-Η Αριστερά και οι πρόσφυγες του ’22

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος -που επιγράφεται «Η Αντιμετώπιση»– από ένα εκτεταμένο τμήμα  της μελέτης μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”. Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο:

Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης.  Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

Το τμήμα αυτό της μελέτης που αρχίζω να αναδημοσιεύω , αφορά τις πολυσύνθετες, διαδραστικές σχέσεις της Αριστεράς με τη μικρασιατική προσφυγιά και ειδικώτερα το ποντιακό της μέρος. Ήδη, από τη μελέτη αυτή,  έχω αναρτήσει τα:

-Ταυτότητες μέσα στο χρόνο

-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»

-Κράτος και πρόσφυγες του ‘22…

Η Αντιμετώπιση

Οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες που καταφθάνουν στον ελλαδικό χώρο με τη Μικρασιατική Καταστροφή αντιμετωπίζονται ως ξένο σώμα. Το σημαντικότερο κόμμα της Αριστεράς ήταν αυτό του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) και είχε ακολουθήσει αντιπολεμική πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου, όταν είχε υλοποιήσει, με όχι ιδιαίτερη ένταση, την απόφαση της Κομουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν-Kommunisticheski International) για την «αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική» δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων.[1] Μετά τη στροφή της Σοβιετικής Ένωσης υπέρ της Αυτονομίας της Μικράς Ασίας το ΣΕΚΕ θα αναφερθεί για πρώτη φορά στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολής υποστηρίζοντας ότι η σοβιετική πρόταση  «θα εξασφάλιζε σοβαράς εγγυήσεις υπέρ των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας».[2]

Ήδη από τον Μάρτιο του 1919 είχαν έρθει σε επαφή με Πόντιους κομμουνιστές κατά την προσπάθεια σύνδεσής τους με την Κομιντέρν.  Οι σχέσεις αυτές θα γίνουν εντονότερες με την προσφυγοποίηση των πληθυσμών και με την αποστολή εκπαιδευμένων στελεχών από την Κομιντέρν  προς το ΚΚΕ για να βοηθήσουν ή να ελέγξουν το ελλαδικό τμήμα της. Έτσι θα υπάρξουν κάποια κοινά στελέχη μεταξύ του  Κομμουνιστικού Κόμματος και των προσφύγων, τα οποία θα διευκολύνουν αργότερα την ένταξη των πλέον πολιτικοποιημένων προσφύγων σ’ αυτό. Το 1927 ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, Πόντιος κομμουνιστής από το Σοχούμι αναλαμβάνει γενικός γραμματέας στο ΚΚΕ.

Αρχικά το ΚΚΕ αντιμετώπισε τους πρόσφυγες ως το εκλογικό όπλο του βενιζελισμού. Ένα χρόνο μετά την Καταστροφή δεν τους ενέτασσε  στο «λαό» αλλά τους θεωρούσε κάτι διαφορετικό και ξένο. Τους κατέτασσε στην ίδια κατηγορία με τους κομματάρχες και τους χαφιέδες.[3] Όμως στο προεκλογικό του πρόγραμμα θα ζητήσει την πλήρη αποκατάστασή τους. Οι καταγγελίες του για τις άθλιες συνθήκες ζωής των προσφύγων θα είναι συνεχείς και έντονες. Βαθμιαία αρχίζει να απευθύνεται προς αυτούς με την επίκληση «Αδέλφια πρόσφυγες». Αργότερα οι προκηρύξεις του θα έχουν ως αποδέκτη τρεις κοινωνικές κατηγορίες: «εργάτες, αγρότες και πρόσφυγες». Στα πολιτικά του κείμενα η παρουσία των προσφύγων και η «ύπαρξη χιλιάδων προσφυγικών εργατικών χεριών» καταγράφεται συχνά ως ένα αρνητικό γεγονός και ως  μια από τις βασικές αιτίες για τη διόγκωση της ανεργίας.[4]

Το ΚΚΕ θα προσπαθήσει να συμφιλιώσει τους ντόπιους με τους πρόσφυγες καλλιεργώντας μια ενιαία ταξική συνείδηση: «Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν  και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλούσιου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφό του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη».[5]

Από τις αναλύσεις του ΚΚΕ απουσιάζει η συνθετική προσέγγιση και η αντίληψη ότι μετά το ’22 η Ελλάδα είναι πλέον μια νέα κοινωνία, στην οποία θα έπρεπε να συντεθούν εκ νέου οι ομάδες, που πλέον την συναποτελούν οριστικά.  Η ερμηνεία του για την προσφυγοποίησή τους θα παραμένει εσαεί η θέση  ότι υπεύθυνη για όλα είναι η πολιτική της «ιμπεριαλιστικής αχορτασιάς και του παράφρονος εθνικισμού».[6] Σε καμιά ανάλυση δεν θα υπάρχει η αποδοχή του δικαιώματος πολιτικού αυτοκαθορισμού στις πατρίδες τους ενάντια στη βούληση του κράτους, το οποίο αντιμετωπίζεται ως εθνικό τουρκικό ακόμα και στην οθωμανική εποχή του.  Ούτε και θα κατατεθεί ποτέ ταξική ανάλυση των συνθηκών που υπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λίγο πριν την οριστική διάλυσή της. Για το ΚΚΕ τα γεγονότα ήταν απόρροια συνωμοσιών, εθνικισμών, ιμπεριαλισμών και έξωθεν επεμβάσεων. Η ξεκάθαρη αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επιβεβαίωνε μια δογματική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων: «Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν χτυπούσε  μόνο τη νέα Τουρκία, μα στρεφότανε και ενάντια στα ζωτικότατα συμφέροντα του Ελληνικού λαού. Γι αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία  μα και τη επιδιώξαμε».[7] Η έκφραση «μα και την επιδιώξαμε» ήταν γραμμένη με κεφαλαία γράμματα στην εφημερίδα για να τονιστεί ακριβώς η στάση του κόμματος.

Το «τουρκομερίτικο αντεπαναστικό» Ρεμπέτικο

Η κυνική αυτή πολιτική και ιδεολογική στάση της Αριστεράς απέναντι στους προσφυγικούς πληθυσμούς θα αγγίξει και τον πολιτισμό τους και θα οδηγήσει  σε ακρότητες. Αυτό θα συμβεί με τον χαρακτηρισμό του ρεμπέτικου τραγουδιού ως «όπλου υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους», «αντεπαναστατικού», «λούμπεν», «τουρκομερίτικου».[8] Η άποψη της αριστερής διανόησης ήταν ότι το ρεμπέτικο είναι κάτι ξένο, ότι «διαμορφώνεται από τα μελωδικά υπολείμματα τού Τούρκου κατακτητή και κείνα τα μελωδίσματα πού μας φέρνουν τα πληρώματα των καραβιών από τα τούρκικα λιμάνια.»[9] Χαρακτηριστική είναι η απόφαση των «προοδευτικών» Μουσικών Σωματείων κατά τα τέλη του ’46 με την οποία ζητήθηκε από το υπουργείο Παιδείας να παρθούν «τα κατάλληλα μέτρα για να σταματήσει η διάδοση του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού». Οι διανοούμενοι εκείνης της Αριστεράς αποδέχονταν μόνο τα «λίγα τραγούδια της νεώτερης αντίστασης του λαού μας και εκείνα που στο μέλλον θα γραφτούν γι αυτήν».[10] Η συζήτηση είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 1946 με την οδηγία του γενικού γραμματέα της ΕΠΟΝ για τους κινδύνους διαφθοράς της νεολαίας. Στη συνέχεια, μ’  ένα κείμενο του Γ. Σταύρου στο Όργανο Πολιτικού Σχηματισμού των Κομμάτων του ΕΑΜ αρχίζει η αντιπαράθεση της Αριστεράς προς το ρεμπέτικο τραγούδι και τάσσεται αλληλέγγυα των Μουσικών Σωματείων. Η απόφαση των Μουσικών Σωματείων προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση από τις στήλες του Ριζοσπάστη, όπου για πρώτη φορά διατυπώθηκε μια θετική κριτική προς το ρεμπέτικο από τον Φοίβο Ανωγειανάκη.[11] Η μέχρι τότε πραγματικότητα διατυπώθηκε από τον Ν. Πολίτη σε επιστολή του: «Ύστερα από το μεγάλο μάθημα της Αντίστασης, έγινε ολοφάνερο το χάσμα που μας χωρίζει στην τέχνη από τον λαό και προβάλει καθαρά η ανάγκη να βρούμε το σημείο της επαφής.»[12]

Πάντως, όπως αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς, μέχρι το 1961 η άποψη της κομματικής ορθοδοξίας ήταν ότι «το ρεμπέτικο ανασύρθηκε από τα καταγώγια της διαφθοράς για να γίνει όπλο υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους, που το διαδίδουν με σοφή μεθοδικότητα, θέλοντας μ΄ αυτό να κρατούν το λαό υποχείριο σ’ ένα αβυσσαλέο τέλμα ψυχικής κατάπτωσης…»[13] Ο Π. Παναγιωτόπουλος σημειώνει: «Όμως, η ευρεία αποδοχή τους από τον λαϊκό πληθυσμό ισοδυναμούσε με την κατάρρευση της επίσημης γραμμής του Κομμουνιστικού Κόμματος για το ρεμπέτικο και το λαϊκό και σχετίστηκε ιστορικά με την ήττα του αριστερού κινήματος».[14]


 


 

[1] Η απόφαση αυτή γραμμένη στα γερμανικά  υπό τον τίτλο: Thesen und Revolutionen des zweitesa Weltkongressen des Kommunistischen Internationalen έφτασε στην Αθήνα το Μάρτη του 1920 (Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953, σελ. 56.) Ο παράγοντας «Έλληνες της Ανατολής» απουσίαζε από την επίσημη αντίληψή του ΣΕΚΕ, παρότι σε μεταξύ τους συζητήσεις θεωρούσαν ότι ήταν  «εκστρατεία απελευθερωτική ελληνικών πληθυσμών και ελληνικών εδαφών εφ’ όσον περιωρίζετο εις τα εδάφη της Συνθήκης των Σεβρών». Ακόμα και ερωτήματα έμπαιναν «γιατί δεν έρχεται εδώ να μας βοηθήσει με στρατόν της (σ.τ.σ. η Αγγλία) με αποβάσεις εις τον Εύξεινον Πόντον. Δια να κτυπήσει αμέσως τον Κεμάλ να τελειώνωμεν». (Ελ. Σταυρίδης, ό.π. σελ. 59, 60.) Η αντιπολεμική δράση στο μικρασιατικό μέτωπο οργανώθηκε από την φράξια «Κομμουνιστική Ένωση», από την οποία αργότερα θα δημιουργηθεί το «Αρχείον του Μαρξισμού» (Κώστας Παλούκης, Η οργάνωση «Αρχείον του Μαρξισμού», μεταπτυχική εργασία στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας πανεπιστημίου Κρήτης, 2004.)

[2] «Προς προστασίαν των ελληνικών πληθυσμών και των αιχμαλώτων», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 254. Ενδιαφέρον έχει η απόκλιση των σοβιετικών απόψεων από παλιότερες αναλύσεις για την περιοχή, όπως αυτές της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Για όσον καιρό μια χώρα μένει κάτω απ’ την τουρκική κυριαρχία δεν μπορεί  να γίνεται λόγος για εξέλιξη σ’ αυτήν…. Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό Ζήτημα είναι ν’ αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να  μην κάνουμε την σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε να τη σταματήσουμε και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.» (Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», περ.  Οι Λαοί, Αθήνα, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 49, Social Democracy and the National Struggles in Turkey,         http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1896/10/10.htm, «H Λούξεμπουργκ, ο Πόντος και το εθνικό ζήτημα»,  http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/05/13/13-5-2007/ )

[3] Σε προκήρυξη προς τον Βενιζέλο θα γράψει: «Αναβάλατε τα συλλαλητήριά σας. Σκεφθήτε ότι με τους χαφιέδες σας, με τους κομματάρχας και με τους πρόσφυγας, τα θύματά σας, αυτά δεν θα επιβάλετε στον λαόν ότι επιδιώκετε.» («Ανακοίνωσις του Κομμουνιστικού Κόμματος», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 366.)

[4] Δημ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 28-29.

[5] Εφημερίδα, Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929.

[6] «Προκήρυξις της Κεντρικής εκλογικής επιτροπής», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα , ό.π., σελ. 338.

[7] «Μια επιφύλαξη», εφημ. Ριζοσπάστης, 12 Ιουλίου 1935.

[8] Για την επιρροή απ’ τη μικρασιατική μουσική βλ. Χρ. Λούκος, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ερμούπολη», στο συλλογικό Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα – Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, έκδ. Σχολή Μωραϊτη, Αθήνα, 1997, σελ. 210.

[9] Α. Ξένος, «Το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης,  4 Φεβρουαρίου 1946.

[10] Α. Ξένος, ό.π.

[11] Φοίβος Ανωγειανάκης, «το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης, 28 Ιανουαρίου 1947.

[12] Νίκος Πολίτης, «Επιστολή», εφημ. Ριζοσπάστης, 23 Φεβρουαρίου 1947. Η λύση θα αρχίσει να διαφαίνεται στις αρχές του ’49, μετά από την καταλυτική διάλεξη του «αστού» Μάνου  Χατζηδάκη και τις πρώτες δειλές θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη για το ρεμπέτικο. Ο διάλογος θα συνεχιστεί με  αντικρουόμενες θέσεις  μέχρι το ’59 που γράφεται ο «Επιτάφιος» του Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά και μέχρι το 1966 θα υπάρχει μια επιφύλαξη από αρκετούς αριστερούς διανοούμενους.

[13] Τάσος Βουρνάς, «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι», περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 76, Απρίλιος 1961, σελ. 277-285. Για τις ιδεολογικές συγκρούσεις για το ρεμπέτικο τραγούδι βλ: Κώστας Βλησίδης Όψεις το ρεμπέτικου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2004.

[14] Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας», στο Ρεμπέτες και Ρεμπέτικο Τραγούδι, επιμ. Ν. Κοταρίδης, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1996, σελ. 266-279.

Το τμήμα αυτό της μελέτης έχει την εξής δομή:

2.3. Πρόσφυγες κι Αριστερά

2.3.1. Αντιμετώπιση

2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και αλλοτρίωση

2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση

2.3.4. Η γενοκτονία και η άρνησή της

2.3.5. Ο νέος «αυτοχθονισμός»

2.3.4. «Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (μια σύγκρουση για τις σταλινικές διώξεις)

[Στη δεκαετία του 1930 απαγορεύτηκαν και στην Τουρκία τα  ίδια τραγούδια και οι ίδιοι σκοποί που απαγορεύτηκαν στην Ελλάδα από τον Μεταξά και κρίθηκαν «αντεπαναστατικά» από το ΚΚΕ. Στη συζήτηση, στου Σαραντάκου, ο σχολιαστής με το ψευδώνυμο «Μισιρλού» αναφέρει: «Πραγματικά, στις 7 Νοεμβρίου του 1934, επισήμως πλέον, το Κεμαλικό καθεστώς στην Τουρκία, απαγόρευσε το αραμπέσκ παραδοσιακό είδος μουσικής (τον αμανέ χοντρικά) σε όλη την τουρκική επικράτεια, με τη δικαιολογία ότι ήταν συνυφασμένο με τους Έλληνες και την εποχή τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το διώκει ως μη τούρκικο, ως ελληνικό και βυζαντινής προέλευσης, δηλαδή μη σύμφωνο με τις απόψεις τού εξευρωπαϊσμού τής Τουρκίας. (βλ. Πρωία 7/11/1934 ή Αθηναϊκά Νέα 11/11/1934) Ήδη όμως, από το 1931 (βλ. Νέοι Καιροί 4/7/1931), ο Κεμάλ φέρεται να δηλώνει πως “επείγει να ανανεωθεί το άσμα και η μουσική των Τούρκων, διότι είναι μονότονος και αντιτίθεται προς το νέον δυναμικόν πνεύμα, το οποίον εμπνέει το έθνος”.

http://sarantakos.wordpress.com/2010/05/02/dytiko/ ]

[….Είμαστε στα 1958. Ο Γιάννης Ρίτσος μετά την επιστροφή του από την εξορία στην Αθήνα επανεκδίδει τα έργα του, τα οποία έστελνε και στον Μίκη Θεοδωράκη που βρισκόταν στο Παρίσι. Ανάμεσά τους και τον «Επιτάφιο» με την αφιέρωση, όπως έχει πει ο Μίκης, «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Το 1960 τελικά, δύο ηχογραφήσεις έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα με τον Μίκη παρόντα, στην Αθήνα. Μία από τον Μάνο Χατζιδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη (τον Αύγουστο) και μία με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση (τον Σεπτέμβριο). Ακολούθησε, το 1963, η ηχογράφηση με τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα (και ορχήστρα εγχόρδων).
Η εκδοχή Μπιθικώτση, κυρίως λόγω μπουζουκιού, προκάλεσε αμέσως αντιδράσεις και θεωρήθηκε ως «ιεροσυλία». Ομάδα αριστερών διανοουμένων οργάνωσε συγκέντρωση τον Δεκέμβριο για να καταδικάσει το έργο. Αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση της Αριστεράς που πολλά στελέχη της βρίσκονταν στην εξορία- κάτι που ενόχλησε τον Μίκη και τον έφερε σε μια πρώτη αντιπαράθεση με τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκε. Ενώ στο μεταξύ η κυβέρνηση απαγόρευσε τη μετάδοση των τραγουδιών από το ΕΙΡ. ….
(«Μέρες Μαγιού» από το 1893 ώς σήμερα Του ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4572434

http://pontosforum.4.forumer.com/index.php?s=08c2d1a88311d672e2f62e8182f49c43&showtopic=5863

Επίσης, για την εκλογική συμπεριφορά του ΣΕΚΕ το Νοέμβρη του ’20:

http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/3503/1/karpozilos_OYTOPIA_56.pdf

—————————————————————————————–

«Η ελληνοτουρκική Οικονομική Συμφωνία(1930), η στάση των προσφύγων, η θέση του ΚΚΕ (δια «Ριζοσπάστη») και η αλλαγή πολιτικής στάσης προσφύγων κατά 1930-1936.

http://kafkasios-pontokomitis.blogspot.com/2010/09/1930.html


to-stekimark

Ένα από τα πρώτα ρεμπετάδικα της Αθήνας. Λειτούργησε από τα τέλη του 1982. Δημιουργήθηκε από τρία μέλη της ΠΠΣΠ, η οποία τότε αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της.

26 comments so far

  1. […] -Η Αριστερά και οι πρόσφυγες του ‘22 […]

  2. […] -«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (A’ μέρος) Posted Μαΐου 8, 2010 Filed under: Ανορθολογισμός, Αριστερά, Θεωρία, Ιστοριογραφία, ΚΚΕ, ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑ, Πρόσφυγες, Σταλινικές Διώξεις | Το κείμενο με τίτλο “«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (μια σύγκρουση για τις σταλινικές διώξεις)“ από τη μελέτη “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”, που συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα. Σήμερα αναρτώ το α’ μέρος του υποκεφαλαίου αυτού, το οποίο αποτελεί τμήμα του  κεφαλαίου “Πρόσφυγες κι Αριστερά“ […]

  3. […] -Η Αριστερά και οι πρόσφυγες του ’22 […]

  4. […] -«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (Β’μέρος) Posted Ιουνίου 24, 2010 Filed under: Αναθεωρητισμός, Ιστοριογραφία, ΚΚΕ, Καύκασος, ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑ, Μπολσεβίκοι, Σταλινικές Διώξεις | Το κείμενο που ακολουθεί είναι το α’ μέρος του υποκεφαλαίου αυτού («Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι…..) το οποίο αποτελεί τμήμα του  κεφαλαίου “Πρόσφυγες και Αριστερά“. […]

  5. Μ on

    Ελ. Σταυρίδης, στο βιβλίο του «Τα παρασκήνια του ΚΚΕ» (Αθήνα 1953) γράφει :

    «Σοσιαλιστική Φεντερασιόν», αποτελούμενη από υπέρ τα 2.000 μέλη, κατά 90% μορφωμένους Εβραίους, ταξιδεύσαντας εις την Ευρώπην και μορφωθέντας εκεί σοσιαλιστικώς. Αυτή ήτο πολιτική οργάνωσις των Εβραίων κυρίως, αλλά σοσιαλιστική, με σοβαράν πολιτικήν δράσιν, ακόμη από της εποχής της Τουρκοκρατίας. Ήτο συνδεδεμένη με το διεθνές σοσιαλιστικόν κίνημα και απετέλει επισήμως τμήμα της Β’ Σοσιαλιστικής Διεθνούς της Βέρνης εις τα συνέδρια της οποίας απέστελλε τακτικά τους αντιπροσώπους της.

    Από του 1908 είχε συνεργασθή με τους Νεότουρκους, των οποίων το κέντρον ήτο η Θεσσαλονίκη, προς ανατροπήν του Σουλτάνου Χαμίτ, και πολλά μέλη αυτής, εν οις και ο γνωστός μετέπειτα Αβραάμ Μπεναρόγια, μετέσχον του αγώνος των Νεότουρκων και εξεστράτευσαν εκ Θεσσαλονίκης κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Χαμίτ». (ενθ. ανωτ. σελ. 14).

  6. Χαϊτάς on

    Το ΚΚΕ και το πρόβλημα των προσφύγων
    (αναφορές μέσα από τα επίσημα κείμενα)

    Σταθερό ήταν το ενδιαφέρον του ΚΚΕ για τους πρόσφυγες που προέκυψαν μετά την τυχοδιωκτική εκστρατεία και την καταστροφή των ελλήνων της Μικράς Ασίας που θα πρέπει να σημειωθεί πως το νεαρό τότε ΣΕΚΕ είχε εκφράσει την ριζική του αντίθεση. Στην παρακάτω μικρή έρευνα στηριγμένη στα επίσημα ντοκουμέντα του ΚΚΕ, γίνεται αναφορά στο ενδιαφέρον αυτό και στις αντίστοιχες θέσεις που διαμορφώθηκαν πάνω στο όλο ζήτημα. Οι σχετικές αναφορές αφορούν την περίοδο μέχρι το 1926.

    • Για πρώτη φορά σε κείμενο του ΚΚΕ υπάρχει αναφορά για τους πρόσφυγες σε ανακοίνωση της Κ.Ε που δημοσιεύτηκε στις 25/7/1923 (επίσημα κείμενα ΚΚΕ 1ος, σελ. 312). Πιο συγκεκριμένα στο κάλεσμα ανάμεσα στα άλλα αναφέρει σε σχετικό κάλεσμα : «Εργάτες , αγρότες, πρόσφυγες» χωρίς όμως περαιτέρω αναφορά (υπάρχει λογοκρισία 33 γραμμών που εκεί πιθανά να υπήρχε πιο συγκεκριμένη αναφορά).

    • Για δεύτερη φορά υπάρχει η αναφορά σε προκήρυξη της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής 22/10/23 (επίσημα κείμενα ΚΚΕ τόμος 1ος σελ. 336) όπου στον τίτλο αναφέρει : «…προς όλους τους πρόσφυγες, τους αποστρατευμένους εφέδρους πολεμιστές και προς τα θύματα του στρατού» και για το ζήτημα των προσφύγων αναφέρει : «Πρόσφυγες! Δεν θα έλθετε μόνο στην αγκαλιά της εργατικής τάξεως η οποία μόνη μπορεί να νοιώση τον πόνο σας και ν’ ανακουφισθή αληθινά για την ανακούφισή σας, αλλά και θα παλαίψετε συγχρόνως μαζί μ’ αυτήνε στο πλευρό της ενάντια στο κοινό εχθρό – την κεφαλαιοκρατία- όταν θα σηκωθή για να γκρεμίση το καθεστώς αυτό της ιμπεριαλιστικής αχορτασιάς και του παράφρονος εθνικισμού ο οποίος σας οδήγησε στη σημερινή σας κατάντια»

    • Στο Εκλογικόν πρόγραμμα του ΚΚΕ 17/11/23 (σελ. 354 1ος τόμος) αναφέρεται: «…Επίσης το Κόμμα μας οφείλει να διαφωτίση τον προσφυγικό εργατικό λαό και εν γένει τους φτωχούς πρόσφυγας, τόσον επί της πολιτικής της τυχοδιωκτικής των αστικών κομμάτων η οποία τας ωδήγησεν εις την σημερινήν απελπιστικήν τω θέσιν, όσον και επί της σημερινής των θέσεως, απέναντι των διαφόρων πολιτικών κομμάτων. ΟΙ φτωχοί πρόσφυγες μόνον εις το Κόμμα μας θα εύρουν υπερασπιστήν τω συμφερόντων των. Γύρω από το Κόμμα μας και από κοινού με το εργατικό και αγροτικό λαό θα κατορθώσουν να διεκδικήσουν τα πραγματικά των δικαιώματα, να προστατεύσουν τα συμφέροντα των, τα οποία καταπολεμεί τόσον ο χρεωκοπών βενιζελισμός όσον και ο αντιδραστικός παλαιοκομματισμός» ενώ για τους στόχους του κόμματος αναφέρει : « Λύση του προσφυγικού ζητήματος με την πλήρη αποκατάσταση των προσφύγων στα χωριά και στις πόλεις, με τη δωρεάν περίθαλψη αυτών ως και την παραχώρηση εις αυτούς σπιτιών, χωραφιών, χρηματικών μέσων , εργαλείων κλπ. για τη δημιουργίαν πόρων ζωής των θυμάτων τούτων του βενιζελισμού και του κωνσταντινισμού»

    • Για πρώτη φορά ανακοίνωση αποκλειστικά για τους πρόσφυγες βρίσκουμε σε Προκήρυξη 8/12/23 της Κεντρικής Επιτροπής (σελ. 372 1ος) που απευθύνεται «Στις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες » και αναφέρει :
    «Αδέρφια πρόσφυγες!
    Πεινασμένοι και εμείς, κάτω στα υπόγεια, άρρωστοι και γυμνοί, στενάζοντας κάτω από τη σκληρή και απάνθρωπη εκμετάλλευση της ντόπιας πλοτοκρατίας, εμείς οι εργάτες και αγρότες της Ελλάδος, νοιώθουμε πολύ καλά πως και εσείς στενάζετε κάτω από την πίεση και τη εκμετάλλευση της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας, ξεσπίτωτοι, δίχως γης, δίχως εργαλεία, δίχως γιατρούς και γιατρικά πεταμένοι σαν πρόβατα στους σταθμούς, στους σακάτικους κάμπους της Μακεδονίας, στις διάφορες πόλεις της Ελλάδος δίχως δουλειά, δίχως τίποτα. Μονάχα οι πεινασμένοι και οι δυστυχισμένοι μπορούνε να καταλάβουν τι είναι η πείνα και η γύμνια.
    Εμείς αδέρφια μαζύ σας κάτω από την εκμετάλλευση της πλουτοκρατίας, αδέρφια στις ανάγκες και τις στερήσεις, καταλάβαμε ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός μας, αυτός είναι οι πλουτοκράτες. Αυτοί είναι και ο ιδικός σας εχθρός.
    Μην περιμένετε απ’ τους κοιλαράδες , απ’ τους πλουτοκράτες καμμιά καλυτέρευση της θέσης σας. Αυτοί τρώνε και πίνουνε και διασκεδάζουνε εις βάρος μας. Εμάς μας μεταχειρίζονται σαν ένα υλικό- έτσι κοιμισμένοι που είμαστε- για τους άτιμους σκοπούς τους: να γεμίζουνε τις κάσες τους, πίνοντας το ιδρώτα μας, να σηκώνουνε πολέμους για τα συμφέροντά τους πίνοντας το αίμα μας.

    Σας καλούμε σε κοινό αγώνα ενάντια στο κοινό εχθρό μας ενάντια στη πλουτοκρατία. Μη σας γελάνε, μη ζητάτε ελεημοσύνη! Έχουμε δικαιώματα γιατί αυτοί οι πλουτοκράτες μας κατάντησαν σ’ αυτά τα χάλια. Και θα πάρουμε εκείνα που μας χρειάζουνται για την ζήση μας μονάχα με την οργανωμένη γροθιά μας.
    Σ’ αυτόν το αγώνα σας καλούμε ενάντια στους εχθρούς μας πλουτοκράτες. Αν δεν αγωνισθούμε έτσι αυτοί θα μας ψοφήσουνε στη πείνα, στο κρύο και τη γύμνια. Σάμπως χάνουνε αυτοί, αν ψοφήσουμε μεις! Αν ψοφήσουμε οι μισοί και παραπάνω, αυτοί σου λένε μας φτάνουν οι υπόλοιποι για να κάνουμε τις δουλειές μας.
    Ολόκληρη η Μακεδονία, Θεσσαλία κλπ. Κατάντησε πέρα πέρα το νεκροταφείο των προσφύγων. Πεθαίνουν αράδα οι προσφυγικές μάζες. Τους δίνουνε τάχατες ένα ξεροκόμματο γης. Αυτό πως θα το καλλιεργήσουνε οι πρόσφυγες; Με τα δάχτυλά τους ; Όχι βέβαια με α εργαλεία με τις μηχανές. Εργαλεία και μηχανές δεν δίνουν όμως οι πλουτοκράτες και το κράτος τους λέγοντας πως δεν έχει το κράτος είναι φτωχό.
    Μην ξεχνάτε όμως ότι αυτό το κράτος δάνεισε 30 εκατομμύρια δραχμές στους χρηματιστές, σ’αυτούς που ανεβάζουνε τη λίρα και ακριβαίνουν τη ζωή. Αυτό το κράτος ξοδεύει εκατομμύρια για τους κηφήνες υπουργούς του, αυτό το κράτος των πλουτοκρατών ξοδεύει κολοσσιαία ποσά για κανόνια και ντουφέκια, γιατί μ’ αυτά φυλάγουν οι πλουτοκράτες τις κάσες τους και κάνουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για τα συμφέροντά τους. Εργαλεία όμως και μηχανές δεν δίνουνε στις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες, ούτε γιατρούς δίνουνε, ούτε γιατρικά.
    Οι αρρώστιες θερίζουνε τις προσφυγικές μάζες, αυτοί κοιτάζουν τα κέφια τους. Αυτοί φάγανε 50 χιλιάδες πρόσφυγες στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, στην Τούμπα κλπ. Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στο Μακρόνησο στη καραντίνα, κάνοντας τη σκέψη πως όσο περισσότεροι πρόσφυγες πεθαίνουν, γι’αυτούς είναι συμφέρον, δε θάχουνε σκοτούρες στο κεφάλι τους.
    Αυτοί ήταν εκείνοι που ψευτοκλαίγανε, όταν σκοτωθήκανε 15 πρόσφυγες πάνω στο φρούριο της Κέρκυρας από τους ιταλούς φασίστες, δε μας είπανε όμως γιατί τους κρατάγανε τους πρόσφυγες πάνω στο φρούριο, για ταμπούρωμα; Δεν υπάρχουνε σπίτια κάτω ση πόλη; Υπάρχουνε, αλλά που ν’ ανησυχήσουνε τους πλουτοκράτες.
    Τώρα τελευταία σας καλέσανε στα όπλα ενάντια στο κίνημα του Μεταξά, δώσανε το αίμα μας και σεις και μεις για να τσακιστή ο Μεταξάς. Τι σας έδωσαν εσάς; Εργαλεία, μηχανές, γιατρικά, αποζημιώσεις ; Τίποτε, όχι τίποτε απ’ αυτά. Σας είπανε πάτε τώρα να ψοφάτε.
    Τα ίδια καμανε και σε μας. Τα μεροκάματα μας κατεβασμένα, αεργία όση θέλεις, τις οργανώσεις μας τις κρατούνε κλειστές, τη εφημερίδα μας το «Ριζοσπάστη» το είχανε κλείσει. Οι άνθρωποι κάνανε τη δουλίτσα τους, κουβαλάνε αυτοί στη ράχη τω εργαζομένων μαζών, αυτό και κυνηγάνε.
    Από όλα ατά φαίνεται πολύ καθαρά, πως ότι μας χρειάζεται για τη ζήση μας, για να μην ψοφήσουμε, πρέπει να αγωνιστούμε, να παλαίψουμε ενάντια στην πλουτοκρατία και τους τσορμπατζήδες. Μονάχα με την οργανωμένη γροθιά μας τα βγάνουμε πέρα, αλλοιώς ψοφάμε.
    Αδέλφια πρόσφυγες!
    Σ’ αυτόν τον αγώνα σας καλούμε που είναι κοινός και για μας και για σας, ένας είναι ο εχθρός μας, η πλουτοκρατία που ζητά να μας πνίξη. Οι πλουτοκράτες και τσορμπατζήδες έρχονται και σας ξεγελάνε με τα διάφορα πολιτικά τους κόμματα, βενιζελικά, βασιλικά, δημοκρατικά κλπ για να σας μεταχειριστούν στις εκλογές που πλησιάζουνε ως εκλογικό υλικό για τη βουλευτική τους επιτυχία και τόσο μόνον. Αι άλλες υποσχέσεις που σας δίνουν είναι ψέμματα. Ενώ υπάρχουν τόσα οικήματα σας έχουν στους δρόμους και στους σταύλους στιβαγμένους σα σκυλιά και ψοφάτε από τη πείνα, την ακαθαρσία και την κακομοιριά.
    Σας μεταφέρουν απ’ εδώ κι’ απ’ εκεί, όχι τόσον για να σας εγκαταστήσουν, όσο για να συμπληρώσουν τας ψήφους που έχουν ανάγκη σ’ εκείνα τα μέρη που ο λαός προ πολλού τους έχει συχαθή και τους ετοιμάζει τη μαυρίλα. Κ’ ύστερα από τις εκλογές καινούρια πάλι βάσανα σας περιμένουν.
    Αφού καταφέρουν με την αθώα ψήφο σας να καθήσουν σα βδέλες στη ράχη του φτωχού λαού θ’ αρχίσουν καινούριες μανούβρες και μετοικεσίες σήκω απ’ εδώ, πηγαίνετε εκεί και τράβα κορδέλα, ως που να παραδώσετε το πνεύμα πια οριστικά, αν εν τω μεταξύ δε νοιώσετε τη δύναμη σας και δεν ενωθήτε να ξεφορτωθήτε όλους αυτούς που χαίρονται από την ανήθικη εκμετάλλευση που σας κάνουν. Ρίχνουνε στα μάτια στάχτη ως που να ξανακάτσουν στη ράχη μας και να συνεχίσουνε τη άτιμη εκμετάλλευσή τους σε βάρος μας.
    Ελάτε μαζύ μας, πυκνώστε τις τάξεις μας κάτω απ’ το πολιτικό κόμμα το δικό μας, το Κομμουνιστικό κόμμα. Οργανωθήτε, ενωθήτε, μπάτε στις εργατικές οργανώσεις, άμα είμαστε αντάμα και όχι διαιρεμένοι, τότε μπορούμε να τσακίσουμε τη πλουτοκρατία. Τότε σωζόμαστε. Μπάτε στις γραμμές μας να αγωνιστούμε. Μονάχα α σχηματίσουμε κυβέρνηση εργατών και αγροτών, μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη ζήση μας, να λύσουμε τα ζητήματά μας.
    Σφυρί-δρεπάνι, είναι το σύμβολό μας.
    Πρωτοπορεία μας είναι το Κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος.
    Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή»

    • Το προσφυγικό εμφανίζεται ως ένα από τα θέματα της συζήτησης στο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ που πραγματοποιήθηκε 3-8 Φλεβάρη 1924. Δεν βρέθηκαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις για το 8ο θέμα που ήταν το «προσφυγικό» (1ος σελ. 395)

    • Στο Μανιφέστο του Εθνικού Συμβουλίου (1ος σελ. 411) 9/2/24υπάρχει αναφορά για τους πρόσφυγες που αναφέρει : « Πρόσφυγες! Είσαστε παραπεταμένοι στους ελώδεις κάμπους της Μακεδονίας στους διαφόρους σταθμούς κάτω από τρύπια τσαντήρια αφού πεθάνανε χιλιάδες από σας. Γης, εργαλεία, δουλειά, στέγη, γιατρούς, γιατρικά δεν έχει για σας το κράτος των βενιζελοδημοκρατικών και βασιλικών. Σας πούλησε το κράτος αυτό με τη συνθήκη της ανταλλαγής στην Λωζάνη, σας κρατεί εδώ όχι για να σας προστατεύη από τους τούρκους πασάδες και μπέηδες, αλλά για να σας μεταχειρίζεται σαν όργανα σε κάθε χτύπημα του ενάντια στους εργάτες, σαν κρέας για κανόνια, για καινούργιους πολέμους. Είναι το συμφέρον σας, μαζί και σεις με μας τους εργάτες πρέπει να αγωνιστήτε για την εργατοαγροτική κυβέρνηση»

    • Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικό Κόμματος προς τον εργαζόμενον λαόν της χώρας(1ος σελ. 419)12/3/24 υπάρχει αναφορά στους στόχους του κόμματος για τους πρόσφυγες: «…6. Να παραχωρηθούν όλα τα αγροτικά κτήματα των ανταλλασσομένων τούρκων αμέσως εις τους πρόσφυγας και να εγκατασταθούν εις τας πόλεις οι πρόσφυγες εις τα μέγαρα τω πλουσίων. 7. Να γίνη δια τον ανωτέρω σκοπόν, δηλαδή την εγκατάστασιν των προσφύγων, δήμευσις των κερδών των διαφόρων επιχειρήσεων, των αποκτηθέντων κατά τον πόλεμον και να νομοθετηθή βαρεία προοδευτική φορολογία επί του κεφαλαίου…»

    • Στο προγραμματισμένο 3ο συνέδριο του κόμματος στα θέματα της ημερήσιας διάταξης ως 3ο θέμα ορίστηκε το «Θέσις επί του προσφυγικού» (1ος σελ. 437) 23/4/24

    • Σε Μανιφέστο του Κομμουνιστικό Κόμματος Προς τον εργαζόμενον λαόν (σελ. 461 1ος) 13/6/24 αναφέρει : «Πρόσφυγες! Το Κομμουνιστικό κόμμα σας είπε κατ΄επανάληψιν ποιοι είναι οι αίτιοι της συμφοράς σας. Ποιοι σας ξεσπίτωσαν. Ποιοι σας έφεραν στα σημερινά χάλια. Οι έλληνες αστοί (βενιζελικοί και βασιλικοί) δια της ιμπεριαλιστικής και τυχοδιωκτικής εκστρατείας έως τη Ουκρανία, Μικρασία κλπ είναι οι υπεύθυνοι της καταστροφής σας. Αλλά και οι ίδιοι τώρα δια να πάρουν αυτοί τα τουρκικά κτήματα και τσιφλίκια σας εξαπατούν και πάλιν με την ιδέαν ενός δήθεν απελευθερωτικού πολέμου. Ο Κονδύλης αυτό το σύνθημα ρίπτει. Προσπαθεί να εκμεταλευθή την δυστυχίαν σας. Με τον πλέον ύπουλον τρόπον προσπαθεί να δημιουργήσει μία αυταπάτην μέσα στις προσφυγικές μάζες περί του δυνατού ενός νέου πολέμου με τους τούρκους για την μεγάλην Ελλάδα.»

    • Στις 3/8/24 σε Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος με τίτλο «Πόλεμος κατά του πολέμου» (σελ. 473, 1ος) υάρχει και η εξής αναφορά: «Για τα οικονομικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των τότε εξ μεγάλων δυνάμεων (Γαλλίας, Αγλίας, Γερμανίας, τσαρικής Ρωσίας, Ιαπωνίας και Αμερικής) επετσοκόφτηκαν δώδεκα εκατομμύρια και έμειναν σακάτηδες τριάντα εκατομμύρια. Από εμάς δε πενήντα χιλιάδες σκοτωμένοι, εβδομήντα χιλιάδες σακάτηδες και ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες»

    • Σε Μανιφέστο «Προς τα μέλη του , προς τις εργατοαγροτικές μάζες» 12/9/24 (σελ. 85, 1ος) υπάρχει η εξής αναφορά: «Σύντροφοι πρόσφυγες! Βλέπετε ολοκάθαρα την αλήθεια και προ πάντων όταν γίνωνται καταδιώξεις κατά της εργατικής τάξεως κατά του Κομμουνιστικού κόμματος. Αυτοί που σας εξεγέλασαν και σας ξεσπίτωσαν με την υπόσχεση πως θα σας βάλουν στο παράδεισο, σας άφισαν να πεθάνετε από τη δυστυχία και από τις αρρώστειες, σας δηλητηριάζουν με τα ακάθαρτα ψωμιά για να κερδίζουν απ’ το ξερό ψωμί σας, σας έχουν πεταμένους στους δρόμους, σας διέφθειραν και σας κατέστρεψαν από κάθε άποψη…Στις εκλογές ξανά σας έδωκαν υποσχέσεις για να άρουν τη ψήφο σας, μα τίποτε δε έκαμαν. Ο θάνατος σας περιτρυγυρίζει. Όλοι αυτοί που σας έφεραν εδώ είναι εχθροί σας. Εκείνοι που σας αγαπούν και φωνάζουν για την αποκατάστασή σας είναι οι εργάτες και οι φτωχοί χωρικοί. Το μόνο πολιτικό κόμμα που αγωνίζεται ειλικρινά για σας είναι το Κομμουνιστικό κόμμα γιατί δεν είναι κόμμα προσωπικό, πλουτοκρατικό τσελιγκάτο, αλλά είναι κόμμα των φτωχών. Και όμως μ’ όλη σας τη δυστυχία, μ’ όλες τις κοροϊδίες που σας έκαναν οι βενιζελοδημοκρατικοί και παλαιοκομματικοί ένοχοι της σημερινής σας καταστάσεως, πολλές φορές δεχτήκατε να χρησιμοποιηθήτε από αυτούς κατά των ντόπιων εργατών, κατά του Κομμουνιστικού κόμματος. Σας έβαλαν να σπάσετε απεργίες, ώπλισαν πολλούς από σας και σας έκαναν χαφιέδες για να πνίξουν τη φωνή διαμαρτυρίας μας. Τώρα σχεδιάζουν να στηριχτούν οι διάφοροι στρατοκράτες σε σας για να εγκαταστήσουν το φασισμό, την πιο άγρια τρομοκρατία. Έτσι όμως γίνεστε όχι μόνον εχθροί τω εργατών και χωρικών, εχθροί του Κομμουνιστικού κόμματος που πραγματικά σαν αδέρφια τους σας αγαπούν και αγωνίζοται για την αποκατάστασή σας, αλλά και εχθροι του ευατού σας. Αν η εργατική τάξη χτυπηθή αν μπορέση με τις δικές σας δυνάμεις να χτυπήση η πλουτοκρατία το Κομμουνιστικό κόμμα, να ξέρετε πως ποτέ δε θα ακουστή και για σας μια φωνή. Ποτέ δε θα αποκατασταθήτε. Θα ζήσετε στη δυστυχία και όλο και θα χάνεστε. Γλυτώστε από τα χέρια τω τζορμπατζήδων που είναι όργανα των εχθρών σας των βενιζελοδημοκρατικών και παλαιοκομματικών. Τραβήξτε με τις οργανώσεις προς την οργανωμένη εργατική τάξη, προς το Κομμουνιστικό κόμμα. Έτσι όλοι μαζύ, εργάτες, αγρότες, πρόσφυγες, με την καθοδήγηση του Κομουνιστικού κόμματος θα εγκαθιδρύσουμε τη εργατοαγροτική κυβέρνηση, την κατάλληλη ώρα. Τότες μονάχα θα αποκατασταθήτε γιατί θάχουν γίνει ακίνδυνοι όλοι οι εκμεταλλευτές σας και θάχετε μέρος στην εξουσία».

    • Σε Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, προς τον εργαζόμενο λαό (1ος σελ/ 492) 11/10/24 αναφέρει : «Πρόσφυγες! Ο ιμπεριαλισμός και η τυχοδιωκτική πολιτική της αστικής τάξεως – τω τσορμπατζήδων- σας έφεραν εδώ από τα πλούσια χωριά, σπίτια και χωράφια σας για να σας πετάξουν οι ίδιοι οι τσορμπατζήδες σα σκυλιά στους κάμπους της Μακεδονίας και στους διάφορους σταθμούς και παλιόσπιτα, νηστικούς, άρρωστους και εγκαταλειμμένους. Επί δύο χρόνια τώρα περάσατε την πιο μαύρη δυστυχία. Καιρός να ξεναρκωθήτε να ξυπνήσετε. Καιρός να ζητήσετε το δίκαιο σας κι ακόμα τη πιο σκληρή τιμωρία για τους υπεύθυνους της καταστροφής σας. Το Κομμουνιστικό κόμμα διαμαρτυρήθηκε για τη συνθήκη της Λωζάνης. Κι ακόμα καταδίκασε τη μικρασιατική εκστρατεία. Σκεφτήτε το καλά. Ο βενιζελισμός σας είναι η πρώτη αιτία του καταντήματός σας. Άμα ξυπνήσετε και ακούσετε τη φωνή μας, σε λίγες μέρες μέσα υπάρχει τρόπος να διορθωθή η κατάστασή σας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, σαν κόμμα όλων τω εκμεταλλευομένων, των καταπιεζόμενων, τω βασανισμένων και δυστυχισμένων, από την πρώτη ημέρα ύψωσε τη φωνή του για τα δίκαιά σας, αλλά δεν εισακούσθηκε γιατί πρώτα εσείς με το δηλητήριο του βενιζελισμού σας δε θελησατε τη βοήθειά μας. Ας είναι. Δεν είναι και τώρα αργά. Πολλοί από σας έχουν ξυπνήσει. Κινηθήτε λοιπόν. Οι εργάτες και αγρότες σας δίνουν αδελφικά το χέρι. Σφίξτε το αδελφικά και ελάτε να χτυπήσουμε τον τσορμπαδισμό. Μη σας κοροϊδεύουν με τα εξωτερικά δάνεια. Αυτά προετοιμάζουν τη νέα ληστρική εκμετάλλευσή σας»

    • Το 3ο έκτακτο συνέδριο του ΚΚΕ 26/11-3/12/24 ανάμεσα στια αποφάσεις του αναφέρει στη απόφαση για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση (1ος σελ. 510) : « Το ΚΚΕ απαιτεί υπέρ τω προσφυγικών μαζών τη στέγασή τους με την επίταξη των μεγάρων και μεγάλων σπιτιών, μοναστηριών και οικημάτων του κράτους, με χτίσιμο νέων σπιτιών, με βαρύτατη προοδευτική φορολογία τω μεγάλων περιουσιών και κατάσχεση τω κερδών του πολέμου. Πλήρη αγροτική αποκατάσταση με τη χορήγηση γης και μέσων καλλιεργείας. Ο αγώνας του κόματος εναντίο της εποικιστικής πολιτικής της ελληνικής μπουρζουαζίας και του βιαίου εκπατρισμού, υπερ των δικαιωμάτων τω καταπιεζομένων εθνοτήτων Μακεδονίας και Θράκης από την ελληνική μπουρζουαζία και υπέρ της πλήρους απελευθερώσεως των είναι ένα από τα καθήκοντά του». Ενώ στην απόφαση «πάνω στο εθνικό» αναφέρει: «…Επίσης την αποικιστική πολιτική της ελληνικής μπουρζουαζίας στη Μακεδονία και Θράκη, το ΚΚΕ οφείλει να τη καταπολεμήση με τον πιο αμείλικτο τρόπο, να ξεσκεπάση εμπρός στις προσφυγικές προπάντων μάζες το αντιδραστικό και καταπιεστικό χαρακτήρα της πολιτικής αυτής και να συνενώση τις καταπιεζόμενες και απαθλιωμένες αγροτοπροσφυγικές μάζες της Μακεδονίας και της Θράκης κάτω από τα συνθήματά του: «Όλα τα μεγάλα αγροκτήματα, τουρκικά,μοναστηριακά,ιδιωτικά,δημόσια, στους χωρικούς και πρόσφυγες». «Εθνικά συμβούλια των χωρικών και προσφύγων της Μακεδονίας και Θράκης να αποφασίσουν οριστικά και σύμφωνα με τα συμφέροντα των φτωχών και ακτημόνων πληθυσμών για την κατανομή των γαιών και για τη λύση του ζητήματος της προσφυγικής εγκαταστάσεως».(σελ. 520 1ος).

    • Στο 3ο έκτακτο συνέδριο του ΚΚΕ(ήταν το συνέδριο που ονομάστηκε το κόμμα ΚΚΕ και έγινε οργανικό κομμάτι της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς έγινε έντονη συζήτηση για το λεγόμενο «προσφυγικό» τόσο ως αυτόνομα θέμα συζήτησης, όσο και ως κομμάτι του «εθνικού ζητήματος. Για τα δύο θέμα δεν υπάρχου οι εισηγήσεις, αλλά τα στενογραφημένα πρακτικά της συζήτησης που τα μεταφέρουμε (πηγή ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΕΚΕ(Κ) – ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ – 1991):
    «Συζήτηση επι του Προσφυγικού (σελ.187):

    ΧΑΙΤΑΣ: Λέγει ότι η ΚΕ μόνον τη τελευταίαν στιγμή τον επιφόρτησε με τον καταρτισμόν εισηγήσεως επί του προσφυγικου κινήματος. Δυστυχώς όμως αι εργασίαι του Συνεδρίου, καθώς και της Επιτροπής επί της συντάξεως των αποφάσεων δεν του επέτρεψαν να καταρτίση την εργασία του αυτήν. Ωστόσο όμως νομίζει ότι μπορούν να διεξαχθούν συζητήσεις, που να καθορίσουνε μια γραμμή δράσεως για τη νέα ΚΕ και να προπαρασκευάσουν τη σχετική εργασία του Γ’ Τακτικού Συνεδρίου. Ομιλεί περί της κοινωνικής συνθέσεως του προσφυγικού πληθυσμού. Τα τρία τέταρτα του πληθυσμού αυτού είναι αγρότες, απαιτούν γην και μέσα παραγωγής, συνεπώς εις το σημείον αυτό η προσφυγική μας πολιτική συνδέτεια αμεσότατα με το αγροτικό μας πρόγραμμα δράσεως. Μπορούμε να ζητήσουμε ακόμα την μη στρλατευσιν τω προσφύγων, να ξεσκεπάσουμε το ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα που έχει ο εποικισμός τους στη Μακεδονία κι απ’ αυτής της απόψεως το προσφυγικό ζήτημα συνδέεται με το εθνικό. Στις οργανώσεις των προσφύγων ασφαλώς θα μπορούμε και μέσα σ’ αυτές θα διεξάγουμεν τη γενικήν εργασίαν που διεξάγουμε σ’ όλες τις άλλες οργανώσεις. Το ζήτημα τω συγκρούσεων μεταξύ προσφύγων και εντοπίων ανελύθη επαρκώς. Οσον αφορά το προσφυγικόν πληθυσμόν των πόλεων, θα ρίξουμε το σύνθημα τω Επιτροπών Συνοικισμού (αραίωση κατοικιών, μέτρα υγιεινής κλπ) Οι δε εργάτες πρόσφυγες θα μπουν στις εργατικές οργανώσεις. Στο σημείο αυτό το ζήτημα συνδέεται με τη γενική συνδικαλιστική μας τακτική και ανα΄γεται σ’ αυτήν.
    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Γενικώς υπάρχει άγνοια της καταστάσεως των προσφύγων. Ανακοινεί την άποψιν των Τμημάτων Θες/νικης να μην γίνουν συζητήσεις επι του προσφυγικού αλλά τα Τμήματα που έχουν το μεγαλύτερον προσφυγικόν πληθυσμόν στην περιφέρειά του να κάμουν το σντομότερο εκθέσεις λεπτομερείς με στατιστικά δεδομένα προς την ΚΕ και να εκθέσουν τας γνώμας τω επί ης ακολουθητέας τακτικής, ώστε επί τη βάση τούτων η πρώτη συγκληθεισόμενη Ευρεία ΚΕ να θέση τας βάσεις της προσφυγικής πολιτικής του Κόμματος.
    ΜΑΤΟΥΣΗΣ: Συμφωνεί με την πρότασιν της Θες/νικης
    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: Λέγει ότι δε συμφωνεί διότι μπορεί υποβάλη παρατηρήσεις του επί του ζητήματος, που θα επέτρεπον στο Συνέδριο να συζητήση επί αυτού.
    ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Συμπληρών τη πρότασιν Παπαδόπουλου λέγει ότι προ της Ευρείας ΚΕ η νέα Ε.Ε πρέπει να μελετήσει το ζήτημα και να καθορίσει τη γραμμή που θα ακολουθήσουνε στη δράση τους τα Τμήματα του Κόμματος (ψηφίζεται συμπληρωμένη η πρόταση Παπαδόπουλου)

    Από τη συζήτηση για το εθνικό ζήτημα (σελ. 101-102):

    Από την ομιλία ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (εκλέχτηκε τότε γραμματέας της ΚΕ) : «Προς τη μπουρζουαζία θα πούμε…για να κρατήσετε τις 700 χιλ. των προσφύγων στη Μακεδονία διαθέτετε όλα τα εισοδήματα του κράτους επί της Β. Ελλάδος κι αφήνετε έτσι ενεκτέλεστα ένα σωρό έργα, που θα χρησίμευαν στη βελτίωση της παραγωγής και στην οικονομική ανακούφιση του λαού…για τους πρόσφυγας θα ζητήσουμε απαλλοτρίωση όλων των κτημάτων, δημοσίων, μοναστηριακών και ιδιωτικών όχι μόνο της Μακεδονίας αλλά και της Θεσσαλίας και Ηπείρου. Το ουσιώδες είναι να πεισθούν ότι δεν θα επανέλθουν ποτέ στην πατρίδα τους με τις λόγχες και ότι η επάνοδος των μπορεί να επιτευχθή μόνον με μια Βαλκανική Ομοσπονδία»

    Από την ομιλία ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ (εκλέχτηκε στη ΚΕ) «…Αλλά εις το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας η άφιξη και η διασπορά 600 χιλ. προσφύγων επέφερε μια μεγάλη εθνολογική μεταβολή και κατέστησε το αγώνα του κόμματός μας πολύ πιο δυσκολότερον απ’ το αγώνα των λοιπών κομμάτων της Βαλκανικής. Και όχι μόνον ουδεμία σχεδόν επαφή είχε το κόμμα μας με τας προσφυγικάς μάζας αλλά αι τελευταίαι αυταί ήσαν και αι αντδραστικότεραι της χώρας. Σύμφωνα με το σύνθημα μας ο προσφυγικός αυτός πληθυσμός δε είχε πια καμιά θέση στη Μακεδονία. Υπό τοια΄τας συνθήκας χωρίς νάχη γίνη καμιά προπαρασκευή των δυνάμεων του κόμματος, ώστε να έχη εξασφαλισθή η επαφή του με τις μάζες, πως θα μπορούσαμε να ρίξουμε σύνθημα με το οποίο οι προσφυγικές αυτές μάζες δι’ωχνονται από τον τόπο της εγκαταστάσεώς των ; Τα ζητήματα αυτά η ΚΕ έσπευσε να τα γνωρίσει στη ΒΚΟ αλλά αυτή δεν απάντησε στη έκθεσή της»

    Από την δευτερομιλία του ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ : «…Τη θέση τω προσφύγων απέναντι του συνθήματος γενικώς θα την καθορίσουμε μόνον κατόπιν εμπεριστατωμένης στατιστικής μελέτης. Σήμερα μπορούμε να τονίσουμε τρία σημεία. Α) την αραίωση του πληθυσμού δια της μεταφοράς των θρακών προσφύγων στην Αν. Θράκη. Β) η βελτίωση του καλλιεργησίμου τόσο εις έκτασιν (όχι αστική αλλά πλήρης εργατοαγροτική αποκατάσταση) όσον και εις έντασιν (αποξηραντικά, αντιπλημμυρικά κλπ) γ) μία ευρεία κοινωική πολιτική. Το ότι όμως το Κόμμα δε έχει ακόμη μία καθορισμένη προσφυγική πολιτική, αυτό δε είναι λόγος αναβολής της εκτελέσεως των αποφάσεων της ΒΚΟ. Το κύριο και βασικό είναι να πείσουμε τους πρόσφυγες ότι είναι αδύνατος η επάνοδός των δια των όπλων»

    Από την ομιλία του εκπροσώπου της Κ.Δ « Πρέπει να διεξάγουμε την εργασία μας μέσα στους πρόσφυγες, εξηγώντας τον ύπουλο σκοπό της εποικιστικής πολιτικής της κυβερνήσεως , η οποία ερεθίζει ένα μέρος του πληθυσμού εναντίον του άλλου. Πρέπει α οργανώσουμε την πάλη τους πάνω στην απαίτηση τω μεγάλων ιδιοκτησιών. Το να φοβηθούμε ότι μέρος τω ασυνείδητων προσφύγων θα στραφή εναντίον του κόμματος αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο κόμμα και στο προλεταριάτο και δεν πιστεύουμε στην κοινωνική ορθότητα των συνθημάτων μας»

    • Σε Μανιφέστο προς τον εργαζόμενο λαό (σελ.527 1ος) 3/12/24 αναφέρονται και τα παρακάτω: «…Την ίδια βάση έχει ο αγώνας μας ανάμεσα στις φτωχειές και ακτήμονες αγροτικές μάζες, μέσα στις αγροτικές ενώσεις, για τις άμεσες καθημερινές ανάγκες τους. Αξεχώριστη απ’ αυτή είναι η πάλη μας για τα συμφέροντα τα καθημερινά του προσφυγικού πληθυσμού, που εγκαταλελειμμένος και εμπαιζόμενος απ’ την κεφαλαιοκρατία, πεθαίνει κατά δεκάδες χιλιάδων, άστεγος και αναποκατάστατος…Να γιατί αγωνιζόμαστε για την ένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και Θράκης και για Ενιαία και ανεξάρτητη κρατική τους ύπαρξη. Να γιατί ζητούμε εθνικά συμβούλια προσφύγων και αγροτών μέσα στην ανεξάρτητη και ελεύθερη Μακεδονία να μοιράσουν μόνα τους τις γαίες μεταξύ των προσφύγων σύμφωνα με τα συμφέροντα του φτωχού αγροτοπροσφυγικού πληθυσμού της χώρας. Να πως θα σωθούν οριστικά οι χιλιοδυστυχισμένοι πρόσφυγες της Μακεδονίας» (σημείωση: Το σύνθημα αυτό ρίχνεται για πρώτη φορά!)

    • Σε απόφαση για τη νέα οργάνωση του ΚΚΕ (προς τη μπλσεβικοποιηση) (σελ.537, 1ος)21/12/24 για πρώτη φορά αναφέρονται μέτρα οργάνωσης τω προσφύγων στο κόμμα: «…Όσοι είναι πρόσφυγες που δεν ανήκουν σε πυρήνες, σχηματίζουν πυρήνες προσφυγικών συνοικιών».

    • ΣΕ ανακοίνωση της ΕΕ του ΚΚΕ (Επίσημα Κέιμενα 2ος σελ. 35)1/2/25 για την ανταλλαγή του πατριάρχου αναφέρεται : «Πάνω από ένα εκατομμύριο έλληνες έχουν εκδιωχθή κακήν κακώς από τους συναδέλφους των ελλήνων σωβινιστών, τούρκους εθνικόφρονες. Χθες ακόμα δεκάδες χιλιάδες έλληνες έχουν διωχθή από την Κων/λη και άλλες τόσες ετοιμάζονται να φύγουν. Για όλο αυτόν το πληθυσμό για όλους αυτούς οι περισσότεροι των οποιών είναι οικογενειάρχες η ελληνική πλουτοκρατία τα αστικά κόμματα (βενιζελοδημοκρατικοί , βασιλόφρονες) της χώρας μας, δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον ενώ για την ανταλλαγή του Πατριάρχου προσπαθούν να φανούν υπέρ το δέον ενδιαφερόμεοι. Αυτό αποτελεί μια περιφρόνηση στις χιλιάδες των προσφύγων Κων/λεως και τω άλλων της Αν. Θράκης και Μ. Ασίας και φανερώνει ταυτοχρόνως πως αν στη Λωζάνη υπεστήριξαν την παραμονή τω ελλήνων Κων/λεως το έκαμαν μόνον και μόνον για να επιτύχουν την παραμονή του ελληνικού πατριαρχείου κέντρου εξυπηρετικού των εθνικιστικών πλουτοκρατικών σχεδίων τους».

    • Σε απόφαση της ευρείας ΕΕ του ΚΚΕ (2ος σελ. 65) Μάιος 1925, αναφέρεται : «Το προσφυγικό δάνειο καταναλώθηκε χωρίς να κατορθωθή η εγκατάσταση των προσφυγικών πληθυσμών. Γίνεται νέα προσπάθεια για ένα καινούργιο δάνειο προσφυγικό η πραγματοποίηση του οποίου θα βαρύνη ακόμα περισσότερο το κρατικό προϋπολογισμό, θα αυξηση το δμόσιο χρέος της Ελλάδος κατά δισεκατομμύρια και θα υποδουλώση ακόμα περισσότερο τη χώρα στον αγγλοαμερικάνικο κεφάλαιο στο οποίον η ελληνική κεφαλαιοκρατία έχει δώσει όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας».

    Στη ίδια απόφαση υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για το προσφυγικό ζήτημα (σελ. 76): « Το προσφυγικό ζήτημα εξακολουθεί να αποτελή σήμερα το άξονα κάθε εσωτερικής πολιτικής τω αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων. Όλα τα κόμματα της βενιζελοδημοκρατικής παρατάξεως πέρασαν από την εξουσία και όλα δοκίμασαν και αποδοκίμασαν τη προσφυγική τους πολιτική. Παρά τις κολοσσιαίες θυσίες που υπέστη ο εργατοαγροτικός πληθυσμός της χώρας μας και παρά τα προσφυγικά δάνεια, όχι μόνο δεν κατορθώθηκε η λύσις του κοινωνικοπολιτικού αυτού προβλήματος αλλά τουναντίον οξύνθηκε ακόμα περισσότερο και εκδηλώθηκε ήδη με μορφή σποραδικών κινημάτων και ενόπλων μονομερών εξεγέρσεων και συλλαλητηρίων. Η Επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων αρχίζει να γίνεται ο στόχος των προσφυγικών μαζών και η «κοινή με τους εντόπιους αγρότας παράταξη των προσφύγων» ένα από τα σπουδαιότερα συνθήματά των. Επανειλημμένα προσφυγικά συνέδρια, παρά την τεχνητή σύνθεσή τους, εξεδήλωσαν αρκετά καλά την επιθυμίαν των προσφύγων αγροτών και φτωχών αστικών μαζών να υιοθετήσουν αριστερές λύσεις. Το μοίρασμα της γης και η οικονομική ενίσχυση τω αγροτών και μικροστών προσφύγων εξακολουθεί να αποτελή το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του προσφυγικού. Πλάι σ’ αυτά προστίθεται ήδη και το ζήτημα της πληρωμής τω οικημάτων της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων.Η ελληνική κεφαλαιοκρατία από κοινού με τους πρόσφυγας πληρεξουσίους έπαιξαν τη πιο αισχρή κωμωδία σε βάρος των προσφυγικών πληθυσμών. Τόσο στο ζήτημα της διανομής των τσιφλικιών και στο ζήτημα των μουσουλμανικών κτημάτων, όσο και στο ζήτημα της παροχής δανείων, έγινε φανερή η προσπάθεια της ελληνικής πλουτοκρατίας να ευνοήση τα ανώτερα στρώματα των προσφύγων εις βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας των προσφυγικών μαζών.Οι αλλεπάλληλες καταχρήσεις και τα σκάνδαλα της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων δυνάμωσαν περισσότερο το αίσθημα της αγανακτήσεως τω προσφύγων έσπασαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο είχε περιορίσει το προσφυγικό ζήτημα η βενιζελική πλουτοκρατία, άνοιξαν καινούριους δρόμους και μετέβαλαν σημαντικά τη ιδεολογία και τις πολιτικές πεποιθήσεις τω προσφυγικών μαζών.Σήμερα είναι ακριβώς η κατάλληλη στιγμή να εμφανισθή το Κόμμα μας μέσα στις προσφυγικές μάζες και να κατευθύνη το αγώνα τους μέσα στο πλαίσιο του γενικού αγώνος του ελληνικού προλεταριάτου. Αυτό όμως δεν είναι δυνατό χωρίς ένα προηγούμενο ακριβή καθορισμό και ανάλυση της κοινωνικοοικονομικής θέσεως των προσφύγων. Η μεταξύ τω διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων του προσφυγικού πληθυσμού πάλη η οποία έγινε ήδη καταφανής στο ζήτημα π.χ των μουσουλμανικών κτημάτων επιβάλλει στο Κόμμα μας να καθορίσει τη θέση του απέναντι του προσφυγικού ζητήματος όχι ως συνόλου αλλά ξεχωριστά απέναντι μιας εκάστης τω κοινωνικών κατηγοριών στις οποίες υπάγονται οι πρόσφυγες.(σημείωση : Για πρώτη φορά γίνεται ταξικός διαχωρισμός των προσφύγων-σωστά)
    Μεταξύ του προσφυγικού πληθυσμού υπάρχει σήμερα και μια βαθειά αντίθεση συμφερόντων και δε επιτρέπει στο Κόμμα μας να το αγνοήση και να υιοθετήση κατά συνέπεια όλα γενικώς τα αιτήματα τω προσφύγων, άσχετα α αυτό ικανοποιή τους πλούσιους αστούς πρόσφυγας ή τους αγρότας και πτωχούς αστικούς προσφυγικούς πληθυσμούς. Η εγκατάσταση ενός ωρισμέου αριθμού προσφύγων αγροτών παρουσιάζει το προσφυγικό ζήτημα στενά συνδεδεμένο με το αγροτικό ζήτημα, ενώ η ύπαρξις στις πόλεις χιλιάδων ανέργων εργατών προσφύγων το συνδέει στενά με το επαγγελματικό και με το ζήτημα της ανεργίας των εργατών».

    • Σε ανακοίνωση της ΚΕ «προς όλες τις οργανώσεις του κόμματος»(2ος σελ. 167) – 5/12/26 για πρώτη φορά ρίχνεται το σύνθημα «Ζήτω ο εργατοαγροτικός και προσφυγικός συνασπισμός»

    • Στο 3ο συνέδριο του κόμματος (Μάρτης 1927) στα καθήκοντα του κόμματος αναφέρει (2ος σελ. 211) : «12. Δράση μέσα στους πρόσφυγες. Ανάλογα συνθήματα ώστε να μην μπορεί η μπουρζουαζία να μας τους αντιτάξει στη πολιτική μας επί ου εθνικού».

    • Σε ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ (2ος σελ. 324) – 3/6/27 για πρώτη φορά γίνεται η αναφορά : «Ζήτω η κυβέρνηση τω εργατών και αγροτών και των προσφύγων η μόνη ικανή να ικανοποιήσει ριζικά και οριστικά τις διεκδικήσεις τω εργαζομένων μαζών, η μόνη ικανή να εξασφαλίσει πλήρως τη ζωή και τις πολιτικές ελευθερίες τω καταπιεζόμενων!» ( στόχος για τέτοια κυβέρνηση μπαίνει για πρώτη φορά)

    • Στη απόφαση της ολομέλειας της ΚΕ (της 1ης μετά το συνέδριο) 20-25/7/1927, αναφέρονται τα εξής στο κομμάτι με τίτλο «επί της δράσεως για τις άμεσες διεκδικήσεις των αγροτικών μαζών» : « δ. Αντικατάσταση του εποικισμού που εμποδίζει τη γρήγορη διανομή των κλήρων και τω συνεταιρισμών αποκαταστάσεως με επιτροπές των κληρούχων χωρικών και των προσφύγων που θ’ αναλάβουν την άμεσο και οριστική διανομή των γαιών.ε. Παραχώρηση της οριστικής κυριότητος τω χωραφιών της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων στους πρόσφυγας που τα κατέχουν σήμερα.στ. Συμψηφισμός τω χρεών τω προσφύγων προς την Επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων με την αποζημίωση που δικαιούνται. Οσοι έχουν να πάρουν αποζημίωση να τους χαριστούν τα χρέη προς την Επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων.ζ. Παροχή μακροχρόνιων δανείων «αποκατάστασης» με χαμηλό τόκο για να μπορέσουν οι κληρούχοι και οι πρόσφυγες ‘ αγοράσουν ζώα, εργαλεία, σπόρους κλπ» (2ος σελ. 373) (Σημείωση : βλέπουμε μια παραπέρα ανάπτυξη των αιτημάτων για το όλο πρόβλημα, ώστε να δένεται και με τις εξελίξεις)

    • Σε προκήρυξη του ΠΓ 16/12/1927 (2ος σελ. 483) αναφέρεται: «Για τους πρόσφυγες: Ξεσήκωσαν οι μπουρζουάδικες, μοναρχοβενιζελικές κυβερνήσεις ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες και τους έφεραν στην Ελλάδα. Όσοι δεν εγκαταστάθηκαν στα νεκροταφεία και τους χιονισμένους κάμπους της Μακεδονίας, πουλήθηκαν σαν σκλάβοι στους Χάμπρο και τη Εθνική. Πρόσφυγες, μονάχα με την εργατοαγροτική κυβέρνηση θα βρείτε τη λύση των άλυτων ζητημάτων σας».

    • Σε απόφαση ολομέλειας της ΚΕ 15-18/2/1928 αναφέρεται : «Το άμεσο καθήκον του κόμματος παραμένει η κινητοποίηση των χωρικών στην πάλη…για την κατάργηση της επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων και τη ακύρωση των προ αυτήν χρεών τω προσφύγων, για τη αποζημίωση τω φτωχών προσφύγων» (2ος σελ. 517)

    • Στο εκλογικό πρόγραμμα του Ενιαίου Μετώπου εργατών, αγροτών και προσφύγων 15/7/21928 αναφέρει: «Για τους πρόσφυες.1. Κατάργηση της ΕΑΠ οργάνου των ξένων ιμπεριαλιστών για την καταπίεση του Ελληνικού λαού. Κατάργηση τω χρεών τω προσφύγων των οφειλομένων τόσο στην ΕΑΠ όσο και στο κράτος.2. Πλήρης αποκατάσταση των προσφύγων με έξοδα του κεφαλαίου»(2ος σελ. 545)

    • Στο Μανιφέστο του 4ου συνεδρίου του κόμματος 10-15/12/1928 αναφέρει: «Αγρότες ντόπιοι και πρόσφυγες…κρατάνε ένα μεγάλο μέρος της γης στα χέρια τους με διάφορα μέσα, οι κηφήνες τσιφλικάδες, οι καλόγεροι και οι αμερικάνοι της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων, οι εγγλέζοι της Κωπαίδος και τόσοι άλλοι. Σας φόρτωσαν με χρέη και τοκοχρεωλύσια για τις λίγες απαλλοτριώσεις που αναγκάσθηκαν να κάνουν κάτω από τη πίεση τη δική σας. Σας αποκατάστησαν έτσι που να δουλεύετε αιώνια για τους ληστές της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων πληρώνοντας χαράτσι» (σελ. 563, 2ος)

    • Στην απόφαση του συνεδρίου για το πρόγραμμα των άμεσων απαιτήσεων των εργαζόμενων αγροτών αναφέρει: «4. Κατάργηση της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων, οργάνου των ξένων ιμπεριαλιστών για τη καταπίεση των εργαζομένων μαζών του ελληνικού λαού. Κατάργηση τω χρεών των οφειλομένων στην Επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων και το κράτος, ανεξαρτήτως αν υπερβαίνουν τις δικαιούμενες αποζημιώσεις» (2ος σελ. 604)

    http://www.xatzikostas.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=87&Itemid=50

  7. […] Το κείμενο που ακολουθεί είναι το α’ μέρος του υποκεφαλαίου αυτού («Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι…..) το οποίο αποτελεί τμήμα του  κεφαλαίου “Πρόσφυγες και Αριστερά“. […]

  8. B.I. on

    «Όπως διαφαίνεται από μια συνολικότερη εκτίμηση του αρχειακού υλικού, οι περισσότεροι από τους κομμουνιστές που βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών ασφαλείας ήταν Πόντιοι πρόσφυγες, αγρότες και γεωργοί και σύμφωνα με τα στοιχεία της Ειδικής Ασφαλείας είχαν αναπτύξει δράση σε κοινότητες της περιοχής Εορδαίας: Ποντοκώμη, Μαυροπηγή, Πύργοι, Μεσόβουνο και στην Πτολεμαΐδα»

    ΤΣΙΑΝΑΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΚΟΖΑΝΗΣ 1936-1937, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΚΟΖΑΝΗ, 2011.

    O Tσιανάκας μελέτησε τα αρχεία Διοικήσεως χωροφυλακής Κοζάνης-Εορδαίας κατά 1936-1937, συγκεκριμένα αρχείο εκτοπίσεων, που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη κοζάνης.

  9. Βλάσης Αγτζίδης on

    Το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη «Όψεις ρεμπέτικου», μπορείτε να τα διαβάσετε σε pdf:

    http://www.karellas.gr/datagr/20.pdf

  10. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  11. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  12. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  13. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  14. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  15. […] Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση 2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και […]

  16. […] να σας ενδιαφέρει υπάρχει στην παρακάτω διεύθυνση : https://kars1918.wordpress.com/2010/04/07/aristera-prosfyges/   Like this:LikeBe the first to like this. « H απόδοση των […]

  17. Πώς η προσφυγιά του ’22 έχτισε “κάστρα της Αριστεράς”
    Posted by Aris Velouxiwtis at 11:19 PM 0 comments
    Email This
    BlogThis!
    Share to Twitter
    Share to Facebook
    Share to Pinterest

    Categories :
    Ιστορία

    ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΜΠΟΛΑΡΗΣ

    Φώτο: Απεργοί καπνεργάτες και καπνεργάτριες το 1933.

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής που έγινε τον Δεκέμβρη του 1920 στο «Βασίλειο της Ελλάδος» κατοικούσαν περίπου 5,5 εκατομμύρια άνθρωποι. Στην απογραφή που έγινε τον Μάη του 1928 οι κάτοικοι έφταναν τα 6,2 εκατομμύρια, δηλαδή 780 χιλιάδες περισσότεροι. Η πληθυσμιακή αλλαγή ήταν ακόμα μεγαλύτερη απ’ ότι δείχνουν αυτοί οι αριθμοί.

    Ανάμεσα στο 1922 και το 1924, στο ελληνικό κράτος έφτασαν 1,2 εκατομμύρια πρόσφυγες η μεγάλη τους πλειοψηφία από την Μικρά Ασία και τον Πόντο, ενώ περίπου 430 χιλιάδες την «εγκατέλειψαν». Στην πραγματικότητα διώχτηκαν στα πλαίσια της βάρβαρης «ανταλλαγής πληθυσμών» που πρόβλεπε η Συμφωνία της Λοζάνης το 1923. Για όσους αναρωτιούνται καλόπιστα ή υποκριτικά «πόσους πρόσφυγες μπορεί να αντέξει η χώρα» η απάντηση είναι: πολύ περισσότερους από το 1,2 εκατομμύρια που μπορούσε η Ελλάδα του 1922.

    Η «μητέρα-πατρίδα» βέβαια δεν αγκάλιασε τα «παιδιά» της. Καταρχήν δεν τα ήθελε. Το καλοκαίρι του 1922 πέρασε ο νόμος «Περί παρανόμου μεταφοράς προσώπων, ομαδόν ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Πρόβλεπε ποινές για όσους ερχόταν χωρίς διαβατήρια «νομίμως τεθεωρημένων». Όταν κατέρρευσε το μέτωπο στη Μικρά Ασία το 1922 οι εντολές της «διοίκησης» ήταν σαφείς: προτεραιότητα στα τρένα και τα καράβια είχαν οι ανώτεροι υπάλληλοι, οι αξιωματικοί, τα αρχεία και τα μπαούλα τους.

    «Αποφύγετε τη δημιουργία προσφυγικού ζητήματος» τηλεγραφούσε ο πρωθυπουργός Γούναρης τον Σεπτέμβρη του 1922. Βέβαια κανείς δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό, το κράτος κατέρρεε κάτω από το βάρος της στρατιωτικής ήττας και έτσι κι αλλιώς είναι αμφίβολο αν μπορούσε να σταματήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Πολλοί θα έχαναν τη ζωή τους πριν πατήσουν καλά-καλά το πόδι τους στη «μητέρα-πατρίδα»: στο «λοιμοκαθαρτήριο» της Μακρονήσου για παράδειγμα, το hot spot της εποχής, άφησαν τα κόκκαλά τους χιλιάδες (κυρίως Πόντιοι) πρόσφυγες.

    Μέσα σε λίγους μήνες οι «Έλληνες αδελφοί» μόλις πέρασαν τα σύνορα βαφτίστηκαν «τουρκόσποροι» που «ήρθαν να πάρουν τα σπίτια». Απομονώθηκαν στα γκέτο-συνοικίες στις παρυφές των πόλεων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Βόρεια Ελλάδα προκειμένου να αυξηθεί το ελληνικό ποσοστό του πληθυσμού που την κατοικούσε. Η άρχουσα τάξη και το κράτος της τους αντιμετώπισαν με το χειρότερο ρατσισμό.

    «Εφθάσαμεν ούτω να γίνομεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είναι αρεστή» έγραφε η Βραδυνή τον Δεκέμβρη του 1923. Η συνέχεια του άρθρου θα μπορούσε να είναι γραμμένη σήμερα από καμιά φυλλάδα αν εξαιρέσει κανείς τη γλώσσα: «Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων…».

    Το μίσος της μοναρχικής δεξιάς για τους μικρασιάτες πρόσφυγες είχε παρελθόν και πριν τη Μικρασιατική Εκστρατεία (το πρώτο μεγάλο κύμα είχε έρθει ανάμεσα στο 1914-1916). Τους θεωρούσαν ως τη βασική δύναμη υποστήριξης του Βενιζέλου. Πράγματι, σε όλη τη δεκαετία του 1920, οι πρόσφυγες ψήφιζαν σχεδόν «μονοκούκι» τα βενιζελικά κόμματα. Και οι πολιτευτές αυτών των κομμάτων τους θεωρούσαν την καλύτερη εκλογική πελατεία.

    Μαρτύριο
    Αυτό δεν σήμαινε, βέβαια, ότι η υποστήριξή τους στον βενιζελισμό έκανε τη ζωή εύκολη για τους πρόσφυγες. Η ζωή στους προσφυγικούς συνοικισμούς ήταν από μαρτύριο μέχρι κόλαση: πολλές φορές χωρίς βασικές υποδομές, μεροκάματα χαμηλά ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής και δουλειές του ποδαριού για να επιβιώνουν όπως-όπως.

    Επόμενο, τα «κοινωνικά» των εφημερίδων να γεμίζουν με ιστορίες τρόμου για την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, την πορνεία και όλα τα συναφή στους «συνοικισμούς». Συχνά οι εργοδότες προσλάμβαναν πρόσφυγες για να σπάσουν τη δύναμη των συνδικάτων. Και πολλές φορές σωματεία με δεξιές ηγεσίες έβαζαν στα αιτήματά τους την απαγόρευση πρόσληψης προσφύγων εργατών (μια πρακτική που επίσης είχε μεγάλο παρελθόν).

    Για πολλά χρόνια αυτός ο κόσμος έμοιαζε να είναι άγονο έδαφος για τις ιδέες της Αριστεράς. Όχι ότι αυτή δεν προσπαθούσε. Το ΚΚΕ κατέβαινε από το 1926 στις εκλογές με τον τίτλο Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών και Προσφύγων (ΕΜΕΑΠ) για να τονίσει την αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες αλλά και για να παρέμβει με στόχο να τους αποσπάσει από τους «φιλοπρόσφυγες» (ή και πλούσιους πρόσφυγες) πολιτικάντηδες.

    Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν όταν η εργατική τάξη -προσφυγική και «γηγενής»- άρχισε να μπαίνει σε κίνηση. Το 1932 είναι η χρονιά που η κυβέρνηση του Βενιζέλου χάνει τη «μάχη της δραχμής» κάτω από τα χτυπήματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Την επόμενη χρονιά θα χάσει τις εκλογές. Το 1932-33 όμως είναι και η χρονιά που το εργατικό κίνημα αρχίζει να περνάει στην αντεπίθεση.

    Το ΚΚΕ άρπαξε αυτή την ευκαιρία για να ρίξει νέες ρίζες μέσα στην εργατική τάξη και να ζωντανέψει ξανά την παλιά του επιρροή. Και σ’ αυτή την προσπάθεια συναντήθηκε με μια νέα γενιά προσφύγων εργατών. Το εντυπωσιακό στοιχείο των εκλογών του Σεπτέμβρη του 1933 ήταν η άνοδος του ΚΚΕ. Και το ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν η εκτόξευση των ποσοστών του στις προσφυγικές συνοικίες. Στην περιοχή της πρωτεύουσας κάποια ενδεικτικά αποτελέσματα ήταν: 12,4% στη Ν. Ιωνία, 12% στην Καισαριανή, 11,2% στη Ν. Κοκκινιά, 10,5% στο Βύρωνα.

    Μια εξήγηση που δίνεται για την πολιτική μεταστροφή των προσφύγων προς τ’ αριστερά ήταν η υπογραφή το 1930 της Συνθήκης Φιλίας ανάμεσα στην κυβέρνηση του Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ της Τουρκίας. Όμως, αυτό δεν εξηγεί γιατί οι πρόσφυγες άρχισαν να στρέφονται στο ΚΚΕ, ένα κόμμα που ανάμεσα σε πολλά άλλα κουβαλούσε το στίγμα της «εθνοπροδοσίας» για τη διεθνιστική στάση του στη Μικρασιατική Εκστρατεία ή τις θέσεις του για το Μακεδονικό.

    Ο Βασίλης Νεφελούδης, νεαρός πρόσφυγας και υπάλληλος της «Πάουερ», των τραμ, ήταν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της «νέας εργατικής τάξης». Έγινε ηγέτης των «τραμβαγέρηδων» και στις εκλογές του 1932 βγήκε «αττικάρχης», πρώτος σε σταυρούς βουλευτής όλων των κομμάτων. Μια διήγησή του για ένα μικρό επεισόδιο εκείνων των χρόνων, δείχνει τη μαχητικότητα αυτών των εργατών:

    «Ανεβήκαμε λοιπόν πάνω στα γραφεία της εταιρίας και οι 42 που ήμασταν και είπαμε στον Διευθυντή της εταιρίας, Σχοινά τον λέγανε, ο οποίος ήτανε υπάλληλος του Υπουργείου Μεταφορών και διολίσθησε, του είπαμε ότι εδώ ήρθαμε αποφασισμένοι να λύσουμε το πρόβλημα αυτό. Δεν πρόκειται να φύγουμε από τα γραφεία εάν δεν λυθεί το πρόβλημα αυτό. Και μην τολμήσεις να πάρεις το τηλέφωνο και να καλέσεις την αστυνομία, θα σε πετάξουμε από το παράθυρο και θα πούμε ότι αυτοκτόνησες. Λοιπόν, «τι θέλετε από μένα» μας λέει. Θέλουμε τώρα να πάρεις το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και να εισηγηθείς να αναστείλει τις απολύσεις. Να ακυρώσει τις απολύσεις. Αυτό είναι δουλειά που πρέπει να την κάνεις εσύ. Τα χρειάστηκε ο άνθρωπος πήρε το τηλέφωνο, τους είπε δεν βγαίνουν τα δρομολόγια αν πραγματοποιηθούν οι απολύσεις, εισηγούμαι να ανασταλούν. Και έτσι σταμάτησαν οι απολύσεις».

    Καβάλα
    Η Καβάλα ήταν κέντρο του κινήματος των καπνεργατών και πριν τον πόλεμο. Μετά το 1922 η σύνθεση της πόλης και του νομού άλλαξε. Οι «μουσουλμάνοι» έφυγαν και οι πρόσφυγες ήλθαν. Στην πόλη εγκαταστάθηκαν περίπου 30 χιλιάδες. Από το 1926 ο κλάδος της κατεργασίας καπνών περνούσε κρίση. Η παγκόσμια κρίση την έκανε χειρότερη. Οι καπνέμποροι βρήκαν ευκαιρία να πάρουν πίσω πολλές από τις κατακτήσεις προηγούμενων χρόνων.

    Τον Ιούλη του 1933 η εταιρεία Μπενβενίστε αποφάσισε να εφαρμόσει τη «τόγκα» -μια απλή και γρήγορη μέθοδο επεξεργασίας καπνών- και να προσλάβει μόνο γυναίκες με μεροκάματα το μισό των ανδρών συναδέλφων τους. Η απάντηση ήταν μια εξαήμερη κατάληψη όλων των καπναποθηκών από 5 χιλιάδες καπνεργάτες και καπνεργάτριες. Κρέμασαν μαύρες σημαίες από τα παράθυρα και έγραφαν σε χαρτόνια «κι οι άνδρες στη τόγκα – ψωμί –νερό». Η κυβέρνηση των Λαϊκών έστειλε στρατό και απειλούσε με σφαγή.
    Τελικά, κι αφού ολόκληρη η πόλη είχε ταχθεί στο πλευρό των καπνεργατών, ο αγώνας νίκησε.

    Η συνέχεια ήρθε στις δημοτικές εκλογές που έγιναν το Φλεβάρη του 1934. Απέναντι στον 29χρονο καπνεργάτη και πρόσφυγα (από τον Καύκασο) Μήτσο Παρτσαλίδη του ΕΜΕΑΠ συνασπίστηκαν όλα τα αστικά κόμματα. Όμως, τελικά ο Μ. Παρτσαλίδης νίκησε και έγινε ο πρώτος «κόκκινος» δήμαρχος στην Ελλάδα επικεφαλής ενός ψηφοδελτίου που το αποτελούσαν καπνεργάτες, σχεδόν όλοι τους πρόσφυγες.

    Η Κοκκινιά ήταν συνοικία προσφύγων. Το καλοκαίρι του 1933 οι εργάτριες που δούλευαν στην κλωστοϋφαντουργία κατέβηκαν σε μια απεργία 27 ημερών και κέρδισαν παρά τις προσπάθειες απεργοσπασίας και την αστυνομική καταστολή. Η Παμπροσφυγική Ένωση που είχαν οργανώσει αγωνιστές του ΚΚΕ έστησε επιτροπές τετραγώνων που ματαίωσαν δεκάδες εξώσεων, υιοθέτησαν ορφανά, απέσπασαν βοήθειες για άρρωστες οικογένειες, υποστήριξαν χήρες, διεκδίκησαν από το υπουργείο την ύδρευση της Κοκκινιάς.

    Δεν ήταν δεδομένο ότι οι πρόσφυγες εγκαταλείποντας το βενιζελισμό θα κατευθύνονταν στα αριστερά. Η φασιστική ΕΕΕ στήθηκε στην Θεσσαλονίκη και στρατολογούσε πρόσφυγες με σημαία τον αντισημιτισμό. Οι συμμορίες της έκαψαν τον εβραϊκό συνοικισμό Κάμπελ το 1933. Προσπάθησαν να ρίξουν ρίζες και στις προσφυγογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά –όπως στην Κοκκινιά. Και χρειάστηκαν σκληρές συγκρούσεις και υπομονετική δουλειά για να τους κοπεί ο δρόμος (κυριολεκτικά, πολλές φορές).

    Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 η εργατική τάξη έμοιαζε οριστικά διαιρεμένη και το κίνημά της ανίσχυρο. Οι αγώνες την ένωσαν και τα «γκέτο των προσφύγων» έγιναν κάστρα της Αριστεράς.

    http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2016/03/22.html?spref=fb

  18. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
    Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες
    Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια
    Τάσος Κωστόπουλος
    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.

    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.

    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.

    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.

    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».

    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς
    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922)Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) | ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922)ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος»ηλικίας 18-37 ετών.

    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου
    Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.

    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι»προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»

    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»

    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».

    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.

    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).

    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:

    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]

    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.

    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.

    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

    ▸ Τρελλός είσαι;

    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».

    Αποτροπές και απαγορεύσεις
    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Πρόσφυγες, 1922Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα»,διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν·ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων
    Πρόσφυγες στη Χίο και στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμούΠρόσφυγες στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού | National Geographic, «1922 O μεγάλος ξεριζωμός» (2007)
    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Πρόσφυγες στη Χίο- 1922Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 | Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)
    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»
    Προσφυγόπουλα, 1922Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.

    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.

    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.

    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».

    https://pontosandaristera.wordpress.com/2016/04/18/kostopoulos-prosfyges/

  19. “Δε λες κουβέντα” – Ένα “ρεμπέτικο” animation!

    http://antikleidi.com/2016/04/17/de-les-kouventa/#more-101535

  20. Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990

    (Συνεργασία από Spatholouro)- Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2016

    (- Ιστορική διαδρομή…κι όποιος αντέξει…Α.Σ.)

    Το ιστολόγιο φιλοξενεί σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Spatholouro, με το πολύ ενδιαφέρον θέμα «Ρεμπέτικο και αριστερά» ή, για να δώσω τον ακριβή τίτλο, «Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990″.

    Όπως σημειώνει ο ίδιος, πρόκειται για «Ομιλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2015 στο πλαίσιο του Κύκλου Ανοικτών Μαθημάτων Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Κοινωνικό-Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Η Λαμπηδόνα» (συντονιστής: Κώστας Στεργιόπουλος). Ίσως δεν παρέλκει να σημειωθεί ότι ο ομιλητής εντρέπεται τις τέτοιες δημόσιες εμφανίσεις και δεν κάνει ποτέ. Ας όψεται ο εξαίρετος Κ. Στεργιόπουλος που με συγκίνησε τόσο με τη δουλειά που κάνει εκεί, ώστε να αφήσω προς στιγμήν το underground».

    Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση άρθρα που έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο -σκέφτηκα προς στιγμή να το βάλω σε δύο συνέχειες, αλλά κάτι τέτοιο δεν βολεύει για τα σχόλια. Οπότε, μονοκοπανιά. Κυριακή είναι, υπάρχει ελπίζω περισσότερη άνεση.

    Μια και το άρθρο είναι ήδη πολύ μεγάλο, εγώ δεν θα πω τίποτα. Ο λόγος στο spatholouro.

    ——————————

    Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση (1946-1990)

    Το ιστορικό που ακολουθεί επιχειρεί να αναδείξει τη διακύμανση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο τραγούδι,για τη χρονική περίοδο 1946-1990. Το 1946 επιλέχθηκε ως αφετηρία, γιατί τότε είναι, όσο γνωρίζουμε, που γίνονται οι πρώτες αριστερές νύξεις για το ρεμπέτικο, ενώ το 1990 είναι ο «τερματικός» σταθμός μας, καθώς σφραγίζεται με τις απόψεις ενός εμβληματικού αριστερού μουσουργού και διανοητή, του Αλέκου Ξένου.

    Πρώτη περίοδος (1946-1967)

    Για αναλυτικούς, αλλά και πραγματολογικούς λόγους, διακρίνουμε τρεις «υποπεριόδους»:

    1946-1949: οριοθετείται από το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και τη διάλεξη Χατζιδάκι,
    1950-1959: συμπίπτει με το μετεμφυλιακό κλίμα,
    1960-1967: εδώ τον τόνο δίνει το εγχείρημα Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο.

    α) 1946-1949

    Οι πρώτες νύξεις περί ρεμπέτικου αφορούν τη χασισική του συνιστώσα. Πρόκειται για άρθρα καταγγελίας των κινδύνων διαφθοράς που απειλούν τη νεολαία της εποχής, καθώς η Αθήνα τότε φέρεται να βρίθει από χασισοποτεία, πορνεία, ύποπτα μπαρ κλπ. Ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ Θ. Λιακόπουλος (Ελεύθερη Ελλάδα, 10-1-1946) μέμφεται την ελεύθερη κυκλοφορία τραγουδιών, όπως το «Όταν καπνίζει ο λουλάς», ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Χρ. Πασ. (Νέα Γενιά, τχ. 67, Μάρτ. 1946), καταγγέλλοντας ότι σε τέτοιους χώρους δημιουργούνται και τα «κουτσαβάκικα τραγούδια (Όταν καπνίζει ο λουλάς κ.ά)». Στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος και για τη σχετική δράση της ΕΠΟΝ επί Κατοχής, που εκτεινόταν από την έκδοση σχετικών «διαταγών» να κλείσουν τα διάφορα πορνεία, τεκέδες και λέσχες, έως και την καταστροφή των ανυπάκουων κέντρων. Εθεωρείτο ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται στο πλαίσιο των «γνωστών σατανικών σχεδίων για την εξόντωση του λαού», ενώ κατονομάζονται οι ύμνοι του χασίς «Όταν καπνίζει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες, κέντρα, δρόμους και πλατείες… Ως προς τα ραδιοφωνικά ακροάματα, ο Μ. Βάρβογλης (Ριζοσπάστης, 7-7-1946) φιλοξενεί επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον των μοιρολογιών, των αμανέδων, των ταγκο- σουινκοτράγουδων και λοιπών «μπεκροσέρτικων», για να εισηγηθεί λογοκρισία σε στίχους που «είναι ζήτημα αν θα τ’ άκουγε κανείς σε υπόγειους παραδείσους ή σε δυσώνυμους οίκους!». Η πρώτη παρεμπίπτουσα αναφορά του Φ. Ανωγειανάκη (Ριζοσπάστης, 15-8-1946) στα «σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» θα τα θεωρήσει ως συνέχεια των δημοτικών, από τα οποία όμως λείπει ο δημιουργικός όρος της ομαδικότητας και κοινής ψυχικής ζωής. Είναι πάντως μια «ζωντανή πραγματικότητα» άξια μελέτης.

    Καταλυτικό στη χρονική αυτή συγκυρία θα αποβεί το διάβημα των μουσικών σωματείων εναντίον των «μάγκικων» τραγουδιών (21-11-1946). Φαίνεται πως προκλήθηκε από την εξάπλωση που γνώριζαν 4 «χασικλίδικα», που δισκογραφήθηκαν μέσα σε ένα κενό των λογοκριτικών μηχανισμών το καλοκαίρι του 1946 [ «Ο λουλάς» (Μητσάκη), «Της μαστούρας ο σκοπός» (Τσιτσάνη), «Το πρωί με τη δροσούλα» (Τσιτσάνη), «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι» (Τσιτσάνη-Καλδάρα)]. Λίγες μέρες μετά (27/11/46) δημοσιεύεται στην Ελεύθερη Ελλάδα το πρώτο αριστερό άρθρο κατά του ρεμπέτικου. Ο Γ. Σταύρου καταγγέλλει τη δυτικού τύπου «ελευθερία» ακρόασης του «ύμνου της μαύρης, του τουμπεκί και των άλλων αποικιακών προϊόντων». Τη διάδοση των ρεμπέτικων αποδίδει στο ότι εξυπηρετούν την υπάρχουσα πολιτική τάξη πραγμάτων, που επιδιώκει να εμποτίσει τον λαό «μουσική του ντεκέ» και να τον θέσει εκτός μάχης. Ο λαός όμως, μάχεται για δημοκρατία τραγουδώντας τα δικά του τραγούδια «της λεβεντιάς, της χαράς, της Ελλάδας», ενώ όσοι ολισθαίνουν στα «ωδικά μαστούρια», έχουν ήδη εξαχρειωθεί πολιτικά. Εδώ παρατηρούμε ότι για πρώτη φορά στιγματίζεται και πολιτικοϊδεολογικά η μερίδα εκείνη του κοινωνικού σώματος που αρέσκεται στα ρεμπέτικα, καταχωριζόμενη στις αντιδραστικές-αντιλαϊκές δυνάμεις.

    Η συζήτηση στον Ριζοσπάστη:

    Οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί θα σπεύσουν να απαγορεύσουν στις 28-11-1946 τα επίμαχα χασικλίδικα. Αμέσως, ο Ανωγειανάκης (Ριζοσπάστης, 28-1-1947) θα είναι ο πρώτος από την Αριστερά που θα αντιδράσει στο διάβημα των μουσικών σωματείων. Το ρεμπέτικο, λέει, αποτελεί «γνήσια μορφή σημερινής λαϊκής μουσικής» στο πλαίσιο της παράδοσης του δημοτικού τραγουδιού και λιγότερο ίσως της βυζαντινής μουσικής. Εξαίρει τη μορφολογία του είδους («πρωτότυπη μελωδική γραμμή»), χωρίς να υπολείπονται και οι στίχοι, με εξαίρεση τα «χασικλίδικα». Ως προς αυτά, αφού τα θεωρήσει προϊόντα άθλιων κοινωνικών όρων, συμφωνεί και αυτός για την κακή επίδρασή τους, απορρίπτοντας μάλιστα συλλήβδην στίχους και μουσική.

    Πολύ επιθετικότερος εμφανίζεται ο μουσουργός Αλέκος Ξένος (4-2-1947), στο πρώτο του κείμενο για το ρεμπέτικο, υπερτονίζοντας το κακό «που προκαλεί η αρρωστιάρικη ατμόσφαιρα του ρεμπέτικου χασικλήδικου πορνογραφικού τραγουδιού». Το τραγούδι αυτό, διαμορφωμένο από τα «μελωδικά υπολείμματα του Τούρκου κατακτητή» τραγουδιέται από τα πιο «λούμπεν στρώματα που δημιούργησε η εξαθλιωτική οικονομική τακτική της κεφαλαιοκρατίας». Παρά τις δυσμενείς κρίσεις, ο Ξένος αναγνωρίζει ορισμένες θετικές πλευρές στα ρεμπέτικα, που θα πρέπει να τύχουν μελλοντικής αξιοποίησης «δίνοντάς τους ένα κοινωνικό περιεχόμενο χρήσιμο για το λαό μας».

    Θα του απαντήσει ο Νίκος Πολίτης (23-2-1947) τονίζοντας πως, παρά τις όποιες φιλολογίες ή απαγορεύσεις, τα λαϊκά πάθη υφίστανται και εκφράζονται, και μέσα στη μουσική αυτή έκφραση του ρεμπέτικου (που «με το ζωντανό περιεχόμενό του συγκινεί και εκφράζει τη λαϊκή ψυχή») τα χασικλίδικα κατέχουν μικρό ποσοστό.

    Τη συζήτηση θα «κλείσει» ο Ξένος (5/3/47). Θορυβημένος από την ανοίκεια σύγκριση δημοτικού και ρεμπέτικου, ξεσπά: «πώς είναι δυνατόν να παραλληλίσουμε τα τραγούδια τούτα με τα ρεμπέτικα χασικλήδικα που εκθειάζουν το θανατικό […] κι ένα σωρό άλλα που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι τέτοια;». «Τα περισσότερα απ’ αυτά εκφράζουν αρρωστειάρικες καταστάσεις ξεπεσμού.. […] υπάρχουν και μερικά ρεμπέτικα που ακούγονται ευχάριστα και κλείνουν μέσα τους λαϊκά στοιχεία, όπως π.χ. το τραγούδι του Ζέπου […] Αν και δεν είναι σωστό τη στιγμή που καταδικάζουμε ένα τραγούδι στο σύνολό του για τη βλαβερή επίδραση που έχει στο λαό, ν’ αγνοούμε την ουσία και να ξεχωρίζουμε τη μορφή από το περιεχόμενο κάνοντας τεχνολογική συζήτηση, ωστόσο απαντώ για να πω: στη μουσική του ρεμπέτικου θα βρούμε περισσότερα τούρκικα στοιχεία, λιγώτερα δημοτικού τραγουδιού, ακόμη καντάδα και ταγκό».

    Σύνοψη συζήτησης: στην πλειονότητα οι απόψεις δεν ήταν απαξιωτικές και στιγματιστικές συλλήβδην για το ρεμπέτικο. Εάν εξαιρέσουμε την ομόφωνη απόρριψη των «χασικλίδικων» τραγουδιών και την ακραία αντίδραση του Α. Ξένου (που παραχωρεί πάντως περιθώρια -«καθοδηγούμενης» έστω- δημιουργικής έκπτυξης στο είδος), σε γενικές γραμμές αναγνωρίζονται η αυθεντικότητα και η δυναμική του είδους αυτού. Ωστόσο, η χασισική εκδοχή/εποχή του ρεμπέτικου απομονώνεται τεχνητά και αποβάλλεται από το σύνολο πολιτισμικό μόρφωμα ως συμβολικός ρύπος, ενώ «ρίχνεται» και το σύνθημα της σύνολης καταδίκης του.

    Η καταλυτική διάλεξη Χατζιδάκι (31-1-1949)

    Ο Μ.Χ. επιχείρησε εύτολμα να επισύρει την προσοχή των αστικών κυρίως κύκλων στην «αξία», την «αλήθεια» και τη «δύναμη» του ρεμπέτικου. Σημειώνουμε και την ογκούμενη δημοφιλία του Τσιτσάνη, που προωθεί έναν διαφοροποιημένο ιδεότυπο του λαϊκού τραγουδιού. Από την αριστερή διανόηση, επικριτικός στη διάλεξη εμφανίζεται ο Βασίλης Παπαδημητρίου, (Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 1-2, Γενάρης-Φλεβάρης 1949) επιχειρώντας ιδιάζουσες διακρίσεις στο εσωτερικό του ρεμπέτικου: από τη μια είναι τα «ρεμπετο-τυποποιημένα τραγουδάκια της μόδας ή και πραγματικά λαϊκά τραγούδια όπως το “Ανδρέας Ζέπος”», και από την άλλη το «με ανήθικο περιεχόμενο πραγματικό ρεμπέτικο» (όσα υμνούν «τον τεκέ και το χασίς ή που το περιεχόμενό τους είναι καθαρό ή υπονοούμενο πορνογραφικό»). Το γεγονός ότι ο λαός τα τραγουδάει αδιακρίτως, υποχρεώνει τις «προοδευτικές» δυνάμεις σε συνολική καταδίκη του είδους, καθώς μετά το 1922 έβγαλε στην επιφάνεια «όλη τη σαπίλα του υποκόσμου», ενώ στον πόλεμο και στην Κατοχή έγινε το τραγούδι της «φυγής», του «λουλά», που υμνούσε τον «μαυραγορίτη και το σαλταδόρο». Στην οπτική αυτή, στο ρεμπέτικο αποδίδεται μόνο η «αντικοινωνική» εκδοχή του ως συνολική πολιτισμική ταυτότητα, ενώ όσον αφορά τις πολιτικοϊδεολογικές χρήσεις του, κατά τον Παπαδημητρίου, κατέληξε στην Κατοχή να εκφράσει ιδεολογικά τα αντιδραστικότερα και αντιλαϊκότερα πολιτικά μορφώματα.

    Το 1949 συναντάμε τις πρώτες θέσεις του Μ. Θεοδωράκη για το ρεμπέτικο (Σημερινή Εποχή, Οκτ-Νοέ 1949). Αυτό κατάγεται «απ’ τα κατώτατα κοινωνικά στρώματα, τους τεκέδες, τα λιμάνια και τις συνοικίες με τις ξύλινες μπαράγκες» από ανθρώπους απόκληρους, που «τραγούδησαν με δικούς τους τόνους τον πεσιμισμό και το ψυχικό τους κουρέλιασμα». Ως τραγούδι των τεκέδων αρχικά, είχε και ανάλογο «εξαθλιωμένο» περιεχόμενο, που δεν μπορούσε να βρει απήχηση σε «πλατειά λαϊκά στρώματα» παρά μόνο από μουσική άποψη. Το καθ’ εαυτό, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι, θα γεννηθεί από εκεί και έπειτα, όταν αρχίζει να κατοπτρίζει «τις αγάπες, τα βάσανα, μα και τον ιπποτισμό του εργαζόμενου στα αστικά κέντρα λαού»: το συμπέρασμα είναι ότι το «αληθινό λαϊκό τραγούδι» δεν έχει σχέση με τα χασικλίδικα «όπως θέλησαν να το παραστήσουν». Στην πρόσληψη του Θεοδωράκη οι καταβολές του ρεμπέτικου ανάγονται στο κοινωνικό περιθώριο, τα δε «χασικλίδικα» απορρίπτονται από τον «κανονικό» κορμό της λαϊκής μουσικής δημιουργίας. Εκτός παρέκκλισης, πάντως, διατηρείται η μελωδία τους, όπως και γενικότερα διασώζεται ως αυταξία η ρεμπέτικη μουσική, που συναιρεί δημιουργικά ανατολίτικο και δημοτικό, βυζαντινά τροπάρια και καντάδες.

    Ο Β. Παπαδημητρίου επανέρχεται (Ελεύθερα Γράμματα, Χριστούγεννα 1949) συνομαδώνοντας ελαφρό και ρεμπέτικο και καταχωρίζοντάς τα στα «μουσικά απορρίμματα». Το «ρεμπετο-αμανέδικο» τραγούδι είναι «παλιό Τουρκικό υπόλειμμα», «λαϊκοφανές» αλλά όχι λαϊκό τραγούδι. Μαζί με το ελαφρό ακολουθεί εκφυλιστική πορεία από τον Μεσοπόλεμο και μετά, μέχρι την Κατοχή, προοριζόμενο για τους «μαυραγορίτες, σαλταδόρους και λοιπά κοινωνικά καθάρματα». Παρά την απαξίωση, αναγνωρίζεται το ταλέντο Τσιτσάνη/ Παπαϊωάννου/Χιώτη, που τους καλεί να στρέψουν τη δημιουργικότητά τους προς «τ’ αληθινό λαϊκό συναίσθημα, τη λαϊκή σκέψη και το σύγχρονο πνεύμα».

    Σύνοψη υποπεριόδου: δύο τάσεις: η μία, πλειοψηφούσα τάση (το «παράδειγμα» Σταύρου-Παπαδημητρίου-Ξένου) θεωρεί ότι το ρεμπέτικο κατάγεται από τον υπόκοσμο και το λούμπεν προλεταριάτο, αποπνέει πεσιμισμό και απελπισία και αποτελεί πολιτισμικό όχημα των αντιδραστικότερων πολιτικοϊδεολογικών σχηματισμών. Το απαξιωτικό βάρος πέφτει υπέρμετρα στα «χασικλίδικα», «ανήθικα» και «πορνογραφικά» τραγούδια, τα οποία θεωρεί ότι δίνουν τον τόνο στο σύνολο σώμα του είδους. Η αισθητική ανωριμότητα του λαού γίνεται αφορμή συνολικής καταδίκης του ρεμπέτικου. Η δεύτερη, μειοψηφούσα τάση (το «αντιπαράδειγμα» Ανωγειανάκη-Πολίτη), το θεωρεί αυθεντικό λαϊκό πολιτισμικό μόρφωμα, με επιφύλαξη για τα «χασικλίδικα»: ή απαξιώνονται ή θεωρούνται ελάχιστα ή αξιοδοτείται μόνο η μορφολογία τους.

    β) 1950-1959 Το μετεμφυλιακό κλίμα

    Στα τέλη του 1950 ο Ν. Παγκαλής (Ελεύθερα Γράμματα, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 1950) με αφορμή τις «μουσικές αναθυμιάσεις της σαπίλας και της διαφθοράς», θα καλέσει τους υπευθύνους των μουσικών ζητημάτων να «εργασθούν για τη συνέχιση του μουσικού μας εκπολιτισμού διαφωτίζοντας τον κόσμο για το περιεχόμενο (μουσικολογοτεχνικό) του πορνογραφικού και χασικλίδικου τραγουδιού. Για τον εκμαυλισμό και τη διαστρέβλωση των ψυχικών ενστίχτων που προκαλεί στη νεολαία μας». Λίγους μήνες μετά (Η Δημοκρατική, 30-8-51) ο Β. Παπαδημητρίου συνοψίζει προηγούμενες επικρίσεις του, ως «Β. Αρκαδινός». Καυτηριάζει την «ηθικοπνευματική δυσοσμία που αποπνέουν τα λαϊκοφανή αυτά κατασκευάσματα», αυτά τα «αισχρά, ανήθικα, βρωμερά και αντιαισθητικά μουσικά απορρίμματα», που δεν είναι παρά το «άνθος που βλασταίνει στο έδαφος της “υψηλής” κοινωνικής σαπίλας». Στο κείμενο αυτό διαβάζει κανείς την πλήρη απαξίωση και παράλληλη ανεύρεση εκλεκτικών πολιτισμικών συγγενειών μεταξύ κοινωνικού περιθωρίου και αστικής τάξης.

    Δύο χρονια αργότερα, ο Ν. Παγκαλής (Αυγή 14-2-1953) θα υποστηρίξει ότι το ρεμπέτικο απέχει ουσιωδώς από το λαϊκό τραγούδι (αφού εξαρχής διαδίδει «υμνώντας τον λουλά, το χασίς, το κομπολογάκι, την ταμπακέρα»), είναι «μακρυά από την κοινωνική διαπάλη, από το φως της ζωής, στα σκοτάδια του υποκόσμου, με τόνους γεμάτους απαισιοδοξία και κούραση, με μουσική φτηνή, πρόστυχη», ενώ σε δύσκολες εποχές για τον λαό, «πλέκει τραγούδια για το μαυραγορίτη, ατσίδα, που ’ναι οι τσέπες του γεμάτες τάλληρα, όπως το τραγούδι της κατοχής “η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι”». Παρατηρούμε ότι η αρθρογραφία της Αυγής εγκαινιάζεται απαξιωτικά, αποδίδοντας στο είδος -υπερερμηνευτικά και υπεργενικευτικά- όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν πολιτισμικό παράδειγμα προς αποφυγή για τα «υγιή» λαϊκά στρώματα, ενώ δεν διασώζονται ούτε οι μελωδίες. Την επόμενη κιόλας μέρα, ο Θεοδωράκης εμφανίζεται ενοχλημένος για την επαναφορά της συζήτησης στο ρεμπέτικο «με καθυστέρηση δύο τουλάχιστον χρόνων», εφόσον ζήτημα ρεμπέτικου δεν τίθεται ούτε για τους έλληνες μουσικούς ούτε, ελπίζεται, και για τον λαό: το «ρεμπέτικο» ήρθε, γίνηκε έκφραση μιας πραγματικότητας (1948-1950), άφησε μερικά μελωδικά αριστουργήματα (Το Παληκάρι, Συνεφιασμένη Κυριακή, Η Μάννα) και πέρασε. Αυτό ήταν όλο». Η εσπευσμένη αυτή αντίδραση μοιάζει στα μάτια μας σα να θέλει να «κλείσει» εν τάχει κάθε σχετική συζήτηση, μηδενίζοντας και απαξιώνοντας την όποια δυναμική του είδους.

    Λίγους μήνες μετά, η Αυγή (20-9-1953) θα υπογραμμίσει ότι το ρεμπέτικο, η «αδύνατη πλευρά της λαϊκής καρδιάς», αντιδιαστέλλεται προς το «υγιές λαϊκό τραγούδι, που εκφράζει την ευγένεια της λαϊκής ψυχής και την αγάπη της ζωής». Η διάδοση του είδους στα λαϊκά στρώματα χρεώνεται στο καταθλιπτικό μεταπελευθερωτικό κλίμα, διαπιστώνοντας ότι στη σημερινή εποχή τραγουδιέται περισσότερο από την αριστοκρατία και λιγότερο από τον λαό: «είναι σημάδι καλό αυτό. Γιατί αρχίζει πια να εκφράζει τη δική της κατάπτωση». Εδώ παρατηρούμε ότι το ρεμπέτικο είναι μεν προϊόν της «λαϊκής καρδιάς» αλλά παρεκκλίνον έκδοχό της, είναι η «μολυσμένη πλευρά» στο αντιθετικό δίπολο (υγιές/νοσηρό λαϊκό τραγούδι) που δομείται και διαχέεται στην τρέχουσα αριστερή συνείδηση.

    1956: Η συζήτηση στην Επιθεώρηση Τέχνης: ο Π. Ορφινός (ΕΤ τχ. 17, Μάιος) θεωρεί τα λαϊκά τραγούδια των πόλεων θνησιγενή, μικρής στιχουργικής αξίας και ανάλογης με το περιεχόμενο μουσικής, που «προορίζονται κυρίως να διασκεδάσουν την πλήξη του βαριεστημένου ανθρώπου της πόλης». Οικτίρονται οι «μπαγλαμάδες, τα ζεϊμπέκικα, τα ρεμπέτικα, καρσιλαμάδες, τα μπουζούκια και τα όμοια με τα ανάλογα ακαλαίσθητα πρόχειρα στιχουργήματα» από τα οποία βρίθει το ραδιόφωνο, διαστρέφοντας και τη στοιχειωδέστερη «μουσική αίσθηση». Η συζήτηση δηλ. ανοίγει απαξιωτικά για το ρεμπέτικο, στο οποίο δεν αναγνωρίζεται καμμιά ποιότητα σε μορφή/περιεχόμενο.

    Ο Κ. Σοφούλης, (ΕΤ, τχ. 20, Αύγουστος) θα ανιχνεύσει βυζαντινή καταγωγή στο ρεμπέτικο, που μετά το 1922 μπολιάστηκε με τα εγχώρια μάγκικα, και έτσι προέκυψε η «καινούργια μορφή, καθαρά λαϊκή, έντονα εκφραστική των συναισθηματικών προβλημάτων της εργατικής τάξης, και που διαθέτει μια ξεχωριστή τεχνική τελειότητα». Καταγγέλλει στη συνέχεια το «σαλόνι», που σε μια προσπάθεια «εκμάγκινσής» του κατέλαβε εξ εφόδου τις λαϊκές ταβέρνες, μετατρέποντάς τις σε «κοσμικές».

    Θα του επιτεθεί με δριμύτητα ο Δ. Γαρδίκης, (ΕΤ, τχ. 21, Σεπτέμβριος) ελεεινολογώντας τον «καθημερινό πόλεμο της ανάσας μας απ’ την μπόχα της ρεμπετιάς», από τον «ρεμπετισμό», που δεν είναι παρά «υποταγή στη μοίρα και συμφιλίωση με το κισμέτ», και τον «κουτσαβακισμό», για να καταλήξει ότι η «σαπίλα δε θέλει χαϊδολογήματα. Φτυάρι και κάρρο. Να τι θέλει». Εδώ ο στιγματισμός είναι απροκάλυπτος, αποβλέποντας στην ολική εξαφάνιση ενός ολόκληρου πολιτισμικού μορφώματος που απάδει προς τον αριστερό «Κανόνα»/προτάγματα της ταξικής αγωνιστικότητας.

    Στην κουβέντα μπαίνει ο γνωστός μαρξιστής διανοητής Γ. Σκουριώτης (ΕΤ, τχ. 20, Αύγουστος) που θεωρεί τα ρεμπέτικα αφενός δημοτικά τραγούδια των πόλεων και αφετέρου γέννημα του λούμπεν προλεταριάτου, του κόσμου «των καταγωγίων, των κακόφημων σπιτιών και των κακοσύχναστων δρόμων». Μέσα από τη διαντίδραση του υγιούς και του λούμπεν τμήματος του λαού, το υγιές τμήμα μολύνεται από το άρρωστο, παραχωρώντας έτσι έδαφος εξάπλωσης στο τελευταίο. Στην εν λόγω προβληματική, το ρεμπέτικο γίνεται μεν τυπικά αποδεκτό στο πεδίο του λαϊκού τραγουδιού, συνιστά όμως οβελιστέα μιασματική ετερότητα, που απάδει στη μονοπαγώς σημασιολογημένη και «αποστειρωμένη» αναπαράσταση του αστικολαϊκού τραγουδιού που κατασκευάζεται.

    Αρνητική παρουσιάζεται και η Ε. Σαμουηλίδου (ΕΤ, τχ. 22, Οκτώβριος), καθώς διακρίνει ποιοτικά δημοτικό και ρεμπέτικο και τονίζει την «αξιολογική διαφορά στη μορφή, στο περιεχόμενο και τη μουσική», που όχι μόνο δεν επιτρέπει συγκρίσεις, αλλά αυτές συνιστούν και ιεροσυλία. Εδώ γίνεται χρήση του διπόλου λαϊκό-δημοτικό, προκειμένου να εξαρθεί η ιερότητα του δημοτικού και να επικριθεί η ανοίκεια παρεισαγωγή του ρεμπέτικου, του χθαμαλού Άλλου, που δεν μπορεί να διεκδικεί θέση στον εθνικό πολιτισμικό κορμό. Ο Σκουριώτης (ΕΤ, τχ. 23-4, Νοέμβριος-Δεκέμβριος) θα αντιπαρατηρήσει στη Σαμουηλίδου ότι συγχέει τα «πραγματικά ρεμπέτικα» με τις διάφορες –εμπορικές κυρίως– απομιμήσεις τους, καθώς τα «πραγματικά» (εννοώντας τα «χασικλίδικα» και «υποκοσμικά») δεν προβάλλονται δημοσίως και δεν είναι ευρέως γνωστά. Άλλωστε η «κατωτερότητα στο περιεχόμενο» δεν συνιστά ειδοποιό διαφορά, διότι τότε και «τα τραγούδια της φυλακής και πλήθος αθυρόστομες μαντινάδες θα έπρεπε να τις ξεχωρίσουμε από τα δημοτικά». Τέλος διατυπώνει και την εύλογη σκέψη πως, εάν περιορίσουμε την έννοια του λαού στο «υγιές» μόνο τμήμα του, είναι σαν να θεωρούμε ότι το «άρρωστο» τμήμα δεν είναι λαός.

    Σύνοψη συζήτησης: η πλειονότητα των απόψεων (με εξαίρεση τον Κ. Σοφούλη), προσθέτει ψηφίδες στο στιγματισμένο πορτρέτο του ρεμπέτικου που φιλοτεχνεί η κυρίαρχη αριστερή αναπαράστασή του. Στους αναγνώστες διαχέεται μια προκατειλημμένη ερμηνεία ή/και εσκεμμένη παρανάγνωση του είδους, το οποίο μέσω αντιθετικών διπόλων (δημοτικό τραγούδι/ρεμπέτικο, υγιές/λούμπεν τμήμα του λαού, ηρωικό πνεύμα/κουτσαβακισμός) καταχωρίζεται στον χώρο της παρέκκλισης.

    1957: Ο Σκουριώτης (Κοινωνιολογική Έρευνα, τχ. 1, και 2) επανέρχεται λεπτομερέστερα. Κυριαρχεί η διχοτομία «ύγειου» τμήματος του προλεταριάτου (με κύρια χαρακτηριστικά την «ψυχική ισορροπία, αγωνιστική διάθεση και ηθική ευρωστία») και «θλιβερού υποκόσμου», του λούμπεν προλεταριάτου, με τα ρεμπέτικα να είναι προϊόν του λούμπεν τμήματος. Στη συνέχεια ο Σκουριώτης διακρίνει «αρτιότητα της μορφής/αυθορμητισμό» από προβληματικό περιεχόμενο («καθρεφτίζουν τα άρρωστα και αντικοινωνικά στοιχεία […] αποπνέοντας […] τη φθορά και την εκφύλιση …για τούτο η διάδοσή τους είναι κοινωνικά επιζήμια»). Τέλος, λόγω της ηθικής, ιδεολογικής και πολιτισμικής βλάβης που προκαλεί στον λαό η «ακαταλόγιστη καλλιέργεια και διάδοση του ρεμπέτικου», ποτίζοντάς τον με τα «μολυσμένα και ξενότροπα προϊόντα του κοινωνικού μας βούρκου», δικαιολογεί την αντίδραση της «προοδευτικής διανόησης». Στη ρητορική αυτή παρατηρούμε ότι εντίθενται συνδηλώσεις «περιθωριακότητας» /«ανθυγιεινότητας», σε επίπεδο περιεχομένου, ενώ πάντως διασώζεται στο αισθητικό επίπεδο η μορφολογία του. Μόνη όμως η αρτιότητα της μορφής και η πηγαιότητα δεν αρκούν για να το ανασύρουν από τον κοινωνικό βούρκο όπου τείνει να συμπαρασύρει το σύνολο του λαϊκού κοινωνικού σώματος. Μοναδικό συμβολικό φράγμα υψώνεται η «προοδευτική διανόηση», στην οποία ο Σκουριώτης επιφυλάσσει κανονιστικό ρόλο, ρόλο παιδαγωγού των μαζών, εντέλει.

    Δύο χρόνια αργότερα ο Β. Παπαδημητρίου-Αρκαδινός (Αυγή, 23-9-1959) θα υπομνήσει στο κοινό της Αυγής ότι από παλιά είχε προειδοποιήσει για τους «πολλαπλούς κινδύνους που θα προκύψουν από τη διάδοση και επικράτηση του κατ’ ευφημισμόν “λαϊκού” αυτού τραγουδιού», τονίζοντας τον καταστροφικό ρόλο που έπαιξε ο «“αισθησιασμός” και η “αμφίβολη γνησιότητα” της ρεμπέτικης μελωδίας, στη διαστρέβλωση της μουσικής -προσθέτουμε και ηθικής- αγωγής του λαού». Εδώ, αφού αμφισβητηθεί συλλήβδην η λαϊκότητα του είδους, αυτό εγκαλείται για τις διαβρωτικές του επιπτώσεις στην τρέχουσα λαϊκή συνείδηση, σε επίπεδο μορφής και περιεχομένου.

    Σύνοψη υποπεριόδου: το κυρίαρχο ρεύμα στερεώνει τις θέσεις του με αναμνηστικές δόσεις δυσμενών στερεοτυποποιήσεων (Αρκαδινός), ενώ πυκνώνουν τις τάξεις του νέοι συνοδοιπορούντες (Αυγή, Σκουριώτης, κυρίως, αλλά και η πλειονότητα στην Επιθεώρηση Τέχνης). Τότε όμως είναι που καταγράφεται και μια τάση αποστιγματισμού της μορφολογίας (Θεοδωράκης-Σκουριώτης), με αντίστοιχη επικέντρωση στο οβελιστέο περιεχόμενο. Κατά τα λοιπά, τα απαξιωτικά κατηγορήματα (χασικλιδισμός, υποκοσμικότητα, πεσιμισμός, αντιδραστικότητα κ.ά) παραμένουν. Η μειονοτική, φίλια προς το ρεμπέτικο, τάση δεν βρίσκει παρά έναν συνοδοιπόρο (Σοφούλης).

    ………………………………………..

  21. ……………………………..

    γ) 1960-1967

    Οι χρονιές 1960-61 είναι χρονιές Θεοδωράκη, καθώς με τον Επιτάφιο επινοεί το μόρφωμα του «έντεχνου» λαϊκού τραγουδιού με βάση τη ρεμπέτικη μορφολογία. Έτσι, μέσα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε, ανακινήθηκε το ζήτημα του λαϊκού/ρεμπέτικου τραγουδιού. Σε τρία κείμενα (Δρόμοι της Ειρήνης, τχ. 35, Οκτώβριος 1960 – Πρώτο, Οκτώβριος 1960 – ΕΤ, τχ. 73-74, Ιαν.-Φεβρ. 1961) ο συνθέτης τονίζει, κατ’ αρχάς, πως σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο τα «χασικλίδικα» είναι ελάχιστα, και σε ό,τι αφορά τη μουσική η πλειονότητα είναι «μάλλον καλή τροφή για το κοινό». Όσον αφορά στο «αληθινό λαϊκό τραγούδι», όπως το αντιλαμβάνεται, δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου «Όταν καπνίζει ο λουλάς», ενώ περαιτέρω αναγνωρίζει την αμφίσημη στάση του σχετικά με τα μπουζούκια: «υπήρξα εχθρός τους. Υπήρξα φίλος τους […] Αυτό σημαίνει αφ’ ενός μεν ότι το θέμα τούτο με καίει, με βασανίζει, αφ’ ετέρου δε ότι δεν έχω καταλήξει σ’ ένα οριστικό συμπέρασμα. Είναι πιθανόν αύριο, κάτω από νέα δεδομένα να τα αποκηρύξω με τον ίδιο φανατισμό, με τον οποίο σήμερα τα υποστηρίζω». Στη ρητορική του παρατηρούμε να κυριαρχεί η δυαδική αντίστιξη αληθινό λαϊκό τραγούδι/χασικλίδικα, μέσω της οποίας τεμαχίζεται επιλεκτικά το είδος σε φέτες «κανονικές» και φέτες «παρεκκλίνουσες»: έτσι, το «κανονικό» πεδίο μπορεί άνετα να ενταχθεί στον κορμό του «αληθινού λαϊκού τραγουδιού», ενώ το «παρεκκλίνον» παθολογικοποιείται και οβελίζεται.

    Τη χρονική αυτή συγκυρία εμφανίζονται και οι πρώτες θέσεις του Στάθη Δαμιανάκου (Το Αύριο, τχ. 9, Δεκ. 1960 – τχ. 10, Ιαν-Φεβρ 1961 – τχ. 11, Μάρτ 1961): μέσω της γραμμής Σκουριώτη, θεωρεί το ρεμπέτικο ως είδος «αστικού δημοτικού τραγουδιού», προϊόν του λούμπεν προλεταριάτου («της πιο φτωχιάς, της πιο αμόρφωτης και της πιο χαμηλής από άποψη κοινωνική, λαϊκής τάξης των πόλεων», του «κατώτατου στρώματος της αστικής κοινωνίας, του υποκόσμου»). Εκτιμά θετικά τα αισθητικά/μορφολογικά του στοιχεία («πρωτογονισμός, αυθόρμητο και αβίαστο της δημιουργίας, πρωτοτυπία της μορφής»), ενώ αρνητικά (για την πρώτη περίοδο μέχρι την Κατοχή) τα «αντικοινωνικά στοιχεία περιεχομένου» («έκφραση ενός αρρωστημένου και εκφυλισμένου τρόπου ζωής και σκέψης και η ψυχολογία απαισιοδοξίας, υποταγής στη μοίρα, φυγής, κουτσαβακισμού, μεμψιμοιρίας, ηθικού ξεπεσμού»). Το ρεμπέτικο πρέπει να υποστεί αποκαθαρτική «διαλογή» βάσει της δεύτερης περιόδου του, ενώ ευκταίο θα ήταν να αποβάλει κάποτε πλήρως τα αντικοινωνικά του στοιχεία, ώστε να ανταποκριθεί στον «αληθινό τρόπο ζωής και την ψυχολογία της εργατικής τάξης». Στην πρόσληψή του το είδος διασώζεται μεν μορφολογικά εκτός παρέκκλισης, περιεχομενικά όμως η πρώτη περίοδός του βρίθει από αντικοινωνικές συνδηλώσεις. Γενικότερα, το ρεμπέτικο «αλληθωρίζει» πότε προς την εργατική τάξη και πότε προς την ανώτερη τάξη, ανάλογα με τη διαχρονική φορά του δυαδικού εκκρεμούς αισιοδοξία/αγωνιστική διάθεση-απαισιοδοξία/φυγή. Και εδώ παρατηρείται επιλεκτικός τεμαχισμός και ακολούθως στιγματισμός όσων στοιχείων απάδουν στη στερεοτυποποιημένη αναπαράσταση και δόμηση της κοσμοεικόνας της εργατικής τάξης.

    Η συζήτηση στην Αυγή (1961)

    Ο Μ. Αυγέρης (21-3) επισημαίνει ότι το παλιό ρεμπέτικο ήταν προϊόν ανωνύμων συντελεστών, καλλιεργήθηκε από τους πρόσφυγες και είναι διαδεδομένο στα «πιο χαμηλά στρώματα» Στη συγκέντρωση άρθρων του (Θεωρήματα), θεωρεί τη ρεμπέτικη μουσική «μουσική του ελληνικού υποκόσμου». Ως προς το εγχείρημα Θεοδωράκη, του εύχεται να βγάλει από την «αναξιότητά» της αυτή τη μουσική γλώσσα των «πεζοδρομίων». Και εδώ παρατηρούνται οι μανιχαϊκές σχηματοποιήσεις (χθαμαλότητα/πνευματικό φως) που καθοδηγούν την πρόσληψη του είδους από εμβληματικούς αριστερούς διανοητές.

    Ο Ξένος (24-3) θα «φρεσκάρει» την επίκριση του 1947, αποκαλύπτοντας τη λαθροχειρία των νέων αμυντόρων του ρεμπέτικου, που βάφτισαν «λαϊκό» ό,τι ο λαός υποδήλωνε ως τραγούδι του υποκόσμου. Διευκρινίζει ότι η απόρριψη του είδους εκ μέρους του δεν οφείλεται σε απαρέσκεια σε όργανα/μελωδίες/ρυθμούς κλπ., αλλά στο ότι το τραγούδι αυτό «υποβάλλει καταπτωτικές καταστάσεις που δεν τις ανέχεται ο διανοητικός και ψυχικός μας κόσμος, καθώς και το “λαϊκισμό” με το χαμηλό πνευματικό και συναισθηματικό περιεχόμενο, ένα τέλμα δίχως διέξοδο, ανάταση, ιδανικά». Ακόμα και οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, ξεκίνησαν με πρότυπα χασικλίδικα τραγούδια, τα δε τραγούδια τους είναι παραλλαγή μοτίβων, αλλοεθνών και μη, με τελική εκδοχή «το ύφος και το χρώμα της μουσικής αργκώ, του ρεμπέτικου». Παρατηρούμε ότι «ξεσκεπάζοντας» την υποτιθέμενη ονοματολογική στρεψοδικία των ρεμπετολατρών, στην ουσία αποκαλύπτει τον άξονα των δυαδικών αντιθέσεων (λαϊκό / υποκοσμικό τραγούδι, διανοητική-ψυχική υγεία / χαμηλό ψυχοσυναισθηματικό περιεχόμενο) βάσει των οποίων σημασιολογεί αρνητικά και στιγματίζει το ρεμπέτικο.

    Τις επόμενες μέρες ο Θεοδωράκης ( 29-3) θα επαναλάβει ότι αρνείται μεν το περιεχόμενο των «χασικλίδικων» αλλά όχι και τη μουσική τους, ενώ λίγους μήνες αργότερα (Αθηναϊκή, 15-7-1961), παρατηρεί ότι άλλοτε στο επίπεδο του στίχου είχαμε «αντικοινωνικό, καταγωγιακό περιεχόμενο» και άλλοτε στη μουσική «ηθελημένη ή αθέλητη ανατολίτικη ή σπανιόλικη απομίμηση». Από τις νηφαλιότερες φωνές, η Έλλη Παπαδημητρίου (30-3) θα αξιολογήσει θετικά το ρεμπέτικο, διότι εκφράζει με αμεσότητα «το πάθος και την έμπνευση των κοινών ανθρώπων […] σε γλώσσα μουσικά άρτια με σχήματα μουσικά λεπτά και στερεά που ξεπερνούνε την πρόσκαιρη, εποχιακή και τοπική σημασία». Κακώς, λέει, έχει μετατοπιστεί η όλη συζήτηση σε επίπεδο στίχων, καθώς ελάχιστα είναι τα χασικλίδικα, τονίζοντας ότι το ρεμπέτικο είναι «κατ’ εξοχήν μουσικό λαϊκό είδος» που δεν περιορίζεται σε «κανέναν υπόκοσμο». Οι θέσεις αυτές εμφανίζονται αξιοσημείωτα απεξαρτημένες από τα κυρίαρχα αριστερά προτάγματα.

    Τη συζήτηση κλείνει ο Στάθης Δρομάζος (5-4), διακρίνοντας μεταξύ «σημερινού λαϊκού τραγουδιού» και «παλιού ρεμπέτικου», που ήταν τραγούδι του «κοινωνικού περιθωρίου, με χυδαίο αισθηματισμό και καταπτωτικές καταστάσεις», κάτι που πλέον αποκρούει η «μουσική συνείδηση του λαού μας». Εδώ παρατηρούμε ότι το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι υπεραξιώνεται έναντι του χυδαίου αλλά και παρωχημένου Άλλου (ρεμπέτικο).

    Συνοψίζοντας: οι τάσεις που εκφράστηκαν στην Έρευνα της Αυγής στην πλειονότητά τους αναπαριστούν το ρεμπέτικο στιγματιστικά, διαχέοντας στο ευρύτερο αριστερό κοινό στερεοτυποποιημένες δυσμενείς εικόνες. Οι νηφαλιότερες φωνές (Έλλη Παπαδημητρίου) δεν κατορθώνουν ακόμη να αποτελέσουν αντίπαλο δέος.

    Δεύτερη Συζήτηση στην Επιθεώρηση Τέχνης (1961)

    Το ρεμπέτικο θα συζητηθεί ξανά (μετά το 1956) στην Επιθεώρηση Τέχνης αρχίζοντας με τον Τ. Βουρνά. (τχ. 76, Απρίλιος). Το είδος θεωρείται κατ’ αρχάς τραγούδι του υποκόσμου, μιας «εξωκοινωνικής» ομάδας, «ύποπτο λόγω της προέλευσής του και της ποιότητάς του, χωρίς δυνατότητες να καλύψει ευρύτερες μάζες με το πτωτικό του περιεχόμενο». Το πρώτο ποιοτικό άλμα γίνεται μετά το 1922, ωστόσο χωρίς την καθοδήγηση «υπεύθυνων εκπολιτιστών» παραμένει εγκλωβισμένο στον κύκλο της «κοινωνικής κόλασης», στη δε Κατοχή μεταβάλλεται σε έκφραση της «ψυχολογίας του μαυραγορίτη, του ταγματασφαλίτη και του κάθε λογής αλήτη». Στη σημερινή πάντως εποχή, δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη λαϊκή μουσική που να βγαίνει από τη «ρωμέικη ομοψυχία» όσο το ρεμπέτικο. Όσο για το «χυδαίο και πτωτικό του στοιχείο», αποβάλλεται σιγά σιγά, με τη βοήθεια «υπεύθυνων εκπολιτιστών». Στο κείμενο του Β., παρατηρούμε ότι οιαδήποτε ποιοτική διαφοροποίηση του είδους είναι καταδικασμένη σε μαρασμό χωρίς την αναβαθμιστική ποδηγέτηση των «υπεύθυνων εκπολιτιστών».

    Ο Α. Αντωνίου (τχ. 76, Απρίλιος) υπεραμύνεται της ελληνικότητας του μπουζουκιού και του ρεμπέτικου, παραδεχόμενος πάντως το πεσιμιστικό και διεστραμμένο πνεύμα που προσδίδουν στο είδος το «ραδιόφωνο και διάφορες μπουζουκοορχήστρες». Προτείνεται στους επικριτές του είδους να το προσφέρουν στον λαό με το «πραγματικό του νόημα», ώστε να απεγκλωβιστεί πια από τους επιτήδειους που το χρησιμοποιούν ως μέσο έντεχνης εξαθλίωσης, πεσιμισμού και μοιρολατρίας του λαού. Στη διφορούμενη αυτή ρητορική, το σύνολο σώμα του ρεμπέτικου αποφλοιώνεται επιλεκτικά, αφενός σε ένα «ιδεοτυπικό» ελληνοπρεπές τμήμα και αφετέρου σε ένα εξαθλιωμένο, εξαθλιωτικό και άρα οβελιστέο κομμάτι.

    Ακολουθεί το λεπτομερέστερο κείμενο που δημοσιοποίησε ποτέ ο Ανωγειανάκης (τχ. 79, Ιούλιος) για το είδος, αποδίδοντάς του αυταξία/αυτοτέλεια, θεωρώντας το ως τη μόνη ακόμα ζωντανή μορφή αστικού λαϊκού τραγουδιού και επισημαίνοντας ότι είναι πρώτα μουσικό και δευτερευόντως ποιητικό (δηλ. στιχουργικό) φαινόμενο. Παραπλέοντας τις κυρίαρχες αρνητικές αξιολογήσεις, αρθρώνει λόγο μειλίχιο και σοβαρό, προς την κατεύθυνση αποκολλήσεως του είδους από το πεδίο της παρέκκλισης και επιστημονικότερης πραγμάτευσής του.

    Τον Οκτώβριο 1961 ο Κ. Χατζής (τχ. 82) αποφαίνεται ότι ο λαός στην πλειοψηφία του είναι σε διάσταση με το ρεμπέτικο/μπουζούκι. Ο Θεοδωράκης επικρίνεται για τη διάκριση μουσικής-περιεχομένου που κάνει, καθώς του διαφεύγει «το μόλευμα της υγιούς μάζας, ιδιαίτερα των νέων, που έρχονται σε επαφή […] και σχέση με το ρεμπετο-χασικλίδικο τραγούδι» και οδηγούνται σε «σερετο-επιδειξισμό, συμπεριφορά-αργκό». Η στρεψόδικη αυτή ρητορική, υποδυόμενη τη λαϊκή συνείδηση, αναπαριστά τοείδος ως συμβολική μιασματική εστία που διαβρέχει πλήρως το λαϊκό κοινωνικό σώμα, ενώ από τον στιγματισμό δεν εξαιρείται καν η μορφολογία.

    Τη συζήτηση κλείνει ο Λ. Κουζηνόπουλος (τχ. 84, Δεκέμβριος): το ρεμπέτικο χειραγωγεί τον λαό «να υπομένει τα δεινά του, παίζει ένα ρόλο όχι λαϊκό, δηλαδή όχι φιλολαϊκό». Αντίδοτο είναι το δημοτικό τραγούδι, που ούτε «καταπτωτικές καταστάσεις» εκφράζει ούτε «απελπισμένο» είναι. Εδώ, με τη δόμηση της διχοτομίας λαϊκός/φιλολαϊκός το ρεμπέτικο προσλαμβάνεται ως πολιτισμικός δούρειος ίππος στο εσωτερικό του λαϊκού κοινωνικού σώματος, ως ένα είδος ψευδούς συνείδησης.

    Συνοψίζοντας: κυριαρχούν και εδώ οι στιγματιστικές αξιολογήσεις του ρεμπέτικου, ενώ ρόλος ποιοτικού ολκού αποδίδεται στην -πάντως αμφιλεγόμενη- προσπάθεια του Θεοδωράκη. Με νηφάλιο, επιστημονικό αντίλογο στην κυρίαρχη ρητορική, ο Ανωγειανάκης πασχίζει να διαμορφώσει ένα άλλο κλίμα.

    Παράλληλες παρεμβάσεις (Ζήση Σκάρου – Μιχάλη Μ. Παπαϊωάννου – Ευαγγέλου Μαχαίρα)

    Ο Σκάρος (Έρευνα, τχ. 50, Ιούλιος 1961) προσάπτει στην Αυγή ότι επιχειρεί να δικαιώσει το είδος ως γνήσιο λαϊκό δημιούργημα. Κατόπιν συγκρίνει δημοτικό-ρεμπέτικο υπέρ του πρώτου, θεωρώντας ότι το δεύτερο δεν άντλησε από τα θετικά στοιχεία του δημοτικού. Εξέφρασε την πιο «απαισιόδοξη πλευρά της ζωής», οι δε στίχοι και ο χορός του «υμνούν την άρνηση και σπέρνουν την κατάθλιψη, χωρίς καμμία αχτίδα ανάτασης κι αγωνιστικής διάθεσης». Η ανάλυση κλείνει με τη δυσοίωνη προφητεία πως «όσα τραγούδια δέχτηκαν να υποταχτούν και να υπηρετήσουν το ρεμπέτικο, θα τα τιμωρήσει ο χρόνος»! Η εσκεμμένα ετεροβαρής χρήση του αντιθετικού διπόλου (ρεμπέτικο/ δημοτικό) εδώ, από τη μια αποδίδει στο είδος μερικότητα και χθαμαλότητα ασυναφείς με τη λαϊκή συνείδηση, και από την άλλη «στριμώχνει» στον ιδεότυπο του δημοτικού όλες τις θετικές συνδηλώσεις. Ούτε ως πρώτη ύλη δεν είναι χρήσιμο το ρεμπέτικο για ένα «προοδευτικό» λαϊκό τραγούδι, διότι έτσι το τελευταίο είναι καταδικασμένο σε θνησιγένεια…

    Ο Μ. Παπαϊωάννου (Έρευνα, τχ. 49, Ιούνιος 1961 – τχ. 50, Ιούλιος 1961) καταγγέλλει την «ανευθυνολογία» στα αριστερά δημοσιογραφικά όργανα, αποστασιοποιείται από θιασώτες και πολέμιους του ρεμπέτικου, και ελέγχει τις απόψεις του Βουρνά, επισημαίνοντάς του ανακρίβειες. Ο τελευταίος (Αυγή, 13-6-1961) θα απαντήσει επιθετικά, υποχρεώνοντας τον Παπαϊωάννου (Έρευνα, ο.π., τχ. 50) σε αναδίπλωση, διευκρινίζοντας ότι δεν επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί το ρεμπέτικο ως διάδοχος του δημοτικού τραγουδιού. Παρατηρούμε στο σημείο αυτό πόσο έντονα υποδαύλιζαν τη συνείδηση των αριστερών διανοουμένων οι δυαδικές αντιθέσεις του τύπου ρεμπέτικο/δημοτικό, και με πόση «ιερότητα» περιέβαλλαν τον ιδεότυπο του δημοτικού τραγουδιού, κατά περίπτωση, προκειμένου να πλήξουν τον πολιτισμικό «ρύπο» -ρεμπέτικο.

    Ο Μαχαίρας (Καινούρια Εποχή, τχ. 22, καλοκαίρι 1961) διαπιστώνει ότι το ρεμπέτικο, με τον «καθαρά ατομικό και πεσσιμιστικό χαρακτήρα» του, εκφράζει «ατομικές καταστάσεις ατόμων σκόρπιων», που ζουν στο «περιθώριο του κοινωνικού συνόλου», που δεν παλεύουν, που δεν πιστεύουν στη συλλογικότητα. Απόδειξη η μουσική: «οι μελωδικές γραμμές […] μοιάζουν με αναστεναγμούς. Είναι καμπύλες, που σέρνουν τον πόνο σ’ ένα κορύφωμα, κι από κει τον ξαναφέρνουν στο σημείο της αφετηρίας». Το είδος επιβλήθηκε κατοχικά και μετακατοχικά, με τη συμβολή ταγματασφαλιτών, μαυραγοριτών και σαλταδόρων, σε αγαστή συνεργασία με τα κέντρα, το ραδιόφωνο, τις εταιρίες δίσκων αλλά και την «κουρασμένη ψυχολογία των λαϊκών τάξεων». Παρά το εγχείρημα Τσιτσάνη, παραμένει «στο περιεχόμενο ένας καταθλιπτικός πεσσιμισμός. Στο ύφος ο κουτσαβακισμός». Τέλος εισηγείται στους συνθέτες να δημιουργήσουν τραγούδια της «ειρήνης, της χαράς και της προόδου», για τα οποία όμως η ρεμπέτικη μουσική είναι ακατάλληλο ένδυμα: η μορφή των τραγουδιών του μέλλοντος πρέπει να έχει περιεχόμενο «αγωνιστικό, χαρούμενο, αισιόδοξο, γεμάτο ελπίδα για μια νέα ειρηνική και μεγάλη εποχή». Στο κείμενο αυτό, το ρεμπέτικο θεωρείται παρεκκλίνον πολιτισμικό μόρφωμα, με κριτήριο «φυσιολογικότητας» το κυρίαρχο αριστερό αξιακό σύστημα. Ο ατομισμός/πεσιμισμός/περιθωριακότητα/μερικότητα εικονογραφούνται έκτυπα ακόμη και στο μορφολογικό/μελωδικό επίπεδο. Το ρεμπέτικο «αδειάζεται» και σε πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο, ενώ επίσης συνιστά ακατάλληλη «μήτρα» διαμόρφωσης του λαϊκού τραγουδιού του μέλλοντος.

    Τέσσερα χρόνια μετά (29/1/1965) ο Ξένος θα επανέλθει υπό επισημότερο ένδυμα (πρόεδρος Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου) κάνοντας λόγο για τον «ασύδοτο εμπορισμό του ρεμπέτικου και της ξενοφερμένης δήθεν λαϊκής μουσικής, που απειλεί επικίνδυνα το μουσικό αίσθημα του λαού και κυρίως της νεολαίας μας και υποβιβάζουν το πολιτιστικό επίπεδο του τόπου μας». Στη συνέχεια, καλεί το κράτος, τον Τύπο και τις καλλιτεχνικές και πνευματικές οργανώσεις να «ξεσηκώσουν σταυροφορία για τη διάδοση της αληθινής λαϊκής μουσικής και για τον περιορισμό του ρεμπέτικου». Η έκκληση θα φτάσει έως και την Επιτροπή Λογοκρισίας! Αυτή «δεν θα πρέπει να αδιαφορεί για τη διαστρεβλωτική επίδραση των τραγουδιών. Για αυτό προτείνεται να δημιουργηθεί μια επιτροπή που να υποβάλει σε ποιοτικό μουσικό έλεγχο τα τραγούδια». Λίγους μήνες μάλιστα μετά (22/5/1965) διαβάζουμε στην Ελευθερία ότι μεταξύ των διακηρυγμένων στόχων του ΠΜΣ περιλαμβάνεται και η επιδίωξη «απαγόρευσης των ρεμπέτικων τραγουδιών»…

    Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 καταγράφονται οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης των συντελεστών του ρεμπέτικου εκ μέρους της νεότερης αριστερής γενιάς. Το 1964-65 μια ομάδα φοιτητών (μεταξύ των οποίων και οι Νέαρχος Γεωργιάδης και Παναγιώτης Κουνάδης) προσεγγίζουν τον Βαμβακάρη και άλλους ρεμπέτες και αρχίζουν να συλλέγουν μαρτυρίες, δίσκους και ποικίλο πραγματολογικό υλικό για το είδος. Ο Ν. Γεωργιάδης θα γράψει για «Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι», στο φοιτητικό περιοδικό Διάλογος των Λαμπράκηδων (Ιαν. 1966), το καλοκαίρι του ίδιου έτους η Αυγή και η Δημοκρατική Αλλαγή προωθούν και προβάλλουν συναυλίες με λαϊκούς συνθέτες και ιδίως τον Μάρκο, ενώ τον Απρίλιο 1967 ο Ν. Γεωργιάδης θα γράψει για τον Βαμβακάρη στην Πανσπουδαστική.

    Σύνοψη υποπεριόδου: το εγχείρημα Θεοδωράκη επανέφερε το ζήτημα της θέσης του ρεμπέτικου στον νεοελληνικό πολιτισμό και η αριστερή διανόηση τοποθετείται σχετικά. Το ρεύμα αρνητικής στερεοτυποποίησης, ιδίως σε ό,τι αφορά την πρώτη περίοδο του είδους, φαίνεται ότι διατηρεί ή και ενδυναμώνει τις θέσεις του (και θεσμικά μέσω Ξένου/ΠΜΣ!). Η πληθώρα των διανοουμένων που προστίθενται (Δαμιανάκος-Βουρνάς-Σκάρος-Μαχαίρας, κυρίως), ομοφωνούν στην απαξίωση/ καταδίκη της εποχής/εκδοχής του «παλιού» ρεμπέτικου με τα σημαίνοντα του κόσμου της μαγκιάς και της απαισιοδοξίας. Από την άλλη πλευρά, η φίλια τάση (Ανωγειανάκης-Ε. Παπαδημητρίου), κάνει και πάλι αισθητή την ψύχραιμη και γόνιμη παρουσία της, προκαλώντας ρήγματα στη συμπάγεια των βεβαιοτήτων της άλλης πλευράς, ενώ η νέα γενιά αριστερών φοιτητών (Γεωργιάδης-Κουνάδης) πρωταγωνιστεί στην έρευνα και προσπάθεια τεκμηρίωσης του ρεμπέτικου δείχνοντας έναν δρόμο.

    ……………………………………………

  22. ……………………………

    Ιντερμέτζο (1970)

    Με απαγορευμένο τον αριστερό Τύπο στη Χούντα, η μόνη συζήτηση που γνωρίζουμε έγινε στο περιοδικό Τετράδια, των πολιτικών κρατουμένων της Ανανεωτικής Αριστεράς στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Η συζήτηση περιλαμβάνει 4 άρθρα.

    Ο Γ. Καούνης (τχ. 5 και 6, Μάρτιος και Μάιος) θεωρεί ότι το λαϊκό τραγούδι (που είτε αποκλήθηκε υποτιμητικά «ρεμπέτικο» από τους πολεμίους του είτε κυνηγήθηκε και από το αριστερό κίνημα επίσης) αναπτύχθηκε στις γειτονιές και τα λιμάνια των πόλεων τραγουδώντας τους μικρούς και καθημερινούς καημούς. Η θέση αυτή αποκλίνει γενναία από την κυρίαρχη αριστερή ρητορική για το είδος. Θα του αντιπαρατεθεί ο Λ. Πυρούδης, (τχ. 6, Μάιος), ο οποίος με ποιοτικό διαφορισμό στο εσωτερικό του λαϊκού τραγουδιού εξοστρακίζει τα «χασικλίδικα» ως ξένο σώμα. Αμφισβητείται η αισθητική ποιότητα/λαϊκότητα των τραγουδιών αυτών με διερώτηση για τη συμβολή τους στην τέχνη αλλά και για τον ρόλο τους στο «προοδευτικό κίνημα». Ολέθρια επίσης θεωρούνται τα «χασικλίδικα» στην ανάπτυξη του «προοδευτικού» κινήματος και του «εκπολιτισμού» του λαού, καθώς αυτά ήταν ο κυρίαρχος λόγος που παλιότερα το αριστερό κίνημα «υποτίμησε και καταδίκασε το λαϊκό τραγούδι […] και χαρακτηρίσθηκε όλο το είδος σαν δημιούργημα του υποκόσμου». Οι θέσεις αυτές παρατηρούμε ότι αναπαράγουν κοινούς τόπους της κυρίαρχης αριστερής αντίληψης για το είδος, με έμφαση στις μανιχαϊκές διχοτομίες (υπόκοσμος/λαός, ρεμπέτικο-χασικλίδικο/λαϊκό τραγούδι, προοδευτικό κίνημα/ αντίδραση).

    Ακολουθεί ο Κ. Μαραβέας (τχ. 7, Ιούνιος) υποστηρίζοντας ότι το λαϊκό τραγούδι στη διαχρονική του εξέλιξη λαβαίνει διάφορες μορφές, αποτυπώνοντας όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας κάθε εποχής σαν «ιστορικό ντοκουμέντο» (έτσι και τα χασικλίδικα). Οι λαϊκοί συνθέτες υποστηρίζεται ότι διέσωσαν το «χρώμα της λαϊκής μας μουσικής», έστω κι αν κάποτε «ατύχησαν στο στίχο».

    Η συζήτηση κλείνει με τον Πάνο Τζαβέλλα ( τχ. 7, Ιούνιος). Κατ’ αυτόν, το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε «στα καταγώγια, στους ντεκέδες, στις παράγκες, στις φυλακές», από τους «νικημένους και απόβλητους απ’ τη ζωή», γεγονός που επέτρεψε στη διανόηση της «άρχουσας τάξης» να το χαρακτηρίσει «χασικλίδικο, αλήτικο, ρεμπέτικο, του υποκόσμου». Δυστυχώς και οι «προοδευτικές» δυνάμεις την ίδια «ορολογία»/«επιχειρηματολογία» χρησιμοποιούσαν, αγνοώντας ότι το λαϊκό τραγούδι «αποτελεί μια πραγματικότητα» και ότι το «χασικλίδικο» πρέπει «πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να εξετάζεται ως μουσική». Το κείμενο εν μέρει υιοθετεί θέσεις της κυρίαρχης αριστερής ρητορικής για το είδος και εν μέρει παρεκκλίνει. Σημειώνουμε τη συμπερίληψη αστών και προοδευτικών στους πολέμιους του είδους, και την πρόσληψη της μελορυθμικής συνιστώσας ως αισθητικής αυταξίας.

    Συνοψη συζήτησης: Σημειωτέα είναι η διάχυτη τάση: α) «αποχαρακτηρισμού» του χασικλίδικου ιδίως τραγουδιού και ένταξής του στα κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής, β) πρόσληψης του σύνολου ρεμπέτικου ως λαϊκού πολιτισμικού μορφώματος υψηλής αισθητικής ποιότητας αλλά και ως αυθεντικού παλμογράφου μιας εποχής, γ) αυστηρής εκ των έσω κριτικής της αντιμετώπισης που έτυχε το ρεμπέτικο από τους προοδευτικούς κύκλους.

    Δεύτερη περίοδος (1974-1990)

    Διακρίνουμε δύο «υποπεριόδους»: η πρώτη (1974-1978) οροθετείται από την τομή της μεταπολίτευσης και του αναβιωτικού κύματος του ρεμπέτικου, ενώ η δεύτερη (1980-1990) σφραγίζεται από την έκρηξη των κομπανιών και τη διάχυτη αποδοχή-εμπορευματοποίηση του είδους.

    α) 1974-1978

    Το 1974 συναντάμε πάλι ενδιαφέρουσα αριστερή αρθρογραφία. Ο Γ. Χοντζέας (Λαϊκός Δρόμος, 14-9-1974, και 21-9-1974) εκτιμά ότι η υπεραξίωση του ρεμπέτικου μεταπολεμικά συντελέστηκε μέσω του «νέου κύματος» στην Ελλάδα σε τομείς όπως η ζωγραφική και το θέατρο, με αίτημα την επιστροφή «στο λαό, στη λαϊκή μορφοπλασία». Το ρεμπέτικο έδωσε στην εργατική τάξη μόνο την ψευδαίσθηση ενός «ξεσπάσματος»/εκτόνωσης, και όχι ουσιαστική «λύτρωση», εφόσον η αλήθεια της εργατικής τάξης είναι πιο «πλατιά από την αλήθεια του ρεμπέτικου» και με τα «“ωχ” και τα “άλα” της δεν πήγε μπροστά η εργατική τάξη». Στην υπόψη ρητορική υπερτονίζονται -όταν δεν κατασκευάζονται- οι διαφορές και αποστάσεις της εργατικής τάξης από το ρεμπέτικο, ενώ μέσω προκατειλημμένης ερμηνείας στοιχείων του είδους αυτό συμβολοποιείται ως μερικευμένο και χθαμαλό μόρφωμα που εγγενώς αδυνατεί να «χωρέσει» τον δομούμενο ιδεότυπο της εργατικής τάξης.

    Τρεις μήνες από την επανέκδοσή της, η Αυγή φιλοξενεί τις θέσεις του Κ. Βεργόπουλου (5-12-1974) που συναρτά τη δυναμική του ρεμπέτικου με τις εκάστοτε συνθήκες «κοινωνικής κρίσης» και θεωρεί ότι το είδος ανάγεται στο «διαρκώς ευρυνόμενο στρώμα των περιθωριακών και περιθωριοποιημένων» στον μεσοπόλεμο. Στη μεσοπολεμική περίοδο κρίσης, δηλαδή, το ρεμπέτικο εκφράζει και την εργατική τάξη και το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, εφόσον η κρίση λουμπενοποιεί όλο και περισσότερα στρώματα. Όταν πάλι η κοινωνία βγαίνει από την κρίση και ανασυγκροτεί τα πριν λουμπενοποιημένα στοιχεία, το είδος απωθείται στα κράσπεδα, ενώ ενδέχεται πάλι να ξαναβλαστήσει, σε πρόσφορο έδαφος νέας κοινωνικής κρίσης. Έτσι, προσδίδεται στο ρεμπέτικο υδραργυρική υφή, που, ανάλογα με την εκάστοτε «κρίση» της ελληνικής κοινωνίας, μπορεί να εκφράζει μεγαλύτερες ή μικρότερες μερίδες του κοινωνικού σώματος. Θα απαντήσει ο Π. Κουνάδης (10 και 16-1-1975) διευκρινίζοντας ότι το ρεμπέτικο αφενός δεν δημιουργείται στον Μεσοπόλεμο και αφετέρου δεν είναι προϊόν του υποκόσμου, εφόσον δεν υφίσταται «περιθωριοποίηση όλο και μεγαλύτερων στρωμάτων» αλλά αύξουσα προλεταριοποίηση όσων κοινωνικών στρωμάτων «υποχρεώνονται από την κυρίαρχη τάξη ν’ αλλάξουν τον δεδομένο μέχρι τότε τρόπο ζωής και να ενταχθούν σε ένα νέο κοινωνικό-οικονομικό μοντέλο, που η άρχουσα τάξη μέσα από τις αντιθέσεις της, επεξεργάζεται». Με δύο λόγια, το ρεμπέτικο εξέφρασε τον τρόπο ζωής των λαϊκών στρωμάτων «την περίοδο μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας στο πέρασμά της από την αγροτική στη βιομηχανική δομή της οικονομίας».

    Ο Χ. Ξανθουδάκης, (Αντί, τχ. 13, Φεβ. 1975) θα διακρίνει δύο περιόδους: στην πρώτη συγχωνεύονται ανατολικά και δυτικά μουσικά στοιχεία, με επικράτηση του ανατολισμού, ενώ στη δεύτερη εκλείπει σταδιακά κάθε εξωευρωπαϊκό στοιχείο. Στη δεύτερη εξελικτική φάση είναι που, ως επί το πλείστον, «ο κοινωνικός φορέας του ρεμπέτικου ενσωματώνεται στην εργατική τάξη και στα μικροαστικά στρώματα των πόλεων», ενώ ένα μικρό ποσοστό «εξακτινώνεται στον περιθωριακό υπόκοσμο». Τον επόμενο μήνα ένα ανώνυμο άρθρο (Λαϊκός Δρόμος, 29-3-1975) έρχεται να συγκρίνει ρεμπέτικα-ελαφρά. Το ρεμπέτικο (ως «δημιούργημα ενός στρώματος υποπρολεταρίων που μεγάλωσε με τον ερχομό των προσφύγων»), ενσωματώνει όλα τα στοιχεία της γενεσιουργού τάξης: «πεσιμισμό» και φυγή, ιδίως μέσω των ναρκωτικών. Δυστυχώς, όταν μεταπολεμικά άρχισε «να διοχετεύεται και το δηλητήριο της σάπιας αντιδραστικής ιδεολογίας μέσω της κουλτούρας», χρειάστηκαν και «ελληνικές» καθαρά μορφές για να καλύψουν ευρύτερα τις ανάγκες της αντίδρασης: ήταν το ρεμπέτικο τραγούδι». Στην ανάλυση αυτή το ρεμπέτικο θεωρείται τραγούδι υποπρολεταριακό/πεσιμιστικό/φυγής και ευεπίφορο πολιτισμικό όχημα των αντιδραστικότερων πολιτικών μορφωμάτων.

    Τότε καταγράφεται και η πρώτη κριτική επισκόπηση της αριστερής πρόσληψης του ρεμπέτικου (Μ. Πολυβίου, Θούριος, τχ. 16, Μάιος 1975): το είδος θεωρείται δημιούργημα του «υποπρολεταριάτου των αστικών κέντρων», ενώ, σε μικρότερο βαθμό, εξέφρασε και τις «ευρύτερες λαϊκές μάζες» λόγω κοινής κακοδαιμονίας. Διατρέχει τις βασικές συζητήσεις (Ριζοσπάστη–Αυγή-ΕΤ). Υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει, «το κριτήριό μας, το διαμορφωμένο μέσα στην εποχή της γενικής αποδοχής του ρεμπέτικου, να ολισθήση σε μια εύκολη και προφανή καταδίκη των απόψεών αυτών»,αλλά πρέπει να τις εντάξουμε στο κλίμα της εποχής τους. Έτσι, εκτιμάται ότι το ίδιο το «γενικώτερο πλαίσιο των φορέων του ρεμπέτικου» ήταν αυτό που ανέστελλε -αν δεν ακύρωνε- τη νηφάλια πρόσληψη του είδους. Αφετέρου, παρατηρεί ότι η «σημερινή αριστερά, (έστω και όχι όλη), είναι σε σημαντικό βαθμό απαλλαγμένη από τη στενότητα αντιλήψεων που συχνά διέκρινε τη σταλινική αριστερά της δεκαετίας του ’40».

    Λίγες μέρες μετά ο Βουρνάς (Αυγή, 1-6-1975) θα επαναδιατυπώσει συνοπτικά το γνωστό άρθρο του 1961, ενώ ο Π.Μ.Μ. (Μιχάλης Παπαϊωάννου; Ριζοσπάστης, 3-6-1975), παραδεχόμενος ότι το ρεμπέτικο «ξεπέρασε τα στενά όρια των κοινωνικών παρασίτων» και κατέστη η τρέχουσα «μουσική μας εκδήλωση», εισηγείται την επιστημονική του διερεύνηση. Για πρώτη φορά τότε το ρεμπέτικο απασχολεί και τις στήλες του Οδηγητή, όπου ο Μ.Λ. (τχ. 59, Οκτώβριος 1975) αμφιβάλλει εάν το είδος εξαντλείται στο λούμπεν στοιχείο, δεχόμενος ως καταγωγική μήτρα όχι τον τεκέ αλλά τις «αθηναϊκές, πειραϊκές και θεσσαλονικιώτικες συνοικίες, κύρια τις προσφυγικές, δηλ. τις εργατικές». Πέραν ενός μικρού ποσοστού χασικλίδικων, «κυριαρχεί βασικά η κοινωνική διαμαρτυρία». Η ανάλυση αυτή αποκλίνει από την κυρίαρχη αναπαράσταση του ρεμπέτικου ως πολιτισμικού μορφώματος υποπρολεταριακών στοιχείων, τονίζοντας ότι το είδος εξέφρασε τα -έστω και ταξικώς ασυνειδητοποίητα- προλεταριακά στρώματα.

    Ο Ριζοσπάστης και η καταπτωσιακή μουσική

    Πριν κλείσει το 1975 (Ριζοσπάστης, 21-12) ο Α. Ξένος θα καταγγείλει τα σχέδια της «αντίδρασης», που «διαφημίζει καταπτωσιακή μουσική όπως είναι το ρεμπέτικο τραγούδι. Το είδος αυτό του τραγουδιού με τη χυδαιοποίηση των λαϊκών στοιχείων αποπροσανατολίζει και υποβιβάζει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και ο λαός μας το καταδικάζει με την αδιαφορία του». Και πάλι θεωρεί το είδος διαφθορέα της γνήσιας λαϊκότητας και χυδαϊστή του ανθρώπου, προκαταλαμβάνοντας μάλιστα στρεψόδικα και τη λαϊκή ετυμηγορία. Οι θέσεις του πυροδοτούν σχετική συζήτηση στην εφημερίδα. Ο Ζ. Σκάρος (12-3-1976) επαναφέρει εν πολλοίς τις θέσεις του 1961, προσθέτοντας ότι ήδη το ρεμπέτικο λεξιλόγιο μαρτυρεί τη συνάφειά του με τους εκστασιασμούς των «μαστουρωμένων δερβίσηδων». Ως προς τη σύγχρονη αναβίωση, αυτή συναρτάται με την «αχώριστη φιλενάδας του ρεμπέτικου, μαριχουάνα» αλλά και με την εισβολή του πορνό και ανάλογων εισαγωγών απ’ το εξωτερικό. Όλα συναποτελούν μέσα «ιδεολογικής και ηθικής επίθεσης» που μετέρχεται ο ιμπεριαλισμός ενάντια στους λαούς, στοχεύοντας στην «πνευματική τους υποδούλωση». Λίγο μετά (1-4-1976), με αφορμή σχετική παρέμβαση του Τ. Σχορέλη ( 24-3-1976) θα σαφηνίσει ότι η επικριτέα αναβίωση του ρεμπέτικου αφορά την «καλλιέργεια και διάδοση του αναχρονιστικού και πτωτικού εκείνου πνεύματος» του «πραγματικού παλιού ρεμπέτικου» και όχι του «ερζάτς» (μετά τον Βαμβακάρη, τον Παπαϊωάννου και τον Τσιτσάνη). Παρατηρούμε ότι η ιδεολογηματική χρήση που επιφυλάσσει ο Σκάρος στο ρεμπέτικο, το καθιστά συμβολική απειλή για την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη, και ένα από τα κύρια εργαλεία, μαζί με τη μαριχουάνα και το πορνό (!), των ιμπεριαλιστικών ιδεολογικών μηχανισμών χειραγώγησης των μαζών.

    Θα ακολουθήσει ο Φ. Πρίφτης (17-4-1976) που θεωρεί ότι το ρεμπέτικο, γέννημα του «τρόμου, του αίματος και της αγωνίας του ’36 και της κατοχής», παίρνει «τα τραγούδια των ποινικών κρατουμένων και τα κάνει σύμβολο». Το ρεμπέτικο γίνεται «ο θλιβερός θρήνος της εξαθλιωμένης και λεβέντικης ελληνικής ψυχής», το τραγούδι που η «πείνα της Αθήνας και τα μπουντρούμια της Μέρλιν γαλούχησαν, το τραγούδι του πόνου και της απελπισιάς κυρίεψε και απλώθηκε απ’ τις φυλακές και τα κρατητήρια στις θάλασσες, βουνά, πλαγιές, λαγκάδια της πατρίδας μας». Κατά την πρόσληψη αυτή, το είδος ταυτίζεται με τις πολιτισμικές επιδόσεις προσώπων του κοινού ποινικού δικαίου, από τους οποίους εξακτινώνεται για να κατακαλύψει με το πεσιμιστικό του περιεχόμενο όλους τους κοινωνικούς χώρους.

    Ο Θ. Φωτιάδης, (28-4-1976) θεωρεί το είδος «πολύ στενό, μιας ανθυπομάδας από στοιχεία εξω-κοινωνικά, αντικοινωνικά», που κατάφερε να «“σερβιριστεί” για “λαϊκή” μουσική» εναντίον της αξίας του δημοτικού τραγουδιού. Η επικράτησή του οφείλεται στη μεταπολεμική εισβολή του ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα, καθώς τότε «χρειάστηκαν να σερβίρουν ηττοπαθή, λυπητερά, αντιηρωικά, ουδέτερα τραγούδια του ερωτισμού, της φυλακής, του λουλά, του ντεκέ, που να μη θυμίζουν τίποτα από την αληθινή λαϊκή μεγαλειότητα. Ήταν η ρεβάνς των δεξιών». Υπενθυμίζει ότι το 1945 η «οργάνωση μιας ΕΠΟΝ χτύπησε αμείλιχτα τα ρεμπέτικα τύπου “Όταν καπνίζει ο λουλάς”» και ότι στο βουνό την εποχή εκείνη «δεν υπάρχει χώρος ούτε για ΕΝΑ “ρεμπέτικο”. Πού και γιατί ν’ ακουστούν τα πεσιμιστικά, αντικοινωνικά τραγούδια που κατάγονται και μιλούν για το χασίσι;». Η ισοπεδωτική αυτή ρητορική, υπεραξιώνοντας τον ένα πόλο του αντιθετικού ζεύγματος (ρεμπέτικο/δημοτικό), καταβαραθρώνει το άλλο, καταγγέλλοντάς το ως πολιτικοϊδεολογικό όχημα της Δεξιάς και του ιμπεριαλισμού.

    Τη συζήτηση κλείνει η πάντα εξαιρετέα Έλλη Παπαδημητρίου (7-5-1976). Θεωρεί αφενός ότι είναι στενή βάση συζήτησης η επικέντρωση αποκλειστικά στη στιχουργία -με παράλληλη παράβλεψη της μουσικής-, και αφετέρου ότι η ειδική θεματική που έδωσε αφορμή συνταυτισμού του ρεμπέτικου με τον υπόκοσμο έχει εκλείψει προ πολλού, χωρίς να εξυπονοείται ότι και επί Μεσοπολέμου δεν υπήρχαν και άλλες θεματικές. Όσο για τη μουσική, θεωρεί το ρεμπέτικο ως «υγιέστατη φυσιολογική μουσική μας κληρονομιά» και σαν πλούτο για τη χώρα το γεγονός ότι παρήχθη «είδος μουσικό για τους πολλούς σ’ επίπεδο εξαίρετο». Οι θέσεις της για άλλη μια φορά αποκλίνουν από την κατασκευή του ρεμπέτικου ως συμβολικού μιάσματος και επιχειρούν όχι μόνο αποστιγματισμό αλλά και υπεραξίωση.

    Σύνοψη συζήτησης: υπερτερούν συντριπτικά οι παλαιοί κοινοί/απαξιωτικοί αριστεροί τόποι, σε σημείο ανάλογο σχεδόν του 1947 και του 1949. Το σχεδόν ανύπαρκτο αντίπαλο δέος (Έλλη Παπαδημητρίου, κυρίως) πασχίζει να διατρήσει τον σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης ρητορικής, που διαβλέπει στο ρεμπέτικο έναν πολιτισμικό Δούρειο Ίππο της αντίδρασης, εντόπιας και εισαγόμενης.

    Από την κοινωνική παθολογία στην ψυχοπαθολογία

    Τον Ιούνιο 1976, συναντάμε ένα ενδιαφέρον σχόλιο ( Αυγή, 10-6-1976) πάνω στις ιδεολογικές χρήσεις του ρεμπέτικου. Ο μαρασμός του είδους χρεώνεται στην αστική τάξη, που μέσω αφομοίωσης της επαναστατικής του ουσίας (της καταποντισμένης σε «μυθολογικά πελάγη»), το παρέδωσε βορά στην κατασκευασμένη ψευδή ευαισθητοποίηση των μαζών, που το προσέλαβαν μέσω της «δανεισμένης ματιάς» της αστικής ιδεολογίας.

    Οξεία επίκριση του ρεμπέτικου θα ακολουθήσει από τον Λ. Αρσενίου ( Έρευνα, τχ. 17 και 18, Σεπτ-Οκτ), καθώς ανάγει το είδος στην τουρκοκρατία, όπου τα τότε κοινωνικά παράσιτα «θέλουν μουσική απόκοσμη, να καλλιεργεί τη σκληρότητα, τα μερακλώματα, το χυδαίο, τα βαρειά αναστενάγματα». Η μεταπολεμική άνθηση του είδους αποδίδεται στην παράπλευρη αποηθικοποίηση της αστικής τάξης: «η τάξη αυτή των νεοπλούτων, των μαυραγοριτών και απογόνων τους […] μη διαθέτοντας καμμιά πολιτιστική υποδομή […] στην ρεμπέτικη βρίσκει αυτό που της ταιριάζει. Μουσική που καλλιεργεί την σκληρότητα, το αδίστακτο και το χυδαίο και κατεβάζει τον άνθρωπο σε κόσμο θολό, ανταριασμένο». Παρατηρούμε ότι μέσα από την ηθικιστική αυτή ρητορική διαχέεται μια ταύτιση ρεμπέτικου-αστικής τάξης σε υποπολιτισμικό επίπεδο.

    Στις αρχές 1977 ο Βουρνάς, (Αυγή, 27-2-1977), ενοχλημένος από τον Κ. Χατζηδουλή (που αναδιφούσε στο «χασικλήδικο» στην ίδια εφημερίδα), εκτιμά ότι «δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι στις πηγές και μόνο βρίσκεται η γνησιότητα, ούτε προσφέρουμε καμιά αισθητική υπηρεσία στο κοινό της πατρίδας μας με το να δημοσιεύουμε φαρδιά πλατιά: μας κυνηγούν τον αργιλέ γιατί τον πίνουν μάγκες…». Στη συνέχεια επαναλαμβάνει παλαιότερες θέσεις του, για να τονίσει ότι η περίοδος της Κατοχής είναι η «μαύρη περίοδος του λαϊκού τραγουδιού και δεν είναι ακριβή τα περί συμμετοχής του ρεμπέτικου της εποχής στην Αντίσταση…. μεταβάλλεται και πάλι σε μουσική έκφραση της ψυχολογίας του μαυραγορίτη, του ταγματασφαλίτη και του κάθε λογής πράκτορα των κατακτητών». Η ηθικιστική εκστρατεία του επικεντρώνεται κατ’ αρχάς εναντίον των «χασικλίδικων», για τα οποία συναινεί μεν να γίνονται αντικείμενο έρευνας αλλά μόνο σε στεγανούς εργαστηριακούς/ερευνητικούς χώρους: η δημοσιοποίησή τους συνιστά συμβολική πρόκληση στην τρέχουσα αριστερή ηθική συνείδηση. Στη συνέχεια καυτηριάζει τον ιδεολογικό ρόλο που έπαιξε το ρεμπέτικο στην Κατοχή, ως μουσικοποιητικό ένδυμα των αντιδραστικότερων πολιτικών μορφωμάτων.

    Τις θέσεις αυτές θα βασανίσει κριτικά ένας αναγνώστης, ο Γ. Ευστρατίου, (Αυγή, 4-3-1977), επισημαίνοντας ότι σήμερα το είδος βιώνεται αυτονομημένο από τις γενεσιουργές του συνθήκες και χρέος της αριστερής διανόησης είναι να το μελετήσει επιστημονικά και υπεύθυνα. Η αστική τάξη και η αριστερή διανόηση έπληξαν εξίσου το είδος, η δε Αριστερά «δεν έκανε εκλεκτική αλλά συνολική απόρριψη του ρεμπέτικου (αλλιώς ένιωθε ο απλός κόσμος της Αριστεράς)». Επισημαίνεται εδώ και ο καίριος διαφορισμός μεταξύ αριστερής διανόησης και απλού κόσμου της Αριστεράς, που δείχνει έκτυπα και την απόσταση που χώριζε τη «βάση» από την καθοδήγηση.

    Τον Σεπτέμβριο θα εγκαινιαστεί και η ψυχαναλυτική προσέγγιση του ρεμπέτη και του ρεμπέτικου από τον Ν. Παπαγιάννη (Πολίτης, τχ. 12, Σεπτέμβριος 1977). Εντρυφώντας στο «ψυχοπαθολογικό υλικό που υπάρχει στο ρεμπέτικο τραγούδι» θεωρεί ότι ο τύπος του ρεμπέτη μαστίζεται από άλυτο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, στο οποίο και οφείλεται η «εξαρτητικότητα». Οι ρεμπέτες φαίνεται πως είναι «ψυχοπαθητικοί τύποι με ποικιλία ψυχοπαθολογίας». Όσο για το ίδιο το ρεμπέτικο, όχι μόνο είναι τραγούδι «απόγνωσης και απελπισίας», αλλά ούτε «απολυτρωτικά» λειτουργεί, ούτε και «κάθαρση» προσφέρει: αντιθέτως «βυθίζει σαδομαζοχιστικά σ’ ένα πλέγμα ενοχής που οδηγεί προοδευτικά στην αυτοκαταστροφή». Σε αυτό το κείμενο (που εύλογα επικρίθηκε από τους Μ. Δραγούμη, Δ. Αγραφιώτη και Γρ. Αμπατζόγλου: Ο Πολίτης, τχ. 14, Νοέ. 1977 και τχ. 15, Δεκ. 1977) η ισοπεδωτική υπερερμηνεία στιχουργικών σπαραγμάτων εντάσσει -με χονδροειδείς μονοκονδυλιές- το ρεμπέτικο στο πεδίο της ψυχο-παρέκκλισης.

    Τον επόμενο χρόνο (1978) ο Τάσος Σχορέλης (Ήχος & Hi-Fi, τχ. 68, Νοέ. 1978) θα εισφέρει άλλου τύπου πρόσληψη, καθώς θεωρεί το ρεμπέτικο ως «μια μορφή πολιτικού τραγουδιού» που κατασυκοφαντήθηκε από την «άρχουσα κουλτούρα», που το είδε ως κίνδυνο για αυτήν.

    Σύνοψη υποπεριόδου: το ρεύμα αρνητικής στερεοτυποποίησης διατηρείται ακμαίο, παρά την περίοδο ρεμπέτικης αναβίωσης που διανύεται. Η απαξιωτική επικέντρωση είναι και πάλι σε χασίς / πεσιμισμό / περιθωριακότητα και στην ιδεολογική χρήση του είδους από τα αντιδραστικά πολιτικά μορφώματα, ενώ προστίθεται και η ψυχοπαθολογική του διάσταση. Το ρεύμα θετικής αναπαράστασης του είδους πυκνώνει την εποχή αυτή, αλλά παραμένει σε δεύτερη μοίρα. Στις τάξεις του προσέρχονται νέες νηφάλιες, κριτικές και αναστοχαστικές φωνές, που είτε επικρίνουν την ιδεολογική διαχείριση του ρεμπέτικου από τους αστικούς αλλά και αριστερούς κύκλους, είτε ερίζουν κατά πόσο το είδος εξέφρασε προλεταριακά ή λουμπενοποιημένα στρώματα.

    ………………………………………….

  23. ………………………………….

    β) 1980-1990

    Την αναβίωση του ρεμπέτικου και τις κομπανίες δεν θα αφήσει ασχολίαστα ο Θεοδωράκης (Επίκαιρα, τχ. 600, Ιαν. 1980) και θα καταγγείλει τη ρεμπετομανία ως το «ξαφνικό πάθος των απολιτικο-αναρχικο-ρεμπετο-ροκάκηδων», που αποσκοπούν να αλώσουν εκ των έσω το ελληνικό τραγούδι: «η μυθοποίηση, η ηρωοποίηση του ρεμπέτη και η ανάδειξή του σε κοινωνικό σύμβολο είναι η πισώπλατη μαχαιριά που καταφέρνουν στην ξεπερασμένη αριστερά», η δε αναγωγή του είδους αυτού στο άπαντον του ελληνικού τραγουδιού «σβήνει με μια μονοκοντυλιά ό,τι επακολούθησε». Εδώ παρατηρούμε να υφέρπει το δίπολο ρεμπέτικο/έντεχνο λαϊκό τραγούδι: προς εξουδένωση μάλιστα του δεύτερου όρου του διπόλου, έχουν κατά τον συνθέτη συνωμοτήσει οι πιο διαφορετικές υποπολιτικές/υποπολιτισμικές συσσωματώσεις.

    Τον επόμενο χρόνο ο Φ. Πρίφτης (Έρευνα , τχ. 72, Απρ. 1981) θα προσάψει στα ρεμπέτικα ότι συνιστούν τη μουσική της «νεοαστικής τάξης που δημιουργήθηκε μέσα στην κατοχή», ότι είναι τραγούδια «θλιβερά που απελπίζουν, που μοιρολογούν, που καταβαραθρώνουν αντί να υψώνουν σ’ ένα καινούργιο κάλεσμα ζωής, λεβεντιάς, αγώνα».

    Στις αρχές του 1982 η Πανσπουδαστική (Σχόλιο, τχ. 1, Φλεβάρης 1982), θα συγκρίνει το μετά το 1950 λαϊκό τραγούδι με το παλιό ρεμπέτικο, αξιοδοτώντας το πρώτο. Το παλιό ρεμπέτικο, στερούμενο «κοινωνικότητας του στίχου», ανακλούσε το «αδιέξοδο ενός αποκομμένου από τη δουλειά και την πάλη κοινωνικού στρώματος -του λούμπεν προλεταριάτου». Ιδίως τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, το ρεμπέτικο συνέπλευσε με τα σκοπούμενα της τότε άρχουσας τάξης. Ένα μήνα αργότερα, ο Οδηγητής (τχ. 395, Μάρτιος 1982) θα τοποθετηθεί και πάλι με δύο άρθρα. Στο πρώτο, το είδος, στις απαρχές του και στην κοινωνική του βάση, θεωρείται ότι ανήκει στον υπόκοσμο/λούμπεν και όχι στο προλεταριάτο. Οι Μικρασιάτες είναι οι καταλύτες, μέσω των οποίων θα προκύψει διευρυμένη κοινωνική θεματολογία από τη μια, αλλά και περιθωριακές αναφορές από την άλλη. Στα 1947-52 θα γίνει η μετάβαση προς το λαϊκό τραγούδι, για να σβήσει το ρεμπέτικο γύρω στο 1955, καθώς μια «νέα, ηττημένη, αλλά πιο έμπειρη από παλιά, εργατική τάξη έχει προβάλει…. Το ρεμπέτικο δεν θα μπορέσει να γίνει το τραγούδι της». Στο δεύτερο άρθρο τονίζεται ότι η «περιθωριακή κοινωνική αφετηρία» του ρεμπέτικου, σε συνδυασμό με τη θεματική και τη γλώσσα του, δεν του επέτρεψαν να προσλάβει «πλατύ κοινωνικό χαρακτήρα».

    Ο Α. Ξένος, που πάντα καραδοκεί, επανεμφανίζεται σε 2 χρόνια (Αντί, τχ. 264, Ιούνιος 1984) για να καταγγείλει τον 40χρονο βομβαρδισμό των ΜΜΕ με αυτά τα «μουσικά υποπροϊόντα», αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα πίσω από την ενορχηστρωμένη διατήρησή τους στην επικαιρότητα. Ως προς το αν τα ρεμπέτικα εξέφρασαν το εργατικό κίνημα, είναι ακατηγορηματικός: «ο λαός στην κατοχή και στην Εθνική Αντίσταση δεν εμπνεόταν από τραγούδια που εξυμνούσαν το χασίς. Εκείνοι που την έβρισκαν σ’ αυτά ήταν οι δωσίλογοι, οι μαυραγορίτες και οι χαφιέδες των Γερμανών […] έγιναν από τον εμφύλιο και μετά ένα από τα κύρια όπλα της Δεξιάς για να λυγίσει το δημοκρατικό φρόνημα και την αγωνιστική έξαρση του λαού. Έχει αποδειχθεί πως από τον Σταθμό των Ενόπλων μεταδίδονταν συστηματικά ρεμπέτικα βάσει ενός σχεδίου ψυχολογικού πολέμου που εισηγητές του ήταν οι Άγγλοι και οι Αμερικάνοι». Ωστόσο, θα εξαιρέσει 90 περίπου ρεμπέτικα, που «έχουν μια αξία και είναι αυθόρμητα […] πλησιάζουν την πραγματική ζωή, εκφράζουν ορισμένα συναισθήματα που ζούμε και έχουν ποιότητα». Όσο για τα υπόλοιπα, είναι «τέλμα στο πνεύμα και στη ζωή του λαού». Παρατηρούμε ότι η διαχρονική πολεμική του εδώ φθάνει στο απόγειο: το «περιθωριακό» και πεσιμιστικό ρεμπέτικο εξέφρασε μουσικοποιητικά τις αντιδραστικότερες πολιτικές δυνάμειες της νεότερης Ελλάδας και χρησιμοποιήθηκε βάσει σχεδίου εναντίον του αγωνιζόμενου λαού. Τη χρόνια πολεμική του θα υπογραμμίσει και σε αυτόγραφο βιογραφικό του σημείωμα (Μουσικολογία, τχ. 18, 2003), που αναφέρεται στη μαχητική αρθρογραφία του «ενάντια στον εμπορικό, κατευθυνόμενο λαϊκισμό των ρεμπέτικων και των υποπροϊόντων τους που κατεβάζουν το διανοητικό και αισθητικό επίπεδο του λαού μας».

    Την ίδια χρονιά (1984, Star System) ο Θεοδωράκης θα αποφανθεί ότι τα ρεμπέτικα «δεν έγιναν ώς σήμερα γενικώς αποδεκτά. Δεν μπορούμε να πούμε ότι έγιναν ούτε παλλαϊκά ούτε διαχρονικά». Μουσικά, επισημαίνει τις ανατολίτικες καταβολές, στο πλαίσιο των οποίων κάποιοι οργανοπαίκτες «άρχισαν να βάζουν ελληνικά λόγια πάνω σε τούρκικα τραγούδια και σιγά σιγά πάντοτε μέσα στη σκιά της τουρκικής μουσικής να φτιάχνουν τα πρώτα τους τραγούδια», που πάντως εξέφραζαν τα «βιώματα μιας ομάδας περιθωριακών –του λούμπεν προλεταριάτου». Αμφιβάλλει αν το 1925-1945 κατορθώθηκε τα ρεμπέτικα να γίνουν «χτήμα του εργαζόμενου ελληνικού λαού» και να προκύψουν έργα που να «μεταπηδούν από το ειδικό (ρεμπέτικο) στο γενικό (παλλαϊκό-εθνικό)». Όσο για την προϊούσα «ρεμπετομανία», τη θεωρεί «αρρώστια της μεταχουντικής Ελλάδας» προς εκμηδένιση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Και εδώ παρατηρούμε ότι τον τόνο δίνουν επισφαλείς δυαδικές αντιθέσεις (παλλαϊκό/ειδικό, ρεμπέτικο/έντεχνο λαϊκό) και αναπόδεικτες αποφάνσεις.

    Δύο χρόνια μετά (1986), ο Νικηφόρος Ρώτας (μουσουργός, γιος του Βασίλη Ρώτα: Πώς ακούμε μουσική) θα καταγγείλει δριμύτατα τις «δυνάμεις της εξάρτησης» που, για να «αποσυσπειρώσουν και να διαλύσουν τον ελληνικό λαό», του επέβαλαν: «να τραγουδάει αποκλειστικά τραγούδια του πόνου και της απελπισίας […] α)ατομικός καημός…β)ηττοπάθεια…γ)πίστη στη μοίρα…δ) κακομοιριά του να είσαι υπερήφανος που είσαι κουρελής, απόβλητος, απαρηγόρητος, αντικοινωνικός, απολιτικός». Χρειαζόταν να βρεθεί η κατάλληλη μουσική: «…ήταν τα ρεμπέτικα τραγούδια, με τη ρεμπέτικη ιδεολογία τους και τη ρεμπέτικη μουσικομελωδική οικοδόμησή τους…Η εξάρτηση προχώρησε βαθιά ως το μυαλό, το χέρι, την πένα, το συναίσθημα των Ελλήνων». Καλείται μάλιστα, στη συνέχεια, ο ιστορικός του μέλλοντος να βρει «τις διαταγές που πρέπει να υπάρχουν (προς το σταθμό ενόπλων, π.χ., να μεταδίδει αποκλειστικά ρεμπέτικα»), και τα υπεύθυνα πρόσωπα… «Σήμερα όλοι οι Έλληνες, όταν πουν “λαϊκή μουσική”, εννοούν την αντιαγωνιστική, ρεμπέτικη μουσική και τα υποπροϊόντα της, εννοούν και καταλαβαίνουν αυτή τη μουσική που οι δυνάμεις της εξάρτησης επιβάλανε (από το 1945 και μετά) στους Έλληνες…εννοούν τη μουσική που δεν ήταν ΑΠΟ το λαό, αλλά ήταν ΔΙΑ το λαό». Η ρητορική του Ρώτα ταυτίζεται -ως προς τη συνωμοσιολογική της εκδοχή- με τις απόψεις του Ξένου, ενώ συνοψίζει εμβληματικά τον σκληροπυρηνικό αριστερό λόγο για το ρεμπέτικο, σε εποχή μάλιστα διάχυτης κοινωνικής αποδοχής του. Ιδίως αξιοσημείωτη είναι η επίκριση της ίδιας της μουσικής σύστασης του είδους, συστατικού που, πάντως, ελάχιστοι προηγούμενοι σχολιαστές επέκριναν.

    Και πάλι ο Θεοδωράκης θα πάρει τη σκυτάλη το 1988 (φωνόγραφος, τχ. 6-7, Σεπ-Δεκ.) ισχυριζόμενος ότι «το μπουζούκι δεν είναι φάλτσο όργανο. Φάλτσοι ήταν αυτοί που το παίζανε, άνθρωποι των καταγωγίων […] το μπουζούκι είναι ξύλο και χορδές και δεν υπάρχει ηθική μέσα στο ξύλο και τις χορδές […] Εγώ λοιπόν απόδειξα ότι το όργανο αυτό μπορεί να εξυπηρετήσει και […] τις μεγάλες φόρμες και τις ωραίες μελωδίες και να γνωρίσει ένα νέο ήθος». Εδώ βλέπουμε να αντιδιαστέλλει την ηθική ουδετερότητα του μπουζουκιού ως οργάνου, στους αρνητικά προσημειωμένους χρήστες του. Το μπουζούκι προσλαμβάνεται ως tabula rasa, επί του οποίου εγγράφονταν κατά το παρελθόν αήθη σημαινόμενα από υποκοινωνικούς κύκλους. Η επερχόμενη λόγια κουλτούρα, όμως, βοτανίζοντας τη λαϊκή από τα υποπολιτισμικά ζιζάνια, με μια εξόχως «αναμορφωτική» χειρονομία, θα της προσδώσει αναβαθμισμένη μορφή και περιεχόμενο…

    Το χρονικό μας επισφραγίζει μια εμβληματική φιγούρα. Ο Α. Ξένος (ντοκιμαντέρ της ΕΤ2 1990) θα αφηγηθεί μπροστά στον φακό -με τον τρόπο του 1947 αλλά εν έτει 1990: «Μετά το Δεκέμβρη… δεν μπορούσε να τραγουδηθεί τίποτα, επί ποινή θανάτου. Το μόνο που έκαναν οι ιθύνοντες ήτανε να επαναφέρουν στη ζωή το ρεμπέτικο, το τραγούδι του υπόκοσμου, που αυτό ξαναφούντωσε από τους συνεργάτες των Γερμανών και απ’ τους μαυραγορίτες. Εδωσαν μεγάλη προσοχή και οι ίδιοι οι κατακτητές, οι Εγγλέζοι, πλέον τώρα. .. ο Γιαννίδης, πούταν στο σταθμό των ΕΔ μας έφερε έγγραφο των Εγγλέζων, που έλεγε να προωθήσουμε αυτό το είδος της μουσικής, το λαϊκισμό του ρεμπέτικου. Εμείς οι μουσικοί δεν αφήσαμε να τραβήξει αυτός ο δρόμος προς τα κάτω. Και καταγγείλαμε αυτές τις προσπάθειες αποπροσανατολισμού του λαού μας αλλά και φτιάξαμε και έργα που ήταν μέσα σ’ αυτά το πνεύμα της Αντίστασης […] όλοι οι τίμιοι συνθέτες…, χτυπήσαμε αυτό το τραγούδι και δεν αφήσαμε να πέσει ψυχικά ο λαός μας».

    Σύνοψη υποπεριόδου: η δυσμενής στερεοτυποποίηση του ρεμπέτικου δείχνει να υποχωρεί, με απαραμείωτες πάντως τις θέσεις της περί λούμπεν καταγωγής, ιδεολογικής διαχείρισης του είδους από την αντίδραση, κ.λπ. Την εποχή αυτή καταγράφονται μειωτικές παρεμβάσεις του Θεοδωράκη, με στόχο την υποβάθμιση του ρεμπέτικου, την υπεραξίωση του Τσιτσάνη και την επίκριση της περιρρέουσας ρεμπετομανίας.

    ΙΙ. ΕΞΟΔΟΣ

    Η διακύμανση του αριστερού λόγου

    Το ρεμπέτικο γίνεται αντικείμενο αξιολόγησης από την αριστερή διανόηση σε μία εποχή όπου έχει ολοκληρώσει την «κλασική» περίοδό του (δεκαετία του 1930). Δεν εντοπίσαμε στον αριστερό Τύπο κάποιο κείμενο συγχρονικό της «κλασικής» περιόδου του είδους. Ατυχώς, η θρυλούμενη ρήση του Ν. Ζαχαριάδη -ότι το ρεμπέτικο είναι το «τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας»- δεν ταυτοποιήθηκε.

    1946-1949: Μέσα σε ένα εμφυλιακό κλίμα κατάφορτο από πολιτικοϊδεολογικές διαμάχες, ο αριστερός λόγος για το είδος είναι από τις απαρχές του εν πολλοίς αρνητικός. Οι εξαιρέσεις (κυρίως ο Ανωγειανάκης, 1946-1947 και, σε μικρότερο βαθμό, ο Πολίτης, 1947, και ο παλίμβουλος Θεοδωράκης, 1949) δεν πλήττουν την κυρίαρχη απαξιωτική στερεοτυποποίηση του είδους που δομείται την πρώτη εποχή: το ρεμπέτικο κατάγεται από το περιθώριο και τον υπόκοσμο, παράγει τραγούδια χασικλίδικα, ανήθικα, πεσιμιστικά και φυγής, και δεν μπορεί να εκφράζουν το υγιές τμήμα του λαού αλλά μόνο τα αντιδραστικότερα πολιτικά μορφώματα.

    1950-1959 Η κυρίαρχη ρητορική δεν θα διαβραχεί σχεδόν καθόλου τη δεκαετία αυτή (Αυγή, Επιθεώρηση Τέχνης, Κοινωνιολογική Έρευνα). Η μοναδική αντίμαχη φωνή (Σοφούλης, 1956) δεν διαφοροποιεί τη στιγματιστική αναπαράσταση που διαχέουν οι διαμορφωτές του κοινού αριστερού αισθήματος, με εξαίρεση τη σημειούμενη τάση αποδοχής της μορφολογίας μόνο του είδους. Ιδιαιτέρως τονίζεται την εποχή αυτή το παθητικό και αντιαγωνιστικό πνεύμα των ρεμπέτικων, που εκφυλίζουν και αποναρκώνουν το υγιές τμήμα του λαού.

    Η κυρίαρχη στερεοτυποποίηση του είδους θα δοκιμαστεί το 1960-1961, με αφορμή το εγχείρημα Θεοδωράκη (Επιτάφιος), όταν ανοίγουν συζητήσεις στην Αυγή, στην Επιθεώρηση Τέχνης και αλλού (Το Αύριο, Έρευνα, Καινούρια Εποχή). Σημαίνουσες, οπωσδήποτε, είναι οι παρεμβάσεις του Θεοδωράκη και του Ανωγειανάκη (1961), κατά δεύτερο λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου (1961), και σε μικρότερο βαθμό του μετεωριζόμενου Βουρνά (1961). Οι απόψεις αυτές πλήττουν τη συμπάγεια της κυρίαρχης ρητορικής για το είδος, προς την κατεύθυνση μιας νηφαλιότερης επαναπροσέγγισής του.

    Αξιοπρόσεκτο μεσοδιάστημα: η συζήτηση των πολιτικών κρατουμένων της Ανανεωτικής Αριστεράς (1970). Πρόκειται για επαινετέο αναβαθμό στην πρόσληψη του είδους, ιδίως από τον «ανεπίσημο» και άτυπο αριστερό λόγο: μέριμνα αυτοκριτικής και αναστοχαστικής διάθεσης, στροφή στη γενικότερη προσέγγιση του είδους. Αποστασιοποιούμενη από την τρέχουσα/«επίσημη» ρητορική, η πλειοψηφούσα τάση των σχολιαστών θεωρεί το ρεμπέτικο ως αυθεντικό λαϊκό πολιτισμικό μόρφωμα και ευαίσθητο παλμογράφο της κοινωνικής πραγματικότητας.

    Στον πρώτο καιρό της Μεταπολίτευσης (1974-1978) καταγράφονται ενδιαφέρουσες ζυμώσεις (αναστοχαστικής ιδίως υφής) προκαλώντας αναταράξεις στην κυρίαρχη στερεοτυποποίηση του ρεμπέτικου, χωρίς και να κλονίζουν τις βεβαιότητες των «σκληροπυρηνικών»: παρά τη διάχυτη αποδοχή του από μουσική κυρίως άποψη, το ρεμπέτικο βαρύνεται τελεσίδικα με την τοξικοφιλική και πεσιμιστική συνιστώσα του, που το κατέστησαν υποχείριο ιδεολογικών διαχειρίσεων από την εντόπια και μη «αντίδραση» με στόχο την παθητικοποίηση/αποπροσανατολισμό των λαϊκών στρωμάτων.

    Η δεκαετία 1980-1990, εποχή γενικής αποδοχής, εμπορευματικής, κυρίως, αναβίωσης και μαζικής κατανάλωσης του ρεμπέτικου. Η σκληροπυρηνική στερεοτυποποίηση υποχωρεί σημαντικά, χωρίς και να εκλείπει, ενώ αναζητείται στο Τσιτσανικό «παράδειγμα» ένας αποδεκτός ιδεότυπος του λαϊκού τραγουδιού: έτσι η αριστερή ρητορική παραπλέει το ακανθώδες πρόβλημα της χασισικής εκδοχής/εποχής του ρεμπέτικου, θεωρώντας ότι το πραγματικό λαϊκό τραγούδι είναι μόνο το μετα-χασικλίδικο.

    Οι δύο όχθες

    Η μία εστίασε απαξιωτικά και στιγματιστικά, κατ’ επίκληση του περιεχομένου (χασικλιδισμός, πεσιμισμός, παρακμή και πολιτική αντιδραστικότητα), παρά την κλασματική αποδοχή των μορφολογικών αρετών του. Η άλλη εστίασε στη μελορυθμική αυταξία του είδους, το είδε ως αυθεντικό λαϊκό πολιτισμικό μόρφωμα, που, παρά ή ακόμα και χάρη στην τοξικοφιλική/πεσιμιστική συνιστώσα του, κατέγραψε διαχρονικά κάθε φάση της κοινωνικής πραγματικότητας.

    Η πρώτη έμελλε να στερεοτυποποιηθεί και να διαχυθεί στην τρέχουσα αριστερή συνείδηση, βλέποντας στο ρεμπέτικο ένα συμβολικό μίασμα και έναν πολιτισμικό δούρειο ίππο στο εσωτερικό των λαϊκών μαζών. Οι περιθωριακές συνδηλώσεις του είδους αποτέλεσαν εμπράγματο κίνδυνο αποπροσανατολισμού, παθητικοποίησης και «νάρκωσης» του λαού, καθώς υπονομεύονταν τα προτάγματα της αισιοδοξίας, της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας, της ταξικής συνειδητοποίησης κ.λπ. Ο λαός έπρεπε να «προστατευθεί», άνωθεν και έξωθεν, από την πλευρά εκείνη του εαυτού του την ευεπίφορη στα πλήγματα της ψευδούς συνείδησης (ένας φορέας της οποίας τότε εθεωρείτο το ρεμπέτικο).Η κατασκευή μιας στιγματισμένης ταυτότητας ήταν θέμα χρόνου: το προβληματικό πολιτισμικό μόρφωμα ανατέμνεται επιλεκτικά σε επιμέρους φέτες και ό,τι δεν συνάδει στο κυρίαρχο αξιακό σύστημα παθολογικοποιείται και καταχωρίζεται στο πεδίο της ιδεολογικοπολιτισμικής παρέκκλισης. Το λαϊκό τραγούδι οφείλει να είναι ομογενοποιημένο, μονοσημασιολογημένο και αποκαθαρμένο από περιθωριακές και αντιαγωνιστικές συνδηλώσεις. Σημειώνουμε ότι αρκετά από τα επιμέρους κατηγορήματα (χασικλιδισμός, περιθωριακότητα, ανηθικότητα) που επεσύναψε στο είδος η κυρίαρχη ρητορική, τα επικαλούνταν και οι πιο ποικίλοι πολέμιοί του. Και αν κάποτε η συμπεριφορά του κράτους άλλαξε, αν κάποτε η αντιμετώπιση των αστικών κύκλων μεταβλήθηκε (αν δεν πρόλαβαν να το «αγκαλιάσουν» πρώτοι και να διασπείρουν τη δική τους αφήγηση), η σκληροπυρηνική αριστερή ρητορική έμεινε «παγωμένη» σε μια χρονική στιγμή: το «πορτρέτο» που ξεκίνησε να φιλοτεχνεί ο Γ. Σταύρου το 1946 παρέμεινε σχεδόν αμετάλλακτο στη διαχρονία, ανανεούμενο με αναμνηστικές δόσεις απαξίας. Στους φορείς της ρητορικής αυτής, τα ρεμπέτικα ήταν πάντα γεννήματα του «θλιβερού υποκόσμου» και του «λούμπεν προλεταριάτου», των «άρρωστων και αντικοινωνικών στοιχείων». Ήταν η «μουσική αργκώ» που έψαλαν τα «ωδικά μαστούρια», ήταν τα «ψυχοφθόρα άσματα» «φυγής» που καλλιέργησαν την «αποθάρρυνση, τη μοιρολατρία και την κατάπτωση», ήταν οι ύμνοι του «μαυραγορίτη και του σαλταδόρου». Εάν μέσα στη διαχρονία η σκληροπυρηνική φωνή έπαψε σιγά σιγά να βρίσκει ευήκοα ώτα, δεν ήταν γιατί αναδιπλώθηκε αναστοχαστικά, αλλά γιατί κατακαλύφθηκε από τον ορυμαγδό της προϊούσας δημοφιλίας και μαζικής κατανάλωσης του είδους.

    Η δεύτερη (Ανωγειανάκης, Έλλη Παπαδημητρίου κλπ) είδε ότι το ρεμπέτικο (παρά την ακανθώδη χασισική εκδοχή του και την αμηχανία που τους στοίχισε) είναι προεχόντως μουσικό φαινόμενο, «γνήσια μορφή λαϊκής μουσικής». Αν και αντέταξε, έγκαιρα και έγκυρα (ιδίως διά του Ανωγειανάκη), τη δική της αφήγηση για το είδος, δεν κατόρθωσε να αποτελέσει υπολογίσιμο αντίπαλο δέος, καθώς η οξύτητα, η ισχύς και η συμπάγεια των πολιτικοϊδεολογικών προταγμάτων κατακάλυπταν τις «άλλότριες» φωνές. Ωστόσο, οι «αιρετικές» αυτές φωνές επιβίωσαν στα κράσπεδα του κυρίαρχου αξιακού συστήματος και, όταν η διαχρονική εξέλιξη του ρεμπέτικου και της σύνολης πρόσληψής του από την κοινωνία δημιούργησε ευνοϊκότερες συγκυρίες αναπροσέγγισής του, φάνηκε πόσο εγγύτερα είχαν τοποθετηθεί στον αυθεντικό πυρήνα της λαϊκής αισθητικής και ιδίως στην πραγματικότητα του ρεμπέτικου -σε αυτή την «αδύνατη πλευρά της λαϊκής καρδιάς».

  24. Spatholouro said

    4 Σεπτεμβρίου, 2016 στις 18:14
    #11
    Πολύ γόνιμη βρίσκω γενικότερα τη δουλειά της Kenna. Το συγκεκριμένο κείμενο βρίσκει κανείς εδώ:
    https://www.academia.edu/7486771/%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7_-_%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B7_%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%BF_%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82

    Δεν ξέρω πόσο καταλυτική ήταν η Μεταξική πολιτική ως προς την εικαζόμενη απώθηση που ένιωθαν οι εξόριστοι κομμουνιστές προς το ρεμπέτικο, καθώς φέρεται να επεδίωκαν να αποσυσχετιστούν από τον χασικλιδισμό που αυτό συνδήλωνε. Ούτε εάν ήταν μόνο Μεταξική επινόηση η «εντεταλμένη» συμβίωση ποινικών και πολιτικών.

    Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, προμεταξικό αυτό, τέτοιας «συμβίωσης» αποτελεί και αυτό του πειθαρχικού ουλαμού Καλπακίου (του περίφημου «τάγματος Τουμπεκί», όπως επίσης είναι γνωστό ότι είχαν επιχειρήσει να το ονομάσουν οι απείθαρχοι, με την ακαταπληκτική ακόλουθη διατύπωση: «Τάγμα Τουμπεκί, λόχος μην ανθί, διμοιρία στρι, σημαία κουρελιάρικια, Τ.Τ. 908 Χάος!»), που από την ίδρυσή του (1923) είχε μόνο απείθαρχα στοιχεία, ενώ τον επόμενο χρόνο καταφθάνουν και κομμουνιστές εξόριστοι. Ο Χρίστος Ριζόπουλος έχει γράψει ενδιαφέρον βιβλίο («Αναμνήσεις από το Καλπάκι», Αθήνα 1933) και βρίσκω σκόπιμο να βάλω ένα κομμάτι από το βιβλίο του Ριζόπουλου, με τίτλο: «Οι δερβίσηδες»

    Η ώρα είταν περασμένη. Ο σκοπός έκανε βήματα έξω απ’ τις στρούγκες μας. Χτυπούσε πότε πότε το κοντάκι του όπλου του στη γη. Από τη στρούγκα των απειθάρχων ερχόταν ο σβυσμένος ήχος ενός τραγουδιού. Βραχνιασμένα λαρύγγια τραγουδούσαν σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, με το γνωστό σέρτικο τόνο:
    Έκανα στρατιώτης και χωροφύλακας/έκανα και στο Μπούρτζι θαλαμοφύλακας!
    Στράκα και στρούκα/στρούκα και στράκα/να…γιούφ!

    Κι ακολουθούσε η συνέχεια των ανδραγαθημάτων:
    Το πρώτο μου το σφάλμα ακούστε να σας πω/με βρίζει ο επιλοχίας τον έβρισα κι εγώ!
    Το δεύτερό μου σφάλμα είτανε σοβαρό/βρίζω το λοχαγό μου μπροστά στο στρατηγό!
    Το τρίτο μου το σφάλμα είταν πιο σοβαρό/τραβώ την ξιφολόγχη…τρουπάου το στρατηγό!
    Στράκα και στρούκα/στρούκα και στράκα/να…γιούφ!

    Τα πράγματα όμως παίρνουν δυσάρεστη τροπή:
    Κι ο στρατηγός διατάζει το δεσμοφύλακα/βάλε το στρατιώτη μέσα στα σίδερα

    Αλλά υπάρχει ακόμα ελπίδα:
    Αναφορά θα κάνω εις την βασίλισσα/ίσως και μ’ απαλλάξει από τα σίδερα!
    Στράκα και στρούκα/στρούκα και στράκα/να…γιούφ!

    Και να:
    Βασίλισσα διατάζει το δεσμοφύλακα/βγάλετε το λεβέντη από τα σίδερα!
    Έτσι σιγοτραγουδούσαν εκείνο το βράδυ γύρω στη φωτιά μερικοί απείθαρχοι. Οι «λεβέντηδες». Οι κατά φαντασίαν δερβίσηδες. Τραγουδούσαν και νοσταλγούσαν την καλή εποχή, όπου μπορούσαν να μαζεύονται σε αληθινούς τεκέδες, να καπνίζουν αληθινό χασίς –Προύσσα! το λες και γεμίζει το στόμα σου− και να γίνονται οι άρχοντες της Οικουμένης!
    Γιατί και τέτοιους είχαμε στο Καλπάκι. Εννοείται πως οι περισσότεροί τους είταν μικρογραφίες κακοαντιγραμμένες εκείνων των τύπων των γνωστών. Το έλεγαν άλλωστε και οι ίδιοι:
    −Μωρέ αδερφάκι, ας ερχόταν εδώ ο Κομπότης, ο Καρίπης, ο Κριτσαύτης, ο Ματσόλας, ο Αράπης! Ας ερχόταν εδώ και τότε τα λέγαμε!
    Είχαν όμως έρθει και μερικοί «μαγκιόροι» στο Καλπάκι. Ο Μωραΐτης παραδείγματος χάρη. Είταν πραγματικός μάγκας. Κι όταν ήρθε η ώρα να απολυθεί, ένας άλλος απείθαρχος έβαλε τα κλάματα.
    −Φεύγεις και πού μας αφήνεις
    −Σώπα μωρή και θα σου στείλω μαυράκι!
    Μαυράκι. Ναι. Αυτό είταν ο αιώνιος πόθος των τύπων αυτών. Ο πάντοτε ανεκπλήρωτος πόθος. Όταν απολυόταν κανείς η πρώτη δουλειά είταν να του δώσουν τις σχετικές παραγγελίες.
    −Θα πας στο τάδε μέρος. Να του πεις πως κοντεύουμε να τρελαθούμε. Λίγη μαύρη, τήνε βάζεις σ’ ένα βάζο γλυκό και το κάνεις δέμα. Θα περιμένουμε.
    −Εν τάξει
    −Θα μας «εξηγηθείς»!
    −Είπαμε.
    −Να μας γράφεις.
    −Ναι.
    Ο απολυόμενος έφυγε. Σε λίγες ημέρες οι ωρισμένοι «μεμυημένοι» αγωνιούσαν.
    −Υπάρχει κανένα γράμμα;
    −Όχι
    −Μπας και το κρατάει ο διοικητής;
    Ο καιρός περνούσε. Τίποτα δε φαίνονταν.
    −Πάει κι αυτός. Μας ξέχασε.
    Ερχόταν η σειρά ενός άλλου.
    −Κοίταξε μωρέ, μην το κάμεις σαν και τον πρώτον.
    −Σώπα!…Τι κουβέντες κάθεσαι και μου κάνεις. Η πρώτη μου δουλειά.
    Σε λίγο λησμονιόταν κι αυτός. Έτσι ο καιρός περνούσε. Οι «χαρμάνηδες» νοσταλγούσαν. Πολλές φορές όμως δεν έμεναν με σταυρωμένα χέρια. «Η πενία τέχνας κατεργάζεται». Έβλεπαν τους άλλους απείθαρχους που δεν είχαν τσιγάρο να μαζεύουν φύλλα δέντρων τριμμένα και άλλες ουσίες και να στρίβουν τσιγάρο.
    −Ε, πώς σου φαίνεται;
    −Τράβα μία.
    −Μμ! Σαν του Γιαννουκάκη δεν είναι;
    −Από το «Ράδιον» όμως καλύτερα…
    Βρήκαν μια μέρα κι οι δερβίσηδες το μέσο. Ένα βράδυ που είχαμε ελιές για συσσίτιο, μάζεψαν όλα τα κουκούτσια με ευλάβεια περισσή και το βράδυ τα’ απίθωσαν πάνω στη φωτιά. Όσο τα κουκούτσια καίγονταν, η φωτιά ανέδινε μια πνιχτική βρώμα. Είχαν καθήσει τριγυριστά στη φωτιά. Με τα μούτρα σκυμμένα ρουφούσαν ηδονικά. Ο ένας κοίταζε τον άλλο με ενθουσιασμό.
    −Κάτι πάει κι έρχεται!
    −Αδερφάκι καλό είναι!
    Κάποτε άλλοτε μάζεψαν τα κομμένα νύχια τους και τα έβαλαν στη φωτιά. Η βρώμα είταν βαρύτερη. Η απόλαυση μεγαλύτερη. Και το τραγούδι, σιγανό, πολύ σιγανό, με φόβο και τρόμο μην ακουστεί, ερχόταν ως επισφράγισμα.
    Στράκα και στρούκα/στρούκα και στράκα/να…γιούφ!

    Αυτά ο Ριζόπουλος, από το εντελώς σπάνιο βιβλίο του 1933 (από όπου και η διατύπωση για το Τάγμα Τουμπεκί)
    .

    Αλλά ας δούμε και κάποια σπαράγματα μαρτυριών (για το ρεμπέτικο) κάποιων αριστερών που πέρασαν από φυλακές:

    Χρόνης Μίσσιος: «Μια ζωή ρε οι κερχανατζήδες μάς μπαφιάσανε, μας γανώνανε το μυαλό πως ήταν ανήθικο ν’ ακούμε μπουζούκι και γενικά ρεμπέτικα τραγούδια, και πολύ περισσότερο να τα τραγουδάμε, διότι ήταν, λέει, τραγούδια της παρακμής και της απαισιοδοξίας. Όλο αισιοδοξία, βλέπεις, ήταν η ζωή μας γενικά κι έφταιγε η μουσική, να πούμε, που ξεστράτιζε τον επαναστάτη από τον σωστό δρόμο […] Μας μπαφιάσανε στο καλαματιανό, στο αργεντίνικο τανγκό και στις γλυκανάλατες καντσονέτες. Όλο παράνομα και ζούλα, με χίλιες ενοχές, να ψιλοπιάσουμε κάνα Τσιτσάνη κάνα Βαμβακάρη…» («…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», Γράμματα 1985).

    Μίνος Σταυρίδης (Μάρτιος του 1949 στις Φυλακές Αβέρωφ): «Μέσα στο καταθλιπτικό κλίμα της φυλακής […] ξεπηδούσε σαν κάτι αναπόδραστο και σαν αντίδραση στη μεγάλη θλίψη για τον άδικο χαμό των συντρόφων μας λίγο γέλιο, λίγη χαρά, λίγο τραγούδι, ένα ξέσπασμα κεφιού […] Μα κι εδώ η “σοφή” καθοδήγηση είχε γραμμή αντίθετη. Απαγορεύονταν, όπως έλεγε, τέτοιες εκδηλώσεις γιατί δεν άρμοζαν σε κομμουνιστές αγωνιστές. Για παράδειγμα, ένα ρεμπέτικο τραγούδι μ’ ένα σκουπάκι για μπαγλαμαδάκι το θεωρούσαν έγκλημα καθοσιώσεως» (Βαρδή Βαρδινογιάννης-Παναγιώτης Αρώνης, «Οι μισοί στα σίδερα», εκδ. Φιλίστωρ 1996: 543-544.

    Π. Σαλαπατάρας, αντιστασιακός, παλιός θανατοποινίτης. Δεν μπορούσε να αντέξει το καθεστώς των διακρίσεων και απαγορεύσεων που είχε επιβάλει στους κρατούμενους αγωνιστές, το διορισμένο από την ηγεσία του ΚΚΕ «Ιερατείο». Ο Σ. έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε και του άρεσαν πολύ τα ρ.τ. και ιδίως η «Φαληριώτισσα» μια που ήταν φαληριώτης. Ένα βράδυ λοιπόν τους είπε «θα σας τραγουδήσω ένα τραγούδι απαγορευμένο»! και ξεκίνησε τη «Φαληριώτισσα» και όλοι μαζί το τραγούδησαν σε όλη την ακτίνα. Και στο τέλος είπε: «τι τους έφταιγε το τραγουδάκι αυτό και ταπαγόρεψαν; ήθελα να ήταν απόψε εδώ οι ηγούμενοι της καθοδήγησης νάκουγαν τη φαληριώτισσα να την τραγουδάν ο Σαλαπατάρας μόλους τους συντρόφους»! [Κ. Τσακίρης, «Βούρλα, η μεγάλη απόδραση», 1993 («απαγορεύονται τα ρεμπέτικα!»)]

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/09/04/rebetiko/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: