-Για την εφημερίδα «Κόκκινος Καπνάς»

Mόλις κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις η μελέτη μου με τίτλο: «Η εφημερίδα ‘Κόκινος Καπνας’ και ο ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937)». Η εφημερίδα αυτή  εκδιδόταν στο σοβιετικό Καύκασο κατά το Μεσοπόλεμο.

Είναι ένα από τα λίγα τεκμήρια που διασώθηκαν ενός μοναδικού ιστορικού πειράματος.  Σχετίζεται με τη διαμόρφωση του σημαντικού σοβιετικού ελληνισμού, πλήρως αυτονομημένου από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της «μητέρας-πατρίδας».  Ενός ελληνισμού που συγκροτήθηκε τότε σ’ ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο, απέκτησε εσωτερική ζωή και ενδιαφέρουσες δομές, υπήρξε το καταφύγιο και το αποκούμπι των κυνηγημένων αριστερών από την «αστική Ελλάδα», συνομίλησε ισότιμα με το σοβιετικό περιβάλλον,  υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού (που σήμερα μας παραξενεύουν αρκετά).

Ο Κόκκινος Καπνάς (Κόκινος Καπνας) ήταν ένα επίσημο σοβιετικό ελληνικό έντυπο του μεσοπολέμου. Εξέφρασε τη συνάντηση των σοβιετικών αντιλήψεων για την κοινωνία και τον πολιτισμό με τις ριζοσπαστικότερες ελληνικές θέσεις. Στις σελίδες του αποτυπώνεται ένας ελληνικός καθεστωτικός κομμουνιστικός λόγος. Οι νέοι κώδικες που εισήχθησαν στη σοβιετική κοινωνία είναι παρόντες στην εφημερίδα, δίνοντας μια μοναδική ευκαιρία αποκρυπτογράφησης των μηχανισμών ελέγχου και των μεθόδων που είχαν εφευρεθεί για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη του βίαιου μετασχηματισμού.

(Προλετάριοι  Όλου  του  Κόσμου  Ενωθείτε)

Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας προβάλλει ένας άγνωστος ελληνικός κόσμος, ο οποίος κλήθηκε να πειθαρχήσει στις νέες απόψεις που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία. Ακολουθώντας τους σοβιετικούς δημοσιογραφικούς κανόνες χρησιμοποιούσε τη φωνητική γραφή παραμένοντας πιστός στις δημοτικιστικές απόψεις.

Τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες για τις ελληνικές κοινότητες που δίνει η εφημερίδα έρχονται να καλύψουν το μεγάλο κενό της γνώσης μας για τον τρόπο  προσαρμογής τους στο κομμουνιστικό περιβάλλον και ειδικότερα  στις νέες οικονομικές δομές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης. Κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό στοιχείο της Σοβιετικής Ένωσης συμμετείχε σε όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου και βίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο τις εγγενείς αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος. Ανέπτυξε επί πλέον στο νέο περιβάλλον την επιτρεπτή για τη σοβιετική εξουσία προβληματική  για  τον πολιτισμό και διατύπωσε πολιτικά αιτήματα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός ιδιόμορφου ελληνικού σοβιετικού λόγου.

Η τελική καταστροφή του από το σταλινισμό, η εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της διανόησης και η αποσάρθρωση της κοινωνικής του δομής  με τη μαζική μετατόπιση του ελληνικού στοιχείου του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία, εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη του σοβιετικού ελληνικού πολιτισμού του μεσοπολέμου.

Άλλες πληροφορίες:  

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=153076

Το βιβλίο βασίζεται στη διδακτορική διατριβή, η οποία υπάρχει στη βάση πληροφοριών του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης: 

http://thesis.ekt.gr/9040 [ http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/9040 ]

Στη συνέχεια παρατίθενται οι Πρόλογοι του Σεραφείμ Φυντανίδη και του Γιάγκου Ανδρεάδη:

Πρόλογος Σεραφείμ Φυντανίδη

Ερευνώντας τα ίχνη ενός χαμένου Ελληνισμού, άγνωστου στους άλλους Έλληνες, ο Βλάσης Αγτζίδης έφτασε κάποτε στη μακρινή – όχι τόσο γεωγραφικά, όσο γνωστικά  – περιοχή του Καυκάσου. Και ανακάλυψε κάτι πολύ σπάνιο: Μια εφημερίδα που έβγαινε στα ελληνικά από Έλληνες, ώσπου την «πήραν μπάλα» οι σταλινικές εκκαθαρίσεις του τέλους της δεκαετίας του ’30. Αυτοί που είχαν την ευθύνη της εκτελέστηκαν ή εξορίστηκαν στα βάθη της Σιβηρίας και το τυπογραφείο τους ρίχθηκε στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας.

Το έγκλημά της; Ήταν μια εθνοτική εφημερίδα. Και μολονότι οι εκδότες της ήταν γνήσιοι κομμουνιστές, θεωρηθηκαν προδότες του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Βλάσης Αγτζίδης ανακάλυψε πριν από αρκετά χρόνια στο Σοχούμι το κρυμμένο αρχείο αυτής της σπάνιας εφημερίδας: Κόκινος Καπνας ο τίτλος της, δηλαδή καπνεργάτης, ο οποίος παρουσιάζει μια ορθογραφικη πρωτοτυπία. Έχει καταργήσει όλα τα φωνήεντα και τα διπλά σύμφωνα, έχει κρατήσει μόνο το «ι», το «ο» και το «ς», χρησιμοποιεί το «υ» στη θέση του «ου». Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή του άκρατου δημοτικισμού, που πρέσβευαν τότε οι κομμουνιστές του 20γράμματου αλφάβητου.

Φυσικά, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρθρογραφία του Κόκινυ Καπνα (Κόκκινου Καπνά) και πολλά ιστορικά συμπεράσματα μπορεί να εξαγάγει ο ερευνητής, εφόσον πρόκειται για ένα μεγάλης σημασίας πείραμα που πραγματοποιήθηκε μόνον εκεί. Γιατί, στις ελληνικές κοινότητες της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης έγινε κάτι που δε ζήσαμε στην «αστική» Ελλάδα: την απόλυτη κυριαρχία των Ελλήνων κομμουνιστών……..

Ενδιαφέρον έχει επίσης και τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάσωση της εφημερίδας, τον Αύγουστο του 1991, τις ημέρες του αποτυχημένου πραξικοπήματος των αμετανόητων γραφειοκρατών. Όπως μας πληροφόρησε ο συγγραφέας, η φωτογράφιση με μικροφίλμς των φύλλων της εφημερίδας άρχισε την ημέρα που εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μόσχα. Ο άμεσος απόηχος των εξελίξεων στον Καύκασο ήταν η αναθάρρηση των ασφαλιτών και των στρατιωτικών, πράγμα που απείλησε το εγχείρημα με ματαίωση. Όμως η αποτυχία του πραξικοπήματος σε σύντομο χρόνο λόγω της στάσης του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, επέτρεψε τη ολοκλήρωση της μικροφωτογράφισης.

Η ειρωνία -με την οποία η Ιστορία βλέπει πολλές φορές τα ανθρώπινα δρώμενα- ήταν ότι λίγα χρόνια μετά, το πρωτότυπο σώμα, το μοναδικό που υπήρχε σ’ όλο το σοβιετικό Καύκασο, καταστράφηκε. Ο φοβερός πόλεμος μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχαζίων την περίοδο 1992-1993 δεν είχε μόνο ανθρώπινα θύματα. Δεν χάθηκαν μόνο χιλιάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και διακόσιοι ομογενείς μας, αλλά καταστράφηκε και η ιστορική μνήμη της περιοχής. Η αυθαιρεσία των παρακρατικών ομάδων που κυριαρχούσαν στο Σοχούμι -την αρχαία ελληνική Διοσκουριάδα- κατά την περίοδο της πολιορκίας του από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων, οδήγησε στη συνειδητή πυρπόληση του Ιστορικού Αρχείου της πόλης. Έτσι, στη μετασοβιετική εποχή ολοκληρώθηκε το έγκλημα που είχε ξεκινήσει κατά την περίοδο του σταλινισμού. Μαζί με την ανθούσα ελληνική κοινότητα,   καταστράφηκε και η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς, αδιάψευστο τεκμήριο της μεγάλης ελληνικής αναγέννησης του μεσοπολέμου και των πρωτοποριακών πειραματισμών.

Σερ. Φυντανίδης

τ. Διευθυντής της Ελευθεροτυπίας

και της Κυριακάτικης Ε.

Πρόλογος Γιάγκου Ανδρεάδη

Και γι’ αυτούς της θυσίας ο καπνός: Το έπος και το δράμα των ελλήνων μπολσεβίκων του Πόντου.

Το βιβλίο που ακολουθεί είναι από τα κείμενα που κανείς τα διαβάζει με σπαραγμό. Όχι τυχαία ο συγγραφέας του, ο μαθηματικός και ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, έχει γράψει σε άλλο κείμενό του ότι η ιστορία του ελληνισμού της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως και η ιστορία του ελληνισμού της Κύπρου απωθείται είτε διεκπεραιώνεται με καθησυχαστικά στερεότυπα από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με τραυματικές, αιμάσσουσες μνήμες και ακόμη με γεγονότα που ακόμη και η απλή τους εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας και την βαθιά ανασκευή των εργαλείων της σκέψης μας, αν όχι και των συντεχνιακών ισορροπιών που προώθούνται υπό το προσωπείο  της επιστημονικής αντικειμενικότητας.

Ποιά είναι η ιστορία του “Κόκκινου Καπνά” που φέρνει στο φως ο συγγραφέας; Πρόκειται για την ιστορία ενός εντύπου που εκδίδεται από έλληνες κομμουνιστές των ποντιακών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης σχεδόν αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων και μέχρι τα κύματα των σταλινικών εκκαθαρίσεων του 1936 και του 1938 που έδωσαν τα πρώτα μαζικά πλήγματα στον ελληνισμό που ζούσε για χιλιετίες στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου. Ο  Αγτζίδης εντόπισε το αρχείο της εφημερίδας, προχώρησε πρώτα στην φωτοτύπησή του και στη συνέχεια,  το διέσωσε και το μετέφερε με την μορφή μικροφίλμ στην Ελλάδα.

Πράξη διπλά ευεργετική, αφού, εκτός από το υλικό που προσφέρεται  πια στην ελληνική έρευνα, τα μικροφίλμ αυτά αποτελούν δυστυχώς και την μόνη μορφή στην οποία σώζονται τα ντοκουμέντα αυτά που προσφέρουν μια ακόμη σημαντική πτυχή του έπους και του δράματος των Ελλήνων του Πόντου. Και τούτο διότι, μετά το 1989,  στη διάρκεια των ταραχών που σημάδεψαν τους επιθανάτιους σπασμούς του σοβιετικού καθεστώτος, το σώμα των εφημερίδων του “Κόκκινου Καπνά” έγινε παρανάλωμα του πυρός. Το βιβλίο λοιπόν και τα μικροφίμ, στοιχειοθετούν την πράξη μιας δραματικής επιστροφής, ενός επώδυνου νόστου, παράλληλου με την μοίρα των ελλήνων των περιοχών αυτών, οι οποίοι στα τέλη του 20ου αιώνα γνώρισαν ένα ύστατο ξεριζωμό που τους έφερε ναυαγούς στις συχνά άξενες όχθες της μητέρας πατρίδας.

Ο νόστος αυτός, επιθυμητός για άλλους Ποντίους συντοπίτες τους μοιάζει ωστόσο πως δεν ήταν καθόλου μέσα στους συνειδητούς στόχους της εκδοτικής ομάδας του “Κόκκινου Καπνά”. Οι άνθρωποι αυτοί που σχεδόν όλοι τους τέλειωσαν τον βίο τους στο εκτελεστικό απόσπασμα είτε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης με την κατηγορία του τροτσκιστή είτε κάποια άλλη ανάλογη συκοφαντία, αποδεικνύονται, μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας, απόλυτα πιστοί μπολσεβίκοι, φανατικοί υποστηρικτές πρώτα του Λένιν και μετά του Στάλιν, που διέταξε την εξόντωσή τους. Αυτό για το οποίο αγωνίζονται λοιπόν είναι να παραμείνουν  στις προαιώνιες εστίες τους σαν υποδειγματικοί σοβιετικοί πολίτες, πρωτοπόροι στον αγώνα για την οικοδόμηση της σοβιετικής κοινωνίας.

Κανένα ίσως στοιχείο δεν αποτυπώνει την κυριολεκτικά απόλυτη και ενδεχομένως τυφλή πίστη των ανθρώπων αυτών στο σοβιετικό καθεστώς και στον σταλινισμό, όσο οι απόψεις που η εφημερίδα εκφράζει για τα διεθνή ζητήματα και οι επαφές που διατηρεί με άλλα έντυπα. Το τουρκικό καθεστώς του Κεμάλ θεωρείται, σε πλήρη αρμονία με την επίσημη σοβιετική εξωτερική πολιτική, απόλυτα φιλικό. Το ελληνικό καθεστώς είναι, από την πλευρά του, αστικοτσιφλικάδικο και μοναρχοφασιστικό και οι όποιες σχέσεις με τα επίσημα όργανα, τους θεσμούς, τα σύμβολα και την ρητορική της “μητέρας πατρίδας” αντιμετωπίζονται με εχθρότητα και ειρωνεία. Ανάλογες είναι και η σχέσεις του “Καπνά” με τα έντυπα του εξωτερικού.

Συνομιλητές του είναι μόνον οι κομμουνιστικές εκδόσεις “Ριζοσπάστης” της Ελλάδας και “Εμπρός” της Αμερικής, ενώ όλος ο άλλος Τύπος δεν είναι παρά εκφραστής της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και τυρανίας. Ας μην λησμονούμε ότι η ίδια η έκδοση της εφημερίδας και γενικά η απόλυτη κυριαρχία του κομμουνιστικού Τύπου στην χώρα είναι η συνέπεια και η συνέχεια της κατάργησης από τον Λένιν κάθε μη μπολσεβίκικου εντύπου ως οργάνου των εκμεταλλευτών. Τέλος, αντίστοιχες, και απόλυτα σύμφωνες με την επίσημη κομματική γραμμή, είναι και οι αντικληρικές και αντιθρησκευτικές θέσεις  που εκφράζει η εφημερίδα.

Είναι σήμερα εύκολο, όσο και αντιιστορικό, να κρίνουμε και να καταδικάσουμε τέτοιες θέσεις.

Και για μας της θυσίας ΙΙ

Με μια πρόχειρη, εξωτερική και οπωσδήποτε άδικη ματιά, οι θέσεις των υπευθύνων του «Κόκκινου Καπνά» εμφανίζονται απλώς ως κάθετη άρνηση της αναφοράς στο εθνικό κέντρο -και άρα σε ένα βαθμό της ρίζας και της ταυτότητάς τους- σαν ρήξη με την θρησκεία τους και διαστρέβλωση της γλώσσας τους. Μια τέτοια αποτίμηση ωστόσο είναι αντιιστορική. Η θέση των υπευθύνων του Καπνά, πέρα από την δεδομένη τους ένθερμη αποδοχή της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας,  εκφράζει και μια θεμελιώδη απόφασή τους: να ζήσουν στα πανάρχαια εδάφη του ποντιακού ελληνισμού, σαν ενεργά και μάλιστα πρωτοπόρα μέλη της σοβιετικής κοινωνίας. Όλες σχεδόν οι άλλες θέσεις στις οποίες μόλις αναφερθήκαμε, η πλήρης εναρμόνιση με την σοβιετική εξωτερική πολιτική και άρα οι ένθερμη κατάφαση του κεμαλισμού, η αθεΐα, οι επιθέσεις κατά των κουλάκων με και χωρίς εισαγωγικά,  μοιάζουν να μην είναι τίποτε άλλο παρά υποχρεωτικές συνέπειες αυτής τους της βασικής τοποθέτησης.

Τα πράγματα είναι όμως μάλλον πιο σύνθετα και η άποψη αυτή μπορεί να στηριχτεί και στο ότι πολλά από τα κείμενα που μας έρχονται από ανθρώπους που ζούσαν και έγραφαν επί σοβιετικού καθεστώτος πρέπει να διαβάζονται σαν να ήταν γραμμένα με κώδικα, καθώς οι άνθρωποι εκφραζόταν υπό την απειλή της σιδηράς πυγμής του καθεστώτος, ακόμα και αν ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του. Η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η εφημερίδα και τα άρθρα της  για την γλώσσα και τον πολιτισμό προσφέρουν πιστεύω μια κωδική μήτρα για να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό.

Τα κείμενα της εφημερίδας είναι γραμμένα με μια απλοποιημένη γραφή που αποδίδει ακουστικά την γλώσσα και ακολουθεί το μονοτονικό σύστημα που καταλήγει συχνά ατονικό. Γλώσσα είναι η δημοτική με κάποιες παραχωρήσεις τόσο στην ποντιακή διάλεκτο, όσο και στην τρέχουσα σοβιετική ορολογία διατυπωμένη σα ρωσικά. Το πρώτο που έχει κανείς να κατανοήσει είναι η αντικειμενική δυσκολία που έχει για να επικοινωνήσει στην κοινή δημοτική, οπωσδήποτε επηρεασμένη από τις θέσεις του μαχόμενου δημοτικισμού, ένας πληθυσμός που έχει για μητρικό γλωσσικό εργαλείο την διάλεκτο και κάποιες φορές τα τουρκικά. Το δεύτερο ότι από την στιγμή που η διαμάχη των Ελλήνων μπολσεβίκων του Πόντου ανάμεσα στους οπαδούς της δημοτικής και αυτούς της διαλέκτου λύνεται υπέρ των πρώτων, έχει διασφαλιστεί ένα μεγάλο κανάλι επικοινωνίας ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας και το γίγνεσθαι το εθνικού κέντρου, φιλτραρισμένο έστω σε μεγάλο βαθμό μέσα από την κομμουνιστική οπτική του Ριζοσπάστη. Αξίζει να προσεχτεί ότι οι υπεύθυνοι του Κόκκινου Καπνά αγωνίζονται μαχητικά και με επιτυχία για την διάδοση της εφημερίδας και δεν διστάζουν να συγκρουστούν με κομματικά όργανα όταν αυτά την υποκαθιστούν σε κάποια ελληνικά χωριά με  ρωσικά ή άλλα έντυπα.

Η καθιέρωση της ελληνικής έχει φυσικά μια καίρια επίδραση και στο περιεχόμενο της παιδείας, όπως αυτό μας αποκαλύπτεται από τα εκπαιδευτικά προγράμματα που δημοσιεύονται. Τα κείμενα αναφοράς που συναντάμε περιλαμβάνουν για παράδειγμα και κείμενα του Παπαδιαμάντη, που θα περίμενε κανείς να έχει αποκλειστεί για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τη γλώσσα του, ενώ οι κεντρικές θεατρικές σκηνές ανεβάζουν ακόμη και Αντιγόνη και Οιδίποδα τύραννο. Αυτό που με δυο λόγια συμβαίνει είναι ότι η καθιέρωση της δημοτικής τόσο στον Καπνά όσο και στην εκπαίδευση επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα σώμα παιδείας και πολιτισμού που σε ένα μόνο βαθμό μπορεί να διεκδικήσει ταξικό χαρακτήρα και που, έστω και αν δεν το διαδηλώνει, αποτελεί οπωσδήποτε ένα ισχυρό δεσμό των κομματιών του ποντιακού ελληνισμού μεταξύ τους αλλά και με το εθνικό κέντρο.

Με την έννοια αυτή μπορούμε να ξαναδούμε και την συκοφαντική καταγγελία περί εθνικισμού που οδήγησε στην εξόντωση των ελλήνων αυτών κομμουνιστών από τον σταλινισμό. Είναι σαφές ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν την παραμικρή διασπαστική κίνηση εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης στην οποία ήταν απόλυτα πιστοί. Από την άλλη όμως πλευρά, σεβόμενοι απόλυτα τα πλαίσια της σοβιετικής νομιμότητας, προσπάθησαν, με τους τρόπους και με τα μέσα που επέλεξαν και που τους ήταν επιτρεπτά, να περιφρουρήσουν και να αναπτύξουν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα στο βαθμό που, σε αρμονία με τα γενικά μαρξιστικα- λενινιστικά πιστεύω, να προσβλέπουν στην δημιουργία μιας αυτόνομης ελληνικής περιοχής. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ πιθανώς αρκετό για να θεωρηθούν από τον Στάλιν εχθροί του σοσιαλισμού και να αντιμετωπίσουν τον θάνατο στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στα γκούλαγκ. Μπορεί κανείς, ξεφεύγοντας από την αυστηρότητα της επιστημονικής διαπραγμάτευσης, να αναλογιστεί πώς θα ένοιωσαν οι ατσάλινοι εκείνοι αγωνιστές μπροστά στα δικαστήρια των συντρόφων τους που τους ζητούσαν να παραδεχτούν ότι ήταν προδότες των αγώνων για τους οποίους είχαν προσφέρει τα πάντα. Άραγε να αρνήθηκαν με αγανάκτηση τα πάντα, να έμειναν σιωπηλοί με το κεφάλι σκυφτό ή μήπως, όπως συνέβη με τους μπολσεβίκους αρχηγούς στις δίκες της Μόσχας του 36 και του 38 να αναγκάστηκαν να παραδεχτούν συνωμοσίες και προδοσίες που ούτε καν είχαν ποτέ διανοηθεί;

Το δράμα και  εποποιία των Ελλήνων του Πόντου δεν περιορίζεται βέβαια στην ομάδα του Κόκκινου Καπνά και στους συνεπείς κομμουνιστές που αποτελούν το κοινό και το σημείο θετικής αναφοράς του. Μέσα από τις στήλες της εφημερίδας, μέσα από τις πολεμικές , τις καταγγελίες και τις αναφορές σε καταδίκες διαφόρων που έχουν- υποτίθεται πάντοτε δίκαια- κριθεί ένοχοι απέναντι στην σοβιετική νομιμότητα, διαφαίνεται σε ένα βαθμό και το δράμα των άλλων. Εκείνων για παράδειγμα που έχουν φτάσει στον ρωσικό Πόντο μετά τους τουρκικούς διωγμούς του 1918 και που όχι μόνο δεν συμμερίζονται το υμνολόγιο για τον Κεμάλ, αλλά διατηρούν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, πρωταρχικά της θρησκευτικής, και προσβλέπουν στον διάλογο με το εθνικό κέντρο και πολλές φορές στο νόστο.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι όχι μόνο για την ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και για το κράτος και για την κοινή γνώμη της Ελλάδας ο Ποντιακός ελληνισμός υπήρξε μια ακόμη αγνοούμενη ήπειρος, όπως συμβαίνει επίσης, με διαφορετικό έστω τρόπο με τον ελληνισμό των Ηνωμένων πολιτειών, στον οποίο , ενώ το αγνοούμε, προστρέχουμε σε κάθε αναποδιά και επίσης με τον ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και με άλλες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι πιστεύω μια κρατιστική αντίληψη των εθνικών όπως και των κοινωνικών θεμάτων, η οποία , εννοείται, αποδυναμώνει σε καθοριστικό βαθμό το κράτος προκαλώντας μια βαθιά ζημία που βέβαια δεν μπορεί να επουλωθεί από τα τετριμμένα στερεότυπα περί απόδημων. Στα θεμέλια της αντίληψης αυτής βρίσκεται, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις, η αδυναμία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής ιθύνουσας τάξης να ενσωματώσει στην σχεδίαση της πολιτικής της οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια της κρατικής εξουσίας και κατ’ εξοχήν την πολιτιστική παράμετρο, η οποία μπορεί και πρέπει να λειτουργεί, ακόμη ή κυρίως όταν όσοι συνεχίζουν να μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού είναι με την θ’ελησή τους ενσωματωμένοι σε άλλες κρατικές οντότητες.

Στην περίπτωση της υποβάθμισης και της αγνόησης του δράματος των Ελλήνων του Πόντου νομίζω ότι λειτούργησε και μια άλλη διάσταση. Το δέος που δημιουργούσε επί πολλά χρόνια στους φίλους και στους εχθρούς της, αλλά και στον μέσο δημοκρατικό άνθρωπο η Σοβιετική Ένωση. Το δέος αυτό δεν είχε να κάνει μόνον με τους έλληνες κομμουνιστές, οι οποίοι, μέχρι τουλάχιστον την ρήξη ΕΣΣΔ- Κίνας και την ανάδυση του ευρωκομμουνισμού θεωρούνταν η αναμφισβήτητη πατρίδα της κομμουνιστικής επανάστασης ή όπως ειπώθηκε σε πιο θεωρητική γλώσσα το μοναδικό “κέντρο αναφοράς”. Για την μεγάλη κεντρώα και κεντροαριστερή παράταξη, που έβλεπε με δυσπιστία τις προθέσεις των Δυτικών συμμάχων απέναντι στην χώρα η ΕΣΣΔ δεν ήταν μόνο η ηρωική πρωταγωνίστρια στον νικηφόρο αγώνα κατά του Άξονα στον οποίο και η δική μας χώρα είχε τόσα προσφέρει. Ήταν επίσης ένα αντίπαλο δέος απέναντι στην αμερικανοκρατία και μια δύναμη που ενίοτε υπεράσπιζε τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα που απεμπολούσαν οι σύμμαχοι, ενώ και για την ελληνική δεξιά η “σοβιετία” ήταν η χώρα του κακού που όμως δεν στερούνταν δύναμης και ενδεχομένως γοητείας. Η ιδέα αυτή για την δύναμη και την λαμπερή ή την σκοτεινή γοητεία της πατρίδας του σοσιαλισμού δεν ήταν φυσικά μόνον ελληνικό φαινόμενο και επηρέαζε τους φίλους αλλά και τους εχθρούς του κομμουνισμού σε πλανητικο επίπεδο, ξεκινώντας από πολλούς αντιεξουσιαστές και καταλήγοντας στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες……………….

Γιάγκος Ανδρεάδης

Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας,Μέσων και Πολιτισμού,

Πάντειο Πανεπιστήμιο

πώς διαβάζουμε κείμενα σε 20γράμματο αλφάβητο:

Το 20γράμματο αλφάβητο καθιερώθηκε για τους σοβιετικούς Έλληνες (περίπου 400.000 άτομα) σε συνδιάσκεψη Ελλήνων εκπαιδευτικών στην ΕΣΣΔ το 1926.

Η αντικατάσταση του 24γράμματου με το 20γράμματο ήταν ένα από τα μέτρα της γλωσσικής μεταρρύθμισης.

Καταργήθηκαν:

-τα γράμματα της αλφαβήτου που δεν προφέρονται: ‘η’, ‘ω’

-οι δίφθογγοι,

-το ‘σ’ στη μικρογράμματη γραφή και στη θέση του εισήχθη το “ς”,

-τα διπλά γράμματα ‘ξ’ και ‘ψ’.

Το ‘υ’ καθιερώθηκε στη θέση του ‘ου’

Επίσης εισήχθη το μονοτονικό σύστημα. Στη λήγουσα δεν έμπαινε τόνος…

….μια γόνιμη κριτική!

Αναδημοσιεύτηκε αυτούσιο ή μέρος ή προβλήθηκε κριτικά :

-στο tvxs.gr

-στο Κανάλι

-στου Καυκάσιου

-στου Μικρασιάτη

-στο paganeli

-στην ιστοσελίδα του ΣΑΕ

-στο inews

-στο pontosforum

-στο echedoros.blogspot

-στο athina984

-στου ramirez

-στη zougla.gr

-στο liakonews

-στο  infognomonpolitics

-στο περιοδικόν ποικίλης ύλης

-στο greeknewsonline

-στο culture.ana-mpa

-στα Νέα

-στο Ολύμπιο Βήμα

42 comments so far

  1. Κ.Κ. on

    Λίγα λόγια για την εφημερίδα Κόκινος Καπνας

    Η εφημερίδα Κόκινος Καπνας είναι μια μοναδική ελληνική εφημερίδα της διασποράς, γιατί υπήρξε καθεστωτική σοβιετική και γιατί είχε σαφή θέση όσον αφορά το γλωσσικό ζήτημα: ήταν υπέρ της δημοτικής γλώσσας και της φωνητικής γραφής. Το φαινόμενο των ελληνικών κομμουνιστικών εφημερίδων που υπήρξαν καθεστωτικές εμφανίστηκε μόνο στην περιοχή των ελληνικών κοινοτήτων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

    Ο Κόκινος Καπνας είναι ένα από τα λίγα ελληνικά έντυπα της Σοβιετικής Ένωσης που διασώθηκαν με σχετική πληρότητα. Στις σελίδες του, όπως άλλωστε και στις σελίδες των υπόλοιπων ελληνικών εφημερίδων της ΕΣΣΔ, αποτυπώνεται ένας ελληνικός καθεστωτικός κομμουνιστικός λόγος, ο οποίος εμφανίστηκε και διαμορφώθηκε μόνο στη Σοβιετική Ένωση, όπου η εξουσία ανήκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η ιδιομορφία του ωστόσο εντοπίζεται στο γεγονός ότι υπηρετούσε παράλληλα και τη δημοτικιστική ιδεολογία.

    Ο Κόκινος Καπνας αποτελούσε το σημείο συνάντησης του σοβιετικού κόσμου με τον ελληνικό. Έξέφρασε τη συνάντηση των νέων σοβιετικών αντιλήψεων για την κοινωνία και τον πολιτισμό με τις ριζοσπαστικότερες ελληνικές θέσεις. Από τα άμεσα αποτέλεσματα αυτής της συνάντησης ήταν η αντικατάσταση του εικοσιτετραγράμματου αλφάβητου με το εικοσαγράμματο. Υπήρξε, όπως προαναφέρθηκε, η μοναδική ελληνική εφημερίδα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που από την πρώτη μέρα της έκδοσής της υποστήριζε τις δημοτικιστικές απόψεις και αντιτάχθηκε στις προσπάθειες που στόχευαν στην αναβάθμιση των τοπικών ελληνικών διαλέκτων.

    Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας προβάλλει ένας άγνωστος ελληνικός κόσμος, ο οποίος κλήθηκε να πειθαρχήσει στις νέες απόψεις που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία. Τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες για τις ελληνικές κοινότητες, που δίνει η εφημερίδα έρχονται να καλύψουν το μεγάλο κενό της γνώσης μας για τον τρόπο προσαρμογής τους στο κομμουνιστικό περιβάλλον και ειδικότερα στις νέες οικονομικές δομές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης. Η αξία αυτών των πληροφοριών αυξάνεται αν λάβουμε υπόψη και τη μεγάλη έλλειψη δεδομένων και αντίστοιχης βιβλιογραφίας για την περίοδο αυτή. Άλλο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από τη μελέτη της εφημερίδας, σχετίζεται με την απόκρυφη εσωτερική λειτουργία των κομμουνιστικών μηχανισμών. Οι νέοι κώδικες που εισήχθησαν στη σοβιετική κοινωνία είναι παρόντες στην εφημερίδα, δίνοντας μια μοναδική ευκαιρία αποκρυπτογράφησης των μηχανισμών ελέγχου και των μεθόδων που είχαν εφευρεθεί για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη του βίαιου μετασχηματισμού.

    Κατά συνέπεια, η σημαντικότητα της εφημερίδας ορίζεται από το ότι ήταν ένα επίσημο σοβιετικό ελληνικό έντυπο του μεσοπολέμου, ότι χρησιμοποιούσε τη φωνητική γραφή παραμένοντας πιστή στις δημοτικιστικές απόψεις, ότι χρησιμοποιούσε τους σοβιετικούς κώδικες στη γραφή (που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ξύλινη γλώσσα»), ότι ενσάρκωνε τις σοβιετικές τεχνικές πειθαναγκασμού των πολιτών και τέλος ότι απευθυνόταν στις ελληνικές κοινότητες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, για τις οποίες υπάρχει περιορισμένη βιβλιογραφία και οι οποίες επιβιώνουν ακόμα, έχοντας διανύσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική πορεία.

    Δραματικός ήταν ο επίλογος της συγκεκριμένης προσπάθειας, η οποία εν τέλει ήταν η προσπάθεια άρθρωσης ενός ελληνικού λόγου απολύτως προσαρμοσμένου στο σοβιετικό περιβάλλον. Η εφημερίδα έκφρασε την πίστη των Ελλήνων διανοουμένων της Σοβιετικής Ένωσης για μια κοινωνία ισότητας, δίχως τάξεις, καταπίεση και εκμετάλλευση όπου οι μικρές εθνικές ομάδες θα απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα στην έκφραση και στην ανάπτυξη της γλώσσας και του πολιτισμού τους. Μόνο που δεν πήρε υπόψη της τις τρομακτικές δυνάμεις της εξουσίας και τα συμφέροντα που κυριαρχούσαν στην αχανή Σοβιετική Ένωση. Με την αλλαγή της εσωτερικής πολιτικής που σημειώθηκε στη σοβιετική ηγεσία από το 1936 οι Έλληνες, όπως και οι άλλες εθνότητες που είχαν ως κέντρο αναφοράς άλλη χώρα εκτός της Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπίστηκαν ως μη φιλική εθνότητα. Για τις εθνότητες αυτές υιοθετήθηκε πλέον η πολιτική της αφομοίωσης και ακολουθήθηκαν συγκεκριμένες αφομοιωτικές τεχνικές, όπως η εξόντωση της φυσικής ηγεσίας τους και η βίαιη διάσπαση της κοινωνικής τους συνοχής.

    Στο πλαίσιο της νέας σοβιετικής πολιτικής η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του Κόκινυ Καπνα συνελήφθη στα τέλη του 1937 και στο πρώτο εξάμηνο του 1938. Όσοι δεν εκτελέστηκαν με τις κατηγορίες του «προδότη της σοβιετικής πατρίδας», του «Έλληνα εθνικιστή» και του «κουλάκικου στοιχείου», στάλθηκαν σε πολυετείς εξορίες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, απ’ όπου ελάχιστοι μόνο επέστρεψαν τη δεκαετία του ’50. Παράλληλα έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τα θέατρα, ενώ καταστράφηκαν τα τυπογραφεία και απαγορεύτηκε κάθε ελληνική δραστηριότητα. Η διαδικασία αφομοίωσης συνεχίστηκε το 1949 με τη μεταφορά του ελληνικού πληθυσμού από την Αμπχαζία και τον υπόλοιπο Καύκασο, εκτός της κεντρικής Γεωργίας, στο Καζαχστάν, στο Ουζμπεκιστάν, στη Κιργιζία, στο Τουρκμενιστάν και στη Σιβηρία.

    Η καταστροφή του τελευταίου σώματος της εφημερίδας Κόκινος Καπνας που υπήρχε στον Καύκασο κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχαζίων (1992-1993), ο οποίος υποχρέωσε παράλληλα σε νέα προσφυγιά όσους Έλληνες είχαν επιστρέψει στην περιοχή από την εξορία μετά την αποσταλινοποίηση, δείχνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη δραματική πορεία του ελληνισμού στην περιοχή, τις απελπισμένες προσπάθειες επιβίωσής του σε ένα χώρο οικείο από την αρχαιότητα και τέλος την ήττα και την απώλεια των ερεισμάτων στον πάλαι ποτέ ελληνικό Εύξεινο Πόντο.

    Η συγκεκριμένη μελέτη βασίζεται σε διδακτορική διατριβή, η οποία εγκρίθηκε με τον χαρακτηρισμό «άριστα» από την Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης.

    από: http://www.ardin.gr/node/2974

  2. ΑΠΕ on

    Άγνωστές πτυχές του Ελληνισμού του Καυκάσου διαφωτίζει το βιβλίο «Η εφημερίδα Κόκινος Καπνας», του ιστορικού-ερευνητή Βλάση Αγτζίδη
    31 Μαρτίου 2010 (09:55 UTC+2)

    της Διαμαντένιας Ριμπά

    Υπήρξαν μπολσεβίκοι, φανατικοί υποστηρικτές του Λένιν και στη συνέχεια του Στάλιν. Πιστοί στις αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού, πειθάρχησαν τυφλά στις νέες απόψεις, που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία. Η ιστορική πατρίδα έμπαινε, αναγκαστικά, σε δεύτερη μοίρα, αφού ήταν στην αντίπερα όχθη.

    Η εφημερίδα που εξέδιδαν, ο «Κόκινος Καπνας» (κόκκινος καπνεργάτης), επίσημο σοβιετικό ελληνικό έντυπο του μεσοπολέμου, ήταν ένα ακόμη «όπλο» να διαδώσουν τις ιδέες του κομουνισμού. Τίποτε απ΄ όλα αυτά, όμως, δεν τούς προστάτευσε από τις σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων, που ξεκίνησαν στις 15 Δεκεμβρίου του 1937 (ταυτόχρονα σε όλες τις δημοκρατίες της ΕΣΣΔ), με την ντιρεκτίβα Νο 50215 της ΝΚΒΝΤ, τη μετέπειτα ΚGΒ. Όλοι τους έμελε να εκτελεστούν ως προδότες ή να σταλούν στη Σιβηρία. Το τυπογραφείο τους καταστράφηκε ολοσχερώς.

    Το κρυμμένο αρχείο αυτής της σπάνιας εφημερίδας, ανακάλυψε πριν από χρόνια ο ιστορικός-ερευνητής Bλάσης Αγτζίδης. Τον Αύγουστο του 1991, με την συνδρομή του ελληνικού κράτους, το φωτογράφησε σε μικροφίλμ και το μετέφερε στην Ελλάδα. Τα μικροφίλμ αυτά αποτελούν, δυστυχώς, τη μόνη μορφή στην οποία σώζονται τα ντοκουμέντα αυτά, καθώς στη διάρκεια του ταραχών, μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχαζίων (1992-1993), το μοναδικό αυτό σώμα των εφημερίδων του «Κόκινου Καπνα», κάηκε μαζί με όλο το ιστορικό αρχείο του Σοχούμι.

    Η μελέτη αυτή του Βλάση Αγτζίδη, που κράτησε χρόνια, βλέπει σήμερα το φως της δημοσιότητας μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, με τίτλο, «Η εφημερίδα ‘Κόκινος Καπνας’ και ο ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937)», που μόλις κυκλοφόρησε από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις».

    «Η εφημερίδα, που εκδιδόταν στον Καύκασο κατά τον Μεσοπόλεμο, είναι ένα από τα λίγα τεκμήρια που διασώθηκαν, ενός μοναδικού ιστορικού πειράματος, που σχετίζεται με τη διαμόρφωση του σημαντικού σοβιετικού ελληνισμού, πλήρως αυτονομημένου από το ελλαδικό κέντρο», σημειώνει ο Βλάσης Αγτζίδης, ο οποίος έχει τιμηθεί-μεταξύ άλλων- με Εύφημο Μνεία από το Υπουργείο Εξωτερικών για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση απεγκλωβισμού των Ελλήνων από το εμπόλεμο Σοχούμι του Καυκάσου (1993), κατά την περίοδο του πολέμου μεταξύ Αμπχαζίων και Γεωργιανών.

    Όπως επισημαίνει ο ερευνητής, ο ελληνισμός αυτός συγκροτήθηκε τότε σ’ ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο. Ακολουθώντας τους σοβιετικούς δημοσιογραφικούς κανόνες, υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού, που μας παραξενεύουν σήμερα, όπως για παράδειγμα η κατάργηση των διπλών συμφώνων, όπως στον τίτλο της εφημερίδας (Κόκινος). Ο ελληνισμός αυτός, που παρήγαγε υψηλού επιπέδου προβληματισμό και ιδέες, τελικά συνετρίβη από το Σταλινισμό την περίοδο 1937-1938.

    Η νέα εμπεριστατωμένη μελέτη του Βλάση Αγτζίδη, έρχεται να προστεθεί στα πολλά βιβλία που έχει γράψει για τον ποντιακό ελληνισμό και τους Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μεταξύ αυτών και η Ιστορία των Ελλήνων του παρευξείνιου χώρου, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

    Ο «Κόκινος Καπνας» διαφωτίζει άλλη μία άγνωστη πτυχή του Ελληνισμού του Καυκάσου, προσθέτοντας νέα στοιχεία για μία εποχή που, ακόμα και στις μέρες μας, παραμένει άγνωστη για το ευρύ κοινό.

    «Η εφημερίδα εξέφρασε τη συνάντηση των σοβιετικών αντιλήψεων για την κοινωνία και τον πολιτισμό με τις ριζοσπαστικότερες ελληνικές θέσεις», σημειώνει ο Βλάσης Αγτζίδης και προσθέτει: «Στις σελίδες της αποτυπώνεται ένας ελληνικός καθεστωτικός κομμουνιστικός λόγος. Οι νέοι κώδικες, που εισήχθησαν στη σοβιετική κοινωνία, είναι παρόντες στην εφημερίδα, δίνοντας μια μοναδική ευκαιρία αποκρυπτογράφησης των μηχανισμών ελέγχου και των μεθόδων που είχαν εφευρεθεί για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη του βίαιου μετασχηματισμού».

    Διαφωτιστικά είναι τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες που δίνει η εφημερίδα για τον τρόπο προσαρμογής των ελληνικών κοινοτήτων στο κομμουνιστικό περιβάλλον και ειδικότερα στις νέες οικονομικές δομές, που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης.

    «Κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό στοιχείο της Σοβιετικής Ένωσης συμμετείχε σε όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου και βίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο τις εγγενείς αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος. Ανέπτυξε, επί πλέον, στο νέο περιβάλλον την επιτρεπτή για τη σοβιετική εξουσία προβληματική για τον πολιτισμό και διατύπωσε πολιτικά αιτήματα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός ιδιόμορφου ελληνικού σοβιετικού λόγου», λέει ο κ. Αγτζίδης.

    Και καταλήγει: «Η τελική καταστροφή του από τον σταλινισμό, η εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της διανόησης και η αποσάθρωση της κοινωνικής του δομής με τη μαζική μετατόπιση του ελληνικού στοιχείου του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία, εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη του σοβιετικού ελληνικού πολιτισμού του μεσοπολέμου».

    Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

    http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=9535

  3. […] περισσότερα –> εδώ Γράψτε ένα […]

  4. Βλάσης Αγτζίδης on

    Το παρακάτω κείμενο του Γ. Κορδάτου δείχνει το πνεύμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στους αριστερούς διανοούμενους, ελλαδικούς και σοβιετικούς. Ο Κορδάτος εξέδωσε στην Αθήνα το 1927 το βιβλίο «Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός». Το 1943 το επανέκδοσε με τον τίτλο «Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος» κάνοντας σημαντικές αλλαγές.

    Όσον αφορά το ζήτημα της ορθογραφίας, ο Κορδάτος απορρίπτει την ιστορική ορθογραφία και προκρίνει τη φωνητική, όπως ακριβώς είχε εισαχθεί στα ελληνικά σοβιετικά σχολεία. Τη θέση αυτή υιοθέτησε και το ΕΑΜ.

    Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι ενώ ο Κορδάτος γνωρίζει πολύ καλά τη μεταρρύθμιση που έιχε γίνει απ’ τους Έλληνες διανοούμενους της ΕΣΣΔ απ’ το 1927, δεν αναφέρει τίποτα για εκείνη την υλοποίηση των απόψεών του. Η εξήγηση είναι προφανής: Η αποσιώπηση σχετίζεται με την αποφυγή αναφοράς των σταλινικών διώξεων και του δραματικού τέλους εκείνου του πειράματος…

    Το παρακάτω κείμενο υπάρχει στο «Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος», 2η εκδ., εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1973, σελ. 204-209.

    ******************************************************

    Η δημοτική και η ιστορική ορθογραφία[1]

    Με τη διγλωσσία κληρονομήσαμε κ’ έναν άλλο μπελά. Την ιστορική ορθογραφία. Είτε στην καθαρεύουσα γράφουμε, είτε στη δημοτική, δε γράφουμε τις λέξεις όπως τις λέμε, μα βάνουμε σε κάθε λέξη μερικά μπιχλιμπίδια, τόνους, πνεύματα. Και ξεχωρίζουμε τα γράμματα σε μακρά και βραχέα φωνήεντα, σε διπλά σύμφωνα κλπ. Βέβαια, μια φορά κ’ έναν καιρό, όταν εφαρμόστηκε το ιωνικό αλφάβητο (5ος προ της χρονολογίας μας αιώνας), οι λέξεις δεν προφέρονταν στην ομιλία όπως τις προφέρουμε σήμερα. Π.χ. υιός σήμερα προφέρεται: γιός ή και στην καθαρεύουσα: ιός, μα στην αρχαία εποχή θα προφέρονταν κάπως αλλιώτικα, για να υπάρχει αυτό το: υι-ός.

    Κοντά λοιπόν στη διγλωσσία, υπάρχει και το ορθογραφικό ζήτημα. Βέβαια, το ζήτημα αυτό δεν το έχουμε μονάχα εμείς. Και στους άλλους λαούς η ιστορική ορθογραφία, λίγο πολύ, υπάρχει (Αγγλοσάξωνες, Γάλλους, Σλάβους, Τούρκους, Άραβες κλπ.). Μα έγιναν αλλού πολλές απόπειρες για την κατάργησή της. Η Τουρκία (1926), όχι μόνο ψήφισε για επίσημη γραφτή τη λαϊκή γλώσσα[2], μα κατάργησε και το αραβικό αλφαβητάριο για να το αντικαταστήσει με το λατινικό.

    Σε μας, για το παρόν, τέτοιες μεταρρυθμίσεις φαίνονται σα μακρινό όνειρο. Άλλοι τρομάζουν. Και άλλοι τις παίρνουν για παλαβομάρες. Εξάλλου, βαστούν ακόμα οι προλήψεις, που κάθε τόσο συστηματικά τις καλλιεργεί η αστική τάξη, για να εμποδίσει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο το φώτισμα των μαζών.

    Ωστόσο, το ορθογραφικό ζήτημα δεν πρώτη φορά που απασχόλησε τους ειδικούς. Πριν από το Φιληντά και τον Τριανταφυλλίδη, από τον Ψυχάρη, τον Πάλλη και τον Βλαστό, κι άλλοι ασχολήθηκαν μ’ αυτό.

    Τι σχέση μπορεί να έχει το παλιό, το ιωνικό αλφάβητο με το σημερινό; Αυτό είναι το ζήτημα.

    Πρώτα πρώτα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μόνο κεφαλαία γράμματα και δεν είχαν μικρά. Όλες οι επιγραφές και όλα τα βιβλία τους ήταν γραμμένα με κεφαλαία. Τόνοι λοιπόν και πνεύματα δεν υπήρχαν. Εκείνο που είναι σωστό, είναι τούτο: οι αρχαίοι Έλληνες πρόφεραν τις λέξεις πολύ διαφορετικά από μας. Είχαν, όπως είπαμε, μακρά και βραχέα φωνήεντα και στην κουβέντα τους πότε έσερναν την προφορά του α ή και του η και πότε την έκοβαν. Είχαν δηλαδή μουσικό τονισμό. Γι’ αυτό ο Γ. Χατζηδάκης πολύ σωστά σε μια ανακοίνωση του στην Ακαδημία τόνιζε:

    «Μη νομίζετε, ότι οι τόνοι και τα πνεύματα είναι αρχαία κληρονομία μας. Οι

    αρχαίοι δεν μετεχειρίζοντο ούτε τόνους ούτε πνεύματα. Τα πνεύματα και οι

    τόνοι επενοήθησαν όταν εχάθη το αίσθημα του μακρού και του βραχέος.

    Σήμερον επομένως εγώ, που δεν έχω την αίσθησιν αυτήν, δεν ενδιαφέρομαι

    να μάθω, αν ένα φωνήεν είναι μακρόν? Το μόνον που ενδιαφέρομαι να

    μάθω, είναι να γνωρίζω, ποιον είναι το τονιζόμενον γράμμα. Ένας τόνος

    επομένως ή ένα στίγμα επί του τονιζόμενου γράμματος μου αρκεί. Σήμερον,

    εις την εποχήν του τηλεγράφου, του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου, ο

    καιρός μας είναι τόσο πολύτιμος, ώστε να μη μας περισσεύει για παρόμοια

    μπιχλιμπίδια.» (Βλ. πραχ. εφ. «Εστία», 24 Φλεβάρη 1929).

    Μα, θα μας πουν και το λένε κάθε τόσο, όλη η αρχαία φιλολογία των προγόνων μας είναι γραμμένη με βάση το αρχαίο ιωνικό αλφάβητο. Αυτό είναι το σωστό. Μα επειδή εμείς σήμερα κρατούμε το ιωνικό αλφάβητο, μπορούμε να νοιώσουμε και να μελετήσουμε τους κλασσικούς; Ή, πάλι, επειδή οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί κλπ., έχουν άλλη γλώσσα και άλλο αλφάβητο, αυτοί πρέπει να είναι καταδικασμένοι για πάντα να μην πάρουν ποτέ τους είδηση τι έγραψαν, τι είπαν, τι περιέγραψαν, τι τραγούδησαν οι αρχαίοι;

    Και όμως στην πραγματικότητα δε συμβαίνει αυτό. Οι ξένοι (όσοι βέβαια πάνε στα ανώτερα σχολεία) ξέρουν πολύ καλύτερα από τους Έλληνες και την αρχαία μας την ιστορία και μερικοί από δαύτους είναι και ξακουστοί ελληνιστές, που παίζουν στα δάχτυλά τους τα αρχαία κείμενα.

    Η κατάργηση λοιπόν της καθαρεύουσας, καθώς και της ιστορικής ορθογραφίας, σε τίποτα δε θα μας βλάψει. Ίσα ίσα θα έχουμε και μεγάλο κέρδος, γιατί τα σχολεία (αυτά τέλος πάντων που είναι) θα έχουν κέρδος τα τρία τέταρτα του χρόνου που ξοδεύεται για τη νεκρή γραμματική και ορθογραφία και, κατ’ ανάγκη, θα τονε διαθέσουν για άλλα πράγματα. Γι’ αυτό, το ορθογραφικό ζήτημα, όσο κι αν φαίνεται σαν παρακατιανό μπροστά σε άλλα ζητήματα, είναι πολύ σοβαρό και πολύ σπουδαίο. Η τέτοια λύση του μας ενδιαφέρει και πρέπει να μας ενδιαφέρει πολύ.

    Πριν από το Εικοσιένα, στα χρόνια της Ενετοκρατίας (17ος αιώνας), η Κρήτη άρχισε να παραδέχεται στη γραφτή γλώσσα το λατινικό αλφάβητο.

    Μάλιστα – ας μην ξαφνιαστεί ο αναγνώστης μου -, και λογοτεχνικά έργα με αξία γράφτηκαν με το λατινικό αλφάβητο. Η «Ερωφίλη», το αρκετό γνωστό δράμα του Χορτάτζη, γράφτηκε με βάση το λατινικό αλφάβητο και όχι το ελληνικό. Επίσης και πολλά συμβολαιογραφικά έγγραφα συντάσσονταν μ’ αυτόν τον τρόπο.

    Να για παράδειγμα ένας στίχος από την «Ερωφίλη»:

    Tσ’ όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει.

    Chie opios egiela to taghi, clegi prighu vradhiassi.

    Μα το ορθογραφικό, σαν ένα ζήτημα που ενδιαφέρει το λαό και μπορεί να έχει έμμεση βοηθητική επίδραση στη μόρφωσή του, αντικρύστηκε από το Βηλαρά[3] στα 1814. Ο Βηλαράς καταργούσε το ω και το υ από το αλφάβητο και ήθελε μόνο 23 ψηφία. Βέβαια, η ορθογραφική μεταρρύθμιση του Βηλαρά δεν έλυνε οριστικά το ζήτημα της κατάργησης της ιστορικής ορθογραφίας. Ίσως μάλιστα και το μπέρδευε. Ήταν όμως μια καλή αρχή. Μα του Βηλαρά οι γνώμες δεν έγιναν δεχτές. Αφού δεν λύθηκε το γλωσσικό, δεν ήταν δυνατό να γίνουν μεταρρυθμίσεις στην ορθογραφία. Το ένα θα φέρει το άλλο.

    Πολλά χρόνια ύστερα, ξανάγινε θόρυβος για τη μεταρρύθμιση (απλοποίηση) της ορογραφίας από το Φαρδύ (1884) και τον Ισιδ. Σκυλίτση[4] (1886). Κι αργότερα από τους Εμίλ. Εβρότα, Αλ. Πάλλη, Βλαστό και Ψυχάρη.

    Μα εκείνος που μελέτησε συστηματικά το ορθογραφικό μας ζήτημα και το ανάλυσε επιστημονικά και ιστορικά, είναι ο Μ. Τριανταφυλλίδης. Η μελέτη του «Η ορθογραφία μας» σχεδόν εξαντλεί το θέμα στην ιστορική του άποψη και μας δίνει μια πολύ καλή μονογραφία πάνω στο ζήτημα αυτό. Μα στα συμπεράσματά του (στο σύστημα που προτείνει ο Τριανταφυλλίδης) φαίνεται πολύ συντηρητικός. Κρατάει πολλά από τη γλωσσική παράδοση. Ο γλωσσολόγος Φιλήντας σ’ αυτό δεν τον ακολουθεί. Είναι ριζοσπαστικότερος και προτείνει ριζική απλοποίηση της ιστορικής ορθογραφίας μας.

    «Τα ημίμετρα ο κόσμος δεν τα προσέχει – γράφει – · ένας είναι ο αληθινός

    δρόμος, η ριζική μεταρρύθμιση.»

    Να λοιπόν τι προτείνει ο Φιλήντας:

    α) Κατάργηση των η, υ, ει, οι, υι· αντίς γι’ αυτά το ι είναι αρκετό. β) Κάτω το ω, δε χρειάζεται· ένα ο φτάνει. Μακρά και βραχέα δεν υπάρχουν σήμερα. γ) Το υποταχτικό υ των αρχαίων διφθόγγων θα το γράφουμε όπως προφέρνεται φ ή β = αφτός, άβριο, εφτίς κλπ. δ) το αι δεν χρειάζεται, το ε φτάνει. ε) Το ξ και το ψ σήμερα είναι άχρηστα, να τα αντικαταστήσουμε με το κς και πς. στ) Να λείψουν τα δίψηφα ου, τς, τζ (για το ου έχουμε το φθόγγο u). ζ) Να καταργηθεί το διπλό γράψιμο του σ (σ και ς), ένα είναι αρκετό[5]. Και η) Να καταργηθούν τα πνεύματα και οι τόνοι (δασεία, ψιλή, περισπωμένη, οξεία, βαρεία).

    Κι ο Φιλήντας προσθέτει[6]:

    «Η γραφική μεταρρύθμιση, που υποδείχνουμε πιο επάνω, είνε η τελειωτική,

    είνε η ιδανική, να πούμε. Αφτή μπορούσε να γίνει αμέσως, αν η κοινωνία

    των ανθρώπωνε δεν είταν ένα συντηρητικό καθεστώς, αν το Κράτος

    αποτελούνταν από ανθρώπους φωτισμένους, αν οι Μανταρίνοι δεν

    διέφτυναν την πνευματική κίνηση των εθνώνε.»

    Η κίνηση γύρω στην ορθογραφική μεταρρύθμιση ζωήρεψε. Ύστερα από το Φιλήντα είπε τη γνώμη του και ο Ελισαίος Γιαννίδης· διατύπωσε και αυτός ένα δικό του απλοποιημένο σύστημα και το εφάρμοσε κιόλας σε μερικά του βιβλία.

    Μα και ο Χατζηδάκης πήρε μέρος στη συζήτηση και αυτή τη φορά δε στάθηκε αντιδραστικός. Να και μια σωστή πράξη της ζωής του. Μίλησε, όπως είπαμε, στην Ακαδημία το 1929 για το ορθογραφικό ζήτημα και πρότεινε την τονική απλοποίηση, τονίζοντας πως οι τόνοι και τα πνεύματα δεν είναι αρχαία κληρονομία. Και άλλοι ακόμη καθηγητές τάχτηκαν με την άποψη πως πρέπει να καταργηθούν οι τόνοι και να απλοποιηθεί η ορθογραφία μας. Ο πολύς μάλιστα αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας από το 1913 τόνισε πως:

    «Χάριν της απλοποιήσεως της ορθογραφίας ημών, δέχομαι αδιστάκτως την

    κατάργησιν των τόνων και των πνευμάτων? Σήμερον προ πάντων έχομεν

    υπέρτατον καθήκον εθνικόν να καταστήσωμεν την διδασκαλίαν της νέας

    Ελληνικής γλώσσης όσον το δυνατόν ευκολωτέραν.» (Βλ. «Δελτίο Εκπαιδ.

    Ομίλου, τ. 3 [1913], σ.326).

    Επίσης και οι καθηγητές Γ.Σωτηριάδης, Κ. Παπαδάκης, Κ. Ρωμαίος και πολλοί άλλοι, είπαν καθαρά τη γνώμη τους πως οι τόνοι για τα παιδιά είναι μεγάλος μπελάς και δε χρειάζονται.

    [1] Στην ιστορική ανάπτυξη συμβουλευόμαστε το σχετικό βιβλίο του Τριανταφυλλίδη: Η ορθογραφία μας· και του Μ. Φιλήντα: Η ορθογραφία (Δ.Ε.Ο., 11, 1923-1924)· και του ίδιου: Σωστή γραφή, Αθήνα 1926. Τώρα τελευταία ο Ελ. Γιαννίδης («Αναγέννηση», φύλ. 6-7, 1927) δημοσιεύει μια ειδική μελέτη για το ζήτημα της ορθογραφίας και κυρίως για το ζήτημα της τονικής μεταρρύθμισης, στο βάθος όμως συντηρητική.

    [2] Οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, που κάνει η σύγχρονη Τουρκία (μεταπολεμική περίοδο), από μερικούς κουφιοκεφαλάκηδες ιδεαλιστές, αποδίδονται στον Κεμάλ και μόνο σ’ αυτόν. Μα δεν είν’ έτσι. Σήμερα η Τουρκία περνάει την αστική της επανάσταση. Γι’ αυτό χτυπάει αλύπητα και γκρεμίζει όλους τους θρησκευτικοκοινωνικούς φεουδαρχικούς θεσμούς (μεταρρύθμιση νομοθεσίας, χτύπημα της εκκλησιαστικής κλίκας, εισαγωγή ευρωπαϊκών θεσμών κλπ.). μόνο έτσι εξηγιένται αυτά που έκανε ο Κεμάλ. Ο πόλεμος ο αμείλιχτος της σημερινής αστικής τάξης της Τουρκία ενάντια σε κάθε φεουδαρχικό θεσμό κι ακόμα ενάντια και στους θρησκευτικούς, αλλοιώτικα δεν μπορεί να εξηγηθεί.

    [3] Κοίτ. Βηλαρά: Φιλολογικές γραφές, περιοδ. «Προπύλαια», Ι (1900-1908), σ. 186-187.

    [4] Και οι δυο τους ήταν κατά τα άλλα καθαρευουσιάνοι. Ο πρώτος καταργούσε τόνους και πνεύματα, ο δεύτερος τη βαρεία και την ψιλή.

    [5] Αντίς να μείνει το ς, που προτείνει ο Φ., να αντικατασταθεί με το λατ. s λέω εγώ. Π.χ. αντίς: γλώσσα ή γλόςα, να γράφουμε: γλόsα.

    [6] Κοίτ. «Δελτ. Εκ Ομ.», 11 (1923-1924), σ.227?.

    Το κείμενο του Κορδάτου το βρήκα στο μπλογκ «Ανορθογραφίες»

    ***********************************************************

    ……….πέρι απλοποίησης, θυμίζοντας τη “Ρομέηκη Γλόσα” του Βηλαρά.

  5. Βλάσης Αγτζίδης on

    Μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση είναι η παρακάτω:

    http://hellenisteukontos.blogspot.com/2010/04/demotic-in-soviet-union.html

  6. καρσλής on

    “ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΧΕ ΕΚΔΟΘΕΙ ΠΟΛΥ ΕΝΩΡΙΤΕΡΑ…”
    Του Ανδρέα Αθανασιάδη (*)
    Μέσα από το νέο αυτό βιβλίο σου, Βλάση Αγτζίδη , δίνεται η δυνατότητα γνώσης και τεκμηρίωσης των δράσεων και των επιτευγμάτων, των δικών μας ανθρώπων, που παρέμειναν στην εκεί πατρίδα, στην εποχή των μεγάλων αλλαγών, την εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων. Δίνεται η δυνατότητα να καταλάβουμε αυτό που έγινε εκεί την περίοδο του μεσοπολέμου. Όταν για πρώτη-μοναδική και τελευταία φορά παγκοσμίως δόθηκε από τους μπολσεβίκους η δυνατότητα ,σε αριθμητικά υποδεέστερους[1] καταπιεσμένους λαούς και έθνη, να μαθαίνουν, να μιλούν ελεύθερα τις γλώσσες τους, να αυτοοργανώνονται και να αυτοκαθορίζονται. «Ο Λένιν […] αντιμετώπισε το εθνικό ζήτημα με την απόδοση όλων των πολιτισμικών δικαιωμάτων στις εθνότητες , κάτι που τους το είχε στερήσει ο τσαρισμός, ο οποίος ακολουθούσε πολιτική εκρωσισμού και αφομοίωσης. Η λενινιστική πολιτική έδωσε τη δυνατότητα στις εθνότητες να αναπτύξουν τον ιδιαίτερο εθνικό πολιτισμό τους. [Η εφημερίδα Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου (ΟΚΚ), σελ. 189].
    Η λενινιστική-σταλινική εθνική πολιτική έδωσε πρωτοφανείς δυνατότητες ανάπτυξης στις εθνότητες της χώρας. […] η σοβιετοποίηση και η απόκτηση ελευθερίας έγιναν το 1921» (ΟΚΚ[2], σελ. 215-216)
    Μέσα από τον ΚΚ[3] αναδεικνύονταν πως «στην τσαρική Ρωσία η θέση της γυναίκας ήταν τραγική και χαρακτηριζόταν, εκτός από τη μεγάλη εκμετάλλευση, και από τον αναλφαβητισμό. Η μπολσεβίκικη επανάσταση του Οκτωβρίου απελευθέρωσε τη γυναίκα από τη διπλή σκλαβιά του εκμεταλλευτή και του άντρα» (ΟΚΚ, σελ. 287). Επίσης πως στην Τσαρική Ρωσία «ο τσαρισμός προωθούσε τον εκρωσισμό[4] και η ελληνική αστική τάξη δεν νοιαζόταν γι αυτό» (ΟΚΚ, σελ. 354).
    Θα γίνει λοιπόν, στην κομμουνιστική Ρωσία, ένα τεράστιο «πείραμα» , θα ανοίξουν πολλά ελληνικά σχολεία σε πολλές πόλεις και χωριά με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, θα ιδρυθούν τρεις κρατικές παιδαγωγικές σχολές (στο Βατούμ, το Σοχούμ και τη Μαριούπολη), η ελληνόγλωσση λογοτεχνία 1917-1937 θα αναπτυχθεί ραγδαία, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων εκεί θα ενισχυθεί με βιβλιοθήκες , αναγνωστήρια, θέατρα[6] , πολιτιστικές λέσχες κλπ. Και όλα αυτά όταν είχε προηγηθεί μια συγκεκριμένη πολιτική εκσλαβισμού αυτών των πληθυσμών και κυρίως της νεολαίας[7] παρά τον εκδημοκρατισμό που έφερε η επανάσταση του 1905.
    Έτσι η ελληνική νεολαία θα δούμε να αγκαλιάζει «το πείραμα» και τον ΚΚ. «Στα σχολεία δημιουργούνταν μαθητικές επιτροπές σε κάθε τάξη, οι οποίες αναλάμβαναν να εγγράψουν συνδρομητές τους συμμαθητές τους (ΟΚΚ, σελ. 162)Υπήρξαν τάξεις ελληνικών σχολείων που όλοι οι μαθητές τους εγγράφονταν συνδρομητές λόγω της ιδιαίτερης σημασίας που είχε μια ελληνόγλωσση εφημερίδα (ΟΚΚ, σελ. 144)Οι μαθητές και οι πιονέροι γύριζαν στα χωριά εξηγώντας στους χωρικούς τη σημασία που είχε να γίνουν συνδρομητές. Υπήρχαν αποφάσεις των τάξεων που ταύτιζαν τη διάδοση του Κόκινυ Καπνα με τη μορφωτική επανάσταση.(ΟΚΚ, σελ. 163)».
    Πράγματι τεράστια θα είναι (χρονικά και ποιοτικά) η ενασχόληση των εκεί δικών μας, με τη γλώσσα που θα έπρεπε να υιοθετήσουν, τη μορφή και την αξία της. Από την πολύχρονη (και με σοβαρές συγκρούσεις) αυτή διαβούλευση θα προκύψει ένας απίθανος πλούτος, δικός μας μεν –ανεξερεύνητος δε….
    Επίσης ο Κόκινος Καπνάς (ΚΚ) θα είναι και ο συνδετικός κρίκος των ελληνικών πληθυσμών. « Ο Κόκινος Καπνας είχε επικοινωνία με ένα μεγάλο αριθμό κοινοτήτων σε όλη τη Σοβιετική Ένωση. Είχε ανταποκριτές παντού και έδινε στους αναγνώστες του πλήθος πληροφοριών για τις συνθήκες ζωής των ελληνικών πληθυσμών» (ΟΚΚ, σελ. 357)
    Ο ΚΚ θα συμβάλει αποφασιστικά και στη συγκρότηση και το συντονισμό του Ελληνικού Φιλολογικού Τμήματος στην Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων Αμπχαζίας (ΟΚΚ, σελ. 144). Επίσης βλέπουμε πως «η σύνταξη της εφημερίδας προσκαλούνταν να βοηθήσει διάφορες πολιτιστικές προσπάθειες των Ελλήνων». (ΟΚΚ, σελ. 145)
    Επίσης στο βιβλίο αναφέρονται ανταποκρίσεις «υπό μορφή επιστολών από την Ελλάδα για την κακή κατάσταση όσων μετακινήθηκαν εκεί». (ΟΚΚ, σελ. 295) Και ότι κατά κόρον η εφημερίδα πρόβαλλε « την άσχημη εμπειρία των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που μετανάστευσαν στην Ελλάδα».(ΟΚΚ, σελ. 413) και βλέπουμε σε γράμμα που δημοσιεύεται-1937- από τη Μαρία Π. (από Κιλκίς) να καταλήγει «μάνα για μας η Ελλάδα δεν είναι»(ΟΚΚ, σλ. 414)
    Μετά το 1938 το «πείραμα» αυτό θα λάβει τέλος, οι «στρεβλώσεις» και εκείνου του συστήματος δε θα το επιτρέψουν να μεγαλουργήσει.
    Όμως μέσα από το βιβλίο σου αυτό, Βλάση Αγτζίδη, θα αποκαλυφθεί πως η Σοβιετική Ένωση ήταν η μόνη χώρα που σεβάστηκε τις πολιτισμικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες του εκεί ποντιακού Ελληνισμού. Άραγε εκείνη την περίοδο ή και αργότερα, οι εδώ δικοί μας δέχθηκαν ή απόλαυσαν κατ’ ελάχιστον αντίστοιχο σεβασμό από την Ελλάδα;
    Υστερόγραφο :Στο βιβλίο διαβάζω:«Η εφημερίδα ανέφερε ότι υπήρχε διαχωρισμός […] για παράδειγμα, στην ποντιακή ομάδα του πληθυσμού υπήρχε διάκριση μεταξύ των Καρσιωτών (των προερχόμενων από το Καρς Καυκάσου) και των Τραπεζούντιων (των προερχόμενων από τον μικρασιατικό Πόντο). Η διάκριση και η σύγκρουση των δύο αυτών τμημάτων της ποντιακής ομάδας του ελληνικού πληθυσμού οφειλόταν στη διαφορετική οικονομική και ιδεολογική τους θέση. (ΟΚΚ, σελ. 350)» Αυτό θα οδηγήσει και σε συγκρούσεις : «Οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση μετά το 1918 μετέφεραν μαζί τους και τους τοπικούς ανταγωνισμούς, όπως φάνηκε από τη σύγκρουση Καρσιωτών και Τραπεζουνταίων το 1934 στην Ελληνική Περιοχή της νότιας Ρωσίας». (ΟΚΚ, σελ. 393)
    ________________________________________
    [1] «Σε μια πρώτη σοβιετική απογραφή του 1920 οι Έλληνες υπολογίστηκαν σε 203.050 σε σύνολο 134,5 εκατομμυρίων κατοίκων της Ρωσίας , και το 1925 οι σοβιετικοί δήλωναν ότι στο έδαφός τους κατοικούσαν 300.000 Έλληνες».(ΟΚΚ, σελ. 69)
    [2] ΟΚΚ, Ο Κόκινος Καπνας

    [3] ΚΚ, Κόκινο Καπνα
    [4] Για την ευκολία με την οποία αφομοιώνονταν οι Καυκάσιοι στη Ρωσία , ο Παναγιωτίδης Θεολόγος, μέλος της επιτροπής του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων γράφει: «[…] εν γένει το περιβάλλον της Ρωσσίας είνε τοιούτον, ώστε η αφομοίωσις οιουδήποτε λαού δεν ευρίσκει μεγάλα εμπόδια. Η ευζωία, αι απολαύσεις εν γένει της ζωής, προσιταί εις όλας τας τάξεις, εν αντιθέσει προς το στυγνόν περιβάλλον της τυραννοκρατούμενης Τουρκίας, εξ ης προέρχονται οι περισσότεροι εν Ρωσσία ομοεθνείς, η τρελλή ζωή η σαγηνεύουσα την νεανικήν ηλικίαν, είνε ως τόσαι φωναί Σειρήνων δεσμεύουσαι και συγκρατούσαι πάντα, εξαιρέσει σπανίων ισχυρών χαρακτήρων και θελήσεων. Ως εκ τούτου η Ρωσσία είνε η μοναδική χοάνη, η οποία μεταβάλλει και αφομοιώνει πάντα δι αυτής διερχόμενον πολύ ευκόλως και ταχέως».
    Έτσι ο Καυκάσιος « δια λόγους προστασίας , συμφέροντος , προόδου και καταλήψεως θέσεων ησθάνετο την ανάγκην να προσλάβη την Ρωσσικήν υπηκοότητα, εφοίτα εις Ρωσσικά σχολεία, υπηρέτει ως ρωσσοϋπήκοος εν τω Ρωσσικώ στρατώ, το δε σπουδαιότερον το ομόδοξον και ομόθρησκον δεν τον εδέσμευε μα συνάψη γάμον μετά Ρωσσίδος».(Παναγιώτης Θεολογίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, 1919, σελ. 14)
    & «[…] Ο εκρωσισμός των Ελλήνων συνετελείτο με ρυθμόν εμπνέοντα ανησυχίας.[…]» (Τηλικίδης Γρηγόριος, «Ο εν Καυκάσω ελληνισμός», περ. Ποντιακά Φύλλα, τεύχ. 23 (Ιανουάριος 1938) σελ. 440)
    Ο Παναγιώτης Φωτιάδης από το χωριό Αρτός του Καρς στέλνει (17/5/1914) γράμμα, προς τον άγνωστο σε αυτόν Πρόεδρο του Μικρασιατικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Επαμεινώνδα Κυριακίδη επισημαίνοντάς του πως «εδώ εις την Ρωσσίαν εις τα Ρωσσικά σχολεία τα ελληνόπαιδα όλα σχεδόν ανατρέφονται αντεθνικώς και διαφθείρονται». Γράφει λοιπόν πως κι αυτός έχει «υιόν φοιτήσαντα εις ρωσσικήν σχολή» τον οποίον θέλει να αποσπάσει «αν και αργά, εκ των ονύχων του σλαυϊσμού» και ζητά να του υποδειχθεί σχολείο-οικοτροφείο στην Ελλάδα στο οποίο να εμπιστευτεί «αφόβως» την εκπαίδευση του γιού του.(Παναγιώτης Φωτιάδης προς Επαμεινώνδα Κυριακίδη, Καρς , 17/5/1914, σε : http://www.epm.gr/epm.htm (ΙΓ 140)
    [6] «το Ελληνικό κρατικό θέατρο του Δουμπάς έδωσε το 1935 140 παραστάσεις στην ύπαιθρο καθώς και 20 παιδικές παραστάσεις[…] το 1936 το ίδιο θέατρο, παρακολούθησαν τις παραστάσεις του 16.350 θεατές». (ΟΚΚ, σελ. 439-440). Παίχτηκαν έργα με μεγάλη απήχηση , όπως «Ο Λαζάραγας». Το έργο αυτό η εφημερίδα (1935) αποκαλούσε ‘ξακουσμένο’»(ΟΚΚ, σελ. 442)
    [7] «Τα πρώτα γράμματα τα έμαθα στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου. Όλα τα μαθήματα γίνονταν στη Ρούσσικη, μαθαίναμε όμως και ελληνική ανάγνωση»
    (Γαβριηλίδης Κώστας, Αυτοβιογραφία, Αθήνα, 2004, σελ. 23)
    «Ενωρίς, περί τα τέλη του 18ου αιώνος, αι ρωσσικαί αρχαί απηγόρευσαν την χρήσιν της ελληνικής γλώσσης εις τα σχολεία, ήλεγχον δε τούτο δια του «Μπιλλιέτ». […]
    Το τοιούτον ως και η μη αναγνώρισις ελληνικών κοινοτήτων, η ίδρυσης δε εκ παραλλήλου ρωσικών σχολείων, απεσκόπουν εις τον εκσλαυϊσμόν των Ελλήνων προς εξυπηρέτησιν σχεδίων πανσλαυϊστικών.
    Η τοιαύτη κατάστασις θα ηδύνατο να οδηγήση την ομογένειαν του Καυκάσου εις εθνικήν απώλειαν εάν δεν έληγε αύτη περί τα τέλη του παρελθόντος αιώνος, δια της επεμβάσεως αυτής της ιδίας της Βασιλίσσης της Ελλάδος Όλγας, θυγατρός του μεγάλου δουκός της Ρωσίας Κωνσταντίνου, ότε αύτη επεσκέφθη την Τιφλίδα και εδέχθη σχετικάς προς τούτο αναφοράς και παραστάσεις των Ελλήνων.
    Έκτοτε και σχολεία ελληνικά , συντηρούμενα φυσικά υπό των ελληνικών κοινοτήτων, ιδρύθηκαν και η μητρική ποντιακή διάλεκτος εχρησιμοποιείτο ελευθέρως».
    (Γρηγοριάδης Γεώργιος, Οι Πόντιοι του Καυκάσου περιφερείας Καρς-Αρδαχάν, Θεσσαλονίκη, 1957, σελ. 33)
    Εκ Καράουργαν του Καρς ο ιερεύς Χαρίτων υπό ημερ. 18 Νοεμβρίου 1917 γράφει «εν εκάστη , κώμη και χωρίω (ενν. του Καρς) υπάρχουν Εκκλησίαι ….παρ’ εκάστη Ελληνική Κοινότητι υπάρχει και σχολείον… Προ της δημοκρατίας εις τα πλείστα των περί ων ο λόγος Σχολείων παρεδίδετο η Ρωσσική μόνον γλώσσα».
    (Παναγιώτης Θεολογίδης, ό.π., σελ. 11)
    «Υπήρξε περίπτωση κατά την οποία απολύθηκε Έλληνας δάσκαλος στο Καρς, γιατί βρέθηκε να κατέχει ελληνικό αλφαβητάριο».
    (Αγτζίδης Βλάσης, Παρευξείνιος Διασπορά, Θεσσαλονίκη, 2001, σελ. 56.)
    «Οι Έλληνες διδάσκαλοι δι ασημάντους αιτίας και αφορμάς επαύοντο και αντικαθίσταντο υπό Ρώσσων. Παρομοίως και τον αποθνήσκοντα Έλληνα ιερέα διεδέχετο Ρώσσος ιερεύς». (Παναγιώτης Θεολογίδης, ό.π., σελ. 11)
    «Στον Καύκασο όλα τα ελληνόπουλα σχολικής ηλικίας, αγόρια και κορίτσια, διδάσκονταν υποχρεωτικά όλα τα μαθήματα στη Ρωσική Γλώσσα». (Θεοχάρης Χάρης, σελ.40)
    Βέβαια, σύμφωνα με τον Καλτσίδη Ιωάννη: « Ανώτατους Έλληνες επιστήμονες η περιοχή Καρς είχε λίγους γιατί τα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης λειτουργούσαν από το 1905-1906 και στην Τιφλίδα δεν υπήρχε Πανεπιστήμιο. Η ανώτατη μόρφωση ήταν κτήμα των πλουσίων που μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά τους στις μεγάλες μακρινές πόλεις της Ρωσίας. Στην περιοχή του Καρς οι Έλληνες απόφοιτοι Πανεπιστημίου δεν ξεπερνούσαν τους 35-37». (Γκίκας Αναστάσης, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Αθήνα, 2007, σελ. 14)
    Βέβαια υπήρχαν δίδακτρα για τα «καλά σχολεία», όπως το Πρακτικό Λύκειο του Καρς όπου τα δίδακτρα έφταναν τα 80 ρούβλια το χρόνο, και μόνο εύποροι μπορούσαν να στείλουν εκεί τα παιδιά τους.
    (Γαβριηλίδης Κώστας, ό.π., σελ. 39)
    Στη νεολαία των Καυκάσιων που φοιτούσαν στο Τεχνικό Λύκειο Καρς υπήρχε υπέρμετρος σωβινισμός και υπερηφάνεια έναντι των άλλων εθνοτήτων Αρμενίων και Μουσουλμάνων. Με το χρόνο -από το έτος 1905 κυρίως- ο Ρωσικός πολιτισμός «επέδρασε επί της ελληνικής νεολαίας, και ιδιαιτέρως επί της διανοούμενης τάξεως. Εις το κεφάλαιον τούτο, σπουδαίαν επίδρασιν είχε επί της νεολαίας και η ρωσική φιλολογία». Επίσης για την καλύτερη εκμάθηνση της Ρωσικής γλώσσας οι Ελληνόπαιδες του Καρς «αφήνοντο υπό των γονέων των, ως οικότροφοι εις ρωσικάς οικογενείας, η επίδρασις του πολιτισμού των οποίων ήτο άμεσος επί της διψούσης δια μάθησιν νεολαίαν». Στα χρόνια δε της Επανάστασης του 1917 οι διανοούμενοι Έλληνες του Καυκάσου «ωμιλούσαν αποκλειστικώς την ρωσικήν γλώσσαν». Και όλες οι συνεδριάσεις , η αλληλογραφία και τα πρακτικά των συμβουλίων και συνεδρίων τους «ετηρούντο αποκλειστικώς εις την ρωσικήν γλώσσαν».
    (Μαυρογένης Στυλιανός, ό.π., σελ. 141)
    —————————–
    (*) Ο Ανδρέας Αθανασιάδης είναι εκπαιδευτικός. Με το όνομα «Καυκάσιος» διατηρεί το ιστολόγιο http://kafkasios-pontokomitis.blogspot.com/, το οποίο εξειδικεύεται σε ζητήματα ιστορίας της περιοχής του Καρς.

  7. […]  «Η εφημερίδα Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937) » […]

  8. Βλάσης Αγτζίδης on

  9. Βλάσης Αγτζίδης on

    Δείτε τα βίντεο από την εκδήλωση, όπως τα ανέβασε ο Καναλιώτης:

    Ο “Κόκινος Καπνάς” στον Ιανό (videos)

    http://kanali.wordpress.com/2010/05/18/kokinoskapnasianos/

  10. […] της μελέτης μου για την ελληνική σοβιετική εφημερίδα Κόκινος Καπνας που εκδιδόταν στον Καύκασο τη δεκαετία του ’30, […]

  11. […] στις 12-13 Ιουνίου 2010, ο Κωστής Παπαγιώργης παρουσίασε την έκδοση της  μελέτης για την εφημερίδα Κόκινος […]

  12. […] Ελληνες του Πόντου που μελετούμε, τίποτα από τις σκέψεις τους και τις πράξεις τους δεν συνηγορούσε στη σταλινική εκείνη […]

  13. […] στις 18 Σεπτεμβρίου του νέου μου βιβλίου “Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου” στο “Στέκι Πολιτών” στην Κατερίνη , ο φιλόλογος […]

  14. […] Κόκινος Καπνάς, δηλαδή ο «Κόκκινος Καπνεργάτης», ήταν μια σημαντική […]

  15. […] Κόκινος Καπνaς, δηλαδή ο «Κόκκινος Καπνεργάτης», ήταν μια σημαντική […]

  16. […] https://kars1918.wordpress.com/2010/03/30/kokinos-kapnas/ « -Συζητώντας για την (παράνομη) ισλαμική μετανάστευση LikeBe the first to like this post. […]

  17. […] Βιβλιοπωλείο που θα παρουσιάσει το βιβλίο μου για τον Κόκινο Καπνα ονομάζεται “Χωρίς […]

  18. […] αντιμετωπίζεται συγκριτικά το βιβλίο μου Ο Κόκινος Καπνας’ και ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937) με το βιβλίο του Αν. […]

  19. […] το βέλος βρισκόταν τα ελληνικά έντυπα (η εφημερίδα  Κόκινος Καπνας […]

  20. […] around 45 Greek communities in Abkhazia included the only complete set of the Pontic Grek newspaper Kokinos Kapnas. This story is distressing, since records of my parent’s families in Yiashtoha and Portch, […]

  21. […] των βιβλίων του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη “Ο Κόκκινος Καπνάς“ και “Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης“ […]

  22. […] ύπαρξη και η δράση ενός σοβιετικού ελληνισμού το Μεσοπόλεμο, η δημιουργία μιας εντυπωσιακής […]

  23. […] βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό […]

  24. […] βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό […]

  25. […] Με βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό στοιχείο της Σοβιετικής Ένωσης συμμετείχε σε όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου και βίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο τις εγγενείς αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος. Ανέπτυξε επί πλέον στο νέο περιβάλλον την επιτρεπτή για τη σοβιετική εξουσία προβληματική  για  τον πολιτισμό και διατύπωσε πολιτικά αιτήματα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός ιδιόμορφου ελληνικού σοβιετικού λόγου. Οι σοβιετικοί Έλληνες και η μπολσεβικική τους ηγεσία, αξιοποίησαν πλήρως τις δυνατότητες που έδινε η σοβιετική πολιτική αντίληψη για τα πολιτιστικά δικαιώματα των εθνών. Δημιουργήθηκαν 4 Αυτόνομες Σοβιετικές Ελληνικές Περιοχές (Gretsiski Rayion),  συγκροτήθηκε ένα εκτεταμένο εκπαιδευτικό δίκτυο που συμπεριλάμβανε ακόμα και Παιδαγωγικές Ακαδημίες, αναγεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, παρουσιάστηκε μια εντυπωσιακή εκδοτική άνθιση με πλήθος ελληνόγλωσσων εφημερίδων και βιβλίων, που βασίστηκε στην ύπαρξη τριών κεντρικών ελληνικών τυπογραφείων (Μαριούπολη, Ροστόφ επί του Ντον, Σοχούμι). […]

  26. […] έχοντας εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ και βιώνοντας τόσο τις καλές όσο και τις κακές της […]

  27. […] βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό […]

  28. […] βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό […]

  29. Πώς ο Στάλιν “διέσωσε” την κυριλλική γραφή

    9 Οκτωβρίου 2013 Ιγκορ Γκρέκοφ

    Το ζήτημα του αλφαβήτου στο οποίο πρέπει να βασίζεται η ρωσική γραφή, υπάρχει από την εποχή που ο Μεγάλος Πέτρος εισήγαγε το νέο πολιτικό αλφάβητο αντί του εκκλησιαστικού. Πολλοί δυτικόφρονες επιστήμονες πίστευαν ότι ο τσάρος-μεταρρυθμιστής ήθελε να ολοκληρώσει την αναδιαμόρφωση της ρωσικής ζωής σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα, με τη μετάβαση της ρωσικής γλώσσας στο λατινικό αλφάβητο. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ.

    Λατινοποίηση ήθελε ο Λένιν

    Το σχέδιο, όμως, της λατινοποίησης της ρωσικής γλώσσας επανήλθε στο προσκήνιο μετά την Επανάσταση του 1917, μιας και ανταποκρινόταν τέλεια στην ιδέα των Β. Λένιν και Λ. Τρότσκι για τη δημιουργία και την εξαγωγή της προλεταριακής κουλτούρας στα πλαίσια της επικείμενης παγκόσμιας επανάστασης. Σύμφωνα με τον σοβιετικό επίτροπο για την παιδεία Ανατόλι Λουνατσάρσκι, το λατινικό αλφάβητο θα διευκόλυνε σημαντικά την εκμάθηση της ρωσικής γλώσσας από τους “προλεταρίους όλου του κόσμου”.

    Εντούτοις, ο Λένιν δεν βιαζόταν να εισαγάγει το λατινικό αλφάβητο. “Αν ξεκινήσουμε να υλοποιούμε, απερίσκεπτα, ένα νέο αλφάβητο, ή να εισαγάγουμε βεβιασμένα το λατινικό, μιας και θα πρέπει οπωσδήποτε να το προσαρμόσουμε στη δική μας γλώσσα, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε σωρεία λαθών. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα έρθει η ώρα για την λατινοποίηση των ρωσικών τυπογραφικών στοιχείων, αλλά το να προχωρήσουμε βιαστικά την παρούσα στιγμή, δε θα ήταν φρόνιμο”, απάντησε ο Λένιν στην επιστολή του προς Λουνατσάρσκι.

    Εκτεταμένη μεταρρύθμιση

    Παρ’ όλα αυτά μια λαϊκή επιτροπή για την παιδεία, με επικεφαλής τον Λουνατσάρσκι, διεξήγαγε μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση της ρωσικής: από το προεπαναστατικό αλφάβητο αφαιρέθηκε μια σειρά από “περιττά” γράμματα. Πρέπει να επισημάνουμε, ότι για τη μεταρρύθμισή τους οι μπολσεβίκοι αξιοποίησαν προτάσεις που είχαν ετοιμαστεί από την Αυτοκρατορική ακαδημία επιστημών από την εποχή του Νικόλαου Β’, το 1904, το 1912 και το 1917.

    Ελεύθερη επιλογή αλφαβήτου

    „Αν ξεκινήσουμε να υλοποιούμε, απερίσκεπτα, ένα νέο αλφάβητο, ή να εισαγάγουμε βεβιασμένα το λατινικό, μιας και θα πρέπει οπωσδήποτε να το προσαρμόσουμε στη δική μας γλώσσα, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε σωρεία λαθών. Το να προχωρήσουμε βιαστικά την παρούσα στιγμή, δε θα ήταν φρόνιμο.»
    Ο Λένιν στην επιστολή του προς Λουνατσάρσκι

    Όμως η ίδια η ιδέα της λατινοποίησης δεν απορρίφθηκε εντελώς από τους μπολσεβίκους καθώς και τους γλωσσολόγους που τους ακολούθησαν. Οι σοβιετικές αρχές, στο κέντρο και στην περιφέρεια, επιδίωκαν να προσελκύσουν όσους περισσότερους οπαδούς και γι’ αυτό, με όλους τους τρόπους, επεδείκνυαν την ετοιμότητά τους να παρέχουν στα έθνη της Ρωσίας την μέγιστη ελευθερία, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής του αλφαβήτου. Το ρωσικό αλφάβητο, ανακηρύχθηκε “κατάλοιπο ταξικής γραφής των φεουδαρχών και αστών του 17ου-18ου αιώνα”, καθώς και “γραφή της αυταρχικής καταπίεσης, της ιεραποστολικής προπαγάνδας, του ρωσικού εθνικιστικού σοβινισμού”.

    Ταυτόχρονα, εκπονήθηκαν σχέδια μετάβασης στη λατινική γραφή όλων των γλωσσών των μουσουλμανικών εθνοτήτων της ΕΣΣΔ που χρησιμοποιούσαν την αραβική γραφή (για να εξαλειφθεί “η γνώση του Κορανίου” και “οι συνέπειες της θρησκευτικής μουσουλμανικής παιδείας”), όπως και των γλωσσών που είχαν τις δικές τους αυθεντικές γραφές: τα Γεωργιανά, τα Αρμένικα, τα Καλμικικά, τα Μπουριατικά κ.ά.

    Βλαντίμιρ Λένιν κι Ανατόλι Λουνατσάρσκι.
    Πηγή: RIA Novosti

    Μετά το τέλος του εμφυλίου το 1922, στην ΕΣΣΔ άνθισε μια μοναδικής κλίμακας γλωσσική ανοικοδόμηση (“ρίζωμα”), που ανακήρυξε το δικαίωμα καθεμιάς, ακόμη και τις μικρότερης εθνότητας, στη χρήση της γλώσσας της σ’ όλους τους τομείς της νέας σοσιαλιστικής ζωής. Προς στις αρχές της δεκαετίας του ’30, η λατινική γραφή είχε αντικαταστήσει πλήρως την αραβική σε όλους τους μουσουλμανικούς λαούς της ΕΣΣΔ, τα κυριλλικά αλφάβητα των μη σλαβικών λαών, καθώς και παραδοσιακές γραφές των μογγολικών φυλών. Ως θετικό αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών μπορεί να συγκαταλεχθεί η εξάλειψη του αναλφαβητισμού και η διάχυση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ανάμεσα σε όλες τις εθνότητες της ΕΣΣΔ, σε πολύ σύντομο χρόνο.

    Ο Στάλιν αντιδρά

    Ωστόσο σε λίγο καιρό η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ραγδαία και αποφασιστικά. Ο Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος κέρδιζε όλο και περισσότερο κύρος στους κομματικούς κύκλους και συγκέντρωνε σταδιακά στα χέρια του όλη την εξουσία, είχε το δικό του όραμα για την πορεία του Σοβιετικού κράτους, διαφορετικό από τις απόψεις του ίδιου του ηγέτη της επανάστασης Λένιν, όπως και από τις απόψεις των μεταγενέστερων “αριστερών” αντιπάλων του.

    Ο Στάλιν είχε πολύ λιγότερο ενθουσιασμό σχετικά με την ιδέα της διεθνοποίησης της επανάστασης, και θεωρούσε πιο ρεαλιστική τη δημιουργία ενός ισχυρού σοσιαλιστικού κράτους στα εδάφη που συνέπιπταν εν γένει με τα σύνορα της πρώην αυτοκρατορίας. Είναι λογικό, ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, στην ΕΣΣΔ ξεκινά η μερική αποκατάσταση πολλών φαινομένων, κανόνων και κοινωνικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί στην προεπαναστατική Ρωσία και επομένως πολλές καινοτομίες της επανάστασης αποκηρύχθηκαν ως “αριστερές υπερβολές”. Τον Ιανουάριο του 1930 η επιτροπή για τη λατινοποίηση, με επικεφαλής τον καθηγητή Νικολάι Γιάκοβλεφ, κατάρτισε τρία τελικά σχέδια της λατινοποίησης της ρωσικής γλώσσας, που θεωρούνταν από τον επίτροπο της παιδείας Λουνατσάρσκι (1917-1929) “αναπότρεπτη”. Όμως το Πολιτικό Γραφείο, με επικεφαλής τον Στάλιν, απέρριψε κατηγορηματικά, αιφνιδίως για πολλούς, αυτά τα σχέδια και απαγόρευσε την περαιτέρω σπατάλη δυνάμεων και μέσων.

    Τα Κυριλλικά αποκαθίστανται

    Σε δημόσιες ομιλίες, κατά τα επόμενα χρόνια, ο Στάλιν υπογράμμισε τη σημασία της εκμάθησης της ρωσικής γλώσσας για τη περαιτέρω οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Ενώ από το 1936, οι γλώσσες της ΕΣΣΔ που είχαν λατινοποιηθεί, άρχισαν να μεταγράφονται μαζικά στην κυριλλική γραφή, έτσι ώστε οι γλώσσες των εθνών της ΕΣΣΔ να μοιάζουν πιο πολύ με τη ρωσική γλώσσα. Τα λατινικά αλφάβητα ανακηρύχθηκαν, με τη σειρά τους, “μη ανταποκρινόμενα στο πνεύμα της εποχής”, ή ακόμη και “επιβλαβή”. Η πολυεπίπεδη γλωσσική αυτονομία, που άνθισε πλούσια στην πρώιμη ΕΣΣΔ, ακυρωνόταν γρήγορα και παντού, αφήνοντας τη θέση της τη ρωσική γλώσσα, τα δικαιώματα της οποίας “αποκαταστάθηκαν”.

    Στις 13 Μαρτίου του 1938, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της Κεντρικής Επιτροπής “για την απαραίτητη εκμάθηση της ρωσικής γλώσσας στα σχολεία των εθνικών δημοκρατιών και περιοχών”. Οι εκπρόσωποι της διανόησης που ήταν αντίπαλοι προς τη μετάβαση στην κυριλλική γραφή, καθώς και στην ενίσχυση της ρωσικής γλώσσας, υπέστησαν διωγμούς.

    Μεταπολεμικά, το 1945, κυκλοφόρησε το περίφημο βιβλίο του ακαδημαϊκού Β.Β. Βινογκράντοφ “Η μεγάλη ρωσική γλώσσα”, όπου ο συγγραφέας, στο πνεύμα των προεπαναστατικών αυτοκρατορικών δοκιμιογράφων, επισημαίνει ότι “το μεγαλείο και η δύναμη της ρωσικής γλώσσας είναι κοινώς αναγνωρισμένες. Αυτή η αναγνώριση αφομοιώθηκε στις συνειδήσεις όλων των λαών, όλης της ανθρωπότητας”. Στα τέλη του ’40, η ρωσική γλώσσα κατακτά μια νέα θέση στον κόσμο, χωρίς προηγούμενο: γίνεται μία από τις γλώσσες εργασίας του ΟΗΕ, κατόπιν μία από τις γλώσσες του Συμφώνου οικονομικής συνεργασίας “Comecon” και η επιβεβλημένη προς εκμάθηση γλώσσα στα σχολεία και τα πανεπιστήμια όλων των σοσιαλιστικών χωρών.

    http://rbth.gr/arts/2013/10/09/po_o_stalin_diesose_tin_kyrilliki_grafi_25561.html

  30. «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, σε αυτή τη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας που να αποκαλείται ανεξάρτητος τύπος. Το γνωρίζετε και το γνωρίζω. Ούτε ένας ανάμεσά σας θα τολμούσε να εκστομίσει μια έντιμη γνώμη. Και αν τολμούσατε να την εκφράσετε γνωρίζετε εκ των προτέρων ότι ποτέ δεν θα εμφανιζόταν τυπωμένη στο χαρτί.Πληρωνόμαστε αρκετά ώστε να κρατάμε την τίμια άποψή μας, έξω από την εφημερίδα για την οποία γράφω.

    Εσείς επίσης παίρνετε ικανοποιητικούς μισθούς για παρόμοιες υπηρεσίες. Και αν κάποιος τολμούσε ή ήταν τόσο τρελός ώστε να γράψει την τίμια γνώμη του, θα βρισκόταν πολύ σύντομα στο δρόμο….

    Είναι δουλειά και καθήκον κάθε δημοσιογράφου να καταστρέφει την αλήθεια, να ψεύδεται, να διαστρεβλώνει, να εξυβρίζει, να κολακεύει γονυπετής το Μαμωνά και να πουλάει τη Πατρίδα του για τον άρτο τον επιούσιο….

    Είμαστε υποτελείς. Όργανα των πλουσίων που βρίσκονται στο παρασκήνιο. Είμαστε καραγκιόζηδες. Αυτοί οι άνθρωποι κινούν τα νήματα και εμείς χορεύουμε στο ρυθμό τους. Ο χρόνος, η ζωής μας, οι ικανότητές μας είναι ιδιοκτησία αυτών των ανθρώπων. Είμαστε διανοούμενες πόρνες.”

    Τζών Σουΐντον, πρώην αρχισυντάκτης των New York Times. Η ανείπωτη ιστορία της εργασίας, του Richard O. Bayer, εκδόσεις United Electrical, Radio & Machine Workers of America, NY 1979.

  31. […] της μελέτης μου για την ελληνοσοβιετική εφημερίδα “Κόκκινος Καπνάς“. Ο Παπαγιώργης καταλάβαινε το τι διάβαζε και το τι […]

  32. […] στις 18 Σεπτεμβρίου του νέου μου βιβλίου “Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου” στο “Στέκι Πολιτών” στην Κατερίνη , ο φιλόλογος […]

  33. Τεύχος 44ο, Οκτώβριος 2013
    Οι εφημερίδες της κυβερνήσεως

    Η ιστορία των εφημερίδων της κυβερνήσεως χάνεται στα βάθη του χρόνου. Τα ψηφίσματα των αρχαίων ελληνικών πόλεων, οι Acta Diurna (ημερήσιες πράξεις που οι Ρωμαίοι αναρτούσαν σε δημόσιους χώρους), η εφημερίδα της Aυλής (Kaiyuan Za Bao), που τυπωνόταν σε μετάξι ήδη από τον 8ο αιώνα στην Κίνα, οι μηνιαίες Notizie scritte των Βενετών που τυπώνονταν σε χαρτί από τον 16ο αιώνα και κόστιζαν μια gazetta (βενετικό νόμισμα), τα επίσημα βρετανικά κυβερνητικά δελτία με πρώτη την London Gazette που εμφανίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα (αρχικά ως Oxford Gazette). Η λίστα είναι μακρά. Οι κυβερνώντες πάντα επιδίωκαν να επηρεάσουν τους υπηκόους τους ή την κοινή γνώμη και ο γραπτός λόγος, με το γόητρο που διαθέτει, ήταν ανέκαθεν ισχυρότατο όπλο για τον σκοπό αυτό.
    Προϊόντος του χρόνου εντούτοις η αποτελεσματικότητα των επίσημων κυβερνητικών εντύπων περιορίστηκε. Η εμφάνιση της δημοσιογραφίας μείωσε την επικοινωνιακή σημασία των εφημερίδων της κυβερνήσεως, που σταδιακά έχασαν το ενδιαφέρον τους και κατέληξαν σε απλά δελτία καταγραφής νόμων και κυβερνητικών αποφάσεων, πολύτιμα για νομικούς, «λογιστές» και αρχειοθέτες, αλλά άχρηστα και απωθητικά για το ευρύ κοινό.

    Ένα από τα θετικά της κρίσης των τελευταίων ετών είναι ότι έχει (αναγκαστικά) ενθαρρύνει την ανθρώπινη δημιουργικότητα, με αποτέλεσμα ξεχασμένες ιδέες να γνωρίζουν μια μεταμοντέρνα αναβίωση. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε πλέον μία εφημερίδα της κυβερνήσεως, αλλά πολλές, οι οποίες διακρίνονται όχι μόνο για την πιστότητα και την ταχύτητα με την οποία μεταφέρουν στους υπηκόους τις εκπεφρασμένες βουλήσεις της κυβέρνησης, αλλά και για την μοναδική ικανότητά τους να προλαβαίνουν και να μαντεύουν τις επιθυμίες πριν καν εκφραστούν και ασφαλώς χωρίς να χρειάζεται να λάβουν σχετικές ρητές εντολές.

    Η σχέση τους με την κυβέρνηση είναι επίσης μεταμοντέρνα. Δεν είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου οι διοικήσεις των οποίων διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αντίθετα διατηρούν φαινομενικά λειτουργική και ιδιοκτησιακή ανεξαρτησία και οι δεσμοί τους με την κυβέρνηση οφείλονται σε άλλου είδους εξαρτήσεις. Έτσι, άλλοτε ανήκουν σε χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, οι οποίες χρωστούν δάνεια που προφανώς δεν προτίθενται να πληρώσουν στις κρατικοποιημένες τράπεζες, και άλλοτε –λόγω ανεξόφλητων ποινικής φύσεως «γραμματίων»– εξαρτώνται από τη μεγαθυμία των αρχόντων για να μπορέσουν να κρύψουν τις δικές τους αμαρτίες.

    Αυτό βέβαια κάθε άλλο παρά μειώνει την αποτελεσματικότητά τους. Αντίθετα, έχουν αναπτύξει νέες δεξιότητες και τεχνικές που θα έκαναν ασφαλώς υπερήφανους τους Ρωμαίους, Κινέζους, Βενετούς και άλλους προπάτορές τους. Έχουν πρώτα από όλα την εξωτερική μορφή πραγματικών εφημερίδων. Άρθρα, σχολιασμοί, διεθνή θέματα, αθλητικές σελίδες, κινηματογράφοι, προγράμματα τηλεόρασης και φαρμακεία. Ακόμα και όσοι γνωρίζουν την πραγματικά ευγενική φύση της εφημεριδοσύνης μπορεί στην καθημερινότητα να παρασυρθούν και να πιστέψουν ότι διαβάζουν μια κανονική εφημερίδα.
    Μια άλλη ικανότητά τους είναι η επιδέξια χρήση του μεγεθυντικού φακού της ειδησεογραφίας. Αυξομειώνοντας το μέγεθος, το ύφος και την ένταση των ειδήσεων δημιουργούν έναν δικό τους ξεχωριστό κόσμο, στον οποίο παγιδεύουν τους ανυποψίαστους αναγνώστες τους. Όσοι εμφανίζουν κάποιον εναλλακτικό λόγο είτε λοιδορούνται και απαξιώνονται είτε –το συνηθέστερο– απλώς δεν αναφέρονται. Τα εν λόγω πρόσωπα ή παράγοντες του δημοσίου βίου καταλαμβάνουν τόσο ελάχιστο χώρο στον κόσμο των ειδήσεων ή γεγονότων, ώστε ουσιαστικά παύουν να υπάρχουν. Κι ας μην ξεχνούμε ότι για τον πολύ κόσμο γεγονός είναι ό,τι γράφει η εφημερίδα ή παίζει η τηλεόραση…

    Οι εξυπηρετήσεις όμως δεν σταματούν στο απλό πολιτικό service που θα έκανε μια φιλοκυβερνητική εφημερίδα. Προχωρούν πολύ παραπέρα σε «ειδικές προσφορές». Οι νέες εφημερίδες της κυβερνήσεως διαθέτουν λοβοτομημένους σχολιαστές οι οποίοι όχι μόνο δεν ενθυμούνται τίποτε από το άβολο παρελθόν, αλλά έχουν απολέσει και οποιαδήποτε κριτική σκέψη για το παρόν και το μέλλον. Έτσι αυτός ο οποίος κόμπαζε ότι είναι ο «Αρχιτέκτονας του Αντιμνημονιακού Αγώνα» κι έγινε ο πρωθυπουργός του Μνημονίου, δεν τίθεται ποτέ ενώπιον των ευθυνών του για την πορεία της χώρας. Αντιμετωπίζεται σαν να προήλθε από παρθενογένεση. Αυτός που επί πολλά έτη επώαζε την ακροδεξιά, τον ακραίο εθνικισμό, τη μισαλλοδοξία και το αντιμεταναστευτικό μένος (μιλούσε μέχρι για «ανακατάληψη των πόλεων» από τους Έλληνες!), αυτός που έχει ευθύνες όχι μόνο για την εκκόλαψη του νεοναζιστικού φαινομένου αλλά και για το καθεστώς ατιμωρησίας που απολάμβαναν μέχρι τον φόνο του άτυχου Παύλου Φύσσα τα μέλη της Χρυσής Αυγής, εμφανίζεται ταχυδακτυλουργικά ως αντιφασίστας και αμείλικτος εχθρός της, όπως και άλλοι που επέδειξαν εγκληματική αδιαφορία για τη δράση μιας ουσιαστικά εγκληματικής οργάνωσης. Οι αρχιρουσφετολόγοι και κομματάρχες του «τύπου» διανομής των θέσεων στην αναλογία 4-2-1 εμφανίζονται ως μεταρρυθμιστές. Από κοντά ακολουθούν και τα πιο «επιστημονικά» εργαλεία. Δημοσκοπήσεις με ερωτηματολόγια που κατασκευάζουν τις απαντήσεις. Ολοσέλιδες υποβλητικές πόζες του Μεγάλου Ηγέτη και του επιβλητικού το δέμας Αντιπροέδρου του. Και, βέβαια, ειρωνεία και «σάτιρα» που αφορά αποκλειστικά τους αντιπάλους. Προσφορά απασχόλησης στη δύσκολη αυτή εποχή στις «καλύτερες πένες» της ελληνικής δημοσιογραφίας, οι οποίες –όταν δεν τίθενται ευθέως στην υπηρεσία της κυβέρνησης– μαθαίνουν να αυτολογοκρίνονται και να μην ενοχλούν. Να κάνουν τις πιο συμφέρουσες προσαρμογές εν γένει.

    Υπάρχει όμως και ένα άλλο στοιχείο που διαφοροποιεί τις νέες «εφημερίδες της κυβερνήσεως» από τις παλαιές. Η εξάρτηση που έχει η ίδια η πολιτική εξουσία από αυτές. Οι αιμομικτικοί δεσμοί είναι παλαιοί και ακατάλυτοι και αφορούν τις πάσης φύσεως ευγενείς δραστηριότητες των κομμάτων εξουσίας (ανάθεση συμβάσεων σε «εθνικούς» προμηθευτές, δανεικά κι αγύριστα των κομμάτων, αποκρατικοποιήσεις με έναν σχεδόν πάντα ενδιαφερόμενο κ.λπ.). Η εξουσία βρίσκεται επαρκώς χειραγωγημένη μέσα από τις δικές της αμαρτίες. Τόσο ώστε μπορούμε να πούμε ότι αυτή την εποχή δεν έχουμε μόνο πολλές εφημερίδες της κυβέρνησης. Έχουμε ταυτόχρονα και μια κυβέρνηση των εφημερίδων.

    — The Athens Review of Books

  34. […] ΚΟΚΙΝΟΣ ΚΑΠΝΑΣ (1932 – 1937) http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/9040   Ο «Κόκινος Καπνας« υπήρξε μια σημαντική εφημερίδα του ελληνισμού του […]

  35. […] «Κόκινος Καπνας« υπήρξε μια σημαντική εφημερίδα του ελληνισμού του […]

  36. […] βάση λοιπόν τα πραγματολογικά δεδομένα που έχουμε, κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό […]

  37. Μια αγνοούμενη ήπειρος
    08.07.2015 | από Σύνταξη
    Μια αγνοούμενη ήπειρος Η ΑΛΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
    Δημοσίευση: Φύλλο 270 – 4/7/2015

    Ένα σπουδαίο τεκμήριο για τον σοβιετικό ελληνισμό, το βιβλίο του Βλ. Αγτζίδη

    Με εξαιρετικό ενδιαφέρον πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου Kόκινος Καπνάς και ο ελληνισμός του Καυκάσου 1932-1937 του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη στην Κεντρική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο βασίζεται στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα που εκπονήθηκε στο ΑΠΘ (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογία, τομέας Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας & Λαογραφίας).

    Την εκδήλωση πλαισίωσαν, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, ο βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ Τρ. Μηταφίδης, ο Γ. Ζελίλωφ, πρόεδρος του Συλλόγου Παλιννοστούντων από την ΕΣΣΔ και ο Α. Κάλφας, φιλόλογος-συγγραφέας, με συντονιστή τον δημοσιογράφο Απ. Λυκεσά.

    Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι όχι μόνο για την ελληνική ιστοριογραφία αλλά και για το κράτος και την κοινή γνώμη της Ελλάδας, ο Ποντιακός ελληνισμός υπήρξε μια ακόμη αγνοούμενη ήπειρος, όπως συμβαίνει με τον ελληνισμό των Ηνωμένων Πολιτειών (τον οποίο ενώ αγνοούμε, προστρέχουμε σ’ αυτόν σε κάθε αναποδιά), όπως επίσης με τον ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις.

    Σύμφωνα με τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη, οι αιτίες του προβλήματος πρέπει να αναζητηθούν στην αδυναμία του ελληνικού κράτους αλλά και της ιθύνουσας τάξης να ενσωματώσει στη σχεδίαση της πολιτικής της οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια της κρατικής εξουσίας και κατεξοχήν στην πολιτική παράμετρο, η οποία μπορεί και πρέπει να λειτουργεί, ακόμη και ή κυρίως όταν όσοι συνεχίζουν να μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού είναι με τη θέλησή τους ενσωματωμένοι σε άλλες κρατικές οντότητες.

    Ένα από τα σπουδαιότερα τεκμήρια του σοβιετικού ελληνισμού, πλήρως αυτονομημένου από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της μητέρας-πατρίδας αποτελεί η εφημερίδα Κόκινος Καπνάς. Το εν λόγω έντυπο εκδιδόταν στον σοβιετικό Καύκασο, κατά τον Μεσοπόλεμο, μέχρι τις σταλινικές εκκαθαρίσεις του 1936 και 1938 και ανήκει στον ενιαίο Τύπο που είχαν τότε, όλες οι σοβιετικές εφημερίδες. Ο Κόκινος Καπνάς εξέφρασε τη συνάντηση των σοβιετικών αντιλήψεων για την κοινωνία και τον πολιτισμό με τις ριζοσπαστικότερες ελληνικές θέσεις αποτυπώνοντας έναν καθεστωτικό κομμουνιστικό λόγο. Παράλληλα, ανιχνεύονται οι νέοι κώδικες που εισήχθησαν στη σοβιετική κοινωνία, δίνοντας μια μοναδική ευκαιρία αποκρυπτογράφησης των μηχανισμών ελέγχου και των μεθόδων που εφαρμόστηκαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του βίαιου μετασχηματισμού.

    Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας προβάλλει ένας άγνωστος ελληνικός κόσμος ο οποίος κλήθηκε να πειθαρχήσει στις νέες απόψεις που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία. Ακολουθώντας, μάλιστα, τους σοβιετικούς, δημοσιογραφικούς κανόνες, χρησιμοποιούσε τη φωνητική γραφή, παραμένοντας πιστός στις απόψεις του δημοτικισμού.

    Εύκολα κατανοεί κανείς την αντικειμενική δυσκολία ενός πληθυσμού που έχει για εργαλείο επικοινωνίας την μητρική διάλεκτο και κάποιες φορές τα τουρκικά. Αξίζει να τονίσουμε ότι οι υπεύθυνοι της εφημερίδας αγωνίζονται μαχητικά και με επιτυχία για τη διάδοση της εφημερίδας και δεν διστάζουν μάλιστα να συγκρουστούν με κομματικά όργανα όταν αυτά την υποκαθιστούν σε κάποια ελληνικά χωριά με ρώσικα ή άλλα έντυπα.

    Μέσα από τις στήλες της εφημερίδας, τις πολεμικές, τις καταγγελίες και τις αναφορές σε καταδίκες διαφόρων που έχουν -υποτίθεται πάντα δίκαια- κριθεί ένοχοι απέναντι στη σοβιετική νομιμότητα, διαφαίνεται και το δράμα των άλλων. Εκείνων δηλαδή που έφθασαν στον ρωσικό Πόντο μετά τους τουρκικούς διωγμούς το 1918 και που όχι μόνο δεν συμμερίζονται το υμνολόγιο προς τον Κεμάλ, αλλά διατηρούν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους και προσβλέποντας στον διάλογο με το εθνικό κέντρο και πολλές φορές ακόμη στον νόστο .

    Το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γιάγκος Ανδρεάδης, καθηγητής Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο: «Είναι οι τραυματικές και αιμάσσουσες μνήμες των Μπολσεβίκων του Πόντου που διαβάζει κανείς με σπαραγμό που ακόμη και η απλή τους εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας και τη βαθιά ανασκευή των εργαλείων της σκέψης μας, αν όχι και των συντεχνιακών ισορροπιών που προωθούνται υπό το προσωπείο της επιστημονικής αντικειμενικότητας».

    Στις αρχές του 21ου αιώνα ήρθε ο καιρός να μελετήσουμε ξανά την Ιστορία μας. Πράγμα δύσκολο, αφού τα σύγχρονα σχολικά βιβλία φανερώνουν την έκταση της πολύχρονης αδιαφορίας. Τα κενά είναι πολλά και ο χώρος τόσο εκτεταμένος που οι αποσπασματικές μας γνώσεις να μοιάζουν με φωτισμένα πλοία που ταξιδεύουν στο βαθύ και σκοτεινό πέλαγο χωρίς προορισμό και αφετηρία .

    Το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη, λοιπόν, όπως υπογραμμίζει ο Γ. Ανδρεάδης, «έρχεται να ρίξει άπλετο φως στις αιμάσσουσες μνήμες των Μπολσεβίκων του Πόντου που ακόμη και η απλή τους εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας καθώς και την ανασκευή των εργαλείων της σκέψης αν όχι και των συντεχνιακών ισορροπιών που προωθούνται, υπό το προσωπείο της επιστημονικής αντικειμενικότητας».

    Γιούλη Ιεραπετριτάκη, ιστορικός-αρχαιολόγος

    http://www.e-dromos.gr/mia-agnooumeni-ipiros/

  38. […] κείμενο από την ελληνοσοβιετική εφημερίδα «Κόκινος Καπνας» (από αφιέρωμα στον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα Γιώργο […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: