Από την Oθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923)

Eleftherotypia2

«Πάντα λοιπόν ο νικητής

του νικημένου γράφει την ιστορία.

Tο πρόσωπο του χτυπημένου παραλλάζει

εκείνος που τον χτύπησε.

Απ’ τον κόσμο φεύγει ο αδύναμος,

και πίσω μένει το ψέμα.»

Mπέρτολτ Μπρεχτ

Στη σειρά των βιβλίων “Ε-Ιστορικά” της Κυριακάτικης  Ελευθεροτυπίας, επιμελήθηκα ενός τόμου που δόθηκε στις 19 Μαϊου 2013 με την εφημερίδα και είχε ως τίτλο:  Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923). Η Γενοκτονία στην Ανατολή. 

Συμπεριελήφθησαν και άρθρα σημαντικών Τούρκων αντιεθνικιστών ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων. Κάποια απ’ αυτά είχαν δημοσιευτεί  στην εφημερίδα “Δρόμος της Αριστεράς” (Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil) κάποια για πρώτη φορά (Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan). Παρουσιάζονται επίσης οι απόψεις της Ayse Hour και του Halil Berktay. Συμμετείχε επίσης με κείμενο ο ερευνητής Θεόδωρος Παυλίδης και την αποτίμηση έκανε ο ιστορικός Γιάννης Σκαλιδάκης.

Το δικό μου εισαγωγικό κείμενο έχει ως τίτλο “Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908 – 1923)”.  Παρατίθεται στη συνέχεια:

Προσεγγίζοντας την ιστορία  με μια νέα ματιά

.
«Someone winner takes it all, and one loses has to fall» τραγουδούσε κάποια χρόνια πριν το συγκρότημα των Abba. Μπορεί ο στίχος τους αυτός να αφορούσε τον χαμένο στο παιχνίδι του έρωτα, αλλά με τη φράση αυτή αποτυπωνόταν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που συμβαίνει στο χώρο της Ιστορίας.

Την επίσημη Ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές, και η προσπάθεια των ηττημένων να αναδείξουν και αυτοί τη δική τους ιστορική εμπειρία αποτελεί τις περισσότερες φορές μια επώδυνη περιπέτεια. Η σχετικά πρόσφατη δημόσια και επιστημονική αντιπαράθεση για τα σχολικά βιβλία και τον τρόπο που αντιμετωπίζονται συγκεκριμένα ιστορικά θέματα δίχασε με πρωτοφανή τρόπο την ελληνική κοινωνία. Η διεκδίκηση της ιστορικής ορθότητας και της κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης ερευνητικής ματιάς φαίνεται ότι αποκτά πλέον κεντρική θέση στις ιδεολογικές διεργασίες. Αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές ομάδες δίνουν το δικό τους νόημα σε ιδέες και ιστορικά γεγονότα. Οι κατεστημένες κυρίαρχες απόψεις αμφισβητούνται και το ιστορικό παρελθόν διεκδικείται πλέον από τις πάλαι ποτέ αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Η διαμόρφωση ενιαίου ιστορικού αφηγήματος μετατρέπεται σε κοινωνικό κίνημα που επιδιώκει την ενσωμάτωση κάθε ιδιαίτερης ιστορικής εμπειρίας.

«Αντι-μνήμη»

Το ιστορικό παρελθόν φαίνεται να υπόκειται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Η «αντι-μνήμη», δηλαδή ο χώρος της μνήμης που διαμορφώνεται από τα κάτω, αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η μνήμη των προσφύγων του ’22, απαγορευμένη έως τη δεκαετία του ’80, όσον αφορά τις πολιτικές ερμηνείες. Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πάλη των ιδεών στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής περιόδου και η προσπάθεια των αποκλεισμένων ερμηνειών να εδραιώσουν την παρουσία τους στο χώρο των ιστορικών αφηγημάτων. Η προσπάθεια των οργανώσεων των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής να προτείνουν ένα άλλο ερμηνευτικό μοντέλο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση, αρχικά από το συντηρητικό φιλονατοϊκό πολιτικό χώρο και στη συνέχεια από τον παραδοσιακό αριστερό. Η καθιέρωση κατά τη δεκαετία του ’90 των Ημερών Μνήμης για τις Γενοκτονίες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ελάχιστα άλλαξε τα φιλοκεμαλικά ελλαδικά στερεότυπα, ενώ αντίθετα παρατηρήθηκε η εμφάνιση ενός μεγάλου ρεύματος αρνητών της Γενοκτονίας. Οι διαφωνίες αυτές και οι σκληροί πόλεμοι για τη Μνήμη και την Ιστορία, αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας.[1]

 Ψάχνοντας την αλήθεια: Η συμβολή των μη κεμαλιστών Τούρκων ιστορικών

Διαβάζοντας τα κείμενα των αυτών των Τούρκων ιστορικών[2], συναντούμε και πάλι το οργανωμένο σχέδιο του νεοτουρκικού εθνικισμού. Ενός εθνικισμού, που γεννήθηκε στους κόλπους του οθωμανικού στρατεύματος,  επηρεάστηκε βαθύτατα από το γερμανικό μιλιταρισμό και προσπάθησε να δημιουργήσει μηχανισμούς ελέγχου της σύνθεσης των πληθυσμών που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την περίοδο 1913-1918.

Τα κείμενα αυτά αποκαλύπτουν τις κρυμμένες παραμέτρους της δύσκολης εξίσωσης και επιτρέπουν την κατανόηση εκείνης της κρίσιμης περιόδου. Αποδεικνύουν ότι οι Νεότουρκοι είχαν εμπνευστεί μια ιδεολογία περιθωριοποίησης και αποκλεισμού των στοχοποιημένων ομάδων του οθωμανικού πληθυσμού και είχαν εκπονήσει με λεπτομέρειες, από το 1913, ένα οργανωμένο σχέδιο, με βάση το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων στην αρχή και των Αρμενίων στη συνέχεια. Εκκαθαρίσεις που κατά περιοχές έλαβαν διαφορετική μορφή και ολοκληρώθηκαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα από τη μελέτη των πηγών, οθωμανικών και άλλων, αναδεικνύεται αυτό που απεκρύβη συστηματικά από την ελλαδική ιστοριογραφία. Δηλαδή το ότι η επιχείρηση εθνικής ομογενοποίησης της Μικράς Ασίας με τη βία, τα πογκρόμ και τις μετακινήσεις πληθυσμών απηχούσε εσωτερικές λειτουργίες της οθωμανικής κοινωνίας, είχε λάβει ασύλληπτες διαστάσεις και έγινε βάσει επίσημων κωδικοποιημένων οδηγιών που έστελνε η νεοτουρκική διοίκηση.

Με την πλήρη επικράτηση του τουρκικού εθνικισμού το 1922, η πολιτική αυτή των Νεότουρκων θα εξαγνιστεί, θα αποτελέσει τη βάση της νεοδημιουργημένης τουρκικής δημοκρατίας και θα τύχει ιδεολογικής επεξεργασίας από τουςΤούρκους εθνικιστές κεμαλικούς ιστορικούς. Άξονες της κεμαλικής «κατασκευαστικής» ιστοριογραφίας  είναι η διαχρονική ανάδειξη του τουρκικού εθνικού παράγοντα εις βάρος της οθωμανικής οικουμενικότητας και η εξάλειψη των ιστορικών ερεισμάτων στη Μικρά Ασία και την Ανατολία των κληρονομικών εχθρών, των Ελλήνων και των Αρμενίων.   Βασικός στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι αφενός από τους προϊστορικούς χρόνους η Ανατολία κατοικιόταν από τουρκικά φύλα και αφετέρου ότι οι περιοχές αυτές την εποχή του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) συγκροτούσαν την αδιαφιλονίκητη τουρκική πατρίδα, που επιβουλεύτηκαν οι«ξένοι ιμπεριαλιστές».

            Φυσικά το ζήτημα του ιστορικού μεταίχμιου, με το πέρασμα από την εποχή της πολυεθνικής θρησκευτικής Αυτοκρατορίας στην εποχή των εθνών-κρατών, όπως και η παρουσία μεγάλων αριθμών Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων κ.ά. ουδόλως θεωρείται ως ζήτημα άξιο λόγου. Ο Etienne Copaux, εθνολόγος στο CNRS, αναφέρει ότι: «…οι κεμαλικοί ιστορικοί σφυρηλατούν ένα ‘νέο παρελθόν’. Απαντώντας έτσι στην αδήριτη γι αυτούς ανάγκη να συστήσουν ένα ένδοξο τουρκικό- και όχι πια οθωμανικό- παρελθόν».

            Μελετώντας τον τρόπο πρόσληψης των συγκεκριμένων γεγονότων, παρατηρούμε ότι παρόμοια ζητήματα ενυπάρχουν και στην ελληνική ιστοριογραφία.[3] Το πρόβλημα αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη σαφήνεια όταν ουδέτεροι ξένοι μελετητές περιγράφουν τα ίδια γεγονότα  και ένα από τα πλέον συμβολικά και τραγικά σημεία αυτής της ιδεολογικής αποτελεί η καταστροφή της Σμύρνης μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1923). Ο Βρετανός Giles Milton, του οποίου το βιβλίο με τίτλο «Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922. Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού» εκδόθηκε και στην Ελλάδα, αναφέρεται με τελείως διαφορετικό τρόπο στη Σμύρνη απ’ ότι η κυρίαρχη ιστοριογραφική προσέγγιση θέλει. Κατ’ αρχάς θεωρεί αυτονόητο ότι ήταν μια κοσμοπολίτικη«ελληνική πόλη». Θεωρεί ότι η καταστροφή της «είναι από τις στιγμές που άλλαξαν τον ρουν της Ιστορίας της Ελλάδας, αλλά ήταν εξίσου σημαντική και για τη Δύση.» Ξαφνιάζεται επίσης για το γεγονός ότι «ΟιΕυρωπαίοι δεν διδάσκονται στα σχολεία τους την Ιστορία της Μικράς Ασίας» και θεωρεί ότι είναι «άδικο να έχει παραλειφθεί τόσο σημαντικό κεφάλαιο από τη διδασκαλία». Τονίζει επίσης ότι «Στη Μικρά Ασία είχαμε μια γενοκτονία, εθνική εκκαθάριση, τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμού, ανάμειξη πολλών κυβερνήσεων».

            Η αντίληψη ότι η καταστροφή της Σμύρνης δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός αλλά αποτέλεσμα επιλογής των νικητών για την ολοκλήρωση της εθνικής εκκαθάρισης προκύπτει και από κείμενα κεμαλικών συγγραφέων που φέρνουν στο φως Τούρκοι μελετητές. Tην διαπίστωση του Falih Rifki Atay, κορυφαίου στελέχους του κεμαλικού εθνικιστικου κινήματος, ανέδειξε ο δημοσιογράφος Emre Akyoz.[4] Ο Falih Rifki Atay στο βιβλίο του«Çankaya» (α’ έκδοση, γιατί στις επόμενες θα απαλειφθεί το συγκεκριμένο σημείο) ρωτά σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη;» Και απαντά: «Γιατί φοβηθήκαμε ότι αν έμεναν τα κτίρια στη θέση τους δεν θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από τις μειονότητες…. Η Σμύρνη κάηκε συνειδητά από τον διοικητή Νουρεντίν πασα. Ήταν παρόμοιας έμπνευσης με τις εξορίες των Αρμενίων του 1915». Ο Akyoz σχολιάζει το γεγονός ότι ο επικεφαλής των τουρκικών εθνικιστικών δυνάμεων Μουσταφά Κεμάλ θα μπορούσε να σταματήσει τη διαδικασία, αλλά δεν το έκανε και καταλήγει «Δεν ξέρω αν ήταν γενοκτονία, αλλά σίγουρα ήταν εθνοκάθαρση».[5]

Ο αυτοπεριορισμός της ελληνικής ιστοριογραφίας 

            Σε αντίθεση με τους αντιεθνικιστές Τούρκους μελετητές, ο τρόπος πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου από μεγάλο τμήμα των Ελλήνων ιστορικών φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από τις συμβατικές τουρκικές απόψεις. Υπάρχει μια παράδοξη ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος: Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και την Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες. Δεν υπάρχει γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους, γιατί απλώς η πολιτική των Νεότουρκων  συγκροτούσε «νόμιμη αντίδραση». Δεν αντιμετωπίζεται η επόμενη μέρα της οθωμανικής κατάρρευσης ως ευκαιρία επίλυσης του εσωτερικού εθνικού ζητήματος, γιατί απλώς οι χριστιανικές κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως συλλογικά υποκείμενα με πολιτικά δικαιώματα. Ακόμα και η καταστροφή και η σφαγή της Σμύρνης αντιμετωπίζεται ως ένα ανεξιχνίαστο γεγονός της Ιστορίας και στη χειρότερη περίπτωση ως «θεία Δίκη» και κατανοητή «ανταπόδοση».

            Με τον τρόπο αυτό, η αντίληψη της νεοελληνικής ιστοριογραφίας και το ερευνητικό της πεδίο, περιορίστηκε απελπιστικά. Σημαντικά τμήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας έμειναν στο σκοτάδι ως άγραφες Λευκές Σελίδες. Κι αυτό γιατί η ιστοριογραφία μας καθορίστηκε από τα  στενά συμφέροντα του έθνους-κράτους και των διαφόρων πολιτικών εκδοχών που εμφανίστηκαν αποκλειστικά στα όριά του. Αναπαρήγαγε έτσι πιστά την αντιμικρασιατική πολιτική, που χαρακτήρισε  τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας που διαχειρίστηκαν τη μικρασιατική πρόκληση. Η συνάντηση της ακροδεξιάς άποψης του Ιωάννη Μεταξά με την πρώιμη κομμουνιστική του ΣΕΚΕ, καθόρισε και την ματιά της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Ο περιορισμός παράλληλα του βενιζελισμού στην κρατική εκπροσώπηση και μόνο, συνέβαλε στο να μετατραπεί η συγκεκριμένη ματιά σε καθολική. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε στη συνέχεια κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της ίδια πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε ερευνητικής απόπειρας, για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.

            Η πραγματικότητα αυτή θα αμφισβητηθεί μόνο μετά τη δεκαετία του ’90, όταν θα προβάλλει –με όχι επιτυχημένο πάντα τρόπο- μια ιστοριογραφική σχολή που θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων.  Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση της παραδοσιακής ιστοριογραφίας – συμπεριλαμβανομένων των «νέων ιστορικών», των αποκαλούμενων «μεταμοντέρνων»- οι οποίοι θα κινηθούν μ’ ένα σπασμωδικό τρόπο καταγγελίας και αμφισβήτησης της νέας αυτής τάσης. Η ενόχλησή τους θα είναι τόσο έντονη, ώστε θα καταφύγουν και σε μεθόδους συνειδητής παραχάραξης και παρανόησης, ακόμα και διεθνών νομικών όρων, όπως αυτός της «γενοκτονίας», προκειμένου να υποστηρίξουν την παραδοσιακή εκδοχή. Όπως επίσης και αποσιώπησης σημαντικών αποφάσεων διεθνών οργανισμών, όπως αυτό της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars), που εντάσσει τις γενοκτονίες των Ελλήνων της Ανατολής στις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα.

Ταξικές και κοινωνικές διαστρωματώσεις

Μια ώριμη οθωμανική ελληνική αστική τάξη

Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν το 1914 φαίνεται ότι ήταν περί τα  2.2 εκατομμύρια (1.8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό 10 περίπου εκατομμυρίων. Η οικονομική τους ισχύ ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49%  ανήκε σε  Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων  το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[6] Το 1921, στην Κωσταντινούπολη, τα 171 από τα 257 εστιατόρια ανήκαν σε Έλληνες, όπως και οι 444 από 471 ποτοποιίες και οι 528 από τις 654 επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου.[7] Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα,  όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωσταντινούπολη), η Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, την Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά. Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη, οι ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια»(1838-1922). Άλλες σημαντικές εφημερίδες η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης» (1908-1922).

Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του νεοελληνικού διαφωτισμού που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα του κέντρα στην Κωσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.ά. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης.[8] Η συγκρότηση της Ελλάδα ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με το «Σύλλογος Μικρασιατών ‘Η Ανατολή΄) που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.

Παρόλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α’ παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στο μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ένωση με την Ελλάδα, ή την αυτονόμηση, της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.

Στην Ελλάδα

Την ίδια εποχή, οι Έλληνες στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 4.5 εκατομμύρια και ζούσαν σε έναν τελείως διαφορετικό χώρο από κοινωνική και πολιτειακή άποψη. Ο γεωγραφικός χώρος  που αποτέλεσε το έδαφος του νεαρού Βασιλείου βρισκόταν στα όρια τις Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ελάχιστα αναπτυγμένες  και οι υπόλοιπες δομές που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία ενός έθνους-κράτους. Οι πραγματικές δομικές αδυναμίες θα οδηγήσουν σε μια ιδεολογική «υπεραναπλήρωση» βασισμένη στην αρχαιοελληνική ανάκληση, στην αναβίωση ενός νεκρού παρελθόντος ως αντιστάθμισμα στην υπαρκτή πολιτισμική ταυτότητα των εξωελλαδικών ελληνικών κέντρων. Παράλληλα θα εδραιωθεί μέσω της αυτοαναγνώρισης, η ιδεολογία της «μητρόπολης» ως συναίσθημα υπεροχής.

Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος, τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών, θα «καταλάβουν» την εξουσία στο Βασίλειο και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού που στις κρίσιμες εποχές της ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Βασικό χαρακτηριστικό στην εξέλιξη της ελλαδικής κοινωνίας θα είναι η  απουσία σημαντικών αστικών στρωμάτων. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερλειτουργία του κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής-κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν.

Έτσι η μοναδική ελληνική αστική τάξη που είχε χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν στην ευρωπαϊκή τυπολογία, βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε στο νεαρό κράτος ήταν αρκετά εσωστρεφής και αυτό είχε αντανάκλαση στην πολιτική  διαχείριση των επαναστατικών ελληνικών κινημάτων στα Βαλκάνια (Κρήτη 1866, Μακεδονία 1878). Μόνο η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού που διεκδικούσε προς όφελός του τις μακεδονικές και θρακικές  περιοχές της Αυτοκρατορίας κινητοποίησε δυνάμεις εντός της Ελλάδας. Ο στόχος ήταν η αποτροπή του νέου αυτού επιθετικού εθνικισμού. Όσον αφορά τις οθωμανικές εξελίξεις η Ελλάδα, μέχρι σχεδόν του πραξικοπήματος των Νεότουρκων (1908) ακολουθεί μια πολιτική που συμβαδίζει με τους στόχους των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[9]  Η «πολεμική έκρηξη» του 1897 υπήρξε μια μάλλον τυχαία παρέκβαση της πορείας που είχε χαραχθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αι. θα καθοριστούν από τις οθωμανικές εξελίξεις και από το Νεοτουρκικό κίνημα του 1908. Το στρατιωτικό κίνημα του 1909 (Γουδί) ευνόησε την άνοδο στην εξουσία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων αναθέτοντας στον Ελ. Βενιζέλο τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Βενιζέλος, προερχόμενος από την επαναστατημένη λίγο καιρό πριν Κρήτη, αντιλαμβάνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια την ιστορική καμπή που διάβαινε ο χώρος της Εγγύς Ανατολής με τη νίκη των ακραίων Τούρκων εθνικιστών και την ήττα των μεταρρυθμιστικών οθωμανικών δυνάμεων.

Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού

Η εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα και η αυτονόμηση του νησιού, όπως επίσης οι ελληνικές και βουλγαρικές επαναστάσεις  στη Μακεδονία, θα ευνοήσουν την ισχυροποίηση των εθνικιστικών απόψεων στο εσωτερικό του οθωμανικού στρατού. Παράλληλα, η κοινωνική θέση των αστών των ραγιάδων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα τροφοδοτήσει με ανασφάλεια και μίσος τα παραδοσιακά μουσουλμανικά κυρίαρχα στρώματα της. Έτσι θα εμφανιστεί ο ακραίος τουρκικός εθνικισμός στο πρόσωπο των Νεότουρκων στρατιωτικών.[10] Το ενδιαφέρον στην τουρκική περίπτωση είναι ότι εξ αιτίας της απουσίας σημαντικών μουσουλμανικών αστικών στρωμάτων, οι στρατιωτικοί επιφορτίστηκαν το ρόλο της αστικής τάξης. Η διεκδίκηση της οικονομικής ισχύος από τους αστούς των ραγιάδων ήταν μια από τις βασικές αιτίες της στρατιωτικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας.

            Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής.[11]Με την εμφάνισή του ο όρος «Τούρκος» άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ως «Τουρκία».[12] Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών θα είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια  προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, θα επιδιώξουν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών με και αφετέρου, την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.[13]

            Η περίπτωση του Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ενός διανοούμενου, επηρεασμένου από το ρομαντικό και φυλετικό εθνικισμό. Υπήρξε ο πατέρας του ιδεολογικού ρεύματος του παντουρκισμού, ως Νεότουρκος συνέβαλε διοικητικά στην οργάνωση του σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης των χριστιανικών λαών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και στο τέλος ανέλαβε την ιδεολογική ανασυγκρότηση της εθνικιστικής Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Ziya Gökalp πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ’ αυτήν σ’ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compact body).[14] Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gökalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gökalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια». Χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία για να μετακενώσει τις ιδέες του στο μουσουλμανικό οθωμανικό πληθυσμό και ενσωμάτωσε με ένα ακραία εργαλειακό τρόπο τα σχήματα του Νίτσε. Όπως γράφει σε ποίημά του: «Ο ύψιστος Θεός έπλασε τον Τούρκο ανώτερο..» Παράλληλα τονίζει την υπερηφάνεια την θρησκευτικής ομολογίας, ενσωματώνοντας το Ισλάμ στην εξυπηρέτηση του εθνικιστικού φαντασιακού:  «Κι αν δεν έχουμε επιστήμη, έχουμε το  Κοράνι..»[15]

Στην περίπτωση του Gökalp συναντούμε μια πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, όπου βασικό ρόλο στην τελική διαμόρφωσή της -όπως και της νεοτουρκικής βεβαίως σε πολύ απλοϊκότερη εκδοχή- έχουν οι απόψεις του Νίτσε, οι οποίες εκχυδαϊστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά. Στη ναζιστική ρητορική εντάσσεται ο θαυμασμός του Νίτσε για τη σκληρότητα, τη δύναμη, τον υπεράνθρωπο, όπως και η λατρεία του για τον ανώτερο άνθρωπο που συμβαδίζει με την επιθυμία εξαφάνισης των ξεπεσμένων φύλων. Ακριβώς το  ίδιο παρατηρείται στο έργο του  Χαρακτηριστική είναι η παραδοχή του ιδίου στο περιοδικό  «Yeni Hayat» τo 1911, όπου περιέγραφε το νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: «Οι Τούρκοι ήταν οι “υπεράνθρωποι” που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…» Ακριβώς έναν τέτοιο «υπεράνθρωπο», Γερμανό αυτή τη φορά, θα ονειρευτεί ο Αδόλφος Χίτλερ 15 χρόνια αργότερα. Όπως η προπαγάνδα του Χίτλερ είχε βασιστεί σε κώδικες με τους οποίους οι γερμανικές μάζες ήταν απολύτως συμφιλιωμένες, έτσι και ο τουρκικός εθνικισμός θα βασιστεί στους θρησκευτικούς κώδικες με τους οποίους αποδέχονταν οι μουσουλμανικές μάζες. Ο φυλετισμός, που βρήκε το αποκορύφωμά του στη ναζιστική ρητορική, ενυπήρχε στην κουλτούρα της γερμανικής Δεξιάς καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους Νεότουρκους εθνικιστές.[16]

            Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν εκπαιδευτεί στις δυτικές χώρες και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού.[17] Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα».[18] Η αντίληψη που διαμόρφωσε η νεοτουρκική ηγεσία στους αξιωματικούς που προσχώρησαν στο κίνημα, εμπεριείχε την επιφύλαξη, αν όχι και την εχθρότητα απέναντι στο λαό.[19] Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται.[20]

 

Εσωτερική καταστολή και εθνικές εκκαθαρίσεις

            Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη,[21] η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of  London» με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου “Ένωση και Πρόοδος” που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η αφομοίωση δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι.[22] Bασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής των Νεότουρκων υπήρξε το μποϊκοτάζ κατά των ελληνικών επιχειρήσεων, που στη συνέχεια θα επεκταθεί και κατά των Αρμενίων και των υπόλοιπων χριστιανικών κοινοτήτων.[23] Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η σοσιαλιστική εφημερίδα “Ο Λαός”, που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη.[24]

            Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».[25]

Υπάρχουν καταγγελίες ότι από το 1913 ξεκίνησαν οι μαζικές εκτοπίσεις από την περιοχή των Δαρδανελίων. Ο John Williams  γράφει ότι μια αποστολή ανέφερε ότι στις 7 του Ιουλίου του 1913 τα οθωμανικά στρατεύματα συνέλαβαν τους Έλληνες της Καλλίπολης με βίαιο τρόπο και  ότι «καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν και κάηκαν όλα τα ελληνικά χωριά κοντά στην Καλλίπολη.»[26]

Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της Επιτροπής θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Ελληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».

            Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, “Ben Yazdim”). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού.[27] O Taner Aksam αναφέρει:«Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ενωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Ελληνες…. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».

Ο δρ.  Sakir, ηγετικό στέλεχος της Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» ΕΚ, διακήρυσσε  το Φεβρουάριο του 1916: «Είναι επιτακτική η ανάγκη να υπάρχει μόνο ένας μουσουλμανικός πληθυσμός από την Κωνσταντινούπολη προς την Ινδία και την Κίνα, με τη Συρία να χρησιμεύει ως σύνδεσμος μεταξύ των ισλαμικών κόσμων της Ασίας και της Αφρικής. Αυτό το τεράστιο έργο θα επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ιδιοφυΐα και οργανωτικό ταλέντο των Γερμανών και το γενναίο χέρι των Τούρκων.»[28]

Η πολιτική αυτή θα αποδώσει άμεσα: «Αυστραλοί στρατιώτες, ναύτες και πιλότοι είδαν πορείες των Αρμενίων, Ασσυρίων και των Ελληνίδων γυναικών και παιδιών που αναγκάζονται σε πορείες θανάτου κατά μήκος της υπαίθρου. Είδαν σε ποια  θλιβερή και ταλαιπωρημένη κατάσταση ήταν. Τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία αυτών των ανθρώπων έγιναν τα στρατόπεδα κράτησης των συλληφθέντων Αυστραλών στρατιωτών (Anzacs) και των συμμάχων τους.[29]

            Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο.[30] Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini (Παλαβιτσίνι) έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: “Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούςσκοπούς.”[31] Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά (Vehib pacha), ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.[32] Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.[33]

            Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού.[34] Εξάλλου του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι: “Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.”[35] Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζύρη) είχε αναφέρει ότι:“βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους.”[36] Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από “… τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία.”[37]

            Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του Πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της πολιτικής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος», συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά.[38]

 

Λούξεμπουργκ VS Λένιν

        Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιμετώπιση του τουρκικού εθνικισμού από το σοσιαλδημοκρατικό (κομμουνιστικό) κίνημα και τους πολιτικούς του ηγέτες.  Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υποστήριζε ότι η «Τουρκία» δεν μπορούσε να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελούνταν από διαφορετικές χώρες. Η Λούξεμπουργκ κατέληγε με τη διαπίστωση: “Η κρίση της ιστορίας για την Τουρκία είχε βγει: βάδιζε πια προς τη διάλυση…” Καλούσε τους σοσιαλιστές να υποστηρίξουν τα χριστιανικά κινήματα που διεκδικούσαν την πολιτική τους χειραφέτηση με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. [39]

Η Λούξεμπουργκ είχε καταγγείλει “την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.”[40] 

Σε αντίθεση με τη Λούξεμπουργκ, ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν θεωρούσε τους Νεότουρκους υπόδειγμα επαναστατών. Έγραφε ότι οι μπολσεβίκοι είναι “οι νεότουρκοι της σοβιετικής επανάστασης…”[41] Αλλά και οι σοβιετικοί θα αλλάξουν αργότερα άποψη. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα καταχωρηθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ως “πλαστογράφοι της ιστορίας” και εμπνευστές του “σωβινιστικού δόγματος” του παντουρκισμού.[42]

            Η σκλήρυνση της πολιτικής των Νεότουρκων εξαφάνισε κάθε αυταπάτη για δυνατότητα ειρηνικής μετεξέλιξης σ’ ένα νέο δημοκρατικό κράτος. Η συνεννόηση των   βαλκανικών λαών και η καλή πολεμική προετοιμασία της Ελλάδας -λόγω της ανάληψης της εξουσίας από τον Βενιζέλο, που ερχόταν από τον επαναστατημένο εξωελλαδικό ελληνισμό- θα οδηγήσει στη συντριπτική ήττα των Νεότουρκων, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να πάρουν τη ρεβάνς με τη συμμετοχή τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων.  Πίστεψαν ότι με την τουρκογερμανική συμμαχία ήρθε η ώρα για την υλοποίηση των παντουρανικών τους σχεδίων. Ενδιαφέρον έχουν οι γαλλικές εκτιμήσεις για τη συμμαχία αυτή και για τις αιτίες της γενοκτονίας: «…το κυριότερο κίνητρο που η Τουρκία βγήκε στον πόλεμο είναι ότι η Γερμανία της υποσχέθηκε να επανακτήσει Αίγυπτο, Λιβύη και Σουδάν. Όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν ήταν ευνοϊκές, κυρίως λόγω της ρωσικής προέλασης στην Τουρκία, τότε οι Γερμανοί, για να συγκρατήσουν την τουρκική αγανάκτηση, τους έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων και Ελλήνων, των οποίων άρχισαν τη συστηματική εξόντωση με κατασχέσεις, βιασμούς, εξορίες, σφαγές…»[43].

Μικρασιάτες σοσιαλιστές VS Βαλκάνιοι εθνικιστές

Αντίστοιχο ενδιαφέρον έχει και η μεγάλη απόκλιση των εκτιμήσεων που χαρακτήριζε την τότε ελληνική διανόηση, ως αντανάκλαση των διαφορετικών συνθηκών που ζούσε και αναπτυσσόταν κάθε τμήμα του ελληνισμού. Η ξαφνική είσοδος στην ελλαδική πολιτική ζωή της κρητικής ομάδας μετά το 1909 προκάλεσε, όπως φαίνεται τις παραδοσιακές δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας, οι οποίες βαθμιαία θα αποστασιοποιηθούν και θα περιχαρακωθούν στην ανάμνηση της μοναδικής τους κυριαρχίας. Παράλληλα δεν θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν τις απότομες γεωπολιτικές αλλαγές που θα επιφέρει.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος θα παραμείνει προσκολλημένος στο όραμα της αντισλαβικής ελληνοοθωμανικής συνεννόησης, ακόμα και στην εποχή που οι Νεότουρκοι αποφάσισαν και επισήμως την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών.[44] Ο Δραγούμης θα παραγνωρίσει πλήρως τη νέα αποφασιστική παράμετρο που προστίθεται στη δύσκολη εξίσωση των διαδικασιών μετασχηματισμού της περιοχής μας: τον τουρκικό εθνικισμό, όπως θα εκφραστεί στο πρόσωπο των Νεότουρκων με το στρατιωτικό κίνημα του 1908. Θα παρασυρθεί και ο ίδιος από τις πλαστές επικλήσεις των συνθημάτων του γαλλικού Διαφωτισμού και θα επενδύσει στη νεοτουρκική πολιτική πρόταση. Ακριβώς γι αυτό θα αντιταχθεί στη νέα πολιτική παμβαλκανικής αντι-νεοτουρκικής συμμαχίας που θα εγκαινιάσει ο Βενιζέλος –ο οποίος ως προερχόμενος από την πρόσφατα απελευθερωμένη Κρήτη κατανοεί καλύτερα τις πραγματικές αντιθέσεις.[45]

Σε αντίθεση με τον Δραγούμη, οι Έλληνες διανοούμενοι που κατάγονταν από τις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποδεικνύονται πολύ πιο ρεαλιστές και καίριοι στις επισημάνσεις τους. Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 αντιμετωπίστηκε από τον Γ. Σκληρό -που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου- και τον Δ. Γληνό -από τη Σμύρνη της Ιωνίας- ως ένα απειλητικό εθνικιστικό κίνημα μιας στρατιωτικής γραφειοκρατίας, η οποία απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των υπόδουλων λαών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι και οι δύο προέρχονται από το μικρασιατικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο ανδρώθηκε συγκρουόμενο με την αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Γ. Σκληρός θεωρούσε ότι ο ιστορικός ρόλος της Ελλάδας ήταν η απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων: “…Μόνο μια γενική ένωση όλων των μη τουρκικών στοιχείων σε ένα πολιτικό συνασπισμό και μια ανάλογη πανβαλκανική συμμαχία και επιμαχία των κρατών του Αίμου, θα μπορέσει να ισοφαρίση τις δυνάμεις του μουσουλμανικού τουρκικού όγκου, και να βάλη από τη μια τις σωβινιστικές υπερβολές των Νεότουρκων σε ομαλά όρια, και από την άλλη να υποδείξη σε μερικές μεγάλες Δυνάμεις, πώς το ζήτημα της Ανατολής είναι μονάχα ζήτημα των λαών της, που έχουν πια αρκετά χειραφετηθή, ώστε να βρουν μόνοι τους τα κατάλληλα μέσα για την περιφρούρηση των εθνικών τους δικαιωμάτων, δηλαδή αυτού του πολιτισμού ολάκερης της Ανατολής.” [46]

Ο Δ. Γληνός γράφει με εξαιρετική οξυδέρκεια: “Εύρομεν ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των ως πολιτικών παραγόντων…η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών… είνε η στρατιωτική και ναυτική οργάνωσις η σκόπιμος και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή προς δράσιν των περί την Τουρκία χριστιανικών κρατών… Η τουρκική αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική μόνον, εάν γνωρίζει ότι απέναντί της έχει ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, έτοιμους να αναλάβωσι τον περί πάντων αγώνα.»[47] 

Η άποψη αυτή των Μικρασιατών σοσιαλιστών βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοίχηση με την ανάλυση της Ρόζας Λούξεμπουργκ για το μέλλον του οθωμανικού χώρου:

«  “Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπαστούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση…. Για όσον καιρό μια χώρα μένει κάτω απ’ την τουρκική κυριαρχία δεν μπορεί  να γίνεται λόγος για εξέλιξη σ’ αυτήν…. Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό Ζήτημα είναι ν’ αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να  μην κάνουμε την σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε να τη σταματήσουμε και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας[48]

Το τέλος

            Η συνέχεια θα καθοριστεί στα Συνέδρια Ειρήνης των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά  και στις εσωτερικές αντιδικίες της Αθήνας. Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία θα διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο. Με τη Συνθήκη των Σεβρών στους  Έλληνες -που το 1914 το ποσοστό τους με τις διάφορες εκτιμήσεις κυμαινόταν από το 13% έως 25% –  θα αποδοθεί το 6% περίπου του πάλαι ποτέ κοινού οθωμανικού εδάφους. Σημαντικά εδάφη της Ανατολίας θα αποδοθούν στους Αρμένιους, ενώ θα υπάρξει και κουρδική αυτονομία. Οι Τούρκοι διατηρούσαν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο μέρος του παλιού οθωμανικού εδάφους, καθώς και στην έδρα του ισλαμικού Χαλιφάτου, την Κωσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό διαμορφωνόταν ο γεωπολιτικός χάρης της επόμενης μέρας και στη θέση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που πλέον διαλυόταν οριστικά, δημιουργούνταν εθνικά κράτη με τη γνωστή επώδυνη διαδικασία που είχε γνωρίσει η Ανατολή  από το 1821 και εντεύθεν.

Η περίοδος που ακολούθησε την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν η πλέον αποφασιστική ιστορική στιγμή για τη διαμόρφωση του μεταοθωμανικού γεωπολιτικού κόσμου. Η ήττα των Γερμανο-αυστριακών, των Νεότουρκων κ.ά. στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα επιφέρει τη ρύθμιση των μεταπολεμικών γεωπολιτικών και οικονομικών ισορροπιών και σχέσεων με δύο σημαντικές συνθήκες:  των Βερσαλλιών και των Σεβρών. Στις ηττημένες χώρες θα εμφανιστούν, σχεδόν άμεσα, ακροδεξιά κινήματα αναθεώρησης. Στην Γερμανία, οι ναζιστές θα εκφράσουν τελικά το κίνημα δυσαρέσκειας που επεδίωκε την ανατροπή των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στην υπό διάλυση Οθωμανική Αυτοκρατορία, το αντίστοιχο κίνημα θα εκφραστεί από τους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αναθεώρησης θα εμφανιστούν ακραίες ρατσιστικές ιδεολογίες: οι Τούρκοι εθνικιστές θα εξοντώσουν ολοκληρωτικά τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ οι Ναζί τους Εβραίους και τις άλλες ‘ανεπιθύμητες’ εθνικές ή φυλετικές ομάδες. Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ πασά θα κηρύξει τον Ιερό Πόλεμο κατά των «απίστων» (jihad) και ο ίδιος θα αυτοανακηρυχθεί Gazi, δηλαδή «Ιερός Πολεμιστής για τη διάδοση του ισλάμ».[49]

Η τοποθέτηση των Τούρκων ιστορικών και ερευνητών, και κυρίως του Attila Tuygan, του Ali Sait Çetinoğlu και του Recep Maraşlı,  για το περιεχόμενο του κεμαλικού κινήματος επιτρέπει την αποκωδικοποίησή του και την απαλλαγή από τους μύθους  που το ακολουθούν και αποτελούν την κυρίαρχη εκδοχή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, ειδικά αυτής που μελετά τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες και τις διαδικασίες του μεγάλου γεωπολιτικού μετασχηματισμού (1908-1923).

Το τελευταίο στάδιο αυτού του μετασχηματισμού θα ταυτιστεί με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922. Το στάδιο αυτό θα χαρακτηριστεί από τη ραγδαία αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος, την επικράτηση των απομονωτιστικών απόψεων στο μπολσεβικικό κίνημα[50], τα αποκλίνοντα συμφέροντα των Ιταλών και των Γάλλων, την αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και την ουδετεροποίηση της Μεγάλης Βρετανίας[51]. Αυτά, συνδυασμένα με τον ελληνικό Διχασμό (δηλαδή τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο), την αντίδραση και το αντιμικρασιατικό πνεύμα που κυριαρχούσαν στο Λαϊκό Κόμμα και τη φιλομοναρχική παράταξη, μαζί με την ασυνέπεια του βενιζελισμού, που προκήρυξε εκλογές εν μέσω του μικρασιατικού πολέμου και τη διαμόρφωση μιας μικρής παλαιοελλαδικής ντεφετιστικής Αριστεράς (ΣΕΚΕ)[52] που συνεργάστηκε με τους μοναρχικούς σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα στις παραμονές των μοιραίων εκλογών του 1920, οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή και την κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού στο σύνολο των παλιών οθωμανικών πολυεθνικών εδαφών.

Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα [53]

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξαν οι νικητές και εκφράστηκε, πραγματικά αλλά και συμβολικά, με τη σφαγή και την πυρπόληση  της Σμύρνης, οι ακτές της Ελλάδας γέμισαν από τους δεκάδες χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες της Καταστροφής.[54]Η παρακάτω εικόνα από τις πρώτες μέρες της ήττας, είναι χαρακτηριστική: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: «Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους…»[55]  Η μοναρχική παράταξη θεωρούσε τους πρόσφυγες «ξένο σώμα» στην Ελλάδα.[56]

            Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών[57] και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά οργάνωναν το  πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.[58] Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».[59]

Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας.[60] Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης.[61] «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…»[62] Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.».[63]Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.[64]

Η άρνηση της γενοκτονίας [65]

Η προσφυγική Μνήμη θα αντιμετωπιστεί εξ αρχής από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις ως άχθος και εμπόδιο στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική πολιτική.[66] Χαρακτηριστικά σημεία αυτής της ενιαίας στάσης θα είναι:

α) Η ελληνοτουρκική Συνθήκη  της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος, αφού πρώτα εξισώνονταν με τις υποδεκαπλάσιες περιουσίες που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι στην Ελλάδα.[67]

β) Η υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”.[68]

γ) Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά, που θα αποτυπωθεί και συμβολικά το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ.[69]

δ)  Η ξεκάθαρη αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επιβεβαίωνε μια δογματική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων: «Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν χτυπούσε  μόνο τη νέα Τουρκία, μα στρεφότανε και ενάντια στα ζωτικότατα συμφέροντα του Ελληνικού λαού. Γι αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία  μα και τη επιδιώξαμε».[70]

Αυτή η απόρριψη της ιστορικής εμπειρίας των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και στον Πόντο θα διαμορφώσει μια εντυπωσιακά ενιαία αντίληψη για τα γεγονότα που συνέβησαν στην Ανατολή κατά τον οριστικό γεωπολιτικό μετασχηματισμό (1908-1923). Μια ενιαία αντίληψη που συμβολοποιήθηκε κατά καιρούς με ενδιαφέροντες παραλληλισμούς: η Μικρά Ασία υπήρξε για την ομάδα του «Ιού» «το Βιετνάμ των Ελλήνων»[71], για το Δίκτυο ΄21 «η Κορέα των Ελλήνων»[72], ενώ στο σκεπτικό του Άρειου Πάγου για «αθώωση» των υπευθύνων για τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Μικρά Ασία θεωρείται «η Ινδοκίνα των Ελλήνων» και «η Σμύρνη για τους Έλληνες ήταν ότι το Ντιεν Μπιεν Φου για τους Γάλλους».[73]

Η παράδοση αυτή και η απόρριψη της προσφυγικής ιστορικής εμπειρίας θα ενσωματωθεί στο ελλαδικό συλλογικό υποσυνείδητο και θα επιστρέψει επιθετικά στο προσκήνιο μετά τη δεκαετία  του ’80, όταν οι προσφυγικές οργανώσεις θα διατυπώσουν έναν πολιτικό διεκδικητικό λόγο –για πρώτη φορά μετά το ’22- που αποσκοπούσε στην ένταξη των ιστορικών γεγονότων στο εθνικό αφήγημα ως ερμηνευόμενα γεγονότα με βάση τις σύγχρονες δικονομικές κατακτήσεις για τα δικαιώματα των λαών.  Η πρώτη ουσιαστική διαφοροποίηση του προσφυγικού λόγου, η ρήξη με το κλίμα συναίνεσης που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες και η αμφισβήτηση της επικυριαρχίας των κυρίαρχων ερμηνειών -τόσο των καθεστωτικών όσο και αυτών της Αριστεράς- θα εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και θα οδηγήσει στη διατύπωση του αιτήματος για την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Πόντιοι από τον τουρκικό εθνικισμό. Στη συνέχεια θα επεκταθεί και θα συμπεριλάβει το σύνολο των ρωμαίικων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[74]

            Το σύστημα ερμηνείας που είχε εμπεδωθεί και επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη σύγκρουση με τις προσφυγικές οργανώσεις, δεν εμπεριέχει καμιά ταξική ανάλυση της οθωμανικής κοινωνίας, ούτε οι εκφραστές του έχουν καμιά επιθυμία να διερευνήσουν ποιες τάξεις συγκρούστηκαν λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων. Επί πλέον παρακάμπτεται πλήρως το γεγονός ότι με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ηττήθηκε η φεουδαρχική πολυεθνική μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία υπό το έλεγχο του εθνικιστικού μιλιταριστικού κινήματος των Νεότουρκων συμμετείχε στον πόλεμο για λόγους ρεβανσιστικούς και υλοποίησης των παντουρκιστικών οραμάτων τους. Ότι φυσιολογική εξέλιξη της κατάρρευσης της πολυεθνικής ισλαμικής Αυτοκρατορίας ήταν η αντικατάστασή της από εθνικά κράτη. Ότι την περίοδο 1919-1922 δεν υπήρχε τουρκικό κράτος, το οποίο ιδρύθηκε το 1923. Ότι και η ίδια η επίσημη τουρκική εθνικιστική ιδεολογία δεν θεωρεί το εθνικό τουρκικό κράτος, τη σύγχρονη Τουρκία, ως συνέχεια της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ότι το κεμαλικό κίνημα δεν εξέφρασε την ανύπαρκτη τουρκική αστική τάξη, αλλά τα στρατιωτικά και γραφειοκρατικά στρώματα τα οποία οικειοποιήθηκαν τα εδάφη και τον πλούτο των χριστιανικών ομάδων που υπέστησαν τη γενοκτονία.

Μετά το 2001, η παραδοσιακή ελλαδική ερμηνεία και στάση απέναντι στον προσφυγικό χώρο θα επανέλθει με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας θα γενικευτεί και εκ νέου θα επιβεβαιωθεί ότι αποτελεί μέρος της καθεστωτικής ιδεολογίας.  Στις αναλύσεις που άρχισαν να κυριαρχούν απουσιάζει η κοινωνία, είτε ως μέσο πραγματoποίησης της εθνικής οντότητας, είτε ως συμμετέχουσα σε σκληρότατες ιστoρικές διεργασίες. Όλα  διαδραματίζονται σε μια σκηνή θεάτρου, όπου αντιπαλεύουν προκατασκευασμένοι εθνικισμοί. Στα κείμενα αυτά:

           –Δεν αναφέρονται καθόλου οι επίσημες αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί από το 1911, από το κόμμα ‘Ενωση και Πρόοδος” που διαχειριζόταν την εξουσία.

            –Αγνοείται συστηματικά το γεγονός ότι από το 1913 οργανώνονται, όπως έχoυν αποκαλύψει οι ιστορικοί Taner Aksam, Fuat Dundar κ.ά., οι μηχανισμοί που θα αναλάβουν δράση κατά των κοινοτήτων που έχουν προγραφεί από τους εθνικιστές

            –Αποκρύπτεται ότι από το 1914 ξεκινούν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων στην Ιωνία και την Ανατολική Θράκη με βάση οργανωμένο σχέδιο

            –Συσκοτίζεται το γεγονός ότι η ιστορική στιγμή συγκροτεί ένα μεταίχμιο, το οποίο σηματοδοτεί τη μετάβαση από την πολυεθνική προνεωτερική Αυτοκρατορία (που διαλύεται και αποχωρεί από την Ιστορία) στο έθνος-κράτος.

            –Παρουσιάζεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως το φυσικό έδαφος της εθνικιστικής Τουρκίας[75]

            –Δεν αναφέρονται οι εναλλακτικές λύσεις που είχε η ελληνική πλευρά την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ηττήθηκαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές που είχαν ήδη ξεκινήσει τις γενοκτονίες από το 1914.

            –Δεν αναγνωρίζονται πολιτικά δικαιώματα σ΄ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του οθωμανικού πληθυσμού που ήταν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία κ.ά.)

            –Θεωρείται ότι η μόνη φυσική λύση θα ήταν η εκ νέου υπαγωγή τους στην τουρκική διοίκηση.

            –Αποκρύπτεται το γεγονός ότι την περίοδο 1914-1923 από τον ελληνικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διασώθηκε το 60% περίπου, δεδομένου ότι οι πρόσφυγες που καταμετρήθηκαν στην Ελλάδα το 1928 ανέρχονταν σε 1.250.000 άτομα.

            – Ο Μουσταφά Κεμάλ, που τα στρατεύματά του συγκροτήθηκαν με βάση τους παρακρατικούς ακροδεξιούς πυρήνες των Νεότουρκων (Teskilat I Mahsusa),αντιμετωπίζεται ως ο επαναστάτης και ο απελευθερωτής της περιοχής.

            –Επιχειρείται μια «εξίσωση του αίματος», αφού τα εγκλήματα του διαλυμένου ελληνικού στρατού που υποχωρούσε συγκρίνονται με την ψυχρή και προαποφασισμένη εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Δομικά επαναλαμβάνεται αυτό ακριβώς που κάνουν οι ρατσιστές αντισημίτες, οι οποίοι δικαιολογούν το Ολοκαύτωμα επικαλούμενοι τη δράση του ισραηλινού στρατού κατά των Παλαιστινίων.

Σχηματοποιώντας τις κύριες τάσεις που εκφράζουν το ρεύμα του αντιπροσφυγικού αναθεωρητισμού, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες. Πρώτα την απλοϊκή[76], μετά  την στρατευμένη-ιστοριοδιφική[77] και τέλος βρίσκεται στο χώρο της  «ακαδημαϊκής ιστορίας»[78]

            Η αντιπροσφυγική φιλολογία θα γενικευτεί με την οργανωμένη πλέον αμφισβήτηση της γενοκτονίας.[79] Θα εκδοθούν βιβλία που θα ενοχοποιούν πολιτικά και ιδεολογικά το κίνημα για την αναγνώριση της γενοκτονίας, τοποθετώντας το στο χώρο του εθνικισμού και της Δεξιάς. Αποκρύπτοντας παράλληλα το γεγονός ότι οι δυνάμεις που οδήγησαν τον ποντιακό χώρο στη ριζοσπαστικοποίηση προέρχονταν εξ ολοκλήρου από την Αριστερά, καθώς και ότι το αίτημα για αναγνώριση της γενοκτονίας συνάντησε στην αρχή την αντίθεση της τότε Δεξιάς, η οποία προσπαθούσε να αποτρέψει το γεγονός της αναγνώρισης.

Ένας  νέος «αυτοχθονισμός»

Ουσιαστικά μετά το 2001 διαμορφώθηκαν δύο διαφορετικά συστήματα ερμηνείας, χωρίς καμιά δυνατότητα επικοινωνίας των φορέων τους. Η βιαιότητα της απόρριψης των προσφυγικών απόψεων ανέδειξε τη διαιώνιση της αντίθεσης των «αυτοχθόνων» με τους «πρόσφυγες» και την ανθεκτικότητα των ερμηνειών που διαμορφώθηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τόσο από τους φορείς του κράτους όσο και της παραδοσιακής Αριστεράς. Η τάση αυτή θα είναι ιδιαιτέρως έντονη στο χώρο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας.[80] Ζητήματα όπως η πολιτική του τουρκικού εθνικισμού στην Ανατολή και οι γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, καθώς και οι σταλινικές διώξεις δεν θα απασχολήσουν ούτε κατ’ ελάχιστον τους κυρίαρχους ελλαδικούς ιστοριογραφικούς  προσανατολισμούς. Η αναγνώριση του γεγονότος ότι διεπράχθη γενοκτονία κατά των ελληνικών πληθυσμών στην Ανατολή από τον καθ’ ύλιν αρμόδιο διεθνή ακαδημαϊκό οργανισμό, τον International Association of Genocide Scholars -I.A.G.S., ή η παραδοχή του ιστορικού αυτού γεγονότος από σημαντικούς Τούρκους ιστορικούς, ελάχιστα άλλαξε τα παραδοσιακά αρνητικά στερεότυπα της ιστοριογραφίας μας.[81] Αντίθετα, θα εμφανιστούν απόψεις που αιτιολογούν την πολιτική που επεξεργάστηκαν και υλοποίησαν οι Νεότουρκοι: «Η τουρκοποίηση του κράτους, της κοινωνίας και του εδαφικού χώρου αναδεικνύεται σε μοναδική λύση σωτηρίας για το κράτος. …όσο η τουρκοποίηση της «οθωμανικής εξουσίας νομιμοποιεί την πολιτική του ελληνικού κράτους, άλλο τόσο και η ελληνοποίηση των Ρωμιών νομιμοποιεί την πολιτική των Νεότουρκων.»[82] Μια άλλη συνηθισμένη αιτιολογία απόρριψης της ερμηνείας ότι στην Ανατολή συνέβη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών από τον τουρκικό εθνικισμό, προέρχεται από την αντίληψη της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος.[83]

            Στην ουσία, δεν επιτράπηκε  στους πρόσφυγες να επαναδιαπραγματευτούν την συλλογική ιστορική αφήγηση στο κοινό έθνος-κράτος, ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στο εθνικό αφήγημα. Αυτή η άρνηση είχε ορισμένα ανελαστικά χαρακτηριστικά και πήρε ιδιαίτερα έντονες μορφές, οι οποίες δε συνάδουν με τον τρόπο διαμόρφωσης της συλλογικής εικόνας. Είναι γνωστό ότι στην περίπτωση της ελληνικής εθνικής ιστορίας έχει υπάρξει έως τώρα  μια σύνθεση και αρκετοί συμβιβασμοί οι οποίοι «επιτρέπουν σε όλες τις τοπικές κοινότητες… να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους».[84] Εξαιρετικά διατυπώνεται αυτή η σχέση στο παρακάτω απόσπασμα, με αφορμή την εμφάνιση ενός Δεξιού αναθεωρητισμού που αποσκοπούσε  στην αποκατάσταση των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής με την αναψηλάφηση της Δίκης των Έξ: «…ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής μνήμης από την επίσημη ιστορία.»[85]

Συμπερασματικά μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρισκόμαστε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή, όπου για πρώτη φορά οι βασικές αρχές της νεοελληνικής ιστοριογραφίας για τη μελέτη των γεγονότων που συνέβησαν στην Ανατολή κατά την οριστική μετάβαση από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923) αμφισβητούνται. Αμφισβήτηση που προέρχεται από μια αποδομητική επίδραση επί της διαρκώς εμπειρικά αναπαραγόμενης –έστω και υπό την κάλυψη της επίκλησης περί «ακαδημαϊκής ιστορίας»- κοινότοπης ιστορικής ματιάς. Και ως γνωστόν, η αποδόμηση (deconstruction), «είναι ένα μεγάλο θεωρητικό ρεύμα, που διέτρεξε όλες τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, θέτοντας εν αμφιβόλω συμβάσεις οι οποίες κάλυπταν βεβαιότητες και αγκυλώσεις».[86]

Η επαναδιατύπωση των κριτηρίων που επιχειρεί η προσφυγική ιστοριογραφία –και αποτελούν επίσης τη βάση της ερμηνευτικής λειτουργίας των αριστερών Τούρκων ιστορικών- για την προσέγγιση της νεότερης Ιστορίας δεν σημαίνει «καταστροφή και ξεθεμελίωμα». Αντιθέτως, είναι έρευνα επί της ιστορικότητας των εννοιών, γίνεται αυτοψία στα δομικά υλικά που συγκρότησαν το εγχείρημα των εθνών-κρατών στις δύο πλευρές του Αιγαίου και οδήγησαν στις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συγκεκριμένης λειτουργία της αποδόμησης του παραδοσιακού σχήματος, που προέκυψε με την εμφάνιση της προσφυγικής ιστοριογραφίας, ολοκληρώνεται με τη συνάντηση με το έργο των Τούρκων αντικεμαλικών ιστορικών και ερευνητών. Ορίζοντας έτσι με μια νέα ματιά τις διαχωριστικές γραμμές, τις σχολές και τα  ρεύματα.

Η αμφισβήτηση των παραδεδεγμένων θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία και πρόκληση για αναστοχασμό πάνω στα βασικά ζητήματα του νεότερου ελληνισμού.

 Ο παρών τόμος: Από τη Μνήμη-εκδίκηση στη Μνήμη-κατανόηση!

Ο τόμος αυτός αποσκοπεί στο να φέρει σε επαφή το ελληνικό κοινό και ειδικά τους μελετητές εκείνης της κρίσιμης περιόδου με το συγκεκριμένο ρεύμα της τουρκικής ιστοριογραφίας. Ένα μέρος των κειμένων των Τούρκων ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων (Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Taner Akçam,  Sait Çetinoğlu,  Pervin Erbil) είχε φιλοξενηθεί σε αφιέρωμα στο   διμηνιαίο ιστορικό ένθετο «Οι Δρόμοι της Ιστορίας» της εφημερίδας Δρόμος της Αριστεράς. Δημοσιεύονται ακόμη κείμενα των Fuat Dundar, Izmail Besiktzi, Mehmet Akyol,  Recep Maraşlı, Sibel Özbudun, Siar Rizvanoglu. Επίσης, παρουσιάζεται το άρθρο της Ayse Hour, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Taraf  για να κατανοηθεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν το Ποντιακό Ζήτημα προοδευτικοί Τούρκοι διανοούμενοι και συμπληρώνει με μια έννοια το κείμενο  του ερευνητή Θεόδωρου Παυλίδη, ο οποίος παραθέτει αναλυτικά την τουρκική εθνικιστική άποψη για το Ζήτημα αυτό. Παρατίθεται η άποψη του Halil Berktay για τη Γενοκτονία και παρουσιάζεται το βιβλίοPontos Kültürü του Ömer  Asan. Αναδημοσιεύεται ένα δικό μου άρθρο με τον τίτλο «Samsun’dan, Srebrenitsa’ya» («Από τη Σαμψούντα στην Σρεμπρένιτσα»), από την εφημερίδα Newroz, που εκδίδεται στην Πόλη.  Ως επίλογος δημοσιεύεται η αποτίμηση από τον ιστορικό Γιάννη Σκαλιδάκη της σημασίας που έχει για την πλήρη διευκρίνιση ενός ιστορικού ζητήματος που ακόμα διχάζει, η ανάδυση μιας προοδευτικής ριζοσπαστικής θεώρησης στους κόλπους της τουρκικής ιστοριογραφίας.

——————————————————

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας του παρευξείνιου ελληνισμού. Το παρόν κείμενο βασίζεται:

-σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο συλλογικό:  Γιώργος Κόκκινος – Έλλη Λεμονίδου – Βλάσης Αγτζίδης, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία  και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010,

-Βλάσης Αγτζίδης, «Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού», εφημ. Αγγελιοφόρος, 16 Ιουνίου 2010

-του ίδιου, «Κεμαλισμός και νεοελληνική ιστοριογραφία», ένθετο “Ιστορία” (τεύχ. 3, Μάϊος 2009) εφημ. Έθνος, σελ. 70-71, και τη μονογραφία

-του ίδιου, Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό, Αθήνα, 2005.


[1] Βλάσης Αγτζίδης, «Ιδεολογικοί πόλεμοι για την ορθότητα. Όταν ο νικητής τα παίρνει όλα», εφημ. Ελευθεροτυπία, ένθ. Plus, 14 Απριλίου 2013. Για τη σχέση Ιστορίας, Τραύματος και Μνήμης βλ. Γιώργος Κόκκινος, «Η σκουριά και το πυρ», εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2012.

[2] Το διδακτορικό του Τούρκου ιστoρικού Fuat Dundar  με τίτλο «Modern Turkiye’nin Sifresi»  [«Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας» με υπότιτλο: Η Μηχανική των Εθνοτήτων της (οργάνωσης) Ένωσης και Πρόοδος (1913-1918)»] που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Iletisim, καθώς και το, βασικό πλέον, βιβλίο  του Taner Aksam  με τίτλο  «A Shameful Act: The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility»είναι κάποια από τα βιβλία των Τούρκων ιστορικών που αποτελούν σταθμό στην ακαδημαϊκή ιστορία

 [3] Αντίστοιχα προβλήματα συναντιούνται και στην ελληνική ιστοριογραφία, όπως αυτή αναπτύσσεται στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Βασικός της στόχος ήταν η δημιουργία μιας συνεκτικής ιδεολογίας,  βασισμένης σε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού βίου, αποσιωπώντας όσα υπονόμευαν το κυρίαρχο μοντέλο. Η αντιμετώπιση του Βυζαντίου και της ρωμιοσύνης προς όφελος του αρχαιοελληνικού ιδεολογήματος, ή η αντιμετώπιση του ’22 και της μικρασιατικής προσφυγιάς, είναι χαρακτηριστικά αυτής της τάσης. Φυσικά η στάση αυτή ερμηνεύεται από τις ανάγκες της εποχής. «Θα ήταν τουλάχιστον ανιστόρητο επιχείρημα η απαξίωση της εθνικής ιστοριογραφίας, αφού υπήρξε και η ίδια φορέας, και παράγωγο ταυτόχρονα, των ιδεών του εθνικισμού και της κατίσχυσής τους στο σύγχρονο κόσμο.» (Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2007, σελ. 19-20).

[4] Emre Akyoz, “Bir kemalist’in itiraflari: Izmir’I nicin yakiyorduk?”, εφημ. Sabah, 8 Απρλίου 2010.

[5] H άποψη του Akyoz υιοθετείται απολύτως και στο Orhan Kemal Cengiz, «Who burned down İzmir?», εφημ. Today’s Zaman, 19 Mαϊου 2010

[6] Βλέπε το: D. Gontikas, Ch. Issawi, Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999.

[7] Βασίλης Νότης, Εκβιομηχάνιση και οικονομική ανάπτυξη στην Τουρκία, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών μελετών, Αθήνα, 1986, σελ. 39.

[8] Για τον ιδεολογικό μετασχηματισμό βλ.: Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Οι νοερές κοινότητες και η αφετηρία του εθνικού ζητήματος», Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, επιμ. Θ. Βερέμης, Αθήνα, 1997, Γιώργος Καραμπελιάς, Κοραής και Γρηγόριος Ε’. Κοινωνικές συγκρούσεις και διαφωτισμός στην προεπαναστατική Σμύρνη 1788-1821, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2009,   Σταύρος Ανεστίδης, Η εθναρχική παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας και ο Μανουήλ Γεδεών, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1993.

[9] To πνεύμα αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια στην αρθρογραφία της της εφημ. Νεολόγοςτης Κωσταντινούπολης, όπου προτάσσεται η αποτελεσματική  «ανάσχεση του σλαυισμού» και η υποχρέωση  όπως «…ασφαλίσωσιν αδιάσπαστον ένωσιν, ότι Έλληνες και Τούρκοι εν Ελλάδι και εν Τουρκία εισί τέκνα της αυτής χώρας» (Ανδρέας Αθ. Αντωνόπουλος, Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το Ανατολικό Ζήτημα 1866-1881. Η μαρτυρία τουΝεολόγου της Κωσταντινούπολης, έκδ. Τσουκάτου, Αθήνα, 2007, σελ. 350.)

[10] Μια αναλυτική παραδοσιακή παρουσίαση της ανόδου των Νεότουρκων στην εξουσία υπάρχει στο Erik J. Zurcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2004.  Βέβαια, το βιβλίο του Zurcher, παρότι θεωρείται κλασικό για τη μελέτη της τουρκικής ιστορίας είναι σε κάποια σημεία  αρκετά ξεπερασμένο πλέον με ορατές ελλείψεις τις οποίες αναγνωρίζει και κατά καιρούς έχει αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας.  Κατ’ αρχάς παρουσιάζει την ιστορία με μια παράθεση γεγονότων  που σε βοηθά να παρακολουθήσεις την εξέλιξη των πραγμάτων, δεν διευκολύνει όμως την πλήρη κατανόηση των αιτιών. Επίσης, είναι πολύ αδύναμο στο μέρος που διαπραγματεύεται τον 19ο αιώνα, όπως και στην ανάλυση των εσωτερικών κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, που οδήγησαν στην υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών από την πλευρά των Νεότουρκων. Η αντίληψη που έχει για εκείνη την εποχή είναι απολύτως συμβατή με την επίσημη γραμμική καθεστωτική αντίληψη. Παρουσιάζει όμως λεπτομερειακά τα γεγονότα.

[11]     Τα γεγονότα παρουσιάζονται αναλυτικά στο: Βλάσης Αγτζίδης, «Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία απ’ τον τουρκικό εθνικισμό», Αθηνα, 2005 (επανεκδόθηκε το 2009 απ’ τον Σκάι)

[12]    Τεκίν Αλπ, Το τουρκικό και παντουρκιστικό ιδεώδες, έκδ. Αρμενικοί Ορίζοντες, Αθήνα, 1992, σελ. 78-79.

[13] Για τη γερμανική στάση βλέπε: Γ. Μικρασιανός, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμόν της Τουρκίας, εκδ. Πετράκου, Αθήνα, 1916, Μιχαήλ Ροδά, Πώς η Γερμανία κατεέστρεψε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 1995. Εξαιρετικά σημαντική είναι η μελέτη της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τίτλο «Oι δραστηριότητες των Γερμανών ιμπεριαλιστών στηνΤουρκία» (περ. «Οι Λαοί», τεύχ.1 , Μάϊος ’87, σελ. 61.)

[14]     Dimitris A. Zeginis, Nationalism and the reality of the nation-state: The case of Greece and Turkey in relation to the european orientation in the two countries”, Ph.D. Thesis, University of Essex, 1993, σελ. 195-203.

[15] Aριστοτέλης Μητράρας, Το εθνικιστικό τρίπτυχο. Εκτουρκισμός-εξισλαμισμός-εκσυγχρονισμός στην ποίηση του Ζιγιά Γκιοκάλπ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2012.

[16] Η πολιτική της γερμανικής Δεξιάς εντάσσεται σε μια προαστική προσπάθεια κυριαρχίας των  τοπικών φεουδαρχών και γαιοκτημόνων και στο σημείο αυτό συναντά και συμπορεύεται με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο επίσης είχε προαστικά, αντιεκσυγχρονιστικά και φεουδαρχικά χαρακτηριστικά και βάσιζε την πολιτική του σε έναν ακραίο ρατσιστικό λόγο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής επιδιώκοντας την καταστροφή των αστικών στρωμάτων και την ιδιοποίηση του πλούτου που αυτά είχαν παράγει. Αυτή ήταν η ιστορική βάση που με καταλύτη τις μεταπολεμικές εξελίξεις οδήγησε στην εμφάνιση του Ναζισμού. Το φαινόμενο αυτό, η έρευνα για τις πνευματικές ρίζες της ακροδεξιάς πολιτικής, η διαμόρφωση της γερμανικής ιδεολογίας και την προϊστορία της σχέσης της άκρας Δεξιάς με τη μεταμοντέρνα σκέψη αναπτύσσεται υποδειγματικά στο: Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό (πρωτότυπ. τίτλος The Seduction of Unreason), εκδ. Πόλις, 2007.

[17]     Για τον παντουρκισμό δες το βιβλίο ενός από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους του: Tekin Alp, Τhe turkish and pan-turkish ideal,  επανέκδοση, Λονδίνο, εκδ. Liberty Press, χ.χ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Κωσταντινούπολη το 1915. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 1992. Το παντουρκιστικό φαινόμενο παρουσιάζεται  αναλυτικά στη μελέτη : Jacob M. Landau, Ο παντουρκισμός. Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού, Αθήνα, εκδ. Θετίλη, 1985.

[18]     Celal Bayar, Ben de yazdim. Milli mucadeleye giris, τόμ. 5, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Baha, 1967, σελ. 1572-82. Η εφημερίδα Ο Λαός της Πόλης προειδοποιούσε τους Τούρκους ηγέτες:“Σήμερα με το τουρκικό σύνταγμα, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και με τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθήσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πως κανένας λαός δεν είναι τόσο πρόστυχος, τόσο ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον ξένο, τον αλλόφυλο. Και τότες πια, σα δε σωφρονιστείτε, θα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και η Τουρκία θα σβήσει.”(Κεντρικό άρθρο,  Λαός, Κωνσταντινούπολη,18 Ιανουαρίου 1909.)

[19]     Χαρακτηριστική είναι μια σύσταση του Ισμέτ Ινονού προς τους νέους αξιωματικούς: «Ο σουλτάνος είναι εχθρός σας. Είναι επτά γενεών εχθρός σας. Ας μείνει όμως μεταξύ μας, ακόμα και ο λαός είναι εχθρός σας» (Βασίλης Νότης, ό.π., σελ. 36.)

[20]     Στο άρθρο με τίτλο “Οθωμανοί εις τα όπλα” που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου 1911 στην τουρκική εφημερίδα της Σαμψούντας Ηχώ διακηρύσσεται: “Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος… Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των.» (AYE, 1911/Β/53, αριθ. 440.)

[21]     Για τη σημασία της Θεσσαλονίκης ως κέντρου του τουρκικού εθνικισμού και για το κίνημα των Νεότουρκων βλ. Γιάννης Μέγας, Η επανάσταση των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2003.

[22]     Στην απόφαση αναγραφόταν: «Οι Μουσουλμάνοι γενικά πρέπει να κρατήσουν τα όπλα τους και όπου υπήρχαν ως μειονότητα, οι αρχές πρέπει να τους εξοπλίσουν…. Η Τουρκία είναι πρωτίστως μια μουσουλμανική χώρα και οι ιδέες του μουσουλμανισμού και η επιρροή του πρέπει να κυριαρχούν. Κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να κατασταλεί αφού δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τους Χριστιανούς, οι οποίοι πάντα δούλευαν για την κατάρρευση του νέου καθεστώτος… Αργά ή γρήγορα η πλήρης οθωμανοποίηση πρέπει να επιτευχθεί αλλά είναι πλέον καθαρό ότι αυτό δε θα μπορούσε να γίνει με την πειθώ αλλά με τη δύναμη των όπλων. Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη  και μόνο στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός.Το δικαίωμα της οργάνωσης, αποκέντρωσης και αυτονομίας δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες εθνικότητες, οι οποίες μπορούν να κρατήσουν τις θρησκείες τους αλλά όχι τις γλώσσες τους. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για τη διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας»  (“The Salonica Congress. Young Turks and their programme”, εφημ. The Times, Λονδίνο, 3 Οκτωβρίου 1911.)

[23]    Τεκίν Αλπ, ό.π., σελ. 50.

[24]     “Τουρκικός λαός λογιούνταν όλοι οι μουσουλμάνοι, δηλαδή οι πιστοί καθώς ονομαζόντουσαν μόνοι τους… Όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν ίσοι αναμεταξύ τους. Όλοι μπορούσαν να γίνουν πασάδες ή στρατηγοί. Μα δεν παραδέχονταν για ίσους με τον εαυτό τους τους χριστιανούς και τους εβραίους παρά τους ονομάζανε γκιαούρηδες. Τους απογόνους των παλαιών κατοίκων τους ματαχειρίζονταν σαν ξένους. Δεν τους επέτρεπαν να γίνουν αξιωματικοί ή υπάλληλοι. Δεν τους δέχονταν για μάρτυρες στα τουρκικά δικαστήρια. Η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονταν μόνο, βάζοντάς τους να πληρώνουν ένα χωριστό φόρο, το χαράτσι. Τους ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν για άλλο τίποτα παρά για να τρέφουν το μουσουλμανικό λαό. Στις επαρχίες μόνο οι μουσουλ­μάνοι ήτανε γεωχτήμονες. Οι χριστιανοί ήταν αγρότες, απαράλ­λαχτα όπως οι δούλοι στο μεσαίωνα. Πριν την κατοχή, οι χριστιανοί αυτοί ήσαν έθνη ανεξάρτητα και πάντα είχαν βαστάξει τη γλώσσα, τη φορεσιά τους και τις συνήθειές τους…” (Κεντρικό άρθρο της εφημερίδας Ο Λαός, Κωνσταντινούπολη, 30 Νοεμβρίου 1908.)

[25]     Taner Aksam, Mια επαίσχυντη πράξη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα,  2007, σελ. 141.

[26] John Williams,  «The Ethnic Cleansing of Greeks from Gallipol April  1915»,http://www.quadrant.org.au/magazine/issue/2013/4/the-ethnic-cleansing-of-greeks-from-gallipoli-april-1915

[27]   Ο Tekin Alp, γράφει με σαφήνεια ότι η νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων σήμαινε «δικαίωση του εθνικού ιδανικού», δηλαδή τη δημιουργία μιας μεγάλης παντουρκιστικής αυτοκρατορίας που θα περιλάμβανε και τους Τούρκους της Κεντρικής Ασίας. (Τεκίν Αλπ, ό.π., σελ. 67).

[28]     John Williams,  «The Ethnic Cleansing of Greeks from Gallipol April  1915»,  ό.π.

[29]     Αναφορά του Cherie Burton, μέλους της Νομοθετικής Συνέλευσης της Νέας Νότιας Ουαλίας, (30 Νοεμβρίου 2010), από John Williams, όπ.

[30]     Ο Ανατολικός Πόντος από την Άνοιξη του 1916 καταλήφθηκε από το ρωσικό στρατό. Στην Τραπεζούντα δημιουργήθηκε η ελληνική Προσωρινή Κυβέρνηση.  Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 στη Ρωσία δημιουργήθηκε το Σοβιέτ Τραπεζούντας με τη συμμετοχή Ελλήνων. Ο ρωσικός στρατός αποχώρησε το Μάρτιο του 1918, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ, ακολουθούμενος από δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες.

[31]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, “Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας”, ό.π., σελ. 13.

[32]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ. 161.

[33]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, “Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας”, ό.π.

[34]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ. 158.

[35]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 139-140.

[36]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 115.

[37]     Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 140.

[38]     Στον Πρόλογο αναφέρονται μεταξύ άλλων: «Το κακόν εκορυφώθη κατά τον παγκόσμιον πόλεμον, ότε πλείσται ελληνικαί επαρχίαι της αυτοκρατορίας εκλονίσθησαν εκ θεμελίων ή και εντελώς κατεστράφησαν. Είνε ανεκδιήγητα τα δεινοπαθήματα, τα οποία υπέστησαν οι εκδιωχθέντες εκ των εστιών αυτών Ελληνες. Διεσκορπίζοντο οι δυστυχείς ούτοι εις χωρία καθαρώς τουρκικά, ημποδίζετο εις αυτούς η εκ μέρους των Πατριαρχείων διανομή βοηθημάτων, εστερούντο εκκλησιών και ιερέων… και εξηναγκάζοντο διά τοιούτων και άλλων μέσων εις εξισλάμισιν. Τοιουτοτρόπως δε, πληθυσμός ομογενής εκ 490.063 ψυχών, διασπαρείς ανά τα όρη, τας χαράδρας και τα τουρκικά χωρία, υπέστη εν τοις πλείστοις τον εξ ασιτίας, του ψύχους και των στερήσεων θάνατον».

[39]     Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία”, περ. Οι λαοί,τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 44-49, Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Η δραστηριότητα των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, περ. Οι λαοί, τεύχ. 1, σελ. 61, Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, Αθήνα, εκδ. Κομμούνα, σελ. 27.

[40]     Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Η δραστηριότητα των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, ό.π., σελ. 61.

[41]     Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, χ.χ.,  σελ. 27.

[42]     Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τομ. Η1Η2, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, σελ 637-650.

[43]     Γαλλικό Γενικό Επιτελείο/2ο επιτ. Γραφείο/1-10-1918, αναφ. Χ. Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε, έκδ. Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ. 93.

[44] Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου, τόμ. 6ος, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1987, σελ. 63.

[45] Βλάσης Αγτζίδης, «Ίων Δραγούμης: Αντινομίες και ανορθολογισμοί στο βωμό της Μικράς πλην Εντίμου Ελλάδος», εφημ. Αγγελιοφόρος, 1 Αυγούστου 2010, Θεσσαλονίκη, σελ. 38-39.

[46]  Γεώργιος Σκληρός, «Το Ζήτημα της Ανατολής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 77-99.

[47] Δημήτρης Γληνός, «Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», στοΑριστερά και Ανατολικό Ζήτημα εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 101-134.

[48]  «Social Democracy and the National Struggles in Turkey», δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα ως «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», περ. Οι λαοί, τεύχ. 1, Μάιος 1987.

[49] Ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ ανήκει στην κατηγορία των μεσοπολεμικών ακροδεξιών ηγετών-δικτατόρων, που εμφορούνταν από αντιθρησκευτικές απόψεις, εν τούτοις υιοθετεί τα μουσουλμανικά σύμβολα και τις σχετικές τελετουργίες προσπαθώντας να γίνει το εθνικιστικό του κίνημα αποδεκτό από τον πληθυσμό που ολοκληρωτικά ήταν θρησκευόμενος. (Paul Dumont, Μustafa Κemal.1919-1924 la memoire du siege, εκδ. Editions Complexe, Βρυξέλες, 1983, σελ. 55-60).

[50] Το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων και των αριστερών Εσέρων ήταν η διαχείριση του πολέμου. Ήδη, με την επικράτηση της Επανάστασης είχαν ξεκινήσει οι συνομιλίες με τους Γερμανούς και είχε επιτευχθεί μια κατ’ αρχάς παύση των εχθροπραξιών. Οι συνομιλίες έγιναν στην πολωνική πόλη Μπρεστ Λιτόφσκ (Brześć Litewski). Παράλληλα στη Γερμανία άρχισαν να ξεσπούν οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις. Toν Ιανουάριο του ’18 ξέσπασαν οι πρώτες απεργίες των εργατών σε Γερμανία και Αυστρία.  Ειδικά στο Βερολίνο, το απεργιακό κίνημα απλώθηκε στα μεγαλύτερα εργοστάσια και υποστηρίχθηκε από κίνημα εκατοντάδων χιλιάδων εργατών. Στους κόλπους της επαναστατικής κυβέρνησης εμφανίζονται τρεις διαφορετικές απόψεις. Η κατ’ αρχάς κυρίαρχη άποψη του Μπουχάριν και των Αριστερών Κομμουνιστών για συνέχισης του πολέμου και τη μετατροπή του σε επαναστατικό, η  άποψη του Τρότσκι «ούτε ειρήνη, ούτε πόλεμος», που ήταν κοντύτερα στην άποψη του Μπουχάριν  και τέλος η άποψη του Λένιν για ειρήνη με Γερμανούς και Νεότουρκους με κάθε τίμημα. Η  άποψη του Λένιν αρχικά είχε την υποστήριξη μόνο του ενός τετάρτου των μπολσεβικικών οργανώσεων και είχε την υποστήριξη μόνο 2 από τα 230 Σοβιέτ,  ενώ οι  Αριστεροί Κομμουνιστές του Μπουχάριν κυριαρχούσαν στις οργανώσεις του κόμματος. Ο Λένιν κατηγορήθηκε ανοιχτά στην εφημερίδα «Κομμουνίστ» των Αριστερών Κομμουνιστών, που κυκλοφορούσε σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ότι εγκατέλειψε τις διεθνιστικές αρχές της επανάστασης. Θεωρούσαν ότι η μόνη πραγματική ελπίδα θα ήταν η γερμανική επανάσταση, η οποία όντως εκδηλώθηκε λίγους μήνες μετά τον συμβιβασμό των μπολσεβίκων. Τελικά ο Λένιν κατάφερε να «περάσει» την άποψή του στην Κεντρική Επιτροπή, παρότι ήταν μειοψηφούσα, με την ανοχή των οπαδών του Τρότσκι.  Οι συνέπειες της Συνθήκες του Μπρεστ Λιτόφσκ θα είναι καταλυτικές τόσο για το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα, όσο και για  μοίρα των Λαών της Ανατολής. Επίσης, η ίδια τη Σοβιετική Ένωση θα μπει σε μια διαδικασία εσωστρέφειας και βίαιης επίλυσης των εκκρεμών αντιθέσεων που υπήρχαν και εντός του επαναστατικού στρατοπέδου και εντός της ρωσικής κοινωνίας. (Βλάσης Αγτζίδης, «Λένιν 1918: η συνθήκη μεταξύ Γερμανών και μπολσεβίκων», εφημ. Ελευθεροτυπία, 24 Φεβρουαρίου 2013.)

[51] Η άνοδος του ισλαμιστικού κινήματος στη Ρωσία και ο  φόβος της μπολσεβικοποίησης του κεμαλικού εθνικιστικού κινήματος είχε καθοριστική σημασία στην αλλαγή των διαθέσεων των συμμάχων. Οι μπολσεβίκοι ηγέτες της Ρωσίας είχαν ελπίσει στην φιλοκομμουνιστική μετεξέλιξη του κεμαλικού κινήματος και είχαν επενδύσει στην πρόσκαιρα διαμορφωμένη συμμαχία ισλαμιστών-μπολσεβίκων στην Κεντρική Ασία. Ο φιλοϊσλαμισμός θα εμφανιστεί αποφασιστικά στην μεταΚλεμανσώ εποχή και μαζί με την προσπάθεια αποτροπής  της βρετανικής επιρροής,  θα διαμορφώσει την γαλλική πολιτική στάση.  Βλ. Paul Dumont, ό.π. σελ. 55-88. Επίσης, Patrick Kinross, Ataturk.The rebirth og a nation,  εκδ. Phoenix, 2002.

[52] Χαρακτηριστικό είναι το κοινό βασιλοκομμουνιστικό προεκλογικό σύνθημα των μοιραίων εκλογών του Νοεμβρίου του 1920, «Σφυρί δρεπάνι / ελιά στεφάνι». (βλέπε: Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 543-544, Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953). Τελικά, η συγκεκριμένη εκδοχή της Αριστεράς θα επικρατήσει ως ΚΚΕ και θα επικαλύψει κάθε άλλη εκδοχή της Αριστεράς, που διαμορφώθηκε στη Μικρά Ασία, στην Κωσταντινούπολη και τελικά συντρίφτηκε από τις μεγάλες ιστορικές ανατροπές. Απωθήθηκε επίσης από την ελλαδική Μνήμη περί Αριστεράς και η σημαντικότατη σελίδα του σοβιετικού ελληνισμού και της μεσοπολεμικής του παρουσίας (βλ. Βλάσης Αγτζίδης, Η εφημερίδα Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2010. Επίσης βλ.του ιδίου «Όταν οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν την εξουσία», περ. Μαρξιστική Σκέψη, τόμ 8, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013).

[53] Το θέμα αυτό αναπτύσσεται αναλυτικά στοΓιώργος Κόκκινος – Έλλη Λεμονίδου – Βλάσης Αγτζίδης Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010, στο κεφάλαιο «Πρόσφυγες του ’22 στη ‘μητέρα-πατρίδα’», σελ. 223-250.

[54]  Κώστας Μισαηλίδης, “Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης», Αθήνα 1925, Β’ έκδοση, σελ. 25-26. Για την μεταχείριση του άμαχου πληθυσμού της Ιωνίας από τους Κεμαλικούς μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου δες: Ηλία Βενέζη, Το νούμερο Το νούμερο 31328. Το βιβλίο της σκλαβιάς, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1931,  «Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου», Ελευθεροτυπία, 17 Σεπτεμβρίου 2011. Για το Διάταγμα Νουρεντίν κατά αμάχων δες: Βλάσης Αγτζίδης, «Η ολοκλήρωση της Γενοκτονίας», Ελευθεροτυπία, 17 Σεπτεμβρίου 2011.

[55]     Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.

[56]     Πρωτοσέλιδο στο περ. Κοινότης, αρ. φ. 50, Αθήνα, 1923.

[57] Σε  Ψήφισμα της 21 Αυγούστου 1914 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στο οποίο ανήκαν περισσότερα από είκοσι εργατικά σωματεία, στο άρθρο 7 απευθύνεται σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλαδος στα οποία και ανακοινώνει “να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…» (Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία : Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα : Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και την δημοσίαν Γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου / Εκδίδεται υπό των Επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων, Αθήνα, Τύποις «Πανελληνίου κράτους», 1915)

[58]     Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα. Παραδείγματα απ’ το Μεσοπόλεμο», στο Κοντογιώργης (επιμ), 1977, σελ. 164. Βλέπε και στο Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων με σημάδεμα με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να μολύνουν με το αίμα των«προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων»( Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970). «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ. Καθημερινή, 18-11-2006.)

[59]     Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.

[60]  Βλέπε το κεφάλαιο για τους πρόσφυγες στην Ελλάδα, την πολιτική του κράτους και της Αριστεράς στο: Γιώργος Κόκκινος– Έλλη Λεμονίδου–Βλάσης Αγτζίδης Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη. Αθήνα: Ταξιδευτής, 2010.

[61]     Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε θαυμάσια την κατάσταση αυτή: “Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.” (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978, σελ. 94.)

[62]      Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30. Δες επίσης: Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Ιδεολογικές πτυχές του προσφυγικού φαινομένου», στο Η Αττική υποδέχεται τους πρόσφυγες του ’22, Αθήνα, 2006, σ. 38-43.

[63] Άλκης Ρήγος, Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277.

[64] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983, σελ. 193. Μια προσφυγική μαρτυρία: «Εδώ στην Ελλάδα… τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα και από την Τουρκία. Εδώ μας μισούσαν ακόμη περισσότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτα. Τουλάχιστον οι Τούρκοι μας μισούσαν και μας πολεμούσαν και μεις το ίδιο τους κάναμε.» (Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ-Ζήτω το Έθνος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001, σελ. 89.)

[65] Το θέμα αυτό αναπτύσσεται αναλυτικά στο: Γιώργος Κόκκινος – Έλλη Λεμονίδου – Βλάσης Αγτζίδης , Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010, στις σελίδες 260-285.

[66] Η αντιμετώπιση αυτή είναι απόρροια αφενός των νέων στρατηγικών επιλογών των ελλαδικών ελίτ και αφετέρου της   σκέψης που τελικά εξέφρασε τα κύρια πολιτικά ρεύματ της Ελλάδας –και κυρίως τα αντιβενιζελικά- ότι  η Μικρά Ασία είναι ένας απόμακρος χώρος. Αυτό ισχυρίστηκε ο Μεταξάς του 1915, το ίδιο ο πρίγκηπας Ανδρέας και άλλοι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί που ζητούσαν μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 «να αποκοπεί η γάγγραινα της Μικρά Ασίας από την Ελλάδα», το ίδιο ο Ευ. Αβέρωφ μεταπολεμικά. Αλλά και σήμερα ως “υπερπόντια περιοχή” την αναφέρει το ΚΚΕ στα επετειακά του κείμενα, στην οποία έκαναν “ιμπεριαλισμό” οι “Έλληνες”. “Αποικιοκρατική πράξη” το αποκαλούσε και ο Ιωάννης Μεταξάς από άλλο σημείο του πολιτικού φάσματος. Υπήρξαν εκείνη την κρίσιμη περίοδο δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις για τη σημασία της ιστορικής στιγμής. Αυτή των Μικρασιατών (συμπεριλαμβανομένων και των σοσιαλιστών της Ανατολής) και αυτή των πολιτικών δυνάμεων της παλαιάς Ελλάδας με την πρόσφατη ένταξη και κάποιων εκ των Νέων Χωρών. Τη διαφορά αυτή που επιβιώνει έως σήμερα εντονότατα και στο χώρο της ιστοριογραφίας (βλ. το άρθρο: “Kεμαλισμός και νεοελληνική ιστοριογραφία” https://kars1918.wordpress.com/2009/06/09/9-6-2009/.)

[67] Υπολογίστηκε ότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν δεκαπλάσιες των αντίστοιχων μουσουλμανικών που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα.  (Γιώργος Λαμψίδης, Οι πρόσφυγες του 1922, Αθήνα, έκδ. Ελληνική Φωνή, Αθήνα, 1982, σελ. 59.)

[68]     http://nobelprize.org/nomination/peace/nomination.php?action=show&showid=2046

[69]     Στο πρωτοσέλιδο, όπου εκτός από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά συλλυπητήρια του Ι. Μεταξά, περιέχεται και μια ιδιαιτέρως κολακευτική βιογραφία του Ισμέτ Ινονού, ανακοινώνεται η επικείμενη μετονομασία της οδού. («Το πένθος δια τον θάνατον του Κεμάλ Ατατούρκ. Εκδηλώσεις ελληνικής θλίψεως», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938.)

[70]     «Μια επιφύλαξη», εφημ. Ριζοσπάστης, 12 Ιουλίου 1935.

[71]  «Ο Ιός της Κυριακής», «Ethnic cleansing. Το ελληνικό Βιετναμ», εφημ. Eλευθεροτυπία, 11 Οκτωβρίου 1992.

[72] «Γιατί πάντα εμείς», πρωτοσέλιδο, περ. Ομάδα 21. Ελληνικό Παρατηρητηριο, τεχ. 36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2007.

[73] Η πρόταση του αρμόδιου αντεισαγγελέως-εισηγητή του Αρείου Πάγου, που έγινε αποδεκτή με 3 ψήφους έναντι 2 αρνητικών ανάφερε: «Η Μικρά Ασία είναι όπως η κινούμενη άμμος. Όσο περισσότερο προσπαθεί κάποιος να σωθεί, τόσο περισσότερο βυθίζεται. Ο πόλεμος θα μετετρέπετο σε πόλεμο φθοράς. Η Ελλάδα θα πάθαινε ό,τι ακριβώς έπαθε η Γαλλία στην Ινδοκίνα την δεκαετία του 1950 με τους Βιέτ Μινχ του στρατηγού Γκιαπ και του ηγέτη τους Χο Τσι Μιν. Είναι γνωστή σε όλους η καταστροφή των Γάλλων στο Ντιέν Μπιέν Φου. ‘Η ό,τι έπαθε η Γαλλία επίσης το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αλγερία, στη προσπάθειά της να καταστείλει το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα των Αλγερινών. ‘Η ό,τι έπαθαν αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στο πόλεμο του Βιετνάμ. ‘Η ότι έπαθαν οι Ρώσοι την δεκαετία του 1980 στο πόλεμο του Αφγανιστάν…»

http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=SQC57YK3HUUIP2WHM3T31BXKDB5MHC&apof=1675_2010

[74] Η γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στον Πόντο και σ’ όλη τη Μικρά Ασία θα αναγνωριστεί ως μια από τις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα από τον καθ’ ύλιν διεθνή ακαδημαϊκό οργανισμό IAGS. (http://www.genocidetext.net). H απόφαση αναφέρεται στη Γενοκτονία που υπέστησαν οι χριστιανικές μειονότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά: Αρμένιοι, Ασσύριοι, Χαλδαίοι, Νεστοριανοί, Σύριοι, Αραμαίοι, Ιακωβίτες, Ορθόδοξοι Σύριοι), Έλληνες [Πόντιοι, (ανατολικο)Θράκες, Ίωνες]. Μεταξύ άλλων στην απόφαση της IAGS αναγράφεται: “BE IT RESOLVED that it is the conviction of the International Association of Genocide Scholars that the Ottoman campaign against Christian minorities of the Empire between 1914 and 1923 constituted a genocide against Armenians, Assyrians, and Pontian and Anatolian Greeks….”

Μια πρόσφατη (2012) έκδοση για το θέμα αυτό έχει ως τίτλο  “The Genocide of the Ottoman Greeks: Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath: History, Law, Memory” όπου γράφουν πολλοί ιστορικοί και άλλοι επιστήμονες για το θέμα αυτό, όπως: Tessa Hofmann, Matthias Bjornlund, Israel W. Charny, Racho Donef, Matthew Stewart, Harry J. Psomiades, Afred de Zayas, Ronald Levitsky, Michel Bruneau, Donald Wallace, Abraham D. Krikorian, EugeneL Taylor κ.ά.

[75] Η θέση αυτή είναι πολύ πιο «πατριωτική» απ’ τις θέσεις του ίδιου του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος δεν θεωρεί το έθνος-κράτος της Τουρκίας ως συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Η άποψη των Τούρκων εθνικιστών ήταν ότι η οθωμανική κληρονομιά έπρεπε να εξοβελιστεί και στη θέση της να αναπτυχθεί ένας καινούργιος αμιγώς τουρκικός πολιτισμός, που θα συνέδεε την κεντροασιατική καταγωγή με την ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η θέση αναπτύχθηκε υποδειγματικά από τον Ziya Gökalp (1876-1924), που θεωρείται ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού. Για τους Τούρκους εθνικιστές, οι Αρχές Τουρκισμού του Ζιγιά Γκιοκάλπ είναι το ιδεολογικό τους Ευαγγέλιο. Ο Γκιοκάλπ λοιπόν θεωρεί ότι ο οθωμανικός πολιτισμός είναι βαθύτατα επηρεασμένος και αποτελεί συνέχεια του «ρωμαίικου». Και ακριβώς γι αυτό το λόγο θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί και να καταστραφεί. [Ziya Gökalp, Αρχές τουρκισμού (Türkçülügün esaslari),μετ. Άρης Αμπατζής, εκδ. Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα, 2005.]

[76] Η άποψη αυτή αναπαράγει μηχανιστικά τις βασικές απόψεις του τουρκικού εθνικισμού, όπως τυποποιήθηκαν στο βιβλίο Pontus Meselesi ( Ποντιακό Ζήτημα), Γενική-Δ/νση Τύπου της κεμαλικής κυβέρνησης, Άγκυρα, 1922. Ο βασικός εκφραστής της κατηγορίας αυτής είναι ο γιατρός Γιώργος Νακρατζάς.

[77] Οι ανήκοντες στην κατηγορία αυτή, αμφισβητούν πρωτίστως ότι διαπράχθηκε στην Ανατολή γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό. Έχουν μια ωραιοποιημένη εικόνα για το νεοτουρκικό και το κεμαλικό κίνημα. Ασκούν κριτική ακόμα και στον ΟΗΕ, με την κατηγορία της ελαστικής διατύπωσης του διεθνούς νομικού όρου για το έγκλημα της «Γενοκτονίας». (βλ. Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση, εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, Αθήνα). Χαρακτηριστικό του τρόπου που προσεγγίζονται τα γεγονότα εκείνης της εποχής, είναι το αφιέρωμα που του έγινε στη τουρκική κεντροδεξιά και αρκετά εθνικιστική εφημερίδαSabah, όπου παρουσιάστηκε το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου και οι απόψεις του συγγραφέα. Σύμφωνα μ’ αυτές, στην Ανατολή τα μόνα σοβαρά εγκλήματα τα έκανε ο ελληνικός στρατός μετά την ήττα του τον Αύγουστο του ‘22. Ο Κωστόπουλος δήλωσε -διά του δημοσιογράφου που παρουσίασε το έργο του-  ότι δεν έγινε  καμιά γενοκτονία στον Πόντο ούτε βέβαια και στην Ιωνία, όπου τα μόνα εγκλήματα διαπράχτηκαν από τον ελληνικό στρατό (Stelyo Berberakis, «Pontus’ta soykırım yok ama çok kan döküldü», εφημ.  Sabah,  31 Δεκεμβρίου 2008).  Στην ίδια κατηγορία μπορούν να ενταχθούν και οι νέοι ιστορικοί του Τμήματος Ιστορίας του Κομουνιστικού Κόμματος, που αναπαράγουν την κλασική φιλοκεμαλική-αντιμικρασιατική άποψη, όπως αυτή διατυπώθηκε από το Νίκο Ζαχαριάδη του 1935 και κωδικοποιήθηκε στις εκδόσεις του ΚΜΕ-Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών («O Νίκος Ζαχαριάδης για τη Μικρασιατική Καταστροφή», https://kars1918.wordpress.com/2012/10/06/zahariadis-theodoridis/).

[78]  Η κατηγορία αυτή εκπροσωπείται από Νεοέλληνες ιστορικούς που διακρίνονται για τη σημαντική τους συμβολή σε ζητήματα θεωρίας. Όμως στα ζητήματα της συγκεκριμένης ιστορικής εμπειρίας αναπαράγουν, μενέα φρασεολογία, τα παραδοσιακά σχήματα. Εκτός από τη διατυπωμένη από το 2001 άποψη ότι μόνο το Ολοκαύτωμα αποτελεί γενοκτονία, χαρακτηριστική ήταν η αδιάφορη και ουδέτερη παρουσίαση του φαινομένου της νέας ποντιακής προσφυγιάς μετά τη σοβιετική κατάρρευση. Με τις προσεγγίσεις τους, το κράτος απαλλάσσεται από τις ιστορικές του υποχρεώσεις, ενώ το φαινόμενο της ύπαρξης νέων Ποντίων προσφύγων από την ΕΣΣΔ (Μικρασιάτες πρόσφυγες που καλύπτονται από τη Συνθήκη της Λωζάννης) μετατίθεται στην κατηγορία των αλλοεθνών μεταναστών: «…οι Ινδοί και οι Πακιστανοί της Βρετανίας, οι Ινδονήσιοι της Ολλανδίας, οι Αιθίοπες της Ιταλίας, οι Αλβανοί και οι Ρωσοπόντιοι της  Ελλάδας κ.τ.λ. αποτελούν σημερινούς ή αυριανούς πολίτες της Ευρώπης απέναντι στους οποίους οι θεσμοί οφείλουν να συμπεριφέρονται ουδέτερα.» (Αντ. Λιάκος, «Νέες Εποχές», εφημ. Το Βήμα,  22 Οκτωβρίου 2000).  Παρατηρείται εμμονή σε προκατασκευασμένα σχήματα –που στην καλύτερη των περιπτώσεων χαρακτηρίζονται από αγνωστικιστική προδιάθεση- για  τα γεγονότα που συνέβησαν στην Ανατολή (1908-1923). Ακόμα και το τεκμηριωτικό υλικό, προέρχεται από τις αποδεδειγμένα προκατειλημμένες γαλλικές πηγές εκείνης της εποχής. Η αμφιβολία έως σήμερα -σε αντίθεση με τους Τούρκους αντιεθνικιστές μελετητές- για το «ποιος έκαψε τη Σμύρνη», όπως και η αποσιώπηση των ακαδημαϊκών εργασιών που τεκμηριώνουν το ιστορικό γεγονός της Γενοκτονίας, είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα μιας ρεβιζιονιστικής επιστημονικής στάσης. (βλ.: Αντώνης Λιάκος, «Εισαγωγή» στο Το 1922 και οι πρόσφυγες, μια νέα ματιά, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2011. Επίσης βλ. τα σημεία που αφορούν το ποντιακό ζήτημα και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρά Ασία στο: Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007.) Στην τελευταία κατηγορία  εντάσσεται και η άποψη του ιστορικού Θάνου Βερέμη, όπως διατυπώθηκε στο ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού με τίτλο «Σμύρνη – Η Καταστροφή μιας Κοσμοπολίτικης Πόλης 1900-1922». Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και μια φαινομενικά ενδιάμεση στάση, που προέρχεται κυρίως από τον φιλοσταλινικό χώρο και προσεγγίζει το θέμα αυτό με ειρωνικό τρόπο, τοποθετώντας την ανάδειξη του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας στην υπερβολή των  υποστηρικτών (βλ.  «Μια “συζήτηση” με τον Γιώργο Μαργαρίτη», https://kars1918.wordpress.com/2010/10/28/margaritis/).

[79] Πολλές φορές αποδίδεται στον όρο «γενοκτονία» ένα περιεχόμενο διαφορετικό απ αυτό που όρισε ο νομοθέτης με αποτέλεσμα να απορρίπτεται συχνά αυτό το αυθαίρετο περιεχόμενο. Το μεθοδολογικό λάθος προέρχεται από μια παρανόηση: οι έννοιες «εθνοκάθαρση», «έγκλημα πολέμου», «μαζικές σφαγές», «εξόντωση», «καταστροφή» ανήκουν σε άλλη κατηγορία από τον όρο “γενοκτονία”. Ο όρος «γενοκτονία» αποτελεί νομικό όρο του Διεθνούς Δικαίου για να χαρακτηριστεί μια συγκεκριμένη βίαιη πράξη και όχι λέξη της καθομιλουμένης. Η «εθνοκάθαρση» ή το «έγκλημα πολέμου» ή η «καταστροφή» ή η «μαζική σφαγή» μπορεί να χαρακτηριστεί γενοκτονία μόνο εάν υπακούει στα σχετικά κριτήρια , όπως ορίστηκαν από τον ΟΗΕ με τη Σύμβαση του 1948.

Σύμφωνα με τη σχετική Σύμβαση, γενοκτονία είναι:

«η εσκεμμένη προσπάθεια καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας», με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

α) τον φόνο μελών της ομάδας,

β) την πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας,

γ) τη σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής υπολογισμένων, έτσι ώστε να επιφέρουν τη φυσική τους καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει,

δ) την επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή γεννήσεων στο εσωτερικό της ομάδας και
ε) την υποχρεωτική μεταφορά των παιδιών της ομάδας σε κάποια άλλη»….

[80] Σε συμβολικό επίπεδο, χαρακτηριστική θα είναι η αδιάφορη αντιμετώπιση του Les Grecs pontiques. Diaspora, identite, territories, σε επιμέλεια Michel Bruneau,  εκδ. CNRS, Παρίσι, 1998. Η έκδοσή του στα ελληνικά θα γίνει τελικά από έναν μικρό, περιφερειακό εκδοτικό οίκο. Αντίστοιχη αδιαφορία θα υπάρξει και για το διεθνές επιστημονικό συμπόσιο που διοργανώθηκε στην Αθήνα με αφορμή την επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων (Μάιος 2009), όπου συμμετείχαν επιστήμονες όπως ο σημαντικός Τούρκος ιστορικός  Taner Aksam, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο  Clark  της Μασαχουσέτης, με θέμα «Ottoman Documents and Expulsion of Greeks from Asia Minor in 1913-1914», ο Roger Smith ομότιμος καθηγητής πολιτικών επιστημών και πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη μελέτη των Γενοκτονιών  (IAGS) με θέμα  «The Concept of Genocide: origin, meaning, related concepts, denial» και ο George Shirinian, διευθυντής του    Zoryan Intitute στο Τορόντο του Καναδά με θέμα: «Ottoman Documents and Expulsion of Greeks from Asia Minor in 1913-1914».

[81] H παραγνώριση της ιστορίας των Eλλήνων της Mικράς Aσίας δεν είχε περάσει απαρατήρητη από σημαντικούς ξένους ελληνιστές. O ιστορικός Richard Clogg, καθηγητής στην Oξφόρδη, διαπιστώνει: «…τάση παραμέλησης της ιστορίας έχει υπάρξει και σε σχέση με την ιστορία της ελληνικής Aνατολής. Yπήρχαν πολύ μεγάλοι ελληνικοί πληθυσμοί εκτός των περιοχών που απαρτίζουν σήμερα το ελληνικό κράτος, στα Bαλκάνια, στην Kωνσταντινούπολη, στη Mικρά Aσία και ειδικά στις δυτικές ακτές, στα παράλια της Θάλασσας του Mαρμαρά και στη Mαύρη Θάλασσα, στην Kαππαδοκία και στον Πόντο… Aυτός ο κόσμος με είχε συνεπάρει ήδη από το καλοκαίρι του 1960, όταν είχα μείνει για δύο μήνες στην Tραπεζούντα του Πόντου… Eκεί, τα τεκμήρια της ελληνικής παρουσίας, που είχε σβήσει μόλις 40 χρόνια πιο πριν, ήταν αναρίθμητα… Eνας ολόκληρος ελληνικός κόσμος είχε χαθεί μόλις πρόσφατα. Yπήρξε κάτι που με συνεπήρε από τότε, ειδικά επειδή μέχρι τότε δεν είχα ακούσει τίποτε γι’ αυτόν τον κόσμο». (Richard Clogg, «Η Ελληνική Διασπορά: Μια εισαγωγή», στο Άτλας της Ελληνικής Διασποράς, τόμ. 1, εκδ. Αλέξανδρος, Αθήνα, 2001, σελ. 35-45)

[82] Α. Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19οςαι.-1919, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, σελ. 523 από το: Ευ. Λούβη, κ.ά. Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ’ Γυμνασίου, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2009.

[83] Στη θεώρηση αυτή απάντησε ο Israel Charny, Executive Director, Institute on the Holocaust and Genocide, Jerusalem με μια εισήγησή του σε συνέδριο που έλαβε χώρα στις 19 Σεπτεμβρίου 2010 στην Αθήνα. Η εισήγηση του Charny είχε τον εξής τίτλο: «The Psychology of Denying Other Victims: The Quest for Exclusivity and Superiority (disturbingly, not unlike similar motives in those who commit Genocide)» [Η Ψυχολογία της άρνησης ύπαρξης άλλων θυμάτων: Η απαίτηση της αποκλειστικότητας και της υπεροχής (ανησυχητικά, περί των ανόμοιων κινήτρων αυτών που διέπραξαν Γενοκτονία)] http://webtv.pontos.gr/video/2413

[84]  Χριστίνα Κουλούρη, «Η Δίκη  των  Έξι  και  ο  Κολοκοτρώνης», εφημ. Το Βήμα,  14 Φεβρουαρίου 2010.

[85]  Χριστίνα Κουλούρη, ό.π. Για την απόφαση του Άρειου Πάγου βλ.: Τάκης Α. Σαλκιτζόγλου, «Σχόλιο στην Απόφαση 1675/2010 του Άρειου Πάγου», εφημ. Μικρασιατική Ηχώ, νο. 409, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011, σελ. 9-12, Βλάσης Αγτζίδης, «Γιασασίν (ζήτω) ο Γούναρης», εφημ. Ελευθεροτυπία, 30 Οκτωβρίου 2011.

[86]  Αντώνης Λιάκος, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία, εκδ. Πόλις, 2007, σελ. 22.

64 comments so far

  1. Βλάσης Αγτζίδης on

    GENOCIDE SCHOLARS ASSOCIATION OFFICIALLY RECOGNIZES OTTOMAN
    GENOCIDES AGAINST ARMENIANS, ASSYRIANS, GREEKS, AND OTHER
    CHRISTIANS
    Issuing Organization: International Association of Genocide Scholars (IAGS)
    http://genocidescholars.org
    Date: December 26, 2007
    The International Association of Genocide Scholars (IAGS) has voted overwhelmingly to recognize
    the genocides inflicted on Assyrian, Greek, Armenian and other Christian and religious minority
    populations of the Ottoman Empire between 1914 and 1923.
    The resolution passed with the support of over eighty percent of IAGS members who voted. The
    resolution (full text below) declares that “it is the conviction of the International Association of
    Genocide Scholars that the Ottoman campaign against Christian minorities of the Empire between
    1914 and 1923 constituted a genocide against Armenians, Assyrians, and Pontian and Anatolian
    Greeks.”
    It “calls upon the government of Turkey to acknowledge the genocides against these populations, to
    issue a formal apology, and to take prompt and meaningful steps toward restitution.” …….
    http://itwasgenocide.armenica.org/IAGS_1915_genocide_recognition.pdf
    ————————
    Eπίσης δείτε:
    http://www.genocidetext.net/iags_resolution_supporting_documentation.htm

    ==============================================================================================

    “«Ενας ιστορικός, ο Ιγκνατσί Σχίπερ, ο οποίος πέθανε στο στρατόπεδο του Μάιντανεκ, το εξηγεί πολύ καλά: “Ολα εξαρτώνται από αυτούς που θα μεταφέρουν τη μαρτυρία τους στις μέλλουσες γενιές, από αυτούς που θα γράψουν την ιστορία τούτης της εποχής. Η ιστορία γράφεται, κατά κανόνα, από τους νικητές. Ολα όσα γνωρίζουμε για τους λαούς που εξοντώθηκαν είναι όσα ήθελαν να πουν οι διώκτες τους. Εάν οι διώκτες μάς νικήσουν, εάν αυτοί γράψουν την ιστορία τούτου του πολέμου, τότε ο αφανισμός μας θα παρουσιαστεί ως μία από τις ωραιότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, και οι μέλλουσες γενιές θα αποτίσουν φόρο τιμής στο θάρρος αυτών των σταυροφόρων. Ο λόγος τους θα είναι Ευαγγέλιο. Μπορούν έτσι να αποφασίσουν να μας σβήσουν από τη μνήμη του κόσμου σαν να μην υπήρξαμε ποτέ, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο πολωνικός εβραϊσμός, το γκέτο της Βαρσοβίας, το Μάιντανεκ”».

    Annette Wieviorka, Το Άουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου (μτφρ. του παλιού γαλλικού της βιβλίου), εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2013, σελ. 47-48.

    Η Έλλη Λεμονίδου, απαντώντας σε ερώτησή μου, σχολίασε το συγκεκριμένο απόσπασμα ως εξής: “Δεν ξέρω αν ο Σχίπερ άφησε γραπτά. Όπου το εντόπισα, αναφέρεται ως εξής: όπως ο Schipper, που θανατώθηκε στο Μαιντάνεκ…, εμπιστεύτηκε στον Alexandre Donat: “…” και αναφέρεται το εν λόγω απόσπασμα. Ο Donat to κατέγραψε στο βιβλίο του: Alexandre Donat, The holocaust kingdom, a memoir, Holt, Rinehart and Winston, New York, 1965.

    Αυτό αναφέρεται για παράδειγμα στο Béatrice Gonzalés-Vangell, Kaddish et Renaissance. La Shoah dans les romans viennois (1991-2001) de R. Schindel, R. Menasse et D. Rabinovici, Presses Universitaires Septentrion, 2005, σ. 145. “

    • Ενδιαφέρουσες δηλώσεις επιστημόνων και προταγωνιστών υπα΄ρχουν στην εισαγωγή της απόφασης του I.A.G.S.:

      Ottoman Genocide against Christian Minorities: General Comments and Sources

      «It is believed that in Turkey between 1913 and 1922, under the successive regimes of the Young Turks and of Mustafa Kemal (Ataturk), more than 3.5 million Armenian, Assyrian and Greek Christians were massacred in a state-organized and state-sponsored campaign of destruction and genocide, aiming at wiping out from the emerging Turkish Republic its native Christian populations. This Christian Holocaust is viewed as the precursor to the Jewish Holocaust in WWII. To this day, the Turkish government ostensibly denies having committed this genocide.»

      — Prof. Israel Charney, President of the IAGS

      ————————————
      «Turks admit that the Armenian persecution is the first step in a plan to get rid of Christians, and that Greeks would come next. … Turkey henceforth is to be for Turks alone.»

      — Peter Balakian, The Burning Tigris, quoting the New York Times, September 14, 1915.

      ———————————

      «While the death toll in the trenches of Western Europe were close to 2 million by the summer of 1915, the extermination of innocent civilians in Turkey (the Armenians, but also Syrian and Assyrian Christians and large portions of the Greek population, especially the Greeks of Pontos, or Black Sea region) was reaching 1 million.»

      — Peter Balakian, The Burning Tigris, p. 285-286.

      ——————————–

      In an article for the August 1, 1926 edition of the Los Angeles Examiner, Mustafa Kemal (Atatόrk) also affirms the slaughters. Kemal writes:

      «those … left-over from the former Young Turkish Party, … should have been made to account for the lives of millions of our Christian subjects who were ruthlessly driven en masse, from their homes and massacred …»

      — Mustafa Kemal — Emile Hildebrand, «Kemal Promises More Hangings of Political Antagonists in Turkey,» Los Angeles Examiner, August 1, 1926 (Sunday edition, Section VI).

      —————————

      «If members of the United Nations pass appropriate legislation such incidents such as pogroms of Czarist Russian and the massacres of Armenians and Greeks by Turkey would be punishable as genocide.»

      — «Genocide Under the Law of Nations,» New York Times, January 5, 1947.

      ——————————–

  2. K. Solis on

    «Η «αποκατάσταση» του Βυζαντίου έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Τα κέρδη από μια τέτοια ιδεολογική κατασκευή είναι πολλαπλά. Ο χριστιανισμός ξανακερδίζει ό,τι του είχε αφαιρέσει ο Διαφωτισμός, και η λαϊκή θρησκευτική ιδεολογία των μέσων του 19ου αιώνα αφομοιώνεται αποτελεσματικά από τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο. Οι αρχαίοι Έλληνες και η ειδωλολατρική τους εποχή περιορίζονται πια στις «πραγματικές» τους διαστάσεις μέσα στο σύνολο της ελληνικής ιστορίας. Ακόμα οι Έλληνες, νόμιμοι κληρονόμοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και άρα εξίσου νόμιμοι δικαιούχοι μιας μελλοντικής Ελληνικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής, κερδίζουν το προβάδισμα σε σχέση με τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Οι βαλκανικοί εθνικισμοί είναι σε ένταση και η «ιστορική θεμελίωση» της βαλκανικής πρωτοκαθεδρίας των Ελλήνων δεν είναι ένας στόχος χωρίς σημασία. Ένα βήμα πέρα από τον εξελληνισμό του ιστορικού παρελθόντος βρίσκεται ο εξελληνισμός τον βαλκανικού παρόντος. Το σημαντικότερο όμως όφελος από την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου συνίσταται στην «τεκμηρίωση» και «δικαιολόγηση» των ελληνικών διεκδικήσεων στο σώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κληρονομιά του αρχαίου κόσμου σήμαινε για τους Έλληνες απλά ένα ένδοξο παρελθόν. Η κληρονομιά του Βυζαντίου σημαίνει σαφείς και χειροπιαστές απαιτήσεις στο παρόν. Οι κληρονόμοι του Βυζαντίου νομιμοποιούνται να διεκδικούν την πρωτεύουσα και τα σύνορα της παλιάς αυτοκρατορίας ενισχύοντας έτσι τον αλυτρωτισμό με ιστορικά επιχειρήματα.»
    Xr.Xifaras

  3. […] εκείνου του τμήματος που κατέφυγε στην ΕΣΣΔ με τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπέστη από το 1937-38 τη βία του σταλινισμού και εν τέλει […]

  4. […] Το δικό μου εισαγωγικό κείμενο έχει αναρτηθεί στο:  https://kars1918.wordpress.com/2013/07/04/1908-1923-2/. Κάποια από τα κείμενα των Τούρκων μπορείτε να τα […]

  5. Πολ. on

    Η «εκδίκηση» των Αρμενίων για την Γενοκτονία – Μία άγνωστη ιστορία
    24.04.2013 | 00:32

    ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΩΣΤΙΔΗΣ

    Οι Αρμένιοι δεν έμειναν με τα χέρια δεμένα, σ΄ότι αφορά στη Γενοκτονία. Δεν περίμεναν τη διεθνή κοινότητα για να τιμωρήσει τους σχεδιαστές της. γ Τους τιμώρησαν με τα ίδια τους τα χέρια,σε μια επιχείρηση που θυμίζει το τρόπο που έδρασαν οι ισραηλινοί μετά από τα γεγονότα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου.Γεγονότα που τα είδαμε στην ταινία ΜΟΝΑΧΟ.

    Η ομάδα των αρμένιων τιμωρών δεν ξεπερνούσε τα δέκα άτομα και έδρασε στα πλαίσια μιας μακράς προετοιμασίας.

    ΒΕΡΟΛΙΝΟ- Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ- ΜΕ ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΑΡΜΕΝΙΟΥ ΗΡΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΛΑΤ ΠΑΣΑ

    Η πρώτη εκτέλεση τούρκου αξιωματούχου πραγματοποιείται στο Βερολίνο και εντάσσεται στα πλαίσια μιας επιχείρησης που πήρε το όνομα της θεάς της εκδίκησης, Νέμεσις, από την ελληνική μυθολογία. Συγκεκριμένα, γύρω στις 11 το πρωί της Τρίτης 15 Μαρτίου 1921, στη συνοικία Σαρλότεμπουργκ, ο Σογομών Τεχλιριάν, μετά από συστηματική παρακολούθηση δέκα ημερών, κρίνει κατάλληλη τη στιγμή να εκτελέσει το σχέδιό του. Στην οδό Χάρντεμπεργκ κάνει ανύποπτος το συνηθισμένο περίπατο, ντυμένος ευρωπαϊκά και ακολουθούμενος σε απόσταση μερικών μέτρων, σύμφωνα με τα μουσουλμανικά έθιμα, από τη σύζυγό του, ο οργανωτής του μεγάλου εγκλήματος, πρώην υπουργός Εσωτερικών και μέλος της τριανδρίας των Νεότουρκων που κυβέρνησε ουσιαστικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του πολέμου, Ταλάτ Πασά.

    Ο Τεχλιριάν ξεκινά από το απέναντι πεζοδρόμιο, διασταυρώνεται με τον Τούρκο, τον προσπερνά και επιβραδύνει το βήμα του. Κατόπιν γυρίζει πίσω. Ο Ταλάτ φαίνεται σαν κάτι να διαισθάνεται, θέλει να λοξοδρομήσει και ν’ αποφύγει τον άγνωστο διαβάτη. Αλλά δεν προλαβαίνει. Ο Τεχλιριάν βγάζει το περίστροφο από την τσέπη του και με μια αστραπιαία κίνηση τον πυροβολεί στο ύψος του κεφαλιού. Μια σφαίρα είναι αρκετή. Ο γιγαντόσωμος Ταλάτ βρίσκεται ξαπλωμένος καταγής. Ο Τεχλιριάν τρέχει να εξαφανιστεί αλλά κάποιος που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση καταφέρνει να τον συλλάβει.

    Στη δίκη που συγκεντρώνει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, ο Τεχλιριάν θα υποστηρίξει ότι ενήργησε μόνος του χωρίς προμελέτη, οδηγούμενος από μια ακαταλόγιστη επιθυμία εκδίκησης των συγγενών του στη θέα του υπ’ αριθμόν 1 δήμιου των Αρμενίων που αναγνώρισε τυχαία σ’ ένα δρόμο του Βερολίνου. Είναι μια μεμονωμένη πράξη που διέπραξε ένας επιζήσας της γενοκτονίας ο οποίος έγινε επιληπτικός και ανίκανος ν’ αντέξει την ιδέα ότι ένας εγκληματίας όπως ο Ταλαάτ μπορεί να ζει ατιμώρητος μετά από τέτοιες φρικαλεότητες υποστηρίζουν οι δικηγόροι του. Πρέπει να δικαιολογήσει την πράξη του ως ένα απερίσκεπτο χτύπημα, επακόλουθο των βασάνων του, για να μπορέσει να υποστηρίξει την αθωότητά του και η δίκη του να γίνει αυτή του θύματός του, αυτού που υπήρξε ο δήμιος των συγγενών του. Επικαλείται τις ταλαιπωρίες από την εκτόπισή του, τις τρεις πληγές του, τις κρίσεις επιληψίας κάθε φορά που θυμόταν τη μητέρα του, τον αδελφό του, τις σφαγμένες μπροστά στα μάτια του αδελφές του. Πρέπει να διαβεβαιώσει ότι δεν γνώριζε καν την παρουσία του Ταλάτ στο Βερολίνο όταν ήλθε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία: μια μέρα, τον είχε συναντήσει τυχαία στο δρόμο, τον είχε ακολουθήσει από απλή περιέργεια, χωρίς κακό σκοπό. Όμως, δυο εβδομάδες πριν την εκτέλεση, μετακομίζοντας απέναντι από το σπίτι του είχε ξαναδεί στον ύπνο του τους σωρούς των πτωμάτων ανάμεσα στα οποία είχε αναγνωρίσει τα κορμιά των βασανισμένων γονιών του.

    ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΑΘΩΩΣΕ ΤΟΝ ΑΡΜΕΝΙΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ

    Τρεις μήνες μετά την εκτέλεση, οι ένορκοι του κακουργιοδικείου του Βερολίνου αθωώνουν τον κατηγορούμενο για το έγκλημα εκ προμελέτης. Η αθώωσή του γίνεται δεκτή με ενθουσιώδη χειροκροτήματα από ένα πλήθος συμπατριωτών και συμπαθούντων που είχαν κατακλύσει το δικαστήριο και θεωρείται σαν η τρανή απόδειξη για τα συναισθήματα της πολιτισμένης ανθρωπότητας απέναντι στο τερατώδες έγκλημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

    ΚΩΝ/ΠΟΛΗ -ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ- ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΟΥ ΑΖΕΡΜΠΑΪΤΖΑΝ

    Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει κι ένας άλλος Αρμένιος τιμωρός, ο Μισάκ Τορλακιάν που θα σκοτώσει στην Κωνσταντινούπολη, τον υπουργό Εσωτερικών του Αζερμπαϊτζάν, Μπεχούντ Χαν Τζιβανσίρ, υπεύθυνο της σφαγής 20.000 Αρμενίων κατά την είσοδο των Τούρκων στο Μπακού το Σεπτέμβρη του 1918. Στις 18 Ιουλίου 1921, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο αζέρος αξιωματούχος επιστρέφει στο ξενοδοχείο Πέρα Παλάς, συνοδευόμενος από τον αδελφό του και άλλα τέσσερα άτομα μετά από μια οινοποσία σ’ ένα γειτονικό δημόσιο πάρκο.

    Ένας μικρόσωμος άνδρας εμφανίζεται ξαφνικά στην είσοδο του ξενοδοχείου πυροβολώντας μια φορά στα πλευρά του Τζιβανσίρ που τον περνούσε ένα κεφάλι. Ο υπουργός γυρίζει λίγο το σώμα του και καταφέρνει να πιάσει το μπράτσο του θύτη του. Αυτός όμως προλαβαίνει και του φυτεύει δυο σφαίρες στο στήθος. Κι ενώ ο τραυματίας σωριάζεται καταγής, οι συνοδοί του πανικόβλητοι το βάζουν στα πόδια και κρύβονται πίσω από τα αυτοκίνητα. Οι δυο τούρκοι αστυνομικοί της φρουράς που βρίσκονται μπροστά στο ξενοδοχείο εξαφανίζονται. Ο Τορλακιάν στρίβει στη γωνία του δρόμου, αλλά ξαναεμφανίζεται ακούγοντας τις εκκλήσεις του θύματος για βοήθεια. Οι τριάντα περίπου αποσβολωμένοι μάρτυρες δεν τολμούν να επέμβουν, βλέπουν έντρομοι τον εκτελεστή να πλησιάζει και να δίνει τη χαριστική βολή στον τραυματισμένο που θα υποκύψει λίγο αργότερα κατά τη μεταφορά του στο ξενοδοχείο. Ο Τορλακιάν πυροβολεί μια φορά στον αέρα για ν’ απομακρύνει τους αστυνομικούς που έχουν σπεύσει εν τω μεταξύ για να τον αφοπλίσουν και προσπαθούν να τον συλλάβουν. Στη συνέχεια όταν καταφθάνουν οι γάλλοι στρατιωτικοί που ανήκαν στις δυνάμεις κατοχής, ο Τορλακιάν βάζει το όπλο του στη σκεπή ενός αυτοκινήτου και παραδίδεται. Οι στρατιώτες τον συνοδεύουν μέχρι το αστυνομικό τμήμα, ενώ το πλήθος τον ξυλοκοπεΊ μέχρι που λιποθυμάει. Στους Γάλλους και κατόπιν στους Άγγλους αξιωματικούς που τον ανακρίνουν, απαντά ότι η οικογένειά του εξοντώθηκε με διαταγή του Τζιβανσίρ στο Μπακού και δείχνει τις τρεις ουλές που φέρει στο σώμα του ενώ μια σφαίρα είναι σφηνωμένη στο μηρό του απ’ αυτή τη σφαγή.

    ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΗΚΕ Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ ΑΛΛΑ ΑΠΛΑ ΑΠΕΛΑΘΗΚΕ

    Η δίκη του Τορλακιάν αρχίζει στα τέλη Αυγούστου, ενώπιον του βρετανικού στρατιωτικού δικαστηρίου στο κτίριο της παλιάς οθωμανικής σχολής πολέμου. Διαρκεί δυο μήνες και ο συνήγορος υπεράσπισης στηριζόμενος στο πόρισμα του γιατρού-πραγματογνώμονα, υποστηρίζει ότι ο πελάτης του αφού καταλήφθηκε από επιληψία – όπως ο Τεχλιριάν – είχε αντιδράσει όντας σε κατάσταση κρίσης στην ανάμνηση των σφαγών των συγγενών του στο Μπακού, όταν πληροφορείται για την παρουσία του Τζιβανσίρ στην Κωνσταντινούπολη. Στις 20 Οκτωβρίου, ο Τορλακιάν κρίνεται ένοχος χωρίς να του επιβληθεί ποινή λόγω ψυχικής διαταραχής τη στιγμή των γεγονότων. Έτσι αφού θεωρείται ανεύθυνος για τις πράξεις του, απελαύνεται στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής.

    Ο θάνατος του Τζιβανσίρ, όπως και του Ταλαάτ εγγράφεται σε μια σειρά προμελετημένων και επιμελώς προετοιμασμένων πράξεων από ένα κρυφό δίκτυο που σχηματίστηκε στους κόλπους του κόμματος της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας – Τασνακτσουτιούν με σκοπό να καταδιώξει αυτούς τους εγκληματίες πολέμου μέχρι τα πιο μυστικά κρησφύγετά τους και να τους εκτελέσει. Παράλληλα, άλλες ομάδες εκδικητών βρίσκονται στην Ευρώπη και περιμένουν τις κατάλληλες οδηγίες. Το σχέδιο είναι να χτυπήσουν τα επόμενα άτομα της λίστας με τη ρητή εντολή αυτή τη φορά να μην πιαστεί κανένας – δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναγίνουν παρόμοιες δίκες – αποφεύγοντας όσο το δυνατόν, τους άσκοπους θανάτους και τα χτυπήματα αθώων.

    ΡΩΜΗ- Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΩΝ ΝΕΩΤΟΥΡΚΩΝ ΣΑΙΤ ΧΑΛΙΜ ΠΑΣΑ

    Στις 5 Δεκεμβρίου 1921 ο Αρσαβίρ Σιρακιάν θα εκτελέσει στη Ρώμη κατά τρόπο μυθιστορηματικό – κρεμασμένος στο μαρσπιέ της άμαξας που μετέφερε το θύμα – με μια σφαίρα στο κεφάλι, τον πρώην αρχηγό της κυβέρνησης των Νεότουρκων Σαΐντ Χαλίμ μετά από συστηματική παρακολούθηση πέντε μηνών.

    ΒΕΡΟΛΙΝΟ- ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΑΧΑΝΤΙΝ ΣΑΚΙΡ ΚΑΙ ΤΖΕΜΑΛ ΑΖΜΙ.
    Ο Σιρακιάν μαζί με τον Αράμ Γεργκανιάν θα ξαναχτυπήσουν στο Βερολίνο στις 17 Απριλίου 1922 ταυτόχρονα τον δρ. Μπεχαεντίν Σακίρ, έναν από τους κυριότερους υπεύθυνους της γενοκτονίας και τον πρώην διοικητή της Τραπεζούντας, Τζεμάλ Αζμί.

    ΤΙΦΛΙΔΑ – Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΤΖΕΜΑΛ ΠΑΣΑ

    Η καταδίωξη του πρώην υπουργού Ναυτικών, Τζεμάλ Πασά, μέλους της τριανδρίας των Νεότουρκων, που έγινε σύμβουλος των Σοβιετικών στις καυκασιανές υποθέσεις, θα οδηγήσει τους αποφασισμένους κομάντος Στεπάν Τζαγικιάν, Μπεντρός Τερ Μπογοσιάν και Αρντασέζ Κεβορκιάν να τον εκτελέσουν στις 25 Ιουλίου 1922, μπροστά στο στρατηγείο της Τσέκα, (πολιτικής αστυνομίας των μπολσεβίκων) στην Τιφλίδα.

    ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΝΒΕΡ ΠΑΣΑ

    Ο Ενβέρ Πασάς, το τρίτο μέλος της τριανδρίας των Νεότουρκων, πρώην υπουργός Πολέμου, που είχε στραφεί προς την κομμουνιστική κυβέρνηση της Μόσχας, θα σκοτωθεί στις 4 Αυγούστου 1922 από μια διμοιρία αρμενίων μπολσεβίκων κοντά στη Σαμαρκάνδη, στα σύνορα του Αφγανιστάν, όντας επικεφαλής μιας ομάδας επαναστατημένων μουσουλμάνων του εμιράτου της Μπουχάρας και

    ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡ. ΝΑΖΙΜ

    Ο δρ. Ναζίμ, ο τελευταίος που απέμεινε από τη λίστα των εκδικητών, θα εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού στην Άγκυρα στις 26 Αυγούστου 1926. Διότι διότι συνωμότησε εναντίον του κεμαλικού καθεστώτος. Η θεία δίκη.

    Έτσι λίγα χρόνια μετά το 1915 δεν έμεινε ούτε ένας επικεφαλής της οργάνωσης της γενοκτονίας των Αρμενίων. Οι ίδιοι οι Αρμένιοι δίκασαν και εκτέλεσαν με το ίδιο νόμισμα. Η επιχείρηση Νεμεσις μόλις είχε ολοκληρωθεί.
    Αυτό που ζητούν τώρ οι Αρμένιοι είναι η αναγνώριση της γενοκτονίας απο την ίδια την Τουρκία.

  6. […] που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατο…», που κυκλοφόρησε από την […]

  7. Ένα υπόμνημα πέντε Μητροπολιτών της Μικρασίας προς τους εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων για τον αμείλικτο διωγμό των Χριστιανών από την Τουρκική κυβέρνηση (1914)
    Posted on 30 Νοεμβρίου 2013
    Καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» ένα υπόμνημα πέντε Μητροπολιτών περιοχών της Μικρασίας – το υπόμνημα αυτό απευθύνεται στους εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων και διεκτραγωδεί τον αμείλικτο διωγμό των Χριστιανών βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου επιδιώκοντος την εξόντωσιν του Χριστιανικού πληθυσμού και τον εξισλαμισμό των περιοχών, πάντα ταύτα εν έτει 1914, προ της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.

    Ας δούμε λοιπόν, ας διαβάσουμε με προσοχή, τι γράφουν στο υπόμνημά τους αυτό οι Μητροπολίτες Εφέσου (Ιωακείμ) – Σμύρνης (Χρυσόστομος) – Φιλαδελφείας (Χρυσόστομος, μετέπειτα και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος με ισχυρούς δεσμούς με την πόλη μας, την Νέα Φιλαδέλφεια) – Κρήνης (Θεόκλητος) – και Ηλιουπόλεως (Σμάραγδος):

    Το λιμάνι της Φώκαιας. Φωτογραφία του Φελίξ Σαρτιώ, από την έκδοση του Ριζαρείου Ιδρύματος «Φώκαια 1913-1920″.
    Το λιμάνι της Φώκαιας. Φωτογραφία του Φελίξ Σαρτιώ, από την έκδοση του Ριζαρείου Ιδρύματος «Φώκαια 1913-1920″.

    «Οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται Εφέσου, Σμύρνης, Φιλαδελφείας, Κρήνης, Ηλιουπόλεως, συμμορφούμενοι προς εκφρασθείσαν επιθυμίαν των κυρίων αντιπροσώπων των εν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβειών των Μεγάλων Δυνάμεων, λαμβάνουν την τιμήν να εκθέσουν τας σκέψεις αυτών επί της σημερινής καταστάσεως, ήτις προυκάλεσε την αποστολήν αυτών εις το βιλαέτιόν μας.

    Το έργον της εξοντώσεως του Χριστιανικού στοιχείου δεν είναι νέον και δεν αποτελέι γεγονός μεμονωμένον και τυχαίον.

    Φαίνεται ότι είναι η προτελευταία φάσις, (η τελευταία ίσως μας επιφυλάσσεται υπό τον τύπον γενικής σφαγής ως η των Αρμενίων), του μίσους και του φανατισμού των Μουσουλμάνων μέχρι παροξυσμού, εξαρθέντος παρά του σωβινιστικού Τουρκικού τύπου, συμβουλεύοντος συνεχώς δια φλογερών άρθρων την εξόντωσιν των Χριστιανών, και της οποίας η πρώτη των εκδήλωσις είναι το μποϊκοτάζ, καθιστάμενον από ημέρας εις ημέραν σφοδρώτερον και οι μεμονωμένοι φόνοι, οίτινες ενσπείρουν τον πανικόν.

    Του μεγάλου έργου της εξοντώσεως των Χριστιανών προηγήθη η απόλυσις των παρά τη Οθωμανική Κυβερνήσει, ή εις τας διαφόρους Οθωμανικάς υπηρεσίας Ελλήνων υπαλλήλων, ο εξοπλισμός των Τούρκων χωρικών ιδίως των κατοικούντων εις τα παράλια, ο αφοπλισμός εξ άλλου όλων των Χριστιανών των οποίων αφηρέθηκαι το κυνηγετικόν όπλον ακόμη, η καταπίεσις των προυχόντων του βιλαετίου Προύσης και Αϊδινίου, η απέλασις των Ελλήνων προυχόντων Σμύρνης, ο διορισμός εις θέσεις εμπιστευτικάς φανατικών πρακτόρων επί των οποίων υπάρχει απόλυτος εμπιστοσύνη δια την εκτέλεσιν του καταστρωθέντος σχεδίου.

    Προς πραγματοποίησιν του σχεδίου τούτου μυστικαί οργανώσεις ειργάσθησαν υπό την επαγρύπνησιν, την διεύθυνσιν και την προστασίαν των κυβερνητικών οργάνων αποτελεσματικώτατα.

    Όλα τα γεγονότα, τα οποία λεπτομερώς θα εκθέσωμεν και τα οποία συνίστανται εις διωγμούς μετά κλοπών, φόνων και λεηλασιών, δεν πρέπει να θεωρηθούν ως γεγονότα μεμονωμένα και τυχαία. Απ” εναντίας αποτελούσι σειράν γεγονότων, εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένων και μετά ταχύτητος εκτελεσθέντων προς πραγματοποίησιν προγράμματος ωρισμένου και εκ των προτέρων συνταχθέντος. Παντού πράγματι τα μέσα και ο τρόπος της εκτελέσεως ομοιάζουν. Πας όστις παρέστη εις μίαν των τρομερών αυτών σκηνών, αίτινες εξετυλίχθησαν εις τα φιλήσυχα μέρη όπου το Ελληνικόν στοιχείον υπερείχε, δύναται να σχηματίση ιδέαν ακριβή των διαπραχθέντων και εις τας άλλας πόλεις και τα χωρία της Ανατολής. Εξαίρεσιν απετέλεσαν αι πόλεις και τα χωρία άτινα αμυνόμενα υπέρ βωμών και εστιών αντετάχθησαν κατά των επιδρομέων. Τα χωρία ταύτα ως το Σερέ-κιοϊ, Γκερέ-κιοϊ, Σουλουτζούν και ολόκληρος η περιφέρεια της αρχαίας και νέας Φωκαίας κατεστράφησαν τελείως και επυρπολήθησαν.

    Ιδού άλλως τε το σύστημα της δράσεως των Μουσουλμάνων. Ο Καϊμακάμης και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής καλούν τους Δημογέροντας και τους προύχοντας του τόπου και τους συνιστούν ν” αναχωρήσουν διότι δεν είναι πλέον ανεκτοί. Ούτως ενήργησεν ο Καϊμακάμης Περγάμου Αρήφ Χιαμπή Βέης, ο Καϊμακάμης Αδραμυττίου, ο Καϊμακάμης Καράβουρνου, ο Μουδίρης του Μοντόβου, ο Αρχηγός της μυστικής οργανώσεως του Τσεσμέ Καραμπίνας Ζαδέ Αλή Βέης, ο Αρχηγός της Χωροφυλακής και ο Λιμενάρχης, ο Δήμαρχος, ο Δημοτικός Ιατρός Σαΐμ Βέης και ο άλλοτε Μουφτής Σερί Βέης της αρχαίας Φώκαιας, ο Διοικητής της Χωροφυλακής Μαινεμένης Ταλάτ Βέης και όλοι οι κυβερνητικοί υπάλληλοι των ανωτέρω Διαμερισμάτων. Μετά ταύτα άοπλοι ορδαί βασιβουζούκων και βαρβάρων ζεϊμπέκηδων ώρμησαν κατά των Χριστιανικών χωρίων, ελκυόμενοι εκ της ελπίδας πλουσίας λείας και διήρπασαν τας περιουσίας των Χριστιανών, τας οποίας θεωρούν ως εθνικήν περιουσίαν, διότι οι διοργανωταί των διωγμών έχουν από πολλού διδάξη τους επιδρομείς αυτούς ότι αι περιουσίαι των Χριστιανών ήσαν ιδία αυτών κληρονομία, οίτινες δεν έπρεπε πλέον να είναι ανεκτοί παρά των Μουσουλμάνων.

    Δύναται πας τις να φαντασθή κατόπιν των ανωτέρω πώς το σχέδιον αυτό από πολλού ωρίμασεν, καταχθονίως εξετελέσθη και ο μόνος σκοπός ήτο η εξόντωσις των Χριστιανών.

    Ουαί εις τους Χριστιανούς, οίτινες δεν υπεχώρουν αμέσως εις τα τρομακτικά μέτρα της Χωροφυλακής και των κυβερνητικών υπαλλήλων.

    Την ιδίαν νύκτα αρχίζουν πέριξ του χωρίου οι πυροβολισμοί, κλοπαί, απαγωγαί χωρικών, φόνοι μεμονωμένοι, καταστροφαί δια πυρός των αγροτικών οικιών. Εάν οι Έλληνες χωρικοί, οι δια τοιούτων μεθόδων τρομοκρατούμενοι, εκδηλώσουν την επιθυμίαν όπως μεταναστεύσωσι, τους ληστεύουν και τους αφαιρούν παν ό,τι έχουν, κατόπιν δε τους εκδιώκουν στερουμένους των πάντων. Εάν επιμείνουν υπερασπίζοντες τας εστίας των, τας πόλεις των, τους βωμούς των, αι ένοπλοι ορδαί κατέρχονται εκ των πέριξ ορέων εις ωρισμένην ημέραν και ώραν υπακούοντες εις δοθείσας διαταγάς, εισβάλουν εις την πόλιν ή το χωρίον, το οποίον έχει προγραφή και το πολιορκούν. Εάν τα χωρία απαντήσουν εις τους πυροβολισμούς αι αυταί ορδαί οδηγούμεναι παρ” αξιωματικών, χωροφυλάκων ή αγροφυλάκων και αποστράτων αξιωματικών ορμούν ως τακτικός στρατός προς καταστροφήν των χωρίων. Και τότε θρηνούμεν θύματα μεγάλων σφαγών και τρομερών καταστροφών, ως ήδη εγένετο εν Σερέ-κιοϊ και Γκερέ-κιοϊ και εις όλην την περιφέρειαν Φωκαίας. Δι” όλους αυτούς τους λόγους η ανωφελής παρουσία αυτών υπήρξεν απεναντίας αφορμή επιδεινώσεως της καταστάσεως.

    Πράγματι, εάν οι υπάλληλοι αυτοί μεταβάντες εις τας ερημωθείσας χώρας, ως η πόλις του Αδραμυττίου και αι επαρχίαι της Περγάμου, Φωκαίας, Τσεσμέ και Καραμπουρνού, ετηλεγράφησαν εκείθεν, ότι αποκατέστη πλήρης τάξις, αλλά τούτο διότι Χριστιανικοί πληθυσμοί δεν υπάρχουν εις τα μέρη ταύτα προς εξόντωσιν, καθ” ότι οι τελευταίοι ούτοι εξεδιώχθησαν ή απεγυμνώθησαν.

    Προς συμπλήρωσιν της καταστροφής αποστέλλουν οι ίδιοι εις τας εκκενωθείσας πόλεις και χώρας μουατζήριδες (μετανάστας) εκ του εσωτερικού προς εποικισμόν.

    Πράγμα το οποίον αποδεικνύει ότι εννοούν να επωφεληθούν των καρπών της λεηλασίας και καταστροφής, ην προυκάλεσαν. Η επίσκεψίς των εις μέρη μη καταστραφέντα ως το Τζιρίχ, Μπαϊνδίρ, κλπ. έσχεν ως αποτέλεσμα, ως αγγέλουν αι εκείθεν ειδήσεις, την απότομον επιδείνωσιν της καταστάσεως.

    Δια να μην αναφέρωμεν άλλα γεγονότα παραθέτομεν το εξής επίσημον τηλεγράφημα της Κοινότητος των Θείρων , ληφθέν σήμερον:

    «Από της αφίξεως του Γενικού Διοικητού το μποϊκοτάζ κατέστη σφοδρότερον. Η αγορά έκλεισεν. Αι καπνοφυτείαι και οι αγροί εγκατελείφθησαν. Οι καλλιεργηταί φοβούνται να μεταβούν εις τας εργασίας των. Οι πληθυσμοί ζητούν να μεταναστεύσουν. Η Κυβέρνησις εμποδίζει. Ενεργήσατε το ταχύτερον, όπως μεταβώμεν εις Σμύρνην και διαφύγωμεν την ανυπόφορον κατάστασιν».

    Και ήδη, κύριοι, δύνασθε να εννοήσητε ποία είναι τα εσωτερικά ελατήρια του καταχθονίου αυτού μηχανισμού, τα οποία κατά τον εικοστόν αιώνα και εν καιρώ ειρήνης υπό τα όμματα της Ευρώπης της χριστιανικής και πεπολιτισμένης οργανώνουν και κατεργάζονται κατά των Χριστιανών αμείλικτον διωγμόν, καταδίωξιν απαραδειγμάτιστον εν τη ιστορία, δια της οποίας επιδιώκεται η εξόντωσις του Χριστανικού πληθυσμού και ο εξισλαμισμός των μερών αυτών.

    Φρονούμεν ότι η μόνη αποτελεσματική θεραπεία προς εξασφάλισιν ζωής ανεκτής των Χριστιανών εν Τουρκία είναι η πιστή εφαρμογή των εξής αξιώσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου:

    1) Επιστροφή των προσφύγων εις τας εστίας των.
    2) Απόδοσις των περιουσιών των.
    3) Αποζημίωσις.
    4) Κατάπαυσις του μποϊκοτάζ.
    5) Εγγυήσεις.
    6) Σχηματισμός Μικτής Επιτροπής προς διενέργειαν της εκ νέου αποκαταστάσεως των προσφύγων εις τας εστίας των.

    Οι υπογεγραμμένοι δράττονται της ευκαιρίας όπως διαβεβαιώσουν υμάς, κύριοι, περί της απολύτου εκτιμήσεώς των, και επικαλούνται την ευλογίαν του Θεού επί του ευεργετικού υμών έργου.

    Εν Σμύρνη τη 12 Ιουνίου 1914″.

    Οφείλω τώρα να σημειώσω ότι το παραπάνω υπόμνημα άντλησα από τις «Ιστορικές σελίδες περί της εκ Κασαμπά Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητος (1625-1922) …» του Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Α. Ζαχόπουλου, ο οποίος και υποσημειώνει ότι η σύνταξη του υπομνήματος αυτού «οφείλεται εις τον (επι)δέξιον κάλαμον του Φιλαδελφείας Χρυσοστόμου».

    Κώστας Π. Παντελόγλου

    http://www.kosmosnf.gr/2013/11/ypomnima/

  8. Ένα πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο, είναι το εξής:

    Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922
    Η Στρατιωτική Ιστορία

    http://mikrasiatikhekstrateia.gr/

    ————————————————————–

    ΕΠΙΣΗΣ:

    THE GREEK GENOCIDE AND THE AMERICAN SOURCES
    http://www.genocidescholars.org/sites/default/files/document%09%5Bcurrent-page%3A1%5D/documents/IAGS%202011%20THEOFANIS%20MALKIDIS_0.pdf

  9. Henry C. Theriault – L’Un et le Multiple : Ontologie du génocide contre les minorités dans l’empire ottoman / The One and the Many : The Ontology of Genocide Against Minorities in the Ottoman Empire

    © Gorgias Press, 2006

    L’Un et le Multiple
    Ontologie du génocide contre les minorités dans l’empire ottoman

    par Henry C. Theriault

    The Armenian Weekly, April 2013

    La métaphysique du rapport entre l’unité et la multiplicité a longtemps été contestée dans le milieu scientifique, politique, historiographique et autre. Même les termes que nous utilisons pour renvoyer à des tensions diverses nous conduisent souvent inévitablement à favoriser tel ou tel terme : l’atome et la molécule, la partie et l’ensemble, l’un et le multiple, l’individu et les masses, le sujet et l’Etat, et ainsi de suite.

    Or, il existe souvent une sorte de support matériel d’un côté envers l’autre : il s’agit de l’atome, constituant l’unité fondamentale de la matière, et non de la molécule ou du composé (ni même du proton, du quark ou de toute autre particule subatomique). Dans le champ social, néanmoins, même ce genre de particularités physiques objectives, bien qu’elles puissent exister, n’ont pas d’emprise. En réalité, les êtres humains sont physiquement distincts entre eux. Pourtant, l’être humain individuel semble dépendant des autres êtres humains, non seulement pour sa simple survie, mais aussi pour son développement émotionnel et intellectuel. Si des linguistes rationalistes comme Noam Chomsky ont raison, alors nos esprits sont fondamentalement sociaux, en ce que (le mécanisme social fondamental du) langage est naturellement inscrit en eux et constitue la forme même de la pensée. Plus nous nous intéressons à ces questions, plus ce genre de rapport semble ambigu. Songeons aussi aux conflits politiques majeurs, sans parler des oppressions et des extrémismes dénaturés, suscités par les tenants de tel ou tel côté, quant à savoir si le citoyen ou la nation/l’Etat, l’individu ou la race, etc., est prioritaire.

    Cette tension conceptuelle devient plus fondamentale encore, lorsque nous abordons des questions historiques, l’interprétation recouvrant alors la matérialité. Les données de l’histoire sont imprécises, tandis que chaque ensemble permet de proposer tout un éventail de récits cohésifs. Parallèlement, des facteurs matériels, comme des déclarations d’intention de détruire, de la part des perpétrateurs de génocide, ou des modèles cohérents d’actions exterminatrices qui ne sauraient être fortuites, ou encore des logiques présidant à des situations structurelles, comme les différents groupes dans l’empire ottoman, occupant des positions similaires au sein du système du millet et connaissant un sort semblable lors du processus génocidaire ottoman visant les minorités. Qui plus est, l’analyse d’un événement unitaire dans l’espace et le temps est, en fin de compte, arbitraire, en ce sens qu’il autorise plus d’une analyse, et pas n’importe laquelle. Le génocide arménien inclut-il les événements des années 1890, de 1909, 1914 et 1915 ? S’acheva-t-il en 1918, 1923 ou beaucoup plus tard ? La Révolution française fut-elle une série d’événements particuliers ou bien un seul événement prépondérant ? Ou les deux à la fois ? Des variantes locales et médianes fragmentent l’événement, au point que ce qui semble être un événement singulier, complexe au plan interne, peut tout aussi bien être considéré comme une série d’événements et de moments distincts, lesquels ne sont pas connectés au plan linéaire et causal (dans une chaîne de causalités), mais qui, à un certain point, sont fonction de forces variées, en sorte que la situation suivante n’est pas entièrement déterminée par la précédente dans la succession des événements conçue rétroactivement comme la Révolution française. Or, l’on peut tout autant pousser les choses dans l’autre sens. Le meurtre des Arméniens, de retour après la chute du régime Jeune-Turc, constitua-t-il le début d’un nouveau cycle d’actes de violence, ou bien fut-il une continuation du génocide ? A bien y réfléchir, il semble que la violence et l’enracinement antérieur de l’idéologie, qui y présidait, rendirent possible et déterminèrent largement ces massacres ultérieurs, donnant à penser que le noyau dur du génocide est inséparable du meurtre des Arméniens, qui s’ensuivit.

    Ou bien le cadre interprétatif forge-t-il toujours les possibilités matérielles, si nous décidons qu’il le fasse ? Toute « unité » est-elle fonction de la conscience, et ce, quel que soit ce que nous voulons qu’elle soit (comme le proposent les relativistes postmodernes) ou quel que soit ce que nos préjugés et nos limites conceptuelles en décident (comme le soutiennent certains surdoués, se situant au-dessus de ce genre de limites, en vertu de leur capacité à transcender le « nationalisme » ou quelque autre point de vue réputé limité) ?

    Il existe de nombreuses modalités par lesquelles nous pouvons tenter de nous extraire de ce bourbier d’ambiguïtés, s’agissant de savoir non seulement ce qu’est une juste interprétation des événements, mais aussi le bon cadre interprétatif. Ces deux tendances, pourrait-on dire, l’une à l’unification et l’autre à la fragmentation, sont centrales et liées entre elle, se focalisant sur des éléments qui rendent possible l’évaluation des composés ou des ensembles supra-individuels, ainsi que sur l’unité primordiale des processus historiques donnant cadre et sens à des événements distincts. Choisir tel ou tel point de vue comme correct revient à perdre les contributions centrales de l’un ou de l’autre, comme faisant partie d’une approche globale des événements historiques, laquelle nous permet de les considérer à la fois dans leurs spécificités en détail et leurs modèles communs, ainsi que dans leurs trajectoires causales. Nous pouvons même aller plus loin encore que cette simple structure binaire, comme nous l’expliquent des chercheurs sur le génocide tels que Scott Strauss et Uğur Ümit Üngör, si l’on veut repérer des niveaux multiples d’activité génocidaire, en se référant typiquement aux niveaux macro- (principal), micro- (local, individuel) et méso- (régionaux), bien connus. Tous les niveaux s’affectent mutuellement et tous sont essentiels à une compréhension exhaustive d’un cas de génocide. Cette approche nous permet d’établir que chaque niveau d’analyse revêt une fonction et une valeur. De plus, au plan dialectique (ou trialectique), plus nous tentons d’approcher un cas exclusivement à un de ces niveaux, plus nos découvertes et nos nécessités d’interprétation nous incitent à prendre en considération et même à dépendre des autres niveaux – en fait, plus nous devons prendre en compte les autres niveaux, fût-ce pour produire des découvertes à l’un de ces niveaux. Plus nous poussons dans un sens, plus l’autre acquiert d’importance.

    Si nous estimons que le concept a une primauté sur le fait empirique dans un sens kantien, alors le concept en tant que tel est conditionné et nécessaire. Nous devons constater des unités et des multiplicités en histoire, non seulement parce qu’elles existent dans les événements que nous étudions, mais parce que c’est ainsi que notre esprit organise le monde pour nous. Le problème, naturellement, est que les gens rationnels peuvent ne pas être d’accord quant à la manière d’organiser leurs perceptions du réel, si bien que nous avons besoin d’un principe plus profond, afin de déterminer quelle analyse des événements historiques est correcte. L’opinion selon laquelle l’explication la plus simple, qui correspond à l’ensemble des données, est la meilleure, est souvent proposée à des fins de théorisation scientifique. Or, elle aussi est incomplète. Comment définir le mot « simple » ? Qu’est-ce qu’une « corrélation optimale » ? Et quelles données excluons-nous, car toute théorie qui va au-delà d’une simple réaffirmation des données ne cadre jamais parfaitement avec ces données et exige donc de ne pas tenir compte de certaines d’entre elles.

    La solution de Quine est le « réseau de croyance. » (1) D’après ce modèle, aucune croyance distincte sur le monde n’existe indépendamment d’autres croyances ; au contraire, toutes les croyances qu’un individu porte en lui sont liées mutuellement au sein d’un réseau complexe. Si une croyance est falsifiée, cela affecte d’autres croyances qui en dépendent ou qui lui sont liées. L’interprétation la plus raisonnable de données historiques nouvelles est celle qui est la plus compatible avec l’ensemble de croyances sur le monde qu’une personne détient déjà, à savoir celle qui perturbe le moins le réseau de croyances de cette personne. Le problème évident est que des idéologies et une propagande manipulatrice, inculquées au plan social, fonctionnent précisément en détournant le réseau de croyances d’une personne de ce que d’autres, non sujettes à cette propagande, jugeraient le plus sensé. C’est précisément le réseau de croyances préexistantes sur le monde – le fait que « notre » société est intrinsèquement bonne et ne saurait perpétrer des actes atroces de génocide, que les points de vue extrêmes ont tendance à être partiaux, en sorte que la vérité, en cas de litiges, réside quelque part au milieu, etc. – que les négationnistes exploitent.

    Cela signifie-t-il que nous soyons victimes d’un relativisme post-moderniste ? C’est là que les engagements éthiques et les responsabilités pratiques peuvent jouer un rôle décisif. Le fait que les principes d’évaluation que nous utilisons puissent être en dernier ressort arbitraires ne signifie pas que ceux qui s’engagent pour les droits de l’homme ne peuvent choisir de souscrire à ce principe utilitaire de base, qui veut que « souffrir est mal », et son implication, à savoir qu’ « infliger de manière intentionnelle ou par négligence une souffrance humaine est mal. » Si ce postulat est vrai, nous pouvons alors choisir d’organiser des données historiques de manière à maximiser notre reconnaissance de la souffrance. La meilleure interprétation d’un ensemble de données historiques est donc celle qui minimise ou dissimule le moins les dimensions de la souffrance. De même, un souci pratique évident consiste à saisir autant de détails que possible au sein d’une « unité ». En termes néo-hégéliens, c’est précisément l’unification préservant la complexité interne, qui est optimale, si bien que les tendances à l’unification et à la fragmentation sont, en tant que telles, trompeuses, une véritable unification étant une unification d’une complexité telle que, si cette complexité est supplantée ou obscurcie, l’unification devient moins intéressante ou dérisoire. Une réduction obtenue par suppression de la complexité n’est pas une unification, mais une simplification illusoire. La question n’est plus de savoir sur quelle tendance nous mettons l’accent, mais comment suivre chacune d’elles de façon à ce qu’elle préserve autant que possible la prise en compte de l’autre aspect de la réalité. Nous voulons considérer les détails dans toute leur complexité, de façon à ne pas perdre de vue, de ce fait, les connexions clé.

    Mais comment ces abstractions ontologiques ont-elles un lien avec le traitement ottomano-turc des minorités ? Ces dernières années, un regard nouveau est apparu sur ce qui a longtemps été étudié comme le « génocide arménien. » Un intérêt grandissant pour le sort des Assyriens et des Grecs sous les régimes Jeune-Turc et kémaliste a conduit à redéfinir le « génocide arménien » en tant que génocide ottomano-turc des minorités (chrétiennes). Même si des travaux antérieurs ont contribué à cette évolution, l’essai de David Gaunt (2) est sans doute le premier à présenter plus d’un groupe victime parmi les cibles d’un processus génocidaire intégré. Grâce à ce cadre, nous pouvons apprécier la fusion conceptuelle croisée de ces trois groupes (du fait de la focalisation territoriale du travail de Gaunt, les Grecs ne constituent pas un élément central, mais une extension de son approche peut aisément être opérée pour les inclure) dans un processus génocidaire unique, même si les sources historiques sont habituellement précises au regard des destinées locales des groupes (3), aidant ainsi à préserver une compréhension précise du processus général. Durant la même période, des chercheurs en études arméniennes ont entamé une évolution similaire. Lors du colloque sur le génocide arménien, qu’il accueillit en 2005 à l’université de Californie à Los Angeles (UCLA), ainsi que dans les Actes qui parurent ensuite, le professeur Richard Hovannisian inclut des communications sur la victimisation des Assyriens et des Grecs (4). Cette évolution suscita rapidement une analyse explicite d’un processus génocidaire unifié dans les recherches, par exemple, d’Hannibal Travis (5) et Panayiotis Diamadis (6). De plus, cette attention portée au processus unifié s’est aussi accompagnée de recherches novatrices sur des aspects assyriens et grecs jusque là négligés, plus particulièrement dans de récentes anthologies (7).

    Comme les études comparées sur le génocide ont montré que la prise en compte de cas divers de génocide ne consiste pas simplement à établir des comparaisons et des oppositions d’ordre analogique, mais à reconnaître des rapports historiques et des facteurs contextuels communs, à travers des exemples de génocide apparemment disparates, les recherches nouvelles sur le processus génocidaire ottomano-turc ne développent pas seulement des histoires parallèles des trois groupes cibles. Au contraire, plus ces groupes particuliers font l’objet d’analyses, plus le caractère inévitable de la prise en compte du traitement réservé aux autres groupes devient évident.

    Ces travaux montrent qu’il ne s’agit pas simplement d’ajouter deux cas à un ensemble de génocides ottomano-turcs, mais d’adopter une approche intégrative. Comme nous l’avons déjà proposé, une telle approche se manifeste organiquement via une étude soutenue de chacun des groupes victimes. Comme je l’ai expliqué à mes étudiants à propos de l’essaiMassacres, Resistance, Protectors, de Gaunt (8), et comme l’a noté George Shirinian en présentant The Asia Minor Catastrophe (9), l’étude du sort des Assyriens et des Grecs ottomans, respectivement, nous a beaucoup appris sur le sort des Arméniens. De fait, j’affirme ici qu’il n’est plus possible d’étudier celui-ci isolément. Comme l’impliquent nos considérations ontologiques initiales, une compréhension véritablement exhaustive du génocide des Arméniens dépend de l’attention portée au processus génocidaire plus large dans l’empire ottoman.

    Il ne s’agit pas, naturellement, d’insinuer qu’il n’y ait aucune différence entre ces destinées. Du fait des répartitions et des dimensions territoriales de ces différents groupes, des nuances dans l’idéologie perpétratrice, les événements (la défense de Van, par exemple), la prise en compte du fait national (si les Grecs étaient censés avoir déjà un Etat, bien que considéré comme une menace pour le territoire turc, les Arméniens étaient perçus comme un groupe suffisamment large pour faire valoir des revendications sur leurs territoires historiques ancestraux, alors que les Assyriens n’étaient pas perçus comme un groupe large ou concentré au point de constituer une menace territoriale immédiate), et d’autres facteurs, le calendrier, les méthodes, l’échelle et même les arguments présentés varient selon les groupes. Or il en est de même des différences au sein de chacun de ces groupes, bien que dans une moindre mesure. Par exemple, si les protestants arméniens furent la cible du génocide, le circuit de prise de décision et de mise en œuvre fut différent de celui visant les Arméniens apostoliques. De même, le genre fut un facteur très significatif dans les modalités spécifiques de traitement des membres de chaque groupe, même si, par exemple, les bataillons grecs de travaux forcés incluaient à la fois des hommes et des femmes (encore que les femmes fussent soumises à la violence sexuelle) (10). Or c’est précisément la prise en compte de ces variations qui permet une analyse précise et unifiée du processus génocidaire complexe qui eut lieu dans l’empire ottoman, couvrant guerre et paix, trois gouvernements et un large éventail de lieux.

    Notes

    1. W.V. Quine et J.S. Ullian. The Web of Belief. McGraw Hill Humanities/Social Sciences/Languages, 1978 (2d ed.). [NdT]
    2. David Gaunt. Massacres, Resistance, Protectors : Muslim-Christian Relations in Eastern Anatolia during World War I. Piscataway, New Jersey : Gorgias Press, 2006.
    3. Commentaires de Roupen Adalian concernant les documents sur le processus génocidaire ottoman, contenus dans les Archives nationales des Etats-Unis, « The Study of the Armenian Genocide Sources : Where and What to Look for ? », Congrès international « Armenian Genocide : Challenges on the Eve of the Centenary » [Le Génocide arménien : questions vives à la veille du centenaire], Erevan, Arménie, 22-23 mars 2013.
    4. Voir Anahit Khosroeva, « The Assyrian Genocide in the Ottoman Empire and Adjacent Territories, » et Speros Vryonis, Jr., « Greek Labour Battalions Asia Minor, » in Richard G. Hovannisian, éd., The Armenian Genocide : Cultural and Ethical Legacies, New Brunswick, New Jersey : Transaction Publishers, 2007.
    5. Hannibal Travis. Genocide in the Middle East : The Ottoman Empire, Iraq, and Sudan. Durham : Carolina Academic Press, 2010.
    6. Panayiotis Diamadis, « Children and Genocide, » in Colin Tatz, éd., Genocide Perspectives IV : Essays on Holocaust and Genocide, Sydney : The Australian Institute for Holocaust and Genocide Studies / UTSePress, 2012, p. 312-52.
    7. Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund et Vasileios Meichanetsidis, éd., The Genocide of the Ottoman Greeks : Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath : History, Law, Memory, Aristide D. Caratzas, 2012, et George Shirinian, éd., The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide, Toronto : Zoryan Institute, 2012.
    8. Cf. supra n.2.
    9. Cf. supra n.7.
    10. Voir Vryonis (cf. supra n.4).

    [Docteur en philosophie de l’université du Massachusetts, Henry C. Theriault enseigne la philosophie à l’université d’Etat de Worcester. Depuis 2007, il est co-rédacteur en chef de la revue Genocide Studies and Prevention (U. de Toronto).]

    http://armeniantrends.blogspot.gr/2013/06/henry-c-theriault-lun-et-le-multiple.html

  10. The Ontology of Genocide Against Minorities in the Ottoman Empire

    By Henry Theriault //

    The Armenian Weekly April 2013 Magazine

    The metaphysics of the relationship between the unit and the multitude have long been contested in scientific, political, historiographic, and other contexts. Even the terms we use to refer to different tensions often unavoidably commit us to favor one or the other term: the atom and the molecule, the part and the whole, the one and the many, the individual and the masses, the subject and the state, and so on.

    Still, there is often some kind of material support for one side or the other: It is the atom that is the fundamental unit of matter, not the molecule or compound (nor the proton, quark, or any other subatomic particle). In the social realm, however, even such objective physical features, though they might exist, do not hold sway. True, human beings are physically discrete relative to one another. Yet, the individual human being appears dependent on other human beings not only for basic survival, but for emotional and intellectual development. If linguistic rationalists such as Noam Chomsky are correct, then our minds are fundamentally social, in that (the fundamental social mechanism of) language is embedded naturally in them and is the form of thought itself. The more we consider such issues, the more ambiguous such a relationship appears. Think also of the deep political conflicts, not to mention the oppressions and perverted extremisms, generated by adherents to one side or the other on whether the citizen or nation/state, individual member or race, etc., is primary.

    This conceptual tension becomes even more fundamental when we engage historical issues, and interpretation overwhelms materiality. The data of history are indeterminate, and any set allows a range of cohesive accounts to be proposed. At the same time, material factors, such as statements by genocide perpetrators of the intent to destroy, or consistent patterns of exterminatory actions that cannot be coincidental, or even consistencies in structural situations, such as different groups in the Ottoman Empire occupying similar positions within the millet system and experiencing similar fates during the Ottoman genocidal process against minorities. What is more, the parsing of a unitary event in space and time is, ultimately, arbitrary, in the sense of allowing more than one parsing, not any parsing. Did the Armenian Genocide comprise the events of the 1890’s, 1909, 1914, and 1915? Did it end in 1918, 1923, or much later? Was the French Revolution a series of specific events or one overarching event? Both at once? Local- and meso-level variations fragment the event to the point at which what appears to be an internally complex single event can just as easily be regarded as a series of distinct events and moments that are not linearly causally connected (in a causal chain), but which at any point were the function of a variety of forces such that the next situation was not entirely determined by the previous one in the sequence of events retroactively understood as the French Revolution. But the push is just as much in the other direction. Did the killing of returning Armenians after the fall of the Young Turk regime constitute the beginning of a new set of violent acts, or was it a continuity of the genocide? As we reflect, it seems that the previous violence and entrenchment of the ideology behind it made possible and largely determined the later killings, suggesting that the bulk of the genocide is inseparable from the later killing of Armenians.

    Or does interpretative framework always trump material possibilities if we decide it does? Is all “unity” the function of consciousness, and so whatever we want it to be (as proposed by postmodernist relativists) or whatever our prejudices and conceptual limitations determine it to be (as maintained by superscholars placing themselves beyond such limitations due to their ability to transcend “nationalism” or some other putatively limited perspective)?

    There are many ways we might try to dig ourselves out of this mire of ambiguity, not just regarding what the right interpretation of events is but what the right framework for interpretation is. We could say that both drives, one toward unification and the other toward fragmentation, are primary and related, with the focus on elements making possible appreciation of composites or superindividual wholes, and the focus on the overarching unity of historical processes giving context and meaning to discrete events. Choosing one or the other perspective as correct means losing the essential contributions of the other or the one as part of a comprehensive approach to historical events that allows us to see them in both their detailed specificities and their overarching patterns and causal trajectories. We can go even further than this simple binary, as explained by such genocide scholars as Scott Strauss and Ugur Ungor, to recognize multiple levels of genocidal activity, typically referred to as the familiar macro (overarching), micro (local, individual), and meso (regional) levels. All levels affect the other levels and all are essential to comprehensive understanding of a case of genocide. This approach allows us to recognize that each level of analysis has a function and a value. What is more, dialectically (or trialectically), the more we attempt to approach a case exclusively at one of the levels, the more our findings and interpretative needs push us to consider and even depend on the other levels—indeed, the more we must take account of the other levels even to produce any findings at one of the levels. The more we push one perspective, the more essential the other perspective(s) become.

    If we hold that concept has primacy over empirical fact in some kind of Kantian sense, then concept itself is conditioned and necessary. We have to see unities and multiplicities in history not because they exist in the events we regard, but because that is how our minds organize the world for us. The problem, of course, is that rational people can disagree about precisely how to organize their perceptions of reality, so we need a deeper principle to decide which parsing of historical events is correct. The view that the simplest explanation that fits all data is best is often proposed for scientific theorization. But it, too, is incomplete. How do we define “simple”? What is a “best fit”? And, which data do we exclude, because any theory that goes beyond a mere restatement of the data never fits the data perfectly and thus requires discounting some data.

    Quine’s solution is the “web of belief.” According to this model, no single belief about the world exists independently of other beliefs; rather all beliefs an individual holds are related to one another in a complex network. If one belief is falsified, this affects other dependent or related beliefs as well. The most reasonable interpretation of new historical data is the one most consistent with the set of beliefs about the world a person already holds, that is, the one that disrupts that person’s web of beliefs the least. The obvious problem is that socially inculcated ideologies and manipulative propaganda work precisely by warping a person’s web of beliefs away from what others not subject to this propaganda would find most reasonable. It is precisely the web of preexisting beliefs about the world—that “our” society is inherently good and could not commit horrific acts of genocide, that extreme views tend to be biased so the truth in a case of conflicting views lies somewhere in the middle, etc.—that deniers exploit.

    Does this mean we are stuck with a postmodernist relativism? Here ethical commitments as well as practical concerns can have a decisive role. That the evaluative principles we employ might be ultimately arbitrary does not mean that those committed to human rights cannot choose to agree to the basic Utilitarian principle that “suffering is bad” and its implication that “the intentional or neglectful infliction of human suffering is bad.” If the latter is true, then we can choose to organize historical data in such a way as to maximize our recognition of suffering. Thus, the best interpretation of a set of historical data is the one that least downplays or hides dimensions of suffering. Similarly, an obvious practical concern is capturing as much detail within a “unity” as possible. In neo-Hegelian terms, it is precisely unification that preserves internal complexity that is optimal, so that the drives toward unification and fragmentation themselves are misleading, as true unification is a unification of complexity such that if that complexity is superseded or obscured the unification becomes less interesting or trivial. Reduc tion by suppression of complexity is not unification but misleading simplification. The question is no longer which drive we emphasize, but how to follow each in a manner that maintains as much as possible appreciation of the other feature of reality. We want to look at details in all their complexity in such a way that we do not thereby lose sight of overarching connections.

    But how do these ontological abstractions relate to the Ottoman-Turkish treatment of minorities? In recent years, there has emerged a new way of looking at what had long been studied as “the Armenian Genocide.” Broadening attention to the fates of Assyrians and Greeks under the Young Turk and Kemalist regimes has led to a recasting of “the Armenian Genocide” as the Ottoman-Turkish Genocide of (Christian) Minorities. Although earlier work had increased this attention, David Gaunt’s work [1] is arguably the first to present more than one victim group as the targets of an integrated genocidal process. Through this framework we can appreciate the conceptual interfusion of the three groups (because of the territorial focus of Gaunt’s work, Greeks are not a focal element, but an extension of his approach can easily be made to include them) in a single genocidal process, even as historical sources are typically precise in the local fates of the groups [2] and thus help preserve a precise understanding of the complexity of the overarching process. In the same period, some Armenian studies scholars began a similar push. For instance, in the 2005 conference on the Armenian Genocide he hosted at UCLA, as well as the subsequent book of papers delivered at the conference, Professor Richard Hovannisian included papers on both Assyrian and Greek victimization. [3] The shift quickly fostered explicit analysis of a unified genocidal process, in the work, for instance, of Hannibal Travis [4] and Panayiotis Diamadis.[5] What is more, this attention on the unified process has also been coupled with groundbreaking work on the heretofore neglected Assyrian and Greek aspects, most notably in recent anthologies. [6]

    As comparative genocide studies showed that consideration of diverse cases of genocide was not simply a matter of logging analogical comparisons and contrasts, but of recognizing historical relationships and common contextual factors across often apparently disparate instances of genocide, the new works on the Ottoman-Turkish genocidal process are not simply developing parallel histories of three target groups. On the contrary, the more analysis of the particular groups that is done, the more the inevitability of consideration of the treatment of the other groups becomes apparent.

    These works show that it is not simply a matter of adding two cases to a set of Ottoman-Turkish genocides, but taking an integrative approach. As already suggested, that approach arises organically through the sustained treatment of any of the particular victim groups. As I have explained to students regarding Gaunt’s Massacres, Resistance, Protectors, and George Shirinian has commented about editing The Asia Minor Catastrophe, study of the fate of Ottoman Assyrians and Greeks, respectively, has taught us a great deal about the fate of Armenians. In fact, I contend here that it is no longer possible to study the latter in isolation. As the opening ontological considerations imply, a truly comprehensive understanding of the genocide of Armenians depends on attention to the broader genocidal process in the Ottoman Empire.

    This is not, of course, to suggest that there are no differences between these fates. Because of territorial distributions and sizes of the different groups, nuances in perpetrator ideology, opportunities (the defense of Van, for instance), considerations regarding statehood (the Greeks were understood to have a state already, though one seen as a threat to Turkish territory, the Armenians were perceived as a large enough group to make a claim on their historical homeland areas, while the Assyrians were not perceived as a large or concentrated enough group to pose an immediate territorial threat), and other factors, the timing, methods, extent, and even stated rationales varied among the groups. Yet, the same is true of differences within each of these groups, albeit to a lesser extent. For example, while Armenian Protestants were targeted for genocide, the trajectory of decision-making and implementation was different from that of Apostolic Armenians. Similarly, gender was a very significant factor in the specific ways members of each group were treated, though, for instance, Greek labor battalions included both men and women (yet the women were subjected to sexual violence). [7] But it is precisely the appreciation of these variations that allows a precise and unified analysis of the complex genocidal process that occurred in the Ottoman Empire, spanning war and peace, three governments, and a wide range of locations.

    ENDNOTES

    [1] David Gaunt, Massacres, Resistance, Protectors: Muslim-Christian Relations in Eastern Anatolia during World War I (Piscataway, NJ: Gorgias Press, 2006).

    [2] Comments by Roupen Adalian in reference to the documents on the Ottoman genocidal process contained in the U.S. National Archives, “The Study of the Armenian Genocide Sources: Where and What to Look for?”, “Armenian Genocide: Challenges on the Eve of the Centenary” International Conference, Yerevan, Armenia, March 22–23, 2013, on March 22.

    [3] See Anahit Khosroeva, “The Assyrian Genocide inthe Ottoman Empire and Adjacent Territories,” and Speros Vryonis, Jr., “Greek Labor Battalions Asia Minor,” pp. 275–90, in The Armenian Genocide: Cultural and Ethical Legacies, ed. Richard G. Hovannisian (New Brunswick, NJ: Transaction Publishers, 2007).

    [4] Hannibal Travis, Genocide in the Middle East: The Ottoman Empire, Iraq, and Sudan (Durham: Carolina Academic Press, 2010).

    [5] Panayiotis Diamadis, “Children and Genocide,” in Genocide Perspectives IV: Essays on Holocaust and Genocide, ed. Colin Tatz (Sydney: The Australian Institute for Holocaust and Genocide Studies/ UTSePress, 2012), pp. 312–52.

    [6] Tessa Hofmann, Matthias Bjornlund, and Vasileios Meichanetsidis, eds., The Genocide of the Ottoman Greeks: Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath: History, Law, Memory (Aristide D. Caratzas, 2012), and George Shirinian, ed., The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide (Toronto: Zoryan Institute, 2012).

    [7] See Vryonis.

    http://www.armenianweekly.com/2013/06/05/the-ontology-of-genocide-against-minorities-in-the-ottoman-empire/

  11. «το παρελθόν έχει τόση σημασία, ώστε γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης και πρέπει να κατακτηθεί με αγώνα, όπως ακριβώς και το παρόν»

    John (Jack) Harold Plumb, Ο θάνατος του παρελθόντος, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2007. (τίτλος πρωτοτύπου The Death Of The Past, 1969)

  12. Major Delon on

    The French attache to Constantinople, Major Delon, described the June 1908 revolution of the Neo Turks in a reference dated October 7, 1908:

    «… Officers and soldiers suffered along with all the Turkish population from unbelievable abuse and massive usurpation of power.

    This didn’t escape the attention of the Revolutionary Committee which resided in Salonica and had secret sub-branches in all major garrisons of Macedonia…., which allowed them to recruit more and more amongst the public service and the army. This explains how officers, and non-commissioned officers who weren’t Neo Turks themselves, gleefully accepted their ideas.

    In the first days of July colonel Nazim bey, Commander of the Salonica Guard – believed to be one of the major spies of the palace – was shot by an officer.

    On the 5th of July the garrison at Rezna revolted. Two hundred soldiers and 20 officers deserted from Major Niazi bey, taking money, weapons and ammunition.

    Major Enver bey of the Monastiri garrison, leader of 150 soldiers, fled to the mountains. On the 7th of July General Chemri pacha, Division Commander of Mitrovitza, was killed at Monastiri.
    General Osman Tevzi is abducted at Monastiri and is driven forcibly to the rebels of Niazi bey.

    The revolutionary movement spreads to Kastoria, Kuchevo and Ochrida. The numbers supporting Niazi bey and Enver bey begin to increase.

    At Constantinople there is panic. The Sultan issues concessions without any result. The last hope of resistance fades. Everywhere, soldiers cheer for the new ideas. The Sultan loses the support of all the people around him, losing any hope of quelling the revolutionary movement.

    The Revolutionary Committee – in almost a state of denial due to the rapidity of its success – adresses the Sultan via telegram, advising him to accept their conditions within 48 hours, otherwise they will march the 2nd and 3rd Army Units to the capital.
    On the 24th of July the sultan issued a firman advising of the implementation of the Constitution of 1876 and ordered the conΩening of parliament.

    The revolution was complete…»

    Translated from: At Last we Uprooted them, Haris Tsirkinidis (Greek edition), page 42-43.

    NOTE: The Neo Turk slogan ‘EQUALITY, FREEDOM, BROTHERHOOD and JUSTICE’ for all the citizens of the Ottoman Empire regardless of language, race and religion heartened everyone within the Empire, especially the minorities such as the Greeks, as the postcard pictured describes.

  13. The evacuation of Bouyoukdere was preceded by that of Phanaraki, Cavak and Doumoushdere, of Bazekioi (16 April (1915)) and Avaskioi of the district of Derkos. The inhabitants of those villages too were unable to take any of their belongings with them and in some villages, as in Doumoushdere, they were compelled to sign a declaration that they abandoned their villages of their own accord and from fear.»

    «On the 1st of June (1915) the inhabitants of Pyrgos (of the district of Derkos), consisting of 3000 persons, were ordered at night to abandon their villages and men, women with their babies, children and old people, in want of everything, after trudging for three hours on foot, reached Bouyoukdere, whence they were taken to the interior of the country and compelled to settle in the Turkish villages of Ik-Kiol and Soulio, of the District of Nicaea, and forbidden to go to Constantinople, where many of them had relatives and friends. The deportations took place exactly at the same time of their cabbage harvest, which product was afterwards seized by the Turkish refugees along with all their properties.»

    «On June 4 (1915), the evacuation of Koutali, -an island in the sea of Marmora, -was ordered and its inhabitants, consisting of 1800 persons, were deported to the interior of Anatolia. The old men and children were settled in the Turkish village of Soussouglou, but being without any shelter, and deprived of everything, they endure the worst of sufferrings; the rest were sent to the village of Michalitsi of the district of Nicaea, undergoing all the consequences of weather changes. Their properties and houses were seized by the free-booters of the neighbouring community of Arapis, who established themselves in their homes.»

    Persecution of the Greeks in Turkey since the beginning of the European War. Translated from official Greek documents by Carroll N. Brown Ph.D and Theodore P. Ion D.C.L. Oxford University Press 1918. pp 41-42.

    Read it online: http://archive.org/stream/persecutionsofgr00greece#page/n1/mode/2up

  14. Ιστορία
    Για την Ελλάδα και την Μικρασία αν δεν είχε συμβεί η Καταστροφή του 1922 (Η γνώμη του ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου)
    8 Φεβρουαρίου 2014 • 0 Comments

    Στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» για το θέμα του τίτλου καταχώρησα στις 21 Δεκεμβρίου 2013 την γνώμη του Φιλαδελφειώτη πολιτικού Βασίλη Εφραιμίδη – σήμερα καταχωρώ την γνώμη του ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου.

    Υπενθυμίζω πως πρόκειται για γνώμες που διατυπώθηκαν ως απαντήσεις στο αν του τίτλου όταν κλήθηκαν γι” αυτό από την εφημερίδα «Τα Νέα» το 1992 μ” αφορμή την συμπλήρωση 70 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή.

    Να λοιπόν τι απάντησε ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος:

    Σμύρνη, Σεπτέμβριος 1922
    Σμύρνη, Σεπτέμβριος 1922
    «Ανεξάρτητα από την εκτίμηση που έχουμε να κάνουμε για το νόημα, την χρησιμότητα ή την σκοπιμότητα της Μικρασιατικής εκστρατείας και τις ευθύνες συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων για την διεξαγωγή της, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι πιέσεις κατά του Ελληνικού στοιχείου, οι οποίες συχνά έφταναν σε πράξεις εξόντωσης, άρχισαν πολύ πριν από την Μικρασιατική εκστρατεία και εντάσσονταν στην γενικότερη ροπή αποκάθαρσης και ομογενοποίησης της νέας Τουρκίας.

    Ας θυμηθούμε πρόχειρα μερικούς αριθμούς: από το 1913 ως το 1919 από τους Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας 150.000 άτομα υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν και πάνω από 500.000 μετατοπίστηκαν βίαια στο εσωτερικό της.

    Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι Ελληνικοί πληθυσμοί ήταν υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα στην μετανάστευση εκτός Τουρκίας και στην παραμονή, μέσα σε νέες καταπιεστικές συνθήκες ζωής, στους πανάρχαιους τόπους των προγόνων τους που έξαφνα, για πρώτη φορά ύστερα από πολλούς αιώνες, και ας φαίνεται αυτό παράξενο, γίνονταν πραγματικά τουρκικοί.

    Αντίθετα, στην απέναντι όχθη, η εθνική εστία – η Ελλάδα του 1913 – μεγάλη και ελπιδοφόρα, ήταν έτοιμη να τους υποδεχτεί. Αλλά και η Αίγυπτος παραδοσιακός τόπος μετανάστευσης Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε ακόμη κορεσθεί. Το ίδιο και η Ρωσία, η οποία δέχτηκε σοβαρό αριθμό Ποντιακού Ελληνισμού. Η Αμερική επίσης.

    Πίεση, λοιπόν, προς μετανάστευση των αλλογενών, παρά συνθήκες ειρηνικής και ισότιμης συμβίωσης, διαμορφώνονταν στην Τουρκία, τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την Μικρασιατική Καταστροφή.

    Την ένταση και τα όρια αυτών των πιέσεων κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει αναδρομικά.

    Δύο παραδείγματα πάντως μπορούν να αποτελέσουν σημεία στήριξης των υποθέσεων του παρόντος σημειώματος: η σταδιακή αλλά συστηματική εκδίωξη του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης και η επανεγκατάσταση, με ελαφρότατα συγκεκαλυμένο τρόπο, της τουρκικής κυριαρχίας στην Κύπρο.

    Και τα δύο αυτά παραδείγματα δίπλα σε εκείνα που επιλεκτικά αναφέρθηκαν παραπάνω, διώξεις Αρμενίων και Ελλήνων προ της Μικρασιατικής εκστρατείας, δείχνουν ότι η Τουρκία ζούσε πια στον αστερισμό του εθνικισμού παρά σε εκείνον του οικουμενισμού.

    Ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών την επέβαλαν οι Τούρκοι κατά την Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και με αυτήν ακριβώς πέτυχαν την εκδίωξη από την Τουρκία μεγαλύτερου αριθμού Ελλήνων από αυτόν που είχε παρασύρει η στρατιωτική κατάρρευση.

    Χωρίς να λησμονούμε τα χιλιάδες ανώνυμα θύματα της «Ανατολικής κρίσης», που κορυφώθηκε με την Μικρασιατική Καταστροφή, ας τελειώσουμε με μία αναφορά στον χώρο της τέχνης και των ανθρώπων της, που εικονογραφεί χαρακτηριστικά αυτό το διπλό παιχνίδι της ήπιας και απροκάλυπτης βίας, της μετανάστευσης ή της εξόντωσης.

    Αν ο Κοσμάς Πολίτης, ο Ηλίας Βενέζης, η Διδώ Σωτηρίου βρήκαν αραξοβόλι σε ένα άλλο κομμάτι της γης των προγόνων τους, ο Κωνσταντίνος Καβάφης αναπαύθηκε στην γειτονική Αίγυπτο και ο Ηλίας Καζαντζίδης, αλλιώς Elia Kazan, βρήκε καταφύγιο στην μακρινή America.

    Η Καταστροφή είχε χίλια πρόσωπα».

    Μένει τώρα να σημειώσω πως όσα παραπάνω καταχώρησα, του ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου, δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Δευτέρα 3 Αυγούστου 1992.

    http://www.kosmosnf.gr/2014/02/panagiotopoulos/?utm_source=%CE%9F+%CE%9A%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%9D.+%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82&utm_campaign=bd2d568961-_2_4_2014&utm_medium=email&utm_term=0_d74fbab33a-bd2d568961-415251477

  15. [Για τους πληθυσμούς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Θάνος Βερέμης υποστηρίζει ότι το 1919 στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη μαζί με την Κωνσταντινούπολη κατοικούσαν 2.450.000 Έλληνες, 8.000.000 Τούρκοι (εννοώντας το σύνολο του μουσουλμανικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων Κούρδων, Λαζών, Κιρκασίων κ.ά.) και 1.500.000 Αρμένιοι, Εβραίοι και Βούλγαροι.]

    http://www.kathimerini.gr/286612/article/epikairothta/ellada/arxh-deinwn-megalwn

  16. dytis_ton_niptiron on

    Δεν είχαν το θεό τους

    Ιουνίου 10, 2014

    Φανταζόμαστε συνήθως τους Οθωμανούς σαν κάτι φανατισμένους μπουνταλάδες, σαν εκπρόσωπους ενός σκοταδισμού που η Ευρώπη -λέει- άφησε πίσω της δυο-τρεις αιώνες τώρα. Τι θα λέγατε αν σας διηγούμουν ιστορίες με άθεους, και μάλιστα του 17ου αιώνα; Να τι γράφει ο Πωλ Ρικώ,[1] παλιός μας γνώριμος (και μάλιστα πάλι σχετικά με, ας πούμε, σέκτες), μετά από πέντε χρόνια υπηρεσία στην αγγλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του 1660 (και μερικά ακόμα στη Σμύρνη):

    Και καθώς είναι σκοπός μας εδώ να περιγράψουμε τις διάφορες θρησκείες μεταξύ των Τούρκων, δεν θα αποκλίνουμε αν αναφέρουμε πόσο έχει εξαπλωθεί ο Αθεϊσμός σε αυτές τις χώρες· και όπως η Λογική διασαφηνίζει κάτι με το αντίθετό του, ή οι ζωγράφοι επιδεικνύουν τη λαμπρότητα των χρωμάτων τους με σκοτεινά σημεία, έτσι και η άρνηση κάθε θρησκείας έχει καλώς τη θέση της στο ίδιο κεφάλαιο με τους διάφορους και διαφορετικούς εκφραστές της.

    Τούτοι λοιπόν ονομάζουν τον εαυτό τους μουσερίν, που σημαίνει «Το αληθινό μυστικό είναι σε μας»· και το μυστικό δεν είναι άλλο από την απόλυτη άρνηση της θεότητας, [την πίστη] ότι η φύση ή η αρχή που βρίσκεται έμφυτη σε κάθε μεμονωμένο αντικείμενο οδηγεί την τακτική πορεία που βλέπουμε και θαυμάζουμε· και ότι οι ουρανοί, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν εκεί την απαρχή τους και από εκεί αντλούν την κίνησή τους, και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος μεγαλώνει και μαραίνεται όπως το γρασίδι ή τα λουλούδια.

    Είναι περίεργο να σκεφτεί κανείς τι είδους άνθρωποι υποστηρίζουν τέτοιες αρχές στην Κωνσταντινούπολη: οι περισσότεροι είναι καδήδες και άνθρωποι μορφωμένοι στους αραβικούς θρύλους, ενώ άλλοι είναι χριστιανοί εξωμότες, οι οποίοι, γνωρίζοντας την αμαρτία της αποστασίας τους, και επομένως θέλοντας τα πάντα να τελειώνουν με τούτο τον κόσμο [χωρίς μετά θάνατον κρίση], είναι προθυμότατοι να πιστεύουν τέτοιες γνώμες που εξυπηρετούν τις επιθυμίες τους.

    Ένα μέλος αυτής της σέχτας, ο Μαχομέτ Εφέντης, πλούσιος και μορφωμένος στις ανατολικές επιστήμες, εκτελέστηκε -θυμάμαι- στα χρόνια μου επειδή με αναίδεια διακήρυξε τις βλασφημίες του αρνούμενος την ύπαρξη θεότητας· είχε το επιχείρημα πως είτε δεν υπήρχε καθόλου Θεός, είτε δεν ήταν και τόσο σοφός όσο τον διακήρυτταν οι διδάσκαλοι, αφού ανεχόταν την ύπαρξη του ίδιου [του Μαχομέτ Εφέντη], του μεγαλύτερου εχθρού της θεϊκής ουσίας που ήρθε ποτέ στον κόσμο. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή του, ακόμα και αφότου κατηγορήθηκε, αρκεί μόνο να είχε ομολογήσει το σφάλμα του και να είχε υποσχεθεί ότι θα διορθωνόταν στο εξής· εκείνος όμως επέμεινε στις βλασφημίες του, λέγοντας πως αν και ανταμοιβή [στον άλλο κόσμο] δεν υπάρχει, ωστόσο η αγάπη για την αλήθεια τον υποχρέωνε να γίνει μάρτυρας. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι τότε δεν θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι υπήρχε κανονικός αθεϊσμός στον κόσμο, αφού συμπεραίνουμε ότι η αρχή (της ύπαρξης Θεού) αποδεικνύεται από το Φως της Φύσης· είναι όμως τώρα φανερό πόσο πολύ κάποιοι άνθρωποι έχουν σβήσει στις ψυχές τους αυτό το φως.

    Ο Ρικώ συνεχίζει γλαφυρά περιγράφοντας πόσο έχει εξαπλωθεί αυτή η θεωρία ακόμα και στο παλάτι και σε διάφορους πασάδες, και ότι όταν κάποιος από αυτούς τους άθεους δέχεται έναν ομοϊδεάτη ξένο γίνεται εξαιρετικά γενναιόδωρος, τον φιλοξενεί παρέχοντάς του στο κρεβάτι «έναν ωραίο σύντροφο όποιου φύλου προτιμά», και τα λοιπά.

    Πόσο να πιστέψουμε τον Ρικώ (που σε άλλα σημεία συλλαμβάνεται, όντως, να γράφει κάποιες ανακρίβειες); Ε, να, αυτόν τον Μαχομέτ/Μεχμέτ Εφέντη τον βρίσκουμε και αλλού. Συγκεκριμένα, σε μια μικρή αναφορά του ιστορικού Σιλαχντάρ Μεχμέτ Αγά,[2] ο οποίος αναφέρει τον Λαρί Μεχμέτ Εφέντη, πλούσιο, πρώην ιμάμη στο τζαμί του Μακσούτ Πασά, και γνωστό για τις γνώσεις και την εξυπνάδα του. Ο Λαρί Μεχμέτ κατηγορήθηκε, λέει ο Σιλαχντάρ, ότι αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών, τα θρησκευτικά καθήκοντα, την προσευχή και τη νηστεία, καθώς και ότι δεν θεωρούσε την οινοποσία αμάρτημα. Δικάστηκε στις 4 του μήνα Σαμπάν 1075, παναπεί στις 2 Φεβρουαρίου 1665 στο παλάτι του καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης, μπροστά σε πλήθος σοφών και νομομαθών. Και το τέλος του ήταν οικτρό: αφού διαπομπεύθηκε στο Παρμάκ Καπί, εκτελέστηκε την ίδια μέρα.

    Τι άλλο βρίσκουμε; Υπάρχει στα αρχεία η καταγραφή της περιουσίας του εκτελεσμένου, στην οποία περιλαμβάνονται «σκόρπια χαρτιά» (να ήταν άραγε σημειώσεις δικές του;) και βιβλία, μερικά γραμμένα «με γράμματα των απίστων» –κάτι που κάνει ένα σπουδαίο ιστορικό, τον Αχμέτ Γιασάρ Οτζάκ, να υποθέσει πως ίσως ήταν εξισλαμισμένος.[3]

    Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι πως ο Λαρί Μεχμέτ Εφέντης δεν ήταν και τόσο μεμονωμένη περίπτωση –και όχι μόνο επειδή το λέει ο Ρικώ. Εξήντα χρόνια πριν, για την ακρίβεια το 1602, είχε εκτελεστεί κάποιος Νανταζλί Αμπντουραχμάν, ούτε λίγο ούτε πολύ καθηγητής σε ιεροδιδασκαλείο της Κωνσταντινούπολης, με την κατηγορία ότι αρνιόταν την ύπαρξη παράδεισου και κόλασης, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν πίστευε λέει ούτε στο Ισλάμ ούτε στον χριστιανισμό, παρόλο που σύμφωνα με μια επιστολή του καζασκέρη που τον ανέκρινε φαίνεται να μην αρνείται το ίδιο το Κοράνι.[4] Και αν πηδήξουμε μισό αιώνα μετά τον Λαρί, θα συναντήσουμε κάποιον ανώνυμο χαμηλόβαθμο ιεροκήρυκα, που σύμφωνα με ένα φετβά του σεϊχουλισλάμη (του ανώτατου μουφτή) Αμπντουραχίμ Εφέντη,[5] το 1715 ή 1716, δήλωνε πως «δεν υπάρχει ούτε ουρανός ούτε κόλαση» και πως «ο άνθρωπος μεγαλώνει σαν ένα φυτό και μαραίνεται σαν ένα φυτό». Ακριβώς όπως οι μουσιρίν του Ρικώ δηλαδή.

    Σημειώσεις:

    [1] Sir Paul Ricaut, The History of the Present State of the Ottoman Empire, containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries…, Λονδίνο 1686, σελ. 245-246.

    [2] Fındıklılı Silahdâr Mehmet Ağa, Silahdar tarihi, Κωνσταντινούπολη 1928, τ. 1, σελ. 378.

    [3] Ahmet Yaşar Ocak, Osmanlı toplumunda zındıklar ve mülhidler (15.-17. yüzyıllar), Κων/πολη 1998, σελ. 243-248.

    [4] Στο ίδιο.

    [5] Ekin Tuşalp, “Treating Outlaws and Registering Miscreants in Early Modern Ottoman Society: A Study on the Legal Diagnosis of Deviance in Şeyhülislam Fatwas”, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, πανεπιστήμιο Sabancı, Κωνσταντινούπολη 2005, σελ. 70.

    http://dytistonniptiron.wordpress.com/2014/06/10/lari-mehmed-efendi/

  17. 28/04/2014
    25 avril 1915 : voyage au bout du génocide arménien

    Récemment, le Premier ministre turc Erdogan, à défaut de reconnaître la réalité du génocide arménien commis par l’Empire Ottoman, a présenté ses condoléances pour les exactions perpétrées il y a maintenant un siècle. On peut juger qu’il s’agit d’un premier pas effectué sur le chemin tortueux de la reconnaissance officielle. L’avenir le dira.

    Des Arméniens commémorent le 99e anniversaire du génocide arménien, le 23 avril à Beyrouth, au Liban.

    Des Arméniens célèbrent l’anniversaire du génocide le 23 avril 2014 à Beyrouth au Liban.

    «Ca a débuté comme ça», écrit Céline au début du Voyage : ici, voyage au bout de l’horreur, du massacre, de l’extermination totale.

    LA PREMEDITATION DU GENOCIDE

    Comme pour le génocide juif, la mise en oeuvre du génocide arménien de 1915 a supposé l’existence d’un parti unique à visée totalitaire, contrôlant tous les rouages de l’Etat, principalement l’armée et la police ; une idéologie nationaliste, le panturquisme. En mai 1914, le parti des Jeunes Turcs, ayant établi son influence sur tout l’empire ottoman, a le gouvernement à sa botte. Il détient les postes clés avec le triumvirat : Talaat est ministre de l’Intérieur ; Enver occupe le poste de la Guerre et Djemal, celui de la Marine. Saïd Halim est Premier ministre.

    Derrière, comme une toile d’araignée, le parti, l’Ittihad, avec son secrétaire, Midhat Choukrou. Y siègent des idéologues du panturquisme, comme le Docteur Nazim. Mais le véritable arbitre du Comité Central demeure Talaat Pacha.

    En principe, les Arméniens n’ont pas de souci à se faire, représentés qu’ils sont au Parlement par le parti Daschnak. Ce dernier a soutenu le mouvement jeune-turc dans sa tentative de régénérer la Turquie.

    En août 1914, la guerre éclate, la Turquie se veut neutre. Mais poussée par l’Allemagne qui lui verse 2 000 000 de livres turques, par Enver le belliciste, par Talaat qui tranche en faveur du conflit, entraînant dans son sillage Saïd Halim, la Turquie proclame l’état de guerre le 2 novembre. Les Arméniens, devenus des citoyens-soldats à part entière, répondent à la mobilisation.

    Les Russes envahissent l’Arménie turque. Enver, avec la troisième armée ottomane, déclenche une contre-offensive en Transcaucasie qui se solde par une défaite à Sarikamish, en janvier 1915.

    A Constantinople, le groupe de Jeunes Turcs panturquistes n’attend que l’étincelle qui va permettre la mise à feu de leur projet : l’extermination des Arméniens. Une majorité se dégage au Comité Central, avec l’accord de Talaat. Les Arméniens sont accusés de faire alliance avec les Russes et d’être des déserteurs. En outre, les panturquistes les considèrent comme un obstacle à l’unification ethnique en Anatolie et à leur expansion dans les territoires de langue turque d’Asie centrale (pantouranisme).

    Comme lors de la conférence de Wannsee (1942), en février 1915, les dignitaires de l’Ittihad élaborent les détails de l’organisation administrative et technique de l’extermination des Arméniens. Les populations rebelles seront retirées des frontières. Mais la majeure partie sera organisée en convois de déportés, décimée durant le trajet et sur place. Le transfert de population masque cette opération d’anéantissement.

    LA MISE EN OEUVRE DU GENOCIDE

    Les défaites turques du début de la guerre sont imputées à la traîtrise des Arméniens, sympathisants des Russes. Par ailleurs, les Turcs étaient convaincus que l’Allemagne gagnerait la guerre et, qu’à l’issue du conflit, ils seraient protégés de la vengeance des puissances occidentales. Et par raison d’Etat, l’Allemagne a couvert l’extermination perpétrée par son allié belligérant. A la fin de la guerre, elle permettra la fuite et l’accueil sur son territoire des auteurs du génocide. La responsabilité morale de l’Allemagne est donc engagée.

    La première mesure frappe les soldats arméniens enrôlés dans l’armée ottomane qui sont désarmés. On pense aux harkis en 1962. A partir de 1915, ils sont massacrés par petits groupes. Mais le véritable point de départ de l’opération génocidaire consiste, les 24 et 25 avril 1915 à Constantinople, dans l’arrestation et le massacre de notables et intellectuels arméniens : on décapite l'»intelligentsia», évaluée à 650 personnes. L’élite étant éliminée, on passe au reste de la population.

    L’extermination des populations s’opère en deux phases successives :

    de mai à juillet 1915 dans les 7 provinces (vilayets) orientales d’Anatolie dont 4 à proximité du front russe (Trébizonde, Erzerum, Van, Bitlis) et 3 plus en retrait (Sivas, Kharpout, Diyarbakir), l’ensemble regroupant près d’un million d’Arméniens.
    à la fin 1915 et en 1916 dans d’autres provinces de l’empire ottoman
    Ces faits ont entraîné les conséquences suivantes :

    les deux-tiers des Arméniens sont massacrés en 1915 et 1916. Seuls les chiffres font débat : le bilan des victimes s’établit entre 1 200 000 et 1 500 000, la population arménienne variant selon les statistiques de 1 800 000 à 2 100 000.
    les assassins responsables de l’extermination sont soit fonctionnaires, gendarmes, soldats, kurdes, irréguliers ou simples citoyens. Il faut bien sûr incriminer l’Organisation spéciale, commandée par Behaeddine Chakir, chargée des basses besognes, un peu l’équivalent avant la lettre des groupes d’intervention nazis, les Einsatzgruppen.
    en parallèle avec l’extermination des juifs décidée au plus haut niveau de l’Etat allemand, le génocide arménien a été planifié par les dirigeants Jeunes Turcs membres du gouvernement ottoman et par un parti, l’Ittihad, qui a donné ses directives. Il en résulte, qu’à moins de nier les faits avérés, la Turquie est aussi responsable du génocide arménien que l’Allemagne le fut de celui des juifs et le régime de Vichy de leur arrestation et déportation.

    MASSACRES ET DEPORTATIONS

    Une fois les hommes exécutés par petits groupes à l’extérieur de la ville, la population arménienne est évacuée. Répartie en convois comprenant les femmes, les enfants et les vieillards, elle est dirigée hors de la ville, les colonnes étant régulièrement décimées par les gendarmes chargés de l’escorte, les kurdes ou les miliciens.

    Les convois de déportés dont le nombre est estimé à 870 000 personnes sont dirigés vers Alep, en Syrie, où ils sont répartis suivant deux axes : au sud, vers la Syrie, le Liban et la Palestine (une partie survivra) ; à l’est, le long de l’Euphrate, où sont dressés des camps de concentration qui sont de vrais mouroirs. Les déportés sont poussés jusqu’à Deir ez-Zor, ville syrienne au bord de l’Euphrate (un mémorial y commémore le génocide).

    En juillet 1916, les rescapés sont envoyés dans les déserts de Mésopotamie où ils sont exterminés ou meurent de soif. Sont aussi massacrés les survivants le long du chemin de fer de Bagdad, à Ras-ul-Aïn et Intilli. Seul va survivre un tiers des Arméniens, environ 290 000 résidant principalement à Constantinople et Smyrne, ainsi que quelque 100 000 déportés des camps du sud.

    DOCUMENTS PHOTOGRAPHIQUES

    Il existe des clichés photographiques attestant du génocide arménien : ils furent pris par Armin Wegner, un officier de la Croix-Rouge allemande. En janvier 1919, plaidant la cause des Arméniens, Wegner adresse une lettre au président Wilson par laquelle il fait par de son témoignage oculaire et demande à l’homme d’Etat américain de ne pas abandonner les survivants à leur sort.

    Des clichés sont reproduits dans l’ouvrage de Gérard Chaliand et Yves Ternon. Ceux que nous soumettons ici le sont avec l’aimable autorisation du Comité de Défense de la Cause Arménienne/www.cdca.asso.fr

    http://danielclairvaux.blogs.nouvelobs.com/archive/2011/01/02/le-genocide-armenien-de-1915-premeditation-et-perpetration.html

    ———–

    24η Απριλίου 1915: Η Γενοκτονία των Αρμενίων, από τη προμελέτη στη διάπραξη

    του CLAIRVAUX στο Le Nouvel Observateur

    Η ένταξη της Τουρκίας στο πόλεμο και η προμελέτη της γενοκτονίας
    Όπως και με τους Εβραίους, η υλοποίηση της γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915 προϋπέθετε την ύπαρξη ενός ενιαίου κόμματος με ολοκληρωτικές απόψεις, που είχε υπό τον έλεγχό του όλους τους μηχανισμούς του κράτους, κυρίως του στρατού και της αστυνομίας, καθώς επίσης μια εθνικιστική ιδεολογία, εν προκειμένου τον Παντουρκισμό.

    Τον Μάιο του 1914, το κόμμα των Νεότουρκων έχοντας επεκτείνει την επιρροή του σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία, αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας.

    Το κόμμα κατέχει τις θέσεις κλειδιά με την τριανδρία: ο Ταλάτ είναι υπουργός Εσωτερικών, ο Ενβέρ κατέχει τη θέση του Πολέμου και ο Τζεμάλ, το Πολεμικό Ναυτικό. Πρωθυπουργός ήταν ο Σαίντ Χαλίμ.
    Πίσω, σαν τον ιστό της αράχνης, το κόμμα Ιτιχάντ, με τον γραμματέα του, τον Μιντάντ Σούκρου (Midhat Choukrou). Ανάμεσα τους ο ιδεολόγος του Παντουρκισμού, ο Δρ Ναζίμ.
    Αλλά ο πραγματικός καθοδηγητής της Κεντρικής Επιτροπής παραμένει ο Ταλάτ Πασάς.
    Αρχικά, οι Αρμένιοι δεν χρειάζονταν να ανησυχούν, γιατί εκπροσωπούνταν στο Κοινοβούλιο από το κόμμα Ντασνάκ (Daschnaks).

    Το τελευταίο υποστήριζε το νεοτουρκικό κίνημα στην προσπάθειά του για αναζωογόνηση της Τουρκία.
    Τον Αύγουστο του 1914, ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Τουρκία μένει ουδέτερη.
    Όμως, παροτρύνεται από τη Γερμανία, η οποία πληρώνει δύο εκατομμύρια τουρκικές λίρες, οπότε ο πολεμοχαρής Ενβέρ και ο Ταλάτ αποφασίζουν υπέρ της συμμετοχής στη σύγκρουση, σέρνοντας μαζί και τον Σαίντ Χαλίμ.

    Η Τουρκία κήρυξε την κατάσταση πολέμου στις 2 Νοεμβρίου.
    Οι Αρμένιοι, που έγιναν στρατιώτες- πολίτες στο σύνολό τους, συμμετέχουν στην επιστράτευση.
    Οι Ρώσοι εισβάλλουν στην τουρκική Αρμενία
    Ο Ενβέρ, με το τρίτο οθωμανικό σώμα στρατού, αντεπιτίθεται στην Τρανσκαυκασία, και ηττείται στη μάχη του Σαρίκαμις τον Ιανουάριο του 1915.

    Στην Κωνσταντινούπολη, η ομάδα των Νεότουρκων περίμενε τη σπίθα που θα πυροδοτούσε το σχέδιο τους: την εξόντωση των Αρμενίων.

    Μια πλειοψηφία διαμορφώνεται στην Κεντρική Επιτροπή, με τη συμφωνία του Ταλάτ.

    Οι Αρμένιοι κατηγορούνται ότι έκαναν μια συμμαχία με τους Ρώσους και ότι είναι λιποτάκτες.
    Οι Νεότουρκοι τους βλέπουν σαν εμπόδιο για την εθνοτική ενοποίηση της Ανατολίας και την επέκτασή της στα εδάφη της Κεντρικής Ασίας όπου κυριαρχεί η τουρκική γλώσσα (Παντουρανισμός) .

    Όπως και στη Διάσκεψη της Βάνζεε (1942), το Φεβρουάριο του 1915, οι αξιωματούχοι της Ιτιχάντ θα μελετήσουν τις λεπτομέρειες της διοικητικής και τεχνικής οργάνωσης για την εξόντωση των Αρμενίων.
    Οι αντάρτικοι πληθυσμοί θα διωχθούν από τα σύνορα.
    Αλλά ο κύριος όγκος θα οργανωθεί σε φάλαγγες εκτοπισμένων, που αποδεκατιστήκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους και επί τόπου.
    Η αναγκαστική μεταφορά του πληθυσμού κρύβει αυτή τη επιχείρηση αφανισμού.

    Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ
    Οι τουρκικές ήττες από την έναρξη του πολέμου αποδίδονται στην προδοσία των Αρμενίων, σαν υποστηρικτές των Ρώσων.

    Εξάλλου, οι Τούρκοι ήταν πεπεισμένοι ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο και, ότι στο τέλος της σύγκρουσης θα προστατεύονταν από την εκδίκηση των δυτικών δυνάμεων.
    Και για «raison d’ État» (κρατικό λόγο), η Γερμανία κάλυψε την εξόντωση που διαπραττόταν από τον πολεμικό σύμμαχο της.

    Στο τέλος του πολέμου, θα επιτρέψει την φυγή και την φιλοξενία των δραστών της γενοκτονίας στο έδαφός της.

    Η ηθική ευθύνη της Γερμανίας είναι λοιπόν δεδομένη .

    Το πρώτο μέτρο αφορά τους Αρμενίους στρατιώτες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό και αφοπλίζονται. Σκεφτόμαστε τους Χάρκι το 1962.
    Από το 1915, σφαγιάστηκαν σε μικρές ομάδες.

    Αλλά η ουσιαστική αφετηρία της επιχείρησης γενοκτονίας, είναι η 24η και 25η Απριλίου 1915 στην Κωνσταντινούπολη, με τη σύλληψη και σφαγή των προυχόντων και διανοούμενων Αρμενίων: αποκεφαλίζεται η «ιντελιγκέντσια», που υπολογίζεται σε 650 άτομα. Αφού εξαφανίστηκε η ελίτ, περνάνε στον υπόλοιπο πληθυσμό.

    Η εξόντωση των πληθυσμών εξελίσσεται σε δύο φάσεις:
    – Από το Μάιο έως το Ιούλιο 1915 σε 7 επαρχίες (βιλαέτια) της Ανατολικής Ανατολίας, 4 κοντά στο ρωσικό μέτωπο (Τραπεζούντα, Ερζερούμ, Βαν, Μπιτλίς) και 3 πιο πίσω (Σίβας, Χάρπουτ, Ντιγιαρμπακίρ), με σύνολο σχεδόν ένα εκατομμύριο Αρμένιοι.
    – στα τέλη του 1915 και 1916 σε άλλες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
    Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στις ακόλουθες συνέπειες:

    Τα δύο τρίτα των Αρμενίων σφαγιάστηκαν το 1915 και 1916 .

    Οι αριθμοί μόνο αποτελούν αντικείμενο συζήτησης: ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται μεταξύ 1.200.000 και 1.500.000, με τον αρμενικό πληθυσμό να κυμαίνεται ανάλογα με τα στατιστικά στοιχεία από 1,8 έως 2 εκατομμύρια.
    Οι δολοφόνοι υπεύθυνοι για την εξόντωση είναι είτε δημόσιοι υπάλληλοι, αστυνομικοί, στρατιώτες, Κούρδοι, είτε απλοί πολίτες.

    Θα πρέπει, να αναφερθεί και η ειδική οργανωτική δομή, βάσει της οποίας ανατέθηκαν οι βρώμικες δουλειές στον Μπεχαεντίν Σακίρ (Behaeddin Shakir), όπως λίγο- πολύ έγινε με τις ομάδες παρέμβασης των Ναζί, τις περιβόητες Einsatzgruppen.

    Όπως η εξόντωση των Εβραίων αποφασίστηκε στο υψηλότερο επίπεδο του γερμανικού κράτους, έτσι και η γενοκτονία των Αρμενίων σχεδιάστηκε από τους ηγέτες του Νεότουρκων, μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης από το κόμμα Ιτιχάντ, το οποίο έδινε τις οδηγίες.
    Για όσους δεν αμφισβητούν τα πραγματικά περιστατικά, η Τουρκία είναι τόση υπεύθυνη για τη γενοκτονία των Αρμενίων όσο η Γερμανία ήταν για αυτή των Εβραίων και το καθεστώς του Βισύ (Vichy) για τη σύλληψη και εκτόπιση τους.

    Σφαγές και εκτοπίσεις

    Μόλις οι άνδρες εκτελούνται σε μικρές ομάδες έξω από την πόλη, ο αρμενικός πληθυσμός εκτοπίζεται.
    Διαιρείται σε φάλαγγες από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, και οδηγείται έξω από την πόλη, ενώ οι επί μέρους σχηματισμοί αποδεκατίζονται από τους χωροφύλακες που είναι επιφορτισμένοι με τη συνοδεία, από Κούρδους και πολιτοφύλακες.
    Οι φάλαγγες των εκτοπισμένων των οποίων ο αριθμός εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 870.000 άτομα κατευθύνονται προς το Χαλέπι της Συρίας, όπου χωρίζονται σε δύο άξονες: στα νότια προς τη Συρία, το Λίβανο και την Παλαιστίνη (ένα μέρος θα επιβιώσει) και στα ανατολικά κατά μήκος του Ευφράτη, όπου χτίζονται στρατόπεδα συγκέντρωσης που είναι αληθινοί τόποι θανάτωσης.

    Οι απελαθέντες σέρνονται μέχρι το Ντεΐρ Εζ Ζορ, μια συριακή πόλη στις όχθες του Ευφράτη (ένα μνημείο υπενθυμίζει την γενοκτονία εκεί).
    Τον Ιούλιο του 1916 οι επιζώντες εστάλησαν στις ερήμους της Μεσοποταμίας, όπου εξοντώθηκαν ή πέθαναν από δίψα.

    Σφαγιάζονται επίσης οι επιζώντες κατά μήκος της σιδηροδρομικής Βαγδάτη- Ρας Αλ Αϊν και Ιντιλι (Intilli).

    Μόνο το ένα τρίτο των Αρμενίων θα επιβιώσουν, περίπου 290.000 που κατοικούν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, και περίπου 100.000 κρατούμενοι στα στρατόπεδα του νότου.

    Φωτογραφική τεκμηρίωση

    Υπάρχουν φωτογραφίες που μαρτυρούν τη γενοκτονία των Αρμενίων: πάρθηκαν από τον Armin Wegner, ένας αξιωματικός του γερμανικού Ερυθρού Σταυρού.

    Τον Ιανουάριο του 1919, προβάλλοντας το ζήτημα των Αρμενίων, ο Wegner απέστειλε επιστολή προς τον πρόεδρο Wilson στην οποία καταθέτει την οπτική μαρτυρία του και ζήτησε από τον Αμερικανό Πρόεδρο να μην εγκαταλείψει τους επιζήσαντες στην τύχη τους.

    Le Nouvel Observateur.com

  18. Falih Rıfkı Atay on

    Ο κεμαλικός δημοσιογράφος και συγγραφέας Falih Rıfkı Atay στη σελίδα 319 των απομνημονευμάτων του, που δημοσιεύτηκαν το 1961, έγραψε:

    «Στα πεντηκοστά του γενέθλια επισκεφθήκαμε τον Χίτλερ με μια τουρκική αντιπροσωπεία. Ο Χίτλερ, κατεχόμενος από τη μανιακή υπερηφάνεια του, είπε: Ο Μουσταφά Κεμάλ (…) ο Mussolini ήταν ο πρώτος του μαθητής κι εγώ [ο Χίτλερ] είμαι ο δεύτερος μαθητής του».

  19. H ΑΝΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
    Εφ. Ταράφ, αρθρογράφος Αισέ Χούρ 14-3-2010

    Το σουηδικό κοινοβούλιο σε συνεδρίαση του στις 11-3-2010 αποδέχτηκε με ψήφους 131 έναντι 130 την διάπραξη γενοκτονίας σε βάρος Αρμενίων, Ασσύριων, Χαλδαίων και Ποντίων. Αφήνοντας για άλλο γραπτό μου τις συζητήσεις ιστορικών θεμάτων τρίτων από κοινοβούλια, αυτή την εβδομάδα θα αναφερθώ στον πιο σημαντικό από πλευράς αριθμών και πολιτικής σημασίας λαό εξ αυτών που αναφέρονται στο ψήφισμα, στους Πόντιους.

    Αρχίζοντας από αυτά που αναφέρει ο Μουσταφά Κεμάλ το 1927 στο Νουτούκ και μέχρι τις μέρες μας η επίσημη Τουρκική θέση είναι επανάληψη των θέσεων που εκφράστηκαν στο προπαγανδιστικό βιβλίο ¨Ποντιακό Ζήτημα¨ που τυπώθηκε το 1922 από το τυπογραφείο Εκτυπώσεων και Πληροφοριών. Εγώ θα προσπαθήσω να εκφράσω αυτά που δεν λέει η επίσημη ιστορία. Φυσικά για την αποκάλυψη όλης της αλήθειας, θα χρειαστεί να ερευνήσουμε πολύ ακόμα.

    Η κοινότητα που στις πηγές αναφέρεται ως ¨Πόντιοι¨ ή ¨Ρωμιοί του Πόντου¨ και μιλάνε μια διάλεκτο των ελληνικών τα ¨Ρωμέικα¨, πιστεύεται πως είναι μια ανάμιξη των Ελλήνων που ιδρύσαν αποικίες τον 4ο π.χ. αιώνα στις ακτές της Μαύρης θάλασσας, των εκχριστιανισθέντων τον 4ο αιώνα Τζανλάρ (κλάδου του ντόπιου λαού των Γεωργιανών) των Λαζών, και των βυζαντινών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204. Αυτές οι ομάδες μετά την ένταξη τους στην Οθωμανική κυριαρχία το 1461, και τις υποχρεωτικές ή μη μετακινήσεις και τους εθελοντικούς εξισλαμισμούς συνέχισαν να υπάρχουν. Εντέλει με βάση ετήσια αναφορά των Οθωμανών το 1914, σε μια περιοχή από τη Σαμψούντα ως την Ριζούντα ζούσαν περίπου 450 χιλιάδες Ορθόδοξοι Ρωμιοί (δηλαδή Πόντιοι). Σε μερικές περιοχές ο πληθυσμός των Ρωμιών έφτανε το 50%. Επίσης υπήρχαν ¨κρυπτοχριστιανοί¨ μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι που χρησιμοποιούσαν το αραβικό αλφάβητο, των οποίων ο αριθμός δεν είναι ακόμη γνωστός.

    Η γέννηση της μπουρζουαζίας των Ρωμιών

    Από τον 15ο μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, το εμπόριο που γινόταν στην λεκάνη της Μαύρης θάλασσας είχε κρατηθεί στα χέρια των μουσουλμάνων. Όμως με την απόδοση εμπορικών προνομίων σε Ρωσία, Αυστρία, Αγγλία και Γαλλία, με την υπογραφή της συνθήκης Κιουτσούκ Καιναρτζή το 1774, δημιουργήθηκε μια κατάσταση σε βάρος των μουσουλμάνων. Αυτήν τη περίοδο Ρωμιοί με την υποστήριξη του Ρώσου Τσάρου με την εμπειρία χιλιάδων ετών στην κατασκευή σκαφών και στην ναυτοσύνη και με την κλίση τους στις δυτικές γλώσσες και τις διεθνείς σχέσεις, πέρασαν σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους μουσουλμάνους ομότεχνους τους. Όταν χάρη στην εξέλιξη της οικονομίας από το 1830 λόγω της διάνοιξης της γραμμής Τραπεζούντας-Τεμπρίζ με την συνεργασία Αρμενίων που ήταν εγκατεστημένοι σε Οδησσό και Λάιπζιχ και των Άγγλων, με την συντόμευση της διαδρομής ανάμεσα σε Ευρώπη και κόλπο της Μπάσρας μέσω της διάνοιξης του καναλιού του Σουέζ, και με την ολοκλήρωση από τους Ρώσους της σιδηροδρομικής γραμμής Πότι-Τυφλίδας που ήθελαν έτσι να μετατρέψουν προς όφελος τους το Ευρω-ιρανικό εμπόριο, άρχισε η κάμψη και ενώ οι Μουσουλμάνοι με περιορισμένες θέσεις εργασίας και ανειδίκευτοι επέστρεφαν στα χωριά τους, οι Ρωμιοί (και οι Αρμένιοι) έμειναν στην περιοχή. Σε αυτό συνέβαλαν και το ότι τα ξένα κράτη προτιμούσαν να κάνουν δουλειές με μη μουσουλμάνους καθώς και το ότι στο σχολικό πρόγραμμα των μη μουσουλμάνων υπήρχαν μαθήματα ξένων γλωσσών και άλλων σχετικών με το εμπόριο που δικαίωναν αυτήν την επιλογή. Έτσι στο τέλος του 19ου αιώνα, στην γραμμή Σαμψούντας-Τραπεζούντας, ιδιαίτερα ο τομέας των μεταφορών, τράπεζες, ασφάλειες και εμπόριο είχε περάσει πλέον στο μονοπώλιο Αρμενίων και Ρωμιών. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε πως αυτή η κατάσταση είχε ανησυχήσει την Μουσουλμάνο-Τουρκική πλευρά.

    Το Ελληνικό Κράτος και η Μεγάλη Ιδέα

    Η εθνική αφύπνιση των Ρωμιών στην περιοχή του Πόντου, ήταν σχετική και με την εμφάνιση της τάξης των μπουρζουάδων και με την ανεξαρτησία που είχε κερδίσει το Ελληνικό κράτος από την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1821. Η Ελλάδα τα εθνικά σύνορα της οποίας αναγνωρίστηκαν το 1832, περιλάμβανε την Ελληνική χερσόνησο και τις Κυκλάδες από τα νησιά του Αιγαίου. Περιοχές όπου μιλούσαν κυρίως ελληνικά όπως η Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Θράκη παρέμειναν εντός των συνόρων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο όνειρο των Ελλήνων πολιτικών του 19ου αιώνα ήταν η συγκέντρωση όλων αυτών των εδαφών σε μια αυτοκρατορία με κέντρο την Κωνσταντινούπολη (Ινστανμπούλ). Έτσι όταν οι Έλληνες εθνικιστές μιλούσαν για ¨Μικρά Ασία¨ θεωρούσαν τα εδάφη αυτά της ανατολίας ως το άλλο μισό της Ελλάδας. Διότι την ίδια περίοδο που στην Ανατολία ζούσαν 1,7 εκ. Έλληνες, ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 2,6 εκ. Το σχέδιο με το όνομα Μεγάλη ιδέα τα επόμενα χρόνια αποτέλεσε το κυρίαρχο ρεύμα του Ελληνικού εθνικισμού. Οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές αυτού του σχεδίου ήταν στην γραμμή του από το 1910 και μετά μερικές φορές πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος όμως ρεαλιστής στα σχέδια του, δεν επέκτεινε την Μεγάλη Ιδέα πέραν της Σαμψούντας. Εκφραστής αυτής της άποψης ήταν ο μητροπολίτης Αμάσιας και υπεύθυνος για την Σαμψούντα Γερμανός Καραβαγγέλης. Αυτή η ομάδα στα γραπτά της ιστορίας μας αναφέρονται σαν ¨Συνεργάτες¨.

    Μια άλλη άποψη που παρέμεινε κυρίως μέσα στην ιεραρχία και υπό κάποια έννοια αντιπολιτευόμενη στην προηγούμενη, ήταν αυτή που στόχευε στην υπό την ηγεσία του Ορθόδοξου Πατριαρχείου επανίδρυση του Βυζαντίου. Το σχέδιο αυτό περιλάμβανε μέχρι το Βατούμ, λόγω της ίδρυσης το 1204 της Ελληνικής Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204. Ο εφαρμοστής αυτής της ιδέας στην Ανατολία, του εδρεύοντος στην Κωνσταντινούπολη Πατριάρχη Ιωακείμ του 3ου , ήταν ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης. Αυτή λοιπόν η ομάδα, στην ιστορία μας αναφέρονται ως ¨οι της ανεξαρτησίας¨.

    Η γέννηση του Ποντιακού εθνικισμού.

    Η ελληνική ¨αφύπνιση¨ σχετική και με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους και με την εμφάνιση στην περιοχή του Πόντου μιας ελληνικής μπουρζουαζίας, ήταν όπως έγινε και στα Βαλκάνια και στον Καύκασο και στην Μέση Ανατολή κυρίως πολιτιστική. Η μετατροπή του πολιτιστικού σε πολιτικό εθνικισμό άρχισε με συνταγματική διακήρυξη το 1908 και κορυφώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 και κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στα έτη 1914-1918.

    Την στιγμή που υπό την επίδραση της εκκλησίας και των σχολείων δεν έγινε καθόλου καλά αποδεκτή από το σύνολο των χωρικών της Ανατολίας η επιστράτευση που άρχισε με τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν γινόταν λόγος για πόλεμο ενάντια στους στρατούς που οι ίδιοι οι ηγέτες της κοινότητας τους παρουσίαζαν σε αυτούς ως σωτήρες, οι Πόντιοι το εκλάμβαναν ακόμα χειρότερα. Ο Ποντιακός λαός που μέχρι τότε δεν είχε επιστρατευτεί, παρά μόνο τους έβαζαν για σύντομα διαστήματα σε αγγαρίες στο ναυτικό, αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το μίσος που έτρεφαν προς τον οργανωμένο στρατό με την επίδραση από το εθνοσυναίσθημα, είναι γνωστό πως τους πρώτους μήνες του πολέμου οι μη μουσουλμάνοι στρατιώτες- όπως και οι μουσουλμάνοι- λιποτάκτησαν μαζικά. Σε αυτό μεγάλη ήταν η επίδραση της άσχημης συμπεριφοράς στην οποία υπόκεινταν οι φτωχοί Ρωμιοί και Αρμένιοι στα στρατόπεδα εργασίας ή στην κατασκευή δρόμων στα ¨Αμελέ Ταμπουρού¨. Το 1914 μετά την καταστροφή στο Σαρίκαμις, η στάση των μελών του ¨Ένωση και Πρόοδος¨ έναντι των Αμελέ Ταμπουρού σκλήρυνε και μερικά από αυτά στην Σεβάστεια, στο Ερζερούμ, στο Μους, στο Ντιαρμπακίρ, στην Ούρφα και στην Τραπεζούντα διαλύθηκαν. Φεύγοντας από αυτά οι ένοπλοι ή άοπλοι μη μουσουλμάνοι και γυρνώντας στα μέρη τους, οργανώθηκαν σε ένοπλες μονάδες με την βοήθεια του Μητροπολίτη Σαμψούντας Γερμανού ο οποίος αποκτήσει αρκετή πείρα από την βουλγαρική εξέγερση στην Μακεδονία όταν ήταν Μητροπολίτης Καστοριάς στα έτη 1900-1907. (Δεν υπήρχε σχέση των ανταρτών αυτών με την οργάνωση Μαύρη Μοίρα για την οποία μιλάει ο Μουσταφά Κεμάλ στο βιβλίο Νουτούκ). Οι πληροφορίες που έχουμε για την Μαύρη Μοίρα από την επίσημη ιστορία μας είναι λίγες, και αν όντως υπήρξε τέτοια οργάνωση γίνεται αντιληπτό πως έδρασε στην δυτική Ανατολία και στην Θράκη.

    Οι αντάρτες του Βασίλ Ουστά

    Παρά το ότι το φθινόπωρο του 1915 πενήντα νέοι Ρωμιοί είχαν πάρει τα όπλα μετά το κάψιμο από τις κυβερνητικές δυνάμεις τριών χωριών, όταν οι χωρικοί εναντιώθηκαν στην κυβερνητική επιδίωξη για εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια σε χωριά της Σαμψούντας, η περίοδος μέχρι τον Απρίλιο του 1916 που το ρωσικό ναυτικό βομβάρδισε την Γιόμρα ήταν βασικά ήσυχη.

    Το όνειρο του Χρύσανθου για ¨Τουρκοποντιακό κράτος¨.

    Ό Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος ήταν μια από τις βασικές φιγούρες που πίστευαν πως θα μπορούσε στην Ανατολία να προχωρήσει με ειρηνικό τρόπο η συνεργασία των Ελλήνων και Τούρκων, και πως με την συμβίωση αναπόφευκτα θα άνοιγε ο δρόμος για την ανωτερότητα του ελληνικού στοιχείου. Μόλις εξελέγη άρχισε απευθυνόμενος στην κοινότητα του μια έντονη προπαγάνδα για καλές σχέσεις με τους Τούρκους, και συναντώντας το 1914 κατά την επιστράτευση τον νομάρχη Τραπεζούντας Τζεμάλ Αζμί Μπέι εξασφάλισε την απόδοση πολιτικών καθηκόντων στους Ρωμιούς της πόλης που είχαν επιστρατευτεί, αποτρέποντας έτσι την εξορία των Ρωμιών το 1915. Μάλιστα το σε ποιο επίπεδο είχαν φτάσει οι σχέσεις τους, φαίνεται από αυτά που αναφέρει σχετικά με την κατοχή της Τραπεζούντας από τους Ρώσους στις 18-4-2010, ο Γιώργος Ανδρεάδης ο πατέρας του οποίου ήταν το 1917 μέλος του ιδρυθέντος στο Βατούμ Ποντιακού Κοινοβουλίου : Όταν οριστικοποιήθηκε η πτώση της Τραπεζούντας, η Τουρκική διοίκηση κάλεσε τον επίσκοπο Χρύσανθο και τους Ρωμιούς ηγέτες, παρέδωσε την πόλη στα χέρια τους και εμπιστεύτηκε σε αυτούς τους ανθρώπους την τύχη των φτωχών μουσουλμάνων που δεν είχαν την δυνατότητα να φύγουν. Ήταν μια ιστορική μέρα. Ο νομάρχης Τραπεζούντας Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμί και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης των Νεότουρκων Αλί Ριζά, παρέδωσε την διοίκηση της πόλης σε μια προσωρινή επιτροπή με πρόεδρο τον επίσκοπο Χρύσανθο(…). Μετά από μια σύντομη τελετή παράδοσης ο νομάρχης Μι απευθυνόμενος στον Χρύσανθο είπε : Αυτήν τη χώρα την πήραμε από τους Ρωμιούς, και τώρα πάλι στους Ρωμιούς την επιστρέφουμε. Την μέρα που οι Ρώσοι μπήκαν στην Τραπεζούντα, βρήκαν ελληνική διοίκηση και όχι τουρκική. Οι Ρώσοι για να ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στα μετόπισθεν του Οθωμανικού στρατού είχαν αρχίσει να εξοπλίζουν τους ρωμιούς της Μπάφρας. Τον Ιούλιο ο Βασίλης Ανθόπουλος γνωστός σαν Βασίλ Ουστά μαζί με τους άντρες του επιτέθηκε σε μια στρατιωτική φυλακή στην Σεβάστεια και ελευθέρωσαν έναν Ρώσο στρατηγό. Με αυτή του την κίνηση ο Βασίλ Ουστά κερδίζοντας την συμπάθεια των Ρώσων, ήρθε με δέκα άτομα δίπλα του στην Τραπεζούντα, όπου ήρθε σε επαφή με τις Ρωσικές υπηρεσίες. Ο Βασίλ Ουστά αφού αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα με ρωσική τορπιλάκατο, ίδρυσε εκεί ελληνικά αντάρτικα σώματα, καθώς του είχαν δώσει το καθήκον να απασχολεί τους Τούρκους. Μετά την πτώση του τσαρικού καθεστώτος και την έναρξη της αποχώρησης των Ρώσων, ανέλαβε πρωτοβουλία και επιτιθέμενος σε Τουρκικά χωριά άρχισε να σκοτώνει τα άτομα που καταπίεζαν τους Ρωμιούς. Αλλά όταν οι κυβερνητικές δυνάμεις τον στρίμωξαν, κατέφυγε μαζί με άλλους εννιά στην Τραπεζούντα, έμεινε εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου και πέθανε εκεί. Να αναφέρουμε πως ο Ριζά Νούρ στα απομνημονεύματα του, περιγράφοντας τον Βασίλ Ουστά λέει πως ¨Οι μουσουλμάνοι, οι Ρωμιοί, άντρες και γυναίκες της Σινώπης τον σεβόταν. Ήταν υπέροχος άνθρωπος. Φρόντιζε τους φτωχούς χωρίς να κοιτάει αν ήταν μουσουλμάνοι, όταν πέθανε οι Τούρκοι τον έκλαψαν όσο και οι Ρωμιοί¨.

    Συνέδριο στην Μασσαλία

    Ο Κωνσταντινίδης Κώστας γιος του τέως δημάρχου Κερασούντας Καπετάν Γιώργη, παίρνοντας θάρρος από την θέση του Λένιν για ¨ καθορισμό της τύχης των λαών από τους ίδιους¨ συγκάλεσε στις 4-2-1918 στην Μασσαλία Ποντιακό Συνέδριο με συμμετοχή Πόντιων εκπροσώπων από διάφορες χώρες. Σε τηλεγράφημα που απεστάλη στον Λέον Τρότσκι επιζητούνταν η στήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας στην δημιουργία ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους από την Σινώπη έως το Βατούμ. Όπως όμως η Σοβιετική Ρωσία δεν απάντησε στο αίτημα του συνεδρίου για βοήθεια, ακόμα και οι Γάλλοι που φιλοξένησαν το συνέδριο δεν τους άρεσε.

    Στο μεταξύ με την Ρωσική κατοχή, μέρος των εξορισθέντων από την Οθωμανική κυβέρνηση Ρωμιών άρχισαν να επιστρέφουν και τα αντάρτικα σώματα των Ρωμιών σε Σαμψούντα, Μερζιφόν και Αμάσεια συνέχισαν να οργανώνονται. Μάλιστα τον μήνα Νοέμβριο λεηλάτησαν κάποια χωριά στην περιοχή της Μερζιφόν.

    Τα κράτη της Αντάντ, όταν ένας υπολοχαγός ονόματι Χαμδί μαζί με τους στρατιώτες του βγήκαν στο βουνό και άρχισαν να οργανώνουν τους Τούρκους χωρικούς, κατηγόρησαν την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης πως έχει χάσει τον έλεγχο και παραβιάζει την ανακωχή.

    Η εμφάνιση στη σκηνή του Μουσταφά Κεμάλ

    Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ στις 19-5-1919 αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα ως επιθεωρητής στρατού, αποστολή του ήταν να αποτρέψει αυτές τις συγκρούσεις που έθεταν σε κίνδυνο την ανακωχή. Περιγράφοντας αυτήν την περίοδο ο H. İ. Dinamo στο έργο του Ιερή Εξέγερση, λέει πως ο Μουσταφά Κεμάλ μόλις ήρθε στην Χάβζα συναντήθηκε με τον γνωστό παλικαρά της περιοχής Τοπάλ Οσμάν και ¨παρέδωσε την υπόθεση της σωτηρίας από τον ποντιακό μπελά στα έμπειρα χέρια του Τοπάλ Οσμάν¨. Ο Τοπάλ Οσμάν του είπε πως ¨Μην ανησυχείτε καθόλου στρατηγέ μου. Θα δώσω τέτοιο θυμίαμα σε αυτούς τους Ρωμιούς του Πόντου που όλοι τους θα πνιγούνε στις σπηλιές σαν σφήγκες¨. Ο Τοπάλ Οσμάν εκείνη την εποχή καταζητούνταν για εγκλήματα κατά τις σφαγές των Αρμενίων.

    Πιθανότατα μετά από αίτημα του Μουσταφά Κεμάλ , το ένταλμα σύλληψης του Τοπάλ Οσμάν ανακλήθηκε από τον Σουλτάνο, και παρά τις αντιρρήσεις τοπικών διοικούντων όπως του νομάρχη Τραπεζούντας Τζεμάλ Αζμί και του τοπικού έπαρχου άρχισε την δουλειά της εκκαθάρισης της περιοχής της Τραπεζούντας από τους Ρωμιούς του Πόντου. Με βάση τον Φαλίχ Ριφκί ο Τοπάλ Οσμάν εκκαθάρισε πλήρως την περιοχή από τους Ρωμιούς, επιτιθέμενος σε τρία σπίτια Ρωμιών για κάθε ένα σπίτι Τούρκου που είχε δεχτεί, καθώς και με βασανιστήρια. Βάζοντας τους να σκάψουν τον τάφο τους και θάβοντας τους ζωντανούς, και καίγοντας στα καζάνια των καραβιών αντί για κάρβουνο ζωντανούς ανθρώπους. Ο Ριζά Νουρ είχε πει στον Τοπάλ Οσμάν ¨Να μην αφήσεις λίθον επί λίθου στα χωριά των Ρωμιών¨ και εκείνος του απάντησε πως ¨έτσι κάνω, αλλά τις εκκλησίες και τα ωραία κτίρια τα διαφυλλάτω μήπως χρειαστούνε¨. Όταν ο Ριζά Νουρ του είπε ¨Και εκείνα κατάστρεψε τα, σκόρπισε ακόμα και τις πέτρες τους. Έτσι να μην μπορέσουν να πούνε ξανά πως εδώ υπήρχαν εκκλησίες¨, εκείνος του είπε ¨Πραγματικά, έτσι να κάνουμε. Δεν μου έκοψε τόσο¨.

    Καθώς ενώ αυτά συνέβαιναν στους Πόντιους, ζήτησαν βοήθεια από την Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση του Βενιζέλου δεν τους απάντησε καν, διότι ο Βενιζέλος είχε άλλους κατά την γνώμη του πιο ρεαλιστικούς και απτούς στόχους. Η Σοβιετική Ρωσία σε εφαρμογή της πολιτικής προσέγγισης προς την κεμαλική κίνηση, διέλυσε τα αντάρτικα σώματα των Ρωμιών στο Βατούμ, και παρέδωσε τους επικεφαλής των σωμάτων αυτών στους κεμαλιστές.

    Στο μεταξύ ο Χρύσανθος που είχε χάσει τις ελπίδες του από τα κράτη της Αντάντ, στράφηκε στο εσωτερικό και υπέγραψε πρωτόκολλο με τον Αχμέτ Ιζέτ Πασά, που τον έβλεπε σαν γέφυρα συνεργασίας με τους Κεμαλικούς. Σύμφωνα με αυτό, οι εκκλησίες και τα σχολεία των Ρωμιών θα διαφυλάτονταν όπως ήταν, θα υπήρχε εγγύηση για την νομική αυτονομία, θα ιδρύονταν από κοινού διοικητικά δικαστήρια, θα δινόταν ίση συμμετοχή κοινοτήτων στην τοπική βουλή και στην στρατοχωροφυλακή, και τα ελληνικά θα αναγνωρίζονταν σαν δεύτερη επίσημη γλώσσα. Ο Χρύσανθος για να φτάσει αυτό το κείμενο στην επιτροπή αντιπροσώπων, παρέδωσε ένα αντίγραφο του κειμένου αυτού στον Καρά Βασίφ Μπέι (εκ των ηγετών του Ένωση και Πρόοδος), όμως και επειδή η τουρκική πλευρά δεν ενδιαφέρθηκε, αλλά και επειδή ο Βενιζέλος θέλοντας να κρατήσει τα όνειρα του σε ρεαλιστικό επίπεδο δεν το ενέκρινε, δεν υπήρξε συνέχεια σε αυτά τα βήματα.

    Η ήττα των Ελλήνων

    Στην Ελλάδα στις 30-9-1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε ένα μήνα μετά από δάγκωμα μαϊμούς, και μέσα στην δυναστική κρίση ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και στις 19-1 γύρισε στην Αθήνα ο φιλογερμανός βασιλιάς Κωνσταντίνος. Υπήρξε ακαταστασία στις βαθμίδες των αξιωματικών του Ελληνικού στρατού και μαζί με την υποχώρηση του από το σημείο Ινονού στις 10-1-1921, ενδυναμώθηκε και η Άγκυρα. Με την υπογραφή στις 16-3-1921 συμφωνιών ανάμεσα στον Μπεκίρ Σαμή Μπέι και στη Σοβιετική Ρωσία και τους Άγγλους οριστικοποιήθηκε η μοίρα του Ποντιακού κινήματος (και φυσικά των ελληνικών δυνάμεων που βρισκόταν στην Ανατολία).

    Από την ημερομηνία αυτή και μετά σκλήρυνε ιδιαίτερα η στάση της κυβέρνησης της Άγκυρας έναντι των Ρωμιών του Πόντου. Τον Φεβρουάριο μια ομάδα προεστών από Σαμψούντα και Μπάφρα συνελήφθησαν. Εκδόθηκε εγκύκλιος για την αποστολή νέων Ρωμιών στα τάγματα εργασίας, και αυτοί που δεν μετείχαν άρχισαν να συλλαμβάνονται. Τον Απρίλιο ο Νουρεντίν Πασάς επικεφαλής της κεντρικής στρατιάς, άρχισε την πρώτη επιχείρηση ενάντια στους Πόντιους αντάρτες στην περιοχή της Μπάφρας. Η Άγκυρα, μετά τον βομβαρδισμό από το αντιτορπιλικό Κιλκίς της Ινέπολης τον Ιούνιο, αποφάσισε την εξορία όλων των Ρωμιών στα ενδότερα, και τα πρώτα καραβάνια από Σαμψούντα, Μπάφρα και Αλατζάμ βγήκαν στους δρόμους. Στα καραβάνια αυτά πολλές ζωές χαθήκαν καθοδόν από τις επιθέσεις των ανταρτών του Τοπάλ Οσμάν.

    Όμως ο επικεφαλής της επιχείρησης Νουρεντίν Πασάς λόγω ¨των παράνομων πρακτικών που εφάρμοσε¨ κατά την κουρδική εξέγερση του Κότσγκιρί, απαλλάχθηκε των καθηκόντων του από την τουρκική βουλή, και στις 8-2-1922 και ενώ είχε καταργηθεί η κεντρική στρατιά, το καθήκον ενάντια στο Ποντιακό δόθηκε στον Τζεμίλ Τζαχήτ Μπέι επικεφαλής της 10ης μεραρχίας. Η μεραρχία ενδυναμωμένη με στρατιώτες και εξοπλισμό, εκκαθάρισε τους τελευταίους αντάρτες που είχαν διαφύγει στα βουνά της Μαλάτιας και του Χάρπουτ, θέτοντας επίσημα τέλος στο ¨Ποντιακό Ζήτημα¨.

    Ποιος ήταν ο απολογισμός

    Οι ελληνικές πηγές αναφέρουν πως 300 χιλιάδες Πόντιοι έχασαν τη ζωή τους στα έτη 1914-1923. Με βάση τους υπολογισμούς του Στέφανου Γεράσιμου κατά τα έτη 1916-1923 πέθαναν από 65 έως 70 χιλιάδες Ρωμιοί. Με βάση τα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου ο αριθμός των φονευθέντων από τους αντάρτες Τούρκων την ίδια περίοδο ήταν 1817.

    Είναι φανερό πως οι Ρωμιοί του Πόντου πλήρωσαν πικρό τίμημα, καθώς έπεσαν θύματα ονειροπόλων ηγετών που παρασυρθήκαν από την εθνικιστική ιδεολογία, υποτίμησαν την δύναμη των αντιπάλων, παραφούσκωσαν την δική τους δύναμη και την διεθνή στήριξη και απέτυχαν συνεχώς να οργανώσουν την κοινότητα τους. Όμως το ότι εκείνο τον καιρό που με επικεφαλής τους Τούρκους προεστούς της Μπάφρας και του Ερζερούμ υπήρχαν πολλές αυτόνομες δομές, που η κεμαλική κίνηση ήταν ένα κίνημα για δημιουργία έθνους-κράτους από μια διαλυμένη αυτοκρατορία, δεν αποτελεί παράδοξο να θέλουν και οι Ρωμιοί να δημιουργήσουν το δικό τους έθνος-κράτος. Δεν είμαι σίγουρη πως τα μέλη του Σουηδικού κοινοβουλίου ξέρουν αυτήν την πολύπλοκη ιστορία, αλλά γίνεται αντιληπτό πως οι μέθοδοι που εφάρμοσε Ο Τοπάλ Οσμάν και οι αντάρτες του για να καταπνίξουν τον Ποντιακό εθνικισμό, εμπίπτουν στον ορισμό της Συνθήκης των Γενοκτονιών του 1948.

    Σχόλιο : Μακάρι οι Έλληνες πολιτικοί και ιστορικοί να έλεγαν και να πίστευαν αυτά που γράφει αυτή η ιστορικός. Μακάρι.

    Filed under: TARAF
    http://tourkikanea.wordpress.com/2010/04/18/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85/

  20. From the abode of Islam to the Turkish vatan

    William ARMSTRONG –

    http://www.frontpagemag.com/2014/david-mikics/the-nazi-romance-with-islam-has-some-lessons-for-the-united-states/
    ——————————————————-
    ……………….
    Ihrig argues that the Turkish treatment of minorities, both under Atatürk and earlier, was the true precursor for Hitler’s murderous policy in the East. Those “bloodsuckers and parasites,” the Greeks and Armenians, had been “eradicated” by the Turks, Tröbst explained in Heimatland. “Gentle measures—that history has always shown—will not do in such cases.” The Turks had achieved “the purification of a nation of its foreign elements on a grand scale.” He added that “Almost all of those of foreign background in the area of combat had to die; their number is not put too low with 500,000.” Here was a chilling endorsement of genocide, and one that surely did not escape Hitler’s eye. Shortly after his articles appeared, Hitler invited Tröbst to give a speech on Turkey to the SA.

    From 1923 on, Hitler consistently praised Atatürk in his own speeches as well. Berlin, like Istanbul, was cosmopolitan and decadent. Munich, site of Hitler’s beer-hall putsch, was the place for a German “Ankara government.” When Hitler seized power in 1933 his Völkischer Beobachter cited Atatürk’s victory as the “star in the darkness” that had shone for the beleaguered Nazis in 1923, after the putsch’s failure. Turkey was “proof of what a real man could do”—a man like Atatürk, or Hitler.

    The Third Reich produced many idolizing biographies of Atatürk. Six years after the Turkish leader’s death, in late 1944, a delusional Hitler was still dreaming of a postwar alliance between Turkey and Germany. He never got his wish. During the war, Turkey, as a neutral power, kept its distance from the Nazis until it finally declared war against Germany in February 1945.

    In Turkey, criticizing Atatürk can still get you three years in jail, though the country’s increasingly unhinged President Recep Tayyip Erdogan broke the law himself last year when he called Atatürk a drunkard. While Erdogan wants to reverse his predecessor’s program for secularizing Turkey, he appears to be imitating Atatürk’s extravagant cult of personality along with his habit of demonizing his enemies. But while Atatürk disdained Hitler’s anti-Semitism, Erdogan is obsessed with Jews. The 2014 Gaza operation, he has remarked , was worse than anything Hitler ever did, and the Israelis have been committing “systematic genocide every day” since 1948. Perhaps if Erdogan had been in power in the 1940s, the Nazis would have found the Muslim ally they so desperately sought.
    ………………
    ———————————————————————–

    As the world continues to obsess about the Sykes-Picot borders in the Middle East, it’s worth considering where Turkey fits into the picture. The crumbling of the Ottoman Empire led to the formation of those allegedly artificial borders to the south, but emerging from the ashes in the Ottoman heartland was a nation state determined to prove its authenticity, forging a powerful national narrative in the fire of an independence war. The shift in the way the new Turkish Republic related to its citizens was profound, but the antecedents of this shift actually went back a long way. This book by Marmara University assistant professor Behlül Özkan charts how the old religiously defined imperial Ottoman system was replaced with one of direct loyalty to a territorially-bound state; the shift from an Ottoman to a Turkish vatan. Each page is densely packed with material, and although much of the research is probably not completely original, it’s still a stimulating and impressive work.

    In the first half of the 19th century, the Ottoman Empire faced a crisis of legitimacy similar to that experienced by other European monarchies after the French Revolution. As Eric Hobsbawm observed:
    Such traditional guarantors of loyalty as dynastic legitimacy, divine ordination, historic right and continuity of rule, or religious cohesion, were severely weakened … All these traditional legitimations of state authority were, since 1789, under permanent challenge. This is clear in the case of monarchy. The need to provide a new or at least a supplementary, ‘national’ foundation for this institution was felt in states as secure from revolution as George III’s Britain and Nicholas I’s Russia.
    For a multiconfessional, multilingual state headed by a dynasty such as the Ottomans or the Habsburgs, the question was doubly difficult. Constructing an encompassing identity to unite people from different ethnic and religious origins was described memorably by Benedict Anderson as “stretching the short, tight, skin of the nation over the gigantic body of the empire.” But as separatist forces tugged at the edges of the empire, the central authority saw that something had to be done. Alongside the considerable administrative reforms introduced during the reign of Mahmud II (1808-1839), symbolic changes were therefore also introduced in order to establish a “national monarchy.” The first ever coat of arms for the Ottoman dynasty was created, the first national anthem was composed, and new medals were introduced to reward service and loyalty to the state.

    “Ottomanism” came along shortly after, an attempt to inculcate popular support for the idea of the Ottoman vatan. Until the first half of the 19th century, only the ruling elites really considered themselves to be Ottomans, so Ottomanism sought to solve the nationality problem in a multiethnic empire by promoting popular loyalty to a common fatherland. But as Özkan suggests, the pull of Ottomanism was no match for separatist nationalisms: “Rival nationalist ideologies, which aimed to create national territories, were much more powerful than imperial patriotism in creating physical boundaries, to unite and divide space and mental boundaries and to separate ‘us’ from ‘them.’” After Abdülhamid II became sultan in 1876, Ottomanism was discarded, and his reign was marked by an emotionally satisfying but practically limited emphasis on Islam as glue to hold together the fraying empire.

    The Young Turk revolution that overthrew Abdülhamid in 1908 reopened the ideological struggle over state ideology, with sincere attempts to rekindle Ottomanism jostling with nascent ideas of Turkish nationalism and Turkism. But events would soon take over; the Balkan Wars (in which the empire lost its last possessions in Europe and hundreds of thousands of refugees migrated to Anatolia), the First World War (which precipitated the final collapse of the empire), and the Independence War (which led to the establishment of the Turkish Republic), would together reinforce Turkish nationalist and Islamist sentiment. Amid this whirlwind, writer Şevket Süreyya Aydemir vividly observed that “everything had become clear,»

    This collapse was not simply a defeat of a state. It was the end of a groundless dream. It was a complete downfall of a spirit and mentality. A tale, an imperial tale was coming to an end. Apparently, what we considered as grandeur was just a sleep of negligence.”

    At the beginning of the national liberation struggle, the goal of defending the vatan against “the enemies of Islam” who had invaded Anatolia formed the building block of the coalition of various groups led by Mustafa Kemal. It was only after the consolidation of their power that the Kemalists started to put more emphasis on the Turkishness of that vatan. As future president İsmet İnönü put it bluntly after the suppression of the Sheik Said Revolt in Diyarbakır in 1925, “nationalism is the only element for our unity. As Turks are in the majority, other groups do not have any power. Our mission is to Turkify non-Turkish groups in the Turkish vatan. We are going to extirpate groups who oppose Turks and Turkishness.” The Kemalists faced a major obstacle as the loss of empire was recent and still rankled with many, to whom the idea of a comparatively small nation-state seemed unsatisfying and unattractive. But rather than indulging unrealizable pan-Turkist ambitions to unite Anatolian and Central Asian Turks, the authorities initiated a campaign of territorial nationalism to strengthen the Turkish people’s psyche. School textbooks were a key battleground in this effort, and Özkan is particularly good on republican-era history and geography books, which inculcated territorial nationalism and sought to strengthen Turkish citizens’ association with Anatolia by proving Turks’ historic links to the vatan.

    In his conclusion, Özkan writes about how today’s postmodern currents comprehensively undermine ruling elites’ capacity to impose the mental maps of identity as they did in previous generations:

    Today the meanings of territory and nation in Turkey are challenged under the strong currents of globalization by new internal players, including industrial regions, business associations, and civic organizations … Although the Turkish state continues to be the main player within the vatan, these substate and suprastate actors continuously challenge the territorialization of social realities based on a national scale.

    Indeed, while Turkey is rarely mentioned amid the current “Sykes-Picot borders” fixation, it is also affected by similar global currents that helped inspire challenges to traditional state arrangements to its south. That is discernible in the Islamist reimagining of neo-Ottoman Turkey’s role in the world as much as it is in the “Gezi generation’s” discontent with ruling authority.
    October/23/2014

    http://www.hurriyetdailynews.com/from-the-abode-of-islam-to-the-turkish-vatan.aspx?PageID=238&NID=73318&NewsCatID=474

  21. Race and racism in modern Turkey
    BULENT GOKAY 5 November 2014
    Ninety years since the establishment of the Republic, in an ever more complex society, the limitations and contradictions of Turkish national identity are coming to the fore more and more.

    “there is a global racial hierarchy that helps to shape the power and the prejudices of each race. At the top of this hierarchy are whites. The reasons are deep-rooted and profound. White societies have been the global top dogs for half a millennium, ever since Chinese civilization went into decline. With global hegemony, first with Europe and then the US, whites have long commanded respect, as well as arousing fear and resentment, among other races. Being white confers a privilege, a special kind of deference, throughout the world, be it Kingston, Hong Kong, Delhi, Lagos – or even, despite the way it is portrayed in Britain, Harare. Whites are the only race that never suffers any kind of systemic racism anywhere in the world. And the impact of white racism has been far more profound and baneful than any other: it remains the only racism with global reach.”
    Martin Jacques, “The global hierarchy of race”, The Guardian, 20 September 2003.

    When you ask Turkish people “Is there racism in Turkey?”, most will answer, “No, not a bit of it, I am a Turkish person myself and have never ever seen or heard of it.” But racism is everywhere, not only the kind of racism against Turkey’s largest ethnic minority group, the Kurds, but against all other ethnic and religious minorities as well, especially if your skin colour is darker than the majority of Turkish people’s skin colour. The media is full of stories, almost daily, on how black people, or Roma people, are subjected to racism in the streets of Istanbul, even by the members of the Turkish police force.

    Reconstructing modern Turkish identity
    Mustafa Kemal Atatürk.
    First President of the Republic of Turkey, Mustafa Kemal Atatürk. Wikimedia/Public domain.
    When General İlker Basbuğ, the highest ranking officer in Turkey until just a few years ago, defined some citizens as, “people who don’t really have Turkish blood in their veins,” he was revealing just the tip of an ugly iceberg. General Basbug here was merely repeating what was established as one of the foundation stones of the new “secular” Turkish identity under the founding father of modern Turkey, Mustafa Kemal Ataturk.

    Following the departure of the last Greek soldiers from Anatolian soil on 15 September 1922, the ceasefire of 11 October and the evacuation of eastern Thrace by the Greek army, the Lausanne peace conference opened. While the conference maintained suspense over the conclusion of peace, the year 1923 marked the establishment of the basic institutions, as well as the policies, of the new Turkey. During this time, Mustafa Kemal developed his critique of the economic backwardness of his country and its Islamic culture, and introduced his main goal as how to achieve western standards of political and economic management, in other words ‘to make Turkey European’.

    Ataturk genuinely believed that the new Turkey should cut all its “Eastern/ Muslim” origins adrift and define itself as part of the “White/ Western” civilization. He tried to prove this in many different ways for the rest of his life. The Turkish delegation at Lausanne sought to convince the British, French and Italian delegates that the Ankara government had nothing in common with the “old Eastern/ Muslim Turk” represented by the Ottoman Empire.

    Hence, the new Turkey, from the start, identified itself directly and immediately with the history, culture and perceptions of the western world, claiming a total break with the Ottoman and Islamic past. By 1925 an independent Turkish Republic was firmly established with its new western institutions and militantly secular modernising ideology. A completely new social order was created under the rule of its small secular military elite. The events of these early years mark an important watershed in the development of Turkish state ideology, which is still dominating most aspects of the Turkish state and society.

    In 1932, a Turkish Historical Congress was convened in Ankara with the task of proving the theory that the Turks were indeed a white Aryan race originating in Central Asia where ‘Western civilization’ was assumed to have originated. The second Turkish Historical Congress met in Istanbul in 1937, where further desperate steps were taken to prove that the Turks were indeed a central part of the White European race. Eugene Pittard**, the Swiss anthropologist whose work was perceived and practiced as a racist account of humanity, not only participated but was announced as the honorary president.

    When Mustafa Kemal spoke of the future of his country in terms of a western perception he was indeed registering the identity of the Turkish elite, of which he was a distinguished member. The western-oriented elite would, and indeed did, use this position to feel superior to their own people because they were able to articulate the “Eastern”, the “Oriental”, the “Muslim Turk”, to the “West”. Yet, in their relationships with the western world, they could always remain as “enlightened natives”. In other words, “modern” Turkey was accepted as a useful outsider and an incorporated weak partner for the west, and has stayed as such until now. However, the self-perceptions of individual members of the country have remained closely rooted in the identity-formation processes of those early days, the days of the 1920s and 30s.

    Mustafa Kemal Atatürk in 1923.
    Mustafa Kemal Atatürk in 1923. Wikimedia/Public domain.
    It is now more than 90 years since the establishment of the Republic, and in an ever more complex and impersonal society, the limitations and contradictions of Turkish national identity are coming to the fore more and more. As Turkey is moving deep into the twenty first century, a sense of confusion about ethnicity, nationhood, religion, secular-ity and the country’s role in the world is very pronounced.

    Every Turkish child still grows up memorizing Atatürk’s 1927 address to the youth, which says “the noble Turkish blood in your veins.” All primary and secondary schools still teach a “Turkish” history that starts with the Huns of Central Asia, giving an ethnic, not civic, sense of a nation. And nationalist demagogues speak of “pure Turks” in the country, clearly excluding the Kurds and all non-Muslims, and, recently sharply against (Muslim) Arabs, as the number of Syrian refugees increases fast in the country.

    Syrian refugees and Turkish racism
    In May 2014, when reports came out that Syrians mugged someone in Ankara, local people stoned the building Syrians lived in and set it alight. Violence escalated, many were wounded and detained. There is increasing resentment of Syrians everywhere and they are being attacked and marginalized on a daily basis. There were some serious lynching attempts against Syrians in the border towns, Gaziantep, Şanlıurfa and Mardin. Anti-Syrian demonstrations, previously only in border towns and cities, now reached Istanbul, Ankara and many other western cities where hundreds of Turkish residents, armed with machetes and sticks, attacked Syrian refugees, their properties and businesses. Right-wing nationalist groups, together with some local gangs, are hunting Syrian refugees in city streets, and when caught, their prey are badly beaten. Every single day Turkish newspapers are full of such horrific incidents. The sad fact is that millions of ordinary Turkish citizens, who are not part of such fascist gangs, are just watching such incidents without offering any protection to their Syrian neighbours trying to survive increasingly in ever more desperate conditions.

    The status of Syrian refugees in Turkey is also very curious: officially they are considered as “guests” not “refugees”. This is because Turkey, being a signatory to the 1951 UN Convention on Refugees, is bound by a technicality – “geographical limitation”– which states that it can only grant refugee status to asylum seekers from Europe. The lack of refugee status hinders outside oversight and assistance, and deprives the Syrians of rights guaranteed under international conventions. Syrian refugees in Turkey do not have the same rights as asylum seekers from non-European countries either. They cannot register with the UNHCR to apply for asylum in a third country. Consequently they live in limbo, dependent on pitiful hand-outs given in overcrowded and under-standard “guest” camps/ huge immigration prisons, where there is often no running water, and there is disease.

    Therefore, discussions of racism take on added importance with the recent influx of Syrian refugees in Turkey. According to a recent survey, “blind patriotism” appears to be dominant among Turkish citizens, even in the most urban parts of western Turkey. “Blind patriotism”- the act of allegiance to a cause without clear thought, a completely one-sided loyal commitment – here refers to reactions that may be described as, “Whatever my country does, I support.” Sixty-nine percent of those surveyed said there is nothing to be ashamed of in the country’s history. All this explains why a TV series and a cinema film based on the series, “The Valley of the Wolves”, that glorifies gun-toting nationalists who mow down their mainly Kurdish enemies, is by far the highest rating TV series and one of the highest box office returns in the history of Turkish TV and cinema. Even Turkey’s parliamentary speaker, Bulent Arinc, described it as «absolutely magnificent». ***

    ___________________________________________________________________________

    * Martin Jacques, “The global hierarchy of race”, The Guardian, 20 September 2003.

    **Pittard wrote his Race and History in 1926, where he sets out a definite relationship between race and social behaviour based on a study of human skulls and brains and classifying various racial groups according to their intellectual capabilities.

    *** The report, titled Nationalism in Turkey and the World, was produced as part of the International Social Survey Program and deals with issues such as nationalism, citizenship and national identity. The organization conducted face-to-face interviews with 1,666 adults in 64 provinces, completing the research in March 2014.

    https://www.opendemocracy.net/arab-awakening/bulent-gokay/race-and-racism-in-modern-turkey

  22. Πάντα λοιπόν

    ο νικητής του νικημένου γράφει την ιστορία

    το πρόσωπο του χτυπημένου παραλλάζει

    εκείνος που τον χτύπησε. Απ’ τον κόσμο

    φεύγει ο αδύναμος, και πίσω μένει το ψέμα.

    Μπρεχτ

  23. The Nazi Romance With Islam Has Some Lessons for the United States
    December 1, 2014 by David Mikics 11 Comments

    11268
    Print This Post Print This Post

    mikics_620Reprinted from Tabletmag.com.
    Both Hitler and Himmler had a soft spot for Islam. Hitler several times fantasized that, if the Saracens had not been stopped at the Battle of Tours, Islam would have spread through the European continent—and that would have been a good thing, since “Jewish Christianity” wouldn’t have gone on to poison Europe. Christianity doted on weakness and suffering, while Islam extolled strength, Hitler believed. Himmler in a January 1944 speech called Islam “a practical and attractive religion for soldiers,” with its promise of paradise and beautiful women for brave martyrs after their death. “This is the kind of language a soldier understands,” Himmler gushed.
    Surely, the Nazi leaders thought, Muslims would see that the Germans were their blood brothers: loyal, iron-willed, and most important, convinced that Jews were the evil that most plagued the world. “Do you recognize him, the fat, curly-haired Jew who deceives and rules the whole world and who steals the land of the Arabs?” demanded one of the Nazi pamphlets dropped over North Africa (a million copies of it were printed). “The Jew,” the pamphlet explained, was the evil King Dajjal from Islamic tradition, who in the world’s final days was supposed to lead 70,000 Jews from Isfahan in apocalyptic battle against Isa—often identified with Jesus, but according to the Reich Propaganda Ministry none other than Hitler himself. Germany produced reams of leaflets like this one, often quoting the Quran on the subject of Jewish treachery.

    It is not surprising, then, that there are those today who draw a direct line between modern Jew-hatred in the Islamic world and the Nazis. A poster currently at Columbus Circle’s subway entrance proclaims loudly that “Jew-hatred is in the Quran.” The poster features a photograph of Hitler with the notoriously anti-Jewish Mufti al-Husaini of Palestine, who is erroneously labeled “the leader of the Muslim world.” The truth is considerably more complex. The mufti made himself useful to the Nazis as a propagandist, but he had little influence in most Muslim regions. Few Muslims believed Nazi claims that Hitler was the protector of Islam, much less the Twelfth Imam, as one Reich pamphlet suggested.

    The Nazis’ anti-Jewish propaganda no doubt attracted many Muslims, as historian Jeffrey Herf has documented, but they balked at believing that Hitler would be their savior or liberator. Instead, they sensed correctly that the Nazis wanted Muslims to fight and die for Germany. As Rommel approached Cairo, Egyptians started to get nervous. They knew that the Germans were not coming to liberate them, but instead wanted to make the Muslim world part of their own burgeoning empire. In the end, more Muslims wound up fighting for the Allies than for the Axis.

    Hitler’s failed effort to put Muslim boots on the ground still stands as the most far-reaching Western attempt to use Islam to win a war. Such is the judgment of David Motadel, the author of a new, authoritative book, Islam and Nazi Germany’s War . Motadel’s detailed and fascinating explanation of how and why the Nazis failed to get Muslims on their side is a must-read for serious students of World War II, and it has an important message as well for our own policy in the Middle East.

    ***

    To grasp why the Nazis had such high hopes for Muslim collaboration—and why their hopes failed—we need to go back to the great war that made Hitler the fanatical monster he was. One hundred years ago, a few months into World War I, Germany looked like it might be in trouble. The German offensive had failed to break through at Ypres after a month of bloody fighting. The waves of German soldiers stumbling through no-man’s land slowed to a stop. The kaiser’s army was exhausted, and its commanders suddenly realized that the quick Western Front victory they had dreamed of was impossible. Meanwhile, Russia was massing troops around Warsaw, and the tsar had just declared war on the Ottoman Empire.

    There was one bright spot, though. On Nov. 11, 1914, the highest religious authority of the Ottoman caliphate, Sheikh al-Islam Ürgüplü Hayri, issued a call for worldwide jihad against Russia, Britain, and France. Suddenly, the Great War was a holy war. Surely, the Germans dreamed, Muslims would join their side en masse and turn the tide of battle.

    In the early years of World War I the German Reich caught Islam fever: Muslims became the great Eastern hope against the Entente. Helmuth von Moltke, chief of the German general staff, planned to “awaken the fanaticism of Islam” in the French and British colonies, making the Muslim masses rise up against their European masters. Max von Oppenheim , the German diplomat and orientalist, described Islam as “one of our most important weapons” in his famous position paper of October 1914. Oppenheim wanted to spark a Muslim revolt stretching from India to Morocco that Germany could use for its own purposes. Germany just needed to get the message across, Oppenheim insisted: Russia, Britain, and France were the oppressors of Muslims, whereas the Germans would liberate them.

    The German strategy didn’t work. Instead, Britain and France won the game when they capitalized on the Arab uprising against a crumbling Ottoman Empire. T.E. Lawrence, rather than the kaiser, inspired the Arabs. After the war, Britain and France sliced up the Middle East pie between them in the Sykes-Picot agreement of 1916.

    Germany tried once again to mobilize Islam in WWII. Astonishingly, in 1940 Oppenheim, at that point 80 years old, championed the same plan that had failed so badly in the previous war. Even more surprising, Hitler and Himmler warmly embraced the part-Jewish Oppenheim’s idea: They too thought that Islam would help bring about a Nazi triumph.

    “German officials would always refer to global Islam, to pan Islam,” Motadel told me over the phone from his home in Cambridge, England, where he is Research Fellow in History at the University of Cambridge’s Gonville and Caius College. The Nazis spoke of the Muslims as a “bloc” that could be “activated” against the British, the French, and the Soviets. Their belief that Islam was monolithic led them to ignore differences of region, sect, and nationality, which helped to ensure the failure of their efforts.

    As Motadel documents, those efforts were indeed considerable. Germans sought out imams who would issue fatwas for their side, and they told their soldiers to be especially careful of religious sensibilities when traveling through Muslim territory. They gave special privileges to Muslims who joined the Wehrmacht: The Nazi leadership even allowed them to follow Muslim dietary laws. Astonishingly, German forces in the East permitted Muslims to practice both circumcision and ritual slaughter, proving more liberal on these two issues than many Europeans are today. At the beginning of Operation Barbarossa, the Germans murdered many Muslims because they were mistaken for Jews: They didn’t realize that Muslims were also circumcised. But Berlin soon corrected the error and cautioned troops in the East to make sure to treat Muslims with respect, since they were Germany’s potential allies. In December 1942 Hitler decided he wanted to recruit all-Muslim units in the Caucasus. He distrusted Georgians and Armenians, but the Muslims, he said, were true soldiers.

    The Germans assumed that the Muslim world would naturally flock to the Nazi banner, since Muslims like Germans knew that Jews were the enemy, and since Germany was offering them freedom from France, Britain, and Russia. But for the most part, they were wrong. Muslims only embraced the Nazi cause in places where they were desperate to arm themselves against local persecutors, the Crimea, the Caucasus, and the Balkans. In most of the Muslim world, Hitler failed to attract a large following.

    North Africa was a miserable failure for German recruitment. “230,000 Muslims fought for the Free French against the Axis from North Africa,” Motadel pointed out to me in our interview, far more than those who enlisted with Germany. The Germans had their millions of leaflets, but they were not the only propagandists in the field. “The Free French mobilized them with anti-colonial rhetoric. The British and French were the ruling powers; they had much more control over propaganda.”

    The East was much more favorable than North Africa to the German recruitment drive. The Muslims of the Caucasus and the Crimea had many reasons to choose Germany over Stalin’s Soviet Union. “In the East the Muslim population had really suffered under Stalin, economically and religiously,” Motadel remarked to me. They had nothing to lose, they thought, by siding with “Adolf Effendi.” The Crimean Tatars took a notorious place among Germany’s most loyal and ruthless battalions, fighting both in the East and, near the end of the war, in Romania. The Tatars made the wrong choice: Stalin mercilessly deported many of them to his gulags after the war.

    In the Balkans many Muslims turned to Germany in the middle of a brutal civil war, fleeing the rampages of the Croatian Ustase. The infamous all-Muslim Handžar battalion of the SS, organized in the Balkans late in the war, committed many atrocities. In Serbian areas, noted one British officer, the Handžar “massacres all civil population without mercy or regard for age or sex.”

    The Nazis made sure, with few exceptions, that the Nuremberg laws could be applied only to Jews, not to those other Semites, the Arabs, nor to Turks and Persians—which paradoxically allowed certain communities of Jews in Muslim regions to also survive the Shoah. In Crimea, two puzzled officers of the Wehrmacht, Fritz Donner and Ernst Seifert, reported on “Near Eastern racial groups of a non-Semitic character who, strangely, have adopted the Jewish faith,” while also noting that “a large part of these Jews on the Crimea is of Mohammedan faith.” What to do? In the end the Reich ruled that the Karaites, traditionally seen as a Turkic people, could be spared, while the Krymchaks should be murdered as Jews, though both these Crimean tribes followed Jewish law. In the northern Caucasus, the Nazis decided that the Judeo-Tats, a tiny Torah-observant island in a sea of Muslims, had only their religion in common with Jews. In effect, they became honorary Muslims and were saved from death. The Karaites were close to the Muslim Crimean Tatars, and the Judeo-Tats also had deep ties to their Muslim neighbors. It was their supposed affinity to Islam that saved the lives of these observant Jews. In these cases the Nazi wish to cultivate the Muslim world even affected to a small degree their anti-Semitic policy—to the Jews’ advantage.

    ***

    Hitler cultivated many parts of the Muslim world, but he was fanatically enthusiastic about only one country: Turkey (the Nazis officially decided in 1936 that the Turks were Aryans). Stefan Ihrig’s brilliant new book Atatürk in the Nazi Imagination demonstrates convincingly that Mustafa Kemal Atatürk’s conquest of Turkey was the most important model for the Nazis’ remaking of Germany, far more so than Mussolini’s 1922 March on Rome, which is usually cited as Hitler’s main inspiration. Turkey had taken control of its destiny in manly fashion, in proud defiance of the international community—if only Germany would do the same! So argued many on the German right, including Hitler, during the 10 years between Atatürk’s victory and the Nazi seizure of power.

    The victorious Entente had vastly curtailed Ottoman territory under the Treaty of Sèvres after WWI, just as the Treaty of Versailles shrank German territory. But the new nation of Turkey threw off the victors’ shackles and, after Mustafa Kemal (later renamed Atatürk) marched from Ankara westward, the Turks won the right to a homeland in the 1923 Treaty of Lausanne. The Weimar Republic’s newspapers obsessively celebrated the Turks’ victory and endorsed their claims to the disputed region of Hatay (the Turks’ Alsace-Lorraine), portraying the Turks as more advanced than the Germans, trailblazers on the path to strong nationhood. “If we want to be free, then we will have no choice but to follow the Turkish example in one way or another,” the right-wing military man and journalist Hans Tröbst announced in the newspaper Heimatland in 1923. Nearly every item in Hitler’s playbook can be found in such Weimar-era endorsements of Atatürk: All Turkey had mobilized for the war; strong faith in their leader had saved them.

    Ihrig argues that the Turkish treatment of minorities, both under Atatürk and earlier, was the true precursor for Hitler’s murderous policy in the East. Those “bloodsuckers and parasites,” the Greeks and Armenians, had been “eradicated” by the Turks, Tröbst explained in Heimatland. “Gentle measures—that history has always shown—will not do in such cases.” The Turks had achieved “the purification of a nation of its foreign elements on a grand scale.” He added that “Almost all of those of foreign background in the area of combat had to die; their number is not put too low with 500,000.” Here was a chilling endorsement of genocide, and one that surely did not escape Hitler’s eye. Shortly after his articles appeared, Hitler invited Tröbst to give a speech on Turkey to the SA.

    From 1923 on, Hitler consistently praised Atatürk in his own speeches as well. Berlin, like Istanbul, was cosmopolitan and decadent. Munich, site of Hitler’s beer-hall putsch, was the place for a German “Ankara government.” When Hitler seized power in 1933 his Völkischer Beobachter cited Atatürk’s victory as the “star in the darkness” that had shone for the beleaguered Nazis in 1923, after the putsch’s failure. Turkey was “proof of what a real man could do”—a man like Atatürk, or Hitler.

    The Third Reich produced many idolizing biographies of Atatürk. Six years after the Turkish leader’s death, in late 1944, a delusional Hitler was still dreaming of a postwar alliance between Turkey and Germany. He never got his wish. During the war, Turkey, as a neutral power, kept its distance from the Nazis until it finally declared war against Germany in February 1945.

    In Turkey, criticizing Atatürk can still get you three years in jail, though the country’s increasingly unhinged President Recep Tayyip Erdogan broke the law himself last year when he called Atatürk a drunkard. While Erdogan wants to reverse his predecessor’s program for secularizing Turkey, he appears to be imitating Atatürk’s extravagant cult of personality along with his habit of demonizing his enemies. But while Atatürk disdained Hitler’s anti-Semitism, Erdogan is obsessed with Jews. The 2014 Gaza operation, he has remarked , was worse than anything Hitler ever did, and the Israelis have been committing “systematic genocide every day” since 1948. Perhaps if Erdogan had been in power in the 1940s, the Nazis would have found the Muslim ally they so desperately sought.

    Weaponizing Islam has often been a temptation for the United States, just as it was for Germany. In its battle against Moscow, Washington recruited Islamic leaders after WWII, most famously Said Ramadan, a major figure in the Muslim Brotherhood. The United States even smiled on Saudi Arabia’s funding of radical Islamist organizations, hoping that religion would serve as a bulwark against Soviet Communism. Then the Muslim Brotherhood killed U.S. ally Anwar Sadat, and its follower Ayman al-Zawahiri became, along with Osama Bin Laden, the founder of al-Qaida. We supported the Mujahedeen in Afghanistan, until the Mujahedeen turned into the Taliban.

    We are still trying to turn the Muslim world to our own purposes, but this time by supporting Shiite against Sunni. In addition to courting Erdogan, President Barack Obama hopes to make use of Iran as a stabilizing regional force. In his most recent personal letter to Ayatollah Khamanei, Obama seems to have made a promise: We will repeal sanctions, fight against ISIS, and preserve the rule of Iran’s client Bashar al Assad as long as Iran agrees to a deal on nuclear weapons. But what will the United States get in return? In the best-case scenario—which is far from assured—Iran’s bomb-making abilities will be hindered by the deal they sign. But even an Iran without the bomb cannot be relied on to make the Middle East less conflict-riven, unless we are aiming at the kind of stability famously mocked by Tacitus: They make a desert and call it peace. Iranian actions speak for themselves: support for Hezbollah, with its hundred thousand weapons aimed at Israel, and support for Assad, who has massacred his people endlessly and thrown massive numbers of them into concentration camps. Anyone who looks at the Syrian defector “Caesar” ’s photographs of the thousands of starved, mutilated bodies produced by Syria’s bloodthirsty optometrist-in-chief, which are now on permanent exhibition at the Holocaust Museum in Washington, a few blocks from the White House that has refused to grasp their meaning, will ask the same question: Don’t these Arab bodies, resembling so exactly the bodies of Jews at Auschwitz, have the same call on our conscience?

    One thing is certain: If Khamanei and Rouhani are given a larger role in the Middle East, they will not serve U.S. interests, nor those of the majority of Muslims. They will serve their own interests, which are inimical to ours. We still have not learned the major lesson of 20th-century history so adeptly conveyed by Motadel and Ihrig: Western leaders who try to get Islam on their side through propaganda and favors will be unpleasantly surprised.

    David Mikics is the author, most recently, of Slow Reading in a Hurried Age. He lives in Brooklyn and Houston, where he is John and Rebecca Moores Professor of English at the University of Houston.

    http://www.frontpagemag.com/2014/david-mikics/the-nazi-romance-with-islam-has-some-lessons-for-the-united-states/

  24. Έκθεση του Τούρκου Δζεμάλ Μουσχέτ: «Ο Κεμάλ εύρεν έδαφος δράσεως»

    Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη*

    H επιβεβαίωση των εγκληματικών καταγγελιών όταν ενισχύεται με εκθέσεις οθωμανικών εγγράφων διευκολύνει την ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας, συμβάλλει στην αποκατάσταση ιστορικών παρεξηγήσεων και βοηθά τους λαούς να γνωρίζονται καλύτερα. H πολυσέλιδη έκθεση του Τούρκου Δζεμάλ Νουσχέτ κινείται σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές:

    O M. Κεμάλ προς διατήρησιν των τσετών έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι’ αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου· αι γενικαί σφαγαί, αι αρπαγαί και εξοντώσεις εις την περιφέρειαν ταύτην ήρχισαν από τον Φεβρουάριον και διήρκεσαν μέχρι του Aυγούστου· αι σφαγαί αύται και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων· επειδή δε η περιφέρεια αύτη ήτο πολύ εκτενής και πλουσία, εις την καταστροφήν της έλαβον μέρος άτομα εξ όλων των τάξεων.

    Aι έξ χιλιάδες των Eλλ. κατοίκων της Πάφρας αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών του Σλαμαλίκ, του Σουλού Δερέ, της Παναγίας και του Γκιοκτσέ Σου παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία· ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ’ αυτών, τας εθανάτωσαν.

    Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλά-Tσαμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους εις 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσαμ ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν.

    Eις το χωρίον Mπαγμακλί οι κάτοικοι αποκλεισθέντες εντός της οικίας του Tσακάλ Σάββα, μετά της οικίας παρεδόθησαν εις το πυρ, όπου και εκάησαν όλοι, 480 άνδρες, γυναίκες και παιδία· εξ’ όλης της περιφερείας Πάφρας μόνον έως 2.000 χριστιανοί κατόρθωσαν να σωθούν καταφυγόντες εις τα όρη.

    Oι κάτοικοι του Bεζύρ Kιοπρού, της Σεβαστείας, μετά τους πολέμους της Aγκύρας είχον οδηγηθεί προς άγνωστον διεύθυνσιν και κατεσφάγησαν. Oι εις 5.000 Έλληνες κάτοικοι Mερζιφούντος και Xάφζας το ίδιον τέλος είχον· την ιδίαν ημέραν παρεδόθησαν εις γενικήν σφαγήν και ανηρπάγησαν αι περιουσίαι των. Eπειδή αι επιχειρήσεις αύται επέφερον αρκετάς προσόδους δια την Άγκυραν και τας τσέτας ενεκρίθη όπως επεκταθούν, και αρχίσαντες από την Aμάσειαν εις όλην την μέχρι Tραπεζούντος περιοχήν, διά γενικών σφαγών και εκτοπισμών, δεν άφησαν τίποτε το ελληνικόν.

    Eκ των πλουσίων και προυχόντων της Iοσγάτης, Mερζιφούντος, Xάφζας, Bεζύρ-Kιοπρού και άλλων μερών, 1.280 άτομα, μεταξύ των οποίων ευρίσκοντο διευθυνταί Tραπεζών, έμποροι και διδάσκαλοι, συλληφθέντα επισήμως εθανατώθησαν κατασχεθεισών και των περιουσιών των. Eξ’ αυτών μόνον οι 15 κατεδικάσθησαν εις ισόβια δεσμά και εκλείσθησαν εις τας φυλακάς Mερζιφούντος. Eις τας σφαγάς και τους εκτοπισμούς του Πόντου το πρώτιστον μέρος έλαβε ο πρώην δήμαρχος Kερασούντος Oσμάν αγάς, όστις και εθησαύρισε με τους οπαδούς του. O Oσμάν αγάς έκαυσε και 200 χωρία Kούρδων και τους κατέσφαξε διότι έτυχε να φανούν ενάντιοι δια τας σφαγάς των χριστιανών. Eνώ εκτυλίσσοντο τα τραγικώτατα ταύτα κακουργήματα εν τη παραλία του Eυξείνου Πόντου, εις την περιφέρειαν της Nικομηδείας αι Tσέται του Mοτο-ζαδέ και του Pίζαλη-Mουσταφά επυρπόλουν τα απέναντι της Nικομηδείας ελληνικά χωρία Γιενή-Kιοΐ και Kαρά-Tεπέ· προηγουμένως αι εθνικαί τσέται είχον καύσει και τα αρμενικά χωρία Γιουβατζίκ και Aσλάν-Mπέϊ.

    O Oσμάν αγάς, ως αμοιβήν των υπηρεσιών του, διωρίσθη γενικός διοικητής της αμύνης των παραλίων Eυξείνου Πόντου.

    H εφημερίδα Journal des Débats politiques et littéraires γνωστοποίησε το δράμα των χριστιανών της Mερζιφούντας στο αναγνωστικό της κοινό, το οποίο, σε αντίθεση με την κυβέρνηση και τους χρηματιστηριακούς παράγοντες που είχαν αποδεχτεί τη γαλλοκεμαλική προσέγγιση, συνέχιζε να είναι ευαισθητοποιημένο για όσα συνέβαιναν στον μικρασιατικό χώρο. Στις 6 Mαρτίου 1922, στηριζόμενη σε μια επιστολή ενός Γάλλου από τη Βηρυτό, έγραφε για τις σφαγές της Mερζιφούντας:

    Mόλις μάθαμε τι συνέβη στη Mερζιφούντα και σε όλη τη γειτονική περιοχή. Mια συμμορία από 2.000 στρατιώτες κατέστρεψε τα χωριά και έσφαξε τον χριστιανικό πληθυσμό. Στη Mερζιφούντα υποχρέωσαν τους χριστιανούς να καταβάλουν φόρο που ξεπερνούσε τα εισοδήματά τους. Eκείνοι πούλησαν τα πάντα, δανείστηκαν και τελικά πλήρωσαν το ποσό. Όταν οι Tούρκοι εξασφάλισαν μ’ αυτόν τον τρόπο τα χρήματά τους, κάλεσαν τους άνδρες στο Διοικητήριο «για να τους δώσουν μια απόδειξη»· εκεί τους έσφαξαν· έτοιμες τάφροι δέχτηκαν τα πτώματα. Έπειτα, ήρθε η σειρά των γυναικών και των παιδιών. Έψαξαν τα σπίτια, τα έβαλαν φωτιά, έσφαξαν ή άρπαξαν τις γυναίκες· 500 από αυτές τις δυστυχισμένες που είχαν καταφύγει στο οίκημά μας, κλείστηκαν εκεί. Tις έβαλαν φωτιά. Όσες προσπάθησαν να ξεφύγουν, σκοτώνονταν από τους στρατιώτες που περικύκλωσαν το σπίτι μας. Tο σπίτι καταστράφηκε κι αυτές οι δύστυχες κάηκαν ζωντανές. Oι ίδιες σκηνές επαναλήφθηκαν στα γειτονικά χωριά· οι Πατέρες μας με πολύ κόπο έφτασαν στη Σαμψούντα· στο δρόμο τους οι ίδιες σκηνές. Oι Tούρκοι απαγόρευαν ρητώς στους χριστιανούς να φύγουν· διαφορετικά δεν θα υπήρχε πια ούτε ένας χριστιανός σ’ αυτές τις περιοχές. O Mουσταφά Kεμάλ, που θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή τη ληστεία, είναι υπεύθυνος. Από αυτό βλέπετε τι αξίζουν οι ωραίες υποσχέσεις. Tα ευρωπαϊκά έθνη κλείνουν τ’ αυτιά και τα μάτια, για να μην εμπλακούν. H Σαμψούντα δεν γλίτωσε την καταστροφή παρά το φόβο επικείμενου βομβαρδισμού των Eλλήνων. O ευρωπαϊκός Tύπος ομόφωνα αγνοεί αυτά τα γεγονότα· θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματική συνωμοσία.

  25. […] εφεξής, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο:  https://kars1918.wordpress.com/2013/07/04/1908-1923-2/ […]

  26. Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μικρά Ασία 1918-1922
    Print Email
    Του Δημήτρη Μπέκα*

    *Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

    «Εντούτοις, η όλη στάση της συνδιάσκεψης της ειρήνης απέναντι στην Τουρκία ήταν τόσο σκληρή, ώστε το Δίκαιο είχε τώρα αλλάξει παράταξη. Η Δικαιοσύνη, ο αιώνιος δραπέτης από τα συμβούλια των κατακτητών, είχε περάσει στο αντίθετο στρατόπεδο… Στις αίθουσες του Παρισιού με τους τοιχοτάπητες και τα χρυσάφια είχαν συγκεντρωθεί οι νομοθέτες του κόσμου. Στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τα κανόνια των συμμαχικών στόλων, λειτουργούσε μια τουρκική κυβέρνηση ανδρείκελων. Αλλά ανάμεσα στους αφιλόξενους λόφους και τις κοιλάδες τις «Τουρκικής Πατρίδας», στη Μικρά Ασία, κατοικούσε εκείνη η ομάδα των φτωχών που δεν παραδέχονταν έτσι τα πράγματα· και δίπλα στις φωτιές των καταυλισμών τους θρόνιαζε, εκείνη τη στιγμή, μες στα κουρέλια του πρόσφυγα, το σεπτό πνεύμα της ισονομίας».

    Michael L. Smith

    Τα γεγονότα των ετών 1918-1922 έχουν ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Και αυτό όχι μόνο επειδή η Ελλάδα βρισκόταν, αρχικά, σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι της «προαιώνιας αντιπάλου» (της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) αλλά επειδή τα γεγονότα αυτά περιέχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμορφώνουν νέες καταστάσεις, ανεξαρτήτως της έκβασης της εκστρατείας.

    Συνήθως όταν ακούμε για Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, μας έρχεται στο νου η τραγωδία που έζησαν οι Έλληνες της περιοχής το Σεπτέμβρη του 1922 και το τέλος της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Όμως η εξέταση του ζητήματος μόνο από την ελληνική πλευρά και μόνο από τη στρατιωτική πτυχή του δεν αρκεί για να φωτίσει επαρκώς τα γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα ήταν πολύπλευρα και απέκτησαν διεθνή έκταση και σημασία, οπότε, για πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα χρειάζεται και η εξέταση εκείνων των συντελεστών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη της κατάστασης στην περιοχή της υπό κατάρρευση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σημαίνοντα ρόλο στις εξελίξεις διαδραμάτισαν όχι μόνο η Ελλάδα και οι Τούρκοι εθνικιστές, αλλά και οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης (Αγγλία, Γαλλία κ.λπ.)

    Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια διευκρίνιση. Η απόδοση ευθυνών αποκλειστικά σε ξένες δυνάμεις και χώρες αποτελεί ατόπημα. Εκτός από τις Μεγάλες Δυνάμεις, συμφέροντα από την κατοχή εδαφών στη Μικρά Ασία είχε και η Ελλάδα, καθώς στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής εκδηλωνόταν η δραστηριότητα του ελληνικού εφοπλισμού και του διαμετακομετακομιστικού εμπορίου.[1] Δεν είναι τυχαίο που η χωρητικότητα του ελληνικού εμπορικού στόλου αυξάνεται από 290.000 τόνους το 1918 σε 563.000 τόνους το 1919.[2] Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, η Ελλάδα δεν είχε και πολλές επιλογές, δεν είχε εξασφαλισμένη ελευθερία κινήσεων, ενώ έμεινε ουσιαστικά αβοήθητη από τους συμμάχους της.

    Τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων

    Η Μικρά Ασία και γενικότερα η ελεγχόμενη από την Υψηλή Πύλη περιοχή της Εγγύς Ανατολής προκαλούσε το ενδιαφέρον των δυνάμεων της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Αντάντ). Αφενός διότι ήταν πλούσια σε μέταλλα και πρώτες ύλες, αφετέρου διότι αποτελούσε σημαντικό κόμβο διεθνών συγκοινωνιών.[3] Ειδικότερα η δυτική Μικρά Ασία ήταν «ο πνεύμονας της Τουρκίας» καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εξαγωγικού της εμπορίου γινόταν από τη Σμύρνη.[4]

    Σε πρώτη φάση, μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι σύμμαχοι διευθέτησαν τη θέση της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις διεκδικήσεις τους με την ανακωχή του Μούδρου, οι όροι της οποίας σήμαιναν την ολοκληρωτική υποδούλωση του τουρκικού λαού. Η κυβέρνηση του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Όμως, στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας βρίσκονταν εκείνες οι ομάδες (στρατιωτικοί, διανοούμενοι, φτωχοί αγρότες κ.λπ.) που δεν αποδέχονταν την κατάσταση που διαμορφωνόταν και φιλοδοξούσαν να την ανατρέψουν. Έτσι δημιουργήθηκε ένας δεύτερος πόλος εξουσίας εθνικός – αντιστασιακός. Η αντίσταση ενάντια στο καθεστώς αυτό ξεκίνησε, έστω και ανοργάνωτα, μετά την υπογραφή της ανακωχής.

    Η θέση της Γαλλίας

    Η Γαλλία είχε έντονη οικονομική παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στη Μικρά Ασία δρούσαν γαλλικοί οικονομικοί κύκλοι όπως η «Εταιρία Μονοπωλίων του Καπνού», η « Εταιρία των Οδών», η «Εταιρία Προκυμαιών», η τράπεζα CreditLyonnais.[5] Το 1914 το 60% των ξένων κεφαλαίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν γαλλικής προέλευσης, ενώ Γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν ορυχεία στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στη δυτική Μικρά Ασία.[6] Μάλιστα κατείχαν σημαντικές θέσεις στην Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα.

    Οι διαθέσεις της Ιταλίας

    Η Ιταλία, με τη συνθήκη του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης απέκτησε δικαιώματα σε περιοχές της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, της Σμύρνης συμπεριλαμβανομένης. Η ιταλική παρουσία στη Μικρά Ασία δεν οφειλόταν μόνο σε αισθήματα εθνικής υπερηφάνειας αλλά είχε και μία οικονομικοκοινωνική βάση, την ανάγκη για αποθέματα άνθρακα, σιταριού και νέες κτήσεις που θα απορροφούσαν το πλεονάζον ανθρώπινο δυναμικό.[7] Είχε έντονες επεκτατικές βλέψεις στην Εγγύς Ανατολή, ωστόσο, οι υλικές της δυνατότητες ήταν κατώτερες των άλλων δυνάμεων. Όπως έχει αναφερθεί «ο στρατός της Ιταλίας δεν ήταν κατάλληλος για επέκταση. Για την ακρίβεια ήταν μια αξιοσημείωτα ανίκανη μαχητική μηχανή».[8] Διατηρούσε, από το Μάρτιο του 1919, μια σχεδόν μόνιμη στρατιωτική παρουσία στην Αττάλεια και το Μάιο του ίδιου έτους, συγκέντρωσε ναυτικές δυνάμεις ανοιχτά της Σμύρνης. Η αδιαλλαξία της σχετικά με τις αξιώσεις της στην περιοχή της Αδριατικής θάλασσας είχε δυσαρεστήσει έντονα τους άλλους συμμάχους και τους ώθησε να μην της επιτρέψουν να καταλάβει την περιοχή της Σμύρνης.[9]

    Τα συμφέροντα των Βρετανών

    Οι οικονομικές θέσεις των Βρετανών ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1914 το 14,36% του δημοσίου χρέους της προερχόταν από δάνεια βρετανικών κεφαλαίων, τα οποία αποτελούσαν και το 13,66% των ξένων επενδύσεων στη χώρα και κατείχαν σημαντικές θέσεις στην Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα. Η μεγάλη εταιρία BoraxCoyLtd της δυτικής Μικράς Ασίας ήταν βρετανική. Η κυριαρχία της Βρετανίας στην Εγγύς Ανατολή της έδινε σημαντικά συγκοινωνιακά κέντρα και την υλική βάση για τον εκσυγχρονισμό του στόλου της.[10]

    Ο πρωθυπουργός της χώρας, DavidLloydGeorge, ορισμένοι συνεργάτες του καθώς και μερικοί νεαροί εμπειρογνώμονες ήταν ευνοϊκά διακείμενοι προς τις ελληνικές φιλοδοξίες. Η υποστήριξη που παρείχαν τους Έλληνες βασιζόταν στην πεποίθηση ότι οι Έλληνες ήταν ανερχόμενη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο, ένα ρωμαλέο, δραστήριο και αναπτυσσόμενο έθνος, που αντιμαχόταν τους αδύναμους και αναξιόπιστους Τούρκους. Υπό αυτό το πρίσμα αγνοούσε τις προειδοποιήσεις των πολιτικών και στρατιωτικών του συμβούλων. Ισχυριζόταν ότι η νέα Ελλάδα θα γινόταν φορέας των βρετανικών συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, η δύναμη στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η Βρετανία αν βρίσκονταν ποτέ σε κίνδυνο οι αυτοκρατορικές επικοινωνίες με την Ινδία ή η ελευθερία των στενών του Βοσπόρου. Αυτό το επικίνδυνα ελκυστικό όραμα βασιζόταν στο πρόωρο συμπέρασμα ότι οι Τούρκοι ήταν ανίσχυροι.[11]

    Η εμπλοκή της Ελλάδας

    Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμφέροντα εμπορικών και εφοπλιστικών κύκλων προωθούσαν την παρέμβαση της Ελλάδας στην περιοχή. Έμπαινε, όμως, επιτακτικά και το ζήτημα της κατοχύρωσης του δικαιώματος των Ελλήνων της περιοχής για τη διατήρηση της δικής τους εθνικής ζωής (γλώσσα, παιδεία, θρησκεία) και της ισοτιμίας τους με τον υπόλοιπο πληθυσμό, λόγω της αυξανόμενης τουρκικής εθνικιστικής κίνησης που τους απειλούσε. Τα δικαιώματα αυτά είχαν παραβιαστεί κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου όταν οργανώθηκαν πογκρόμ εις βάρος τους.[12]

    Όμως η εμπλοκή της Ελλάδας δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν δε συνέπιπτε με τα συμφέροντα και τις διεκδικήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων (και ειδικότερα της Βρετανίας), τις οποίες απέρριπταν οι εθνικιστές της Τουρκίας. Προκειμένου να αποκτήσουν σάρκα και οστά οι φιλοδοξίες τους έπρεπε να κατασταλεί η τουρκική αντίσταση. Και εφόσον η Υψηλή Πύλη αδυνατούσε να το πράξει, ήταν η Ελλάδα που θα σήκωνε τα βάρη της σύρραξης.

    Πέρα από τους παραπάνω λόγους, υπήρχε και άλλος ένας που εξηγούσε την επιλογή της Ελλάδας: οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του συμμαχικού στρατοπέδου.

    Τα πρώτα προβλήματα

    Το πρώτο πρόβλημα που παρουσιάστηκε ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, καθώς η πρώτη εποφθαλμιούσε σχεδόν ολόκληρη τη Μέση Ανατολή (με εξαίρεση τη Συρία και κομμάτια της Μικράς Ασίας). Σε αυτές τις διεκδικήσεις αντιδρούσε αρνητικά η Γαλλία.[13]

    Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, διότι η πρώτη απαιτούσε τη Σμύρνη, τη στιγμή που αυτή, καθώς και τμήμα της Μικράς Ασίας εκχωρούνταν στη δεύτερη, σύμφωνα με τη συνθήκη του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης. Βέβαια, οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν αποτελούσαν πρόσκομμα για τη Γαλλία και τη Βρετανία, διότι η μεν Γαλλία ενδιαφερόταν κυρίως για την κυριαρχία της στην Κιλικία (νοτιοανατολική Μ. Ασία) και τη Συρία, η δε Βρετανία θεωρούσε πως οι ελληνικές διεκδικήσεις συντάσσονταν με την πάγια πολιτική της στη Μέση Ανατολή.[14]

    Οι περιστάσεις υπό τις οποίες διευθετούνταν το ζήτημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ιδιαίτερα ασυνήθιστες. Από τη μία υπήρχαν οι μυστικές συμφωνίες που προέβλεπαν την παράδοση της Κωνσταντινούπολης και της Αρμενίας στην τσαρική Ρωσία. Από την άλλη, όμως, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας μετά την επανάσταση του Οκτώβρη και η επιμονή της Ιταλίας και της Ελλάδας για εκπλήρωση των υποσχέσεων που τους είχαν δοθεί, υπαγόρευαν σημαντική αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου.[15]

    Μέσα σε αυτά τα πλαίσια υπογράφτηκε τον Αύγουστο του 1920 η συνθήκη των Σεβρών, η οποία προέβλεπε: επέκταση των συνόρων της Ελλάδας εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταβίβαση της διοίκησης της πόλης και της περιοχής της Σμύρνης στην ελληνική κυβέρνηση για 5 χρόνια (η περιοχή παρέμενε υπό οθωμανική κυριαρχία), εκχώρηση της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας στην Ιταλία, της Κιλικίας στη Γαλλία, διεθνή έλεγχο στα στενά του Βοσπόρου, αποκοπή της Εύφορης Ημισελήνου (Μάσρεκ), της Αραβικής Χερσονήσου και της Αιγύπτου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ίδρυση ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας και αυτονομία των κουρδικών περιοχών.

    Ωστόσο η Γαλλία δεν έμεινε ικανοποιημένη από τη συνθήκη, την οποία θεωρούσε ελληνοβρετανικό θρίαμβο. Γι’ αυτό και οι Γάλλοι επιδιώκουν την αναθεώρησή της, εις βάρος των Βρετανών και προσεγγίζουν τους κεμαλιστές, αντιλαμβανόμενοι πως, αργά η γρήγορα, θα βρεθούν μαζί τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δυσανασχετούν με την παρουσία των Ελλήνων, τους οποίους θεωρούν πιόνια των Βρετανών, προκειμένου οι τελευταίοι να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα για τα πετρέλαιά τους στη Μέση Ανατολή[16] καθώς τις δύο δυνάμεις χώριζαν αντιθέσεις σχετικά με τα πετρέλαια της περιοχής της Μοσούλης [βόρειο Ιράκ].

    Η διαπλοκή των συμφερόντων

    Δεδομένης της άρνησης των Τούρκων εθνικιστών να αποδεχτούν το καθεστώς που τους επιβλήθηκε και της αδυναμίας της σουλτανικής κυβέρνησης να τους αφοπλίσει, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αναζήτησε εκείνη τη χώρα που θα δρούσε σαν αστυνόμος της περιοχής και θα επωμιζόταν το βάρος της σύγκρουσης με τις ένοπλες τουρκικές ομάδες. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στην ανυπαρξία χώρας που να απολαμβάνει την κοινή εμπιστοσύνη λόγω των ενδοσυμμαχικών αντιθέσεων. Γι’ αυτό το λόγο η Ελλάδα θεωρήθηκε η καλύτερη λύση για τη διευθέτηση του ζητήματος. Οι Ιταλοί, ωστόσο, είχαν λόγους να μη θέλουν του Έλληνες στην περιοχή καθώς είχε φανεί ότι οι τελευταίοι δούλευαν για λογαριασμό των Βρετανών.[17]

    Τον Ιούλιο του 1919, ωστόσο, ήρθαν σε μία συμφωνία με τους Έλληνες, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα θα παραιτείτο από κάθε διεκδίκηση στα σαντζάκια Αϊδινίου, Δενιζλή, Μεντεσέ και η Ιταλία θα υποστήριζε τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία μέχρι τη θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα). Παρ’ όλα αυτά η συμπεριφορά των Ιταλών εξακολουθούσε να είναι το ίδιο εχθρική, ενώ τον Ιούλιο του 1920 η συμφωνία καταγγέλθηκε από την ιταλική πλευρά.[18]

    Εκτός από τον ανθελληνικό χαρακτήρα που επέδειξαν στα Δωδεκάνησα και τη Βόρειο ήπειρο, ανθελληνικές ήταν οι ενέργειές τους και στη Μικρά Ασία. Τα λιμάνια που κατείχαν οι Ιταλοί είχαν γίνει βάσεις ανεφοδιασμού των κεμαλιστών,[19] τα τορπιλικά τους μεταφέρανε στελέχη της τουρκικής αντίστασης ενώ οι φρουρές των γεφυρών επιτρέπανε την ελεύθερη διάβαση των τουρκικών αντάρτικων ομάδων.[20]

    Η Βρετανία δεν μπορούσε να διαθέσει στρατό για την καταστολή της τουρκικής αντίστασης. Είχε να αντιμετωπίσει μια ολόκληρη αλυσίδα από αντιαποικιακά, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε Αίγυπτο, Αφγανιστάν, Ινδία το 1919 και σε Σουδάν, Ιράκ, Περσία[21] το 1920 μεταξύ άλλων.

    Υποτίθεται ότι η απόβαση της Ελλάδας στη Σμύρνη το 1919 έγινε για να προστατευτούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί και να καταπολεμηθεί το τουρκικό αντάρτικο κίνημα. Όμως ο ελληνικός στρατός θα δρούσε στην περιοχή κάτω από ξένες διαταγές, καθώς οι μετακινήσεις του θα μπορούσαν να γίνουν μόνο μετά την έγκριση του Βρετανού ναυάρχου Κάλθροπ, ή, σε περίπτωση απουσίας του, του προϊστάμενου του συμμαχικού στόλου στη Σμύρνη.[22]

    Αυτή η επιλογή δεν οφειλόταν σε κάποια έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων πολεμικής στρατηγικής. Όσο υπήρχε μόνο μία τουρκική κυβέρνηση, αυτή του σουλτάνου, τα συντηρητικά στοιχεία εντός του κεμαλικού στρατοπέδου ήταν ισχυρά. Αυτό καθιστούσε τη συνθηκολόγηση των Τούρκων εθνικιστών από εσωτερική διάβρωση προτιμότερη λύση από τη στρατιωτική τους συντριβή, που δεν ήταν άλλωστε και βέβαιη. Οπότε, όσο καιρό υπήρχαν πιθανότητες για τη συνθηκολόγηση, ο ελληνικός στρατός δεν προωθούνταν, αλλά χρησιμοποιούνταν σε αστυνομικές επιχειρήσεις που διευκόλυναν τους εκβιαστικούς ελιγμούς προς την Τουρκία.[23]

    Μέχρι τον Ιούνιο του 1920 η κατάσταση είχε αλλάξει δραματικά, αν και παρέμενε ρευστή. Είχε σχηματιστεί τουρκική επαναστατική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Κεμάλ Ατατούρκ στην Άγκυρα. Ο τουρκικός επαναστατικός στρατός είχε αρχίσει σοβαρές ενέργειες εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων κατοχής (συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Μαράς της Κιλικίας). Στην Προύσσα, στη Φιλαδέλφεια, στο Μπαλικεσσέρ (βορειοδυτική Μικρά Ασία, κοντά στα Στενά) είχαν συγκροτηθεί ισχυρά οργανωμένα κέντρα τουρκικής εθνικής αντίστασης.

    Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να περάσει ο ελληνικός στρατός στην ενεργό δράση, παίρνοντας περισσότερες ευθύνες. Οι Βρετανοί ενθαρρύνουν με την Ελλάδα, αλλά, παρά την επιθυμία τους για ύπαρξη μιας ελληνικής Σμύρνης, πρακτική βοήθεια δε δίνουν.[24] Ωστόσο η νικηφόρα προέλαση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στα βάθη της Μικράς Ασίας δεν επέφερε καίριο πλήγμα στους Τούρκους αντάρτες, ούτε αρκούσε για να διασκεδάσει τις αμφιβολίες των συμμαχικών κυβερνήσεων σχετικά με τη δυνατότητα της Ελλάδας να επιβάλει τον αφοπλισμό των τουρκικών δυνάμεων.[25] Η συνεχώς αυξανόμενη πολιτική και στρατιωτική δύναμη των κεμαλιστών καθιστούσε δύσκολη την εφαρμογή της συνθήκης των Σεβρών, γι’ αυτό και οι Σύμμαχοι αποφάσισαν την αναθεώρησή της εις βάρος των Ελλήνων, ώστε να είναι πιο αποδεκτή από τους Τούρκους εθνικιστές, κάτι που επιζητούσαν κυρίως η Γαλλία και η Ιταλία.[26]

    Η εκλογική ήττα του Βενιζέλου και η επάνοδος του Κωνσταντίνου στα τέλη του 1920, αποτέλεσαν ευκαιρία για την ανοιχτή εκδήλωση των ενδοσυμμαχικών αντιθέσεων.[27] Ειδικά για τους Γάλλους, ο Κωνσταντίνος αποτελούσε «κόκκινο πανί», ενώ η διαρκής προσέγγιση του Κεμάλ με τους Σοβιετικούς έκαναν πολλούς να αρχίσουν να στρέφονται προς το πλευρό του πρώτου.[28]

    Η αλλαγή των συσχετισμών

    Μετά την πρώτη και σημαντική ήττα των Ελλήνων στο Ινονού, τον Ιανουάριο του 1921, η Γαλλία και η Ιταλία ζήτησαν διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση στης συνθήκης των Σεβρών. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν (στο Λονδίνο), στις οποίες, πέραν της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης, συμμετείχαν και εκπρόσωποι της Άγκυρας, οι Γάλλοι άρχισαν τις μυστικές επαφές με τους κεμαλιστές και διαπραγματεύονταν την εκκένωση της Κιλικίας. Η Ιταλία ήρθε σε συμφωνία με τον Κεμάλ. Τα δύο μέρη συμφώνησαν να αποχωρήσει η Ιταλία από την Αττάλεια με αντάλλαγμα την εκχώρηση σε αυτήν εκτεταμένων οικονομικών προνομίων στην Τουρκία.[29] Μέχρι το 1921 η ιταλική παρουσία στην περιοχή είχε καταστεί μόνο ονομαστική και τελείωσε το 1922, όταν τερματίστηκε ήσυχα η ιταλική κατοχή.[30]

    Επειδή οι τροποποιήσεις που πρότειναν στο Λονδίνο δεν έγιναν δεκτές ούτε από τον Κεμάλ, ούτε από την Υψηλή Πύλη, οι δυνάμεις της Συνεννόησης διακήρυξαν την ουδετερότητά τους. Οι ίδιες χώρες που σχεδίασαν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που οργάνωσαν την επέμβαση κατά της τουρκικής αντίστασης και έστειλαν τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία, παρουσιάζονταν σαν τρίτοι, σαν αμερόληπτοι κριτές, σαν ειρηνοποιοί μιας δήθεν «καθαρής ελληνοτουρκικής διένεξης».[31] Η ερμηνεία της ουδετερότητας, που τους υποχρέωνε να αρνηθούν στους Έλληνες τη χρήση της Κωνσταντινούπολης ως ναυτικής βάσης ήταν πλήγμα για την ελληνική πλευρά. Πλήγμα αποτελούσε και η στέρηση από τα δικαιώματα του εμπόλεμου, σχετικά με το δικαίωμα της επίσκεψης και έρευνας των συμμαχικών εμπορικών πλοίων στη θάλασσα του Μαρμαρά και στο Αιγαίο, διότι εμπόδιζε τους Έλληνες από το να βάλουν φραγμό στο παράνομο εμπόριο με τους κεμαλικούς.[32]

    Η έκβαση της εκστρατείας

    Την ήττα των Ελλήνων στο Σαγγάριο (Αύγουστος 1921) ακολούθησε μακρά περίοδος διπλωματικών ζυμώσεων που διαιώνιζαν την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ελληνική πλευρά. Αυτή η ήττα ώθησε τη Γαλλία να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ιταλίας και να επιδιώξει το συμβιβασμό με τους κεμαλιστές (αποστολή Franklin – Bouillon). Η συμφωνία που υπογράφηκε στην Άγκυρα τον Οκτώβρη του 1921 μεταξύ Γάλλων και κεμαλικών προέβλεπε την αποχώρηση των πρώτων από την Κιλικία με αντάλλαγμα οικονομικά προνόμια στην Τουρκία. Αυτή η συμφωνία ηθικά επιβεβαίωνε την απομόνωση των Ελλήνων, υλικά δε, άφησε τον Κεμάλ να συγκεντρωθεί στα δυτικά, ενώ προσπόρισε στους Τούρκους μεγάλη ποσότητα πολεμικού υλικού που εγκατέλειψαν οι Γάλλοι.[33] Οι Βρετανοί διαμαρτυρήθηκαν έντονα για αυτήν την κίνηση, αλλά δε βρίσκονταν σε θέση να εμποδίσουν την εφαρμογή της.

    Τον Αύγουστο του 1922 οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την αντεπίθεσή τους και το Σεπτέμβρη μπήκαν στη Σμύρνη. Λίγες μέρες αργότερα ο ελληνικός στρατός αποχώρησε οριστικά από τη Μικρά Ασία. Από τη Σμύρνη οι κεμαλικοί κατευθύνθηκαν προς το Βόσπορο και την Κωνσταντινούπολη. Έντρομοι οι Βρετανοί κάλεσαν τους Συμμάχους να υπερασπιστούν τα Στενά, αλλά τόσο οι Ιταλοί, όσο και οι Γάλλοι αρνήθηκαν. Στην κρίσιμη εκείνη συγκυρία, ανετράπη ο Κωνσταντίνος και την εξουσία στην Ελλάδα ανέλαβε νέα κυβέρνηση. Οι Βρετανοί αξιοποίησαν την ευκαιρία, εξαναγκάζοντας τους Έλληνες να αποσύρουν το στρατό τους από τη Θράκη, οπότε και τον Οκτώβρη του 1922 υπεγράφη η συμφωνία ανακωχής των Μουδανιών. Τον ίδιο μήνα οι Βρετανοί στέλνουν τμήματα του αραβικού στρατού της Μεσοποταμίας και καταλαμβάνουν τη Μοσούλη. Εν τέλει το οικοδόμημα του ελληνοβρετανικού θριάμβου των Σεβρών κατεδαφίζεται, ωστόσο η Βρετανία κρατά τη Μοσούλη με τα πετρέλαιά της και έχει να εισπράττει από την Ελλάδα, για τα έξοδα της μικρασιατικής εκστρατείας, χρέη με τόκους. Φαίνεται ότι η όλη ελληνική εκστρατεία λειτούργησε για στρατηγική και διπλωματική εξυπηρέτηση του βρετανικού σχεδίου.[34]

    Σύνοψη – Συμπεράσματα

    Μπορούμε να συνοψίσουμε τη συμμαχική πολιτική με το εξής σχήμα: αρχικά οι δυνάμεις της Αντάντ προσπαθούν να μοιράσουν τα εδάφη της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, αλλά αντιμετωπίζουν προβλήματα μεταξύ τους συνεννόησης λόγω καχυποψίας και του αγώνα τους για απόκτηση ισχύος και πλεονεκτημάτων. Η αδιαλλαξία ενός μέρους (της Ιταλίας) οδηγεί τα υπόλοιπα στο να ενισχύσουν ένα άλλο έναντι της (την Ελλάδα). Παράλληλα γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση που οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούν να διαμορφώσουν για την περιοχή δεν γίνεται αποδεκτή από τους τουρκικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Ως αποτέλεσμα κρίνεται αναγκαία η καταστολή των αντιδράσεων των εν λόγω στοιχείων. Η χώρα στην οποία επιλέγουν οι Μεγάλες Δυνάμεις να μεταφέρουν τα βάρη της επιχείρησης είναι η Ελλάδα. Η τελική συμφωνία στις Σέβρες, όμως, δεν ικανοποιεί τη Γαλλία, η οποία τη θεωρεί θρίαμβο των Βρετανών, οι οποίοι προσπαθούν να αποκομίσουν περισσότερα οφέλη.

    Η αδυναμία των Ελλήνων να κάμψουν την τουρκική αντίσταση και η συνεχώς αυξανόμενη δύναμη των κεμαλιστών επιτάσσουν την αναθεώρηση της Συνθήκης, ώστε να είναι πιο αποδεκτή από την τουρκική πλευρά, ενώ οδηγούν και σε αλλαγή στάσης απέναντί τους. Οι ήττες του ελληνικού στρατού το 1921 (Ινονού, Σαγγάριος) οριστικοποιούν τη μεταστροφή της αντιβρετανικής παράταξης στο εσωτερικό της Αντάντ. Μέχρι το 1922, οπότε οι συσχετισμός ισχύος είναι σαφώς υπέρ των Τούρκων, οι Σύμμαχοι με έναν συντεταγμένο τρόπο έχουν διαχωρίσει τα συμφέροντά τους στην περιοχή από την Ελλάδα και στράφηκαν προς την κεμαλική Τουρκία, οπότε και η συνθήκη των Σεβρών αντικαθίσταται από μία ευνοϊκότερη για την τουρκική πλευρά.

    Αν μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της περιόδου, τότε μπορούμε να πούμε πως οι αντιθέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων μπορούν να καταστούν τόσο αγεφύρωτες, ώστε η ενότητα στο εσωτερικό των συνασπισμών που συγκροτούν αργά ή γρήγορα να διαρραγεί. Μάλιστα ο ρόλος που αναλαμβάνουν κάποιες είναι υπονομευτικός για κάποιες άλλες.

    Τέλος, μας δείχνει ότι η συμμετοχή ενός (σχετικά) μικρού κράτους στους εκάστοτε πολεμικούς συνασπισμούς εγκυμονεί κινδύνους, που μπορεί να οδηγήσουν σε ανυπολόγιστες και τραγικές συνέπειες.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    BurnsE. M., Ευρωπαϊκή ιστορία, Ο Δυτικός πολιτισμός: Νεώτεροι χρόνοι, 4η έκδοση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006

    MearsheimerJohn, Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2006

    RichardsDenis, Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1789-2000, Από τη γαλλική επανάσταση ώς το τέλος του 20ού αιώνα, Δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 2005

    SmithMichaelLlewellyn, Το όραμα της Ιωνίας: η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, ’19-’22, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2002

    Γρηγοριάδης Φοίβος Ν., Διχασμός – Μικρά Ασία, Ιστορία μιας εικοσαετίας, 1909-1930, τόμος Β’, εκδόσεις Κεδρηνός, Αθήνα, 1971

    Κούτσης Αλέξανδρος, Μέση Ανατολή: Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτική Ανάπτυξη, εκδόσεις Παπαζήση, 1992

    Πρωταίος Στάθης, Η Μικρασιατική Καταστροφή, εκδόσεις Πλάτων, τόμος Α’, Αθήνα, 1963

    Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945, τόμος πρώτος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, δέκατη πέμπτη έκδοση, Αθήνα, 2008

    Ψυρούκης Νίκος, Η Μικρασιατική Καταστροφή, η Εγγύς Ανατολή μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1918-1923, εκδόσεις Επικαιρότητα, Τρίτη έκδοση, Αθήνα, 1974

    Ραφαηλίδης Βασίλης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 1993

    [1] Νίκος Ψυρούκης, Η Μικρασιατική Καταστροφή, η Εγγύς Ανατολή μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1918-1923, εκδόσεις Επικαιρότητα, Τρίτη έκδοση, Αθήνα, 1974, σελ. 74

    [2] Γιάννης Μηλιός, Ο Ελληνικός Κοινωνικός σχηματισμός, από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδόσεις Κριτική, Δεύτερη έκδοση, Αθήνα, 2000, σελ. 410 και Κωνσταντίνος Γ. Τσουμάνης, Η Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία και το Ναυτεργατικό Κίνημα, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα, 2001, σελ. 24

    [3] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ. 35

    [4] όπ., π., σελ. 115

    [5] Στάθης Πρωταίος, Η Μικρασιατική Καταστροφή, εκδόσεις Πλάτων, τόμος Α’, Αθήνα, 1963, σελ. 338

    [6] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ. 46

    [7] MichaelLlewellynSmith, Το όραμα της Ιωνίας: η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, ’19-’22, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2002, σελ. 146

    [8] JohnMearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2006, σελ. 415

    [9] Αλέξανδρος Κούτσης, Μέση Ανατολή: Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτική Ανάπτυξη, εκδόσεις Παπαζήση, 1992, σελ. 108

    [10] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ. 45-46

    [11] MichaelLlewellynSmith, όπ., π., 171-172

    [12] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ. 77

    [13] Αλέξανδρος Κούτσης, όπ., π., σελ. 96

    [14] όπ., π., σελ. 97

    [15] E. M. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, Ο Δυτικός πολιτισμός: Νεώτεροι χρόνοι, 4η έκδοση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 937-938

    [16] Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 1993, σελ. 105

    [17] όπ., π., σελ. 105

    [18] Στάθης Πρωταίος, όπ., π., σελ. 326-327

    [19] Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, Διχασμός – Μικρά Ασία, Ιστορία μιας εικοσαετίας, 1909-1930, τόμος Β’, εκδόσεις Κεδρηνός, Αθήνα, 1971, σελ. 92

    [20] Στάθης Πρωταίος, όπ., π., σελ. 299

    [21] Η Περσία δεν είχε ενσωματωθεί στη Βρετανική Κοινοπολιτεία, ωστόσο υπήρχε στα νοτιοανατολικά της χώρας βρετανική σφαίρα επιρροής.

    [22] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ 116-117

    [23] όπ., π., σελ. 124

    [24] Βασίλης Ραφαηλίδης, όπ., π., σελ. 106

    [25] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945, τόμος πρώτος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, δέκατη πέμπτη έκδοση, Αθήνα, 2008, σελ. 153

    [26] Αλέξανδρος Κούτσης, όπ., π., σελ. 113

    [27] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, όπ., π., σελ. 158

    [28] M. L. Smith, όπ., π., σελ. 296

    [29] όπ., π., σελ. 114

    [30] M. L. Smith, όπ., π., σελ. 425

    [31] Νίκος Ψυρούκης, όπ., π., σελ. 157

    [32] M.L. Smith, όπ., π., σελ. 382-383

    [33] M.L. Smith, όπ., π., σελ. 424

    [34] DenisRichards, Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1789-2000, Από τη γαλλική επανάσταση ώς το τέλος του 20ού αιώνα, Δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 2005, σελ. 469

    http://www.kemmep.gr/index.php/2013-03-22-09-38-58/81-2014-01-08-17-09-42/03-04-2014/75-1918-1922

  27. […] Δημοσιεύτηκε στο Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923)….  […]

  28. […] είναι η γνωστότερη σελίδα από το γενικευμένο και καλά οργανωμένο εγχείρημα του τουρκικού εθνικισμού να εξοντώσει τις μη μουσουλμανικές ομάδες της […]

  29. Το τέλος των Οθωμανών
    Η πτώση της Αυτοκρατορίας και η δημιουργία του νέου χάρτη της Μέσης Ανατολής, μέσα από την αφήγηση του ιστορικού της Οξφόρδης Γιουτζίν Ρόγκαν, που στηρίζεται και σε τουρκικά και αραβικά αρχεία
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 21/06/2015 05:45
    Το τέλος των Οθωμανών
    Βρετανοί στρατιώτες σε πλοίο με προορισμό τη χερσόνησο της Καλλίπολης (1915)
    2
    emailεκτύπωση

    EUGENE ROGAN
    The Fall of the Ottomans.
    The Great War in the Middle East
    Εκδόσεις Basic Books, 2005,
    σελ. 485, τιμή 32 δολάρια

    Πέρυσι, έναν αιώνα μετά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια ομάδα πανισλαμιστών αυτοαποκαλούμενη Ισλαμικό Κράτος και ακολουθούμενη από χιλιάδες οπαδούς εγκαθίδρυσε σε μια περιοχή που εκτείνεται από τη Βόρεια Συρία ως το Ιράκ ένα νέο χαλιφάτο. Τα όσα συμβαίνουν στην περιοχή – αλλά και αλλού όπου υπάρχουν μεγάλες μάζες μουσουλμανικού πληθυσμού – προκαλούν σοκ και δέος. Οχι όμως στον ίδιο βαθμό σε όσους γνωρίζουν τι συνέβη στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του πολέμου εκείνου που οδήγησε στην κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στον έλεγχο της περιοχής από τις δύο εκ των τριών μεγάλων δυνάμεων οι οποίες αποτελούσαν την Αντάντ: τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τρίτη, η Ρωσία, το 1917 θα έμπαινε σε μιαν άλλη περιπέτεια με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης και το μερίδιό της από το μοίρασμα των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ήταν πολύ μικρότερο.

    Την κατάρρευση και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πραγματεύεται ο επιφανής ιστορικός Γιουτζίν Ρόγκαν στο βιβλίο του The Fall of the Ottomans (Η πτώση των Οθωμανών) που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Αυθεντία στα θέματα της Μέσης Ανατολής ο Ρόγκαν, ο οποίος διδάσκει στην Οξφόρδη, μας προσφέρει ένα πανόραμα του μεγάλου πολέμου στη Μέση Ανατολή, η σημασία του οποίου είναι εξίσου βαρύνουσα με εκείνη των όσων συνέβησαν στην Ευρώπη. Ανατρέχοντας σε αρχεία στην Τουρκία και στον αραβικό κόσμο που ως τώρα δεν αξιοποιήθηκαν από τους ιστορικούς, ο Ρόγκαν έγραψε ένα διόλου ευρωκεντρικό βιβλίο. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς τα γεγονότα όπως καταγράφηκαν μόνο από τους νικητές αλλά και πώς τα αντιμετώπισαν και τα αξιολόγησαν οι ηττημένοι.

    Το θέμα επομένως δεν περιορίζεται στην επιβολή του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή υπό το πρόσχημα της επίλυσης του λεγόμενου Ανατολικού ζητήματος, αλλά αφορά και τον τρόπο με τον οποίον διαμορφώθηκε ο πολιτικός χάρτης της Μέσης Ανατολής. Διαβάζοντας κανείς αυτό το εξαιρετικό βιβλίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, μολονότι πέρασε από τότε ένας αιώνας, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν.

    Η παραπαίουσα αυτοκρατορία
    Τον Νοέμβριο του 1914 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συντάχθηκε με τις λεγόμενες Κεντρικές Δυνάμεις: την Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία εναντίον της τριπλής συμμαχίας Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Είχαν όλοι τους λόγους τους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήλπιζε ότι θα ανακτούσε μέρος των εδαφών που είχε απολέσει τον προηγούμενο αιώνα, η Γερμανία ότι εμπλέκοντας την Αγγλία θα την αποδυνάμωνε, θα της αφαιρούσε τον έλεγχο της Βόρειας Θάλασσας και θα έστρεφε εναντίον της τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ινδίας, η Αγγλία ότι θα διατηρούσε τον έλεγχο του Σουέζ και των πετρελαίων, η Γαλλία ότι θα αποκτούσε κτήσεις στην περιοχή (όπως και συνέβη, αφού μετά το τέλος του πολέμου η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στον έλεγχό της) και η Ρωσία ότι θα είχε υπό την κατοχή της τις περιοχές νοτίως του Καυκάσου, τις ακτές των Οθωμανών στον Εύξεινο Πόντο και την ευκαιρία να θέσει υπό τον έλεγχό της – αν όχι να καταλάβει – τη Δεύτερη Ρώμη (δηλαδή, την Κωνσταντινούπολη).

    Προτού όμως φτάσουμε στον πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε να μη διαλυθεί η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία επί έναν σχεδόν αιώνα. Ακόμη και η Ρωσία τον Νοέμβριο του 1812 δύο φορές σταμάτησε τον στρατό της πλέον πιστής συμμάχου της, της Βουλγαρίας, έξω από την Κωνσταντινούπολη.

    Αυτό ωστόσο δεν έχει να κάνει με το ότι οι Οθωμανοί θεωρούσαν την τσαρική Ρωσία τη μεγαλύτερη απειλή για τα σύνορά τους. Ο Εφραίμ Καρς, ομότιμος καθηγητής στο King’s College του Λονδίνου, υποστηρίζει πως οι Οθωμανοί δεν σύρθηκαν στον πόλεμο αλλά επέλεξαν μόνοι τους το «στρατόπεδο» που πίστευαν ότι εξυπηρετούσε τους δικούς τους στόχους – χωρίς βεβαίως να αγνοούμε τον θαυμασμό που έτρεφαν για τους Γερμανούς.

    Τα κίνητρα φυσικά είναι η μία πλευρά, τα αποτελέσματα η άλλη – και σημαντικότερη. Και για τα τελευταία αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η διεξαγωγή του πολέμου και φυσικά η κατάληξή του που οδήγησε στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    «Ιερός» πόλεμος
    Οι στρατιωτικές επιλογές υπήρξαν καθοριστικές αλλά εξίσου καθοριστικές ήταν και οι πολιτικές αντίστοιχες. Οταν ο κάιζερ Βίλχελμ Β’ έπεισε τους Οθωμανούς να κηρύξουν ιερό πόλεμο (τζιχάντ) εναντίον των δυνάμεων της Αντάντ, στόχευε όχι μόνο στο να στρέψει εναντίον της Βρετανίας τους ινδούς μουσουλμάνους του βρετανικού στρατού αλλά και να προκαλέσει κύμα λιποταξιών ανάμεσα στους μουσουλμάνους στρατιώτες της Γαλλίας από τις αποικίες της στην Αφρική, οι οποίοι έφθαναν τις 300.000. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μηδαμινά. Αντίθετα, επέτυχε η πολιτική των Βρετανών να προκαλέσουν την εξέγερση των Αράβων που τελούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία, στους οποίους υποσχέθηκαν ότι μετά τον πόλεμο θα αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους – υπόσχεση που φυσικά δεν τήρησαν.
    [Ο αναγνώστης που επιθυμεί να διεισδύσει βαθύτερα θα πρέπει να καταφύγει και στο Seven Pillars of Wisdom (Οι επτά πύλες της σοφίας), το magnum opus του Τ.Ε. Λόρενς, αποκαλούμενου και Λόρενς της Αραβίας. Το βιβλίο έχει εκδοθεί από την Εστία αλλά η μετάφραση είναι δυστυχώς μέτρια.]

    Κατά την κοινοτοπία, κάθε παρόν περιέχει και μεγάλο μέρος του παρελθόντος του. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου το 1878 η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχανε τα δύο πέμπτα των εδαφών της στα Βαλκάνια. Η Κύπρος και η Αίγυπτος περιέρχονταν στην κατοχή των Βρετανών και η Τυνησία των Γάλλων. Σουλτάνος τότε ήταν ο Αβδούλ Χαμίτ Β’. Ο πρώτος από τους δύο προκατόχους του είχε κόψει τις φλέβες του, ενώ ο δεύτερος εκθρονίστηκε τρεις μήνες αφότου ανέλαβε σουλτάνος. Ο Αβδούλ Χαμίτ στην αρχή παρουσιάστηκε ως μεταρρυθμιστής αλλά μετά την υπογραφή της Σύνθήκης του Βερολίνου διέλυσε το κοινοβούλιο που ο ίδιος είχε συστήσει και άρχισε να κυβερνά αυταρχικά, με αποτέλεσμα να ανατραπεί από το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908. Ομως και οι Νεότουρκοι ονειρεύονταν όχι μόνο τη διατήρηση της αυτοκρατορίας αλλά και την ανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών της τον προηγούμενο αιώνα.

    Η Αυτοκρατορία γέννημα του πολέμου
    Για να κατανοήσει κανείς τη συμπεριφορά των Οθωμανών πρέπει, κατά τον Ρόγκαν, να αντιληφθεί ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν γέννημα του πολέμου, τα σύνορά της ορίστηκαν μέσω κατακτήσεων και συγκρούσεων». Επ’ αυτού ο Καρς υποστηρίζει ότι η στρεβλή σχέση της Μέσης Ανατολής με την πρόοδο έχει αναγάγει τη φυσική δύναμη ως το μόνο εργαλείο πολιτικής. Και ενώ ο Ρόγκαν πιστεύει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον πόλεμο τον Νοέμβριο του 1914 γιατί αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της διάλυσής της, ο Καρς υποστηρίζει ότι δεν εξαναγκάστηκε αλλά «βούτηξε με το κεφάλι μέσα στη δίνη». Διότι, όπως λέει, αφού τους Οθωμανούς τους φλέρταραν και η Αντάντ και οι Γερμανοί, γιατί εκείνοι επέλεξαν τους δεύτερους; Ο Καρς συμπεραίνει ωμά ότι η Αντάντ τους πρόσφερε λιγότερες δυνατότητες να πραγματοποιήσουν τα αυτοκρατορικά τους όνειρα, ενώ οι Γερμανοί τούς έδιναν την ευκαιρία με την καταστροφή του μεγάλου τους εχθρού, των Ρώσων, να αποκτήσει η αυτοκρατορία τους «ένα φυσικό σύνορο που θα πρέπει να περικλείει και να ενώνει όλους τους κλάδους της φυλής τους» σύμφωνα με την οθωμανική κήρυξη πολέμου εναντίον της Αντάντ.

    Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Μέση Ανατολή παρουσίαζε μεγάλες διαφορές από τον αντίστοιχο στην Ευρώπη. Εδώ ο πόλεμος δεν ήταν στατικός και τα στρατεύματα και από τις δύο πλευρές παρουσίαζαν μεγάλη κινητικότητα. Οι αγριότητες ήταν πρωτοφανείς, όπως και οι συνθήκες ζωής των στρατιωτών που πολλές φορές δεν μπορούσαν να θάψουν τους νεκρούς τους και αναγκάζονταν να ζουν ανάμεσα σε πτώματα στα οποία επικάθονταν σμήνη από μύγες, με αποτέλεσμα πολλοί να πεθαίνουν από τις επιδημίες. Οι ινδουιστές στρατιώτες των Βρετανών πέθαιναν από ελλιπή διατροφή, δεδομένου ότι ήταν χορτοφάγοι και το στράτευμα τρεφόταν κυρίως με κρέας αλόγων.

    Συνεκτική αφήγηση
    Το βιβλίο του Ρογκ κινείται σε πολλά επίπεδα, όσα και τα θέατρα των μαχών, χωρίς ο αναγνώστης να χάνεται μέσα στο πλήθος των γεγονότων και των προσώπων που περνούν από τις σελίδες του. Η συνεκτική αφήγηση πλουτίζεται από περιστατικά της ζωής στα χαρακώματα που η περιγραφή τους δεν σε αφήνει ασυγκίνητο. Τα γεγονότα μπορεί μεν να κρίνονται με κρύο αίμα, αλλά όταν περιγράφονται σου δίνουν αίσθηση της πραγματικής ζωής, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή συνεχίζεται κάτω από τη σκιά του θανάτου.

    Συγκινητικές – και κάποτε ανατριχιαστικές – είναι οι σελίδες που αναφέρονται στη γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά ο συγγραφέας αναφέρει κι ένα γεγονός που δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό: την εξόντωση 250.000 Ασσυρίων, χριστιανικού πληθυσμού, που ζούσε από αρχαιοτάτων χρόνων στη Μεσοποταμία και μιλούσε μια αραμαϊκή διάλεκτο.

    Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Ρογκ είναι ότι η χάραξη των συνόρων όρισε τη Μέση Ανατολή ως ζώνη πολέμου την οποία εκφράζει, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, η σύγκρουση Αράβων – Ισραηλινών. Σύγκρουση που εκδηλώθηκε με τέσσερις πολέμους: το 1948, το 1956, το 1967 και το 1973. Ζώνη πολέμου παραμένει και σήμερα, παρά τις ειρηνευτικές συμφωνίες ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Αίγυπτο το 1979 και στην Ιορδανία και στο Ισραήλ το 1994. Αλλά από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ακόμη οι άραβες εθνικιστές ζητούσαν την ένωση των αραβικών κρατών προκειμένου να αλλάξει ο σχεδιασμός που είχαν επιβάλει οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

    Σήμερα τίποτε δεν φαίνεται να έχει αλλάξει επί της ουσίας. Και η κακή κληρονομιά του Μεγάλου Πολέμου πριν από έναν αιώνα εξακολουθεί να στοιχειώνει τη ζωή και το μέλλον της Μέσης Ανατολής.

    Το σφαγείο της Καλλίπολης
    Η μάχη της Καλλίπολης είναι η πιο γνωστή του πολέμου στη Μέση Ανατολή από το 1914 ως το 1918 για δύο λόγους: πρώτον, επειδή υπήρξε πραγματικό σφαγείο και, δεύτερον, επειδή, καθώς έχει ειπωθεί, σε καμία μάχη ως τότε δεν υπήρξε στρατηγικό λάθος που να μη διαπράχθηκε.

    Από την αρχή του πολέμου οι Τούρκοι είχαν αποκλείσει τα Δαρδανέλια φράζοντας την έξοδο των Ρώσων στη Μεσόγειο, όπως αντίστοιχα είχαν κάνει οι Γερμανοί αποκλείοντας την έξοδό τους στη Βαλτική. Οι Ρώσοι στη συνέχεια ηττήθηκαν από τους Οθωμανούς στον Καύκασο και οι τελευταίοι, υπό την ηγεσία γερμανού στρατηγού, έφτασαν στο Βατούμ (που βρίσκεται στη σημερινή Γεωργία) και το κατέλαβαν. Τότε οι Ρώσοι ζήτησαν την επέμβαση των Συμμάχων τους στα Δαρδανέλια. Οι Βρετανοί, ακολουθώντας την πρόταση του Τσόρτσιλ, μέλους τότε του βρετανικού πολεμικού συμβουλίου και υπευθύνου για τις ναυτικές επιχειρήσεις, αποφάσισαν να στείλουν από κοινού με τους Γάλλους στόλο στην περιοχή.

    Η αγγλογαλλική αρμάδα που συγκροτήθηκε φθάνοντας άρχισε να κανονιοβολεί τις θέσεις των Οθωμανών στα Δαρδανέλια, που την οχύρωσή τους όμως είχαν αναλάβει οι Γερμανοί αναπτύσσοντας συστάδες βαρέος πυροβολικού και ποντίζοντας νάρκες κοντά στην ακτή. Η επιχείρηση από θαλάσσης στις 19 Μαρτίου είχε οικτρό τέλος για τους Αγγλογάλλους που έχασαν δύο θωρηκτά.

    Τον επόμενο μήνα οι Σύμμαχοι προέβησαν σε απόβαση στην Καλλίπολη (σήμερα Τσανάκαλε), στην ευρωπαϊκή πλευρά των Δαρδανελίων. Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε πραγματικό σφαγείο. Οι Οθωμανοί, υπό την ηγεσία του Γερμανού Λίμαν φον Σάντερς, τους περίμεναν και μέσα σε οκτώ μήνες εξόντωσαν 130.000 άνδρες, ενώ άλλες 60.000 πέθαναν από τις επιδημίες. Οι δυνάμεις της Αντάντ αναγκάστηκαν στο τέλος να αποχωρήσουν. Οι συνολικές απώλειές τους ανήλθαν στις 252.000 άνδρες ενώ των Οθωμανών στις 218.000-251.000.

    Η συντριπτική ήττα των στρατευμάτων της Αντάντ στην Καλλίπολη δεν αρκούσε ώστε οι Οθωμανοί να επικρατήσουν τελικά σ’ αυτόν τον Μεγάλο Πόλεμο. Το 1918 με το τέλος του πολέμου η πάλαι ποτέ κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία (και μακροβιότερη ως τότε) ήταν πλέον παρελθόν. Στις πολύμηνες μάχες της Καλλίπολης όμως αναδείχθηκε η στρατιωτική ιδιοφυΐα ενός αξιωματικού τον οποίον οι Τούρκοι ονόμασαν «ήρωα της Καλλίπολης», που θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στην ήττα έπειτα από λίγα χρόνια του ελληνικού στρατού στη Μικρασία και στη δημιουργία του τουρκικού κράτους. Το όνομά του: Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

    http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=715105

  30. Πικετί: Η Γερμανία δεν έχει πληρώσει ποτέ τα χρέη της. Να μη δίνει μαθήματα

    «H Γερμανία είναι η χώρα που δεν έχει πληρώσει ποτέ τα χρέη της. Δεν μπορεί να δίνει μαθήματα για το θέμα αυτό σε άλλες χώρες», τονίζει ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί , εκτοξεύοντας πυρά κατά της Γερμανίας για τη στάση της στο ελληνικό ζήτημα.

    «Είναι μεγάλο λάθος η υπονόμευση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, όπως κάνει τώρα η Γερμανία προκειμένου να επιβάλλονται κανόνες προερχόμενοι κυρίως από το Βερολίνο σχετικά με τα χρέη των κρατών», εκτιμά ο Πικετί σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Die Zeit.

    Ο Γάλλος οικονομολόγος υπενθυμίζει ότι πρόβλημα χρέους δεν αντιμετωπίζει μόνο η Ελλάδα, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως επισημαίνει «χρειαζόμαστε μια διάσκεψη για το σύνολο των χρεών της Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι αναπόφευκτη μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες».

    Υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται έναν νέο δημοκρατικό θεσμό, ο οποίος θα αποφασίσει για το επιτρεπτό όριο χρέους ώστε να αποφευχθεί μια νέα αύξησή τους. «Θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα μια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου», ανέφερε.

    http://www.presspublica.gr/piketii-germania-den-exei-plirosei-pote-ta-xrei-tiw-mi-dinei-mathimata/

  31. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΥΠΟΙΚ
    ΓΛΚ: Η Γερμανία χρωστάει στην Ελλάδα 9 δισ. ευρώ από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

    25|06|2015

    Σε 9 δισ.ευρώ ανέρχονται οι γερμανικές οφειλές έναντι της Ελλάδας, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν στην Επιτροπή Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών.

    Την έκθεση συνέταξαν τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής του υπουργείου Οικονομικών (Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) για τον «Προσδιορισμό Αξιώσεων από τις Γερμανικές Επανορθώσεις και το Κατοχικό Δάνειο».

    Όπως ενημέρωσε η Γ. Χαλούλου, που ερευνά εκ μέρους του ΓΛΚ το αρχείο σχετικά με τις οφειλές της Γερμανίας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οφειλή εκτιμάται σε σχεδόν 486 εκ., ήτοι σε σημερινές τιμές 9 δισ. ευρώ, σε σημερινές τιμές. Το ποσό αυτό, αντιστοιχεί στο 0,4% των συνολικών επανορθώσεων που θα έδινε η Γερμανία, μετά την λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε 37 δόσεις και δυνητικά ακόμα 22 δόσεις (εφόσον δηλαδή η γερμανική οικονομία ευημερούσε).

    Από το σύνολο αυτό των οφειλών, υπολογίζεται ότι πληρώθηκε μόλις το 1,5% στην Ελλάδα, καθώς η Γερμανία έπαψε να πληρώνει μετά την Συνδιάσκεψη της Λωζάννης – οπότε υπήρξε παραίτηση των μεγάλων δυνάμεων από τις επανορθώσεις.

    Για την Ελλάδα όμως, που δεν υπέγραψε τα κείμενα, οι διεκδικήσεις παραμένουν ενεργές. Σχετικώς με τις οφειλές προς ιδιώτες η κ. Χαλούλου είπε πως δόθηκαν 47 εκ. μάρκα, από τα 120 εκ. μάρκα που διεκδικούσαν (σε τιμές του 1952).

    Στην συνεδρίαση παρενέβη και ο πρόεδρος του Συλλόγου Απογόνων Θυμάτων Ολοκαυτώματος, Μ. Σούσης, ο οποίος ανέφερε ότι για το Ολοκαύτωμα υφίσταται συνολική ευθύνη της Γερμανίας κι όχι μόνο των Ναζί. Η αναφορά του αυτή στάθηκε αφορμή για να πει η πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, πως τα εγκλήματα αυτά συντελέστηκαν λόγω της τυφλής πειθαρχίας που επιβλήθηκε. «Να το θυμόμαστε αυτό σε μια περίοδο που η πειθαρχία επιχειρείται να επιβληθεί ως πανευρωπαϊκή αξία», συμπλήρωσε.

    Εξάλλου, κατά την ροή της συζήτησης η πρόεδρος της Βουλής, άφησε αιχμές για τον επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, λέγοντας πως ενώ υπάρχει ανοιχτή δικογραφία, παραμένει στη θέση του και επικαλέστηκε το παράδειγμα του πρώην προέδρου του ΤΑΙΠΕΔ, Π. Αθανασόπουλου, που όπως είπε, όταν του ασκήθηκε δίωξη, παραιτήθηκε. Μάλιστα, η κ. Κωνσταντοπούλου εξέφρασε την εκτίμηση πως μπορεί οι θεσμοί να επιθυμούν την παραμονή του.

    Πηγή: ΓΛΚ: Η Γερμανία χρωστάει στην Ελλάδα 9 δισ. ευρώ από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/213879/glk-i-germania-hrostaei-stin-ellada-9-dis-eyro-apo-ton-pagkosmio-polemo#ixzz3e8v1LnJL

  32. […] είναι το γεγονός ότι όλα αυτά εντάσσονται σε μια ιστορική διαδικασία που άρχισε το 1914 και τελείωσε το 192… (Συνθήκη Λωζάννης). Ότι το εσωτερικό ελληνικό πρόβλημα […]

  33. […] είναι το γεγονός ότι όλα αυτά εντάσσονται σε μια ιστορική διαδικασία που άρχισε το 1914 και τελείωσε το 192… (Συνθήκη Λωζάννης). Ότι το εσωτερικό ελληνικό πρόβλημα […]

  34. (Α. Α. Πάλλη «Στατιστικοί πίνακες πληθυσμών»)

    Πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους (1912), ανά βιλαέτιο:

    Κωνσταντινούπολης 364.459 Έλληνες / 449.114 Τούρκοι / 380.100 άλλοι

    Αϊδινίου-Σμύρνης 622.810 Έλληνες / 940.843 Τούρκοι / 95.876 άλλοι

    Τραπεζούντας 353.533 Έλληνες / 957.866 Τούρκοι / 50.624 άλλοι

    Προύσας 278.421 Έλληνες / 1.192.749 Τούρκοι / 98.954 άλλοι κ.λπ.

    ΣΥΝΟΛΟ 1.982.376 (19,6%) Έλληνες / 7.231.495 (71,3%) Τούρκοι / 925.818 (9,1%) άλλοι = 10.139.689

    Έλληνες στη Μακεδονία και την Ανατολική Θράκη

    Μακεδονία 515.000 (42,4%) Έλληνες / 473.000 (34,3%) Μουσουλμάνοι / 119.000 (9,9%) Βουλγαρίζοντες / 98.000 διάφοροι ΣΥΝΟΛΟ = 1.205.000

    Ανατολική Θράκη: Έλληνες 253.000 (44,5%) / Βουλγαρίζοντες 50.000 (8,8%) / Μουσουλμάνοι 223.000 (39%) / Αρμένιοι 24.000 / Διάφοροι 19.000

    Έλληνες ανταλλάξιμοι

    Σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών, οι ανταλλάξιμοι που έφτασαν στην Ελλάδα ήταν 1.360.000 (1.000.000 από Μικρασία-Πόντο, 100.000 από Καύκασο, 30.000 από Βουλγαρία, 190.000 από Α. Θράκη, 70.000 από Κωνσταντινούπολη)

    50.000 Έλληνες έφυγαν σε άλλες χώρες και εκατοντάδες χιλιάδες πέθαναν κατά τη μεταφορά και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.

  35. Β. on

    2015 και το αίτημα παραμένει το ίδιο:

    «……Εξακολουθούμε να έχουμε τα ίδια όνειρα: ίσα πολιτικά δικαιώματα. Αυτά τα όνειρα είναι πιο ορατά σήμερα παρά τις συγκρούσεις και τον πόνο.

    Για παράδειγμα, εξαιτίας των γεγονότων στο Πάρκο Γκεζί, η κοσμική δυτική ελίτ είδε πόσο σκληρές μπορούν να γίνουν οι κρατικές δυνάμεις καταστολής.

    Η εξέγερση στο Γκεζί έδωσε μια ευκαιρία στους κατοίκους των αστικών περιοχών να συμπάσχουν με τους Κούρδους. Αλλά τώρα, την Τουρκία την εξουσιάζει ένας άνθρωπος, ο Ερντογάν», καταλήγει ο Παϊλάν.

    http://www.tovima.gr/world/article/?aid=739348

  36. Η κληρονομιά των Sykes – Picot 100 χρόνια μετά:

    από την δόμηση της Μέσης Ανατολής
    στην αποδόμησή της;

    Πάνος Κουργιώτης*

    Όταν ο Sharif της Μέκκας, Χουσεΐν, κήρυξε μαζικό τζιχάντ τον Ιούνιο του 1916, καλώντας
    τους Άραβες της χερσονήσου, του Ιράκ και της Εύφορης Ημισελήνου σε ξεσηκωμό κατά
    της «άπιστης» κυβέρνησης των Νεότουρκων, διάβαινε εν γνώσει του τον δικό του Ρουβίκωνα: εκείνος ο παλιός κόσμος δε θα ήταν ποτέ πια ο ίδιος, αφού η διάρρηξη των δεσμών
    μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών συνιστωσών του ηγετικού μουσουλμανικού millet, ενεργοποίησε την διαδικασία πολιτικής χειραφέτησης των Αράβων από τους Οθωμανούς
    κυριάρχους τους.

    Ωστόσο αυτό που δεν γνώριζε ήταν, ότι μόλις λίγες ημέρες πριν (19 Μαΐου) τόσο οι Βρετανοί, όσο και οι Γάλλοι δια των αντιπροσώπων τους Sykes και Picot αντίστοιχα, είχαν
    προβεί σε μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ τους με αντικείμενο τη νομή των αραβόφωνων, οθωμανικών εδαφών, μετά από μία πιθανή συντριβή της αυτοκρατορίας. Επομένως,
    επί ποιών ακριβώς θα ηγεμόνευε ο μετέπειτα «βασιλιάς της Χετζάζης» και ποιά θα ήταν η
    μεταπολεμική μορφή της αραβικής πολιτικής χειραφέτησης1;

    Μήπως αυτή μιας νέας σχέσης
    εξάρτησης από τις δυνάμεις της Entente; Εν πάση περιπτώσει, οι Sykes – Picot με τις
    παρασκηνιακές τους μεθοδεύσεις δημιούργησαν τη σύγχρονη Μέση Ανατολή, όπως την
    αναγνωρίζουμε σήμερα στους χάρτες. Αρχικά ως προτεκτοράτα εντός του συστήματος
    Εντολών της Κοινωνίας των Εθνών και στη συνέχεια ως ανεξάρτητα κράτη, οι νέες οντότη-
    τες επέδειξαν μία αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στον χρόνο, παρά τα πλείστα εσωτερικά
    τους προβλήματα, τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και τους συχνούς πολέμους με το
    Ισραήλ. Μόνη (και τραγική) εξαίρεση υπήρξε η Εντολή της Παλαιστίνης, που απλώς «σβήστηκε από τον χάρτη», αλλά αυτή είναι μία περίπτωση, που δεν εμπίπτει στην εδώ ανάλυ-
    σή μας.
    Σήμερα, περίπου εκατό χρόνια μετά την υπογραφή της μυστικής συμφωνίας, οι κρα-
    τικοί δρώντες της Μέσης Ανατολής προετοιμάζονται για την αποφράδα μεν, γενέθλιο δε
    επέτειο – συνώνυμο της προδοσίας της Δύσης, εν μέσω συνθηκών αποδόμησης δύο εξ’
    αυτών: της Συρίας και του Ιράκ. Υπαρξιακής σημασίας ερώτημα για τα κράτη αυτά παραμένει το αν θα καταφέρουν να συμπληρώσουν εκατό χρόνια ζωής ως ενιαίες οντότητες ή
    αν τελικά θα υποδεχτούν την επέτειο της χάραξης των συνόρων ως failed states.

    Και τα δύο
    (Γαλλική Εντολή της Συρίας 1920 – 1946 και Βρετανική Εντολή του Ιράκ 1920 – 1930) κληρονόμησαν από τους αρχιτέκτονες της σύγχρονης Μέσης Ανατολής το πρόβλημα της διοί-
    κησης ανομοιογενών εθνικά και θρησκευτικά πληθυσμών, καθώς και τα αυτοκρατορικά
    εργαλεία διαχείρισης του προβλήματος αυτού. Πολύ απλά, οι δημιουργοί της Συρίας και του
    Ιράκ, έπραξαν αυτό για το οποίο τους ανατέθηκαν οι Εντολές: δίδαξαν στους κυβερνώμενους πως να κυβερνήσουν και τους ανέθεσαν την ευθύνη της βιωσιμότητας των κρατών
    τους2
    .

    Ό,τι ακριβώς έπραξαν εκ νέου και οι Αμερικανοί στην περίπτωση των μη προνομιού-
    χων σιιτών του Ιράκ, μετά την εισβολή τους το 2003.
    Δεκαετίες μετά το 1916, τα – ελεγχόμενα από μειονότητες – μπααθικά καθεστώτα προ-
    σπάθησαν να «παγώσουν» τις προνεωτερικές διαιρέσεις των κοινωνιών τους, μέσω του
    ριζοσπαστικού αραβικού εθνικισμού και μιας αυταρχικά επιβαλλόμενης, εκκοσμίκευσης και
    ανεξιθρησκίας, ωστόσο γρήγορα παλινδρόμησαν προς τις αποικιακές πολιτικές του Μεσο-
    πολέμου. Επρόκειτο άραγε για μια νοσταλγία του ιμπεριαλισμού, που τόσο κατακεραύνω-
    σαν οι Παναραβιστές; Οι δυνάμεις καταστολής που συγκρότησαν οι Γάλλοι στη Συρία
    (Troupes Speciales du Levant), στρατολογώντας Κιρκάσιους, Αρμένιους, Αλαουίτες, Δρούζους και Κούρδους ή τα βρετανικά παραστρατιωτικά τάγματα (Iraq Levies), που απαρτίζο-
    νταν από Τουρκμένους, Κούρδους και κυρίως μονοφυσίτες Ασσύριους, από πολύ νωρίς
    δηλητηρίασαν την διαδικασία εθνικής συγκρότησης, δημιουργώντας μια επικίνδυνη παρά-
    δοση ρεβανσισμών μεταξύ των κοινοτήτων, εντάσεων μέσα στους εθνικούς στρατούς και
    προσκόλλησης στη σέχτα ως μέσου προστασίας των πληθυσμών. Ειδικά κατά το διάστημα από την επιβολή του εμπάργκο στο Ιράκ το 1991 έως την πτώση του Σαντάμ, εξαϋλώ-
    θηκε κάθε έννοια εθνικής ενότητας στην χώρα3
    , ενώ σε λιγότερο από μία δεκαετία θα ερχό-
    ταν και η σειρά της Συρίας. Έτσι λοιπόν σήμερα, οι σιιτικές, κουρδικές, ακόμη και χριστιανικές – στην περίπτωση των Ιρακινών χαλδαίων4
    – πολιτοφυλακές, χρησιμοποιούνται από
    την Δαμασκό και τη Βαγδάτη με αμείωτη ένταση ενάντια σε ένα συρφετό από ένοπλες σου-
    νιτικές ομάδες, διασπασμένες και αυτές ως προς τα κίνητρα ή την ιδεολογική τους κατεύθυνση. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της καθεστωτικής συναίνεσης στην αποδόμη-
    ση των ίδιων των κρατών που κληρονόμησαν, ακόμη και αν οι συγκρούσεις διεξάγονται στο
    όνομα της ανάκτησης του «έθνους». Προφανώς εδώ υπάρχει μία αδυσώπητη αναντιστοιχία μεταξύ του μεταποικιακού κράτους και του «έθνους» που του αναλογεί.
    Βέβαια, σε μία τόσο σύνθετη και δυσεπίλυτη κρίση, οι απόπειρες αποδόμησης της
    Μέσης Ανατολής δε μπορούν να χρεωθούν αποκλειστικά στις επιδόσεις του ιρανορωσικού
    δορυφόρου (καθεστώς Μπασάρ αλ Άσαντ) και του αμερικανοϊρανικού (σιιτικές κυβερνήσεις
    του Ιράκ) ή του προκατόχου του (καθεστώς Σαντάμ Χουσεΐν). Αντιθέτως, υπάρχουν και
    άλλοι εξωγενείς παράγοντες, που αλληλεπιδρούν πεισματικά με σχήματα υπονομευτικά ως
    προς την έννοια του «έθνους», όπως η φυλή, η σέχτα, η κοινότητα της πίστης ή η αφοσιώ-
    ση σε κάποιο «εμιράτο». Ειδικά υπό το βάρος των αποσταθεροποιητικών επιπτώσεων της
    εξαγωγής των αραβικών εξεγέρσεων του 2011 από τη βόρειο Αφρική στη Μέση Ανατολή και
    του εκφυλισμού τους σε πολυμέτωπες εμφύλιες συρράξεις, κάποια κράτη της περιοχής
    συνεχίζουν να εμπλέκονται ενεργά στην παραγωγή του χάους, διεκδικώντας διαπιστευτήρια περιφερειακής δύναμης και επιζητώντας μία μεταβολή του χάρτη των Sykes – Picot,
    παρά το γεγονός, ότι επίσημα εκφράζονται υπέρ της ακεραιότητας των υφιστάμενων συνόρων. Η μόνη δύναμη που καυχιέται, ότι κατήργησε τα αποικιακά σύνορα των Sykes-Picot,
    ενώνοντας την ανατολική Συρία με το δυτικό Ιράκ και τους συμπαγείς σουνιτικούς τους πληθυσμούς ένθεν κακείθεν είναι το ISIS5
    , το οποίο δεν είναι βέβαια κράτος, άσχετα αν διατρανώνει την αξίωση του να γίνει, ενώ – τουλάχιστον σε επίπεδο επίσημων δηλώσεων – καμία
    αραβική, σουνιτική δύναμη δεν εγκρίνει την δράση του. Εκτός κι αν το ISIS έχει (ή είχε) αναλάβει ένα συγκεκριμένο έργο για λογαριασμό άλλων: την προετοιμασία ενός αμιγούς σουνιτικού θύλακα, που θα τέμνει κάθετα το φιλοϊρανικό μπλοκ από τη Μεσόγειο έως τη Βαγδάτη.
    Αυτοί οι μικρομεγαλοϊδεατισμοί των γειτόνων συνέβαλαν ιδιαίτερα στην μετατροπή της
    συριακής επικράτειας και του κοινωνικού της ιστού σε εστίες πολυεπίπεδων συγκρούσεων
    (Άσαντ εναντίον αντιπολίτευσης, αντιπολίτευση εναντίον ISIS, αντιπολίτευση εναντίον αντιπολίτευσης, Άραβες εναντίον Κούρδων, ISIS εναντίον Κούρδων, κ.α.), οι οποίες με τη σειρά
    τους προσβλέπουν στην παγίωση κάποιων – εν πολλοίς ρευστών ακόμα – μελλοντικών
    ζωνών επιρροής, έως ότου γίνει το τελικό ξεκαθάρισμα. Ουσιαστικά ό,τι έπραττε η τότε
    κυρίαρχη Συρία, εμπλεκόμενη στον εμφύλιο του μικρού Λιβάνου το 1975 (τον οποίο διχοτόμησε de facto από κοινού με τον αντίπαλό της, το Ισραήλ), τώρα το εισπράττει υπό τη
    μορφή παρεμβάσεων από την πλευρά της Τουρκίας, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και
    της Ιορδανίας6

    . Εν ολίγοις, η Συρία αποτελεί το αντικείμενο διαπραγμάτευσης ενός νέου
    Sykes – Picot, με τη μόνη διαφορά, ότι τώρα τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι τα ίδια τα πρώην
    αποικιακά δημιουργήματα και λοιπά προτεκτοράτα.

    Η Τουρκία για παράδειγμα, αντιμετωπίζει τον συριακό εμφύλιο ως μια ευκαιρία αναθεώρησης της μετά Sykes – Picot θέσης της στην πρώην αυτοκρατορική της επαρχία. Η προοπτική δημιουργίας της περιβόητης ασφαλούς ζώνης στη βόρεια Συρία φέρει μία αύρα ανασύστασης της οθωμανικής αραβοτουρκικής ενότητας και εξυπηρετεί έναν διττό στόχο: την
    ύπαρξη ενός αναχώματος στην κουρδική Rojava και την δημιουργία τετελεσμένων εν όψει
    ενός μελλοντικού διακανονισμού, οποτεδήποτε και αν προκύψει, μέσω της γονιμοποίησης
    ενός πρώτου κυτάρρου μεταβατικής πολιτικής οργάνωσης. Αρωγός αυτής της προσπάθειας παραμένει το μακρινό Κατάρ, το οποίο παρά το μικρό του μέγεθος, από το 2012 αναβαθμίστηκε γεωπολιτικά, εισερχόμενο σε έναν δαπανηρό ανταγωνισμό με τη Σαουδική
    Αραβία για την πατρωνία της υπό μετάβαση Αιγύπτου και Λιβύης. Οι δύο δυνάμεις αποτελούν προνομιακούς εταίρους της εξόριστης συριακής αντιπολίτευσης και θεωρούν, ότι μπορούν να πάρουν τη ρεβάνς για την ανατροπή του ισλαμιστή Μόρσι, δεδομένης της σχετικής
    απομόνωσης της Σαουδικής Αραβίας στο συριακό, εξαιτίας της επικέντρωσής της στο
    «Βιετνάμ» της Υεμένης και της συνεχιζόμενης καχυποψίας της απέναντι στην επαναπροσέγγιση ΗΠΑ – Ιράν7
    .
    Από την άλλη, συλλογικά οι αραβικές μοναρχίες ανέλαβαν την διαχείριση του συριακού ζητήματος από τη θέση των πολιτικών νικητών της Αραβικής Άνοιξης. Έχοντας αναχαιτίσει την επανάσταση προ των πυλών των οίκων τους (Μπαχρέιν 2011), οι ελέω Θεού
    δυναστείες χρησιμοποιούν την αποσύνθεση της Συρίας ως φόβητρο στο εσωτερικό τους

    και άλλοθι για την ενίσχυση της απολυταρχίας τους. Σε περιφερειακό επίπεδο, η δυναστεία
    των Χασεμιτών, η οποία ανάγει την καταγωγή της στον οίκο του Προφήτη (Bani Hashem),
    παραδοσιακά ενδιαφερόταν να καρπωθεί ολόκληρη την κληρονομιά των Sykes – Picot,
    ακόμη και υπό αυστηρή βρετανική κηδεμονία8
    : ο Χουσεΐν έγινε πράγματι για κάποιο διάστημα βασιλιάς, μέχρι να του αρπάξει ο ανταγωνιστικός οίκος των Σαούντ τη Χετζάζη το 1925,
    ο ένας του γιος ο Φάισαλ κυβέρνησε μόλις μετά βίας τη Συρία μεταξύ 1918 – 1920, και στη
    συνέχεια πήρε ως αποζημίωση τον θρόνο του Ιράκ μέχρι το 1958, όταν τον ανέτρεψαν
    νασεριστές αξιωματικοί και μόνον ο δεύτερος γιος ο Αμπντάλα κατάφερε να διατηρηθεί στην
    Υπεριορδανία, το βασίλειο που δημιούργησαν και του έδωσαν ως προίκα οι Βρετανοί το
    1921.
    Σήμερα οι Χασεμίτες, από κοινού με τους πρώην αντιπάλους τους Σαούντ, έχουν
    πάρει εν μέρει εκδίκηση από τα ριζοσπαστικά, αραβικά καθεστώτα, που τότε τους αποκήρυτταν ως «αντιδραστικούς» συνεργάτες της Δύσης, ενώ και αυτοί προσπαθούν να αντι-
    στρέψουν τα δεδομένα των Sykes – Picot προς όφελος τους. Βρισκόμενη μεταξύ των δύο
    σημαντικότερων αντιϊρανικών δυνάμεων, του Ισραήλ, που επιθυμεί μία ασφαλή, αραβική
    διευθέτηση του συριακού και της Σαουδικής Αραβίας9
    , που θεωρεί, ότι πρέπει να αποτελεί
    κύριο μέρος οποιουδήποτε διακανονισμού μαζί με την Τουρκία και το Κατάρ, ενώ ταυτόχρονα προβαίνει σε αντιπερισπασμούς (επαφές με Χαμάς, Ρωσία), η Ιορδανία ως όμορο κράτος επίσης δέχεται τεράστιους αριθμούς Σύρων προσφύγων και φαίνεται να διεκδικεί έναν
    ρόλο παρόμοιο με αυτόν της Τουρκίας. Σημαντικό ρόλο ως προς την αξίωσή της αυτή παίζει το γεγονός, ότι μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα από την θέση του μέλους του υπό
    σύσταση αραβικού ΝΑΤΟ. Επιπλέον, νομιμοποιείται να ζητά διαρκώς χρήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό από την Δύση, λόγω της θέσης της ως νότιου αναχώματος του ISIS10.
    Συνοψίζοντας, η κληρονομιά των Sykes – Picot εκατό χρόνια μετά, αποτελεί μία αναπόδραστη εμπειρία για όλα τα κράτη της περιοχής, στα οποία ούτως ή άλλως ιστορικά ανήκει. Οι ερμηνείες της βέβαια ποικίλουν, αναλόγως της θέσης του καθενός. Η αποδόμηση
    ενός κράτους παρουσιάζεται ως προϊόν μιας νεοαποικιοκρατικής συνωμοσίας από τις χρεοκοπημένες του ελίτ, παράλληλα όμως ερμηνεύεται και ως μία νεοηγεμονική προσδοκία
    ευρύτερης αναδόμησης της περιοχής, χάρη στις πρωτοβουλίες μετρίου βεληνεκούς δυνάμεων. Παραμένει άξιο απορίας το πως οι δυνάμεις αυτές θα αναλάμβαναν τους ίδιους
    ρόλους, αν δεν είχε προηγηθεί η μεσανατολική εκδοχή της Αραβικής Άνοιξης. Το μόνο
    σίγουρο είναι, ότι η προσπάθεια αναδόμησης της Μέσης Ανατολής από τους πρώην αποικιοκρατούμενους, χωρίς την απαραίτητη αλλαγή πολιτικής αντίληψης, είναι καταδικασμένη
    να αποτύχει. Και αυτό διότι η αλαζονική εμμονή των σταθερών κρατών να χρησιμοποιούν
    τα ίδια παρωχημένα, αποσταθεροποιητικά εργαλεία εκτός του οίκου τους ήδη απελευθερώνει διαδικασίες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες και τα μεγέθη τους. Εκτός και
    αν πράγματι πιστεύουν, ότι η Θεία Πρόνοια θα συνεχίσει να εγγυάται την ανοσία τους από
    την αμμοθύελλα.

    www. c emm i s . ed u.g r 5

    Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

    Για την εθνικιστική αφύπνιση των Αράβων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, Shaw, Stanford J. και Kural,
    Ezel, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey – Volume II: Reform, Revolution and Republic,
    Cambridge University Press, 1977, σσ. 259 – 260, 304 & Tibi, Bassam, Arab Nationalism – Between
    Islam and the Nation-State, New York: St. Martin’s Press, 1997, σσ. 109 – 110.
    Williams, Ann, Britain and France in the Middle East and North Africa, New York: St. Martin’s Press, 1968,
    σ. 32.
    Kepel, Gilles, Beyond Terror and Martyrdom: The Future of the Middle East, Cambridge, Massachusetts
    and London: Harvard University Press, 2008, σ. 35.
    Salloum, Saad, ‘‘Iraqi christians take up arms to regain lost land’’, Al-Monitor, (19/8/2015) http://www.almonitor.com/pulse/en/originals/2015/08/iraq-nineveh-christians-armed-militias.html

    The Guardian, ‘‘Isis announces Islamic caliphate in area straddling Iraq and Syria”, (30/6/2014)
    http://www.theguardian.com/world/2014/jun/30/isis-announces-islamic-caliphate-iraq-syria
    J. Tabler, Andrew, «Το νέο μεγάλο παιχνίδι: πώς οι περιφερειακές δυνάμεις μοιράζουν τη Συρία», Foreign
    Affairs the Hellenic Edition, (14/8/2015) http://www.foreignaffairs.gr/articles/70458/andrew-j-tabler/to-neomegalo-paixnidi?page=show

    Για την αναβάθμιση του τουρκικού παράγοντα, Ρούσσος, Σωτήρης, «Η νέα αμερικανική πολιτική, η Τουρ-
    κία και ο συριακός εμφύλιος», Η Εφημερίδα των Συντακτών, (13/8/2015) http://www.efsyn.gr/arthro/i-neaamerikaniki-politiki-i-toyrkia-kai-o-syriakos-emfylios

    Η ιδέα μιας Μεγάλης Συρίας αποσκοπούσε να ικανοποιήσει τους Χασεμίτες πελάτες των Βρετανών και να
    θέσει υπό έλεγχο το αραβικό εθνικιστικό κίνημα, παράλληλα με την έξοδο των Γάλλων από τη Μέση Ανα-
    τολή. Public Record Office. Memorandum. Secret. Resolutions of the Middle Eastern War Council on the
    Political Situation in the Middle East. Jun. 17, 1943. 4, CAB/66/57/47.
    Ephraim Sneh, ‘‘Hoping to counter Iran, former Israeli defense official calls on Riyadh to add ‘security
    annex’ to Arab Peace Initiative’’, Al-Monitor, (25/8/2015) http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/08/arab-peace-initiative-security-annex-saudi-arabia.html

    Abu-Rish, Ziad, ‘‘Manufacturing Silence on Jordan’s ISIS War, Arab Authoritarianism and the US Empire’’,
    Jadaliyya, (14/2/2015) http://www.jadaliyya.com/pages/index/20856/manufacturing-silence_on-jordansisis-war-arab-aut

  37. ΜΑΡΙΑ Α. ΝΤΙΣΛΗ

    «Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΡΑΤΙΚΑ ΟΘΩΜΑΝΙΚΑ
    ΑΡΧΕΙΑ (1907-1915)
    «

    Επιβλέπων Καθηγητής: Φωκίων Κοτζαγεώργης

    http://ikee.lib.auth.gr/record/132286/files/GRI-2013-10822.pdf
    ………………….
    ………………….

    Συμπεράσματα
    ——————————

    «Η εικόνα των Αρμενίων μέσα από τα Κρατικά Οθωμανικά Αρχεία (1907-1915)», που
    βασίστηκε α) στα Κρατικά Οθωμανικά Αρχεία που το Τουρκικό κράτος διαθέτει σε ηλεκτρονική
    ιστοσελίδα344, αλλά και β) σε μια σειρά δημοσιευμένου υλικού, ολοκληρώνεται στο σημείο αυτό. Η
    παρουσίαση της εικόνας των Αρμενίων, για τη χρονική περίοδο που ενδιέφερε, αποτυπώθηκε στα
    Κρατικά Οθωμανικά Αρχεία, με γνώμονα την επιθυμία τους για την ίδρυση μιας ανεξάρτητης
    Αρμενίας. Οι γενικότερες συνθήκες που σημάδεψαν την Οθωμανική αυτοκρατορία από τις αρχές
    περίπου του 19ου αιώνα, προετοίμασαν το πλαίσιο για την αρχικά δειλή ένταξη της αγωνίας των
    Αρμενίων για σύσταση ανεξάρτητου κράτους σε αυτό, διοχετεύοντάς την μέσα από το «Ανατολικό
    Ζήτημα» και αναδεικνύοντάς την σταδιακά στο λεγόμενο «Αρμενικό Ζήτημα». Ο λόγος που
    επιλέχθηκε να ξεκινήσει η λεπτομερής σχετικά αναφορά των θεμάτων που αντιμετώπιζε η
    αυτοκρατορία, από τις αρχές περίπου του 19ου αιώνα, ήταν η καλύτερη κατανόηση της κατάστασής
    της και ο συνδυασμός σκέψεων για τις πολιτικές της επιλογές. Τα οικονομικά της προβλήματα στο
    εσωτερικό και ο τρόπος που οι Μεγάλες Δυνάμεις έβρισκαν αφορμές για να αναμιχθούν στα
    εσωτερικά της, με απώτερο στόχο το ίδιον όφελος, συμπληρωνόταν από τη γενικότερη ανησυχία
    που είχε ξεσπάσει στα Βαλκάνια. Ένα ντόμινο εθνικιστικής έξαρσης των Βαλκανικών κρατών
    απέτρεπε τη διαχείριση των ανοικτών μετώπων που είχε η αυτοκρατορία. Η φωνή των Αρμενίων,
    αυτόβουλη ή υποκινούμενη, προσπαθούσε να καρπωθεί την ευκαιρία για να εκφράσει και αυτή, με
    τη σειρά της, την επιθυμία της για ίδρυση ανεξάρτητου Αρμενικού κράτους.
    Η εξέλιξη του Νεοτουρκικού Κινήματος, όσον αφορά τους Αρμένιους, επηρεάστηκε σε
    μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που εξελίχθηκε η επαναστατική δραστηριοποίηση των Αρμενίων και
    αντιστρόφως, κατά τον τρόπο εξέλιξης της Νεοτουρκικής κυβέρνησης, εκτυλίχθηκε η επαναστατική
    δράση των Αρμενίων. Τα επεισόδια στα Άδανα, το 1909, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήρθαν
    να «αποκαταστήσουν» το παλαιό κλίμα στις σχέσεις του Οθωμανικού κράτους και της μη
    μουσουλμανικής κοινότητας των Αρμενίων, καθώς τη θετική υποδοχή των Νεοτούρκων, τη
    διαδέχτηκε η ανησυχία. Οι διαφορετικές θρησκευτικές κοινοτήτες διχάστηκαν, γεγονός που συνέβη
    και μεταξύ των Μουσουλμάνων. Οι μεγαλύτεροι προβληματισμοί που έθεσαν οι συνέπειες των
    επεισοδίων των Αδάνων, ήταν α) κατά πόσο μικρότερο ήταν τελικά το μερίδιο ευθύνης της νέας
    Κυβέρνησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των Μεγάλων Δυνάμεων που έμειναν απλοί
    θεατές των οδυνηρών επεισοδίων, σε σχέση με τα μέλη της αντιπολίτευσης, που αναγνωρίστηκαν
    ως οι πραγματικοί εκτελεστές και β) πως θα είχε εξελιχθεί το Αρμενικό Ζήτημα, αν οι σχέσεις τους
    στο σημείο αυτό είχαν παραμείνει εξομαλυμένες. Σε σχέση με την απραγία τους, ως «πράξη»,
    γεννιούνται αμφιβολίες για το κόστος των συνεπειών της στάσης τους και δημιουργούνται
    υπονοούμενα για τα πραγματικά κίνητρα της αποχής τους. Γιατί, δηλαδή, δεν πήραν δραστικά μέτρα
    και δεν παρενέβησαν άμεσα, ώστε να εμποδίσουν όλες αυτές τις ανθρώπινες απώλειες και τις υλικές
    καταστροφές. Όσον αφορά, την εξέλιξη που θα είχε σημειώσει το Αρμενικό Ζήτημα, αν δεν είχαν
    συμβεί τα επισόδια των Αδάνων του 1909, πιθανολογείται, με βάση και τη μετέπειτα γνωστή
    εξέλιξη των Αρμενο-Τουρκικών σχέσεων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πως ίσως κάποιο άλλο
    μεγάλο γεγονός να έδινε αφορμή για ανάλογη διαμόρφωση των πραγμάτων.

    344 http://www.devletarsivleri.gov.tr/forms/pgArchiveMain.aspx
    104
    Τα Κρατικά Οθωμανικά Αρχεία παρουσίασαν την «εικόνα των Αρμενίων» της Οθωμανικής
    αυτοκρατορίας αφήνοντας την ακόλουθη αίσθηση: Οι Αρμένιοι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο
    εσωτερικό, κυρίως στις έξι επαρχίες των Αδάνων, Ερζουρούμ, Βαν, Μπιτλίς, Ντιγιαρμπεκίρ και
    Ελαζίχ στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και μία αξιόλογη Αρμενική
    παρουσία τόσο προς τις περιοχές της Βιθυνίας, όσο και στη διασπορά, τοποθετώντας τους
    διάσπαρτους σε ένα πλήθος χωρών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η Γαλλία, η Ελβετία, το
    Βέλγιο, η Ιταλία, η Αίγυπτος, το Ιράν, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ρωσία. Εξήγηση για τον
    εντοπισμό των Αρμενίων σε τόσες διαφορετικές χώρες, από τα μελετώμενα αρχεία δεν δίνεται
    πουθενά. Ως μοναδική εξήγηση εξόδου τους, δοσμένη από την σκοπιά των αρχείων, προβάλλεται η
    επιθυμία τους να γλιτώσουν την στρατολόγησή τους και να ενταχθούν στις εθελοντικές
    στρατιωτικές ομάδες, τις «φενταγίς» (fedayis bands) ώστε να στραφούν εναντίον της
    Αυτοκρατορίας. Προκειμένου να μετακινηθούν στη Ρωσία, δίκτυα μετακίνησης είχαν αναπτυχθεί
    μέσω της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Η παρουσία των Αρμενίων στα «πέρατα του κόσμου»,
    συνοδευόταν από ένα «προφίλ», που ήταν διάχυτο και εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η
    επιτυχημένη Αρμενική κοινότητα με τις ιδιαίτερες ικανότητές της σε διάφορους θεμελιώδεις τομείς,
    όπως της οικονομίας και της εκπαιδευτικής καλλιέργειας, τους συνόδευε και στο εξωτερικό. Το
    γεγονός ότι ήταν ικανότατοι έμποροι και αγαπούσαν την πνευματική καλλιέργεια, τους επέτρεπε να
    αξιοποιούν κάθε ευκαιρία για να «αναδείξουν» την υπεροχή τους σε σχέση με το επίπεδο του
    Μουσουλμανικού λαού. Ήταν πιο καλλιεργημένοι, πιο πλούσιοι, θρησκευτικά ελεύθεροι,
    απαλλαγμένοι από τον στρατό, σε σχέση με τον «φτωχό» Μουσουλμανικό λαό.
    Κατά τις Οθωμανικές αρχές, οι Αρμένιοι, παρόλο που ζούσαν «ευνοημένα» στα εδάφη της
    Οθωμανικής αυτοκρατορίας, «αχάριστα» στρέφονταν εναντίον της και εναντίον των «αγαθών» που
    επί αιώνες τους πρόσφερε. Σχεδόν αδικαιολόγητα, πήραν τα όπλα στα χέρια τους, καταπατώντας
    αιώνιους όρκους αποκλεισμού τους από αυτά. Στράφηκαν κατά των Μουσουλμάνων,
    χρησιμοποιώντας «δικαιολογίες», ότι εκείνοι τους επιτέθηκαν πρώτοι. Δεν εκτίμησαν ούτε το
    γεγονός πως το Οθωμανικό κράτος, φρόντισε για αυτούς, τοποθετώντας μάλιστα τους
    μουσουλμανικής καταγωγής μετανάστες που εισήχθησαν στην Αυτοκρατορία, δίπλα τους, σε πιο
    ψηλά σημεία, «για να μην τους ενοχλούν». Παρόμοια ήταν η αχαριστία που έδειξε και η Αρμενική
    Εκκλησία, η οποία δεν εκτίμησε τις ελευθερίες που είχε από τον 15ο
    αιώνα, αλλά αντιθέτως
    μετατράπηκε σε άνδρο ανάδειξης εθνικιστικών ιδεών και καλλιέργειας μνησικακίας εις βάρος των
    Μουσουλμάνων, αποτελώντας χώρο απόκρυψης όπλων και τσετών. Οι ιερείς της, στη διάρκεια
    θρησκευτικών τελετών, εγκατέλειπαν τη θρησκευτική γλώσσα και με πολιτικό λόγο, προέτρεπαν
    τους συγκεντρωμένους πιστούς να συμμετάσχουν σε επαναστατικά επεισόδια.
    Από τη διασπορά, οι Αρμένιοι πολεμούσαν την Αυτοκρατορία με παρόμοιο ή ακόμη και με
    χειρότερο τρόπο. Δίκτυα παράνομης διακίνησης όπλων και προετοιμασίας επαναστατικών
    ενεργειών, συνδράμονταν από τον προπαγανδιστικό ρόλο των εφημερίδων. Αρμένιοι εισέρχονταν
    και εξέρχονταν παράνομα για να φέρουν εις πέρας τρομοκρατικές αποστολές. Δεν δίσταζαν να
    αναμίξουν τοπικούς αξιωματούχους στις δολοπλόκες ενέργειές τους εναντίον της Αυτοκρατορίας,
    αλλά και να στραφούν κατά των ίδιων των Αρμενίων, όταν τα συμφέροντά τους συγκρούονταν.
    Προκαλούσαν δεινά από μόνοι τους για να δημιουργήσουν εντυπώσεις, ώστε η διεθνής κοινή γνώμη
    να τους λυπηθεί και να παρασυρθεί στα αιτήματά τους για βελτίωση των συνθηκών ζωής τους,
    εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και στην ανάγκη τους για ίδρυση ανεξάρτητου Αρμενικού
    κράτους. Δολοφονούσαν και καταδιώκονταν, αλλά όταν δολοφονούνταν δεν υπήρχαν μάρτυρες. Το
    Οθωμανικό κράτος, όμως, «συμπονετικά» εξακολουθούσε να τους αγκαλιάζει και παρά ακόμη και
    105
    την αχάριστη στάση της Αρμενικής Εκκλησίας, δεχόταν να λάβει αιτήματα για την φροντίδα του
    άμαχου πληθυσμού και των πληγέντων, και την αποκατάσταση των διαφόρων ζημιών.
    Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδόθηκε η εικόνα των Αρμενίων μέσα από τα Κρατικά Οθωμανικά
    Αρχεία σε συνδυασμό με μέρος της μελετώμενης βιβλιογραφίας. Οι Αρμένιοι της Οθωμανικής
    αυτοκρατορίας, που είχαν βγεί σχετικά πρόσφατα από τις δύσκολες στιγμές της εποχής τους Αβδούλ
    Χαμίτ (1894-1896), είχαν βιώσει ανεπανάληπτο πλήγμα. Η ανάδυση του Νεοτουρκικού Κινήματος,
    τους έφερε ελπιδοφόρες υποσχέσεις, γεγονός που εκλήφθηκε με ανάλογο τρόπο από το σύνολο της
    αυτοκρατορίας, παρά τις αντιδράσεις μιας μειοψηφίας, όπως των υποστηρικτών του σουλτάνου και
    κάποιων που διείδαν την όλη εξέλιξη ως αδυσώπητη μοίρα. Τα επεισόδια στα Άδανα (1909), λίγο
    μόλις καιρό μετά την επικράτηση του Νεοτουρκικού Κινήματος, προκάλεσαν απογοήτευση στους
    Αρμένιους. Παρολαυτά, η επιλογή ήταν μονόδρομος και αποσείωντας τις ευθύνες της, η «Επιτροπή
    Ένωσης και Προόδου» έδωσε νέους όρκους συνεργασίας με το επικεφαλής Αρμενικό Επαναστατικό
    κόμμα των Αρμενίων, το «Ντασνάκ». Η δραστηριοποίηση των Αρμενικών Επιτροπών, τόσο στο
    εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις, που η αναχαίτισή της φάνταζε
    ουτοπία. Ένα αλισβερίσι «έμχυχου» και «άψυχου» υλικού, αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα
    των μεθόδων δραστηριοποίησής τους. Η ανάγκη να βρουν όπλα για να πολεμήσουν είχε μετατραπεί
    σε καθημερινό τους στόχο. Συνέδρια στήνονταν για το πως να προωθήσουν τα όπλα εντός της
    αυτοκρατορίας. Ακόμη και Κούρδοι και Τούρκοι αξιωματούχοι διαφάνηκε πως αναμίχθηκαν και
    μάλιστα προς όφελος των Αρμενίων. Προφανώς στο «βωμό του χρήματος», σε ένα ομολογουμένως
    διαβρωμένο σύστημα, μεταξύ των υπόλοιπων αδυναμιών που χαρακτήριζαν την Αυτοκρατορία,
    μπορούμε να εικάσουμε πως πολλοί ήταν πρόθυμοι να εμπλακούν. Διότι, συνακόλουθα η εμπλοκή
    τους, για να «εξυπηρετήσουν» στην εξασφάλιση όπλων, συνοδευόταν από χρηματικές απολαβές.
    Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός δεν έπαψε ποτέ να καθορίζει τον τρόπο ένδειξης ενδιαφέροντος
    κάθε Ευρωπαϊκής Δύναμης. Η καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν στη Δύση της και
    προσπαθούσε με κάθε τρόπο να διασώσει ότι μπορούσε. Οι διακυμάνσεις όμως των επιλογών κάθε
    ευρωπαϊκής δύναμης στο «Ανατολικό Ζήτημα», εμπόδιζαν την Οθωμανική αυτοκρατορία να
    αναζητήσει κάποια σταθερή στήριξη· τουλάχιστον ως το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου
    Πολέμου. Οι δυνάμεις της ήταν ανεπαρκείς. Το γεγονός πως στην πλειοψηφία των εγγράφων τόνιζε
    πως οι δυνάμεις της ήταν ανεπαρκείς και αναγκαία μέτρα έπρεπε να ληφθούν, δεν αποτελούσε
    απλώς μια πεζή διατύπωση για να ολοκληρώνει τις επιστολές και τα τηλεγραφήματά της. Το
    πρόβλημα ήταν υπαρκτό. Η εξασθένιση της οικονομίας της, οι εσωτερικές πολιτικές διαμάχες
    μεταξύ υποστηρικτών του σουλτάνου και «ενωτικών», τα εθνικιστικά κινήματα στα Βαλκάνια που
    το ένα μετά το άλλο παρασύρονταν στον αγώνα για ολοένα μεγαλύτερη απόσπαση εδαφών, το
    Αρμενικό Ζήτημα όπως εξελισσόταν, κυρίως, μέσα από τη διαπλοκή του με τα εθνικιστικά
    κινήματα των Βαλκανίων, επιδείνωσαν την κατάσταση. Ο πυρήνας του Αρμενικού επαναστατικού
    αγώνα βασίστηκε στον Βουλγαρικό αγώνα. Κατά το πρότυπο των Βούλγαρων κομιτατζήδων είχαν
    οργανωθεί οι Αρμενικές επαναστατικές επιτροπές και με τον τρόπο που θεωρούσαν πως η
    Βουλγαρία είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της, επεδίωκαν να την κερδίσουν και οι Αρμένιοι. Ο
    τρόπος ήταν να τραβήξουν το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων ώστε να παρέμβουν και να τους
    βοηθήσουν.
    Η επιλογή τους αυτή να τραβήξουν το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων με οποιονδήποτε
    τρόπο, τουλάχιστον όπως προβάλλεται από την τουρκική πλευρά, αποτέλεσε αιτία για να
    κατηγορηθεί η Αρμενική πλευρά πολλές φορές από τους Οθωμανούς αξιωματούχους.
    Κατηγορούνταν πως προέβαιναν ακόμη και σε δολοφονίες εις βάρος Αρμενίων και φρόντιζαν μετά
    106
    να μαθαίνει η διεθνής κοινή γνώμη τί είχε συμβεί στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας,
    διαστρεβλώνοντας την αλήθεια των πληροφοριών, ρίχνοντας το βάρος στους Μουσουλμάνους.
    Άλλωστε, δεν ήταν εύκολο να μη γίνονται πιστευτοί, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως
    σκότωναν οι ίδιοι τους ομοεθνείς τους. Ασκούσαν προπαγάνδα, χρησιμοποιώντας την πληθώρα των
    εφημερίδων που λειτουργούσαν εντός και εκτός αυτοκρατορίας. Τον «πιστό και αφοσιωμένο φίλο»
    των Αρμενικών Επιτροπών που ποτέ δεν έμεινε πιο πίσω από αυτές.
    Καμία Μεγάλη Δύναμη δεν επρόκειτο ωστόσο να βοηθήσει τους Αρμένιους της Οθωμανικής
    αυτοκρατορίας, αν ήταν να χάσει ή να μην κερδίσει τίποτε, ως αντάλλαγμα. Όταν η Ρωσία ήθελε να
    αποκτήσει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο επί της εξέλιξης των θεμάτων των Αρμενίων, τότε οι
    υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις, έπαιρναν θέση. Ενώ, όταν η Ρωσία αδιαφορούσε γιατί ήταν
    απασχολημένη με κάποιο άλλο θέμα, οι Μεγάλες Δυνάμεις «εξαφανίζονταν». Πολλές φορές, η
    Ρωσία, έπαιζε το δικό της παιχνίδι και έδινε ένταση στη κοινή τους θρησκεία και σε οτιδήποτε
    μπορούσε να τη δένει με τους Αρμένιους. Ήθελε διέξοδο από τον Καύκασο στη Μεσόγειο και οι
    Αρμένιοι μπορούσαν να χαράξουν αυτό το μονοπάτι, αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες
    επιθυμούσε η κάθε πλευρά να το κάνει, δεν ανταποκρίνονταν σε κάθε ιστορική ευκαιρία που
    δινόταν. Αυτός ο «αναποφάσιστος» ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων με ποια πλευρά να
    συστρατευτούν και ποιανού συμφέροντα να προτάξουν, έδιναν χώρο και στην Οθωμανική
    αυτοκρατορία και στους Αρμένιους· το Οθωμανικό κράτος, για παράδειγμα, ποτέ δεν εφάρμοζε
    διακηρυττόμενες μεταρρυθμίσεις, χρονοτριβούσε και ακολουθώντας παρελκυστική πολιτική, οι
    Αρμένιοι δεν χαλιναγωγούνταν και ενέδιδαν σε επαναστατικές εξάρσεις.
    Στο δίλημμα, λοιπόν, που περιείχε το Αρμενικό Ζήτημα και το οποίο παρουσιάστηκε στην
    εισαγωγή της συγκεκριμένης μελέτης, σχετικά με την τύχη των Αρμενίων, αν θα έπρεπε να
    προχωρήσει η δημιουργία ενός ανεξάρτητου Αρμενικού κράτους ή να παραμείνουν οι Αρμένιοι υπό
    την Οθωμανική κυριαρχία, γεγονός που τελικά πραγματοποιήθηκε αργότερα (ίδρυση Αρμενικού
    κράτους-28 Μαΐου 1918), η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι πως ο δρόμος χωρίς επιστροφή για
    την Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα δεδομένο. Ήταν αδύνατον να αποτρέψει τους Αρμένιους
    από τον δρόμο που είχαν πάρει. Η απόφασή τους να επαναστατήσουν, για να ιδρύσουν σταδιακά
    ένα ανεξάρτητο Αρμενικό κράτος ήταν τόσο ισχυρή, όσο ισχυρός εμφανίστηκε ο αγώνας τους μέσα
    από τα Κρατικά Οθωμανικά Αρχεία. Τα μελετώμενα αρχεία, συντάχθηκαν από εκπροσώπους του
    Οθωμανικού κράτους, από τους «Υπηρέτες» μιας αυτοκρατορίας που πάσχιζαν να τη «σώσουν» και
    που έβλεπαν γύρω τους ανελέητους εχθρούς, που σαν «αετοί» καραδοκούσαν να τους φάνε. Από
    την πλευρά τους, οι Αρμένιοι, κατά το παράδειγμα των Βαλκάνιων γειτόνων τους, επιθυμούσαν να
    αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.

  38. on

    O πρέσβης των Hνωμένων Πολιτειών στην Kωνσταντινούπολη Henry Morgenthau στο έργο του «Ambassador Morgenthau’s Story» (1918) τονίζει: «Οι Αρμένιοι δεν είναι ο μοναδικός υπό τουρκικό έλεγχο λαός, ο οποίος υπέφερε στα πλαίσια της πολιτικής «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Την ιστορία που διηγήθηκα για τους Αρμένιους, θα μπορούσα να την έλεγα, με μερικές παραλλαγές, για τους Έλληνες και τους Ασσύριους. Πραγματικά, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικιστικής ιδέας.»…»

  39. Radiki on

    «Τι συνέβη στην οθωμανική Ανατολή;»

    Καθημερινή 08.11.2015

    http://www.kathimerini.gr/837908/opinion/epikairothta/politikh/ti-synevh-sthn-o8wmanikh-anatolh

  40. «Why are some genocides prominently remembered while others are ignored, hidden, or denied? Consider the Turkish campaign denying the Armenian genocide, followed by the Armenian movement to recognize the violence. Similar movements are building to acknowledge other genocides that have long remained out of sight in the media, such as those against the Circassians, Greeks, Assyrians, the indigenous peoples in the Americas and Australia, and the violence that was the precursor to and the aftermath of the Holocaust.»

    http://www.amazon.com/Hidden-Genocides-Knowledge-Genocide-Political/dp/0813561639/ref=as_li_ss_tl?tag=greekgenocide-20&linkCode=sl1&tag=greekgenocide-20&linkId=918083667fbafd0b47d3c3f9708ff768

  41. AYŞE
    HÜR

    Kurtuluş Savaşı ‘yedi düvel’e karşı mı verildi?
    11/11/2012

    ‘Türk ulus-devletinin kuruluş dönemi’, askeri başarılardan çok, siyasi ve diplomatik başarılarla karakterize olmuştu. Askeri başarılar esas olarak ‘iç düşmanlara karşı’ kazanılmıştı.
    Kurtuluş Savaşı ‘yedi düvel’e karşı mı verildi?
    19 Mayıs 1919’da Mustafa Kemal’in Samsun’a ayak basması ile 9 Eylül 1922’de İzmir’in geri alınması arasındaki dönem, resmî tarihçiler tarafından ‘Yedi düvele karşı verilmiş’ Kurtuluş Savaşı veya İstiklal Harbi diye anılır. Ben ise ‘Türk ulus-devletinin kuruluş dönemi’ anlamında, ‘Millî Mücadele Dönemi’ diye adlandırmayı tercih ediyorum. Çünkü söz konusu dönem, askerî başarılardan çok, siyasi ve diplomatik başarılarla karakterize olmuştu. Askeri başarılar da esas olarak işgalci Batı ordularına karşı değil, onların öne sürdüğü Yunan ordularına; Doğu’da 1915’te zorla çıkarıldıkları topraklarını geri almaya çalışan Ermeni ordularına ama daha da önemlisi ‘iç düşmanlara karşı’ kazanılmıştı.

    29 Ekim-10 Kasım haftasında çeşitli mecralarda dinlediğim konuşmaların hiçbirinde işin bu yanına değinilmedi. Yer sınırı yüzünden Yunanlılara, Ermenilere ve ‘iç düşman’a karşı yürütülen askeri harekâtları bir başka zamana bırakıp, işgalci İtilaf Güçleri’yle yaşanan ‘askeri’ nitelikteki temasları özetlemek istiyorum.

    Fransa
    Mondros Mütarekesi’nin imzalanmasından sonra Fransızlar Dörtyol ve Mersin’e çıkarma yapmışlardı. Önceden kendilerine söz verilmiş Musul ise İngilizler tarafından işgal edilmiş, dahası İngilizler işgali Adana, Antep ve Maraş yönünde genişletmişlerdi. 15 Eylül 1919 tarihli Suriye Anlaşması ile İngilizler Musul karşılığında Adana, Antep, Maraş ve Urfa’yı Fransızlara bıraktılar. Bu tarihlerde Fransızların bölgedeki kuvvetleri 500 er, 12 makineli tüfek ve bir süvari takımından ibaretti. Bunlara 500 kadar da Ermeni lejyoner katılmıştı.

    Ocak 1920’de Fransa’da barış yanlısı Millerand başbakan olmuştu. Bu değişiklik Fransızların Anadolu’daki kararlılığını etkilemişti. Maraş’ta Fransızlara karşı direniş de bu günlerde başladı. Fransızlar 12 Şubat 1920’de Maraş’ı boşalttılar. Fransızlarla birlikte Mondros’tan sonra peyderpey şehre dönen Ermeniler de şehri terk ettiler. Kuva-yı Milliye milisleri, bu grupların arkasına düştü. Genelkurmay belgeleri üzerine çalışan Celal Erikan’a göre, Maraşlı milislerin kaybı 200 ölü, 500 yaralı iken, ölü, yaralı, kayıp ve hasta 20 bin Ermeni zayiatı vardı.

    Urfa’da direniş, Osmanlı döneminde Deyrizor Seyyar Jandarma Müfrezesi komutanlığı yapmış Yüzbaşı Ali Saip (Ursavaş) komutasındaki yerel aşiretlerden oluşan 3 bin kişilik milis gücü tarafından başlatıldı. Kuva-yı Milliye milisleri 7 Şubat 1920’den itibaren Fransızları sıkıştırmaya başlamış, Urfa hapishanesindeki tutukluların milislere katılmasıyla sıcak çatışmalar olmuş, Fransızlar şehri terk etmişlerdi. Ali Saip Bey’in anlattığına göre bu süreç sırasında, milisler Rusların gönderdiği 600 tüfek ve 1.5 milyon fişekle mücadelelerini yürütmüşlerdi.

    16 Şubat 1920’de İtilaf Güçleri Komutanlığı’na hitaben yazılmış bir iç yazışmada “Fransız Hükümeti’nin Kilikya’da (Adana havalisi) kalıcı olmaya niyeti yoktur. Nihai amaç muhtemelen Fransa’nın Türkiye’ye önerdiği mali denetim benzeri belirli bir kontrol sağlayarak çekilmektir” deniyordu. Ancak Türk güçleriyle Fransızların arasındaki iyi ilişkilerden rahatsız olan Lloyd George buna karşı çıktı. Bu yüzden Fransızların geri çekilmesi ertelendi. Fransızlar mart ayı boyunca birkaç kez karşı saldırıya geçtiler ancak başarılı olamadılar. Bir Fransız teğmenin “Marsilya’dan ayrılıyoruz, bile bile Türkiye’ye, kendi mezbahamıza sürükleniyoruz” sözlerini içeren hatıra defterinin yayımlanması, kamuoyunda savaş aleyhtarlığını arttırınca Fransızlar nisan başlarında şehri Türklere teslim etmeye razı oldular. 11 Nisan 1920 günü şehirde Türk bayrakları dalgalanmaya başladı.

    Antep’te de benzer direnişler olunca Fransızlar artık bölgede barınamayacaklarını anlamışlardı. 13 Eylül 1921’de Sakarya Meydan Muharebesi’nin kazanılmasından sonra Fransa savaştan çekilmeye karar verdi. 20 Ekim 1921’de Ankara Antlaşması imzalandı.
    Alptekin Müderrisoğlu’nun Kâzım Özalp’ten aktardığına göre Fransızlar, Ocak 1922’de güney topraklarımızı terk ederken 10 bini aşkın tüfek, 1.505 sandık mermi ile parası ileride ödenmek üzere 10 hangar, 4 yedek uçak motoru, 3 telsiz istasyonu ile 10 Brege tipi uçağı Ankara Hükümeti’ne bırakmış, daha sonra da 1500 adet hafif makineli tüfek, 2.735 sandık fişek, 200 kamyon, 1 komprasör, 11 top beşik ve kaması, 2 ton şaplı kösele, bazı top yedek parça ve malzemesi satmıştı.

    İtalya
    19-21 Nisan 1917 tarihli Jean de Maurienne Anlaşması uyarınca Mersin, Antalya, Konya, Aydın ve İzmir İtalya’ya veriliyordu. Ama anlaşmanın Çarlık Rusyası tarafından onaylanması gerekiyordu. Bolşevik Devrimi yüzünden bu şart gerçekleşmeyince İtalya’nın durumu belirsiz hale gelmişti. Nitekim İtalya Mondros’tan sonra Adana ve Antalya bölgelerine asker göndermek istediği zaman İngiltere ve Fransa, bölgede müttefiklerin güvenliğini tehdit eden hiçbir gelişme bulunmadığını, dolayısıyla mütareke koşulları içinde bu hareketin hiçbir yasal dayanağı olmadığını söyleyerek İtalya’yı protesto etmişlerdi. 15 Mayıs 1919’da İzmir’e Yunan çıkarması yapıldığında bu sefer İtalyanlar ortaklarını protesto ettiler ve Selçuk havalisini işgal ettiler. Ancak Ege’de direniş güçlerini örgütleyen Kâzım Özalp’e göre İtalya, “Birinci Dünya Savaşı sonunda kendisine vaat edilen İzmir’in Yunanlara verilmesi üzerine, Anadolu’da yürütülen Türk direnişini desteklemeye karar vermişti.”

    Gerçekten de İtalyanlar Türklere o kadar iyi davranıyorlardı ki, düzenli ordunun henüz kurulmadığı günlerde Ankara Hükümeti’nin hizmet aldığı çetecilerden biri olan Demirci Mehmet Efe’nin Denizli’de terör estirmesi üzerine, şehir halkı, İtalyanlara sığınmayı bile düşünmüştü. Bununla da kalınmadı, daha sonra İtalyanlardan 4.310.000 tüfek fişeği, 97 ton barut, 20 uçak ve 20 bin tüfek satın alındı. İtalyanlar (ve Fransızlar) ayrıca Akdeniz’den gelen Alman yardım gemilerinin güvenliğini sağlamışlardı. İtalyanlar II. İnönü Savaşı’ndan (1 Nisan 1921) sonra Anadolu’dan çekildi.

    Brİtanya
    Anadolu ile ilgileri, Hindistan Yolu’nun güvenliği ile sınırlı olan İngilizler ortakları Fransızların kendilerinden önce davranmasından korktukları için, 16 Mart 1920’de İstanbul’u resmen işgal ederek, o güne dek Anadolu Hareketi’ne katılmakta tereddütlü olan kesimlerin Ankara’nın yolunu tutmasına neden oldular. İngilizler Ankara’nın güçleriyle doğrudan çarpışmaya girmediler çünkü Birinci Dünya Savaşı’ndaki büyük kayıplarından sonra yeni bir savaşa devam edecek askerî, mali ve moral güçleri yoktu. İngiliz kamuoyu, hem bu yüzden hem de Yunan ordularının Anadolu’da yaptığı katliamlardan dolayı hükümete destek vermiyordu. Yine de İngiliz birlikleri, İkinci Anzavur İsyanı (16 Şubat–19 Nisan 1920) sırasında ve 22 Haziran 1920’de Yunan orduları Anadolu içlerine doğru harekete geçerken çeşitli şekillerde Ankara karşıtlarına destek verdiler. İngilizlerin esas işlevi, Yunanistan’ın Anadolu’ya çıkarılması ve Kemalist harekete karşı savaş alanına sürülmesiydi.

    6-11 Ocak 1921 tarihleri arasında meydana gelen I. İnönü Muharebesi’nden sonra Yunan ordularının umdukları kadar başarılı olamayacağını anlayan İngilizler, 21 Şubat 1921’de Londra Konferansı’nı topladılar. Ankara’yı temsilen Bekir Sami (Kunduh) Paşa başkanlığındaki bir heyet Londra’ya gitti. Konferans sonunda, 10 Ağustos 1920 tarihli Sevr Barış Antlaşması’nın gözden geçirilmesine karar verildi. Ancak, Bekir Sami Bey’in imzaladığı bir dizi anlaşma, Ankara Hükümeti tarafından kabul edilmediği için, akim kaldı. Buna rağmen, Britanya Hükümeti, 14 Nisan 1921’de, Türk-Yunan Savaşı’nda kesin tarafsızlığını belirten notasını Yunan hükümetine bildirdi. Bu tarihten sonra İngilizlerle Türkler bir kere, 1922 yılı yazında İran-Irak-Türkiye sınırındaki Revandiz’de karşı karşıya geldiler. İngilizler 31 Ağustos 1922 günü Özdemir Bey namlı Milis Yarbayı Ali Şefik Bey’in komutasındaki derme çatma güçler karşısında beklenmedik bir yenilgiye uğradı. Zaten 9 Eylül 1922’de Türk ordularının İzmir’e girişiyle savaş fiilen bitmişti.

    Bolşevik Rusya’dan gelen yardımlar
    İtilaf Devletleri’nin üyesi Çarlık Rusyası, 1917’de Bolşevik Devrimi’nin gerçekleşmesi üzerine Birinci Dünya Savaşı’ndan çekilmişti. Yeni adıyla Sovyet Rusya, başından itibaren Anadolu Hareketi’nin en büyük destekçisi oldu. Mustafa Kemal’in isteğiyle Sovyet Rusya’nın yardım olanaklarını araştırmak üzere Moskova’ya gönderilen Halil (Kut) Paşa, Temmuz 1920’de geri dönerken, yanında 400 kilo külçe altın getirmişti. Eylülde ise Yusuf Kemal (Tengirşenk) Bey tarafından 1 milyon ruble daha getirildi. Bu yardımları başkaları izledi.

    Para ve silah yardımı
    Fahir Armaoğlu’nun Sovyet belgelerinden aktardığına göre, iki ülke arasında imzalanan 16 Mart 1921 tarihli Moskova Anlaşması’ndan sonraki bir yılda, Sovyet Rusya, Ankara Hükümeti’ne karşılıksız olarak 39.275 tüfek, 327 makineli tüfek, 54 top, 62.986.000 tüfek mermisi, 147.079 top mermisi, 1.000 atımlık top barutu, 4.000 el bombası, 4.000 şarapnel mermisi, 1.500 kılıç, 20 bin gaz maskesi ve 10 milyon altın ruble yardım göndermişti. Değişik kaynaklarda değinilen Sovyet Rusya’nın veremediği silahların Almanlardan alınması için Almanya’ya gönderilen 1.760.000 ruble, İtalya’daki bir hesaba yatırılan 1 veya 3 milyon İtalyan Lireti, Sovyet Rusya temsilcileri Danilof ve Bagirof tarafından getirilen 200 kilo külçe altın ile Sovyet Rusya’nın parasal yardımı 17,5 milyon rubleye yaklaşıyordu. Ayrıca yüksek miktarda gıda ve tahıl yardımları vardı. Ama en önemlisi Moskova Antlaşması ile Batum’un Gürcistan’a verilmesi şartıyla Doğu sınırı güvenceye alındığı için, Türk orduları Batı Cephesi’ne kaydırılmış ve Yunanlara karşı zaferlerin kazanılması mümkün olmuştu.

    Burada bir parantez açalım: 1920 yılında Buhara Cumhuriyeti’nin ilk ve son cumhurbaşkanı olan Osman Hoca’nın iddiasına göre, Buharalı Müslümanlar, Ankara’ya verilmek üzere Moskova’ya 100 milyon ruble teslim etmişti. Ama bu konuların uzmanı olan Alptekin Müderrisoğlu, arşivlerde Buhara Cumhuriyeti’nden gönderilen yardımlara dair bir belgeye rastlamadığını söylemekte.
    Parantezi kapatıp devam edersek, Ukrayna ve Kırım’daki Kızıl Orduların komutanı, Komünist Parti Politbüro Üyesi Mikhael Frunze’nin 13 Aralık 1921 tarihinde Ankara’ya gelmesi; 1922’nin ilk günlerinde de Sovyet Rusya’nın ilk Ankara Sefiri Simeon I. Aralof’un göreve başlamasıyla Ankara-Moskova ilişkileri daha da sıcaklaşmış, Sovyet Rusya’nın geniş çaplı askerî yardımları 1922 yılı boyunca sürmüştü. Bu yakın ilişki Lozan Barış Görüşmeleri sırasında Boğazlar konusunda Ankara’nın Britanya’nın tezlerine yaklaşması ile sıcaklığını yitirmekle birlikte Aralık 1925’te iki ülke arasında bir dostluk ve saldırmazlık paktı imzalanacaktı.
    Savaşta ne kadar kayıp verildi?
    Emekli Tümgeneral Celal Erikan’ın ve Alptekin Müderrisoğlu’nun yaptığı hesaplamalara göre, Batı Cephesi’nin zayiatı 8.274 ölü, 30.433 yaralı, 45.051 kaçak, 9.991 kayıp, 2.245 esirdi. Sabahattin Selek’e göre Doğu Cephesi’nde Ermenilere karşı şanlı zaferler kazandığı söylenen Kâzım Karabekir’in 18.491 kişilik 15. Kolordusu’nun kaybı ise 46 ölü, 76 yaralı idi. Ayrıca Ege’de ve Güney’de yerel direniş güçlerinin, yani çetelerin savaşları sırasında ölenler ve esir düşenler de vardı ki, bunların, ‘sivil’ olarak kaydedildiği, yani Genelkurmay’ın sayıları içine girmediği sanılıyor. Örneğin, daha sonra ‘hain’ ilan edilen Çerkez Ethem Bey’in birliklerindeki kayıplar bu sayılara dahil değildi. Yine de bu sayıların Çanakkale Savaşı’nın kayıpları yanında (57.263 şehit, 97.874 yaralı, 11.178 kayıp, 20.297 hastalık sonucu ölüm ve diğerleriyle birlikte 207.696 zayiat) gayet mütevazı olduğunu kabul etmek gerekir.

    Özet Kaynakça: Alptekin Müderrisoğlu, Kurtuluş Savaşı Mali Kaynakları, 2 Cilt, Kastaş A.Ş. Yayınları, 1988; Kazım Özalp, Milli Mücadele 1919-1922, 2 Cilt, TTK Yayınları, 1971 ve 1972; Fahir Armaoğlu, Siyasi Tarih, 1789-1960, Sevinç Matbaası, 1964; Sina Akşin, İstanbul Hükümetleri ve Milli Mücadele, Cem Yayınları, 1976; Gotthard Jaeschke, Kurtuluş Savaşı İle İlgili İngiliz Belgeleri, TTK Yayınları, 1991; Ömer Kürkçüoğlu, Türk-İngiliz İlişkileri (1919-1926), SBF Yayınları, 1978; Celal Erikan, Kurtuluş Savaşı Tarihi, Hazırlayan: Rıdvan Akın, Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, 2008.

    http://www.radikal.com.tr/yazarlar/ayse-hur/kurtulus-savasi-yedi-duvele-karsi-mi-verildi-1107408/

  42. Χουλιαράκης, Δημήτρης

    Η γενοκτονία των Αρμενίων, ο τουρκικός εθνικισμός, οι Νεότουρκοι και τα παραλειπόμενα μιας από τις μεγαλύτερες και αγριότερες σφαγές της σύγχρονης εποχής, από έναν τούρκο συγγραφέα

    Ενα ταμπού πέφτει

    Στις 24 Απριλίου 1915, περί τα 235 σημαίνοντα μέλη της αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης συλλαμβάνονται με την κατηγορία ότι ενέχονται σε εξέγερση ομοεθνών τους στην πόλη Βαν της Ανατολίας. Ακολουθεί η σύλληψη άλλων 600. Στις 24 Μαΐου η οθωμανική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι στην Κωνσταντινούπολη έχουν ήδη συλληφθεί 2.345 Αρμένιοι. Σε πολλές από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας οι συλλήψεις είχαν αρχίσει ήδη από τις 19 Απριλίου και συνεχίστηκαν με συστηματικό τρόπο ως τις 19 Μαΐου. Κάποιοι πέθαναν από βασανιστήρια στη διάρκεια της κράτησής τους. Μεγάλο μέρος των συλληφθέντων εκτελέστηκε δημόσια για εκφοβισμό των Αρμενίων. Μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου 1915, ο αρμενικός πληθυσμός των ανατολικών επαρχιών υπέστη μαζικές εκτοπίσεις και δολοφονίες. Ακολούθησαν εκτοπίσεις από τη δυτική Ανατολία και τη Θράκη. Στις αρχές του 1917 το αρμενικό πρόβλημα είχε διά παντός «επιλυθεί». Απολογισμός: 800.000 – 1 εκατομμύριο νεκροί, κατά δηλώσεις του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Τώρα οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα πίεζαν πια την Τουρκία να δεχθεί την αυτονομία των Αρμενίων και να τους παραχωρήσει εδάφη. Αλλωστε, διεκήρυττε η τουρκική προπαγάνδα, τι άλλη τύχη θα μπορούσε να περιμένει τους προδότες Αρμενίους που είχαν ενωθεί με τον εχθρό, προετοίμαζαν επανάσταση και δολοφονίες κορυφαίων αξιωματούχων του κράτους και επρόκειτο να ανοίξουν με τη βία τα Στενά των Δαρδανελλίων, παραδίνοντας τη χώρα στους ξένους;
    Πεθαίνοντας από το κρύο και την πείνα

    Οπως αποκαλύπτει με αδιάσειστα στοιχεία ο τούρκος κοινωνιολόγος και ιστορικός Τανέρ Ακτσάμ, η απόφαση για τη γενοκτονία των Αρμενίων πάρθηκε στα ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια της οθωμανικής Τουρκίας και μεθοδεύτηκε από παρακρατικές οργανώσεις των Νεότουρκων που καθοδηγήθηκαν από τις αρχές και τον τακτικό στρατό για να φέρουν εις πέρας τη «βρώμικη δουλειά».

    Τα περισσότερα πρωτογενή στοιχεία ο Ακτσάμ τα άντλησε από χιλιάδες επίσημα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα περίπου 63 έκτακτα στρατοδικεία και δικαστήρια τα οποία, με πρωτοβουλία των Συμμάχων, συνήλθαν στην Κωνσταντινούπολη μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για να δικάσουν τους υπευθύνους των γενοκτόνων σφαγών. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία, είχαν προειδοποιήσει την Υψηλή Πύλη τον Μάιο του 1915, όταν οι αποτροπιαστικές ειδήσεις για το αιματοκύλισμα έκαναν τον γύρο του κόσμου, ότι θα θεωρήσουν προσωπικά υπεύθυνα όλα τα μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης για τις σφαγές τις οποίες χαρακτήρισαν «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».

    Το παράδοξο είναι ότι και οι ίδιοι οι Τούρκοι παραδέχονταν τότε τις σφαγές, και μάλιστα ο Ατατούρκ είχε ζητήσει την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Πολύ γρήγορα όμως το θέμα έγινε ένα από τα ταμπού της τουρκικής ιστοριογραφίας, καθώς ο Κεμάλ προσεταιρίστηκε σχεδόν όλους τους πρωτεργάτες της σφαγής και μαζί τους οικοδόμησε το ξεκαθαρισμένο πλέον από χριστιανούς κεμαλικό κράτος. Οι διωγμοί εναντίον του ελληνικού στοιχείου που προηγήθηκαν της γενοκτονίας των Αρμενίων, εντάσσονταν και αυτοί στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό των τουρκικών αρχών, μετά την τραυματική για αυτούς ήττα στον Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913), να εκτουρκίσουν ό,τι απόμεινε από την οθωμανική αυτοκρατορία. Σε πρώτη φάση οι Ελληνες, όπως άλλωστε και οι Αρμένιοι, παρενοχλούνταν με διάφορους τρόπους και λόγω των πιέσεων που υφίσταντο υποχρεώνονταν να μεταναστεύσουν. Ενοπλες συμμορίες πραγματοποιούσαν επιδρομές σε ελληνικά χωριά, οι νεαροί Ελληνες συγκεντρώνονταν σε «σώματα εργασίας» στα οποία εξαναγκάζονταν να εργαστούν στην οδοποιία, σε δάση και σε οικοδομές, συχνά κάτω από απάνθρωπες συνθήκες – οι περισσότεροι πέθαναν από το κρύο, την πείνα και τις στερήσεις. Μόνο η αξία των ελληνικών περιουσιών, που δημεύτηκαν τότε από τους Τούρκους, υπολογίζεται στο αστρονομικό ποσό των 5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων!

    Ούτε ένας Αρμένιος δεν θα μείνει

    Τον Ιούνιο του 1915 ένας από τους ιθύνοντες της γενοκτονίας των Αρμενίων, ο Ταλάτ Πασάς, είπε στο στέλεχος του γερμανικού προξενείου στο Χαλέπι Δρα Μόρντμαν, πως ήταν σαφές ότι «ο εκτοπισμός των Αρμενίων δεν εκτελείτο απλώς για στρατιωτικούς σκοπούς». Και ο γερμανός υποπρόξενος στο Ερζερούμ, Μαξ Ερβιν φον Ζόιμπνερ-Ρίχτερ, αποδίδει σε έναν υψηλόβαθμο τούρκο αξιωματούχο τον ισχυρισμό πως τα πράγματα έχουν έτσι μεθοδευτεί ώστε «μετά τον πόλεμο ούτε ένας Αρμένιος να μην έχει απομείνει στην Τουρκία». Οι ομάδες των ατάκτων που σε συνεργασία με τους τούρκους χωροφύλακες ανέλαβαν να εκτελέσουν τις σφαγές, συγκροτούνταν από νεαρούς εθνικιστές της νεοτουρκικής Επιτροπής Ενωση και Πρόοδος (ΕΕΠ), αποβράσματα από τις κατά τόπους φυλακές που αφήνονταν ελεύθεροι ειδικά για να συμμετάσχουν στο μακελειό και μετανάστες από την Ανατολία και τον Καύκασο. Στην περιοχή του Ερζερούμ, τη συγκρότηση των συμμοριών αυτών είχε αναλάβει ο Χιλμί, τοπικός γραμματέας του κόμματος των Νεότουρκων ΕΕΠ. Σε επιστολή του προς τον αρχηγό μιας κουρδικής φυλής, ο Χιλμί αναφέρει: «Εχει σχεδόν φτάσει η ώρα για το ζήτημα που συζητήσαμε στο Ερζιντζάν. Από εσένα θα χρειαστώ πενήντα νέους. Θα φροντίσω να έχουν εδώ κάθε άνεση. Βεβαιώσου απλώς ότι τα άτομα αυτά είναι σταθερά και αρκετά αποφασισμένα ώστε να θέλουν να πεθάνουν για την πατρίδα και το έθνος τους».

    Τον Σεπτέμβριο του 1915, ιδιαίτερα κατά μήκος των οθωμανικών συνόρων στον Καύκασο, οι ένοπλες ομάδες άρχισαν να πραγματοποιούν επιθέσεις σε μεμονωμένα αρμενικά χωριά καθώς και εναντίον αρμένιων διανοουμένων, πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών. Με εντολές του Χασάν Ιζέτ Πασά οι καλύτεροι βαθμοφόροι και στρατιώτες του 9ου Σώματος Στρατού παραχωρήθηκαν στις συμμορίες του Μπαχετίν Σακίρ, που αν δεν έβρισκαν νέους στα χωριά, βίαζαν τις γυναίκες και τους έπαιρναν τα χρήματα και οτιδήποτε αντικείμενο αξίας κατείχαν. Ο Μπαχετίν δεν μασάει τα λόγια του σχετικά με την οικονομική παράμετρο των επιχειρήσεων: «Εως τώρα έχουμε αρπάξει περίπου 1.000 πρόβατα και 400 υποζύγια ως λάφυρα» λέει σε μια αναφορά προς τους ανωτέρους του. Ξένοι παρατηρητές, όπως ο γερμανός πάστορας και αυτόπτης μάρτυρας της γενοκτονίας Γιοχάνες Λέψιους, γράφουν ότι η κατάσταση στην επαρχία της Σεβάστειας πριν από τις γενικές εκτοπίσεις ήταν η ίδια όπως στην Τραπεζούντα και στο Ερζερούμ. Σε μια άλλη πηγή διαβάζουμε πως μια ομάδα από 300 αρμένιους γέροντες – ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί ανάπηροι και ανήλικα παιδάκια – στάλθηκε σε ταξίδι τριών εβδομάδων από το Μους ως το μέτωπο, στα σύνορα του Καυκάσου, κουβαλώντας πολεμοφόδια και τροφές. Καθώς οι περισσότεροι από αυτούς τους δύσμοιρους είχαν καταληστευθεί από όλα τα υπάρχοντά τους (και από τα ρούχα τους), πέθαναν μέσα σε λίγες ημέρες από τις κακουχίες. Οι ελάχιστοι – καμιά 30αριά – που κατάφεραν να γυρίσουν πίσω ξυλοκοπήθηκαν ανηλεώς μέχρι θανάτου.

    Εσκαβαν τους ίδιους τους τούς τάφους

    Και ο αμερικανός πρέσβης Χένρι Μόργκενταου μας δίνει δραματικά το ανατριχιαστικό modus operandi των τούρκων εκτελεστών: «Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η διαδικασία ήταν η ίδια. Επαιρναν από διάφορα σημεία ομάδες των 50 ή των 100 ανδρών, που ήταν δεμένοι ανά τετράδες και τους οδηγούσαν σε ένα απομονωμένο σημείο, σε μικρή απόσταση από το χωριό. Ξαφνικά ακουγόταν ο ήχος από ντουφεκιές και οι τούρκοι στρατιώτες που τους είχαν συνοδεύσει επέστρεφαν κατηφείς στο στρατόπεδο. Οσοι στέλνονταν να θάψουν τα πτώματα, τα έβρισκαν σχεδόν πάντοτε τελείως γυμνά, διότι ως συνήθως οι Τούρκοι τούς είχαν κλέψει όλα τους τα ρούχα. Σε περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψή μου, οι δολοφόνοι είχαν εκλεπτύνει το μαρτύριο των θυμάτων τους εξαναγκάζοντάς τα να ανοίξουν τους τάφους τους προτού τα πυροβολήσουν».

    http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=188135

  43. “Μια επαίσχυντη πράξη”: Ο Κεμάλ απαντά στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τους Αρμένιους

    Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

    Στις 15 Μαρτίου και με αφορμή την επίσκεψη του Προέδρου της Αρμενίας στην Αθήνα, στη διάρκεια της οποίας έγιναν αναφορές στις γενοκτονικές σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, είχαμε μια ψυχωτική και παρανοϊκή αντίδραση του Τουρκικού ΥΠΕΞ που συνοδεύτηκε και με ένα γραπτό υβρεολόγιο κατά του Αρμένιου Προέδρου, του Πρωθυπουργού Τσίπρα και του Προέδρου Παυλόπουλου. Το τουρκικό ΥΠΕΞ αναφέρθηκε σε “αρρωστημένες νοοτροπίες” και παθολογικά μίση κατά των Τούρκων. Η αντίδραση της Άγκυρας δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική. Αλλιώς θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή πως το κεμαλικό κράτος και η σύγχρονη τουρκική ταυτότητα οικοδομήθηκαν πάνω σε ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως ήδη, από το 1915, είχαν χαρακτηριστεί οι γενοκτονικές σφαγές και η εθνοκάθαρση των αυτόχθονων και μή μουσουλμανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.

    Ο Τανέρ Ακσάμ, ο πρώτος Τούρκος ιστορικός του οποίου το εμβληματικό έργο τεκμηρειώνει, μέσα από επίσημα οθωμανικά έγραφα τις γενοκτονικές σφαγές, και που υπήρξε και ο πρώτος τούρκος ο οποίος με πολύ μεγάλο προσωπικό κόστος χρησιμοποίησε τη λέξη “γενοκτονία”- “soykirim”– για να τις περιγράψει, γράφει το εξής για τη σύγχρονη τουρκική ταυτότητα και το κεμαλικό κράτος: “Μια συζήτηση γύρω από τη γενοκτονία [των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας] θα αποκαλύψει ότι το κράτος δεν προέκυψε από ένα βασικά αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα αλλά από ένα πόλεμο που διεξήχθη κατά της ελληνικής και αρμενικής μειονότητας. Θα καταστεί σαφές ότι ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτών του Kuvay-i Milliye (δηλ. των συμμοριών που κατέσφαξαν τους χριστιανούς) που θεωρούνται ήρωες, είχαν άμεση συμμετοχή στη γενοκτονία είτε πλούτισαν και αυτοί από το πλιάτσικο κατά των Αρμενίων”.

    Στο εμβληματικό του έργο, “A Shameful Act: The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility” (2006), το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στην Τουρκία το 1999 και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση “Μια Επαίσχυντη Πράξη”(2007)- και το οποίο είχα την τιμή να προλογίσω- ο Ακσάμ τεκμηρειώνει αυτή ακριβώς τη θέση: πως χωρίς τις γενοκτονικές σφαγές δεν θα υπήρχε κεμαλικό κράτος και σύχρονη τουρκική ταυτότητα. Επί πλέον η φράση “επαίσχυντη πράξη” είναι φράση του ίδιου του Κεμάλ, ο οποίος επανειλημμένα -τουλάχιστον δώδεκα φορές, κατά τον Άκσάμ- καταδίκασε τις σφαγές των Αρμενίων ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων, όχι όμως της Τουρκίας.

    Σε ομιλίες του στη Εθνοσυνέλευση ο Κεμάλ παραδέχεται πως σφαγιάστηκαν τουλάχιστον 800,000 χιλιάδες Αρμένιοι. Σε μια άλλη περίπτωση και μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στη Σμύρνη, το 1926, ο Κεμάλ γράφει επώνυμα τα εξής, για τα μέλη της Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος, δηλ. τους Νεότουρκους:Αυτά τα απομεινάρια του πρώην κόμματος των Νεοτούρκων, που έπρεπε να λογοδοτήσουν για τις ζωές εκατομμυρίων χριστιανών υπηκόων μας, τους οποίους ξερίζωσαν αδίστακτα από τα σπίτια τους και τους οδήγησαν ομαδικά στη σφαγή , δεν υπακούουν στη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση. Μέχρι σήμερα επιβιώνουν με λεηλασίες και δωροδοκίες και καταπολεμούν οποιαδήποτε προσπάθεια να συστρατευθούν ώστε να κερδίζουν τα προς το ζην με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου του”. (Ενυπόγραφο άθρο-συνέντευξη του Κεμάλ, που παραχώρησε στον ελβετό δημοσιογράφο Emile Hilderbrand και που κυκλοφόρησε από το World Service Inc. της Βοστόνης και δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Los Angeles Examiner” της 1ης Αυγούστου 1926, τομ.XXIII-αρ. 223).

    Όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα, το ταμπού αναφορικά με τις γενοκτονικές σφαγές των χριστιανών και το οποίο αποτελεί επίσημη πολιτική της Άγκυρας -όπως υβριστικά μας υπενθύμισαν οι συνεχιστές της στο Τουρκικό ΥΠΕΞ- τότε δεν υπήρχε. Τις γενοκτονικές σφαγές τις παραδέχονται όλοι και υπήρξε αίτημα, όπως του Κεμάλ που προαναφέρθηκε, για τη τιμωρία των ενόχων. Πολύ γρήγορα, όμως, το θέμα έγινε ένα από τα ταμπού της σύγχρονης τουρκικής ιστοριογραφίας διότι ο ίδιος ο Κεμάλ -που πρωτοστάτησε στις σφαγές και τον ξεριζωμό του ποντιακού ελληνισμού- συνεταιρίστηκε σχεδόν όλους τους πρωτεργάτες των σφαγών και, μαζί τους, οικοδόμησε το ξεκαθαρισμένο πλέον από τους χριστιανούς κεμαλικό κράτος. Έτσι οι γενοκτονικές σφαγές λειτούργησαν ως ο ακρογωνιαίος λίθος του κεμαλικού οικοδομήματος και οι σφαγείς, με τον Κεμάλ επικεφαλής, έγιναν μέρος της ελίτ της σύγχρονης Τουρκίας.

    Πηγή: “Μια επαίσχυντη πράξη”: Ο Κεμάλ απαντά στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τους Αρμένιους http://wp.me/p3kVLZ-uyq

  44. […] 2013) υπό τον τίτλο με την εφημερίδα και είχε ως τίτλο:  Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923)…. Στο αφιέρωμα αυτό είχαν συμπεριληφθεί άρθρα […]

  45. ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
    ———————————————————————

    …………………
    …………………

    Οι δηλώσεις του Προέδρου Γκάουκ

    Αναγνωρίζοντας μια «γερμανική συνυπευθυνότητα, ακόμη και δυνητικά μια συνενοχή» στις σφαγές του 1915, ο Πρόεδρος της Γερμανίας Joachim Gauck ήρε ένα ταμπού, εκείνο της συνέχειας του εγκλήματος.
    Και το έκανε με ακόμα περισσότερο θάρρος επειδή υπάρχει στη Γερμανία μια ισχυρή τουρκική παρουσία και κανένα αρμενικό εκλογικό σώμα.

    JPEG – 19.4 ko
    Παραδειγματικός δημόσιος υπάλληλος, ο Ρούντολφ Ες απόκτησε τεχνογνωσία στο τομέα της γενοκτονίας στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Β ’Ράιχ, και στη συνέχεια έγινε διευθυντής του στρατοπέδου Άουσβιτς κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ.
    Υπάρχει πλέον πολύ καιρός που οι ιστορικοί έχουν αποδείξει το ρόλο της γερμανικής αντιπροσωπείας στη γενοκτονία. Έτσι, δημοσιεύτηκαν εντολές απέλασης που υπογράφτηκαν από τον υπαρχηγό του Οθωμανικού Επιτελείου, Γερμανό στρατηγό Fritz Bronsart von Schellendorf.

    Η γερμανική αυτοκρατορία του Γουλιέλμου Β’ είχε ήδη δοκιμάσει τη γενοκτονία με τη δολοφονία των Herero και των Νάμα στη Νότιο-Δυτική Αφρική (σημερινή Ναμίμπια) το 1905.

    Οι Γερμανοί αξιωματικοί που παρατήρησαν και μερικές φορές συμμετείχαν στη γενοκτονία των μη-μουσουλμάνων της Τουρκίας χρησιμοποίησαν την εμπειρία τους κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος.
    Παράδειγμα η περίπτωση του Ρούντολφ Ες: ο πατέρας του συμμετείχε στη γενοκτονία των Herero το 1905, ο ίδιος συμμετείχε στη γενοκτονία των Αρμένιων το 1916, και έπειτα έγινε διοικητής του Άουσβιτς στη περιόδο 1940-1943, όπου έσφαξε Εβραίους, Τσιγγάνους και Σλάβους.

    Για να κατανοήσουμε και να αποτρέψουμε τις γενοκτονίες, δεν πρέπει να τις μελετήσουμε από τη σκοπιά των θυμάτων, αλλά από τη σκοπιά των δημίων.

    Μέχρι σήμερα, θεωρούμε, κακώς, ότι οι Νεότουρκοι και οι Ναζί είναι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για τις αρμενική και εβραϊκή γενοκτονίες. Αλλά η ιστορία μας δείχνει ότι οι ιδεολογίες που οδήγησαν στη διάπραξη τους μοιράστηκαν με άλλους, πριν και μετά από αυτούς, που δοκίμασαν επίσης να διαπράξουν.
    Σε αντίθεση με ό, τι φανταζόμαστε, δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα γενοκτονίας που να έχει ολοκληρωθεί μόνο σε μία φορά, ή κατά ενός μόνο πληθυσμού.
    Αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και αφορούν πάντα διαφορετικές εθνοτικές ομάδες. Επομένως, είναι απαραίτητο να καταδικαστούν οι πρώτες σφαγές και να καταδικαστούν οι θεμελιώδεις ιδεολογίες που οδηγούν σε αυτές, για να εμποδιστεί η συνέχιση των γενοκτονιών.

    Τιερί Μεϊσάν

    http://www.voltairenet.org/article187428.html

  46. ΣΤΑΥΡΟΣ Θ. ΑΝΕΣΤΙΔΗΣ
    ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
    ΚΑΙ ΑΡΜΕΝΙΚΟ ΦΙΛΟΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ
    ΚΑΙ ΦΙΛΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ: ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΚΑ
    ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ*
    Μνήμη Κωνσταντίνου Ταχιντζή, ίατροϋ
    (Κωνσταντινούπολη 1940- ’Αθήνα 1997)

    Τρία Ιδεολογικά ρεύματα άποτυπώθηκαν, κατά κύριο λόγο, επί τού πολυε­
    θνικού Ιστού της οθωμανικής κοινωνίας προς τήν ανατολή τού 20οΰ αιώ­
    να:
    α) ό Πανισλαμισμός, ό όποιος έπεδίωκε να άναδείξει τόν σουλτάνο-χα-
    λίφη ώς τόν πραγματικό αρχηγό τών μουσουλμάνων καί ως επικεφαλής
    τού ιερού πολέμου εναντίον τών αντιπάλων τού ισλαμισμού·
    β) ό Παντου-
    ρανισμός, ιδεολογία Τουρκομάνων διανοουμένων εξόριστων άπό τή Ρωσία,
    ό όποιος καλλιεργούσε τό όραμα τής άναβίωσης τού κράτους τού Τζενγκίζ-
    Χάν καί τής ένωσης όλων τών Τούρκων μέ τήν εξάλειψη τών μή μουσουλ­
    μανικών κοινοτήτων τής οθωμανικής επικράτειας καί
    γ) ό Όθωμανισμός, ό
    όποιος πρέσβευε τή νομιμοφροσύνη πρός τόν εκάστοτε εκπρόσωπο τής δυ­ναστείας τού Όσμάν καί τήν κατάργηση τών διακρίσεων σέ βάρος τών
    αλλοθρήσκων, άποψη τήν όποια θά ενστερνίζονταν άργότερα καί οί φιλε­λεύθεροι οπαδοί τής συνταγματικής μοναρχίας.

    ’Αναλυτικότερα, οί προγραμματικές άρχές τού ρεύματος τών Νέων
    ’Οθωμανών διακήρυτταν: α) τήν ισότητα τών μελών τής ’Οθωμανικής Κοι­
    νότητας (Ummet-i Osmaniye) καί τήν κατοχύρωση τών ελευθεριών καί τών
    δικαιωμάτων τους· β) τή συσπείρωση τών μελών τής Κοινότητας μέ τήν
    καλλιέργεια μιας κοινής πατριωτικής συνείδησης· γ) τή μετατροπή τού
    οθωμανικού πολιτεύματος σέ συνταγματική μοναρχία.’ Έν τούτοις, ή σύ-
    ζεύξη συστατικών στοιχείων της δυτικής πολιτικής κοινότητας (ατομικά δι­
    καιώματα καί ελευθερίες, συντεταγμένη πολιτική εξουσία) μέ βασικές αρχές
    καί αντιλήψεις του ισλαμισμού ώς προκρίματος πολιτισμικής άναστύλωσης
    του καταρρέοντος αύτοκρατορικού οικοδομήματος, παρέμεινε ένα ευφάντα­
    στο έγχείρημα των Νέων ’Οθωμανών μετά τήν πρόωρη διάλυσή τους άπό
    τή χαμητική απολυταρχία. Ό Όθωμανισμός ύπονομεύθηκε γρήγορα άπό τό
    διάδοχο νεοτουρκικό κίνημα, τό όποιο, άν καί στηρίχθηκε στήν ίδια περί­
    που κοινωνική βάση, αναζήτησε τή σύζευξη τής ιδιότητας τού πιστού τού
    Ίσλάμ μέ τήν εθνική ταυτότητα τού Τούρκου.2 Παρ’ ότι τό σύνταγμα τού
    1908 κατοχύρωνε τήν ίσοπολιτεία μεταξύ των λαών τής Αύτοκατορίας
    άποσπώντας τον ενθουσιασμό καί τήν υποστήριξη τών εθνοτήτων, τις ό­
    ποιες παρέσυραν δηλώσεις τών ήγετών τών Νεοτούρκων περί «αδελφών
    όθωμανών μέϊσα δικαιώματα»,3 κατ’ ουσίαν, τό νεοτουρκικό κίνημα άποτέ-
    λεσε τή συνέχεια τής μεταρρυθμιστικής παράδοσης τού 19ου αιώνα, ή
    όποια άποσκοπούσε στή διατήρηση τής ακεραιότητας τής Αυτοκρατορίας
    μέ μία μεθοδική επιχείρηση κατίσχυσης τού τουρκικού γένους.

    Ή έλληνοοθωμανική προοπτική, ή οποία είχε αρχίσει να διαγράφεται
    μετά άπό τις επιπτώσεις τού Κριμαϊκού Πολέμου, νομίζω ότι αποτελεί, εν πολλοΐς, τήν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Έδινε μίαν εύλογη απόκριση
    στον έλλαδικό μεγαλοϊδεατισμό, εκφράζοντας ταυτόχρονα καί τήν ελληνική
    εκδοχή του δόγματος ακεραιότητας τής ’Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ώς
    πολιτική βούληση, ό Έλληνοοθωμανισμός καταδείκνυε τήν πρόθεση του ελ­ληνικού στοιχείου να συμβιβαστεί μέ τον εκπολιτιστικό προορισμό τού Τανζιμάτ καί να άξιοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, συγκαλύπτοντας άφ’ ετέρου
    καί μέ επιδέξιο τρόπο, τις μή εξαιρετέες προσδοκίες για τήν επικράτηση
    τών Ελλήνων στήν ’Ανατολή.

    ’Αρκετούς εκφραστές τού ελληνοοθωμανικού ’ιδανικού στέγασε ή «Όργά-
    νωσις Κωνσταντινουπόλεως» τών ’Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη καί
    ’Ίωνος Δραγούμη, ή όποια ιδρύθηκε αρχικά για να αντιμετωπίσει, μέσα
    άπό τήν οθωμανική πρωτεύουσα, τή βουλγαρική διείσδυση στή Μακεδονία
    καί τή Θράκη καί στή συνέχεια άφοσιώθηκε στήν επινόηση τής μεταμόρφω­
    σης τής Αυτοκρατορίας σέ ένα πολυεθνικό κράτος, όπου ή ισότητα καί ή
    αδελφότητα θά επικρατούσαν χάριν τών πολιτιστικών δεσμών καί τού κοι­
    νού πεπρωμένου τών λαών τής ’Ανατολής.5 Ή ’Οργάνωση διέθετε βεβαίως
    καί τό «’Ιδανικόν» της —προσγραφόμενο κυρίως στον έθνοκεντρικό ’ιδεαλι­
    σμό τού Δραγούμη— δηλαδή, τήν χάριν τής ευφυΐας, τής δημιουργικής του
    φαντασίας καί τής δραστηριότητάς του υπερίσχυση τού ελληνικού στοιχεί­
    ου στο «’Ανατολικόν Κράτος».6

    Στό οθωμανικό σύνταγμα τού 1908, τό όποιο θά κατοχύρωνε τήν ίσοπο-
    λιτεία μεταξύ τών millet τής Αυτοκρατορίας, άνεΰρε ή ’Οργάνωση τό πολι­
    τικό βάθρο για τήν κατάστρωση τών σχεδίων της. Έφ’ όσον τό νέο καθε­
    στώς εμφορείτο άπό ιδέες για τή συνεργασία τών λαών τής ’Ανατολής, δη-
    μιουργούντο προϋποθέσεις γιά τήν επίτευξη τής ευρύτερης συμμετοχής
    στήν οθωμανική διοίκηση τού ελληνικού στοιχείου,7 τό όποιο αντιπροσώ­
    πευε σημαντικό τμήμα τού πληθυσμού καί διέθετε υπολογίσιμη οικονομική
    επιφάνεια. Γιά τήν επιτυχέστερη ενσωμάτωσή της στό οθωμανικό πολιτικό
    καί κοινωνικό γίγνεσθαι ή ’Οργάνωση έπεδίωξε βεβαίως τή μύηση τών καταλλήλων προσώπων, όπως δημοσιογράφους, μέλη συλλόγων, εκκλησιαστι­
    κούς επιτρόπους κ.λπ. «Διά να έχη δέ ενα φανερόν αντιπρόσωπον της πο­
    λιτικής της», όπως μάς αναφέρει ό Σουλιώτης, «έσύστησε τόν ‘’Οθωμα­
    νικόν Πολιτικόν Σύνδεσμον Κωνσταντινουπόλεως’». ’Αργότερα, τόν ’Απρί­
    λιο τού 1910, ως συνέπεια τής απαγόρευσης ίδρυσης πολιτικών συλλόγων
    μέ Ιδιαίτερη εθνική απόχρωση, ό κομματικός αύτός σχηματισμός μετονομά­
    σθηκε σέ «Συνταγματικό Πολιτικό Σύνδεσμο». Τά ιδρυτικά καί πλέον ενερ­
    γητικά μέλη του ήταν μυημένοι τής ’Οργάνωσης. Πρόεδρος έξελέγη ό ια­
    τρός Άλέξ. Καμπούρογλου, ενώ ως μέλη τού διοικητικού συμβουλίου άνα-
    δείχθηκαν οί Σ. Καζανόβας, Χρ. Χαραλαμπίδης, I. Βαλαλάς, Άλέξ. Σινιό-
    σογλου κ.ά.8

    Έν μέσιρ τών κλυδωνισμών τού Βαλκανικού Πολέμου τά ηνία τού Συν­δέσμου άνέλαβε ό άντιμαχόμενος τούς Νεότουρκους, βουλευτής Σερβίων
    Γεώργιος Μπούσιος επισφραγίζοντας έτσι τήν απροκάλυπτη πλέον στάση
    τού σωματείου υπέρ τής διεκδίκησης τής εθνικής αυτονομίας. Είναι ενδει­κτική ή αποστροφή τού Μπούσιου κατά τή λογοδοσία του ενώπιον συνε­
    ταίρων του:

    «Αύτά είχον να σάς εΐπω. Μέ πολιτικόν πρόγραμμα τού
    έθνους, τό συνοψισθέν εις τό ύπόμνημα τών Ελλήνων βουλευτών, μέ πολι­τικήν όχι ραγιαδισμού, αναξιοπρεπή καί ανωφελή δι’ ημάς, ΰπουλον δέ διά
    τό Κράτος, άλλα πολιτικήν ειλικρινούς φιλίας προς τάς άλλας έθνότητας
    καί μετά παρρησίας λέγουσαν εις τούς κρατούντας, ότι ό μόνος τρόπος,
    ϊνα σωθώσι καί αύτοί, είνε να δεχθώσιν είλικρινώς τήν αύθυπαρξίαν τών
    εθνοτήτων καί ίσοπολιτείαν τινά αύτών, ηύξήσαμεν τό γόητρον τού Ελλη­
    νισμού, έκάμαμεν έλευθερωτέρας τάς ψυχάς τών Ελλήνων, άνεκόψαμεν τά
    σχέδια περί άποσυνθέσεως τών εθνοτήτων, έθέσαμεν τάς βάσεις τής θετικωτέρας αποδοχής τού προγράμματος ημών. Άν τό Κράτος τούτο δέν κατα­στροφή, εΐνε άδύνατον να μή έπιτύχη τό πρόγραμμά μας. Άν δέν κατα­
    στροφή, ή έθνότης μας οΰτω θά περισωθή».9 Ό Παύλος Καρολίδης πάντως θεωρούσε ότι ή συγκρότηση ελληνικού πολιτικού κόμματος υπήρξε πράξη «άτυχεστάτη, άπερίσκεπτος καί κατά βάθος αντεθνική», έφ’ όσον κατακερμάτιζε τήν «ηθικώς καί έθνικώς ήνωμένην» κοινοβουλευτική όμάδα, άποτρέποντάς την άπό συντονισμένη, συγκροτημένη καί δυναμική πολιτική
    δράση.10

    Αντίθετος προς τόν Σύνδεσμο ύπήρξε καί ό Οικουμενικός Πα­τριάρχης ’Ιωακείμ Γ’, βεβαίως γιά τούς δικούς του λόγους. Ανησυχούσε ό
    Προκαθήμενος τών ’Ορθοδόξων λόγω τών έπιδιώξεων τών κομματικών νά
    έμπλέξουν τή Μεγάλη Εκκλησία στά σχέδιά τους. Πιστός στήν έθναρχική παράδοση τής Τουρκοκρατίας άρνοϋνταν τή μετατροπή του κατ’ εξοχήν
    πνευματικού καί οργανωτικού θεσμού των ’Ορθοδόξων σέ όργανο έθνοκεν-
    τρικών πολιτικών σκοπιμοτήτων.» «Αλλωστε, έξ αρχής δέν είχε έπιδείξει
    εμπιστοσύνη ούτε προς τούς Ιθύνοντες τής ’Οργάνωσης ούτε προς τό πολι­
    τικό τους πρόγραμμα. Σημειώνω επ’ αυτού τήν απόκριση τού ’Ιωακείμ σέ
    πολιτικής υφής σύσταση τού Σουλιώτη-Νικολαΐδη: «Τί πρόγραμμα θέλετε
    νά έχη τό Πατριαρχείο; Τό Πατριαρχείο έχει παραδόσεις, έχει δίκαια καί
    προνόμια. Υπάρχει πάντα μέσα σέ τουρκικό κράτος, εΐμεθα όλιγαριθμότε-
    ροι καί ασθενέστεροι… Τό Πατριαρχείο ένα πρόγραμμα μπορεί νά έχη, νά
    περισώση, όπως άνέκαθεν, τα δίκαια καί τά προνόμιά του καί νά έλπίζη».112 *

    Είπαμε ότι τό Πατριαρχείο έπεδίωκε σθεναρώς νά περιφρουρήσει τήν
    πνευματική του ήγεμονία καί νά διασώσει τήν ’Ορθόδοξη παρακαταθήκη
    αποκρούοντας φαινόμενα πού συνέβαλλαν στήν προϊούσα έκκοσμίκευση
    τού ποιμνίου του. Ό ’Ιωακείμ Γ’ ιδίως άνήγαγε τό κακό στους Γενικούς
    Κανονισμούς τού 1860, οί οποίοι θεμελίωναν τή σύμπραξη κληρικών καί
    λαϊκών ώς προς τή διαχείριση τού συλλογικού πεπρωμένου τού ’Ορθόδο­
    ξου γένους.»

    Στήν ετερόδοξη ’Αρμένική Εκκλησία ή εξέλιξη τών πραγμάτων υπήρξε
    διαφορετική. Μέ τούς Γενικούς Κανονισμούς απλώς επισφραγίστηκε ή
    προϊούσα αύξηση τής επιρροής τού λαϊκού στοιχείου καί ή αντίστοιχη πε­
    ριστολή τής δικαιοδοσίας τής εκκλησιαστικής ήγεσίας. Ή πλήρης πάντως
    παραγκώνιση τού κλήρου δέν κατέστη δυνατή λόγιμ τής άρνησικυρίας τής
    οθωμανικής κυβέρνησης. Στήν εκδοχή τους αυτή, οί Κανονισμοί χαρακτηρί­
    στηκαν ώς εξουσία «κράτους εν κράτει». Έν τέλει, τό 1863, έπικυρώθηκε
    ένας καταστατικός χάρτης, ό όποιος διοργάνωνε τήν άρμενική κοινότητα
    έπί κοσμικής βάσεως, εξασφάλιζε τήν εσωτερική της ελευθερία καί έθετε τις
    προϋποθέσεις για τή διάσωση τής έθνικής ταυτότητας. Στο καταστατικό
    κείμενο, οί αρχές αυτές διαχύθηκαν εύστοχα μέ τήν εισαγωγή τής έννοιας
    τού έθνους, προσγραφομένης στήν πολιτική παρακαταθήκη τής Γαλλικής
    Επανάστασης, καθώς καί μέ αναφορές περί καθηκόντων τών ατόμων προς
    τό έθνος καί άντιστρόφως, περί δικαιοσύνης, νομιμότητας καί περί αντι­
    προσωπευτικής έθνικής διοίκησης.14 Προϊόντος τού χρόνου, οί Κανονισμοί
    αυτοί αποδείχθηκαν ό θεμέλιος λίθος για τήν αναζωογόνηση τής κοινοτικής
    εκπαίδευσης καί τήν αναγέννηση των αρμενικών γραμμάτων έν γένει. Μετά
    τό 1860, ό αριθμός των αρμενικών σχολείων καί τών φιλανθρωπικών καί
    πατριωτικών καθιδρυμάτων πολλαπλασιάστηκε, ενώ ô τύπος καί οί λογοτε­
    χνικές εκδόσεις άποτέλεσαν τόν δίαυλο διά τού όποιου διαδόθηκαν οί φι­
    λελεύθερες ριζοσπαστικές ιδέες καί σφυρηλατήθηκε ή αντίδραση προς τήν
    οθωμανική εξουσία.15 Τόν βαθμιαίο αύτό μετασχηματισμό τής άρμενικής συ­
    νειδησιακής υπόστασης εύστοχα χαρακτηρίζει ό Grigor Ardzruni, στό κύριο
    άρθρο του στήν Mushak [Εργάτης], τό 1872: «Εχθές ήμασταν μία εκκλη­
    σιαστική κοινότητα, σήμερα είμαστε πατριώτες, αύριο θά είμαστε ένα έθνος
    εργατών καί διανοουμένων».16

    ‘Υπό τό πρίσμα αύτό, οί κυοφορούμενες επαναστατικές καί άλυτρωτρι-
    κές ορμές καρποφόρησαν ραγδαία: μόλις τό 1872 ιδρύεται στό Βάν ή
    «Ένωσις Σωτηρίας», ενώ τό 1878 ή εταιρεία «Μαύρος Σταυρός», για να
    ακολουθήσουν άλλες όχι ευάριθμες οργανώσεις.17 Οί περισσότερες πάντωςμικρού διαμετρήματος έν σχέσει προς τό «Επαναστατικό Κόμμα Χιντσα-
    κιάν» (Χιντσακιάν Χεγαποχαγκάν Γκουσακτσουτιούν) (1887) καί τήν
    «’Αρμένική Επαναστατική ’Ομοσπονδία» (Χάϊ Χεγαποχαγκάν Τασνακτσου-
    τιούν) (1890). Οί Χιντζάκ διαπνέονταν τόσο άπό μαρξιστικά ιδανικά όσο
    καί άπό τό άλυτρωτικό όραμα. Έν τούτοις, ό εθνικισμός τους δέν υποσκέ­
    λιζε τήν πίστη τους στά σοσιαλιστικά ιδεώδη, ούτε βεβαίως οί μαρξιστικές
    τους πεποιθήσεις επενεργούσαν καταλυτικά ώς προς τόν έθνικισμό τους.
    Κατ’ ουσίαν, οί Χιντζάκ άποτελοΰσαν τό μόνο άρμενικό κόμμα, τό όποιο
    έξ αρχής καί άπερίφραστα έθεσε ώς σκοπό του τήν άπελευθέρωση ολόκλη­
    ρης τής ’Αρμενίας.18 ’Ανάλογες ’ιδεολογικές άφετηρίες καί πολιτικές στοχεύ­
    σεις άφορούν καί στήν «’Ομοσπονδία» (1890), στήν όποια συγχωνεύθηκαν
    διάφορες, ρωσικής προέλευσης κυρίως, επαναστατικές ομάδες. Μέ τό πολι­τικό της «Μανιφέστο» διακήρυττε ότι τό άρμενικό έθνος θά έπρεπε νά πάψει να είναι σκλάβος τής ληστρικής πολιτικής τής τουρκικής κυβέρνησης
    καί καλοΰσε τούς ’Αρμενίους σέ λαϊκό πόλεμο για τήν πολιτική καί οικο­
    νομική απελευθέρωση τής τουρκικής ’Αρμενίας.’9
    ’Αποτελεί γεγονός πάντως δτι οί άρμενικές οργανώσεις, παρά τήν επα­
    ναστατική τους ορμή άφουγκράσθηκαν τήν «ατμόσφαιρα, ή οποία έδονειτο
    από τάς ίαχάς τής ‘Αδελφοσύνης’».19 20 Σημειώνω ενδεικτικά ότι τόν Αύγου­στο τού 1908 ό πρόεδρος τού Χιντζάκ Sabah-Gulian, άναφερόμενος στόπρόγραμμα τού κόμματος σέ σχέση μέ τή μεταπολίτευση, τόνιζε: «Εμείς οί Χιντζάκ, θέτοντας τέρμα στήν επαναστατική μας δραστηριότητα, οφείλουμε
    να έργασθούμε μέ όλες μας τις δυνάμεις για τήν πρόοδο τής πατρίδος».21

    Κυρίως όμως ήταν ή «’Ομοσπονδία», ή οποία άναδείχθηκε σέ σύμμαχο τού
    Κομιτάτου καί παρά τις αύξουσες ενδείξεις τού νεοτουρκικού έξτρεμισμού
    παρέμεινε νομιμόφρων καί κατά τήν πολυτάραχη περίοδο πριν από τήν
    έκρηξη τού Πολέμου. ’Ίσως ήταν αύτός ό κύριος λόγος πού ή κοινοβουλευ­
    τική ομάδα τών ’Αρμενίων ύπέστη τις λιγότερες απώλειες σέ σχέση μέ τις
    άλλες.22 ’Επ’ αύτοΰ άς δούμε όμως καί τήν κρίση τού Σουλιώτη-Νικολαΐδη:
    «Οί Άρμένηδες ακολουθούσαν πάντα τό Κομιτάτο άπό μίσος προς τόν
    Χαμίτ, αλλά καί άπό τόν φόβο τού Τούρκου, νέου ή παληού. Έν τούτοις,
    τό πόσον ανησυχούσαν άπό τήν σωβινιστική πολιτική τού Νεοτουρκικού
    Κομιτάτου, τό έδειχναν κάθε τόσο οί εφημερίδες τους, δηλώσεις τού Άρμε-
    νικοΰ Κομιτάτου Τασνακσατιούν καί επιγραμματικά ένας λόγος τού Πα-
    τριάρχου Ματθαίου Ίσμιρλιάν: Είναι άνάγκη, έλεγε ό Ίσμιρλιάν, νά σεβα-
    σθοΰν οί Τούρκοι τήν θρησκείαν καί τό εθνικόν αίσθημα τών διαφόρων
    εθνών τού ’Οθωμανικού Κράτους. Άλλοιώς άλλοίμονο καί εις τά ’Έθνη
    αύτά άλλα καί εις τούς Τούρκους’».23

    Έν μέσω τής ευφορίας τού μεταπολιτευτικού κλίματος, τήν ύποστήριξη
    προς τά ιδεώδη καί τις προγραμματικές άρχές τής Νεοτουρκικής Επανά­
    στασης κλήθηκε νά έκφράσει καί τό ’Αρμένικο Φιλοσυνταγματικό καί Φιλο-
    δημοκρατικό Κόμμα (Ramgavar). Έφ’ όσον μέ τήν έπαναφορά τού Συντάγ­
    ματος τού 1876 άποκαθίστατο, φαινομενικά τουλάχιστον, ή ισονομία καί ή
    ίσοπολιτεία τών εθνικών κοινοτήτων (millet), πέρα άπό τή συγκατάβαση των κομιτάτων, άναδείχθηκε το Ramgavar ώστε άφ’ ενός, να απορροφήσει
    αποτελεσματικά τούς κραδασμούς άπό τον πρόσκαιρο κατευνασμό τού επα­
    ναστατικού πνεύματος καί άφ’ ετέρου να αρθρώσει έναν ανανεωμένο καί
    πειστικό πολιτικό λόγο για τήν υποστήριξη τής μεταπολίτευσης καί κυρίως
    για τή διεκδίκηση, με προγραμματική σαφήνεια καί πολιτικό ρεαλισμό, των
    ανυπέρβλητων αιτημάτων τής άρμενικής κοινότητας. ‘Υπό τό πρίσμα αύτό,
    στήν ιδρυτική αναγγελία προς τό όθωμανικό κοινοβούλιο, τον ’Οκτώβριο
    τού 1908,24 άφοΰ εκθειάζεται ή μεταπολίτευση ώς γεγονός κατάλυσης τής
    απολυταρχίας καί ώς περίοδος εύδαιμονίας καί προόδου, τονίζεται ή αναγ­
    καιότητα συσπείρωσης όλων των οργανώσεων υπό τό ΑΦΦΚ για τήν τελε­
    σφόρηση τού κοινού πολιτικού αγώνα.
    ‘Η ιδεολογική διακήρυξη ενέχει, ακριβώς, τά στοιχεία ενός συγκροτημέ­
    νου πολιτικού κειμένου, τό όποιο άναγόμενο εύθέως στό πλαίσιο αρχών
    καί ιδεών τού μεταπολιτευτικού κινήματος καταφέρνει να συνδυάσει τήν
    έκφραση τής πολιτικής βούλησης για τήν περιφρούρηση καί επιβίωση τού
    συνταγματικού πολιτεύματος μέ τις διεκδικήσεις γιά τή σφυρηλάτηση τής
    εθνικής ταυτότητας, τήν βελτίωση τού κοινοτικού καθεστώτος καί τήν
    αύξηση τής επιρροής τού άρμενικοΰ στοιχείου.
    Η έπιχειρηματολογία έχει ώς άφετηρία τήν ανασκευή τής ιδεολογίας
    τού Όθωμανισμού: «Μία πολιτική, ή όποια στηρίζεται στήν εξάλειψη τών
    διαφορών καταγωγής, θρησκεύματος, γλώσσας, Ιστορίας, ηθών καί εθίμων
    τών εθνοτήτων καί τήν συνένωσή τους υπό τήν κοινή ταυτότητα τού ’Οθω­
    μανού, είναι ανεπιτυχής καί δέν συμφέρει στό οθωμανικό κράτος». Ό δια­
    χωρισμός είναι σαφής: ή όθωμανική ιδιότητα αφορά μόνον στήν εθνικότη­
    τα· ώς προς τήν εθνική ταυτότητα παραμένουν ’Αρμένιοι, όπως οί λοιποί
    παραμένουν Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι κ.τ.λ. Ή διαφύλαξη καί ενίσχυ­
    ση τών εθνικών ταυτοτήτων δέν θά επιφέρει βεβαίως τή διάσπαση τής Αυ­
    τοκρατορίας, έφ’ όσον ή συμπεριφορά τών ετερογενών κοινοτήτων εμφορεί­
    ται άπό τήν αίσθηση τού δικαίου καί τής νομιμοφροσύνης, προϋποθέσεις
    θεμελιώδεις γιά τήν εύημερία καί πρόοδο τής κοινωνίας. Γιά τό ΑΦΦΚ, ή
    πολιτική νομιμοφροσύνης αφορά σέ συγκεκριμένους τρόπους καί μέσα πο­
    λιτικής δράσης: στήν έντυπη κυκλοφορία τών ιδεών, στις ειρηνικές συνα­μικές ενέργειες προορίζονται μόνον εναντίον δυνάμεων, οί όποιες επιβου­
    λεύονται τή συνταγματική τάξη καί νομιμότητα. Ή διακήρυξη θέλει τούς
    Αρμενίους άτομα δημοκρατικών αντιλήψεων, στήν καλλιέργεια καί έμπέ-
    δωση τών οποίων συμβάλλει τό πνεύμα πού διαπνέει τήν αρμένική έκκλη-
    σιαστική καί κοινοτική οργάνωση. Έπισημαίνεται, έν τούτοις, ότι ή ειρη­
    νική διαβίωση καί ομοψυχία δέν διασφαλίζονται μόνον μέ τή συναίνεση
    τών ’Αρμενίων. Έφ’ όσον τό σύνταγμα αποτελεί τόν θεμέλιο λίθο τού πολι­
    τεύματος, ή πολιτική χειραγώγηση τών κοινοτήτων θά πρέπει να έχει ως
    γνώμονα τήν έννοια τής πολιτικής άνοχής. Ή έπιβολή έπί άλλων πολι­
    τικών σχηματισμών θά σήμαινε τήν κατάλυση τού πολιτεύματος, τό όποιο
    οίκοδομείται έπί τής έλεύθερης πολιτικής βούλησης καί τής έλεύθερης κυ­
    κλοφορίας τών ιδεών.
    Στις συγκεκριμένες προγραμματικές αναφορές ό διαχωρισμός μεταξύ
    πολιτικού καί έθνικού στόχου είναι σαφής: ό πρώτος έγκειται στήν έκτενή
    καί έπί τό δημοκρατικότερον τροποποίηση τού συντάγματος, καθώς καί
    στήν βαθμιαία έφαρμογή τής αποκέντρωσης ώς προϋπόθεσης πολιτικής ά-
    νεξαρτησίας τού οθωμανικού κράτους, ένώ ό έθνικός (milli) στόχος προέ-
    βαλλε: α) τή διασφάλιση τού απαραβίαστου τού προνομιακού καθεστώτος·
    β) τήν άναθεώρηση, βάσει τών νέων δεδομένων καί άπαιτήσεων, τών έθνι-
    κών κανονισμών γ) τόν διαχωρισμό τών θρησκευτικών υποθέσεων από τις
    διοικητικές, Ιδίως ώς προς τά θέματα τής παιδείας, καί δ) μέτρα για τή
    διάσωση καί ανάπτυξη τής άρμενικής γλώσσας, ιστορίας καί λογοτεχνίας,
    καθώς καί τών αρμενικών μνημείων καί καθιδρυμάτων.
    Άντιθέτως, τό καταστατικό τού ’Οθωμανικού Πολιτικού Συνδέσμου πα­
    ρουσιάζεται μέ λακωνική, συνοπτική διατύπωση καί χωρίς τήν πρόταξη
    ιδεολογικής διακήρυξης.25 Ό συντάκτης μάς εισάγει άπ’ ευθείας στούς στό­
    χους τού Συνδέσμου: «1. Ένίσχυσις τού συνταγματικού καθεστώτος καί
    σύντονος επιδίωξις πιστής καί ειλικρινούς έφαρμογής τών συνταγματικών
    έλευθεριών δι’ όλους έν γένει τούς Οθωμανούς· 2. Προς περιφρούρησιν τής
    άκεραιότητος τού συνταγματικού ’Οθωμανικού Κράτους ένίσχυσις καί διά-
    δοσις τής ιδέας τής πολιτικής ένότητος τών έν τώ Κράτει διαφόρων έθνι-
    κοτήτων 3. Επιδίωξις ε’ιλικρινώς καί άμοιβαίως φιλικών σχέσεων μετά
    τών άλλων Κρατών καί ίδια στενωτέρα προσέγγισις προς τά Κράτη τής
    Χερσονήσου τού Αίμου λόγιρ γειτνιάσεως καί ταυτότητος συμφερόντων 4.
    Έλευθέρα τών ατόμων θρησκευτική, πνευματική καί κοινωνική άνάπτυξις
    έπί τή βάσει τών ιδιαιτέρων παραδόσεων έκάστης έθνικότητος. Επομένως
    τό άπαραβίαστον τού άνέκαθεν υφισταμένου δι’ έκάστην έθνικότητα έκκλη-
    σιαστικού, έκπαιδευτικοΰ καί κοινωνικού έν γένει καθεστώτος». Οί παρα­
    πάνω στόχοι θά έπιδιωχθούν «διά τής διαδόσεως τών ιδεών καί αρχών τού Συνδέσμου εις τόν λαόν καθ’ άπαν τό Κράτος καί έν εύρείμ κλίμακι· διά
    της έν τφ Κοινοβούλια) ύποστηρίξεως πολίτικου κόμματος άσπαζομένου
    τάς άρχάς του προγράμματος· διά τοΰ τύπου, διά συλλαλητηρίων καί παν­
    τός άλλου νομίμου μέσου».
    Δέν νομίζω ότι επιδέχεται αμφισβήτηση τό φιλοκαθεστωτικό καί φιλο-
    συνταγματικό στίγμα τών δύο κομματικών προγραμμάτων. Έν τούτοις, δέν
    άναιρειται ή υπόνοια ότι γιά άμφότερα, ή μεταπολίτευση άποτελεΐ ένα πο­
    λιτειακό πρόκριμα, ένα εύφορο πολιτικό έδαφος γιά τη ρίζωση καί ευδοκί­
    μηση τών έθνοκεντρικών τους αιτημάτων. Ιδίως γιά τόν Πολιτικό Σύνδε­
    σμο, ας μου έπιτραπεί ή έκφραση, δίνει τήν έντύπωση ότι τηρεί καλά τα
    προσχήματα μέ τή διακήρυξη τών γενικών αρχών γιά τήν περιφρούρηση
    τής συνταγματικής τάξης, τή σύντονη επιδίωξη τής πιστής καί ειλικρινούς
    εφαρμογής τών συνταγματικών ελευθεριών γιά όλους κ.τ.λ. Πέραν αύτοΰ
    όμως, οί αναφορές σέ συγκεκριμένα πολιτικά διαβήματα αφορούν κατ’ αρ­
    χήν στή βελτίωση τοΰ κοινοτικού καθεστώτος καί τήν ένίσχυση τής έλληνο-
    οθωμανικής άρχηγεσίας καί όχι πάντως στην έπεξεργασία πολιτικών ιδεών
    γιά τήν ένδοψία τής πολιτειακής μεταβολής καί στή συνακόλουθη διατύπω­
    ση προτάσεων γιά τή βελτίωση τού πολιτεύματος. ’

    Αναφέρω ένδεικτικώς:
    «Περί έκλογών. Εφαρμογή τής καθολικής ψηφοφορίας εις πάσας έν γένει
    τάς τε βουλευτικός καί λοιπός τοπικός έκλογάς. Περί έκπαιδεύσεως: ’Ανα­
    γνωριζόμενης τής έλευθερίας τής έκπαιδεύσεως, παρέχεται εις πάντα ’Οθω­
    μανόν τό δικαίωμα τού ίδρύειν παντός βαθμού καί είδους σχολάς σύμφω­
    νος τφ είδικφ νόμω. Περί δημοσίας ασφαλείας. ’Εφαρμογή συντόνων καί
    άποτελεσματικών μέτρων προς άποκατάστασιν πλήρους καί διαρκούς ά-
    σφαλείας καί τάξεως άνά τό Κράτος. Περί φορολογίας. Έλάττωσις τού
    φόρου τής δεκάτης, παρακώλυσις μονοπωλίων παραβλαπτόντων τήν παρα­
    γωγήν καί τό έμπόριον» κ.τ.λ. Ύπό τό πρίσμα αυτό καί τό αίτημα περί αύ-
    τοδιοικήσεως καί άποκεντρώσεως τών διοικητικών λειτουργιών, αποσπα­
    σματικά διατυπωμένο, δέν μάς πείθει ότι διαπνέεται από τή θεμελιώδη
    άρχή τού πολιτικού φιλελευθερισμού, ή όποια προβάλλει τήν τοπική αυτο­
    διοίκηση ώς ζωντανό κύτταρο τής γνήσιας δημοκρατίας. Πόσο μάλλον
    όταν οί υπό τόν πρίγκιπα Sabahattin φιλελεύθεροι, υποστηρίζοντας δυνα­
    μικά τό άντίστοιχο αίτημα, είχαν ώς σημείο αναφοράς τους τό άγγλικό πο­
    λίτευμα.26

    Βεβαίως καί τό ΑΦΦΚ, προκρίνοντας στο πρόγραμμά του τήν αποκέν­
    τρωση, δέν αποφεύγει νά συνδέσει αυτή τή διοικητική μεταρρύθμιση μέ τό
    αίτημα για τήν ανάπτυξη τών εθνικών κοινοτήτων. Έν τούτοις, τό λεξιλό­
    γιο καί ή επιχειρηματολογία τής διακήρυξης καταδηλώνουν συντάκτες εξοι­
    κειωμένους μέ τά έννοιολογικά εφόδια τού δυτικού πολιτικού φιλελευθερι­
    σμού, οί όποιοι έχοντας τήν έποψη τής πολιτειακής μεταβολής επεξεργάζον­
    ται πολιτικές προτάσεις για τήν περιστολή τής απολυταρχίας, τή διεύρυνση
    τών ελευθεριών, τήν αποτελεσματικότερη κατοχύρωση τής αρχής τής Ισότη­
    τας καί τήν έμπέδωση τής άντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· κοντολογίς, εν­
    τάσσουν οργανικά τό αύτονομιστικό τους αίτημα σέ ένα σύγχρονο, φιλε­
    λεύθερο πρότυπο πολιτειακής οργάνωσης.
    Είναι ένδιαφέρουσα ή διαπίστωση ότι στήν κομματική διακήρυξη απαν­
    τάται ή άρχή τής λαϊκής κυριαρχίας, έστω καί αν δέν άναδεικνύεται πλή­
    ρως ώς ή αρχή τήν όποια κληροδότησε στή φιλελεύθερη πολιτική σκέψη ό
    Ρουσσώ, δηλαδή ώς ή πολιτική Ιδιότητα τού συλλογικού σώματος πού συγ­
    κροτεί τήν πολιτική κοινωνία. Έν πάση περιπτώσει, γιά τό Ramgavar είναι
    σαφές ότι ή κυριαρχία δέν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα τού ήγεμόνα
    καί επιπλέον, ή λαϊκή βούληση μαζί μέ τά θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα
    τής Ισότητας καί τής έλευθερίας ανάγονται σέ άκρογωνιαίους λίθους τής
    συνταγματικής νομιμότητας. Έν τούτοις, δέν άποτολμάται ή απόσπαση τής
    νομοθετικής εξουσίας από τόν ήγεμόνα, ό όποιος συμπράττει μέ τή Βουλή
    καί τή Γερουσία στον τομέα αυτό, ενώ άντιθέτως ή δικαστική έξουσία κα­
    τοχυρώνεται έναντι τών έπεμβάσεων τής κυβέρνησης καί θεσπίζεται ή πολι­
    τική ευθύνη τής τελευταίας ενώπιον τού Κοινοβουλίου. Θά έλεγα, συνεκτι-
    μώντας καί τις διατάξεις γιά τό άνεύθυνον τού ήγεμόνος καί τή σύμπραξή
    του μέ τό υπουργικό συμβούλιο ώς προς τό κυβερνητικό έργο, ότι επέρχε­
    ται στή σκέψη ένα πρότυπο διακυβέρνησης πού προσιδιάζει προς τή γαλ­
    λική συνταγή τής χρυσής τομής (juste milieu): Σύμπνοια καί συνεργασία ή­
    γεμόνα καί κυβέρνησης, πού άποφέρουν καί διασφαλίζουν τήν κυβερνητική
    σταθερότητα, έν τέλει όμως καί ένα άναιμικό Κοινοβούλιο, πού μπορεί εύ­
    κολα νά μετασχηματισθεϊ καί πού επενεργεί πολύ περισσότερο γιά τήν υπο­
    στήριξη τού κυβερνητικού σχήματος καί τήν άμβλυνση κοινωνικών προβλη­
    μάτων.27 Ένα πολιτικό σύστημα πού συνάδει πάντως προς τήν πολιτική
    παράδοση τής θεοκρατικής οθωμανικής μοναρχίας.
    ‘Υπό τόν ίδεαλιστικό τους οίστρο, τά δύο κόμματα θεωρούσαν, προ­
    φανώς, ότι ακόμη καί αυτή ή πολιτειακή έκδοχή έξασφάλιζε τή βαθμιαία
    αύτονόμηση τών έθνικών κοινοτήτων, αν όχι τήν «έκ τών έσω» άλωση τής Αυτοκρατορίας. ’Αρκεί να εφαρμόζονταν όντως ή πολιτική ελευθερία καί ή
    ισονομία. Όμως, ή ραγδαία εκδήλωση του ύπολανθάνοντος φυλετικού
    εθνικισμού τού Κομιτάτου τούς προσγείωσε. Καί τό χειρότερο: συνειδητο­
    ποιώντας τό μέλλον τής Αυτοκρατορίας υπό τήν επίδραση μιας Ιδεολογίας,
    ή όποια αποτελούσε συγκερασμό τού ευρωπαϊκού έθνικισμοΰ μέ τόν αύ-
    ταρχισμό τής ’Ανατολής, έπέλεξαν τόν εφοδιασμό άπό τό ίδιο εθνικιστικό
    οπλοστάσιο γιά νά άντιπαραταχθούν. Λίγη σημασία έχει ίσως τό ότι ή έλ-
    ληνοοθωμανική πλευρά επιβραδύνθηκε ώς προς τήν σύνδεσή της στό άρμα
    τού αλυτρωτισμού λόγψ τής σθεναρής αντίστασης τού ’Ιωακείμ Γ’. Μετά
    άπό τούς Βαλκανικούς Πολέμους οί εθνικές κοινότητες τής Αύτοκρατορίας
    άφέθηκαν στον άκμονα τής εθνικιστικής σφυρηλασίας28 μέ τά γνωστά απο­
    τελέσματα ώς προς τήν έπιβίωσή τους στή μικρασιατική ένδοχώρα.
    Ή περίπτωση των δύο αύτών κομματικών σχηματισμών μάς άνασυνδεέει,
    προσφυώς νομίζω, μέ τό ζήτημα τού Ιδιόμορφου πολιτικού έκσυγχρονι-
    σμού τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας. Μία διαδικασία ανασυγκρότησης
    έξωγενής καί ώς έκ τούτου άπρόσφορη γιά τήν έμπέδωση των φιλελεύθε­
    ρων θεσμών τού δυτικού πολιτεύματος. Άς τό πούμε άλλιώς: Εγκλωβισμέ­
    νη στή θεοκρατική έδραση καί τήν αυταρχική Ιδιοσυγκρασία τής πολιτικής
    της παράδοσης ή οθωμανική κοινωνία ολιγώρησε ώς προς τις κατακτήσεις
    τής δυτικής πολιτικής σκέψης καί τή μετεξέλιξη των πολιτικών θεσμών.
    Άπέτυχε στήν έγκαθίδρυση μιας νομικής τάξης στήν όποια προστατεύονται
    τά θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα καί οί πολιτικές έλευθερίες, στή δημι­
    ουργία δηλαδή ένός θεσμικού πλαισίου γιά τή διάπλαση τής συνείδησης
    τού πολίτη, καί έκτέθηκε έτσι άνοχύρωτη στήν όρμή τού έθνικισμού, όπως
    αύτός μέ τήν έκρηκτική του μορφή έκδηλώθηκε στον βαλκανικό χώρο.29
    ‘Υπό τούς όρους αυτούς, οί πολιτικοί θεσμοί άναπτύχθηκαν, έν πολλοις,
    έξυπηρετώντας τήν έδραίωση καί τήν έπίρρωση τής έπικρατούσας έθνοκεν-
    τρικής Ιδεολογίας παρά συμβάλλοντας στή διαμόρφωση μιας κοινωνίας πο­
    λιτικής έλευθερίας καί εύημερίας.

    Μέ τά ζητήματα όμως αύτά έχει ήδη άναμετρηθεΐ ή έπιστήμη καί θά
    ήταν περιττό, θαρρώ, νά έπισημάνω τήν αντινομία μεταξύ τών έθνικι-
    στικών πολιτικών άποκλίσεων καί τού αιτήματος έκφιλελευθερισμοΰ τής κοινωνίας ώς μεθοδολογικού εργαλείου γιά τή μελέτη των πολιτικών συμ­
    πτωμάτων τού ελληνοτουρκικού χώρου.30 Ή ιστορική νομοτέλεια, μέ κορυ­
    φαίο παράδειγμα τή Μικρασιατική Καταστροφή, απέδειξε δτι ή μετεξέλιξη
    μιας πολυεθνικής κοινωνίας σέ πολιτική κοινότητα δέν μπορεί νά συμβαδί­
    σει μέ τήν υπονόμευση τής ετερότητας τού άλλου, μέ τόν έξοστρακισμό δη­
    λαδή τής θεμελιώδους έννοιας τής πολιτικής ανοχής.31

    Μέ βάση τό ύπάρχον γνωσιολογικό καί ερευνητικό υπόβαθρο, άποδίδου-
    με κατά κανόνα μή λανθάνουσες φιλελεύθερες προθέσεις στους ίδεολόγους
    τού Όθωμανισμού, στή φιλοδυτική φιλελεύθερη παράταξη τού πρίγκιπα
    Sabahattin καί σέ ορισμένους Νεο-Φαναριώτες, οί όποιοι πίστεψαν είλι-
    κρινά στις ’ιδεολογικές αρχές τού Τανζιμάτ. Προς αυτήν τήν κατεύθυνση άς
    μού έπιτραπει νά υποθέσω καί τόν προσανατολισμό των φορέων τού
    Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Ή περαιτέρω
    ερευνητική καί αναλυτική εργασία θά μάς άποκαλύψει.32 Πάντως, οί ενδεί­
    ξεις πού αφορούν σέ πνευματικούς ανθρώπους διαπνεόμενους από βασικά
    άρθρα τής πνευματικής παρακαταθήκης τού Διαφωτισμού στοιχειοθετούν
    βάσιμες προϋποθέσεις ώς προς τήν ανάδειξη κοινωνικής συμπεριφοράς καί
    πολιτικών προθέσεων μέ γνώμονα τήν πολιτική άρετή τής ελευθερίας καί
    τής άνοχής.

    …………………
    ………………….

    http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/deltiokms/article/viewFile/2462/2227.pdf

  47. […] 2013) υπό τον τίτλο με την εφημερίδα και είχε ως τίτλο:  Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος (1908-1923)…. Στο αφιέρωμα αυτό είχαν συμπεριληφθεί άρθρα […]

  48. EfP on

    «Η εξόντωση των Χριστιανών της Τουρκίας ήταν μια οργανωμένη σφαγή, η οποία έγινε σε μεγάλη κλίμακα και διαπράχθηκε πολύ πριν από την αποβίβαση Ελληνικών στρατευμάτων στην Σμύρνη. Την είχαμε ιδεί να διενεργείται την εποχή του (σουλτάνου) Αβδούλ Χαμίτ, του «σφαγέα», την έχομε παρακολουθήσει καλύτερα οργανωμένη και πλέον ανεπτυγμένη από τους (νεότουρκους) Ταλάατ και Εμβέρ, τους πολιτικούς του «Συντάγματος» (το οποίο καθιέρωσαν οι νεότουρκοι επαναστάτες, οι οποίοι ανέτρεψαν τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ). Θα την ξανασυναντήσουμε συντελούμενη μέχρι την φρικτή της ολοκλήρωση από τον Μουσταφά Κεμάλ».

    Γεώργιος Χόρτον, Κεφάλαιο ΙΧ, «Η Μάστιγα της Ασίας», 1926.

  49. The Big Turkish Lie: ‘There Is No Anti-Semitism in Turkey’

    Many Turks today under the current Islamist government do not even feel the need to hide their Jew-hating, racist views either on the internet or in their everyday lives.

    BY UZAY BULUT Thu, April 14, 2016

    «Anti-Semitism has no place in Turkey. It is alien to our culture,» said Turkish President Recep Tayyip Erdogan, then Prime Minister, on June 10, 2005, in accepting an award from the Anti-Defamation League (ADL) on behalf of diplomats who saved Jews during the Holocaust.

    This is one of the most commonly shared pieces of misinformation in Turkey. For facts on the ground – particularly the endless hate-filled propaganda against Jews and Israel by several political figures, media representatives and intellectuals – say the exact opposite.

    The article entitled “The Banalization of Hate: Antisemitism in Contemporary Turkey” by Rifat N. Bali, the leading scholar of Turkish Jewry, is a brilliantly informative source for those who would like to get an insight into the prevalence of anti-Semitism in Turkey.

    “Anti-Semitism in Turkey is not a recent phenomenon,” writes Bali. “Rather, its roots stretch back to the founding years of the Republic and can be seen in a number of themes that have appeared at various periods of its history.”

    Anti-Semitism in the Single-Party Period (1923 – 1945)

    The Republic of Turkey was founded by the Republican People’s Party (CHP) of Mustafa Kemal Ataturk and his followers, otherwise known as Kemalists, in 1923.

    “One goal of the Kemalist elites and intelligentsia who established the Turkish Republic was to nationalize the country’s economy,” notes Bali.

    “Within this nationalization process, the country’s Jews, along with the rest of the non-Muslim population, faced discrimination, including exclusion from public service, since the Republic’s founding cadres viewed them as ‘foreigners’ to the Turkish body politic and society. For them, the true of the owners of the country were the ‘real’ Turks, the Muslim population.”

    And the first major physical attack against Jews in republican Turkey took place in the summer of 1934 in Eastern Thrace. The Jewish community in the region was shaken by a wave of well-organized violence that lasted from June 21 to July 4, 1934. The pogroms occurred in the provinces of Tekirdag, Edirne, Kirklareli, and Canakkale and were motivated by anti-Semitism – particularly by the anti-Semitic articles produced by some Pan-Turkic authors.

    During the pogroms, the Jews in the region were targeted and attacked by Muslim Turks. Jewish houses and businesses were vandalized. Some Jewish girls and women were raped. Over 15,000 Jews had to flee from the region.

    In the one-party regime of the CHP (Republican People’s Party) government between the years 1923 and 1945, “The Turkish satirical magazines were full of caricatures of the ‘Jewish merchant’: dirty, materialistic, afraid of water, hook nosed, a black marketer, an opportunist, and utterly unable to speak Turkish without a comical Jewish accent; in short, a similar figure to Jewish types encountered in Nazi iconography,” Bali states.

    Anti-Semitic Publications: Bestsellers in Turkey

    Another important point is the repeated publications of anti-Semitic books in Turkey. Bali explains:

    “The Turkish translations of the Protocols of the Elders of Zion, Adolf Hitler’s Mein Kampf, and Henry Ford’s The International Jew, which form the basic texts for anti-Semites the world over, are perennial bestsellers.

    “The Protocols was translated and published, either in book form or as a series of newspaper articles, 102 times between 1923 and 2008.

    “If the Protocols is extremely popular among Islamists, translations of Mein Kampf are popular among ultranationalists.

    “Mein Kampf was translated and published thirty times between 1940 and 2000.

    “In the year 2005, when new editions of Mein Kampf translations suddenly appeared on the shelves of mainstream book stores, up to 100,000 copies – a huge number for Turkish readership – were sold in a matter of a few months.”

    How Anti-Semitism became institutionalized in Turkish political Islam

    The Islamist leader who played an enormous role in demonizing Zionism and Israel was Necmettin Erbakan (1926 – 2011), the founder of the National View ideology and a leading figure of the political Islam in Turkey. Much of Erbakan’s worldview was about “exposing” the “schemes” of Zionists and Zionism.

    For many Turkish- and Muslim-related issues – from the demise of the Ottoman Empire to the economic problems in Turkey and to the Turkey’s accession process to the European Union – Erbakan said that Israel and the “evil” ideology called “Zionism” was the one to blame.

    The author Can Kucukali explains in his comprehensive book titled “Discursive Strategies and Political Hegemony: The Turkish case” the anti-Israel and anti-Jewish theories of Erbakan.[i]

    “We can say that the anti-Semitic and racist rhetoric about the Jewish community and Israel did not start with Erbakan but it became institutionalized as a political ideology and propaganda method with him,” Kucukali notes.

    Many Islamist journalists have also attempted to indoctrinate their readers in Jew-hatred and Israel-hatred.

    The Islamist columnist Abdurrahim Karakoc, for instance, wrote in his column for the newspaper Vakit on August 17, 2004:

    “It is impossible not to admire the foresight of Adolph Hitler, who is presented to public opinion as ‘racist, sadistic, and monstrous.’ Way back then, Hitler foresaw what would happen these [present] days. He cleansed off these swindler Jews, who believe in racism for a religion and take pleasure in bathing the world in blood, because he knew that they would become [this] big a curse for the world.”

    On February, 2009, the Ankara provincial directorate of the ruling AKP (Justice and Development Party), posted an article on its website, which said: “The claims that Hitler roasted Jews and killed them en masse do not accord with historical facts. Those who were killed were killed to enable others to immigrate to the Palestinian lands.” The entire post was filled with hateful lies that attempt to deny not only the legitimacy of Israel but also the reality of the Holocaust.

    Erdogan: A Jew Serving Israel?

    Today, anti-Semitism in Turkey is at such irrational heights that many public figures have “blamed” even Erdogan for “serving Israel.”

    Among them is Abdullatif Sener, one of the founders of the Justice and Development Party (AKP) and the deputy Prime Minister from 2002 to 2007, under then Prime Minister Erdogan. But Sener and the AKP finally came to a parting of the ways because of some disagreements. Then Sener started intensely criticizing Erdogan for his policies as well as his “Jewish and Israeli identity.”

    In an interview with the secularist Halk TV (People’s TV), which is known to be close to the Republican People’s Party (CHP), Sener announced in 2013:

    “The real role and the real duty of the Prime Minister Erdogan is – under the image of being Islamic and Muslim –to gain public support for Israeli policies while implementing these policies. So his duty is to make the Muslim enter the church.”

    Sener went on to say that the Lebanese Hezbollah is “the honor of all Muslims worldwide” and “the only place where Israel tasted defeat since the day it was established was [during its war] against the Lebanese Hezbollah.”

    Another public figure who claimed Erdogan and his wife are Jewish is Ergun Poyraz, a bestselling author known for his Turkish nationalist views.

    Poyraz published several books in which he wrote that Turkish President Erdogan and his wife Emine Erdogan have Jewish roots, and Abdullah Gul, former Turkish President, as well as Bulent Arinc, former state minister, have all served “Zionism.”

    Turkish Secularists and anti-Semitism

    Anti-Semitic propaganda in Turkey is not peculiar to Islamists. Some secularist intellectuals have also spent much time to promote the prejudice or hatred against the Jews.

    A well-known secularist journalist in Turkey, Can Dundar, for instance, tried to distort the real objective of the Holocaust by emphasizing the identities of all people who lost their lives in the war, and ignoring the open intentions of the Nazis, the perpetrators of the genocide. He wrote in his column on June 6, 2000:

    “As the Hollywood movies depicting the Second World War are mostly made with Jewish capital, people suppose that the only victims of the war were Jews. It is a disgrace to count the dead but it is useful to know that out of the 40 million losses, 6 million were Jews; 26 million were Soviet citizens.”

    In 2002, Dundar wrote another piece titled “The Jewish Lobby in the USA” in which he tried to “prove” that Jews run the world:

    “Not only do the US administration, but also the academic circles, the capitalist circles and the media operate as the propaganda tool of Israel. When the celebrated reporters of CNN catch [Yasser] Arafat, they turn into prosecutors.”

    He then went on to warn his readers to be aware of the Jewish dominance in the world media and politics:

    “Probably, on TV, in the media, the internet and under most of the speeches coming out of the mouths of state authorities are also their [the Jews’] invisible signatures. Do try to see them!”

    Dundar was recently arrested due to his coverage of ISIS-Turkey relations and was frequently bashed by Turkey’s President Erdogan. But actually, Erdogan and Dundar seem to have at least one thing in common: their belief that Jews control the international media and politics:

    At a speech given at the Turkish-Arab Cooperation Forum in 2010, Erdogan also said that Israel dominates the world media: “When the world media is pronounced, Israel and Israel’s administration comes to mind. They have the ability to manipulate it as they wish.”

    Soner Yalcin, a bestselling Kemalist author, also claimed in his book “The Great Secret of White Turks” published in 2004 that the world is ruled by Jews and Turkey by the Dönme, or Crypto Jews.[ii]

    Among the many public intellectuals, who claim the Dönme control Turkey is Professor Yalcin Kucuk, known for his Marxist and Kemalist views. Kucuk has dedicated much of his career to spreading his myths about who the Dönme are, what they do and how they secretly dominate the Turkish politics.

    Anti-Semitism on Turkish TV

    Anti-Semitism is a popular theme on Turkish TV, as well. Bali gives two examples:

    “The extremely popular Turkish action series Kurtlar Vadisi (Valley of the Wolves) consistently portrays Jews in the most negative light, always evil and usually as cruel oppressors.”[iii]

    “Another TV serial titled ‘Separation: Palestine in Love and War,’ broadcast on Turkish State television (TRT) at prime time in 2009, depicted IDF soldiers murdering Arab civilians and newborn children in cold blood.

    “The predictable result of such an extraordinarily hostile atmosphere has been the demonization not only of the terms Zionism, but of Israel and Jew as well,” Bali concludes.

    Poll: Israel is Most Hated Country in Turkey

    On November 15, 2003, Islamist terrorists with two trucks carrying bombs exploded the Bet Israel and Neve Shalom synagogues in Istanbul. Explosions devastated the synagogues, killing 23 people.

    Five days later, on November 20, another group of Islamist terrorists detonated their truck bombs at the headquarters of HSBC Bank and the British Consulate in Istanbul, killing 30 people and wounding 400 others.

    One of the perpetrators of the blast at the HSBC bank was Ilyas Kuncak, an al Qaeda member. His son, 17, gave an interview about his family for the newspaper Milliyet. When the interviewer asked him how his family felt after the explosions at the synagogues, he replied:

    “There was not a big reaction at home. For it was done to the Jews. After all, the Koran tells us ‘do not befriend the Jews.’ We did not like the Jews much. Actually, we did not like them at all. Nobody would if we told them about the situation in Palestine.”

    Turkish people – like all other Muslim peoples – are already prone to anti-Semitism due to the intense anti-Semitic references in the Islamic scriptures. But as they have also been exposed to the Jew-hating or Israel-hating bombardment of many of their politicians and writers, their anti-Semitic inclinations seem to have doubled.

    Many online articles or editorials in the Turkish press dealing with Israel are filled with Israel-hating reader responses. There are countless internet postings that parrot the anti-Semitic propaganda of Turkish political leaders and authors.

    Another bit of evidence for anti-Semitism in the Turkish society can be found in the results of public opinion surveys.

    “In both Pakistan and Turkey, 76% express unfavorable opinions of Jews, while fewer than one-in-ten have a positive impression,” reported PEW Research Center in 2008.

    Another Pew Research Center poll released in 2014 found that Israel was the country most hated by Turkish citizens. 86% of responders said they had an unfavorable opinion of Israel, while only 2% viewed it positively.

    Successive Turkish governments have often repeated that Turkey is one of those rare countries in which there has never been a serious problem of anti-Semitism. According to the Turkish official state ideology, the Republic of Turkey has made all citizens, Muslim and non-Muslim alike, equal under the law and Jews in Turkey have lived for centuries within a tolerant environment. Facts, however, prove the complete opposite.

    Ever since the Turkish republic was established, anti-Semitism has been increasingly commonplace in both the political discourse and the media. And many Turks today under the current Islamist government do not even feel the need to hide their Jew-hating, racist views either on the internet or in their everyday lives.

    Throughout the 93 years of the Turkish republic, many governments have come to power, many laws have been changed and several different political developments have been experienced. But one of the things that has remained unchanged is the rampant anti-Semitism in Turkey.

    Undoubtedly, many Turkish political leaders and media representatives share the responsibility of infecting millions of Turks with the virus of Jew-hatred.

    [i] “Erbakan claimed that an average Turk worked half a day for Israel and half a day for local compradors. On the price of a loaf of bread, he maintained that one third was paid toward interest on the national debt which goes through the IMF (International Money Fund) and the World Bank to Israel; one third was paid in taxes to subsidize foreign trade, and only one third went to the baker himself.

    “On foreign policy issues, National View also adopts a so called ‘anti-Zionist’ view.

    “According to Erbakan, Zionists – who are according to him racist, imperialist, Jewish capital owners – are seeking to assimilate Turkey and extract Turkish society from its historical Islamic roots by integrating Turkey into the European Union. Israel, for Erbakan, represents a major locus of anti-Muslim evil in the world. The main intention behind integrating Turkey into the European Union, Erbakan contends, is to create a ‘Greater Israel.

    (From: “Discursive Strategies and Political Hegemony: The Turkish case”, by Can Kucukali, John Benjamins Publishing Company, 2015.)

    [ii] “The term Dönme (literally, ‘turned around’) is generally used in Turkey for people who have changed their religious or national affiliation or their sexual orientation,” wrote Corry Guttstadt in her book “Turkey, the Jews, and the Holocaust.”

    “But in a narrower sense, the word Dönme designates followers of Sabbatai Twi (Sevi), ‘a false Messiah’ of the seventieth century, who inspired Jews throughout Europe and eventually converted to Islam. Some of his followers, who likewise converted in his wake, founded their own sect whose center was in Salonika. After Salonika had been lost, and once again after the founding of the Republic, almost all Dönme resettled in Turkey. As early as the 1920s and 30s, the Dönme were targeted by a very specific type of anti-Semitism that is particularly virulent today.” (From: “Turkey, the Jews, and the Holocaust”, by Corry Guttstadt, Cambridge University Press, 2013.)

    [iii] The “Valley of the Wolves” has obtained remarkably high ratings since it was first aired in 2003 up until today.

    https://www.clarionproject.org/analysis/big-turkish-lie-there-no-anti-semitism-turkey

  50. “Μια επαίσχυντη πράξη”: Ο Κεμάλ απαντά στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τους Αρμένιους

    Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

    ………………………

    Ο Τανέρ Ακσάμ, ο πρώτος Τούρκος ιστορικός του οποίου το εμβληματικό έργο τεκμηριώνει, μέσα από επίσημα οθωμανικά έγραφα τις γενοκτονικές σφαγές, και που υπήρξε και ο πρώτος τούρκος ο οποίος με πολύ μεγάλο προσωπικό κόστος χρησιμοποίησε τη λέξη “γενοκτονία”- “soykirim”- για να τις περιγράψει, γράφει το εξής για τη σύγχρονη τουρκική ταυτότητα και το κεμαλικό κράτος: “Μια συζήτηση γύρω από τη γενοκτονία [των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας] θα αποκαλύψει ότι το κράτος δεν προέκυψε από ένα βασικά αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα αλλά από ένα πόλεμο που διεξήχθη κατά της ελληνικής και αρμενικής μειονότητας. Θα καταστεί σαφές ότι ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτών του Kuvay-i Milliye (δηλ. των συμμοριών που κατέσφαξαν τους χριστιανούς) που θεωρούνται ήρωες, είχαν άμεση συμμετοχή στη γενοκτονία είτε πλούτισαν και αυτοί από το πλιάτσικο κατά των Αρμενίων”.

    Στο εμβληματικό του έργο, “A Shameful Act: The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility” (2006), το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στην Τουρκία το 1999 και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση “Μια Επαίσχυντη Πράξη”(2007)- και το οποίο είχα την τιμή να προλογίσω- ο Ακσάμ τεκμηρειώνει αυτή ακριβώς τη θέση: πως χωρίς τις γενοκτονικές σφαγές δεν θα υπήρχε κεμαλικό κράτος και σύχρονη τουρκική ταυτότητα. Επί πλέον η φράση “επαίσχυντη πράξη” είναι φράση του ίδιου του Κεμάλ, ο οποίος επανειλημμένα -τουλάχιστον δώδεκα φορές, κατά τον Άκσάμ- καταδίκασε τις σφαγές των Αρμενίων ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων, όχι όμως της Τουρκίας. Σε ομιλίες του στη Εθνοσυνέλευση ο Κεμάλ παραδέχεται πως σφαγιάστηκαν τουλάχιστον 800, 000 χιλιάδες Αρμένιοι. Σε μια άλλη περίπτωση και μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στη Σμύρνη, το 1926, ο Κεμάλ γράφει επώνυμα τα εξής, για τα μέλη της Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος, δηλ. τους Νεότουρκους: “Αυτά τα απομεινάρια του πρώην κόμματος των Νεοτούρκων, που έπρεπε να λογοδοτήσουν για τις ζωές εκατομμυρίων χριστιανών υπηκόων μας, τους οποίους ξερίζωσαν αδίστακτα από τα σπίτια τους και τους οδήγησαν ομαδικά στη σφαγή , δεν υπακούουν στη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση. Μέχρι σήμερα επιβιώνουν με λεηλασίες και δωροδοκίες και καταπολεμούν οποιαδήποτε προσπάθεια να συστρατευθούν ώστε να κερδίζουν τα προς το ζην με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου του”. (Ενυπόγραφο άθρο-συνέντευξη του Κεμάλ, που παραχώρησε στον ελβετό δημοσιογράφο Emile Hilderbrand και που κυκλοφόρησε από το World Service Inc. της Βοστόνης και δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Los Angeles Examiner” της 1ης Αυγούστου 1926, τομ.XXIII-αρ. 223).

    Όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα, το ταμπού αναφορικά με τις γενοκτονικές σφαγές των χριστιανών και το οποίο αποτελεί επίσημη πολιτική της Άγκυρας -όπως υβριστικά μας υπενθύμισαν οι συνεχιστές της στο Τουρκικό ΥΠΕΞ- τότε δεν υπήρχε. Τις γενοκτονικές σφαγές τις παραδέχονται όλοι και υπήρξε αίτημα, όπως του Κεμάλ που προαναφέρθηκε, για τη τιμωρία των ενόχων. Πολύ γρήγορα, όμως, το θέμα έγινε ένα από τα ταμπού της σύγχρονης τουρκικής ιστοριογραφίας διότι ο ίδιος ο Κεμάλ -που πρωτοστάτησε στις σφαγές και τον ξεριζωμό του ποντιακού ελληνισμού- συνεταιρίστηκε σχεδόν όλους τους πρωτεργάτες των σφαγών και, μαζί τους, οικοδόμησε το ξεκαθαρισμένο πλέον από τους χριστιανούς κεμαλικό κράτος. Έτσι οι γενοκτονικές σφαγές λειτούργησαν ως ο ακρογωνιαίος λίθος του κεμαλικού οικοδομήματος και οι σφαγείς, με τον Κεμάλ επικεφαλής, έγιναν μέρος της ελίτ της σύγχρονης Τουρκίας.

    Πηγή: “Μια επαίσχυντη πράξη”: Ο Κεμάλ απαντά στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τους Αρμένιους http://wp.me/p3kVLZ-uyq

  51. Ηufer on

    Όταν Οι «Πολιτισμένοι» Βέλγοι Έκαναν Θηριωδίες Στους Ιθαγενείς Του Κονγκό
    March 26, 2016No Comments737 ViewsΠολιτισμοςScoops.Gr
    178
    Κοινοποιήσεις
    FacebookTwitter
    Τα εγκλήματα του βασιλιά Λεοπόλδου του Βελγίου που εξαγόρασε τους φύλαρχους του Κονγκό για ένα κομμάτι ύφασμα (σκληρές εικόνες)…

    Αυτή τη φορά Το Βέλγιο. Η καρδιά της Ε.Ε. βαμμένη στο αίμα. 10.000.000 σφαγιάστηκαν για να είναι σήμερα μια χώρα πλούσια και να αποτελεί το κέντρο των αποφάσεων για τους υπολοίπους λαούς τόσο της Ευρώπης, όσο και άλλων που εξαρτούνται από αυτήν την συμμαχία.

    Ο βασιλιάς Λεοπόλδος Β” του Βελγίου, έμεινε στην ιστορία ως ο «σφαγέας του Κονγκό», αφού κατά την περίοδο της βασιλείας του, στα τέλη του 1800, ακρωτηριάστηκαν και θανατώθηκαν πάνω από 10 εκατομμύρια Αφρικανοί.

    Την εποχή που οι Ευρωπαίοι ήταν απασχολημένοι με την διαίρεση της αφρικανικής ηπείρου, ο Λεοπόλδος φρόντισε να πάρει στην κατοχή του τις περισσότερες αχαρτογράφητες περιοχές του Κονγκό.

    Ο βασιλιάς Λεπόλδος Β’ του Βελγίου γνωστός και ως “σφαγέας του Κονγκό”

    Μια έκταση 905 χιλιάδων τετραγωνικών μιλίων τροπικού δάσους, αχανείς εκτάσεις από δέντρα καουτσούκ, που ήταν το υλικό με την υψηλότερη ζήτηση στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν τα εδάφη που είχε υπό την κατοχή του ο βασιλιάς.Έκταση δηλαδή 76 φορές μεγαλύτερη από το Βέλγιο.

    Το 1876 ο Λεοπόλδος ίδρυσε την «φιλανθρωπική» Διεθνή Ένωση της Αφρικής για να υποδουλώσει του λαούς της Αφρικής

    Ήταν μια φιλανθρωπική οργάνωση, που είχε ως βιτρίνα την ιεραποστολική εργασία και την δυτικοποίηση των αφρικανικών λαών. Στην πραγματικότητα η οργάνωση ήταν το όχημα για να δημιουργήσει την δική του αυτοκρατορία αλλά κυρίως να υποδουλώσει τους αφρικανικούς λαούς και να προβάλλει σε διεθνές επίπεδο το μικρό πια Βέλγιο.

    Στα 23 χρόνια διακυβέρνησης του (1885-1908), ο Λεοπόλδος σφαγίασε πάνω από 10 εκατομμύρια Αφρικανούς, κόβοντας τα χέρια και τα γεννητικά τους όργανα. Τους μαστίγωναν μέχρι λιποθυμίας και πολλές φορές μέχρι θανάτου. Τους έκαιγαν και βίαζαν τις γυναίκες.

    Η τραγική ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο Λεοπόλδος δεν είχε πάει ποτέ στο Κονγκό. Τις θηριωδίες του βασιλιά-σφαγέα «ζήλεψαν» οι Βρετανοί, οι Γερμανοί και οι Πορτογάλοι οι οποίοι εφάρμοσαν τις ίδιες τακτικές στους αυτόχθονες λαούς που κατέκτησαν.

    Κομμένα χέρια και μαστίγωμα μέχρι θανάτου για τους μη αποδοτικούς

    Η γενοκτονία που προκάλεσε ο Λεοπόλδος καταδικάστηκε από τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς.

    Συγκεκριμένα ο Sir Arthur Conan Doyle, το 1909 έγραψε το βιβλίο «Το έγκλημα του Κονγκό» όπου εξιστορούσε τα δεινά των αφρικανικών λαών. Οι περισσότεροι αρχηγοί φυλών όπου εργάζονταν για τον Λεοπόλδο ήταν άνθρωποι αγράμματοι, οι οποίοι χωρίς να έχουν επίγνωση του τι κάνουν ξεπούλησαν τα εδάφη τους για ένα κομμάτι ύφασμα.

    Οι χειρότερες θηριωδίες στο Ζαϊρ συνέβησαν μεταξύ 1890 και 1910 με την έγκριση των παγκόσμιων ηγετών, που έκαναν «τα στραβά μάτια»….

    Ο έμπειρος βασιλιάς είχε προνοήσει και στις συμφωνίες που έκανε με τον κάθε αρχηγό φρόντιζε να του ανήκουν τα όλα τα αγαθά από στεριά και θάλασσα. Έτσι όχι μόνο έπαιρνε τις περιουσίες τους αλλά τους έπειθε ότι δουλεύοντας για εκείνον θα μπορούσαν να βλέπουν την εξέλιξη και να βγουν ωφελημένοι από την εκμετάλλευση των αγαθών.

    Oι “εργάτες” του Λεοπόλδου

    H βιαιότητα που επέδειξαν οι αξιωματικοί του Λεοπόλδου δεν είχε προηγούμενο. Όποιος εργάτης δεν κατάφερνε να συλλέξει την απαιτούμενη ποσότητα καουτσούκ είχε ως ελάχιστη τιμωρία τα δέκα μαστιγώματα, με ένα ειδικό μαστίγιο από αποξηραμένο δέρμα ιπποπόταμου που το έκοβαν σε λωρίδες και ήταν τόσο δυνατό που άφηνε ανεξίτηλα σημάδια.

    Στιγμιότυπο από ντοκιμαντέρ για την σφαγή του Κονγκό από τον Λεοπόλδο

    Όσοι εξακολουθούσαν να μην είναι αποδοτικοί, δέχονταν μέχρι 100 τέτοια χτυπήματα που τους έστελναν στο θάνατο. Σε άλλες περιπτώσεις τους έκοβαν το ένα χέρι.
    Τον Λεοπόλδο εκπροσωπούσε ένας ιδιωτικός μισθοφορικός στρατός που είχε αναλάβει να τρομοκρατεί και να σκοτώνει τους εργάτες χωρίς να φαίνεται πουθενά ο ίδιος.
    Λευκοί αξιωματικοί βασάνιζαν τους υποδουλωμένους εργάτες, μερικοί εκ των οποίων προέρχονταν και από φυλές κανίβαλων ή είχαν απαχθεί από γύρω χωριά.

    Κομμένα χέρια ως λάφυρα!

    Η μαρτυρία ενός κατώτερου αξιωματικού του μισθοφορικού στρατού του Λεοπόλδου αποκαλύπτει την ωμή πραγματικότητα:

    Ο διοικητής μας διέταξε να κόψουμε και να παλουκώσουμε τα κεφάλια όλων των ανδρών ενός χωριού που αντιστάθηκε στις επιθυμίες του Λεοπόλδου. Κόψαμε επίσης και τα γεννητικά τους όργανα. Τέλος, μας ανάγκασαν να κρεμάσουμε σε σχήμα σταυρού μανάδες με τα παιδιά τους.
    Ο βασιλιάς Λεοπόλδος Β” του Βελγίου είχε καταγραφεί ως ο πλουσιότερος άντρας εκείνης της εποχής. Η αμύθητη περιουσία του ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια δολάρια ενώ το μεγαλύτερο της μεταβιβάστηκε στην βελγική κυβέρνηση μετά το θάνατο του.

    Όσο οι λαοί θα μένουν απαθείς στις σφαγές που κάνουν οι “ηγέτες” τους, τόσο “Τζιχαντιστές” θα γεννιούνται. Τι δουλειά έχουν οι Αμερικανοί στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Συρία? Παντού σ’ όλη τη γη ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της δύσης σκοτώνουν με καλές “βόμβες”. Σκοτώνουν γιατί θέλουν να πάρουν τα διαμάντια, το χρυσό τον πλούτο των αδυνάμων. Εμείς απαθείς ..συμμετέχουμε. Αυτοί ασφαλείς κι εμείς θύματα της τρομοκρατίας μας…

    Παρακολουθήστε το απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ του BBC για την σφαγή του Κονγκό

  52. Π on

    Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 3ο)

    ……………………
    …………………..

    4. H κριτική σχολή.

    Οι προαναφερθείσες προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλες αναπτύσσουν έναν απολογητικό λόγο που τελικά εξωραΐζει το «τουρκικό» παρελθόν. Η ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί σαν εκδήλωση εθνικής ταυτότητας ή «συνείδησης». Αυτό γίνεται ειδικά εμφανές όταν τα γεγονότα συμπεριλαμβάνουν τον «άλλον». Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποια υποθετική σχέση ανάμεσα στο «Εμείς» και το «Άλλοι» λειτουργεί με τρόπο που επιβάλλει ένα είδος υποχρέωσης στον ιστορικό να επιλέξει τη θέση του σε σχέση με τους συμβαλλόμενους. Υπάρχει βέβαια και μια αρκετά σημαντική μερίδα Τούρκων ιστορικών οι οποίοι δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτό το παρελθόν. Αυτοί οι ιστορικοί αναπτύσσουν κριτική κατά πολλών πρακτικών του «έθνους» ή ορισμένων «προγόνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούν μια «ταυτότητα» που επιτρέπει τη χρήση του εθνικού προσδιορισμού «Τούρκος ιστορικός».
    Η κριτική σχολή είναι σχετικά νέα. Εμφανίζεται τη δεκαετία του ’60 και έκτοτε κάνει αισθητό το λόγο της με εντεινόμενη συχνότητα. Εκτός από τους ιστορικούς, κοινωνιολόγοι, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, ακόμη και δημοσιογράφοι, δηλαδή «διανοούμενοι», μπορούν να ενταχθούν στην κριτική σχολή στο βαθμό που ερμηνεύουν ιστορικά γεγονότα.
    Η μαρξιστική ερμηνεία γίνεται συχνά αισθητή σε αυτές τις κριτικές τοποθετήσεις. Ένα κύριο χαρακτηριστικό σχεδόν όλων αυτών που αποτελούν την κριτική σχολή είναι η διάθεση αποστασιοποίησης από τον εθνικισμό. Αριθμητικά οι «κριτικοί» ιστορικοί αποτελούν μια μειονότητα μέσα στη γενική τουρκική ιστοριογραφία, αλλά το κύρος τους είναι δυσανάλογα μεγάλο.
    Ο Zafer Toprak, o Şevket Pamuk και ο Çağlar Keyder, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προτείνουν μια ισορροπημένη εκτίμηση των ρόλων τους.
    Ενώ οι «παραδοσιακοί ακαδημαϊκοί» βλέπουν τους έλληνες να υποκινούν το ρεύμα του εθνικισμού στο χώρο των Οθωμανών, ο Toprak υποστηρίζει ότι η πολιτική του οθωμανικού κράτους κατά των μη μουσουλμάνων, ειδικά τα τελευταία χρόνια και κατά τις περιόδους πολέμων, αποκλείοντάς τους από την οικονομική ζωή της χώρας, κλιμάκωσε τις εθνικιστικές αντιδράσεις [4].
    Ο Pamuk αντικρούει το επιχείρημα ότι το ελληνικό στοιχείο συνεργάστηκε με το «ξένο κεφάλαιο» εις βάρος του τουρκικού και υποστηρίζει ότι οι Έλληνες συνέβαλαν αποφασιστικά και θετικά στην οικονομία της χώρας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτύσσοντας το εμπόριο. Ο ιστορικός αυτός προτείνει την επανεξέταση του ρόλου των μη μουσουλμάνων στον οικονομικό τομέα και την εγκατάλειψη των προκαταλήψεων της παραδοσιακής ιστοριογραφίας [5].
    Ο Keyder, εκλαμβάνει την αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη ως μια θετική ιστορική εξέλιξη που προώθησε τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής κοινωνίας. Η δε εξαφάνιση αυτής της τάξης από την πολιτική και κοινωνική σκηνή της Αυτοκρατορίας εμπόδισε μια ομαλότερη εξέλιξη που τελικά θα ισορροπούσε την αυταρχικότητα της παραδοσιακής γραφειοκρατικής μηχανής [6].
    Ο πολιτικός επιστήμονας Taner Timur επικρίνει την τουρκική ιστοριογραφία η οποία δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη συμβολή των μη μουσουλμάνων στην οικονομική αλλά και στην πολιτισμική ζωή της Αυτοκρατορίας [7].
    Ο Osman Ergin, εκτίμησε σωστά τη θέση των μη μουσουλμάνων μέσα στην κοινωνία, και ο Ekrem Akurgal αναγνώρισε την ελληνική πραγματικότητα και κατέκρινε την εμπάθεια που εκφράστηκε από Τούρκους ιστορικούς [8].
    Δύο δημοσιογράφοι, o Ridvan Akar [9] και η Hülya Demir [10], δύο συγγραφείς, οι Hulusi Dosdoğru [11] και Yeldağ Özcan [12]), και ένας κοινωνιολόγος ο Ayhan Aktar[13], εξέδωσαν εργασίες σχετικά με τον Φόρο Περιουσίας του 1942, τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις Απελάσεις του 1964. Αυτές οι έρευνες, οι οποίες έριξαν άπλετο φως σε αυτά τα γεγονότα, χαρακτηρίζονται όχι μόνο από υποδειγματική αντικειμενικότητα αλλά και από μια διάθεση να υπερτονίσουν τους ανθελληνικούς χειρισμούς των τουρκικών αρχών. Η υπέρβαση των εθνικών σκοπιμοτήτων είναι εμφανέστερη στις εργασίες αυτής της ομάδας.
    Η κριτική σχολή δεν αποτελεί μια συμπαγή ή οργανικά συνδεδεμένη ομάδα. «Το Ίδρυμα Ιστορίας» («The Economic and Social History Foundation of Turkey») που ιδρύθηκε το 1991 με την πρωτοβουλία 264 διανοουμένων λειτουργεί σαν ένα άτυπο κέντρο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «κριτικής ιστοριογραφίας». Το ίδρυμα εκδίδει βιβλία, οργανώνει εκθέσεις και διατηρεί κέντρο πληροφοριών [14].

    ***
    Έτσι, με την κριτική σχολή, η οποία αποτελεί ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει για τον εκσυγχρονισμό της γείτονος χώρας αλλά και για την υπέρβαση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, τελειώνει το αφιέρωμα στην τουρκική ιστοριογραφία αναφορικά με το πως αυτή «βλέπει» τους έλληνες.
    Η αντικειμενική και αμερόληπτη καταγραφή της ιστορίας, μέσα από ένα αυστηρά επιστημονικό πρίσμα και μεθοδολογία, η ανανοηματοδότηση των εννοιών και η αναθεώρηση των στρεβλώσεων και των στερεοτύπων, είναι τα εχέγγυα μιας αρμονικής και ειρηνικής συμβίωσης των δύο λαών. Η κριτική σχολή στην Τουρκία και στην Ελλάδα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, κινούνται στην οδό της ειρήνης. Η οδός αυτή όμως έχει νόημα όταν δεν αποκρύπτει εγκλήματα, δεν δικαιολογεί σφαγές, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν υποβαθμίζει γεγονότα. Το άλλο άκρο είναι να στηθεί μια ανειλικρινής και επίπλαστη πολιτική φιλία μέσω των αποσιωπήσεων, των παραχαράξεων και της απόκρυψης των ελαττωμάτων του «Άλλου».
    Αφού συγχαρώ τον κ.Μήλλα για το υπέροχο βιβλίο του, «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων» το οποίο αποτέλεσε την πηγή των τριών αυτών θεμάτων και το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, κλείνω, παραθέτοντας από τον επίλογο του βιβλίου:
    «Αντί ενός ιστορικού ή ενός ιδεατού «Άλλου», να παρουσιαστεί ο συγκεκριμένος, ο υπαρκτός γείτονας. Με όλα του τα ελαττώματα θα είναι καλύτερος. Η απεξάρτηση από τα εθνικά στερεότυπα είναι τελικά ένα προσωπικό στοίχημα. Όχι χωρίς τίμημα. Κερδίζεις την ελευθερία κρίσης και χάνεις τη βολή της κοινωνικής συγκατάβασης».

    http://dimitrisdoctor2.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%CE%B9%20%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1%2F%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%83%CF%84%CE%B1%20%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC%20%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1

    http://goo.gl/eewOj1

  53. 97 years ago today: Talaat, Enver & Jemal were charged with war crimes by the Turkish court martial

    97 years ago today, in June 10, 1919, Grand Vizier (prime minister of the Ottoman Empire) and Minister of the Interior, Mehmed Talaat Pasha (1874–1921), the Minister of War Ismail Enver Pasha (1881–1922), the Minister of the Navy, Ahmed jemal Pasha (1872–1922) and Dr. Nazim were charged with war crimes by the Turkish court martial and were condemned to death in absentia, horizonweekly.ca reports.

    Turkish courts-martial of 1919–20 were courts-martial of the Ottoman Empire that occurred right after the armistice of Mudros during the aftermath of World War I. The leadership of the Committee of Union and Progress and selected former officials were charged with several charges including subversion of the constitution, wartime profiteering, and the massacres of both Armenians and Greeks. The court reached a verdict which sentenced the organizers of the massacres, Talat, Enver, Jemal and others to death.

    Since there were no international laws in place under which they could be tried, the men who orchestrated the genocide escaped prosecution and traveled relatively freely throughout Germany, Italy, and Central Asia. This led to the formation of Operation Nemesis, a covert operation conducted by Armenians during which Ottoman political and military figures who fled prosecution were assassinated for their role in the Armenian Genocide.

    The Turkish courts-martial was forced to shutdown during the resurgence of the Turkish National Movement under Mustafa Kemal. Those who remained serving their sentences were ultimately pardoned under the newly established Kemalist government on 31 March 1923.

    http://www.tert.am/en/news/2016/06/10/turkish/2046462

  54. Ρωμαίικη θεώρηση της Ελληνοτουρκικής συνεργασίας τον ΙΘ΄ αιώνα
    Συγγραφέας: π. Γεώργιος Μεταλληνός

    Από το βιβλίο του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Πολιτική και Θεολογία. Ιδεολογία και πράξη του Ριζοσπάστη πολιτικού Τυπάλδου-Ιακωβάτου (1813-1882), Κατερίνη 1990, σελ. 259-273.

    Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς (ιδ΄ αι.)1 και ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (ιε΄ αι.)2 διεξήγαγαν θεολογικούς διάλογους με τους Τούρκους, πιστεύοντας στη δυνατότητα ορθοδοξοποιήσεώς τους. Ο Γ. Πλήθων-Γεμιστός είχε ταχθεί υπέρ της συνεννοήσεως με τους Τούρκους3. Ο Γ. Αμιρούτζης (ιε΄ αι.) απέβλεπε στη δημιουργία Οθωμανικου – Χριστιανικού κράτους και ο ιστορικός Κριτόβουλος (1410-67) έβλεπε δυνατή την επιβίωση του Ελληνισμού μόνο με τη συνεργασία4. Ο Γ. Τραπεζούντιος (1395/6-1484/6) πίστευε ότι ελάχιστες ήσαν οι διαφορές Ορθοδοξίας και Ισλάμ και ότι η πολιτική τους ένωση θα ωφελούσε τους Έλληνες5. Αυτές οι ιδέες θα επιβιώσουν με τους Φαναριώτες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο6. Για το περιβάλλον του Φαναριού, άλλωστε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν συνέχεια της ανατολικής χριστιανικής αυτοκρατορίας7. Γι’ αυτό και οι Φαναριώτες δεν επιθυμούσαν το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά την υποκατάστασή της με ένα κράτος που θα υιοθετούσε το δυτικό πολιτειακό πρότυπο8. Στη δεκαετία, μάλιστα, του 1870 θα διαμορφωθεί η ομογενική απάντηση στην ελλαδική Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή το «δόγμα του ελληνοθωμανισμού», που ταυτιζόταν με το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας9.

    Οι θέσεις αυτές επιβίωσαν και στον ελλαδικό χώρο μετά την Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα με την κίνηση του αλυτρωτισμού και της πολεμικής αντιμετωπίσεως της Τουρκίας, υπήρχαν μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο σπουδαίοι ελληνικοί κύκλοι που θεωρούσαν αναπόφευκτο τον εξελληνισμό τής Τουρκίας λόγω της πνευματικής υπεροχής και της οικονομικής προόδου του ελληνικού στοιχείου, και μάλιστα σε σύντομο χρόνο10. Ενώ δηλαδή ο Αδαμάντιος Κοραής και ο κύκλος του υποστήριζαν το αγεφύρωτο χάσμα, την κοινωνική και ψυχολογική αντίθεση Ελλήνων και Τούρκων11, οι υποστηρίζοντες την ελληνοτουρκική φιλία κυριαρχούνταν από το ιδανικό της μεγάλης Ανατολής, μέσα στα όρια της ρωμαίικης οικουμενικότητας και πολυεθνότητας, με τη συνεργασία όλων των λαών της Ανατολής. Φορείς αυτού του ιδανικού θα είναι από τον πολιτικό κόσμο οι Ζαΐμης, Βούλγαρης και Δεληγιώργης και αργότερα ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης12 και ο Ίων Δραγούμης13 (1872-1920). Από την ιδέα της ελληνοτουρκικής συνεργασίας θα προκύψει με τον Ίωνα Δραγούμη η ιδέα της δυαδικής αυτοκρατορίας14, με την ισοτιμία των δύο λαών, αλλά τις προσδοκίες αυτές θα διαλύσει το κίνημα των Νεοτούρκων (1908)15.

    Υπέρ της φιλίας και συνεργασίας της Ελλάδος με την Τουρκία τάχθηκε και ο Ιακωβάτος. Η ελληνοτουρκική, μάλιστα, συνεργασία θα αποτελεί στα τελευταία χρόνια της πολιτικής του σταδιοδρομίας το κύριο θέμα των κοινοβουλευτικών του αγώνων. Βέβαια, και ο Χ. Τρικούπης (στα 1876) θα δηλώσει ότι «η ειρηνική και φιλία προς την Τουρκίαν πολιτική ανεγνωρίσθη παρά του έθνους ολοκλήρου ως η μόνη συντελεστική προς την εξυπηρέτησιν της εθνικής ιδέας» (Ώρα, 2.7.1876). Και στην προκειμένη όμως περίπτωση ο Ιακωβάτος έχει τις δικές του προϋποθέσεις. Η «τουρκομανία» του Ιακωβάτου –κατά το χαρακτηρισμό του Α. Κουμουνδούρου16– είναι αναπόσπαστο μέρος του όλου φάσματος τής ιδεολογίας του, παράλληλα με τον αντισλαβισμό και την ειρηνοφιλία του, και όχι απλή προσαρμογή στην πολιτική της Αγγλίας. Γι’ αυτό και διαμορφώνεται προοδευτικά, στο πλαίσιο της όλης πορείας του Ελληνικού Κράτους και των πολιτικών προβληματισμών του.

    Στην «Ιστορία», όπως ειπώθηκε ήδη, έχει συνείδηση ότι «όπου πατεί Τούρκος είναι Ρωμιοσύνη»17, ότι οι Ρωμαίοι «εχάσαμε την Πόλη» και ευχόταν να δει «στα γεράματά του το ξανθό του Όθωνα γένος να βασιλέψει στην Επτάλοφο»18. Στα 1865 –στην Αθήνα– θα κατακρίνει την «Τουρκοβαυαρικήν νομοθεσίαν», σ’ αντίθεση με την προηγμένη αγγλική19, και θα αναγνωρίσει ότι οι Έλληνες «επί της εισβολής των Τούρκων» «επέβησαν των πλοίων και μετέβησαν εις την Δύσιν και εγκατέλιπον το πάτριον έδαφος μάλλον ή να παραδεχθώσι τους Τούρκους» και για να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους20. Στα 1879-80 όμως θα αναπτύξει μια επιχειρηματολογία υπέρ της ελληνοτουρκικής φιλίας, η οποία θεμελιωνόταν μεν σε ισχυρά ερείσματα, αντλούμενα από το πλούσιο εγκυκλοπαιδικό οπλοστάσιό του, ανέτρεπε όμως καθιερωμένες πια θέσεις –ακόμη και δικές του– και μεταβαλλόταν σε ισχυρή πρόκληση για τους ξένους προς την ιδεολογία του συναδέλφους του21. Ο Ιακωβάτος του 1879-80 φαίνεται να δίνει μιαν απεγνωσμένη μάχη στη Βουλή για να πείσει για την απόλυτη ανάγκη της ελληνοτουρκικής συνεργασίας και της αποφυγής της πολεμικής συγκρούσεως των δύο Επικρατειών.

    Προσπαθώντας να αποτρέψει τον ετοιμαζόμενο πόλεμο εναντίον της Τουρκίας ο Ιακωβάτος, γιατί τον θεωρούσε καταστρεπτικό για την Ελλάδα, δεν περιορίσθηκε απλώς στην κατάδειξη της ανάγκης της συνεργασίας, αλλά προχώρησε και στην υποστήριξη της συγγένειας Ελλήνων και Τούρκων, τόσο στο φυλετικό όσο και στο θρησκευτικό επίπεδο. Και πρώτα δεχόταν την εθνολογική ταυτότητα των δύο λαών. Οι Τούρκοι –διεκήρυττε– «είναι οι αρχαίοι Πέρσαι». Οι Έλληνες εξ άλλου δεν «ανεφύησαν ως τέττιγες», όπως υποστήριζε ο Π. Καλλιγάς, αλλά «ήσαν ποιμένες, ελθόντες εκ της Ταταρίας, εκ της Περσίας». Οι αρχαίοι Έλληνες συνεπώς «ήσαν και είναι Πέρσαι». Κατέληγε, έτσι, στη συγγένεια Ελλήνων και Τούρκων λόγω της φυλετικής σχέσεως και των δύο με τους Πέρσες. Φυλετικά οι Τούρκοι είναι «η αυτή φυλή» με τους Έλληνες και «η αυτή γλώσσα»22. Μ’ αυτή όμως την περίεργη θέση του ο Ιακωβάτος δεχόταν την ινδοευρωπαϊκή καταγωγή και των Τούρκων και όχι την ουννική.

    Πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Ιακωβάτος την ιστορική πορεία των σχέσεων των δύο χωρών φαίνεται από μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις: Επιδόθηκε στη μελέτη της περσικής γλώσσας, «ει και αργά», αναζητώντας ερείσματα στη θεωρία του, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν γλωσσικές σχέσεις ανάμεσα στην ελληνική και την περσική. «Αν θέλετε, σας δίδω δοκίμιον της περσικής γλώσσης» – θα πει στη Βουλή, μεταβάλλοντάς την, σύμφωνα με την ορθή παρατήρηση του Καλλιγά, σε Ακαδημία23. Προσπάθησε ακόμη να δώσει (δική του) εξήγηση στο γεγονός ότι Τούρκοι και Βυζάντιοι έχουν ως σύμβολο τη σελήνη. Το σύμβολο όμως αυτό, παρατήρησε, «την σήμερον το έχουν οι Τούρκοι», αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σχέση με το Βυζάντιο απ’ όσο οι σύγχρονοί του Έλληνες! «Εάν ημείς είχομεν σύμβολον την σελήνην, ήθελον ειπεί, ότι είχομεν το αρχαίον σύμβολον των αποίκων μας, και εις ημάς ανήκει το Βυζάντιον…»24. Τα λόγια όμως αυτά, που ηχούσαν τουλάχιστον ως βλασφημία στα αυτιά των «εθνικών» συναδέλφων του, βρίσκουν το νόημά τους αν ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της Ρωμηοσύνης. Ο Ιακωβάτος εδώ δεν αναφέρεται στους «Βυζαντινούς»-Ρωμηούς, αλλά στους Ελλαδίτες. Η Πόλη (το Βυζάντιο) –κατά τη θεωρία του– ανήκει στους Βυζαντινούς (Ρωμηούς)-Έλληνες και όχι στους κατοίκους του ελλαδικού κράτους. Οι Τούρκοι κατέχουν το «Βυζάντιο» και γι’ αυτό διατηρούν το αρχαίο σύμβολό του. Βέβαια, ο Ιακωβάτος φαίνεται να αμφισβητεί το κύρος της παραδόσεως ότι το Βυζάντιο κτίσθηκε από τους Μεγαρείς («πράγμα τόσον αδύνατον»)25. Γι’ αυτό, το ερωτηματικά διατυπούμενο συμπέρασμά του («Και λοιπόν οι Τούρκοι με την σελήνην διεδέχθησαν τους αρχαίους Μεγαρείς με το σύμβολον της Ελλάδος;»)26 δείχνει πού στόχευε στην πραγματικότητα: στην απόδειξη της αρχαιότητας των Τούρκων και στη μακραίωνη σχέση τους με το Βυζάντιο – την Πόλη.

    Γι’ αυτό απορρίπτει το όνομα «Οθωμανός» και δέχεται γι’ αυτούς «το έντιμον όνομα Τούρκος, διότι Τούρκος είναι όνομα Ελληνικόν»27 και συνεπώς αρχαίο. Την αρχαία παρουσία των Τούρκων στην περιοχή του ιστορικού ελληνικού χώρου υποστήριξε καθαρά. «Οι πατέρες (των συγχρόνων Τούρκων) ήσαν εδώ, άλλαξαν θρησκείαν μόνον, αλλ’ είναι οι αρχαίοι κάτοικοι του τόπου». Υπενθυμίζει δε μία φράση του «Πλινίου» (χωρίς όμως παραπομπή): «Gens Turcorum nobilissima»28. Είναι, συνεπώς, οι Τούρκοι «αρχαιότατον έθνος»29 στην περιοχή. Βέβαια, δέχεται, ότι υπάρχουν και οι «εξ Ασίας Τούρκοι», που ήλθαν σε νεώτερα χρόνια. Οι παλαιότεροι όμως «εδώ εμωαμεθανίσθησαν» (= εξισλαμίσθησαν) και είναι «οι αρχαίοι κάτοικοι». Όπως οι αρχαίοι Έλληνες –συνεχίζει– έγιναν χριστιανοί, αλλ’ αυτό δεν τους εμπόδισε να είναι Έλληνες30, το ίδιο και οι Τούρκοι. Γι’ αυτό μιλεί για «τόσα εκατομμύρια οθωμανών τούρκων, ομοφύλων με τους περισσοτέρους Έλληνας»31.

    Είναι, βέβαια, δεκτή από τη νεώτερη ιστοριογραφία η φυλετική συγγένεια σήμερα μεγάλου αριθμού Τούρκων με τον Ελληνισμό, αφού πρόκειται για εξισλαμισθέντες Ρωμηούς. Και αυτό είναι ευδιάκριτο από τις χαρακτηρολογικές ομοιότητες32. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε τόνωση τού ελληνικού εθνι(κι)σμού, με την παραδοχή της ελληνικότητας των περιοχών που κατέχει σήμερα το τουρκικό στοιχείο, και σε μείωση των Τούρκων, που αποδεικνύονται καταπατητές ελληνικών εδαφών. Η επιχειρηματολογία όμως του Ιακωβάτου επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο. Η παραδοχή της αρχαιότητας της παρουσίας των Τούρκων στον ιστορικό ελληνικό χώρο και της φυλετικής συγγένειάς τους με τον ελληνισμό, οδηγεί στη διάθεση ειρηνικής συνυπάρξεως και συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ως ενός «δυαδικού» έθνους με κοινά δικαιώματα στην περιοχή. Γι’ αυτό και αντιτασσόταν ο Ιακωβάτος στις λαϊκές «χρησμολογίες» για την εκδίωξη των Τούρκων («όταν νικηθούν οι Τούρκοι, θα τρέξη το αίμα, ώστε να πλέη το μοσχάρι»), αφού άλλωστε τις εκμεταλλευόταν και η Ρωσία33.

    Μέσα στην ίδια προοπτική ο Ιακωβάτος προσπάθησε να καταδείξει ακόμη και τη θρησκευτική συγγένεια Ελλήνων και Τούρκων. Αναφέρεται, έτσι, στην προέλευση του Μωαμεθανισμού. Διδάσκαλος του Μωάμεθ ήταν ένας «χριστιανός μοναχός Γεώργιος» εκ Μεσοποταμίας. «Ιδών την ελεεινήν κατάστασιν της Ορθοδοξίας, διενοήθη να την μεταρρυθμίση και εύρε μεταρρυθμιστήν τον Μωάμεθ». Το συμπέρασμά του και εδώ στην ίδια κατεύθυνση: «Υπό το σκήπτρον του Μωάμεθ διετηρήθη το ελληνικόν έθνος, διετηρήθη η θρησκεία, διετηρήθη η Εκκλησία»34.

    Και πάλι τα ιστορικά στοιχεία χρησιμοποιούνται για την κατοχύρωση της ιδεολογίας. Δεν πρέπει να λησμονείται, άλλωστε, η ιδιότητα του Ιακωβάτου. Είναι πολιτικός, και μάλιστα «δικηγόρος». Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ακρίβεια, ως ένα σημείο, των ιστορικών θέσεών του. Ο Μωάμεθ αγαπούσε, πράγματι, και σεβόταν τους Ρωμηούς και ταύτιζε την πίστη του με την ρωμαίικη ορθόδοξη. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Άραβες δέχθηκαν τον ελληνικό πολιτισμό των Ρωμαίων/Βυζαντινών. Οι απόψεις δε του Μωάμεθ για τους Ρωμηούς (Ρουμ) μπορούν να αποτελέσουν πράγματι σταθερά βάση στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων ή Μωαμεθανών γενικότερα35. Ο Ιακωβάτος όμως, με το επιχείρημα αυτό, προσπαθεί να πείσει ότι η Πόλη, όσο μένει στα χέρια των Τούρκων, δεν κινδυνεύει. «Να πάρωμεν την πόλιν και να γείνη εκεί βασιλεύς ορθόδοξος χριστιανός». Είναι το παλλαϊκό αίτημα. Αυτός όμως ερωτά: «Και ποιος είναι αυτός; Ο Σουλτάνος δεν είναι άρα χριστιανός;»36. Το λέει, άλλωστε, και καταφατικά: «Ο Σουλτάνος και οι Μωαμεθανοί και ο Σεχουλισλάμ πιστεύουν τον Χριστό, και τον πιστεύουν ως πνεύμα του Θεού, Ρούχ ί Αλλάχ»37.

    Έτσι, κατανοούνται και τα σχετικά με τη συνάφεια αυτή συμπεράσματα του Ιακωβάτου: «Ο Σουλτάνος είναι ηγεμών χριστιανός. Οι μωαμεθανοί είναι αδελφοί των χριστιανών». Όποιος ορθόδοξος δεν τους θεωρεί αδελφούς «αυτός δεν είναι χριστιανός». Πρέπει, συνεπώς, να παύσει «η λύσσα», που ενέπνευσε ο τσάρος στους ορθοδόξους, «να χύνουν το αίμα των αδελφών Τούρκων». «Δεν χρειάζεται πλέον πόλεμος με τους Τούρκους, χρειάζεται αδελφότης με αυτούς». Και μία υπόδειξη, που θυμίζει τη ρωμαίικη θεωρία για τη βαθμιαία υποκατάσταση των Οθωμανών στην εξουσία από τους Ρωμηούς: «Και αν θέλητε να ελευθερώσητε και τους Χριστιανούς της Τουρκίας και αυτούς τους ιδίους τους Μωαμεθανούς, πρέπει διά της αγάπης να αδελφοποιηθώμεν με τους Μωαμεθανούς» (= Τούρκους). Αυτή είναι η αποστολή της Ελλάδας, όπως ακριβώς και «η αποστολή των αποστόλων του Χριστού»38. Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη φράση «και αυτούς τους ιδίους τους Μωαμεθανούς» (εννοεί: Τούρκους), γιατί αποτελεί μια παραλλαγή των οραματισμών του Ρήγα Βελεστινλή στον «Θούριο» του, πού καλούσε ακόμη και τους «Τούρκους» σ’ επανάσταση κατά του Σουλτάνου39. Ο στόχος είναι ο ίδιος, παραλλάσσουν όμως τα μέσα. Ο Ιακωβάτος στα 1879 επανεκφράζει τη φαναριώτικη οικουμενική ιδέα, με ένα τρόπο περισσότερο θεολογικό-εκκλησιαστικό παρά πολιτικό. Έτσι όμως φανερώνει τις βαθύτερες προσδοκίες, τις οποίες συνέδεε με την υποστήριξη της ελληνοτουρκικής φιλίας, ώστε να αποκλείει κάθε τυχόν υποψία για εγκατάλειψη του μεγαλοϊδεατισμού του. Ο μεγαλοϊδεατισμός όμως αυτός απαιτούσε υπομονή, πού δεν τη διέθεταν οι οπαδοί των επαναστατικών (αλυτρωτικών) κινημάτων. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς συγκρουόταν η θεωρία του Ιακωβάτου με την ιδεολογία πολλών από τους συναδέλφους του.

    Ο Ιακωβάτος καταφεύγει και στην ιστορική μνήμη για την ενίσχυση των θέσεών του. Χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό, υποστηρίζει ότι στην Πελοπόννησο, πριν από την άλωση, «το ελληνικόν γένος προσεκάλεσε τους Τούρκους» και η έλευσή τους ήταν «πρόοδος και ευεργεσία». Υπενθυμίζει δε στη συνάφεια αυτή το λόγο των ανθενωτικών («ο λαός, οι επίσκοποι και ο κλήρος έλεγον»): «προτιμώμεν το τουρκικόν καβούκι από την Δύσιν». Οι ορθόδοξοι «προσεκάλεσαν τους Τούρκους» «ως απαλλαγήν από των δεινών της Φραγκοκρατίας». Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι «το ελληνικόν γένος δεν έπεσεν, αφού έπεσεν η Κωνσταντινούπολις», ούτε ήταν δυνατόν «να κυριεύσουν οι Τούρκοι τα όρη της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Ελλάδος», όπως δεν εκυρίευσαν τη Μάνη. Οι Ρωμηοί κάλεσαν τους Τούρκους ως σωτήρες40. Θα προσθέσει και άλλα «περίεργα» για τους ακροατές του, διορθώνοντας, όπως λέει, τους «πλαστογράφους» χρονογράφους και «τα μασκαραλίκια, τα οποία ονομάζουν Ιστορίαν της Ελλάδος»41. «Η Κωνσταντινούπολις και η Εκκλησία της ήσαν συγγενείς των Σουλτάνων». Βυζαντινός αυτοκράτορας έδωσε τη θυγατέρα του σε σουλτάνο «ως νόμιμον σύζυγον». Ήδη πριν από την άλωση υπήρχαν Τούρκοι στην Πόλη, είχαν δε κτίσει εκεί τζαμιά42. Αυτά ειπώθηκαν για να ενισχυθεί το επιχείρημα των αμοιβαίων σχέσεων Βυζαντινών και Τούρκων ήδη πριν από την άλωση, η οποία όμως έτσι παρουσιάζεται ως ένα συμβάν χωρίς την ιδιαίτερη για τους Έλληνες σημασία. Για τον Ιακωβάτο, ο ερχομός των Τούρκων υπήρξε σωτηρία, διότι διετήρησαν το Γένος. «Εάν ήθελον υποπέσει (οι Έλληνες) εις άλλην κυριαρχίαν, ούτε ίχνος, ούτε φυσιογνωμία Έλληνος δεν θα υπήρχε»43. Και όσα έλεγε στα 1865 για τους Έλληνες που έφευγαν στη Δύση για να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους44; Πρόκειται για αυτοδιόρθωση ή αυτοαναίρεση; Δεδομένου ότι και οι δύο θέσεις αποδεικνύονται ιστορικά ορθές, ως όψεις της ίδιας πραγματικότητας, ο Ιακωβάτος επιμένει στη μία όψη, για να καταλήξει στο επιδιωκόμενο συμπέρασμα: «Και λοιπόν, δεν οφείλετε ευγνωμοσύνη εις αυτούς; Δεν πρέπει να έχωμεν αιωνίαν φιλίαν και συμμαχίαν;»45.

    Είναι ανάγκη να λεχθεί και στη συνάφεια αυτή ότι, όσο κι αν διατείνεται ο Ιακωβάτος ότι δίνει «περίληψιν» της Ιστορίας, ο στόχος του δεν είναι τόσο η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, όσο η μέσω αυτής κατάδειξη της ανάγκης διατηρήσεως καλών σχέσεων με ένα «κράτος λαμπρότατον και φιλανθρωπότατον»46, όπως είναι η Τουρκία. Εθνολογικό, θρησκευτικό, και ιστορικό επιχείρημα επιστρατεύθηκαν για να ενισχύσουν αυτή την άποψη. Άποψη όμως άμεσα συνδεδεμένη με την απειλή της Ρωσίας και του Πανσλαβισμού. Μέσα στο όλο φάσμα του σλαβικού κινδύνου διαμορφώθηκε η τουρκοφιλία του Ιακωβάτου. Από το φόβο του Πανσλαβισμού προχώρησε στο φιλοτουρκισμό. Όλες οι αγορεύσεις αυτής της περιόδου (1879 κ.ε.) έχουν αναφορά στη Ρωσία και το σλαβικό κίνδυνο. Ας θυμηθούμε όσα είπαμε σε προηγούμενη ενότητα: Ενώ κάτω από τους Ρώσους οι Έλληνες «εξερρωσσίσθησαν», χάνοντας τα πάντα, «γλώσσαν και θρησκείαν»(!), κάτω από τους Τούρκους έσωσαν την ταυτότητά τους και σώθηκαν. «Ποίος ποτέ –επί Τούρκων– αφήκε την Εκκλησίαν του; Ποίος εβίασε τους αδελφούς του Ιησού να εκπληρώσωσι τα χριστιανικά των καθήκοντα»47; Προκειμένου, λοιπόν, να διατρέξει η Πόλη τον κίνδυνο «να περιέλθη εις άλλων χείρας», δηλαδή των Ρώσων, αυτός προτιμά «να μείνη αιωνίως υπό τον Σουλτάνον»48. Η συμμαχία με την Τουρκία ανακόπτει τη ρωσική απειλή, διότι οι Ρώσοι είναι φυσικοί εχθροί και των Τούρκων και των Ελλήνων49. Έτσι, ξεκινώντας από τις δικές του ρωμαίικες προϋποθέσεις (σωτηρία της Πόλης – ελπίδας του Γένους), φθάνει να δεχθεί την πολιτική της Αγγλίας ως προς τη συνεργασία Ελλάδος – Τουρκίας.

    Ότι ο Ιακωβάτος διατηρεί στο ακέραιο την αυτονομία της σκέψεώς του και την ελευθερία των κινήσεών του, φαίνεται από την κριτική που ασκεί και προς την πλευρά της Τουρκίας, ενώ συνάμα επιβεβαιώνει τη ρωμαίικη πάντα προοπτική των ενεργειών του. Στην αγόρευσή του της 25 Νοεμβρίου 1880 θα πει μεταξύ άλλων: «Δύνασθε και σεις να μοι είπητε, ότι και εγώ έχω αισθήματα υπέρ των Τούρκων, διότι εγώ φρονώ, ότι, πρέπει να έχωμεν ένα σύνδεσμον με την Τουρκίαν. Και εάν η Τουρκία ήθελε σκεφθή καλύτερα, ήθελον προτείνει εις αυτήν, ότι όλα αυτά τα φύλα, τα αποτελούντα μέρος της Τουρκίας, ήθελον είναι συσσωματωμένα και συγχωνευμένα με το τουρκικόν κράτος»50. Κατά τη δική μας κατανόηση του κειμένου, ο Ιακωβάτος –πιστός στη ρωμαίικη οικουμενικότητα– εννοεί ότι η Τουρκία, αναθεωρώντας την πολιτική της, θα απέφευγε το διαμελισμό της. Βρισκόμαστε, άλλωστε, αρκετά μετά τα Χάττι-σερίφ (1839) και Χάττι Χουμαγιούν (1856), με τα οποία βελτιωνόταν η θέση των χριστιανικών μειονοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία51. Την όλη δε πολιτική του στο ζήτημα των σχέσεων με την Τουρκία συνοψίζει επιγραμματικά η ακόλουθη δήλωσή του: «Ή η Τουρκία πρέπει να διατηρηθή, και εν τω συμφέροντι του Ελληνικού Έθνους και του Χριστιανισμού και της θρησκείας, ή άλλως, αν πρέπει να εκλεήψη, μη ελπίζετε ότι το ελληνικόν γένος θα υπάρξη, αλλά θα εξολοθρευθή, θα εκφυλισθή, δεν θα μείνη τίποτε εκ του ελληνικού έθνους, καθότι αφ’ ενός πάσαι αι νήσοι θέλουσι γίνη λεία της θαλασσοκράτειρας, αφ’ ετέρου πάσα η στερεά θέλει γίνη λεία των αετών των υπερκειμένων ημών»52. Όσο υπάρχει, συνεπώς, η ρωσική (και αγγλική!) απειλή, οι τύχες Ελλάδος και Τουρκίας θα είναι αδιάρρηκτα μεταξύ τους συνδεδεμένες.

    Σημειώσεις

    1 Βλ. Βασ. Λ. Δεντάκη, Βυζαντινή Εκκλησιαστική Γραμματολογία, τ. Δ΄, Εν Αθήναις 1983, σ. 152. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ο βίος και η Θεολογία του, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 242 ε.έ. Στα 1391 διεξήγαγε διάλογο με Τούρκους και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (Ε. Trapp, «Manuel II, Paleologos, Dialoge», Wiener Byz. Studien Bd. 2, Wien 1966). Ευρύτερα για το θέμα βλ. στου Αναστ. Γιαννουλάτου, Επισκόπου Ανδρούσης, Ισλάμ, Αθήναι 19792, σ. 27 ε.ε.. Για την «τουρκόφιλη» παράταξη στο Βυζάντιο βλ. στου Δ. Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπ. π., σ. 102 ε.

    2 Βλ. Θεοδ. Ν. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 313 ε.ε.

    3 Δ. Γρ. Τσάκωνα, Κοινωνιολογία του Νεοελληνικού Πνεύματος, Αθήναι 19723, σ. 25. Ο Πλήθων κατά τον Ο. Ivanka («Der Fall Konstantinopels», εις Οsterreichisches Jahrbuch, τ. Ill, 1954, σ. 21) πρότεινε την ειρηνική παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους.

    4 Δ. Τσάκωνα, σ. 76 ε.

    5 Γ.Θ. Ζώρα, Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και αι προς ελληνοτουρκικήν συνεννόησιν προσπάθειαι αυτού, Αθήναι 1954. Δ. Τσάκωνα, όπ.π., σ. 77.

    6 Βλ. ευρύτερα για τις τάσεις αυτές στη δουλεία στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Έκδοτ. Αθηνών, τ. Ι (1974), σ. 246 ε.ε.

    7 Δ. Ζακυθηνού, Η Τουρκοκρατία, Αθήναι 1957, σ. 79.

    8 Δ. Τσάκωνα, όπ.π., σ. 47 ε.ε.

    9 Βλ. Ε. Σκοπετέα, Το “Πρότυπο Βασίλειο” και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα, Πολύτυπο, Αθήνα 1986, σ. 315.

    10 Δ. Ζακυθηνού, Πολιτική Ιστορία Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήναι 1962, σ. 43, 47. Δ. Τσάκωνα, όπ.π., σ. 105/6.

    11 Δ. Θερειανού, Αδαμάντιος Κοραής, τ. III, Τεργέστη 1890, σ. 16.

    12 Βλ. Κατερίνας Μπούρα, «Οι βουλευτικές εκλογές στην Οθωμανική αυτοκρατορία, 1908-1910» στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τ. 4 (1983), σ. 69-128 (βλ. σ. 70).

    13 Δ. Τσάκωνα, όπ.π., σ. 175. Για τη φιλοτουρκική πολιτική της «ανατολικής παράταξης» βλ. στου Δ. Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμ. αυτοκρατορίας, όπ.π., σ. 174 ε.ε.

    14 Στο ίδιο. Πρβλ. Θ. Παπακωνσταντίνου, Ίων Δραγούμης και Πολιτική πεζογραφία, Βασική Βιβλιοθήκη, αρ. 39, Αθήναι 1957, σ. κγ΄ ε.έ. A.J. Panayotopoulos, «The «Great Idea» and the vision of Eastern Federation: A propos of the views of J. Dragoumis and A. Souliotis-Nicolaidis», Balkan Studies τ. 21 (1980), σ. 331-365. Βλ. ακόμη: Α. Αλεξανδρή, «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 1850-1922», ΔΙΕΕΕ, τ. 23 (1980), σ. 365-404. Θ. Βερέμη, «Ιδεολογικές προϋποθέσεις για μια συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων», ΔΙΕΕΕ 23 (1980), σ. 405-421.

    15 Μετά το μεταρρυθμιστικό διάταγμα του 1856, Αρμένιοι, Έλληνες και Εβραίοι άρχισαν να διορίζονται σε διάφορες υπηρεσίες της Οθωμανικής Κυβέρνησης. Είναι οι Ελληνοθωμανοί (Στ. Βογορίδης, Δρ. Κ. Καραθεοδωρής, Κ. Μουσούρος, Στ. Αριστάρχης, Ι. Φωτιάδης κ.λπ.). Η θέση των Ελλήνων ενισχύθηκε με το Σύνταγμα της 23/12/1876 και τις προσπάθειες των φιλελευθέρων για την εγκαθίδρυση αντιπροσωπευτικού καθεστώτος. Ηγέτης της αλλαγής αυτής ήταν ο αγγλόφιλος Μιντχάτ πασάς (1822-1884). Με το άρθρο 8 όλοι οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας γίνονταν Οθωμανοί και με το άρθρο 17 έπαιρναν όλοι ίσα δικαιώματα έναντι του νόμου και στην κατάληψη δημοσίων θέσεων. (Βλ. Αλέξη Αλεξανδρή, «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 1850-1922», ΔΙΕΕΕ, τ. 23 (1980), σ. 365-404. Θ. Βερέμη, «Ιδεολογικές προϋποθέσεις για μια συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων», ΔΙΕΕΕ 23 (1980), σ. 405-421.

    16 Αγορεύσεις, σ. 298. Ο Κουμουνδούρος ήταν κηρυγμένος οπαδός της Μ. Ιδέας (Ε. Σκοπετέα, όπ.π., σ. 305).

    17 «Ιστορία», σ. 17.

    18 «Ιστορία», σ. 25. Μιλεί ακόμη για το «άνομο δικαίωμα του σουλτάνου στα παιδιά του Χριστού» (σ. 10) και ότι πόθος των Ρωμαίων είναι «να πετάξουνε το μισοφέγγαρο απάν’ από την κούμπα της Αγίας Σοφιάς» (στο ίδιο). Λίγο αργότερα, σχολιάζοντας ένα κείμενο της Revue Orientale (ΑΤΙ, Χ149α, φ. 30ν) παρατηρεί: «Παινούνε τους Τούρκους για την τιμιότητά τους στο εμπόριο και δεν θυμώνται, οπού από άλλο μέρος είναι τύραννοι».

    19 Αγορεύσεις, σ. 130.

    20 Αγορεύσεις, σ. 82.

    21 Θεωρούμε απόλυτα εύστοχη τη σχετική κρίση του Ηλία Τσιτσέλη (όπ.π., τ. Α΄, σ. 666): «Αι περί της γενικής εθνικής πολιτικής ιδέαι του και αι περί τοπικής διοικήσεως, καθώς και αι περί εθνολογικών ζητημάτων αρχαί του εφαίνοντο πρωτότυποι και παράδοξοι και μάλιστα εις τους μη εμβατεύοντας εις το πνεύμα του ανδρός και τας γενικάς αυτού ιδέας, ουχί δε σπανίως προυκάλεσαν τα σκώμματα των πολιτειολόγων και των ιστορικών».

    22 Αγορεύσεις, σ. 344/5. Η θεωρία για τη συγγένεια Τούρκων και Περσών ήταν γνωστή στους Βυζαντινούς: «Άλλοι δέ φασιν από Τούρκης των Περσών πόλεως, μεγάλης τε και ευδαίμονος, προελθείν τε το γένος τούτο διισχυρίζονται και εις την κάτω χώραν της Ασίας απαλλαττομένους σκεδασθήναι ταύτη ανά την Ασίαν, επικατασχόντας την χώραν» (Λαονίκου Χαλκοκονδύλου, Αθηναίου, Απόδειξις Ιστοριών Δέκα, Bonnae 1843, σ. 10).

    23 Αγορεύσεις, σ. 345, 344, 346. Πράγματι, στα «Κατάλοιπά» του (ΑΤΙ, Χ164, φ. 573-579β) υπάρχουν σημειώσεις από το Αραβο-Περσο-Τουρκο-Ελληνικόν Λεξικόν του Αλέξ. Κωνσταντινίδου, δικαστού εν τω πολιτικώ Πρωτοδικείω Σταυροδρομίου, τεύχος Α΄, Εν Κωνσταντινουπόλει 1873.

    24 Αγορεύσεις, σ. 346. Για το σύμβολο της σελήνης (ημισελήνου) στους Μωαμεθανούς και τους Βυζαντινούς βλ. στου Κ. Παπαρρηγοπούλου, Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (= Κ. Παπαρρηγοπούλου, Προλεγόμενα, επιμέλεια Κ.Θ. Δημαρά, Αθήνα 1970, σ. 172). Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος μιλεί για «παράδοξον συγκυρίαν». Υπάρχει και η γνώμη ότι οι Τούρκοι πήραν το σύμβολο από τους Βυζαντινούς. (Βλ. John Murat, Το μεγαλύτερο έγκλημα του αιώνα, «Το ξεκλήρισμα του Ελληνισμού», Αθήνα 1982, σ. 161).

    25 Αγορεύσεις, σ. 343. Για το Βυζάντιο ως αποικία των Μεγαρέων βλ. Κ. Hanell, Megarische Studien, Lund 1934. Πρβλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτ. Αθηνών, τ. Β΄ (Αθήνα 1971), σ. 275.

    26 Αγορεύσεις, σ. 346.

    27 Στο ίδιο.

    28 Στο ίδιο, σ. 298. Ο Ιακωβάτος εδώ έχει υπόψη του τη θεωρία ότι το όνομα Turcae άπαντα ήδη στους Λατίνους. Όχι όμως στον Πλίνιο, αλλά στον Pomponius Mela (έκδ. Parthey, σ. 31, 7). Όπως παρατηρεί όμως ο Κ.Ι. Αμαντος (Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων από του 11ου αι. μέχρι του 1821, τόμ. Α΄, Αθήναι 1955, σ. 21, σημ. 1), «το παρ’ Ηροδότω (IV, 22) Ιύρκαι υπετέθη ότι = Τούρκοι».

    29 Στο ίδιο, σ. 299. Πρβλ. Θεοδώρου Γαζή, Περί αρχαιογονίας Τούρκων, Basel 1556.

    30 Στο ίδιο.

    31 Αγορεύσεις, σ. 344. Για την πρώτη εμφάνιση των Τούρκων (το όνομα απαντά με βεβαιότητα ήδη σε συγγραφείς του 6ου μ.Χ. αι.) βλ. στου Κ.Ι. Αμάντου, Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων…, όπ.π., σ. 21 ε.ε.

    32 Βλ. Απ. Ε. Βακαλοπούλου, Η πορεία του Γένους, Αθήνα 1966, σ. 64/65. Γεωργίου Νακρατζά, Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων, Θεσσαλονίκη 1988.

    33 Αγορεύσεις, σ. 330, 332/3.

    34 Αγορεύσεις, σ. 225. Για τις σχέσεις Μωαμεθανισμού – Χριστιανισμού, βλ. Αναστασίου Γιαννουλάτου, Ισλάμ, όπ.π., σ. 59 ε.ε.

    35 Βλ. π. Ι. Ρωμανίδου, Ρωμιοσύνη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 188 ε.ε. Πρβλ. Αλύ Νουρ, Το Κοράνιον και το Βυζάντιον, Αθήναι 1970.

    36 Αγορεύσεις, σ. 223.

    37 Στο ίδιο.

    38 Αγορεύσεις, σ. 224.

    39 Γ.Δ. Μεταλληνού, Παράδοση και Αλλοτρίωση, Εκδ. Δόμος, Αθήνα 2001, σ. 194.

    40 Αγορεύσεις, σ. 330/31.

    41 Αγορεύσεις, σ. 331.

    42 Στο ίδιο. Για την όσμωση αυτή Βυζαντινών / Ρωμηών και Τούρκων πολύ πριν την άλωση βλ. στου Δ. Κιτσίκη, Ιστορία…, όπ.π., σ. 35 ε.ε., 67

    ε.ε. Για την εξέλιξη των Οθωμανών στη Μ. Ασία βλ. Paul Wittek (μετάφρ. Ευαγγελία Μπαλτά), Η γένεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 1988.

    43 Αγορεύσεις, σ. 331.

    44 Αγορεύσεις, σ. 82.

    45 Αγορεύσεις, σ. 331: Είναι χαρακτηριστικό ότι την «Τουρκοφιλία» του Ιακωβάτου θα σατιρίσει, μεταξύ άλλων, ο ποιητής-βουλευτής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης («Ο Γεωργαντάρας», 1869): «Ζήτω, ζήτω η ησυχία, / ζήτω, ζήτω η Τουρκία, / ζήτω, ζήτω ο Σουλτάνος / της Ευρώπης μεγιστάνος». Περιττό, βέβαια, να λεχθεί ποιος από τους δύο Επτανήσιους πολιτικούς δικαιώθηκε με τις εξελίξεις του 20ού κυρίως αιώνα!

    46 Αγορεύσεις, σ. 348, 349.

    47 Αγορεύσεις, σ. 225.

    48 Αγορεύσεις, σ. 325.

    49 Αγορεύσεις, σ. 355. Πρβλ. σ. 237: «Αιωνία η δόξα των εν Πλέβνα πεσόντων προμάχων του Ελληνισμού Μουσουλμάνων»!

    50 Αγορεύσεις, σ. 350.

    51 Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 19592, σ. 691.

    52 Αγορεύσεις, σ. 269.

    http://oodegr.co/oode/istoria/o8wmanoi/iakwbatos_1.htm

  55. Θ.Ν. on

    Κύριε Αγτζίδη συγχαρητήρια καταρχάς για το πολυετές έργο σας. Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε δηλαδή, αν υπάρχει η δυνατότητα να αποκτήσουμε το συγκεκριμένο τεύχος του «Ε Ιστορικά» καθώς η εφημερίδα έχει πλέον κλείσει;

  56. ΛιζαΞυναριανου on

    Κύριε Αγτζίδη πως θα μπορούσα να προμηθευτώ το βιβλίο σας » η Γενοκτονία στην Ανατολή?¨»

  57. «Όποιος διατηρεί στη μνήμη του (το κοινωνικό παρελθόν), λεχει το γνώθι σαυτόν. …δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ούτε το μέλλον, εάν δεν καταφέρουμε να εντάξουμε στη γνωστική μας παρακαταθήκη την πορεία ακριβώς που μας οδήγησε από το παρελθόν στο παρόν.»

    Nobert Elias, Περί χρόνου, μετ. Θ. Λουπασάκης, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004, σελ. 167, 239

  58. GENOCIDE IN THE OTTOMAN EMPIRE
    Armenians, Assyrians, and Greeks, 1913-1923
    Edited by George N. Shirinian

    The final years of the Ottoman Empire were catastrophic ones for its non-Turkish, non-Muslim minorities. From 1913 to 1923, its rulers deported, killed, or otherwise persecuted staggering numbers of citizens in an attempt to preserve “Turkey for the Turks,” setting a modern precedent for how a regime can commit genocide in pursuit of political ends while largely escaping accountability. While this brutal history is most widely known in the case of the Armenian genocide, few appreciate the extent to which the Empire’s Assyrian and Greek subjects suffered and died under similar policies. This definitive volume is the first to comprehensively examine the genocides of the Armenians, Assyrians, and Greeks in comparative fashion, analyzing the similarities and differences among them and giving crucial context to present-day efforts for reparative justice.

    George N. Shirinian is Executive Director of the International Institute for Genocide and Human Rights Studies, a division of the Zoryan Institute. His publications include Studies in Comparative Genocide and The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide: Essays on Asia Minor, Pontos, and Eastern Thrace, 1913–1923.
    Subject: Genocide Studies 20th Century History
    Area: Southern Europe

    CONTENTS

    Introduction
    George N. Shirinian

    PART I: CONTEXTS

    Chapter 1. The Background to the Late Ottoman Genocides
    George N. Shirinian

    Chapter 2. Convulsions at the End of Empire: Thrace, Asia Minor, and the Aegean
    Dikran Kaligian

    Chapter 3. Assyrians in the Ottoman Empire and the Official Turkish Policy of Their Extermination, 1890s-1918
    Anahit Khosroyeva

    PART II: DOCUMENTATION AND EYEWITNESS ACCOUNTS

    Chapter 4. Considering Genocide Testimony: Three Case Studies
    Paul Bartrop

    Chapter 5. The Assyrian Issue 1914-1935: Australian Documents and Press
    Stavros Stavridis

    Chapter 6. American Women, Massacres, and the Admiral: Deep in Anatolia during the Turkish Nationalist Revolution
    Robert Shenk

    Chapter 7. Found in Translation: Eyewitness Accounts of the Massacres in Nicomedia as Reported by Greek Journalist Kostas Faltaits
    Eleni Phufas

    Chapter 8. The Destruction of Smyrna in 1922: An Armenian and Greek Shared Tragedy
    Tehmine Martoyan

    PART III: LEGACIES AND INTERPRETATIONS

    Chapter 9. Lemkin on Three Genocides: Comparing His Writings on the Armenian, Assyrian and Greek Genocides
    Steven Leonard Jacobs

    Chapter 10. The Ottoman Genocide of the Armenians and Greeks: The Similarities and Structural Peculiarities
    Gevorg Vardanyan

    Chapter 11. The Genocide of the Ottoman Greeks 1913-1923: Myths and Facts
    Thea Halo

    Chapter 12. Redeeming the Unredeemed: The Anglo-Hellenic League’s Campaign for the Greeks in Asia Minor
    Georgia Kouta

    Chapter 13. Genocide by Deportation into Poverty: Western Diplomats on Ottoman Christian Killings and Expulsions, 1914-1924
    Hannibal Travis

    Chapter 14. The Socio-Psychological Dimension of the Armenian Genocide
    Suren Manukyan

    Bibliography
    Index

    http://www.berghahnbooks.com/title/ShirinianGenocide


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: