-Οι σταλινικές διώξεις

imgp0038

0001-1[1] [2]

     Μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αποτελούν οι διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης που ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949, με τη μαζική και βίαιη μεταφορά της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία.

0009 

    Οι πολυάνθρωπες ελληνικές κοινότητες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, υπήρξαν καρπός της πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας στον παρευξείνιο χώρο και της έντονης ρωσοτουρκικής αντιπαράθεσης, που καθόρισε και την τελική μορφή της περιοχής αυτής. Η οριστική διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των ελληνικών κοινοτήτων συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν χιλιάδες πρόσφυγες από το Μικρασιατικό Πόντο κατακλύζουν τις ρωσικές περιοχές. Η άρνηση των κυβερνήσεων της Ελλάδας μετά το 1928, να επιτρέψουν την κάθοδο των προσφύγων αυτών -κάτι που ήταν επιβεβλημένο, εφόσον οι πρόσφυγες αυτοί καλύπτονταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης- οδήγησε στον εγκλωβισμό τους στη σοβιετική επικράτεια.[3]

 0001-2    Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, ακολούθησαν και συμμετείχαν σε όλες τις φάσεις του πρωτότυπου σοβιετικού πειράματος. Απόλαυσαν τους καρπούς της  Νέας Οικονομικής Πολιτικής και της πολυπολιτισμικής αντίληψης που επικράτησε κατά την πρώτη περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης. Δημιούργησαν πλήρες δίκτυο ελληνικής παιδείας, θεατρικές ομάδες, εκδοτικούς οίκους, εξέδοσαν πλήθος ελληνικών εντύπων, συνέστησαν Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές στα πλαίσια του σοβιετικού διοικητικού συστήματος και ανέπτυξαν μιαν ιδιαίτερη ελληνική γραμματεία και έναν αυτόνομο ελληνικό λόγο. Υπέστησαν όμως  με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες της βίαιης κολεκτιβοποίησης και, στη συνέχεια, της εκρωσιστικής, αφομοιωτικής πολιτικής του σταλινισμού.

     Σημείο καμπής για την αλλαγή της εσωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης, υπήρξαν οι Δίκες της Μόσχας, το συμβολικό μήνυμα των οποίων ήταν ότι, ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της αχανούς κομμουνιστικής Αυτοκρατορίας ήταν πλέον ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Η αντίστροφη μέτρηση για τις μικρές εθνότητες, αλλά και για όση κοινωνική και πολιτική αντιπολίτευση είχε απομείνει, είχε αρχίσει! Ο ακαδημαϊκός Θεοχάρης Κεσσίδης υποστηρίζει ότι στο βαθμό που εδραιωνόταν το διοικητικό-γραφειοκρατικό σύστημα που βρήκε την έκφρασή του στην προσωπολατρεία του Στάλιν, καθώς και στις παραβιάσεις της νομιμότητας και τους άγριους διωγμούς που απλώθηκαν σ’ όλη τη χώρα, έφτασε η ώρα για την πολιτιστική γενοκτονία μερικών μικρών λαών, μαζί και των Ελλήνων της ΕΣΣΔ.[4]

     Οι μαζικές διώξεις εντάθηκαν μετά το Σεπτέμβριο του 1936, όταν σε τηλεγράφημα με τις υπογραφές του Στάλιν και του Ζντάνοφ προς τον Καγκανόβιτς και τον Μολότοφ διατυπώθηκε η κατηγορία κατά της μυστικής αστυνομίας NKVD[5], ότι καθυστέρησε τέσσερα χρόνια στην ceb2ceb9ceb2cebbceafcebf4___εξαπόλυση μαζικών διωγμών και υποδείχτηκε η σύντομη αναπλήρωση του χαμένου χρόνου. Οι προαναφερόμενοι ηγέτες ζητούσαν την εξόντωση των «εχθρών του λαού» και την κατάσχεση των περιουσιών τους. Άρχισαν έτσι οι μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις κάτω από το σύνθημα της πάλης κατά των τροτσκιστών. Μόνο στο στρατό συνελήφθησαν 20.000 περίπου αξιωματικοί, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 25% του σώματος. Τα αναρίθμητα κενά που άφησαν οι εκκαθαρίσεις συμπληρώθηκαν από τη νέα «διανόηση» των αφοσιωμένων στον Στάλιν.[6]

     Το 1937 χαρακτηρίζεται από την πλήρη εκκαθάριση των εσωκομματικών αντιπάλων του Στάλιν. Τον Ιούνιο δικάστηκε μυστικά ο στρατάρχης Τσουχατσέφσκι και μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών του Κόκκινου Στρατού. Το κατηγορητήριο διαμορφώθηκε από τον Γιάκοντα και τον Γιέζοφ, τους αρχηγούς της μυστικής αστυνομίας. Η βασικές κατηγορίες ήταν: απόπειρα δολοφονίας του Στάλιν και πρόθεση καταστροφής της στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης της χώρας με στόχο την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Ολοι κατηγορήθηκαν ότι απ’ i-apofasi-idrisis-_τις αρχές της επανάστασης εργάζονταν στις υπηρεσίες κατασκοπείας της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και της Γερμανίας και ότι είχαν έρθει σε μυστικές συμφωνίες με τους ναζί για το διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ομολογίες αποσπάστηκαν από τους κατηγορούμενους με βασανιστήρια. Στην απόφαση που τους καταδίκασε σε θάνατο με τουφεκισμό αναφέρεται ότι «… εκρίθησαν ένοχοι προδοσίας κατά της πατρίδος».[7]

     Την περίοδο αυτή είχαν αρχίσει να επικρατούν και εθνικά κριτήρια στις διώξεις. Η αρχή έγινε με τους Κορεάτες της Άπω Ανατολής, που εκτοπίστηκαν από το Ντάλνι Βοστόκ στα εδάφη της Κεντρικής Ασίας. Η επίσημη κατηγορία ήταν ότι ολόκληρη η κορεάτικη εθνότητα της ΕΣΣΔ ήταν κατάσκοπος των Γιαπωνέζων. Ολόκληρος ο πληθυσμός, ακόμα και τα μέλη του κόμματος εκτοπίστηκαν.[8]

Οι διώξεις του ’37-’38

     Το κλίμα άρχισε να βαραίνει και πάνω από τους Έλληνες. Στην απογραφή του 1937 καταγράφηκαν 268.889 άτομα.[9] Το πραγματικό όμως μέγεθος της ελληνικής μειονότητα ήταν αρκετά μεγαλύτερο και πιθανότητα πλησίαζε τις 450.000.[10] Από αυτούς το ένα τρίτο περίπου είχε την ελληνική υπηκοότητα.[11]

     Με την έναρξη των διώξεων, ολόκληρη η ελληνική ηγεσία και μαζί της και η πλειονότητα των ενηλίκων Ελλήνων συνελήφθη και εξοντώθηκε. Πραγματοποιήθηκαν τέσσερα διαδοχικά κύματα μαζικών διώξεων, τα οποία ξεκίνησαν στις παρακάτω ημερομηνίες: 30 Οκτωβρίου 1937, 8 Φεβρουαρίου 1938, 29 Ιουλίου 1938 και 26 Φεβρουαρίου 1939.[12] Στην πρώτη περίοδο των διώξεων οι μαζικές συλλήψεις των Ελλήνων κορυφώθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 1937 και συνεχίστηκαν έως το τέλος Φεβρουαρίου 1938.[13]

 0001___    Για να αντιμετωπίσει η μυστική αστυνομία τον τεράστιο όγκο των περιπτώσεων, της παραχωρείται επίσημα το δικαίωμα από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ(μπ.) να βασανίζει τους υπόπτους. Της παραχωρήθηκε επίσης το δικαίωμα να συλλαμβάνει ως ομήρους τους συγγενείς των κατηγορουμένων. Υπεύθυνη υπηρεσία για όλα αυτά ήταν μια ειδική επιτροπή της NKVD, η OSSO. Η υπηρεσία αυτή έφερε την ευθύνη για τις εκτοπίσεις των οικογενειών, όσων είχαν καταδικαστεί με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα. Συνήθως τα μέλη της οικογένειας ενός «προδότη της πατρίδας» εκτοπίζονταν για πέντε χρόνια και καταγράφονταν στα μητρώα ως TCHIR, με την ένδειξη «μέλος οικογένειας προδότη της πατρίδας». Δεν είχαν δικαίωμα να κατέχουν το εσωτερικό διαβατήριο και αντ’ αυτού είχαν ένα βιβλιάριο, στο οποίο αναγράφονταν οι ημερομηνίες ελέγχου τους από τα όργανα της μυστικής αστυνομίας, δύο φορές το μήνα[14]

     Το 1937 εκδόθηκε διαταγή, η οποία επέτρεπε τη σύλληψη παιδιών ως 12 ετών και την καταδίκη τους, ακόμα και με τις βαρύτερες ποινές. Αυτή η διαταγή διευκόλυνε την εξόντωση των παιδιών των «εχθρών του λαού». Τα παιδιά των συλληφθέντων οδηγούνταν σε ορφανοτροφεία. Αναγκάζονταν να αλλάξουν το όνομά τους, αρνούμενα έτσι τους κατάδικους γονείς τους. Αν δε δέχονταν την αλλαγή του ονόματος, τα κακομεταχειρίζονταν και τα περνούσαν από δίκη, σαν «παιδιά εχθρών του λαού» ή σαν «συγγενείς εχθρών του λαού». Ανήλικοι βασανίστηκαν σκληρά για υποτιθέμενη συμμετοχή τους σε συνωμοσίες. Υπήρχαν περιπτώσεις ανηλίκων, 16-17 χρόνων, που δικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Ορισμένες φορές, ενώ η ποινή ήταν 2-3 χρόνια φυλάκιση, τελικά παρέμειναν έγκλειστοι για 15-20 χρόνια.[15]

     Οι διώξεις κατά των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκαν με εθνικά κριτήρια. Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό stalins-directive-50125-3__εκκαθαρίστηκαν. Δεν εξαιρέθηκαν από τις διώξεις ούτε τα μέλη του κόμματος. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν με την κατηγορία του «εχθρού του λαού» ή εξορίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Τα κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων ήταν ότι υποστήριζαν πολιτικά το «τροτσκιστικο-μπουχαρινικό κέντρο» και ότι συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις, με στόχο «την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στα νότια παράλια της Ρωσίας». Οι ομολογίες αποσπάστηκαν με φρικτά βασανιστήρια. Η εφημερίδα Κόκκινος Καπνας, δίνει τη πληροφορία ότι ομάδα Ελλήνων φοιτητών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που έδρευε στο Σοχούμι της Αμπχαζίας, συνελήφθη με την κατηγορία των «αντεπαναστατικών στοιχείων» για «τροτσκιστικο-μπουχαρινική δράση».[16] Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής διανόησης, ακόμα και τα μέλη του κόμματος, εξοντώθηκαν.[17]

     Τον Αύγουστο του 1938, δίχως να έχει προηγηθεί δημόσια ανακοίνωση, έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία, τα οποία ανέρχονταν σε 104.[18] Η διδασκαλία άρχισε να γίνεται κυρίως στη ρωσική γλώσσα, αλλά αρκετές φορές στη γλώσσα της Δημοκρατίας στην οποία ζούσαν. Τα ελληνικά σχολεία των χωριών της Αμπχαζίας μετατράπηκαν, κατά την  πρώτη περίοδο, κυρίως σε γεωργιανά.[19] Παράλληλα άλλαξε και η ονομασία των σχολείων. Έτσι για παράδειγμα, το Ελληνικό Σχολείο στο Βατούμι μετονομάστηκε 8ο Σχολείο. Η διδασκαλία γινόταν μόνο στη ρωσική, ενώ η σύνθεση των μαθητών ήταν πλέον πολυεθνική.[20] Μερικά από τα ελληνικά εκπαιδευτήρια άλλαξαν χρήση. Αυτό συνέβη με το Ελληνικό Παιδαγωγικό Τέχνικουμ του Σοχούμι, μέρος του οποίου παραχωρήθηκε αργότερα για κατοικία στην Αμπχαζία ηθοποιό Αικατερίνα Ζαχάριεβνα Σακιρμπάϊ. Το ελληνικό σχολείο του χωριού Καμπαρντίνκα παραχωρήθηκε στην αστυνομία και στέγασε τις υπηρεσίες της. Το ελληνικό δεκατάξιο σχολείο του ίδιου χωριού μετατράπηκε σε ρωσικό.[21]

     Με τον ίδιο τρόπο, σταμάτησε η έκδοση των ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών, ενώ έκλεισαν και οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι. Τα ______0001bpfvay___τυπογραφεία καταστράφηκαν. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος καταστροφής του εκδοτικού οίκου «Κολεκτιβιστής». Τα τυπογραφικά στοιχεία του πετάχτηκαν στην Αζοφική Θάλασσα συμβολικά, «ώστε να μην ξανατυπωθεί στη Ρωσία ελληνικό βιβλίο».[22] Έκλεισαν επίσης και οι ελληνικές θεατρικές σκηνές. Kαταστράφηκαν σκόπιμα τα περισσότερα στοιχεία της πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων. Πολλοί Έλληνες, επίσης, από φόβο, κατέστρεψαν μόνοι τους πολλά στοιχεία, ένα μέρος των οποίων αφορούσε στην ίδια τη θεατρική παραγωγή.[23] Αντίστοιχη ήταν και η τύχη των ελληνικών εκκλησιών. Οι ιερείς ήταν από τους πρώτους που συνελήφθησαν. Αρκετοί από αυτούς εξαναγκάστηκαν να ποδοπατήσουν τις εικόνες. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο ιερέας Βασίλειος Τρανταφυλλίδης, που εγκαταστάθηκε ως πρόσφυγας στη Θεοδόσια της Κριμαίας το 1922. Το 1937 συνελήφθη και υποχρεώθηκε από τα όργανα του σταλινικού καθεστώτος να ποδοπατήσει μια εικόνα που είχαν πετάξει κάτω. Αυτός αρνήθηκε, λέγοντας «Εγώ εικόνας ‘κι πατώ».[24] Την τελευταία του πνοή ο ιερέας Τριανταφυλλίδης την άφησε το 1939, εξορισμένος κάπου στα Ουράλια.[25]

     Οι εκκλησίες άλλαξαν χρήση. Η μεγάλη ελληνική εκκλησία στο Σοχούμι μετατράπηκε σε κοινόβιο μαθητών.[26] Η μητρόπολη του Γελεντζίκ έγινε αποθήκη σιτηρών και στο τέλος στέγασε την Κomsomol. 0009___Η εκκλησία του χωριού Ντάκγβα ανατινάχτηκε. Το ίδιο έγινε και με την εκκλησία του χωριού Μερτσάν στην Ελληνική Περιοχή. Στη θέση της χτίστηκε σχολείο. Η εκκλησία του χωριού Αχαλσιόν μετατράπηκε και αυτή σε αποθήκη σιτηρών, ενώ ο ιερέας και ο ψάλτης συνελήφθησαν και στάλθηκαν στη Σιβηρία. Το ίδιο συνέβη και με την εκκλησία της Καμπαρτίνκα στην περιοχή Κρασνοντάρ, όπου πολλές εικόνες σώθηκαν, γιατί μια Ελληνίδα, καθαρίστρια στην κοινότητα του χωριού, άκουσε τα σχέδια για την κατεδάφισή της. Πρόλαβαν οι κάτοικοι και πήραν τις καλύτερες εικόνες στα σπίτια τους, φυλλάσσοντάς τες με κίνδυνο της ζωής τους. H εκκλησία του Αγ. Ιωάννου στο χωριό Κούμα μετατράπηκε σε σταύλο. Παρόμοια ήταν η τυχή των περισσότερων ελληνικών εκκλησιών. Οι εικόνες και τα εκκλησιαστικά σκεύη καταστράφηκαν, εκτός από ελάχιστα που σώθηκαν από πολίτες.[27]

     Οι καταστάσεις των υποψήφιων συλληφθέντων συντάσσονταν στα κομματικά γραφεία των οργανώσεων των περιοχών. Τα κριτήρια επιλογής σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τα προσωπικά αισθήματα των υπεύθυνων κομματικών. Στους καταλόγους περιλαμβάνονταν όσοι στα παλιότερα χρόνια εξασκούσαν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα και οι πλέον ευκατάστατοι. Επίσης, ανάμεσα στους πρώτους συλληφθέντες ήταν όσοι εξακολουθούσαν να έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Άλλο κριτήριο αποτελούσε και η πιθανή αλληλογραφία με συγγενείς στην poster-1938bΕλλάδα. Το «αδίκημα» της αλληλογραφίας με άτομα που ζούσαν σε καπιταλιστική χώρα, οδήγησε πολλούς Έλληνες στο να απαγορεύσουν στην οικογένειά τους να στέλνει ή να δέχεται γράμματα από την Ελλάδα.[28] Ο αριθμός των προσώπων που θα έπρεπε να περιλαμβάνει η κατάσταση οριζόταν από τις περιφερειακές οργανώσεις. Η συνολική διαδικασία άγγιζε τα όρια του παραλόγου, εφόσον οι κεντρικές υπηρεσίες έδιναν μόνο τον αριθμό αυτών που θα έπρεπε να συλληφθούν: «… έπαιρναν ένα τηλεγράφημα που έγραφε: 500 άτομα, δίχως να έχει ονόματα. Ο αριθμός αυτός μοιραζόταν. Εχουμε 20 ραγιόνια, άρα αντιστοιχούν 25 άτομα σε κάθε ραγιόνι. Αλλες φορές έρχονταν τηλεγράφημα για 100 άτομα. Το έστελναν στο σοβιέτ. Εκείνοι με τον αστυνομικό, συνολικά πέντε άτομα, έλεγαν ποιον θα δώσουν, εκείνον, εκείνον, εκείνον! Τους συγγενείς τους δεν τους πείραζαν. Στον κατάλογο δεν έβαζαν γέρους, αλλά μόνο ανθρώπους που μπορούσαν να δουλεύουν«.[29] Για όσους τελικά συμπεριλάμβαναν στην κατάσταση, εφεύρισκαν διάφορες κατηγορίες, όπως «έβρισε τον Στάλιν» ή «ανατίναξε ένα γεφύρι» ή «έκανε σαμποτάζ σε εργοστάσιο» ή «συμμετείχε σε εθνικιστική ομάδα» κ.λπ.[30] Τις συλλήψεις τις έκαναν βράδυ. Ο λαός είχε ονομάσει το μαύρο αυτοκίνητο της μυστικής αστυνομίας «μαύρο κοράκι» και τους πράκτορες της μυστικής αστυνομίας «μισαφιρέους».[31]

     Από το 1934, ένα τριμελές ειδικό συμβούλιο της NKVD είχε τη δικαιοδοσία να συλλαμβάνει, να ανακρίνει, να δικάζει, να καταδικάζει και να επιβάλλει ποινές. Το ειδικό αυτό συμβούλιο συνεδρίαζε μυστικά δίχως την παρουσία του κατηγορουμένου και την ύπαρξη δικηγόρου. Η απόφαση της Ειδικής Σύσκεψης, όπως αποκαλείται η συνεδρίαση του τριμελούς συμβουλίου, ήταν αμετάκλητη και δεν επιδεχόταν έφεση. Οι περισσότεροι δικάζονταν σύμφωνα με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα. Ο ποινικός κώδικας του 1926 έκανε διάκριση μεταξύ των κοινών 33131313εγκλημάτων και των «αντιεπανα­στατικών», τα οποία τιμωρούσε πολύ αυστηρότερα: «Όποιος ήταν φυλακισμένος με το άρθρο 58 του ποι­νικού κώδικα δεν είχε κανένα δικαίωμα. Κι αν πέθαινες και αν σε σκότωναν δεν έδιναν λογαριασμό σε κανένα«.[32] Το άρθρο 58 του Ποινικού Κώδικα της ΕΣΣΔ, που αποτελούνταν από δεκατέσσερα αρθρίδια, αναφερόταν σε «εγκλή­ματα κατά του κράτους». Ο Ποινικός Κώδικας κατασκευάστηκε σαν «ταξικό όπλο» κατά του οιουδήποτε ήταν ακόμη και ελάχιστα ύποπτος για το σοβιετικό καθεστώς. Με βάση αυτόν τον Ποινικό Κώδικα όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούνταν για ποινικά αδικήματα. Για παράδειγμα το 58-9 ήταν το «στρατιωτικό σαμποτάζ», το 58-10-11 σήμαινε «στοιχείο βλαβερό για την κοινωνία». Η παράγραφος β’ του αρθριδίου 1 του άρθρου 58 (58 1-β) αναφερόταν στο αδίκημα της «προδοσίας της Πατρίδας». Σύμφωνα με αυτήν, οι πράξεις που συντελούσαν στη μείωση της στρατιωτικής ισχύος της ΕΣΣΔ τιμωρούνταν με τουφεκισμό. Το αρθρίδιο 11 αναφερόταν σε δράση προετοιμασμένη από κάποια οργάνωση και στη σύσταση συμμορίας για την τέλεση αδικήματος Συνήθως το αρθρίδιο 11 συμπλήρωνε τις βασικές κατηγορίες του αρθριδίου 1. Το άρθρο 58 χρησιμοποιήθηκε για όλες τις περιπτώσεις εξόντωσης των εσωκομματικών αντιπάλων της κυρίαρχης ομάδας στο Κομμουνιστικό Κόμμα.[33]

     Στις καταδικαστικές αποφάσεις υπήρχαν χαρακτηρισμοί σε κωδικοποιημένη μορφή, όπως «Κοινωνικά επιβλαβές στοιχείο» ή  b-omada-magadan-2006-242_«Κοινωνικά επικίνδυνο στοιχείο» ή «Αντεπαναστατική προπαγάνδα» ή «Αντισοσιαλιστική προπαγάνδα» ή «Προδοσία πατρίδας» ή «Αντε­παναστατική δράση» ή «Τρομοκρατική δράση» ή «Υποψία κατασκοπείας» κ.λπ.. Με τον τελευταίο καταδικάζονταν όσοι είχαν ζήσει κάποτε στο εξωτερικό ή είχαν συγγενείς και διατηρούσαν μαζί τους αλληλογραφία. Ειδικά για πολλούς Έλληνες, η αλληλογραφία που διατηρούσαν με συγγενείς τους στην Ελλάδα, στάθηκε ο κύριος λόγος της σύλληψής τους.[34] Συνελάμβαναν ακόμα και συλλέκτες γραμματοσήμων, οι οποίοι αλληλογραφούσαν με την Ελλάδα για τις ανάγκες της συλλογής τους.[35] Μερικές διατάξεις του κώδικα του 1926 νομιμοπ­οιούσαν τη σύλληψη και την καταδίκη ανθρώπων που δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα. Πολλές φορές, πλάι στον χαρακτηρισμό, έμπαινε η επιπλέον ένδειξη «Τροτσκιστής».[36] Απ’ ότι γνωρίζουμε, για την πλειονότητα των συλληφθέντων Ελλήνων στην Αμπχαζία χρησιμοποιήθηκε αυτή η κατηγορία.[37]

Η εξόντωση της ελληνικής ηγεσίας

      Oι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία, όπου υπήρχε μια σμαντική Αυτόνομη Ελληνική Περιοχή.[38] Η Ελληνική Περιοχή εξακολουθούσε να υπάρχει τυπικά μέχρι την άνοιξη του 1938, οπότε αποφασίστηκε η πλήρης κατάργησή της και επανασυστάθηκε η Περιοχή Κριμσκ (Κρίμσκι Ραγιόν) και εδραιώθηκε η απόλυτη κυριαρχία των Κοζάκων. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Έλληνες άνδρες από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα.[39] Οι επιζώντες θυμούνται έντονα τις σκηνές των συλλήψεων και των πορειών των συλληφθέντων με τη συνοδεία έφιππων αστυνομικών.[40] Οι  αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και κατείσχαν τα πάντα, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Έλλάδα. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιφέρειας του Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι μεγαλύτερες συλλήψεις, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και κατέφευγαν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλθηκε στην Ελληνική Περιοχή ήταν ότι οι κάτοικοί της ανήκαν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις, που στόχευαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στη δημιουργία ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία. Τα στοιχεία των περισσότερων από τα 77 μέλη μιας από τις ομάδες που συνελήφθησαν, έχουν έρθει ήδη στο φως. Ολοι κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο, εκτός από δύο οι οποίοι καταδικάστηκαν σε δεκαετή κάθειρξη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. H κατηγορία ήταν ότι ίδρυσαν μια «Ελληνική, αντεπαναστατική, εθνικιστική, αποσχιστική, τρομοκρατική, κατασκοπευτική οργάνωση«[41]. Οι ηγέτες της Ελληνικής Περιοχής δεν ανήκαν στη συγκεκριμένη ομάδα αλλά σε κάποια άλλη με τους ίδιους στόχους, όπως φαίνεται από τα ντοκουμέντα αποκατάστασης που δόθηκαν πολύ αργότερα στις οικογένειές τους. Οι συλληφθέντες βασανίζονταν για να ομολογήσουν τη συμμετοχή τους. Οι καταθέσεις που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια ήταν ένα σύνολο ομολογιών και κατηγοριών κατά των άλλων συγκρατουμένων. Όλοι ομολόγησαν ότι με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να σαμποτάρουν και να διαλύσουν το σοβιετικό κράτος και ότι επιθυμούσαν την ίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία.[42] Με τον ίδιο τρόπο καταστράφηκαν και contentsegment_6007075_1__οι ολιγομελείς ελληνικές κοινότητες της Κεντρικής Ασίας, απ’ όπου συνέλαβαν σχεδόν όλους τους άνδρες.[43]

     Η πρακτική των προληπτικών συλλήψεων, δίχως να υπάρχει συγκεκριμένη δράση κατά του κράτους, έβρισκε την τεκμηρίωσή της από σταλινικούς νομομαθείς. Ένας από αυτούς, ο Α. Piontkowsky, αναφέρει: «… είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται αναγκαστικά μέτρα σε άτομα που δεν έχουν διαπράξει έγκλημα, αλλά που για τον ένα ή άλλο λόγο, όπως την προηγούμενη δράση τους ή τους δεσμούς τους με κάποιο εγκληματικό περιβάλλον, είναι κοινωνικά επικίνδυνα«.[44] Οι συνέπειες αυτής της άποψης ήταν εξαιρετικά οδυνηρές για τον ελληνικό πληθυσμό. Ένα ποντιακό τραγούδι εκείνης της περιόδου περιγράφει την εφαρμογή της συγκεκριμένης άποψης:

 

                   Στείλνε σε και την παβέσκα

                   προσκαλούνε σε.

                   Πας λες τα παράπονα σ’,

                   ατοίν ‘κι ακούνε σε.

                   Στείλνε σε σην εξορίαν

                   σο Σιμπήρ μακρά

                   ορφανίουνταν οι γυναίκ’ς,

                   τα μικρά».[45]

 

     Με εντολή του γενικού εισαγγελέα της ΕΣΣΔ Βισίνσκι οι θανατικές καταδίκες συμπληρώνονταν με την υπόδειξη: «Με κατάσχεση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων». Έτσι άνοιξαν πολλά κρατικά καταστήματα, στα οποία πωλούνταν τα υπάρχοντα των καταδικασμένων.[46] Συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ακόμα και επιστήμονες που ήταν αναγκαίοι στη στρατιωτική έρευνα, όπως ο Έλληνας Κ. Τσελπάν, ο οποίος είχε σχεδιάσει την περίφημη μηχανή του τανκ Τ-34.[47]

    Οι συλληφθέντες βασανίζονταν σκληρά για να δεχτούν να υπογράψουν την κατηγορία που τους βάραινε.[48] Άλλους τους κατηγορούσαν ότι έβρισαν τον Στάλιν,[49] άλλους ότι έκαναν κάποιο σαμποτάζ, ότι επιδείκνυαν αντισοβιετική συμπεριφορά ή ότι ήταν μέλη αντισοβιετικής οργάνωσης που είχε ως στόχο την ανατροπή της σοβιετικής κυβέρνησης.[50] Τα βασανιστήρια περιελάμβαναν σωματική και ψυχική βία.[51] Στα «πιστο­ποιητικά αποκατάστασης» που εκδόθηκαν b35-tafos-kratoumenou__ceb235-cf84ceaccf86cebfcf82-cebacf81ceb1cf84cebfcf85cebcceadcebdcebfcf85-cebaceaccf80cebfcf85-cf83cf84ceb7-cf83ceb9ceb2μετά το 1956, όσοι εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις αποκαταστάθηκαν και οι κατηγορίες ακυρώθηκαν.[52] Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες όσων επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: «Πρώτα συνέλαβαν τους Ελληνες Πόντιους κομμουνιστές. Τους έβαζαν τα χέρια στη μέγγενη και τους έλεγαν: εσείς κάνετε τους κομμουνιστές για να δίνετε μυστικά στην Ελλάδα… Εμένα μόλις με έπιασαν, με πήγαν στη φυλακή του Κρασνοντάρ. Μου ζητούσαν να υπογράψω ότι ανατίναξα το γεφύρι στο Ταγκανρόκ. Εγώ δεν ήξερα ούτε που βρισκόταν αυτό… Το πόσο ξύλο έφαγα να υπογράψω ότι χάλασα το γεφύρι δε λέγεται. Με έβαλαν γυμνό σε μια μικρή κάμαρα να στέκω όρθιος. Οι τοίχοι γύρω ήταν γεμάτοι καρφιά. Δεν μπορούσες να ακουμπήσεις πουθενά. Εριχναν κρύο νερό πάνω μου. Πρήστηκα. Με έβγαλαν έξω να υπογράψω. Εγώ δεν υπόγραφα. Τότε άρχιζε το ξύλο… Με χτύπαγε ο ένας και μετά με πέταγε στον άλλο. Τα ίδια και αυτός, μέχρι που σωριαζόμουνα κάτω…»[53]

     Γενικά, οι Έλληνες που θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στην ηγεσία της μειονότητας συνελήφθησαν ξαφνικά, χωρίς να ενημερωθούν οι συγγενείς τους γι’ αυτό. Οι συλληφθέντες δεν προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σύλληψη. Η αιτία της παθητικής τους συμπεριφοράς ήταν ότι τα θύματα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το μηχανισμό των συλλήψεων, εφ’ όσον ήταν πιστοί στο κόμμα. Συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι ήταν δραστήρια μέλη αντεπαναστατικής κεφαλαιοκρατικής εθνικιστικής ομάδας, και κατά συνέπεια «εχθροί του λαού.’ Έτσι, όλους όσους δούλευαν στο τυπογραφείο του «Κομμου­νιστή» τους εμφάνισαν σαν ελληνική εθνικιστική ομάδα με επικεφαλής τον Χριστόφορο Κατσάλοφ, η οποία δρούσε εναντίον του σοβιετικού κράτους. Τους κατηγόρησαν ότι είχαν σχέσεις με τους Ιταλούς, τους Γιαπωνέζους και τους Γερμανούς κατασκόπους. Ότι χρησιμοποιούσαν το τυπογραφείο για να εξυπηρετούν αντεπαναστατικούς σκοπούς.[54] Στις προσπάθειες των συγγενών τους να ενημερωθούν για την τύχη των προσφιλών τους προσώπων συναντούσαν την αδιαφορία των αρμοδίων. Ήταν αδύνατον να πληροφορηθούν οτιδήποτε για την τύχη των συλληφθέντων. Μόνο με την αποσταλινοποίηση δόθηκαν κάποιες πληροφορίες, οι οποίες τις περισσότερες φορές ήταν ανακριβείς. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της εκτέλεσης του συλληφθέντος αμέσως μετά τη σύλληψη, πληροφορούσαν την οικογένειά του ότι πέθανε από φυσικά αίτια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.[55]

     Η σύλληψη και η εκτέλεση ή η καταδίκη σε πολύχρονη κάθειρξη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν αρκετή στο καθεστώς. Οι οικογένειες των καταδικασμένων χαρακτηρίζονταν, ως «οικογένειες του εχθρού του λαού», με αποτέλεσμα να υφίσταται διώξεις, όπως απόλυση από την εργασία, συλλήψεις και καταδίκες για ασήμαντους λόγους.[56] Την ίδια περίοδο εξοντώθηκε και ο Δ. Σακαρέλλος, ο οποίος είχε διατελέσει spartakos1_______διευθυντής της εφημερίδας Σπάρτακος, που εκδιδόταν στο Νοβοροσίσκ στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Ο Σακαρέλλος είχε αναλάβει, επίσης, επικεφαλής του ελληνικού δελτίου ειδήσεων στο ραδιοσταθμό της Μόσχας. Αργότερα είχε συμμετάσχει ως εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και εξαφανίστηκε με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις.[57] Την περίοδο αυτή εξοντώθηκαν οι περισσότεροι από τους Ελλαδικούς κομμουνιστές, που είχαν καταφύγει για ιδεολογικούς λόγους στη Σοβιετική Ένωση.[58]

     Ακόμα και ασήμαντοι λόγοι χρησιμοποιούνταν για την καταδίκη κάποιου. Η Β. Μουρατίδου περιγράφει τη σύλληψη ενός Ρώσου, ο οποίος περίμενε τον Έλληνα φίλο του που είχε πάει στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας για ανανέωση των διαβατηρίων της οικογένειάς του. Ο Ρώσος συνελήφθη, και με την κατηγορία της κατασκοπείας καταδικάστηκε και εξορίστηκε στη Σιβηρία.[59] Ενας Έλληνας γιατρός, ο Αλεξανδρόπουλος, καταδικάστηκε με την κατηγορία ότι είχε αποκαλύψει στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες ένα μικρό ψάρι, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την εξάλειψη των κουνουπιών σε περιοχές με έλη. Αυτό πoυ είχε συμβεί είναι ότι απλά είχε γράψει γι’ αυτό σε γράμμα που έστειλε στους συγγενείς του.[60]

kolextivistis11

     Είναι πιθανόν, κάποιες συζητήσεις στους κόλπους της ελληνικής διανόησης, που σχετίζονταν με την ύπαρξη ελληνικών αυτονομιών dimitriou1(Ελληνικές Περιοχές), να ερμηνεύτηκαν από τις σταλινικές αρχές ως σχέδιο συνομωσίας με στόχο τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν αποκλείεται, οι συζητήσεις μεταξύ των Ελλήνων στα πλαίσια της όξυνσης των σχέσεων μεταξύ των εθνοτήτων, να είχε οδηγήσει και στη διατύπωση απόψεων που υπερέβαιναν τα διοικητικά όρια του σοβιετικού συστήματος μεσα στα οποία είχαν θεσμοθετηθεί οι ελληνικές αυτονομίες. Είναι όμως απίθανο οι σκέψεις αυτές να έπαψαν να έχουν περιθωριακό χαρακτήρα. Πάντως η ομάδα του «Κολεκτιβιστή» στη Μαριούπολη εξοντώθηκε με αυτή την κατηγορία. Η κατηγορία με την οποία καταδικάστηκε σε 10ετή καταναγκαστικά έργα ο Α. Δημητρίου ήταν ότι ήταν μέλος παράνομης kostoprav__οργάνωσης, η οποία προετοίμαζε την ανατροπή της Σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση στις νότιες περιοχές της χώρας μιας Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Δημητρίου πέθανε το 1938 στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δουλεύοντας στα ορυχεία ουρανίου της Σιβηρίας.[61]

Παρόμοια ήταν και η τύχη του μεγάλου Έλληνα Μαριουπολίτη ποιητή Γιώργου Κοστοπραφ.[62] Oι Έλληνες θρήνησαν:

 

                   Θε’μ’ το μιρ έκρυψες αφκακές σα λιθάρια

                   Ερούξαν και αραεύ’ ατό όλα τα παληκάρια.

                   Σ’ Ουκρανίας τα στέπια είναι πολλά ταφία,

                   ανοίξτε και τερέστε ‘τα, όλα νέϊκα παιδία.[63]

     Στην Αμπχαζία οι συλλήψεις ξεκίνησαν αμέσως μετά τον εορτασμό των 15 χρόνων από τη δημιουργία της αυτόνομης δημοκρατίας. Είχε προηγηθεί το Δεκέμβριο του ’36 η δολοφονία του προέδρου της Αμπχαζίας Νέστορα Λακόπα του Απόλλωνα. Ο Λακόπα ήταν φιλελεύθερος και φιλέλληνας. Από πολλά χρόνια βρισκόταν σε σύγκρουση με τον Λ. Μπέρια. Η σύγκρουση των δύο ανδρών αντανακλά την σύγκρουση των εθνικών ομάδων στην Αμπχαζία, εφ’ όσον ο Λακόπα ήταν Αμπχάζιος και ο Μπέρια Γεωργιανός, της ομάδας των Μιγγρέλων.[64] H κατάργηση της αυτονομίας της Αμπχαζίας ήταν ένας από τους στόχους της ομάδας Μπέρια και μεθοδεύτηκε με τον εξής τρόπο: καταργήθηκε το καθεστώς σοσιαλιστικής δημοκρατίας και τέθηκε στους κατοίκους της Αμπχαζίας το δίλημμα αν θα ενσωματωθεί η περιοχή τους στην περιφέρεια Κρασνοντάρ της Ρωσίας ή θα εισέλθει στη Γεωργία με αυτόνομο καθεστώς. Επελέγη η δεύτερη λύση, η οποία θεωρήθηκε ως η λιγότερο κακή. Το επόμενο βήμα ήταν η απόπομπή του Λακόπα από την ηγεσία.[65] Ενας βοηθός του Μπέρια, ο Μαμούλοφ, ομολόγησε αργότερα ότι ένας από τους λόγους που ο Μπέρια είχε διαφωνήσει με τον Λακόπα, ήταν η προώθηση στελεχών από εθνότητες, όπως οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.[66]

     Μετά το θάνατο του Λακόπα άνοιξε ο δρόμος για την ανοιχτή εξόντωση των ανεπιθύμητων εθνοτήτων. Σε σύσκεψη καθοδηγητικών στελεχών δόθηκε εντολή στα στελέχη της NKVD να παρακολουθούν τους ελληνικής καταγωγής πολίτες. Η μυστική αστυνομία διαβεβαιώθηκε ότι ήταν καλυμμένη για οποιαδήποτε παράνομη πράξη εις βάρος των Ελλήνων. Έτσι, απαγορεύτηκε κατηγορηματικά η πρόσληψή τους σε υπεύθυνες θέσεις. Σε μεγάλο ποσοστό Ελλήνων αφαιρέθηκαν τα σοβιετικά διαβατήρια και στη θέση τους δόθηκαν prisonerw-in-chain-in-siberiaταυτότητες ατόμων απροσδιόριστης υπηκοότητας. Οι αρχές δε δέχονταν αιτήσεις Ελλήνων για απόκτηση της σοβιετικής υπηκοότητας. Ετσι άρχισαν οι μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις.[67]

Τον Aύγουστο του 1937 απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες κατά της προηγούμενης ηγεσίας της Αμπχαζίας. Μεταξύ των πρώτων που συνελήφθησαν ως «εχθροί του λαού», ήταν οι Έλληνες που κατείχαν κυβερνητικές θέσεις. Με την κατηγορία ότι συνομώτησαν να δολοφονήσουν το Στάλιν, συνελήφθησαν οι ακόλουθοι: Ο Κ. Σεμερτζίεφ, μέλος του ΚΚΣΕ, ο Φ. Αναστασιάδης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Γεωργίας, ο Νικόλας Δελαβέρης, απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, οργανωτής και καθηγητής του πρώτου πανεπιστημίου της Αμπχαζίας, ο Κ. Παρωτίδης, υπουργός Εμπορίου της δημοκρατίας αυτής, ο Ι. Σεμερτζίεφ, υπουργός Υγείας κ.α.[68] Ο γενικός γραμματέας της Αμπχαζίας Ν. Λακόπα και μαζί του οι Μ. Τσαλμάζ, Μ. Λακόπα, Π. Ζαντάρια και οι τρεις Έλληνες χαρακτηρίστηκαν «τροτσκιστικο-φασιστικοί κακούργοι και πράχτορες, σπιούνοι και αντιπερισπαστές»[69]. Η θέση τους, καθώς και στη θέση των απολυμένων στελεχών, καλύφθηκε από Γεωργιανούς.[70]

    Στις συλλήψεις συμμετείχαν και Έλληνες συνεργάτες της μυστικής αστυνομίας. Το κύμα συλλήψεων εξαπλώθηκε και στα ελληνικά χωριά της περιφέρειας. Μόνο από το χωριό Κούμα συνέλαβαν 75 άτομα. Για τις συλλήψεις αυτές οι κάτοικοι θεωρούν υπεύθυνο κάποιο Η. Παπαδόπουλο, «νατσάλνικ», δηλαδή «αρχηγό», της GPU, ο οποίος επίσης εξορίστηκε δύο χρόνια αργότερα.[71] Οπως γράφουν οι ίδιοι οι καταδιωγμένοι, «… είχαν κοπεί οι γέφυρες της επιστροφής στην εθνική μας πατρίδα και ο λαός μας ζούσε χωρίς ελπίδα για σωτηρία, η μοίρα του ήταν προδιαγραμμένη».[72] Όσοι καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα, στάλθηκαν στη Σιβηρία, όπου οι κρατούμενοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες ζωής, αντιμετώπιζαν το υπερβολικό κρύο και τη βία των φυλάκων. Χρησιμοποιούνταν σαν δωρεάν εργατική δύναμη.[73] Οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα δούλευαν σκληρά, από 12 έως 16 ώρες, κάθε μέρα.[74] Η έλλειψη ικανοποιητικής διατροφής τους αποδεκάτιζε. Οι κρατούμενοι που έχαναν το φως τους ή αρρώσταιναν βαριά, εκτελούνταν από τους φρουρούς.[75] Τα περισσότερα στρατόπεδα βρίσκονταν στην Βορκουτά, στην Καμτσάτκα, στη Σαχαλίνη, στο Ιρκούτσκ και στο Μαγκαντάν της Κολιμά.[76]

Ενας από τους επιβιώσαντες, ο Παύλος Κερδεμελίδης, περιγράφει το πώς μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βορκουτά:

  gulang  «Το 1939 μας φόρτωσαν 25.000 άτομα και μας πήγαν στη Σιβηρία. Εκεί ήταν δάση. Μας έβαλαν και ανοίξαμε δρόμο και φτάσαμε σε μια πεδιάδα. «Εδώ θα μείνετε» μας είπαν. Μέσα στο δάσος, δίχως σπίτια, δίχως  τίποτα,  μέσα  στο χιόνι…Ετσι σε έξη μήνες από 25.000 μείναμε 600… Μας πήγαιναν για δουλειά τέσσερις-τέσσερις. Γύρω ήταν φαντάροι με όπλα και σκυλιά. Αν έκανες ένα βήμα δεξιά ή ένα βήμα αριστερά πυροβολούσαν χωρίς προειδοποίηση.»

     Σε μερικές περιοχές της Σιβηρίας, της Σαχαλίνης και της Κεντρικής Ασίας δημιουργήθηκαν ελληνικές κοινότητες, με βάση τους Έλληνες που είχαν επιζήσει από τα στρατόπεδα και δεν επέστρεψαν μετά την απελευθέρωσή τους. Ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα κοινότητας τέτοιου τύπου να είναι στο Κιζίλ Κιά του Κιργιζιστάν, που δημιουργήθηκε από εξόριστους της περιοχής Κρασνοντάρ.[77] Εμφανίστηκαν περιπτώσεις Ελλήνων οι οποίοι, φοβούμενοι ότι συμπεριλαμβάνονταν στους καταλόγους των εκτοπισμένων στη Σιβηρία, δραπέτευσαν από την Σοβιετική Ένωση και έφτασαν στην Ελλάδα με περιπετειώδη τρόπο. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν οι αδελφοί Στρατηγόπουλοι, παλιοί ευγενείς από την Ουκρανία. Διέφυγαν από την Πολωνία και κατάφεραν να φθάσουν στην Ελλάδα μετά από επεισοδιακό ταξίδι πολλών μηνών.[78]

     Στην Αθήνα το Σωματείο των εκ Ρωσίας Ελλήνων κάλεσε, το Φεβρουάριο του 1938, την «Σεβαστήν Κυβέρνησιν» να ασχοληθεί με το τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα και να «… στρέψη το πατρικόν, το στοργικόν βλέμμα και προς το τμήμα τούτο του Πανελληνίου, το οποίον εσυνήθισεν από της υπάρξεώς του να προσφέρει πάντοτε υπέρ της Εθνικής ιδέας χωρίς να ζητή τίποτε». Το σωματείο ανέφερε ότι ο ανδρικός πληθυσμός από ηλικία 17 ετών και άνω, κυρίως των παράλιων πόλεων και χωριών του Καυκάσου, εκτοπίσθηκε ολόκληρος, οι φυλακές γέμισαν από δεκάδες χιλιάδες και οι οικογένειές τους βρίσκονται σε πολύ άσχημες συνθήκες. Το σωματείο ζητούσε την κατάργηση της απόφασης του υπουργικού συμβούλιου που περιόριζε τις αφίξεις των Ελλήνων από τη Ρωσία και παράλληλα την άρση κάθε περιοριστικού μέτρου για την κάθοδο στην Ελλάδα όλων των ομογενών. Δήλωνε ότι κάθε άλλη λύση που θα είχε έστω και χαλαρούς περιορισμούς, «… δεν θα είναι ανάλογος προς την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίον αφορά την υπόστασιν δεκάδων χιλιάδων ομογενών».[79]

     Σε υπόμνημα που επιδόθηκε στον τότε πρωθυπουργό δινόταν η πληροφορία ότι μόνο από τις φυλακές Οδησσού είχαν ήδη αποσταλεί ceb3cebacebfcf85cebbceaccebdceb3ceba-017στην Σιβηρία 1.500 Έλληνες. Οι διώξεις ερμηνεύτηκαν ως συνέπεια της επικράτησης του καθεστώτος του Μεταξά στην Ελλάδα. Το υπόμνημα καλούσε τον πρωθυπουργό να ακούσει το «ρόγχον… των θνησκόντων εν ταις απαισίαις φυλακαίς των εις Σιβηρίαν εξορίστων». Στο υπόμνημα ζητούσαν, επίσης, την άμεση κάθοδο στην Ελλάδα των οικογενειών των εξορισμένων στη Σιβηρία. Τέλος, καταγγέλονταν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι οποίες «… επιμελώς απέφευγον να θίγωσι το ζήτημα της απορροφήσεως βαθμιαίως μερικών δεκάδων χιλιάδων προσφύγων της Ρωσίας».[80]

     To Σωματείο προειδοποιούσε ότι «… θα ευρεθώμεν τάχιστα προ του τρομακτικού γεγονότος να ίδωμεν όλας τας Ελληνικάς εν Ρωσία οικογενείας ακεφάλους, των αρχηγών φυλακιζομένων ή εξορισμένων».[81] Το φαινόμενο του αποκεφαλισμού των ελληνικών οικογενειών και της διάλυσής τους ήταν έντονο κατά την περίοδο των διώξεων.[82] Αυξήθηκε, επίσης, η ανεργία στους κόλπους των Ελλήνων, καθώς οι Έλληνες, σε μεγαλύτερο ποσοστό από τις υπόλοιπες εθνότητες, είχαν χάσει τις δουλειές τους.[83] Οι Έλληνες δάσκαλοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν επάγγελμα. Για παράδειγμα ο Μανόλης Μυταφίδης, ο οποίος ήταν διευθυντής στο 10τάξιο ελληνικό σχολείο του Σοχούμι αφού απολύθηκε από τη θέση του διορίστηκε σαν λογιστής σε κολχοζ στο ελληνικό χωριό Αζάντα.[84] H πλειοψηφία των Ελλήνων του Πόντου θεωρούσε τις σταλινικές διώξεις συνέχεια της γενοκτονίας που είχε υποστεί στην ιστορική του πατρίδα, τον Πόντο, από τους νεότουρκους εθνικιστές. Για πολλά χρόνια τραγουδούσαν οι πρόσφυγες στα γλέντια τους και τα πικρά τραγούδια για τις διώξεις που υπέστησαν από το σταλινισμό.[85]  Ένα απ’ αυτά είναι το παρακάτω.

 

                   Από πα’ κι ασό κρεβάτ’ εμέν έσκωσαν.

                   Χωρίς λόγο, χωρίς κρισ’

                   εμέν μάνα σο καπίσ’ έχωσαν.

                   Ήβρα σύντροφους πολλούς

                   φίλ’ς και συγγενούς,

                   γεροντάδες, νεοντάδες

                   χωρίς χράμ’, χωρίς παράδες.

                   Τρεις την ώραν κουβαλούνε μας.

                   Σύρνε πάνω μας την φθείρα.

                   Ντο ‘κι ξέρω, ντο και ‘κι είδα ερωτούνε μας.

                   Κάθα γης πολλά άλλος το κορμίν ατ’ ξύζ’

                   άλλος αίμα φτύν’ άλλος ξεροβύχ’.

                   Ετελέθεν και ατό.

                   Η καμπανία: Δέκα χρόνια κάθε ίναν

                   εδέκανε σην κοτύλαν να γαζανίεν.[86]

 

     Οι διώξεις κατά των Ελλήνων πήραν τέτοια έκταση, ώστε ο πρέσβης της Βρετανίας στη Μόσχα δήλωσε ότι εάν η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης δεν άλλαζε πολιτική και δε σταματούσε τις συλλήψεις και τον εκτοπισμό των Ελλήνων, σύντομα θα έκλεινε το κεφάλαιο του ελληνισμού που είχε ανοίξει επτά αιώνες προ Χριστού.[87]

     Όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων, ο υπολογισμός του πραγματικού μεγέθους θα συναρτηθεί με τη δυνατότητα πράσβασης στα πρώην σοβιετικά αρχεία, καθώς και με τη μελέτη, τόσο των ελληνικών κοινοτήτων που ακόμα παραμένουν στον παλιό σοβιετικό χώρο, όσο και των διαφόρων προσφυγικών πληθυσμών που κατά καιρούς μετακινήθηκαν προς της Ελλάδα. Οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα, βασίζονται περισσότερο σε σχηματικές αναπαραστάσεις αφηγήσεων. Πάντως, οι υποθέσεις αυτές της σοβιετικής πλευράς, συμπίπτουν με αντίστοιχες εξαιρετικά πρώιμες ελληνικές, βασισμένες σε υποκειμενικές εκτιμήσεις,[88]  και δίνουν τον αριθμό των 50.000 για τους Έλληνες θύματα των σταλινικών διώξεων.[89] Σίγουρα το ζήτημα των αριθμών είναι ένα από τα εκκρεμή ζητήματα που θα επιλυθεί μόνο  με  την εμβάθυνση της έρευνας στα σχετικά αρχεία και την εύρεση των αντίστοιχων φακέλων.

 

Η φυγή στην Ελλάδα

      Υπολογίζεται ότι την περίοδο αυτή περίπου 20.000 Ελληνίδες με τα παιδιά τους υφίσταντο πιέσεις από τις σοβιετικές αρχές να εγκαταλείψουν την ΕΣΣΔ. Η ελληνική κυβέρνηση, αλλάζοντας την πολιτική αποθάρυνσης της μετανάστευσης που είχε ακολουθήσει ως το 1938, πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια στους πρόσφυγες στην προσπάθειά τους αυτή. Η ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα προσπάθησε να βοηθήσει τους Έλληνες που είχαν συλληφθεί, δίχως αποτέλεσμα.[90] Η πίεση για εγκατάλειψη της Σοβιετικής Ένωσης εξασκήθηκε κυρίως στις οικογένειες των συλληφθέντων.[91] Εκτός από την πίεση των αρχών επανεμφανίστηκε τάση φυγής στην Ελλάδα «… ως μια λύτρωση από την δημιουργηθείσα κατάσταση».[92] Η τάση αναχώρησης ήταν εντονότατη. Πολλοί κατέφευγαν στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας και κατέθεταν τις οικονομίες τους σε συνάλλαγμα, ζητώντας τη μεταφορά τους στην Ελλάδα με το διπλωματικό σάκο.[93] Υπάρχουν πολλές καταγγελίες ότι αρκετές από τις καταθέσεις αυτές δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα.[94] Όσες απ’ αυτές στάλθηκαν στην Ελλάδα, τελικά χάθηκαν λόγω πολέμου. Έτσι, όταν οι κληρονόμοι, τις περισσότερες φορές, των καταθετών κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δεν δικαιούνταν τίποτα. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν δεκάδες. Παρατηρούνται επίσης και άλλες περιπτώσεις κατάθεσης χρηματικών ποσών στην πρεσβεία, που στέλνονταν στην Ελλάδα αλλά εκεί δεν τους αποδίδονταν με διάφορες προφάσεις.[95] Η κατάθεση αυτή των χρημάτων των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης στην πρεσβεία, συνεχιζόταν μέχρι την δεκαετία του ’70.[96]

     Από την άνοιξη του 1938 άρχισαν να καταφθάνουν σε ελληνικούς λιμένες ομάδες Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο αριθμός αυξήθηκε. Η ελληνική πρεσβεία της Μόσχας είχε εντολές να χορηγεί άδεια σε όποιον επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση. Το Σωματείον των εκ Ρωσίας Ελλήνων ανέφερε σε υπόμνημά του την αλλαγή αυτής της στάσης των ελληνικών αρχών. Επισήμανε ότι η δυνατότητα εξόδου δεν είχε γίνει γνωστή στους ελληνικούς πληθυσμούς. Το Σωματείο επανέλ­αβε την έκκληση να δραστηριοποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση για να σωθούν οι «… χιλιάδες των φυλακισμένων συμπατριωτών».[97]

     Οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου εγκατατάθηκαν στις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες του ΄22, καθώς και σε διάφορα μέρη της Κεντρικής Ελλάδας, όπως η Λαμία και η Χαλκίδα και της Πελοποννήσου, όπως το Άργος.

     Όπως θυμούνται οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου, οι ελληνικές αρχές τους αντιμετώπιζαν ως ύποπτους. Το αποκορύφωμα αυτής της στάσης ήταν η υποχρεωτική απομάκρυνση, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τον Αξονα, των «ρωσοπροσφύγων», όπως τους αποκαλούσαν, από τη Χαλκίδα, όπου υπήρχε η στρατηγικής σημασίας γέφυρα.[98] Οι πρόσφυγες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Πολλοί διέμεναν αρχικά κάτω από στέγαστρα για καπνά. Με ανύπαρκτη κρατική μέριμνα και έντονο ρατσισμό από τους γηγενείς, περνούσαν βασανιστικά την πρώτη περίοδο. Δούλευαν όλη τη μέρα στα τσιφλίκια για ελάχιστη αμοιβή.[99] Με την κατάκτηση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, η πλειοψηφία των προσφύγων εντάχθηκε στις αντιστασιακές αντιναζιστικές δυνάμεις. Αρκετοί εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια των μαζικών εκκαθαρίσεων που έκαναν οι Βούλγαροι στην αν. Μακεδονία.[100]

Εν μέσω του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου»

     Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επηρέασε άμεσα τη ζωή της ελληνικής εθνότητας. Oι Έλληνες που είχαν σοβιετική υπηκοότητα επιστρατεύτηκαν και στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή. Από τη Γεωργία μόνο πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα 13.000 Έλληνες στρατιώτες.[101] Χιλιάδες έπεσαν στα πεδία των μαχών.[102] Όσοι διατηρούσαν την ελληνική υπηκοότητα, καθώς και οι σοβιετοϋπήκοοι, οι οποίοι δεν επιστρατεύτηκαν λόγω μεγάλης ηλικίας, εντάχτηκαν σε τάγματα εργασίας και δραστηριοποιήθηκαν στα μετόπισθεν.[103] Πολλοί πέθαναν από τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν σ’ αυτά. Ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος της εξουσίας.[104]

     Η προέλαση των Γερμανών και οι σκληρές μάχες, κυρίως στην κοιλάδα του Κουμπάν, κατέστρεψαν πολλά ελληνικά χωριά.[105] Tην κατάσταση αποδίδει η παρακάτω περιγραφή που αναφέρεται στο χωριό Μερτσάν, στον αγώνα για την απελευθέρωση του οποίου συμμετέχουν και οι κάτοικοί του: «Μπροστά στα μάτια των στρατιωτών απελευθερωτών εμφανίστηκε η εικόνα της καταστροφής και της ερήμωσης. Το χωριό ήταν σε ερείπια. Τα χωράφια ήταν σκαμμένα με χαρακώματα Δίπλα γίνονταν ακόμα μάχες για το χωριό Κριμσκ...»[106] Πολλές φορές οι Γερμανοί συμπληρώνουν τους σταλινικούς στις εκκαθαρίσεις κατά του πληθυσμού. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες που είχαν θύματα και κατά τη διάρκεια των σταλινικών διώξεων και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.[107]

Οι Έλληνες, που υπέστησαν λίγα χρόνια πριν τις φοβερές σταλινικές εκκαθαρίσεις δε συντάχτηκαν με τους Γερμανούς. Αντίθετα, πολλοί έγιναν παρτιζάνοι.[108] Το ίδιο έγινε και στην Κριμαία. Εδώ η παραδοσιακή σύγκρουση των Ελλήνων με τους Τάταρους οδήγησε τους Έλληνες στα παρτιζάνικα σώματα, εφόσον μεγάλο μέρος των Τατάρων συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Η νότια διοίκηση των παρτιζάνων της Κριμαίας υπό την ηγεσία του Έλληνα Μ. Α. Μακεντότση, απαρτίστηκε από Έλληνες.[109] Η συμμετοχή των Ελλήνων στην αντίσταση κατά των Ναζί είναι ακόμα ζωντανή στη μνήμη τους. Θυμούνται μέχρι σήμερα ότι στους Έλληνες της Κριμαίας δεν βρέθηκαν συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών. Αντίθετα, κάθε δεύτερη ελληνική οικογένεια είχε έναν αντάρτη.[110] Ο συγγραφέας Pristavkin αναφέρει ότι μεταξύ των Ελλήνων δεν υπήρξαν προδότες αλλά μόνο ήρωες.[111]

     Ο ελληνικός πληθυσμός συμμετείχε με κάθε τρόπο στον πόλεμο. Οργάνωσε εράνους και συγκέντρωσε μεγάλα ποσά, τα οποία διατέθηκαν για το σοβιετικό στρατό. Ένας διευθυντής κολχόζ στην Τσάλκα συγκέντρωσε ποσό ικανό για την κατασκευή μιας φάλαγγας από τανκς.[112] Mόνο από την Τσάλκα, όπου οι Έλληνες ανέρχονταν στο 62% του πληθυσμού, τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από εράνους και κατατέθηκαν στο Ταμείο της Άμυνας της Πατρίδας, ανέρχονταν σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια ρούβλια περίπου εξακόσιες χιλιάδες ασημένια και χρυσά ρούβλια. Επιπλέον, κατέβαλαν για την κατασκευή ίλης τανκς, που πήρε το όνομα «Κολχόζνικοι Γεωργίας», 3.283.000 ρούβλια και για την κατασκευή του σμήνους αεροπλάνων, που πήρε το όνομα «Σοβιετική Γεωργία» 1.616.380 ρούβλια.[113]

     Παρ’ όλο που η Ελλάδα βρισκόταν στο αντίθετο στρατόπεδο από τον Άξονα και ήταν κατεχόμενη από τους Γερμανούς, εν τούτοις οι σοβιετικές αρχές αντιμετώπιζαν τους ελληνοϋπήκοους ως ύποπτους προδοσίας. Έτσι άρχισαν να τους εκτοπίζουν ανατολικά, όσο προήλαυναν τα γερμανικά στρατεύματα. Η πολιτική της εκτόπισης των θεωρούμενων ύποπτων εθνοτήτων οδήγησε στη δέσμευση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και στη σπατάλη σημαντικών οικονομικών πόρων. Οι νέοι διωγμοί κατά των εθνών άρχισαν με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολ­έμου. Ολόκληροι λαοί θεωρήθηκαν ύποπτοι για προδοσία. Το 1939-1941 εκτοπίστηκαν μεγάλοι πληθυσμοί από τις πρόσφατα προσαρτημένες περιοχές της Βαλτικής, της δυτικής Ουκρανίας κ.λπ. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1941 Γερμανοί πολίτες της ΕΣΣΔ από τη διαλυμένη Σοβιετική Δημοκρατία του Βόλγα μεταφέρθηκαν μαζικά στην Κεντρική Ασία.[114]

Οι μαζικές εκτοπίσεις των Ελλήνων

     Οι πρώτοι Έλληνες που μετατοπίστηκαν ανατολικά ήταν οι κάτοικοι με ελληνική υπηκοότητα της κοιλάδας του Κουμπάν, περιοχής της νότιας Ρωσίας. Οι αρχές ενημέρωναν τις υπό εκτόπιση οικογένειες ένα 24ωρο πριν.[115] Ενα μέρος τους μεταφέρθηκε στις περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Οι υπόλοιποι εκτοπίστηκαν στο σιβηρικό Καζακστάν. Η μετατόπιση έγινε λίγο πριν την κατάληψη της περιοχής από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που κατοικούσαν στη νότια Ρωσία εκτοπίστηκε το 1941-1942, κυρίως στις περιοχές του σιβηρικού Καζακστάν. Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί στο χωριό Μερτσάν. Σε σύνολο 1.000 Ελλήνων, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν 175 στις διώξεις του ’37-’38. Το 1941 εκτοπίστηκαν 132 οικογένειες στην Κεντρική Ασία, ενώ το 1949 εκτοπίστηκαν άλλες 39.[116] Υπήρχαν επίσης εκτοπισμένοι και στη Σιβηρία, στο χωριό Μιχαήλοφκα της περιφέρειας Σβερντλόφσκ, στην πόλη Σβερντλόφσκ, στην Ουφά και στο Κρασνογιάρσκ.[117] Οι εκτοπισμένες οικογένειες στη Σιβηρία αποδεκατίζονταν κυριολεκτικά από την παγωνιά και τις άθλιες συνθήκες. Ενδεικτικά, οι συνθήκες ζωής στο Κρασνογιάρσκ της Σιβηρίας ήταν άθλιες: «Το πρωί, με 50-60 βαθμούς κάτω από το μηδέν, έπρεπε να μαζέψεις τέσσερα κυβικά μέτρα ξύλα για να σου δώσουν 800 γραμμάρια ψωμί. Αυτά τα ξύλα τα πήγαιναν στα σχολεία. Αλογα δεν υπήρχαν. Τα έβαζαν απάνω μας και εμείς τα πηγαίναμε εκεί».[118]

     Στο Καζακστάν, οι εκτοπισμένοι Έλληνες μεταφέρθηκαν στα χωριά Τεκάλοβο της περιφέρειας Τζαμπούλ, Καρά Κεμίρ κοντά στην πρωτεύουσα Άλμα Άτα (σήμερα Αλμάτι), Οσακάροβα της περιφέρειας Καραγαντά, στην ίδια την Άλμα Άτα, Αρίκ Μπαλίκ της περιφέρειας Κοκτσετάβ, Οκτιάμπρσκογε της περιφέρειας Τσιλίκ, Λουγκοβόε της περιφέρειας Τζαμπούλ, Πανφίλοβα, Τσιλίκ και Ισσίκ κοντά στην Άλμα Άτα, Αστάχοβκα, στο Καρατάου, στο Κουστανάϊ κ.α. Επίσης μεταφέρθηκαν και στην Κιργιζία, στα χωριά Κίροφσκογε και Ισκίτ Ναουκάτ της περιφέρειας Ος.[119]

     Παρότι οι Έλληνες που παρέμειναν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές συμμετείχαν στην Αντίσταση, οι θυσίες τους, όπως και θυσίες των άλλων «τιμωρημένων λαών» στον αντιναζιστικό πόλεμο, αποσιωπήθηκαν μετά την απελευθέρωση.[120] Αντίθετα, εγκαινιάστηκε μια τεράστια επιχείρηση παραχάραξης της ιστορικής μνήμης. Το 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αποφασίστηκε η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας μαζί με τους Τούρκους, τους Βούλγαρους, τους Ιρανούς κ.ά. με το επιχείρημα της συνεργασίας τους με τους κατακτητές.[121] Το 1941 είχε προηγηθεί η εκτόπιση των ελληνοϋπήκοων από το Κερτς της ανατολικής Κριμαίας στην περιοχή Άλμα Άτα του Καζακστάν.[122] Τον Ιούνιο του ’44 εξορίστηκαν οι Έλληνες της Κριμαίας στο Ουζμπεκιστάν και στη Σιβηρία.[123] Από την Κριμαία εκδιώχθηκαν όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς.[124] Η μεταφορά του συνόλου των εκτοπισμένων εθνοτήτων της Κριμαίας και της νότιας Ρωσίας απαίτησε 40.000 βαγόνια προορισμένα για μεταφορά εμπορευμάτων. Οι άθλιες συνθήκες ζωής των εκτοπισμένων φαίνονται από το γεγονός ότι, από τις 31.000 οικογένειες που είχαν εκτοπιστεί στην Κιργιζία μόνο οι 5.000 βρήκαν στέγη. Στην περιοχή Φρούνζε, σήμερα Μπισκέκ, αντιστοιχούσε ένα δωμάτιο σε πέντε οικογένειες.[125]

     Οι Έλληνες της Κριμαίας μεταφέρθηκαν κυρίως στην περιοχή γύρω από την πόλη Κοκάντ στο Ουζμπεκιστάν. Αλλοι μεταφέρθηκαν στο Καζακστάν και διασπάρησαν σε τεράστιες εκτάσεις, στο Κεντάου της περιφέρειας Τσιμκέντ, στο χωριό Τσου της περιφέρειας Τζαμπούλ, στην Άλμα Άτα, στο χωριό Μέρκε της περιφέρειας Μερκένσιι, στο χωριό Οκτιάμπροσκογε, στο χωριό Λουγκοβόε, στην πόλη Τζαμπούλ, , στο Καρατάου. Επίσης Έλληνες από την Κριμαία μεταφέρονται στην Κιργιζία, στα χωριά Κίροφκα και Ποκρόφκα της περιφέρειας Ταλάς και στο χωριό Κίροφσκογε. Ο συγγραφέας Αnatoli Pristavkin γράφει για τους Έλληνες της Κριμαίας: «Ποιός ξέρει για τα βάσανα των Ελλήνων της Κριμαίας, οι οποίοι εφοδίαζαν την πολιορκημένη Σεβαστούπολη (σ.τ.σ. εννοεί την πολιορκία από τους Γερμανούς στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) με νερό και μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν προδότες; Αυτούς εξόρισαν στο Καζακστάν και στη Σιβηρία!»[126]

     Οι εξορίες του 1944 ερμηνεύονται από το γεγονός ότι τη χρονιά αυτή ο Στάλιν διατύπωσε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ταξική πάλη εντείνεται όσο εδραιώνεται ο σοσιαλισμός, με αποτέλεσμα τη δημιουργία «επιθετικών λαών» και «ειρηνικών λαών». Έτσι η εκτόπιση των επιθετικών λαών ήταν αναγκαία συνέπεια της ταξικής πάλης.[127] Ως «επιθετικοί λαοί» κηρύχθηκαν μερικές μικρές εθνότητες με το επιχείρημα ότι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, γεγονός εντελώς αναπόδεικτο, και στην περίπτωση των Ελλήνων παράλογο.[128] Οι μαζικές εκτοπίσεις των λαών της Κριμαίας δημιούργησε σημαντικό ανθρώπινο κενό. Μέχρι και το 1975 η πυκνότητα του πληθυσμού στην Κριμαία, και ειδικά στις στέππες της, ήταν μικρότερη από την πυκνότητα πολλών άλλων δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης.[129]

     Οι σταλινικές αρχές δεν αρκέστηκαν στην εκδίωξη των ντόπιων πληθυσμών από την Κριμαία, αλλά με μυστικό διάταγμα της 20ης Οκτωβρίου 1944, άλλαξαν όλα τα τοπωνύμια που είχαν ελληνική, γερμανική ή τατταρική καταγωγή. Η απόφαση υλοποιήθηκε μετά από μυστικό διάταγμα του προεδρείου του ανώτατου σοβιέτ της Ρωσίας. Στην περιοχή της Αζοφικής άλλαξαν δέκα ονόματα, στην περιοχή της Αλούστας δέκα, στην περιφέρεια Κουϊμπίσεφ δεκαεννιά και στην περιοχή της Γιάλτας δέκα. Ο σοβιετικός συγγραφέας Κ. Παουστόφσκι γράφει ότι η αλλαγή των ονομάτων μαρτυρά την έλλειψη της πιο στοιχειώδους κουλτούρας και την περιφρόνηση προς το λαό και τη χώρα.[130] Το 1944 εξορίστηκαν από την Ατζαρία οι Κούρδοι και οι Λαζοί. Οι περιουσίες των εκτοπισμένων δόθηκαν στα κολχόζ και λεηλατήθηκαν από τους υπεύθυνους. Τα κοπάδια των Κούρδων δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν, επειδή οι νέοι ιδιοκτήτες αγνοούσαν πως να τα προφυλάξουν. Υπήρχαν περιπτώσεις Ελλήνων κομματικών, που κατέλαβαν σπίτια εξορισμένων. Οι ελάχιστοι αυτοί Έλληνες εξαιρέθηκαν, λίγα χρόνια αργότερα, από την εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού.[131]

     Το 1946 εξορίστηκε στο Καζακστάν, στην περιοχή ανάμεσα στην Άλμα Άτα και στη Τζαμπούλ, ένα μεγάλο μέρος από τους Έλληνες του Κουμπάν που είχε αποφύγει την πρώτη εκτόπιση. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν άθλιες. Τρεις μήνες έκαναν οι εξορισμένοι να φτάσουν στους τόπους της εξορίας τους. Μεγάλο μέρος τους πέθανε από τις κακουχίες στο δρόμο. Λίγες οικογένειες κατόρθωσαν να πάρουν το 1946 άδεια μετανάστευσης από το Καζακστάν για την Ελλάδα.[132] Η αντίδραση των Ελλήνων εκφράστηκε στους θρήνους τους:

 

                   Ανάθεμά σε Ρούσια

                   τον νόμον ντο εξέγκες

                   σο Κριμ και σ’ όλον το Καυκάς

                   Ρωμαίον ξάϊ κι εφέκες.[133]

 

     Στις 26 Νοεμβρίου 1946 το Ανώτατο Σοβιέτ ψήφισε ένα μυστικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο οι εκτοπισμένοι δε μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να πάρουν άδεια για να επιστρέψουν στις περιοχές καταγωγής τους. Για τους εκτοπισμένους δημιουργήθηκαν ειδικές ζώνες εγκατάστασης. Κάθε παραβίαση των διαδικασιών εκτόπισης ή των κανονισμών, που είχαν θεσπιστεί, τιμωρούταν με ποινές φυλάκισης ή καταναγκαστικά έργα που έφταναν τα 25 χρόνια.[134] Ο κανονισμός τόνιζε ότι κάθε εκτοπισμένος, από το νεογνό έως το γέροντα, έπρεπε να δηλώνει κάθε μήνα τη διεύθυνσή του. Οι ζώνες εγκατάστασης, οι περιφέρειες και οι περιοχές όπου ζούσαν οι εκτοπισμένοι, χωρίστηκαν από τις ελεύθερες περιοχές με φράγματα στους δρόμους, από φυλάκια και από περιπόλους. Αυτοί οι κα-νονισμοί έγιναν ακόμα πιο σκληροί το 1948.[135] Μερικές όμως οικογένειες Ελλήνων από την Κριμαία, εκτοπισμένες στο Κοκάντ του Ουζμπεκιστάν, κατάφεραν να αναχωρήσουν για την Ελλάδα.[136]

     Η ήττα των κομμουνιστικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1949, οδήγησε σε νέο κύμα εκτοπίσεων κατά του ελληνικού πληθυσμού της παραλίας και του Καυκάσου. Η Έλλάδα πλέον εντασσόταν οριστικά στο δυτικό στρατόπεδο. Με βάση τη σταλινική λογική, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν δυνάμει πράκτορες του εχθρού και γι’ αυτό θα έπρεπε να μεταφερθούν από τις συνοριακές περιοχές και να poster-1949cχρησιμοποιηθούν εκεί που είχε ανάγκες η σοβιετική οικονομία. Την ίδια χρονιά είχε ανακοινωθεί το πεντάχρονο σχέδιο βιομηχανικής ανάπτυξης της Κεντρικής Ασίας, όπου τα ειδικευμένα εργατικά χέρια ήταν λίγα, λόγω της νομαδικής κατάστασης των γηγενών κατοίκων.[137] Παρ’ όλη την προσπάθεια την Komsomol να κινητοποιήσει κομσομόλους εθελοντές που θα εργάζονταν στην υπό ανάπτυξη περιοχή, δεν εξασφαλίστηκε ικανοποιητικός αριθμός εργατών. Παράλληλα στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας υπέβοσκαν οι εθνικές αντιθέσεις και οι συγκεκριμένες προτεραιότητες στη σκέψη των τοπικών ηγεσιών. Στην περιοχή της Γεωργίας υπήρχαν εθνικιστικές ομάδες που ήθελαν να ξεφορτωθούν τους «ξενόφερτους», όπως απ­οκαλούσαν τους Έλληνες και να γεωργιανοποιήσουν την παραλία της Μαύρης Θάλασσας, την Αμπχαζία κυρίως. Στους «ξενόφερτους» συμπεριλαμβάνοντας και άλλες εθνότητες, όπως Αρμένιοι, Αμπχάζιοι, ακόμα και Ρώσοι. Την εποχή εκείνη η γεωργιανή ηγεσία ήταν πανίσχυρη, εφόσον η γεωργιανή ομάδα κυριαρχούσε στο Κρεμλίνο. Το 1948 οι γεωργιανές αρχές έκλεισαν το ρωσικό θέατρο του Σοχούμι και πήραν μέτρα υποβάθμισης του χωριού Ψχου, που ήταν το μοναδικό ρωσικό χωριό της Αμπχαζίας.[138]

     Οι Έλληνες, που ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν μαζικά, χαρακτηρίζονταν από τους σταλινικούς «απάτριδες κοσμοπολίτες» και από αυτή την άποψη η εκτόπισή τους ικανοποιούσε το στρατηγικό στόχο της δημιουργίας ενός «εμπίστου συνοριακού πληθυσμού».[139] Τον Ιούνιο του 1949 ο βοηθός του Μπέρια, Μγκελάτζε, υπό την άμεση καθοδήγησή του, συγκάλεσε σύσκεψη στελεχών γι’ αυτό το σκοπό. Στη σύσκεψη δόθηκαν οδηγίες για το μαζικό εκτοπισμό του ελληνικού πληθυσμού.[140] Για το σύνολο των εκτοπίσεων υπεύθυνος ήταν ο Λ. Μπέρια. Την άμεση ευθύνη για την υλοποίηση των επιχειρήσεων έφεραν οι βοηθοί του Μ. Κομπούλοφ και Γ. Σέροφ. Οι επιχειρήσεις προετοιμάζονταν με βάση την αρχή του αιφνιδιασμού. Στρατεύματα προωθούνταν προς το σημείο που είχε υποδειχθεί. Η διαδρομή των φορτηγών αυτοκινήτων καθοριζόταν από πολύ πριν. Οι επιχειρήσεις γίνονταν από αποσπάσματα της NKVD, που είχαν την ονομασία Τμήματα Επιτήρησης των Δρόμων και από στρατεύματα επιτήρησης των συνόρων.[141]

     To 1949 δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι του Καυκάσου, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των «ειδικώς απελαθέντων» και εξορίστηκαν στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία.[142] Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικύκλωναν τη νύχτα τα ποντιακά χωριά και υποχρέωναν με τα όπλα τους χωρικούς να ετοιμαστούν μέσα σε λίγες ώρες.[143] Δίνοντας διορία σαράντα λεπτών στους κατοίκους, τους ανέβαζαν σε στρατιωτικά φορτηγά. Τους μετέφεραν σε κοντινούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, απ’ όπου τους επιβίβαζαν σε τραίνα και τους έστελναν στην Κεντρική Ασία.[144] Επίσημα δε διατυπώθηκε καμιά, έστω και τυπική, αιτία της τιμωρίας αυτής.[145]

     Οι προετοιμασίες των αρχών για την εκτόπιση άρχισε τον Ιανουάριο του 1949. Οι σοβιετικές υπηρεσίες κατέγραψαν όλες τις οικογένειες Ελλήνων που δεν είχαν σοβιετική υπηκοότητα. Το περιστατικό αυτό δημιούργησε υποψίες στους κατοίκους και άρχισαν να διαδίδονται φήμες ότι ο εκτοπισμός θα γίνει στην Ελλάδα. Η φήμη αυτή εύκολα έγινε πιστευτή, εφόσον η επιθυμία μετανάστευσης στην Ελλάδα ήταν πολύ έντονη σε όσους είχαν μεταναστεύσει πρόσφατα από τον Πόντο. Οι φήμες οργίαζαν όσο περνούσε ο καιρός. Το κράτος επίσημα απαγόρευε τη διασπορά τέτοιων ειδήσεων. Πολλοί άρχισαν, δειλά στην αρχή, να πουλούν οικιακά αντικείμενα και μερικά από τα ζώα τους για να συγκεντρώσουν κάποιο χρηματικό ποσό για ώρα ανάγκης.[146] Η φήμη της απέλασης στην Ελλάδα μέσω Ιράν, ακόμα και όταν βρέθηκαν στην Κεντρική Ασία, εξακολούθησε να υπάρχει τις πρώτες μέρες.[147] Μια περιγραφή της απελπισμένης έκφρασης του πληθυσμού τις τελευταίες μέρες πριν από την εκτόπιση είναι η παρακάτω: «Στο χορό Ομάλ εκείνη την ημέρα, με μάτια βουρκωμένα, χόρευαν ακόμη και γέροι και γριές 80 και 90 χρόνων. Τον χορό, που κατέλαβε ολόκληρο το προαύλιο της εκκλησίας, το μεγάλο σαν πλατεία, και τον κύκλο του αποτελούσαν πολλές εκατοντάδες χορευτών, τον συνόδευαν και τον καθοδηγούσαν εννέα λυριτσήδες. Ο χορός εκείνος, γεμάτος μεγαλοπρέπεια, αλλά και αφάνταστη τραγικότητα, ήταν το ύστατο χαίρε όλων μας».[148]

     Ο χορός αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό μέσο έκφρασης των Ελλήνων του Πόντου. Μια συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή που συνέβη στον κεντρικό Καύκασο, όταν συναντήθηκαν τα τρένα, που ήταν φορτωμένα με Έλληνες εκτοπισμένους από το Σοχούμι και το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Κλαίγοντας, άρχισαν να χορεύουν με τους σκοπούς της λύρας όλοι μαζί οι εκτοπισμένοι.[149] Για την εξορία αυτή τραγούδησαν:

 

          Σα χίλια εννιακόσια στα σαράνταεννέα

          και τι Ρωμαί­οις εξώρτσανε ση Καζακστάν μερέα.

          Εφέκαμεν τ’ οσπίτια μουν ατά τα μερακλία

          εφέκαμεν τα χτινια μουν δεμένα σα μαντρία.

          Τα χωρία εσουσλάεψαν θάρεις εκοιμούσαν

          τα χτήνοπά μουν έκραζαν τα σκυλία εγουρνούσαν.[150]

 

     Τραγούδησαν επίσης:

 

          Σα χίλια εννιακόσια και σα σαράντα εννέα

          να πάει και άλλο να μην έρτεν εκείνη η χρονία.

          Ατοίν εμάς εκλείδωσαν σ’ έρημα τα βαγόνια

          και ση σειράν πα έστεκαν κα εξ’εφτά σαλόνια.

          Μικροί, τρανοί εβάρκιζαν «εκάγαμε, ανοίξτε

          εγκλήματα κ’ εποίκαμε εσείς εμάς αφήστε».

          Εμάς ατοίν επέρανε και φέρανε σην Ντράντα

          και τι Ρωμαίοις εξώρτσανε μικρούς, τρανούς για πάντα.

          Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ εμάζεψαν και όλα τα χωρία

          επήγανέ μας σο Καζακστάν/μακρά σην ερημία.[151]

 

     Στους εκτοπισμένους συμπεριλαμβάνονταν μέλη του κόμματος, πολεμιστές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οικογένειες των σκοτωμένων στρατιωτών στο μέτωπο. Δεν εκτοπίστηκαν οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην κεντρική Γεωργία. Από την περιοχή αυτή εκτοπίστηκαν μόνο οι ελληνικές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί εκεί ως πρόσφυγες το 1918.[152] Οι εκτοπισμένοι δικαιούνταν να πάρουν μαζί τους λίγα μόνο ρούχα και στρώματα σε μπαούλα. Σε πολλές αποστολές έδιναν φαγητό μόνο δύο φορές, ενώ προβλεπόταν δαπάνη 5 ρουβλίων για κάθε εκτοπισμένο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γάλα για τα παιδιά.[153]

     Δεκαπέντε μέρες μετά τον εκτοπισμό των ελληνοϋπηκόων από την Αμπχαζία, οι Έλληνες που είχαν τη σοβιετική υπηκοότητα υποχρεώθηκαν να δηλώσουν ότι φεύγουν εθελοντικά. Τους εξανάγκασαν επιπλέον να πληρώσουν εισιτήριο για τη μεταφορά τους στη Κεντρική Ασία. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις μεικτών γάμων, όπου εκτόπιζαν μόνο τον Έλληνα ή την Ελληνίδα, διαλύοντας την οικογένεια.[154] Οι ηγέτες των Ελλήνων της Αμπχαζίας υποστήριξαν ότι 20.000 ελληνικές κατοικίες απαλλοτριώθηκαν το 1949 και παραχωρήθηκαν στους εποίκους, τους οποίους εγκατέστησε η τοπική κυβέρνηση στις ελληνικές περιοχές.[155] Δεν έχει υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των εκτοπισμένων από την Αμπχαζία. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 40.000 ατόμων και 70.000.[156]

     ‘Την ίδια περίοδο εκτοπίστηκαν και οι τελευταίοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην περιοχή του Κρασνοντάρ. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε με κλειστά τρένα στους τόπους της εξορίας. Το ταξίδι της εξορίας διαρκούσε περίπου δεκαπέντε μέρες. Υπάρχουν μαρτυρίες για συγκρούσεις με τα στρατεύματα της Κρατικής Ασφάλειας που τους συνόδευαν, με θύματα πολλούς από τους εκτοπισμένους.[157] Εκατοντάδες άτομα έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι της εξορίας. Στους τελικούς τόπους διαμονής πέθαναν τα περισσότερα μικρά παιδιά και οι γέροντες.[158] Υπολογίζεται ότι το ποσοστό των θανάτων έφτανε το 20-25% των εκτοπισμένων, δηλαδή στα 40-50.000 άτομα.[159] Τους εξόριστους θέριζε ο κοιλιακός τύφος, ο μελιταίος πυρετός, η ιλαρά και η φυματίωση. Οι αρχές απαγόρευαν ακόμα και στους ασθενείς να απομακρυνθούν από τους τόπους εγκατάστασης και να νοσηλευτούν σε κάποιο νοσοκομείο.[160]

Η ζωή στην Κεντρική Ασία

     Οι εξόριστοι Έλληνες μεταφέρθηκαν σε περιοχές του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν, όπου υπήρχαν μεταλλεία μολύβδου και βαμ­βακοφυτείες. Οι περιοχές αυτές είχαν πρωτοκατοικηθεί μόλις το 1925, αφού υδροδοτήθηκαν με τα νερά του ποταμού Σιρ Νταριά. Το τοπίο είναι ιδιαίτερα απωθητικό. Για εκατοντάδες χιλιόμετρα δεν υπάρχει βλάστηση. Τα διάφορα κολχόζ και σοβχόζ άρχισαν να κατοικούνται από τη στιγμή που αποπερατώθηκαν τα κανάλια που μεταφέρουν νερό. Οι Έλληνες βρήκαν στις περιοχές αυτές ντόπιους Καζάκους ή Ουζμπέκους, Ρώσους, Τάταρους και Γερμανούς, που είχαν εκτοπιστεί από το 1941. Συνάντησαν επίσης και άλλους λαούς του Καυκάσου που είχαν εκτοπιστεί μετά τον πόλεμο, όπως Τσετσένους, Καρατσάεβους, Οσετίνους, Τάταρους από την Κριμαία κ.ά.[161] Οι υπεύθυνοι όλων των εκτοπίσεων, για τις «εξαιρετικές υπηρεσίες» που πρόσφεραν σ’ αυτό τον τομέα και για τις «μεγάλες ικανότητες στρατιωτικού ηγέτη» που επέδειξαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκτόπισης παρασημοφορήθηκαν. Ο Σέροφ ειδικά, παρασημοφορήθηκε με το μεγαλύτερο στρατιωτικό παράσημο Σουβάροφ Α’ τάξης, το οποίο γενικά απονέμεται σε στρατιωτικούς ηγέτες που διευθύνουν νικηφόρες επιχειρήσεις στο μέτωπο.[162]

     Τους εκτοπισμένους τους κατέβαζαν σε διάφορους σταθμούς. Από εκεί, οι εκπρόσωποι των γειτονικών κολχόζ έρχονταν και έπαιρναν όσους χρειάζονται. Κάθε κολχόζ βρισκόταν σε μια απόσταση 3-5 χιλιομέτρων από το επόμενο. Οι εκτοπισμένοι έμεναν αρχικά είτε σε γιούρτες είτε σε θαλάμους φυλακισμένων, εάν υπήρχαν στο κολχοζ τέτοιοι από προηγούμενες εκτοπίσεις πληθυσμών, είτε έσκαβαν τη γη και κατασκεύαζαν μόνοι τους πρόχειρες τρώγλες. Οι περιορισμοί μετακίνησης ήταν πολύ αυστηροί.[163] Οι περιοχές που μεταφέρθηκαν οι νέοι Έλληνες εκτοπισμένοι στο Καζακστάν ήταν το Τσιμκέντ και η περιφέρεια, το Παχτά Αράλ και το Κεντάου, το Τζαμπούλ και τα χωριά Τσου και Άσα, το χωριό Γεώργιεφκα, το Ζανάτας, η Άλμα Άτα, το Μέρκε, το Καρατάου. Στην Κιργιζία, η περιοχή Ταλάς, η περιοχή Ος και στη Σιβηρία στην περιοχή Σβερντλόφσκ.[164] Οι Έλληνες άργησαν να προσαρμοστούν, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές απ’ αυτές του Καυκάσου. Όσους τους πήγαν στα ορυχεία μολύβδου του Μεργκαλιμσάι, τους εγκατέστησαν σε στάβλους αλόγων ή προβάτων, οι οποίοι είχαν διαστάσεις τρία επί τρία και πόρτες ύψος ενός μέτρου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο, όπως και η οροφή, πάνω από τα κλαδιά άγριων καλαμιών. Για καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν πετροκάρβουνο, το οποίο το μάζευαν γύρω από τις γραμμές του τρένου, όπου έπεφτε από τα τρένα που το μετέφεραν. Στη συνέχεια οι εκτοπισμένοι στο Μεργκαλιμσάι έχτισαν διώροφα ξύλινα σπίτια με οκτώ διαμερίσματα συνολικά. Το κάθε διαμέρισμα ήταν 40 τετραγωνικά μέτρα.[165] Οι ντόπιοι, οι Καζάκοι, οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, καθώς και οι από παλιότερα εξορισμένοι Κορεάτες, Γερμανοί κ.α. βοήθησαν αποφασιστικά τους εκτοπισμένους Έλληνες να επιβιώσουν.[166]

     Οι Έλληνες έγραψαν τραγούδια για τους τόπους εξορίας τους:

 

                   Ανάθεμα σο Τουρκεστάν

                   και σο Μεργκαλιμσάι

                   το χρόνο δώδεκα μήνας

                   πάντα αέρας φυσάει.[167]

 

     Όσον αφορά την εργασιακή ένταξη των εκτοπισμένων, δεν υπήρχε καμιά μέριμνα αξιοποίησης των ειδικοτήτων. Για παράδειγμα, ειδικευμένους σε μηχανολογικά ζητήματα τους εγκαθιστούσαν σε αγροτικά κολχόζ. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες που υποχρεώνονταν να εγκατασταθούν σε κολχόζ κοντά στη λίμνη Αράλη. Η περιοχή ήταν εξαιρετικά μολυσμένη από την αλόγιστη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων. Χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη παιδική θνησιμότητα και την εξαφάνιση μερικών ευαίσθητων ειδών, όπως οι μέλισσες.[168] Το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν όσοι εγκαταστάθηκαν σε σοβχόζ, τα οποία μόλις είχαν διοργανωθεί. Δεν υπήρχαν κατοικίες και ο κόσμος εγκαθίστατο σε σκηνές, μέχρι να χτιστούν μικρά πλινθόκτιστα σπίτια.[169]

     Οι υπεύθυνοι της μυστικής αστυνομίας σε διάφορες περιοχές υποχρέωναν τους εκτοπισμένους να υπογράψουν συμβόλαια παραμονής για 20 χρόνια.[170] Κατείσχαν τα διαβατήρια αλλοδαπών που είχαν οι ελληνοϋπήκοοι και μαζί μ’ αυτά την άδεια παραμονής. Προσπαθούσαν να πείσουν τους εκτοπισμένους να δεχτούν τη σοβιετική υπηκοότητα με το επιχείρημα ότι το ελληνικό κράτος «πούλησε» τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ελληνοϋπήκοοι δεν είχαν το δικαίωμα να απομακρυνθούν από τα κολχόζ σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων και υποχρεώνονταν να δηλώνουν παρουσία μια φορά την εβδομάδα και, μερικές φορές, κάθε τρεις ημέρες στην Κομεντατούρα.[171]

     Η άσχημη μοίρα των εκτοπισμένων έγινε τραγούδι-καταγγελία:

 

                   Ας λέγω σας ε παιδία

                   ντο έντον ση Ρουσία

                   το μίλλετ ετοπλάεψαν

                   άμον κωσσούς πουλία.

                   Τη Καζακστάν τα δρόμια

                   έρημα απομένε’

                   έφαγαν το καρδόπο μου

                   και ολίγον επέμνε.[172]

 

     Το 1949 στην πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, στη Τασκένδη, έφτασε και μια άλλη ομάδα Ελλήνων. Αυτή των πολιτικών προσφύγων. Οι ηγεσίες των πολιτικών προσφύγων αντιμετωπίζαν τους εξορισμένους Πόντιους ως «εχθρούς του λαού».[173] Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν μαρτυρικά για τους εκτοπισμένους Έλληνες. Στη συνέχεια όμως κατάφεραν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους. Δανειοδοτήθηκαν από το κράτος, έχτισαν σπίτια, απόκτησαν ζώα, καλλιέργησαν τον κήπο των δύο στρεμμάτων στον καθένα, που τους παραχωρήθηκε. Σε 4-5 χρόνια από την εγκατάστασή τους άλλαξε η μορφή του τόπου. Σιγά σιγά άρχισαν να ασκούν τα πραγματικά τους επαγγέλματα.[174] Τους γάμους, τα βαφτίσια και τις λειτουργίες τα έκαναν παράνομα με επίσης εκτοπισμένους Έλληνες ιερείς, οι οποίοι γύριζαν τα χωριά που ζούσαν εκτοπισμένοι.[175]

     Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία και στη Σιβηρία τη δεκαετία του ’40, είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια. Οι διάφορες, πρόχειρες, εκτιμήσεις των ερευνητών υπολογίζουν το συνολικό αριθμό των εκτοπισμένων Ελλήνων σε 200.000.[176] Σε υπόμνημα που υπέβαλε το 1986 η Επιτροπή για την Αποκατάσταση των Δικαιωμάτων των Ελλήνων από τον Πόντο που ζούν στην ΕΣΣΔ, αναφέρεται ο υπερβολικός αριθμός των 350.000.[177] Μόνο για την Αμπχαζία έχουμε κάποια στοιχεία για τους αριθμούς των εκτοπισμένων, τα οποία όμως μας δίνουν τελικούς αριθμούς που απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Από την περιοχή της Γκάγκρας εκτοπίστηκαν 256 νοικοκυριά, από την περιοχή της Κουταούτα 320, από την περιοχή του Σοχούμι 2.734, από την περιοχή του Γκουλρίπσι 1.525 και από την περιοχή του Οτσαμτσίρι 127. Τα νοικοκυριά αυτά, με τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς αντιστοιχούν σε έναν αριθμό 34.000 ατόμων, εκ των οποίων οι 6.121 ήταν ελληνοϋπήκοοι.[178]

     Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των εκτοπισμένων από την Αμπχαζία σε 50.000 και από την Ατζαρία σε 20.000.[179] Κάποιοι υπολογισμοί, μόνο για τους ελληνοϋπήκοους, μπορούν να γίνουν από τον αριθμό των συρμών που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των εκτοπισμένων. Ο Σ. Πιπερίδης γράφει ότι από τις 13 Ιουνίου 1949 έως 20 Ιουνίου αναχώρησαν 40 συρμοί με 30 βαγόνια ο καθένας.[180] Ο Χ. Σιδηρόπουλος δίνει συνολικά τον αριθμό των 68 συρμών με 25 βαγόνια ο καθένας.[181] Στα βαγόνια επιβιβάζονται από 15 άτομα έως 45. Η μεγάλη αυτή απόκλιση, εκτός από την υποκειμενικότητα των εκτιμητών, οφείλεται στο μέγεθος του βαγονιού και στο εκάστοτε πλήθος των υπό εκτόπιση Ελλήνων. Στην εκτίμηση του Πιπερίδη, ο μικρότερος αριθμός των εκτοπισμένων ελληνοϋπηκόων στο οκταήμερο, 13 έως 20 Ιουνίου, είναι 18.000 και ο μεγαλύτερος 54.000, ενώ στην εκτίμηση του Σιδηρόπουλου ο μικρότερος αριθμός είναι 25.500 και ο μεγαλύτερος 76.500.

     Η αποζημίωση που δόθηκε στους εκτοπισμένους ήταν ασήμαντη. Κατ’ αρχάς, εξαιρέθηκαν από την αποζημίωση οι ελληνοϋπήκοι. Για παράδειγμα, σε 1.074 νοικοκυριά των Ελλήνων της περιοχής του Σοχούμι έδωσαν, κατά μέσον όρο στο καθένα αποζημίωση για τα βοηθητικά οικήματα, τις καλλιέργειες και τον αγροτικό εξοπλισμό, 616 ρούβλια και 22 καπίκια με τις τιμές του 1961, που αντιστοιχούν σε 61 ρούβλια και 22 καπίκια σε τιμές του 1989.[182] Τα μεγάλα ζώα τα εκτιμούν 100 ρούβλια ή 10 σε τιμές του 1989. Τα μικρά ζώα δεν υπολογίστηκαν καθόλου. Κάθε οικογένεια είχε περίπου 3 κερασφόρα ζώα. Η συνολική αποζημίωση που δόθηκε στους εκτοπισμένους από το Σοχούμι ανήλθε σε 290.930 ρούβλια για τα ζώα και 664.915 ρούβλια για τα βοηθητικά οικήματα, για τα αγροτικά μηχανήματα καθώς και για τις καλλιέργειες. Συνολικά 995.845 ρούβλια.[183]

     Στη θέση των εκτοπισμένων το υπουργικό συμβούλιο της Γεωργίας και η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ. Γεωργίας αποφάσισαν : «Να μεταφερθούν τον Ιούνιο του 1949 από τις άγονες περιοχές της Γεωργίας 2.000 νοικοκυριά κολχόζνικων στην Αμπχαζία στις περιοχές που έμειναν ελεύθερες από την ειδική μετανάστευση». Σ’ αυτά προστέθηκαν άλλες 500 οικογένειες νέων εποίκων. Με την απόφαση υποχρεώθηκε «… το υπουργικό συμβούλιο της Αμπχαζίας, η περιφερειακή επιτροπή του Κ.Κ. Γεωργίας καθώς επίσης και το υπουργείο Γεωργίας: 1. Nα παραδώσει στα κολχόζ των εποίκων όλα τα περιουσιακά στοιχεία των κολχόζ στα οποία ήσαν μέλη οι ειδικοί μετανάστες, δηλαδή τις καλλιέργειες, τα κτίρια, τον εξοπλισμό, τα αγροτικά εργαλεία, τα ζώα, τους χρηματικούς και άλλους πόρους χωρίς καμία απαίτηση, 2. Να παραχωρήσει στους κολχόζνικους για ιδιωτική καλλιέργεια από 0,5 έως 1 εκτάριο, 3. Να παραδώσουν στους νέους αγρότες τα σπίτια και τα άλλα βοηθητικά οικήματα καθώς επίσης και τις καλλιέργειες και τα ζώα, τα οποία αγοράσθηκαν από τους ειδικούς μετανάστες στην τιμή με την οποίαν είχαν εκτιμηθεί… 6. Να υποχρεωθεί το γεωργιανό γραφείο της αγροτικής τράπεζας να παραχωρήσει μακροχρόνια δάνεια στους νέους εποίκους, υπολογίζοντας για κάθε οικογένεια 10.000 ρούβλια, 7. Η μεταφορά των νέων εποίκων και της περιουσίας τους στους νέους τόπους κατοικίας να γίνει με φροντίδα του υπουργικού συμβουλίου της Γεωργίας.[184]

     Εκτός από τα παραπάνω, για τις ανάγκες των νέων κατοίκων δόθηκαν 720.000 ρούβλια, καθώς και χρήματα για την κατασκευή υδραγωγών μήκους 15 χλμ. Επίσης υπήρξε πρόβλεψη για τη δημιουργία 344 σπιτιών στην Αμπχαζία και για τη παροχή οικοδομικών υλικών. Στους νέους έποικους δόθηκαν αρκετοί τόνοι τροφίμων. Για την περιοχή του Σοχούμι απαιτήθηκε συνολικά ποσό ύψους 12.028.500 ρουβλίων, για την αποκατάσταση των νέων εποίκων. Στην περιοχή του Γκουρλίψι δόθηκαν 6.210.000 ρούβλια.[185] Στους νέους εποίκους παραχωρήθηκαν και τα σπίτια των Ελλήνων «ειδικών μεταναστών» στην Κεντρική Ασία.[186]

     Οι Έλληνες που εκτοπίστηκαν έβλεπαν τους νέους εποίκους να καταφθάνουν με τραγούδια και κόκκινες σημαίες.[187] Σε έρευνα που έγινε αργότερα για τις περιουσίες των Ελλήνων και την αποζημίωσή τους, μια έκθεση του υπουργείου Εσωτερικών αναφέρει: «Στην όλη επιχείρηση δεν είχαν τηρηθεί πάντα οι ηθικοί κανόνες. Τα σπίτια των Ελλήνων είχαν αξιολογηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές και είχαν αποκτηθεί για προσωπική χρήση από κομματικά και σοβιετικά στελέχη». Στην έκθεση κατονομάζονται συγκεκριμένα άτομα που καταπάτησαν ελληνικές περιουσίες, όπως ο δήμαρχος της πόλης Κουταούτα, ο γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Σοχούμι, ο υποδιευθυντής του υπουργείου κρατικής ασφάλειας κ.α.[188]

     Στο ερώτημα γιατί υπάρχει αυτή η τόσο διαφορετική αντιμετώπιση της σοβιετικής εξουσίας απέναντι σε δύο σοβιετικούς πληθυσμούς, τους Έλληνες και τους Γεωργιανούς -δίχως να λάβουμε υπ’ όψιν στο ερώτημα αυτό τους ελληνοϋπήκοους- η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο με την παραδοχή ότι η εξουσία δανειζόμενη το τσαρικό μοντέλο, χώριζε τα έθνη σε ένοχα και μη. Αυτή τη θέση διατυπώνει ο Ν. Ιωαννίδης, συμπληρώνοντας επί πλέον ότι υπήρχαν τρεις ακόμα λόγοι: οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης θεωρήθηκαν ύποπτοι μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα, η ηγετική ομάδα στη Γεωργία είχε εθνικιστικές απόψεις και θεωρούσε τους Έλληνες ξενόφερτους και τέλος τότε άρχιζε η βιομηχανική ανάπτυξη της Κεντρικής Ασίας.[189]

     Οι Έλληνες της Αμπχαζίας ερμήνευσαν τις μαζικές εκτοπίσεις ως υλοποίηση του σχεδίου των Γεωργιανών εθνικιστών να εγκατασταθούν στην Αμπχαζία γεωργιανές ομάδες και να εξασφαλίσουν έτσι την πληθυσμιακή τους υπεροχή, να αφομοιώσουν την Αμπχαζία και να θέσουν τέρμα στην αμπχάζικη εθνότητα. Με ένα χτύπημα να τελειώσουν με τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Αμπχάζιους, οι οποίοι βασικά εμπόδιζαν την επεκτατική πολιτική του Ι. Στάλιν, του Λ. Μπέρια και των συνεργατών τους.[190]

     Ο R. Gordeziani, διευθυντής του Ινστιντούτου Μεσογειακών Μελετών του Πανεπιστημίου της Τιφλίδας, αναφέρει ότι η εκτόπιση των Ελλήνων εντάσσεται στην προσπάθεια του Στάλιν για εκκαθάριση των συνοριακών περιοχών με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της επίθεσης της ΕΣΣΔ κατά της Δύσης.[191] O G. Zorzoliani, διευθυντής ενός συμβουλευτικού οργάνου της γεωργιανής κυβέρνησης για θέματα μειονοτήτων, αναφερόμενος στο κλείσιμο των ελληνικών σχολείων υποστήριξε μια άποψη που βρίσκεται εγγύτερα στην κυρίαρχη άποψη της γεωργιανής εξουσίας. Αναφέρει ότι το κλείσιμο των σχολείων προκλήθηκε, επειδή οι ίδιοι οι Έλληνες δεν ήθελαν να έχουν μια μόρφωση αποκλειστικά ελληνική, γιατί έτσι δεν μπορούσαν να είναι μέλη της κοινωνίας και αποκλείονταν από την ανώτατη εκπαίδευση. Ομολογεί ότι την περίοδο εκείνη «… άρχισε ο σωβινισμός από τη Ρωσία, διαμορφώθηκε και εδώ (σ.τ.σ. στη Γεωργία) ο γεωργιανός εθνικισμός».[192] Ο Ρώσος ιστορικός Ν. Boukai υποστηρίζει ότι η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού έγινε με απόφαση του ίδιου του Στάλιν, για να εκτονώσει την εθνικιστική ένταση που επικρατούσε στο βόρειο Καύκασο και στην Κριμαία, όπως επίσης για να απομακρύνει από τις συνοριακές περιοχές τους εκπροσώπους των «μη έμπιστων» εθνικοτήτων[193]

     Η πολιτική κατά του ελληνικού πληθυσμού σ’ όλη τη Σοβιετική Ένωση ήταν ενιαία. Ακόμα και στις περιοχές όπου υπήρχε σημαντικός ελληνικός πληθυσμός που δεν εκτοπίστηκε, όπως στη Μαριούπολη της νότιας Ουκρανίας, ασκήθηκε μια πολιτική που στόχευε στην καταστροφή της συμπαγούς ελληνικής κοινωνίας. Ενώ μέχρι το 1937 ο ελληνικός πληθυσμός χαρακτηρίζεται από συντηρητισμό, όσον αφορά το συγχρωτισμό του με άλλες εθνότητες,[194] στη συνέχεια έγινε προσπάθεια να υποχωρήσει ο συντηρητισμός αυτός με το μαζικό εποικισμό και τους μεικτούς γάμους, οι οποίοι ενισχύονταν με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, οι Έλληνες αποβλήθηκαν από τις διευθυντικές θέσεις, οι οποίες καταλήφθηκαν από μη Έλληνες. Οι νέοι διευθύνοντες τις διάφορες υπηρεσίες άρχισαν να τρομοκρατούν τον ελληνικό πληθυσμό, απειλώντας τον συνεχώς με το παράδειγμα των εκτοπισμένων. Επιπλέον, η επαγγελματική σταδιοδρομία των νέων συνδέθηκε με την αλλαγή της δήλωσης της εθνικότητας.[195] Καλλιεργήθηκε στους συνοίκους των Ελλήνων, μια υπεροπτική συμπεριφορά που περιείχε ένα συναίσθημα περιφρόνησης: «… μας φερόντουσαν σαν σε όντα δεύτερης κατηγορίας που είχαν καπιταλιστικές τάσεις… Ήμασταν φθηνά και καλά εργατικά χέρια αυτών που μας κυβερνούσαν χωρίς να έχουμε κανένα δικαίωμα».[196]

     Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης αποκάλεσαν «γενοκτονία και εθνοκτονία μαζί…» τις διώξεις, οι οποίες άλλαξαν ριζικά την δημογραφική κατάσταση στις παραθαλάσσιες περιοχές του Κουμπάν, της ανατολικής Κριμαίας, του Δονμπάς και άλλων περιοχών όπου παραδοσιακά κατοικούσαν οι Έλληνες. Ετσι οι Έλληνες, που κάποτε αποτελούσαν την πλειοψηφία σ’ αυτά τα μέρη, κατέληξαν να είναι η μειοψηφία.[197] Θεώρησαν ότι έτσι επιτυγχάνονταν ο κύριος στόχος του ολοκληρωτικού καθεστώτος, η αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού: «… εξοντώθηκαν όλοι σχεδόν οι Έλληνες διανοούμενοι και ο λαός εκτοπίστηκε στις στέππες του Καζακστάν και της Κεντρικής Ασίας, στα Ουράλια, στη Σιβηρία, στην περιοχή του Πόλου. Οι άνθρωποι χάσαν τα σπίτια τους, την περιουσία τους, τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, τη γλώσσα τους, την ιστορία, τον πολιτισμό. Αρχισε η παρακμή και η αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού».[198] Σε υπόμνημα που έστειλαν το 1991 οι ελληνικές οργανώσεις της ΕΣΣΔ στον πρόεδρο της Ρωσίας έγραφαν: «… Οι διώξεις του 1938, 1944, 1949, κατάφεραν σκληρό χτύπημα στον ελληνικό λαό. Τον άφησαν δίχως τη δυνατότητα φυσιολογικής πνευματικής ανάπτυξης, εκδιώκοντάς τον από τους τόπους της ιστορικής του κατοικίας. …Κατά τις διώξεις εξολοθρεύτηκαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και κυρίως οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι της διανόησης…»[199]

Η τάση φυγής προς την Ελλάδα έγινε πλέον ο μόνομος στόχος των εκτοπισμένων, οι οποίοι πλέον είχαν χάσει κάθε εμπιστοσύνη προς το σοβιετικό κράτος. Η Ελλάδα γίνεται στόχος ζωής, μοναδική διέξοδος φυγής από μια καταθλιπτική και καταπιεστική καθημερινότητα. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται και στα τραγούδια των εκτοπισμένων:

 

                   Θα κόφτομεν το μουχτερόν

                   θα τρώγωμεν τη σάλα

                   αν αξιώνει ο θεός

                   θα πάμε σην Ελλάδα.

                   Σην Ελλάδαν ευρίουνται

                   όλα τα ευλογίας,

                   σο Καζακστάν θα τρώνε μας

                   τα φτείρας και τα μυίας.[200]

Mετά το θάνατο του Στάλιν

     Μέχρι το θάνατο του Στάλιν, το 1953, οι συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί θύμιζαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το θάνατο του Στάλιν ακολούθησε μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από την άγρια διαμάχη για την εξουσία. Ο Μπέρια, στην προσπάθειά του να επικρατήσει δυναμικά, συγκρούστηκε με όλα τα άλλα μέλη της ηγεσίας. Στην αποφασιστική συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ[201], πήγε συνοδευόμενος από ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας, οι οποίες περικύκλωσαν το κτίριο. Ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, όμως, περικύκλωσαν τις δυνάμεις του Μπέρια και συνέλαβαν τον ίδιο. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανακοινώθηκε η εκτέλεσή του. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι αποδείχτηκε πράκτορας των ιμπεριαλιστών και εχθρός του λαού.[202] Μαζί με τον Μπέρια εκτελέστηκε και Μ. Κομπούλοφ, που ήταν υπεύθυνος για τις εκτοπίσεις των εθνοτήτων. Ο άλλος υπεύθυνος των εκτοπίσεων, ο Σέρωφ, χάρη στο ρόλο που έπαιξε κατά τη σύλληψη του Μπέρια και χάρη στην προστασία του Χρουτσόφ, έγινε αρχηγός της ΚGB και στη συνέχεια υπαρχηγός του γενικού Επιτελείου Στρατού. Αργότερα πήρε το βαθμό του στρατηγού στρατιάς και ανακηρύχτηκε ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης.[203]

     Με το θάνατο του Στάλιν, άλλαξε η αντιμετώπιση των αγροτών. Οι υπερβολικοί φόροι που έπνιγαν την ύπαιθρο καταργήθηκαν. Οι τιμές διάθεσης των προϊόντων των κολχόζ αυξήθηκαν, με ευεργετικά αποτελέσματα στη ζωή των αγροτών.[204] Ο Χρουτσόφ επέτρεψε τη μαζική αποφυλάκιση των κατάδικων από τη Σιβηρία. Τον Ιούλιο του 1954, το υπουργικό συμβούλιο της ΕΣΣΔ ψήφισε μια απόφαση για την «άρση ορισμένων περιορισμών στο νομικό καθεστώς των μετακινημένων προσώπων». Όσοι θεωρούνταν ότι συμμετείχαν σε κοινωνικά χρήσιμη εργασία, έπαιρναν άδεια να πηγαίνουν ελεύθερα στη δουλειά τους και να δηλώνουν μόνο μια φορά το χρόνο τη διεύθυνσή τους στην MVD. Επιτράπηκε στα παιδιά που ήταν μικρότερα των δέκα ετών να σβηστούν από τους καταλόγους των εκτοπισμένων, ενώ τα πιο μικρά παιδιά απελευθερώθηκαν από την επιτήρηση και τους διοικητικούς περιορισμούς. Δεν έγινε όμως πουθενά λόγος για την επιστροφή των εκτοπισμένων, πληθυσμών στις πατρίδες τους. Αντίθετα, ένα διάταγμα συνιστούσε «την εντατικοποίηση της μαζικής αγκιτάτσιας και της μορφωτικής δουλειάς» για τους εκτοπισμένους.[205]

     Στις 17 Σεπτεμβρίου 1955, ψηφίστηκε από το Ανώτατο Σοβιέτ το διάταγμα «Για την αμνηστία των σοβιετικών πολιτών που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις κατά την περίοδο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου 1941-1945». Οι Έλληνες ζήτησαν αμέσως να εφαρμοστεί και γι’ αυτούς το διάταγμα, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν. Στις 7 Μαρτίου 1956, ο υπουργός Ν. Ντουντάροφ και τα μέλη της Επιτροπής για την Κατάργηση των Περιορισμών, έστειλαν ένα υπόμνημα στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, στο οποίο αναφέρουν τα εξής: «Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 5984 διάταγμα της Κρατικής Επιτροπής Αμυνας από την 2α Ιουνίου 1944 είχαν εκτοπιστεί από την Κριμαία οι συνεργάτες των Γερμανών γερμανικής, ελληνικής, βουλγαρικής και αρμενικής εθνότητας… Στα κομματικά όργανα καταφθάνουν αιτήσεις από εκτοπισμένους Έλληνες, Βούλγαρους και Αρμενίους που ζητούν την κατάργηση των εις βάρος τους περιορισμών, λόγω της ψήφισης στις 17 Σεπτεμβρίου 1955 από το ανώτατο σοβιέτ του διατάγματος…»[206]

sprafka     Στις 27 Μαρτίου το ανώτατο σοβιέτ πήρε μια απόφαση, με την οποία προβλεπόταν να εφαρμοστεί και στην περίπτωση των Ελλήνων, Βουλγάρων και Αρμενίων που εκτοπίστηκαν από την Κριμαία το 1944 το διάταγμα, να αρθούν οι περιορισμοί για τη μετακίνησή τους από τους τόπους εγκατάστασης και να απαλλαγούν από την διοικητική επιτήρηση των οργάνων του υπουργείου εσωτερικών και να ορισθεί ότι οι απαλλαγμένοι Έλληνες, Βούλγαροι και Αρμένιοι και τα μέλη των οικογενειών τους μπορούσαν να κατοικήσουν σε οποιοδήποτε σημείο της χώρας εκτός από την περιοχή της Κριμαίας. Πριν την υπογραφή του παραπάνω διατάγματος, που πάντως εξαιρούσε την Κριμαία, υπήρχαν μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις επιστροφής. Πρώτος επιστρέφει στο Σοχούμι από το Καζακστάν ο γιατρός Π. Μπουμπουρίδης τον Οκτώβριο του 1954. Μετά την υπογραφή του διατάγματος επιτρέπεται σε όλους τους Έλληνες με σοβιετική υπηκοότητα να επιστρέψουν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Οι τοπικές αρχές του Καζακστάν υψώσαν πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια για να αποτρέψουν την αναχώρηση των Ελλήνων που θεωρούνταν καλοί εργάτες.[207]

     Παρ’ όλες τις συνεχείς απολύσεις των κρατουμένων μετά το 1953, το Φεβρουάριο του 1956 βρίσκονταν ακόμη στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκατομμύρια πολιτικοί κρατούμενοι. Δίχως να μπει στο 20ο Συνέδριο το ζήτημα της αποκατάστασης, ο Χρουτσόφ άρχισε την μαζική αποφυλάκιση των κρατουμένων.[208] Το πρόβλημα που πρόκυψε με την αποκατάσταση των εκτοπισμένων, εφόσον κλήθηκε να αποκαταστήσει τις αδικίες ο ίδιος μηχανισμός που είχε διενεργήσει τις εκτοπίσεις λίγα χρόνια πριν. Τα διατάγματα δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν ένα σαφές νομοθετικό πλαίσιο για την επιστροφή των εκτοπισμένων.[209] Εξάλλου, τα ίδια τα διατάγματα καθόριζαν ότι ένα σημαντικό μέρος των εκτοπισμένων δε θα μπορούσε να πάρει πίσω την περιουσία του. Με αυτό τον τρόπο απέτρεπαν την επιστροφή σημαντικού αριθμού ατόμων, τα οποία δεν είχαν πλέον πού να επιστρέψουν.[210]

     Η επιστροφή των Ελλήνων άρχισε να επιβραδύνεται στο τέλος του 1956, και τις αρχές του 1957. Αιτία ήταν ακριβώς το γεγονός της μη επιστροφής των καταπατημένων τους περιουσιών.[211] Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1957, ο ελληνικός πληθυσμός της ΕΣΣΔ αριθμούσε 309.308 άτομα και αποτελούσε το 0,15% του συνολικού πληθυσμού.[212] Υπάρχει η εκτίμηση ότι στην Αυτόνομη Δημοκρατία της Αμπχαζίας επέστρεψαν συνολικά 15.000 άτομα ξεκινώντας τη ζωή τους και πάλι από το μηδέν.[213] Περίπου 100 οικογένειες κατάφεραν να αναχωρήσουν το 1957 από την Κεντρική Ασία για την Ελλάδα. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν στη Νέα Βίγλα της Άρτας και στον Καρέα της Αττικής.[214] Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, μερικές δεκάδες ελληνικών οικογενειών εκτοπισμένων στην Κεντρική Ασία είχαν καταφέρει να αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Αυτό συνέβη το 1946 και το 1948, εξ αιτίας της κατ’ εξαίρεσιν θετικής στάσης των τοπικών αρχών που επέτρεψαν την αναχώρηση. Για να αντιμετωπίσουν το παρατεταμένο πρόβλημα στέγης, οι πρόσφυγες ίδρυσαν στην Αθήνα, το 1951, τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ελλήνων Προσφύγων εκ Ρωσίας με την ονομασία Στέγη Προσφύγων.[215] Μέλη του συνεταιρισμού μπορούσαν να γίνουν «Οι εν τη περιφερεία Αθηνών-Πειραιώς ευρισκόμενοι ομογενείς εκ Ρωσσίας πρόσφυγες, μέλη του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Προσφύγων Ρωσσίας… οι διαβιούντες εις στέγαστρα ακατάλληλα για κατοικίαν, δεν διαθέτουν άλλην ιδιόκτητον στέγην και δεν δύνανται δι’ ιδίων των μέσων να αποκτήσουν κατάλληλον στέγην«.[216]

     Η σχετική φιλελευθεροποίηση της χρουτσοφικής περιόδου επέτρεψε να αναβιώσουν τα ελληνικά θέατρα στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Το 1958 οργανώθηκε στο Σοχούμι ελληνικό θέατρο με επικεφαλής τον Δ. Μπουμπουρίδη. Ανέβασε την Ηλέκτρα του Ευριπίδη, το Ζητείται ψεύτης και Το Στραβόξυλο του Ψαθά, Τη Λύρα του γερο Νικόλα, Τη Τρίχας το γεφύρ’ του Θ. Κανονίδη κ.α. Η προσπάθεια αυτή διήρκησε πέντε περίπου χρόνια και σταμάτησε λόγω της στάσης των τοπικών αρχών.[217] Την ίδια περίοδο, στο Τσιμκέντ του Καζακστάν οργανώθηκε μια μικρή θεατρική κίνηση γύρω από τον Ξυνόπουλο. Ανέβασε το θεατρικό Τη Τρίχας το γεφύρ’ και περιόδευσε μ’ αυτό στις ελληνικές κοινότητες του Καζακστάν. Οι εκτοπισμένοι άρχισαν να προμηθεύονται την εφημερίδα των πολιτικών προσφύγων Προς την νίκη, που αργότερα θα μετονομασθεί Νέος Δρόμος.[218] .

     Εμφανίστηκε επίσης, μια μικρή κίνηση στη Τιφλίδα γύρω από τον Γεωργιανό ελληνιστή Καουχτσισβίλι για την επαναφορά της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Εκδόθηκε το 1958, από το εκδοτικό «Τσόδνα» της Τιφλίδας το Αλφαβητάριο σε 24γράμματο αλφάβητο και άρχισε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε αρκετά σχολεία της Τσάλκας. Με αφορμή την επαναφορά του 24γράμματου αλφάβητου εμφανίστηκαν έντονες διαφωνίες στους κόλπους των Ελλήνων. Η κίνηση όμως της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας είχε μικρή εμβέλεια και σταμάτησε τη μπρεζνιεφική περίοδο.[219] Τη δεκαετία του ’60, παρατηρήθηκαν αυθόρμητες προσπάθειες για οργάνωση των Ελλήνων. Τέτοια περίπτωση ήταν οι σύνδεσμοι που δημιουργήθηκαν, το 1968, στο Ρουστάβι της κεντρικής Γεωργίας κάτω από την επωνυμία «Παιδαγωγική Εταιρεία». Η δομή της οργάνωσης στηριζόταν στη δημιουργία κλειστών ομάδων-πυρήνων πέντε ατόμων το πολύ. Στην «Παιδαγωγική Εταιρεία» οργανώθηκαν 250 Έλληνες.[220]

     Οι μικρές αυτές προσπάθειες σταμάτησαν την περίοδο του Μπρέζνιεφ λόγω της κατασταλτικής πολιτικής που ακολούθησε η σοβιετική εξουσία. Για παράδειγμα, η οργάνωση στο Ρουστάβι σταμάτησε τη δράση της μετά από παρέμβαση της KGB. Τα χρήματα της οργάνωσης κατατέθηκαν σε λογαριασμό υπέρ των φυλακισμένων της δικτατορίας στην Ελλάδα. Οι Έλληνες αντιμετωπίζονταν όλη τη Μπρεζνιεφική περίοδο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Κατά την περίοδο αυτή, επιβίωσαν μόνο τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα: Το συγκρότημα «Συρτάκι», που ιδρύθηκε το 1967, και το συγκρότημα «Ελλάδα», που ιδρύθηκε το 1974.[221] Μέχρι την εποχή της περεστρόικα στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μυστικό διάταγμα που απαγόρευε την προώθηση Ελλήνων σε υψηλές θέσεις στην κομματική, την κρατική, τη συνδικαλιστική και τη στρατιωτική ιεραρχία. Ακόμα και στην επιστημονική ιεραρχία ήταν πολύ δύσκολο να ανέλθει ένας Έλληνας.[222]

     Στη δεκαετία του ’60 αρκετές εκτοπισμένες οικογένειες στη Σιβηρία, μετακινήθηκαν νοτιότερα, σε περιοχές του Καζακστάν που κατοικούσαν μεγαλύτερες ομάδες εκτοπισμένων Ελλήνων[223]. Από το 1965 άρχισε η αναχώρηση αρκετών εκτοπισμένων οικογενειών Ελλήνων για την Ελλάδα.[224] Μαζί τους αναχώρησαν και αρκετοί επιζήσαντες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι οποίοι προσπαθούσαν να μεταναστεύσουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’50.[225] Oι πρόσφυγες από τη Ρωσία εγκαταστάθηκαν προσωρινά στις παράγκες του συνοικισμού γερμανικών παραπηγμάτων στον Ταύρο και στην οδό Δοϊράνης στην Καλλιθέα Αττικής. Οι εγκαταστάσεις αυτές απείχαν λίγες εκατοντάδες μέτρα από το συνοικισμό Σκοπευτηρίου, που υπήρξε ο κύριος χώρος συγκέντρωσης στην Αττική των Ποντίων προσφύγων του 1918-1923. Οι παράγκες αυτές είχαν χτιστεί χρόνια πριν, για να στεγάσουν πρόσφυγες από τη Ρουμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η παραχώρηση των παραγκών αυτών στους νέους πρόσφυγες-μετανάστες συνδυάστηκε με οικονομικούς εκβιασμούς μιας ιδιότυπης υπαλληλικής μαφίας. Η ελλαδική γραφειοκρατία ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για την τακτοποίηση των προσφύγων αυτής της περιόδου. Οπως καταγγέλλουν οι ίδιοι, οι αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους αγνοούσαν τις σαφείς και δημιουργικές προτάσεις τους.[226] Πενήντα επτά άτομα που κατοικούσαν στα παραπήγματα της οδού Δοϊράνης, συνέταξαν στις 11 Ιουνίου 1966 υπόμνημα προς τον τότε πρωθυπουργό Σ. Στεφανόπουλο, ζητώντας, δίχως αποτέλεσμα, τη συνταξιοδοτική εξομοίωσή τους με τους Αιγυπτιώτες και Κωνσταντινουπολίτες.[227]

     Το στεγαστικό πρόβλημα των προσφύγων αντιμετωπίστηκε με την απόφαση του υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας να τους περιλάβει στο «πρόγραμμα στεγάσεως παραπηγματούχων 1963-1965».[228] Το υπουργείο συγκρότησε Επιτροπή Στεγάσεως, η οποία βεβαίωνε αναγνώριζε το δικαίωμά τους να τύχουν μέριμνας, ως «βασικό Προσφυγικό δικαίωμα στεγάσεως«.[229] Οι πρόσφυγες-μετανάστες, πολλοί από τους οποίους ήταν κρατούμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των οργάνων του ΟΗΕ, κατήγγειλλαν ότι ο απεσταλμένος του διεθνούς οργανισμού στην Ελλάδα δεν δέχτηκε να τους ακούσει. Σε υπόμνημα που έστειλαν στον ΟΗΕ σημείωναν ότι «… εδώ κανείς δεν ενδιαφέρεται και κανείς δεν διαθέτει χρόνο για να μας δώσει ελάχιστη προσοχή». Ανέφεραν μια πολύ σοβαρή πρόταση που έκαναν στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας τη μεταφορά τους εκτός Αθηνών, χωρίς να πάρουν καμιά απάντηση. Αποτέλεσμα της κυβερνητικής αδιαφορίας ήταν η συγκέντρωση των νεοαφιχθέντων στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο, στην Ελευσία, στο Λαύριο κ.ά., το οποίο συνδύαζε το αγροτικό τοπίο με τις επαγγελματικές δυνατότητες της Αττικής. Η έλλειψη ενδιαφέροντος δημιουργούσε κλίμα απόγνωσης σε πολλούς. Όπως γράφουν οι ίδιοι στο υπόμνημα: «… πολλοί από εμάς χάνουν κάθε ψυχική ισορροπία, χάνουν τον εαυτό τους και θέλουν να επιστρέψουν πίσω. Αυτό το ομολογούν οι ουρές στη ρωσική πρεσβεία. Είναι ντροπή, αλλά είναι πραγματικότητα«.[230] Η έλλειψη κάθε κρατικής βοήθειας οφειλόταν εν μέρει στο βασιλικό διάταγμα 330/1960, με το οποίο οι πρόσφυγες από τη Σοβιετική Ένωση αποστερούνταν του δικαιώματος διεκδίκησης της ανταλλάξιμης περιουσίας, παρ’ ότι εντάσσονταν στην ομάδα εκείνη που συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών που υπεγράφη στη Λωζάνη το 1923. Το βασιλικό διάταγμα όριζε ότι δικαίωμα αποκατάστασης είχαν μόνο όσοι είχαν υποβάλλει σχετικές αιτήσεις μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 1934.[231] Στα μέσα της δεκαετίας το ’70, οι πρόσφυγες δημιούργησαν το Σύλλογο Ελλήνων Προσφύγων εκ Ρωσίας «Η Αργώ» με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, με στόχο τη διεκδίκηση μέτρων αποκατάστασης και εξομοίωσής τους με τους ομογενείς πρόσφυγες από την Αίγυπτο, Κωνσταντινούπολη και Ρουμανία.[232] Η υιοθέτηση μέρους των αιτημάτων τους από τη δικτατορική κυβέρνηση, οδήγησε στη χορήγηση περιορισμένου αριθμού αδειών ταξί στους πρόσφυγες.[233]

     Το κύμα καθόδου από τη Σοβιετική Ένωση μειώθηκε την περίοδο 1967-1974, λόγω της επιβολής της δικτατορίας στη Ελλάδα. Περιορισμένος αριθμός προσφύγων έφτασε στην Ελλάδα από την πόλη Κεντάου του Καζακστάν το 1971. Υπολογίζεται ότι οι πρόσφυγες από το 1965 μέχρι το 1985, πριν αρχίσει το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα ανέρχονται σε 30.000.[234] Οι πρόσφυγες και αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκαν στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας-Πειραιά.

 

Αντί Επιλόγου

Οι σταλινικές διώξεις είχαν πολλαπλές συνέπειες στους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν ήταν μόνο η φυσική εξόντωση της ηγεσίας και η αποδιάρθρωση των κοινοτήτων, αλλά και η καταστροφή της τελευταίας απόπειρας να συγκροτηθούν οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου, ανεξάρτητα από το κράτος της Ελλάδας. Οι σταλινικές διώξεις πραγματοποιήθηκαν μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά το τέλος της μεγάλης ανθρωποσφαγής που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός στο μικρασιατικό Πόντο. Ολοκληρώθηκε έτσι η εξόντωση ενός ακμαίου ελληνικού κόσμου, ο οποίος διακρινόταν από ιστορική συνέχεια στο χώρο και από την αίσθηση της εντοπιότητας. Δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμα και σήμερα, ο αρχαιότερος επιζών λαός της Μαύρης Θάλασσας, είναι οι Έλληνες. Όμως, τα τελευταία υπολείμματά του εξακολουθούν να υπάρχουν και να συμμετέχουν στα μετασοβιετικά δρώμενα, προσφέροντας στους ελλαδικούς το, μη συνειδητοποιημένη ακόμα, συγκριτικό πλεονέκτημα, να διατηρούν μειονότητες ακόμα και στη μακρινή Κεντρική Ασία, καθώς και στους ιστορικούς, την απόλαυση να μελετούν ζωντανές διαδικασίες, όπως η επανεμφάνιση του ελληνικού προσφυγικού ζητήματος και της ανθρώπινης ροής από τον Εύξεινο Πόντο προς τη βαλκανική Ελλάδα, και της συμμετοχής των Ελλήνων στις διαδικασίες διαμόρφωσης των νέων εθνών-κρατών που χαρακτηρίζουν το μετασοβιετικό κόσμο.

imgp0038

 

Η σύγχρονη έρευνα για τις σταλινικές διώξεις

 Η έρευνα για τα ιστορικά αυτά γεγονότα βρίσκεται ακόμα σε αρχικά στάδια. Οι πρώτες μελέτες ξεκίνησαν περίπου μια εικοσαετία πριν και αξιοποίησαν αρχικά μεθόδους προφορικής Ιστορίας. Βαθμιαία, από το 1989 άρχισε η μελέτη σε σοβιετικά αρχεία. Κάτι που ήταν δύσκολο και επικίνδυνο εκείνη την εποχή. Απαιτούσε τη «συνομωτική» βοήθεια από σοβιετικούς Έλληνες, οι οποίοι είχαν δυνατότητες και διέθεταν πρόσβαση σε αρχεία. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισαν περισσότεροι πια μελετητές να ασχολούνται με την έρευνα και τη συλλογή υλικού. Παρόλα αυτά όμως, οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα παρέμειναν εξαιρετικά λίγοι.   

           Η αλλαγή άρχισε να έρχεται από τους Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Εμφανίστηκαν νέοι ερευνητές της σκοτεινής αυτής cf84cebf-cf84ceb1cebeceafceb4ceb9-ceb1ceb3cf84ceb6ceafceb4ceb7-cf84ceb6cebfcf85cf87ceac-ceb3ceb9ceb1-cf84ceb7-cebcceb5cebbceadcf84ceb7περιόδου, οι οποίοι έχουν καλύτερες προϋποθέσεις για έρευνα στα ιστορικά αρχεία. Άρχισαν να αναπτύσσονται και συνεργασίες μεταξύ Ελλήνων ερευνητών από Ελλάδα και από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνεργασίας εργάστηκαν στο Κρατικό Αρχείο Αποκατάστασης των Πολιτικών Κρατουμένων το καλοκαίρι του 2006 ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης και ο Ιβάν Τζουχά. Στην περιοχή Κολιμά, με πρωτεύουσα το Μαγκαντάν, που βρίσκεται στην Ανατολική Σιβηρία, υπήρχε συστάδα με δεκάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Τα στρατόπεδα αυτά δημιουργήθηκαν το 1932 και έκλεισαν με την αποσταλινοποίηση του 1956. Συνολικά «φιλοξενήθηκαν» περισσότερα από 800.000 άτομα. Αποδεδειγμένα έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτά περίπου 120.000. Οι φάκελοι αυτών των θυμάτων υπάρχουν και αξιοποιούνται πλήρως από τους ερευνητές του Αρχείου. Η επεξεργασία 50.000 απ΄αυτούς απέδωσε μια κατάσταση 450 Ελλήνων, που έχασαν τη ζωή τους τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Θεωρώντας ότι το δείγμα που μελετήθηκε ήταν τυχαίο, μπορεί να υποτεθεί ότι με την περάτωση  της διαδικασίας επεξεργασίας πιθανότατα θα βρεθεί ένας αριθμός της τάξης των 1100 θυμάτων Ελλήνων.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η κατηγοριοποίηση των θυμάτων αυτών:

 

  • – ντόπιοι Έλληνες [Πόντιοι (μετανάστες του 19ου αι. και Μαριουπολίτες]
  • – Μικρασιάτες πρόσφυγες (κυρίως πρόσφυγες από τον Πόντο μετά το 1912).
  • – κομμουνιστές [Ελλαδικοί (που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά), Πόντιοι και Μαριουπολίτες]

 

Τέτοιες μεγάλες συστάδες υπήρχαν άλλες δύο: στη Βορκουτά και στο Νορίλσκ. Στρατόπεδα όμως υπήρχαν σε κάθε γωνιά της αχανούς χώρας. Ο ακριβής απολογισμός των θυμάτων θα απαιτήσει μεγάλες ερευνητικές προσπάθειες και ακόμα μεγαλύτερη σύσφιξη των επιστημονικών σχέσεων μεταξύ ερευνητών από Ελλάδα, Ρωσία, Ουκρανία, Γεωργία κ.ά.

 

 21-1-1934___


[1] Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο κείμενο αυτό δημοσιεύτηκαν στη μονογραφία «Παρευξείνιος διασπορά: Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου» που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών (1995). Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως βασικό κείμενο στο ντοκυμαντέρ του σκηνοθέτη Τάσου Ψαρά με τίτλο «Γράμμα στη μητέρα πατρίδα» (2001). Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο Αρχείον Πόντου, τόμος 52ος, έκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών Αθήνα, 2007.

[2]       Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδόσει έξη βιβλία για την παρευξείνιο διασπορά και έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών.

[3]      Για τη διαμόρφωση των ελληνικών κοινοτήτων στη Ρωσία και τη Σοβιετική Ένωση βλ.: Ι. Κ. Χασιώτης (επιμέλεια), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Έωσης, Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 1997, Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1997.

[4]       Θεοχάρης Κεσίδης, «Εν αρχή ήσαν οι Έλληνες. Οι Ελληνοπόντιοι του Καυκάσου και τα προβλήματα που  αντιμετωπίζουν σήμερα», εφημ. Νέα της Μόσχας, Νοέμβριος 1988, σ. 22-23.

[5]       Τα αρχικά σημαίνουν: Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων. Το 1946 μετονομάσθηκε σε MVD (Μinisterstvo Vnutrenih Del, δηλαδή υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων.)

[6]       Νικήτα Χρουστσώφ, Η μυστική έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, χ.χ., σ. 54, Ισαάκ Ντώυτσερ, ό.π., σ. 357.

[7]       Πιερ Γιακίρ, Αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια. Από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του Στάλιν, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονοι Ανεμοι, χ.χ., σ. 19, Ισαάκ Ντώυτσερ, ό.π., σ. 354, Λεβ Ραζγκόν, Χωρίς επινοήσεις, Αθήνα, εκδ. Γνώση, σ. 118-120.

[8]       Roza Tzarilgasinova, «Kareitsi», περ. Novoe Vremia, Δεκέμβριος 1989, σ. 11-12, Γκεόργκι Τραπέζνικοφ, «Εδαφικές ζώνες στην ΕΣΣΔ δικαιούται η ελληνική μειονότητα», εφημ. Νέα της Μόσχας, αριθ. 12, Μαϊος 1989, σ. 22 Ν. Μ. Hvan, Materiali i Vsesoyiouznogo Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 29-31 Μαρτίου 1991, σ. 14-15, Αρχείο Προφορικής Ιστορίας (ΑΠΙ), φάκ. Τασκένδη, μαρτυρία Έλια Κεν, 3-9-89.

[9]       Vestnik Statistiki νο. 7, Μόσχα, 1990, σ. 41.

[10]     Apostolos Karpozilos, «Pontic Culture in the USSR between the wars», Journal of Refugee Studies, τόμ. 4 1991, σ. 364-371. Για τον ελληνικό πληθυσμό της Σοβιετικής Ένωσης και τα για τα συγκεκριμένα προβλήματα ακριβούς υπολογισμού του πραγματικού αριθμού βλ.: Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Δασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1997, σ. 82-87, 243-252.

[11]     N. N. Ioanidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alatsara, 1990, σ. 35.

[12]     Vlasis Agtzidis, «The persecution of Pontic Greeks in the Soviet Union», Journal of Refugee Studies, τόμ. 4, αριθ. 4 1991, σ. 172-381.

[13]     F. Beck (pseud)-W. Gobin (pseud), Russian Purge and the Ex­traction of Confession, Νέα Υόρκη, 1951, σ. 139-140. Βάλια Μουρατίδου, Εκατόχρονη Οδύσσεια, Θεσσαλονίκη, 1992, σ. 86. Βασίλης Μάος, «Πληθυσμιακές εξελίξεις των Ελληνοποντίων στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στην Ελλάδα», Μετανάστες Πόντιοι από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Κοινωνική και Οικονομική τους ένταξη, επιμ. Κ. Κασιμάτη, εκδ. Υπουργείο Εξωτερικών-Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1992, σ. 90-91.

[14]     Πιερ Γιακίρ, ό.π., σ. 21, Λεβ Ραζγκόν, ό.π., σ. 154-155.

[15]     Ισαάκ Ντώυτσερ, ό.π., σ. 54.

[16]     Κ. Σπαθάρος, «Για τιν πολιτικι διαπεδαγόγιςι τον δασκάλον», εφημ. Κόκινος Καπνας, αριθ. 31(992), 30 Ιουνίου 1937.

[17]     Ι. Raefskayia, «Potomki Argonaftof», εφημ. Komsomolets Koumpani, 26 Αυγούστου 1989.

[18]     Πέτρος Ανταίος, «Συνέντευξη του Θ. Κεσσίδη», εφημ. Νέα της Μόσχας, αριθ. 9, 9 Απριλίου 1989, σ. 22, Svetlana Grisko, «Pontitsi. Κτο όni;», εφημ. Primboi, 2 Φεβρουαρίου 1991, Yioulia Ιvanov­na, «Greki», περ. Novoe Vremia, Δεκέμβριος 1989, σ. 10-11.

[19]     Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, «Η τραγωδία των Ελλήνων Ποντίων επί σταλινισμού», β’ μέρος, περ. Ρωμανία, τεύχ. 4, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 4-5.

[20]     Μουρατίδου Βάλια, ό.π., σ. 165.

[21]     Βλάσης Αγτζίδης, «Ελληνική αναγέννηση στην παλαιά Σοβ. Ένωση», περ. Πειραϊκή Εκκλησία, τεύχ. 13(120), Ιανουάριος 1992, σ. 28- 31.

[22]     Vlasis Agtzidis, «The Persecution of Pontic Greeks in the Soviet Union», περ. Journal of Refugee Studies, τόμ. 4, 1991, σ. 372-381, Θεοχάρης Κεσίδης, «Εν αρχή ήσαν οι Έλληνες. Οι Ελληνοπόντιοι του Καυκάσου και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα», εφημ. Νέα της Μόσχας, αριθ. 1, Νοέμβριος 1988, Γκεόοργκι Τραπέζνικωφ, «Εδαφικές ζώνες στην ΕΣΣΔ δικαιούται η ελληνική μειονότητα», εφημ. Νέα της Μόσχας, 21 Μαϊου 1988, Γεώργιος Πολιτίδης, «Αυτονομία των Ποντίων της ΕΣΣΔ. Μια πρόταση στο Ανώτατο Σοβιέτ», εφημ. Ποντιακή Φλόγα, αριθ. 4 Μάϊος-Ιούνιος 1989, σ. 1, 6.

[23]     Ερμής Μουρατίδης, «Το ποντιακό θέατρο στην ΕΣΣΔ», περ. Ελλοπία, τεύχ. 4 χειμώνας ’90, σ. 31-35.

[24]     Το «‘κι» είναι αρνητικό μόριο, αντίστοιχο με το νεοελληνικό «δεν» και προέρχεται από το «ουκί».

[25]     Την ώρα που τον συνέλαβαν είπε στην μητέρα του: «Μάνα μη κλαις που θα παίρνε με και πάνε χάνε με. Εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θ’ αποθάνω». («Ένας ακόμα άγνωστος νεομάρτυρας», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 83 Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 368.)

[26]     Χριστόφορος Σεϊτόπουλος, ό.π., σ. 127.

[27]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Φωτεινής Καλαϊτσίδου, 8-8-91, Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 243.

[28]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Ελένη Μυταφίδη, 17-8-91.

[29]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Κοσμάς Τσιμιάνοφ, 7-8-91.

[30]     AΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Κοσμά Τσιμιάνωφ, 7-8-91, Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 162-169.

[31]     Ν. Ilinova, «Stsitat Kommounistom Posmertno», εφημ. Prizif, 27 Ιουλίου 1989, ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χ. Σιδηρόπουλου, 17-4-90.

[32]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Καραμανίδη, 15-7-90.

[33]     A. Σολζενίτσιν, Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1974, σ. 88-96, Πιερ Γιακίρ, Αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, Αθήνα εκδ. Eπαγρύπνησις, σ. 44, 37, 75, Φυλακισμένοι μάρτυρες και ήρωες στην Ε.Σ.Σ.Δ., Αθήνα, εκδ. Σιδέρης, 1977, σ. 25- 37, Patrick Meney, Κραυγή απ’ τις στέππες, Αθήνα, εκδ. Ροές, 1985, Γιούλια Βοσνέσκαγια, Η γυναίκα είναι ‘ίση’ με τον άντρα (σ’ ένα στρατόπεδο της Σιβηρίας)», Αθήνα, εκδ. Κομμούνα, 1983, Michel Heller & Aleksandr Nekrich, ό.π., σ. 277- 315, «Στο ανωτατο δικαςτιριο τις ΕΣΣΔ», εφημ. Κόκινος Καπνας, αριθ. 29, 18 Ιουνίου 1937, σ. 2.

[34]     Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 229.

[35]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Γιάννης Απατσίδης, 17-8-91.

[36]     Λεβ Ραζγκόν, ό.π., σ. 151-155.

[37]     ΑΠΙ φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Ελισάβετ Μυταφίδη-Κόκκα, 18-8-91.

[38]     K. G. Dimitriev, Problemi Ethnitseskoi Istorii Grekov Kavka­za, Κρασνοντάρ, 1991, σ. 61-63.

[39]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Παναγιώτη Νικολαϊδη, 10-7- 90.

[40]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Πεχλιβανίδη, 15-7- 90. Η ένταση των διωγμών φαίνεται από το γεγονός ότι μόνο από το χωριό Μερτσάν της κοιλάδας του Κουμπάν συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή πέθαναν στη Σιβηρία 175 Έλληνες από 1.500 συνολικά. Στο Μερτσάν, με απόφαση της συνέλευσης των κατοίκων to 1990, αποφασίστηκε να στηθεί το πρώτο μνημείο για «τα θύματα της καταπίεσης των δεκαετιών ’30 και ’40» (N. Ilinova, ό.π.) Στην περιοχή του Σότσι, σε διάστημα έξη μηνών, συνελήφθη το 70% των ενήλικων ανδρών Ελλήνων. Απ’ αυτούς, το σύνολο σχεδόν βασανίστηκε και στη συνέχεια τουφεκίστηκε. (Materiali i Bsesoyiounogo svezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 29-31 Μαρτίου 1991, σ. 42.) Εκατοντάδες επίσης ήταν τα θύματα από την πόλη του Γελεντζίκ. (T. Pavlov, «B Mratsniyie Gondi Stalinisma», εφημ. Primboi, Γελεντζίκ, 2 Μαρτίου 1991.)

[41]     «Gretseskoi Kontrrevoloutsioni Natsionalistitseski Pofstatsen­ski Ntiversion-Spionski i Terroristitseski Organizatsii».

[42]     «Zertνi Represii», εφημ. Πόντος, Ανάπα, αριθ. 2, Ιούλιος 1992, σ. 7. Από τη συγκεκριμένη ομάδα το 33% καταγόταν από τον Πόντο και το 40% από χωριά της Ελληνικής Περιοχής. Οι υπόλοιποι κατάγονταν από άλλα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης, εκτός από τρεις που προέρχονταν από την Ελλάδα. Για τους δύο από τους τρεις δηλώνονται ως χώροι προέλευσης η Νεάπολη και η Θάσος αντίστοιχα. Από τους συλληφθέντες το 76% είχε μόρφωση δημοτικού, το 13% μέση και το 4% ανώτατη. Οι αναλφάβητοι αποτελούσαν το 4% του συνόλου. Όσον αφορά την επαγγελματική τους κατάσταση, το 32% ήταν κολχόζνικοι, το 27% βρισκόταν σε εξειδικευμένες θέσεις, το 13% κατείχε διευθυντικές θέσεις, το 10% ήταν υπάλληλοι, το 6% εκπαιδευτικοί και μόνο το 3% εργάτες. Μεταξύ των εκτελεσμένων βρίσκονταν δύο γυναίκες. Το 30% των εκτελεσμένων ήταν από 30 έως 40 ετών, το 33% από 40 έως 50 ετών, το 20% από 20 έως 30 ετών κ.λπ. Αναφορικά με το χρόνο εκτέλεσης, το 26% εκτελέστηκε 70-80 ημέρες μετά τη σύλληψη, το 23% 30-40 ημέρες, το 13% 40-50 ημέρες, το 12% 50-60 ημέρες. Ένας εκτελέστηκε 16 ημέρες μετά τη σύλληψή του και ο τελευταίος έντεκα μήνες μετά. Οι διώξεις αυτής της περιόδου ήταν εξαιρετικά έντονες κυρίως στη Ρωσία, την Ουκρανία και την Κριμαία.

[43]     ΑΠΙ, φάκ. Ασχαμπάντ, μαρτυρία Λεφ Γιαννουλίδη, 5-11- 91. ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χρήστου Σιδηρόπουλου, 17-4-90.

[44]     A. A. Piontkowsky, Stalinskaya Konstitutsia i Proyekt Ugolov­nogo Kodeska SSSR, Mόσχα 1974, σ. 14-16.

[45]     «Σου στέλνουν την ειδοποίηση/ σε προσκαλούν./ Πας λες τα παράπονά σου/ αυτοί δεν ακούν. Σε στέλνουν στην εξορία/ στη Σιβηρία μακριά/ ορφανεύουν οι γυναίκες/ τα μικρά παιδιά» (Βλάσης Αγτζίδης, , ο.π., σ. 212.)

[46]     Λεβ Ραζγκόν, ό.π., σ. 151-155.

[47]     L Tselpan, «Ogenoe «Tserntse» Tank T-34″, εφημ. Λόγος, Μαριούπολη, 15 Οκτωβρίου 1990.

[48]     RSSSRKK, νο. 13-041-91/ 19/02/91, και RSSSRKK, νο. 13-041-91/ 26-03-91. Τον τρόπο αυτό απόσπασης της «Ομολογίας» θα καταδίκαζε αργότερα το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ: «H απόσπαση των ομολογιών ήταν έργο των ανακριτών. Και με τι τρόπο μπορεί ένας άνθρωπος να ομολογήσει εγκλήματα που δεν έχει διαπράξει; Με ένα και μοναδικό: την άσκηση μέσων βίας, τα βασανιστήρια, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να χάνει ο βασανιζόμενος τις αισθήσεις του, να χάνει τα λογικά του, να χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Μ’ αυτόν το τρόπο επιτυγχάνονται οι δήθεν ‘ομολογίες'». (Nικήτα Χρουτσώφ, ο.π. Επίσης βλ.: Η προσωπολατρεία. Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενώσεως, Αθήνα, εκδ. Φλόγα 1956.)

[49]     Για συγκεκριμένες μαρτυρίες βασανισμένων από τη μυστική αστυνομία Ελλήνων βλ.: Βλάσης Αγτζίδης, Πόντος. Ένα ανοιχτό ζήτημα, Αθήνα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1996. Του ίδιου, Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι συνέπειες για τον ελληνισμό, Αθήνα, εκδ. Ελλοπία, 1992.

[50]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Καραμανίδη, 15 Ιουλίου 1990. ΑΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Παύλου Κερδεμελίδη, 10 Σεπτεμβρίου 1990. ΑΠΙ, φάκ. Οδησσός, μαρτυρία Ολυμπίας Σεγιέροβα, 5 Αυγούστου 1992.

[51]     Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 169-172.

[52]     Tα πιστοποιητικά αυτά, άρχισαν να δίνονται σε συγγενείς εκτελεσμένων, αλλά και σε αποφυλακισμένους. Σε αυτά βεβαιωνόταν ότι κακώς καταδικάστηκε και ότι ήταν τελικά αθώος. Τα πιστοποιητικά αποκατάστασης άρχισαν να χορηγούνται στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης μετά το 20ο συνέδριο του 1956.

[53] ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Καραμανίδη, ό.π. Ο Γιάννης Καραμανίδης είναι ένας από τους ελάχιστους

Έλληνες που επιβιώνει μετά δεκαετή κάθειρξη από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, της περιοχής Καλυμά.    Στη Ρωσία είχε καταφύγει το 1923 αφού είχε πολεμήσει πέντε χρόνια συνεχώς για τη δημιουργία Ελληνικής Δημοκρατίας στο Μικρασιατικό Πόντο. Συνελήφθη στις 17 Δεκεμβρίου 1937 στο Αντλερ της Νότιας Ρωσίας.

[54]     Η κατηγορία ήταν, ότι ο Κατσάλοφ μαζί με τους «εχθρούς του λαού» Ζαράβοφ, Αντωνιάδη, Αμανάτοφ κ.α. έκαναν εχθρική δουλειά στην Ελληνική Περιοχή. Με απόφαση της πρώην επιτροπής της N.K.V.D. και του εισαγγελέα της ΕΣΣΔ στις 21 Φεβρουαρίου 1938, ο Κατσάλοφ εκτελέστηκε στις 19 Μαρτίου 1938. (KPSS, Ελεκτική επιτροπή ΚΚΡ περ. Κρασνοντάρ, αριθ.2/κ-576, 8 Ιουλίου 1991.)

[55]     ΑΠΙ, φάκ. Γελεντζίκ, μαρτυρία Μαρίας Κατσάλοφ, 13-8-1991. AΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Κοσμά Τσιμιάνωφ, 7-8-91. N. Ilinova, ό.π.

[56]     KGBSSSR, Διοίκηση KGB περιοχής Κρασνοντάρ, 4/11/57, αριθ. 2/1382. ΑΠΙ, φάκ. Γελεντζίκ, μαρτυρία Μαρίας Κατσάλοφ, ό.π.

[57]     «Η κυρία ΄Εδώ Μόσχα΄», εφημ. Κόσμος, Σίδνεϊ, 28 Απριλίου 1992, σ. 20. Την ίδια άποψη θεωρεί ως πιθανότερη και ο Παλαιολογόπουλος. Βλ.: Δημήτρης Παλαιολογόπουλος, Έλληνες αντιφασίστες εθελοντές στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939), Αθήνα, εκδ. Φιλιππότη, 1986.

[58]     V. N. Nikolskii, «Grazdane Gretsii, repressirovanie v Donbas v 1937-1938 gg», Εισήγηση στο Επιστημονικό Συνέδριο «Ελλάδα-Ουκρανία: Η εμπειρία των φιλικών σχέσεων και οι προοπτικές συνεργασίας». Οργάνωση: Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Σπουδών Μαριούπολης. Μαριούπολη-Ουκρανία. 24-26 Μαϊου 1996.

[59]     Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 157.

[60]     F. Beck(pseud)-W.Goobin, ό.π., σ. 140.

[61]     Βίκτορ Σοκολιούκ, «Η μαρτυρική Οδύσσεια του ποιητή Αμφικτύωνα Δημητρίου», εφημ. Νέα της Μόσχας, αριθ. 5(32), Μάϊος 1990, σ. 20.

[62]     Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδης, 1990, σ. 198.

[63]     «Θεέ μου την ειρήνη έκρυψες από κάτω στα λιθάρια./ Επεσαν και την ψάχνουνε όλα τα παληκάρια. Στης Ουκρανίας τις στέππες είναι πολλοί τάφοι,/ ανοίξτε και κοιτάξτε τα όλα νέα παιδιά» (S. Popando­poulo, Moyia Malayia Rodina.Kratkii otserk istorii sela Dubovayia Balka, Σταυρούπολη, εκδ. Stavropolkoe Kinznoe Izndatelstvo, 1990, σ. 28.)

[64]     Σάββας Ι. Κανταρτζής, Νίκη χωρίς ρομφαία, Κατερίνη, 1976, σ. 542-545.

[65]     Stanislav Lakopa, Otserki Polititskaya Istoria Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alasara, 1990, σ. 135.

[66]     Stanislav Lakopa, ό.π., σ. 125.

[67]     Ομογενή από Ρωσία, ό.π., σ. 10-11.

[68]     Stanislav Lakopa, ό.π., σ. 125, N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 49, Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 5, «Στο εργοςταςιο πςομιυ τις πολις-μας», εφημ Kόκινος Kαπνας, αριθ. 49, 31 Αυγούστου 1937, σ. 1.

[69]     «Ι ανιπςοςι τις μπολςεβικικις επαγριπνιςις ινε ιποχρεοςι καθε ςοβιετικυ πατριοτι», εφημ Kόκινος Kαπνας, αριθ. 44, 15 Αυγούστου 1937, σ. 1.

[70]     Stanislav Lakopa, ό.π., σ. 125, N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 49, Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 5.

[71]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Καραμανίδη, 15-7-90, Χριστόφορος Σεϊτόπουλος, ό.π., σ. 128.

[72]     Ομογενή από Ρωσία, ό.π., σ. 10.

[73]     ΑΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Π. Κερδεμελίδης, 10-9-90.

[74]     Γιούλια Βοσνέσένσκαγια, Η γυναίκα είναι «ίση» με τον άνδρα σ’ ένα στρατόπεδο της Σιβηρίας, Αθήνα, 1983, σ. 15.

[75]     ΑΠΙ, φάκ. Ασχαμπάντ, μαρτυρία Λεφ Γιαννουλίδη, 5-11- 91.

[76]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Γιάννη Καραμανίδη, 15-7-90.

[77]     Οι πληροφορίες αυτές πάρθηκαν κατά τη διάρκεια μελέτης για τους συλλόγους στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος, στο Α’ Συνέδριο των Ελλήνων της πρώην ΕΣΣΔ που έγινε στο Γελεντζίκ της Νότιας Ρωσίας τον Μάρτιο του 1991.

[78]     Ο Πάρις και ο Μάρκος Στρατηγόπουλος, ευγενείς στην τσαρική Ρωσία με καταγωγή από τη Μυτιλήνη, κατοικούσαν στη Μαριούπολη. Μετά την Ελλάδα κατέφυγαν τελικά στη Νέα Ζηλανδία, όπου και πέθαναν. (ΑΠΙ, φάκ. Ουκρανία, μαρτυρία Θεόδωρου Σπαθόπουλου, 14 Μϊου 1992.)

[79]     Ελευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων,Αθήνα., σ. 404-405.

[80]     Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σ. 409-411.

[81]     Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σ. 409-411.

[82]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χρήστου Σιδηρόπουλου, 17-4-90.

[83]     Χριστόφορος Σεϊτόπουλος, ό.π., σ. 184.

[84]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Ελένης Μυταφίδη, 17-8-91.

[85]     Ε. Σαβουλίδης, ό.π., σ. 22.

[86]     «Aπό πάνω από το κρεβάτι εμένα σήκωσαν/ χωρίς λόγο, χωρίς κρίση/ εμένα, μάνα, στη φυλακή έχωσαν. Βρήκα σύντροφους πολλούς/ φίλους και συγγενείς/ γέρους, νέους/ χωρίς χράμι, χωρίς παράδες. Τρεις την ώρα μας κουβαλούν./ Σύρουν πάνω μας την κατηγορία/ Τι δεν ξέρω, τι δεν είδα/ μας ρωτούν. Καθισμένοι στη γη πολλοί/ άλλος το κορμί του ξύνει/ άλλος αίμα φτύνει/ άλλος ξεροβήχει. Τέλειωσε και αυτό./ Η ποινή: Δέκα χρόνια κάθε ένα/ δώσανε στο κεφάλι/ να μαζέψουμε» (Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, ό.π., σ. 232-233.)

[87]     Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σ. 341.

[88]     Βλάσης Αγτζίδης, «Οι Πόντιοι στην ΕΣΣΔ», περ. Τότε, τεύχ. 31, Φεβρουάριος 1988, σ. 35-40.

[89]     Γκεόργκι Τραπέζνικοφ, «Εδαφικές ζώνες στην ΕΣΣΔ δικαιούται η ελληνική μειονότητα», εφημ Νέα της Μόσχας, τεύχ. 12, 21 Μαϊου 1989, σ. 22.

[90]     Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σ. 341.

[91]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Παναγιώτης Νικολαϊδης, 10-7-90, Ε. Σαββουλίδης, «Ενα τραγούδι των Ποντίων της Ρωσίας», περ. Ποντιακό Βήμα, Κοζάνη, τεύχ. 13, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 1988, σ. 22-25.

[92]     Χριστόφορος Σεϊτόπουλος, ό.π., σ. 185.

[93]     Στο έγγραφο του ελληνικού προξενικού γραφείου της Μόσχας που δημοσιεύεται στην 495 σελίδα, φαίνεται ότι η Μαραντίδου Ουρανία του Χαραλάμπους κατέθεσε σε δύο δόσεις το σημαντικό για την εποχή ποσό των 844 δολλαρίων ΗΠΑ, 100 χρυσών ρουβλίων, 4.200 ρουβλίων εποχής, 45 λιρών Αγγλίας, και από μία χρυσή λίρα Αγγλίας και Τουρκίας. Το ποσό αυτό στάλθηκε στην τράπεζα της Ελλάδος. Η κάτοχός του δεν κατάφερε να έρθει ποτέ στην Ελλάδα. [Πρεσβεία Ελλάδας στη Μόσχα/Προξενικό Γραφείο (ΠΕΜ/ΠΓ), βεβαίωση για τις καταθέσεις της Ο. Μαραντίδου, 14-5-1991]

[94]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτ. Κώστα Πιπερίδη, 15-4-1990

[95]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Παναγιώτη Νικολαϊδη, 10-7-1990. Ο πληροφορητής αναφέρει ότι κατέθεσαν στην πρεσβεία λίγι πριν αναχωρήσουν για την Ελλάδα 9.000 ρούβλια και 3.352 χρυσές λίρες.

[96]     ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Κώστα Πιπερίδη, 15-4-1990

[97]     Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σ 411-414.

[98]     Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 181.

[99]     ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Παναγιώτη Νικολαϊδη, 10-7-90

[100]     Νόρα Κωνσταντινίδου, «Ιορδάνης Στεφανίδης: Το νεώτερο θύμα στις σφαγές της Δράμας από την οικογένεια των Ρωσοποντίων», περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουαρίος-Μάρτιος ’92, σ. 46.

[101]    Sergo Tabagiyia, Kolhoz cela Dagva, Βατούμι, εκδ. Savtsota Adzara, 1982, σ. 32-49. Sokrat Agelov, Greki v Gruzia, Tιφλίδα, 1990, σ. 39-45, Αχιλλέας Τσεπίδης, «Οι Έλληνες της Γεωργίας στην Οκτωβριανή Επανάσταση», περ. Ρωμανία, αριθ. 4, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 16- 18.

[102]    Ομογενή από Ρωσία, «Το κοινωνικό πρόβλημα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 80, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 1990, σ. 11.

[103]    ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χρήστου Ζαπουνίδη, 15-4-90.

[104]    Η κόρη του Μανόλη Μυταφίδη, ο οποίος ήταν πλέον λογιστής σε κολχοζ στην Αζάντα θυμάται τον πατέρα της: «… ερχότανε από το κολχόζ και έκλαιγε, όταν έβλεπε τους Έλληνες εκεί πάνω. Ο πρόεδρος του χωριού ήταν Γεωργιανός. Και αυτός καθισμένος πάνω στο άλογο χτυπούσε με το μαστίγιο τους Έλληνες χωρικούς, γιατί μέσα στον πόλεμο ήτανε πείνα και εκείνοι οι καημένοι δύναμη δεν είχανε. Έπεφταν από τη δουλειά. Και αυτός, πάνω στο άλογο, τους χτυπούσε σαν σκλάβους με το μαστίγιο. ΄Δουλέψτε΄, τους φώναζε. ~Γιατί δε δουλεύετε γαϊδούρια;~ Τους πρόσβαλε. Ήταν πολύ κακή εποχή». (ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Ελένης Μυταφίδη, 17-8-91.)

[105]    K. X. Ihdzibeli, Drebniyia Gorgippia, Anapa i Sovetskie Greki, Μόσχα, εκδ. Moskovkoe Obsestvo Sovietskix Grekof, 1990, σ. 16- 17.

[106]    L. Lisaia,, «Selo Mertsanskoge»,εφημ. Prizif, 30 Δεκεμβρίου 1982.

[107]    K. Bereznova, «A Siaste Boule Riandom», εφημ. Γοργιπία , 24 Αυγούστου 1991.

[108]    ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Παναγιώτη Νικολαϊδη, 10-7-90.

[109]    I. Paraskevopoulos, Materiali i Vsesoyiouznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σ. 42. ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χαράλαμπου Κεσανίδη, 18-8-91.

[110]    AΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Γεωργίου Φωτιάδη, 29-3-91.

[111]    Πέτρος Ανταίος, «Συνέντευξη του Θεοχάρη Κεσσίδη», εφημ. Νέα της Μόσχας, 9 Απριλίου 1990, σ. 22.

[112]    Σημαντικές πληροφορίες για την περιοχή τη Τσάλκας υπάρχουν στο: D. Τsitlof-T. Tsitlof-D. E. Gurieli, Tsal­kinski-Deti Gruzii, Τιφλίδα, εκδ. Zakavkazkie Voennie Vebomosti, 1992.

[113]    Sokrat Agelov, ό.π., σ. 45-46, Αχιλλέας Τσεπίδης, ό.π.

[114]    Alexader Nekritch, ό.π., σ. 86-98, Νικήτα Χρουτσώφ, ό.π., σ. 54.

[115]    ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Ιωάννη Ανδρεάδη, 24-8-91

[116]    ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Κοσμάς Τσιμιάνοφ, 7-8-91

[117]    Από την έρευνα των συλλόγων στο Γελεντζίκ

[118]    ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, Σοφία Παπαδοπούλου, 22-8-91

[119]    Οι πληροφορίες αυτές πάρθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε για τους συλλόγους στο Α’ Συνέδριο των Ελλήνων της πρώην ΕΣΣΔ που έγινε στο Γελεντζίκ της Νότιας Ρωσίας τον Μάρτιο του 1991. Υπάρχουν στο αρχείο του συγγραφέα.

[120]    Σοφία Σινδοπούλου, «Μαρτυρία μιας γυναίκας από τον Πόντο», Εθνικισμός, Ρατσισμός, Κοινωνικό Φύλο, Θεσσαλονίκη. εκδ. Παρατηρητής, 1995, σ. 27-30.

[121]    MYSSSR, 6/84/30-8-90, Obedinenie Epistrofi, ό.π., σ. 14, Κώστας Φωτιάδης, «Ο ελληνισμός της Σοβ. Ένωσης την σταλινική περίοδο», ό.π. Για την παρουσία των Ελλήνων στην Κριμαία και την εκτόπισή τους στη Σιβηρία και στο Ουζμπεκιστάν βλ.: P. A. Kesmetzi, Greki Krima, Σεβαστούπολη, έκδ. Federatsia Grekof Krima, χ.χ.

[122]    Από την έρευνα των συλλόγων στο Γελεντζίκ

[123]    Πέτρος Ανταίος, ό.π., σ. 22.

[124]    I. Savelof, «Greki: Poterpevtsie koralekrutsenie», εφημ. Litera­turniyi Kirgizistan, Μπισκέκ, αριθ. 3, 1992. Ανέκδοτα κείμενα του Vitali Fiodorovits Lembendef, Μπισκέκ Κιργιζιστάν.

[125]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 98.

[126]    Θ. Κεσσίδης, συνέντευξη στην ελληνική έκδοση της εφημερίδας Νέα της Μόσχας, 9-4-1989, σελ 22.

[127]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 94.

[128]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 62.

[129]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 156-159.

[130]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 37.

[131]    Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 64-65.

[132]    Μαρία Βεργέτη, «Μεταναστευτικά κύματα Ποντίων από τη Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα», περ. Ελλοπία, τεύχ. 10, Απρίλιος-Μάϊος ’92, σ. 36-43.

[133]    «Ανάθεμά σε Ρωσία/ το νόμο που έβγαλες/ στη Κριμαία και σ’ όλο τον Καύκασο/ Ρωμιό καθόλου δεν άφησες». (Αγτζίδης, Βλάσης, Η καταρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η συνέπειες για τον ελληνισμό, εκδ. Ελλοπία, Αθήνα, 1992, σ. 161.)

[134]    K. G. Dimitriev, ό.π., σ. 66-69.

[135]    Nekritch, Alexandr, ο.π., σ. 107.

[136]    ΑΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Κυριάκου Σακκά, 7-8-92, Μαρία Βεργέτη, ό.π., σ. 36.

[137]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 56.

[138]    Troyianofskayia, T., «Ruski Vaptosi b Abhazii?», εφημ. Sovietskaya Abhazia, Σοχούμι, 1 Αυγούστου 1991.

[139]    Alexander Νekritch, ό.π., σ. 107.

[140]    Obedinenie Epistrofi, «Obrazenie», περ. Επιστροφή, Σοχούμι, τεύχ. 3, Οκτώβριος 1988, σ. 11-12, Ομογενή από Ρωσία, ό.π., σ. 10-11.

[141]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 98.

[142]    D. Korobin, «Zatianouvskayia Ontisei», εφημ. Komsomolskaya Pravda, Μόσχα, αριθ. 31, 7 Φεβρουαρίου 1989.

[143]    Θεοχάρης Κεσσίδης, «Για την πολιτιστική κατάσταση των Ελληνοποντίων», περ. Νέοι Καιροί, τεύχ. 11, 7Μαϊου 1989, σ, 22.

[144]    S. Dombritskayia, «Ouyiezayia – Ostatsia Sovietski Tseloveko xotset I. G. Haritidi», εφημ. Novoroskii Rambotsii, Νοβοροσίσκ, 17 Νοεμβρίου 1989.

[145]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 63.

[146]    Σ. Πιπερίδη, «Απ’ τη ζωή και τη δραστηριότητα των Ποντίων στη Ρωσία», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 83, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 329-330.

[147]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 57.

[148]    Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 65.

[149]    ΑΠΙ, φάκ. Μπακού, μαρτυρία Γεωργίου Τιφτικίδη, 25-8- 91.

[150]    «Στα χίλια εννιακόσια στα σαράντα εννέα/ και τους Ρωμιούς εξώρισαν/ στου Καζακστάν τη μεριά. Αφήσαμε τα σπίτια μας/ αυτά τα μερακλίδικα/ αφήσαμε τα ζώα μας/ δεμένα στα μαντριά. Τα χωριά ρήμαξαν/ θαρείς και κοιμούνταν/ τα ζώα μας έκραζαν/ τα σκυλιά αλυχτούσαν» (Βλάσης Αγτζίδης, ό.π., σ. 263-264.).

[151]    «Στα χίλια εννιακόσια στα σαράντα εννέα/ να πάει και άλλο να μην έρθει/ εκείνη η χρονιά. Αυτοί εμάς κλειδωσαν/ σε έρημα βαγό­νια/ και στη σειρά στέκονταν/ και εξ-εφτά esselon. Μικροί, μεγάλοι φώναζαν/ «καήκαμε, ανοίξτε/ εγκλήματα δεν κάναμε/ εσείς εμάς αφήστε». Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ μάζεψαν/ και όλα τα χωριά/ μας πήγανε στο Καζαχστάν/ μακρυά στην ερημιά» (Βλάσης Αγτζίδης, ό.π., σ. 264-265. Το Τσιν, το Τσαλ και το Παλ ήταν τρία χωριά με ελληνικό πληθυσμό στην περιοχή Τσεπέλ του Σοχούμι. Τα esselon ήταν τα στρατιωτικά φορτηγά τραίνα. Οι Έλληνες εξελληνίζοντας τη λέξη τα έλεγαν «σαλόνια».)

[152]    ΑΠΙ, φάκ. Τιφλίδα, μαρτυρία Αχιλλέα Τσεπίδη, 2-9-91.

[153]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 5-6.

[154]    ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Νίκος Ιωαννίδης, 16-8-91. Dobritskayia, S., ό.π.

[155]    Π.Γ.Π., αρ.π. 33686/ 8-12-1992.

[156]    ΙFPRERLM, Eπιστολή προς τον υφ. υπ. Εξ. Γ. Παπανδρέου/15-1-1994, Βλάσης Αγτζίδης, ό.π., σ. 265. ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χ. Γωνιάδη, 1988.

[157]    N. N. Ioanidis, ό.π., σ. 58, ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία. Ε. Παυλίδου, 1988

[158]    Obedinenie Epistrofi, ό.π., σ. 13, S.Dobritskayia, ό.π.

[159]    Σόφκα Ζηνόβιεφ, «Οι Σοβιετικοί Έλληνες κάνουν ουρές για να εγκαταλείψουν τη χώρα», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 83, Οκτώβριος- Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 335-336, ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χαράλαμπου Κεσανίδη, 18-8-91.

[160]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 6-9.

[161]    «Perestroika i Natsionalniyie Problemi», περ. Novoe Vremia, Δεκέμβρης 1989, σ. 7-19, Σωκράτης Πιπερίδης, «Η ζωή των Ποντίων στη Μεσαία Ασία», περ. Ποντιακή Εστία, τευχ. 87, Ιούλιος- Αύγουστος 1991, σ. 240-241.

[162]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 98.

[163]    Obedinenie Epistrofi, ό.π., σ. 13, S. Dobritskayia, ό.π.

[164]    Από την έρευνα των συλλόγων στο Γελεντζίκ

[165]    Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 70.

[166]    Ομογενή από Ρωσία, ό.π., σ. 12.

[167]    Βλάσης Αγτζίδης, ό.π., σ. 266.

[168]    ΑΠΙ, φάκ. Καζαχστάν, μαρτυρία Δημήτρη Χιονίδη, 3-8-91. (Τον Δ. Χιονίδη μαζί με άλλες 32 ελληνικές οικογένειες τους εγκατάστησαν στο κολχόζ Εμπεκσί στο Κιζίλ-Γκούμσκι ραγιόν, δηλαδή περιοχή της κόκκινης άμμου, του Καζακστάν), Ο. Roy, «Voyage sur une mer assasinee», εφημ. Liberation, Παρίσι, 19 Μαρτίου 1990.

[169]    Σωκράτης Πιπερίδης, ό.π., σ. 241.

[170]    S. Dobritskayia, ό.π.

[171]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 9, Βάλια Μουρατίδου, ό.π., σ. 71.

[172]    «Ας σας λέγω ε παιδιά/ τι έγινε στη Ρωσία/ το έθνος μάζεψαν/ σαν τα πουλιά της κλώσσας. Του Καζαχστάν οι δρόμοι/ έρημοι απομένουν/ έφαγαν την καρδούλα μου/ και μου άφησαν λίγη» (Αγτζίδης Βλάσης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόϊκα, ό.π., σ. 268.)

[173]    Ακόμα και σήμερα υποβόσκει η αντίθεση μεταξύ των δύο ελληνικών ομάδων της Τασκένδης. Λίγοι είναι οι Πόντιοι που έχουν διαβεί την είσοδο του «Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου» στην Pentagogiskaya Ulitsa, που είχε παραχωρήσει το Κόμμα στους καταδιωγμένους πολιτικούς πρόσφυγες. (Bλάσης Αγτζίδης, Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι συνέπειες για τον ελληνισμό, Αθήνα, εκδ. Ελλοπία, 1992, σ. 106-108.)

[174]    Σωκράτης Πιπερίδης, ό.π., σ. 241.

[175]    ΑΠΙ, φάκ. Κουμπάν, μαρτυρία Σοφία Βασιλειάδη, 22-8-91.

[176]    Σόφκα Ζηνόβιεφ, ό.π. σ. 335.

[177]    Το υπόμνημα αυτό δόθηκε στους Έλληνες ευρωβουλευτές και στάλθηκε στα υπουργεία εξωτερικών ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Ελλάδας και στον Γ.Γ. του ΟΗΕ. Βλ. Αχιλλέα Στ. Ανθεμίδη, Ο ελληνισμός του Πόντου στη Σοβιετική Ένωση, Θεσσαλονίκη, 1990.

[178]    O N. Ioanidis υποστηρίζει ότι ο αριθμός των εκτοπισμένων είναι στην πραγματικότητα αρκετά μεγαλύτερος από 34.000 άτομα. ( N. N. Ioani­di, ό.π., σ. 53.)

[179]    ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Χαράλαμπου Κεσανίδη, 18-8- 91.

[180]    Σ Πιπερίδης, «Απ’ τη ζωή των Ποντίων στη Ρωσία», ο.π., σ. 330.

[181]    Αγτζίδης, Βλάσης, ό.π., σ. 265.

[182]    Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε τιμές του 1989 σε 10 περίπου δολλάρια.

[183]    TGAA, 208/31.

[184]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 55.

[185]    TGAA, 618/33/22-23.

[186]    T.G.A.A., 618/33/43, 64. ό.π.

[187]    ΑΠΙ, φάκ. Σοχούμι, μαρτυρία Κώστα Σοφιανίδη, 25-5-90.

[188]    Κώστας Φωτιάδης, «Ο ελληνισμός της Σοβ. Ένωσης την σταλινική περίοδο», εφημ. Επιστροφή, Θεσσαλονίκη, αριθ. 5 10 Απριλίου 1992, σ. 7.

[189]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 56.

[190]    Obedinenie Epistrofi, ό.π. Ομογενή από Ρωσία, ό.π., σ. 11-12.

[191]    Vlasis Agtzidis, ό.π., σ. 378.

[192]    Βλάσης Αγτζίδης, ό.π., σ. 258-259.

[193]    Εισήγηση του Ν. Boukai στο Συνέδριο που οργάνωσε στη Μόσχα στις 22-23 Μαϊου 1990 ο «Πανσοβιετικός Σύνδεσμος Ελλήνων».

[194]    Το 1935, οι επιμειξίες μεταξύ Ουκρανών και Ελλήνων είναι μόλις το 0,8% του συνόλου των μικτών γάμων. Συγκεκριμένα υπάρχουν 415 περιπτώσεις γάμων μεταξύ Ουκρανών και Ελλήνων (Ρ. Ν. Borzih, «Meznatsionalnie Braki v SSSRB Seredinie 1930 Godov», Sovietskagia Etnografia 1984, Μόσχα, 1984, σ. 101-112.

[195]    Χαράράλαμπος Πολιτίδης, «Ελληνική Αυτόνομη Δημοκρατία στη Νότια Ρωσία», περ. Ελλοπία, τεύχ. 5 άνοιξη ’91, σ. 26.

[196]    Σοφία Σινδοπούλου, ό.π., σ. 29-30.

[197]    Politidis, Materiali i Vsesoyiouznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σ. 32.

[198]    Ι. Paraskevopoulos, Materiali i Vsesoyiuznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σ. 40-41.

[199]    Γ. Ποπόφ-Ι. Ματσουκάτοφ, «Για τα προβλήματα των Ελλήνων που ζουν στην περιοχή της Ρωσικής Δημοκρατίας», περ. Ελλοπία, τεύχ. 7, Φθινόπωρο ’91.

[200]    «Θα σφάζουμε το γουρούνι/ θα τρώμε και το λίπος,/ αν μας αξιώσει ο θεός/ θα πάμε στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα βρίσκονται/ όλες οι ευλογίες,/ στο Καζαχστάν θα μας τρώνε/ οι ψείρες και μύγες» (Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόϊκα, ό.π., σ. 269.)

[201]    Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης

[202]    Λευτέρης Μαυροειδής, Από το σταλινισμό στην περεστρόϊκα, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1988, σ. 91.

[203]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 98.

[204]    Ρόϋ Μεντβέντεφ, ό.π., σ. 58.

[205]    Alexander Nekritch, ό.π., σ. 116-117.

[206]    Obedinenie Epistrofi, ό.π., σ. 14, Κώστας Φωτιάδης, «Ο ελληνισμός της Σοβ. Ένωσης την σταλινική περίοδο», ό.π.

[207]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 10.

[208]    Ρόϋ Μεντβέντεφ, ό.π., σ. 75.

[209]    T. Pavlov, ό.π.

[210]    Ν. N. Ioanidi, ό.π., σ. 60-61.

[211]    N. N. Ioanidi, ό.π., σ. 64.

[212]    Vestnik Statistiki, νο.10., Μόσχα, 1990. σ. 27.

[213]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 10.

[214]    Μαρία Βεργέτη, «Τα κύματα μαζικής μετακίνησης Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα», Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου, Αθήνα, επιμ. Βλάσης Αγτζίδης, έκδ. Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 1995, σ. 268-275.

[215]    Υ.Ερ., Δ/νσις συνθηκών ζωής τμήμα συνεταιρισμών/ αρ. πρ. 58.883/1526/ 27-11-51.

[216]    Καταστατικόν Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ελλήνων Προσφύγων εκ Ρωσσίας, Αθήνα, 1951, σ. 6-7.

[217]    Πολυχρόνης Μπουμπουρίδης, ό.π., σ. 10.

[218]    Θ. Μητσόπουλος, Μείναμε Έλληνες. Τα σχολεία των ελληνικών πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1979, σ. 196, Δ. Κατσής, Τεράστια συμβολή των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στο Ουζμπεκιστάν, Αθήνα, σ. 29.

[219]    Μαρίκα Στεφανίδου, «Τα προβλήματα των Ελλήνων στη Γεωργία», Πρόγραμμα φιλοξενίας και εκπ/σης ομογενών εκπ/κών από την Κοινοπολιτεία, Πάτρα, εκδ. Πανεπιστήμιο Πατρών 1992, σ. 113-116.

[220]    ΑΠΙ, φάκ. Τιφλίδα, μαρτυρία Αχ. Τσεπίδη, 2-2-91.

[221]    Μαρίκα Στεφανίδου, ό.π.

[222]    Obedinenie Epistrofi, ό.π., Θεοχάρης Κεσσίδης, «Εν αρχή ήσαν οι Έλληνες», εφημ. Νέα της Μόσχας, τεύχ. 1, Νοέμβριος ’88, σ. 22, Γιώργος Ατζαμίδης, «Σκέψεις για τον ελληνισμό της πρώην Σοβ. Ένωσης», Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου, επιμ. Βλάσης Αγτζίδης, Αθήνα, εκδ. Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 1995, σ. 217-219.

[223]    Σοφία Σινδοπούλου, «Μαρτυρία μιας γυναίκας από τον Πόντο», Εθνικισμός, Ρατσισμός, Κοινωνικό Φύλο, Θεσσαλονίκη. εκδ. Παρατηρητής, 1995, σ. 29.

[224]    Μαρία Βεργέτη, «Μεταναστευτικά κύματα Ποντίων από τη Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα», ό.π., σ. 36.

[225]    ΑΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Παύλου Κερδεμελίδη, 10-9- 90.

[226]    Οι πρόσφυγες εκ Ρωσίας στην Ελλάδα, «Υπόμνημα των Ποντίων προσφύγων από την ΕΣΣΔ στον ΟΗΕ το 1966», περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος ’92, σ. 40-41.

[227]    Ενδιαφέρον έχει το κείμενο του υπομνήματος: «Προκειμένου να εφαρμοσθή η απόφασις περί συνταξιοδοτήσεως των Αιγυπτιωτών και Κωνσταντινουπολιτών ομογενών, λαμβάνομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς θερμώς ίνα συμπεριληφθώμεν και ημείς, οι εκ του παραπετάσματος αφιχθέντες προσφάτως Ρωσίας και Ρουμανίας εις την συνταξιοδότησιν ταύτην. Ημείς είμεθα οι περισσότερον παθόντες και ταλαιπωρηθέντες ως δούλοι εις τας φυλακάς και καταναγκαστικά έργα επί δεκαετίαν. Παρακαλούμε ίνα η παράκλησίς μας εισακουσθη, διότι είναι ορθή και δικαία, γνωστόν εις υμάς ότι ημείς οι ζήσαντες εις τον Σοβιετικόν παράδεισον τα πάντα απωλέσαμεν, νειάτα, υγείαν και ότι περιουσίαν είχαμε. (Αρχείο Π. Κερδεμελίδη, Αίτησις προσφύγων εκ του παραπετάσματος/11-6-1966)

[228]    ΥΚΠ, Δ5/8325/1044/26-10-66.

[229]    ΥΚΠ, Γενική Δ/νσις Κοιν. Πρόνοιας, ΕΥΣ Αττικής/ νο. 277/24-1-67.

[230]    Οι πρόσφυγες εκ Ρωσίας στην Ελλάδα, ό.π., σ. 41.

[231]    Το διάταγμα ορίζει ότι: «Αστικής αποκατάστασης δύνανται να τύχωσι: α) Αι προσφυγούσαι οικογένειες εις το ελεύθερον Ελληνικόν κράτος ή την ευρισκομένην μέχρι 7 Μαρτίου 1948 υπό κατοχήν περιφερείας Δωδεκανήσου, από της 8ης Σεπτεμβρίου 1912 μέχρι 21 Φεβρουαρίου 1934 εκ Τουρκίας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας, Βορείου Ηπείρου, Ρουμανίας και Γιουγκοσλαβίας, συνεπεία των τότε πολεμικών γεγονότων ή συνεπεία της από 30 Ιανουαρίου 1923 συμβάσεως περί ανταλλαγής….» (Μαρία Βεργέτη, «Τα κύματα μαζικής μετακίνησης Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα», Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου, ό.π., σ. 274.)

[232]    ΣΕΠΡΑ, αριθ. 9561/10-11-1967

[233]    ΠΚ/ΓΔ, 81/10/4206/22-11-67, ΑΠΙ, φάκ. Κριμαία, μαρτυρία Παύλου Κερδεμελίδη, 15-4-1994

[234]    Μαρία Βεργέτη, «Μεταναστευτικά κύματα Ποντίων από τη Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα», ό.π., σ. 36.

——————————–

αναδημοσιεύτηκε στις «Ανιχνεύσεις»:

http://www.anixneuseis.gr/?p=1734

b-omada-magadan-2006-046_

———————————————————————————————————————————— 

Το παραπάνω κείμενο χρησιμοποιήθηκε στο ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά με τίτλο «Γράμμα στη μητέρα-πατρίδα»

IN OUR TIME

Direction: Tassos Psarras.
Text-Historical Research: Vlassis Agtzidis.
Cinematography: Alexis Grivas, Yiorgos Goutzioulas, Dimitris Anagnostopoulos.
Editing: Spyros Tsichlis.
Sound: Argyris Lazaridis, Yiannis Haralambidis.
Production: ET3.
Digital Beta Colour 45΄

One of the least known events of Modern Greek History is the persecution of the Greeks in the Soviet Union, which began in 1937 and ended in 1949. After the Asia Minor disaster, thousands of refugees from the northern shores of Asia Minor poured into Russia. The refusal of the Greek government after 1928 to allow these refuges to come to Greece (even though they were covered by the Treaty of Lausanne, forced them to remain in the Soviet Union. The Greeks living in the Soviet Union participated in all the phases of the soviet experiment, while at the same time they established a network of Greek schools, theater groups, and publishing houses, published numerous Greek periodicals and formed Autonomous Greek regions within the framework of the Soviet administrative system. However, they also suffered the consequences of Stalinism. Approximately 44 to 50 thousand Greeks were executed or died from exposure as a result of their persecution, while over 200,000 were exiled to Siberia, the Urals and Central Asia.

imgp01032imgp01032

keep_your_mouth_shut1

65 comments so far

  1. […] https://kars1918.wordpress.com/2009/02/10/10-2-2009/ […]

    —————————————–

    …αναφορά σ’ αυτή την εργασία γίνεται στο παρακάτω ιστολόγιο:

    http://ngalanakis.blogspot.com/2009/02/blog-post_18.html

  2. […] -Οι σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής … […]

  3. doctor on

    Ένα θέμα, ολόκληρο βιβλίο!
    Θα το διαβάσω (το έχω ήδη εκτυπώσει) και θα τα ξαναπούμε!

    Για άλλη μια φορά συγχαρητήρια κ.Αγτζίδη για την δουλειά που κάνετε.

    doctor

  4. Βλάσης Αγτζίδης on

    Ευχαριστώ και ανταποδίδω.

    Η ανάγκη να αποκτήσουμε μια ολική εποπτεία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, απαλλαγμένης από μύθους, διαστρεβλώσεις και έντεχνες παρανοήσεις, είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ιστορικοί και οι φιλίστορες. Και είναι ιδιαιτέρως σημαντική η κατάκτηση μιας τέτοιας εποπτείας, γιατί διαβαίνουμε ένα ιστορικό μεταίχμιο, όπου η μνήμη, η γνώση και η Ιστορία μετατρέπονται σε εργαλεία κατανόησης των εξελίξεων.

  5. […] -Οι σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων της ΕΣΣΔ […]

  6. […] αναπροσαρμογής της γραφής της[xxi], τη δεκαετία του ’20, ως τους διωγμούς και τις προσπάθειες βίαιης αφομοίωσης στα τέλη της […]

  7. […] σταλινικές διώξεις και τον αγώνα για την καταξίωση της ιστορίας των […]

  8. […] σταλινικές διώξεις και τον αγώνα για την καταξίωση της ιστορίας των […]

  9. […] που εφηύραν τα μέλη του ΚΚΕ για να δικαιολογήσουν τη σκληρή σταλινική βία που ασκήθηκε κατά των Ελλήνων της πρωην ΕΣΣΔ απεδείχθη […]

  10. […] Τέτοιες εκδηλώσεις Μνήμης για τις σταλινικές διώξεις γίνονται ανελλιπώς στην Αθήνα κάθε χρόνο από το 1987, […]

  11. […] μας ήρθανε από την Σοβιετική Ένωση το 1940, σαν ένα πεσκέσι του Στάλιν. Δηλαδή, οι πόντιοι είναι επήλυδες, είναι ξενόφερτοι, […]

  12. […] Αλλά γιατί με την κυριαρχία του στη Σοβιετική Ένωση, κατέστρεψε το μεγαλειώδες εγχείρημα αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων και ελέγχου των παραγωγικών δυνάμεων από τους παλιούς απόκληρους. Ο σταλινισμός δημιούργησε μια εξουσιαστική κομματική αριστοκρατία, εξαιρετικά κυνική και βίαια, που δεν είχε καμιά απολύτως αναστολή να θέσει στο στόχαστρό της τους παλιούς επάναστάτες, αλλά και ολόκληρους λαούς. Μεταξύ των οποίων και οι δικοί μας, οι Πόντιοι και οι υπ…. […]

  13. […] του σοβιετικού ελληνισμού και την καταδίκη των σταλινικών διωγμών θα υπάρχει συνεχώς.[2] Στο Β’ Παγκόσμιο Ποντιακό […]

  14. […] εκδηλώσεις Μνήμης για τις σταλινικές διώξεις άρχισαν το 1987 από τα θύματα και τους απογόνους τους και […]

  15. […] Στην έκθεση φωτογραφιών και ντοκουμέντων, μπροστά στο χάρτη που παριστά τις μετακινήσεις και τις εκτοπίσεις του ελληνικού πληθυσμού της ΕΣΣΔ κατά τις σταλινικές διώξεις. […]

  16. belbos on

    Θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι : γνωρίζεται αν υπάρχουν έλληνες -όχι απαραίτητα με ελληνική συνείδηση αλλά να μιλάνε ελληνικά ή έστω να έχουν ελλ έθιμα- στον Πόντο ή έστω στην ευρύτερη περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ ? Γνωρίζω για την Αρμενιά Γεωργία και κάποιοι λίγοι στη Τουρκία. Γνωρίζεται κάτι άλλο ? Κάποια σελίδα στο ιντερνετ ?

    Ευχαριστώ πολύ !

  17. Β on

    Μια από τις τελευταίες εκκλήσεις του Νίκου Ζαχαριάδη προς το ΚΚΕ του Φλωράκη ήταν:

    «Κάποτε θα πρέπει να ζητήσετε -ακόμα και με απόφαση συνεδρίου- όλα τα χαρτιά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, της Κα-Γκε-Μπε, που αφορούν το ΚΚΕ και το κίνημα, τους αγωνιστές μας που χάθηκαν εδώ στη Σιβηρία (σαν τον Κλειδωνάρη, Φλαράκο, Χαϊτά και άλλους πολλούς). Αυτή είναι ιερή υποχρέωσή μας. Το 1947 εγώ ζωντανούς βρήκα μονάχα δύο».

    “Ο Στάλιν και ο Ζαχαριάδης” του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

    http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,id=3783220

  18. η νάντια η άννα και ο όσιπ

    http://simiomatariokipon.wordpress.com/tag/%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC/

    Τον έθαψαν σε ομαδικό τάφο κάτω από τον πάγο

    Τα δραματικά τέσσερα τελευταία χρόνια της ζωής του κορυφαίου ρώσου ποιητή Οσιπ Μαντελστάμ που πέθανε το 1938 σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ως «εχθρός του λαού».

    Τα εξιστορεί η σύζυγός του Ναντιέζντα σε ένα μνημειώδες έργο, το οποίο προκάλεσε σοκ όταν πρωτοεκδόθηκε στη Δύση το 1970

    Τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Μαΐου 1934 μια ομάδα ανδρών της μυστικής αστυνομίας του σοβιετικού καθεστώτος χτυπά την πόρτα σε ένα φτωχικό διαμέρισμα της Μόσχας. Η Ναντιέζντα, μια κοντούλα και ξερακιανή γυναίκα, ανοίγει ξέροντας βαθιά μέσα της ότι σε λίγα λεπτά ο σύζυγός της θα συλληφθεί. Ο Οσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ, για πολλούς ο κορυφαίος ρώσος ποιητής του 20ού αιώνα, είχε επιστρέψει λίγο νωρίτερα στο σπίτι με ένα αβγό που προμηθεύτηκε από έναν γείτονα για να το προσφέρει αλατισμένο στη φίλη του Αννα Αντρέγεβνα. Δεν ήταν άλλη από τη μεγαλύτερη ποιήτρια της Ρωσίας, την Αννα Αχμάτοβα, η οποία εκείνη την ημέρα είχε φθάσει εκεί από την παγωμένη Αγία Πετρούπολη προκειμένου να επισκεφθεί δύο αγαπημένους φίλους της.

    Τα κατσαριδίσια μουστάκια του Στάλιν

    «Κατσαριδίσια τα μουστάκια του γελούν/ και από τις μπότες του οι λαιμοί λαμποκοπούν» έγραψε, ανάμεσα σε άλλους οξείς στίχους, ο Οσιπ Μαντελστάμ στο σατιρικό ποίημά του για τον Ιωσήφ Στάλιν το φθινόπωρο του 1933, έξι μήνες πριν από τη σύλληψή του. Ο αντισυμβατικός ποιητής, ο οποίος είχε εβραϊκές ρίζες και γεννήθηκε στην Πολωνία, είχε μόλις επιστρέψει από την Κριμαία. Εκείνη τη χρονιά η Ρωσία μαστιζόταν από την πείνα. Στην Κριμαία ο Μαντελστάμ διαπίστωσε από πρώτο χέρι τις συνέπειες της κολεκτιβοποίησης «του βουνίσιου του Κρεμλίνου» που σκοπό είχε να αφανίσει τους κουλάκους. Το σατιρικό ποίημα λοιπόν ήταν το «έγκλημά» του. Εξαιτίας του τιμωρήθηκε με πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα για «αντεπαναστατική δράση» και τον εξόρισαν αρχικά στην πόλη Τσερντίν, ακόμη πιο βόρεια, κοντά στα Ουράλια Ορη.

    Η σύζυγός του Ναντιέζντα (το όνομα στα ρωσικά σημαίνει ελπίδα) τον ακολουθεί σε αυτό το ταξίδι της εσωτερικής εξορίας στην αχανή σοβιετική επικράτεια, με τρεις ένοπλους στρατιώτες να τους επιτηρούν στο τρένο με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Το βιβλίο των απομνημονευμάτων της με τίτλο Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, το χειρόγραφο του οποίου στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτισμικό, κοινωνικό και πολιτικό σοκ, είναι ένα καθηλωτικό χρονικό των αναμνήσεών της από τα τέσσερα τελευταία έτη της κοινής ζωής με τον Οσιπ Μαντελστάμ- από την πρώτη του σύλληψη, δηλαδή, ως και το τέλος του το 1938. Το 1937 ο ποιητής συνελήφθη για δεύτερη φορά και εκτοπίστηκε στο Βορόνεζ. Ετσι ξεκίνησε για τον επιφανή εκπρόσωπο της σχολής των Ακμεϊστών ποιητών η δραματική πορεία που κατέληξε μετά την τρίτη του σύλληψη σε ένα βαγόνι για ζώα προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Βλαδιβοστόκ, όπου σύντομα πέθανε κάτω από άγνωστες συνθήκες.

    1.500 συγγραφείς έχασαν τη ζωή τους

    «Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως η δική μας,κι αυτό ακριβώς είχαν πετύχει οι ηγέτες μας» γράφει η Ναντιέζντα Μαντελστάμ στο βιβλίο της, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ρωσικής πεζογραφίας της μεταπολεμικής εποχής, στο οποίο αποκαλύπτει τις δομές ενός απολυταρχικού και τρομοκρατικού καθεστώτος όπου «οι μεν υποπτεύονταν τον καθένα για χαφιέ, οι δε φοβόντουσαν ότι θα τους περάσουν για χαφιέδες» . Σήμερα φαντάζει εξωφρενικό, αλλά κατά τη δεκαετία του 1930 στη Ρωσία και μία μόνο φράση του τύπου «αυτός δεν είναι μαζί μας» ήταν ικανή να αφανίσει έναν άνθρωπο, αφού ίσχυε το ακόμη πιο παρανοϊκό: «Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση» (σ.σ.: για να τον στείλουν στα κάτεργα).

    Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από τα σχετικά αρχεία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, την εποχή των σταλινικών διωγμών, ειδικότερα το 1937, την πρώτη χρονιά του Μεγάλου Τρόμου, συνελήφθησαν 2.000 συγγραφείς, από τους οποίους οι 1.500 εκτελέστηκαν ή πέθαναν στη φυλακή και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Οσιπ Μαντελστάμ πέθανε, σκελετωμένος και αγνώριστος, στις 27 Δεκεμβρίου 1938, από άγνωστη έως σήμερα αιτία (επισήμως καρδιακή ανεπάρκεια – ή τύφος, κατά μία άλλη εκδοχή) και τάφηκε σε ομαδικό τάφο κάτω από τον πάγο.

    Οι κόλακες έχασαν τον ύπνο τους

    Πολλοί ήταν οι διανοούμενοι και οι συγγραφείς του σοβιετικού καλλιτεχνικού σιναφιού που έχασαν τον ύπνο τους όταν κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ στη Σοβιετική Ενωση η «επική» αυτή μαρτυρία, ένα ντοκουμέντο για μια ολόκληρη εποχή και τους τύπους ανθρώπων που δημιούργησε. Η ίδια υπονοεί ότι κάποιος ή κάποιοι εξ αυτών άκουσαν το ποίημα για τον Στάλιν στις ιδιωτικές απαγγελίες του ποιητή και έσπευσαν να το «σφυρίξουν» στις αρμόδιες Αρχές, αλλά δεν κατονομάζει κανέναν. Το γεγονός ήταν σύμπτωμα του ηθικού και καλλιτεχνικού «λήθαργου της εποχής της».

    Η Ναντιέζντα Μαντελστάμ, η οποία έζησε 19 χρόνια ως σύζυγος του ποιητή και 42 ως χήρα του, απομνημόνευε τα ποιήματά του για να τα διασώσει και αναγκάστηκε να ζήσει μια νομαδική ζωή περιπλανώμενη στη ρωσική επαρχία «υπό το καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας που έγινε δεύτερη φύση της», όπως τόνισε το 1980 στη νεκρολογία του ο νομπελίστας ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι αναφερόμενος σε αυτό το σπάνιο είδος ανθρώπινης δύναμης και αφοσίωσης. Τελικά, αποκατέστησε το όνομα του συζύγου της και ανέδειξε το έργο του μέσα από το δικό της έργο στήνοντας «το λαμπρότερο κενοτάφιο» στη μνήμη του. «Δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν να μεταδώσουν ή να θίξουν τη μεγαλοφυή φύση αυτού του βιβλίου. Οποιαδήποτε κρίση επ΄ αυτού συνιστά σχεδόν αυθάδεια- ακόμη και αν πρόκειται για έπαινο» έγραψε στον «Νew Yorker» ο Τζορτζ Στάινερ.

    Η μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου συμβάλλει αποφασιστικά ώστε να έχουμε σε ωραία ελληνικά μια πολύτιμη πολιτισμική παρακαταθήκη, έστω και με καθυστέρηση σαράντα και πλέον ετών.

    http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=391926&h1=true

  19. red on

    ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ «ΕΠΤΑΣΦΡΑΓΙΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Αυτός ήταν ο Καραγιώργης

    Παρουσίαση του ΝΙΚΟΥ ΚΙΑΟΥ

    Κι όμως. Εχουν περάσει 56 (ή 58;) χρόνια και δεν ξέρουμε -ούτε η σύζυγός του ξέρει ακριβώς- πότε πέθανε ο Κώστας Καραγιώργης, πού πέθανε, πώς πέθανε, υπό ποίες συνθήκες.

    Το βιβλίο της Μαρίας Καραγιώργη και της Κατερίνας Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου
    Το βέβαιο είναι ότι ήταν κρατούμενος στη Ρουμανία, τον βασάνιζαν, ναι ακριβώς τον βασάνιζαν άγρια, οι σύντροφοί του με εντολή τής τότε ηγεσίας του ΚΚΕ και οι Ρουμάνοι ασφαλίτες. Τα βασανιστήρια κράτησαν χρόνια και πέθανε στα βασανιστήρια.

    Πού πήγαν τα οστά του, πού βρίσκονται (αν βρίσκονται ακόμα), πού είναι ο τάφος του (αν τον έθαψαν ποτέ). Πού είναι τα γραπτά που άφησε ο Καραγιώργης.

    Η Μαρία Καραγιώργη, μαζί με την Κατερίνα Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου, γράφει γι’ αυτό που την πονά και την καίει σ’ όλη τη ζωή της, για τη ζωή και το θάνατο του συντρόφου και συζύγου της Κώστα Καραγιώργη, για την προσωπικότητά του και για τη μεταχείριση που του επιφύλαξαν οι σύντροφοί του- και πρώτος ο ηγέτης του ΚΚΕ τότε, ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο στενός του φίλος από νεαρή ηλικία.

    Στο βιβλίο που έγραψαν, «Κώστας Καραγιώργης (1905-1955), ο άνθρωπος, ο κομμουνιστής, ο δημοσιογράφος, ο αγωνιστής, το εξιλαστήριο θύμα», δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα, αλλά με έκδηλο φόβο, απορία, πίκρα και οργή δεν βρίσκει απαντήσεις σε πολλά άλλα και αφήνει τον πόνο της να μιλήσει:

    «Ο πιο άξιος, ικανός, πολιτισμένος, ανιδιοτελής κομμουνιστής ρίχτηκε βορά στα χέρια των λυκανθρώπων. Γιατί όλος ο συρφετός των βασανιστών του κυριολεκτικά «μετάλαβε» από το αίμα του».

    «Ποιος άραγε θα θελήσει να ψάξει στα ξεχασμένα και σκονισμένα αρχεία και να φέρει στο φως κάποια ψήγματα της αλήθειας; Αλλωστε, παρά πολλά γραπτά έχουν χαθεί, όπως π.χ. τα γραπτά του Κώστα Καραγιώργη, ή, αν δεν έχουν χαθεί, ίσως να βρίσκονται καταχωνιασμένα στα υπόγεια της ρουμανικής αστυνομίας ή κρυμμένα σαν επτασφράγιστο μυστικό στα υπόγεια του Περισσού…».

    Το βιβλίο της βουλευτίνας της προδικτατορικής ΕΔΑ και της κόρης του αγαπημένου φίλου του Καραγιώργη, του Γιώργου Ζωιτόπουλου (που «η ζωή του είχε μοναχικό και μελαγχολικό τέλος στο Παρίσι το 1967»), κυκλοφόρησε τον Γενάρη.

    «Αφιέρωμα στον Κώστα Καραγιώργη, σε αυτοέκδοση και σε λίγα αντίτυπα, χαρίζεται σε φίλους και γνωστούς και σε όσους θέλουν να μάθουν για τη ζωή και το τέλος του…», το χαρακτηρίζουν.

    Σε 180 σελίδες διηγείται, εξιστορεί και καταγράφει την πορεία της ζωής του νέου από τη Λίμνη της Εύβοιας ώς τη Ρουμανία, όπου «χάθηκαν» τα ίχνη του. Δεν είναι καθαρό πότε πέθανε. Η Μαρία Καραγιώργη εκτιμά από μαρτυρίες συναγωνιστών του, τις οποίες παραθέτει, ότι «άρα, ώς το 1955, που ετοιμαζόταν η 6η Ολομέλεια (σ.σ. της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ με την καθαίρεση του Ζαχαριάδη), ο Καραγιώργης ζούσε, έστω και σ’ αυτή την κατάσταση» (κρατούμενος, βασανιστήρια). Αλλη μαρτυρία αφήνει να βγει το συμπέρασμα ότι μπορεί να πέθανε και το 1953.

    Γιατρός, με δύο ειδικότητες, καθοδηγητικό στέλεχος του ΚΚΕ και της ΟΚΝΕ νωρίτερα, δημοσιογράφος, διευθυντής και αρθρογράφος καθημερινός του «Ριζοσπάστη» από τον Νοέμβριο του 1944 ώς τον Νοέμβριο του 1947, οπότε η εφημερίδα έκλεισε με τα έκτακτα μέτρα, με κυκλοφορία πάνω από 100.000 φύλλα και την πρωτοποριακή Σχολή Δημοσιογραφίας, που ουσιαστικά δημιούργησε, διευθυντής του «Ρίζου της Δευτέρας», ηγετική φυσιογνωμία στο λαϊκό κίνημα, στην οργάνωση του κόμματος, στον ΕΛ.ΑΣ. και το Δημοκρατικό Στρατό, δεν έγινε, δεν τον έκαναν ποτέ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Στο βιβλίο αναφέρονται οι διαφωνίες του κατά καιρούς με την ηγεσία του ΚΚΕ, οι διαφορετικές απόψεις του, που του στοίχισαν πολλές φορές τη διαγραφή.

    Το αφιέρωμα έχει 10 κεφάλαια, τα οποία χωρίζονται σε μικρά κείμενα με δικούς τους τίτλους και καταγράφουν, μέσα από την πορεία της ζωής τού πρωταγωνιστή, την πορεία ουσιαστικά του ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια. Τα κεφάλαια και τα κείμενα δένουν μεταξύ τους και το βιβλίο γίνεται συναρπαστικό.

    Διαβάζουμε για τις σπουδές του, για την ένταξή του στη νεολαία και το κόμμα, για τη Γερμανία, τη Σοβιετική Ενωση και το Παρίσι, όπου πήγε, για τις διώξεις με φυλακές και εξορίες στην Ελλάδα, για τις αποδράσεις, για την Εθνική Αντίσταση, την ελεύθερη Ελλάδα, τον Εμφύλιο, τον αδελφοκτόνο πόλεμο, την ήττα, την καταστροφή, τις ανακρίσεις και τη φυλάκιση, το θάνατο, την ««κουτσή» αποκατάσταση, το 1958, στην 9η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, που είναι απλώς αποκατάσταση της μνήμης των συντρόφων Γιώργη Σιάντου, Νίκου Πλουμπίδη (Μπάρμπα) και Κώστα Γυφτοδήμου (Καραγιώργη)» και όχι αποκατάσταση στο κόμμα και την Κεντρική Επιτροπή.

    Μαθαίνουμε γιατί αρνήθηκε να πάει στη Σχολή ΚΟΥΤΒ της Μόσχας, γιατί τον έλεγαν ειρωνικά, περιπαιχτικά, «κοσμοπολίτη», αναδεικνύοντας αρετές του.

    Το επίθετό του ήταν Γυφτοδήμος και το ψευδώνυμο Καραγιώργης, το οποίο καθιερώθηκε.

    Στο βιβλίο γίνονται αναφορές σε πολλά στελέχη του ΚΚΕ και περιλαμβάνονται μαρτυρίες συναγωνιστών τού Καραγιώργη.

    Χωρίς υπερβολή, μπορεί να πει κανείς ότι το βιβλίο ρουφιέται.

    Η αγωνίστρια Μαρία Καραγιώργη, πονεμένη από τη μεταχείριση του συζύγου της, αφηγείται, καταγράφει με πίκρα, οργή αλλά και τρυφερότητα την πορεία της ζωής του, χωρίς να κρύβει και τα ερωτικά συναισθήματα, τα δικά του και τα δικά της. Και είναι η σύντροφος που δεν αποκήρυξε ποτέ το σύντροφό της.

    Στο βιβλίο προστέθηκε και απάντηση της Μαρίας Καραγιώργη στο βιβλίο της Ελλης Παππά «Μαρτυρίες Μιας Διαδρομής», το οποίο κυκλοφόρησε όταν το δικό της βρισκόταν στο τυπογραφείο. Της κάνει «παρατηρήσεις» και επισημαίνει «λάθη που έγιναν ή από κακή πληροφόρηση ή στόχευαν στην ενοχοποίηση του Καραγιώργη», όπως αναφέρει.

    Είναι και αυτό ένα στοιχείο, ένα μέρος που φωτίζει πτυχές της ιστορίας του ΚΚΕ κυρίως σε ανώμαλες, αδελφοκτόνες περιόδους. *

    http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/03/2011&id=263163

    http://www.dailymotion.com/swf/video/x6sw4a?theme=none
    Μαρία Καραγιώργη-Κατάθεση by Theodosiou

  20. […] όπου διαπραγματεύεται το ζήτημα των σταλινικών διώξεων κατά του σοβιετικού ελληνισμού. Ο Τάσος Ψαρράς θα […]

  21. Βλάσης Αγτζίδης on

    Ρωσία: Ανέγερση μνημείου για τους Έλληνες- θύματα των γκουλάγκ

    Ανάμεσα στα αναρίθμητα θύματα των γκουλάγκ της Σιβηρίας βρίσκονταν και χιλιάδες Έλληνες. Σήμερα, περισσότερα από 70 χρόνια μετά τα γεγονότα οι διαπραγματεύσεις για την ανέγερση μνημείου γι’ αυτούς που έχασαν τη ζωή τους στις Σταλινικές διώξεις βρίσκονται ένα στάδιο πριν την ολοκλήρωση.

    Το μνημείο θα ανεγερθεί, με πρωτοβουλία του προέδρου της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Ρωσίας (ΑΓΟΟΡ), βουλευτή της Ρωσικής Δούμας, Ιβάν Σαββίδη, στο κέντρο του Μαγκαντάν, σε έκταση που παραχώρησε η διοίκηση της περιοχής Κολιμά, τόπου θανάτου πολλών εξόριστων Ελλήνων κατά την περίοδο των Σταλινικών διώξεων.

    Σύμφωνα με την ιστοσελίδα kolyma.ru, έχουν ήδη συγκεντρωθεί περισσότερα από δύο εκατομμύρια ρούβλια, για την «Στήλη της μνήμης», από άσπρο μάρμαρο, βάρους περίπου δύο τόνων. Η απόφαση για την ανέγερση του μνημείου πάρθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου «Ελληνικό Μαρτυρολόγιο», στο οποίο εντάσσεται και η πολύχρονη έρευνα του συγγραφέα και ερευνητή, Ιβάν Τζούχα.

    Σύμφωνα με την Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Ρωσίας , η «ελληνική επιχείρηση» εκκαθάρισης, ντιρεκτίβα Νο 50215 της NKBD (την μετέπειτα KGB), υπογεγραμμένη από τον διευθυντή Νικολάι Γιεζόφ, στενό συνεργάτη του Στάλιν, είχε ως αποτέλεσμα να «εξαφανιστούν» στη «μαύρη τρύπα» των γκουλάγκ 38.000 ελληνικής καταγωγής Σοβιετικοί πολίτες.

    Η επιχείρηση ξεκίνησε τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου του 1937, ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Πάνω από 20.000 εκτελέστηκαν και οι μισοί από τους υπόλοιπους στάλθηκαν στα στρατόπεδα της Κολιμά, όπου ελάχιστοι κατάφεραν να επιζήσουν.

    «Μετά από επτά δεκαετίες τα παιδιά και τα εγγόνια των αδικοχαμένων ελλήνων ομογενών άρχισαν να μαθαίνουν για τον τόπο και την αιτία θανάτου τους, χάρη στο σχέδιο της Ομοσπονδίας , «Ελληνικό Μαρτυρολόγιο», που ερευνά όλες τις διαστάσεις των καταπιέσεων της σταλινικής εποχής κατά των Ελλήνων», σημειώνεται στην ανακοίνωση της οργάνωσης.

    http://www.tvxs.gr/news/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CF%81%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%B3%CE%BA

    ————————————————————————————————–
    ————————————————————————————————–

    Αυτός ο τύπος του « σταλινικού ρομπότ » όμοιου και ίδιου σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου, τουλάχιστον αυτής της εποχής, θα πρέπει κάποτε ν’ απασχολήσει και αναμφισβήτητα θα απασχολήσει τη ψυχιατρική και τη ψυχανάλυση. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει το προηγούμενό του ή το ανάλογό του σε καμιά εποχή από τότε που έκανε ο άνθρωπος την εμφάνισή του στη γη. Είναι μοναδικό και αποκλειστικό προϊόν της πιο σκοτεινής και της πιο βάρβαρης εποχής από όλες όσες έχει γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία.

    Α. Στίνας, Αναμνήσεις

    ————————————————————————————————–
    ————————————————————————————————–

  22. Βλάσης Αγτζίδης on

    Σταλινισμού παρενέργειες

    Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου grousis@ath.forthnet.gr

    Στο προηγούμενο κυριακάτικο σχόλιό μου έγραφα: «Η προσπάθεια πολύμορφης προβολής των αρνητικών πλευρών της σταλινικής περιόδου (…) αποτελεί μια προσπάθεια απαξίωσης του σοσιαλισμού, μέσα από την ταύτισή του με (αυτήν την περίοδο) και όλα τα έκτροπα που συντελέστηκαν κατά τη διάρκειά της.
    Με άλλα λόγια, στο βαθμό που το φάντασμα του κομμουνισμού συνεχίζει να πλανάται (…) οι δυνάμεις της συντήρησης είναι απολύτως λογικό να επιχειρούν να το απαξιώνουν και ο πλέον εύκολος (…) τρόπος να το πράξουν, είναι να το ταυτίζουν με την πλέον αποτρόπαια ιστορικά διαστρέβλωσή του».

    Ιδού πώς αναποδογυρίζει στην κυριολεξία το όργανο της Κ.Ε. του ΚΚΕ, με σχόλιο του οποίου ο συντάκτης δεν έχει ούτε καν το θάρρος να υπογράψει με το όνομά του, αυτό μου το σχόλιο: Κατά τον «παράφρονα» Ρούση, «ο λυσσώδης πολύχρονος παροξυσμός, που χρόνο με το χρόνο αυξάνεται, των κάθε λογής και μορφής υπερασπιστών του καπιταλισμού κατά της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, ειδικά την περίοδο που ηγέτης ήταν ο Στάλιν, στόχο και σκοπό έχει να υπηρετήσει το σοσιαλισμό(1)». Ητοι, ενώ εγώ κάνω σαφέστατα λόγο για απαξίωση του σοσιαλισμού, το ανθρωπάκι του Τσίρκα, μου αποδίδει ότι κάνω λόγο για υπεράσπισή του.

    Εδώ συμβαίνει ένα από τα δύο: ή η θολωμένη και τεθλασμένη, λόγω υπερβάλλοντος δογματισμού, σκέψη οδηγείται στην αλλοπρόσαλλη αυθαιρεσία ότι όποιος όπως εγώ καταγγέλλει τον νεοσταλινισμό του ΚΚΕ ως αντικομμουνιστικό, διότι εκθέτει το κομμουνιστικό όραμα, αυτόματα θεωρεί τον όποιο χυδαίο αντισταλινισμό των απανταχού αντικομμουνιστών ως φιλοκομμουνιστικό, ή πρόκειται για συνειδητή επιλογή, η οποία και χαρακτηρίζει τον πολιτισμό διαλόγου που διακατέχει τα στελέχη του ΚΚΕ.

    Οποια από τις δύο περιπτώσεις κι αν ισχύει, το αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο εξάγεται χρησιμοποιείται για να χτυπηθούν μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια:

    1. Η χυδαία απαξίωση όποιου διαφωνεί και του οποίου δεν έτυχε να διαβαστεί η πραγματική άποψη πριν απ’ τη διαστρέβλωσή της.

    2. Η δήλωση και με αυτόν τον τρόπο της άρνησης ενός πραγματικού ενδοαριστερού διαλόγου, μια και ένας τέτοιος διάλογος καθίσταται αδύνατος αν οι συνδιαλεγόμενοι παραχαράζουν ο ένας τον άλλο.

    Το δράμα όμως για το όργανο της Κ.Ε. του ΚΚΕ είναι ότι όσο κι αν πασχίζει, είναι ευτυχώς αδύνατον να απομονώσει διά στεγανών τούς φίλους και τα μέλη του κόμματος από τους υπόλοιπους αγωνιστές και τις κριτικές τους θέσεις, με συνέπεια όλο και περισσότερο να δυσκολεύεται να επιβάλλει την τυφλή υπακοή και τη μηχανική υποταγή στα κομματικά κελεύσματα, το ψέμα απέναντι στην αλήθεια. Και εν προκειμένω, η αλήθεια είναι ότι αποτελεί έγκλημα, όχι δα «η οικοδόμηση και η υπεράσπιση του σοσιαλισμού, (και) η εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας», όπως με περίσσια θρασύτητα μου καταλογίζει ο «Ριζοσπάστης», ότι υποστηρίζω, αλλά η υπεράσπιση των σταλινικών εγκλημάτων που και το ίδιο το ΚΚΕ είχε στα λόγια τουλάχιστον καταδικάσει κατά το παρελθόν.

    Διά του λόγου το αληθές παραθέτω την ομόφωνη απόφαση της 10ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του κόμματος. Κι αν επιμείνουν στο ίδιο μοτίβο έπεται συνέχεια και μάλιστα οδυνηρή για τα ανθρωπάκια συκοφάντες.

    «Η 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, παίρνοντας υπόψη τα στοιχεία που υπάρχουν για τους παρακάτω συντρόφους-θύματα της προσωπολατρίας και μέλη και στελέχη του ΚΚΕ:

    1. Κλειδωνάρη Απόστολο 2. Μαρκοβίτη Μάρκο 3. Χαϊτά Ανδρόνικο 4. Ευτυχιάδη Κώστα 5. Πηλιώτη Διονύσιο 6. Ντούβα Γεώργιο (Βορεινό) 7. Τσαγκαράκη Γιάννη (Τόμωφ) 8. Γιαννοκούτση Γιάννη 9. Δημάκο Νικόλαο (Γρηγόριεφ) 10. Δουλούδη Βασίλη (Ταμπακώφ) 11. Χριστοδουλίδη Χριστόδουλο (Αλέξη) 12. Κολοζώφ Γεώργιο (Λεωνίδα) 13. Χαραμή Στάθη (Ασάνωφ)

    Αποφασίζει:

    1) Αποκαθιστά ηθικά και κομματικά τους συντρόφους αυτούς που πέθαναν, σαν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ.

    2) Η απόφαση αυτή ν’ ανακοινωθεί εσωκομματικά και να μη δημοσιευτεί στον κομματικό Τύπο.

    Το Π.Γ. να πάρει μέτρα ώστε στον κατάλληλο χρόνο και τρόπο (επέτειοι, ιστορικές αναμνήσεις και άλλες δημοσιεύσεις) ν’ αποκαταστήσει δημόσια τη μνήμη των παραπάνω συντρόφων.

    3) Η Κ.Ε. εξουσιοδοτεί το Π.Γ. ν’ ανακοινώσει κατάλληλα την απόφασή της στην οικογένεια, αν έχει, του κάθε συντρόφου και ταυτόχρονα να εξετάσει την περίπτωση ηθικής και υλικής βοήθειάς της.

    Γενάρης 1967».(2)

    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ανδρόνικος Χαϊτάς υπήρξε γενικός γραμματέας του Κόμματος (1928-1931), οι Γιώργος Κολοζώφ και Γιώργος Ντούβας, γραμματείς της ΟΚΝΕ (1928-1931) και (1925-1928), ο Κώστας Ευτυχιάδης, μέλος του Π.Γ. (1928-1931), ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, διευθυντής του «Ριζοσπάστη» (1928-1931)…

    Μήπως γνωρίζετε τουλάχιστον, εσείς οι μη παράφρονες σύντροφοι, να μας πείτε πού είναι οι τάφοι αυτών των συντρόφων -εκτός αν τώρα πια τους θεωρείται και αυτούς «συνωμότες με τμήματα του στρατού καθώς και με μυστικές υπηρεσίες ξένων κρατών»(3)- να τους βάλουμε έστω εκ των υστέρων ένα λουλούδι ελληνικής γης; Αν ναι, ας μας το πείτε. Αν όχι υποχρεούστε να τους βρείτε, όπως καλεί το κόμμα να το πράξει, και μάλιστα ως «ιερή του υποχρέωση», ο Νίκος Ζαχαριάδης στο τελευταίο του γράμμα-διαθήκη.(4)

    (1) Ολες οι υπογραμμίσεις που ακολουθούν είναι δικές μου Γ. Ρ.

    (2) Αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ «Η 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ» Εκδόσεις της Κ.Ε. του ΚΚΕ, 1971, σελ. 702»

    (3) Ετσι δικαιώνονται οι αποφάσεις των δικών της Μόσχας του 1936-1937 στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το δεύτερο θέμα. Βλέπε σελίδα 17 σχετικού ένθετου του «Ριζοσπάστη», Μάρτης 2009.

    (4) Πέτρος Ανταίος, Νίκος Ζαχαριάδης θύτης και θύμα, εκδόσεις Φυτράκη 1991, σελίδα 511.

  23. Βλάσης Αγτζίδης on

    Σταλινισμός, ανώτατο στάδιο του αντικομμουνισμού

    Του Γιώργου Ρούση, από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9.1.2011

    Το τελευταίο διάστημα, όλο και πιο έντονα, γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τουλάχιστον από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, μια προσπάθεια πολύμορφης προβολής των αρνητικών πλευρών της σταλινικής περιόδου, κατά την οποία συνήθως, και πάλι απ΄ όσο είμαι σε θέση να κρίνω, προβάλλονται καθ΄ υπερβολήν τα εγκλήματα αυτής της περιόδου.

    Η προσπάθεια αυτή έχει διάφορες μορφές, όπως λογοτεχνικά πονήματα, ιστορικές μελέτες, μαρτυρίες, αποφάσεις κυβερνήσεων πρώην ανατολικών χωρών ή και διεθνών οργάνων κ.λπ.

    Εύλογα διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να είναι ο στόχος αυτής της συντονισμένης εκστρατείας. Το λογικό συμπέρασμα στο οποίο αβίαστα μπορεί να καταλήξει κανείς είναι ότι πρόκειται για μια προσπάθεια απαξίωσης του σοσιαλισμού, μέσα από την ταύτιση του με τη σταλινική περίοδο και με όλα τα έκτροπα που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της· μια προσπάθεια η οποία αποσκοπεί τελικά στο να αποτρέψει έτσι ώστε να λειτουργήσει στη συνείδηση των ανθρώπων η σοσιαλιστική προοπτική ως εναλλακτική λύση στα σημερινά αδιέξοδα του κυρίαρχου συστήματος.

    Με άλλα λόγια, στο βαθμό που το φάντασμα του κομμουνισμού συνεχίζει να πλανάται, όχι λόγω κάποιας θεϊκής ή άλλης μεταφυσικής βούλησης, αλλά λόγω των πραγματικών συνθηκών που κυριαρχούν, οι δυνάμεις της συντήρησης είναι απολύτως λογικό να επιχειρούν να το απαξιώνουν και ο πλέον εύκολος για αυτές τρόπος να το πράξουν είναι να το ταυτίζουν με την πλέον αποτρόπαια ιστορικά διαστρέβλωσή του.

    Αν όμως αυτό είναι, με βάση την κοινή λογική κάθε στοιχειωδώς νοήμονος αριστερού, το βαθύτερο νόημα του απανταχού αντικομουνισμού, ποιο μπορεί να είναι το νόημα εκείνων των τοποθετήσεων που συνειδητά, ή ασυνείδητα πέφτουν στην παγίδα να ταυτίζουν και αυτές τον σοσιαλισμό με εκείνη την περίοδο και μάλιστα να θεωρούν ότι αυτή είναι που υπήρξε η πιο επιτυχημένη και εκείνη κατά την οποία δεν υπήρξαν παρεκκλίσεις από τις αρχές του σοσιαλισμού;

    Ποιο μπορεί να είναι το νόημα τοποθετήσεων σαν εκείνης του διευθυντή του «Ριζοσπάστη», ο οποίος, με αφορμή την επέτειο της γέννησης του Στάλιν, του αφιέρωσε έναν διθύραμβο στον οποίο, σε αντίθεση ακόμη και με τα προηγούμενα φιλοσταλινικά επίσημα κείμενα του κόμματος, δεν υπήρχε ούτε καν το παραμικρό αρνητικό ψεγάδι εναντίον του «πατερούλη των λαών», ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζονταν αντικομουνιστής όποιος του ασκεί την όποια κριτική;

    Τι νόημα έχει να εκτιμάται μονόπλευρα ως «τεράστια η συμβολή του [Στάλιν] στην υπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ο Στάλιν ως «ένας από τους πιο επιφανείς ηγέτες του προλεταριάτου της ΕΣΣΔ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος»; Τι νόημα έχει να υποστηρίζεται ότι «το Κόμμα με την καθοδήγηση της Κεντρικής του Επιτροπής και ΓΓ τον Στάλιν αντιμετώπισε με επιτυχία όλες τις δυσκολίες και οικοδόμησε το σοσιαλισμό»; Ή ότι «οι τοποθετήσεις του [Στάλιν, προφανώς και οι πρακτικές και όχι μόνον οι θεωρητικές] για τις οποίες δέχτηκε και δέχεται αυτήν τη σφοδρή επίθεση επαληθεύτηκαν όχι μόνον όσο ζούσε, αλλά ιδιαίτερα μετά το θάνατό του» (!); Τι νόημα έχει όλες οι κραυγαλέες παραβιάσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατίας που διέπραξε να χαρακτηρίζονται ως «φανταστικά εγκλήματα» και όποιος αναφέρεται σε αυτές, όπως άλλωστε έπραττε το ίδιο το ΚΚΕ και το ΚΚΣΕ να θεωρείται ότι συμμετέχει στην «επίθεση κατά της εργατικής εξουσίας»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ως «σημαντική παρακαταθήκη για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα» η σταλινική παρακαταθήκη;

    Αυτή η απόλυτη συνταύτιση με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, δηλαδή η συνταύτιση του σοσιαλισμού με τον σταλινισμό, αντικειμενικά λειτουργεί σαν «νερό στο μύλο της μαύρης αντίδρασης», για να χρησιμοποιήσω μια φράση από το ένδοξο κομμουνιστικό μας παρελθόν, διότι πρόκειται για την καλύτερη επιβεβαίωση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, στο βαθμό που διευκολύνει ακόμη και τους πιο ακραίους αντικομμουνιστές να πατάνε πάνω της για να πλάθουν τα αντικομμουνιστικά τους επιχειρήματα. Και αν δεχτούμε, όπως θέλω ακόμη να πιστεύω, ότι αυτό δεν γίνεται συνειδητά, αλλά από ορισμένους από άγνοια, από άλλους επειδή πράγματι, και αλίμονο, επικροτούν τα σταλινικά εγκλήματα, οπότε και καλούνται να ερμηνεύσουν πώς το κόμμα μετατράπηκε σε Φράνκεσταϊν παραγωγό τεράτων, και από άλλους στη βάση της επικράτησης του απλοϊκού σκεπτικού ότι, στο βαθμό που η αντίδραση επιτίθεται στον Στάλιν, εμείς πρέπει να τον υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια, το αποτέλεσμα είναι πάλι το ίδιο: Η δυσφήμηση του σοσιαλισμού και η μετατροπή του από την πιο ελκτική προοπτική για το μέλλον της ανθρωπότητας στην πιο αποκρουστική.

    Στην κάθε περίπτωση, και για να ξεκαθαρίσω μια για πάντα τη θέση μου:
    1. Παρ΄ όλα αυτά και παρά τις πολλές άλλες σημαντικές διαφωνίες μαζί του, και παρά τα όσα μου έχουν κατά καιρούς σύρει τα στελέχη του, θεωρώ βασική συνιστώσα ενός αντικαπιταλιστικού αντιιμπεριαλιστικού μετώπου το ΚΚΕ, με το οποίο νιώθω ότι βρίσκομαι στην ίδια όχθη.
    2. Η στάση μου απέναντι στα σταλινικά έκτροπα δεν σημαίνει ότι τάσσομαι υπέρ των ηγετών που ακολούθησαν τον Στάλιν και οι οποίοι, στη βάση της γραφειοκρατικής στρέβλωσης που εκείνος θεμελίωσε, οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση και έστω πιο ήπια συνέχισαν τις διώξεις των κομμουνιστών που αντιστέκονταν στην τυφλή σε αυτούς υποταγή, όπως του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.

  24. Βλάσης Αγτζίδης on

    Lana Peters obituary
    Stalin’s daughter, she defected to the west to try and escape her father’s shadow

    David Hearst
    guardian.co.uk, Tuesday 29 November 2011


    Svetlana Alliluyeva Stalin, later Lana Peters, seen here with her father, the Soviet dictator Joseph Stalin, in Moscow in 1933. Photograph: Laski Diffusion/Getty Images

    Few histories are crueller than Russia’s, and the girl who started life as Svetlana Stalina and ended it, at the age of 85, as Lana Peters felt it more than most. To be the daughter of the Soviet dictator Stalin was a heavy enough burden, but to be child of her epoch proved an intolerable one.

    When she was six years old, her mother, Nadezhda Alliluyeva, Stalin’s second wife, killed herself. Three of her marriages ended in divorce. Her fiance died. She defected in 1967, went back to Moscow in 1984, and left again two years later. She attempted a variety of homes, continents and faiths, Hinduism, Christian Science, a hut in Wisconsin, a Roman Catholic convent in Switzerland, a house in Bristol, a care home in west London. In that time she had many personas: little princess, celebrity defector, architect’s wife, the penitent mother who had abandoned her children, destitute old woman. She rarely found peace.

    The author of two bestselling autobiographies – 20 Letters to a Friend (1967) and Only One Year (1969) – Peters struggled with words when it came to depicting the key moments of her troubled global wanderings. On her arrival in New York in April 1967, she willingly became a propaganda tool in the cold war, denouncing her father as a moral and spiritual monster, burning her Soviet passport in public, denouncing the Soviet regime. But on her voluntary return 17 years later, a similar thing happened in reverse.

    She called a press conference to explain that her return to Moscow was not a political affair, but to improve relations with the son and daughter she had left so many years previously. It turned out badly.

    In an interview with Raymond Anderson, a former Moscow correspondent of the New York Times, she explained: «I said that ‘Everyone was nice to me – I was a pet.’ The word ‘pet’ was translated as ‘pet dog of the CIA’. To this was added formulas like ‘I was constantly supervised by the CIA,’ or ‘I was under constant pressure from the CIA.’ This was something I never said … My words at the Moscow news conference were turned into propaganda cliches.»

    The Moscow she returned to was a far cry from the spartan puritanism, or what was termed the «communist simplicity», of the 1930s. Svetlana’s upbringing was a hard one. Depicted as Stalin’s favourite, his little sparrow, she became a celebrity, and thousands of babies were named after her. So was a perfume. But her real life was far from being that of a princess, entertained with American films.

    When she was six, she was told her mother had died of appendicitis. In fact, Alliluyeva had been bullied to suicide by Stalin. During the second world war, everyone was expected to work, and display «iron discipline». Her half brother Yakov was captured by the Nazis and died in Sachsenhausen concentration camp after his father refused to exchange him for Field Marshal Friedrich Paulus, who had been captured at Stalingrad. Her brother Vasili was largely thwarted by his father in his desire to be a hero fighter pilot and ended up an alcoholic.

    However, the siblings emerged from their childhood protective, to some degree, of their father, and when de-Stalinisation started, Svetlana experienced a sense of injustice that all of the crimes of the Stalinist era were loaded on to the man himself. The murder of Sergei Kirov in 1934, which set off a chain of events that culminated in the Great Terror, was a case in point.

    Svetlana’s attempts to break the loneliness of her childhood after her mother’s death were constantly frustrated. Her first love, a filmmaker, was sent to Siberia for 10 years. She was allowed to marry her second, Grigory Morozov, but their relationship broke up in 1947. Her second marriage, to Yuri Zhdanov, the son of her father’s right-hand man Andrei, was a bid to please her father. That, too, ended soon afterwards. In the 1960s she fell in love with an Indian communist, Brijesh Singh. She was refused permission to marry him, but in 1967 was allowed to take his ashes to India after his death.

    Once in India, Svetlana walked into the US embassy in New Delhi seeking political asylum. She began a disastrous fourth marriage in 1970. Invited to Arizona by the widow of the architect Frank Lloyd Wright, who believed she was the reincarnation of her own daughter, Svetlana met and married William Peters, Wright’s chief architect. That lasted for 20 months, and divorce followed in 1973.

    The rest of her life, as Lana Peters, was spent on the move, in one act of disappearance after another. In the end she seemed to have decided that moving to America was a mistake, although the Russia she knew and still dreamed about, the Russia of lakes and natural wilderness and a kindly father with a tickly moustache, was lost too, one of memory’s cruellest tricks.

    She was predeceased by Iosif, her son from her first marriage, and is survived by her daughters, Yekaterina, from her second marriage, who lives on Kamchatka in eastern Siberia studying volcanoes, and Olga, from her marriage to Peters.

    • Lana (Svetlana) Peters, writer, born 28 February 1926; died 22 November 2011

    • This article was amended on 30 November 2011. The original said that Lana Peters was born in 1936. This has been corrected.

    http://www.guardian.co.uk/world/2011/nov/29/lana-peters

  25. Βλάσης Αγτζίδης on

    From the archive, 1 December 1952: Uncomfortable advice for Soviet writers

    Originally published in the Manchester Guardian on 1 December 1952
    Tweet this

    The Guardian, Thursday 1 December 2011


    Lenin reading a copy of the Russian newspaper ‘Pravda’ circa 1920. Photograph: Hulton Getty

    Soviet writers, castigated by Mr Malenkov in his recent speech to the nineteenth Communist party congress, have received a further jolt in the form of a leading article in «Pravda,» which issued to-day a stirring but unaccustomed call to them: «Write the truth! This must become the guiding principle of those who write prose or verse, of playwrights and literary critics.»

    Put thus bluntly, «Pravda’s» injunction hoists Soviet writers on the horns of a dilemma which has been perplexing them for some time, though not as acutely as to-day’s call. They have been instructed to eschew the kind of writing where everything is lovely in the garden they describe, since novels and plays of this type, with which the Soviet literary market has hitherto been flooded, have found little favour with the reading public which knows that the garden is often overrun with weeds. To portray life as it is, however, would be in many cases, to «slander our grand and happy Socialist reality.»

    Morals in question

    «Pravda» insists the Soviet writer «must … bring out the lofty moral qualities and the positive characteristics of the ordinary men». But in the same breath the writer is instructed to «sear with the flame of satire everything that is negative,» and in doing so he has found his conception of what is negative often differs from the official party view on this subject. The flame-thrower is an unwieldy weapon; and in using it to fire off satire the Soviet writer runs the risk of burning both the «lofty moral qualities» inherent in the party set-up and his own finger.

    The problem is, perhaps, best exemplified by the case of the July issue of the literary magazine «Oktyabr» (one of the magazines criticised by «Pravda») which published a play about party life that has received savage criticism in the Soviet press. The play has been condemned by the party’s literary spokesman because the author, Panferov, tried to do exactly what «Pravda» says – write the truth and describe, among other things, the moral laxity prevalent in a certain party organisation. One of the impressions he conveyed was that the bonds of marriage were not regarded highly by the leading personages – all party members – of the play, whose promiscuity he portrayed in a most unfavourable light.

    His mention of this problem, of some importance in the Soviet Union to-day, earned him the official censure of the press. His play «distorted Soviet reality.» To-day’s call for truth is, apparently, only for the kind of truth that does not hurt the susceptibilities of the Soviet system.

    http://www.guardian.co.uk/theguardian/2011/dec/01/archive-uncomfortable-advice-for-soviet-writers-1952

  26. […] από 200.000 ομογενείς –κυρίως από τις περιοχές όπου τους είχε εξορίσει ο σταλινισμός- κατέφυγαν στη «μητέρα-πατρίδα», που για άλλη μια φορά […]

  27. Μς on

    LES TERRITOIRES DE LA DÉPORTATION

    Les lieux de déportations parsèment le territoire soviétique. Ils sont cependant surtout situés dans les régions, souvent région de colonisation, où le migrant ne vient pas spontanément, car l’accès est difficile et l’environnement hostile.

    La géographie des lieux de déportation se rapproche, sans coïncider, de la géographie des camps. Les premiers sont essentiellement répartis au nord du Kazakhstan, en Ouzbékistan, en Sibérie occidentale, dans la région du lac Baïkal et dans une zone au nord-est de Moscou. Les seconds sont plus nombreux dans les zones particulièrement inhospitalières, que ce soit le Grand Nord (tels les camps de Vorkouta, d’Inta ou d’autres) et dans certaines régions très rigoureuses de Sibérie (la Kolyma, etc.). Les camps sont souvent placés dans des zones minières ou le long des grands chantiers ferroviaires ou industriels. Les déportés, eux, vont plutôt en milieu rural, là où l’on cultive ou dans des exploitations forestières. Cependant, il n’y a pas de règles strictes et on retrouve les uns et les autres se côtoyant sur les divers chantiers. Il n’y a pas, en revanche, de lieux de déportation à l’ouest d’une ligne Léningrad-Moscou, où les camps sont nombreux car les besoins en main-d’œuvre y sont importantes.

    Les déportés ne sont pas enfermés derrière des barbelés. Il s’agit de les envoyer dans des lieux où la nature, les difficultés d’accès font office de murs d’enceinte. Ces territoires sont transformés grâce à eux, de nouveaux villages se créent, d’autres sont sauvés alors qu’ils étaient menacés par l’exode des locaux. Les destinées des déportés ont changé avec le temps et diffèrent selon les territoires d’origine. Les Lituaniens ou les Ukrainiens occidentaux sont beaucoup transportés en Sibérie, dans la région d’Irkoutsk, de Krasnoïarsk ou de Novosibirsk en particulier, alors que les Allemands peuplent plutôt l’Asie centrale.

    De façon paradoxale, des territoires d’exil se forment permettant aux communautés nationales de reconstituer des liens de solidarité, fortement atténués cependant par les interdictions de circuler au-delà des limites du village et par la dispersion des localités de peuplements, qui accompagne le déracinement. Les déportés s’approprient peu à peu leurs lieux de déportations, qui deviennent alors de véritables territoires.

    Ces lieux se dépeuplent, quand après la mort de Staline, et surtout après 1956, les déportés ont le droit de retourner dans leurs territoires d’origine. Les familles sont souvent dispersées sur tout le territoire ; lors des déportations de 1941, 1944 et 1949 des territoires annexés, les pères furent souvent envoyés dans les camps, les femmes dans les villages de peuplement.

    Cet immense territoire fut parcouru d’une correspondance éparse entre territoires d’origines, dans lesquels étaient restés quelques membre de la famille des déportés, camps dans lesquels les pères étaient envoyés, et villages de peuplement. Car, si le droit à correspondance est très limité (une lettre par mois), il existe, même si chacun sait que ses lettres sont ouvertes et lues par les organes policiers.

    Lorsqu’ils survivent à l’extrême dureté du camp, les pères ou les fils adultes partent à la recherche de leur famille. Si certains ont réussi à conserver un lien lorsqu’ils étaient dans le camp, d’autres retrouvent où elle réside, une fois libérée, au bout de semaines de recherche.

    Alain Blum et Jurgita Mačiulité

    http://museum.gulagmemories.eu/fr/media/territoires-long

  28. Βλάσης Αγτζίδης on

    Το μακρύ δολοφονικό χέρι του Στάλιν

    Αναδημοσιεύουμε από την κυπριακή εφημερίδα Πολίτης απόρρητα έγγραφα με συγκλονιστικά στοιχεία που προέρχονται από τα μέχρι πριν λίγα χρόνια κλειστά αρχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ), της ΚαΓκεΜπε και της Εισαγγελίας της ΕΣΣΔ.

    Μια παλιά ιστορία μπορεί να γράφεται και ν’ ακούγεται σαν παραμύθι στις μέρες μας. Έχει όμως αξία όταν διαβάζεται σωστά, ώστε να μην γίνεται αντιληπτή κι αποδεκτή σαν μύθος. Και διπλή αξία όταν λαμβάνονται απ’ αυτή τα σωστά μηνύματα.

    Ο Νίκος Ρίζος, παλιός έλληνας της Ρωσίας, πριν δύο δεκαετίες άρχισε να ψάχνει για τις …ρίζες του. Αν και μεσήλικας ενθαρρύνθηκε απ’ την επικρατούσα περεστρόικα της εποχής (Γκορμπατσόφ, Γιέλτσιν), να «σκαλίσει» κλειστά αρχεία του παρελθόντος προκειμένου να μάθει για το πιο καυτό προσωπικό του θέμα. Για την τύχη του πατέρα του που είχε εξαφανιστεί, πριν από 40 και πλέον χρόνια.

    Τα ίχνη του πατέρα του Ρίζου χάνονται γύρω στο 1940, όταν εκείνος ήταν μόλις 9 χρόνων. Χάνονται, χωρίς καμιά πληροφόρηση. Από κανέναν. Κι ας επρόκειτο για μια προσωπικότητα. Γιατί ο …αγνοούμενος τότε, ήταν ο Κώστας Σκελέας. Ο πρώτος γενικός γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Κύπρου. Ο μετέπειτα αγωνιστής και στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο διεθνιστής κομμουνιστής που υπηρετεί την ιδεολογία του από κάθε μετερίζι.

    Νεαρός ακόμη ο Κώστας Χριστοδουλίδης (γνωστός ως Σκελέας) έχει κυνηγηθεί άγρια για τον αγώνα του και τις ιδέες τους, από τη μικρή χώρα του τη Κύπρο. Καταφεύγει αρχικά στην Αγγλία, κι αμέσως σχεδόν βρίσκει καταφύγιο στη «μάνα-πατρίδα», όπως θεωρούσε τότε τη Ρωσία κι αργότερα Σοβιετική Ένωση. Εργάζεται πρώτα σε εργοστάσιο και μετά στο τυπογραφείο της ελληνικής παροικίας στη Ρωσία. Δεν σταματά να είναι ο δραστήριος, ανιδιοτελής μαχητής, αφοσιωμένος απαρέγκλιτα στις ιδέες του σοσιαλισμού, πιστός στο χρέος του. Η δραστηριότητά του ανακόπτεται ξαφνικά, ύποπτα και μυστήρια το 1940, όταν χάνεται «από προσώπου γης». Αργότερα από τις επίσημες υπηρεσίες του Στάλιν δίνεται στους οικείους του μια αόριστη πληροφορία ότι …πέθανε.

    Εκτέλεσαν τον Αλέξη

    Ο Νίκος Ρίζος το 1990, αρχίζει να ψάχνει. Ζητά από τις Υπηρεσίες της Μόσχας, χαρτιά, έγγραφα, τυχόν αναφορές που έχουν γίνει για τον χαμένο πατέρα του. Και κάθε τι από την μετά-εποχή Στάλιν που καταδίκαζε τα εγκλήματα και στιγμάτιζε τη φοβερή σταλινική περίοδο. Μπαίνει στα μέχρι τότε άβατα, αρχεία της Γκα Κε Μπε.

    Δεν έχει στα χέρια του τίποτε. Μόνο στο μυαλό του κυριαρχεί μια φυσιολογική ιδέα για την τύχη του πατέρα του. -Την εποχή του Στάλιν λίγοι ανιδιοτελείς αγωνιστές «επιβίωναν» και πέθαιναν με φυσικό τρόπο! Ο ίδιος είναι σίγουρος ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε, θέλει όμως να βρει και τα αποδεικτικά στοιχεία.

    Στις σχολαστικές έρευνές του δεν εντοπίζει οτιδήποτε, αφού φαίνεται πως οι μυστικές υπηρεσίες του Στάλιν μαζί με τον άνθρωπο, «έθαψαν» κι οτιδήποτε φανέρωνε το έγκλημα που έγινε σε βάρος του.

    Ο Νίκος όμως, εντελώς συμπτωματικά και λόγω συνωνυμίας, ανακαλύπτει κάτι το συνταρακτικό. Ο αδελφός του πατέρα του Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, γνωστός στη Ρωσία ως «Αλέξης», έχει εκτελεστεί το 1938. Επειδή ως κατάσκοπος, εξυπηρετούσε δήθεν κάποια μυστήρια συμφέροντα των μυστικών υπηρεσιών της Ελλάδας. Κατηγορίες που αργότερα αποδεικνύονται χαλκευμένες. Κατασκευασμένες και στηριζόμενες σε ψευδομαρτυρία.

    Η αποκατάσταση της αγωνιστικής τιμής και της μνήμης του Αλέξη, γίνεται επί Χρουστσόφ το 1965. Το καθοδηγημένο από το χέρι του Στάλιν έγκλημα, αποκαλύπτεται. Συνέρχεται το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ και ανατρέπει το κατηγορητήριο, που έστειλε τον Αλέξη στο απόσπασμα. Η δικαίωση για ένα πρωτοπόρο κύπριο και έλληνα κομμουνιστή έρχεται μετά θάνατον.

    Αθόρυβα όμως! Δυστυχώς, σε Κύπρο και Ελλάδα η ιστορία για τους δύο αδελφούς Σκελέα και Αλέξη, εξακολουθούσε κι εξακολουθεί να παραμένει λειψή.

    Μεγάλα λόγια κι ωραιοποιημένα για τους δύο πρωτοπόρους κομμουνιστές διαβάζουμε. Οι δύο αγωνιστές προβάλλονται για τους πρώτους αγώνες τους, όταν έβαζαν τις βάσεις στο οικοδόμημα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, που μετεξελίχθηκε μετά από δύο δεκαετίες στο ΑΚΕΛ.

    Είχαν υποχρέωση να μιλήσουν, όσοι γνώριζαν την αλήθεια. Φαίνεται όμως πως τους εξυπηρετούσε η ασάφεια. Δεν ήθελαν να σκαλίσουν το μαύρο παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο του σταλινισμού, με οποιαδήποτε επί μέρους «λεπτομέρεια». Όσο σημαντική και τραγική κι αν ήταν. Ούτε θα επιθυμούσαν με ένα επιμέρους θέμα μιας σκοτεινής περιόδου να διασαλεύουν τις σχέσεις των αδελφών κομμάτων.

    Συσκότιση

    Και στη Ρωσία κανένας, ποτέ, δεν μιλούσε για τον πατέρα του Νίκου. Ούτε τα χρόνια του μυστήριου χαμού του, ούτε μετά την εποχή της λεγόμενης αποσταλινοποίησης. Στην αρχή από τον φόβο των επιπτώσεων από το καθεστώς. Ύστερα, μέσα στην αναμπουμπούλα του πολέμου, μια στενή οικογενειακή υπόθεση, δεν ήταν δυνατόν να απασχολεί κάποιους. Ακόμη και τους πιο δοσμένους στον αγώνα κομμουνιστές και φίλους του Κώστα Σκελέα. Ατόνησαν σιγά-σιγά οι μνήμες. Ενθύμιο έμειναν κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

    Ο ηλικιωμένος πλέον Νίκος, μετά την αναζήτηση δύο σχεδόν δεκαετιών απογοητεύτηκε. Αποσύρθηκε σ’ ένα σπιτάκι στα περίχωρα της Μόσχας κι αρνείται να μιλήσει για το παρελθόν του. Αρνείται να επισκεφτεί την Κύπρο, να περάσει από τους χώρους, που κάποτε πέρασε ο πατέρας του. Ο ίδιος μη βρίσκοντας κανέναν σύμμαχο σ’ αυτή την αναζήτηση, «έκλεισε την υπόθεση», με μια βεβαιότητα μέσα του. Πως ο πατέρας του εκτελέστηκε, πως είχε κι αυτός, ακριβώς την ίδια «τύχη» με τον αδελφό του. (ένθετο)

    Τα συνταρακτικά ντοκουμέντα για την εκτέλεση ή εξαφάνιση ηγετικών στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου, που είχαν καταφύγει στη Ρωσία, περιλαμβάνονται μαζί με πρωτοεμφανιζόμενα στοιχεία και άγνωστο ως τώρα φωτογραφικό υλικό, στην έκδοση του Χρονικού της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΦΩΤΟ

    1 Η καταδίκη του Αλέξη (1938) και η αποκατάσταση της μνήμης του (1965), από τα επίσημα κρατικά έγγραφα που φυλάγονταν στην Εισαγγελία της Μόσχας.

    2 Πρωτοεμφανιζόμενη φωτογραφία των τριών αγωνιστών κι ιδεολόγων από το Λεμεσό. Σκελέας, Αλέξης και Χριστόφορος Χριστοφορίδης, τον Απρίλιο του 1921. (Από το αρχείο του Τάσου Ανδρέου)

  29. […] Εγγύς Ανατολή: -που βρέθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, όπου γεύτηκαν τη βία του σταλινισμού και μεταφέρθηκαν ως δουλοπάροικοι στην Κεντρική Ασία, […]

  30. […] Ιουνίου, ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ για το σταλινισμό και τις σταλινικές διώξεις. Συμμετέχουν Όλγα Σεβαστίδου, κοινωνική […]

  31. […] Ιουνίου, ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ για το σταλινισμό και τις σταλινικές διώξεις. Συμμετέχουν Όλγα Σεβαστίδου,κοινωνική ανθρωπολόγος, […]

  32. […] Αυγή» στην επιχειρηματολογία της είναι η αναφορά στις σταλινικές διώξεις που συνέβησαν στην ΕΣΣΔ κατά της ελληνικής σοβιετικής […]

  33. […] Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα φαινόμενα της Μεταπολίτευσης, που προκαλεί όμως ακόμα τη μέγιστη δυνατή αμηχανία,  είναι η ανάδυση ενός διεκδικητικού προσφυγικού λόγου για πρώτη φορά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και μιας προσπάθειας για ενσωμάτωση στο συλλογικό ελλαδικό αφήγημα της εξοβελισμένης έως εκείνη τη στιγμή ιστορικής εμπειρίας των προσφυγικών πληθυσμών. Ενός  λόγου, απολύτως συνδυασμένου με την ριζοσπαστικοποίηση των αντιλήψεων που επέφερε  σε νέους της τρίτης γενιάς των προσφύγων η εξωκοινοβουλευτική Αριστερα, αλλά και την  εμφάνιση ενός νέου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος των Ποντίων της ΕΣΣΔ προς την Ελλάδα (τέλη δεκαετίας του ’80 ώς και την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα), που στο μεγαλύτερο ποσοστό προέχονταν από τη μικρασιατική προσφυγιά, έχοντας εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ και βιώνοντας τόσο τις καλές όσο και τις κακές της μέρες. […]

  34. […] επιχειρηματολογία της είναι η αναφορά στις σταλινικές διώξεις που συνέβησαν στην ΕΣΣΔ κατά της ελληνικής […]

  35. […] επιχειρηματολογία της είναι η αναφορά στις σταλινικές διώξεις που συνέβησαν στην ΕΣΣΔ κατά της ελληνικής […]

  36. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η επιστολή στο ΒΗΜΑ της 30-10-1949 του γιατρού από την Ελευθερούπολη Καβάλας αναφέρεται στον ελληνισμό της Τσαρικής Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, με αφετηρία του χρονολογικού τόξου το έτος 1905 και τέρμα το 1949, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Παραθέτει, πλην άλλων, συγκεκριμένα πληθυσμιακά στοιχεία για τον αριθμό των Ελλήνων, αλλά περιγράφει και στιγμιότυπα της πρώτης επαναστατικής εξέγερσης κατά του τσαρικού καθεστώτος, αμέσως μετά το Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο (5.2.1904-5.9.1905), κατά τον οποίον η αυτοκρατορία των Ρομανώφ υπέστη ταπεινωτική ήττα από την ανερχόμενη Ιαπωνία. Έτσι, όταν ο 18ετής συντάκτης της επιστολής αποφασίζει να επισκεφθεί όλα τα σημεία του Καυκάσου, εις τα οποία ενοικούν ελληνικοί πληθυσμοί, «πέφτει» στη μεγάλη ληστεία που διέπραξε στην πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα, για λογαριασμό των Μπολσεβίκων, ο νεαρός τότε Ιωσήφ Τζουκασβίλη, ο μετέπειτα τρομερός Στάλιν. Το κάπως σχοινοτενές της επιστολής κλείνει μ’ έναν ελεγειακό θρήνο για την τύχη των ελληνικών πληθυσμών της Ρωσίας από τους διωγμούς των Μπολσεβίκων. Ως προς τον αριθμό όμως των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής της δημοσίευσης της επιστολής, «ο πρόεδρος του Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων», Ελευθέριος Παυλίδης, με επιστολή του στο ΒΗΜΑ της 1-11-1949, αναβιβάζει τον αριθμό των Ελλήνων, σύμφωνα και με τα στοιχεία της Ελληνικής Πρεσβείας της Μόσχας εις «πολλαπλάσια του υπό του κ. Κοσμίδου αναφερόμενου αριθμού», δηλαδή πολλαπλάσια του αριθμού των 30.000 που δίδει στην επιστολή του ο Γ. Κοσμίδης.

    Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής του Γ. Κοσμίδη, στο ΒΗΜΑ της 30-10-1949.

    «Εις το «ΒΗΜΑ» είδα τον εκτοπισμό 17.000 περίπου Ελλήνων εκ της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Γεωργίας εις την περιοχήν πέραν της Κασπίας θαλάσσης, Καζακστάν, Ουζμπεκιτάν, Σιβηρίαν κ.λπ. περιοχάς της αχανούς Ρωσίας με τας τραγικάς συνεπείας διά την επιβίωσίν των, αι οποίαι, ως γνωστόν τοις πάσι, αι τοιαύται εκτοπίσεις αποβλέπουν εις την τελείαν αυτών εξολόθρευσιν, λόγω των στερήσεων, κακουχιών, του ψύχους και αμερημνησίας κ.λπ. εκ μέρους των Ρωσικών αρχών.
    «Ποιοι είναι αυτοί οι Έλληνες, πόσοι είναι και πόθεν μας ήλθον»; Ιδού ένα ερώτημα το οποίον έθεσεν μία εφημερίς της Τιφλίδος, πρωτευούσης της Γεωργίας το 1905, μετά το Ρωσοϊαπωνικόν πόλεμον, το «Τιφλίσκι Λιστόκ» εφημερίς εκδιδομένη τότε Ρωσιστί και η οποία εκαυτηρίασε τότε, το πρώτο συνελθόν Πανελλήνιον Συνέδριον εν Τιφλίδι, προς διατύπωσιν των αιτημάτων, των αφορώντων το ελληνικόν στοιχείον. Κατά την εποχήν εκείνην, ως γνωστόν, εξερράγη η πρώτη επανάστασις εν Ρωσία και όλα τα έθνη, τα ενοικούντα εις την αχανή εκείνην αυτοκρατορίαν 111 εν όλω συνήλθον εις Συνελεύσεις και διετύπωσαν τα αιτήματα των. Συνεπώς, εθεώρησαν καλόν να συνέλθουν και οι Έλληνες του Καυκάσου εις ιδίαν Συνέλευσιν των και διετύπωσιν 20 τον αριθμόν αιτήματα. Εκ του γεγονότος τούτου η εφημερίς «Τιφλίσκι Λιστόκ» απηύθυνε το ανωτέρω ερώτημα. Ήμουν την εποχήν εκείνην μαθητής τελειόφοιτος του γυμνασίου Τραπεζούντος, του «φροντηστηρίου», ως απεκαλείτο. Παραθέριζον εις τη λουτρόπολιν των Μεγάλων Δουκών της Ρωσίας εις το Μπορζόμ, η οποία ήτο και η Δευτέρα θετή πατρίς μου. Η παρατήρησις της εφημερίδος περί των Ελλήνων του Καυκάσου, ήτο τόσον δηκτική, ώστε παρά τη νεαράν ηλικίαν μου-18ετών-παρά την επαναστατικήν περίοδον της εποχής εκείνης, έλαβα την απόφασιν, διά μίαν παράτολμον, κατά την τρομεράν εκείνην επαναστατικήν περίοδον, περιοδείαν, ανά τον Καύκασον, περί εξακριβώσεως του αριθμού του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Η πρώτη ημέρα ήτο η κάθοδος μου εις την Τιφλίδα. Την ημέραν εκείνην, ο Ιωσήφ Τζουκασβίλι-ο νυν Στάλιν-αρχηγός επαναστατών, επετίθετο εναντίον μεταφορικού χρηματικού οχήματος, εκ δέκα εκατομμυρίων ρουβλίων, της αυτοκρατορικής Τραπέζης και διά των ριφθέντων 10 βομβών, κατόρθωσε να διαπράξη το ποσόν… Η πόλις της Τιφλίδος επί τριήμερον ήτο πανικοβλημένη και τα καταστήματα και αι οικίαι εκλείσθησαν ερμητικώς. Ανέμενα επί τριήμερον διά να καθησυχάση ολίγον η κατάστασις και να συνεχίσω το ταξίδι μου προς τας διαφόρους περιοχάς του Καυκάσου και τας πόλεις όπου υπετίθετο, ότι διαβιούν Έλληνες, ανακαλύπτων και το κρυσφύγετον τυχόν αυτών, διά να παρουσιάσω την ολικήν κατάστασιν, την πραγματικήν εικόνα και το ολικόν, ει δυνατόν, αριθμόν των Ελλήνων του Καυκάσου. Το συμπέρασμα εκ της τοιαύτης περιοδίας μου ήτο το ακόλουθον, το οποίον εν συνόψει δίδω σήμερον, ανεξαρτήτως του άλλου ελληνισμού της Νοτίας Ρωσίας διά το οποίον θα ηδυνάμην να δώσω ετέραν περιγραφήν.
    Τώρα δίδω μόνον τα του ελληνισμού του Καυκάσου, κατά τας επισήμους ρωσικάς στατιστικάς, ας συνέλεγαν κατά τόπους, κατά την περιοδίαν μου, ως και εξ εξηκριβωμένων πληροφοριών των κοινοτικών ελληνικών αρχών του τόπου! Περιοχαί Τιφλίδος και Τσάλκας 40.000, Κάρς 40.000, Αρδαχάν 20.000, Σοχούμ 40.000, Βατούμ-Πότι 15.000, Βλαδικανκάς-Γρόζνι-Δερμπέντ 10.000, Βακού 5.000, Καυκασκάγια-Μαϊκόπ 15.000, Σταυρόπολ-Γκεωργκιέβα 5.000, Αικατερινοδόρ και Στανίτσες 15.000, Νοβοροσίσκ Στανίτσες 15.000, Τουσφέ-Σότσι-Γκάγκρα 15.000. σύνολον 235.000.
    Της δε Νοτίας Ρωσίας:
    Οδησσού, Σεβαστουπόλεως, Γιάλτας, Ευπατώρια, Αλ Συμφερουπόλεως, Θεοδοσίας, Ανάπα, Κέρτς, Μαριουπόλεως, Ροστοβίου, Ταϊγανίου, Κιέβου, Χαρκόβου, Μόσχας, Πετρουπόλεως και Σιβηρίας κ.λ. πέραν της τότε Κασπίας χώρας Τάσκεντ κ.λ. της αχανούς Ρωσίας. Σύνολον 40.000.
    Εν συνόλω ο πληθυσμός των Ελλήνων της Ρωσίας ανήρχετο εις 650.000 κατά τας επισήμους Ρωσικάς στατιστικάς της εποχής εκείνης, τας οποίας στατιστικάς-Καλοδόρ-συνέλεξα προς επιβεβαίωσιν της αληθείας του αριθμού των Ελλήνων. Παρήλθον εκείνοι οι χρόνοι ανεπιστρεπτί, διά τον ελληνικόν πληθυσμόν. Η Δευτέρα επανάστασις του καθεστώτος, εσάρωσε τον ομογενή πληθυσμόν και ως λαίλαψ εξερρίζωσε τους Έλληνας. Δεν θέλω να θίξω το σοβαρόν ζήτημα ότι, οι κατά καιρούς ελληνικαί κυβερνήσεις δεν εφρόντισαν εγκαίρως διά την περισυλλογήν της εθνικής ημών ταύτης δυνάμεως και τώρα, ύστερα από το ανεπανόρθωτον εις βάρος των ομογενών της Ρωσίας, γίνεται κατόπιν εορτής, η δήλωσις περί αμέσου επαναπατρισμού των εκτοπισθέντων εις τας εσχατιάς της αχανούς επικρατείας Ελλήνων του Καυκάσου και της Νοτίας Ρωσίας. Αι ανωτέρω πληροφορίαι μου δεν δύνανται σήμερον να προσφέρουν τι το πρακτέον, πλην της επιδοκιμασίας της σημερινής αποφάσεως της εθνικής κυβερνήσεως, περί του αμέσου επαναπατρισμού των εναπομεινάντων ολίγων Ελλήνων, των υπολογιζομένων τη σήμερον εις 17+13=30.000 εις Καύκασον και Νοτίαν Ρωσίαν.
    Ποία ήτο η μέριμνα, των κατά καιρούς Ελληνικών κυβερνήσεων, διά τον πληθυσμόν αυτόν των 650.000 Ελλήνων απάσης της Ρωσίας; Επί του ζητήματος αυτού θέλω να δώσω έστω και εις πολύ παρωχημένον χρόνον, αλλά ως καταστάλαγμα της τελείας αγνοίας της ελληνικής εν τη διασπορά δυνάμεως του έθνους. Ακούσατε: Επί υπουργίας του αειμνήστου Αθαν. Ευταξία το 1909-1910 όντος υπουργού Οικονομίας, κατά την επαναστατικήν περίοδον του 1909-1910 ηθέλησε διά λόγους οικονομίας να καταργήση τα ελληνικά προξενεία της Ρωσίας, πλην της Πρεσβείας μας, διότι εν τη Βουλή διετυπώνετο τότε, ότι είναι τελείως άχρηστα, καθόσον εις την Ρωσίαν διέμενον μόνον 5.000 Έλληνες. Ήμουν φοιτητής πρωτοετής και εκαθόμουνα εις το θεωρείον της Βουλής. Παρ’ ολίγον το νομοσχέδιον θα εγίνετο δεκτόν εφόσον ο υπουργός διαβεβαίωνε την τότε βουλήν περί του ελαχίστου αυτού αριθμού των Ελλήνων. Κατάπληκτος ήκουον αλλά δεν ηδυνάμην να διαμαρτυρηθώ από το θεωρείον, εδέησε όμως ο αείμνηστος Παπαμιχαλόπουλος, όστις περιοδεύον τον πόντον, έφθασε εις Καύκασον μέχρι του Κάρς, να ανέλθη εις το βήμα και λαβών το λόγον να διαμαρτυρηθή αναφωνών: «Τι πράττετε κύριε υπουργέ!… Ο ελληνισμός του Καυκάσου και μόνον δηλαδή της περιοχής της Κάρς, ανέρχεται εις 40.000 Έλληνας». Και εματαιώθη η ψήφισις του Νομοσχεδίου εκείνου, περί καταργήσεως των Ελληνικών προξενείων εν Ρωσία. Και τώρα, επί τον ποταμόν Βόλγα καθήμενοι οι εξόριστοι μας αδελφοί, κλαίουν απαρηγόρητοι, οραματιζόμενοι τη μητέρα Ελλάδα, τους αδελφούς τους ευτυχήσαντας να διαφύγουν τας ταλαιπωρίας».
    Μετά τιμής
    Ιατρός
    Γ. Κοσμίδης

    http://panhellenicpost.com/archives/35197

  37. […] κομμουνιστικών ιδεών”). Και μετά το 1937 έγιναν θύματα του σταλινισμού με διώξεις και εξορίες στη Σιβηρία και στην Κεντρική […]

  38. Michel Foucault on

    Michel Foucault, “Εγκληματα και τιμωριες στην ΕΣΣΔ και άλλού

    Ο συγγραφεας του Surveiller et Punir και της Ιστοριας της τρελας δεν ειχε επεκτεινει ποτε τις αναλυσεις του περα απο τη γαλλικη κοινωνια. Απεναντι ομως στην τρομακτικη λογικη του Γκουλαγκ και των ψυχιατρικων εγκλεισμων, συγκατατεθηκε, το 1976, σε μια συνεντευξη στον K. S. Karol, να σχεδιασει προχειρα μια θεωρια της κρατικης καταπιεσης, ετσι οπως εφαρμοζεται στον σημερινο κοσμο.

    Ερωτηση: Παρατηρητηρια, αγκαθωτα συρματα, αστυνομικα σκυλια, κρατουμενοι που μεταφερονται με φορτηγα σαν τα ζωα: αυτες τις δυστυχως κλασικες εικονες του κοσμου των στρατοπεδων συγκεντρωσης τις ξαναβρηκαν οι γαλλοι τηλεθεατες εδω κι ενα μηνα σε ενα ντοκιμαντερ για ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης στην ΕΣΣΔ.

    Οι Σοβιετικοι αμφισβητησαν στην αρχη την αυθεντικοτητα του ντοκουμεντου. Υστερα παραδεχτηκαν την υπαρξη του στρατοπεδου αυτου αλλα, για να το δικαιολογησουν, ισχυριστηκαν οτι εκει κλεινονταν μονο κρατουμενοι του κοινου ποινικου δικαιου. Και πρεπει να πουμε οτι βρεθηκαν πολλοι ανθρωποι στη Γαλλια που ειπαν: «Ε, καλα! Αν προκειται για κοινο ποινικο δικαιο!» Τι σκεφτηκατε εσεις γι’ αυτες τις εικονες και γι’ αυτες τις αντιδρασεις;

    Απαντηση: Οι Σοβιετικοι ειπαν στην αρχη κατι που με εξεπληξε φοβερα: «Δεν υπαρχει τιποτα το σκανδαλωδες σ’ αυτο το στρατοπεδο: η αποδειξη ειναι το οτι βρισκεται στο μεσο μιας πολης• ο καθενας μπορει να το δει». Λες και ηταν δικαιολογια το γεγονος οτι ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης βρισκεται σε μια μεγαλη πολη – στην περιπτωση μας στη Ριγα – χωρις να χρειαζεται να κρυφτει! Λες και αυτο το θρασος να μην κρυβεις αυτο που κανεις, εκει οπου το κανεις, σου δινει το δικαιωμα να απαιτεις τη σιωπη και να την επιβαλλεις στους αλλους: ο κυνισμος που λειτουργει σαν λογοκρισια• ειναι ο συλλογισμος του Cyrano de Berzerak: εφοσον η μυτη μου ειναι πελωρια και βρισκεται στη μεση του προσωπου μου, δεν εχετε δικαιωμα να μιλατε γι’ αυτην. Σαν να μην επρεπε να αναγνωρισουμε, σ’ αυτην την παρουσια ενος στρατοπεδου μεσα στην πολη, το οικοσημο μιας εξουσιας που ασκειται χωρις ντροπη, οπως ασκειται και στα δικα μας δημαρχεια, δικαστηρια και φυλακες. Πριν μαθουμε αν οι κρατουμενοι ειναι «πολιτικοι», η εγκατασταση του στρατοπεδου, σ’ αυτο το τοσο φανερο μερος, και ο τρομος που αναδινει, ειναι γεγονοτα πολιτικα. Τα αγκαθωτα συρματα που προεκτεινουν τους τοιχους των οικηματων, οι προβολεις που διασταυρωνονται και το βημα των φρουρων μεσα στη νυχτα, αυτο ειναι πολιτικη. Και ειναι μια συγκεκριμενη πολιτικη.

    Το δευτερο πραγμα που με εξεπληξε ειναι το επιχειρημα που αναφερατε: «Οπως κι αν εχει το πραγμα, αυτοι οι ανθρωποι εκει ειναι καταδικοι του κοινου ποινικου δικαιου». Απο την αλλη μερια, ο σοβιετικος υφυπουργος δικαιοσυνης διευκρινησε οτι στην ΕΣΣΔ δεν υπαρχει η εννοια του πολιτικου κρατουμενου. Καταδικαζονται μονο εκεινοι που θελουν να απο-

    δυναμωσουν το κοινωνικο καθεστως και το κρατος με την προδοσια, την κατασκοπια, την τρομοκρατια, τη διαδοση ψευδων ειδησεων, τη συκοφαντικη προπαγανδα. Συνοπτικα, εδινε στο ποινικο αδικημα τον ορισμο που δινουν στο πολιτικο αδικημα σε ολο τον υπολοιπο κοσμο.

    Ειναι κατι λογικο και ταυτοχρονα αλλοκοτο. Πραγματι, στο σοβιετικο καθεστως – ειτε προκειται για μια «δικτατορια του προλεταριατου» ή για το «κρατος ολοκληρου του λαου», ρωτηστε, παρακαλω, τον Marchais – η διακριση του «πολιτικου» και του «κοινου ποινικου δικαιου» πρεπει να καταργηθει. Μου φαινεται ομως πως αυτο γινεται προς οφελος του πολιτικου. Καθε επιθεση εναντιον της νομιμοτητας – μια κλοπη, η πιο μικρη απατη – ειναι μια επιθεση οχι εναντιον των ιδιωτικων συμφεροντων αλλα εναντιον ολης της κοινωνιας, της ιδιοκτησιας του λαου, της σοσιαλιστικης παραγωγης, του πολιτικου σωματος. Θα καταλαβαινα τους Σοβιετικους αν ελεγαν: «Σε εμας δεν υπαρχει ουτε ενας καταδικος κοινου ποινικου δικαιου, επειδη σε μας δεν υπαρχει πια ουτε ενα αδικημα που να μην ειναι πολιτικο». Στον σοβιετικο υπουργο θα ‘πρεπε να απαντησουμε το εξης: «Ειστε ψευτης• ξερετε οτι εχετε πολιτικους κρατουμενους». Και να προσθεσουμε ευθυς αμεσως: «Εξαλλου, πως γινεται και μετα απο εξηντα χρονια σοσιαλισμου να εχετε ακομη καταδικες κοινου ποινικου δικαιου;»

    Μονο που η «πολιτικη» επεξεργασια της ποινικοτητας θα απαιτουσε να απορριφθει η περιφρονηση που υπαρχει για τους «κοινου ποινικου δικαιου» και που ειναι ενας απο τους γενικους συντελεστες συνοχης του ποινικου συστηματος.

    Και ιδιως αυτο θα απαιτουσε να ‘ναι η αντιδραση στο αδικημα εξισου πολιτικη με το χαρακτηρισμο που του αποδιδεται. Αλλα τα παρατηρητηρια, τα σκυλια, τα μακρια γκριζα παραπηγματα δεν ειναι πολιτικα παρα μονον επειδη φιγουραρουν αιωνιως στα οικοσημα του Hitler και του Stalin και επειδη τους χρησιμευαν για να απαλλασσονται απο τους εχθρους τους. Ωστοσο, ως τεχνικες κολασμου (εγκλεισμος, στερησεις, καταναγκαστικη εργασια, βια, εξευτελισμοι) μοιαζουν πολυ με τον παλιο σωφρονιστικο μηχανισμο που επινοηθηκε τον 18ο αιωνα. Η Σοβιετικη Ενωση τιμωρει συμφωνα με τη μεθοδο της «αστικης» ταξης πραγματων, θελω να πω της ταξης πραγματων που υπηρχε πριν δυο αιωνες. Και, αντι να τροποποιησει τις τεχνικες αυτες, τις ακολουθησε στις πιο σκληρες γραμμες τους και μαλιστα τις εκανε βαρυτατες και χειροτερες. Αυτο που εξεπληξε τους τηλεθεατες ειναι οτι νομισαν πως ειδαν να περναει, μεσα στις σκηνες, αναμεσα στα σκυλια και τα πολυβολα, αναμεσα στα φτωχα αναστημενα φαντασματα του Νταχαου, η παμπαλαιη αλυσιδα των καταδικων κατεργου: το διχως χρονο και τοπο θεαμα με το οποιο οι εξουσιες κατασκευαζουν εδω και δυο αιωνες τη φρικη.

    Ερωτηση: Αλλα η εξηγηση αυτων των παραδοξων δεν βρισκεται στο γεγονος οτι η ΕΣΣΔ ισχυριζεται πως ειναι σοσιαλιστικη χωρις να ειναι καθολου στην πραγματικοτητα; Απο δω απορρεει, κατ’ αναγκη, η υποκρισια των σοβιετικων διευθυνοντων και η ανακολουθια των επισημων δικαιολογιων τους. Μου φαινεται πως εδω και λιγα χρονια εχει γινει φανερο οτι, αν αυτη η κοινωνια δεν βρισκει τα μεσα «αυτοδιορθωσης» οπως ελπιζε τη στιγμη που γινοταν το 20ο Συνεδριο του Κομμουνιστικου Κομματος, ειναι γιατι οι ατελειες της ειναι δομικες, βρισκονται στον τροπο παραγωγης κι οχι μονο στο επιπεδο μιας περισσοτερο ή λιγοτερο γραφειοκρατικοποιημενης πολιτικης εποπτειας.

    Απαντηση: Ειναι αληθεια οτι οι Σοβιετικοι τροποποιησαν το καθεστως της ιδιοκτησιας και το ρολο του κρατους στον ελεγχο της παραγωγης: για ολα τα υπολοιπα ομως απλως μετεφεραν στη χωρα τους τις τεχνικες διαχειρισης και εξουσιας που ειχαν επινοηθει στην καπιταλιστικη Ευρωπη του 19ου αιωνα. Οι τυποι ηθικοτητας, οι μορφες αισθητικης, οι πειθαρχικες μεθοδοι, οτιδηποτε λειτουργουσε αποτελεσματικα στην αστικη κοινωνια απο το 1850 ηδη περασε αναλλοιωτο στο σοβιετικο καθεστως. Νομιζω οτι το συστημα της φυλακισης επινοηθηκε ως γενικευμενο ποινικο συστημα στη διαρκεια του 18ου αιωνα και εφαρμοστηκε στην πραξη τον 19ο αιωνα σε συνδεση με την αναπτυξη των καπιταλιστικων κοινωνιων και του Κρατους που αντιστοιχουσε σ’ αυτες τις κοινωνιες. Η φυλακη δεν ειναι αλλωστε παρα μια απο τις τεχνικες εξουσιας που ηταν απαραιτητες για να διασφαλιστει η αναπτυξη και ο ελεγχος των παραγωγικων δυναμεων. Η πειθαρχια του εργαστηριου, η σχολικη πειθαρχια, η στρατιωτικη πειθαρχια, ολες οι πειθαρχιες υπαρξης γενικα ηταν τεχνικες επινοησεις της εποχης αυτης. Καθε τεχνικη μπορει ομως να μεταφερθει. Οι Σοβιετικοι, οπως ακριβως χρησιμοποιησαν τον τεϊλορισμο και τις αλλες μορφες διαχειρισης που ειχαν δοκιμαστει στη Δυση, ετσι υιοθετησαν και τις πειθαρχικες τεχνικες μας, προσθετοντας στο οπλοστασιο μας κι ενα καινουριο οπλο, την κομματικη πειθαρχια.

    Ερωτηση: Μου φαινεται οτι οι σοβιετικοι πολιτες δυσκολευονται πιο πολυ απο τους δυτικους να καταλαβουν την πολιτικη σημασια αυτων των μηχανισμων. Την αποδειξη τη βλεπω, μεταξυ αλλων, και στο οτι οι αντιφρονουντες του καθεστωτος εχουν δυστυχως πολλες προκαταληψεις απεναντι στους ποινικους κρατουμενους. Η περιγραφη των ποινικων απο τον Soljenitsyn σου προκαλει ριγος. Τους παρουσιαζει σαν υπανθρωπους που δεν ξερουν ουτε να εκφραστουν σε μια οποιαδηποτε γλωσσα και που δεν δειχνουν την παραμικρη συμπονια.

    Απαντηση: Ειναι σιγουρο οτι η εχθροτητα που εκδηλωνεται προς τους ποινικους απο εκεινους που στην ΕΣΣΔ θεωρουνται πολιτικοι κρατουμενοι μπορει να σοκαρει οσους πιστευουν οτι στη βαση της εγκληματικοτητας υπαρχει η αθλιοτητα, η εξεγερση, η αρνηση των εκμεταλλευσεων και των υποδουλωσεων. Αλλα πρεπει να δουμε τα πραγματα στην τακτικη τους σχετικοτητα. Πρεπει να παρουμε υποψη μας το γεγονος οτι ο πληθυσμος των «ποινικων», τοσο στην ΕΣΣΔ οσο και στη Γαλλια και αλλου, υφισταται σε φοβερο βαθμο ελεγχο και χειραγωγηση απο την ιδια την εξουσια. Και στους εγκληματιες και στους μη εγκληματιες, μειοψηφια ειναι παντα οι «εξεγερμενοι», και πλειοψηφια οι «υποταγμενοι». Πιστευετε οτι θα μπορουσε να διατηρηθει για τοσο πολυν καιρο, συντηρωντας τις φυλακες, ενα συστημα κολασμου που εχει κυριο αποτελεσμα την υποτροπη, αν η εγκληματικοτητα δεν ηταν «χρησιμη» με τον ενα ή τον αλλον τροπο; Απο τον 19ο αιωνα ηδη, δηλαδη απο πολυ νωρις, εγινε αντιληπτο οτι η φυλακη μετετρεπε τις περισσοτερες φορες τον καταδικασμενο σε εγκληματια εφ’ ορου ζωης. Πιστευετε οτι δεν θα ηταν δυνατον να επινοηθουν αλλα μεσα τιμωριας, αν αυτη ακριβως η επαγγελματοποιηση του παραβατη δεν επετρεπε να δημιουργηθει «μια εφεδρικη στρατια της εξουσιας» (για να διευθυνει τις διαφορες μορφες εμποριου, π.χ. την πορνεια• για να παρεχει πληροφοριοδοτες, μεσολαβητες, απεργοσπαστες, προβοκατορες στα συνδικατα και, πιο προσφατα, σωματοφυλακες για τους υποψηφιους των εκλογων, ακομη και των προεδρικων);

    Κοντολογις, υπαρχει μια παλια ιστορικη αντιδικια αναμεσα στους «ποινικους» και στους πολιτικους αντιφρονουντες. Κι αυτο ακομη περισσοτερο στο βαθμο που ολες οι εξουσιες ηθελαν παντα να ενταξουν και τους μεν και του δε στην ιδια «εγωιστικη», συμφεροντολογα και αγρια εγκληματικοτητα.

    Δεν λεω οτι οι ποινικοι στην ΕΣΣΔ ειναι πιστοι υπηρετες της εξουσιας. Αναρωτιεμαι ομως αν δεν ειναι απαραιτητο για τους πολιτικους (που ειναι αναγκασμενοι να αγωνιζονται σε πολυ δυσκολες συνθηκες) να διαχωρισουν τους εαυτους τους απ’ αυτην τη μαζα, να δειξουν καλα οτι ο αγωνας τους δεν ειναι αγωνας των «απατεωνων και των δολοφονων» με τους οποιους θελουν να τους εξομοιωσουν. Αυτο ομως δεν μπορει να ειναι παρα μια τακτικη.

    Οπως κι αν εχει το πραγμα, μου φαινεται δυσκολο να αποδοκιμασουμε τη σταση των σοβιετικων διαφωνουντων που φροντιζουν να μην αφηνουν να συγχεονται με τους «ποινικους». Σκεφτομαι οτι πολλοι αντιστασιακοι, οταν συλληφθηκαν κατα την περιοδο της γερμανικης κατοχης, προσπαθησαν με καθε τροπο (για πολιτικους λογους) να μην εξομοιωθουν με τους μαυραγοριτες, παρολο που η μοιρα των δευτερων ηταν λιγοτερο τρομακτικη.

    Αν μου υποβαλλατε το ιδιο ερωτημα για σημερα και για μια χωρα σαν τη Γαλλια, η απαντηση μου θα ηταν διαφορετικη. Νομιζω οτι θα ‘πρεπε να δειξουμε τη μεγαλη διαβαθμιση των παρανομων συμπεριφορων – απο την ενιοτε τιμωμενη και παντα ανεκτη συμπεριφορα του μεγαλεμπορου ναρκωτικων ή οπλων που χρησιμοποιει προς οφελος του τους νομους ως την καταδιωκομενη και τιμωρουμενη συμπεριφορα του μικροκλεφτη που αρνειται τους νομους, τους αγνοει ή παγιδευεται συχνα απ’ αυτους• θα πρεπει να δειξουμε τι μεριδιο δινει στην καθεμια η ποινικη μηχανη. Η σημαντικη διαφορα εδω δεν ειναι αναμεσα στους «ποινικους» και στους πολιτικους αλλα αναμεσα στους χρηστες του νομου, που κανουν κερδοφορες και ανεκτες παρανομιες, και στις υποτυπωδεις παρανομιες τις οποιες χρησιμοποιει ο ποινικος μηχανισμος για να κατασκευασει μονιμους εγκληματιες.

    Ερωτηση: Απο την αλλη μερια ομως υπαρχει, τοσο στην ΕΣΣΔ οσο και σ’ εμας, ενα βαθυ χασμα αναμεσα στα λαϊκα στρωματα και στους καταδικασμενους του ποινικου δικαιου. Προσφατα ειδα στην ιταλικη τηλεοραση μια εκπομπη που το τελευταιο πλανο της εδειχνε ενα νεκροταφειο στην αυλη μιας φυλακης. Εκει ειναι θαμμενοι χωρις ταφη αξια του ονοματος αυτου οσοι πεθαναν κατα την διαρκεια της ποινης τους. Οι οικογενειες δεν ερχονται να παρουν το λειψανο επειδη η μεταφορα στοιχιζει ακριβα αλλα και επειδη νιωθουν ντροπη. Οι εικονες αυτες μου φαινεται πως φερουν εναν βαθυ κοινωνικο συμβολισμο.

    Απαντηση: Η ρηξη αναμεσα στην κοινη γνωμη και τους εγκληματιες εχει την ιδια ιστορικη προελευση με το συστημα της φυλακης. Ή μαλλον ειναι ενα απο τα σημαντικα οφελη που αποκομισε η εξουσια απο αυτο το συστημα. Μεχρι τον 18ο αιωνα – και, σε ορισμενες περιοχες της Ευρωπης, μεχρι τον 19ο αιωνα ή ακομη και τις αρχες του 20ου– δεν υπηρχε αναμεσα στους εγκληματιες και στα πλατια στρωματα του πληθυσμου η σχεση εχθροτητας που υπαρχει σημερα. Το χασμα μεταξυ πλουσιων και φτωχων ηταν τοσο βαθυ, η εχθροτητα μεταξυ τους τοσο μεγαλη που ο κλεφτης – αυτος ο σφετεριστης του πλουτου – ηταν προσωπο που γινοταν δεκτο με αρκετα καλο τροπο.

    Μεχρι τον 17ο αιωνα ο ληστης και ο κλεφτης ευκολα μπορουσαν να μετατραπουν σε ηρωικα προσωπα. Ο Mandrin, o Guillery κτλ., αφησαν στην λαϊκη μυθολογια μια εικονα που, παρα τις σκιες που τη θολωναν, ηταν πολυ θετικη. Το ιδιο εγινε και τους σικελους και κορσικανους ληστες, με τους ναπολιτανους κλεφτες… Αυτη η παρανομη συμπεριφορα που γινοταν ανεκτη απο το λαο αρχισε να φαινεται σαν σοβαρος κινδυνος οταν η καθημερινη κλοπη, η μικροαπατη εγιναν πολυ δαπανηρες για τη βιομηχανικη εργασια και για την αστικη ζωη. Τοτε επιβληθηκε μια καινουρια πειθαρχια σε ολες τις κοινωνικες ταξεις (ηθικοτητα, νομιμοφροσυνη, αποταμιευση, απολυτος σεβασμος της ιδιοκτησιας).

    Χρειαζοταν λοιπον, απο τη μια μερια, να προστατευτει αποτελεσματικοτερα ο πλουτος και, απο την αλλη, να αποκτησει ο λαος μια αρνητικη σταση απεναντι στην παρανομη συμπεριφορα. Ετσι, η εξουσια καταφερε να δημιουργησει – και η φυλακη συνεβαλε πολυ σ’ αυτο – εναν πυρηνα παρανομων που δεν ειχαν πραγματικη επικοινωνια με τα πλατια στρωματα του πληθυσμου και που δεν γινονταν δεκτοι με ανεκτικοτητα απ’ αυτα τα στρωματα. Εξαιτιας μαλιστα της απομονωσης αυτης ο πυρηνας των παρανομων μπορουσε ευκολα να γινει προσιτος απο την αστυνομια (η οποια μπορουσε να διεισδυσει σ’ αυτον) και μπορουσε να αναπτυξει την ιδεολογια του «ειδικου περιβαλλοντος» που σχηματιστηκε κατα τη διαρκεια του 19ου αιωνα. Δεν πρεπει λοιπον να παραξενευομαστε που βρισκουμε σημερα στον πληθυσμο μια δυσπιστια, μια περιφρονηση, μια εχθρα για τον παρανομο: ειναι το αποτελεσμα των πενηντα χρονων πολιτικης, αστυνομικης, ιδεολογικης δουλειας. Δεν πρεπει επισης να παραξενευομαστε που βρισκουμε το ιδιο φαινομενο στην ΕΣΣΔ σημερα.

    Ερωτηση: Ενα μηνα μετα την προβολη απο την τηλεοραση του ντοκιμαντερ για το στρατοπεδο συγκεντρωσης στην Ριγα, η απελευθερωση του μαθηματικου Leonid Pliouchtch εφερε στο προσκηνιο της επικαιροτητας μια αλλη πλευρα της καταπιεσης στην ΕΣΣΔ που, αλιμονο, ειναι αρκετα παλια: τον εγκλεισμο των αντιφρονουντων σε ψυχιατρικα ιδρυματα.

    Απαντηση: Ο εγκλεισμος ενος πολιτικου αντιφρονουντος σε ενα ασυλο ειναι ιδιαιτερα παραδοξος για μια χωρα που λεει οτι ειναι σοσιαλιστικη. Οταν προκειται για εναν δολοφονο ή για τον βιαστη ενος μικρου κοριτσιου, το να ψαξεις να βρεις τα κινητρα του αδικηματος στην παθολογια του δραστη και να προσπαθησεις να τον θεραπευσεις με μια καταλληλη αγωγη ειναι κατι που θα μπορουσε ισως να δικαιολογηθει – εν πασει περιπτωσει δεν ειναι παραλογο. Αντιθετα, ο πολιτικος αντιφρονων (θελω να πω εκεινος που δεν δεχεται το συστημα, δεν το καταλαβαινει, το αρνειται) ειναι, απ’ ολους τους πολιτες της ΕΣΣΔ, εκεινος που δεν θα ‘πρεπε σε καμια περιπτωση να θεωρηθει αρρωστος: θα ‘πρεπε να ‘ναι το αντικειμενο μιας παρεμβασης αποκλειστικα πολιτικου χαρακτηρα, που θα ‘χε σκοπο να του ανοιξει τα ματια, να του ανεβασει το επιπεδο συνειδησης, να τον κανει να καταλαβει οτι η σοβιετικη πραγματικοτητα ειναι κατανοητη και αναγκαια, επιθυμητη και αξιαγαπητη. Αλλα, αντιθετα, οι πολιτικοι αντιφρονουντες γινονται περισσοτερο απ’ τους αλλους αντικειμενο μιας θεραπευτικης παρεμβασης. Αυτο δεν σημαινει ομως οτι δεχεσαι εξαρχης οτι δεν ειναι δυνατον, με λογικους ορους, να πεισεις καποιον οτι η εναντιωση του δεν στεκει;

    Δεν σημαινει οτι δεχεσαι οτι το μονο μεσο για να κανεις παραδεκτη τη σοβιετικη πραγματικοτητα σε οσους δεν την αγαπουν, ειναι να επεμβεις αυταρχικα, με φαρμακευτικες τεχνικες, στις ορμονες και στους νευρωνες τους; Υπαρχει εδω ενα πολυ αποκαλυπτικο παραδοξο: η σοβιετικη πραγματικοτητα δεν μπορει να γινει αγαπητη παρα μονο με το λαργκακτιλ. Μηπως ειναι «ανησυχητικη» και γι’ αυτο χρειαζονται τα «ηρεμιστικα» για να την κανουν αποδεκτη; Οι ηγετες του καθεστωτος απαρνηθηκαν την ορθολογικοτητα της «επαναστασης» τους, φροντιζοντας πια μονο για τη διατηρηση των μηχανισμων της υποταγης; Σε τελευταια αναλυση, οι κολαστηριες τεχνικες που χρησιμοποιουνται στην ΕΣΣΔ αποκαλυπτουν αυτη τη θεμελιωδη αρνηση ολων των στοιχειων που χαρακτηριζουν το σοσιαλιστικο σχεδιο.

    Ερωτηση: Υπαρχει ομως κι εκει μια εξελιξη. Ο καταπιεστικος χαρακτηρας του συστηματος μαλακωσε πολυ. Τον καιρο του Stalin ολος ο κοσμος ετρεμε: σημερα εισαστε διευθυντης ενος εργοστασιου• αυριο μπορουσατε να βρεθειτε σε ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης. Σημερα υπαρχει ενας ορισμενος αριθμος απο ανθρωπους που δεν μπορει να τους θιξει το καθεστως. Αν ειστε ακαδημαϊκος, δεν πατε πια φυλακη. Οχι μονο ο Ζαχαρωφ ειναι συνεχως ελευθερος, αλλα και απο τους εξακοσιους σοβιετικους ακαδημαϊκους μονο οι εβδομηνταν υπεγραψαν το κειμενο που καταγγειλε τον Ζαχαρωφ. Αυτο σημαινει οτι οι αλλοι ειχαν την δυνατοτητα να πουν: «Οχι, δεν υπογραφω». Πριν απο εικοσι χρονια αυτο ηταν αδιανοητο.

    Απαντηση: Λετε πως ο τρομος μειωθηκε. Αυτο ειναι σιγουρο. Αλλα, κατα βαθος, ο τρομος δεν ειναι το αποκορυφωμα της πειθαρχιας, αλλα η αποτυχια της. Στο σταλινικο καθεστως, ακομη και ο αρχηγος της αστυνομιας μπορουσε να εκτελεστει μια ωραια πρωια καθως εβγαινε απο το υπουργικο συμβουλιο. Κανενας αρχηγος του NKVD δεν πεθανε στο κρεβατι του. Υπηρχε ενα συστημα απο το οποιο δεν μπορουσε να αποκλειστει ο κλονισμος και η αλλαγη• τελικα, κατι μπορουσε να συμβει. Ας πουμε οτι ο τρομος ειναι παντα αντιστρεπτος• στρεφεται μοιραια εναντιον αυτων που τον ασκουν. Ο φοβος ειναι κυκλικος. Απο τη στιγμη ομως που οι υπουργοι, οι αστυνομοι, οι ακαδημαϊκοι, ολοι οι υπευθυνοι του Κομματος γινονται μονιμοι και δεν εχουν να φοβηθουν πια καθολου για την ακεραιοτητα τους, η πειθαρχια λειτουργει κατω σε πληρη ενταση χωρις να υπαρχει ακομη και η καπως χιμαιρικη αλλα παντα παρουσα δυνατοτητα για μια αντιστροφη. Η πειθαρχια θριαμβευει, διχως σκια και διχως κινδυνο.

    Νομιζω οτι οι κοινωνιες του 18ου αιωνα επινοησαν την πειθαρχια επειδη οι μεγαλοι μηχανισμοι του τρομου ειχαν γινει πολυ δαπανηροι και πολυ επικινδυνοι. Απο την αρχαιοτητα και μετα τι ηταν ο τρομος; Ηταν ο στρατος, στις διαθεσεις του οποιου παραδινοταν ενας ολοκληρος πληθυσμος. Ηταν ο στρατος, ο οποιος εκαιγε, λεηλατουσε, βιαζε, εσφαζε. Ενας βασιλιας, οταν ηθελε να εκδικηθει για καποια εξεγερση, εξαπελυε τα στρατευματα του. Μεσο θεαματικο αλλα δαπανηρο, το οποιο δεν ηταν δυνατον πια να χρησιμοποιηθει απο τη στιγμη που υπηρχε μια οικονομια σχολαστικα υπολογισμενη, απο τη στιγμη που δεν ηταν δυνατον πια να θυσιαστουν οι συγκομιδες, οι μανιφακτουρες, οι βιομηχανικοι εξοπλισμοι. Εξου και η αναγκαιοτητα να βρεθει κατι αλλο: οι εφαρμοσμενες, συνεχεις και σιωπηρες πειθαρχιες.

    Το στρατοπεδο συγκεντρωσης ηταν μια ενδιαμεση συνταγη αναμεσα στον μεγαλο τρομο και στην πειθαρχια, στο βαθμο που επετρεπε, απο τη μια μερια, τον εκφοβισμο των ανθρωπων και, απο την αλλη, την υποταγη των επιφοβων μεσα σε ενα πειθαρχικο πλαισιο που ηταν ομοιο με του στρατωνα, του νοσοκομειου, του εργοστασιου, αλλα πολλαπλασιασμενο επι δεκα, επι εκατο, επι χιλια…

    ………………….
    …………………..

  39. Michel Foucault on

    ………………..
    ……………….
    Ερωτηση: Ξαναβρισκουμε εδω την εντελως εσφαλμενη αλλα κοινη σε ολα τα σωφρονιστικα συστηματα ιδεα οτι η χειρωνακτικη εργασια ειναι ενα μεσο επανορθωσης;

    Απαντηση: Προκειται για κατι που ηταν ηδη εγγεγραμμενο στο ευρωπαϊκο κολαστηριο συστημα του 19ου αιωνα: αν καποιος διεπραττε ενα αδικημα ή ενα εγκλημα, το εκανε επειδη δεν εργαζοταν. Αν εργαζοταν, δηλαδη αν ειχε πιαστει απο το πειθαρχικο συστημα που προσηλωνει το ατομο στην εργασια του, δεν θα ειχε διαπραξει το αδικημα. Επομενως, με ποιον τροπο πρεπει να τον τιμωρησουμε; Φυσικα, με την εργασια. Το παραδοξο ομως ειναι οτι αυτη η εργασια που παρουσιαζεται σαν επιθυμητη και σαν μεσο επανεισαγωγης του παραβατη στην κοινωνια χρησιμοποιειται τελικα σαν οργανο φυσικης διωξης, επιβαλλοντας στον καταδικασμενο, απο το πρωι ως το βραδυ, την πιο αχαρη, μονοτονη, βαναυση, κουραστικη, εξαντλητικη και, στην εσχατη περιπτωση, θανασιμη εργασια.

    Παραξενη πολυασθενεια της εργασιας: τιμωρια, αρχη ηθικης μεταστροφης, τεχνικη επαναπροσαρμογης, κριτηριο βελτιωσης και τελικος σκοπος. Η χρησιμοποιηση της, συμφωνα μ’ αυτο το σχημα, ειναι ακομη πιο παραδοξη στην ΕΣΣΔ. Απο δυο πραγματα, το ενα: ή η εργασια που επιβαλλεται στους κρατουμενους (ποινικους ή πολιτικους, δεν εχει και μεγαλη σημασια εδω) ειναι ιδιας φυσης με την εργασια ολων των εργαζομενων στην ΕΣΣΔ. Αλλα αυτη η εργασια που δεν ειναι αντικειμενο εκμεταλλευσης, που ειναι απο-αλλοτριωμενη, σοσιαλιστικη, δεν πρεπει να ‘ναι παρα πολυ απεχθης, εφοσον δεν μπορει να επιτελειται παρα μονο μεσα σε συρματοπλεγματα και με σκυλια σε επιφυλακη; Ή προκειται για μια υποεργασια, για μια εργασια-τιμωρια. Πρεπει ομως να πιστεψουμε οτι μια σοσιαλιστικη χωρα προωθει την ηθικη και πολιτικη επανα-διαπαιδαγωγηση των πολιτων της μεσω μιας τοσο υποτιμητικης καρικατουρας της εργασιας; Μου φαινεται αλλωστε πως ουτε η Κινα ξεφευγει απ’ αυτην την παραδοξη χρησιμοποιηση της εργασιας της τιμωριας…

    Πολυν καιρο ασχοληθηκαν οι ανθρωποι με το ποιες πραξεις επρεπε να τιμωρουνται• πολυν καιρο ασχοληθηκαν επισης με τον τροπο με τον οποιο επρεπε να τιμωρουν. Και να που ηρθαν τωρα τα παραξενα ερωτηματα: «Πρεπει να τιμωρουμε;», «Τι σημαινει τιμωρω;», «Γιατι αυτη η συνδεση, η φαινομενικα τοσο αυτονοητη, μεταξυ εγκληματος και τιμωριας;». Το οτι πρεπει να τιμωρουμε ενα εγκλημα μας ειναι πολυ οικειο, πολυ κοντινο, πολυ αναγκαιο και, ταυτοχρονα, κατι σκοτεινο (απροσδιοριστο) μας κανει να αμφιβαλλουμε. Παρατηρηστε τη φαυλη ανακουφιση ολων – δικαστων, δικηγορων, κοινης γνωμης, δημοσιογραφων – οταν φτανει εκεινο το καθαγιασμενο απο το νομο και την αληθεια προσωπο που λεει: «Μα οχι, ησυχαστε, μην ντρεπεστε να τιμωρησετε, δεν θα τιμωρησετε αλλα, χαρη σε μενα που ειμαι γιατρος (ή ψυχιατρος ή ψυχολογος), θα επαναπροσαρμοσετε και θα θεραπευσετε». «Λοιπον, φυλακη» λενε οι δικαστες στον κατηγορουμενο. Και σηκωνονται εκστατικοι γιατι οι ιδιοι εχουν αθωωθει.

    Το να προτεινουμε μια «αλλη λυση» για την τιμωρια δεν ειναι παρα μια αποφυγη του αληθινου προβληματος, που δεν ειναι το προβλημα του νομικου πλαισιου του κολασμου ουτε της τεχνικης του, αλλα το προβλημα της εξουσιας που τιμωρει.

    Γι’ αυτον τον λογο με ενδιαφερει το προβλημα της ποινικοτητας στην ΕΣΣΔ. Μπορει βεβαια κανεις να κοροϊδεψει τις θεωρητικες αντιφασεις που σημαδευουν την ποινικη πρακτικη των Σοβιετικων• αλλα προκειται για θεωριες που σκοτωνουν και για αντιφασεις λασπης και αιματος. Μπορει επισης κανεις να εκπλαγει με το οτι οι Σοβιετικοι δεν μπορεσαν να επεξεργαστουν καινουριες απαντησεις για τα εγκληματα, για τις εναντιωσεις και για τα διαφορα αδικηματα• μπορει κανεις ή μαλλον πρεπει να αγανακτησει με το οτι δανειστηκαν τις μεθοδους που εφαρμοζε η αστικη ταξη κατα την περιοδο της μεγαλυτερης ρωμης της (στην αρχη του 19ου αιωνα), και με το οτι τις μεγεθυναν και τις εκαναν πιο σχολαστικες, με την εννοια του απειρως μεγαλου και του απειρως μικρου.

    Η μηχανικη της εξουσιας, τα συστηματα ελεγχου, επιτηρησης, κολασμου που υπαρχουν σημερα στην ΕΣΣΔ ειναι, με μεγαλυτερες διαστασεις, τα συστηματα που ειχε αναγκη (με μια μορφη πολυ περιορισμενη και ασχηματιστη) για μια περιοδο η αστικη ταξη της Δυσης για να εδραιωσει την κυριαρχια της. Αυτο ομως μπορουμε να το πουμε και για πολλους πραγματικους ή φανταστικους σοσιαλισμους• αναμεσα στην αναλυση της εξουσιας στο αστικο κρατος και στη θεση του μελλοντικου μαρασμου της δεν υπαρχει η αναλυση, η κριτικη, το γκρεμισμα, η ανατροπη των μηχανισμων εξουσιας. Ο σοσιαλισμος, οι σοσιαλισμοι, δεν χρειαζονται μια αλλη χαρτα των ατομικων ελευθεριων ή μια νεα διακηρυξη των δικαιωματων του ανθρωπου: αυτο ειναι κατι ευκολο, αρα ανωφελο. Αν θελουν να αγαπηθουν και να μην αποθαρρυνουν πια, αν θελουν να γινουν επιθυμητοι, πρεπει να απαντησουν στο ερωτημα της εξουσιας και της ασκησης της. Πρεπει να επινοησουν μια ασκηση της εξουσιας που να μην προκαλει φοβο. Αυτο θα ηταν η καινοτομια τους.

    Εγκληματα και τιμωριες στην ΕΣΣΔ και αλλου
    από Michel Foucault 18:12, Τρίτη 2 Ιουλίου 2013
    θεματικές: Ιστορία – Θεωρία
    Ο συγγραφεας του Surveiller et Punir και της Ιστοριας της τρελας δεν ειχε επεκτεινει ποτε τις αναλυσεις του περα απο τη γαλλικη κοινωνια. Απεναντι ομως στην τρομακτικη λογικη του Γκουλαγκ και των ψυχιατρικων εγκλεισμων, συγκατατεθηκε, το 1976, σε μια συνεντευξη στον K. S. Karol, να σχεδιασει προχειρα μια θεωρια της κρατικης καταπιεσης, ετσι οπως εφαρμοζεται στον σημερινο κοσμο.

    Ερωτηση: Παρατηρητηρια, αγκαθωτα συρματα, αστυνομικα σκυλια, κρατουμενοι που μεταφερονται με φορτηγα σαν τα ζωα: αυτες τις δυστυχως κλασικες εικονες του κοσμου των στρατοπεδων συγκεντρωσης τις ξαναβρηκαν οι γαλλοι τηλεθεατες εδω κι ενα μηνα σε ενα ντοκιμαντερ για ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης στην ΕΣΣΔ.

    Οι Σοβιετικοι αμφισβητησαν στην αρχη την αυθεντικοτητα του ντοκουμεντου. Υστερα παραδεχτηκαν την υπαρξη του στρατοπεδου αυτου αλλα, για να το δικαιολογησουν, ισχυριστηκαν οτι εκει κλεινονταν μονο κρατουμενοι του κοινου ποινικου δικαιου. Και πρεπει να πουμε οτι βρεθηκαν πολλοι ανθρωποι στη Γαλλια που ειπαν: «Ε, καλα! Αν προκειται για κοινο ποινικο δικαιο!» Τι σκεφτηκατε εσεις γι’ αυτες τις εικονες και γι’ αυτες τις αντιδρασεις;

    Απαντηση: Οι Σοβιετικοι ειπαν στην αρχη κατι που με εξεπληξε φοβερα: «Δεν υπαρχει τιποτα το σκανδαλωδες σ’ αυτο το στρατοπεδο: η αποδειξη ειναι το οτι βρισκεται στο μεσο μιας πολης• ο καθενας μπορει να το δει». Λες και ηταν δικαιολογια το γεγονος οτι ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης βρισκεται σε μια μεγαλη πολη – στην περιπτωση μας στη Ριγα – χωρις να χρειαζεται να κρυφτει! Λες και αυτο το θρασος να μην κρυβεις αυτο που κανεις, εκει οπου το κανεις, σου δινει το δικαιωμα να απαιτεις τη σιωπη και να την επιβαλλεις στους αλλους: ο κυνισμος που λειτουργει σαν λογοκρισια• ειναι ο συλλογισμος του Cyrano de Berzerak: εφοσον η μυτη μου ειναι πελωρια και βρισκεται στη μεση του προσωπου μου, δεν εχετε δικαιωμα να μιλατε γι’ αυτην. Σαν να μην επρεπε να αναγνωρισουμε, σ’ αυτην την παρουσια ενος στρατοπεδου μεσα στην πολη, το οικοσημο μιας εξουσιας που ασκειται χωρις ντροπη, οπως ασκειται και στα δικα μας δημαρχεια, δικαστηρια και φυλακες. Πριν μαθουμε αν οι κρατουμενοι ειναι «πολιτικοι», η εγκατασταση του στρατοπεδου, σ’ αυτο το τοσο φανερο μερος, και ο τρομος που αναδινει, ειναι γεγονοτα πολιτικα. Τα αγκαθωτα συρματα που προεκτεινουν τους τοιχους των οικηματων, οι προβολεις που διασταυρωνονται και το βημα των φρουρων μεσα στη νυχτα, αυτο ειναι πολιτικη. Και ειναι μια συγκεκριμενη πολιτικη.

    Το δευτερο πραγμα που με εξεπληξε ειναι το επιχειρημα που αναφερατε: «Οπως κι αν εχει το πραγμα, αυτοι οι ανθρωποι εκει ειναι καταδικοι του κοινου ποινικου δικαιου». Απο την αλλη μερια, ο σοβιετικος υφυπουργος δικαιοσυνης διευκρινησε οτι στην ΕΣΣΔ δεν υπαρχει η εννοια του πολιτικου κρατουμενου. Καταδικαζονται μονο εκεινοι που θελουν να απο-

    δυναμωσουν το κοινωνικο καθεστως και το κρατος με την προδοσια, την κατασκοπια, την τρομοκρατια, τη διαδοση ψευδων ειδησεων, τη συκοφαντικη προπαγανδα. Συνοπτικα, εδινε στο ποινικο αδικημα τον ορισμο που δινουν στο πολιτικο αδικημα σε ολο τον υπολοιπο κοσμο.

    Ειναι κατι λογικο και ταυτοχρονα αλλοκοτο. Πραγματι, στο σοβιετικο καθεστως – ειτε προκειται για μια «δικτατορια του προλεταριατου» ή για το «κρατος ολοκληρου του λαου», ρωτηστε, παρακαλω, τον Marchais – η διακριση του «πολιτικου» και του «κοινου ποινικου δικαιου» πρεπει να καταργηθει. Μου φαινεται ομως πως αυτο γινεται προς οφελος του πολιτικου. Καθε επιθεση εναντιον της νομιμοτητας – μια κλοπη, η πιο μικρη απατη – ειναι μια επιθεση οχι εναντιον των ιδιωτικων συμφεροντων αλλα εναντιον ολης της κοινωνιας, της ιδιοκτησιας του λαου, της σοσιαλιστικης παραγωγης, του πολιτικου σωματος. Θα καταλαβαινα τους Σοβιετικους αν ελεγαν: «Σε εμας δεν υπαρχει ουτε ενας καταδικος κοινου ποινικου δικαιου, επειδη σε μας δεν υπαρχει πια ουτε ενα αδικημα που να μην ειναι πολιτικο». Στον σοβιετικο υπουργο θα ‘πρεπε να απαντησουμε το εξης: «Ειστε ψευτης• ξερετε οτι εχετε πολιτικους κρατουμενους». Και να προσθεσουμε ευθυς αμεσως: «Εξαλλου, πως γινεται και μετα απο εξηντα χρονια σοσιαλισμου να εχετε ακομη καταδικες κοινου ποινικου δικαιου;»

    Μονο που η «πολιτικη» επεξεργασια της ποινικοτητας θα απαιτουσε να απορριφθει η περιφρονηση που υπαρχει για τους «κοινου ποινικου δικαιου» και που ειναι ενας απο τους γενικους συντελεστες συνοχης του ποινικου συστηματος.

    Και ιδιως αυτο θα απαιτουσε να ‘ναι η αντιδραση στο αδικημα εξισου πολιτικη με το χαρακτηρισμο που του αποδιδεται. Αλλα τα παρατηρητηρια, τα σκυλια, τα μακρια γκριζα παραπηγματα δεν ειναι πολιτικα παρα μονον επειδη φιγουραρουν αιωνιως στα οικοσημα του Hitler και του Stalin και επειδη τους χρησιμευαν για να απαλλασσονται απο τους εχθρους τους. Ωστοσο, ως τεχνικες κολασμου (εγκλεισμος, στερησεις, καταναγκαστικη εργασια, βια, εξευτελισμοι) μοιαζουν πολυ με τον παλιο σωφρονιστικο μηχανισμο που επινοηθηκε τον 18ο αιωνα. Η Σοβιετικη Ενωση τιμωρει συμφωνα με τη μεθοδο της «αστικης» ταξης πραγματων, θελω να πω της ταξης πραγματων που υπηρχε πριν δυο αιωνες. Και, αντι να τροποποιησει τις τεχνικες αυτες, τις ακολουθησε στις πιο σκληρες γραμμες τους και μαλιστα τις εκανε βαρυτατες και χειροτερες. Αυτο που εξεπληξε τους τηλεθεατες ειναι οτι νομισαν πως ειδαν να περναει, μεσα στις σκηνες, αναμεσα στα σκυλια και τα πολυβολα, αναμεσα στα φτωχα αναστημενα φαντασματα του Νταχαου, η παμπαλαιη αλυσιδα των καταδικων κατεργου: το διχως χρονο και τοπο θεαμα με το οποιο οι εξουσιες κατασκευαζουν εδω και δυο αιωνες τη φρικη.

    Ερωτηση: Αλλα η εξηγηση αυτων των παραδοξων δεν βρισκεται στο γεγονος οτι η ΕΣΣΔ ισχυριζεται πως ειναι σοσιαλιστικη χωρις να ειναι καθολου στην πραγματικοτητα; Απο δω απορρεει, κατ’ αναγκη, η υποκρισια των σοβιετικων διευθυνοντων και η ανακολουθια των επισημων δικαιολογιων τους. Μου φαινεται πως εδω και λιγα χρονια εχει γινει φανερο οτι, αν αυτη η κοινωνια δεν βρισκει τα μεσα «αυτοδιορθωσης» οπως ελπιζε τη στιγμη που γινοταν το 20ο Συνεδριο του Κομμουνιστικου Κομματος, ειναι γιατι οι ατελειες της ειναι δομικες, βρισκονται στον τροπο παραγωγης κι οχι μονο στο επιπεδο μιας περισσοτερο ή λιγοτερο γραφειοκρατικοποιημενης πολιτικης εποπτειας.

    Απαντηση: Ειναι αληθεια οτι οι Σοβιετικοι τροποποιησαν το καθεστως της ιδιοκτησιας και το ρολο του κρατους στον ελεγχο της παραγωγης: για ολα τα υπολοιπα ομως απλως μετεφεραν στη χωρα τους τις τεχνικες διαχειρισης και εξουσιας που ειχαν επινοηθει στην καπιταλιστικη Ευρωπη του 19ου αιωνα. Οι τυποι ηθικοτητας, οι μορφες αισθητικης, οι πειθαρχικες μεθοδοι, οτιδηποτε λειτουργουσε αποτελεσματικα στην αστικη κοινωνια απο το 1850 ηδη περασε αναλλοιωτο στο σοβιετικο καθεστως. Νομιζω οτι το συστημα της φυλακισης επινοηθηκε ως γενικευμενο ποινικο συστημα στη διαρκεια του 18ου αιωνα και εφαρμοστηκε στην πραξη τον 19ο αιωνα σε συνδεση με την αναπτυξη των καπιταλιστικων κοινωνιων και του Κρατους που αντιστοιχουσε σ’ αυτες τις κοινωνιες. Η φυλακη δεν ειναι αλλωστε παρα μια απο τις τεχνικες εξουσιας που ηταν απαραιτητες για να διασφαλιστει η αναπτυξη και ο ελεγχος των παραγωγικων δυναμεων. Η πειθαρχια του εργαστηριου, η σχολικη πειθαρχια, η στρατιωτικη πειθαρχια, ολες οι πειθαρχιες υπαρξης γενικα ηταν τεχνικες επινοησεις της εποχης αυτης. Καθε τεχνικη μπορει ομως να μεταφερθει. Οι Σοβιετικοι, οπως ακριβως χρησιμοποιησαν τον τεϊλορισμο και τις αλλες μορφες διαχειρισης που ειχαν δοκιμαστει στη Δυση, ετσι υιοθετησαν και τις πειθαρχικες τεχνικες μας, προσθετοντας στο οπλοστασιο μας κι ενα καινουριο οπλο, την κομματικη πειθαρχια.

    Ερωτηση: Μου φαινεται οτι οι σοβιετικοι πολιτες δυσκολευονται πιο πολυ απο τους δυτικους να καταλαβουν την πολιτικη σημασια αυτων των μηχανισμων. Την αποδειξη τη βλεπω, μεταξυ αλλων, και στο οτι οι αντιφρονουντες του καθεστωτος εχουν δυστυχως πολλες προκαταληψεις απεναντι στους ποινικους κρατουμενους. Η περιγραφη των ποινικων απο τον Soljenitsyn σου προκαλει ριγος. Τους παρουσιαζει σαν υπανθρωπους που δεν ξερουν ουτε να εκφραστουν σε μια οποιαδηποτε γλωσσα και που δεν δειχνουν την παραμικρη συμπονια.

    Απαντηση: Ειναι σιγουρο οτι η εχθροτητα που εκδηλωνεται προς τους ποινικους απο εκεινους που στην ΕΣΣΔ θεωρουνται πολιτικοι κρατουμενοι μπορει να σοκαρει οσους πιστευουν οτι στη βαση της εγκληματικοτητας υπαρχει η αθλιοτητα, η εξεγερση, η αρνηση των εκμεταλλευσεων και των υποδουλωσεων. Αλλα πρεπει να δουμε τα πραγματα στην τακτικη τους σχετικοτητα. Πρεπει να παρουμε υποψη μας το γεγονος οτι ο πληθυσμος των «ποινικων», τοσο στην ΕΣΣΔ οσο και στη Γαλλια και αλλου, υφισταται σε φοβερο βαθμο ελεγχο και χειραγωγηση απο την ιδια την εξουσια. Και στους εγκληματιες και στους μη εγκληματιες, μειοψηφια ειναι παντα οι «εξεγερμενοι», και πλειοψηφια οι «υποταγμενοι». Πιστευετε οτι θα μπορουσε να διατηρηθει για τοσο πολυν καιρο, συντηρωντας τις φυλακες, ενα συστημα κολασμου που εχει κυριο αποτελεσμα την υποτροπη, αν η εγκληματικοτητα δεν ηταν «χρησιμη» με τον ενα ή τον αλλον τροπο; Απο τον 19ο αιωνα ηδη, δηλαδη απο πολυ νωρις, εγινε αντιληπτο οτι η φυλακη μετετρεπε τις περισσοτερες φορες τον καταδικασμενο σε εγκληματια εφ’ ορου ζωης. Πιστευετε οτι δεν θα ηταν δυνατον να επινοηθουν αλλα μεσα τιμωριας, αν αυτη ακριβως η επαγγελματοποιηση του παραβατη δεν επετρεπε να δημιουργηθει «μια εφεδρικη στρατια της εξουσιας» (για να διευθυνει τις διαφορες μορφες εμποριου, π.χ. την πορνεια• για να παρεχει πληροφοριοδοτες, μεσολαβητες, απεργοσπαστες, προβοκατορες στα συνδικατα και, πιο προσφατα, σωματοφυλακες για τους υποψηφιους των εκλογων, ακομη και των προεδρικων);

    Κοντολογις, υπαρχει μια παλια ιστορικη αντιδικια αναμεσα στους «ποινικους» και στους πολιτικους αντιφρονουντες. Κι αυτο ακομη περισσοτερο στο βαθμο που ολες οι εξουσιες ηθελαν παντα να ενταξουν και τους μεν και του δε στην ιδια «εγωιστικη», συμφεροντολογα και αγρια εγκληματικοτητα.

    Δεν λεω οτι οι ποινικοι στην ΕΣΣΔ ειναι πιστοι υπηρετες της εξουσιας. Αναρωτιεμαι ομως αν δεν ειναι απαραιτητο για τους πολιτικους (που ειναι αναγκασμενοι να αγωνιζονται σε πολυ δυσκολες συνθηκες) να διαχωρισουν τους εαυτους τους απ’ αυτην τη μαζα, να δειξουν καλα οτι ο αγωνας τους δεν ειναι αγωνας των «απατεωνων και των δολοφονων» με τους οποιους θελουν να τους εξομοιωσουν. Αυτο ομως δεν μπορει να ειναι παρα μια τακτικη.

    Οπως κι αν εχει το πραγμα, μου φαινεται δυσκολο να αποδοκιμασουμε τη σταση των σοβιετικων διαφωνουντων που φροντιζουν να μην αφηνουν να συγχεονται με τους «ποινικους». Σκεφτομαι οτι πολλοι αντιστασιακοι, οταν συλληφθηκαν κατα την περιοδο της γερμανικης κατοχης, προσπαθησαν με καθε τροπο (για πολιτικους λογους) να μην εξομοιωθουν με τους μαυραγοριτες, παρολο που η μοιρα των δευτερων ηταν λιγοτερο τρομακτικη.

    Αν μου υποβαλλατε το ιδιο ερωτημα για σημερα και για μια χωρα σαν τη Γαλλια, η απαντηση μου θα ηταν διαφορετικη. Νομιζω οτι θα ‘πρεπε να δειξουμε τη μεγαλη διαβαθμιση των παρανομων συμπεριφορων – απο την ενιοτε τιμωμενη και παντα ανεκτη συμπεριφορα του μεγαλεμπορου ναρκωτικων ή οπλων που χρησιμοποιει προς οφελος του τους νομους ως την καταδιωκομενη και τιμωρουμενη συμπεριφορα του μικροκλεφτη που αρνειται τους νομους, τους αγνοει ή παγιδευεται συχνα απ’ αυτους• θα πρεπει να δειξουμε τι μεριδιο δινει στην καθεμια η ποινικη μηχανη. Η σημαντικη διαφορα εδω δεν ειναι αναμεσα στους «ποινικους» και στους πολιτικους αλλα αναμεσα στους χρηστες του νομου, που κανουν κερδοφορες και ανεκτες παρανομιες, και στις υποτυπωδεις παρανομιες τις οποιες χρησιμοποιει ο ποινικος μηχανισμος για να κατασκευασει μονιμους εγκληματιες.

    Ερωτηση: Απο την αλλη μερια ομως υπαρχει, τοσο στην ΕΣΣΔ οσο και σ’ εμας, ενα βαθυ χασμα αναμεσα στα λαϊκα στρωματα και στους καταδικασμενους του ποινικου δικαιου. Προσφατα ειδα στην ιταλικη τηλεοραση μια εκπομπη που το τελευταιο πλανο της εδειχνε ενα νεκροταφειο στην αυλη μιας φυλακης. Εκει ειναι θαμμενοι χωρις ταφη αξια του ονοματος αυτου οσοι πεθαναν κατα την διαρκεια της ποινης τους. Οι οικογενειες δεν ερχονται να παρουν το λειψανο επειδη η μεταφορα στοιχιζει ακριβα αλλα και επειδη νιωθουν ντροπη. Οι εικονες αυτες μου φαινεται πως φερουν εναν βαθυ κοινωνικο συμβολισμο.

    Απαντηση: Η ρηξη αναμεσα στην κοινη γνωμη και τους εγκληματιες εχει την ιδια ιστορικη προελευση με το συστημα της φυλακης. Ή μαλλον ειναι ενα απο τα σημαντικα οφελη που αποκομισε η εξουσια απο αυτο το συστημα. Μεχρι τον 18ο αιωνα – και, σε ορισμενες περιοχες της Ευρωπης, μεχρι τον 19ο αιωνα ή ακομη και τις αρχες του 20ου– δεν υπηρχε αναμεσα στους εγκληματιες και στα πλατια στρωματα του πληθυσμου η σχεση εχθροτητας που υπαρχει σημερα. Το χασμα μεταξυ πλουσιων και φτωχων ηταν τοσο βαθυ, η εχθροτητα μεταξυ τους τοσο μεγαλη που ο κλεφτης – αυτος ο σφετεριστης του πλουτου – ηταν προσωπο που γινοταν δεκτο με αρκετα καλο τροπο.

    Μεχρι τον 17ο αιωνα ο ληστης και ο κλεφτης ευκολα μπορουσαν να μετατραπουν σε ηρωικα προσωπα. Ο Mandrin, o Guillery κτλ., αφησαν στην λαϊκη μυθολογια μια εικονα που, παρα τις σκιες που τη θολωναν, ηταν πολυ θετικη. Το ιδιο εγινε και τους σικελους και κορσικανους ληστες, με τους ναπολιτανους κλεφτες… Αυτη η παρανομη συμπεριφορα που γινοταν ανεκτη απο το λαο αρχισε να φαινεται σαν σοβαρος κινδυνος οταν η καθημερινη κλοπη, η μικροαπατη εγιναν πολυ δαπανηρες για τη βιομηχανικη εργασια και για την αστικη ζωη. Τοτε επιβληθηκε μια καινουρια πειθαρχια σε ολες τις κοινωνικες ταξεις (ηθικοτητα, νομιμοφροσυνη, αποταμιευση, απολυτος σεβασμος της ιδιοκτησιας).

    Χρειαζοταν λοιπον, απο τη μια μερια, να προστατευτει αποτελεσματικοτερα ο πλουτος και, απο την αλλη, να αποκτησει ο λαος μια αρνητικη σταση απεναντι στην παρανομη συμπεριφορα. Ετσι, η εξουσια καταφερε να δημιουργησει – και η φυλακη συνεβαλε πολυ σ’ αυτο – εναν πυρηνα παρανομων που δεν ειχαν πραγματικη επικοινωνια με τα πλατια στρωματα του πληθυσμου και που δεν γινονταν δεκτοι με ανεκτικοτητα απ’ αυτα τα στρωματα. Εξαιτιας μαλιστα της απομονωσης αυτης ο πυρηνας των παρανομων μπορουσε ευκολα να γινει προσιτος απο την αστυνομια (η οποια μπορουσε να διεισδυσει σ’ αυτον) και μπορουσε να αναπτυξει την ιδεολογια του «ειδικου περιβαλλοντος» που σχηματιστηκε κατα τη διαρκεια του 19ου αιωνα. Δεν πρεπει λοιπον να παραξενευομαστε που βρισκουμε σημερα στον πληθυσμο μια δυσπιστια, μια περιφρονηση, μια εχθρα για τον παρανομο: ειναι το αποτελεσμα των πενηντα χρονων πολιτικης, αστυνομικης, ιδεολογικης δουλειας. Δεν πρεπει επισης να παραξενευομαστε που βρισκουμε το ιδιο φαινομενο στην ΕΣΣΔ σημερα.

    Ερωτηση: Ενα μηνα μετα την προβολη απο την τηλεοραση του ντοκιμαντερ για το στρατοπεδο συγκεντρωσης στην Ριγα, η απελευθερωση του μαθηματικου Leonid Pliouchtch εφερε στο προσκηνιο της επικαιροτητας μια αλλη πλευρα της καταπιεσης στην ΕΣΣΔ που, αλιμονο, ειναι αρκετα παλια: τον εγκλεισμο των αντιφρονουντων σε ψυχιατρικα ιδρυματα.

    Απαντηση: Ο εγκλεισμος ενος πολιτικου αντιφρονουντος σε ενα ασυλο ειναι ιδιαιτερα παραδοξος για μια χωρα που λεει οτι ειναι σοσιαλιστικη. Οταν προκειται για εναν δολοφονο ή για τον βιαστη ενος μικρου κοριτσιου, το να ψαξεις να βρεις τα κινητρα του αδικηματος στην παθολογια του δραστη και να προσπαθησεις να τον θεραπευσεις με μια καταλληλη αγωγη ειναι κατι που θα μπορουσε ισως να δικαιολογηθει – εν πασει περιπτωσει δεν ειναι παραλογο. Αντιθετα, ο πολιτικος αντιφρονων (θελω να πω εκεινος που δεν δεχεται το συστημα, δεν το καταλαβαινει, το αρνειται) ειναι, απ’ ολους τους πολιτες της ΕΣΣΔ, εκεινος που δεν θα ‘πρεπε σε καμια περιπτωση να θεωρηθει αρρωστος: θα ‘πρεπε να ‘ναι το αντικειμενο μιας παρεμβασης αποκλειστικα πολιτικου χαρακτηρα, που θα ‘χε σκοπο να του ανοιξει τα ματια, να του ανεβασει το επιπεδο συνειδησης, να τον κανει να καταλαβει οτι η σοβιετικη πραγματικοτητα ειναι κατανοητη και αναγκαια, επιθυμητη και αξιαγαπητη. Αλλα, αντιθετα, οι πολιτικοι αντιφρονουντες γινονται περισσοτερο απ’ τους αλλους αντικειμενο μιας θεραπευτικης παρεμβασης. Αυτο δεν σημαινει ομως οτι δεχεσαι εξαρχης οτι δεν ειναι δυνατον, με λογικους ορους, να πεισεις καποιον οτι η εναντιωση του δεν στεκει;

    Δεν σημαινει οτι δεχεσαι οτι το μονο μεσο για να κανεις παραδεκτη τη σοβιετικη πραγματικοτητα σε οσους δεν την αγαπουν, ειναι να επεμβεις αυταρχικα, με φαρμακευτικες τεχνικες, στις ορμονες και στους νευρωνες τους; Υπαρχει εδω ενα πολυ αποκαλυπτικο παραδοξο: η σοβιετικη πραγματικοτητα δεν μπορει να γινει αγαπητη παρα μονο με το λαργκακτιλ. Μηπως ειναι «ανησυχητικη» και γι’ αυτο χρειαζονται τα «ηρεμιστικα» για να την κανουν αποδεκτη; Οι ηγετες του καθεστωτος απαρνηθηκαν την ορθολογικοτητα της «επαναστασης» τους, φροντιζοντας πια μονο για τη διατηρηση των μηχανισμων της υποταγης; Σε τελευταια αναλυση, οι κολαστηριες τεχνικες που χρησιμοποιουνται στην ΕΣΣΔ αποκαλυπτουν αυτη τη θεμελιωδη αρνηση ολων των στοιχειων που χαρακτηριζουν το σοσιαλιστικο σχεδιο.

    Ερωτηση: Υπαρχει ομως κι εκει μια εξελιξη. Ο καταπιεστικος χαρακτηρας του συστηματος μαλακωσε πολυ. Τον καιρο του Stalin ολος ο κοσμος ετρεμε: σημερα εισαστε διευθυντης ενος εργοστασιου• αυριο μπορουσατε να βρεθειτε σε ενα στρατοπεδο συγκεντρωσης. Σημερα υπαρχει ενας ορισμενος αριθμος απο ανθρωπους που δεν μπορει να τους θιξει το καθεστως. Αν ειστε ακαδημαϊκος, δεν πατε πια φυλακη. Οχι μονο ο Ζαχαρωφ ειναι συνεχως ελευθερος, αλλα και απο τους εξακοσιους σοβιετικους ακαδημαϊκους μονο οι εβδομηνταν υπεγραψαν το κειμενο που καταγγειλε τον Ζαχαρωφ. Αυτο σημαινει οτι οι αλλοι ειχαν την δυνατοτητα να πουν: «Οχι, δεν υπογραφω». Πριν απο εικοσι χρονια αυτο ηταν αδιανοητο.

    Απαντηση: Λετε πως ο τρομος μειωθηκε. Αυτο ειναι σιγουρο. Αλλα, κατα βαθος, ο τρομος δεν ειναι το αποκορυφωμα της πειθαρχιας, αλλα η αποτυχια της. Στο σταλινικο καθεστως, ακομη και ο αρχηγος της αστυνομιας μπορουσε να εκτελεστει μια ωραια πρωια καθως εβγαινε απο το υπουργικο συμβουλιο. Κανενας αρχηγος του NKVD δεν πεθανε στο κρεβατι του. Υπηρχε ενα συστημα απο το οποιο δεν μπορουσε να αποκλειστει ο κλονισμος και η αλλαγη• τελικα, κατι μπορουσε να συμβει. Ας πουμε οτι ο τρομος ειναι παντα αντιστρεπτος• στρεφεται μοιραια εναντιον αυτων που τον ασκουν. Ο φοβος ειναι κυκλικος. Απο τη στιγμη ομως που οι υπουργοι, οι αστυνομοι, οι ακαδημαϊκοι, ολοι οι υπευθυνοι του Κομματος γινονται μονιμοι και δεν εχουν να φοβηθουν πια καθολου για την ακεραιοτητα τους, η πειθαρχια λειτουργει κατω σε πληρη ενταση χωρις να υπαρχει ακομη και η καπως χιμαιρικη αλλα παντα παρουσα δυνατοτητα για μια αντιστροφη. Η πειθαρχια θριαμβευει, διχως σκια και διχως κινδυνο.

    Νομιζω οτι οι κοινωνιες του 18ου αιωνα επινοησαν την πειθαρχια επειδη οι μεγαλοι μηχανισμοι του τρομου ειχαν γινει πολυ δαπανηροι και πολυ επικινδυνοι. Απο την αρχαιοτητα και μετα τι ηταν ο τρομος; Ηταν ο στρατος, στις διαθεσεις του οποιου παραδινοταν ενας ολοκληρος πληθυσμος. Ηταν ο στρατος, ο οποιος εκαιγε, λεηλατουσε, βιαζε, εσφαζε. Ενας βασιλιας, οταν ηθελε να εκδικηθει για καποια εξεγερση, εξαπελυε τα στρατευματα του. Μεσο θεαματικο αλλα δαπανηρο, το οποιο δεν ηταν δυνατον πια να χρησιμοποιηθει απο τη στιγμη που υπηρχε μια οικονομια σχολαστικα υπολογισμενη, απο τη στιγμη που δεν ηταν δυνατον πια να θυσιαστουν οι συγκομιδες, οι μανιφακτουρες, οι βιομηχανικοι εξοπλισμοι. Εξου και η αναγκαιοτητα να βρεθει κατι αλλο: οι εφαρμοσμενες, συνεχεις και σιωπηρες πειθαρχιες.

    Το στρατοπεδο συγκεντρωσης ηταν μια ενδιαμεση συνταγη αναμεσα στον μεγαλο τρομο και στην πειθαρχια, στο βαθμο που επετρεπε, απο τη μια μερια, τον εκφοβισμο των ανθρωπων και, απο την αλλη, την υποταγη των επιφοβων μεσα σε ενα πειθαρχικο πλαισιο που ηταν ομοιο με του στρατωνα, του νοσοκομειου, του εργοστασιου, αλλα πολλαπλασιασμενο επι δεκα, επι εκατο, επι χιλια…

    Ερωτηση: Ξαναβρισκουμε εδω την εντελως εσφαλμενη αλλα κοινη σε ολα τα σωφρονιστικα συστηματα ιδεα οτι η χειρωνακτικη εργασια ειναι ενα μεσο επανορθωσης;

    Απαντηση: Προκειται για κατι που ηταν ηδη εγγεγραμμενο στο ευρωπαϊκο κολαστηριο συστημα του 19ου αιωνα: αν καποιος διεπραττε ενα αδικημα ή ενα εγκλημα, το εκανε επειδη δεν εργαζοταν. Αν εργαζοταν, δηλαδη αν ειχε πιαστει απο το πειθαρχικο συστημα που προσηλωνει το ατομο στην εργασια του, δεν θα ειχε διαπραξει το αδικημα. Επομενως, με ποιον τροπο πρεπει να τον τιμωρησουμε; Φυσικα, με την εργασια. Το παραδοξο ομως ειναι οτι αυτη η εργασια που παρουσιαζεται σαν επιθυμητη και σαν μεσο επανεισαγωγης του παραβατη στην κοινωνια χρησιμοποιειται τελικα σαν οργανο φυσικης διωξης, επιβαλλοντας στον καταδικασμενο, απο το πρωι ως το βραδυ, την πιο αχαρη, μονοτονη, βαναυση, κουραστικη, εξαντλητικη και, στην εσχατη περιπτωση, θανασιμη εργασια.

    Παραξενη πολυασθενεια της εργασιας: τιμωρια, αρχη ηθικης μεταστροφης, τεχνικη επαναπροσαρμογης, κριτηριο βελτιωσης και τελικος σκοπος. Η χρησιμοποιηση της, συμφωνα μ’ αυτο το σχημα, ειναι ακομη πιο παραδοξη στην ΕΣΣΔ. Απο δυο πραγματα, το ενα: ή η εργασια που επιβαλλεται στους κρατουμενους (ποινικους ή πολιτικους, δεν εχει και μεγαλη σημασια εδω) ειναι ιδιας φυσης με την εργασια ολων των εργαζομενων στην ΕΣΣΔ. Αλλα αυτη η εργασια που δεν ειναι αντικειμενο εκμεταλλευσης, που ειναι απο-αλλοτριωμενη, σοσιαλιστικη, δεν πρεπει να ‘ναι παρα πολυ απεχθης, εφοσον δεν μπορει να επιτελειται παρα μονο μεσα σε συρματοπλεγματα και με σκυλια σε επιφυλακη; Ή προκειται για μια υποεργασια, για μια εργασια-τιμωρια. Πρεπει ομως να πιστεψουμε οτι μια σοσιαλιστικη χωρα προωθει την ηθικη και πολιτικη επανα-διαπαιδαγωγηση των πολιτων της μεσω μιας τοσο υποτιμητικης καρικατουρας της εργασιας; Μου φαινεται αλλωστε πως ουτε η Κινα ξεφευγει απ’ αυτην την παραδοξη χρησιμοποιηση της εργασιας της τιμωριας…

    Πολυν καιρο ασχοληθηκαν οι ανθρωποι με το ποιες πραξεις επρεπε να τιμωρουνται• πολυν καιρο ασχοληθηκαν επισης με τον τροπο με τον οποιο επρεπε να τιμωρουν. Και να που ηρθαν τωρα τα παραξενα ερωτηματα: «Πρεπει να τιμωρουμε;», «Τι σημαινει τιμωρω;», «Γιατι αυτη η συνδεση, η φαινομενικα τοσο αυτονοητη, μεταξυ εγκληματος και τιμωριας;». Το οτι πρεπει να τιμωρουμε ενα εγκλημα μας ειναι πολυ οικειο, πολυ κοντινο, πολυ αναγκαιο και, ταυτοχρονα, κατι σκοτεινο (απροσδιοριστο) μας κανει να αμφιβαλλουμε. Παρατηρηστε τη φαυλη ανακουφιση ολων – δικαστων, δικηγορων, κοινης γνωμης, δημοσιογραφων – οταν φτανει εκεινο το καθαγιασμενο απο το νομο και την αληθεια προσωπο που λεει: «Μα οχι, ησυχαστε, μην ντρεπεστε να τιμωρησετε, δεν θα τιμωρησετε αλλα, χαρη σε μενα που ειμαι γιατρος (ή ψυχιατρος ή ψυχολογος), θα επαναπροσαρμοσετε και θα θεραπευσετε». «Λοιπον, φυλακη» λενε οι δικαστες στον κατηγορουμενο. Και σηκωνονται εκστατικοι γιατι οι ιδιοι εχουν αθωωθει.

    Το να προτεινουμε μια «αλλη λυση» για την τιμωρια δεν ειναι παρα μια αποφυγη του αληθινου προβληματος, που δεν ειναι το προβλημα του νομικου πλαισιου του κολασμου ουτε της τεχνικης του, αλλα το προβλημα της εξουσιας που τιμωρει.

    Γι’ αυτον τον λογο με ενδιαφερει το προβλημα της ποινικοτητας στην ΕΣΣΔ. Μπορει βεβαια κανεις να κοροϊδεψει τις θεωρητικες αντιφασεις που σημαδευουν την ποινικη πρακτικη των Σοβιετικων• αλλα προκειται για θεωριες που σκοτωνουν και για αντιφασεις λασπης και αιματος. Μπορει επισης κανεις να εκπλαγει με το οτι οι Σοβιετικοι δεν μπορεσαν να επεξεργαστουν καινουριες απαντησεις για τα εγκληματα, για τις εναντιωσεις και για τα διαφορα αδικηματα• μπορει κανεις ή μαλλον πρεπει να αγανακτησει με το οτι δανειστηκαν τις μεθοδους που εφαρμοζε η αστικη ταξη κατα την περιοδο της μεγαλυτερης ρωμης της (στην αρχη του 19ου αιωνα), και με το οτι τις μεγεθυναν και τις εκαναν πιο σχολαστικες, με την εννοια του απειρως μεγαλου και του απειρως μικρου.

    Η μηχανικη της εξουσιας, τα συστηματα ελεγχου, επιτηρησης, κολασμου που υπαρχουν σημερα στην ΕΣΣΔ ειναι, με μεγαλυτερες διαστασεις, τα συστηματα που ειχε αναγκη (με μια μορφη πολυ περιορισμενη και ασχηματιστη) για μια περιοδο η αστικη ταξη της Δυσης για να εδραιωσει την κυριαρχια της. Αυτο ομως μπορουμε να το πουμε και για πολλους πραγματικους ή φανταστικους σοσιαλισμους• αναμεσα στην αναλυση της εξουσιας στο αστικο κρατος και στη θεση του μελλοντικου μαρασμου της δεν υπαρχει η αναλυση, η κριτικη, το γκρεμισμα, η ανατροπη των μηχανισμων εξουσιας. Ο σοσιαλισμος, οι σοσιαλισμοι, δεν χρειαζονται μια αλλη χαρτα των ατομικων ελευθεριων ή μια νεα διακηρυξη των δικαιωματων του ανθρωπου: αυτο ειναι κατι ευκολο, αρα ανωφελο. Αν θελουν να αγαπηθουν και να μην αποθαρρυνουν πια, αν θελουν να γινουν επιθυμητοι, πρεπει να απαντησουν στο ερωτημα της εξουσιας και της ασκησης της. Πρεπει να επινοησουν μια ασκηση της εξουσιας που να μην προκαλει φοβο. Αυτο θα ηταν η καινοτομια τους.

  40. Kim Yiongk Oun on

    «ενοχής λόγω συγγένειας»

    Η κατηγορία αυτή συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ στη νομοθεσία της Βόρειας Κορέας:
    —————————————————————-

    Πρώην σύντροφος του Κιμ Γιονγκ-ουν εκτελέστηκε για συμμετοχή σε ταινία πορνό (;)

    07:30, 30 Αυγ 2013 |

    Η πρώην σύντροφος του βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ουν, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα μαζί με δώδεκα περίπου συναδέλφους της μουσικούς που κατηγορούνταν για παραβίαση του νόμου περί πορνογραφίας, σύμφωνα με δημοσιεύματα γνωστής εφημερίδας της Βόρειας Κορέας.

    Μάλιστα, αναφέρεται ότι ο δικτάτορας είχε παρακολουθήσει την πρώην αγαπημένη του να τραγουδά σε συναυλία μόλις εννέα ημέρες πριν τη σύλληψη και τη δολοφονία της.

    Η Chosun Ilbo αναφέρει ότι οι μουσικοί μιας διάσημης ορχήστρας και ενός pop συγκροτήματος συνελήφθησαν στις 17 Αυγούστου, με την κατηγορία ότι βιντεοσκοπήθηκαν ενώ έκαναν σεξ και στη συνέχεια πούλησαν αντίγραφα των ταινιών, παραβιάζοντας δηλαδή τους νόμους κατά της πορνογραφίας της Βόρειας Κορέας.

    Επιπλέον, μερικοί από τους μουσικούς βρέθηκαν να έχουν στην κατοχή τους Βίβλους και αντιμετωπίστηκαν ως αντιφρονούντες, όπως σημείωσε ανώνυμη πηγή της εφημερίδας.

    Εκτελέστηκαν δημόσια τρεις ημέρες αργότερα, ενώ τα υπόλοιπα μέλη των Unhasu Orchestra και Wangjaesan Lighth Music Band αναγκάστηκαν να παρακολουθούν.

    Όπως προτάσσουν οι κανονισμοί της χώρας περί «ενοχής λόγω συγγένειας», οι οικογένειες των εκτελεσθέντων κλείστηκαν στη συνέχεια σε στρατόπεδα κράτησης, σύμφωνα πάντοτε με τις αναφορές της εφημερίδας.

    Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι βρίσκεται και η τραγουδίστρια Hyon Song-wol. Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας τη γνώρισε πριν από μία δεκαετία και φημολογούταν ότι ήταν σύντροφοι μέχρι ο πατέρας του Κιμ, ο Κιμ Γιονγκ-Ιλ, αποδοκίμασε τη σχέση.

    Τα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν εικόνες με τον δικτάτορα να παρακολουθεί μία συναυλία της Hyon και των συγκροτημάτων στις 8 Αυγούστου στην Πιονγιάνγκ, μετά τις φήμες που είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ότι το ζευγάρι συνέχισε τη σχέση του μετά το γάμο και των δύο με άλλους συζύγους. Κατά την εφημερίδα, η σύζυγος του δικτάτορα, Ri Sol-ju υπήρξε και αυτή στο παρελθόν μέλος της «Unjasu Orchestra», πριν παντρευτεί.

    Καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξακριβωθούν οι πληροφορίες από το κλειστό κομμουνιστικό κράτος, ένας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Waseda του Τόκυο, δήλωσε στην Daily Telegraph ότι φαίνεται πως υπάρχει «πολιτικός λόγος» πίσω από τις δολοφονίες.

    Ο Toshimitsu Shigemura υπογράμμισε επίσης ότι «εάν αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάνει μόνον πορνογραφικά βίντεο, τότε δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η τιμωρία τους ήταν η εκτέλεση». «Θα μπορούσαν να είχαν “εξαφανιστεί” μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα αντ’ αυτού».

    Ο καθηγητής Shigemura θεωρεί ότι είτε πίσω από τις εκτελέσεις κρύβονται πολιτικές αιτίες είτε η σύζυγος του Κιμ, που κάποτε ήταν μέλος στο ίδιο συγκρότημα, έβαλε το χέρι της.

    Πηγή: independent.co.uk
    Απόδοση-Μετάφραση: Κατρίν Αλαμάνου

    http://tvxs.gr/news/kosmos/i-proin-syntrofos-toy-kim-giongk-oyn-ektelestike-gia-symmetoxi-se-tainia-porno

  41. […] Ιουνίου, ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ για το σταλινισμό και τις σταλινικές διώξεις. Συμμετέχουν Όλγα Σεβαστίδου, κοινωνική […]

  42. […] «εχθρός του λαού» στην Κεντρική  Ασία, στο πλαίσιο της σταλινικής αντιμειονοτικής πολιτικής. Το 1985 επέστρεψαν οικογενειακώς στη Νότια Ρωσία και το […]

  43. […] συμμάχους”. Τέτοια σελίδα της Ιστορίας αποτελούν οι σταλινικές διώξεις κατά της ελληνικής μειονότητας που πραγματοποιήθηκαν […]

  44. 1913: When Hitler, Trotsky, Tito, Freud and Stalin all lived in the same place

    By Andy Walker

    A century ago, one section of Vienna played host to Adolf Hitler, Leon Trotsky, Joseph Tito, Sigmund Freud and Joseph Stalin.

    In January 1913, a man whose passport bore the name Stavros Papadopoulos disembarked from the Krakow train at Vienna’s North Terminal station.

    Of dark complexion, he sported a large peasant’s moustache and carried a very basic wooden suitcase.

    «I was sitting at the table,» wrote the man he had come to meet, years later, «when the door opened with a knock and an unknown man entered.

    «He was short… thin… his greyish-brown skin covered in pockmarks… I saw nothing in his eyes that resembled friendliness.»

    The writer of these lines was a dissident Russian intellectual, the editor of a radical newspaper called Pravda (Truth). His name was Leon Trotsky.

    Continue reading the main story
    The Vienna of 1913

    Stalin, Freud and Hitler
    Soviet dictator Joseph Stalin spent a month in the city, meeting Trotsky and writing Marxism and the National Question, with Nikolay Bukharin
    The neurologist Sigmund Freud moved to Vienna in 1860 as a child and left the city in 1938 after the Nazis annexed Austria
    Nazi leader Adolf Hitler is believed to have lived there between 1908 and 1913 where he struggled to make a living as a painter
    Josip Broz, later Yugoslav leader Marshal Tito, was a metalworker before being drafted into the Austro-Hungarian army
    Russian revolutionary Leon Trotsky lived in Vienna from about 1907 to 1914, launching paper Pravda – The Truth
    BBC History – The Rise of Adolf Hitler
    The man he described was not, in fact, Papadopoulos.

    He had been born Iosif Vissarionovich Dzhugashvili, was known to his friends as Koba and is now remembered as Joseph Stalin.

    Trotsky and Stalin were just two of a number of men who lived in central Vienna in 1913 and whose lives were destined to mould, indeed to shatter, much of the 20th century.

    It was a disparate group. The two revolutionaries, Stalin and Trotsky, were on the run. Sigmund Freud was already well established.

    The psychoanalyst, exalted by followers as the man who opened up the secrets of the mind, lived and practised on the city’s Berggasse.

    The young Josip Broz, later to find fame as Yugoslavia’s leader Marshal Tito, worked at the Daimler automobile factory in Wiener Neustadt, a town south of Vienna, and sought employment, money and good times.

    Then there was the 24-year-old from the north-west of Austria whose dreams of studying painting at the Vienna Academy of Fine Arts had been twice dashed and who now lodged in a doss-house in Meldermannstrasse near the Danube, one Adolf Hitler……
    …………………
    http://www.bbc.co.uk/news/magazine-21859771
    ————————————————————————

    Όταν ο Στάλιν λεγόταν Σταύρος Παπαδόπουλος

    Τον Ιανουάριο του 1913 ένας άνδρας του οποίου το ελληνικό διαβατήριο έφερε το όνομα Σταύρος Παπαδόπουλος ταξίδεψε από τη Ρωσία μέσω Κρακοβίας και αποβιβάστηκε από το τρένο στο σταθμό του Βορρά της Βιέννης , αναφέρει το BBC για να συνεχίσει την περιγραφή, που… την αποδίδει στον τότε αρχισυντάκτη της εφημερίδας Pravda (Η Αλήθεια) Λέων Τρότσκι.

    «Επρόκειτο για έναν άνδρα με μεγάλο επαρχιώτικο μουστάκι που κουβαλούσε μια απλή ξύλινη βαλίτσα…ήταν κοντός, αδύνατος το σκουρόχρωμο δέρμα του καλυπτόταν από τα σημάδια της ευλογιάς…δεν είδα τίποτα στα μάτια του που να μαρτυρά φιλικότητα» αναφέρει ο Τρότσκι.

    Όμως ο Σταύρος Παπαδόπουλος που περιγράφει ο Τρότσκι δεν είναι άλλος από τον Ιωσήφ Στάλιν. Το κανονικό του όνομα ήταν Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι και όταν έφτασε στη Βιέννη ήταν 34 ετών, συνομήλικος του Τρότσκι.

    Το «Κομπά» Στάλιν, όπως τον αποκαλούσαν στους επαναστατικούς κύκλους ήταν απαγορευτικό πλέον και ήταν βέβαιο πως εάν ταξίδευε με το κανονικό του όνομα στην τότε Αυστροουγγαρία θα συλλαμβάνονταν αμέσως.

    Όμως με το όνομα Σταύρος Παπαδόπουλος μπορούσε να διάγει ακόμη και ως πολιτικός εξόριστος, μια ζωή με λιγότερους κινδύνους.

    Όπως και να έχει όταν ο Στάλιν και ο Τρότσκι ζούσαν απελπισμένες ζωές στη Βιέννη, την ίδια ακριβώς περίοδο, στην ίδια πόλη είχε ήδη καθιερωθεί ο Ζίγκμουντ Φρόιντ. Επίσης την ίδια περίοδο στη Βιέννη ζούσε και εργαζόταν στην αυτοκινητοβιομηχανία Daimler ο νεαρός τότε Γιόσιπ Μπροζ, μετέπειτα (το 1914) χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τίτο, επρόκειτο για τον ιδρυτή του μεταπολεμικού Γιουγκοσλαβικού κράτους.

    Στη Βιέννη, στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας η οποία απαρτιζόταν από 15 έθνη και περισσότερους από 50 εκατομμύρια υπηκόους, το 1913 οι μισοί από τα δύο εκατομμύρια κατοίκους είχαν γεννηθεί εκεί, οι γλώσσες που ομιλούνταν ήταν πολλές, όπως και οι πολιτισμικές επιρροές. Στα καφέ, Οθωμανικό κατάλοιπο, γίνονταν ζυμώσεις και γνωριμίες. Ο καθένας από τους μεγάλους άνδρες που προαναφέραμε και διαμόρφωσαν τον εικοστό αιώνα, είχαν τα δικά τους στέκια, όπως άλλωστε και ο Χίτλερ που επίσης ζούσε εκεί.

    Παρότι ακούγεται η ιδανική πόλη για να ζει κανείς εκεί την εποχή εκείνη, μάλλον το αντίθετο ίσχυε για τους πολλούς που ζούσαν σε τρώγλες και δυσώδεις γειτονιές. Ενδεικτικό της τότε κατάστασης είναι ότι το 1913 1.500 αυτοκτόνησαν.

    http://www.simerini.net/2013/04/blog-post_7329.html

  45. […] της Κριμαίας για την ελληνική κοινότητα της πόλης, τις σταλινικές διώξεις του 1937 και τη μαζική εκτόπιση του πληθυσμού στην […]

  46. ΧΧΧ on

    Εκλογομαγειρέματα Μπουραΐμη και Συμέλας στους Πόντιους

    ΣΥΜΕΛΑ ΚΑΛΑΝΙΔΟΥ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΪΜΗΣ

    Μετά τους νέους, τους οποίους εξαπάτησε με μαϊμού πεντάμηνα, η σημερινή διοίκηση του Δήμου Φυλής ετοιμάζεται, τώρα, να εκμεταλλευθεί μια, ακόμα, κοινωνική ομάδα.
    Αυτή τη φορά στο στόχαστρό της μπήκαν οι παλιννοστούντες από τη Σοβιετική Ένωση Έλληνες του Πόντου, στους οποίους υπόσχεται διεκδίκηση αποζημιώσεων για τις διώξεις που υπέστησαν οι πρόγονοί τους στην πρώην ΕΣΣΔ (Ρωσία), επί Στάλιν. Σημειωτέον ότι οι διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης που ξεκίνησαν το 1937 και τερματίστηκαν το 1949, με τη μαζική και βίαιη μεταφορά της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία, αποτελούν μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας ΚΛΙΚ 1 και ΚΛΙΚ 2
    Στο νέο επεισόδιο προεκλογικής …φαντασίας πρωταγωνιστεί η Ποντιακής καταγωγής, Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου Άνω Λιοσίων και στενή συνεργάτιδα του Δημάρχου Δημήτρη Μπουραΐμη, Συμέλα Καλανίδου. Με πρωτοβουλία της τελευταίας, κλήθηκαν, την περασμένη εβδομάδα, οι Πόντιοι των Άνω Λιοσίων, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου, για ενημέρωση, από Ρώσο δικηγόρο, σχετικά με τις αποζημιώσεις.
    Ο ΦΥΛΑΡΧΟΣ, που παρευρέθηκε στην συγκέντρωση, διαπίστωσε ότι στην πρόσκληση της Συμέλας Καλανίδου ανταποκρίθηκαν πάνω από πενήντα άτομα, στα οποία τονίστηκε ότι με νόμο του 1991, που ψηφίστηκε επί Προεδρίας Μπόρις Γέλτσιν μπορούν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από το Ρωσικό κράτος.
    Όπως, εύκολα, μπορεί να υποθέσει ο καθένας, πίσω από την «αθώα» πρόσκληση κρύβονται προεκλογικές σκοπιμότητες, που υπηρετούνται με ένα πρωτόγονο εμπόριο ελπίδας, το οποίο στοχεύει στις ψήφους των παλιννοστούντων στις δημοτικές εκλογές της 18ης Μαΐου. Δεν εξηγείται διαφορετικά η πρεμούρα για ένα θέμα που δεν προέκυψε τώρα, αλλά είναι γνωστό από το 1991…
    Τα παραπάνω ενισχύει το γεγονός ότι δεν μοιράστηκε έντυπο στους παρισταμένους έντυπο υλικό, ούτε δρομολογήθηκε κάποια νομική διαδικασία διεκδίκησης.
    Ζητήθηκαν όμως, για ευνόητους λόγους, οι διευθύνσεις και τα τηλέφωνά τους, ώστε να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους η Συμέλα Καλανίδου και οι συνεργάτες της.
    Αρχής γενομένης από την επομένη Κυριακή…

    http://fylarhos.blogspot.gr/2014/05/blog-post_8011.html

  47. Zaphodredflecteu on

    redflecteur Αυγούστου 24, 2014 at 9:47 μμ
    Διαγραφή-επανεγγραφή μνήμης και λογικής

    http://galaxyarchis.wordpress.com/2014/08/24/reconstructing-memory/

    Χθες ήταν η ημέρα που γιορτάσαμε την «Ενεργό Ευρωπαϊκή Μνήμη». Ή, αναλυτικότερα, «η 23η Αυγούστου ανακηρύσσεται Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού, με σκοπό τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων των μαζικών εκτοπίσεων και εξοντώσεων, και ταυτόχρονα, την εδραίωση της δημοκρατίας καθώς και την ενίσχυση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ήπειρο μας». Ή, ορθότερα, πώς μπορείτε με ένα κείμενο λίγων παραγράφων να διαγράψετε και επανεγγράψετε την Ευρωπαϊκή Μνήμη, όπως σας βολεύει.

    Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να διαγράψεις τη μνήμη με ένα επίσημο κείμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κείμενο αυτό δεν είναι το εργαλείο διαγραφής της μνήμης, αλλά το αποτέλεσμά της. Αποτέλεσμα μίας συστηματικής, πολύχρονης και ιδιαίτερα σχολαστικής επανεγγραφής της Ιστορίας στη Δύση και πολυεπίπεδης διάδοσης της νέας εκδοχής. Το κείμενο αυτό δεν θα υπήρχε αν η Ευρωπαϊκή Μνήμη ήταν όντως Ενεργή. Το κείμενο αυτό υπήρξε ακριβώς γιατί προηγήθηκε η εξόντωση της Ευρωπαϊκής Μνήμης.

    Όσα ακολουθούν όμως δεν έχουν να κάνουν με το ψήφισμα εκείνο του 2008, μέσω του οποίου τσουβαλιάστηκε πρακτικά, θεσμικά και επίσημα ο ναζισμός με τον αντιναζισμό. Ούτε με το κατά πόσο ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ένας πόλεμος εναντίον του ναζισμού, ή ο πιο ευρύς και καταστροφικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος που γνώρισε η Ανθρωπότητα (σ.σ. το δεύτερο ήταν). Αυτά τα γράφει πολύ καλύτερα και αναλυτικότερα, ο καλός φίλος Ιουλιανός στο e-book που ανέβηκε από χθες στο μπλογκ Redflecteur, με τίτλο “Ενεργός Ευρωπαϊκή Μνήμη – Η Δολοφονία της Ιστορίας” (εδώ και το pdf). Ένα βιβλίο που συστήνω να διαβάσετε ανεπιφύλακτα, καθώς τέτοια κείμενα ακριβώς διασφαλίζουν την Ενεργό Ευρωπαϊκή Μνήμη.
    Η δυτικόστροφη ανάγνωση της πραγματικότητας

    Με αφετηρία όλα τα παραπάνω, θα προσπαθήσω να βάλω σε μία σειρά τις σκέψεις μου για την ευρύτερη παράνοια που κυριαρχεί, όσο η Δύση -και όλη η Ανθρωπότητα- βυθίζεται σε ένα νέο, μεγάλο και χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο, κύκλο κρίσης. Σκέψεις που ήθελα να γράψω εδώ και πολλούς μήνες και έχουν συσσωρευθεί, σε σημείο τέτοιο, ώστε μου είναι πλέον δύσκολο να περιοριστώ στα απολύτως απαραίτητα. Αλλά θα το προσπαθήσω.

    Ο Δυτικός Άνθρωπος (και επιστρέψτε μου αυτήν την κακόηχη ίσως γενίκευση, χάρην ευκολίας και μόνο) αντιλαμβάνεται την Ιστορία της Ανθρωπότητας πάντα συγκριτικά και σε σχέση με το δικό του -μονίμως μετακινούμενο- σύστημα ιστορικών συντεταγμένων. Ο Δυτικός Άνθρωπος οπλισμένος με το Διαφωτισμό, όχι ως πραγματικό κεκτημένο, αλλά ως Ιερό Βιβλίο, και κυρίως εξοπλισμένος με την τεχνολογική και οικονομική πρωτοκαθεδρία του, δεν διαβάζει την Ιστορία. Ορίζει την Ιστορία. Ή για να είμαι πιο ακριβής, νομίζει ότι ορίζει την ιστορία. Το πόσο διάτρητη είναι τελικά αυτή η αντιεπιστημονική -και γραμμική κατά βάση- ανάγνωση της ιστορίας μπορεί να κρύβεται στις εποχές που δεν αμφισβητείται η ηγεμονία του, αλλά βγαίνει στην επιφάνεια σε περιόδους βαθιάς κρίσης (όχι μόνο οικονομικής).

    Έτσι και σήμερα, παρατηρούμε την στροφή των -θεωρητικά- φορέων του Διαφωτισμού, σε ένα υπερσυντηρητικό, αντιδιαλεκτικό, δογματικό και συνεπώς σκοταδιστικό πλαίσιο. Ο αναθεωρητισμός των περασμένων δεκαετιών, που από όπλο στον πόλεμο των ιδεών ενός διπολικού κόσμου (Καπιταλισμός-Κομμουνισμός), μετατράπηκε σε αξίωμα μετά την πτώση του δεύτερου πόλου, γίνεται τελικά ο καταλύτης της ταχύτατης αυτής αντίδρασης. Με ξεχαρβαλωμένη τη συλλογική μνήμη, η επανεγγραφή της ιστορίας, ακόμη και μέσω του βιασμού των ίδιων των αρχών του φιλελευθερισμού, είναι πλέον πολύ εύκολη.
    Γιατί μία βόμβα 1.000 λιβρών που πέφτει σε πολυκατοικία στη Γαζα σκοτώνοντας γυναικόπαιδα μας συγκλονίζει λιγότερο από τον αποκεφαλισμό ενός (επίσης άμαχου) δημοσιογράφου; Γιατί δεν βλέπουμε τα θύματα της βόμβας. Και ακόμη περισσότερο γιατί δεν είναι “δικά μας”.

    Γιατί μία βόμβα 1.000 λιβρών που πέφτει σε πολυκατοικία στη Γαζα σκοτώνοντας γυναικόπαιδα μας συγκλονίζει λιγότερο από τον αποκεφαλισμό ενός (επίσης άμαχου) δημοσιογράφου; Γιατί δεν βλέπουμε τα θύματα της βόμβας. Και ακόμη περισσότερο γιατί δεν είναι “δικά μας”.

    Έγραψα πριν λίγες ημέρες, ότι η διαφορά του Δυτικού από τον “υποανάπτυκτο” Ανατολικό είναι ότι ο πρώτος κατάφερε να εξοντώνει τα θύματά του δίχως να τα βλέπει. Δεν έγινε πιο πολιτισμένος. Συγκλονίζεται από την εικόνα ενός αποκεφαλισμού. Κάτι που αποτελεί δείγμα υγείας. Τι κάνει όμως ο ίδιος στην πράξη; Παρακάμπτει το μηχανισμό αντίδρασης στην εικόνα του θανάτου, γιατί έχει την πολυτέλεια να μην βλέπει το θάνατο που προκαλεί. Βρίσκει τρόπο να προστατεύει τους δολοφόνους και ταυτόχρονα δεν υπόκειται καν στη θέα των νεκρών. Όταν drones βομβαρδίζουν ένα γάμο στο Αφγανιστάν συμβαίνουν δύο πράγματα: (1) ο δολοφόνος είναι εντελώς αποκομμένος από τα θύματά του και (2) ούτε ο δολοφόνος, ούτε κανείς άλλος βλέπει τη φριχτή αυτή -πολύ φριχτότερη και πιο απάνθρωπη του αποκεφαλισμού ενός δημοσιογράφου- πράξη και τα αποτελέσματά της. Μην γελιόμαστε, ο “ανθρωπισμός” της Δύσης είχε να κάνει πάντα με τα δικά της θύματα. Δεν έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που οι Αμερικανοί εξόντωναν συστηματικά πληθυσμούς στην Καμπότζη, το Λάος και το Βιετνάμ με τον “πορτοκαλί παράγοντα” (agent orange). Ο πόλεμος όμως εκείνος δεν σταμάτησε επειδή οι ΗΠΑ συγκλονίστηκαν από τα θύματα των χημικών επιθέσεών τους (δεν τα έβλεπαν άλλωστε), αλλά από τα φέρετρα αμερικανών στρατιωτών που επέστρεφαν κατά εκατοντάδες στην πατρίδα. Πολύ πιο πρόσφατα, και συγκεκριμένα την τελευταία δεκαετία, υπολογίζεται ότι τα θύματα της επέμβασης στο Ιράκ, ίσως και να ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο. Οι εξευτελιστικές εικόνες από το Γκουαντάναμο και τις δεκάδες φυλακές που έχουν διασπείρει οι ΗΠΑ σε χώρες όπου τα βασανιστήρια δεν περιορίζονται από νομικά κωλύματα, δεν ήταν η αιτία της απόσυρσης των στρατευμάτων από το διαλυμένο Ιράκ. Ακόμη και η εκτέλεση -για πλάκα- αμάχων και τραυματιοφορέων από αμερικάνικο Απάτσι, είχε σαν αποτέλεσμα τη φυλάκιση εκείνου του στρατιώτη που δημοσίευσε το βίντεο. Τα στρατεύματα αποσύρθηκαν όταν οι ελάχιστες συγκριτικά απώλειες των ΗΠΑ είχαν μεγαλύτερο πολιτικό κόστος, από τα οφέλη παραμονής στο Ιράκ. Και τι άφησε πίσω ο “πολιτισμένος” Δυτικός; Ολοκληρωτική καταστροφή και το βαθιά ριζωμένο αίσθημα της αδικίας στις πλατιές μάζες, ακόμη κι εκείνων που είχαν βασανιστεί από το καθεστώς Χουσεΐν. Κι αυτό που θα έπρεπε να προβληματίζει περισσότερο ακόμη και από τη δράση του αδιανόητα βάρβαρου ISIS είναι η ανοχή που δείχνουν τοπικοί πληθυσμοί σε αυτή τη βαρβαρότητα.

    Αυτά τα λίγα για να βλέπουμε και τη δική μας καμπούρα. Για να σχετικοποιείται όσο το δυνατόν λιγότερο το σύστημα συντεταγμένων, στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω.
    Μεσαίωνας για να ξεβρωμίσει ο τόπος

    Επιστρέφω όμως στους αναθεωρητές και το κληροδότημά τους σε αυτό το μονοπολικό παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης (για τον Β’ ΠΠ) επιτάσσει να βάλουμε στο ίδιο τσουβάλι ναζισμό και κομμουνισμό. Αυτή η ισοπέδωση νοημάτων δεν είναι πρόσφατη. Επί δεκαετίες ξαναγράφεται η ιστορία και οι κάποτε “περιθωριακές” -βαθιά αντιεπιστημονικές- αναθεωρήσεις της, έγιναν σιγά σιγά κοινός τόπος. Όσο απομακρύνεσαι από τα γεγονότα είναι πολύ πιο εύκολη η χειραγώγηση του μυαλού και της μνήμης. Το παν είναι ακόμη και ο εξόφθαλμος παραλογισμός να αποτελέσει επιχείρημα σε καθημερινή συζήτηση. Η εμπέδωση σε πλατύτερες μάζες γίνεται με τη διάδοση. Και για τη διάδοση υπήρξαν πολυάριθμοι καλοθελητές – κυρίως στα ΜΜΕ και στα πανεπιστήμια.

    Εκείνο που συμβαίνει όμως στις ημέρες μας, ημέρες κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, και -κυρίως- αναμφισβήτητης της μέχρι πριν λίγα χρόνια Δυτικής Κυριαρχίας, είναι η με το στανιό -σχεδόν υστερικά- επιβολή της διαστρέβλωσης των νοημάτων. Με τρόπο που δεν τον φανταζόταν ούτε ο Όργουελ όταν έγραφε το “1984”.

    Στην ημέτερη διανόηση του “πτωχού Βαλκάνιου συγγενή”, από τη θεωρία των άκρων περνάμε στις θεωρίες της πολιτισμικής/φυλετικής ανωτερότητας. Κάποιοι φιλελεύθεροι πλέον δεν έχουν πρόβλημα να φλερτάρουν ακόμη και με τον ίδιο το ναζισμό. Η Σώτη Τριανταφύλλου ήταν η πρώτη που έσπασε τα ταμπού του ελληνοφιλελευθερισμού και μίλησε για έλεγχο γεννήσεων στους αλλόθρησκους. Αντί να χλευαστεί και απομονωθεί, τελικά άρχισε να αναπαράγεται και από άλλους της ίδιας συνομοταξίας πτωχοδιανόησης. Στην κορύφωση της υστερικής παράνοιας, η Τριανταφύλλου τα βάζει και με την ίδια την Αστική Επανάσταση, χαρακτηρίζοντας την φασιστική.

    Πτοήθηκε κανείς; Αν εξαιρέσεις όσους σοκαρίστηκαν και παρέμειναν άφωνοι, χωρίς να την κατακεραυνώσουν ωστόσο, πολλοί άρχισαν να βγαίνουν από το καβούκι τους. Ο φόβος αρχικά να χάσουν το προηγούμενο στάτους τους, λόγω της οικονομικής κρίσης, πολλαπλασιάζεται από τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή. Διαφωτισμός, φιλελευθερισμός, ανεξιθρησκεία, ανοχή στη διαφορετικότητα κ.λπ. πάνε στο βρόντο και όπου να’ ναι θα θεωρούνται ουτοπικές μανιέρες κάτι ολίγων αριστεριζόντων ιδεαλιστών.

    Παρατηρούμε παρανοϊκές εκ πρώτης όψης καταστάσεις, αλλά απόλυτα κατανοητές ιστορικά (ειδικά αν διαβάσετε το πόνημα του Ιουλιανού, για να δείτε πώς αντιμετώπιζε η Δύση τον ανερχόμενο ναζισμό στο μεσοπόλεμο). Φιλελεύθεροι και νεοναζί συμφωνούν για την παγκόσμια απειλή του ισλαμοφασισμού και απαιτούν την όρθωση συνόρων που θα προστατέψουν την υγιή Δύση από τα στίφη των ισλαμοταλιμπάν, τσουβαλιάζοντας πραγματικούς ταλιμπάν με Σύρους πρόσφυγες πολέμου, που “έρχονται να μας επιβάλουν την κλειτοριδεκτομή”. Η εθνικιστική παράνοια και βαρβαρότητα ξαναεξαπλώνεται στην αιματοβαμμένη “γηραιά ήπειρο”, αλλά η Ευρώπη δεν έχει κανένα πρόβλημα να στηρίξει νεοναζιστικούς σκελετούς στα σύνορά της με την νεορθόδοξη (και επίσης φασίζουσα) Ρωσία. Φιλελεύθεροι και χρυσαυγίτες ομονοούν ακόμη στην στήριξη της πολεμικής μηχανής του Ισραήλ και την επιβολή καθεστώτος Απαρτχάιντ στα κατεχόμενα εδάφη της Παλαιστίνης με κάθε μέσο. Η αντιδιαλεκτική ανάγνωση τόσο της γεωπολιτικής όσο και της πρόσφατης ιστορίας έχουν κάνει το θαύμα τους. Ο ανορθολογισμός βαπτίζεται ορθολογισμός και ο δογματισμός μετατρέπεται σε μεταρρυθμισμό. Οι φανατικές και άκρως συντηρητικές πολιτικές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο ξερνάνε τα απότοκά τους στην εξωτερική πολιτική.

    Πολύ φοβάμαι ότι η Δύση επιστρέφει με γοργούς ρυθμούς πριν ακόμη και τη Γαλλική Επανάσταση. Επειδή όμως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι είδους τέρατα θα γεννήσει αυτή η επικράτηση υπερσυντηρητικών δογμάτων σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Γεγονός είναι ότι το ιδεολογικό δίπολο έχει πεθάνει, όχι εξ ανάγκης και φυσικά, αλλά με τη δογματική επιβολή του ενός πόλου (σ.σ. και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, του πιο οπισθοδρομικού και συντηρητικού πόλου που είναι ο τριακοσίων και πλέον ετών αστικός οικονομικός φιλελευθερισμός). Το έργο των αναθεωρητών σε αυτό το περιβάλλον έχω την αίσθηση ότι θα αποδειχτεί ο καταλύτης μίας πολύ ραγδαίας αρνητικής εξέλιξης, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει κοινωνικό ιδεώδες που θα μπορούσε να δημιουργήσει μία (υγιή) προεπαναστατική κατάσταση, εμπνέοντας τις μάζες.

    Σε κάθε περίπτωση, ο καθένας μας κρίνεται στα ζόρικα. Είναι πολύ εύκολο να νομίζεις ότι είσαι φορέας του Διαφωτισμού μεταξύ τυρού και αχλαδιού, αλλά πολύ δύσκολο να υπερασπιστείς αυτόν τον ίδιο Διαφωτισμό την “εποχή των τεράτων”. Μοναδική μου αισιοδοξία, το πολύ πιο υψηλό επίπεδο μόρφωσης και η απείρως ταχύτερη και μαζικότερη διάδοση της πληροφορίας, σε σχέση με κάποιες δεκαετίες νωρίτερα. Πόσοι από εμάς θα αντέξουν να υπερασπιστούν μία κοινωνία ανεξίθρησκη και ανεκτική, θα το μάθουμε πολύ σύντομα, όταν θα κληθούμε να το αποδείξουμε εμπράκτως…

    Zaphod

    http://redflecteur.wordpress.com/2014/08/22/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CF%85%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7-%CE%B7-%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84/

  48. Zaphodredflecteu on

    « H 23η Αυγούστου ανακηρύσσεται Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού, με σκοπό τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων των μαζικών εκτοπίσεων και εξοντώσεων, και ταυτόχρονα, την εδραίωση της δημοκρατίας καθώς και την ενίσχυση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ήπειρο μας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο , καθιέρωσε τη δράση “Ενεργός Ευρωπαϊκή Μνήμη”, που στοχεύει να εμποδίσει οποιαδήποτε επανάληψη των εγκλημάτων του ναζισμού και του σταλινισμού.»

    Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008 Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

  49. […] Το Τσιμκεντ είναι μια πόλη 637.800 κατοίκων. Το πως βρέθηκαν οι Έλληνες στο Καζακστάν αναφέρουν μερικοί ιστορικοί, (κλικ εδώ). […]

  50. Όλγα Μπέργγολτς Από το «Απαγορευμένο ημερολόγιο»

    Φωτογραφία από τον ατομικό φάκελο της Όλγας Μπέργγολτς στη NKVD

    14/ΧΙΙ-39

    Πριν από ένα χρόνο ακριβώς με συνέλαβαν.
    Η αίσθηση της φυλακής τώρα, μετά από 5 μήνες ελεύθερη, είναι πολύ πιο έντονη από τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωσή μου. Αναφέρομαι ειδικά στην αίσθηση, δηλαδή ότι μόνο βιώνω ρεαλιστικά, αλλά μυρίζω και τη βαριά μυρωδιά από το διάδρομο της φυλής στο «Μ{εγάλο} σπίτι», τη μυρωδιά του ψαριού, της υγρασίας, του κρεμμυδιού, το χτύπο των βημάτων στη σκάλα, αλλά κι εκείνη τη μπερδεμένη κατάσταση του ενδιαφέροντος του άλλου, του τρόμου, της αφύσικης ηρεμίας και του αναπόφευκτου, με όλα αυτά που πήγαινα στις ανακρίσεις.
    …Ναι, γιατί όμως παρόλα αυτά με υπέβαλλαν στο ίδιο βασανιστήριο; Γιατί υπήρξαν εκείνες οι άγριες, κιτρινο-κόκκινες νύχτες με το παραλήρημα (κίτρινο το φως των λαμπτήρων, κόκκινα τα στρώματα, ο χτύπος στις σωλήνες του καλοριφέρ, τα περιστέρια);
    Κι εκείνο το ατελείωτο, χωρίς όρια, άγριο ανθρώπινο μαρτύριο, στο οποίο βυθιζόταν το δικό μου μαρτύριο, φτάνοντας μέχρι τη τρέλα, μέχρι την ισοπέδωση;
    Μου έβγαλαν τη ψυχή, την άρπαξαν με τα βρωμερά τους δάχτυλα, την έφτυσαν, την λέρωσαν, μετά την έχωσαν πίσω και μου είπαν: «ζήσε».
    …Μήπως όμως, αυτή είναι η πραγματική ωριμότητα; Μήπως, δε χρειάζεται το «σύστημα»; Μήπως αυτός ο κατακερματισμός εμφανίστηκε επειδή ήταν πολύ αυστηρό το σύστημα, πολύ απαραβίαστα τα φετίχ και το ίδιο το σύστημα ήταν ένα σύστημα φετίχ; Απομένει ο δρόμος, απομένει η ιστορία, απομένει η νιότη μας, οι αναζητήσεις, η πίστη μας – όλα απομένουν. Αλλά, ποιο είναι το συμπέρασμα που πρέπει να κάνω – στο μυθιστόρημα, τι να διδάξω στους ανθρώπους; Το «έτσι ήταν, έτσι θα είναι» του Εκκλησιαστή; Απλά να δώσω μια σειρά εικόνων, μια αλυσίδα σκέψεων με διάφορες αφορμές και τέλος; Και η γενική ιδέα; Και πως θα γράψω για το υποκείμενο της συνείδησης, εξαιρώντας το πιο σημαντικό – τα τελευταία δύο τρία χρόνια, δηλαδή τη φυλακή; Καταλήγουμε όμως ότι «χωρίς τη φυλακή» δε γίνεται και «με τη φυλακή» επίσης δε γίνεται. . . για λόγους που έχουν να κάνουν με το «τυπωθείτω». Τα τελευταία χρόνια όμως είναι ότι πιο δυνατό, ότι πιο τραγικό, έχει ζήσει η γενιά μας, και το γνωρίζω αυτό όχι μόνο με βάση τη δική μου εμπειρία.
    Αρκετά όμως. Θα τελειώσω υποχρεωτικά μέχρι τη Πρωτοχρονιά, θα τελειώσω τη διόρθωση της ιστορίας και θα πιάσω μόνο το καλλιτεχνικό, και θα γράψω έτσι που θα νόμιζε κανείς ότι όλα επιτρέπονται και ότι μπορείς για όλα να γράψεις, μέσα από τη ψυχή σου, σκίζοντας τη «σφραγίδα», χωρίς οίκτο και ευθέως, θα γράφω όλα όσα σκεφτόμουν πριν τη φυλακή (συμπεριλαμβανομένης της ανθρωπιάς, την οποία αποκτήσαμε εκεί, και αναστοχαζόμενη το δρόμο μας προς την ωριμότητα), και από εκεί βλέποντας και κάνοντας, προς το τέλος . . .
    Ναι, ιδού λοιπόν, πριν ένα χρόνο καθόμουν στον «αρκουδοκυνηγό», στον άθλιο Κουντριάβτσεφ[1], μετά κυλιόμουν στο στρώμα κοντά στη τουαλέτα – διαλυμένη, ταπεινωμένη, αποκομμένη από τους δικούς μου, με την ρεαλιστική προοπτική του κάτεργου και της φυλακής για πολλά χρόνια, ενώ τώρα είμαι σπίτι, κάθομαι στο γραφείο μου, μαζί με τον Κόλια[2] (αυτό είναι σημαντικό!), και είμαι ένας σεβάσμιος άνθρωπος στο εργοστάσιο, προπαγανδιστής, θα κάνω μια ομιλία για το Στάλιν, θα δημοσιευτεί, εμένα, απ’ ότι φαίνεται, με σέβονται και με αγαπούν πολλοί άνθρωποι . . .(Όλα αυτά είναι καλά, μα δεν είναι το σημαντικότερο.)
    Σημαίνει ότι νίκησα;
    Πριν από ένα χρόνο ακριβώς ο Κ[ουντριάβτσεφ] μου έλεγε: «Τα εγκλήματα σας, είστε εγκληματίας, διπρόσωπη, εχθρός του λαού, δε θα ξαναδείτε ποτέ το σύζυγός σας, ούτε το σπίτι σας, σας έχουν διαγράψει από καιρό από το κόμμα».
    Σήμερα, όλα είναι αντίθετα.
    Σημαίνει πως νίκησα; Ω, όχι!
    Όχι, αν και δε θέλω να παραδεχτώ πως είμαι ηττημένη. Δε θέλω. Εσωτερικά η φυλακή με διέλυσε, αυτή την ομολογία δεν μπορώ να την κάνω, ανεξάρτητα από όλο το βάρος στη ψυχή και τη συνείδηση.
    Είμαι σακατεμένη, πολύ σακατεμένη, αλλά, νομίζω, πως δεν είμαι διαλυμένη. Αυτές τις ημέρες θα με κάνουν δεκτή στο κόμμα. Ω, πόσο πολύ θέλω να πω: «Αγαπημένοι μου σύντροφοι! Είδα, άκουσα και έζησα στη φυλακή αυτό κι αυτό, εκείνο κι εκείνο, το άλλο και το άλλο … Αυτό δεν άλλαξε τη σχέση μου απέναντι στις ιδέες μας και απέναντι στην πατρίδα και το κόμμα μας. Όπως και πριν, ίσως και πολύ περισσότερο, είμαι έτοιμη να δώσω σε αυτά όλες μου τις δυνάμεις. Αλλά όλα όσα μου αποκαλύφθηκαν, πονάνε και καίνε μέσα μου, σα φαρμάκι. Δεν καταλαβαίνω αυτό κι αυτό. Μου είναι αποκρουστικό αυτό κι αυτό. Αυτά τα πράγματα δε τα θεωρώ σωστό. Να λοιπόν, στέκομαι ενώπιον σας με όλο τον πόνο μου, με όλα όσα δεν καταλαβαίνω». Αυτό όμως δεν μπορώ να το κάνω. Θα ήταν ιδεαλισμός. Και τι θα μου εξηγούσαν; Θα με διαγράψουν, θα με καταδικάσουν και το πιθανότερο απ’ όλα, θα με ξαναστείλουν στη φυλακή.
    Ω, πόσο τρομακτικό και οδυνηρό είναι αυτό! Λέω σ’ εμένα – όχι, αρκετά, αρκετά! Ήρθε η ώρα να πάψεις να τυραννιέσαι με χίμαιρες! Ποιος χρειάζεται τις λυρικές σου ομολογία για τον πόνο, τις απορίες σου και λοιπά; Αφού το Πρόγραμμα και το Καταστατικό τα αποδέχεσαι πλήρως με τη ψυχή σου, έτσι δεν είναι; Αφού θέλεις να εκπληρώνεις όλα σου τα καθήκοντα όσο μπορείς καλύτερα, έτσι δεν είναι; Οι επιπτώσεις της δηλητηρίασης από τη φυλακή δεν θα σε επηρεάσουν στην πρακτική σου δουλειά, απεναντίας, θα προσπαθήσω να είμαι πολύ πιο φιλότιμη απ’ ότι στο παρελθόν. (Μήπως γι’ αυτό προσπαθώ να πνίξω το φαρμάκωμα;) Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;
    25/ΧΙΙ-39
    … Και ξαφνικά θέλησα να γράψω στο Στάλιν για όλα αυτά: για το πώς τον αντιμετωπίζουν στη σοβιετική φυλακή. Ω, με τι λάμψη περιβάλλεται εκεί το όνομα του! Εκεί ήταν τέτοια ελπίδα για τους ανθρώπους, ακόμη και τότε, όταν άρχισα να σκέφτομαι ότι «όλα τα ξέρει», ότι είναι «δικό του το φταίξιμο», – δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να αφαιρέσει από τους ανθρώπους αυτή, τη μοναδική τους ελπίδα. Άλλωστε, όσο βάρβαρο κι αν είναι, εγώ μέχρι σήμερα δεν πιστεύω ότι «τα ξέρει όλα», αλλά μάλλον νομίζω πως «δεν τα ξέρει όλα». Και να, άρχισα την επιστολή με το του γράφω για τον Μ. Ρίμσαν, την Πλοντικόβα, την Ιβανόβα, την Αμπραμόβα, τη Ζένκα Σαμπουρασβίλι, – είναι έντιμοι, αφοσιωμένοι άνθρωποι, που τον αγαπούν βαθιά, και μέχρι σήμερα βρίσκονται στη φυλακή. Και όταν έφτασα στο κεφάλαιο αυτό – λούφαξα. Ο Ντότικ έγραψε στο Στάλιν για τον αδελφό του, για το πώς τον βασάνιζαν – απάντηση δεν πήρε. Ο Ριμσάν έγραψε στο Στάλιν για τη σύζυγό του – απάντησε δεν πήρε. Κανείς δεν το βοήθησε. Τότε, γιατί να γράψω; Θα με παρηγορούσε η συνείδηση της ευγένειας μου;
    Γιατί η σκέψη ότι δεν έχω γράψει μέχρι στιγμής στο Στάλιν, με βασανίζει, σαν αυθαίρετη χυδαιότητα, σα συμμετοχή στο έγκλημα . . .Ξέρω όμως ότι είναι ανώφελο. Έχω υπόψη μου πολλά παραδείγματα, όπου οι άνθρωποι πήγαν παντού, και μέχρι το Στάλιν, μα «αυτό» ακολούθησε τους δικούς του ρυθμούς – «πάει, πάει και κάποια στιγμή φτάνει».
    Γενικά «τρελέ αφύσικε, μη ξεχνάς, ήσουν στη φυλακή. . .»
    Θεέ μου! Να πάω για θεραπεία; Σε λίγο θα κλείσω 6 μήνες που είμαι ελεύθερη, και δεν υπάρχει ούτε μια μέρα, ούτε μία νύχτα που να μη σκέφτηκα τη φυλακή, που να μην την είδα στον ύπνο μου . . . Μα όχι, αυτό είναι ψύχωση, είναι, μάλλον, η πιο πραγματική αρρώστια.
    1/ΙΙΙ-40
    … Διαβάζω Χέρτσεν με την καταθλιπτική ζήλια για τους ανθρώπους της κατηγορίας του και του 19ου αιώνα. Ω, πόσο ελεύθεροι ήταν. Πόσο γενναιόδωροι και αγνοί! Εγώ, ακόμη κι εδώ, στο ημερολόγιο (ντροπή που το παραδέχομαι), δεν καταγράφω τις σκέψεις μου, μόνο και μόνο γιατί η σκέψη: «Αυτό θα το διαβάζει ο ανακριτής» με καταδιώκει. Το μυστήριο της καταγεγραμμένης καρδιάς έχει καταλυθεί. Ακόμη και σε αυτό το πεδίο, στη σκέψη, στη ψυχή έχουν εισβάλει, τη βρώμισαν, τη τσάκισαν, έχουν αντικλείδια και λοστούς. Ο ίδιος ο κομισάριος Γογκλίτζε[3] έψαχνε πίσω από τις λέξεις για τον Κίροφ, γεμάτες πένθος και αγάπη για την Πατρίδα και τον Κίροφ, αποδείξεις για να με κατηγορήσει για τρομοκρατία. Ω, κάθαρμα, κάθαρμα.
    Και τα άγκιστρα, τα ερωτηματικά και υπογραμμίσεις στα ημερολόγια που έκανε ο ανακριτής; Στις πιο υψιπετείς, τις πιο πικρές σελίδες!
    Έτσι, προφανώς, βρήκαν «υλικό» για τις ηλίθιες και επαίσχυντες κατηγορίες.
    Και να αυτά τα ταλαιπωρημένα, λερωμένα ημερολόγια που βρίσκονται μπροστά μου πάνω στο τραπέζι. Ότι κι αν έγραφα τώρα, νομίζω, πως και αυτό θα υπογραμμιστεί με το ίδιο κόκκινο μολύβι, με ειδικό σκοπό – να με κατηγορήσουν, να με λερώσουν και να με καλαφατίσουν, – κι εγώ βιάζομαι να γράψω κάτι επεξηγηματικό – «για τον ανακριτή» – ή κατεβάζω το μολύβι, και σωπαίνω, δεν θα προδώσω στο χαρτί τα πιο οδυνηρά, τα πιο μύχια για μένα . . .
    Ω, ντροπή, ντροπή, ντροπή ! . . .Και για μένα, και για σένα! Όχι ! Δεν κάνει να τα σκέφτομαι όλα αυτά. Μεγαλύτερη ανελευθερία όμως δεν υπήρξε . . .

    Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

    [1] Ο ανακριτής της (σ.τ.μ)
    [2] Νικολάι Σεργκιέγιεβτις Μολτσανόφ, ο σύζυγος της Όλγας Μπέργγολτς (σ.τ.μ.)
    [3] Ο άνθρωπος που υπέγραψε το ένταλμα σύλληψης της ποιήτριας (σ.τ.μ.)

  51. […] των πολιτών. Παράλληλα είναι ο βασικός υπεύθυνος της πολιτιστικής γενοκτονίας που υπέστη ο σοβιετικός ελληνισμός, μαζί με άλλες […]

  52. […] –Στη Σοβιετική Ένωση μετά την Έξοδο (Ο σοβιετικός ελληνισμός του Μεσοπολέμου, Οι σταλινικές διώξεις, Η νέα έξοδος), […]

  53. […] Για το ζήτημα των σταλινικών διώξεων, μπορείτε να δείτε είτε στο βιβλίο μου «Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου» (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) , είτε στο δημοσιευμένο άρθρο στο «Αρχείον Πόντου»:https://kars1918.wordpress.com/2009/02/10/10-2-2009/ […]

  54. […] Αυγή» στην επιχειρηματολογία της είναι η αναφορά στις σταλινικές διώξεις που συνέβησαν στην ΕΣΣΔ κατά της ελληνικής σοβιετικής […]

  55. […] εγγόνια των θυμάτων των σταλινικών διώξεων, ο μαθηματικός Γιάννης Απλακίδης και ο καλός […]

  56. […] Οι σταλινικές διώξεις […]

  57. […] Για τις σταλινικές διώξεις:  https://kars1918.wordpress.com/2009/02/10/10-2-2009/ […]

  58. […] Για τις σταλινικές διώξεις:  https://kars1918.wordpress.com/2009/02/10/10-2-2009/  […]

  59. Στατιστική στα χρόνια του Στάλιν

    …. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ του BBC, ο Ολίμπι Κβίτκιν ήταν αριστοκράτης στην καταγωγή και αφιέρωσε τη ζωή του στον σοσιαλισμό και στην επανάσταση. Αφού σπούδασε Μαθηματικά στη Σορβόννη, έγινε κορυφαίο στέλεχος στη στατιστική υπηρεσία του Στάλιν. Ανέλαβε την απογραφή του 1937, για ολόκληρη τη Σοβιετική Ενωση. Τότε ξεκίνησαν τα προβλήματά του. Η απογραφή έδειξε ότι ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ ήταν 162 εκατ., έξι λιγότερα από εκείνα που είχε ανακοινώσει, με καμάρι, το 1934 ο Στάλιν, ο οποίος μάλιστα έκανε και την εκτίμηση πως ο πληθυσμός αυξανόταν.

    Τα 168 εκατ. που είχε προϋπολογίσει ο Στάλιν θα μπορούσαν να βγουν αληθινά, αλλά η πολιτική της βίαιης κολεκτιβοποίησης των αγροτικών περιουσιών από το κομμουνιστικό καθεστώς είχε εξολοθρεύσει εκατομμύρια. Μόνο στον Μεγάλο Λιμό της Ουκρανίας (1932-1933) ή Γολoντομόρ, χάθηκαν 4 εκατ. άνθρωποι· με κάποιες στατιστικές να τους ανεβάζουν μέχρι τα 7,5 εκατομμύρια.

    Είναι παλαιόθεν γνωστό ότι για τους σταλινικούς «όταν η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με το δόγμα του εκάστοτε “πατερούλη”, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». Ετσι το επίσημο όργανο των μπολσεβίκων ανακάλυψε «φιδοφωλιά προδοτών στη σοβιετική στατιστική υπηρεσία». Τα αποτελέσματα της απογραφής δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα. Η απογραφή αναγνωρίστηκε το 1989, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο Ολίμπι Κβίτκιν, που «αφιέρωσε τη ζωή του στον σοσιαλισμό και στην επανάσταση, εκτελέστηκε ως «προδότης της επανάστασης» στις 28.9.1937. Θάφτηκε σε μαζικό τάφο της Μόσχας.

    http://www.kathimerini.gr/873803/opinion/epikairothta/politikh/statistikh-sta-xronia-toy-stalin

  60. Η εθνική πολιτική των Μπολσεβίκων και η αλλαγή της επί Στάλιν

    Η σταλινική γραφειοκρατία ενδιαφερόταν να ενισχύσει την εξουσία της στη Ρωσία, και αυτό αναπόφευκτα καθόριζε μια πολιτική καταπίεσης προς τους μη ρωσικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, αυτή η πολιτική δεν είχε τίποτα να κάνει με τις σοσιαλιστικές διακηρύξεις και τις διακηρυγμένες αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης στο εθνικό ζήτημα.

    γράφει ο Κεφαλής Χρήστος

    Μαρξισμός και εθνικό ζήτημα

    Τα εθνικά ζητήματα απέκτησαν μεγάλη σημασία ήδη από το 18ο-19ο αιώνα. Απασχόλησαν όλους σχεδόν τους επιφανείς μαρξιστές, μεταξύ αυτών και τον Λένιν, ιδρυτή του σοβιετικού κράτους. Θα ξεκινήσω, λοιπόν, με δυο λόγια για τη μαρξιστική θεωρία για το εθνικό ζήτημα, που βάζει το πλαίσιο για την πρακτική που ακολουθήθηκε στην ΕΣΣΔ, τουλάχιστον ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930.

    Οι ιδρυτές του μαρξισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, είχαν αναφερθεί κατά καιρούς σε εθνικούς ανταγωνισμούς της εποχής τους, όπως εκείνος ανάμεσα στους Ιρλανδούς και τους Άγγλους, τονίζοντας ότι καθήκον των σοσιαλιστών ήταν να υποστηρίζουν το καταπιεζόμενο έθνος, στη δοσμένη περίπτωση τους Ιρλανδούς. Ωστόσο, οι Μαρξ και Ένγκελς δεν άφησαν μια ολοκληρωμένη θεωρία για το έθνος και το εθνικό ζήτημα.

    Ο πρώτος μαρξιστής που διατύπωσε μια τέτοια θεωρία ήταν ο Καρλ Κάουτσκι, επιφανής θεωρητικός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, στις αρχές του 20ού αιώνα. Σε μια σειρά άρθρα του και βιβλία του, ο Κάουτσκι υποστήριξε ότι ο σχηματισμός των εθνών ήταν χαρακτηριστικό του ανερχόμενου καπιταλισμού. Η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς και εκτεταμένων οικονομικών δεσμών, εμπορίου, ανταλλαγών, που χαρακτήριζε την καπιταλιστική ανάπτυξη έκανε δυνατή και ταυτόχρονα απαιτούσε την κρατική και εθνική ενοποίηση. Με αυτή την έννοια, η συγκρότηση των εθνών ήταν ένα προοδευτικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πιο πριν, στη φεουδαρχία ή τη δουλοκτητική κοινωνία, κατά κανόνα δεν υπήρχαν συγκροτημένα έθνη. Στην Αρχαία Ελλάδα, π.χ., υπήρχαν πόλεις-κράτη και όχι εθνικά κράτη, ενώ υπήρχαν επίσης στην ίδια περίοδο χαλαρών εθνικών δεσμών πολυεθνικές αυτοκρατορίες, όπως η Περσία, η Μακεδονία, κ.ά.

    Στην ίδια περίοδο, ένας άλλος διακεκριμένος μαρξιστής, ο Αυστριακός Ότο Μπάουερ, υποστήριξε μια αντίθετη θεώρηση, ότι ο σχηματισμός των εθνών συνδεόταν με τα κοινά ήθη, έθιμα και παραδόσεις, την κουλτούρα, κ.λπ., δηλαδή τους πολιτιστικούς δεσμούς που ένωναν έναν πληθυσμό. Σε αυτό το φως, η κοινή εθνική συνείδηση δεν ήταν το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως επόταν από τη θεωρία του Κάουτσκι, αλλά προηγούνταν αυτής. Για παράδειγμα, η ελληνική επανάσταση του 1821 ήταν μια εθνική επανάσταση, που δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά άνοιξε το δρόμο στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

    Αν και αντικρουόμενες, και με ένα μέρος αλήθειας η καθεμιά τους, αυτές οι θεωρήσεις συμφωνούσαν σε ένα σημείο: ότι οι παλιές πολυεθνικές αυτοκρατορίες και μοναρχίες, όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Αυστροουγγαρία των Αψβούργων και η τσαρική Ρωσία, αποτελούσαν κατάλοιπα της φεουδαρχικής εποχής και εμπόδια στην ελεύθερη καπιταλιστική και εθνική ανάπτυξη. Γι’ αυτό ένας όρος της εθνικής συγκρότησης ήταν το παραμέρισμα και η διάλυση αυτών των παρωχημένων αυτοκρατοριών. Αυτό το σημείο που τονίστηκε ιδιαίτερα από τον Κάουτσκι, τον Λένιν και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

    Ο Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ωστόσο, τόνισαν ένα παραπέρα στοιχείο που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, την μετατροπή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού σε ιμπεριαλισμό και τον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το μοίρασμα του υπόλοιπου κόσμου σε αποικίες και σφαίρες επιρροής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ότι ενώ πριν ο καπιταλισμός προωθούσε την εθνική συγκρότηση, τώρα τα ηγετικά καπιταλιστικά έθνη έγιναν εμπόδιο στην απελευθέρωση και την κρατική ανεξαρτησία των καθυστερημένων εθνών. Γι’ αυτό, συμπέραναν ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, ο αγώνας για την εθνική αυτοδιάθεση και τη δημοκρατία συνδεόταν πλέον με τον αγώνα για το σοσιαλισμό.

    Εδώ βέβαια η Λούξεμπουργκ πήρε μια αμφιλεγόμενη θέση. Υποστήριξε ότι επειδή ο ιμπεριαλισμός τείνει προς την εθνική καταπίεση, η εθνική αυτοδιάθεση στην εποχή του ιμπεριαλισμού είχε γίνει ουσιαστικά αδύνατη, και ότι τα εθνικά κινήματα πλέον ήταν μάταια. Η λύση των εθνικών ζητημάτων θα δινόταν μόνο από τα σοσιαλιστικά επαναστατικά κινήματα. Ο Λένιν, αντίθετα, υποστήριξε ότι στις επόμενες δεκαετίες θα αναπτύσσονταν αναπόφευκτα εξεγέρσεις των αποικιακών λαών, ιδιαίτερα στην Ανατολή, και ότι καθήκον των σοσιαλιστών ήταν να τις υποστηρίξουν και να αντιτάσσονται στον επεκτατισμό και το σοβινισμό των μεγάλων δυνάμεων. Η πραγματική εθνική αυτοδιάθεση θα επιτυγχανόταν στο σοσιαλισμό, όπου μαζί με την καπιταλιστική εκμετάλλευση θα γινόταν δυνατό να καταργηθούν και όλες οι άλλες διακρίσεις, φυλετικές, εθνικές, κοκ. Στα έργα του στα 1915-16 στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Λένιν επέμενε ότι, απέναντι στο μακελειό του πολέμου, που ήταν μια ιμπεριαλιστική σφαγή για το μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, οι σοσιαλιστές, αν έπαιρναν επαναστατικά την εξουσία σε κάποια χώρα, θα εφάρμοζαν την αρχή της πλήρους εθνικής αυτοδιάθεσης, συμπεριλαμβανόμενου του δικαιώματος αποχωρισμού των μικρών εθνών.

    Τα έθνη στην τσαρική Ρωσία και ο αντίκτυπος της Οκτωβριανής Επανάστασης

    Ένα δεύτερο σημαντικό θέμα για να καταλάβουμε την πολιτική των Μπολσεβίκων είναι η κατάσταση των εθνοτήτων στην τσαρική Ρωσία και ο αντίκτυπος της επανάστασης του 1917.

    Οι μη ρωσικές εθνότητες και ιδιαίτερα οι μικρές εθνότητες καταπιέζονταν βάναυσα στην τσαρική Ρωσία, που όχι τυχαία είχε αποκληθεί φυλακή των λαών. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η καταπίεση των Εβραίων, που έπεφταν θύματα πογκρόμ καθοδηγούμενων από τους ακροδεξιούς της Ρωσίας, τους Μαύρους Εκατονταρχίτες. Επίσης, στις μη ρωσικές περιοχές οι Ρώσοι καταλάμβαναν τις περισσότερες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, από τον οποίο αποκλείονταν οι ντόπιοι. Η χρήση των εθνικών γλωσσών υποβαλλόταν σε πολλούς περιορισμούς και απαγορεύσεις.

    Ενδεικτικά, μετά το 1863 απαγορεύτηκε το τύπωμα εκδόσεων στα ουκρανικά, λευκορωσικά και λιθουανικά στις αντίστοιχες περιοχές της τσαρικής Ρωσίας. Μέτρα ρωσοποίησης εφαρμόστηκαν επίσης στη δεκαετία του 1870 στη Γεωργία και στη δεκαετία του 1880 στη ρωσική Αρμενία. Τέλος, στην κεντρική Ασία ο τσαρισμός ακολούθησε μια πολιτική που έμοιαζε πολύ με την αποικιακή πολιτική των μεγάλων δυνάμεων στην Ασίας και την Αφρικής.

    Η επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, γκρεμίζοντας τον τσαρισμό, αφύπνισε αναπόφευκτα τα καταπιεσμένα εθνικά αισθήματα των λαών της τσαρικής Ρωσίας, πολλοί από τους οποίους άρχισαν να διεκδικούν την ανεξαρτησία τους. Η προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι αρνήθηκε να ικανοποιήσει οποιοδήποτε από αυτά τα αιτήματα, παρότι κατήργησε αρκετούς νόμους της τσαρικής περιόδου, που επέβαλαν διακρίσεις υπέρ των Ρώσων. Το αποτέλεσμα ήταν η νέα κυβέρνηση των Μπολσεβίκων να έρθει αντιμέτωπη από τα πρώτα της βήματα με αυτά τα προβλήματα και τις διεκδικήσεις.

    Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε τη δυνατότητα να δοκιμαστούν στην πράξη οι θεωρίες του σοσιαλισμού γενικά και για το εθνικό ζήτημα ειδικότερα. Σε συμφωνία με τις διακηρυγμένες θέσεις τους οι Μπολσεβίκοι, από την αρχή της διακυβέρνησής τους πήραν μέτρα στην κατεύθυνση της εφαρμογής της αρχής της αυτοδιάθεσης και της προστασίας των μικρών εθνοτήτων.

    Ένα πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση ήταν η «Διακήρυξη των δικαιωμάτων των λαών της Ρωσίας», ένα διάταγμα της σοβιετικής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 15 (2) Νοέμβρη του 1917, σχεδόν αμέσως μετά την κατάκτηση της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους. Το διάταγμα αναγνώριζε:

    Την ισότητα και κυριαρχία όλων των λαών της Ρωσίας.
    Το δικαίωμα των λαών της Ρωσίας στην αυτοδιάθεση, περιλαμβανόμενης της απόσχισής τους από τη Ρωσία.
    Την κατάργηση όλων των εθνικών και θρησκευτικών προνομίων και περιορισμών.
    Την ελεύθερη ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων και εθνικών ομάδων που κατοικούσαν στη Ρωσία.
    Αυτή η αρχή τηρήθηκε γενικά από την μπολσεβίκικη κυβέρνηση και στα 1917-18 αρκετές περιοχές της Ρωσίας κήρυξαν την ανεξαρτησία τους και αναγνωρίστηκαν ως ανεξάρτητες χώρες από την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων: Μολδαβία, Φιλανδία, Λιθουανία, Εσθονία, Υπερκαυκασία, Λευκορωσία, Πολωνία, Λετονία.

    Υπήρξαν βέβαια και ορισμένες εκτροπές από αυτή την αρχή. Μια ήταν η επίθεση του Κόκκινου Στρατού στη Γεωργία το Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1921, της οποίας την ανεξαρτησία, υπό μενσεβίκικη κυβέρνηση, είχε αναγνωρίσει η Σοβιετική Ρωσία το Μάιο του 1920. Η άλλη και ίσως πιο σοβαρή ήταν η προέλαση του Κόκκινου Στρατού προς τη Βαρσοβία στον πόλεμο με την Πολωνία το 1920 – έναν πόλεμο που είχε ξεκινήσει η Πολωνία. Γενικά, ωστόσο, στην περίοδο αυτή η αρχή της αυτοδιάθεσης και του σεβασμού των εθνικών δικαιωμάτων γινόταν σεβαστή και διαμορφώθηκε βάσει αυτής το πλαίσιο των εθνικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930.

    Μετά το τέλος του εμφυλίου δόθηκε πλέον η δυνατότητα να δοκιμαστεί στην πράξη το θετικό, εποικοδομητικό μέρος αυτών των αρχών, που πρόβλεπαν την ελεύθερη χρήση της γλώσσας και την ανάπτυξη της ντόπιας κουλτούρας κάθε εθνότητας και εθνικότητας. Υιοθετήθηκε η αρχή της «κορενιζάτσια», το οποίο σημαίνει «ιθαγενοποίηση» ή «εντοπιοποίηση». Η αρχή αυτή, πέρα από τη χρήση της ντόπιας γλώσσας στην εκπαίδευση, τον τύπο και τη διοίκηση, περιλάμβανε επίσης την προώθηση μη Ρώσων στις δημόσιες θέσεις και στα κομματικά αξιώματα στις περιοχές όπου πλειοψηφούσαν οι μη ρωσικοί πληθυσμοί. Σε αυτές τις περιοχές δημιουργούνταν επίσης τα λεγόμενα εθνικά σοβιέτ, τα οποία εκπροσωπούσαν τοπικούς πληθυσμούς και μειονότητες με βάση την αρχή της εθνικότητας.

    Για να προωθηθούν αυτές οι κατευθύνσεις, άλλαξε ουσιαστικά η κρατική δομή της ΕΣΣΔ. Πέρα από τις διάφορες ιδρυτικές δημοκρατίες που απάρτιζαν την ΕΣΣΔ ιδρύθηκαν επίσης αρκετές αυτόνομες δημοκρατίες, αυτόνομες περιοχές και εθνικές περιοχές. Ακόμη και το σύνταγμα του 1936, ψηφισμένο όταν είχε πλέον δρομολογηθεί η αντιστροφή αυτής της πολιτικής επί Στάλιν, αναγνώριζε στην ΕΣΣΔ 11 σοσιαλιστικές δημοκρατίες, 22 αυτόνομες δημοκρατίες, 9 αυτόνομες περιοχές και 9 εθνικές επικράτειες. Οι περισσότερες από αυτές τις αυτόνομες δημοκρατίες και εθνικές περιοχές είχαν δημιουργηθεί στην περίοδο 1922-1930.

    Η πολιτική της «κορενιζάτσια» εφαρμόστηκε στις περιοχές της Ασιατικής Ρωσίας, όπου συχνά συγκροτήθηκαν νέες εθνικές οντότητες από νομαδικούς, απολίτιστους και αναλφάβητους πληθυσμούς. Για αρκετές από τις μικρές εθνικότητες που δεν είχαν γραπτή γλώσσα δημιουργήθηκαν νέα αλφάβητα, ώστε να αρχίσει η διδασκαλία των εθνικών γλωσσών στα σχολεία. Έτσι άρχισε μια μορφωτική διαδικασία εξευρωπαϊσμού αυτών των πληθυσμών.

    Μέρος της «κορενιζάτσια» ήταν και η πολιτική της «ουκρανοποίησης» που εφαρμόστηκε στην Ουκρανία, μια περιοχή με μεικτό πληθυσμό. Αρχικά το ρωσικό στοιχείο είχε εκεί την πρωτοκαθεδρία σε όλους τους τομείς, αλλά στην πορεία αυτό αντιστράφηκε και επικράτησε η ουκρανική γλώσσα και ο τοπικός πολιτισμός. Χαρακτηριστικά, στα 1931 66 από τα 88 θέατρα της Ουκρανίας ήταν ουκρανικά, 12 εβραϊκά και μόνο 9 ρωσικά. Ο αριθμός των ουκρανικών εφημερίδων, από ελάχιστες το 1922 είχε φτάσει τις 373 από 426 την ίδια περίοδο, ενώ μόνο 3 παρέμεναν ρωσικές, και από 118 περιοδικά τα 89 ήταν ουκρανικά και το 83% των βιβλίων τυπωνόταν επίσης στην ουκρανική γλώσσα. Ανάλογα, το ποσοστό των Ουκρανών μελών του Ουκρανικού ΚΚ αυξήθηκε από 23% το 1923 σε 60% το 1933 με αντίστοιχη πτώση των ρωσικής καταγωγής μελών.

    Τέλος, στην ίδια δεκαετία εφαρμόστηκε και η πολιτική της «λατινοποίησης», της υιοθέτησης δηλαδή λατινικών αλφαβήτων στη θέση των τουρκικών, ιρανικών, κ.ά. Στη δεκαετία του 1920 και του 1930 λατινοποιήθηκαν 50 από τις 72 γλώσσες στην ΕΣΣΔ και γίνονταν σχέδια για τη λατινοποίηση ακόμη και της ρωσικής γλώσσας.

    Η αντιστροφή της εθνικής πολιτικής μετά την επικράτηση του Στάλιν

    Οι φιλελεύθερες αυτές τάσεις διατηρήθηκαν σε όλη τη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, δηλαδή για όσο ο Στάλιν, αν και είχε εδραιωθεί στην εξουσία, δεν είχε ακόμη απαλλαγεί πλήρως από τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, όπως ο Τρότσκι, ο Ζινόβιεφ και ο Μπουχάριν. Αντιστρέφονται όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, σε συνάρτηση με τη γενικότερη εξαπόλυση της μαζικής τρομοκρατίας, που ξεκινά με αφορμή τη δολοφονία του Κίροφ στα 1934 και κορυφώνεται με τις Δίκες της Μόσχας στα 1936-38.

    Η κύρια αιχμή της σταλινικής τρομοκρατίας στράφηκε αρχικά ενάντια στους μη σταλινικούς κομμουνιστές και μετά στο γενικό πληθυσμό. Στο πλαίσιό της, ωστόσο, αναπτύσσονται διαδικασίες εθνικών διώξεων και εκκαθαρίσεων ενάντια σε διάφορες εθνικότητες και μειονότητες της ΕΣΣΔ, αποτελώντας ένα συστατικό και ουσιώδες μέρος της. Ταυτόχρονα, αντιστρέφεται η προηγούμενη κατεύθυνση της «κορενιζάτσια» και της ενθάρρυνσης των εθνικών πολιτισμών και επέρχεται μια νέα «ρωσοποίηση», που από πολλές απόψεις θυμίζει την κυριαρχία του ρωσικού στοιχείου στην τσαρική Ρωσία.

    Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη στα 1921-22 ο Λένιν είχε δει αυτό τον κίνδυνο και είχε αναφερθεί στη μελλοντική δυνατότητα να αναβιώσει αυτό που αποκαλούσε «μεγαλορωσικό σωβινισμό». Σε ένα από τα τελευταία άρθρα του για το εθνικό ζήτημα, «Σχετικά με το ζήτημα των εθνοτήτων ή της αυτονόμησης», είχε συνδέσει μάλιστα τον κίνδυνο με τις αυταρχικές τάσεις του Στάλιν, τον οποίο είχε αποκαλέσει «σκαιό Μεγαλορώσο χωροφύλακα», με αφορμή την στάση του στην εθνική διένεξη που υπήρχε τον ίδιο καιρό στη Γεωργία. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι επειδή ο ρωσικός κρατικός μηχανισμός ήταν κληρονομημένος από τον τσαρισμό, δεν θα υπήρχε τίποτα «να υπερασπιστεί τους αλλοεθνείς που ζουν στη Ρωσία από την επιδρομή του βέρου εκείνου Ρώσου, του μεγαλορώσου-σοβινιστή, του ουσιαστικά παλιανθρώπου και δυνάστη, όπως είναι ο τυπικός Ρώσος γραφειοκράτης». Ο Στάλιν, ουσιαστικά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 βάσισε την εξουσία του σε και υλοποίησε αυτές ακριβώς τις τάσεις.

    Μερικά ενδεικτικά στοιχεία για τις διώξεις που δοκίμασαν οι διάφορες εθνικές μειονότητες στη σταλινική περίοδο και ιδιαίτερα στα χρόνια της μαζικής τρομοκρατίας 1935-38. Στην περίοδο αυτή, περίπου δέκα εθνικότητες της ΕΣΣΔ ανακηρύσσονται σε εχθρικές εθνικότητες, συγκεκριμένα οι Πολωνοί, Γερμανοί, Φιλανδοί, Εσθονοί, Λετονοί, Κορεάτες, Κινέζοι, Κούρδοι, Ιρανοί και Έλληνες. Απέναντι σε αυτές τις εθνότητες εφαρμόζεται μια πολιτική εθνικής εκκαθάρισης, που περιλαμβάνει καταναγκαστική μετεγκατάσταση σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ, ακύρωσης των δικαιωμάτων τους, συλλήψεις και εκτελέσεις.

    Μόνο στην περίοδο Ιούλιος 1937 – Νοέμβριος 1938 καταδικάζονται 335.000 άτομα σε αυτές τις «εθνικές» επιχειρήσεις, ποσοστό 21% από τις 1.565.000 συλλήψεις και καταδίκες της ευρύτερης περιόδου Οκτώβριος 1936 – Νοέμβριος 1938. Ακόμη πιο υψηλό είναι το ποσοστό των εκτελέσεων: από τις 681.000 συνολικά εκτελέσεις στα 1936-1938, οι 247.000 θα είναι θύματα εθνικών διώξεων, δηλαδή το 36% του συνόλου των εκτελεσμένων. Είναι σημαντικό ότι ενώ από εκείνους που συλλαμβάνονται με γενικές πολιτικές κατηγορίες εκτελείται το 19%, και από όσους συλλαμβάνονται ως κουλάκοι, εγκληματικά στοιχεία, κ.ά., το 49%, το ποσοστό των εκτελεσμένων μεταξύ όσων συλλαμβάνονται στις εθνικές διώξεις φτάνει το 73%, με εκείνο των Πολωνών να είναι 79% και των Ελλήνων, Φιλανδών και Εσθονών ακόμη υψηλότερο. Οι εκκαθαρίσεις των Πολωνών ήταν οι πιο μαζικές, καθώς από 140.000 που είχαν συλληφθεί θα εκτελεστούν οι 110.000.

    Οι μαζικές εκτοπίσεις ξεκινούν βέβαια αρκετά πριν, το 1931-33, όταν η Ουκρανία πλήττεται από ένα μαζικό λιμό, σε μεγάλο βαθμό οφειλόμενο στη βίαιη κολεκτιβοποίηση, που προκαλεί περί τα 4 εκατομμύρια θανάτους. Οι εθνικές ομάδες που αντιστέκονται στην κολεκτιβοποίηση εκτοπίζονται στην Ασιατική Ρωσία. Το 1935 έχουμε εκτοπίσεις Πολωνών και Γερμανών, που θεωρούνταν αντισοβιετικά στοιχεία, από συνοριακές περιοχές της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας στο Καζαχστάν και σε συνέχεια ακολουθούν και άλλες εθνότητες.

    Οι συλλήψεις στην περίοδο της τρομοκρατίας γίνονται στα πλαίσια αντίστοιχων εθνικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, όπως η Πολωνική, η Γερμανική και η Λετονική. Στην πολωνική επιχείρηση, π.χ., κατά το Σεπτέμβρη – Νοέμβρη 1938 συλλαμβάνονται περί τις 140.000 άτομα, από τα οποία το 54% είναι Πολωνοί. Μέρος αυτής της διαδικασίας είναι και οι διωγμοί των Ελλήνων, που ξεκινούν το 1937 και διαρκούν ως το 1949. Οι διωγμοί αυτοί των Ελλήνων θα επηρεάσουν περί τις 50.000 άτομα. Ακόμη και στη Μογγολία θα λάβουν χώρα διώξεις στα τέλη της δεκαετίας του 1930 με περίπου 20.000 θύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά οι συλλήψεις γίνονται στην τύχη, για να συμπληρωθεί ένας αρχικά καθορισμένος αριθμός που έχει οριστεί από την κεντρική διοίκηση.

    Στην ίδια περίοδο καταργούνται πολλές αυτόνομες περιοχές που είχαν δημιουργηθεί προηγούμενα, μεταξύ αυτών και η ελληνική, διαλύονται τα εθνικά σοβιέτ και τα εθνικά σχολεία και απαγορεύεται η εθνική παιδεία, η χρήση της εθνικής γλώσσας, κ.λπ.

    Μια σημαντική πλευρά των εθνικών διώξεων είναι η εξόντωση των μελών των ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης, που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ για να βρουν προστασία από το φασισμό ή από αυταρχικά δικτατορικά καθεστώτα στις χώρες τους. Εκτελούνται ιδιαίτερα οι Πολωνοί, οι Γερμανοί, οι κομμουνιστές από τις Βαλτικές χώρες, επίσης πολλοί Αμερικανοί σοσιαλιστές μηχανικοί, κ.ά., που είχαν έλθει στην ΕΣΣΔ για να βοηθήσουν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, και, ανάμεσα στους άλλους, πολλοί Έλληνες κομμουνιστές. Αυτό το περιστατικό διαψεύδει τις κατηγορίες που αξιοποιούνται για να δικαιολογηθούν οι διώξεις, ότι οι διωκόμενοι ήταν πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών, αντισοβιετικά στοιχεία, κ.λπ., που θα στρατεύονταν με τους ξένους εισβολείς, συγκεκριμένα τους ναζί, στον επικείμενο πόλεμο.

    Είναι χαρακτηριστικό ότι, ειδικά στην περίπτωση των Πολωνών, θα έχουμε μετά το 1939 αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες συλλήψεις ακόμη, μεταξύ άλλων και το μαζικό έγκλημα του Κατίν τον Μάρτιο-Μάιο του 1940, όταν περί τις 20.000 Πολωνοί στρατιωτικοί θα εκτελεστούν με εντολή του Στάλιν. Και όμως, από τους περίπου 380.000 Πολωνούς κρατούμενους στην ΕΣΣΔ το 1941, 120.000 υπό το στρατηγό Άντερς θα πολεμήσουν τους ναζί στο Ιράν και την Ιταλία, και άλλες 35.000 θα ενταχθούν στον Κόκκινο Στρατό, ενώ πρακτικά κανείς δεν θα συνταχθεί με τους ναζί. Παρόμοια, για τις άλλες εκκαθαρισμένες εθνικότητες δεν θα βρεθούν ποτέ στη συνέχεια κάποια αξιόπιστα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις κατηγορίες σε υπολογίσιμη έκταση.

    Στη διάρκεια του πολέμου είχαμε επίσης εκτοπίσεις Φιλανδών και Γερμανών το 1941, Καλμούκων το 1943, Τσετσένων, Κούρδων, Τούρκων και Τατάρων και Ελλήνων της Κριμαίας το 1944. Χαρακτηριστική είναι η μαζική εκτόπιση των Τατάρων της Κριμαίας, για την υποτιθέμενη συνεργασία με τους ναζί, στα πλαίσια της οποίας 240.000 θα εκτοπιστούν στο Ουζμπεκιστάν, ιδιαίτερα στην Τασκένδη. Περί τις 100.000 από αυτούς θα πεθάνουν από τις κακουχίες. Στην περίπτωση αυτή, περί τις 2000 Τάταροι είχαν καταταχτεί σε γερμανικές μονάδες, ένα γεγονός κυρίως οφειλόμενο στις διώξεις και τον αποκλεισμό τους από το κίνημα της αντιναζιστικής αντίστασης. Αυτό γίνεται το άλλοθι για τον κατατρεγμό ενός ολόκληρου εθνικού πληθυσμού. Οι κατηγορίες εναντίον τους αποσύρθηκαν τον Απρίλιο του 1956.

    Ένα τελευταίο κεφάλαιο στις εθνικές διώξεις θα γραφτεί μετά το 1946 όταν θα έχουμε πολλές διώξεις, εκτελέσεις, κ.λπ., εναντίον Εβραίων, κυρίως διανοουμένων. Στην περίοδο αυτή, τη λεγόμενη Ζντανοφτσίνα, επιστρέφει η λατρεία της τσαρικής εποχής, που παρουσιάζεται σαν μια εκπολιτιστική δύναμη, και η ρωσοποίηση παίρνει εξωφρενικές διαστάσεις. Χαρακτηριστικά υποστηρίζεται στο σοβιετικό τύπο ότι όλες οι μεγάλες εφευρέσεις είχαν γίνει από Ρώσους και ψεύτικα αποδόθηκαν σε δυτικούς. Στις 12-13 Αυγούστου του 1952, στη λεγόμενη «νύχτα των δολοφονημένων ποιητών», δολοφονούνται 13 διακεκριμένοι Εβραίοι ποιητές και διανοούμενοι.

    Τα αίτια των διώξεων δεν μπορεί να συζητηθούν αναλυτικά εδώ. Συνοπτικά, όμως, μπορεί να επισημανθεί η επιδίωξη της γραφειοκρατίας για απόλυτη εξουσία και για σφετερισμό του αγροτικού πλεονάσματος που παραγόταν σε διάφορες περιφέρειες της χώρας, Ουκρανία, κ.ά., με μη ρωσικό πληθυσμό. Η σταλινική γραφειοκρατία ενδιαφερόταν να ενισχύσει την εξουσία της στη Ρωσία, και αυτό αναπόφευκτα καθόριζε μια πολιτική καταπίεσης προς τους μη ρωσικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, αυτή η πολιτική δεν είχε τίποτα να κάνει με τις σοσιαλιστικές διακηρύξεις και τις διακηρυγμένες αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης στο εθνικό ζήτημα. Η εφαρμογή της έθεσε τέρμα στις πιο ενδιαφέρουσες και προοδευτικές όψεις της εμπειρίας της ΕΣΣΔ και η επιστροφή σε μια ανεκτική εθνική πολιτική στη δεκαετία του 1960 δεν άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Το αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα του εθνικισμού, που αποτέλεσε μια από τις καίριες αιτίες της διάλυσης της ΕΣΣΔ στα 1989-1991.

    *Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Το παρόν είναι μια διάλεξή του που δόθηκε στις 5-6-2015 στο Σεμινάριο Ιστορίας στην Έπαυλη Δροσίνη στην Κηφισιά με θέμα «Οι διώξεις κατά των μειονοτήτων στη Σοβιετική Ένωση κατά τη σταλινική εποχή».

    http://www.politicaldoubts.com/reflections/item/856-i-ethniki-politiki-ton-bolsevikon-kai-i-allagi-tis-epi-stalin


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: