Τι ήταν το Βυζάντιο;

Σε ένα φόρουμ ακαδημαϊκών που συμμετέχω -όπου αραιά και που γίνονται κάποιες σοβαρές συζητήσεις- ένα από τα θέματα που απασχολούν τους συμμετέχοντες και byzantionαποτελούν αντικείμενο αντιπαραθέσεων είναι ο χαρακτήρας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών. Συνήθως, το φαινόμενο προσεγγίζεται με ανιστορικό τρόπο με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις και τις σύγχρονες προσλήψεις περί ταυτοτήτων.

Στα ερωτήματα που τίθενται στις συζητήσεις έβαλα τρεις προϋποθέσεις: «θα έπρεπε να τεθούν και να προηγούνται των όποιων ερωτήσεων, οι απαντήσεις στα εξής:
Ποιοί είναι οι Έλληνες τον 3ο μ.Χ. αιώνα;» 

Ποιός είναι ο επίσημος πολιτισμός στο Βυζάντιο και γιατί;» 
Ποιές είναι οι ταυτότητες των πληθυσμών στο Βυζάντιο; α) των λαϊκών,  β) της ελίτ» 

Στην εξέλιξη της συζήτησης έγραψα: 

«Κατ’ αρχάς το Βυζάντιο είναι η ίδια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που καταχρηστικά την αποκαλούμε ‘Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία’ και μόνο κατ’ οικονομίαν και για διευκόλυνση ‘Βυζάντιο».

Ακριβώς αυτή την αυτοκρατορική, οικουμενική διάσταση προσπάθησαν να αμφισβητήσουν οι Λατίνοι της Ρώμης μετά την επέλαση των Γότθων στην ιταλική χερσόνησο και την απόδοση του χαρακτηρισμού «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» στους Γερμανούς.   Ήδη από το 772 μ.Χ. η εκκλησία της Ρώμης έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα. Διεκδικώντας οικουμενικό πολιτικό ρόλο ο Πάπας της Ρώμης, εγκαινίασε τη σύγκρουση με την Κωνσταντινούπολη αποδίδοντας το 800 μ.Χ. τον τίτλο «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων» (Imperator Romanorum) στον Καρλομάγνο, κάτι που έως τότε ήταν αναμφισβήτητο κληρονομικό δικαίωμα του βυζαντινού αυτοκράτορα.

byzantion
Επειδή για ιστορικούς λόγους η Αυτοκρατορία περιορίστηκε στην περιοχή όπου επικρατούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί και καθοριστικός ήταν ο υψηλός ελληνικός πολιτισμός, που έτσι κι αλλιώς είχε επηρεάσει καταλυτικά και τους ίδιους τους Ρωμαίους, άρχισε μια διαδικασία βαθμιαίου εξελληνισμού του κράτους και του μηχανισμού.
 
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο Νίκος Σβορώνος: «…έντονη και διαρκής  τάση του (Βυζαντίου) προς τον εξελληνισμό, έως τη μεταβολή του σε ένα ελληνικό εθνικό κράτος, είναι πλέον μια ιστορική διαπίστωση γενικά παραδεκτή. Ανάμεσα στους λαούς που απάρτισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Ελληνισμός αποτελεί το δυναμικότερο, αν όχι το πολυπληθέστερο, στοιχείο της ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.»  
 
Η Αρβελέρ θεωρεί ότι διαμορφώθηκε ένα συλλογικό συναίσθημα ανωτερότητας, το οποίο βασίστηκε στην υπεροχή της ελληνικής παιδείας που ήταν η βάση του βυζαντινού πολιτισμού. Το συναίσθημα αυτό το χαρακτηρίζει «βυζαντινό σωβινισμό» και υποστηρίζει ότι: «η Αυτοκρατορία με την ποικιλία των λαών και των εθνών που περιλάμβανε προηγούμενα το Βυζάντιο, παραχώρησε τη θέση της σε μια ελληνορθόδοξη Αυτοκρατορία, με μια ενιαία παιδεία, ανεπιεική και αδιάλλακτη έναντι λαών και εθνών που είχαν διαφορετικά ιδεώδη.»
 
Η ταύτιση με την αρχαία Ελλάδα αρκετών Βυζαντινών διανοούμενων υπήρξε επακόλουθο της ελληνικής τους παιδείας που ήταν έτσι κι αλλιώς ουσιαστικό κομμάτι της ρωμαϊκής –ή ρωμαίικης- ταυτότητας. Αν στους διανοούμενους και λόγιους του Βυζαντίου τα πράγματα ήταν καθαρότερα, για τον απλό λαό υπήρξε μόνο η κοινή θρησκευτική πίστη ως συνδετική ουσία και όχι η αίσθηση της ενιαίας εθνοτικής ταυτότητας. Η ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα ήταν αυτή που μοιράζονταν οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας, χωρίς να έχουν άλλες εθνοτικές αναζήτησεις. Βέβαια η πολιτική ρωμαϊκή ταυτότητα υπήρξε επιλογή των αυτοκρατόρων και μέσο νομιμοποίησης της οικουμενικότητας και της μοναδικότητας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως της μοναδικής συνέχειας και κληρονόμου της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 
 
byzantion-konstantinoupoli
(έργο του  ζωγράφου Θανάση Μπακογιώργου)
 
Πάντως, χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στο πολυεθνικό αυτό κράτος οι βυζαντινολόγοι: O Arnold Toynbee αναφέρεται σε «βυζαντινούς Έλληνες» και σε «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό». Συμπεραίνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική». Ο Αndrew Wheatcroft στο βιβλίο του Οι Οθωμανοί γράφει ότι: «Η καινούργια πόλη (η Κωνσταντινούπολη) χρωστούσε λίγα στην παλιά Ρώμη και πολλά στην Ελλάδα» και υποστηρίζει ότι το Βυζάντιο ήταν  μια ελληνική αυτοκρατορία και σαν τέτοια συσπείρωσε στους κόλπους της όλα τα κατάλοιπα του ελληνισμού». Ο Braudel στην Γραμματική των Πολιτισμών αναφέρει το Βυζάντιο ως «Ελληνική Αυτοκρατορία». Ο Sture Linner υποστηρίζει ότι οι Βυζαντινοί, οι οποίοι ήταν περήφανοι για το ρωμαϊκό παρελθόν τους, «διεκδικούσαν το δικαίωμα να είναι Έλληνες, άμεσοι κληρονόμοι των ποιητών και των φιλοσόφων, των ιστορικών και των επιστημόνων της Ελλάδας των περασμένων αιώνων… είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος.» Ως «Έλληνες» αντιλαμβάνονταν τους Βυζαντινούς και οι Ρώσοι. Το Πατριαρχείο το αποκαλούσαν «Ελληνική Εκκλησία».
 
Ο Αρμένιος βυζαντινολόγος Χρ. Μ. Μπαρτικιάν αναφέρει ότι στις αρμενικές αναφορές από τον  5ο μ.Χ. αι. για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συναντιούνται οι εκφράσεις «βασίλειο των Ελλήνων», «χώρα των Ελλήνων», «μέρη των Ελλήνων» «ελληνικός στρατός», «αυτοκράτορας των Ελλήνων». Το ίδιο ακριβώς παρατηρείται και σε γεωργιανές αναφορές…. 

byzantion

Συμφωνούμε κατ’ αρχάς σε δύο πράγματα:
α) ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον 4ο μ.Χ. αι. περιορίστηκε στον ελληνόφωνο κόσμο και
β) ότι οι ταυτότητες των πληθυσμών εκείνη την εποχή ορίζονταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τα σύγχρονα στερεότυπα και βασίζονταν κυρίως στη θρησκευτική βάση.
 

Πώς διαμορφώθηκε η ταυτότητα των βυζαντινών πληθυσμών;  

Η ρωμαίικη ταυτότητα εδραιώθηκε στέρεα λόγω της μακράς περιόδου ύπαρξης του Βυζαντίου. Ισχυροποιήθηκε μέσα από τη θρησκευτική αυστηρότητα και προσήλωση σε πολύ συγκεκριμένους δογματικούς κανόνες, οι οποίοι επιβλήθηκαν από τους αυτοκράτορες για τη διατήρηση και ενίσχυση της κρατικής ενότητας. Η επιδίωξη της κρατικής ενότητας υπήρξε η βάση της σκληρής καταστολής των αιρέσεων, οι οποίες υπονόμευαν την ενιαία αντίληψη. Το κρατικό συμφέρον είχε διαμορφώσει μια byzantion-justinian4ανελαστική δογματική στάση (όπως λ.χ. τη  ρήση του Μ. Κωνσταντίνου «όπερ εγώ βούλομαι, τούτο κανών νομιζέσθω»), η οποία καθόρισε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Επιπλέον ο αυτοκράτορας είχε έναν ιερό ρόλο του «επί γης παντοκράτορος». Ήταν δηλαδή το επίγειο ισοδύναμο του επουράνιου βασιλέως. Σε πολιτικό επίπεδο επικρατούσε το βυζαντινό δόγμα της Translatio imperii, σύμφωνα με το οποίο ο μόνος πραγματικός Ρωμαίος αυτοκράτορας ήταν εκείνος της  Κωνσταντινούπολης.

Παράλληλα, η μετάβαση από την παγανιστική πολυθεϊα στο μονοθεϊστικό χριστιανισμό είχε οδηγήσει στη μετατροπή του όρου «Έλληνας» σε θρησκευτικό, σημαίνοντας τον «ειδωλολάτρη». Η Ελ. Γλύκατζη Αρβελέρ αναφέρει ότι όπως οι έννοιες «Έλληνας» και «Ειδωλολάτρης» ταυτίστηκαν, έτσι και οι έννοιες «Ρωμαίος» και «Χριστιανός» έγιναν ταυτόσημες. Η επικράτηση των θρησκευτικών σημασιών ήταν τέτοια, ώστε ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός αποκαλούσε τους Βυζαντινούς «Έθνος Χριστιανών».

 Έτσι, από τις απαρχές της ανατολικής πορείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διαμορφώνεται μια νέα ταυτότητα που βασίζεται σε τρία στοιχεία:
α) στην υπαγωγή στην κωνσταντινουπολίτικη εξουσία,
β) στην ελληνική γλώσσα και
γ) στην ορθόδοξη πίστη. 

bird_lg

 Η υψηλή μόρφωση ήταν από την αρχή, με αυτοκρατορικό διάταγμα, προϋπόθεση για να εισέλθει κάποιος στο αυτοκρατορικό περιβάλλον και να καταλάβει κάποια καίρια διοικητική θέση. Το διάταγμα αυτό ενσωματώθηκε αργότερα στο Θεοδοσιανό Κώδικα (438 μ.Χ.) Από την εποχή του Ιουστινιανού (534 μ.Χ.), παρά την συναισθηματική άρνηση της λατινικής ηγεσίας, η ελληνική γλώσσα καθιερώνεται στη βυζαντινή διοίκηση.  

 Κατά τους μέσους βυζαντινούς αιώνες (9ος-12ος αι.) το σύστημα της ανώτατης εκπαίδευσης παρακολουθούσαν διακόσιοι έως τριακόσιοι προνομιούχοι, οι οποίοι προορίζονταν για να στελεχώσουν τα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια της Αυτοκρατορίας. Η αρχαϊζουσα παιδεία ήταν βασική προϋπόθεση για την επιλογή των πρέσβεων σε ξένες χώρες. Αυτή η διοικητική ελίτ ήταν φορέας της πεποίθησης ότι οι Έλληνες είναι οι πρόγονοι των Βυζαντινών.

Παρότι οι εκχριστιανισμένοι ελληνικοί πληθυσμοί υιοθέτησαν το όνομα «Ρωμαίος» κράτησαν όμως το πολιτιστικό του περιεχόμενο, δηλαδή τη συνείδηση της ξεχωριστής ύπαρξης από τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία, όπως τη θρησκεία και –σε μεγάλο βαθμό- τη γλώσσα. Σημαντικό μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διασώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τη διδασκαλία των Βυζαντινών. Χαρακτηριστική και όχι μοναδική περίπτωση είναι ο Πατριάρχης Φώτιος, ο οποίος με τη Μυριόβιβλο ή Βιβλιοθήκη, διέσωσε τον 9ο αιώνα μ.χ. πολλά έργα Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Ο Φώτιος κάνει αναφορά σε  280 συγγραφείς Το έργο κάποιων από αυτούς (όπως Κτησίας, Κόνωνας, Μέμνονας, Διόδωρος) δεν σώθηκε μέχρι τις μέρες μας και μόνο χάρη στο Φώτιο γνωρίζουμε κάποια αποσπάσματα.

 Το περιεχόμενο των εθνοτικών όρων φαίνεται να ήταν κατανοητό στους Βυζαντινούς λόγιους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους την αττική μορφή της ελληνικής γλώσσας. Χαρακτηριστική είναι η χρήση των όρων από τον Ιωάννη Τζέτζη, που έζησε τον 11ο αιώνα… Σε επιστολή που απέστειλε στον Ισαάκο Β’ Κομνηνό αυτοπροσδιορίζεται ως «Έλληνας»: «…πόσω μάλλον  εμέ δει ταύτα φυλάττεσθαι, εκ των ευγενεστάτων Ιβήρων τω γε μητρώω γένει καθέλκοντα την σειράν, εκ δε του πατρός καθαρώς τυγχάνοντα ΄Ελληνα.» Τον ίδιο ακριβώς εθνοτικό όρο «Έλλην», χρησιμοποιεί και όταν αναφέρεται στους αρχαίους Έλληνες. Ο Τζέτζης έχει πλήρη επίγνωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων που δρουν εκείνη την περίοδο στα σύνορα της Αυτοκρατορίας και τις αναφέρει με το όνομά τους. Την ίδια επίγνωση έχει και για τους αρχαίους λαούς, όπως τους συναντά μέσα από της αρχαιοελληνική ιστοριογραφία την οποία φαίνεται να κατέχει άριστα.   

1204Η πλήρης ανάδυση στο προσκήνιο της ελληνικής ταυτότητας από εθνοτικής πλευράς, θα συμβεί τις εποχές γύρω από την Άλωση του 1204. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς θα λειτουργήσει ως ο καταλύτης για την εδραίωση μιας εθνοτικής ελληνικής ταυτότητας. Η Gill Page υποστηρίζει: «Το φαινόμενο της φραγκικής κατάκτησης και εξουσίας υπήρξε η πιο κρίσιμη κινητήρια δύναμη για τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο πεδίο των ρωμαϊκών εθνοτικών ταυτοτήτων… Οι κατακτήσεις των δυτικών στη Βυζαντινορωμαϊκή αυτοκρατορία ισοδυναμούσαν με μια εθνοτική κρίση (σ.τ.σ. προσκόλλησης στον πυρήνα του εθνοτικού τους αυτοπροσδιορισμού). Επόμενο ήταν τα εθνοτικά κριτήρια να βγουν στο προσκήνιο». Η Page, που χρησιμοποιεί ταυτόσημα τους όρους «Έλληνες» και «Ρωμαίοι», μελετά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την εθνοτική ταυτότητα των Βυζαντινών οι συγγραφείς εκείνης της εποχής.

Θα εμφανιστούν από τότε οι θεωρίες περί της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού  από τους μυθικούς χρόνους. O Nικήτας Χωνιάτης υπήρξε ένας μορφωμένος Βυζαντινός συγγραφέας που σταδιοδρόμησε στη δημόσια διοίκηση. Τη χρονιά της Άλωσης το 1204 ήταν 49 ετών. Ο Χωνιάτης ξεκάθαρα ταυτίζει τους Ρωμαίους με τους Έλληνες. Επίσης ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Περσών παρουσιάζεται ως το αντίστοιχο του αγώνα των Βυζαντινών κατά των Φράγκων, οι οποίοι θεωρούνται «βάρβαροι», όπως όλα τα υπόλοιπα έθνη –των Λατίνων συμπεριλαμβανομένων- με τα οποία έρχονταν σε επαφή. Την ίδια περίπου περίοδο συγγράφεται το Χρονικόν του Μορέως στη λατινοκρατούμενη Αχαϊα, όπου η ελληνική καταγωγή των βυζαντινών Ρωμαίων διατυπώνεται με σαφήνεια (στ. 795): «Διαβόντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι / Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν / -πολλά ήταν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν – / από την Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων.» Στους ανατολικούς λαούς υπάρχει ταύτιση των όρων «Ρωμαίος» και «Έλληνας». Ο Χρ. Μπαρτικιάν αναφέρει ότι ο Αρμένιος συγγραφέας του 13ου αι, Στέφανος Ὀρμπελιάν (1250-1305) γράφει: «ὁ βασιλεύς τῶν Yoyn (των Ἑλλήνων), δηλαδή τῶν Horom (των Ρωμαίων)».

…………………………..
Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από το υπό έκδοση βιβλίο μου με τίτλο «Εμείς και το Ισλάμ. Η συνάντηση του ελληνισμού με το αραβικό Ισλάμ.«

byzantion-prometopida

….και ένα νεότερο αφιέρωμα: 

Ο Κάουτσκι, ο χριστιανισμός, ο κομμουνισμός και οι πρώτοι μάρτυρες

cyprus

Advertisements

7 Σχόλια

  1. İstanbul fethedilemez

    https://www.evrensel.net/yazi/76752/istanbul-fethedilemez

    Η Κωνσταντινούπολη δεν κατακτιέται

    Η κατάκτηση μιας πόλης δεν είναι μια απλή αλλαγή κατοχής ανάμεσα στους παλιούς και στους νέους ιδιοκτήτες. Ακόμη και αν κατακτιούνται τα κτίρια, το πνεύμα που είχε η πόλη πριν κατακτηθεί καθιστά την άλωση ανολοκλήρωτη.

    Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης είναι μια κατάκτηση που δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ. Ακόμη και αν κατασκευάζονται οι δρόμοι έτσι ώστε να μην μείνει κανένα ίχνος των προηγούμενων ιδιοκτητών, έστω και αν αλλάζει εντελώς η δημογραφία και μετατρέπεται η Αγία Σοφία σε τζαμί, η πόλη κατά κάποιο τρόπο συντηρεί τους παλιούς ιδιοκτήτες της. H βυζαντινή μουσική που είναι θαμμένη μέσα στην τουρκική μουσική, τα θραύσματα αγγείων που βγαίνουν στην στάση του μετρό και οι τελετές κατάκτησης που δεν μπορούν να κάνουν να ξεχαστεί η καταγωγή της πόλης, υπογραμμίζουν το προ κατάκτησης παρελθόν της.

    Μια πλευρά της Κωνσταντινούπολης παραμένει ακατάκτητη και μας κλείνει το μάτι.

    Καθώς το παρελθόν που δεν έγινε δυνατόν να σβηστεί εντελώς δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση της κατάκτησης, κάθε χρόνο στις 29 Μαΐου καταλαμβάνεται για μια ακόμη φορά η Κωνσταντινούπολη και για μια ακόμη φορά καταστρέφεται η Ανατολική Ρώμη. Όμως δεν είναι μόνο οι σκόρπιες αναμνήσεις που δεν ηρεμούνε εντός της κατάκτησης. Η πόλη πρέπει καθημερινά να κατακτιέται ξανά, το μήνυμα πως η νίκη του παρελθόντος δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον, δεν προέρχεται από την απειλητική σιωπή των αναμνήσεων που μας κοιτάνε σαν ανοιχτό μάτι.

    …………….

    Παρά το ότι πέρασαν εκατοντάδες χρόνια υπάρχει μια ατελείωτη αναμέτρηση και κάθε επανάληψη της μυθοποιημένης στιγμής της κατάκτησης δεν ωφελεί σε τίποτε άλλο πέραν της επιβεβαίωσης της ύπαρξης ενός Βυζαντίου που δεν γονάτισε. Ο συνεχής τονισμός της κατάκτησης δεν τονίζει την νίκη, απλά δείχνει πως αυτή η νίκη δεν κερδήθηκε και ότι υπάρχει μια σταθερή αντίσταση της πόλης.

    ………………

    Noυράι Σαντζάρ

    http://tourkikanea.gr/2016/06/konstantinople-40/

  2. ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΩ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΝΟΥΡΑΙ ΣΑΝΤΖΑΡ 100% ….. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΑΥΤΗ Η ΠΡΟΣΕΓΚΥΣΗ ΠΟΤΕ…. ΤΟΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ.

  3. Dimitris Christoupolitis on

    Σωστές οι παρατηρήσεις και τεκμηριωμένες. Η δική μου επισήμανση -και διαφοροποίηση -έγκειται στο ότι υπάρχουν ενδείξεις αρκετές για να μας οδηγήσουν στην .άποψη ότι η χρήση του όρου «Έλληνας» ή «Γραικός»ως στοιχείο αυτοπροσδιορισμού μέσα στο Βυζάντιο δεν εμφανίζεται ξαφνικά μετά το 1204 αλλά υπάρχει σποραδικά στις πηγές σταθερά καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορικής πορείας της μεσαιωνικής ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Παραθέτω πληροφορίες από το βιβλίο μου «Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού: Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα», ελεύθερης πρόσβασης ηλεκτρονικό βιβλίο από τις εκδόσεις «Σαϊτα», σελ. 191-192, υποσημείωση 252: «Ωστόσο αξίζει να σταθεί κανείς και στις πολλές αναφορές των βυζαντινών πηγών που αποδεικνύουν την παράλληλη χρήση του όρου «Έλληνας» και «Γραικός» για τον προσδιορισμό ενός βυζαντινού υπηκόου, παρ’ όλη τη δαιμονοποίηση του όρου από την εκκλησία. Έτσι, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα, ο ιστορικός Προκόπιος τον 6ο αιώνα, αναφερόμενος στις ενέργειες του Αλέξανδρου, απεσταλμένου αξιωματούχου του Ιουστινιανού στις περιοχές της σημερινής Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου, ονοματίζει τους κατοίκους των περιοχών ως Έλληνες («καὶ τοὺς Ἕλληνας εἰργάσατο τάδε»). Ακόμη, στα πρακτικά της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 692 υπογράφει ο «Στέφανος ἐλέω Θεοῦ ἐπίσκοπος τῆς Κορινθίων μητροπόλεως τῆς Ἑλλήνων χώρας» (Μίσιου 1992: 121). Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή σχετίζεται με έναν ιερωμένο και περιλαμβάνεται στο πλέον επίσημο κείμενο της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, στα πρακτικά μιας Οικουμενικής Συνόδου. Ακόμη, ο Θεόδωρος Στουδίτης (759-826) στις επιστολές του χρησιμοποιεί τους όρους Γραικία και Γραικός για να περιγράψει τη σύγχρονή του βυζαντινή αυτοκρατορία και τους κατοίκους της (Κωνσταντέλος 2001-2002). Στα μέσα του 10ου αιώνα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος γράφει πως «οἱ τοῦ κάστρου Μαϊνης οἰκήτορες (οι Μανιάτες) οὐκ εἰσίν ἀπό τῆς γενεᾶς τῶν προῥηθἐντων Σκλάβων, ἀλλ’ ἐκ τῶν παλαιοτέρων Ρωμαίων, οἱ καί μέχρι τοῦ νῦν Ἕλληνες παρά τῶν ἐντοπίων προσαγορεύονται, διά τό ἐν τοῖς προπαλαιοῖς χρόνοις εἰδωλολάτρας εἶναι καί προσκυνητάς τῶν εἰδώλων κατά τους παλαιούς Ἕλληνας» (Πορφυρογέννητος, Περί Θεμάτων, PG 113, 376). Και συνεχίζει ο Πορφυρογέννητος τονίζοντας ότι οι Έλληνες Μανιάτες εκχριστιανίστηκαν στα χρόνια του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, δηλαδή μόλις στο β΄ μισό του 9ου αιώνα! Ο ίδιος αυτοκράτορας σημειώνει ακόμη στο έργο του Περί θεμάτων πως οι κάτοικοι της περιοχής της Προποντίδας μέχρι το Γρανικό ποταμό «πάντες Γραικοί ὀνομάζονται», ενώ άλλες αναφορές του φανερώνουν την επιβίωση της αρχαίας ονομασίας των ελληνικών φύλων των περιοχών της Μικράς Ασίας και των διαλέκτων τους (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς – πρωτότυπο κείμενο σε Παναγιώτου 2008: 275). Από την Κύζικο της Μικράς Ασίας, κοντά στην Προποντίδα, ο επίσκοπος Κωνσταντίνος σημειώνει το 10ο αιώνα για τους κατοίκους της πόλης ότι καυχώνται πως είναι άποικοι από την Ελλάδα, αν και, όπως προσθέτει, είναι απαίδευτοι και δεν έχουν τις αρετές των αρχαίων Ελλήνων (Σαράντη 2003: 26-27). Οι παραπάνω αναφορές είναι σημαντικές, γιατί αποδεικνύουν πως η συνείδηση της αρχαιοελληνικής καταγωγής δεν περιοριζόταν μόνο στους λόγιους βυζαντινούς, αλλά απλωνόταν και στον απλό λαό. Στα τέλη του 11ου αιώνα ο ανώνυμος Αθηναίος ερμηνευτής της Ρητορικής του Αριστοτέλους, αναφερόμενος στις λεηλασίες της Μ. Ασίας από τον Εμίρη της Κασταμονής Τανισμάνη, τονίζει πως «δει λοιπόν και ημάς τους Αθηναίους, όπως φροντίζωμεν πώς αν οι άλλοι Έλληνες δοξάζονται». Στα μέσα του 12ου αιώνα, στο κείμενο του Τιμαρίωνα (μια αφήγηση καθόδου στον Κάτω Κόσμο, σατιρικού χαρακτήρα) περιγράφεται η ετήσια 10ήμερη εμποροπανήγυρη των Δημητρίων της Θεσσαλονίκης, γιορτή η οποία είναι για τους Θεσσαλονικείς «όπως τα Παναθήναια για τους Αθηναίους και τα Πανιώνια για τους Μιλησίους» όπου συμμετέχουν, ανάμεσα στους άλλους, έμποροι «… Ελλήνων τῶν απανταχοῦ…» (Βλαχάκος 2004 Β: 52-53). Ο πατριάρχης Μιχαήλ της Αγχιάλου, σε λόγο που εκφωνεί απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό (1143-1180) γράφει πως «στο πέρασμά σου στρέφει τα μάτια του το Πανελλήνιο» (R. Browning, «A New Source on Byzantine-Hungarian Relations in the Twelfth Century. The Inaugural Lecture of Michael ὁ τοῦ Ἀγχιάλου as Ὕπατος τῶν φιλοσόφων,» Balkan Studies 2 (1961): 187-203, πρωτότυπο κείμενο από http://stephanus.tlg.uci.edu (8.10.2015)». Σημειώνω ακόμη πως καταλυτικό ρόλο στην εκ νέου συμφιλίωση των βυζαντινών Ελλήνων, δηλαδή των Ρωμιών -Ρωμαίων, με την αρχαία τους εθνική ονομασία έπαιξε ο Μέγας Αλέξανδρος και οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδών», ακριβώς διότι συνδέονταν με το αρχαίο κλέος του Αλέξανδρου και του Φιλίππου και την αρχαιοελληνική ταυτότητα, αλλά ποτέ δεν έπαψαν ταυτόχρονα να αποτελούν και κομμάτι της βυζαντινής ταυτότητας. Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα που έκανα, ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε πρότυπο για συνολικά 43 βυζαντινούς αυτοκράτορες και δεσπότες Μυστρά και Ηπείρου με τον ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειο Α΄ να είναι ο πρώτος που ανάγει την καταγωγή της γενιάς του στην Αλέξανδρο. Ταυτόχρονα, η συνέχεια της λαϊκής πρόσληψης του Αλέξανδρου στους βυζαντινούς πληθυσμούς, μέσα από το «Μυθιστόρημα του ψευδο-Καλλισθένη», τις λαϊκές παραδόσεις του «Αλέξανδρου – Κτίστη», του «Αλεξίκακου Αλέξανδρου» και άλλων μοτίβων ενίσχυσε την πρόσληψη του Μακεδόνα βασιλιά ως στοιχείο πολιτισμού και εθνικής ταυτότητας και συνέβαλλε στη γεφύρωση του μεσαιωνικού με τον αρχαίο ελληνισμό, διαδικασία που φτάνει στο απόγειό της με τις πατριωτικές αναφορές των αυτοκρατόρων της Νίκαιας, των Παλαιολόγων και των λογίων του 13ου -15ου αιώνα. Περισσότερα στην ενότητα «Ο Μέγας Αλέξανδρος στο Βυζάντιο» του βιβλίου μου, σελ. 191-349. που μπορεί κανείς να το κατεβάσει δωρεάν στην παρακάτω διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2016/11/ebook.209.html

  4. […] Αριστεράς και των χαμένων νοημάτων. Το δεύτερο:  Τι ήταν το Βυζάντιο; (Οι αγιογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν για την […]

  5. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

    Γεώργιος Στείρης | Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση | Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας ΕΚΠΑ

    Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

    Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

    Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

    Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

    Από τη μεριά του, ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος σε έναν διάλογο με κάποιον Εβραίο, έθεσε το ερώτημα: ποιος είμαι; Για να απαντήσει: είμαι χριστιανός. Παρεκτός του θρησκευτικού πλαισίου, ο Σχολάριος εκλάμβανε εαυτόν και τους συγχρόνους του ως Έλληνες και ονόμαζε την πατρίδα του Ελλάδα. Παραδεχόταν ότι ήταν απόγονος των Ελλήνων (Ἑλλήνων γάρ ἐσμέν παῖδες) και ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η πατρίδα του ελληνικού γένους στην εποχή του. Κομβικής σημασίας είναι η ανησυχία του για την πιθανότητα αφανισμού του ελληνικού γένους. O Σχολάριος, όμως, δεν συμμεριζόταν τον φόβο του Πλήθωνα για την πολιτισμική αλλοτρίωση του γένους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να αξιοποιηθεί η πρόοδος του δυτικού κόσμου. Οι σύγχρονοί του δεν έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες κατά αποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Ο Σχολάριος ένιωθε μια σύνδεση με τους Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, πέρα από χριστιανό και Ρωμαίο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός ελληνισμού, που θα εμπνεόταν μόνο από την κλασική αρχαιότητα, όπως είχε προταθεί από τον Πλήθωνα. Αντίθετα, επιδίωκε έναν ανανεωμένο και επίκαιρο ελληνισμό, που θα εμπλουτιζόταν από τα αξιόλογα στοιχεία που είχε να προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός· έναν ελληνισμό σύγχρονο, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του 15ου αιώνα.

    Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες -Έλληνας και χριστιανός- που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

    Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πάλι, είχε επισημάνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα έπρεπε να έχει ως στόχο της το όφελος του γένους και της κοινής εστίας των Ελλήνων. Απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον προσφωνεί βασιλιά της Ελλάδας (Ὦ τῆς Ἑλλάδος ἣλιε βασιλεῦ), όπως αργότερα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

    Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα. Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

    http://www.indeepanalysis.gr/politismos/oi-aparches-ths-neoellhnikhs-taytothtas-sto-ystero-vyzantio?utm_source=facebook&utm_medium=cpc&utm_campaign=FB_Arthra&utm_term=politismos&utm_content=oi-aparches-ths-neoellhnikhs-taytothtas-sto-ystero-vyzantio

  6. The Greeks really do have near-mythical origins, ancient DNA reveals

    By Ann GibbonsAug. 2, 2017 ,

    Ever since the days of Homer, Greeks have long idealized their Mycenaean “ancestors” in epic poems and classic tragedies that glorify the exploits of Odysseus, King Agamemnon, and other heroes who went in and out of favor with the Greek gods. Although these Mycenaeans were fictitious, scholars have debated whether today’s Greeks descend from the actual Mycenaeans, who created a famous civilization that dominated mainland Greece and the Aegean Sea from about 1600 B.C.E. to 1200 B.C.E., or whether the ancient Mycenaeans simply vanished from the region.

    Now, ancient DNA suggests that living Greeks are indeed the descendants of Mycenaeans, with only a small proportion of DNA from later migrations to Greece. And the Mycenaeans themselves were closely related to the earlier Minoans, the study reveals, another great civilization that flourished on the island of Crete from 2600 B.C.E. to 1400 B.C.E. (named for the mythical King Minos).

    The Lion Gate was the main entrance to the Bronze Age citadel of Mycenae, the center of the Mycenaean civilization.

    The ancient DNA comes from the teeth of 19 people, including 10 Minoans from Crete dating to 2900 B.C.E. to 1700 BCE, four Mycenaeans from the archaeological site at Mycenae and other cemeteries on the Greek mainland dating from 1700 B.C.E. to 1200 B.C.E., and five people from other early farming or Bronze Age (5400 B.C.E. to 1340 B.C.E.) cultures in Greece and Turkey. By comparing 1.2 million letters of genetic code across these genomes to those of 334 other ancient people from around the world and 30 modern Greeks, the researchers were able to plot how the individuals were related to each other.

    The ancient Mycenaeans and Minoans were most closely related to each other, and they both got three-quarters of their DNA from early farmers who lived in Greece and southwestern Anatolia, which is now part of Turkey, the team reports today in Nature. Both cultures additionally inherited DNA from people from the eastern Caucasus, near modern-day Iran, suggesting an early migration of people from the east after the early farmers settled there but before Mycenaeans split from Minoans.

    The Mycenaeans did have an important difference: They had some DNA—4% to 16%—from northern ancestors who came from Eastern Europe or Siberia. This suggests that a second wave of people from the Eurasian steppe came to mainland Greece by way of Eastern Europe or Armenia, but didn’t reach Crete, says Iosif Lazaridis, a population geneticist at Harvard University who co-led the study.

    This dancing Minoan woman from a fresco at Knossos, Crete (1600–1450 B.C.E.), resembles the Mycenaean women (above).
    Wolfgang Sauber/Wikimedia Commons
    Not surprisingly, the Minoans and Mycenaeans looked alike, both carrying genes for brown hair and brown eyes. Artists in both cultures painted dark-haired, dark-eyed people on frescoes and pottery who resemble each other, although the two cultures spoke and wrote different languages. The Mycenaeans were more militaristic, with art replete with spears and images of war, whereas Minoan art showed few signs of warfare, Lazaridis says. Because the Minoans script used hieroglyphics, some archaeologists thought they were partly Egyptian, which turns out to be false.

    When the researchers compared the DNA of modern Greeks to that of ancient Mycenaeans, they found a lot of genetic overlap. Modern Greeks share similar proportions of DNA from the same ancestral sources as Mycenaeans, although they have inherited a little less DNA from ancient Anatolian farmers and a bit more DNA from later migrations to Greece.

    The continuity between the Mycenaeans and living people is “particularly striking given that the Aegean has been a crossroads of civilizations for thousands of years,” says co-author George Stamatoyannopoulos of the University of Washington in Seattle. This suggests that the major components of the Greeks’ ancestry were already in place in the Bronze Age, after the migration of the earliest farmers from Anatolia set the template for the genetic makeup of Greeks and, in fact, most Europeans. “The spread of farming populations was the decisive moment when the major elements of the Greek population were already provided,” says archaeologist Colin Renfrew of the University of Cambridge in the United Kingdom, who was not involved in the work.

    The results also show it is possible to get ancient DNA from the hot, dry landscape of the eastern Mediterranean, Renfrew says. He and others now have hope for getting DNA from groups such as the mysterious Hittites who came to ancient Anatolia sometime before 2000 B.C.E. and who may have been the source of Caucasian ancestry in Mycenaeans and early Indo-European languages in the region. Archaeologist Kristian Kristiansen of the University of Gothenburg in Sweden, who was not involved in the work, agrees. “The results have now opened up the next chapter in the genetic history of western Eurasia—that of the Bronze Age Mediterranean.”

    *Update, 11 August, 10:23 a.m.: This article has been updated with information to clarify the genetic connection between modern Greeks and ancient Mycenaeans.

    http://www.sciencemag.org/news/2017/08/greeks-really-do-have-near-mythical-origins-ancient-dna-reveals

  7. Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση
    Από exeisminima – 14 Νοεμβρίου 2010 2 24

    Πρακτικά Ημερίδας Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 1453 ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

    Ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις πριν την Άλωση

    Βλάσης Αγτζίδης

    Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε η πρωτεύουσα του εκχριστιανισμένου ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η Κωνσταντινούπολη, ως «Νέα Ρώμη» ή «Νέα Ιερουσαλήμ», θα γίνει πρωτεύουσα αυτού του κόσμου.1 Βάση της βυζαντινής ταυτότητας ήταν η ελληνική γλώσσα, η χριστιανική θρησκεία και από τον 7ο μ.Χ αιώνα θα προστεθεί και η απόκρουση των μουσουλμάνων. Βαθύτατα εμπεδωμένη ήταν η συνείδηση ότι υπάρχει ένα χριστιανικό έθνος που πρέπει, όπως έγραψε ο Λέων ο ΣΤ, να δώσει τη μάχη «…για το Θεό, για την αγάπη του Θεού, για όλο το έθνος και πάνω απ’ όλα για τα αδέλφια μας, που βρίσκονται κάτω από το ζυγό των απίστων, για τα παιδιά μας και τις γυναίκες μας, για την πατρίδα μας. Να μην ξεχνούν να υπενθυμίζουν, ότι η μνήμη εκείνων που έπεσαν για την ελευθερία των αδελφών μας είναι αιώνια και ότι ο πόλεμος διεξάγεται εναντίον των εχθρών του Θεού.»2

    Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ γράφει γι αυτό το νέο κράτος: «Η ελληνικότητα σα μάθημα μεγαλοσύνης μαζί με τη Ρώμη θα ξαναβρεί προοδευτικά τίτλους ευγένειας στο ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος του Βυζαντίου. Ανανεωμένη από τα διδάγματα της νέας πνευματικής χριστιανικής αρετής, η ελληνική παιδεία και εμπειρία, θα αποτελέσει προοδευτικά το υπόβαθρο για το ξεκίνημα κάθε αναγέννησης, που μετά την πτώση της πόλης θα στηρίξει τον ευρωπαϊκό νεότερο κόσμο. Στη διαχρονικότητα της ιστορίας, το Βυζάντιο, χάρη στον ελληνοπρεπή και χριστιανομαθή ανθρωπισμό του, που θα στεριώσει με τον καιρό, θα γίνει η μεσαιωνική Αυτοκρατορία του ανανεωμένου Ελληνισμού».3

    Ο πληθυσμός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως Ρωμαίο-Ρωμιό, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε σημείο του τότε ελληνικού κόσμου. Ο όρος «Έλληνας» έχει μετατραπεί σε θρησκευτικό όρο και έχει ταυτιστεί με τον «εθνικό», τον «ειδωλολάτρη» από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες εξαιτίας της σύγκρουσης του μονοθεϊστικού χριστιανισμού με τον αρχαιοελληνικό παγανισμό.4

    Η ειρηνική περίοδος διαταράχτηκε από τις επιθέσεις των Περσών που θα αρχίσουν από τα μέσα του 5ου αιώνα για να κορυφωθούν στις αρχές του 7ου. Την περσική επιθετικότητα θα διαδεχθεί ένας νέος παράγοντας: το αραβικό ισλάμ, που με επιδρομές θα προκαλέσει και πάλι αναστάτωση στο χώρο της Μικράς Ασίας.

    1 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα, εκδ. Ψυχογιός, 1988, σελ. 14.

    2 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, ό.π., σελ. 40.

    3 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Μοντερνισμός και Βυζάντιο, Αθήνα, εκδ. Ίδρμα Γουλανδρή Χορν, 1992, σελ. 30-31.

    4 Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας», β’ έκδ., Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1985, σελ. 150.

    Η εξουδετέρωση της περσικής απειλής από τον Ηράκλειο (610-640) συνέπεσε με την ομαλή μετάβαση της εξουσίας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τους Λατίνους στους Έλληνες. Η ελληνική γλώσσα είχε παραμερίσει τη λατινική ακόμα και από την εποχή του Ιουστινιανού. O Arnold Toynbee αναφέρεται σε «βυζαντινούς Έλληνες» και σε «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό». Συμπεραίνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική». Ο Νίκος Σβορώνος θεωρεί ότι «…το Βυζάντιο είναι στην ουσία περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών κρατών της Ανατολής, παρά της Ρώμης» και διατυπώνει ευθαρσώς την άποψη ότι από την εποχή των Μακεδόνων αυτοκρατόρων το Βυζάντιο εξελίσσεται σε «ελληνικό εθνικό κράτος».5

    Ενδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα των Βυζαντινών είναι τα στερεότυπα που είχαν διαμορφώσει για τους άλλους λαούς, τους «ξένους», τα οποία κατά κανόνα ήταν αρνητικά και βασιζόταν στην αίσθηση της υπεροχής της ελληνικής τους παιδείας. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους λαούς αυτούς -Βουλγάρους, Ρώσους και Φράγκους- με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όπως: «γένος άνευ τιμής και αξιοπρεπείας», «γένος διεφθαρμένον», «λαός μηδαμινός και αιμοχαρής». Περιφρόνηση έδειχναν και προς μη ελληνικούς λαούς που κατείχαν σημαντική θέση στην Αυτοκρατορία, όπως οι Αρμένιοι. Για τους Βυζαντινούς, η συμπεριφορά των Αρμενίων ήταν αμφίβολη και θεωρούνταν ως «ασταθείς και άπιστοι».6 Αρνητικά ήταν τα στερεότυπα για τους Ιταλούς, Πέρσες κ.ά. Φυσικά, βαρύτεροι ήταν οι χαρακτηρισμοί για τα μουσουλμανικά έθνη των Αράβων και των Τούρκων.

    Παράλληλα βλέπουμε ότι ο όρος «Έλλην» σε διανοούμενους του βυζαντινού κόσμου αρχίζει βαθμιαία να σημασιοδοτείται εθνικά, και να απαλλάσεται από το παλιότερο θρησκευτικό περιεχόμενο. Εντοπίζεται από εκείνη την εποχή η ύπαρξη μιας πρώιμης συνείδησης ελληνικότητας σε μορφωμένους βυζαντινούς κύκλους. Για παράδειγμα, ο Κωσταντίνος Πορφυρογέννητος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου κατά το πρώτο μισό του 10ου αι. μ.Χ. γράφει για τις ποντιακές πόλεις Σινώπη, Αμάσεια, Αμισό «Ελληνίδες εισίν πόλεις», ενώ για το Θέμα Χαλδείας και την Τραπεζούντα «Ελλήνων εισίν αποικίαι».7 Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται και στους όρους που χρησιμοποιεί η Άννα Κομνηνή (1083-1146) στο έργο της.8

    Φαίνεται ότι από τους ύστερους, κυρίως, βυζαντινούς αιώνες και εντεύθεν οι βυζαντινοί διανοούμενοι εμφορούνταν από ελληνική εθνική συνείδηση.

    5 Νίκος Γ. Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2004, σελ. 33-35.

    6 Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , ό.π., σελ. 60-61, 133.

    7 Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα», ό,π., σελ. 153.

    8 A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, 1992, σ. 187 Για την κατανόηση εκείνης της εποχής και τις ιδεολογικές προσλήψεις των μεσαιωνικών Ελλήνων σημαντικό είναι το έργο Γιώργος Καραμπελιάς, «1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού», Αθήνα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2006.

    Η περίοδος όμως, όπου η νέα αυτή εθνική ταυτότητα θα πάρει μεγάλες διαστάσεις, θα ταυτιστεί με τη χρονική στιγμή πριν την Άλωση, όταν η Κωσταντινούπολη είχε μετατραπεί σε πόλη- κράτος κατά το παράδειγμα των ιταλικών εμπορικών πόλεων.

    Ο νέος ελληνισμός

    Η ιστορική πορεία του πληθυσμού και οι μεταβολές στην ταυτότητα και την αυτοαντίληψή του, εντάσσονται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της πορείας του συνολικού νέου ελληνισμού. Ο όρος «νέος ελληνισμός» χρησιμοποιείται από το συγγραφέα όχι σα μια στατική ιστορική μορφή, αλλά μ’ όλες τις πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του όπως τις περιγράφει ο Κ. Δημαράς. Ως «νέος ελληνισμός» περιγράφεται η μορφή εκείνη που διαμορφώνεται από τον 13ο αιώνα, όταν ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ονόμαζε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας «Ελλάδα» και θεωρούσε ότι οι ανατολικοί Ρωμαίοι ήταν εθνικά Έλληνες γράφοντας χαρακτηριστικά «Ελλήνων χριστωνυμούμενον κλέος ου σβέννυται».9

    Για το θέμα αυτό ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναφέρει: «Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την ιστορία του νέου ελληνισμού δεν την γνωρίζουμε ακόμη καλά, ιδίως τις αρχές της και την περίοδο της τουρκοκρατίας, μολονότι οι ερευνητές πληθύνονται τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι συστηματικές εργασίες. Κι αυτό γιατί το υλικό είναι τεράστιο και ποικίλο. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, κόπος και χρόνος πολύς, για να μελετηθούν οι δημοσιευμένες ως τώρα ελληνικής πηγές, βυζαντινές ή μεταβυζαντινές, καθώς και οι πλούσιες ξενόγλωσσες, και ν’ αξιοποιηθούν οι ειδήσεις που εξακολουθούν ακόμη να λανθάνουν μέσα τους. Ακόμη είναι ανάγκη να περισυλλεγή και να γίνη γνωστό το άφθονο ανέκδοτο ιστορικό υλικό και να δημοσιευθή το πιο σημαντικό απ’ αυτό, ώστε να γραφούν ειδικές μελέτες και μονογραφίες για διάφορα ζητήματα ή για ορισμένες χρονικές περιόδους και έτσι να γίνη η ιστορική σύνθεση όσο το δυνατόν πιο ακριβής και πλήρης.»10

    Σημείο τομής στην πολιτική ιστορία της περιοχής είναι η δημιουργία ενός μεσαιωνικού κράτους της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ως απόρροια της κατάληψης της Κωσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους την άνοιξη του 1204. Οι σταυροφόροι διέλυσαν τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό. H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων.

    9 Κ. Μ. Πλακογιαννάκη, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, εκδ. Κυρομάνος, χ.χ., σελ. 157

    10 Κ. Μ. Πλακογιάνης, ό.π. Χρήσιμο έργο για να κατανοηθεί ο νέος ελληνισμός είναι το βιβλίο Απόστολος Βακαλόπουλος, «Νέος ελληνισμός: Οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του έθνους 1204 – μέσα του 15ου αι»., Αθήνα, εκδ. Σταμούλη, 2008.

    Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Hπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. 11

    Σημαντικοί διανοούμενοι θα διαμορφωθούν την εποχή που θα ακολουθήσει. Η ταυτότητα των κατοίκων της Αυτοκρατορίας μπορεί να κατανοηθεί με τον τρόπο που απευθύνονται σ’ αυτόν οι ηγέτες του και οι διανοούμενοί του. Υπάρχει πλέον συνείδηση της εθνικής σημασίας που έχει ο όρος «Έλλην». Σε κείμενα του 15ου αι. εμφανίζονται ως «Έλληνες» και ως «Γραικοί». Ένας σύγχρονος συγγραφέας του Γεωργίου Τραπεζούντιου, που ζούσε στη Φλωρεντία, γράφει για τις αντιδράσεις τους με το άκουσμα της πτώσης της Τραπεζούντας στους Οθωμανούς: «Τις ου θρηνήσει τας ημετέρας συμφοράς; Οίχεται τα της βασιλείας Γραικών…».12 Το εντυπωσιακό με τον Γεώργιο Τραπεζούντιο είναι ότι γνωρίζοντας από κοντά τους Λατίνους τους απέρριψε πλήρως και έφτασε να θεωρεί ότι οι Έλληνες βρίσκονταν κοντύτερα στους Οθωμανούς.

    Ήταν βέβαια η εποχή όπου μεγάλο μέρος της ιθύνουσας τάξης των Οθωμανών, αλλά και του λαού, προερχόταν από εξισλαμισμένους βυζαντινούς. Ο Τραπεζούντιος ανέπτυξε μια συγκριτική θεώρηση του χριστιανισμού με το ισλάμ και στο κείμενό του «Παντοδαπή Δόξα» προέτρεπε τον Μωάμεθ να καταλάβει την Ευρώπη με αποτέλεσμα να φυλακιστεί (Οκτώβριος 1466-Φεβρουάριος 1467)13

    Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αναφέρεται ο Βησσαρίωνας στο Εγκώμιον εις Τραπεζούντα, που γράφτηκε το 1436-37 και βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.14 Στο κείμενο αυτό, ο Βησσαρίωνας έχει μια άριστη εποπτεία των ιστορικών γεγονότων και φαίνεται να κατέχει τη μέχρι τότε γραμματεία. Αναφέρεται στην ιστορία των Ελλήνων από την αρχαιότητα και στόχο έχει να εμφυσήσει την πίστη στους σύγχρονούς του Τραπεζούντιους ότι μπορούν να αμυνθούν κατά των Τούρκων, κατά το πρότυπο των αρχαίων Αθηναίων (ως Ιώνων) προγόνων τους. Η συνέχεια των Ελλήνων θεωρείται δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Ο Βησσαρίων θεωρεί ότι ευθεία γραμμή χωρίς αλλαγές και ασυνέχειες συνδέει την Αθήνα, τη Μίλητο, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα. Οι όροι που χρησιμοποιεί είναι “Ελληνες” και “Ρωμαίοι”. Ενώ ο όρος “Έλληνες” χρησιμοποιείται με ίδια σημασία από την αρχή έως το τέλος του κειμένου, ο όρος Ρωμαίοι” διαφοροποιείται στη συνέχεια. Ενώ στην αρχή, κατά την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης του ελληνικού κόσμου, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους Έλληνες, στη συνέχεια και στην εποχή του Βυζαντίου παρουσιάζεται η “των Ρωμαίων αρχή” ως δική μας.

    11 Για τη μεσαιωνική Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας βλ. Jac. Ph. Fallmerayer, Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt, (Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας), 1827 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε απ΄ τις εκδ. Κυριακίδη), Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης, Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας και του Πόντου, παράρτημα 25 Αρχείον Πόντου, Αθήνα, 2005.

    12 Αχιλλέας Ανθεμίδης, «Η συμβολή του μεγάλου Βησσαρίωνα στη μετάδοση των κλασικών γραμμάτων στη Δύση», β’ έκδ., Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 13.

    13 Κωνσταντῖνος Ν. Σάθας, Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς Γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων, Αθήνα, 1868, σ. 44-45.

    14 Δημοσιεύτηκε το 1984 από τον Οδυσσέα Λαμψίδη στο “Αρχείον Πόντου”, τόμ. 39, σελ. 3-72. (John Monfasani, Byzantine Scholars in Renaissance Italy: Cardinal Bessarion and other Émigrés, UK, εκδ. Aldershot, 1995.) Η επιρροή της Δύσης από τους Βυζαντινούς διανοούμενους παρουσιάζεται στο: Gouguenheim, Sylvain, Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ. Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης, Αθήνα, εκδ. Ολκός, 2009.

    Η μόνη διαφορά της αφήγησης του Βησσαρίωνα στο «Εγκώμιον….» (1436-37) από τη αφήγηση του κατά 5 αιώνες μεταγενέστερου Παπαρηγόπουλου, είναι ότι τον όρο “έθνος” τον χρησιμοποιεί με διαφορετική σημασία. Κάτι ως φύλα ή πληθυσμιακές ομάδες. Δηλαδή οι Έλληνες κατά τον Βησσαρίωνα διακρίνονταν σε πολλά “έθνη”… Ο Βησσαρίωνας θεωρείται από τους Δυτικούς ως ένας από τους διανοούμενους που ετοίμασαν τη Δύση για να περάσει στην Αναγέννηση. Με την προσέγγιση αυτή του Βησσαρίωνα, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που εξελίσσεται τον 15ο αιώνα, όπου ισχύουν αυτούσιες οι σύγχρονες θεωρίες για την δημιουργία ταυτότητας και συνείδησης. Η άποψη του Eric Hobsbawm για διαδικασίες που εμφανίζονται στην ανθρώπινη ιστορία την εποχή της νεωτερικότητας, όπου υπάρχει μια «ανασκοπική μυθολογία» που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη, απλώς εμπειρικά αντιληπτή κοινότητα και την μετατρέπει σε μια φαντασιακή κοινότητα -που αναπαράγεται ως παρελθόν στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων και θεμελιώνει μια εθνική ή εθνοτική ταυτότητα- θα μπορούσε να αναφέρεται πλήρως στο κείμενο αυτό του Βησσαρίωνα. Μόνο που αυτό είναι αδύνατον, γιατί σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, οι συγκεκριμένες διαδικασίες του 15ου αιώνα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.15

    Ενδιαφέρον έχει ότι ο Φαλμεράιερ, που έγραψε μια έγκυρη ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, έχει μια αντίληψη αντίστοιχη με αυτή του Βησσαρίωνα. Αποδέχεται τη συνέχεια των Ελλήνων και θεωρεί ότι το ελληνικό έθνος υπήρχε διαρκώς και συνεχώς από τους ομηρικούς χρόνους, ως διακριτή οντότητα, χωρίς ιδιαίτερες “μεταμορφώσεις”. Ο Φαλμεράιερ θεωρεί Έλληνες -με τη σημασία που δίνουν οι δυτικοί του 19ου αιώνα- τους μεσαιωνικούς Ρωμιούς. Γράφει στον Πρόλογο του Geschichte des Kaiserthums von Trapezunt (Μόναχο, 1827): «Η ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας… οδηγεί τον αναγνώστη στο χρόνο, μέχρι το παρηκμασμένο ανάκτορο του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου… Ο χαρακτήρας τους είναι τραγικός, όπως και η όλη ιστορία της ελληνικής φυλής…».

    Θα πρέπει να οριστεί τι ήταν εκείνη η «ελληνικότητα» που αναδύθηκε πολιτικά – και όχι μόνο σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων- πριν την Άλωση. Την ιστορική εκείνη στιγμή, η Κωνσταντινούπολη είχε απωλέσει πλέον το σύνολο σχεδόν των εδαφών του Βυζαντίου και είχε μετατραπεί σε πόλη-κράτος εμπόρων. Διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη πολιτική διαρχία και εμφανίστηκαν νέες αντιθέσεις. Η αδιαμφισβήτητη έως τότε εξουσία της Εκκλησίας, που υπήρξε για αιώνες ο βασικός θεσμός της Αυτοκρατορίας, αμφισβητήθηκε από την πολιτική εξουσία. Έτσι, κατά την Κιουσοπούλου, προήλθε η σύγκρουση ενωτικών-ανθενωτικών. Οι ενωτικοί εξέφραζαν την τάση των εθνικά Ελλήνων, ενώ οι ανθενωτικοί την παλιά θρησκευτική και οικουμενική ρωμιοσύνη. Φαίνεται ότι εκείνη την πολύ πρώιμη εποχή διαμορφώθηκε μια εθνική ταυτότητα που βασιζόταν στην ελληνικότητα και επεδίωκε την διαμόρφωση της συγκρότησης μιας ξεχωριστής κοινότητας που είχε και εδαφικό προσδιορισμό.

    15 βλ. E. J. Hobsbawm, “ Ethnicity and nationalism in Europe today”, περ. Anthropology today, vol. 8 , no. 1. 1992, σελ. 3

    Η Τόνια Κιουσοπούλου στο εξαιρετικό έργο της με τίτλο «Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση» μεταξύ άλλων γράφει: “…Η ανάλυση των σωζόμενων κειμένων επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζουμε, ότι, δηλαδή, λόγω της ελληνοφωνίας του, κανένας λόγιος του 15ου αιώνα δεν αρνιόταν ότι ήταν Έλληνας. Η διαφορά όμως στον τρόπο με τον οποίο οι λόγιοι προσέγγιζαν την ελληνικότητά τους πήγαζε από το γεγονός ότι για τους Παλαιολόγους και τους οπαδούς τους η ελληνικότητα συνιστούσε στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας ή αντίστροφα, ότι η ελληνικότητα προβαλλόταν ως το απαραίτητο στοιχείο για να συγκροτηθεί μία ξεχωριστή κοινότητα που είχε και εδαφικό προσδιορισμό….”16

    Το συναίσθημα αυτό, που κορυφώθηκε την περίοδο αυτή, θα υπάρξει στη συνέχεια στους κόλπους των Ελλήνων φυγάδων της διασποράς και θα καταγραφεί ως συνεχής παρουσία μιας ομάδας εμφορούμενης από εθνική συνείδηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Άννας Νοταρά, που μετά την Άλωση κατέφυγε στη Βενετία. Η Άννα ήταν κόρη του Mεγάλου δούκα Λουκά Nοταρά, πρωθυπουργού του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου και το μόνο μέλος της οικογένειας που σώθηκε. Το 1499 ίδρυσε στην Βενετία μαζί με δύο άλλους τον Νικόλαο Βλαστό και τον Ζαχαρία Καλλιέργη έναν από τους πρώτους εκδοτικούς οίκους ελληνικών βιβλίων.17 Και αυτό δεν υπήρχε μόνο στους φυγάδες Έλληνες στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Ρωσίας αλλά και στη θρησκευτική ελληνόφωνη ηγεσία. Η παρακάτω περιγραφή σε συνοδικό κείμενο ορθόδοξων πατριαρχών το 1716 είναι αποκαλυπτική της αυτοαντίληψης που έχει η ελίτ των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ταυτότητά: ««Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων»18.

    Η ύπαρξη αυτού του διακριτού ιδεολογικού ρεύματος θα λειτουργήσει ως καταλύτης και θα ευνοήσει την μετάβαση από την εθνότητα στο έθνος. Οι Έλληνες περιγράφονται ως «Γραικοί» από πλήθος περιηγητών των σκοτεινών χρόνων της ισλαμικής κυριαρχίας.19 Θα υπάρξει έτσι μια πρώιμη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής κοινότητας , που θα διεκδικήσει πλέον την καταστροφή της απολυταρχικής οθωμανικής εξουσίας. Η νεωτερικότητα θα εισβάλει στο χώρο της καθ’ ημάς μουσουλμανικής Ανατολής μεταξύ άλλων και μέσα από τα κινήματα των απόκληρων χριστιανών.

    16 Το ζήτημα της ελληνικότητας και της συνείδησης λίγο πριν την Άλωση της Πόλης το αναπτύσσει υποδειγματικά η Τόνια Κιουσοπούλου στο βιβλίο της «Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση“, εκδ. Πόλις, 2008.

    17 Κωσταντίνος Σάθας, «H πρώτη εκ Bενετίας Eλληνική Tυπογραφία», περ. Mελέτη 1905.

    18 Ιωάννης Ν. Καρμίρης, Τα δογματικά και τα συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Β’ Αθήνα 1953, σ. 789

    19 Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα ενός περιηγητή του 1632 στην Ανατολή, που μας παραθέτει η Μαρία Τοντόροβα. Στο “Ταξίδι στο Λεβάντε”, ο Henry Blout λάτρης των Οθωμανών (που τους αποκαλεί Τούρκους, εννοώντας όμως τους οθωμανούς μουσουλμάνους) περιγράφει με την εθνική τους ονομασία τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που συνάντησε: «τους Γραικούς, τους Αρμένιους, τους Φράγκους, τους Αθίγγανους, τους Ιουδαίους…» (A voyage into the Levant. Α Breife relation of a Journey,lately performed by Master H.B.Gentleman, Λονδίνο, Andrew Crooke, 1636)

    Σημαντικό στοιχείο για την κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν η ταξική τους τοποθέτηση, εφόσον ήταν οι καταπιεσμένοι και περιφρονημένοι κοινωνικά πληθυσμοί.

    Η πιθανότητα ύπαρξης ενός προ-έθνους εκείνη την εποχή δεν συνάγεται μόνο από τα κείμενα της διανοούμενης ελίτ. Υλικό όπου διακρίνεται το λαϊκό συναίσθημα υπάρχει και βρίσκεται στη λαογραφία. Τέτοιο υλικό συνιστούν εκφράσεις που βρίσκονται σε ακριτικά ποντιακά τραγούδια όπως: ” Καλώς, καλώς το παληκάρ’ / τον Έλλενον τον νέον”, ή “Έπαρ’ υι’ε μ’ την σπάθην σου / τ’ ελλενικόν κοντάριν’, ή “Πείτε το τ’ αδέλφια μ’ ‘ τους Έλλενους” ή “Δρακέλλενας, τραντέλλενας / ρωμαίικον παληκάρι” ή «Την Πόλιν όντας όριζεν ο Έλλεν Κωσταντίνον». Στο χώρο του Πόντου ο όρος αυτός παρέμεινε εν χρήσει στο λαϊκό λόγο, κυρίως σε θέση επιθέτου που σήμαινε ο «ήρωας», ο «πολύ γενναίος άνδρας».20Λαογράφοι όπως η Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος υποστηρίζει ότι “Σ’ όλον τον ελληνικό χώρο κανείς άλλος δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα”. Νομίζω όμως ότι τη συγκεκριμένη εποχή ο όρος “Έλλην-Έλλεν” για το λαό έχει μετατραπεί επίσης σε επίθετο και σήμαινε ο “ήρωας” ή ο “πάρα πολύ γενναίος”.»21

    Πάντως και να διατηρήθηκε ως εθνωνύμιο μέχρι το Μεσαίωνα -πράγμα συμβατό με το συνολικό ρεύμα της εποχής πριν την Άλωση- στη συνέχεια, όσον αφορά τη λαϊκή του χρήση, εξαφανίστηκε. Πιθανόν να αναπαραγόταν εφεξής μέσω της παιδείας, δεδομένου ότι από τα μέσα του 17ου έχουμε τη δημιουργία σχολείων σε πολλά μέρη του τότε ελληνικού κόσμου. Όμως δε φαίνεται να διατηρήθηκε ως εθνοτικός προσδιορισμός στο λαό, στον οποίο είχε επικρατήσει η ονομασία «Ρωμαίος-Ρωμιός».

    Στις αρχές του 14ου αιώνα, μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της δυτικής Μικράς Ασίας από τους Τουρκομάνους εισβολείς φαίνεται ότι υπήρχαν ακόμα πολλοί Έλληνες. Το εθνωνύμιο «Ελληνας» ως «Γιουνάν» φαίνεται ότι υπάρχει σε χρήση και στους μουσουλμάνους διανοούμενους παράλληλα με το «Ρωμαίος-Ρουμ». Ο Άραβας περιηγητής Ιμπν Μπατούτα γράφει για την περιοχή: «Ονομάζεται Ρουμ γιατί ήταν δική τους χώρα στο παρελθόν, και από κει προέρχεται το αρχαίο Ρουμ και οι Γιουνάνις (δηλ. οι Έλληνες). Αργότερα κατακτήθηκε από τους μουσουλμάνους, αλλά πάρα πολλοί χριστιανοί εξακολουθούν να ζουν υπό την προστασία των Τουρκομάνων μωαμεθανών».22

    Ενδιαφέρον έχει ότι οι Σελτζούκοι ποτέ δεν ονόμασαν το κράτος «Τουρκία» αλλά, αντιθέτως, Diyar-I Rum, δηλαδή «Τόπο των Ρωμιών», ενώ τη μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια του κράτους τους που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο, ανατολικά έφτανε μέχρι την Άγκυρα και τη Καισάρεια και δυτικά ως το Δορύλαιο, vilayet-I Yunani, δηλαδή «Ελλάδα».23

    20 Α. Κυριακίδου-Νέστορος, «Ρωμιοί, Έλληνες και Φιλέλληνες», Λαογραφικά Μελετήματα, τόμ. Ι, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1989, σελ. 224.

    21 Γιώργος Βελούδης, O J. P. Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, εκδ. Μνήμων, Αθήνα, 1982, σελ. 19.

    22 Σπύρος Βρυώνης, ό.π., σελ. 542.

    23 Νεοκλής Σαρρής, ό.π., σελ. 47.

    Σήμερα, η έννοια του Ρωμιού για τους περισσότερους μελετητές είναι συνώνυμη της λέξης ‘Έλληνας Όπως γράφει η Μαρία Τοντόροβα «Για τους οθωμανούς κυρίαρχους, η περιοχή ήταν ‘Ρουμ-ελί’ –η Ρωμυλία- που κατά λέξη σημαίνει ‘η χώρα των Ρωμαίων’, δηλαδή των Ελλήνων». Βέβαια ο όρος «Έλληνας» έχει κι αυτός τις δικές του περιπέτειες με τη διαφορετική σύλληψη από διαφορετικές ομάδες του ελληνικού ή ρωμαίικου ή γραικικού πληθυσμού. Ο Γεώργιος Φατζέας στο έργο του «Γραμματική Γεωγραφία» (Βενετία, 1720) χρησιμοποιεί ως συνώνυμα τους όρους «Ρωμαίοι», «Γραικοί» και «Έλληνες».

    Η ταύτιση αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα σε πληθυσμούς, όπως οι σοβιετικοί Πόντιοι και Μαριουπολίτες, που δεν έχουν υποστεί την επιβολή των νέων σημασιών, είτε μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, είτε μέσα από ιδεολογικές παρεμβάσεις απόρροια της εποχής του έθνους-κράτους.24

    Συζητώντας για το έθνος

    Με αφορμή την εμφάνιση ενός ελληνικού πρωτο-έθνους εντός του ρωμαίικου ορθόδοξου γένους, κατά την περίοδο πριν την Άλωση, βρισκόμαστε σε ένα δημιουργικό διάλογο με τις νέες θεωρητικές αντιλήψεις περί του σύγχρονου έθνους και του χρονικού σημείου εμφάνισής του στο ιστορικό προσκήνιο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω μ’ αφορμή τη διατύπωση ενός θεωρητικού μοντέλου από τον Eric Hobsbawm. Για τη διαδικασία μετάβασης από την εθνότητα στο έθνος και τον τρόπο ανασυγκρότησης του εθνοτικού ιστορικού υλικού, χρήσιμες είναι οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά καιρούς στο πλαίσιο της συζήτησης για το αν το έθνος προηγείται του εθνικισμού ή το αντίθετο.

    Σχετικές είναι και οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι το έθνος, στη νεωτερική εκδοχή της εννοίας του, αποτελεί μεν συνέχεια των παραδοσιακών προνεωτερικών εθνικών ομάδων, επιδέχεται όμως και έναν μετασχηματισμό, που οφείλεται και στις απαιτήσεις της νεότερης βιομηχανικής κοινωνίας και στην απομάκρυνση από την παλαιά, θρησκευτικού τύπου, μορφή συνείδησης. Το έθνος, αποτελεί μια νέα κοινότητα σεσχέση με την παραδοσιακή κοινότητα.25 Πάντως στην ελληνική περίπτωση υπάρχει μια ιδιομορφία.

    24 Αναφορά της Μαρία Τοντόροβα, «Τα Βαλκάνια: από την ανακάλυψή τους στην ‘κατασκευή’ τους», στο Εθνικό Κίνημα στα Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1996, σελ. 77.

    25 Νίκος Δεμερτζής, «Πότε δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος», εφημ Το Βήμα, 6-2-2005, Πέτρος Θεοδωρίδης, Μεταμορφώσεις της ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Αντιγόνη, 2004, Διονύσιος Α.Ζακυθηνός, «Μεταβυζαντινή και Νεωτέρα Ελληνική Ιστοριογραφία», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1974. Ν. Βλάχος, «Ο Θεσσαλός λόγιος Δημήτριος Αλεξανδρίδης (Τυρναβίτης) εκδότης του ‘Ελληνικού Τηλεγράφου’ (1812-1836)», Αθήνα, 1976.

    Υπάρχουν ουσιαστικές αποκλίσεις στο ελληνικό παράδειγμα από το μοντέλο που εισηγείται η γραμμική-κατασκευαστική αντίληψη ότι η ιδεολογία του εθνικισμού οδηγεί στη διαμόρφωση έθνους που βασίζεται σ’ ένα επινοημένο σύνολο ιδεολογικών κανόνων και ιστορικών αναπαραστάσεων, όπου το φαντασιακό στοιχείο μετατρέπει το «άδειο» κύριο σημαίνον σε πραγματική ουσία. Με βάση αυτή την αντίληψη δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχει η αντίληψη περί συνέχεια των Ελλήνων τον 16ο αιώνα, όταν ο Ιέραξ στο «Χρονικόν περί την των Τούρκων βασιλείας» παραλληλίζει τους υπερασπιστές της Κωσταντινούπολης με τους 300 του Λεωνίδα.

    Δεν μπορεί επίσης να εξηγηθεί το πώς είναι δυνατόν πολλές δεκαετίες πριν τη συγκρότηση εθνικού κράτους και την εμφάνιση του Παπαρηγόπουλου να έχει γραφεί η ιστορία του ελληνικού έθνους, όπως στο έργο του Δημητρίου Αλεξανδρίδη «Ελληνικός Καθρέπτης» (Βενετία, 1806) να αναφέρεται σε έναν ενιαίο πληθυσμό από τα προομηρικά χρόνια ως τον 15ο αιώνα. Ο ίδιος συγγράφεας προσθέτει το 1807 σε μια μετάφραση μιας «Ιστορίας της Ελλάδος» κι ένα τρίτο τόμο με την ιστορία της Ρωμανίας, δηλαδή του Βυζαντίου.

    Φαίνεται ότι υπάρχει εθνική συνείδηση συγκροτημένη σε συγκεκριμένους κύκλους διανοουμένων πολύ πριν την εμφάνιση της νεωτερικότητας. Η πρώιμη αυτή εθνική συνείδηση διαδίδεται στη συνέχεια και επικρατεί στις ρωμαίικες μάζες όταν οι ιστορικές συνθήκες το επιτρέπουν. Μετά τη δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα, κωδικοποιείται με το παπαρηγοπούλειο σχήμα, το οποίο όμως μ’ έναν παράδοξο τρόπο το βρίσκουμε να πρωτοεκφράζεται 4 αιώνες πριν, από τους βυζαντινούς διανοούμενους του 15ου αιώνα.

    http://exeisminima.gr/blog/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%83/

    ———————–

    Πρακτικά Ημερίδας Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

    http://mikrasiatis.gr/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%83/

    ——————————————-


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: