-Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία

ΟΙ ΣΤΑΛΙΝΙΚΕΣ  ΔΙΩΞΕΙΣ  ΚΑΤΑ  ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΩΝ  ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ  

1212___«…Βαθέα τ’ όνομα σ’ απές

σην κάρδια μουν γραμμένον

ΕΣΥ εδέκες μας το φως

τη ζής το χαρεμένον»

 

Με την παράθεση του ποιήματος ύμνου προς τον Στάλιν και την επισήμανση ότι:  «Στα κολχόζια, στις μπριγάδες συχνά ακούμε να τραγουδούν το τραγούδι στο μεγάλο μας αρχηγό, σύντροφο ΣΤΑΛΙΝ» ο Χειμωνίδης παρουσιάζει το θεατρικό έργο «Η χαρά» του Θ. Κανονίδη 0003_.JPG(Απόλλωνα) στην ελληνοσοβιετική εφημερίδα του Καυκάσου «Κόκινος Καπνάς» κάπου μέσα στη δεκαετία του ’30. Ήταν η εποχή της μεγάλης πολιτιστικής άνθισης των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που κατοικούσαν στις σοβιετικές περιοχές. Που παράλληλα με την πολιτιστική τους αναγέννηση, εμφάνισαν και μια νέα ηγεσία, απολύτως προσαρμοσμένη  στα ιδεολογικά και πολιτικά πρότυπα που κυριάρχησαν εκείνη την εποχή στη Σοβιετική Ένωση. Τα πρότυπα αυτά, καθώς και οι τρομοκρατικές πρακτικές που είχε υιοθετήσει ο Στάλιν και η ομάδα του, θα καταγγελθούν ως «προσωπολατρεία» λίγο μετά το θάνατό του από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης).

 Οι τιμωρημένοι λαοί

 Το Δεκέμβρη του ΄37, οι σοβιετικοί Έλληνες μαζί με άλλες μειονότητες, τις οποίες η σταλινική ηγεσία θεώρησε ότι μπορεί να επηρεαστούν απ΄ την «καπιταλιστική μητέρα-πατρίδα» έγιναν στόχος μιας σκληρής ρατσιστικής καταστολής, που καθορίστηκε από τα εθνικά χαρακτηριστικά και όχι πολιτικά ή ταξικά. Έτσι, εκατοντάδες Έλληνες  θα χάσουν τη ζωή τους με την κατηγορία ότι ανήκαν στο «τροτσκιστικό-μπουχαρινικό κέντρο» και ότι σκόπευαν να υπονομεύσουν τη σοβιετική εξουσία.

Οι διώξεις αυτές έγιναν στην πρώην Σοβιετική Ένωση κατά της ελληνικής μειονότητας, καθώς και κατά των υπόλοιπων εθνικών ομάδων που θεωρήθηκε ότι η «μητέρα-πατρίδα» τους βρισκόταν στην εχθρική Δύση. Το 012-1__τελευταίο κύμα εθνικής εκκαθάρισης θα είναι στις 13 Ιουνίου του 1949. Η σταλινική ασφάλεια περικύκλωσε τα ελληνικά χωριά του Καυκάσου και υποχρέωσε τους κατοίκους να τα εκκενώσουν μέσα σε λίγες ώρες. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε βιαίως στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, κοντά στα σοβιετοκινεζικά σύνορα και χρησιμοποιήθηκε -με μεθόδους και σχέσεις παραγωγής  που θύμιζαν την κλασική δουλοπαροικία- για την ανάπτυξη της περιοχής.

         Η υποχρεωτική εκτόπιση, υπήρξε η τελευταία πράξη μιας σειράς βίαιων ενεργειών των σοβιετικών αρχών κατά της ελληνικής μειονότητας. Οι διώξεις αυτές, που αποτελούν μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949.    Με την έναρξη των διώξεων, ολόκληρη η ελληνική ηγεσία και μαζί της και η πλειονότητα των ενηλίκων Ελλήνων συνελήφθη και εξοντώθηκε.          Οι διώξεις κατά των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκαν με εθνικά κριτήρια. Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό εκκαθαρίστηκαν. Δεν εξαιρέθηκαν από τις διώξεις ούτε τα μέλη του κόμματος. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν με την κατηγορία του «εχθρού του λαού» ή εξορίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Τα κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων ήταν ότι υποστήριζαν πολιτικά το «τροτσκιστικο-μπουχαρινικό κέντρο» και ότι συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις, με στόχο «την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στα νότια παράλια της Ρωσίας». Οι ομολογίες αποσπάστηκαν με φρικτά βασανιστήρια. Την περίοδο αυτή -εκτός από τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης- εξοντώθηκαν και οι περισσότεροι από τους Ελλαδίτες κομμουνιστές, που είχαν καταφύγει στη «μητέρα-πατρίδα» του κομμουνισμού για ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους.

 Λευκές Σελίδες και νεοελληνική ιστοριογραφία      

Τα γεγονότα αυτά συγκροτούν μέχρι και σήμερα μια από τις «Λευκές Σελίδες» της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Οι σελίδες αυτές συνεχίζουν να μένουν λευκές, παρόλες τις προσπάθεις που έγιναν κατά την περασμένη δεκαετία από μεμονωμένους ιστορικούς. Οι αιτίες μπορούν να ανιχνευτούν στη σύγχρονη παθογένεια της ελληνικής ταυτότητας, καθώς και στις ιδεολογικές φοβίες και εξαρτήσεις της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο οι γενοκτονίες που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι εθνικιστές κατά των χριστιανικών εθνών της καθ’ ημάς Ανατολής, όσο και οι σταλινικές διώξεις στη Σοβιετική Ένωση, παραμένουν έως σήμερα ταμπού για το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων ιστορικών μας. 

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι αναφορές στο συγκεκριμένο τμήμα της ελληνικής διασποράς, ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Οι αναφορές αυτές, είτε αφορούσαν τις παλιές ελληνικές εμπορικές κοινότητες είτε τους ελληνικούς εποικισμούς στον Καύκασο, χαρακτηρίζονταν από τη μερική προσέγγιση. Συνήθως, ήταν δημοσιευμένες σε μικρής κυκλοφορίας περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Αλλά και οι πιο έγκυρες μελέτες, όπως για παράδειγμα αυτές που εξέταζαν τη δράση της Φιλικής Εταιρείας που ιδρύθηκε στην Οδησσό, δεν επεκτεινόταν στη διερεύνηση του ευνοϊκού κοινωνικού χώρου που συνιστούσαν οι ελληνικές εγκαταστάσεις στο νότο της τότε Νέας Ρωσίας. Βεβαίως, υπήρχαν πλήθος βιβλίων, προερχόμενων κυρίως από τον ποντιακό χώρο, που παρουσίαζαν εκτεταμένα τις ελληνικές μετακινήσεις από το μικρασιατικό Πόντο προς τις ρωσικές περιοχές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μέχρι την πρώτη εικοσαετία του 20ου. Απουσίαζαν όμως από τη βιβλιογραφική και ερευνητική παραγωγή και του χώρου αυτού, μελέτες σχετικά με την εμπλοκή των Ελλήνων στα ιστορικά γεγονότα της Ρωσίας και την πορεία των ελληνικών κοινοτήτων τη σοβιετική περίδο. Θέματα όπως η μεσοπολεμική άνθηση, oι σταλινικές διώξεις και η μετασταλινική περίοδος αποτελούσαν terra incognita. Επίσης δεν υπήρχαν μελέτες που να τοπoθετούν την ιστορία των ελληνικών κοινοτήτων στον ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, όπως αυτό εκφράστηκε από την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία και την παράλληλη επικράτηση του τουρκικού εθνικισμού στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Οι λίγες έρευνες, για γλωσσολογικά κυρίως θέματα, που είχαν γίνει στη Σοβιετική Ένωση παρέμεναν άγνωστες στον ελληνικό επιστημονικό κόσμο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα μεγάλα κενά  στην ελληνική ιστοριογραφία, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν σε διάφορα δημοσιεύματα, ως «οι λευκές σελίδες της ελληνικής ιστορίας». 

Από τον Κεμάλ στον Στάλιν 

Οι σταλινικές διώξεις πραγματοποιήθηκαν μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά το τέλος της μεγάλης ανθρωποσφαγής που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός στο μικρασιατικό Πόντο, όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία. Ολοκληρώθηκε έτσι η εξόντωση ενός ακμαίου ελληνικού κόσμου, ο οποίος διακρινόταν από ιστορική συνέχεια στο χώρο και από την αίσθηση της εντοπιότητας.

Η υιοθέτηση από τη σοβιετική ηγεσία, την περίοδο της πλήρους 0034__κυριαρχίας της σταλινικής της εκδοχής, άλλων προσανατολισμών στο εθνικό ζήτημα οδήγησε στην ακύρωση όλης της προηγούμενης δημιουργικής περιόδου, με την εξόντωση της ελληνικής ηγεσίας, την απαγόρευση της ελληνικής παιδείας, την κατάργηση των αυτόνομων ελληνικών περιοχών και τέλος, με τη μαζική, βίαιη μετακίνηση μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία και στη Σιβηρία. Οι διώξεις αυτές, κατά περιοχές συνδυάστηκαν με την εθνική ομογενοποίηση που προωθούσαν οι τοπικές σταλινικές ηγεσίες. Μέχρι την αποσταλινοποίηση, ακολουθήθηκε πολιτική ακραίας καταστολής του ελληνικού πληθυσμού. Στη συνέχεια, τα απαγορευτικά μέτρα χαλάρωσαν και έγινε κατορθωτό σε ένα μικρό μέρος των εκτοπισμένων να επιστρέψει στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Η απαγόρευση της ελληνικής εκπαίδευσης, καθώς και η διακριτικά αρνητική αντιμετώπιση των Ελλήνων, συνεχίστηκε μέχρι την εποχή της περεστρόικα, οπότε επανεμφανίστηκε το ελληνικό κίνημα που έθεσε και πάλι το ζήτημα της δημιουργίας «εθνικής εστίας». Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε άλλες προϋποθέσεις, που καθορίστηκαν από την οικονομική κατάρρευση και την προσπάθεια των Ελλήνων να προσαρμοστούν στα νέα εθνικά κράτη. Το κύριο γνώρισμα της μετασοβιετικής περιόδου ήταν η επανεμφάνιση του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα, ενός ρεύματος που ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει από το 1918 και συνδεόταν κυρίως με τους πρόσφυγες από τον μικρασιατικό Πόντο που είχαν εγκλωβιστεί στη Σοβιετική Ένωση. Η εμφάνιση ενός νέου ελληνικού προσφυγικού προβλήματος, που ενισχύθηκε από την εμπλοκή των Ελλήνων στις ένοπλες συρράξεις του Ναγκόρνο Καραμπάχ, της Αμπχαζίας και της Τσετσενίας, ανέδειξε την αδυναμία κατανόησης και κατά συνέπεια αντιμετώπισής του, τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από την ίδια την ελληνική κοινωνία με τραγικές συνέπειες για τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες-προσφυγες. Η αδυναμία αυτή οφείλεται κυρίως στην έλλειψη ενδιαφέροντος και έρευνας για την ελληνική διασπορά στα βορειοανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου. Έλλειψη που χαρακτήρισε τον ελλαδικό χώρο όλη τη μετά το ’22 περίοδο, εφ’ όσον οι πρώτες επιστημονικές μελέτες που έθεταν το ζήτημα των ελληνικών κοινοτήτων της Σοβιετικής Ένωσης στα πλαίσια των ευρύτερων ελληνοσοβιετικών σχέσεων και αποσαφήνιζαν διάφορες πλευρές της ελληνικής πολιτισμικής έκφρασης, όπως είχαν εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, έκαναν την εμφάνισή τους στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Βεβαίως, η αδυναμία πρόσβασης στα σοβιετικά αρχεία επέτεινε το πρόβλημα. Στη συνέχεια έγιναν πολλές ερευνητικές απόπειρες και αναδείχθηκαν δύο βασικές ιστοριογραφικές τάσεις. Η μία που μελετούσε τις παλιές ελληνικές παροικίες και τα ελληνικά εμπορικά δίκτυα και η άλλη που μελετούσε τις ελληνικές κοινότητες, κυρίως τις ποντιακές, στο σύνθετο πλαίσιο που καθόριζαν οι περιοχές διαμονής τους.

          Η δεκαετία του ’80 ευνόησε την επέκταση των ερευνητικών προσπαθειών. Οι αιτίες μπορούν να ανιχνευτούν στην αλλαγή του ευρύτερου πολιτικού πλαισίου και στην κριτική πλέον στάση που υιοθέτησαν ομάδες του πληθυσμού, αλλά και επιστήμονες, απέναντι στις κυρίαρχες ερμηνείες της ιστορίας και στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς που χαρακτήρισαν τη μετά το ’22 Ελλάδα. Παράγοντες που ενίσχυσαν την αύξηση του ερευνητικού ενδιαφέροντος, ήταν η πολιτική επανενεργοποίηση και παρέμβαση του ποντιακού χώρου, όπως εκφράστηκε με τα παγκόσμια συνέδρια και την πρόταξη του αιτήματος για αναγνώριση της γενοκτονίας που είχαν υποστεί οι ελληνικοί πληθυσμοί στο μικρασιατικό Πόντο, καθώς και η επανεμφάνιση του ελληνικού κινήματος στη Σοβιετική Ένωση και του μεταναστευτικού-προσφυγικού κύματος των Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα. Ο συνδυασμός των παραγόντων αυτών δημιούργησε το απαραίτητο ιδεολογικό και κοινωνικό πλαίσιο, ώστε να αρχίσει η σε βάθος έρευνα των διαφόρων παραμέτρων που συνέθεταν το φαινόμενο της ελληνικής παρουσίας στον Εύξεινο Πόντο και η προσπάθεια εντοπισμού των ιδεολογικών και κοινωνικών μηχανισμών που υπήρχαν στην Ελλάδα και είχαν οδηγήσει στη δημιουργία των «λευκών σελίδων» στην ιστορία της.  

004__1

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ του ΓΙΑΝΝΗ ΑΠΛΑΚΙΔΗ (*)

           «Ένα βράδυ του 1938 και ενώ είχαν αρχίσει οι συλλήψεις στο χωριό, πράκτορες της Ασφάλειας, της ΓκεΠεΟύ, πέρασαν το ποτάμι και κύκλωσαν το σπίτι του Γιάγκου. Τα σκυλιά γαύγιζαν δηλώνοντας πως κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει. Τρεις οπλισμένοι ασφαλίτες χτύπησαν την πόρτα. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε φόβος. Στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν η γυναίκα του Ευτυχία με το μικρό Παύλο και την πεθερά της. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε από το Γιάγκο να πάρει κάποια ρούχα και να τον ακολουθήσει, αυτό ο δυναμικός άνθρωπος έδειξε να φοβάται. Ένοιωσε πως ίσως έβλεπε τους δικούς του για τελευταία φορά. Άλλωστε φημολογούνταν πως όποιος συλλαμβανόταν δεν γυρνούσε ποτέ. Φεύγοντας, γύρισε στη μάνα του και της ζήτησε να προσέχει την Ευτυχία και το παιδί. Από κείνο το βράδυ και για έντεκα μήνες δεν έμαθαν τίποτα γι αυτόν.

           Ο Γιάγκος μ’ άλλους 120 του χωριού επιβιβάστηκαν σ’ ένα τραίνο. Τα βαγόνια αυτά τα χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά ζώων και τώρα τα είχαν μετατρέψει σε κελιά. Σε κάθε ένα απ’ αυτά βρίσκονταν περίπου πενήντα άτομα. Είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Ορισμένοι πετούσαν από τα παράθυρα σημειώματα, προσπαθώντας να αφήσουν ίχνη πίσω τους…

           Οι κατηγορίες που τους απαγγέλλονταν ήταν ψεύτικες, αλλά ο ανακριτής ήξερε να κερδίζει αυτό που ήθελε με άγρια βασανιστήρια, παρόμοια με αυτά της Ιερής Εξέτασης. Ζήτησαν από τον Γιάγκο να υπογράψει ότι συμμετείχε στην ανατίναξη μιας γέφυρας, ενώ αυτός δεν ήξερε ούτε καν που βρισκόταν. Τότε άρχιζε το ξύλο και όσο αυτός αρνιόταν να υπογράψει τον χτύπαγαν ο ένας μετά τον άλλο μέχρι να σωριαστεί λιπόθυμος στο πάτωμα. Είναι χαρακτηριστικό το σημάδι που είχε στο δεξί του ώμο. Σε μια από τις σπάνιες εξομολογήσεις του, είπε πως ήταν από ένα καρφί που είχε το ξύλο με το οποίο τον χτυπούσαν. Τα βασανιστήρια όμως δε σταματούσαν εδώ. Άλλοτε τους έβαζαν γυμνούς και όρθιους σ’ ένα δωμάτιο που οι τοίχοι ήταν γεμάτοι καρφιά ώστε να μην μπορούν να ακουμπήσουν πουθενά. Άλλες φορές πάλι τους έβαζαν μπρος σε μια πυρωμένη πλάκα, που όσο αρνιόταν την ψεύτικη κατηγορία τους υποχρέωναν να πλησιάζουν το πρόσωπο όλο και πιο κοντά. Άλλοτε τους έβαζαν τα χέρια στη μέγγενη ή τους έριχναν παγωμένο νερό μέχρι που πρήζονταν. Αλλά και μετά απ’ όλα αυτά, οι συνθήκες μέσα στα κελιά ήταν τραγικές. Όλοι οι κρατούμενοι κάθονταν ο ένας πάνω στον άλλο χωρίς αέρα, άλλοτε στο σκοτάδι ή άλλοτε με έντονο ηλεκτρικό φως με αποτέλεσμα πολλοί απ’ αυτούς να χάσουν την όρασή τους. Ένα βαρέλι στη μέση του κελιού ήταν η τουαλέτα για όλο τον κόσμο και ήταν τυχεροί αυτοί που έβγαζαν τις ακαθαρσίες έξω, γιατί μόνο αυτοί αντίκρυζαν το φως της μέρας.

 Έφταναν στο σημείο να αφήνουν στο ίδιο κελί για μέρες ακόμα και νεκρούς. Και αυτό γιατί δεν έφτιαχναν ξεχωριστούς τάφους για κάθε νεκρό. Περίμεναν να πεθάνουν γύρω στους τριάντα κρατούμενους για να ανοίξουν ένα λάκκο όπου τους στοίβαζαν σα να ήταν ξύλα…Μια φορά, ενώ έβγαζαν το Γιάγκο από την ανάκριση και τον έσερναν στο διάδρομο, είδε τον μπατζανάκη του, το Γιώργο Κυριακίδη, που είχε συλληφθεί στο Σότσι. Σήκωσε το κεφάλι του για να τον χαιρετήσει αλλά ο φύλακας τον χτύπησε. Αργότερα βρέθηκαν μαζί στο ίδιο κελί. Ο Γιάγκος περπάτησε στα τέσσερα, πάνω από ζωντανούς και νεκρούς για να τον φτάσει. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν. Ο Κυριακίδης έβγαλε από την τσέπη του ένα σπιρτόκουτο που είχε λίγη ζάχαρη. Σάλιωνε το δάχτυλο, ακουμπούσε τη ζάχαρη και έδινε λίγο στον Γιάγκο και λίγο σ’ αυτόν. Του είπε πως μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Μετά βέβαια, επειδή ήταν υπεύθυνος για τη διανομή του ψωμιού στους κρατούμενους, μπορούσε να εξοικονομεί κανένα κομμάτι και έτσι τα κατάφεραν…

 Οι ανακρίσεις συνεχίζονταν όσο ο Γιάγκος αρνιόταν την κατηγορία. Όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί τον συμβούλευσαν να υπογράψει γιατί αλλοιώς σίγουρα δε θα άντεχε και θα πέθαινε. Κάποια φορά μάλιστα λιπόθυμος όπως ήταν, το νόμισαν για νεκρά και τον έβαλαν σ’ ένα θάλαμο μαζί με άλλα πτώματα. Τη νύχτα, όμως συνήλθε και άρχισε να φωνάζει. Κατάλαβε τελικά, ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και έτσι υπέγραψε την ψεύτικη κατηγορία. Εν τω μεταξύ στο χωριό πίστευαν πως ο Γιάγκος είχε την ίδια τύχη με τους άλλους. Δηλαδή θα είχε εκτελεστεί ή θα είχε εξοριστεί στη Σιβηρία. Ένα πρωινό όμως φημολογούνταν ότι το τραίνο στο σταθμό του Κρίμσκι έφερνε μερικούς απ’ αυτούς που είχαν συλλάβει. Όντως, γύρισαν τελικά τρεις από τους εκατόν είκοσι που είχαν πιαστεί. Μεταξύ τους ήταν και ο Γιάγκος.»

 (*) Η μαρτυρία του Γιάννη Απλακίδη από το ελληνικό χωριό Μερτσάν της Νότιας Ρωσίας καταγράφηκε από τον εγγονό του στη Βέρροια. Το χωριό Μερτσάν ανήκε στην Αυτόνομη Ελληνική Περιοχή (1930-1938) με πρωτεύουσα την κωμόπολη Κρίμσκ.

  ceb3ceb9ceb1cebdcebacebfcf83-ceb1cf80cebbceb1cebaceafceb4ceb7cf82-cf83cf84cebf-cebcceb5cf81cf84cf83ceb1cebd-cebcceb5-cf84ceb7cebd-ceb1

 ΓΙΑΝΚΟΣ Απλακίδης στο  Μερτσαν με την αδελφή του Ελένη(Μάλλον πριν τη φυλακή) 

ceb3ceb9ceaccebdcebacebfcf82-ceb1cf80cebbceb1cebaceafceb4ceb7cf82-__________

Γιάνκος Απλακίδης στο Μερτσάν μετά την αποφυλάκισή του

004__1

 

Το κείμενο μαζί με τη Μαρτυρία του Απλακίδη, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εύξεινος Πόντος», αριθ. 146, Μάρτιος 2009, σελ. 20-21.

Advertisements

9 Σχόλια

  1. Ιωαννης Απλακιδης on

    Ειμαι περηφανος για τις ριζες μας.
    Αυτος ο ανθρωπος (παππους μου) αγωνιστηκε ολα τα υπολοιπα χρονια της ζωής του ως προσφυγας, ανέθρεψε 5 παιδια και σήμερα θα είναι ικανοποιημένος και θα μας κοιτά απο κει πάνω και θα χαμογελά …..

  2. […] -Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία […]

  3. […] -Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία […]

  4. […] την είχα παρουσιάσει αρκετά χρόνια πριν στο κείμενο «Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία«, που είχε δημοσιευτεί στην εφημ. Εύξεινος Πόντος. [Το […]

  5. […] -Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία […]

  6. […] είχαν πρωταγωνιστήσει στο ελληνικό σοβιετικό ζήτημα θα δολοφονηθούν ως «εχθροί του λαού» ή θα εκτίσουν πολύχρονες καθείρξεις σε Στρατόπεδα […]

  7. […] Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία […]

  8. Η εθνοκάθαρση των Ελλήνων της Μαύρης θάλασσας από τον Στάλιν!!

    Το συγκεκριμένο αρχείο το οποίο θα παρουσιάσω αφορά στον εκτοπισμό των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσα, φέρει τίτλο «Περί του εκτοπισμού των ελλήνων πολιτών, των πρώην ελλήνων πολιτών, οι οποίοι δεν φέρουν τη σήμερον την ελληνική υπηκοότητα και περί των πρώην ελλήνων πολιτών οι οποίοι έλαβαν τη σοβιετική υπηκοότητα».

    Γράφει ο Μιχάλης Πάτσης (συγγραφέας, διδάκτωρ Φιλοσοφίας)*

    Αποτελεί έγγραφο που έχει γίνει δεκτό από την Κεντρική Επιτροπή του «Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος» (Μπολσεβίκων), γνωστού και με την μεταγενέστερη ονομασία ΚΚΣΕ, ως απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του παραπάνω κόμματος στις 17.05.1949. Ο Στάλιν ήταν ο ηγέτης που υπεδείκνυε την πολιτική της χώρας και πρωτοστατούσε στην εφαρμογή της.Η απόφαση αυτή από τα αρχεία του RGASPI (Ρωσικά Κρατικά Κοινωνιολογικά και Πολιτικά Αρχεία) πρώτη φορά παρουσιάζεται γενικώς σε οποιαδήποτε γλώσσα.

    Το κείμενο το απόφασης

    «Έχοντας σκοπό το καθάρισμα των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας, όπως και του Αζερμπαϊτζάν από τα πολιτικώς ύποπτα στοιχεία, το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων) αποφασίζει:

    1. Να ανατεθεί στο Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας (σ. Αμπακούμοφ) να εκτοπίσει όλους τους έλληνες πολίτες, τους πρώην έλληνες πολίτες οι οποίοι δεν έχουν την παρούσα στιγμή υπηκοότητα και τους πρώην έλληνες πολίτες που έλαβαν σοβιετική υπηκοότητα, τους διαμένοντες στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, (την επαρχία του Κρασναντάρ και τις περιοχές της Κριμαίας, της Χερσώνας, του Νικολάεφ, της Οδησσού και του Ισμαηλίου), στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας, στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, να εκτοπιστούν όλοι οι παραπάνω σε αιώνια εγκατάσταση (eew-ioe noceneHue, στο πρωτότυπο) στις περιοχές του Νοτίου Καζαχστάν και της Ντζαμπούλ της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Καζαχστάν, με την επίβλεψη των οργάνων του Υπουργείου Εσωτερικών».

    2. Να επιτραπεί στους εκτοπιζόμενους να πάρουν μαζί τους όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα αξίας, τα οικιακά αντικείμενα (ενδυμασία, οικιακά σκεύη, μικροεργαλεία για γεωργικές και βιοτεχνικές εργασίες), απόθεμα τροφών που διαθέτουν ως το βάρος των 1000 κιλών για κάθε οικογένεια.

    3. Να ανατεθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ (στον σ. Κρουγκλόφ) η δημιουργία αλυσίδας – «κονβόι» μεταφοράς για τους εκτοπιζόμενους, η μετακίνηση τους με τους σιδηροδρόμους και ο έλεγχος των στις τοποθεσίας της νέας μετεγκατάστασης, στις περιοχές του Νοτίου Καζαχστάν και της Ντζαμπούλ της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Καζαχστάν, με σκοπό να αποκλειστεί η δυνατότητα αποδράσεων καθώς και η μέριμνα για την εγκατάσταση, την κατοικία και την τοποθέτηση τους σε εργασία.

    Αντίγραφα παραδόθηκαν στους σ. Μπέρια, Αμπακούμοφ και Κρουγκλόφ».

    Ο δρόμος της προσφυγιάς

    Χιλιάδες Έλληνες σε συνθήκες φόβου μετακινήθηκαν από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας προς το εσωτερικό του Καζαχστάν, όπως είχαν λάβει χώρα και προηγούμενες διώξεις της ίδιας δεκαετίας. Τα επιτρεπόμενα σκεύη και οι τροφές δεν ακολουθούσουν πάντα τους ξεριζωμένους, οι οποίοι βιαίως μετακινούνταν στο εσωτερικό της χώρας.

    Σκοπός της δίωξης ήταν να αποξενώσει τους Έλληνες από τη γη και την περιοχή τους, προωθώντας συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης προς τους φίλους(;) της ΕΣΣΔ στη Μαύρη Θάλασσα, αποστερώντας τη γη από τους φυσικούς δικαιούχους της, αφού οι Έλληνες ζούσαν πολλά χρόνια εκεί. Έτσι ο Στάλιν έκρινε πως θα μπορούσε να δημιουργήσει στην απέραντη χώρα του, συνθήκες αναγκαστικής μετεγκατάστασης για τους Έλληνες.

    Άραγε αυτή την απόφαση, η οποία ήταν κατάφορα άδικη για τους ίδιους, θα μπορούσαν οι Έλληνες της ΕΣΣΔ να την προσβάλλουν στα δικαστήρια, θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν και να έχουν αποτέλεσμα; Οι άνθρωποι δεν είχαν αυτό δικαίωμα και αναγκαστικά ήταν μοιραίο να ακολουθήσουν την απόφαση του ισχυρού, αν και ήταν άδικη.

    Η Σοβιετική Ρωσία μετά το 1956 έζησε περίοδο ησυχίας και έτσι αυτοί οι Έλληνες είτε παραμένοντες στις νέες πατρίδες, σήμερα στο Καζαχστάν έχουν απομείνει κάποιες χιλιάδες Ελλήνων, είτε επιστρέφοντες στις εστίες τους μπόρεσαν και βρήκαν τη δυνατότητα να προοδέψουν, αν και είχαν πάντα στο υποσυνείδητό τους το στίγμα του πολίτη δεύτερης κατηγορίας.
    Οι περισσότεροι από αυτούς τους Έλληνες έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς να χάνουν τη σχέση τους με τη Ρωσία ή το Καζαχστάν, αφού όλοι αυτοί είναι ρωσομαθείς, κάτι που μαρτυρά για την ειρηνική ελληνική συνείδηση που μπορεί να συγχωρήσει ειλικρινά.

    Θα σχολιάσω όμως τρία ζητήματα από την παραπάνω απόφαση που μου έκαναν εντύπωση:

    1. Ο χαρακτηρισμός των Ελλήνων ως υπόπτων «πολιτικώς» στοιχείων.
    Οι Έλληνες στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν διώχθηκαν αρκετές φορές από το 1937-38 ως το 1949. Αυτή την εποχή αλλά και τις προηγούμενες βιώνουν στην ΕΣΣΔ τον ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό «ύποπτα πολιτικά στοιχεία», αν και ζούσαν τόσα χρόνια στη Ρωσία και στη Σοβιετική Ένωση και είχαν συμβάλει ολόπλευρα στην ενίσχυση της χώρας.

    Δεν αιτιολογείται ο χαρακτηρισμός αυτός, εκτός ίσως από την παραδοχή πως οι μη σλαβικοί λαοί θα είχαν και διαφορετική αντιμετώπιση. Ο σοβιετικός πανσλαβισμός ξέρουμε όλοι πού οδήγησε – σήμερα κάθε σχεδόν σλαβικό έθνος αποστρέφεται την ΕΣΣΔ και δυστυχώς και την ίδια τη Ρωσία.

    Αξίζει να σημειωθεί πως ακόμα και στην εποχή που υποτίθεται πως είχε ελαττωθεί ο ρόλος εννοιών όπως έθνος ή πατρίδα και εκείνοι κήρυτταν έναν δικό τους διεθνισμό, το έθνος έπαιζε σημαντικό ρόλο. Ο ίδιος ο Στάλιν είχε διατυπώσει τη θεωρία για «ειρηνικούς» και «επιθετικούς» λαούς, η οποία δεν εντάσσεται στις προγραμματικές διακηρύξεις του μαρξισμού.
    Οι έλληνες δεν ήταν ένα έθνος για τους σοβιετικούς άρχοντες της εποχής που θα απολάμβανε ίσα δικαιώματα με άλλους, γι’ αυτό και διώχθηκαν και πολλές φορές την περίοδο 1937-1949. Η αποκατάσταση των διωχθέντων άρχισε μετά το θάνατο του Στάλιν και ιδίως μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956.

    Σήμερα εμείς άραγε θα πρέπει να θυμόμαστε το γεγονός αυτό, θα πρέπει τα ελληνικά κόμματα να έχουν θέσεις για τα παραπάνω γεγονότα εθνοκαθάρσεων στην ΕΣΣΔ ή θα πρέπει να το ξεχάσουμε; Θα πρέπει η αναζήτηση της αλήθειας να σταματά;

    2. Διώξεις υπέστησαν όλοι οι Έλληνες.

    Δεν υπήρχαν εξαιρέσεις. Και οι έλληνες κομμουνιστές διώχθηκαν την εποχή εκείνη στην ΕΣΣΔ, αφού και αυτοί που ήσαν μόνιμα εγκατασταθέντες στις παραπάνω περιοχές ήταν «ύποπτα στοιχεία». Μάλιστα έλληνες κομμουνιστές εκτελέστηκαν για θέματα που αφορούσαν στην ελληνική εθνική ταυτότητα προγενέστερα στην ίδια τη χώρα, το 1938, όπως η γνωστή περίπτωση του ποιητή Γιώργη Κωστοπράβ και χιλιάδων άλλων.

    Είναι ενδεικτικό πως ενώ οι Έλληνες της ΕΣΣΔ χαρακτηρίζονται «πολιτικώς ύποπτα στοιχεία», όπως και άλλοι λαοί και έθνη της σοβιετικής αυτοκρατορίας, η χώρα θα υποδεχθεί την ίδια εποχή, το 1949, τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, τους ηττημένους του ελληνικού εμφυλίου.Υπάρχουν μαρτυρίες πολιτικών προσφύγων πως οι έλληνες της Μαύρης Θάλασσας μετακινούνταν σε κλειστά εμπορικά βαγόνια και κάποιος συγγραφέας περιγράφει την εξής σκηνή: σε κάποια αποβάθρα σιδηροδρομικού σταθμού Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες περιμένουν να επιβιβαστούν στο τρένο για την Τασκένδη και στο ίδιο τρένο, στα εμπορικά του βαγόνια να ταξιδεύουν ερμητικά κλειστά έλληνες από τη Μαύρη Θάλασσα.

    Αυτό το «διπλό ταξίδι των Ελλήνων» αλλά με τον ίδιο προορισμό, θυμίζει κάπως την ιστορία της Ελλάδας στον εικοστό αιώνα. Οι Έλληνες της ΕΣΣΔ δεν έχουν ακόμα και σήμερα δικαιωθεί από το ρωσικό κράτος για τις εθνοκαθάρσεις, αυτό το λέω, γιατί η ελληνική διασπορά, έθετε ως πρόσφατα αυτό το ζήτημα.

    3. Η εντολή του Στάλιν να εγκατασταθούν οι Έλληνες «αιωνίως» στο Καζαχστάν.

    Αλήθεια, πώς μπορεί να ονομασθεί ο τρόπος σκέψης των ηγετών εκείνων όταν πιστεύουν πως μπορούν να ρυθμίζουν την τύχη των ανθρώπων «αιωνίως»; Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί ο ηγέτης που πιστεύει πως αιωνίως μπορεί να τακτοποιήσει ένα θέμα.

    Θα μπορούσε να ονομασθεί και θεολογικός ο τρόπος σκέψης, αφού θεωρούσαν τη Σοβιετική Ένωση χώρα στην οποία νόμιζαν πως θα εξουσιάζουν και θα διοικούν αιωνίως, αδιάλειπτα, και τους πολίτες της χώρας, υπηκόους ή πιστούς που έπρεπε να εκτελούν τις εντολές τους.
    Όμως οι σοβιετικοί ηγέτες και ο Στάλιν ιδιαίτερα ήξεραν επιπλέον να χειρίζονται τους ανθρώπους. Πολιτική με τις μάζες γι’ αυτούς είναι η διαχείριση του φόβου, των ελπίδων, των επιθυμιών και του εγωισμού των πολιτών.

    Ποιο είναι το κίνητρο για την ελληνική εθνοκάθαρση; Φαινομενικά το κίνητρο είναι εθνικιστικού χαρακτήρα, στο οποίο σημαντικό ρόλο παίζει ο διαχωρισμός των εθνών σε καλά και άσχημα. Βαθύτερα τα κίνητρα ήταν πολιτικά. Ο Στάλιν ήθελε να «τακτοποιήσει» με δικό του τρόπο τη ανθρωπογεωγραφία της χώρας, θεωρώντας πως αυτό ενδυναμώνει την εξουσία του.

    Η Σοβιετική Ένωση λίγα χρόνια πριν πράγματι συνέβαλε καθοριστικά στην απελευθέρωση της Ευρώπης και στην απαλλαγή της ηπείρου από το ναζισμό. Αλλά στο εσωτερικό της χώρας οι ηγέτες της χώρας ακολουθούσαν μια πολιτική που οδηγούσε στην καταπίεση των εθνών και στην στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

    *Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ». Ο χάρτης που χρησιμοποιούμε στην ανάρτηση, είναι «οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης», Επιμ. Ι. Χασιώτης. Εκδ. University Presses. Σελ. 630

    http://www.analystsforchange.org


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: