Τι ήταν το Βυζάντιο;

Σε ένα φόρουμ ακαδημαϊκών που συμμετέχω -όπου αραιά και που γίνονται κάποιες σοβαρές συζητήσεις- ένα από τα θέματα που απασχολούν τους συμμετέχοντες και byzantionαποτελούν αντικείμενο αντιπαραθέσεων είναι ο χαρακτήρας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών. Συνήθως, το φαινόμενο προσεγγίζεται με ανιστορικό τρόπο με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις και τις σύγχρονες προσλήψεις περί ταυτοτήτων.

Στα ερωτήματα που τίθενται στις συζητήσεις έβαλα τρεις προϋποθέσεις: «θα έπρεπε να τεθούν και να προηγούνται των όποιων ερωτήσεων, οι απαντήσεις στα εξής:
Ποιοί είναι οι Έλληνες τον 3ο μ.Χ. αιώνα;» 

Ποιός είναι ο επίσημος πολιτισμός στο Βυζάντιο και γιατί;» 
Ποιές είναι οι ταυτότητες των πληθυσμών στο Βυζάντιο; α) των λαϊκών,  β) της ελίτ» 

Στην εξέλιξη της συζήτησης έγραψα: 

«Κατ’ αρχάς το Βυζάντιο είναι η ίδια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που καταχρηστικά την αποκαλούμε ‘Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία’ και μόνο κατ’ οικονομίαν και για διευκόλυνση ‘Βυζάντιο».

Ακριβώς αυτή την αυτοκρατορική, οικουμενική διάσταση προσπάθησαν να αμφισβητήσουν οι Λατίνοι της Ρώμης μετά την επέλαση των Γότθων στην ιταλική χερσόνησο και την απόδοση του χαρακτηρισμού «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» στους Γερμανούς.   Ήδη από το 772 μ.Χ. η εκκλησία της Ρώμης έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα. Διεκδικώντας οικουμενικό πολιτικό ρόλο ο Πάπας της Ρώμης, εγκαινίασε τη σύγκρουση με την Κωνσταντινούπολη αποδίδοντας το 800 μ.Χ. τον τίτλο «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων» (Imperator Romanorum) στον Καρλομάγνο, κάτι που έως τότε ήταν αναμφισβήτητο κληρονομικό δικαίωμα του βυζαντινού αυτοκράτορα.

byzantion
Επειδή για ιστορικούς λόγους η Αυτοκρατορία περιορίστηκε στην περιοχή όπου επικρατούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί και καθοριστικός ήταν ο υψηλός ελληνικός πολιτισμός, που έτσι κι αλλιώς είχε επηρεάσει καταλυτικά και τους ίδιους τους Ρωμαίους, άρχισε μια διαδικασία βαθμιαίου εξελληνισμού του κράτους και του μηχανισμού.
 
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο Νίκος Σβορώνος: «…έντονη και διαρκής  τάση του (Βυζαντίου) προς τον εξελληνισμό, έως τη μεταβολή του σε ένα ελληνικό εθνικό κράτος, είναι πλέον μια ιστορική διαπίστωση γενικά παραδεκτή. Ανάμεσα στους λαούς που απάρτισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Ελληνισμός αποτελεί το δυναμικότερο, αν όχι το πολυπληθέστερο, στοιχείο της ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.»  
 
Η Αρβελέρ θεωρεί ότι διαμορφώθηκε ένα συλλογικό συναίσθημα ανωτερότητας, το οποίο βασίστηκε στην υπεροχή της ελληνικής παιδείας που ήταν η βάση του βυζαντινού πολιτισμού. Το συναίσθημα αυτό το χαρακτηρίζει «βυζαντινό σωβινισμό» και υποστηρίζει ότι: «η Αυτοκρατορία με την ποικιλία των λαών και των εθνών που περιλάμβανε προηγούμενα το Βυζάντιο, παραχώρησε τη θέση της σε μια ελληνορθόδοξη Αυτοκρατορία, με μια ενιαία παιδεία, ανεπιεική και αδιάλλακτη έναντι λαών και εθνών που είχαν διαφορετικά ιδεώδη.»
 
Η ταύτιση με την αρχαία Ελλάδα αρκετών Βυζαντινών διανοούμενων υπήρξε επακόλουθο της ελληνικής τους παιδείας που ήταν έτσι κι αλλιώς ουσιαστικό κομμάτι της ρωμαϊκής –ή ρωμαίικης- ταυτότητας. Αν στους διανοούμενους και λόγιους του Βυζαντίου τα πράγματα ήταν καθαρότερα, για τον απλό λαό υπήρξε μόνο η κοινή θρησκευτική πίστη ως συνδετική ουσία και όχι η αίσθηση της ενιαίας εθνοτικής ταυτότητας. Η ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα ήταν αυτή που μοιράζονταν οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας, χωρίς να έχουν άλλες εθνοτικές αναζήτησεις. Βέβαια η πολιτική ρωμαϊκή ταυτότητα υπήρξε επιλογή των αυτοκρατόρων και μέσο νομιμοποίησης της οικουμενικότητας και της μοναδικότητας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως της μοναδικής συνέχειας και κληρονόμου της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 
 
byzantion-konstantinoupoli
(έργο του  ζωγράφου Θανάση Μπακογιώργου)
 
Πάντως, χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στο πολυεθνικό αυτό κράτος οι βυζαντινολόγοι: O Arnold Toynbee αναφέρεται σε «βυζαντινούς Έλληνες» και σε «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό». Συμπεραίνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική». Ο Αndrew Wheatcroft στο βιβλίο του Οι Οθωμανοί γράφει ότι: «Η καινούργια πόλη (η Κωνσταντινούπολη) χρωστούσε λίγα στην παλιά Ρώμη και πολλά στην Ελλάδα» και υποστηρίζει ότι το Βυζάντιο ήταν  μια ελληνική αυτοκρατορία και σαν τέτοια συσπείρωσε στους κόλπους της όλα τα κατάλοιπα του ελληνισμού». Ο Braudel στην Γραμματική των Πολιτισμών αναφέρει το Βυζάντιο ως «Ελληνική Αυτοκρατορία». Ο Sture Linner υποστηρίζει ότι οι Βυζαντινοί, οι οποίοι ήταν περήφανοι για το ρωμαϊκό παρελθόν τους, «διεκδικούσαν το δικαίωμα να είναι Έλληνες, άμεσοι κληρονόμοι των ποιητών και των φιλοσόφων, των ιστορικών και των επιστημόνων της Ελλάδας των περασμένων αιώνων… είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος.» Ως «Έλληνες» αντιλαμβάνονταν τους Βυζαντινούς και οι Ρώσοι. Το Πατριαρχείο το αποκαλούσαν «Ελληνική Εκκλησία».
 
Ο Αρμένιος βυζαντινολόγος Χρ. Μ. Μπαρτικιάν αναφέρει ότι στις αρμενικές αναφορές από τον  5ο μ.Χ. αι. για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συναντιούνται οι εκφράσεις «βασίλειο των Ελλήνων», «χώρα των Ελλήνων», «μέρη των Ελλήνων» «ελληνικός στρατός», «αυτοκράτορας των Ελλήνων». Το ίδιο ακριβώς παρατηρείται και σε γεωργιανές αναφορές…. 

byzantion

Συμφωνούμε κατ’ αρχάς σε δύο πράγματα:
α) ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον 4ο μ.Χ. αι. περιορίστηκε στον ελληνόφωνο κόσμο και
β) ότι οι ταυτότητες των πληθυσμών εκείνη την εποχή ορίζονταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τα σύγχρονα στερεότυπα και βασίζονταν κυρίως στη θρησκευτική βάση.
 

Πώς διαμορφώθηκε η ταυτότητα των βυζαντινών πληθυσμών;  

Η ρωμαίικη ταυτότητα εδραιώθηκε στέρεα λόγω της μακράς περιόδου ύπαρξης του Βυζαντίου. Ισχυροποιήθηκε μέσα από τη θρησκευτική αυστηρότητα και προσήλωση σε πολύ συγκεκριμένους δογματικούς κανόνες, οι οποίοι επιβλήθηκαν από τους αυτοκράτορες για τη διατήρηση και ενίσχυση της κρατικής ενότητας. Η επιδίωξη της κρατικής ενότητας υπήρξε η βάση της σκληρής καταστολής των αιρέσεων, οι οποίες υπονόμευαν την ενιαία αντίληψη. Το κρατικό συμφέρον είχε διαμορφώσει μια byzantion-justinian4ανελαστική δογματική στάση (όπως λ.χ. τη  ρήση του Μ. Κωνσταντίνου «όπερ εγώ βούλομαι, τούτο κανών νομιζέσθω»), η οποία καθόρισε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Επιπλέον ο αυτοκράτορας είχε έναν ιερό ρόλο του «επί γης παντοκράτορος». Ήταν δηλαδή το επίγειο ισοδύναμο του επουράνιου βασιλέως. Σε πολιτικό επίπεδο επικρατούσε το βυζαντινό δόγμα της Translatio imperii, σύμφωνα με το οποίο ο μόνος πραγματικός Ρωμαίος αυτοκράτορας ήταν εκείνος της  Κωνσταντινούπολης.

Παράλληλα, η μετάβαση από την παγανιστική πολυθεϊα στο μονοθεϊστικό χριστιανισμό είχε οδηγήσει στη μετατροπή του όρου «Έλληνας» σε θρησκευτικό, σημαίνοντας τον «ειδωλολάτρη». Η Ελ. Γλύκατζη Αρβελέρ αναφέρει ότι όπως οι έννοιες «Έλληνας» και «Ειδωλολάτρης» ταυτίστηκαν, έτσι και οι έννοιες «Ρωμαίος» και «Χριστιανός» έγιναν ταυτόσημες. Η επικράτηση των θρησκευτικών σημασιών ήταν τέτοια, ώστε ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός αποκαλούσε τους Βυζαντινούς «Έθνος Χριστιανών».

 Έτσι, από τις απαρχές της ανατολικής πορείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διαμορφώνεται μια νέα ταυτότητα που βασίζεται σε τρία στοιχεία:
α) στην υπαγωγή στην κωνσταντινουπολίτικη εξουσία,
β) στην ελληνική γλώσσα και
γ) στην ορθόδοξη πίστη. 

bird_lg

 Η υψηλή μόρφωση ήταν από την αρχή, με αυτοκρατορικό διάταγμα, προϋπόθεση για να εισέλθει κάποιος στο αυτοκρατορικό περιβάλλον και να καταλάβει κάποια καίρια διοικητική θέση. Το διάταγμα αυτό ενσωματώθηκε αργότερα στο Θεοδοσιανό Κώδικα (438 μ.Χ.) Από την εποχή του Ιουστινιανού (534 μ.Χ.), παρά την συναισθηματική άρνηση της λατινικής ηγεσίας, η ελληνική γλώσσα καθιερώνεται στη βυζαντινή διοίκηση.  

 Κατά τους μέσους βυζαντινούς αιώνες (9ος-12ος αι.) το σύστημα της ανώτατης εκπαίδευσης παρακολουθούσαν διακόσιοι έως τριακόσιοι προνομιούχοι, οι οποίοι προορίζονταν για να στελεχώσουν τα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια της Αυτοκρατορίας. Η αρχαϊζουσα παιδεία ήταν βασική προϋπόθεση για την επιλογή των πρέσβεων σε ξένες χώρες. Αυτή η διοικητική ελίτ ήταν φορέας της πεποίθησης ότι οι Έλληνες είναι οι πρόγονοι των Βυζαντινών.

Παρότι οι εκχριστιανισμένοι ελληνικοί πληθυσμοί υιοθέτησαν το όνομα «Ρωμαίος» κράτησαν όμως το πολιτιστικό του περιεχόμενο, δηλαδή τη συνείδηση της ξεχωριστής ύπαρξης από τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία, όπως τη θρησκεία και –σε μεγάλο βαθμό- τη γλώσσα. Σημαντικό μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διασώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τη διδασκαλία των Βυζαντινών. Χαρακτηριστική και όχι μοναδική περίπτωση είναι ο Πατριάρχης Φώτιος, ο οποίος με τη Μυριόβιβλο ή Βιβλιοθήκη, διέσωσε τον 9ο αιώνα μ.χ. πολλά έργα Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Ο Φώτιος κάνει αναφορά σε  280 συγγραφείς Το έργο κάποιων από αυτούς (όπως Κτησίας, Κόνωνας, Μέμνονας, Διόδωρος) δεν σώθηκε μέχρι τις μέρες μας και μόνο χάρη στο Φώτιο γνωρίζουμε κάποια αποσπάσματα.

 Το περιεχόμενο των εθνοτικών όρων φαίνεται να ήταν κατανοητό στους Βυζαντινούς λόγιους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους την αττική μορφή της ελληνικής γλώσσας. Χαρακτηριστική είναι η χρήση των όρων από τον Ιωάννη Τζέτζη, που έζησε τον 11ο αιώνα… Σε επιστολή που απέστειλε στον Ισαάκο Β’ Κομνηνό αυτοπροσδιορίζεται ως «Έλληνας»: «…πόσω μάλλον  εμέ δει ταύτα φυλάττεσθαι, εκ των ευγενεστάτων Ιβήρων τω γε μητρώω γένει καθέλκοντα την σειράν, εκ δε του πατρός καθαρώς τυγχάνοντα ΄Ελληνα.» Τον ίδιο ακριβώς εθνοτικό όρο «Έλλην», χρησιμοποιεί και όταν αναφέρεται στους αρχαίους Έλληνες. Ο Τζέτζης έχει πλήρη επίγνωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων που δρουν εκείνη την περίοδο στα σύνορα της Αυτοκρατορίας και τις αναφέρει με το όνομά τους. Την ίδια επίγνωση έχει και για τους αρχαίους λαούς, όπως τους συναντά μέσα από της αρχαιοελληνική ιστοριογραφία την οποία φαίνεται να κατέχει άριστα.   

1204Η πλήρης ανάδυση στο προσκήνιο της ελληνικής ταυτότητας από εθνοτικής πλευράς, θα συμβεί τις εποχές γύρω από την Άλωση του 1204. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς θα λειτουργήσει ως ο καταλύτης για την εδραίωση μιας εθνοτικής ελληνικής ταυτότητας. Η Gill Page υποστηρίζει: «Το φαινόμενο της φραγκικής κατάκτησης και εξουσίας υπήρξε η πιο κρίσιμη κινητήρια δύναμη για τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο πεδίο των ρωμαϊκών εθνοτικών ταυτοτήτων… Οι κατακτήσεις των δυτικών στη Βυζαντινορωμαϊκή αυτοκρατορία ισοδυναμούσαν με μια εθνοτική κρίση (σ.τ.σ. προσκόλλησης στον πυρήνα του εθνοτικού τους αυτοπροσδιορισμού). Επόμενο ήταν τα εθνοτικά κριτήρια να βγουν στο προσκήνιο». Η Page, που χρησιμοποιεί ταυτόσημα τους όρους «Έλληνες» και «Ρωμαίοι», μελετά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την εθνοτική ταυτότητα των Βυζαντινών οι συγγραφείς εκείνης της εποχής.

Θα εμφανιστούν από τότε οι θεωρίες περί της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού  από τους μυθικούς χρόνους. O Nικήτας Χωνιάτης υπήρξε ένας μορφωμένος Βυζαντινός συγγραφέας που σταδιοδρόμησε στη δημόσια διοίκηση. Τη χρονιά της Άλωσης το 1204 ήταν 49 ετών. Ο Χωνιάτης ξεκάθαρα ταυτίζει τους Ρωμαίους με τους Έλληνες. Επίσης ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Περσών παρουσιάζεται ως το αντίστοιχο του αγώνα των Βυζαντινών κατά των Φράγκων, οι οποίοι θεωρούνται «βάρβαροι», όπως όλα τα υπόλοιπα έθνη –των Λατίνων συμπεριλαμβανομένων- με τα οποία έρχονταν σε επαφή. Την ίδια περίπου περίοδο συγγράφεται το Χρονικόν του Μορέως στη λατινοκρατούμενη Αχαϊα, όπου η ελληνική καταγωγή των βυζαντινών Ρωμαίων διατυπώνεται με σαφήνεια (στ. 795): «Διαβόντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι / Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν / -πολλά ήταν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν – / από την Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων.» Στους ανατολικούς λαούς υπάρχει ταύτιση των όρων «Ρωμαίος» και «Έλληνας». Ο Χρ. Μπαρτικιάν αναφέρει ότι ο Αρμένιος συγγραφέας του 13ου αι, Στέφανος Ὀρμπελιάν (1250-1305) γράφει: «ὁ βασιλεύς τῶν Yoyn (των Ἑλλήνων), δηλαδή τῶν Horom (των Ρωμαίων)».

…………………………..
Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από το βιβλίο μου με τίτλο «Εμείς και το Ισλάμ. Η συνάντηση του ελληνισμού με το αραβικό Ισλάμ.«

byzantion-prometopida

….και ένα νεότερο αφιέρωμα: 

Ο Κάουτσκι, ο χριστιανισμός, ο κομμουνισμός και οι πρώτοι μάρτυρες

cyprus

15 Σχόλια

  1. İstanbul fethedilemez

    https://www.evrensel.net/yazi/76752/istanbul-fethedilemez

    Η Κωνσταντινούπολη δεν κατακτιέται

    Η κατάκτηση μιας πόλης δεν είναι μια απλή αλλαγή κατοχής ανάμεσα στους παλιούς και στους νέους ιδιοκτήτες. Ακόμη και αν κατακτιούνται τα κτίρια, το πνεύμα που είχε η πόλη πριν κατακτηθεί καθιστά την άλωση ανολοκλήρωτη.

    Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης είναι μια κατάκτηση που δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ. Ακόμη και αν κατασκευάζονται οι δρόμοι έτσι ώστε να μην μείνει κανένα ίχνος των προηγούμενων ιδιοκτητών, έστω και αν αλλάζει εντελώς η δημογραφία και μετατρέπεται η Αγία Σοφία σε τζαμί, η πόλη κατά κάποιο τρόπο συντηρεί τους παλιούς ιδιοκτήτες της. H βυζαντινή μουσική που είναι θαμμένη μέσα στην τουρκική μουσική, τα θραύσματα αγγείων που βγαίνουν στην στάση του μετρό και οι τελετές κατάκτησης που δεν μπορούν να κάνουν να ξεχαστεί η καταγωγή της πόλης, υπογραμμίζουν το προ κατάκτησης παρελθόν της.

    Μια πλευρά της Κωνσταντινούπολης παραμένει ακατάκτητη και μας κλείνει το μάτι.

    Καθώς το παρελθόν που δεν έγινε δυνατόν να σβηστεί εντελώς δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση της κατάκτησης, κάθε χρόνο στις 29 Μαΐου καταλαμβάνεται για μια ακόμη φορά η Κωνσταντινούπολη και για μια ακόμη φορά καταστρέφεται η Ανατολική Ρώμη. Όμως δεν είναι μόνο οι σκόρπιες αναμνήσεις που δεν ηρεμούνε εντός της κατάκτησης. Η πόλη πρέπει καθημερινά να κατακτιέται ξανά, το μήνυμα πως η νίκη του παρελθόντος δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον, δεν προέρχεται από την απειλητική σιωπή των αναμνήσεων που μας κοιτάνε σαν ανοιχτό μάτι.

    …………….

    Παρά το ότι πέρασαν εκατοντάδες χρόνια υπάρχει μια ατελείωτη αναμέτρηση και κάθε επανάληψη της μυθοποιημένης στιγμής της κατάκτησης δεν ωφελεί σε τίποτε άλλο πέραν της επιβεβαίωσης της ύπαρξης ενός Βυζαντίου που δεν γονάτισε. Ο συνεχής τονισμός της κατάκτησης δεν τονίζει την νίκη, απλά δείχνει πως αυτή η νίκη δεν κερδήθηκε και ότι υπάρχει μια σταθερή αντίσταση της πόλης.

    ………………

    Noυράι Σαντζάρ

    http://tourkikanea.gr/2016/06/konstantinople-40/

  2. ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΩ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΝΟΥΡΑΙ ΣΑΝΤΖΑΡ 100% ….. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΑΥΤΗ Η ΠΡΟΣΕΓΚΥΣΗ ΠΟΤΕ…. ΤΟΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ.

  3. Dimitris Christoupolitis on

    Σωστές οι παρατηρήσεις και τεκμηριωμένες. Η δική μου επισήμανση -και διαφοροποίηση -έγκειται στο ότι υπάρχουν ενδείξεις αρκετές για να μας οδηγήσουν στην .άποψη ότι η χρήση του όρου «Έλληνας» ή «Γραικός»ως στοιχείο αυτοπροσδιορισμού μέσα στο Βυζάντιο δεν εμφανίζεται ξαφνικά μετά το 1204 αλλά υπάρχει σποραδικά στις πηγές σταθερά καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορικής πορείας της μεσαιωνικής ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Παραθέτω πληροφορίες από το βιβλίο μου «Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού: Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα», ελεύθερης πρόσβασης ηλεκτρονικό βιβλίο από τις εκδόσεις «Σαϊτα», σελ. 191-192, υποσημείωση 252: «Ωστόσο αξίζει να σταθεί κανείς και στις πολλές αναφορές των βυζαντινών πηγών που αποδεικνύουν την παράλληλη χρήση του όρου «Έλληνας» και «Γραικός» για τον προσδιορισμό ενός βυζαντινού υπηκόου, παρ’ όλη τη δαιμονοποίηση του όρου από την εκκλησία. Έτσι, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα, ο ιστορικός Προκόπιος τον 6ο αιώνα, αναφερόμενος στις ενέργειες του Αλέξανδρου, απεσταλμένου αξιωματούχου του Ιουστινιανού στις περιοχές της σημερινής Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου, ονοματίζει τους κατοίκους των περιοχών ως Έλληνες («καὶ τοὺς Ἕλληνας εἰργάσατο τάδε»). Ακόμη, στα πρακτικά της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 692 υπογράφει ο «Στέφανος ἐλέω Θεοῦ ἐπίσκοπος τῆς Κορινθίων μητροπόλεως τῆς Ἑλλήνων χώρας» (Μίσιου 1992: 121). Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή σχετίζεται με έναν ιερωμένο και περιλαμβάνεται στο πλέον επίσημο κείμενο της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, στα πρακτικά μιας Οικουμενικής Συνόδου. Ακόμη, ο Θεόδωρος Στουδίτης (759-826) στις επιστολές του χρησιμοποιεί τους όρους Γραικία και Γραικός για να περιγράψει τη σύγχρονή του βυζαντινή αυτοκρατορία και τους κατοίκους της (Κωνσταντέλος 2001-2002). Στα μέσα του 10ου αιώνα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος γράφει πως «οἱ τοῦ κάστρου Μαϊνης οἰκήτορες (οι Μανιάτες) οὐκ εἰσίν ἀπό τῆς γενεᾶς τῶν προῥηθἐντων Σκλάβων, ἀλλ’ ἐκ τῶν παλαιοτέρων Ρωμαίων, οἱ καί μέχρι τοῦ νῦν Ἕλληνες παρά τῶν ἐντοπίων προσαγορεύονται, διά τό ἐν τοῖς προπαλαιοῖς χρόνοις εἰδωλολάτρας εἶναι καί προσκυνητάς τῶν εἰδώλων κατά τους παλαιούς Ἕλληνας» (Πορφυρογέννητος, Περί Θεμάτων, PG 113, 376). Και συνεχίζει ο Πορφυρογέννητος τονίζοντας ότι οι Έλληνες Μανιάτες εκχριστιανίστηκαν στα χρόνια του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, δηλαδή μόλις στο β΄ μισό του 9ου αιώνα! Ο ίδιος αυτοκράτορας σημειώνει ακόμη στο έργο του Περί θεμάτων πως οι κάτοικοι της περιοχής της Προποντίδας μέχρι το Γρανικό ποταμό «πάντες Γραικοί ὀνομάζονται», ενώ άλλες αναφορές του φανερώνουν την επιβίωση της αρχαίας ονομασίας των ελληνικών φύλων των περιοχών της Μικράς Ασίας και των διαλέκτων τους (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς – πρωτότυπο κείμενο σε Παναγιώτου 2008: 275). Από την Κύζικο της Μικράς Ασίας, κοντά στην Προποντίδα, ο επίσκοπος Κωνσταντίνος σημειώνει το 10ο αιώνα για τους κατοίκους της πόλης ότι καυχώνται πως είναι άποικοι από την Ελλάδα, αν και, όπως προσθέτει, είναι απαίδευτοι και δεν έχουν τις αρετές των αρχαίων Ελλήνων (Σαράντη 2003: 26-27). Οι παραπάνω αναφορές είναι σημαντικές, γιατί αποδεικνύουν πως η συνείδηση της αρχαιοελληνικής καταγωγής δεν περιοριζόταν μόνο στους λόγιους βυζαντινούς, αλλά απλωνόταν και στον απλό λαό. Στα τέλη του 11ου αιώνα ο ανώνυμος Αθηναίος ερμηνευτής της Ρητορικής του Αριστοτέλους, αναφερόμενος στις λεηλασίες της Μ. Ασίας από τον Εμίρη της Κασταμονής Τανισμάνη, τονίζει πως «δει λοιπόν και ημάς τους Αθηναίους, όπως φροντίζωμεν πώς αν οι άλλοι Έλληνες δοξάζονται». Στα μέσα του 12ου αιώνα, στο κείμενο του Τιμαρίωνα (μια αφήγηση καθόδου στον Κάτω Κόσμο, σατιρικού χαρακτήρα) περιγράφεται η ετήσια 10ήμερη εμποροπανήγυρη των Δημητρίων της Θεσσαλονίκης, γιορτή η οποία είναι για τους Θεσσαλονικείς «όπως τα Παναθήναια για τους Αθηναίους και τα Πανιώνια για τους Μιλησίους» όπου συμμετέχουν, ανάμεσα στους άλλους, έμποροι «… Ελλήνων τῶν απανταχοῦ…» (Βλαχάκος 2004 Β: 52-53). Ο πατριάρχης Μιχαήλ της Αγχιάλου, σε λόγο που εκφωνεί απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό (1143-1180) γράφει πως «στο πέρασμά σου στρέφει τα μάτια του το Πανελλήνιο» (R. Browning, «A New Source on Byzantine-Hungarian Relations in the Twelfth Century. The Inaugural Lecture of Michael ὁ τοῦ Ἀγχιάλου as Ὕπατος τῶν φιλοσόφων,» Balkan Studies 2 (1961): 187-203, πρωτότυπο κείμενο από http://stephanus.tlg.uci.edu (8.10.2015)». Σημειώνω ακόμη πως καταλυτικό ρόλο στην εκ νέου συμφιλίωση των βυζαντινών Ελλήνων, δηλαδή των Ρωμιών -Ρωμαίων, με την αρχαία τους εθνική ονομασία έπαιξε ο Μέγας Αλέξανδρος και οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδών», ακριβώς διότι συνδέονταν με το αρχαίο κλέος του Αλέξανδρου και του Φιλίππου και την αρχαιοελληνική ταυτότητα, αλλά ποτέ δεν έπαψαν ταυτόχρονα να αποτελούν και κομμάτι της βυζαντινής ταυτότητας. Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα που έκανα, ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε πρότυπο για συνολικά 43 βυζαντινούς αυτοκράτορες και δεσπότες Μυστρά και Ηπείρου με τον ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειο Α΄ να είναι ο πρώτος που ανάγει την καταγωγή της γενιάς του στην Αλέξανδρο. Ταυτόχρονα, η συνέχεια της λαϊκής πρόσληψης του Αλέξανδρου στους βυζαντινούς πληθυσμούς, μέσα από το «Μυθιστόρημα του ψευδο-Καλλισθένη», τις λαϊκές παραδόσεις του «Αλέξανδρου – Κτίστη», του «Αλεξίκακου Αλέξανδρου» και άλλων μοτίβων ενίσχυσε την πρόσληψη του Μακεδόνα βασιλιά ως στοιχείο πολιτισμού και εθνικής ταυτότητας και συνέβαλλε στη γεφύρωση του μεσαιωνικού με τον αρχαίο ελληνισμό, διαδικασία που φτάνει στο απόγειό της με τις πατριωτικές αναφορές των αυτοκρατόρων της Νίκαιας, των Παλαιολόγων και των λογίων του 13ου -15ου αιώνα. Περισσότερα στην ενότητα «Ο Μέγας Αλέξανδρος στο Βυζάντιο» του βιβλίου μου, σελ. 191-349. που μπορεί κανείς να το κατεβάσει δωρεάν στην παρακάτω διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2016/11/ebook.209.html

  4. […] Αριστεράς και των χαμένων νοημάτων. Το δεύτερο:  Τι ήταν το Βυζάντιο; (Οι αγιογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν για την […]

  5. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

    Γεώργιος Στείρης | Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση | Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας ΕΚΠΑ

    Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

    Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

    Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

    Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

    Από τη μεριά του, ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος σε έναν διάλογο με κάποιον Εβραίο, έθεσε το ερώτημα: ποιος είμαι; Για να απαντήσει: είμαι χριστιανός. Παρεκτός του θρησκευτικού πλαισίου, ο Σχολάριος εκλάμβανε εαυτόν και τους συγχρόνους του ως Έλληνες και ονόμαζε την πατρίδα του Ελλάδα. Παραδεχόταν ότι ήταν απόγονος των Ελλήνων (Ἑλλήνων γάρ ἐσμέν παῖδες) και ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η πατρίδα του ελληνικού γένους στην εποχή του. Κομβικής σημασίας είναι η ανησυχία του για την πιθανότητα αφανισμού του ελληνικού γένους. O Σχολάριος, όμως, δεν συμμεριζόταν τον φόβο του Πλήθωνα για την πολιτισμική αλλοτρίωση του γένους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να αξιοποιηθεί η πρόοδος του δυτικού κόσμου. Οι σύγχρονοί του δεν έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες κατά αποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Ο Σχολάριος ένιωθε μια σύνδεση με τους Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, πέρα από χριστιανό και Ρωμαίο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός ελληνισμού, που θα εμπνεόταν μόνο από την κλασική αρχαιότητα, όπως είχε προταθεί από τον Πλήθωνα. Αντίθετα, επιδίωκε έναν ανανεωμένο και επίκαιρο ελληνισμό, που θα εμπλουτιζόταν από τα αξιόλογα στοιχεία που είχε να προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός· έναν ελληνισμό σύγχρονο, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του 15ου αιώνα.

    Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες -Έλληνας και χριστιανός- που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

    Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πάλι, είχε επισημάνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα έπρεπε να έχει ως στόχο της το όφελος του γένους και της κοινής εστίας των Ελλήνων. Απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον προσφωνεί βασιλιά της Ελλάδας (Ὦ τῆς Ἑλλάδος ἣλιε βασιλεῦ), όπως αργότερα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

    Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα. Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

    http://www.indeepanalysis.gr/politismos/oi-aparches-ths-neoellhnikhs-taytothtas-sto-ystero-vyzantio?utm_source=facebook&utm_medium=cpc&utm_campaign=FB_Arthra&utm_term=politismos&utm_content=oi-aparches-ths-neoellhnikhs-taytothtas-sto-ystero-vyzantio

  6. The Greeks really do have near-mythical origins, ancient DNA reveals

    By Ann GibbonsAug. 2, 2017 ,

    Ever since the days of Homer, Greeks have long idealized their Mycenaean “ancestors” in epic poems and classic tragedies that glorify the exploits of Odysseus, King Agamemnon, and other heroes who went in and out of favor with the Greek gods. Although these Mycenaeans were fictitious, scholars have debated whether today’s Greeks descend from the actual Mycenaeans, who created a famous civilization that dominated mainland Greece and the Aegean Sea from about 1600 B.C.E. to 1200 B.C.E., or whether the ancient Mycenaeans simply vanished from the region.

    Now, ancient DNA suggests that living Greeks are indeed the descendants of Mycenaeans, with only a small proportion of DNA from later migrations to Greece. And the Mycenaeans themselves were closely related to the earlier Minoans, the study reveals, another great civilization that flourished on the island of Crete from 2600 B.C.E. to 1400 B.C.E. (named for the mythical King Minos).

    The Lion Gate was the main entrance to the Bronze Age citadel of Mycenae, the center of the Mycenaean civilization.

    The ancient DNA comes from the teeth of 19 people, including 10 Minoans from Crete dating to 2900 B.C.E. to 1700 BCE, four Mycenaeans from the archaeological site at Mycenae and other cemeteries on the Greek mainland dating from 1700 B.C.E. to 1200 B.C.E., and five people from other early farming or Bronze Age (5400 B.C.E. to 1340 B.C.E.) cultures in Greece and Turkey. By comparing 1.2 million letters of genetic code across these genomes to those of 334 other ancient people from around the world and 30 modern Greeks, the researchers were able to plot how the individuals were related to each other.

    The ancient Mycenaeans and Minoans were most closely related to each other, and they both got three-quarters of their DNA from early farmers who lived in Greece and southwestern Anatolia, which is now part of Turkey, the team reports today in Nature. Both cultures additionally inherited DNA from people from the eastern Caucasus, near modern-day Iran, suggesting an early migration of people from the east after the early farmers settled there but before Mycenaeans split from Minoans.

    The Mycenaeans did have an important difference: They had some DNA—4% to 16%—from northern ancestors who came from Eastern Europe or Siberia. This suggests that a second wave of people from the Eurasian steppe came to mainland Greece by way of Eastern Europe or Armenia, but didn’t reach Crete, says Iosif Lazaridis, a population geneticist at Harvard University who co-led the study.

    This dancing Minoan woman from a fresco at Knossos, Crete (1600–1450 B.C.E.), resembles the Mycenaean women (above).
    Wolfgang Sauber/Wikimedia Commons
    Not surprisingly, the Minoans and Mycenaeans looked alike, both carrying genes for brown hair and brown eyes. Artists in both cultures painted dark-haired, dark-eyed people on frescoes and pottery who resemble each other, although the two cultures spoke and wrote different languages. The Mycenaeans were more militaristic, with art replete with spears and images of war, whereas Minoan art showed few signs of warfare, Lazaridis says. Because the Minoans script used hieroglyphics, some archaeologists thought they were partly Egyptian, which turns out to be false.

    When the researchers compared the DNA of modern Greeks to that of ancient Mycenaeans, they found a lot of genetic overlap. Modern Greeks share similar proportions of DNA from the same ancestral sources as Mycenaeans, although they have inherited a little less DNA from ancient Anatolian farmers and a bit more DNA from later migrations to Greece.

    The continuity between the Mycenaeans and living people is “particularly striking given that the Aegean has been a crossroads of civilizations for thousands of years,” says co-author George Stamatoyannopoulos of the University of Washington in Seattle. This suggests that the major components of the Greeks’ ancestry were already in place in the Bronze Age, after the migration of the earliest farmers from Anatolia set the template for the genetic makeup of Greeks and, in fact, most Europeans. “The spread of farming populations was the decisive moment when the major elements of the Greek population were already provided,” says archaeologist Colin Renfrew of the University of Cambridge in the United Kingdom, who was not involved in the work.

    The results also show it is possible to get ancient DNA from the hot, dry landscape of the eastern Mediterranean, Renfrew says. He and others now have hope for getting DNA from groups such as the mysterious Hittites who came to ancient Anatolia sometime before 2000 B.C.E. and who may have been the source of Caucasian ancestry in Mycenaeans and early Indo-European languages in the region. Archaeologist Kristian Kristiansen of the University of Gothenburg in Sweden, who was not involved in the work, agrees. “The results have now opened up the next chapter in the genetic history of western Eurasia—that of the Bronze Age Mediterranean.”

    *Update, 11 August, 10:23 a.m.: This article has been updated with information to clarify the genetic connection between modern Greeks and ancient Mycenaeans.

    http://www.sciencemag.org/news/2017/08/greeks-really-do-have-near-mythical-origins-ancient-dna-reveals

  7. Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση
    Από exeisminima – 14 Νοεμβρίου 2010 2 24

    Πρακτικά Ημερίδας Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 1453 ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

    Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση

    Βλάσης Αγτζίδης

    Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε η πρωτεύουσα του εκχριστιανισμένου ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η Κωνσταντινούπολη, ως «Νέα Ρώμη» ή «Νέα Ιερουσαλήμ», θα γίνει πρωτεύουσα αυτού του κόσμου.1 Βάση της βυζαντινής ταυτότητας ήταν η ελληνική γλώσσα, η χριστιανική θρησκεία και από τον 7ο μ.Χ αιώνα θα προστεθεί και η απόκρουση των μουσουλμάνων. Βαθύτατα εμπεδωμένη ήταν η συνείδηση ότι υπάρχει ένα χριστιανικό έθνος που πρέπει, όπως έγραψε ο Λέων ο ΣΤ, να δώσει τη μάχη «…για το Θεό, για την αγάπη του Θεού, για όλο το έθνος και πάνω απ’ όλα για τα αδέλφια μας, που βρίσκονται κάτω από το ζυγό των απίστων, για τα παιδιά μας και τις γυναίκες μας, για την πατρίδα μας. Να μην ξεχνούν να υπενθυμίζουν, ότι η μνήμη εκείνων που έπεσαν για την ελευθερία των αδελφών μας είναι αιώνια και ότι ο πόλεμος διεξάγεται εναντίον των εχθρών του Θεού.»2

    Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ γράφει γι αυτό το νέο κράτος: «Η ελληνικότητα σα μάθημα μεγαλοσύνης μαζί με τη Ρώμη θα ξαναβρεί προοδευτικά τίτλους ευγένειας στο ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος του Βυζαντίου. Ανανεωμένη από τα διδάγματα της νέας πνευματικής χριστιανικής αρετής, η ελληνική παιδεία και εμπειρία, θα αποτελέσει προοδευτικά το υπόβαθρο για το ξεκίνημα κάθε αναγέννησης, που μετά την πτώση της πόλης θα στηρίξει τον ευρωπαϊκό νεότερο κόσμο. Στη διαχρονικότητα της ιστορίας, το Βυζάντιο, χάρη στον ελληνοπρεπή και χριστιανομαθή ανθρωπισμό του, που θα στεριώσει με τον καιρό, θα γίνει η μεσαιωνική Αυτοκρατορία του ανανεωμένου Ελληνισμού».3

    Ο πληθυσμός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως Ρωμαίο-Ρωμιό, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε σημείο του τότε ελληνικού κόσμου. Ο όρος «Έλληνας» έχει μετατραπεί σε θρησκευτικό όρο και έχει ταυτιστεί με τον «εθνικό», τον «ειδωλολάτρη» από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες εξαιτίας της σύγκρουσης του μονοθεϊστικού χριστιανισμού με τον αρχαιοελληνικό παγανισμό.4

    Η ειρηνική περίοδος διαταράχτηκε από τις επιθέσεις των Περσών που θα αρχίσουν από τα μέσα του 5ου αιώνα για να κορυφωθούν στις αρχές του 7ου. Την περσική επιθετικότητα θα διαδεχθεί ένας νέος παράγοντας: το αραβικό ισλάμ, που με επιδρομές θα προκαλέσει και πάλι αναστάτωση στο χώρο της Μικράς Ασίας.

    1 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα, εκδ. Ψυχογιός, 1988, σελ. 14.

    2 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, ό.π., σελ. 40.

    3 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Μοντερνισμός και Βυζάντιο, Αθήνα, εκδ. Ίδρμα Γουλανδρή Χορν, 1992, σελ. 30-31.

    4 Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας», β’ έκδ., Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1985, σελ. 150.

    Η εξουδετέρωση της περσικής απειλής από τον Ηράκλειο (610-640) συνέπεσε με την ομαλή μετάβαση της εξουσίας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τους Λατίνους στους Έλληνες. Η ελληνική γλώσσα είχε παραμερίσει τη λατινική ακόμα και από την εποχή του Ιουστινιανού. O Arnold Toynbee αναφέρεται σε «βυζαντινούς Έλληνες» και σε «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό». Συμπεραίνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική». Ο Νίκος Σβορώνος θεωρεί ότι «…το Βυζάντιο είναι στην ουσία περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών κρατών της Ανατολής, παρά της Ρώμης» και διατυπώνει ευθαρσώς την άποψη ότι από την εποχή των Μακεδόνων αυτοκρατόρων το Βυζάντιο εξελίσσεται σε «ελληνικό εθνικό κράτος».5

    Ενδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα των Βυζαντινών είναι τα στερεότυπα που είχαν διαμορφώσει για τους άλλους λαούς, τους «ξένους», τα οποία κατά κανόνα ήταν αρνητικά και βασιζόταν στην αίσθηση της υπεροχής της ελληνικής τους παιδείας. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους λαούς αυτούς -Βουλγάρους, Ρώσους και Φράγκους- με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όπως: «γένος άνευ τιμής και αξιοπρεπείας», «γένος διεφθαρμένον», «λαός μηδαμινός και αιμοχαρής». Περιφρόνηση έδειχναν και προς μη ελληνικούς λαούς που κατείχαν σημαντική θέση στην Αυτοκρατορία, όπως οι Αρμένιοι. Για τους Βυζαντινούς, η συμπεριφορά των Αρμενίων ήταν αμφίβολη και θεωρούνταν ως «ασταθείς και άπιστοι».6 Αρνητικά ήταν τα στερεότυπα για τους Ιταλούς, Πέρσες κ.ά. Φυσικά, βαρύτεροι ήταν οι χαρακτηρισμοί για τα μουσουλμανικά έθνη των Αράβων και των Τούρκων.

    Παράλληλα βλέπουμε ότι ο όρος «Έλλην» σε διανοούμενους του βυζαντινού κόσμου αρχίζει βαθμιαία να σημασιοδοτείται εθνικά, και να απαλλάσεται από το παλιότερο θρησκευτικό περιεχόμενο. Εντοπίζεται από εκείνη την εποχή η ύπαρξη μιας πρώιμης συνείδησης ελληνικότητας σε μορφωμένους βυζαντινούς κύκλους. Για παράδειγμα, ο Κωσταντίνος Πορφυρογέννητος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου κατά το πρώτο μισό του 10ου αι. μ.Χ. γράφει για τις ποντιακές πόλεις Σινώπη, Αμάσεια, Αμισό «Ελληνίδες εισίν πόλεις», ενώ για το Θέμα Χαλδείας και την Τραπεζούντα «Ελλήνων εισίν αποικίαι».7 Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται και στους όρους που χρησιμοποιεί η Άννα Κομνηνή (1083-1146) στο έργο της.8

    Φαίνεται ότι από τους ύστερους, κυρίως, βυζαντινούς αιώνες και εντεύθεν οι βυζαντινοί διανοούμενοι εμφορούνταν από ελληνική εθνική συνείδηση.

    5 Νίκος Γ. Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2004, σελ. 33-35.

    6 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , ό.π., σελ. 60-61, 133.

    7 Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα», ό,π., σελ. 153.

    8 A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, 1992, σ. 187 Για την κατανόηση εκείνης της εποχής και τις ιδεολογικές προσλήψεις των μεσαιωνικών Ελλήνων σημαντικό είναι το έργο Γιώργος Καραμπελιάς, «1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού», Αθήνα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2006.

    Η περίοδος όμως, όπου η νέα αυτή εθνική ταυτότητα θα πάρει μεγάλες διαστάσεις, θα ταυτιστεί με τη χρονική στιγμή πριν την Άλωση, όταν η Κωσταντινούπολη είχε μετατραπεί σε πόλη- κράτος κατά το παράδειγμα των ιταλικών εμπορικών πόλεων.

    Ο νέος ελληνισμός

    Η ιστορική πορεία του πληθυσμού και οι μεταβολές στην ταυτότητα και την αυτοαντίληψή του, εντάσσονται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της πορείας του συνολικού νέου ελληνισμού. Ο όρος «νέος ελληνισμός» χρησιμοποιείται από το συγγραφέα όχι σα μια στατική ιστορική μορφή, αλλά μ’ όλες τις πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του όπως τις περιγράφει ο Κ. Δημαράς. Ως «νέος ελληνισμός» περιγράφεται η μορφή εκείνη που διαμορφώνεται από τον 13ο αιώνα, όταν ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ονόμαζε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας «Ελλάδα» και θεωρούσε ότι οι ανατολικοί Ρωμαίοι ήταν εθνικά Έλληνες γράφοντας χαρακτηριστικά «Ελλήνων χριστωνυμούμενον κλέος ου σβέννυται».9

    Για το θέμα αυτό ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναφέρει: «Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την ιστορία του νέου ελληνισμού δεν την γνωρίζουμε ακόμη καλά, ιδίως τις αρχές της και την περίοδο της τουρκοκρατίας, μολονότι οι ερευνητές πληθύνονται τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι συστηματικές εργασίες. Κι αυτό γιατί το υλικό είναι τεράστιο και ποικίλο. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, κόπος και χρόνος πολύς, για να μελετηθούν οι δημοσιευμένες ως τώρα ελληνικής πηγές, βυζαντινές ή μεταβυζαντινές, καθώς και οι πλούσιες ξενόγλωσσες, και ν’ αξιοποιηθούν οι ειδήσεις που εξακολουθούν ακόμη να λανθάνουν μέσα τους. Ακόμη είναι ανάγκη να περισυλλεγή και να γίνη γνωστό το άφθονο ανέκδοτο ιστορικό υλικό και να δημοσιευθή το πιο σημαντικό απ’ αυτό, ώστε να γραφούν ειδικές μελέτες και μονογραφίες για διάφορα ζητήματα ή για ορισμένες χρονικές περιόδους και έτσι να γίνη η ιστορική σύνθεση όσο το δυνατόν πιο ακριβής και πλήρης.»10

    Σημείο τομής στην πολιτική ιστορία της περιοχής είναι η δημιουργία ενός μεσαιωνικού κράτους της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ως απόρροια της κατάληψης της Κωσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους την άνοιξη του 1204. Οι σταυροφόροι διέλυσαν τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό. H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων.

    9 Κ. Μ. Πλακογιαννάκη, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, εκδ. Κυρομάνος, χ.χ., σελ. 157

    10 Κ. Μ. Πλακογιάνης, ό.π. Χρήσιμο έργο για να κατανοηθεί ο νέος ελληνισμός είναι το βιβλίο Απόστολος Βακαλόπουλος, «Νέος ελληνισμός: Οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του έθνους 1204 – μέσα του 15ου αι»., Αθήνα, εκδ. Σταμούλη, 2008.

    Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Hπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. 11

    Σημαντικοί διανοούμενοι θα διαμορφωθούν την εποχή που θα ακολουθήσει. Η ταυτότητα των κατοίκων της Αυτοκρατορίας μπορεί να κατανοηθεί με τον τρόπο που απευθύνονται σ’ αυτόν οι ηγέτες του και οι διανοούμενοί του. Υπάρχει πλέον συνείδηση της εθνικής σημασίας που έχει ο όρος «Έλλην». Σε κείμενα του 15ου αι. εμφανίζονται ως «Έλληνες» και ως «Γραικοί». Ένας σύγχρονος συγγραφέας του Γεωργίου Τραπεζούντιου, που ζούσε στη Φλωρεντία, γράφει για τις αντιδράσεις τους με το άκουσμα της πτώσης της Τραπεζούντας στους Οθωμανούς: «Τις ου θρηνήσει τας ημετέρας συμφοράς; Οίχεται τα της βασιλείας Γραικών…».12 Το εντυπωσιακό με τον Γεώργιο Τραπεζούντιο είναι ότι γνωρίζοντας από κοντά τους Λατίνους τους απέρριψε πλήρως και έφτασε να θεωρεί ότι οι Έλληνες βρίσκονταν κοντύτερα στους Οθωμανούς.

    Ήταν βέβαια η εποχή όπου μεγάλο μέρος της ιθύνουσας τάξης των Οθωμανών, αλλά και του λαού, προερχόταν από εξισλαμισμένους βυζαντινούς. Ο Τραπεζούντιος ανέπτυξε μια συγκριτική θεώρηση του χριστιανισμού με το ισλάμ και στο κείμενό του «Παντοδαπή Δόξα» προέτρεπε τον Μωάμεθ να καταλάβει την Ευρώπη με αποτέλεσμα να φυλακιστεί (Οκτώβριος 1466-Φεβρουάριος 1467)13

    Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αναφέρεται ο Βησσαρίωνας στο Εγκώμιον εις Τραπεζούντα, που γράφτηκε το 1436-37 και βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.14 Στο κείμενο αυτό, ο Βησσαρίωνας έχει μια άριστη εποπτεία των ιστορικών γεγονότων και φαίνεται να κατέχει τη μέχρι τότε γραμματεία. Αναφέρεται στην ιστορία των Ελλήνων από την αρχαιότητα και στόχο έχει να εμφυσήσει την πίστη στους σύγχρονούς του Τραπεζούντιους ότι μπορούν να αμυνθούν κατά των Τούρκων, κατά το πρότυπο των αρχαίων Αθηναίων (ως Ιώνων) προγόνων τους. Η συνέχεια των Ελλήνων θεωρείται δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Ο Βησσαρίων θεωρεί ότι ευθεία γραμμή χωρίς αλλαγές και ασυνέχειες συνδέει την Αθήνα, τη Μίλητο, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα. Οι όροι που χρησιμοποιεί είναι “Ελληνες” και “Ρωμαίοι”. Ενώ ο όρος “Έλληνες” χρησιμοποιείται με ίδια σημασία από την αρχή έως το τέλος του κειμένου, ο όρος Ρωμαίοι” διαφοροποιείται στη συνέχεια. Ενώ στην αρχή, κατά την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης του ελληνικού κόσμου, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους Έλληνες, στη συνέχεια και στην εποχή του Βυζαντίου παρουσιάζεται η “των Ρωμαίων αρχή” ως δική μας.

    11 Για τη μεσαιωνική Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας βλ. Jac. Ph. Fallmerayer, Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt, (Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας), 1827 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε απ΄ τις εκδ. Κυριακίδη), Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης, Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας και του Πόντου, παράρτημα 25 Αρχείον Πόντου, Αθήνα, 2005.

    12 Αχιλλέας Ανθεμίδης, «Η συμβολή του μεγάλου Βησσαρίωνα στη μετάδοση των κλασικών γραμμάτων στη Δύση», β’ έκδ., Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 13.

    13 Κωνσταντῖνος Ν. Σάθας, Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς Γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων, Αθήνα, 1868, σ. 44-45.

    14 Δημοσιεύτηκε το 1984 από τον Οδυσσέα Λαμψίδη στο “Αρχείον Πόντου”, τόμ. 39, σελ. 3-72. (John Monfasani, Byzantine Scholars in Renaissance Italy: Cardinal Bessarion and other Émigrés, UK, εκδ. Aldershot, 1995.) Η επιρροή της Δύσης από τους Βυζαντινούς διανοούμενους παρουσιάζεται στο: Gouguenheim, Sylvain, Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ. Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης, Αθήνα, εκδ. Ολκός, 2009.

    Η μόνη διαφορά της αφήγησης του Βησσαρίωνα στο «Εγκώμιον….» (1436-37) από τη αφήγηση του κατά 5 αιώνες μεταγενέστερου Παπαρηγόπουλου, είναι ότι τον όρο “έθνος” τον χρησιμοποιεί με διαφορετική σημασία. Κάτι ως φύλα ή πληθυσμιακές ομάδες. Δηλαδή οι Έλληνες κατά τον Βησσαρίωνα διακρίνονταν σε πολλά “έθνη”… Ο Βησσαρίωνας θεωρείται από τους Δυτικούς ως ένας από τους διανοούμενους που ετοίμασαν τη Δύση για να περάσει στην Αναγέννηση. Με την προσέγγιση αυτή του Βησσαρίωνα, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που εξελίσσεται τον 15ο αιώνα, όπου ισχύουν αυτούσιες οι σύγχρονες θεωρίες για την δημιουργία ταυτότητας και συνείδησης. Η άποψη του Eric Hobsbawm για διαδικασίες που εμφανίζονται στην ανθρώπινη ιστορία την εποχή της νεωτερικότητας, όπου υπάρχει μια «ανασκοπική μυθολογία» που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη, απλώς εμπειρικά αντιληπτή κοινότητα και την μετατρέπει σε μια φαντασιακή κοινότητα -που αναπαράγεται ως παρελθόν στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων και θεμελιώνει μια εθνική ή εθνοτική ταυτότητα- θα μπορούσε να αναφέρεται πλήρως στο κείμενο αυτό του Βησσαρίωνα. Μόνο που αυτό είναι αδύνατον, γιατί σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, οι συγκεκριμένες διαδικασίες του 15ου αιώνα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.15

    Ενδιαφέρον έχει ότι ο Φαλμεράιερ, που έγραψε μια έγκυρη ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, έχει μια αντίληψη αντίστοιχη με αυτή του Βησσαρίωνα. Αποδέχεται τη συνέχεια των Ελλήνων και θεωρεί ότι το ελληνικό έθνος υπήρχε διαρκώς και συνεχώς από τους ομηρικούς χρόνους, ως διακριτή οντότητα, χωρίς ιδιαίτερες “μεταμορφώσεις”. Ο Φαλμεράιερ θεωρεί Έλληνες -με τη σημασία που δίνουν οι δυτικοί του 19ου αιώνα- τους μεσαιωνικούς Ρωμιούς. Γράφει στον Πρόλογο του Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt (Μόναχο, 1827): «Η ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας… οδηγεί τον αναγνώστη στο χρόνο, μέχρι το παρηκμασμένο ανάκτορο του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου… Ο χαρακτήρας τους είναι τραγικός, όπως και η όλη ιστορία της ελληνικής φυλής…».

    Θα πρέπει να οριστεί τι ήταν εκείνη η «ελληνικότητα» που αναδύθηκε πολιτικά – και όχι μόνο σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων- πριν την Άλωση. Την ιστορική εκείνη στιγμή, η Κωνσταντινούπολη είχε απωλέσει πλέον το σύνολο σχεδόν των εδαφών του Βυζαντίου και είχε μετατραπεί σε πόλη-κράτος εμπόρων. Διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη πολιτική διαρχία και εμφανίστηκαν νέες αντιθέσεις. Η αδιαμφισβήτητη έως τότε εξουσία της Εκκλησίας, που υπήρξε για αιώνες ο βασικός θεσμός της Αυτοκρατορίας, αμφισβητήθηκε από την πολιτική εξουσία. Έτσι, κατά την Κιουσοπούλου, προήλθε η σύγκρουση ενωτικών-ανθενωτικών. Οι ενωτικοί εξέφραζαν την τάση των εθνικά Ελλήνων, ενώ οι ανθενωτικοί την παλιά θρησκευτική και οικουμενική ρωμιοσύνη. Φαίνεται ότι εκείνη την πολύ πρώιμη εποχή διαμορφώθηκε μια εθνική ταυτότητα που βασιζόταν στην ελληνικότητα και επεδίωκε την διαμόρφωση της συγκρότησης μιας ξεχωριστής κοινότητας που είχε και εδαφικό προσδιορισμό.

    15 βλ. E. J. Hobsbawm, “ Ethnicity and nationalism in Europe today”, περ. Anthropology today, vol. 8 , no. 1. 1992, σελ. 3

    Η Τόνια Κιουσοπούλου στο εξαιρετικό έργο της με τίτλο «Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση» μεταξύ άλλων γράφει: “…Η ανάλυση των σωζόμενων κειμένων επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζουμε, ότι, δηλαδή, λόγω της ελληνοφωνίας του, κανένας λόγιος του 15ου αιώνα δεν αρνιόταν ότι ήταν Έλληνας. Η διαφορά όμως στον τρόπο με τον οποίο οι λόγιοι προσέγγιζαν την ελληνικότητά τους πήγαζε από το γεγονός ότι για τους Παλαιολόγους και τους οπαδούς τους η ελληνικότητα συνιστούσε στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας ή αντίστροφα, ότι η ελληνικότητα προβαλλόταν ως το απαραίτητο στοιχείο για να συγκροτηθεί μία ξεχωριστή κοινότητα που είχε και εδαφικό προσδιορισμό….”16

    Το συναίσθημα αυτό, που κορυφώθηκε την περίοδο αυτή, θα υπάρξει στη συνέχεια στους κόλπους των Ελλήνων φυγάδων της διασποράς και θα καταγραφεί ως συνεχής παρουσία μιας ομάδας εμφορούμενης από εθνική συνείδηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Άννας Νοταρά, που μετά την Άλωση κατέφυγε στη Βενετία. Η Άννα ήταν κόρη του Mεγάλου δούκα Λουκά Nοταρά, πρωθυπουργού του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου και το μόνο μέλος της οικογένειας που σώθηκε. Το 1499 ίδρυσε στην Βενετία μαζί με δύο άλλους τον Νικόλαο Βλαστό και τον Ζαχαρία Καλλιέργη έναν από τους πρώτους εκδοτικούς οίκους ελληνικών βιβλίων.17 Και αυτό δεν υπήρχε μόνο στους φυγάδες Έλληνες στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Ρωσίας αλλά και στη θρησκευτική ελληνόφωνη ηγεσία. Η παρακάτω περιγραφή σε συνοδικό κείμενο ορθόδοξων πατριαρχών το 1716 είναι αποκαλυπτική της αυτοαντίληψης που έχει η ελίτ των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ταυτότητά: ««Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων»18.

    Η ύπαρξη αυτού του διακριτού ιδεολογικού ρεύματος θα λειτουργήσει ως καταλύτης και θα ευνοήσει την μετάβαση από την εθνότητα στο έθνος. Οι Έλληνες περιγράφονται ως «Γραικοί» από πλήθος περιηγητών των σκοτεινών χρόνων της ισλαμικής κυριαρχίας.19 Θα υπάρξει έτσι μια πρώιμη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής κοινότητας , που θα διεκδικήσει πλέον την καταστροφή της απολυταρχικής οθωμανικής εξουσίας. Η νεωτερικότητα θα εισβάλει στο χώρο της καθ’ ημάς μουσουλμανικής Ανατολής μεταξύ άλλων και μέσα από τα κινήματα των απόκληρων χριστιανών.

    16 Το ζήτημα της ελληνικότητας και της συνείδησης λίγο πριν την Άλωση της Πόλης το αναπτύσσει υποδειγματικά η Τόνια Κιουσοπούλου στο βιβλίο της «Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση“, εκδ. Πόλις, 2008.

    17 Κωσταντίνος Σάθας, «H πρώτη εκ Bενετίας Eλληνική Tυπογραφία», περ. Mελέτη 1905.

    18 Ιωάννης Ν. Καρμίρης, Τα δογματικά και τα συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Β’ Αθήνα 1953, σ. 789

    19 Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα ενός περιηγητή του 1632 στην Ανατολή, που μας παραθέτει η Μαρία Τοντόροβα. Στο “Ταξίδι στο Λεβάντε”, ο Henry Blout λάτρης των Οθωμανών (που τους αποκαλεί Τούρκους, εννοώντας όμως τους οθωμανούς μουσουλμάνους) περιγράφει με την εθνική τους ονομασία τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που συνάντησε: «τους Γραικούς, τους Αρμένιους, τους Φράγκους, τους Αθίγγανους, τους Ιουδαίους…» (A voyage into the Levant. Α Breife relation of a Journey,lately performed by Master H.B.Gentleman, Λονδίνο, Andrew Crooke, 1636)

    Σημαντικό στοιχείο για την κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν η ταξική τους τοποθέτηση, εφόσον ήταν οι καταπιεσμένοι και περιφρονημένοι κοινωνικά πληθυσμοί.

    Η πιθανότητα ύπαρξης ενός προ-έθνους εκείνη την εποχή δεν συνάγεται μόνο από τα κείμενα της διανοούμενης ελίτ. Υλικό όπου διακρίνεται το λαϊκό συναίσθημα υπάρχει και βρίσκεται στη λαογραφία. Τέτοιο υλικό συνιστούν εκφράσεις που βρίσκονται σε ακριτικά ποντιακά τραγούδια όπως: ” Καλώς, καλώς το παληκάρ’ / τον Έλλενον τον νέον”, ή “Έπαρ’ υι’ε μ’ την σπάθην σου / τ’ ελλενικόν κοντάριν’, ή “Πείτε το τ’ αδέλφια μ’ ‘ τους Έλλενους” ή “Δρακέλλενας, τραντέλλενας / ρωμαίικον παληκάρι” ή «Την Πόλιν όντας όριζεν ο Έλλεν Κωσταντίνον». Στο χώρο του Πόντου ο όρος αυτός παρέμεινε εν χρήσει στο λαϊκό λόγο, κυρίως σε θέση επιθέτου που σήμαινε ο «ήρωας», ο «πολύ γενναίος άνδρας».20Λαογράφοι όπως η Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος υποστηρίζει ότι “Σ’ όλον τον ελληνικό χώρο κανείς άλλος δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα”. Νομίζω όμως ότι τη συγκεκριμένη εποχή ο όρος “Έλλην-Έλλεν” για το λαό έχει μετατραπεί επίσης σε επίθετο και σήμαινε ο “ήρωας” ή ο “πάρα πολύ γενναίος”.»21

    Πάντως και να διατηρήθηκε ως εθνωνύμιο μέχρι το Μεσαίωνα -πράγμα συμβατό με το συνολικό ρεύμα της εποχής πριν την Άλωση- στη συνέχεια, όσον αφορά τη λαϊκή του χρήση, εξαφανίστηκε. Πιθανόν να αναπαραγόταν εφεξής μέσω της παιδείας, δεδομένου ότι από τα μέσα του 17ου έχουμε τη δημιουργία σχολείων σε πολλά μέρη του τότε ελληνικού κόσμου. Όμως δε φαίνεται να διατηρήθηκε ως εθνοτικός προσδιορισμός στο λαό, στον οποίο είχε επικρατήσει η ονομασία «Ρωμαίος-Ρωμιός».

    Στις αρχές του 14ου αιώνα, μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της δυτικής Μικράς Ασίας από τους Τουρκομάνους εισβολείς φαίνεται ότι υπήρχαν ακόμα πολλοί Έλληνες. Το εθνωνύμιο «Ελληνας» ως «Γιουνάν» φαίνεται ότι υπάρχει σε χρήση και στους μουσουλμάνους διανοούμενους παράλληλα με το «Ρωμαίος-Ρουμ». Ο Άραβας περιηγητής Ιμπν Μπατούτα γράφει για την περιοχή: «Ονομάζεται Ρουμ γιατί ήταν δική τους χώρα στο παρελθόν, και από κει προέρχεται το αρχαίο Ρουμ και οι Γιουνάνις (δηλ. οι Έλληνες). Αργότερα κατακτήθηκε από τους μουσουλμάνους, αλλά πάρα πολλοί χριστιανοί εξακολουθούν να ζουν υπό την προστασία των Τουρκομάνων μωαμεθανών».22

    Ενδιαφέρον έχει ότι οι Σελτζούκοι ποτέ δεν ονόμασαν το κράτος «Τουρκία» αλλά, αντιθέτως, Diyar-I Rum, δηλαδή «Τόπο των Ρωμιών», ενώ τη μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια του κράτους τους που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο, ανατολικά έφτανε μέχρι την Άγκυρα και τη Καισάρεια και δυτικά ως το Δορύλαιο, vilayet-I Yunani, δηλαδή «Ελλάδα».23

    20 Α. Κυριακίδου-Νέστορος, «Ρωμιοί, Έλληνες και Φιλέλληνες», Λαογραφικά Μελετήματα, τόμ. Ι, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1989, σελ. 224.

    21 Γιώργος Βελούδης, O J. P. Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, εκδ. Μνήμων, Αθήνα, 1982, σελ. 19.

    22 Σπύρος Βρυώνης, ό.π., σελ. 542.

    23 Νεοκλής Σαρρής, ό.π., σελ. 47.

    Σήμερα, η έννοια του Ρωμιού για τους περισσότερους μελετητές είναι συνώνυμη της λέξης ‘Έλληνας Όπως γράφει η Μαρία Τοντόροβα «Για τους οθωμανούς κυρίαρχους, η περιοχή ήταν ‘Ρουμ-ελί’ –η Ρωμυλία- που κατά λέξη σημαίνει ‘η χώρα των Ρωμαίων’, δηλαδή των Ελλήνων». Βέβαια ο όρος «Έλληνας» έχει κι αυτός τις δικές του περιπέτειες με τη διαφορετική σύλληψη από διαφορετικές ομάδες του ελληνικού ή ρωμαίικου ή γραικικού πληθυσμού. Ο Γεώργιος Φατζέας στο έργο του «Γραμματική Γεωγραφία» (Βενετία, 1720) χρησιμοποιεί ως συνώνυμα τους όρους «Ρωμαίοι», «Γραικοί» και «Έλληνες».

    Η ταύτιση αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα σε πληθυσμούς, όπως οι σοβιετικοί Πόντιοι και Μαριουπολίτες, που δεν έχουν υποστεί την επιβολή των νέων σημασιών, είτε μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, είτε μέσα από ιδεολογικές παρεμβάσεις απόρροια της εποχής του έθνους-κράτους.24

    Συζητώντας για το έθνος

    Με αφορμή την εμφάνιση ενός ελληνικού πρωτο-έθνους εντός του ρωμαίικου ορθόδοξου γένους, κατά την περίοδο πριν την Άλωση, βρισκόμαστε σε ένα δημιουργικό διάλογο με τις νέες θεωρητικές αντιλήψεις περί του σύγχρονου έθνους και του χρονικού σημείου εμφάνισής του στο ιστορικό προσκήνιο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω μ’ αφορμή τη διατύπωση ενός θεωρητικού μοντέλου από τον Eric Hobsbawm. Για τη διαδικασία μετάβασης από την εθνότητα στο έθνος και τον τρόπο ανασυγκρότησης του εθνοτικού ιστορικού υλικού, χρήσιμες είναι οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά καιρούς στο πλαίσιο της συζήτησης για το αν το έθνος προηγείται του εθνικισμού ή το αντίθετο.

    Σχετικές είναι και οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι το έθνος, στη νεωτερική εκδοχή της εννοίας του, αποτελεί μεν συνέχεια των παραδοσιακών προνεωτερικών εθνικών ομάδων, επιδέχεται όμως και έναν μετασχηματισμό, που οφείλεται και στις απαιτήσεις της νεότερης βιομηχανικής κοινωνίας και στην απομάκρυνση από την παλαιά, θρησκευτικού τύπου, μορφή συνείδησης. Το έθνος, αποτελεί μια νέα κοινότητα σεσχέση με την παραδοσιακή κοινότητα.25 Πάντως στην ελληνική περίπτωση υπάρχει μια ιδιομορφία.

    24 Αναφορά της Μαρία Τοντόροβα, «Τα Βαλκάνια: από την ανακάλυψή τους στην ‘κατασκευή’ τους», στο Εθνικό Κίνημα στα Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1996, σελ. 77.

    25 Νίκος Δεμερτζής, «Πότε δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος», εφημ Το Βήμα, 6-2-2005, Πέτρος Θεοδωρίδης, Μεταμορφώσεις της ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Αντιγόνη, 2004, Διονύσιος Α.Ζακυθηνός, «Μεταβυζαντινή και Νεωτέρα Ελληνική Ιστοριογραφία», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1974. Ν. Βλάχος, «Ο Θεσσαλός λόγιος Δημήτριος Αλεξανδρίδης (Τυρναβίτης) εκδότης του ‘Ελληνικού Τηλεγράφου’ (1812-1836)», Αθήνα, 1976.

    Υπάρχουν ουσιαστικές αποκλίσεις στο ελληνικό παράδειγμα από το μοντέλο που εισηγείται η γραμμική-κατασκευαστική αντίληψη ότι η ιδεολογία του εθνικισμού οδηγεί στη διαμόρφωση έθνους που βασίζεται σ’ ένα επινοημένο σύνολο ιδεολογικών κανόνων και ιστορικών αναπαραστάσεων, όπου το φαντασιακό στοιχείο μετατρέπει το «άδειο» κύριο σημαίνον σε πραγματική ουσία. Με βάση αυτή την αντίληψη δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχει η αντίληψη περί συνέχεια των Ελλήνων τον 16ο αιώνα, όταν ο Ιέραξ στο «Χρονικόν περί την των Τούρκων βασιλείας» παραλληλίζει τους υπερασπιστές της Κωσταντινούπολης με τους 300 του Λεωνίδα.

    Δεν μπορεί επίσης να εξηγηθεί το πώς είναι δυνατόν πολλές δεκαετίες πριν τη συγκρότηση εθνικού κράτους και την εμφάνιση του Παπαρηγόπουλου να έχει γραφεί η ιστορία του ελληνικού έθνους, όπως στο έργο του Δημητρίου Αλεξανδρίδη «Ελληνικός Καθρέπτης» (Βενετία, 1806) να αναφέρεται σε έναν ενιαίο πληθυσμό από τα προομηρικά χρόνια ως τον 15ο αιώνα. Ο ίδιος συγγράφεας προσθέτει το 1807 σε μια μετάφραση μιας «Ιστορίας της Ελλάδος» κι ένα τρίτο τόμο με την ιστορία της Ρωμανίας, δηλαδή του Βυζαντίου.

    Φαίνεται ότι υπάρχει εθνική συνείδηση συγκροτημένη σε συγκεκριμένους κύκλους διανοουμένων πολύ πριν την εμφάνιση της νεωτερικότητας. Η πρώιμη αυτή εθνική συνείδηση διαδίδεται στη συνέχεια και επικρατεί στις ρωμαίικες μάζες όταν οι ιστορικές συνθήκες το επιτρέπουν. Μετά τη δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα, κωδικοποιείται με το παπαρηγοπούλειο σχήμα, το οποίο όμως μ’ έναν παράδοξο τρόπο το βρίσκουμε να πρωτοεκφράζεται 4 αιώνες πριν, από τους βυζαντινούς διανοούμενους του 15ου αιώνα.

    http://exeisminima.gr/blog/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%83/

    ———————–

    Πρακτικά Ημερίδας Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

    http://mikrasiatis.gr/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%83/

    ——————————————-

  8. Συνθέσεις αντί διαχωρισμών

    Τον Απρίλιο του 2007, ο Ζιλμπέρ Νταγκρόν (1932-2015), ένας από τους επιφανέστερους Γάλλους ιστορικούς του Βυζαντίου, απαντά στις ερωτήσεις του Πατρίκ Μπουσερόν, ιστορικού του Μεσαίωνα και, πλέον, καθηγητή στο Collège de France.

    Π. Μπ.: Μας βοηθά το Βυζάντιο να κατανοήσουμε πού βρίσκονται τα όρια της Ευρώπης μας;

    Ζ. Ντ.: Το Βυζάντιο μας καλεί μάλλον να μη χαράξουμε σύνορα μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης. Μεταξύ των βυζαντινολόγων υπήρχε η διαμάχη σχετικά με το αν το Βυζάντιο ήταν ευρωπαϊκό ή όχι. Η διαμάχη αυτή στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, διότι η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε ακριβώς για να εξορκίσει τον διαχωρισμό Ευρώπης και Ασίας.

    Καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας του, το Βυζάντιο όριζε την αυτοκρατορία του μέσω της συνθέσεως ενός δυτικού και ενός ανατολικού τμήματος, ακόμη και στις εποχές που το μέγεθός τους ήταν μικρό. Το πρότυπο που μας προτείνει σήμερα το Βυζάντιο θα έπρεπε να μας παράσχει τη δυνατότητα να αποφύγουμε ορισμένες παγίδες για την Ευρώπη του αύριο, παγίδες που άπτονται των αντιλήψεων περί Ανατολής.

    Η Ανατολή δεν είναι γεωγραφική έννοια, αλλά ιδεολογική. Για έναν Ευρωπαίο Ανατολικός είναι πάντοτε ο άλλος: για έναν Πολωνό είναι ο Ρώσος, για έναν Κροάτη ο Σέρβος… Η Ανατολή…. είναι το λίκνο των θρησκειών, μια κατεύθυνση, οτιδήποτε άλλο εκτός από σύνορο.

    Εάν δεν το κατανοήσουμε, διατρέχουμε τον κίνδυνο να περιορίσουμε την Ευρώπη σε μια Δύση δίχως βάθος, χωρίς πραγματική Ιστορία, χωρίς βαθιές ρίζες. Το Βυζάντιο μας προτείνει έναν άλλο τρόπο για να είμαστε Ευρωπαίοι, μια άλλη πολιτική νομιμοποίηση, μια διαφορετική οικονομική οργάνωση, έναν άλλο τρόπο για να αντιληφθούμε τις σχέσεις μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Το τελευταίο αυτό στοιχείο φαίνεται να έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία.

    Οι χριστιανοί δεν αντιμετώπισαν ιδιαίτερες δυσκολίες για να εφαρμόσουν την προτροπή του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ», διότι ο χριστιανισμός γεννήθηκε σε μια αυτοκρατορία που είχε ήδη συγκροτηθεί και απλώς μεταβλήθηκε με τη θρησκευτική ενοποίηση. Το τυχαίο αυτό ιστορικό γεγονός, πιστεύω ότι κατέστησε ευχερέστερη την εφαρμογή μιας ηθικής αρχής μεγάλης χρησιμότητας, η οποία ήταν δυσκολότερο να γίνει αντιληπτή σε άλλους πολιτισμούς.

    Το ουσιαστικό πρόβλημα, όμως, εξακολουθεί να υφίσταται. Στη Δύση, η ύπαρξη πλειόνων πολιτικών εξουσιών έναντι της πνευματικής εξουσίας της Ρώμης κατέληξε αρκετά εύκολα σε μια εκ των πραγμάτων ισορροπία. Ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν διαφορετικός στη χριστιανική Ανατολή, όπου εξακολούθησε να υφίσταται μια αυτοκρατορία καταρχήν ενιαία κι ένας αυτοκράτορας οιονεί ιερέας που έλκει τη νομιμοποίησή του από τον Θεό. Αρχαϊσμός; Κατά πάσα πιθανότητα ναι, πλην όμως περίπτωση ενδιαφέρουσα που καταδεικνύει μια δυσχέρεια πάντα επίκαιρη: τη θρησκευτική ιερότητα που χαρακτηρίζει κάθε εξουσία, αυτήν την περίφημη «πολιτική θεολογία» την οποία τόσο δυσκολεύονται να αποκρύψουν οι αντιλήψεις μας περί κοσμικότητας.

    από
    Petros Papakalos

  9. ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΠΕΡΣΑΙ στίχοι: 239 -240

    Άτοσσα … κεῖνα δ᾽ ἐκμαθεῖν θέλω,
    ὦ φίλοι, ποῦ τὰς Ἀθήνας φασὶν ἱδρῦσθαι χθονός;
    Χορός τῆλε πρὸς δυσμαῖς ἄνακτος Ἡλίου φθινασμάτων.
    Ατ. ἀλλὰ μὴν ἵμειρ᾽ ἐμὸς παῖς τήνδε θηρᾶσαι πόλιν;
    Χο. πᾶσα γὰρ γένοιτ᾽ ἂν Ἑλλὰς βασιλέως ὑπήκοος.
    Ατ. ὧδέ τις πάρεστιν αὐτοῖς ἀνδροπλήθεια στρατοῦ;
    Χο. _ καὶ στρατὸς τοιοῦτος _, ἔρξας πολλὰ δὴ Μήδους κακά.
    Ατ. καὶ τί πρὸς τούτοισιν ἄλλο; πλοῦτος ἐξαρκὴς δόμοις;
    Χο. ἀργύρου πηγή τις αὐτοῖς ἐστι, θησαυρὸς χθονός.
    Ατ. πότερα γὰρ τοξουλκὸς αἰχμὴ διὰ χεροῖν αὐτοῖς πρέπει;
    Χο. οὐδαμῶς· ἔγχη σταδαῖα καὶ φεράσπιδες σαγαί.
    Ατ. τίς δὲ ποιμάνωρ ἔπεστι κἀπιδεσπόζει στρατῷ;
    Χο. οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι.
    Ατ. πῶς ἂν οὖν μένοιεν ἄνδρας πολεμίους ἐπήλυδας;
    Χο. ὥστε Δαρείου πολύν τε καὶ καλὸν φθεῖραι στρατόν.
    Ατ. δεινά τοι λέγεις κιόντων τοῖς τεκοῦσι φροντίσαι.
    ………………………..

    Ατ. … θέλω να μάθω σε ποιο τόπο τάχα

    της γης λένε πως βρίσκεται η Αθήνα…

    Χο. Μακριά στη Δύση, εκεί που γέρνει ο ήλιος.

    Ατ. Και τόσο επόθησε την πόλη ετούτη ο γιος μου;

    Χο. Γιατί έτσι θα εξουσίαζε την Ελλάδα.

    Ατ. Στράτευμα πλήθος έχουνε κι εκείνοι;

    Χο. Τέτοιο, που σώριασε πολλά δεινά στους Μήδους.

    Ατ. Και τι άλλο; Βιος στα σπίτια τους περίσσιο;

    Χο. Στη γη μια φλέβα ασήμι ο θησαυρός τους.

    Ατ. Πώς πολεμούν; Βαστώντας τόξα;

    Χο. Όχι, μ’ ασπίδες και κοντάρια αρματωμένοι.

    Ατ. Ποιος ο αρχηγός που διαφεντεύει τον στρατό τους;

    Χο. Δεν είναι δούλοι μήδε υπήκοοι σε κανέναν.

    Ατ. Και στους εχθρούς τους πώς θ’ αντισταθούνε;

    Χο. Όπως το άξιο του Δαρείου χάλασαν πλήθος.

    Ατ. Πικρά όσα λες για τους γονιούς αυτών που φύγαν.

    http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/maxes/Salamina.htm

  10. Alexandra Deligiorgi

    Καθώς έβλεπα, απόψε, στις ειδήσεις να γιορτάζουν στην Κωνσταντινούπολη την άλωσή της το 1453, φαντάστηκα τον Πλήθωνα να πηγαίνει, το 1438, στη Φερράρα και μετά στην Φλωρεντία για να συμμετάσχει στη Σύνοδο για την ένωση των Εκκλησιών.
    Το ταξίδι του Πλήθωνα από τον Μιστρά στην Ιταλία θεωρήθηκε ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επεισόδια της ζωής του, αλλά και της αναγέννησης της πλατωνικής φιλοσοφίας στη Δύση ( βλ.Β.Ν.Τατάκη, Η Βυζαντινή φιλοσοφία, 1977, σ.265) . .
    Από το ίδιο έργο του Β.Τατάκη που πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά, διαβάζουμε: « …Από τον 5ο ως τον 15ο αιώνα,κανένας λαός δεν επιφορτίστηκε ιστορική αποστολή υψηλότερη από τον λαό της Κωνσταντινούπολης.» Και εννοεί βέβαια τον πολιτισμό .
    Και από το βιβλίο του Πώλ Λεμέρλ, « Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός. Σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ώς τον 10οαι.» εκδ. ΜΙΕΤ 1981, σ. 279 διαβάζουμε :
    “ To Βυζάντιο δεν γνώρισε τα βαθιά σκοτάδια που κάλυψαν άλλες χώρες.»
    Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω γιατί είναι σχεδόν ακατανόητη η Ιστορία του λεγόμενου «νέου» ελληνισμού, χωρίς την γνώση του Βυζαντίου και της μακραίωνης διαχρονικότητας που οδήγησε σ΄αυτό.

  11. Η ἐν Βασιλείᾳ Σύνοδος ήταν ο προπομπός της εν λόγω Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία ξεκίνησε το 1431 στην ομώνυμη πόλη. Ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιολόγος απέστειλε ως σύνεδρο τον Ηγούμενο της Μονής Αγ. Δημητρίου Ισίδωρο. Ακόμα Ορθόδοξο και μετέπειτα Καρδινάλιο Κιέβου. Ο Ισίδωρος απευθυνόμενος στη Σύνοδο στις 24 Ιουλίου 1434 είπε μεταξύ άλλων τα εξής (το κείμενο διεσώθη από τον Σπυρίδωνα Λάμπρου στα ελληνικά και ο Ισίδωρος ομιλεί εξ ονόματος του Βασιλέα των Ρωμαίων):

    «…καί μηδέν οἴεσθε μικρόν καί ἀδρανές τό Γραικῶν εἶναι γένος.
    ἀυτό μέν γἀρ ἴσως καθ’ ἑαυτό, χρόνους ἤδη συχνούς πολιορκηθέν, ὠλιγώθη τε καί ἐκακώθη, ἀλλ’οὐκ εἰς τέλος ἐξετρίβη. φυλλάτει γάρ ἐκ μέρους αὐτό Κύριος.

    Πελοπόννησος τε γάρ ὅλη τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ὑπείκει καί Λῆμνος καί Ἴμβρος καί περί τήν Κωνσταντίνου τό πλεῖστον τῆς Θράκης μέρος. ἔτι δ’αὖ πλήν τῶν ἀρχών καί τινῶν τῶν ἐν τέλει Κέρκυρα πᾶσα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Ἰθάκη, Λευκάς, Ἤπειρος πᾶσα, Ἰλλυρικόν, Ἀχαΐα, Φωκίς, Βοιωτία, Ἀττική, Ἑλλάς, Μακεδονία, Θρᾴκη.
    Μυσία ἡ ἄνω, Μυσία ἡ κάτω, Εὔβοια, Κυκλάδες νῆσοι, Κρήτη, Ῥόδος, Κύπρος, Χίος, Λέσβος, ταῦτα πάντα Γραικῶν οἴκησις ἔστιν.
    καί πᾶσα δέ ἡ περί τήν Ἀσίαν ἀρχή πάντων βαρβάρων τά πλεῖστα Γραικοῖς ᾤκισται.
    εἰσί δ’αὖ καί Σύρων ἄθροισμα πλεῖστον.
    ἀλλά καί βασιλεῖαι παμπληθεῖς καί κατά γλῶτταν διάφοροι τῇ Γραικῶν ὑπείκουσι ἐκκλησίᾳ…»

    https://ellinikihistoria.com/2019/06/08/πρός-τήν-ἐν-βασιλείᾳ-σύνοδον/

  12. Ἡ ἱστορία τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Filioque

    Οἱ θεολογικές, γλωσσικές καί πολιτικές προϋποθέσεις τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Filioque

    από Φώτης Σχοινάς – 18 Ιουνίου 2019

    Τό Filioque, ὅτι δηλαδή τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, συνιστᾶ αἱρετική ἀπόκλιση τῆς Δύσεως καί ὄχι ζήτημα θεολογούμενον, ὅπως ὑποστηρίζουν ὁρισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι καί θεολογοῦντες. Λέγεται ὅτι τό πρῶτον ἐμφανίσθηκε σέ δύο συνόδους τοῦ Τολέδου τό 547 καί τό 589[1]. Οἱ σύνοδοι αὐτές πρόσθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque. Πολλοί δογματολόγοι ἀμφισβητοῦν τό γεγονός αὐτό καί θεωροῦν ὅτι ἐμφανίσθηκε ἀργότερα σέ ἄλλες συνόδους τῆς Δύσεως[2]. Προτοῦ ὅμως προβοῦμε στήν ἱστορική πλευρά τοῦ ζητήματος, θεωροῦμε σκόπιμο νά ἐξετάσουμε ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ τίς θεολογικές, γλωσσικές καί πολιτικές προϋποθέσεις τοῦ Filioque στή Δύση.

    Ὁ πρῶτος Πατέρας τῆς Δύσεως ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει καί διατυπώνει ρητά καί μέ σαφήνεια τό Filioque εἶναι ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος.[3] Ὅμως καί στήν προαγουστίνεια θεολογική παραγωγή τῆς Δύσεως ἀνιχνεύονται ὁρισμένες θεολογικές τάσεις πού ὁδηγοῦν στό Filioque. Ἡ κυριώτερη καί βασικώτερη θεολογική τάση εἶναι ἡ σύγχυση τῆς θεολογίας καί τῆς οἰκονομίας στήν Ἁγία Τριάδα. Συγκεκριμένα οἱ δυτικοί Πατέρες, ἅγιος Ἱλάριος Πουατιέ καί ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, μολονότι ἦσαν ὑπέρμαχοι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας καί τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἀκολουθοῦσαν τήν Τριαδολογία τοῦ Μ. Ἀθανασίου καί τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, κάνουν θεολογία ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἀγία Τριάδα συγχέοντάς την μέ τήν οἰκονομία. Μέ ἄλλα λόγια συγχέουν τίς ἀΐδιες ἐνδοτριαδικές σχέσεις μέ τήν ad extra οἰκονομία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι δέν κάνουν σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στήν ἀΐδια ὑπαρκτική ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (πού γίνεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός) καί στήν ἐν χρόνῳ ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (πού γένεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ).[4] Στό σημεῖο αὐτό κρίνουμε ἀναγκαῖο νά διασαφηνίσουμε ὅτι κατά τήν ὈρθόδοξοΤριαδολογία ἡ προαιώνια ὑπαρκτική ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ἐνῶ ἡ ἔγχρονος πέμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο γίνεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Μόνη θεογόνος πηγή καί ἀρχή στήν Ἁγία Τριάδα εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος προαιωνίως γεννᾶ τόν Υἱό καί ἐκπορεύει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἄλλο πρᾶγμα ἡ προαιώνια ὑπαρκτική πρόοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἀΐδιος ἐκπόρευση τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἰδιότητα μόνου τοῦ Πατρός) καί ἄλλο πρᾶγμα ἡ οἰκονομική ἔγχρονος ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο (ἰδιότητα καί τοῦ Υἱοῦ). Τοῦτο οἱ Δυτικοί Πατέρες δέν τό ἔκαναν σαφῶς καί κατηγορηματικῶς, χωρίς ὅμως καί νά φθάσουν στήν ὑποστήριξη τοῦ Filioque, καί ἔμειναν πιστοί στό Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως καί τήν Καππαδοκική θεολογία. Τοὐναντίον ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος μή μπορώντας νά κατανοήσει τήν Καππαδοκική Τριαδολογία καί συγχέοντας θεολογία καί οἰκονομία στήν Ἁγία Τριάδα διετύπωσε ρητῶς καί σαφῶς τό Filioque. Ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει: «Κατά τόν ζ’ αἰῶνα ἐγένετο γνωστόν εἰς τήν Ἀνατολήν, ὅτι οἱ λατινόφωνοι Ρωμαῖοι ὡμίλουν περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ. Ὡς ἔκφρασις ὑπάρχει εἰς τόν Ἀμβρόσιον καί ὡς διδασκαλία τό πρῶτον εἰς τόν Αὐγουστῖνον. Εἰς τόν Ἀμβρόσιον ἡ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευσις σημαίνει τήν ἐν χρόνῳ πέμψιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλ̉ οὐχί τόν τρόπον τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, ἐνῷ εἰς τόν Αὐγουστῖνον ἡ ἐκπόρευσις σημαίνει καί πέμψιν καί τρόπον ὑπάρξεως. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀμβροσίου εἶναι ὀρθόδοξος, ἐνῷ τοῦ Αὐγουστίνου δέν εἶναι»[5]. Σημειωτέον ὅτι ὁ ὅρος «τρόπος ὑπάρξεως» δηλοῖ τά ἀκοινώνητα ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Πατρός εἶναι τό ἀγέννητον (ὁ Πατήρ ὑπάρχει ἀγεννήτως‒καί ἀναιτίως), τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ εἶναι τό γεννητόν (ὁ Υἱός ὑπάρχει γεννητῶς‒καί αἰτιατῶς), τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τό ἐκπορευτόν (τό Ἅγιον Πνεῦμα ὑπάρχει ἐκπορευτῶς‒καί αἰτιατῶς).

    Πέρα ἀπό τήν θεολογική αὐτή σύγχυση ὑπάρχει καί ἡ γλωσσική σύγχυση. Ἡ λατινική γλῶσσα δέν μποροῦσε νά σημάνει μέ διαφορετικούς ὅρους τήν ἀΐδιο ὑπαρκτική ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τήν ἔγχρονο ἀποστολή/πέμψη Του στόν κόσμο, ἀλλά τίς δήλωνε καί τίς δύο μέ τόν ἴδιο ὅρο/λέξη, «processio»(ρῆμα «procedere»). Ἀποτέλεσμα τούτου ἦταν νά ταυτίσουν τήν ἀΐδια ὑπαρκτική πρόοδο (ἐκπόρευση) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τήν ἔγχρονο ἐκφαντορική πρόοδο (πέμψη/ἀποστολή) τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί ὡς ἐκ τούτου ἐπειδή ἡ δεύτερη γίνεται ἀπό τόν Υἱό, νά θεωρήσουν ἐσφαλμένως ὅτι καί ἡ πρώτη γίνεται καί αὐτή ἀπό τόν Υἱό. Οἱ Ἕλληνες Πατέρες αἰῶνες ἀργότερα ἔγραφαν ἐπί τούτου: «Οὔσης τῆς λατινίδος διαλέκτου στενῆς καί μή δυναμένης δι̉ ἄλλης μέν λέξεως δηλῶσαι τήν πρόεσιν ἤ ἔκπεμψιν, δι̉ ἄλλης δέ τήν ἐκπόρευσιν, ἐκάλεσαν οὗτοι ἀμφοτέρας processionem· διό καί ἔλαθον ὕστερον, ἀντί τῆς χρονικῆς προέσεως ἐκλαβόντες καί ἐννοήσαντες τήν ἄχρονον ἐκείνην ἐκπόρευσιν.Ὅθεν ἡμεῖς, ἵνα τήν ὁμωνυμίαν ταύτην ἐκφύγωμεν, τήν μέν καλοῦμεν ἐκπόρευσιν, τήν πρός τά ἔσω δηλαδή καί ἀΐδιον· τήν δέ ἔκπεμψιν ἤ πρόεσιν ἤ ἀποστολήν, δηλονότι τήν ἐν χρόνῳ καί πρός τά ἔξω, οὐ καλοῦμεν ἐκπόρευσιν»[6].

    Γιά τίς θεολογικές καί γλωσσικές προϋποθέσεις τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου καί τῶν λοιπῶν Λατίνων Πατέρων πού ὁδήγησαν στό Filioque ὁ καθηγ.Γεώργιος Μαρτζέλος γράφει:«Ἡ διαφοροποίηση αὐτή τοῦ Ἀμβροσίου ἀπό τό Μ. Βασίλειο δέν εἶναι δύσκολο νά ἐξηγηθεῖ· ὀφείλεται πρῶτα-πρῶτα στήν ἀδυναμία τῆς λατινικῆς θεολογικῆς γλώσσας, κατά τήν ὁποία, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τό ρῆμα prodecere τόσο στίς λατινικές μεταφράσεις τῆς Ἁγ. Γραφῆς ὅσο καί στή λατινική θεολογική παράδοση δηλώνει ὄχι μόνο τήν ἀΐδια προέλευση ἀλλά καί τήν οἰκονομική ἀποστολή τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, καί ἔπειτα ‒ πράγμα πού εἶναι καί τό σημαντικότερο ‒ στό γεγονός ὅτι ὁ Ἀμβρόσιος συνεχίζει ἐν προκειμένῳ τήν παράδοση τῶν προηγούμενων Λατίνων πατέρων, κάνοντας Θεολογία μέσα στά πλαίσια τῆς Οἰκονομίας, χωρίς νά διακρίνει σαφῶς ἀνάμεσα στήν ἀΐδια ἐκπόρευση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί τήν οἰκονομική ἀποστολή του στόν κόσμο»[7].

    Πέραν ὅμως τούτων ὑφίστανται καί πολιτικές προϋποθέσεις τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Filioque. Συγκεκριμένα ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Φράγκων Κάρολος ὁ Μέγας ἵδρυσε τόν Η‘ μ.Χ. αἰώνα τήν Ἁγία Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους. Ὁ Μέγας Κάρολος θεωροῦσε τήν ὑπ̉ αὐτοῦ ἱδρυθεῖσα αὐτοκρατορία ὡς τήν μόνη νόμιμη συνέχεια καί διάδοχο τῆς ἀρχαίας Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καί τήν μόνη ἐκπρόσωπο τοῦ οἰκουμενικοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἀμφισβητεῖ τήν νομιμότητα τῆς ἤδη ὑφισταμένης Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης.Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς ἀμφισβητήσεως ἀποκαλεῖ τούς ἀνατολικούς Ρωμαίους (τούς νῦν ἀποκαλουμένους Βυζαντινούς) ὡς Γραικούς καί τό κυριώτερο ἀμφισβητεῖ τήν νομιμότητα καί τήν δογματική ὀρθότητα τῆς Πατερικῆς θεολογικῆς παραδόσεως. Τώρα συντάσσονται ἀπό τούς Φράγκους θεολόγους οἱ πρῶτοι λίβελλοι contra errores Graecorum (=κατά τῶν πλανῶν τῶν Ἑλλήνων) καί ἀνασύρεται καί υἱοθετεῖται τό Filioque. Κατά τόν μακαριστό π. Σπυρίδωνα Μπιλάλη «εἶναι ὅμως πλέον ἤ βέβαιον, ὅτι τό Filioque εὗρε ἰσχυράν πολιτικήν προστασίαν ἐκ μέρους τοῦ πανισχύρου αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων καί τῶν Γερμανῶν, Καρόλου τοῦ Μεγάλου. Ἡ αὐλή τοῦ Καρόλου ἀπετέλεσε θεολογικήν καί πολιτικήν στέγην τοῦ Filioque»[8]. Ἔτσι ὁ Μ. Κάρολος συγκαλεῖ τήν σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τό 794 ἡ ὁποία ὑπεστήριξε τό Filioque καί ἀπεκήρυξε τήν Ζ‘ οἱκουμενική Σύνοδο καί ἐπίσης συγκαλεῖ τήν σύνοδο τοῦ Ἀκυϊσγράνου (Ἄαχεν) τό 809, στήν ὁποία οἱ συμμετέχοντες διαιρέθηκαν σέ δύο παρατάξεις, αὐτήν τοῦ Μ. Καρόλου πού ὑπεστήριζαν τό Filioque καί αὐτή τοῦ πάπα Λέοντος τοῦ Γ‘ πού ἀντετίθεντο στήν νεωτερική προσθήκη τοῦ Filioque. Τίς Συνόδους αὐτές ὁ Μ. Φώτιος ἀπεκάλεσε «ἀγέλας δυσσεβούσας». Μάλιστα οἱ Φράγκοι θεολόγοι θεωροῦσαν ὅτι τό Filioque ἀποτελοῦσε πρόοδο ἔναντι τῆς Πατερικῆς θεολογίας στήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος.Ἔτσι λοιπόν βλέπουμε ὅτι ὁ Μ. Κάρολος χρησιμοποίησε τήν θεολογία κατά τό δοκοῦν γιά νά στηρίξει πολιτικές σκοπιμότητες. Ὁ μακαριστός π. Σπυρίδων Μπιλάλης γράφει χαρακτηριστικά: «Εἶναι ζήτημα, ἐάν καί αὐτός ὁ φανατικός ὑποστηρικτής τοῦ Filioque Κάρολος ὁ Μέγας ἐπίστευεν εἰς τό Filioque, τό ἐχρησιμοποίει ὅμως ὡς “παιγνιόχαρτον” ἐναντίον τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου, τούς ὁποίους ἐπεδίωκε νά ἐμφανίσῃ ὡς αἱρετικούς, διά νά παρουσιάζεται αὐτός ὡς ὁ μόνος αὐτοκράτωρ, ὁ δυνάμενος νά ἐκπροσωπῇ ἅπαντα τόν Χριστιανικόν κόσμον»[9]. Τήν ἴδια πολιτική ἐφήρμοσαν καί οἱ διάδοχοι τοῦ Μ. Καρόλου στήν Δύση ἔτσι ὥστε «ὁ καισαροπαπισμός τῶν αὐτοκρατόρων τῆς Δύσεως ἐπέβαλε τελικῶς τήν δεινήν αἵρεσιν τοῦ Filioque, τήν ὁποίαν ἀπέρριπτε ἡ Βυζαντινή Ἐκκλησία καί ἠρνεῖτο ἐπί μακρόν καί αὐτή ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης»[10].

    Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ πάπες τῆς Ρώμης ἀντέταξαν σθεναρή ἄρνηση καί ἐναντίωση στήν προσθήκη τοῦ Filioque στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ὁ πάπας Λέων Γ’ κατά τήν σύνοδο τοῦ Ἀκυϊσγράνου τό 809 ἐχαρακτήρισε ὡς θρασεῖς τούς ἰσχυρισμούς τῶν Φράγκων γιά τό Filioque[11] καί διέταξε τήν ἀνάρτηση δύο ἀργυρῶν πλακῶν στό ναό τοῦ ἁγίου Πέτρου στή Ρώμη μέ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἑλληνιστί καί λατινιστί χωρίς τό Filioque μέ τήν ἐπιγραφή «Λέων Γ’ κατά ζῆλον τε καί προφυλακήν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τάδ̉ ἐθέμην»[12].

    Ὁ πρῶτος φιλόφραγκος πάπας ἦταν ὁ Νικόλαος Α’. Μέ τήν ἔνθερμη εὐλογία καί συγκατάθεσή του Φράγκοι ἱεραπόστολοι τό 866 εἰσήγαγαν τό Filioque στήν μόλις συσταθεῖσα Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀρτισύστατος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπήγετο στή δικαιοδοσία τοῦ πάπα Ρώμης. Σημειωτέον ἐπίσης ὅτι τό Σύμβολον τῆς Πίστεως ἀπαγγελόταν τήν ἴδια χρονική περίοδο χωρίς τήν προσθήκη τοῦ Filioque στή Ρώμη. Ὁ παποκαῖσαρ, ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ, Νικόλαος Α’ δέν ἐτόλμησε νά εἰσαγάγει τό Filioque στή Ρώμη. Ἡ ἀντίδραση τοῦ Μ. Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὑπῆρξε κεραυνοβόλος σ̉ αὐτή τήν εἰσαγωγή τοῦ Filioque στή Βουλγαρική Ἐκκλησία. Ὁ Μ. Φώτιος ἔρριξε ὅλο τό βάρος τῆς πολεμικῆς του στήν αἱρετική καινοτομία τοῦ Filioque μέ ἀκαταμάχητη θεολογική ἐπιχειρηματολογία. Ἐπίσης στήν ἐγκύκλιο ἐπιστολή του πρός τούς «τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικούς θρόνους» καταδικάζει ἄμεσα τόν πάπα Νικόλαο Α’ὡς σιωπηρῶς εὐλογήσαντα τό Filioque. Ὁ Μ. Φώτιος συνεκάλεσε τό 867 μεγάλη Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, στήν ὁποία καταδικάσθηκε καί καθαιρέθηκε ὁ Νικόλαος Α’.Ἔτσι τό 867 ἔχουμε τό πρῶτο μεγάλο σχίσμα Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐπί Φωτίου τοῦ Μεγάλου καί Νικολάου Α’ πάπα Ρώμης.

    Τό σχίσμα αὐτό δέν διήρκεσε πολύ καθότι στή μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία συγκροτήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 879-880 καί στήν ὁποία προήδρευσε ὁ Μ. Φώτιος καί συμμετεῖχε δι̉ ἀντιπροσώπων ὁ πάπας Ρώμης Ἰωάννης Η’, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τόν ἀποθανόντα πάπα Νικόλαο Α’, κατεδίκασε τούς μή ἀποδεχομένους τήν Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τούς προσθέσαντας ὁτιδήποτε στό Σύμβολον τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Οὐσιαστικά κατεδίκασε τούς Φράγκους, οἱ ὁποῖοι δέν δέχονταν τήν Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδο καί εἶχαν προσθέσει τό Filioque στό Σύμβολον τῆς Πίστεως.

    Εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ἀντιστάσεως πού προέβαλλε ἡ πρεσβυτέρα Ρώμη στήν προσθήκη τοῦ Filioque ὅτι «ἅπαντες οἱ πάπαι Ρώμης τῶν δέκα πρώτων αἰώνων ὡμολόγουν τό Σύμβολον τῆς πίστεως ἄνευ τοῦ Filioque»[13]. Μάλιστα ὅπως ἔχει γραφεῖ «Γενικώτερον, ἡ συμφωνία τῶν πρό τοῦ Σχίσματος (ἐνν. τοῦ ὁριστικοῦ σχίσματος τό 1054) παπῶν κατά τοῦ Filioque προσλαμβάνει τόν χαρακτῆρα ἀπολύτου ὁμοφωνίας. Καί αὐτός ἔτι ὁ παποκαῖσαρ Νικόλαος Α’, ὁ ἀνεχθείς τήν ὑπό τῶν Φράγκων ἱεραποστόλων τήν διδασκαλίαν τοῦ Filioque εἰς τήν νεοπαγῆ Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας καί προκαλέσας τό Σχίσμα τοῦ 867, δέν ἀπετόλμησε τήν προσθήκην τοῦ Filioque εἰς τό σύμβολον τῆς πίστεως»[14].

    Τελικά ὁ πάπας Ρώμης Σέργιος Δ’ τό 1009 στήν ἐνθρονιστική του ἐπιστολή παρέθεσε τό Σύμβολον τῆς Πίστεως μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Στό ἐπίσημο σύμβολο τῆς Ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας ἡ προσθήκη τοῦ Filioque εἰσήχθη μετά πενταετία ἀπό τόν πάπα Βενέδικτο Η’ τό 1014 κατόπιν τῆς πιέσεως τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Δύσεως Ἐρρίκου Β’[15]. Καί ὅπως ἔχει γραφεῖ «Προσωπικῶς, ὁ Βενέδικτος Η’ δέν ἦτο ὑπέρ τῆς προσθήκης τοῦ Filioque, ἐπιέσθη ὅμως εἰς τοῦτο ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας Ἑρρίκου Β’»[16].

    Σημειώσεις

    [1] Ἀρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, τρίτη ἔκδοσις, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1970, σ. 344

    [2] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, ἐκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆναι 1972, σελ. 63 κ. ἑξ.

    [3] Βλ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματική καί Συμβολική θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Α ́, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 379 κ. ἑξ.

    [4] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Ὀρθόδοξο δόγμα καί θεολογικός προβληματισμός, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 101 κ. ἑξ.

    [5] Ἰωάννου Ρωμανίδου, Ρωμῃοσύνη, ἐκδοσις τρίτη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 124-125

    [6] Mansi, 37, 423

    [7] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, ὅ.π., σελ. 112

    [8] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ. 78

    [9] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ.79

    [10] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ.79

    [11] Ἰωάννου Ρωμανίδου, ὅ.π., σελ. 167

    [12] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ.82

    [13] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ.95

    [14] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ. 96

    [15] Ἀρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου,ὅ.π., σελ. 374

    [16] Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π., σελ.142

    https://antifono.gr/%E1%BC%A1-%E1%BC%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%E1%BF%86%CF%82/

  13. Κ. Ι. Γιαννακόπουλος

    Οι επιρροές της βυζαντινής παιδείας στο μεσαιωνικό δυτικό κόσμο

    Από: Κ.Ι. Γιαννακόπουλος, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, μτφρ. Κώστας Κυριαζής, εκδ. Εστία, Αθήναι ά.έ.

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ βεβαιώνεται πως από την πολιτιστική πλευρά το κύριο λειτούργημα του Βυζαντίου ήταν να υπηρετήσει, για πάνω από χίλια χρόνια, σαν έπαλξη της Χριστιανοσύνης ενάντια στους άπιστους εισβολείς και εκτελώντας αυτό το έργο να διατηρήσει για τον κόσμο την πνευματική και τη φιλοσοφική κληρονομία της αρχαίας Ελλάδας(1). Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία για τη σπουδαία υπηρεσία που πρόσφερε το Βυζάντιο σαν συντηρητής της ελληνικής μαθήσεως. Στο κάτω της γραφής η ελληνική γλώσσα κι η φιλολογία είχαν κατ’ ουσία εξαφανιστεί από την γερμανοκυριαρχούμενη Δύση στη διάρκεια της εποχής που ονομάστηκε τα Σκοτεινά Χρόνια. Αλλά το Βυζάντιο ήταν το δίχως άλλο κάτι περισσότερο από ένας παθητικός θεματοφύλακας του αρχαίου πολιτισμού. Αντίθετα, καθώς αναπτυσσόταν η παιδεία του, αντικατόπτριζε ένα αξιοσημείωτο κράμα, όχι μόνο της φιλοσοφίας και της φιλολογίας της Ελλάδας, αλλά και των θρησκευτικών ιδεωδών της Χριστιανοσύνης -η οποία στην Ανατολή ακολούθησε μία εξέλιξη σημαντικά διαφορετική από κείνη της λατινικής Δύσης- και τρίτο, κάποια έξοχη μυστικιστική ποιότητα, που μπορεί τουλάχιστον το ένα μέρος της ν’αποδοθεί στις διάφορες επιρροές της Συρίας, της Αιγύπτου, των Εβραίων και ακόμα και της Περσίας. Αυτά τα τρία στοιχεία, ο ελληνορωμαϊκός κλασικισμός (περιέχεται και η διοικητική παράδοση της Ρώμης), ο βυζαντινός τύπος της Χριστιανοσύνης και εκείνα που μπορούμε να αποκαλέσουμε το ανατολικό συνθετικό, συγχωνεύτηκαν από τους Βυζαντινούς σε μιά μοναδική και βιώσιμη σύνθεση, που έκανε την Κωνσταντινούπολη, τουλάχιστον ως το 1304, την πολιτιστική πρωτεύουσα όλης της Χριστιανοσύνης. Αυτό το πολυπρόσωπο αμάλγαμα, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε, κατέστησε ικανό το Βυζάντιο να παίξει ένα πολύ πέρα από ασήμαντο ρόλο στη διάρθρωση του Δυτικού Πολιτισμού(2).

    Το να αναλύσουμε τώρα τη βυζαντινή πολιτιστική επιρροή στη Δύση είναι σύνθετο πρόβλημα που καλύπτει περισσότερο από χίλια χρόνια ιστορίας και περιλαμβάνει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Ίσως να μπορούσε κανένας με εύκολες γενικότητες να πει πως η δυτική κλίση, του λιγότερο ανεπτυγμένου δυτικά πολιτισμού, ήταν να αντλήσει ή να επηρεαστεί από τον πιο σύνθετο και τον πιο κοσμογνωρισμένο βυζαντινό. Όμως δεν πρέπει να λησμονήσουμε πως καθώς αναπτυσσόταν η μεσαιωνική περίοδος, το Βυζάντιο και η Δύση αποξενώνονταν όλο και περισσότερο -ίσως πραγματικά από τον Θ’ αιώνα να είχαν γίνει δύο διαφορετικοί κόσμοι(3)- και πως πολλοί δυτικοί, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν έρχονταν σε άμεση επαφή με την Ανατολή, δεν ήταν δεκτικοί των βυζαντινών επιρροών. Το να επιδείξουμε μια οριστική ισχυρή πολιτιστική επίδραση της χριστιανικής Ανατολής στη Δύση, μπορεί καμιά φορά να είναι μάλλον δύσκολο ακόμα και απατηλό, ιδιαίτερα σχετικά με αυτά τα πεδία που είναι λιγότερο χειροπιαστά στη φύση τους ή που η απόδειξη που παραμένει δεν είναι αρκετή. Για να μπορέσουμε λοιπόν να διαπραγματευτούμε το θέμα πατώντας σε όσο πιο πολύ γίνεται στέρεο έδαφος, και ταυτόχρονα να παρουσιάσουμε σαν αναφορά ένα είδος ιστορικού πλαισίου, να εξετάσουμε πρώτα τα σημεία της πραγματικής φυσικής επαφής ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη λατινική Δύση στη διάρκεια του Μεσαίωνα, δηλαδή τα καθορισμένα κανάλια μέσα από τα οποία η πολιτιστική αναμετάδοση μπορούσε και φαίνεται πως πραγματικά σημειώθηκε. Ύστερα, αφού καθορίσουμε και βεβαιώσουμε αυτό το πρότυπο των επαφών, θα προχωρήσουμε στο κύριο τμήμα του δοκίμιου και θα εξετάσουμε, όσο το επιτρέπει ο χρόνος, επιλεγμένα πολιτιστικά πεδία, όπου μπορεί να βεβαιωθεί πως οι Βυζαντινοί επηρέασαν το δυτικό πολιτισμό -φιλοσοφία, επιστήμη, δίκαιο, πολιτική θεωρία και διπλωματία, μουσική, τέχνη και εκείνα που είναι λιγότερο γνωστά αλλά σημαντικά, όπως η θρησκευτική ευσέβεια, η άσκηση του έμπορίου και ο πιό εξευγενισμένος τρόπος ζωής.

    EΝΩ στην αρχή αποτελούσαν τα δύο μισά της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Ανατολική (Βυζαντινή) και η Δυτική (Λατινική) περιοχή στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής και οι δύο είχαν ορισμένα κοινά πολιτιστικά σημεία, τη χριστιανοσύνη και την ελληνορωμαϊκή παράδοση. Στην Ανατολή, παρ’όλα αυτά, το ελληνικό στοιχείο εξακολούθησε από την Ελληνιστική περίοδο και πέρα να υπερισχύει, ενώ στη Δύση επεκράτησαν η λατινική γλώσσα και ο πολιτισμός της. Ακόμα, ενώ η Ανατολή διατήρησε στην ουσία αδιάκοπη τη συνέχιση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας -ως τα 1453 οι Βυζαντινοί εξακολούθησαν ν’αποκαλούν τους εαυτούς τους Ρωμαίους και όχι Έλληνες(4)- οι δυτικές περιοχές κατακτήθηκαν νωρίς από τους Γερμανούς εισβολείς και με το κύλισμα του χρόνου το γερμανικό στοιχείο εκτόπισε σε βάθος στη Δύση το πιο εξευγενισμένο ελληνορωμαϊκό. Αυτή η εμφάνιση της δυνατής γερμανικής πιέσεως στην πολιτιστική σύνθεση της Δύσης έρχεται σε αντίθεση, με τη βυζαντινή σύνθεση, που περιέλαβε ένα ανατολικό συνθετικό που απουσίαζε από τη Δύση.

    Τον ΣΤ’ αιώνα, όταν αυτοκρατόρευε ο Ιουστινιανός, το Βυζάντιο ανακατέλαβε μεγάλο τμήμα της Ιταλίας και εγκαθίδρυσε εκείνο που πήρε το όνομα Εξαρχάτο της Ραβέννας, γεγονός που πάλι έφερε μια σημαντική περιοχή της Δύσης σε άμεση εξάρτηση από το Βυζάντιο. Tο Εξαρχάτο -κι αυτό περιελάμβανε την πόλη της Ρώμης- παρέμεινε στα χέρια των Βυζαντινών ως το 771, όταν τελικά η Ραβέννα κατακτήθηκε από τους Νορμανδούς(5). Πριν από την πτώση της όμως η Ραβέννα είχε γίνει κέντρο ακτινοβολίας της πολιτιστικής βυζαντινής επιρροής, ιδιαίτερα σχετικά με τη βυζαντινή τέχνη και τη διασπορά του βυζαντινού, δηλαδή του ρωμαϊκού δικαίου.

    Πιο σπουδαίες για τις μελέτες μας είναι οι περιοχές της Σικελίας και της Νότιας Ιταλίας, που ήταν βυζαντινές επαρχίες ως τον Θ’ αιώνα η μία, ως τον ΙΑ’ η άλλη. Εκείνο που βοήθησε στη διατήρηση -μερικοί μελετητές προτιμούν την «επανεγκατάσταση»- της ελληνικοποιήσεως αυτής της περιοχής, ιδιαίτερα στη Νότια Ιταλία μετά την περίοδο της αρχαιότητας, ήταν τα επανειλημμένα κύματα από Έλληνες εξόριστους που μετανάστευσαν από την Ανατολή. Έτσι τον Ζ’ αιώνα πρόσφυγες από τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο κατέφυγαν στην Νότια Ιταλία (ιδιαίτερα στην Καλαβρία) μπρος στις επιθέσεις των Αράβων. Και στον Η’ και στον Θ’ αιώνα, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, 50.000 μοναχοί της Ανατολής, και σε μικρότερο βαθμό ιερωμένοι, έφτασαν στην Καλαβρία για να γλυτώσουν από τους διωγμους που είχαν εξαπολύσει οι εικονοκλάστες βυζαντινοί αυτοκράτορες. Αν η ελληνική γλώσσα που μιλάει ο πληθυσμός της νότιας Ιταλίας έρχεται από την αρχαία Ελλάδα ή την Μάγκνα Γκρέτσια, ή ήταν το αποτέλεσμα της βυζαντινής επιρροής που ακολούθησε, εδώ θα το αντιπαρέλθουμε. Tο σημαντικό σημείο είναι πως στον ΙΑ’ αιώνα τμήματα της νότιας Ιταλίας, πρωταρχικά η Καλαβρία, είχαν σχεδόν απόλυτα βυζαντινοποιηθεϊ, τόσο στην παιδεία όσο και στην θρησκεία(6), και ως τον ΙΕ’ αιώνα θα είναι τα κύρια προχωρημένα φυλάκια της βυζαντινής επιρροής στη Δύση.

    Ακόμα και η αραβική κατάκτηση της Σικελίας στο Θ’ αιώνα δεν έφερε το τέλος της ελληνικής επιρροής στο νησί. Γιατί οι Άραβες ήταν γοητευμένοι από την αρχαία Ελλάδα, και σε πολύ μικρότερο βαθμό από την βυζαντινή επιστήμη και τη φιλοσοφία. Πραγματικά, όταν ύστερα, στα τέλη του ΙΑ’ αιώνα, οι Νορμανδοί εισβολείς κατέλαβαν από τους Άραβες το νησί, η ελληνοβυζαντινή παιδεία εξακολούθησε να είναι ζωτικό στοιχείο του πολιτισμού της Σικελίας. Κάτω από τον Νορμανδό βασιλιά Ρογήρο Β΄ και τους διαδόχους του π.χ. η Σικελική καγκελαρία χρησιμοποιούσε τρεις επίσημες γλώσσες: τα λατινικά, τα ελληνικά και τα αραβικά. Ακόμα οι Νορμανδοί διόριζαν υπουργούς μορφωμένους Έλληνες, όπως τον Ευγένιο τον Εμίρη, και τον πιο ονομαστό Ερρίκο Αρίστιππο, που την εποχή που η δυτική Ευρώπη ήξερε μόνον ένα απόσπασμα από τους διαλόγους του Πλάτωνα, τον Τίμαιο, μετέφρασε στα λατινικά δύο ακόμα έργα του Πλάτωνα. Παρ’όλο που οι σχέσεις ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Νορμανδική Σικελία ήταν γενικά εχθρικές, γνωρίζουμε ότι συχνά αντάλλαζαν δώρα oι κυβερνήτες τους και μερικές φορές μέσα στα δώρα ήταν πολύτιμα ελληνικά χειρόγραφα φιλοσοφικού ή επιστημονικού περιεχομένου, όπως ο περίφημος «Αλμάγεστος» του Πτολεμαίου(7).

    Μέσα στους πρώτους Ιταλούς που είχαν ενεργό εμπορική επαφή με την Κωνσταντινούπολη -και οι Ιταλοί ήταν προορισμένοι να έχουν τις στενώτερες οικονομικές σχέσεις με την Ανατολή -ήταν oι πολίτες του Αμάλφι στη Νότιο Ιταλία. Τα πολιτιστικά αποτελέσματα αυτής της επαφής του Αμάλφι δύσκολα μαρτυριούνται, παρ’όλο που ξέρουμε π.χ. πως στον ΙΑ’ αιώνα η πλούσια οικογένεια του Αμάλφι των Πανταλεόνε, που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη, είχαν μεταφέρει στο Αμάλφι, για να τοποθετηθούν στον καθεδρικό ναό της πόλης, μεγαλοπρεπείς ορειχάλκινες θύρες που είχαν χυθεί στο Βυζάντιο. Οι ναυτικές πόλεις της Ιταλίας που ανέτειλαν, η Γένοβα και η Πίζα, ακολούθησαν το παράδειγμα του Αμάλφι και τον ΙΒ’ αιώνα είχαν εγκαταστήσει στην καρδιά της Κωνσταντινουπόλεως ουσιώδεις συνοικίες για να κατοικούν οι έμποροί τους. Η κάθε κοινότητα είχε λατινική εκκλησία για τις ανάγκες των κατοίκων της και παρ’όλο που οι πηγές, που κύρια διαπραγματεύονται την δραστηριότητα των εμπόρων(8), δεν μας δίνουν αρκετά παραδείγματα πολιτιστικής ανταλλαγής με τους Έλληνες, μπορούμε να αναφέρουμε τα ονόματα ανθρώπων διανοουμένων από την Πίζα, όπως τον Βουργούνδιο της Πίζας, τον Λέοντα Τούσκο και τον αδελφό του Ούγο Ετεριάνο(9). Αυτοί δεν ενδιαφέρονταν μόνο για την ελληνική φιλοσοφία, αλλά και για κάτι που είναι πιο εντυπωσιακό σ’αυτή την περίοδο της λατινικής υποψίας απέναντι στην ελληνική εκκλησία: για τις βυζαντινές εκκλησιαστικές γραφές.

    Από τις πολλες εμπορικές ιταλικές παροικίες στην Ανατολή η πιο σπουδαία ήταν αναμφίβολα εκείνη της Βενετίας. Τουλάχιστον από τον Θ’ αιώνα οι Ενετο-βυζαντινές σχέσεις ήταν πολύ στενές, ο Δόγης είχε πάρει τον τίτλο του «Πρωτοσεβαστού» και μια αρκετά υψηλή θέση στην αυτοκρατορική βυζαντινή ιεραρχία των τίτλων. Σε αντάλλαγμα της ενετικής ναυτικής βοήθειας ενάντια στους εχθρούς του Βυζαντίου, ο Έλλην βασιλιάς είχε εγκρίνει την εγκατάσταση ενετικής αποικίας στην καρδιά της Κωνσταντινουπόλεως, στο μήκος του Χρυσού Κέρατος, και οι πολίτες της γρήγορα εξαιρέθηκαν από κάθε μορφή φόρου και ακόμη και από το αυτοκρατορικό βυζαντινό δίκαιο -έτυχαν δηλαδή όπως θα λέγαμε σήμερα ετεροδικίας. Τον ΙΒ’ αιώνα αυτή η παροικία αριθμούσε 20.000 άτομα μέσα στις 800.000 ή το 1.000.000 του συνόλου της Κωνσταντινουπόλεως(10).

    Η αντίθεση με την ίδια τη Βενετία, που υπολογίζεται πώς είχε 64.000 κατοίκους στα 1170, και με το Παρίσι που ήταν τότε η μεγαλύτερη δυτική πόλη με πληθυσμό λιγότερο από 100.000, είναι αξιοσημείωτη(11).

    Είναι μάλλον βέβαιο πως οι Βενετοί πάροικοι, έχοντας την νοοτροπία του εμπόρου, σπάνια ενδιαφέρονταν για οτιδήποτε άλλο πέρα απ’το εμπορικό κέρδος. Έτσι έμαθαν να μιλούν αρκετά ελληνικά ώστε να μπορούν να κάνουν τις συναλλαγές τους. Αυτά όμως ήταν τα ελληνικά που μιλούσε ο λαός (η κοινή γλώσσα της Ανατολής) και δεν ήταν κατά κανόνα αρκετά για να τους επιτρέπουν να διαβάζουν τα κλασικά έργα ή ν’ανταλλάσσουν ιδέες σε υψηλότερο διανοητικό επίπεδο. (Η γραπτή ελληνική γλώσσα των βυζαντινών διανοούμενων κύκλων ήταν διαφορετική από την κοινή καθομιλουμένη). Υπάρχουν, εξαιρέσεις όπως η περίπτωση του διάσημου Ιάκωβου της Βενετίας, που κάποιος σύγχρονος μελετητής πιστεύει πως ήταν Έλληνας που ζούσε στη Βενετία. Ο Ιάκωβος μετέφρασε τα «Ηθικά» του Αριστοτέλη στα λατινικά και έκανε τον διερμηνέα στις εκκλησιαστικές συζητήσεις μπροστά στο ελληνικό αυτοκρατορικό δικαστήριο, πάνω σε θέματα που παρουσιάζονταν ανάμεσα στη λατινική και την ελληνική εκκλησία. Αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει οπωσδήποτε να έδωσαν ευκαιρία για πολιτιστικές ανταλλαγές(12).

    Εκείνο όμως που έφερε το λαό της Δύσης και τους Βυζαντινούς σε άμεση επαφή σε μεγαλύτερη κλίμακα, ήταν η τεράστια κίνηση των σταυροφοριών, που άρχισε στο τέλος του ΙΑ’ αιώνα. Ολόκληρες δυτικές στρατιές πέρασαν μέσα από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίνοντας στους Άγιους Τόπους, και χιλιάδες προσκυνητές τράπηκαν στ’Ανατολικά, μέσα πάλι απ’την Κωνσταντινούπολη, και όλοι είδαν τον πιό πλούσιο και πιο κοσμοπολιτικό τρόπο ζωής των Ελλήνων του Μεσαίωνα. Αναπόφευκτα, ζήλειες κι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους δύο λαούς άρχισαν να εξελίσσονται και με το κύλισμα του χρόνου να δυναμώνουν. Το συντριπτικό αποκορύφωμα σημειώθηκε στα 1204 με την ονομαστή Δ’ σταυροφορία, όταν οι δυτικές στρατιές, οδηγημένες από τους Ενετούς, άλλαξαν την πορεία της σταυροφορίας, και αντί να πάνε στα Ιεροσόλυμα έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και κατέκτησαν την βυζαντινή πρωτεύουσα. Ύστερα από βάρβαρη λεηλασία τριών ημερών, ένας τρομακτικός αριθμός λείας -άγια λείψανα που είχαν σχέση με τη ζωή του Χριστού και των Αγίων, πολύτιμα χειρόγραφα, αργυροί και χρυσοί θρησκευτικοί θησαυροί και αναρίθμητα έργα τέχνης -αρπάχτηκε από αυτή την πιο πλούσια από τις χριστιανικές πόλεις και κουβαλήθηκε στη Δύση, για να στολιστούν οι εκκλησίες της και τα ανάκτορά της. Η απαρίθμηση αυτής της λείας και η νέα αρίθμηση εκείνων που αρπάχτηκαν γεμίζουν αρκετούς τόμους στο έργο ενός γνωστού Γάλλου μελετητή της ιστορίας της χριστιανικής Ανατολής στίι σταυροφορίες(13).

    Αποτέλεσμα της Δ’ σταυροφορίας ήταν η εγκαθίδρυση λατινικής αυτοκρατορίας πάνω στα ερείπια του βυζαντινού κράτους. Έγιναν προσπάθειες από τους δυτικούς κατακτητές, καί ιδιαίτερα από τον Πάπα, να εκλατινίσει τον ελληνικό λαό με τον υποχρεωτικό προσηλυτισμό στη ρωμαϊκή πίστη. Αλλ’αυτή η ανόητη πολιτική, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε την βίαιη αντίδραση του συνόλου του ελληνικού λαού. Η λατινική αυτοκρατορία διατηρήθηκε ως το 1261, οπότε η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε από τους Έλληνες(14). Τότε η ενετική επιρροή, που ως εκείνη τη στιγμή ήταν η πιο σπουδαία, ελαττώθηκε και αντικαταστάθηκε από την Γενοβέζικη, γιατί οι Γενουάτες ήταν τότε σύμμαχοι με τους Βυζαντινούς. Οι Ενετοί όμως κατόρθωσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο σε ορισμένες από τις ελληνικές παροικίες τους στην Ανατολή -σε αρκετά σημεία στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα στο μεγάλο νησί της Κρήτης. Με την πρόοδο των Οθωμανών Τούρκων στα βυζαντινά εδάφη της Μικρασίας τον ΙΔ’ και τον ΙΕ’ αιώνα, η ελληνική εχθρότητα απέναντι στους Λατίνους άρχισε αναγκαστικά να μαλακώνει. Και στην πραγματικότητα μερικοί βυζαντινοί, ιδιαίτερα απ’τον αυλικό κύκλο, άρχισαν να βλέπουν τη Δύση σαν τη μοναδική πηγή πιθανής βοήθειας ενάντια στους Τούρκους, και ακόμα αργότερα, ακόμη και σαν τόπο που θα μπορούσαν να καταφύγουν από την τουρκική κυριαρχία(15).

    Πρωτύτερα, και τουλάχιστον για ένα αιώνα μετά το 1453, μεγάλος αριθμός από Έλληνες -μια αληθινή διασπορά διανοουμένων, εμπόρων, μισθοφόρων και άλλων- έτρεξε στη Δύση και πολλοί απ’αυτούς ζήτησαν άσυλο στη Βενετία. Στα τέλη του ΙΕ’ αιώνα υπήρχε μια πολύ ουσιαστική ελληνική παροικία εγκατεστημένη σ’αυτή την πόλη. Αυτή στην πραγματικότητα ήταν η μεγαλύτερη παροικία από Έλληνες που εγκαταστάθηκε στη Δύση μετά το 1453. Οι Έλληνες αυτής της κοινότητος πήραν το δικαίωμα να κτίσουν εκκλησία και είχαν στην κατοχή τους μια μεγάλη αποβάθρα, ή σκάλα, σ’ένα σημαντικό κανάλι της Βενετίας, για το φόρτωμα και την αποστολή εμπορευμάτων στο εξωτερικό. Θα δούμε πως από την πολιτιστική σκοπιά αυτοί oι Έλληνες πρόσφυγες στη Δύση ήταν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ουμανιστικής γνώσης στην Αναγέννηση(16).

    Δεν υπάρχει χρόνος παρά για μια σύντομη αναφορά για τα διάφορα άλλα ιταλικά κέντρα που επηρεάστηκαν ή αντανακλούσαν την βυζαντινή επιρροή στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Θα πρέπει να σημειώσουμε βέβαια και πάλι την παπική πρωτεύουσα, τη Ρώμη, που μετά την πτώση της Ραβέννας και ολόκληρο τον Μεσαίωνα είχε στενούς δεσμούς με τους Βυζαντινούς ή τις βυζαντινές ιδέες. Μεγάλη κοινότητα από Έλληνες μοναχούς φαίνεται πως είχε ζήσει πάντα στη Ρώμη και ως τον Γ’ αιώνα τα ελληνικά ήταν η γλώσσα της ρωμαϊκής λειτουργίας. Ακόμη, στο τελευταίο τμήμα του Ζ’ αιώνα και στις αρχές του Η’ πολλοί από τους ίδιους τους Πάπες -11 ή 13 για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι- ήταν Έλληνες ή Σύριοι στην καταγωγή και συμμερίζονταν τις πολιτιστικές ροπές της Ανατολής(17).

    Κι άλλες δυτικές περιοχές πιο απόμακρες από την Ανατολή ήταν εκείνη ή κάποια άλλη εποχή σε άμεση επαφή με το Βυζάντιο. Στις αρχές του Θ’ αιώνα η γερμανική αυλή του Καρλομάγνου στο Άαχεν ήταν εκτεθειμένη σε σημαντική βυζαντινή επιρροή, όπως ξέρουμε από την αρχιτεκτονική μαρτυρία του παρεκκλήσιου των ανακτόρων, όπως κι από ορισμένα βυζαντινά έργα τέχνης και υφαντά που βρίσκονται ακόμα εκεί. Τον Ι’ αιώνα μια ακόμα ισχυρότερη βυζαντινή επιρροή έγινε αισθητή στη γερμανική αυλή σαν αποτέλεσμα του γάμου του μελλοντικού αυτοκράτορα του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους Όθωνα του Β’ με τη βυζαντινή πριγκήπισσα Θεοφανώ. Τόσο ποτίστηκε ο νεαρός γιος τους, ο κατά το μισό Έλληνας Όθων ο Γ’ , από τα βυζαντινά πολιτικά ιδεώδη, που υιοθέτησε βυζαντινούς τίτλους για την αυλή του και οραματίστηκε την επανένωση της Ανατολής και της Δύσης σε μια αυτοκρατορία όμοια μ’εκείνη του Ιουστινιανού(18).

    Παρόμοια, ακούμε πως υπήρχε σε διάφορες εποχές επικοινωνία Ελλήνων εμπόρων ή μοναχών με την πρώιμη μεσαιωνική Γαλλία, με τη Ναρβόνη π.χ.(19). Και στους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους, oι Γάλλοι σταυροφόροι θα έφερναν πίσω από τη βυζαντινή Ανατολή έργα τέχνης, νέες ιδέες και διαφορετικούς τρόπους τεχνικής κτισίματος, που η υιοθέτησή τους βοήθησε σιγά-σιγά στο να εξευγενιστεί η ζωή τους. Επειδή υπήρχε μεγάλη απόσταση από το Βυζάντιο στην Αγγλία, η βυζαντινή επιρροή στην ‘Αγγλία ήταν ίσως η λιγότερο διεισδυτική από όλες. Αλλά σποραδικά ίχνη αυτών των επιρροών παραμένουν, όπως π.χ. στην ύστερη Αγγλοσαξωνική και Νορμανδική χρήση του αυτοκρατορικού βυζαντινού τίτλου «βασιλέας», που τον έδιναν στους βασιλείς τους, και στις γλυπτές πέτρες του Νορθούμπερλαντ του Ζ’ αιώνα, που είναι τόσο παράξενα βυζαντινές σε αίσθημα και εκτέλεση. H έμπνευση πιθανά ήρθε από την Ανατολή και ίσως όχι από το διάμεσο της αγγλικής επαφής με τη Ρώμη(20).

    Υπήρχε μία δυτική περιοχή, η Ισπανία, όπου η επιρροή της ελληνικής και σε μικρότερο βαθμό της βυζαντινής φιλοσοφίας και επιστήμης ήταν κεφαλαιώδους σημασίας, εξ αιτίας της επιδράσεώς τους στη δυτική παιδεία σα σύνολο. Αυτές οι επιρροές όμως ήρθαν με το διάμεσο όχι των βυζαντινών αλλά ενός άλλου λαού, των Αράβων. Τα πρώτα χρόνια της ισλαμικής επεκτάσεως, οι Άραβες είχαν έρθει σ’επαφή με αιρετικούς Νεστοριανούς και Μονοφυσίτες πρόσφυγες από τη βυζαντινή Ανατολή και απ’αυτούς κινήθηκε το ενδιαφέρον τους για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, ιδιαίτερα του Αριστοτέλη. Αυτά τα ελληνικά έργα τα έφεραν μαζί τους οι Άραβες στην Ισπανία και απ’αυτήν την περιοχή του ΙΒ’ και του ΙΓ’ αιώνα ο κύριος όγκος του Αριστοτέλη και των άλλων ελληνικών επιστημονικών διατριβών ήρθαν πίσω στη χριστιανική Δύση με τα αποτελέσματα που θα σημειώσουμε σε λίγο(21).

    Αυτές ήταν λοιπόν οι κυριότερες εστίες, άμεσες ή έμμεσες, για την υποδοχή και την διάχυση του βυζαντινού πολιτισμού στο δυτικό κόσμο.Τώρα που σημειώσαμε τις κύριες δομές της πιθανής μεταδόσεως και παραθέσαμε κατά την πορεία μια ιστορική ανασκόπηση, ας συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε ορισμένα διαλεγμένα πεδία της παιδείας και του πολιτισμού, για να δείξουμε σε κάθε περίπτωση ποια φαίνεται πως ήταν η βυζαντινή συνεισφορά.

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    1. Π.χ. Ν. Baynes, Byzantine Studies and Other Essays (Λονδίνο 1955, 71-73).

    2. Για σχετική βιβλιογραφία της βυζαντινής πολιτιστικής επιρροής στη Δύση βλέπε Παράρτημα, Βιβλ. σημ. Α.

    3. Η ημερομηνία εκλέχτηκε επειδή ιδρύθηκε η από αναβίωση προερχόμενη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Καρλομάγνου στα 800 (που αμφισβητούσε την βυζαντινή απαίτηση), έπεσε το Εξαρχάτο της Ραβέννας στα 751 και έγιναν oι σλαβικές επιδρομές στα Βαλκάνια σ’αυτή τη γενική περίοδο. Όλ’αυτά βοήθησαν ν’αποκοπεί το Βυζάντιο, αν και όχι ολοκληρωτικά, από τις δυτικές επαφές. Ο F. Dvornic, The Slavs: Early History and Civilization (Βοστώνη 1956), τονίζει πως η βουλγαρική επιδρομή στην Ιλλυρία έκοψε αυτή τη βασική γέφυρα που ένωνε τους Λατίνους με τους Έλληνες.

    4. Υπάρχουν μερικά παλαιότερα ίχνη της επιστροφής στην αρχαία ορολογία· «Έλληνες». Βλέπε Γιαννακόπουλος, Emperor Michael Palaeologus, 35, για την ορολογία στο ΙΓ’ αιώνα. Επίσης Α. Βακαλόπουλου «Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού», Ι (Θεσ/νίκη 1961) 75 εξ.

    5. Ch. Diehl, Etudes sur l’administration byz. dans l’exarchate de Ravenne (Παρίσι 1888).

    6. Το καλύτερο έργο πάνω σ’αυτό το πρόβλημα είναι του J. Gay L’Italie méridionale et l’empire byzantin (Παρίσι 1904). Για τους 50.000 μοναχούς πρόσφυγες βλέπε L. White, Latin Monasticism in Norman Sicily (Καίμπριτζ 1938) 15-17. Επίσης Κ. Setton «The Byzantine Background to the Italian Renaissance», Proceedings of American Philosophical Society, C (1956) 7 όπου αναφέρεται η βιβλιογραφία.

    7. Για τον Ευγένιο βλέπε τώρα Ε. Jamison, Admiral Eugenius of Sicily (Λονδίνο 1957). Για τον Αρίστιππο (που ορισμένοι πιστεύουν πως μπορεί να μην ήταν Έλληνας) βλέπε Setton «Byzantine Background », 19. Γιa τους Πλατωνικούς διαλόγους βλέπε R. Klibansky, The Continuity of the Platonic Tradition during the Middle Ages (Λονδίνο 1939) 27-31, 51. Ο Τίμαιος μεταφράστηκε από τον Χαλκίδιο τον Δ’ αιώνα.

    8. Το κύριο έργο για τους Λατίνους εμπόρους στο Βυζάντιο είναι του W. Heyd, Histoire du Commerce du Levant au Moyen Age (Λειψία 1885). Επίσης έγγραφα στον G. Müller, Documenti sulle relazioni delle cittâ toscane cοll’ Oriente (Φλωρεντία 1879).

    9. Το πιο πρόσφατο έργο που αναφέρεται στους Πιζάνους, για τους οποίους μιλήσαμε εδώ, είναι του Μ. Άναστου «Some Aspects of Byzantine Influence on Latin Thought», Twelfth Century Europe and the Foundations of Modern Society (Μάντισον 1961) 138-49.

    10. Για την ενετική παροικία του ΙΒ’ αιώνα βλέπε Ch. Diehl «La colonie vénitienne à Constantinople», Etudes byzantines (Παρίσι 1905) 204 έξ. Για την μεταγενέστερη περίοδο βλέπε πιο κάτω, κεφάλαιο 4. Για τον αριθμό των Ενετών στην Κωνσταντινούπολη βλέπε Γιανν. Greek Scholars in Venice, 14, υπ. 3.

    11. Τον ΙΑ’ αιώνα και τα πρώτα χρόνια του ΙΒ’ η Ρώμη δεν είχε κατά πάσα βεβαιότητα περισσότερους από 50.000 κατοίκους. Για το Παρίσι, τη Βενετία και τη Ρώμη βλέπε Τ. Chandler, Cities of the World (Νέα Υόρκη 1940) 10, και παραπομπές στο Γιαννακόπουλο, op. c. 14, υπ. 3.

    12. Για τον Ιάκωβο της Βενετίας βλέπε Ch. Haskins, Studies in the History of Medieval Science (Καίμπριτζ 1924) 144-45, 227-32. Επίσης L. Minio-Paluello «Jacobus Veneticus Grecus Traditio», VIII (1952), 265-304.

    13. Υπάρχει μεγάλη βιβλιογραφία πάνω στους προσκυνητές στην Ανατολή και για την Δ’ σταυροφορία. Π.χ. Α. Atiya, Crusade in the Later Middle Ages (Λονδίνο 1938) και το άρθρο του R. Wolf στο The Crusades κ.λπ. του Κ. Setton (Φιλαδέλφεια 1962). Ο Γάλλος μελετητής είναι ο Ρ. Riant, Exuviae Sacrae Constantinopolitanae, 3 τόμοι (Γενεύη 1877-1904).

    14. Πάνω στην προσπάθεια του εκλατινισμού της ελληνικής εκκλησίας αμέσως σχεδόν μετά το 1204 βλέπε R. Wolf «Τhe organization of the Latin Patriarchate of Constantinople 1204-61. Social and Administrative Consequences of the Latin Conquest», Traditio VI, (1948) 33-60. Επίσης Γιαννακόπουλου «Οn the Schism οf the Greek and Roman Churches: Α confidential Papal Directive for the Implementation of Union (1278)», Greek Orthodox Theological Review, I (1954) 16-24. Πάνω στην ελληνική ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο στα 1261 βλέπε τώρα Γιανν., Emperor Michael

    Palaeologus and the West, κεφ. 5. Για τον Μπροκάρντους βλ. πιο πάνω, Πρόλογος, υπ. 3.

    15. Γιαννακόπουλου, Greek Scholars, 18.

    16. Ομοίως.

    17. L. White, Latin Monasticism, 22, σημειώνει πως από το 678 ως το 752 έντεκα Πάπες ήταν Ανατολίτες, δηλαδή Έλληνες ή Σύριοι. Επίσης βλέπε J. McNulty και Β. Hamilton «Orientale lumen», et «Magistra Latinitas»: Ελληνικές επιρροές στο Δυτικό μοναχισμό, Le millénaire du Mont Athos (Σεβτώνη 1963) 181-217 και Β. Hamilton «The city οf Rome and the Eastern Churches», Orientalia Christiana Periodica, 27 (1961) 2-26.

    18. J. Bryce, Holy Roman Empire (Νέα Υόρκη 1913). W. Ohnsorge, Das Zweikaiserproblem im früheren Mittelalter (Χιλντεσχάϊμ 1947). Επίσης σχετικά με την τέχνη D.Talbot Rice, English Art 871-1100 (Οξφόρδη 1952) 21.

    19. Talbot Rice, Byzantine Art, νέα έκδοση (Λονδίνο 1967) 247.

    20. Βλέπε R. S. Lopez «Le probléme des Relations Anglo-byzantines du Septième Siècle», Byzantion, XVIII (1948), ιδ. 161-62. Σχετικά με τη χρήση του τίτλου βασιλέως από τους Νορμανδούς αλλά μόνον κατά τις ευχές της στέψης βλέπε Ρ.Schramm, Α History of the Englisch Coronation (Οξφόρδη 1937) 30. Για την τέχνη βλέπε Talbot Rice, Byzantine Art, 250 εξ. και το English Art του, 22, 133, ιδ.135, 250.

    21. Για τις πρώιμες επαφές των Αράβων με τους Νεστοριανούς και τους Μονοφυσίτες βλέπε π.χ. Ph. Hitti, History οf the Arabs (Λονδίνο 1960) 309. Για την Ισπανία βλέπε C. Haskins, Medieval Science.

  14. GOUGUENHEIM:Το Βυζάντιο; – Η δόξα των Ελλήνων!!!

    Aρθρο του Henri Temple* στο Réveil Français

    [Ο καθηγητής Τζον Τόλαν είναι κατηγορηματικός: «Ο Διαφωτισμός έβλεπε τον Προφήτη ως ήρωα του ορθολογισμού» (http://www.anixneuseis.gr/ευρωπαίος-ο-μωάμεθ-γιατί-όχι/) Απόρροια αυτού είναι η «επιστημονική» δοξασία ότι η Δυτική Ευρώπη γνώρισε τους αρχαίους Ελληνες σοφούς μέσω του «Φωτισμένου Ισλάμ». Δηλ. ότι τα ελληνικά συγγράμματα μεταφράστηκαν πρώτα στα συριακά, από αυτά στα αραβικά και από κει στα λατινικά…

    Κλείνοντας τα μάτια στην εγκυρότητα μιας τέτοιας μεταφραστικής διαδρομής αρνούνται πεισματικά τη συντομότερη διαδρομή: από τα ελληνικά στα λατινικά. Αλλά για τους Διαφωτιστές, a priori αποκλειόταν μοναχοί και ιερωμένοι, ως «σκοταδιστές χριστιανοί», να ασχολούνταν με συγγράμματα… ειδωλολατρών. (Πρόσφατα δεν είδαμε σε – καλοπληρωμένο – βίντεο ορθόδοξους μοναχούς να καταστρέφουν την Ακρόπολη;) Αυτό το σκοτεινό αντιχριστιανικό δόγμα, που περιβαλλόταν με «επιστημονικό» μανδύα, ανέτρεψε με ιστορικά αδιαμφησβήτητα στοιχεία ο καθηγητής Γκουγκεχάιμ.

    Αλλά η δόξα του Βυζαντίου δεν βρίσκεται μόνο στο ότι διέσωσε τα αρχαιοελληνικά συγγράμματα· πρωτίστως βρίσκεται στο ότι διέσωσε την Ορθοδοξία που δίνει νόημα στη ζωή των ανθρώπων και σώζει Εθνη… Και κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι ο Διαφωτισμός είναι μέσο της δυτικής κυριαρχίας και αν θέλουμε να ανορθώσουμε την πατρίδα πρέπει να τιμούμε του βυζαντινούς Πατέρες μας όσο και τους παππούδες μας τους αρχαίους…Ε.Δ.Ν.]

    ——————————–

    Όταν Συλβαίν Γκουγκενάιμ δημοσίευσε το βιβλίο ΄΄Ο Αριστοτέλης στο Mont Saint Michel, Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης» (Seuil, 2008), έπεσε θύμα ενός απίστευτου και βδελυρού σπασμού του δράκοντα που ονομάζεται μοναδική Σκέψη, καθώς συγκλονίστηκαν τα βαθύτερα δόγματά της: πώς τόλμησε να αμφισβητήσει την ιδέα ότι η πρόσβαση μας στον Αριστοτέλη έγινε δι’ άλλης οδού και όχι από τους Άραβες, ειδικά εκείνους που κατείχαν τη νότια Ισπανία, την πρώτη θέση των οποίων κατείχε ο Aβερόης; Όπως και η μυθική Ύδρα, ο δράκος αυτός έβγαλε (τουλάχιστον) 200 μαινόμενα κεφάλια· κατέλαβε ολόκληρες σελίδες του στις δικές μας γερμανοπατιναρισμένες Πράβντα. Υπάρχουν ακόμα και σήμερα τα ονόματα των 200 “συναδέλφων” του κ. Γκουγκενάιμ που τον λύντσαραν: μια ολόκληρη ανάκριση από το ίδρυμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (;) στην οποία ανήκει ο συγγραφέας (http://www.liberation.fr/tribune/2008/04/30/oui-l-occident-chretien-est-redevable-au-monde-islamique_70708). http://passouline.blog.lemonde.fr/2008/04/27/laffaire-aristote-chronique-dun-scandale-annonce).

    Το Μον Σαίν Μισέλ (ύψ. 80 μέτρα) είναι νησάκι ανοιχτά της Νορμανδίας. Στην κορυφή του υπάρχει το ομώνυμο μοναστήρι, με άγαλμα του Αρχαγγέλου [Σαιν] Μιχαήλ. Εδώ λειτουργούσε σκριπτόριο, υπό τον μοναχό Ιάκωβο τον Βενετό, στο οποίο μετέφραζαν χειρόγραφα του Αριστοτέλη στα λατινικά. Αυτής της μεταφραστικής ομάδας διασώζονται σήμερα στην Ευρώπη μια εκατοντάδα χειρογράφων από τα Φυσικά, 289 από τα Αναλυτικά Υστερα και τα Μεταφυσικά που χρησιμοποίησε ο Θωμάς ο Ακινάτης.

    Αυτή η σοβιετικού τύπου ανάκριση έγινε γιατί «αναθεωρεί (σικ) την ιδέα της συμμετοχής του ισλαμικού κόσμου στην ανάπτυξη της γνώσης στην Ευρώπη κατά τη μεσαιωνική εποχή … Η μεθοδολογική βάση και οι θέσεις αυτού του βιβλίου είναι αμφισβητήσιμες και συζητούνται επί του παρόντος από την κοινότητα ειδικών αυτής της περιόδου (sic), ιστορικούς και φιλόσοφους … η υπόθεση μοιάζει να υπερβαίνει την απλή έκφραση επιστημονικών θέσεων (sic). Το βιβλίο του Συλβαίν Γκουγκεχάιμ περιέχει μια σειρά αξιολογικών κρίσεων και ιδεολογικών θέσεων για το Ισλάμ· υπηρετεί σήμερα ως επιχείρημα (sic) ξενοφοβικές και ισλαμοφοβικές ομάδες που μιλούν ανοιχτά στο διαδίκτυο … Η Eκόλ Nορμάλ Σουπεριέρ της Λυών, κοσμικός θεσμός, δημοκρατικός και ανθρωπιστικός (sic), στην οποία ανήκει ο Συλβαίν Γκουγκεχάιμ, και από την οποία κατά μεγάλο μέρος αντλεί τη νομιμότητά του (sic), δεν μπορεί, με τη σιωπή του, να υποστηρίξει τέτοιες δηλώσεις. Εμείς, καθηγητές, ερευνητές, φοιτητές και απόφοιτοι της Μεταπτυχιακής Σχολής Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών, επιβεβαιώνουμε επίσημα ότι οι ιδεολογικές θέσεις (sic) του Συλβαίν Γκουγκεχάιμ δεν δεσμεύουν καθόλου τα μέλη της Σχολής του … θέλουμε να επιβεβαιώσουμε με δύναμη την προσήλωσή μας στην απαραίτητη διάκριση μεταξύ επιστημονικής έρευνας και ιδεολογικών παθών (sic!). Ζητούμε μια εμπεριστατωμένη έρευνα ηλεκτρονικών υπολογιστών σχετικά με τα προαναφερθέντα σημεία. Ζητούμε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση της εκπαιδευτικής ηρεμίας και της επιστημονικής φήμης του ENΣ (sic). Αυτή και αν είναι, δεκαετίες τώρα μειωμένη!

    Και να που ο μεγάλος και ελεύθερος ιστορικός μας μόλις δημοσίευσε τη Δόξα των Ελλήνων (Cerf, 2017), που δεν έχει αποσπάσει καμία κριτική από τον δράκο· τα 200 άδεια κεφάλια παρέμειναν σιωπηλά και είχαν το λόγο τους: ποιος όντως θα αναλάμβανε τον κίνδυνο γελοιοποιηθεί αμφισβητώντας ότι οι μεγάλοι κλασικοί Έλληνες συγγραφείς μας μεταδόθηκαν από τους … άμεσους κληρονόμους τους, τους Βυζαντινούς Έλληνες; Αυτό δεν εξαφανίζει καθόλου τον Αβερόη, του οποίου ο Θωμάς Aκινάτος σχολιάζει τις απόψεις· αλλά επανατοποθετεί στη σωστή του θέση αυτόν που, μη ξέροντας ελληνικά, είχε πρόσβαση στον Αριστοτέλη μόνο από αραβικές μεταφράσεις από τη Βαγδάτη και εργαζόταν κάτω από πολιτική πίεση. Ο Aβερόης άλλωστε θα εξοριστεί από τον Aμπού Γιουσούφ Γιακούμπ (Aλ Mανσούρ), και τα βιβλία του θα καούν: οι επικριτές του Γκουγκεχάιμ είναι πολύ πιο κοντά, όντως, στον Aλ Mανσούρ παρά στον Aβερόη, για τον οποίο δεν κατάλαβαν ότι ήταν μόνο ένα φευγαλέο φως στην Ανδαλουσίας, που γρήγορα έσβησε και παρέμεινε χωρίς διαδόχους (εκτός από το Σουφισμό, και αυτόν διωκόμενο).

    Οι επικριτές του κ. Γκουγκεχάιμ θα ήθελαν αναντιρρήτως μια αστυνομία της σκέψης: ζητούν έρευνα και μάλιστα ότι «να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρηθεί η εκπαιδευτική ηρεμία και η επιστημονική φήμη του ENS ». Eπίσημη επιστήμη, στα πρότυπα του Λυσένκο, «τυπωθήτω»;

    O Συλβαίν Γκουγκεχάιμ (γεν. 1960) είναι μεσαιωνολόγος και διδάσκει στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ της Λυών. Στα ενδιαφέροντά του επίσης είναι η ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και γνώσης και η μεταφορά τους στην λατινική Ευρώπη. Ειδικότερα, ο ρόλος που έπαιξε η Βυζαντινή αυτοκρατορία.

    Αρκούμαστε σε ελάχιστα για την ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία όμως διατήρησε τη φλόγα του δυτικού πολιτισμού, που τότε τρεμόσβηνε στα δυτικά, μέχρι που οι Τούρκοι πήραν την Κωνσταντινούπολη και μετέτρεψαν την Αγία Σοφία σε τζαμί (1453 ). Ο 100χρονος πόλεμος τελείωνε εδώ και ο Πάπας, απασχολημένος με την υπεράσπιση του πλούτου του, δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει αυτήν την τραγική υποχώρηση του Χριστιανισμού από τις πολεμικές επιθέσεις του Ισλάμ. Αυτά είναι κοινός τόπος.

    Το νέο έργο του Γκουγκεχάιμ μας εξηγεί (700 παραπομπές, 400 έργα βιβλιογραφία, συχνά με αποσπάσματα) τι έκανε το, ξεχασμένο έκτοτε, Βυζάντιο για εμάς: από το σημαντικό του κεφάλαιο οφείλουμε, για πάντα, να συγκρατήσουμε, να διαδώσουμε και να μεταβιβάσουμε ότι η δόξα των Βυζαντινών Ελλήνων είναι ότι μας έχουν μεταδώσει την ουσία όλων όσων αποτελούν το θεμέλιο του τεράστιου δυτικού μας πολιτισμού.

    Η πριγκίπισσα Θεοφανώ

    Τι απέμεινε, στη Δύση, από αυτόν τον ρωμαϊκό κόσμο, τόσο άγριο για τους Γάλλους πατέρες μας, κατά τη διάλυση του μετά από πέντε αιώνες βάναυσης κατοχής; Η μακρά φοβερή νύχτα του πρώιμου Μεσαίωνα που έληξε μόνο προς τα τέλη του 10ου αιώνα. Ιδιαίτερα με την Oθωνική Αναγέννηση στη Γερμανία, όταν ο Oθων παντρεύτηκε την Θεοφανώ, μια βυζαντινή πριγκίπισσα, αρχόντισσα μορφωμένη και με επιρροή, έφερε τους κλασικούς Έλληνες συγγραφείς στη Γερμανία, όπου η αριστοτελική λογική παραμένει – δυστυχώς, περισσότερο από ό, τι στη Γαλλία – η μήτρα της πανεπιστημιακής διανοητικής μεθόδου (που ακόμα και ο Ντεκάρτ δεν κατόρθωσε να βελτιώσει σε μας). Αλλά ποιος – εκτός από έναν αμόρφωτο – θα εκπλαγεί;

    Το κλασικό ελληνικό θαύμα αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε σε τέσσερα στάδια:
    -η αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου στα ανατολικά διαχέει τον ελληνικό πολιτισμό για δέκα αιώνες τουλάχιστο μέχρι τις Ινδίες και θα αντλήσει από αυτήν και μυστικιστούς θησαυρούς (Πλωτίνος).
    -Την αναγκαστική πολιτική ενσωμάτωση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία είχε ήδη διαποτιστεί από τον Ελληνισμό.
    -Τη χριστιανική περίοδο, η οποία ανέστειλε για λίγο την αρχαία γνώση, που θεωρήθηκε ειδωλολατρική**…
    -Και την περίοδος της αυστηρά βυζαντινής μοναξιάς, με την πτώση της Ρώμης, μια περίοδο που θα διαρκέσει σχεδόν 1000 χρόνια!

    Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια (μέχρι το 640 και την καταστροφή της λαμπρής βιβλιοθήκης της από τους Άραβες), το Βυζάντιο, διατήρησε ένα πυκνό και ποιοτικό σχολικό σύστημα (παιδεία). Αντέγραφαν υπομονετικά και έθεταν σε κυκλοφορία όλα τα επιστημονικά, ιατρικά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, μουσικά, θρησκευτικά, αρχαία και παλιά αριστουργήματα, των οποίων ο πάπυρος είχε φθαρεί, εφευρίσκοντας τη συνεχόμενη ελληνική γραφή (Βυζαντινή αναγέννηση του 9ου / 10ου αιώνα), την προοπτική στη ζωγραφική. Από τη νότια Ιταλία, η ελληνιστική κουλτούρα, παρούσα στο έργο του Αυγουστίνου, διεισδύει σε όλη τη Δύση: τη Γερμανία, τη Βενετία, τους Νορμανδούς της Σικελίας, τους μοναχούς της Ιρλανδίας.

    Βασικά, τι πιο προφανές ότι η ελληνική κληρονομιά μας μεταδόθηκε από Χριστιανούς σε Χριστιανούς, από Δυτικούς σε Δυτικούς, από γείτονες Έλληνες σε γείτονες Σικελούς, Βενετούς, από λατινόφωνους σε λατινόφωνους; Ο Ιάκωβος ο Βενετός στις αρχές του 12ου αιώνα, δεν ήταν καν ο πρώτος που αντέγραψε, μετέφρασε και διέδωσε λατινικές μεταφράσεις του Αριστοτέλη.

    Η αστάθεια των επιτευγμάτων της γνώσης εντυπωσιάζει. Πολιτισμοί εξαφανίζονται κάτω από τα χτυπήματα των εισβολέων, των ιεροεξεταστών ή των αυτοκρατόρων. Χρειάστηκαν αιώνες να επιστρέψουμε στο επίπεδο γνώσης των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν υπολογίσει την περιφέρεια της γης (Ερατοσθένης) ή το σχήμα της ελλειπτικής της γύρω από τον ήλιο (Υπατία). Στην πραγματικότητα: οι δικές μας γερμανοπατιναρισμένες Πράβδα δεν ασχολήθηκαν με το σοβαρό έργο του Γκουγκεχάιμ, 400 συναρπαστικές σελίδες μεγάλης πυκνότητας. Κατάντια. Αλλά ο Άγιος Μιχαήλ μόλις νίκησε τον Δράκο της Ενιαίας Σκέψης με 200 άδεια κεφάλια. Αυτό είναι σημείο ότι ο δράκος αυτός είναι ισχυρός μόνο εξαιτίας της δικής μας έλλειψης πεποιθήσεων και επιμονής.

    *Συνιδρυτής και Διευθυντής του Κέντρου οικονομικού δικαίου του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ και πολιτικός φιλόσοφος, εξέδωσε τα βιβλία Théorie générale de la nation : l’architecture du monde, 2014 και Qu’est-ce qu’une nation en Europe ? Co-dir. 2018.

    ** Η εκπαίδευση των βυζαντινοπαίδων άρχιζε με τον Ομηρο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μελετούσαν τους Ελληνες φιλοσόφους και χρησιμοποίησαν δικούς τους όρους (ουσία, υπόσταση, φύσις…) για τη διατύπωση του δόγματος. Το πρώτο Πανεπιστήμιο ονομαζόταν Πανδιδακτήριο και ιδρύθηκε το 425 από το Θεοδόσιο τον Β. Ηταν καθαρά κοσμικό ίδρυμα (φιλοσοφία, ιατρική – η βυζαντινή ιατρική διδασκόταν στη Δύση μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα-,νομικά, μαθηματικά, αστρονομία, μουσική, δασοκομία). Η θεολογία διδασκόταν στην Πατριαρχική Ακαδημία.

    Οι Σταυροφόροι κατέστρεψαν το Βυζάντιο
    Οι φιλόσοφοι των «Φώτων» το δυσφήμησαν

    [Πρόλογος του Συλβαίν Γκουγκεχάιμ στο κεφάλαιο «Βυζαντινή αυτοκρατορία» του νέου του βιβλίου Les Empires médiévaux (2019)]

    Σπάνια μια αυτοκρατορία προκάλεσε τόσες πολλές φαντασιώσεις, ζήλια και περιφρόνηση, αλλά και επίμονες προκαταλήψεις όσο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία – από τους μεσαιωνικούς χρόνους μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια. Διασφαλίζοντας την ανθεκτικότητα του ρωμαϊκού κράτους για περισσότερο από 1.000 χρόνια κατά τον Μεσαίωνα και μεταδίδοντας στη νεωτερικότητα τον αρχαιοελληνικό πνευματικό πολιτισμό, το Βυζάντιο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μέγιστο κράτος και μέγιστος πολιτισμός για την επιβεβαίωση της Ευρωπαϊκής και, γενικότερα, της “Δυτικής” κουλτούρας.

    Πρέπει να αναγνωρίσουμε, ωστόσο, ότι παραγνωρίζεται από τους συγχρόνους μας, ενώ έχει, είναι αλήθεια, ένα φωτοστέφανο στη φαντασία μας. Από αυτό το προφανές παράδοξο θα αρχίσει αυτό το κεφάλαιο, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ιστορία και ο μύθος συχνά διατηρούν εκλεκτικές συγγένειες. Να θυμίσουμε, αρχικά, ότι ο μύθος του Βυζαντίου καθιστά σίγουρα δυνατή την παρατήρηση ότι η αυτοκρατορία και ο πολιτισμός στους οποίους αποδίδουμε αυτό το όνομα – τόσο άστοχα – έχουν, κατά κάποιο τρόπο, διαρκέσει πολύ πέρα όχι μόνο από τον Μεσαίωνα αλλά και την τελική πτώση του κράτους του το 1453.

    Μετά το 1453, αυτό που ξέρει συνήθως ο απλός πολίτης για την Αυτοκρατορία συνδέεται κυρίως με το δίπολο της σαγήνης και της περιφρόνησης που ασκούσε – και ακόμα μπορεί – να προκαλεί. Στα συλλογικά μας ασυνείδητα, η ίδια η λέξη «Βυζάντιο» παραπέμπει σε χλιδή και σίγουρα πολυτέλεια, όπως υπενθυμίζει η γνωστή γαλλική έκφραση «Αυτό είναι Βυζάντιο!», όπου στη γλώσσα μας, πάντοτε το επίθετο “Βυζαντινός” αναφέρεται σε κούφιες ή κενές περιεχομένου πνευματικές αναζητήσεις, ταυτόσημες με εκείνες που εξακολουθούν να του αποδίδουν μερικά σημαντικά μυαλά, διενέξεις για το φύλο των αγγέλων ενώ η αυτοκρατορία επρόκειτο να καταρρεύσει.

    Μοντεσκιέ, Βολταίρος, Χέγκελ…

    Περισσότερο εξυψωμένη στη Δυτική Ευρώπη τον 16ο και 17ο αιώνα, η εικόνα του Βυζαντίου χάνει μεγάλο μέρος της ανωτερότητάς της την Εποχή του Διαφωτισμού, τα γραπτά του οποίου θεωρούνται από τα θεμελιακά στοιχεία της νεωτερικότητάς μας. «Κατασκεύασμα εξεγέρσεων, στάσεων, αισχροτήτων» για έναν Moντεσκιέ, αυτή η «Ελληνική Αυτοκρατορία» θεωρείται και από τον Βολταίρο «όνειδος της γης». Στην ίδια γραμμή και ο φιλόσοφος Χέγκελ, για τον οποίο στη χιλιετή αυτοκρατορία “κυριαρχούσαν εγκλήματα, μετριότητες, αισχρότητες”. Κατηγορούμενη στη συνέχεια, για αδιέξοδη ανάμειξη της πολιτικής και της θρησκείας, θεωρήθηκε υπεύθυνη για μια ατελείωτη ιστορία προστυχιάς και βίας.

    Για πολύ καιρό, στη Δυτική Ευρώπη, η εικόνα αυτή επιβλήθηκε, προτού το Βυζάντιο γίνει και πάλι αντικείμενο άξιο ενδιαφέροντος, που προκαλεί την περιέργεια και ξαναβρίσκει μια πιο αξιοζήλευτη θέση στις διανοητικές ενασχολήσεις. Ο Γκυ ντε Mωπασάν, θυμίζοντας την πόλη που βρίσκεται στο Βόσπορο και που, κατ ‘επέκταση, έδωσε το όνομά της στην αυτοκρατορία, φτάνει να την ορίσει “εκλεπτυσμένη, διεφθαρμένη, βάρβαρη και θρησκόληπτη” περιβαλλόμενη με ένα “μυστήριο”. Αυτό είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδουμε συνήθως στην ίδια τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

    Γενικότερα, η γαλλική λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα αποκατέστησε το όνομά της, πριν η αναγεννώμενη επιστημονική ιστορία της κόψει την ορμή. Έναν αιώνα αργότερα, όταν δεν την ξεχνά, η εποχή μας της δίνει μάλιστα μια θέση μοναδική αλλά θολή, πιθανότατα επειδή το Βυζάντιο διαφεύγει από τις διανοητικές μας κατηγοριοποιήσεις: δεν είναι ούτε Δύση ούτε εξολοκλήρου Ανατολή, είναι τόσο Ευρώπη όσο και Ασία, θέτει υπό αμφισβήτηση ότι υπήρξε ασυνέχεια ανάμεσα σε μια Αρχαιότητα που καταδυνάστευε σώμα και ψυχή μέχρι το 476* και έναν Μεσαίωνα που θα άρχιζε τότε, κλπ.

    *Ετος κατάλυσης του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους και η αρχή του δυτικοευρωπαϊκού Μεσαίωνα.

    Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

    https://www.atlantico.fr/imprimer-pdf/node/3577419

    http://www.anixneuseis.gr/gouguenheim%cf%84%ce%bf-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf-%ce%b7-%ce%b4%cf%8c%ce%be%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: