600… Εκεί δουλεύαμε. Κόβαμε ξύλα και τα στοιβάζαμε. Γύρω μας ήταν φαντάροι μ’ αυτόματα. Ολα τα ξύλα σάπισαν εκεί βέβαια. Ηθελαν να μας εξοντώσουν. Οι περισσότεροι πέθαναν. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει πόσοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι… Πηγαίναμε για δουλειά τέσσερις τέσσερις. Γύρω τα σκυλιά και τα αυτόματα. Ενα βήμα δεξιά, ένα βήμα αριστερά πυροβολούσαν χωρίς προειδοποίηση».

1 4 kerdemelidis3

1 2 kerdemelidis2

Η φωτογραφία του Παύλου Κερδεμελίδη που υπήρχε στο φάκελό του στην Βορκουτά. Το σκισμένο νούμερο γράφει Β136.   Αυτό το νούμερο ήταν το όνομά του από τη στιγμή της σύλληψής του στην Κριμαία έως την απελευθέρωσή του. Δεξιά:  Βεβαίωση αθωότητας για τον Π. Κερδεμελίδη μετά από υπερδεκαετή κάθειρξη σε καταναγκαστικά έργα. Τέτοιες Βεβαιώσεις δόθιηκαν μετα το 20ο Συνέδριο  του ΚΚΣΕ.

Μικρό ενδιαφέρον από την ελληνική ιστοριογραφία

Παρότι έχουν περάσει 23 χρόνια από την έκδοση στην Ελλάδα της πρώτης μονογραφίας για εκείνα τα συγκλονιστικά γεγονότα με τίτλο «Ποντιακός Ελληνισμός: Από τη Γενοκτονία και τον Σταλινισμό στην Περεστρόικα», εντούτοις ελάχιστα ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά η νεοελληνική ιστοριογραφία. Και ας ακολούθησε η κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου, ας γέμισαν οι ελληνικές πολιτείες με χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες, ομογενείς και άλλους, του αποτυχημένου σοσιαλιστικού πειράματος του 20ού αιώνα και ας βιώνει ακόμα ο πλανήτης την ανισορροπία που επέφερε το τέλος του διπολικού κόσμου. Η ουδέτερη στάση -ίσως και αδιάφορη, αλλά και κάποιες φορές επιδοκιμαστική των διώξεων- είναι αποκαλυπτική των νεοελληνικών μας ορίων, της περιορισμένης ικανότητας να αντιλαμβανόμαστε τις εξελίξεις στον περιβάλλοντα χώρο, την έλλειψη συναισθημάτων αλληλεγγύης προς πληθυσμούς που υποφέρουν, αλλά και της βαθύτατης αλλοτρίωσης στην οποία έχει περιέλθει ο νέος ελληνισμός.

– Θα ακολουθήσει δεύτερο μέρος στη σελίδα Ιστορίας της επόμενης Κυριακής.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας και μαθηματικός.https://kars1918.wordpress.com/

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_15/12/2013_543193

1 3 B35-tafos kratoumenou

 Τάφος του κρατούμενου με τον αριθμό Β35… Κάπου στην Κολιμά!

Διαβάστε επίσης:  

Οι σταλινικές διώξεις

imgp0038

13 comments so far

  1. Streit im EU-Parlament: Stalin spaltet Europas Linke

    Von Gregor Peter Schmitz, Brüssel

    05.12.2013

    Europa droht ein Aufstieg der Rechtspopulisten. Doch auch Linksextremisten glauben nicht an europäische Werte – das offenbart ein bizarrer Streit um eine Stalin-Ausstellung im EU-Parlament.

    Helmut Scholz, 59, ist Sohn eines Kommunisten. Er hat in Moskau studiert, bei der PDS gewirkt, nun ist er Europaabgeordneter für die Linke. Eine mustergültige linke Biografie also. Doch im Internet ist über Scholz zu lesen, er sei ein «antikommunistischer Hetzer». Das Foto zum Text zeigt ihn mit einem Globus unter den Arm, so wie stramm Linke eigentlich den imperialen Klassenfeind illustrieren.

    Die KKE, die Kommunistische Partei Griechenlands, welche den Beitrag online gestellt hat, hat gleich noch einen flammenden Appell an die anonymen Internet-Massen hinzugefügt, den Aufstand gegen Klassenfeinde wie Scholz zu wagen: «Arbeiterinnen und Arbeiter, alle arbeitenden Menschen, die aufrechten Kämpferinnen und Kämpfer sollen dem Opportunismus und seinen Parteien den Rücken kehren. Sie sollen sie in der Schlammgrube plätschern lassen, in der sie zusammen mit ihren Ausbeutern und ihrem politischen Personal wohlweislich stecken.»

    Das Vergehen von Scholz in den Augen der griechischen Genossen: Er hat eine Ausstellung im Europäischen Parlament organisiert, es geht darin um die Verbrechen von Sowjetdiktator Josef Stalin. «Ich kam als Gast in euer Land gereist. Deutsche Hitlergegner als Opfer des Stalinterrors – Familienschicksale 1933-1956», heißt das Oeuvre, es dokumentiert etwa, wie politisch Verfolgte aus Nazi-Deutschland in ihr kommunistisches Traumland kamen, doch bald selbst Stalins Terror ausgesetzt waren.

    Scholz wollte mit der Ausstellung zeigen, dass auch Linke die dunklen Seiten des Stalinismus sehen. Die Bilder und Berichte waren schon im Brandenburger Landtag, in Berlin oder in Moskau zu begutachten, es gab nie großen Ärger – bis die Ausstellungsstücke im November nach Brüssel kamen.

    «Üble Beleidigung gegen die Kämpfer in der UdSSR»

    Denn dort warten Abgeordnete wie die der KKE, die mit der deutschen Linken in einer Fraktion im Europaparlament sitzen. Als sie von der Ausstellung hörten, verfassten sie umgehend eine Pressemitteilung: «Es ist eine üble Beleidigung der Millionen sowjetischen Menschen, die Kommunisten und die Kämpfer in der UdSSR und anderen Ländern Europas, die sich für die Zerschlagung der faschistischen Bestie opferten, eine vulgäre Verleumdung des ersten Arbeiterstaates in der Geschichte der Menschheit und der historischen Errungenschaften der Werktätigen im Sozialismus.»

    Was soll man darauf antworten? Scholz versuchte, seine griechischen Kollegen in einer Fraktionssitzung zur Rede zu stellen. Doch die KKE-Vertreter waren sich keiner Schuld bewusst. «Wir sehen die Geschichte des 20. Jahrhunderts eben anders», gaben sie knapp zu Protokoll. Außerdem: Scholz’ deutsche Linke beteilige sich mit den bürgerlichen Parteien an einer antikommunistischen Kampagne, sie betreibe Geschichtsfälschung. Schlimmer noch: Sie unterstütze «strategische Ziele der EU».

    Was aber wollen die KKE-Abgeordneten dann eigentlich im Parlament einer Europäischen Union, deren Ziele sie nicht anerkennen? Und worin unterscheiden sie sich dann von verfemten europäischen Rechtspopulisten wie dem Niederländer Geert Wilders oder der Französin Marine Le Pen, die im Parlament bestimmen wollen, aber die EU als «Alptraum» ablehnen?

    Dem deutschen Linken Scholz liegt wenig daran, in brüderlicher Eintracht versöhnend nach ganz links außen zu wirken. «Die KKE-Leute müssen einfach selber entscheiden, ob sie an Europas Werte glauben.» Scholz sitzt im eleganten Anzug in der Mickey-Mouse-Bar im 3. Stock des EU-Parlaments. Sie heißt so, weil an den Wänden Zeichnungen der berühmten Comic-Figur aus Amerika hängen, dem Land des einstigen Klassenfeinds. Scholz tippt auf einem iPad, dem Vorzeigeprodukt des einstigen Klassenfeinds.

    Fast scheint es ihm Spaß zu machen, die Stalin-anhänglichen Fraktionskollegen zu reizen. Es heißt, die deutsche Linke sei heilfroh, wenn die KKE die gemeinsame Parlamentsfraktion endlich verlasse. Die Griechen mosern zurück, sie bräuchten die anderen auch nicht bei ihrem Kampf. Schließlich haben sie ja Stalin auf ihrer Seite.

    http://www.spiegel.de/politik/deutschland/streit-im-eu-parlament-stalin-spaltet-europas-linke-a-937360.html

  2. Πόλυς on

    38.000 Ελληνες στα γκούλαγκ της Σιβηρίας
    Οι τελευταίοι επιζήσαντες από τους διωγμούς του Στάλιν φωτίζουν με τις μαρτυρίες τους την «περίοδο του μεγάλου τρόμου»
    Του Σταυρου Τζιμα
    Το ζήτημα των διωγμών και της εξόντωσης χιλιάδων Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης στα φοβερά γκούλαγκ της Σιβηρίας την εποχή του Στάλιν, φωτίζουν μαρτυρίες επιζώντων του μεγάλου –και εν πολλοίς άγνωστου, σε όλες του τις πτυχές– αυτού πογκρόμ, αφηγήσεις συγγενών ανθρώπων που πέθαναν στα κάτεργα και ιστορικών που ερευνούν την υπόθεση, στην «Κ».
    Τουλάχιστον τριάντα οχτώ χιλιάδες Σοβιετικοί πολίτες ελληνικής καταγωγής μεταφέρθηκαν στα γκούλαγκ της Σιβηρίας, απ’ όπου ελάχιστοι επέζησαν των απάνθρωπων συνθηκών καταναγκαστικής εργασίας. Συνολικά, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, υπήρξαν τρία κύματα διωγμών των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης κατά τη σταλινική περίοδο: οι εύποροι που συνελήφθησαν, εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν το ’30 ως «Κουλάκοι», μεγαλοαγρότες δηλαδή και άρα «εχθροί του λαού», εκείνοι –μερικές δεκάδες χιλιάδες– που διώχθηκαν το 1937 στην περιβόητη «επιχείρηση 13» με την κατηγορία της υπέρ της Ελλάδος κατασκοπείας (!) και όσοι εξορίστηκαν στη διάρκεια του πολέμου αλλά και το 1949 ως «συνεργάτες των Γερμανών» και «υπονομευτές» του σοβιετικού κράτους.
    Τρία κύματα διωγμών σε 12 χρόνια
    Στα τέλη του 1937, η Σοβιετική Ενωση ζούσε την κορύφωση της «περιόδου του μεγάλου τρόμου». Οι εκκαθαρίσεις αντιπάλων του σταλινικού καθεστώτος είχαν λάβει τη μορφή επιδημίας. Η δολοφονία του Κίρωφ, την 1η Δεκεμβρίου του 1934, προσχεδιασμένη από τις μυστικές υπηρεσίες του Στάλιν όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για την εξόντωση των εσωκομματικών αντιπάλων του δικτάτορα, που εξελίχθηκε σε φοβερό πογκρόμ.
    Πιστοί σύντροφοι του Λένιν, ηγέτες της μπολσεβίκικης επανάστασης, όπως ο Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν κ.ά. κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία και εκτελέστηκαν, ενώ ο Τρότσκι κατέφυγε στη Νορβηγία και αργότερα δολοφονήθηκε στο Μεξικό από πράκτορα της KGB. Οι ύποπτοι για «συνωμοσία» κατά του σοβιετικού κράτους οδηγούνταν κατά χιλιάδες, έπειτα από δίκη-παρωδία, στο εκτελεστικό απόσπασμα και στα περιβόητα γκούλαγκ της Σιβηρίας τα τρένα κατέφθαναν ξεφορτώνοντας «προδότες» και «εγκληματίες».
    Επιχειρήσεις εκκκαθάρισης
    Ο Στάλιν μαζί με τους εσωκομματικούς αντιπάλους και τους αντικαθεστωτικούς αποδείχθηκε ότι είχε θέσει στο στόχαστρό του και τις μικρότερες εθνότητες που ζούσαν στην αχανή σοβιετική επικράτεια. Πίστευε, πιθανότατα, κατά τους μετέπειτα μελετητές της περιόδου εκείνης, ότι σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Γερμανία ή τις άλλες «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», Πολωνοί, Κορεάτες, Ιάπωνες, Γερμανοί, Ελληνες, Φινλανδοί, Ρουμάνοι κ.ά. θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «πέμπτη φάλαγγα» συστρατευόμενοι με τον εχθρό. Η απαλλαγή, λοιπόν, από τους δυνάμει «υπονομευτές» ήταν ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
    Οπως προκύπτει από τα σοβιετικά αρχεία που άνοιξαν μετά την πτώση του καθεστώτος, οργανώθηκαν δεκατέσσερις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, για ισάριθμες εθνότητες, σχεδιασμένες από τον αρχηγό της NKΒD (τη μετέπειτα KGB) και στενό συνεργάτη του Στάλιν, Νικολάι Γιεζόφ. Η «ελληνική επιχείρηση εκκαθάρισης» με την υπ’ αριθμ. 50215 ντιρεκτίβα της NKBD ξεκίνησε τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου του 1937 και εξελίχθηκε σε Γεωργία, Κριμαία, Σταυρούπολη και όπου αλλού ζούσαν Ελληνες από τους 300.000 που είχαν εγκατασταθεί στη ρωσική και αργότερα σοβιετική αυτοκρατορία.
    Σε στρατόπεδα εργασίας
    Οπως λέει ο κ. Ιβάν Τζούχα, ομογενής από τη Ρωσία, που επί χρόνια ερευνά την ιστορία της δίωξης των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης, από τα στοιχεία που διαθέτει προκύπτει ότι 38.000 ελληνικής καταγωγής σοβιετικοί πολίτες εξαφανίστηκαν στη «μαύρη τρύπα» των γκούλαγκ του Στάλιν. Η ελληνική επιχείρηση ήταν η υπ’ αριθμόν 13 και το 50% των ομογενών συνελήφθησαν τις πρώτες τρεις μέρες με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας! Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελέστηκαν αμέσως. Μόνο στην περιοχή του Ντονέτσκ, στην Κριμαία, από τις 20 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου του 1938 τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη 3.140 Ελληνες.
    Οι άλλοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, γνωστά ως γκούλαγκ της Σιβηρίας και κυρίως στην περιοχή Κολιμά, κοντά στη χερσόνησο της Καμτσάτκα, όπου κατά τη σταλινική παντοδυναμία εξορίστηκαν 2.500.000 σοβιετικοί πολίτες, από τους οποίους λίγοι επέζησαν. «Τους υποχρέωναν να εργάζονται επί 15-16 ώρες την ημέρα στα διαβόητα ορυχεία χρυσού. Ουδείς άντεξε εκεί περισσότερους από τρεις-τέσσερις μήνες. Η θερμοκρασία τον χειμώνα επέφτε στους -60 βαθμούς. Τους νεκρούς τους στοίβαζαν σαν ψόφια ζώα και όταν μαζεύονταν πολλοί τους έκαιγαν. Οσοι επέζησαν, γλίτωσαν από θαύμα», αναφέρει ο κ. Τζούχα.
    «Τον πήραν»
    Τα όργανα των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος άρπαζαν μέσα στη νύχτα τους άνδρες, χωρίς να δίνουν εξηγήσεις στους ίδιους ή στους συγγενείς. Ουδείς βεβαίως τολμούσε να ρωτήσει για την τύχη των δικών του ανθρώπων, αλλά όλοι υποψιάζονταν τι τους περίμενε. Το μόνο που ψέλλιζαν αν κάποιος ρωτούσε ήταν: «τον πήραν». «Αυτό το ρήμα προκαλούσε φρίκη στην τότε Σοβιετική Ενωση, γιατί σήμαινε φοβερά πράγματα», συνεχίζει ο ομογενής ερευνητής και προσθέτει ότι μόνο μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, οπότε άρχισε η αποσταλινοποίηση, άρχισαν να βγαίνουν τα όσα έγιναν εις βάρος και των Ελλήνων.
    Με το ξέσπασμα του πολέμου και την επέλαση των Γερμανών στο σοβιετικό έδαφος ακολούθησαν νέοι διωγμοί εναντίον των μικρών εθνοτήτων. Το σταλινικό καθεστώς εξόρισε το 1942 στη Σιβηρία και το Καζακστάν 6.000 Ελληνες ως ύποπτους συνεργασίας με το εχθρό και όταν εκδιώχθηκαν τα γερμανικά στρατεύματα, το 1944, άλλα 15.040 άτομα ελληνικής καταγωγής εκτοπίστηκαν στη σιβηρική στέπα με την κατηγορία της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. «Βεβαίως όλα αυτά ήταν χαλκευμένα, οι Ελληνες όχι μόνο δεν συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, αλλά υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την παρτιζάνικη δράση τους και συμμετοχή στον Κόκκινο Στρατό», λέει ο κ. Τζούχα.
    Το 1949 σημειώθηκε το τρίτο και τελευταίο κύμα εκκαθαρίσεων Ελλήνων από τα παράλια της Αζοφικής και της Μαύρης Θάλασσας. Σε μια νύχτα «πήραν» 37.000 Ελληνες από την Κριμαία και το Βατούμι και τους εκτόπισαν στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. «Το καθεστώς ήθελε να αδειάσει τα παράλια από τους αλλοεθνείς», εξηγεί ο κ. Τζούχα, ο οποίος ταξιδεύει ανά τη ρωσική επικράτεια, συλλέγοντας στοιχεία προκειμένου να συντάξει το «Μαρτυρολόγιο των Ελλήνων θυμάτων των σταλινικών διώξεων».
    Επτασφράγιστα αρχεία
    Δεν είναι εύκολο το έργο του καθώς τα περισσότερα αρχεία της KGB και των άλλων μυστικών υπηρεσιών παραμένουν επτασφράγιστα. Οι διωχθέντες την περίοδο του «μεγάλου τρόμου» αποκαταστάθηκαν μαζί με εκατομμύρια άλλους σοβιετικούς πολίτες που διώχθηκαν, όχι όμως και οι Ελληνες που δολοφονήθηκαν και εξορίστηκαν κατά το τρίτο κύμα των διωγμών.
    Οι προσπάθειες κάποιων παραγόντων της εκεί ελληνικής ομογένειας σκοντάφτουν στο Κρεμλίνο, που με διάφορα προσχήματα δεν ανοίγει τους φακέλους. Επί εποχής Γέλτσιν και έπειτα από παρεμβάσεις ελληνικής καταγωγής μελών της Δούμα, το ντοσιέ με τα στοιχεία για τις διώξεις των Ελλήνων έφτασε στα χέρια του παντοδύναμου τότε Ρώσου προέδρου μαζί με εκείνα των Πολωνών. Μόλις ο Γέλτσιν είδε τα έγγραφα για τους Πολωνούς, για τους οποίους δεν ήθελε ν’ ακούσει, πέταξε και τους δύο φακέλους στο καλάθι των αχρήστων, διαψεύδοντας τις προσδοκίες όσων ανέμεναν δικαίωση.
    «Κατηγόρησαν τον πατέρα μου για κατάσκοπο και τον εκτέλεσαν»
    Συνάντησα την Κλεοπάτρα Μαρουφίδου στα μέσα Ιουνίου στον Ελληνορωσικό Οίκο Υπερηλίκων, ένα γηροκομείο της Ρωσικής Εκκλησίας στην οδό Ηλεκτρουπόλεως στην Αργυρούπολη. Παρά τα ενενήντα τρία της χρόνια, τα ’χει τετρακόσια. Διαβάζει με τις ώρες, βοηθάει στην ταξινόμηση της βιβλιοθήκης του ιδρύματος, παρακολουθεί την αλληλογραφία του γηροκομείου, συζητάει επί παντός επιστητού με τις νεαρές νοσηλεύτριες. Στα ράφια του πεντακάθαρου μικρού δωματίου, πολλά βιβλία Ρώσων συγγραφέων και ποιητών –Πούσκιν, Τολστόι, Αχμάτοβα, κ.ά.–, στους τοίχους φωτογραφίες σοβιετικών ηθοποιών, του Πατριάρχη Μόσχας κ. Αλέξιου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και ένα πορτρέτο του ντράμερ των Μπιτλς, Ρίνγκο Στάρ!
    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου ήρθε στην Ελλάδα από τη Ρωσία το 1999, κουβαλώντας, όπως λέει, χίλιους πεντακόσιους τόμους λογοτεχνικών βιβλίων και μια συναρπαστική προσωπική ιστορία: είναι από τους ελάχιστους εν ζωή Ελληνες της Σοβιετικής Ενωσης που επέζησαν της σταλινικής τρομοκρατίας. Συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπείας, φυλακίστηκε, εκτοπίστηκε στις στέπες του Καζακστάν, αλλά, όπως λέει, «στάθηκα τυχερή, γιατί αν με είχαν στείλει στα γκούλαγκ, το πιο πιθανό ήταν να είχα πεθάνει όπως τόσοι άλλοι». Σε ένα από αυτά τα γκούλαγκ εκτελέστηκε ο πατέρας της ως κατάσκοπος των Ελλήνων.
    Από το Ιρκούτσκ στη Μόσχα
    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου γεννήθηκε στο Ιρκούτσκ, στην ανατολική Σιβηρία, όπου στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν συρρεύσει πολλοί Ελληνες από τη νότια Ρωσία για να εργαστούν στο υπό κατασκευήν σιδηροδρομικό δίκτυο και στην ανοικοδόμηση της περιοχής. Εκεί, στην αφιλόξενη σιβηρική γη, οι Ελληνες πρόκοψαν ως τεχνίτες, μαστόροι και μικρέμποροι και γρήγορα κατέκτησαν περίοπτη θέση στην κοινωνία, όπου μάλιστα οι τοπικές αρχές έδωσαν το όνομά τους σε κεντρικό δρόμο του Ιρκούτσκ. Οταν το 1930 ο Στάλιν ξεκίνησε τις εκκαθαρίσεις εναντίον των κουλάκων (σ.σ. μεγαλοαγροτών) η μπάλα πήρε και τους ευκατάστατους Ελληνες, που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και κατέφυγαν στη Μόσχα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, μήπως χαθούν και γλιτώσουν.
    Το ίδιο έκανε και ο πατέρας της Κλεοπάτρας, ο Αδάμ, που όμως το 1935 πιάστηκε για παράνομη κατοχή συναλλάγματος και εστάλη σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας. «Εγραψα στον Στάλιν για να μου επιτρέψουν να δω τον πατέρα μου ενώ πήγα και είδα τον ίδιο τον Καλίνιν (σ.σ. πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ), ο οποιος μου έδωσε άδεια. Ηταν αρχές του 1937 όταν έφτασα στο γκούλαγκ, όπου με άφησαν να μείνω κοντά στον πατέρα μου τρεις μέρες. Ο υπεύθυνος με διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα βγει. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου όμως, όπως έμαθα αργότερα, τρεις μέρες μετά την εφαρμογή της ντιρεκτίβας εναντίον των Ελλήνων, τον εκτέλεσαν ως κατάσκοπο των Ελλήνων».
    Δέκα μήνες στη φυλακή
    Επιστρέφοντας στο Μουρμάνσκ, στην παραθαλάσσια αυτή πόλη του παγωμένου ρωσικού βορρά, όπου εν τω μεταξύ είχε τοποθετηθεί ως λογίστρια σε ανώτερη κρατική υπηρεσία, δεν μπορούσε να φανταστεί τι την περίμενε. «Μια μέρα μετά τη ντιρεκτίβα, είχαμε εκλογές θυμάμαι, ξύπνησα νωρίς για να τακτοποιήσω στο γραφείο κάποιες εκρεμμότητες και μετά να πάω να ψηφίσω. Κάποιος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μου και υπέθεσα ότι με ψάχνουν από το γραφείο γιατί είχα αργήσει. Ηταν δυο άντρες της NKVD, που με συνέλαβαν και με οδήγησαν στη φυλακή. Δεν είχα ιδέα γιατί μ’ έπιασαν και πού με πήγαιναν. Με ρωτούσαν διαρκώς πού είναι το λιμάνι, αλλά εγώ δεν κυκλοφορούσα στην πόλη και δεν ήξερα. Οταν ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέδειξα μια κατεύθυνση, είπαν ότι αυτό είναι απόδειξη ότι είμαι κατάσκοπος.
    Με μετέφεραν στις γυναικείες φυλακές του Λένινγκραντ, όπου έμεινα δέκα μήνες χωρίς δίκη, γιατί είχε χαθεί στη διαδρομή ο φάκελός μου. Στο διάστημα αυτό απομακρύνθηκε ο τότε επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών Εζόφ και ανέλαβε ο Μπέρια, ο οποίος για να δείξει ότι ο προκάτοχός του δεν έκανε καλά τη δουλειά του απελευθέρωσε χιλιάδες κρατούμενους, μεταξύ των οποίων και εμένα.»
    Εξορία στο Καζακστάν
    «Ενα χρόνο μετά με συνέλαβαν και πάλι. Με δίκασαν για κατασκοπεία και με εξόρισαν στο Καζακστάν. Η ποινή ήταν τρία χρόνια, αλλά μεσολάβησε ο πόλεμος και έμεινα συνολικά πέντε χρόνια εκεί».
    Μετά τον πόλεμο η Κλεοπάτρα Μουφίδου ενεργοποίησε, όπως λέει, «κάποιες παλιές και υψηλές γνωριμίες» και επέστρεψε στη δουλειά της, αυτή τη φορά ως υπάλληλος του υπουργείου που παρακολουθούσε τα δημόσια έργα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Ουδέποτε έγινε μέλος του κόμματος, μολονότι πιέστηκε να ενταχθεί στο ΚΚΣΕ. Για την ίδια, όπως και για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της τότε Σοβιετικής Ενωσης, πάντως, ο Στάλιν ήταν ο μόνος αθώος για τις διώξεις και θανατώσεις εκατομυρίων αντιφρονούντων ή κατασκευασμένων «εχθρών του λαού». «Αυτά τα πράγματα συζητούνταν στον κόσμο και όλοι έλεγαν πως είναι ένα λάθος που θα διορθωθεί. Ο κόσμος αγαπούσε τον Στάλιν, πιστεύαμε ότι δεν ήξερε πως γίνονταν τέτοια πράγματα. Ημασταν πεπεισμένοι ότι τα έκαναν οι κάτω από αυτόν, αλλά εν αγνοία του».
    Ακόμα και τώρα, πάντως, η υπέργηρη Κλεοπάτρα υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι ζούσαν τότε καλύτερα στη Ρωσία απ’ ό,τι σήμερα. «Οι άνθρωποι είχαν δουλειές. Σήμερα αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, χωρίζουν οικογένειες, ξετυλίγονται δράματα», λέει.
    «Ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν…»
    Η Βάλια Μουρατίδου ήταν 15 χρονών όταν η αστυνομία συνέλαβε τον πατέρα της, Δημήτρη –έναν σχετικά εύπορο Ελληνα, σιδηρουργό στο επάγγελμα–, στο Βατούμι.
    «Ηταν Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου του 1937, και το πρωί κατεβήκαμε από το χωριό με τον πατέρα μου στο Βατούμι, αυτός για να πάει στη δουλειά του και εγώ στο σχολείο. Δύο ώρες μετά ήρθε ένας θείος μου και μου είπε ότι τον “πήραν” από το σιδηρουργείο. Από εκείνη την ώρα άρχισε ο γολγοθάς μας», λέει σήμερα η 84χρονη κ. Μουρατίδου, που ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει συγγράψει βιβλίο για την περιπέτεια των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης υπό τον τίτλο «Εκατό χρόνια Οδύσσεια». «Τον κράτησαν ένα χρόνο στις φυλακές στο Βατούμι με άλλους Ελληνες. Ολοι τους πιάστηκαν με την ψεύτικη κατηγορία της υπονόμευσης του κράτους και της κατασκοπείας. Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες στη φυλακή, τα βασανιστήρια καθημερινό φαινόμενο. Πολλοί δεν άντεξαν και υπέγραψαν ότι αποδέχονται τις κατηγορίες και τους έστειλαν στα στρατόπεδα εργασίας. Ο πατέρας μου δεν υπέγραψε, αλλα στο τέλος τον εκτόπισαν και αυτόν. Τον είδα τελευταία φορά όταν τους φόρτωσαν στην Τιφλίδα στο τρένο για τη Σιβηρία. Εκτοτε δεν είχαμε νέα του. Λόγω των συνθηκών, αναγκαστήκαμε να φύγουμε στην Ελλάδα και αρχές του 1947 ένας εξάδελφος μας έγραψε ότι έμαθε από κάποιον που επέζησε πως “ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν από αιμορραγίαν εντέρου”».
    Το στίγμα της προδοσίας
    Η κ. Παρθένα Αποστολιάδη από το χωριό Βιτέζοβο του Κρασνοντάρ, που ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη, δεν γνώρισε τον πατέρα της, αφού εστάλη στις αρχές του 1938 εξορία στη Σιβηρία, όταν η ίδια ήταν ενός μηνός. Θυμάται ωστόσο τον στιγματισμό που υπέστη η οικογένειά της, αφού ο πατέρας της είχε χαρακτηριστεί προδότης. «Από μικρό παιδάκι άρχισα να ψάχνω τον τάφο του για να αποθέσω λίγα λουλούδια, αλλά κανείς από τους εκπροσώπους των αρχών δεν μου έλεγε. Μόλις το 1956 έμαθα ότι είχε πεθάνει στη Σιβηρία, χωρίς να μου δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες».

  3. Ριζοσπάστης on

    (http://www2.rizospastis.gr/getImage.do?size=medium&id=99397&format=.jpg)
    Ο Κώστας Βάρναλης το 1935 στη Μόσχα, με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή
    του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ, στο συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων

    (http://www2.rizospastis.gr/getImage.do?size=medium&id=136704&format=.jpg)
    Μαθητές και μαθήτριες της Ελληνικής Εργατικής Σχολής Οδησσού

    (http://www2.rizospastis.gr/getImage.do?size=medium&id=196488&format=.jpg)
    Το μουσικό συγκρότημα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ «Ρωμιοσύνη», σε συναυλία του σε εργοστάσιο
    του Λένινγκραντ, τη δεκαετία του ’70

    Το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της ΕΣΣΔ

    Νέα στοιχεία και μαρτυρίες έρχονται στο φως 70 χρόνια μετά την έναρξη της «Ελληνικής Επιχείρησης» που διήρκεσε 13 χρόνια

    Του Βλαση Αγτζιδη*

    Τον Δεκέμβριο του 1937 ξεκίνησε η «Ελληνική Επιχείρηση» (Gretseskayia Operatsia) κατά των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης με την υπογραφή του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, κοινώς Στάλιν. Ηδη είχε εξοντωθεί το σύνολο της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

    H απόλυτη κυριαρχία της σταλινικής ομάδας στην εξουσία, όπως συμβολικά θα αναδειχθεί με τις Δίκες της Μόσχας του ’36, θα μετατρέψει τη χώρα σε μια ματωμένη φυλακή. Επικεφαλής των δυνάμεων εσωτερικής καταστολής όρισε τον Λαυρέντι Μπέρια, την ομάδα του οποίου η Απόφαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ενωσης) περιγράφει ως «εγκληματική σπείρα». Ο ίδιος ο Στάλιν θα πιστεύει ότι διαθέτει το Αλάθητο και θα επιβάλλει μια δικτατορική πολιτική, που πρωτίστως θα στραφεί κατά των κομματικών του συντρόφων. Στην ίδια απόφαση του 20ού Συνεδρίου αναφέρεται ότι: «…εσυκοφαντήθηκαν και άνευ ενοχής εδεινοπάθησαν πολλοί τίμιοι κομμουνιστές και άλλοι εξωκομματικοί Σοβιετικοί πολίτες».

    Για τον σταλινισμό, ο Γκι Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του θεάματος» έγραψε: «Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατική τάξη. Η τρομοκρατία που θεμελιώνει την εξουσία της τάξης αυτής, πρέπει να πλήξει, επίσης, κι αυτή την ίδια την τάξη γιατί δεν έχει καμιά νομική υπόσταση, που θα μπορούσε να την επεκτείνει και σε καθένα από τα μέλη της… Κάθε γραφειοκράτης είναι απόλυτα εξαρτημένος από μια κεντρική εγγύηση της ιδεολογίας, που αναγνωρίζει ένα δικαίωμα συλλογικής συμμετοχής στη “σοσιαλιστική εξουσία” της όλων των γραφειοκρατών που δεν εξολοθρεύει. Αν όλοι οι γραφειοκράτες αποφασίζουν από κοινού για όλα, η συνοχή της ίδιας τους της τάξης δεν μπορεί παρά να εξασφαλιστεί μόνο διαμέσου της συγκέντρωσης της τρομοκρατικής τους εξουσίας σ’ ένα μόνο πρόσωπο».

    Τα «τιμωρημένα έθνη»

    Μία από τις συνέπειες του σταλινισμού ήταν ο διαχωρισμός των εθνών σε «προοδευτικά» και «αντιδραστικά». Η ομάδα των «αντιδραστικών εθνών» περιελάμβανε τους Ελληνες, τους Κορεάτες, τους Γερμανούς του Βόλγα, τους Τατάρους της Κριμαίας, τους Τσετσένους κ.ά. Ο σταλινισμός θεωρούσε ότι όλοι αυτοί είχαν «μητέρα-πατρίδα» στον καπιταλιστικό κόσμο. Ετσι, ανεξαρτήτως των πολιτικών φρονημάτων, οι πολίτες αντιμετωπίστηκαν μόνο ως έχοντες «αντιδραστική» εθνική καταγωγή. Το 1937-38 οι Ελληνες γίνονται θύματα ενός φοβερού πογκρόμ. Πρώτα, απαγορεύτηκε η λειτουργία των ελληνικών σχολείων, των θεάτρων, των πολιτιστικών κέντρων, των εκδοτικών οίκων. Εκλεισαν οι ελληνικές εφημερίδες, οι οποίες ακολουθούσαν σκληρή σταλινική γραμμή. Καταργήθηκαν οι Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές (μία στη Νότια Ρωσία και τρεις στην περιοχή της Μαριούπολης).
    Oι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Ελληνες άνδρες από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα. Οι επιζώντες θυμούνται έντονα τις σκηνές των συλλήψεων και των πορειών των συλληφθέντων με τη συνοδεία έφιππων αστυνομικών. Οι αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και προέβαιναν σε κατάσχεση των πάντων, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Ελλάδα. Οι Ελληνες κάτοικοι της περιφέρειας του Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι περισσότερες συλλήψεις, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και κατέφευγαν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλθηκε στην Ελληνική Περιοχή ήταν ότι οι κάτοικοί της ανήκαν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις, που στόχευαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και στη δημιουργία ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία.

    Τα κριτήρια των συλλήψεων

    Οι καταστάσεις των υποψήφιων συλληφθέντων συντάσσονταν στα κομματικά γραφεία των οργανώσεων των περιοχών. Τα κριτήρια επιλογής σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τα προσωπικά αισθήματα των υπεύθυνων κομματικών. Στους καταλόγους περιλαμβάνονταν όσοι στα παλιότερα χρόνια εξασκούσαν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα και οι πλέον ευκατάστατοι. Επίσης, ανάμεσα στους πρώτους συλληφθέντες ήταν όσοι εξακολουθούσαν να έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Αλλο κριτήριο αποτελούσε και η πιθανή αλληλογραφία με συγγενείς στην Ελλάδα. Το «αδίκημα» της αλληλογραφίας με άτομα που ζούσαν σε καπιταλιστική χώρα, οδήγησε πολλούς Ελληνες να απαγορεύσουν στην οικογένειά τους να στέλνει ή να δέχεται γράμματα από την Ελλάδα. Ο αριθμός των προσώπων που θα έπρεπε να περιλαμβάνει η κατάσταση οριζόταν από τις περιφερειακές οργανώσεις. Η συνολική διαδικασία άγγιζε τα όρια του παραλόγου, εφόσον οι κεντρικές υπηρεσίες έδιναν μόνο τον αριθμό αυτών που θα έπρεπε να συλληφθούν.

    Ο Κοσμάς Τσιμιάνοφ από το χωριό Μερτσάνσκογε του Κρασνοντάρ αναφέρει:
    «…έπαιρναν ένα τηλεγράφημα που έγραφε: 500 άτομα, δίχως να έχει ονόματα. Ο αριθμός αυτός μοιραζόταν. Εχουμε 20 ραγιόνια, άρα αντιστοιχούν 25 άτομα σε κάθε ραγιόνι. Αλλες φορές ερχόταν τηλεγράφημα για 100 άτομα. Το έστελναν στο σοβιέτ. Εκείνοι με τον αστυνομικό, συνολικά πέντε άτομα, έλεγαν ποιον θα δώσουν, εκείνον, εκείνον, εκείνον! Τους συγγενείς τους δεν τους πείραζαν. Στον κατάλογο δεν έβαζαν γέρους, αλλά μόνο ανθρώπους που μπορούσαν να δουλεύουν».

    Για όσους τελικά συμπεριλάμβαναν στην κατάσταση, εφεύρισκαν διάφορες κατηγορίες, όπως «έβρισε τον Στάλιν» ή «ανατίναξε ένα γεφύρι» ή «έκανε σαμποτάζ σε εργοστάσιο» ή «συμμετείχε σε εθνικιστική ομάδα» κ.λπ.

    Τον Αύγουστο του 1938, δίχως να έχει προηγηθεί δημόσια ανακοίνωση, έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία. Η διδασκαλία άρχισε να γίνεται κυρίως στη ρωσική γλώσσα, αλλά αρκετές φορές στη γλώσσα της Δημοκρατίας στην οποία ζούσαν. Με τον ίδιο τρόπο, σταμάτησε η έκδοση των ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών, ενώ έκλεισαν και οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι. Τα τυπογραφεία καταστράφηκαν. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος καταστροφής του εκδοτικού οίκου «Κολεκτιβιστής». Τα τυπογραφικά στοιχεία του πετάχτηκαν στην Αζοφική Θάλασσα συμβολικά, «ώστε να μην ξανατυπωθεί στη Ρωσία ελληνικό βιβλίο». Εκλεισαν επίσης και οι ελληνικές θεατρικές σκηνές. Kαταστράφηκαν σκόπιμα τα περισσότερα στοιχεία της πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων. Πολλοί Ελληνες, επίσης, από φόβο, κατέστρεψαν μόνοι τους πολλά στοιχεία, ένα μέρος των οποίων αφορούσε την ίδια τη θεατρική παραγωγή. Αντίστοιχη ήταν και η τύχη των ελληνικών εκκλησιών.

    Στον δρόμο για το Γκουλάγκ
    Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του Παύλου Κερδεμελίδη, πρόσφυγα της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22 από τον Πόντο. Εγκαταστάθηκε στην Κριμαία, απ’ όπου συνελήφθη το 1937 για να περάσει 13 χρόνια της ζωής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Ο κυρ Παύλος είναι ένας από τους ελάχιστους Ελληνες από τους περίπου 50.000 που στάλθηκαν στα στρατόπεδα κατά την περίοδο των διώξεων 1937-38 που επέζησε και αφηγείται τις δραματικές στιγμές που έζησε:
    «Μας φόρτωσαν σε ενενήντα βαγόνια, εικοσιπέντε χιλιάδες άτομα, και μας πήγαν χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα από το Γκόρκι, στη Σιβηρία. Εκεί ήταν δάση. Μας έβγαλαν, ανοίξαμε δρόμο και φτάσαμε σε μια πεδιάδα. “Εδώ θα μείνετε”, μας είπαν. Μέσα στο δάσος, δίχως σπίτια, δίχως τίποτα. Μέσα στο χιόνι. Ετσι σε έξη μήνες από εικοσιπέντε χιλιάδες έμειναν μόνο εξακόσιοι… Εκεί δουλεύαμε. Κόβαμε ξύλα και τα στοιβάζαμε. Γύρω μας ήταν φαντάροι με αυτόματα. Ολα τα ξύλα σάπισαν εκεί βέβαια. Ηθελαν να μας εξοντώσουν. Οι περισσότεροι πέθαναν. Κανείς δε θα μάθει πόσοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι… Πηγαίναμε για δουλειά τέσσερεις-τέσσερεις. Γύρω τα σκυλιά και τα αυτόματα. Ενα βήμα δεξιά, ένα βήμα αριστερά, πυροβολούσαν χωρίς προειδοποίηση…»
    Στη δεκαετία του ’40, οι διώξεις ολοκληρώνονται με τη βίαιη μεταφορά μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία. Η τελευταία εκτόπιση έλαβε χώρα στις 13 Ιουνίου 1949. Τα σταλινικά στρατεύματα περικύκλωσαν τα ελληνικά χωριά του Καυκάσου και υποχρέωσαν τους κατοίκους τους να τα εκκενώσουν μέσα σε λίγες ώρες. Η υποχρεωτική αυτή εκτόπιση υπήρξε η τελευταία πράξη μιας σειράς βίαιων ενεργειών των σοβιετικών αρχών κατά της ελληνικής μειονότητας, η οποία ανερχόταν σε 450.000 άτομα περίπου. Οι διώξεις αυτές, που αποτελούν μία από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949.
    * Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός.

    ———————————————————————————-

    Ο Ρώσος συγγραφέας Αλεξάντερ Σολζενίτσιν άφησε την τελευταία του πνοή τη νύχτα της Κυριακής προς την Δευτέρα στο σπίτι του, στη Μόσχα, σε ηλικία 89 ετών, όπως ανέφεραν τα ρωσικά ειδησεογραφικά πρακτορεία.
    Σύμφωνα με το γιο του Νομπελίστα συγγραφέα, Στεπάν, ο Σολζενίτσιν πέθανε λόγω «οξείας καρδιακής ανεπάρκειας» στις 23:45 το βράδυ της Κυριακής, τοπική ώρα.
    Ο Σολζενίτσιν γεννήθηκε στον Καύκασο στις 11 Δεκεμβρίου 1918, σπούδασε φυσική και μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Ροστόφ και υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1945 όμως καταδικάστηκε σε φυλάκιση οκτώ ετών σε στρατόπεδο επειδή σε επιστολή που είχε στείλει σε ένα φίλο του αμφισβήτησε τις πολεμικές ικανότητες του Στάλιν. Αφέθηκε ελεύθερος το 1953, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του Στάλιν και εξορίστηκε στην κεντρική Ασία, όπου άρχισε να γράφει. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Ριάζαν, 200 χιλιόμετρα από τη Μόσχα και άρχισε να διδάσκει.
    Τον Νοέμβριο του 1962 του δόθηκε η άδεια να δημοσιεύσει στη λογοτεχνική επιθεώρηση «Νόβι Μιρ» το έργο του «Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς», που αφορούσε έναν κρατούμενο στα Γκούλαγκ. Παρ’ ότι είχε σπάσει το ταμπού, προκαλώντας σοκ στην ΕΣΣΔ με τις περιγραφές του, τα επόμενα έργα του, όπως «Ο πρώτος κύκλος» και το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», κυκλοφόρησαν μόνο σε παράνομες εκδόσεις ή στο εξωτερικό, όπου γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.
    Το 1970 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, όμως αρνήθηκε να μεταβεί στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει φοβούμενος ότι το σοβιετικό καθεστώς δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει. Ωστόσο, το 1974 του αφαιρέθηκε η σοβιετική υπηκοότητα και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Έζησε διαδοχικά στη Γερμανία, στην Ελβετία και στις ΗΠΑ και επέστρεψε στη Ρωσία το 1994, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ.
    Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο του ρωσικού κράτους για τα «εξαιρετικά επιτεύγματά του στον ανθρωπιστικό τομέα» από τον τότε πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν.
    Ο Ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του στην οικογένεια του συγγραφέα.
    Παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο «ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ»:
    Και μ’ όλο που ο Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν, στά 1917, για την εδραίωση μιας «αυστηρά επαναστατικής τάξεως», απαιτούσε «να πατάσσεται ανελέητα κάθε απόπειρα αναρχίας εκ μέρους μέθυσων, αλητών, αντεπαναστατών και άλλων προσώπων», θεωρούσε δηλαδή τους μέθυσους σαν τους πιο επικίνδυνους αντιπάλους της Οκτωβριανής επανάστασης και τοποθετούσε τους αντεπαναστάτες κάπου στην τρίτη σειρά, ωστόσο έθετε και ευρύτερα το πρόβλημα. Στο άρθρο του «Πώς να οργανώσουμε την άμιλλα» (7 και 10 Ιανουαρίου 1918) ο Λένιν κήρυξε σαν γενικό μοναδικό σκοπό «την εκκαθάριση της ρωσικής γης από κάθε βλαβερό έντομο». Και σαν βλαβερά έντομα δεν εννοούσε μόνο όσους δεν ανήκαν στην εργατική τάξη, αλλά και τους «φυγόπονους εργάτες», όπως λόγου χάρη τους στοιχειοθέτες των κομματικών τυπογραφείων της Πετρούπολης. (Να τι κάνει το πέρασμα του χρόνου. Μας είναι δύσκολο σήμερα να καταλάβουμε πως είναι δυνατό οι εργάτες, μόλις έγιναν δικτάτορες, να προσπαθούν αμέσως να ξεφύγουν από τη δουλειά, που εξυπηρετούσε αυτούς τους ίδιους).
    Κι ακόμα ο Λένιν έγραφε: «σε ποια συνοικία μεγάλης πολιτείας, σε ποιο εργοστάσιο, σε ποιο χωριό… δεν υπάρχουν… σαμποτέρ… που παριστάνουν τους διανοούμενους;» . Είναι αλήθεια πως σ’ αυτό το άρθρο ο Λένιν πρότεινε διάφορους τρόπους για την εκκαθάριση της χώρας από τα έντομα: μπορούσαν να τους εξορίζουν, να τους βάζουν να καθαρίζουν αποχωρητήρια, ή να τουφεκίζουν τους χαραμοφάηδες. Υπήρχε επίσης η εκλογή μεταξύ της φυλακής ή «της τιμωρίας σε καταναγκαστικά έργα βαρυτέρας μορφής» . Και μ’ όλο που πρόβλεπε και υπόδειχνε τις βασικές κατευθύνσεις των ποινών, ο Βλαντίμιρ Ίλιτς πρότεινε να γίνει αντικείμενο άμιλλας μεταξύ «των διαφόρων ομάδων του πληθυσμού και των κοινοτήτων» η ανεύρεση καλύτερων τρόπων εκκαθάρισης.
    Μας είναι πολύ δύσκολο να εξετάσουμε τώρα ποιοι υπάγονταν στην κατηγορία των εντόμων. Ο πληθυσμός της Ρωσίας είναι πολύ ετερογενής και συναντάμε σ’ αυτόν και μεμονωμένες, εντελώς περιττές, ξεχασμένες πια σήμερα, μικρές ομάδες. Έντομα ήταν φυσικά τα μέλη όλων των ζέμστβο (τοπικά διοικητικά συμβούλια στην ύπαιθρο). Έντομα ήταν τα μέλη των συνεταιρισμών και όλοι οι ιδιοκτήτες σπιτιών. Πολλά έντομα βρίσκονταν ανάμεσα στους καθηγητές των γυμνασίων. Μόνο έντομα έπαιρναν μέρος στις ενοριακές επιτροπές και έντομα έψελναν στις εκκλησιαστικές χορωδίες. Έντομα ήταν όλοι οι παπάδες, και πολύ περισσότερο όλοι οι καλόγεροι και οι καλόγριες. Αλλά και όσοι τολστοϊκοί είχαν αναλάβει κάποια υπηρεσία στα Σοβιέτ, αποδείχτηκε πως ήταν επίσης έντομα. Και αφού ήρθε ο λόγος για τους σιδηροδρομικούς, πρέπει να πούμε πως πάρα πολλά έντομα καμουφλάρονταν πίσω από τη στολή του σιδηροδρομικού και ήταν απαραίτητο να τα ξεσκεπάσουν και να τα εξοντώσουν. Όσο για τους τηλεγραφητές, αυτοί για κάποιο λόγο ήταν όλοι τους αδιόρθωτα έντομα και αντιπαθούσαν τα Σοβιέτ. Δεν μπορεί επίσης να πει κανείς κανένα καλό για τη ΒΙΚΖΕΛ (Εκτελεστική επιτροπή του συνδικάτου των σιδηροδρομικών), ούτε και για τα άλλα συνδικάτα, που συχνά ήταν γεμάτα από έντομα εχθρικά προς την εργατική τάξη.
    Και μόνο οι ομάδες που αναφέραμε είναι ήδη πολυάριθμες και θα χρειαστούν κάμποσα χρόνια για την εκκαθάρισή τους. Υπάρχουν όμως ακόμη και οι καταραμένοι οι διανοούμενοι, οι ανήσυχοι φοιτητές, οι διάφοροι αλλόκοτοι τύποι, οι αναζητητές της αλήθειας, από τους οποίους του κάκου προσπάθησε ο Μέγας Πέτρος να ξεκαθαρίσει τη Ρωσία και οι οποίοι στέκονται πάντα εμπόδιο στην εγκαθίδρυση του καλά οργανωμένου και σταθερού καθεστώτος. Θα ήταν λοιπόν αδύνατο να κάνουν αυτή την εξυγιαντική εκκαθάριση, και πολύ περισσότερο μάλιστα σε καιρό πολέμου, αν χρησιμοποιούσαν τις παλιές διαδικασίες της δικονομίας. Έτσι εφαρμόσανε μιαν εντελώς καινούργια διαδικασία: την εξωδικαστική δικαιοσύνη, και την άχαρη αυτή δουλειά την ανέλαβε υπεύθυνα και πολύ ζεστά η Βε–Τσε–Κα (Έκτακτη Πανρωσική Επιτροπή Προστασίας της Επανάστασης κατά της Αντεπανάστασης και της Υπονόμευσης). Φρουρός της Επανάστασης, μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία καταπιεστικό όργανο, η Βε–Τσε–Κα συγκέντρωσε στα ίδια χέρια την παρακολούθηση, τη σύλληψη, την ανάκριση, τη δίκη, την καταδίκη και την εκτέλεση της αποφάσεως.
    Το κράτος έχει ανάγκη από χρήματα, χρειάζεται χρυσάφι, και δεν έχουν αρχίσει ακόμα να λειτουργούν τα ορυχεία στον ποταμό Κολύμα. Από το τέλος του 1929 αρχίζει ο πασίγνωστος χρυσός πυρετός, με τη διαφορά πως πυρετό δεν παθαίνουν εκείνοι που ψάχνουν για χρυσάφι, αλλά εκείνοι από τους οποίους το παίρνουν. Η ιδιομορφία του «χρυσού» χειμάρρου είναι πως αυτά τα κουνέλια ουσιαστικά δεν κατηγορούνται για τίποτα και δεν έχουν σκοπό να τα στείλουν στη χώρα του ΓΚΟΥΛΑΓΚ. Το μόνο που ζητάνε είναι να τους αρπάξουν το χρυσάφι με το «δίκαιο του ισχυρότερου». Γι’ αυτό γεμίζουν φίσκα οι φυλακές και οι ανακριτές δεν προλαβαίνουν να πάρουν ανάσα, ενώ τα τμήματα μεταγωγών και τα στρατόπεδα δέχονται ασύγκριτα μικρότερα συμπληρώματα.
    Ποιους πιάνουν στον «χρυσό» χείμαρρο; Όλους εκείνους, που κάποτε, πριν από δεκαπέντε χρόνια, είχαν «δουλειά» δική τους, ήταν έμποροι ή βιοτέχνες, και, σύμφωνα με τους συλλογισμούς της Γκεπεού, θα μπορούσαν να έχουν κερδίσει και να έχουν κρύψει χρυσάφι. Τις περισσότερες φορές όμως αυτοί ακριβώς δεν είχαν καθόλου χρυσάφι: Είχαν τα κεφάλαιά τους σε χρήμα ή σε ακίνητα κι όλα αυτά χάθηκαν, τα πήρε η επανάσταση, δεν τους έμεινε τίποτα. Τίποτα δεν έσωζε εκείνον που πάνω του έπεφτε η σκιά της «χρυσής» καταγγελίας, ούτε η προλεταριακή του προέλευση, ούτε οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην επανάσταση. Τους πιάνουν όλους και τους στριμώχνουν στα κελιά της Γκεπεού – ο αριθμός των συλληφθέντων και σήμερα ακόμα φαίνεται φανταστικός. Τόσο το καλύτερο όμως – έτσι θα παραδώσουν το χρυσάφι πιο γρήγορα! Η σύγχυση είναι τέτοια ώστε άντρες και γυναίκες βρίσκονται στα ίδια κελιά και πηγαίνουν στη «βούτα» ο ένας μπροστά στον άλλον. Ποιος νοιάζεται όμως γι’ αυτά τα ψιλοπράγματα; Φέρτε το χρυσάφι, κανάγιες! Οι ανακριτές δεν γράφουν πρωτόκολλα. Τι χρειάζονται αυτά τα παλιόχαρτα; Αν οι ενδιαφερόμενοι αρπάξουν αργότερα καμιά ποινή ή όχι, δεν ενδιαφέρει κανέναν. Το μόνο που έχει σημασία είναι: Δώσε το χρυσάφι, κανάγια! Το Κράτος έχει ανάγκη από χρυσάφι, εσένα όμως τι σου χρειάζεται; Οι ανακριτές έχουν χάσει πια τη φωνή τους δεν έχουν καν τη δύναμη να απειλήσουν και να βασανίσουν, υπάρχει όμως μια μέθοδος που εφαρμόζεται σε όλους: ταΐζουν μόνο με αλμυρά φαγητά τους φυλακισμένους και δεν τους δίνουν νερό! Όποιος παραδώσει το χρυσάφι του, αυτός θα πιει νερό! Μια λίρα για ένα ποτήρι νερό!
    Αυτός ο χείμαρρος ξεχωρίζει από τους προηγούμενους κι από τους επόμενους, γιατί η μοίρα αν όχι των μισών, τουλάχιστο ενός σημαντικού μέρους των συλληφθέντων, σφάδαζε στα ίδια τους τα χέρια. Αν πραγματικά δεν έχεις χρυσάφι, η θέση σου είναι απελπιστική. Σε δέρνουν, σε καίνε, σε βασανίζουν και σε ψήνουν στον ατμό ώσπου να πεθάνης ή ώσπου να σε πιστέψουν. Μα αν έχεις χρυσάφι, εσύ ο ίδιος καθορίζεις τον βαθμό των βασανιστηρίων σου, τον βαθμό της αντοχής σου και τη μελλοντική σου τύχη. Εδώ που τα λέμε, αυτό δεν είναι καθόλου πιο εύκολο από ψυχολογική πλευρά, είναι πολύ πιο δύσκολο, γιατί αν κάνης λάθος, θα μείνεις για πάντα ένοχος στα ίδια σου τα μάτια. Εκείνος φυσικά που έχει μπει στο πνεύμα αυτών των ιδρυμάτων, θα λυγίσει και θα δώσει το χρυσάφι, και είναι πιο εύκολα έτσι. Δεν πρέπει όμως να το παραδώσεις πάρα πολύ εύκολα: δεν θα σε πιστέψουν πως το έδωσες όλο, και θα σε κρατήσουν ακόμα μέσα. Μα ούτε και πολύ αργά κάνει να το δώσεις: τότε θα σου βγάλουν την ψυχή, ή από τον θυμό τους θα σου φορτώσουν και καμιά ποινή. Ένας Τάταρος αμαξάς άντεξε σε όλα τα βασανιστήρια: δεν έχω χρυσάφι! Τότε συλλάβανε τη γυναίκα του, τη βασάνιζαν, κι ο Τάταρος επέμεινε ακόμα πως δεν έχει χρυσάφι! Έπιασαν και την κόρη του – δεν άντεξε ο Τάταρος, παράδωσε εκατό χιλιάδες ρούβλια. Άφησαν τότε την οικογένειά του, του ίδιου όμως του φόρτωσαν κάμποσα χρονάκια φυλακή. Τα πιο άγαρμπα αστυνομικά μυθιστορήματα, οι πιο απίθανες όπερες για ληστές έγιναν τότε πραγματικότητα στην εφαρμογή της πολιτικής αυτού του μεγάλου κράτους.
    Η καθιέρωση του συστήματος των διαβατηρίων εσωτερικού στο κατώφλι της δεκαετίας 1930 – 40 συμπλήρωσε κι αυτή αρκετά τα στρατόπεδα. Όπως ο Μέγας Πέτρος απλοποιούσε τη σύνθεση του λαού ανοίγοντας λούκια και αυλακιές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, με τον ίδιο τρόπο ενεργούσε και το δικό μας σοσιαλιστικό σύστημα διαβατηρίων. Σάρωνε ακριβώς όλα τα ενδιάμεσα έντομα, όλο αυτό το πονηρό τμήμα του πληθυσμού, τους αλήτες και τους ξεκρέμαστους. Στις αρχές γίνονταν πολλά μπερδέματα με αυτά τα διαβατήρια – εκείνοι που δεν δήλωναν στην Αστυνομία την άφιξή τους ή την αναχώρησή τους από μια πόλη στέλνονταν στο Αρχιπέλαγος – έστω και για ένα χρονάκι.

    Και να ήταν μόνο αυτά…..

    ———————————————————

    Τάκης Λαζαρίδης, «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι»… (1988)

    Δεχθήκαμε αβασάνιστα τή θεωρία ότι η εποχή μας είναι η εποχή πού πεθαίνει ο καπιταλισμός. Θελήσαμε εδώ καί τώρα νά θάψουμε τόν καπιταλισμό πού όμως αποδείχθηκε ακμαίος καί φυσικά απρόθυμος νά ταφεί ζωντανός. Μας χαρακτήρισε ο άκρατος υποκειμενισμός, ο αγοραίος καί αντεπιστημονικός επαναστατισμός πού μας έσπρωξε νά κόψουμε τόν καρπό πρίν ωριμάσει.

    Η ιστορία μας εκδικήθηκε. Αντί νά γεννηθεί ένας καινούργιος σοσιαλιστικός κόσμος, γεννήθηκε η σοβιετική αυτοκρατορία του ζόφου. Χίλιες φορές πιό επίφοβη καί επικίνδυνη από τήν παλιά ρωσική αυτοκρατορία, γιατί καλύπτει τό πρόσωπό της μέ τό πέπλο της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας. Κυρίαρχο στοιχείο σέ όλη τή διαδικασία ήταν καί παραμένει η βία. Από τίς δίκες της Μόσχας, τά Γκουλάγκ, τή βίαιη κολλεκτιβοποίηση καί τήν αμείλικτη εξόντωση εκατομμυρίων αγροτών καί τόν ορυμαγδό των τάνκς στούς δρόμους της Βουδαπέστης, της Πράγας, της Βαρσοβίας.

    Πίστευαν ο Λένιν καί οι στενοί συνεργάτες του, πως αρκεί νά έπαιρναν τήν εξουσία, αρκεί νά γκρέμιζαν τούς αστούς καί τότε θά απελευθέρωναν τίς παραγωγικές δυνάμεις καί θά διαμόρφωναν νέες, σοσιαλιστικές σχέσεις. Θά διαπαιδαγωγούσαν ταυτόχρονα τούς ανθρώπους καί θα τούς μεταμόρφωναν σέ ενθουσιώδεις καί ανιδιοτελείς οικοδόμους του σοσιαλισμού. Η πραγματικότητα διεύψευσε τραγικά τόν Λένιν. Σαν πελώριο κύμα η ανθρώπινη μικρότητα και η αρχομανία τόν σάρωσαν μαζί μέ τους λίγους αγνούς ιδεολόγους και άνοιξαν το δρόμο στόν Στάλιν και τους ομοίους του. Που αναρριχήθηκαν πατώντας επί πτωμάτων και στέριωσαν με την απάτη, τη βία και την τρομοκρατία, την καινούργια σοβιετική αυτοκρατορία.

    Υπεράνω όλων το δόγμα. Κι αφού η πραγματικότητα αντιδρά και δεν υποτάσσεται στο δόγμα, η λύση είναι απλή: Να πετσοκόψουμε την πραγματικότητα και να την εξαναγκάσουμε να μπει στα καλούπια του δόγματος… Το έργο αυτό ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο «ατσάλινος» Στάλιν. Και το πραγματοποίησε με «επαναστατική» συνέπεια και αδιαλλαξία. Tό ανθρώπινο κόστος είναι φοβερό. Από τό μαχαίρι του Στάλιν δέν γλύτωσαν ούτε οι πιό στενοί συνεργάτες του, όσοι διετήρησαν κάποια επαφή μέ την πραγματικότητα καί δίστασαν μπροστά στ όργιο της βίας καί της αυθαιρεσίας.

    Ο Στάλιν πέτυχε τό σκοπό του, τό δόγμα υπερίσχυσε. Η ιστορία έχασε μία μάχη. Δέν έχασε όμως τόν πόλεμο. Κι εκδικήθηκε σκληρά. Αντί νά θριαμβεύσει ο σοσιαλισμός, θριάμβευσε ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Αντί γιά τήν αταξική κοινωνία, άνθισε μία νέα ταξική κοινωνία όπου η άρχουσα, σκληρή καί ανελέητη τάξη λέγεται νομενκλατούρα…
    Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε στή διαμόρφωση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Εμείς οι κομμουνιστές μέ αγαλλίαση καί περηφάνεια είδαμε τό γεγονός αυτό ως μία δικαίωση των αγώνων καί των θυσιών μας, έμπρακτη απόδειξη της ορθότητας της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας καί της επικείμενης νίκης του σοσιαλισμού σ’όλο τόν κόσμο. Δέν μπορούσαμε νά καταλάβουμε πως όταν ο Στάλιν καταβρόχθιζε τόσες χώρες της Ανατολικής καί της Κεντρικής Ευρώπης, δέν δημιουργούσε τό σοσιαλιστικό στρατόπεδο αλλά τή σοβιετική αυτοκρατορία. Ότι οι χώρες αυτές έχαναν στήν πραγματικότητα τήν αυτοτέλεια καί τήν ανεξαρτησία τους καί μεταβάλλονταν σέ δορυφόρους της Μόσχας.

    Τίποτα ωστόσο δέν μπορεί νά σώσει τή νομενκλατούρα. Ενα ωκεάνιο κύμα πού ξεκινά από τά βάθη των αιώνων, ένα κύμα γιά περισσότερη ελευθερία καί δημοκρατία καί προπάντος γιά περισσότερο σεβασμό στόν άνθρωπο, θά σαρώσει τή νομενκλατούρα, όπως σάρωσε καί σαρώνει τελικά κάθε δικτατορία, όπου γής. Η πτώση της είναι αναπόφευκτη.

    ———————

  4. Ριζοσπάστης on

    Σολτζενίτσιν: Ο άνθρωπος και ο Μηχανισμός

    Κλεάνθης Γρίβας

    «Ο ρεαλισμός που εννοώ μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πείσμα των ιδεών του συγγραφέα. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα: Ο Μπαλζάκ που τον θεωρώ δάσκαλο του ρεαλισμού… απ’ αυτόν πληροφορήθηκα πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να μου πουν οι ιστορικοί, οι οικονομολόγοι και οι επαγγελματίες στατιστικοί της εποχής. Βέβαια ο Μπαλζάκ από πολιτική άποψη ήταν ένας νομιμόφρων.»

    Fr. Engels

    Δύο χρόνια μετά το «αποσταλινοποιητικό» 20ο Συνέδριο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο εν μια νυκτί μεταμόρφωσε τους ανά τον κόσμο παλαιο-σταλινικούς σε νεο-σταλινικούς, με πρωτοβουλία του Νικήτα Χρουτσόφ δόθηκε στη δημοσιότητα ένα βιβλίο του Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, μαθηματικού, πρώην εφέδρου αξιωματικού του ρωσικού στρατού στη διάρκεια της δεύτερης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής και κρατούμενου στα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στα μεταπολεμικά χρόνια.

    Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, Μιά μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς. Μια από τις χιλιάδες μέρες των εκατομμυρίων Ιβάν-θυμάτων της πιο αδυσώπητης έκφρασης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού και ταυτόχρονα ένα πολιτικό χαρτί στα χέρια του Νικήτα Χρουτσόφ και της ηγετικής γραφειοκρατικής ομάδας που ανέλαβε τη διαχείριση του μηχανισμού της εξουσίας μετά τον θάνατο του δεύτερου πρωθιερέα της Στάλιν (κατά κόσμον, Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατσβίλι), έμελλε να ξεφύγει από τον έλεγχό τους και να μεταβληθεί σε χιονοστιβάδα ικανή, σε μια προοπτική, να απειλήσει το μηχανισμό και τη λογική της εξουσίας.

    Μέσα από τις σελίδες του Ιβάν Ντενίσοβιτς ανακάλυπταν τον εαυτό τους και την εποχή τους εκατομμύρια άνθρωποι που βίωσαν στο πετσί τους την τρομακτική και τρομοκρατική εμπειρία της σταθεροποίησης του μπολσεβικισμού η οποία, μέσα από μια γιγάντια επιχείρηση φενακισμού, προβλήθηκε σε όλο τον κόσμο ως «οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Και γρήγορα ο Ιβάν Ντενίσοβιτς πήρε διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου προκαλώντας μια ρωγμή στο μπετόν του ψεύδους της εξουσίας.

    Ακολούθησε μια συλλογή διηγημάτων, τα μυθιστορηματικά Πρώτος Κύκλος, Θάλαμος Καρκινοπαθών, Αύγουστος 1914, κι αμέσως μετά ένα βιβλίο-σοκ: το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ.

    Τα εκατομμύρια αντίτυπα που διατέθηκαν στις πρώτες βδομάδες της κυκλοφορίας του, το συνειδησιακό σοκ που προκάλεσε στην εν υπνώσει παγκόσμια αριστερά και οι ζυμώσεις που πυροδότησε σε διεθνή κλίμακα, ανάγκασαν τη ρωσική γραφειοκρατία να αντιδράσει με το γνωστό σπασμωδικό τρόπο της εξουσίας που νοιώθει πως απειλείται. Με απόφαση του Ανωτάτου «Σοβιέτ», ο Σολτζενίτσιν συλλαμβάνεται και εκδιώκεται βίαια από τη χώρα του, πράγμα που θα πυροδοτήσει σ’ όλο τον κόσμο μια σωρεία αντιδράσεων ενεργητικής συμπαράστασης στον συγγραφέα απέναντι στις οποίες η μπολσεβίκικη εξουσία αντιδρά με το γνωστό, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό τρόπο:

    α) Στο εσωτερικό της Ρωσίας όπου ο Μηχανισμός της εξουσίας ασκεί απόλυτο έλεγχο, εξαπολύεται μια χωρίς αντίλογο λασπολογική εκστρατεία σύμφωνα με όλους τους κανόνες της τέχνης του «κυνηγιού των μαγισσών», ενώ

    β) Στο εξωτερικό, μεθοδεύεται η «γνωστή» κινητοποίηση των «διανοουμένων» που ελέγχονται ή επηρεάζονται από τα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα τα οποία λειτουργούν ως εργαλεία της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

    Έτσι, παράλληλα με την εκστρατεία υπέρ του Σολτζενίτσιν, θα αναπτυχθεί και μια εκστρατεία κατά του συγγραφέα η οποία αυτοεξαντλείται σε ύβρεις του γνωστού παλαιο- και νεο-σταλινικού τύπου (άπατρις, προδότης, πράκτορας, αντικομμουνιστής και οι λοιπές κοινότυπες παρεμφερείς αθλιότητες της κομμουνιστικής ξύλινης γλώσσας), οι οποίες αποτελούν τον πασίγνωστο πρόλογο του «σταύρωσον αυτόν» στο πλαίσιο ενός συστήματος που διακηρύσσει προπαγανδιστικά ότι «μέγιστο κεφάλαιό του αποτελεί ο άνθρωπος» (Στάλιν)[1] και ότι πραγματώνει τη ρήση του Ένγκελς διασφαλίζοντας τις συνθήκες εκείνες στις οποίες είναι δυνατή «η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός σαν προϋπόθεση της ελεύθερης ανάπτυξης όλων».

    1. Ο άνθρωπος και ο μηχανισμός

    Ποιος είναι ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα; Είναι ένα προωθημένο τμήμα της κριτικής συνείδησης; Η λειτουργία του συνίσταται σε μια χωρίς όρους κατάφαση στην εξουσία ή στην ασυμβίβαστη κριτική της; Υπάρχει και δρα ως ανιχνευτής στην υπηρεσία της κοινωνίας ή ως υπάλληλος (του κόμματος ή του κράτους) στην υπηρεσία της εξουσίας;

    Ερωτήματα αυτού του είδους μπορεί να απασχολούν κάθε ανεξάρτητη σκέψη που διαμορφώνεται μέσα από μια διαδικασία ρήξης με το παρόν και τον οραματισμό ενός άλλου μέλλοντος. Αλλά δεν μπορούν όμως να απασχολούν κανένα «οργανικό διανοούμενο» (κατά τον Γκράμσι) ή κομισάριο-«διανοούμενο» που η υπαλληλική συνείδησή του διαμορφώνεται σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις επιταγές του «μείζονος εργοδότη» του.

    Οι Ρώσοι διαφωνούντες, αρνήθηκαν το αδιέξοδο ολοκληρωτικό παρόν της ρωσικής κοινωνίας που βίωναν και το δυσοίωνο μέλλον που αυτό εγκυμονούσε, διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να θέτουν επί τάπητος αυτά τα προβλήματα και να απαντούν σ’ αυτά μέσα από το έργο τους και την προσωπική τους στάση, καταβάλλοντας το υψηλό προσωπικό αντίτιμο που συνεπάγεται μια τέτοια διεκδίκηση στο πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

    Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Σολτζενίτσιν, ο οποίος (συμφωνώντας με τους άλλους διαφωνούντες στην άρνηση του αδιέξοδου τρομοκρατικού παρόντος και διαφοροποιούμενος με πολλούς απ’ αυτούς σε ό,τι αφορά τις επιλογές και τους οραματισμούς του μέλλοντος) πλήρωσε ακριβά την εμμονή του σε μια ηθική στάση που δεν του επέτρεπε να συμπαραταχθεί με τον δήμιο, αποδεικνύοντας έτσι ότι δεν έχει τίποτα το κοινό με τους ειδικούς του τίποτα «διανοούμενους» απολογητές της εξουσίας.

    Στα χρόνια που ακολούθησαν το μπολσεβίκικο πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας επέβαλε την παρουσία του στη σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας, συνθέτοντας το πανόραμα των «απελευθερωτικών κατακτήσεων» ενός καθεστώτος που έθεσε τη ρωσική κοινωνία σε μια κατάσταση διαρκούς τρομοκρατίας:

    ● Με τις αιματηρές «εποποιίες» της βίαιης καταστολής εκατοντάδων επαναστατικών κινημάτων του τύπου της Κροστάνδης τα οποία στόχευαν στην ανατροπή της μπολσεβίκικης μονοκομματικής δικτατορίας και την υπεράσπιση της εξουσίας των εργατικών συμβουλίων.

    ● Με την ατομική και μαζική Τρομοκρατία της περιόδου 1920-1940 που σφραγίστηκε από τις σκηνοθετημένες δίκες, τις εκκαθαρίσεις «λογαριασμών» στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος.

    ● Με τις μαζικές εκκαθαρίσεις ολόκληρων κοινωνικών και πληθυσμιακών κατηγοριών και τα απειράριθμα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου,

    ● Με τις βίαιες στρατιωτικές εισβολές στις αποικιοκρατούμενες χώρες (Ουγγαρία 1956, Τσεχοσλοβακία 1968).

    Στ’ όνομα αυτών ακριβώς των αμετάκλητα και αναίτια χαμένων υπάρξεων που προσφέρθηκαν βορά στις τελετουργικές μαζικές ανθρωποθυσίες της γραφειοκρατικής εξουσίας, ο Σολτζενίτσιν έριξε το βάρος της προσωπικής του μαρτυρίας στη ζυγαριά της ιστορικής κρίσης για την εποχή του, συμπαρατασσόμενος με την ελαχιστότατη μειοψηφία των ελευθερόφρονων ανθρώπων που υπερασπίζονται τη ζωή ως ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο το οποίο, ως τέτοιο, συνιστά απαραβίαστο δικαίωμα που δεν μπορεί να εξαρτάται από όποιες εξουσιαστικές σκοπιμότητες.

    2. Βίβλος καθολικής ενοχής

    To «Μιά μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς» αποτελεί μια χαμηλόφωνη συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία και ταυτόχρονα μια καταγγελία των στρατοπέδων θανάτου, η οποία δεν περιορίζεται σε τόπο και χρόνο. Ενώ, το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» αποτελεί την πρώτη υπεύθυνη εκ των έσω καταγραφή (που επιχειρήθηκε από τον εκτός της εξουσίας χώρο) της ανείπωτης ιστορικής διαδρομής που ακολούθησε η ανάπτυξη και η επιβολή της ολοκληρωτικής γραφειοκρατικής εξουσίας σε όλη την έκταση της Ρωσίας.

    Μέσα από τις σελίδες του «Γκουλάγκ»,[2] όπως ετικετάρεται ο απέραντος και πολυεπίπεδος μηχανισμός συμμόρφωσης, καταναγκασμού και τιμωρίας, χιλιάδες αφανισμένες ζωές καταθέτουν ήρεμα και χαμηλόφωνα σα να προσεύχονται στο δικαστήριο της ιστορίας και της συνείδησής μας που βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε κατάσταση ιδεολογικής ύπνωσης.

    Μια ατέλειωτη σειρά κονιορτοποιημένων οραμάτων που συνθέτουν την τραγική εικόνα της βίαιης διάψευσης των ελπίδων ενός λαού (και ολόκληρης της ανθρωπότητας) που με την Επανάστασή του Φεβρουαρίου του 1917 άνοιξε ένα παράθυρο στο μέλλον, για να διαπιστώσει με το πραξικόπημα του Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου ότι το έφραζε ο σκοτεινός και αμετακίνητος όγκος ενός ανελέητου γραφειοκρατικού μηχανισμού που είχε την ιστορικά πρωτόφαντη δυνατότητα να διαγράφει το παρελθόν, να συγκροτεί το παρόν και να εγκλωβίζει το μέλλον σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντά του.

    Με σημείο εκκίνησης την περίοδο της βασιλείας των Λένιν και Τρότσκι, οι εκκαθαρίσεις ολόκληρων χωριών, οι μαζικές εκτελέσεις για «παραδειγματισμό», οι φρικαλέοι διαγωνισμοί για την επινόηση «καλύτερων μεθόδων» ανακάλυψης και εξόντωσης των διαφωνούντων, τα ανελέητα ανθρωποκυνηγητά, οι μαζικές συλλήψεις και εκτοπίσεις χωρίς την παραμικρή κατηγορία και η αναγωγή της αλληλοκατάδοσης σε κύριο μέσο της βιολογικής επιβίωσης, προδιέγραφαν τη μεταγενέστερη ναζιστική λαίλαπα και αντικαθιστούσαν την ελπιδοφόρα διάζευξη «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» με την ελπιδοκτόνα εξίσωση «μπολσεβικισμός ίσον βαρβαρότητα».

    Το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» είναι η βίβλος της καθολικής ενοχής της κοινωνίας απέναντι στην εξουσία.

    ▪ Είσαι ένοχος γιατί ρωτάς τι και πόσο πρέπει να παράγεις ή γιατί αποφεύγεις να το ρωτήσεις.

    ▪ Είσαι ένοχος γιατί ζητάς πιο ανθρώπινες συνθήκες ζωής ή πιο αξιοπρεπή μεταχείριση.

    ▪ Είσαι ένοχος όταν θέλεις να μάθεις γιατί σε συλλαμβάνουν, γιατί σε κατηγορούν, γιατί σ’ εξορίζουν ή γιατί σε εκτελούν.

    ▪ Είσαι ένοχος γιατί δεν ξέρεις πού είναι ο ένοικος του διπλανού σου διαμερίσματος όταν έρχονται να τον συλλάβουν και γιατί ξέρεις πού είναι όταν τον έχουν συλλάβει, φυλακίσει, βασανίσει, εξορίσει ή δολοφονήσει.

    ▪ Είσαι ένοχος όταν λες ότι πεινάς (αντικαθεστωτική προπαγάνδα) και όταν δεν λες ότι πεινάς (κάτι ετοιμάζεις σιωπηλά).

    ▪ Είσαι ένοχος όταν ζητάς να πληροφορηθείς τα δικαιώματά σου, όπως καθορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία (κάτι έκανες ή κάτι πρόκειται να κάνεις).

    ▪ Είσαι ένοχος γιατί «είσαι» και γιατί «δεν είσαι». Γιατί «σκέφτεσαι» και γιατί «δεν σκέφτεσαι». Γιατί «κάνεις» και γιατί «δεν κάνεις». Γιατί «εκφράζεσαι» και γιατί «δεν εκφράζεσαι». Γιατί «θέλεις» και γιατί «δεν θέλεις». Και, τελικά, είσαι ένοχος γιατί ζεις.

    ▪ Όμως πάνω απ’ όλα, είσαι ένοχος γιατί δεν κατάλαβες εγκαίρως ότι «κανένας δεν αρπάζει στα χέρια του την εξουσία για να την αφήσει μετά. Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι σκοπός. Δεν γίνεται μια δικτατορία για να διαφυλαχτεί μια επανάσταση, αλλά γίνεται μια επανάσταση για να δημιουργηθεί μια δικτατορία. Το αντικείμενο του διωγμού είναι ο διωγμός, το αντικείμενο των βασανιστηρίων είναι τα βασανιστήρια, το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία».[3]

    Η αδύναμη και γυμνή αλλά ευπρόσωπη και επώνυμη ατομική ύπαρξη (φορέας της εμπειρίας και των επιλογών της) αντιμέτωπη με τον παντοδύναμο και απρόσωπο καταπιεστικό μηχανισμό, αυτοδιορισμένο κάτοχο, μονοπωλητή και διαχειριστή κάποιων μεταφυσικών και απεριόριστα εύπλαστων «νόμων της ιστορίας» που δικαιώνουν τα εγκλήματά του. «Στον καιρό των ιδεολογιών πρέπει να ρυθμίσουμε τη δράση μας σύμφωνα με το έγκλημα… η ιδεολογία αρνιέται τους άλλους, οι άλλοι είναι μόνο υποκριτές. Και τότε σκοτώνουν. Κάθε αυγή χρυσοστολισμένοι δολοφόνοι γλιστράνε μέσα σ’ ένα κελί. Το έγκλημα είναι το κύριο πρόβλημα». (Όργουελ)[4]

    Η ατομική ύπαρξη και ο μηχανισμός. Η πιο αποφασιστική σύγκρουση της ιστορίας του είδους, από την οποία θα κριθεί το παν: Η εφιαλτική κοινωνία του Όργουελ από τη μια μεριά και το όραμα μιας αυτόνομης και διαρκώς αυτοπροσδιοριζόμενης κοινωνίας από την άλλη.

    ▪ Η πρώτη, στις γενικές της γραμμές, έχει ήδη οικοδομηθεί: «Αν θέλεις να έχεις μια εικόνα του μελλοντικού κόσμου, φαντάσου μια μπότα να πατάει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, για πάντα».[5]

    ▪ Η δεύτερη αποτελεί ένα αχνοσχηματισμένο όνειρο και ταυτόχρονα ένα επιτακτικό πολιτικό καθήκον που η πραγμάτωσή του συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της επιβίωσης του ανθρώπου και, ως τέτοιο, πρέπει να διεκδικηθεί ενάντια στα συμφέροντα της εξουσίας.

    Στη σύγκρουση αυτή, ο Σολτζενίτσιν (ανεξάρτητα απ’ το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές του επιλογές, που άλλωστε αποτελούν αναφαίρετο δικαίωμά του) τοποθετήθηκε με το έργο του και με την προσωπική του στάση, στο πλευρό του ανθρώπου και εναντίον του μηχανισμού. Και πλήρωσε το βαρύ προσωπικό τίμημα που συνεπάγεται μια τέτοια τοποθέτηση, για ν’ αποδειχθεί γι’ άλλη μια φορά ότι ο ρεαλισμός «μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πείσμα των ιδεών του συγγραφέα». (Ένγκελς)[6]

    Γιατί, σε πείσμα ίσως των πολιτικών ιδεών του Σολτζενίτσιν, το έργο του αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στην ενίσχυση του Μεγάλου Ίσως… «Ίσως να μπορεί ακόμη να αποφευχθεί η καταστροφή. Το Ίσως αυτό αποτελούν όλοι εκείνοι που αντιστέκονται στο Μηχανισμό. Δεν υπάρχει καμιά μοίρα. Υπάρχει μόνο δυνατότητα εκλογής : ή το ένα ή το άλλο. Το Μεγάλο Ίσως».[7]

    3. Εναντίον του μηχανισμού

    Οι πρώτες αντιδράσεις στην υπόθεση Σολτζενίτσιν (ή ορθότερα, στην υπόθεση «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ») εκδηλώθηκαν από εκείνους που, λόγω των πολιτικών ή των πολιτιστικών τους δεσμεύσεων, δεν ήταν εύκολο να μη δημοσιοποιήσουν τις ανησυχίες τους.

    Από την εποχή του «Ιβάν Ντενίσοβιτς» η Έλσα Τριολέ, ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ. Γαλλίας και σύζυγος του γνωστού κομμουνιστή λογοτέχνη Λουί Αραγκόν, αποδύεται σε μια έντονη δραστηριότητα για την προβολή του έργου του Σολτζενίτσιν στο γαλλόφωνο κόσμο, συμμετέχοντας ενεργά σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας για την έκδοση της γαλλικής μετάφρασης του «Ιβάν» (σύμφωνα με τη μαρτυρία του κομμουνιστή ηγέτη Πιέρ Ντε, μέλους του πολιτικού γραφείου του ΚΚΓ). Παρεμφερής είναι και η στάση του Λουί Αραγκόν. «Είναι μεγάλος συγγραφέας» αποφαίνονται κι οι δύο.

    Ο Ερνστ Φίσερ διακηρύσσει ότι ο Σολτζενίτσιν αποτελεί διακεκριμένο στοιχείο «του μεγάλου Ίσως, του Ίσως της ελπίδας», ενώ ο Ροζέ Γκαροντί, τότε διαπιστευμένος «φιλόσοφος» του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, θα εξάρει το ταλέντο, το θάρρος και το ψυχικό σθένος του συγγραφέα του «Ιβάν» σε κάθε αναφορά του στο σταλινικό ολοκληρωτισμό στο χώρο της κουλτούρας.[8]

    Το παράδειγμα των Τριολέ, Αραγκόν, Φίσερ και Γκαροντί θα ακολουθήσουν οι πιο γνωστοί κομμουνιστές διανοούμενοι του δυτικού κόσμου, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Γκεόργκ Λούκατς που θα χαρακτηρίσει τον Σολτζενίτσιν «απευθείας κληρονόμο της μεγάλης λογοτεχνίας του Τολστόι και του Ντοστογιέβσκι», ως συμπέρασμα μιας πολυσέλιδης ανάλυσης που αφιερώνει στο έργο του.[9]

    Μετά απ’ αυτά είναι μάλλον περιττή κάθε αναφορά στη γνωστή κινητοποίηση των μη-μαρξιστών διανοουμένων της δύσης (που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σωτηρία του Σολτζενίτσιν) η οποία ήταν δεδομένη. Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην αντίδραση των ανθρώπων που ζουν τη δική τους εσωτερική εξορία «εντός των τειχών» του Μηχανισμού και βρίσκονται στο απόλυτο έλεός του:

    «Τοποθετούμαστε ολόπλευρα στο πλευρό του Σολτζενίτσιν και ζητάμε να σχηματισθεί Διεθνής Εξεταστική Επιτροπή για να διερευνηθούν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη χώρα μας σε βάρος του λαού, απ’ το 1917 μέχρι σήμερα», αναφέρεται σε δήλωση Ρώσων διανοουμένων που ανακοινώθηκε τηλεφωνικά από τον Αντρέι Ζαχάροφ σε δημοσιογράφους της σουηδικής τηλεόρασης, την επομένη της απέλασης του Σολτζενίτσιν από την πατρίδα του.

    Κι όλα αυτά για ένα «μετριότατο τρίτης κατηγορίας συγγραφέα», όπως χαρακτηρίζεται ο Σολτζενίτσιν από την κουστωδία των ατάλαντων σταλινικών «διανοουμένων» που κατασκευάζονται σωρηδόν από τον κομματικό μηχανισμό, για να καλύψουν τις λειτουργικές του ανάγκες. Όμως ατυχώς για όλους αυτούς, έχει προηγηθεί κάποιος επίσης «μετριότατος τρίτης κατηγορίας» στοχαστής σαν τον Γκεόργκ Λούκατς που με την πολυσέλιδη μελέτη του για τον συγγραφέα του «Ιβάν» οδηγήθηκε στο (δύσκολα αντικρούσιμο) συμπέρασμα ότι «η κρίση των αντιπάλων του Σολτζενίτσιν έχει δυσφημιστικό χαρακτήρα».[10]

    Ο χώρος των «αντίπαλων του Σολτζενίτσιν», όπου συνωστίζονται οι κάθε είδους απολογητές των «χρυσοστολισμένων δολοφόνων που γλιστράνε κάθε αυγή σ’ ένα κελί»,[11] συγκροτείται από ένα ετερόκλιτο πλήθος «διανοουμένων» που είτε κατασκευάζονται και επιβάλλονται ως τέτοιοι από τον μηχανισμό της εξουσίας με τον οποίο συνδέονται με μια τυπικά υπαλληλική σχέση, είτε κινούνται με βάση τις συναισθηματικές εμπλοκές τους με τον μύθο των «τεσσάρων λέξεων που περιέχουν τέσσερα ψέματα : Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών».[12]

    Δύο ευάριθμες κατηγορίες ανθρώπων που, συνασπισμένοι σε ένα θλιβερό σύνολο, αυτοκαταναλώνονται σε μια λασπολογία, γνωρίζοντας οι μεν και επιμένοντας να αγνοούν οι δε ότι κάθε τέτοια λασπολογική εκστρατεία εξαργυρώνεται στην πράξη με την ηθική σπίλωση, το διανοητικό θάνατο ή τη φυσική εξόντωση εκείνων στους οποίους αναφέρεται όντας ένοχοι γιατί επιμένουν να μην σκέφτονται σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας.

    Ποια θα’ ταν η θέση του Σολτζενίτσιν (και κάθε διαφωνούντος) αν δέχονταν να παίξει το ρόλο του «συγγραφέα»-κομματικού υπάλληλου που γράφει σύμφωνα με «το πνεύμα και τις αποφάσεις» του εκάστοτε κομματικού συνεδρίου; Σίγουρα θα ανακηρυσσόταν «μεγαλύτερος του Έρεμπουργκ και του Σολόχοφ και ισάξιος του Γκόργκι», όπως η ατέλειωτη σειρά των Οστρόφσκι, Φαντέγιεφ, Τριχόνοφ, Αξάεφ, Πολεβόι και των άλλων ασήμαντων εκφραστών του ζντανοφισμού στο χώρο της λογοτεχνίας.

    Το έργο του Σολτζενίτσιν, επειδή ακριβώς είναι προϊόν μιας γνήσιας προσωπικής αγωνίας για την μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης εκτός και εναντίον των επιταγών της εξουσίας, πέρα από τη συμβολή του στη διερεύνηση της ιστορικής αλήθειας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, αποτελεί και μια ιδιαίτερα πολύτιμη συνεισφορά στον αγώνα όλων εκείνων που εξακολουθούν να προβάλλουν κάποια αντίσταση στη «Μεγάλη Νύχτα» της ολοκληρωτικής κυριαρχίας του Μηχανισμού και να πυροδοτούν το «μεγάλο Ίσως, το Ίσως της ελπίδας» ότι είναι πιθανόν στην κρίσιμη στιγμή «να προτιμήσουμε να ακούσουμε τη συμβουλή του διανοούμενου και όχι τη μπουρδολογία του δαιμονισμένου» της εξουσίας.[13]

    [1] Ι.Β. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού (εκδ. Κεντρ. Επιτροπής του ΚΚΕ, 1950).

    [2] GULAG: Αρχικά της «Κεντρικής Διεύθυνσης Στρατοπέδων» που έλεγχε το δίκτυο των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου σε όλη την έκταση της ΕΣΣΔ.

    [3] Τζ. Οργουελ, 1984 (Διεθνή Βιβλία, Αθήνα,1970).

    [4] Αλ. Καμύ, Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος (Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1971).

    [5] Τζ. Όργουελ, ο.π.

    [6] Φρ. Ενγκελς, «Γράμματα στη Μ. Χάρκνες», Απρίλιος 1888.

    [7] Eρνστ Φίσερ, Τέχνη και Ανθρωπισμός (Ηριδανός, Αθήνα. χχ)

    [8] (Γκ. Λούκατς, Σολτζενίτσιν, Χάινε, Πρωτοποριακοί (Διογένης, Αθήνα, 1971).

    [9] Γκ. Λούκατς, Σολτζενίτσιν, Χάινε, Πρωτοποριακοί (Διογένης, Αθήνα, 1971).

    [10] Γκ. Λούκατς, ο.π.

    [11] Αλ. Καμύ, ο.π.

    [12] Κ. Καστοριάδης

    [13] Ε. Φίσερ, ο.π.

  5. Ριζοσπάστης on

    «Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα», λέει ο σουρεαλιστής και κομμουνιστής Πωλ Ελυάρ, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα που τελειώνει με το θάνατο της Σοβιετικής Ένωσης. Αιωνία της η μνήμη.

    Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομμουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα εξαιτίας της αγάπης μας για τον Μάρξ.

    Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα και αναμάρτητη. Είναι καλό να θυμόμαστε αναμάρτητους τους πεθαμένους. Δυστυχώς τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει.
    Η μητέρα μας γεννήθηκε με καισαρική τομή το 1917 στην Πετρούπολη, γνωστή περισσότερο σε μας; σαν Λένινγκραντ, και το 1991 παρέδωσε το πνεύμα στη Μόσχα – συγκεκριμένα, στους γκάνγκστερ της Μόσχας, που είχαν επικεφαλής τον Γιέλτσιν. Ο Λένιν, ο πατέρας της και παππούς μας, πέθανε πολύ νέος, μόλις 54 ετών, ίνα πληρωθεί το ρηθέν «οι καλοί πεθαίνουν νέοι».

    Η μητέρα λυπήθηκε πολύ για το χαμό του πατέρα της. Και για να το δείχνει και να τη βλέπει ο κόσμος και να λέει «να η κόρη του Λένιν», από το 1924 που πέθανε ο πατέρας της πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο του, στην Κόκκινη Πλατεία, για να δεί μια μούμια. Κάποιοι είχαν βαλσαμώσει την Επανάσταση.

    Αφού όλα πεθαίνουν, πρέπει να πεθάνει και η φτώχεια που γεννάει επαναστάσειες – κομμουνιστικές και άλλες. Η φτώχεια βρωμάει και βαλσαμωμένη. Αυτό πίστευε ο Μάρξ, που δεν πίστευε στο Θεό, που είναι βάλσαμο για τους απελπισμένους.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ
    «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ»

  6. Ριζοσπάστης on

    38.000 Ελληνες στα γκούλαγκ της Σιβηρίας

    Οι τελευταίοι επιζήσαντες από τους διωγμούς του Στάλιν φωτίζουν με τις μαρτυρίες τους την «περίοδο του μεγάλου τρόμου»

    Του Σταυρου Τζιμα

    Το ζήτημα των διωγμών και της εξόντωσης χιλιάδων Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης στα φοβερά γκούλαγκ της Σιβηρίας την εποχή του Στάλιν, φωτίζουν μαρτυρίες επιζώντων του μεγάλου –και εν πολλοίς άγνωστου, σε όλες του τις πτυχές– αυτού πογκρόμ, αφηγήσεις συγγενών ανθρώπων που πέθαναν στα κάτεργα και ιστορικών που ερευνούν την υπόθεση, στην «Κ».

    Τουλάχιστον τριάντα οχτώ χιλιάδες Σοβιετικοί πολίτες ελληνικής καταγωγής μεταφέρθηκαν στα γκούλαγκ της Σιβηρίας, απ’ όπου ελάχιστοι επέζησαν των απάνθρωπων συνθηκών καταναγκαστικής εργασίας. Συνολικά, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, υπήρξαν τρία κύματα διωγμών των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης κατά τη σταλινική περίοδο: οι εύποροι που συνελήφθησαν, εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν το ’30 ως «Κουλάκοι», μεγαλοαγρότες δηλαδή και άρα «εχθροί του λαού», εκείνοι –μερικές δεκάδες χιλιάδες– που διώχθηκαν το 1937 στην περιβόητη «επιχείρηση 13» με την κατηγορία της υπέρ της Ελλάδος κατασκοπείας (!) και όσοι εξορίστηκαν στη διάρκεια του πολέμου αλλά και το 1949 ως «συνεργάτες των Γερμανών» και «υπονομευτές» του σοβιετικού κράτους.
    Τρία κύματα διωγμών σε 12 χρόνια
    Στα τέλη του 1937, η Σοβιετική Ενωση ζούσε την κορύφωση της «περιόδου του μεγάλου τρόμου». Οι εκκαθαρίσεις αντιπάλων του σταλινικού καθεστώτος είχαν λάβει τη μορφή επιδημίας. Η δολοφονία του Κίρωφ, την 1η Δεκεμβρίου του 1934, προσχεδιασμένη από τις μυστικές υπηρεσίες του Στάλιν όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για την εξόντωση των εσωκομματικών αντιπάλων του δικτάτορα, που εξελίχθηκε σε φοβερό πογκρόμ.
    Πιστοί σύντροφοι του Λένιν, ηγέτες της μπολσεβίκικης επανάστασης, όπως ο Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν κ.ά. κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία και εκτελέστηκαν, ενώ ο Τρότσκι κατέφυγε στη Νορβηγία και αργότερα δολοφονήθηκε στο Μεξικό από πράκτορα της KGB. Οι ύποπτοι για «συνωμοσία» κατά του σοβιετικού κράτους οδηγούνταν κατά χιλιάδες, έπειτα από δίκη-παρωδία, στο εκτελεστικό απόσπασμα και στα περιβόητα γκούλαγκ της Σιβηρίας τα τρένα κατέφθαναν ξεφορτώνοντας «προδότες» και «εγκληματίες».
    Επιχειρήσεις εκκκαθάρισης
    Ο Στάλιν μαζί με τους εσωκομματικούς αντιπάλους και τους αντικαθεστωτικούς αποδείχθηκε ότι είχε θέσει στο στόχαστρό του και τις μικρότερες εθνότητες που ζούσαν στην αχανή σοβιετική επικράτεια. Πίστευε, πιθανότατα, κατά τους μετέπειτα μελετητές της περιόδου εκείνης, ότι σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Γερμανία ή τις άλλες «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», Πολωνοί, Κορεάτες, Ιάπωνες, Γερμανοί, Ελληνες, Φινλανδοί, Ρουμάνοι κ.ά. θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «πέμπτη φάλαγγα» συστρατευόμενοι με τον εχθρό. Η απαλλαγή, λοιπόν, από τους δυνάμει «υπονομευτές» ήταν ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
    Οπως προκύπτει από τα σοβιετικά αρχεία που άνοιξαν μετά την πτώση του καθεστώτος, οργανώθηκαν δεκατέσσερις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, για ισάριθμες εθνότητες, σχεδιασμένες από τον αρχηγό της NKΒD (τη μετέπειτα KGB) και στενό συνεργάτη του Στάλιν, Νικολάι Γιεζόφ. Η «ελληνική επιχείρηση εκκαθάρισης» με την υπ’ αριθμ. 50215 ντιρεκτίβα της NKBD ξεκίνησε τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου του 1937 και εξελίχθηκε σε Γεωργία, Κριμαία, Σταυρούπολη και όπου αλλού ζούσαν Ελληνες από τους 300.000 που είχαν εγκατασταθεί στη ρωσική και αργότερα σοβιετική αυτοκρατορία.
    Σε στρατόπεδα εργασίας
    Οπως λέει ο κ. Ιβάν Τζούχα, ομογενής από τη Ρωσία, που επί χρόνια ερευνά την ιστορία της δίωξης των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης, από τα στοιχεία που διαθέτει προκύπτει ότι 38.000 ελληνικής καταγωγής σοβιετικοί πολίτες εξαφανίστηκαν στη «μαύρη τρύπα» των γκούλαγκ του Στάλιν. Η ελληνική επιχείρηση ήταν η υπ’ αριθμόν 13 και το 50% των ομογενών συνελήφθησαν τις πρώτες τρεις μέρες με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας! Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελέστηκαν αμέσως. Μόνο στην περιοχή του Ντονέτσκ, στην Κριμαία, από τις 20 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου του 1938 τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη 3.140 Ελληνες.
    Οι άλλοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, γνωστά ως γκούλαγκ της Σιβηρίας και κυρίως στην περιοχή Κολιμά, κοντά στη χερσόνησο της Καμτσάτκα, όπου κατά τη σταλινική παντοδυναμία εξορίστηκαν 2.500.000 σοβιετικοί πολίτες, από τους οποίους λίγοι επέζησαν. «Τους υποχρέωναν να εργάζονται επί 15-16 ώρες την ημέρα στα διαβόητα ορυχεία χρυσού. Ουδείς άντεξε εκεί περισσότερους από τρεις-τέσσερις μήνες. Η θερμοκρασία τον χειμώνα επέφτε στους -60 βαθμούς. Τους νεκρούς τους στοίβαζαν σαν ψόφια ζώα και όταν μαζεύονταν πολλοί τους έκαιγαν. Οσοι επέζησαν, γλίτωσαν από θαύμα», αναφέρει ο κ. Τζούχα.
    «Τον πήραν»
    Τα όργανα των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος άρπαζαν μέσα στη νύχτα τους άνδρες, χωρίς να δίνουν εξηγήσεις στους ίδιους ή στους συγγενείς. Ουδείς βεβαίως τολμούσε να ρωτήσει για την τύχη των δικών του ανθρώπων, αλλά όλοι υποψιάζονταν τι τους περίμενε. Το μόνο που ψέλλιζαν αν κάποιος ρωτούσε ήταν: «τον πήραν». «Αυτό το ρήμα προκαλούσε φρίκη στην τότε Σοβιετική Ενωση, γιατί σήμαινε φοβερά πράγματα», συνεχίζει ο ομογενής ερευνητής και προσθέτει ότι μόνο μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, οπότε άρχισε η αποσταλινοποίηση, άρχισαν να βγαίνουν τα όσα έγιναν εις βάρος και των Ελλήνων.
    Με το ξέσπασμα του πολέμου και την επέλαση των Γερμανών στο σοβιετικό έδαφος ακολούθησαν νέοι διωγμοί εναντίον των μικρών εθνοτήτων. Το σταλινικό καθεστώς εξόρισε το 1942 στη Σιβηρία και το Καζακστάν 6.000 Ελληνες ως ύποπτους συνεργασίας με το εχθρό και όταν εκδιώχθηκαν τα γερμανικά στρατεύματα, το 1944, άλλα 15.040 άτομα ελληνικής καταγωγής εκτοπίστηκαν στη σιβηρική στέπα με την κατηγορία της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. «Βεβαίως όλα αυτά ήταν χαλκευμένα, οι Ελληνες όχι μόνο δεν συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, αλλά υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την παρτιζάνικη δράση τους και συμμετοχή στον Κόκκινο Στρατό», λέει ο κ. Τζούχα.
    Το 1949 σημειώθηκε το τρίτο και τελευταίο κύμα εκκαθαρίσεων Ελλήνων από τα παράλια της Αζοφικής και της Μαύρης Θάλασσας. Σε μια νύχτα «πήραν» 37.000 Ελληνες από την Κριμαία και το Βατούμι και τους εκτόπισαν στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. «Το καθεστώς ήθελε να αδειάσει τα παράλια από τους αλλοεθνείς», εξηγεί ο κ. Τζούχα, ο οποίος ταξιδεύει ανά τη ρωσική επικράτεια, συλλέγοντας στοιχεία προκειμένου να συντάξει το «Μαρτυρολόγιο των Ελλήνων θυμάτων των σταλινικών διώξεων».
    Επτασφράγιστα αρχεία
    Δεν είναι εύκολο το έργο του καθώς τα περισσότερα αρχεία της KGB και των άλλων μυστικών υπηρεσιών παραμένουν επτασφράγιστα. Οι διωχθέντες την περίοδο του «μεγάλου τρόμου» αποκαταστάθηκαν μαζί με εκατομμύρια άλλους σοβιετικούς πολίτες που διώχθηκαν, όχι όμως και οι Ελληνες που δολοφονήθηκαν και εξορίστηκαν κατά το τρίτο κύμα των διωγμών.
    Οι προσπάθειες κάποιων παραγόντων της εκεί ελληνικής ομογένειας σκοντάφτουν στο Κρεμλίνο, που με διάφορα προσχήματα δεν ανοίγει τους φακέλους. Επί εποχής Γέλτσιν και έπειτα από παρεμβάσεις ελληνικής καταγωγής μελών της Δούμα, το ντοσιέ με τα στοιχεία για τις διώξεις των Ελλήνων έφτασε στα χέρια του παντοδύναμου τότε Ρώσου προέδρου μαζί με εκείνα των Πολωνών. Μόλις ο Γέλτσιν είδε τα έγγραφα για τους Πολωνούς, για τους οποίους δεν ήθελε ν’ ακούσει, πέταξε και τους δύο φακέλους στο καλάθι των αχρήστων, διαψεύδοντας τις προσδοκίες όσων ανέμεναν δικαίωση.
    «Κατηγόρησαν τον πατέρα μου για κατάσκοπο και τον εκτέλεσαν»
    Συνάντησα την Κλεοπάτρα Μαρουφίδου στα μέσα Ιουνίου στον Ελληνορωσικό Οίκο Υπερηλίκων, ένα γηροκομείο της Ρωσικής Εκκλησίας στην οδό Ηλεκτρουπόλεως στην Αργυρούπολη. Παρά τα ενενήντα τρία της χρόνια, τα ’χει τετρακόσια. Διαβάζει με τις ώρες, βοηθάει στην ταξινόμηση της βιβλιοθήκης του ιδρύματος, παρακολουθεί την αλληλογραφία του γηροκομείου, συζητάει επί παντός επιστητού με τις νεαρές νοσηλεύτριες. Στα ράφια του πεντακάθαρου μικρού δωματίου, πολλά βιβλία Ρώσων συγγραφέων και ποιητών –Πούσκιν, Τολστόι, Αχμάτοβα, κ.ά.–, στους τοίχους φωτογραφίες σοβιετικών ηθοποιών, του Πατριάρχη Μόσχας κ. Αλέξιου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και ένα πορτρέτο του ντράμερ των Μπιτλς, Ρίνγκο Στάρ!
    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου ήρθε στην Ελλάδα από τη Ρωσία το 1999, κουβαλώντας, όπως λέει, χίλιους πεντακόσιους τόμους λογοτεχνικών βιβλίων και μια συναρπαστική προσωπική ιστορία: είναι από τους ελάχιστους εν ζωή Ελληνες της Σοβιετικής Ενωσης που επέζησαν της σταλινικής τρομοκρατίας. Συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπείας, φυλακίστηκε, εκτοπίστηκε στις στέπες του Καζακστάν, αλλά, όπως λέει, «στάθηκα τυχερή, γιατί αν με είχαν στείλει στα γκούλαγκ, το πιο πιθανό ήταν να είχα πεθάνει όπως τόσοι άλλοι». Σε ένα από αυτά τα γκούλαγκ εκτελέστηκε ο πατέρας της ως κατάσκοπος των Ελλήνων.

    Από το Ιρκούτσκ στη Μόσχα
    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου γεννήθηκε στο Ιρκούτσκ, στην ανατολική Σιβηρία, όπου στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν συρρεύσει πολλοί Ελληνες από τη νότια Ρωσία για να εργαστούν στο υπό κατασκευήν σιδηροδρομικό δίκτυο και στην ανοικοδόμηση της περιοχής. Εκεί, στην αφιλόξενη σιβηρική γη, οι Ελληνες πρόκοψαν ως τεχνίτες, μαστόροι και μικρέμποροι και γρήγορα κατέκτησαν περίοπτη θέση στην κοινωνία, όπου μάλιστα οι τοπικές αρχές έδωσαν το όνομά τους σε κεντρικό δρόμο του Ιρκούτσκ. Οταν το 1930 ο Στάλιν ξεκίνησε τις εκκαθαρίσεις εναντίον των κουλάκων (σ.σ. μεγαλοαγροτών) η μπάλα πήρε και τους ευκατάστατους Ελληνες, που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και κατέφυγαν στη Μόσχα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, μήπως χαθούν και γλιτώσουν.
    Το ίδιο έκανε και ο πατέρας της Κλεοπάτρας, ο Αδάμ, που όμως το 1935 πιάστηκε για παράνομη κατοχή συναλλάγματος και εστάλη σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας. «Εγραψα στον Στάλιν για να μου επιτρέψουν να δω τον πατέρα μου ενώ πήγα και είδα τον ίδιο τον Καλίνιν (σ.σ. πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ), ο οποιος μου έδωσε άδεια. Ηταν αρχές του 1937 όταν έφτασα στο γκούλαγκ, όπου με άφησαν να μείνω κοντά στον πατέρα μου τρεις μέρες. Ο υπεύθυνος με διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα βγει. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου όμως, όπως έμαθα αργότερα, τρεις μέρες μετά την εφαρμογή της ντιρεκτίβας εναντίον των Ελλήνων, τον εκτέλεσαν ως κατάσκοπο των Ελλήνων».
    Δέκα μήνες στη φυλακή
    Επιστρέφοντας στο Μουρμάνσκ, στην παραθαλάσσια αυτή πόλη του παγωμένου ρωσικού βορρά, όπου εν τω μεταξύ είχε τοποθετηθεί ως λογίστρια σε ανώτερη κρατική υπηρεσία, δεν μπορούσε να φανταστεί τι την περίμενε. «Μια μέρα μετά τη ντιρεκτίβα, είχαμε εκλογές θυμάμαι, ξύπνησα νωρίς για να τακτοποιήσω στο γραφείο κάποιες εκρεμμότητες και μετά να πάω να ψηφίσω. Κάποιος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μου και υπέθεσα ότι με ψάχνουν από το γραφείο γιατί είχα αργήσει. Ηταν δυο άντρες της NKVD, που με συνέλαβαν και με οδήγησαν στη φυλακή. Δεν είχα ιδέα γιατί μ’ έπιασαν και πού με πήγαιναν. Με ρωτούσαν διαρκώς πού είναι το λιμάνι, αλλά εγώ δεν κυκλοφορούσα στην πόλη και δεν ήξερα. Οταν ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέδειξα μια κατεύθυνση, είπαν ότι αυτό είναι απόδειξη ότι είμαι κατάσκοπος.
    Με μετέφεραν στις γυναικείες φυλακές του Λένινγκραντ, όπου έμεινα δέκα μήνες χωρίς δίκη, γιατί είχε χαθεί στη διαδρομή ο φάκελός μου. Στο διάστημα αυτό απομακρύνθηκε ο τότε επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών Εζόφ και ανέλαβε ο Μπέρια, ο οποίος για να δείξει ότι ο προκάτοχός του δεν έκανε καλά τη δουλειά του απελευθέρωσε χιλιάδες κρατούμενους, μεταξύ των οποίων και εμένα.»
    Εξορία στο Καζακστάν
    «Ενα χρόνο μετά με συνέλαβαν και πάλι. Με δίκασαν για κατασκοπεία και με εξόρισαν στο Καζακστάν. Η ποινή ήταν τρία χρόνια, αλλά μεσολάβησε ο πόλεμος και έμεινα συνολικά πέντε χρόνια εκεί».
    Μετά τον πόλεμο η Κλεοπάτρα Μουφίδου ενεργοποίησε, όπως λέει, «κάποιες παλιές και υψηλές γνωριμίες» και επέστρεψε στη δουλειά της, αυτή τη φορά ως υπάλληλος του υπουργείου που παρακολουθούσε τα δημόσια έργα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Ουδέποτε έγινε μέλος του κόμματος, μολονότι πιέστηκε να ενταχθεί στο ΚΚΣΕ. Για την ίδια, όπως και για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της τότε Σοβιετικής Ενωσης, πάντως, ο Στάλιν ήταν ο μόνος αθώος για τις διώξεις και θανατώσεις εκατομυρίων αντιφρονούντων ή κατασκευασμένων «εχθρών του λαού». «Αυτά τα πράγματα συζητούνταν στον κόσμο και όλοι έλεγαν πως είναι ένα λάθος που θα διορθωθεί. Ο κόσμος αγαπούσε τον Στάλιν, πιστεύαμε ότι δεν ήξερε πως γίνονταν τέτοια πράγματα. Ημασταν πεπεισμένοι ότι τα έκαναν οι κάτω από αυτόν, αλλά εν αγνοία του».
    Ακόμα και τώρα, πάντως, η υπέργηρη Κλεοπάτρα υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι ζούσαν τότε καλύτερα στη Ρωσία απ’ ό,τι σήμερα. «Οι άνθρωποι είχαν δουλειές. Σήμερα αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, χωρίζουν οικογένειες, ξετυλίγονται δράματα», λέει.

    «Ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν…»
    Η Βάλια Μουρατίδου ήταν 15 χρονών όταν η αστυνομία συνέλαβε τον πατέρα της, Δημήτρη –έναν σχετικά εύπορο Ελληνα, σιδηρουργό στο επάγγελμα–, στο Βατούμι.
    «Ηταν Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου του 1937, και το πρωί κατεβήκαμε από το χωριό με τον πατέρα μου στο Βατούμι, αυτός για να πάει στη δουλειά του και εγώ στο σχολείο. Δύο ώρες μετά ήρθε ένας θείος μου και μου είπε ότι τον “πήραν” από το σιδηρουργείο. Από εκείνη την ώρα άρχισε ο γολγοθάς μας», λέει σήμερα η 84χρονη κ. Μουρατίδου, που ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει συγγράψει βιβλίο για την περιπέτεια των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης υπό τον τίτλο «Εκατό χρόνια Οδύσσεια». «Τον κράτησαν ένα χρόνο στις φυλακές στο Βατούμι με άλλους Ελληνες. Ολοι τους πιάστηκαν με την ψεύτικη κατηγορία της υπονόμευσης του κράτους και της κατασκοπείας. Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες στη φυλακή, τα βασανιστήρια καθημερινό φαινόμενο. Πολλοί δεν άντεξαν και υπέγραψαν ότι αποδέχονται τις κατηγορίες και τους έστειλαν στα στρατόπεδα εργασίας. Ο πατέρας μου δεν υπέγραψε, αλλα στο τέλος τον εκτόπισαν και αυτόν. Τον είδα τελευταία φορά όταν τους φόρτωσαν στην Τιφλίδα στο τρένο για τη Σιβηρία. Εκτοτε δεν είχαμε νέα του. Λόγω των συνθηκών, αναγκαστήκαμε να φύγουμε στην Ελλάδα και αρχές του 1947 ένας εξάδελφος μας έγραψε ότι έμαθε από κάποιον που επέζησε πως “ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν από αιμορραγίαν εντέρου”».
    Το στίγμα της προδοσίας

    Η κ. Παρθένα Αποστολιάδη από το χωριό Βιτέζοβο του Κρασνοντάρ, που ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη, δεν γνώρισε τον πατέρα της, αφού εστάλη στις αρχές του 1938 εξορία στη Σιβηρία, όταν η ίδια ήταν ενός μηνός. Θυμάται ωστόσο τον στιγματισμό που υπέστη η οικογένειά της, αφού ο πατέρας της είχε χαρακτηριστεί προδότης. «Από μικρό παιδάκι άρχισα να ψάχνω τον τάφο του για να αποθέσω λίγα λουλούδια, αλλά κανείς από τους εκπροσώπους των αρχών δεν μου έλεγε. Μόλις το 1956 έμαθα ότι είχε πεθάνει στη Σιβηρία, χωρίς να μου δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες».

    ΠΗΓΗ: Εφημερίδα “Καθημερινή”

  7. Ριζοσπάστης on

  8. —————————————————————————————-
    Τα παιδιά του Κολιγιάννη ξαναχτύπησαν…
    —————————————————————————————-

    Agtzidis Vlassis
    1:55 μ.μ. (Πριν από 0 λεπτά)
    προς hliasakrit

    Με αφορμή το άρθρο μου για τις σταλινικές διώξεις στην «Καθημερινή» στις 15/12/2013 με τίτλο «Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν» (https://kars1918.wordpress.com/2013/12/16/stalin-gretsiski-operatsia/) οι καθοδηγητές του ΚΚΕ αντέδρασαν με το γωστό τους τρόπο:

    «Η «Καθημερινή» «ξαναχτυπά»: Ο αντικομμουνισμός …………»

    http://www.902.gr/eidisi/apopseis-sholia/33540/i-kathimerini-xanahtypa-o-antikommoynismos-toy-k-vl-agtzidi

    ——————-

    Eν τω μεταξύ στο Σεμινάριο Ιστορίας που διοργανώνω στην Κηφισιά έχω καλέσει να πάρει μέρος σε Στρογγυλό Τραπέζι για το φιανόμενο του σταλινισμού και τις σταλινικές διώξεις τον κ. Αν. Γκίκα, «κύριο σχετικό ιστορικό» του ΚΚΕ. Δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε στην πρόταση. Δυστυχώς επίσης, οι αρμόδιοι του ΚΚΕ δεν συνομιλούν ποτέ με οποιοδήποτε αμφισβητεί την εξ αποκαλύψεως αλήθεια που πρεσβεύουν -και που κατά καιρούς βεβαίως αλλάζει ριζικά!!

    Την επόμενη Κυριακή στην «Καθημερινή» θα υπάρχει το 2ο μέρος του αφιερώματος για τις σταλινικές διώξεις, έτσι όπως προβάλει μέσα από τα σοβιετικά αρχεία…

    Ένα παλιό αλλά διαχρονικό και επίκαιρο είναι το παρακάτω:

    -Τα παιδιά του Κολιγιάννη ποιόν είχανε πατέρα;
    http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/05/11/2007/

  9. […] 76 χρόνια πριν: Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν […]

  10. […] 76 χρόνια πριν: Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: