Ο παππούς μου: Βλάσης Ιωάννου Αγτζίδης

Μια έκπληξη μας επιφύλαξε το εξαιρετικό περιοδικό «Τα Ποντιακά», δημοσιεύοντας (το 2007) μια παλιά συνέντευξη που είχε πάρει ο εκδότης του Νίκος Τελίδης από τον παππού μου (1902-2006).

pappousΟ παππούς αυτός, από την πλευρά του πατέρα μου, ανήκε στην πρώτη γενιά των Ελλήνων που γεννήθηκαν στο Καρς του ρωσικού Καυκάσου. Ο προπαππούς του Όμηρος (γενν. περί το 1820), ο παππούς του Γρηγόρης (γενν. περί το 1845), όπως και ο πατέρας του Γιάννης (1873-1953) είχε γεννηθεί στον ιστορικό Πόντο. Ο Γιάννης έζησε σε τρεις τόπους: γεννήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία και πέθανε στη βαλκανική Ελλάδα) 

Η πορεία τους, όπως και οι πορείες όλων των Ελλήνων της περιοχής στην πρώτη 25ετία του 20ου αιώνα, ήταν μυθιστορηματική, εφόσον ενεπλάκησαν στις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνέβησαν σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη:
Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος,
Γενοκτονία από τους Νεότουρκους,
Μπολσεβικική Επανάσταση,
-Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ,
-εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία,
Μικρασιατική Καταστροφή,
προσφυγοποίηση και εγκατάσταση στην Ελλάδα,
Κατοχή και Εμφύλιος στη δεκαετία του ΄40.

Η καταγωγή της οικογένειας ήταν από μια ελληνόφωνη περιοχή του ηπειρωτικού μικρασιατικού Πόντου. Από την Χερίαννα (Σσερίαννα διαβάζεται στην ποντιακή), που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή (νοτιο-δυτικά) της Αργυρούπολης. Şiran τη λένε σήμερα οι Τούρκοι, διατηρώντας έστω παρεφθαρμένη την ελληνική ονομασία.

argyroupolisΤο χωριό της οικογένειας λεγόταν Γαράκιοϊ (τουρκική λέξη που στα ελληνικά σημαίνει «Μαυρότοπος». Η σωστή του ονομασία ήταν Καράκιοϊ, αλλά οι Έλληνες του Κάρς πολλές φορές το «Κ» το πρόφεραν ως «Γ», όταν βρισκόταν στην αρχή τουρκικού τοπωνυμίου. Με τον ίδιο τρόπο εκφοράς του «Κ», το Καρς το ονόμαζαν Γαρς.) Συγγενείς τους κατοικούσαν και σ’ ένα άλλο γειτονικό, επίσης ελληνικό χωριό, την Ταρσό της Αργυρούπολης.  Ο πατέρας του παππού μου γεννήθηκε στο Γαράκιοϊ. Η περιοχή αυτή βρέθηκε στα όρια του έντονου ρωσο-τουρκικού ανταγωνισμού, ο οποίος και εν τελει καθόρισε την ιστορική της εξέλιξη και τη μοίρα των ανθρώπων που κατοικούσαν σ’ αυτήν.

Στη Ρωσία μετακινήθηκαν μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-78. Δεν ξέρουμε εάν ακολούθησαν το ρωσικό στρατό κατά την αποχώρησή του, εάν έφυγαν νόμιμα ή παράνομα. Φαίνεται ότι υπήρξαν δύο παράγοντες που συνετέλεσαν στη μετανάστευση μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής αυτής στη Ρωσία:

Ο πρώτος λόγος ήταν ότι φοβήθηκαν τα τουρκικά αντίποινα μετά την ανακατάληψη της περιοχής τους με το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878 και την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το Μάρτιο του 1878. Τα ρωσικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τις περιοχές της Αργυρούπολης και της Χερίανας με αποτέλεσμα οι Έλληνες κάτοικοι να εκδηλώσουν τον ενθουσιασμό τους, πιστεύοντας ότι αυτή θα ήταν μια μόνιμη μεταβολή. Ο ρωσοτουρκικός αυτός πόλεμος είχε λήξει προς όφελος της Ρωσίας, στόχος της οποίας ήταν η έξοδός της στη Μεσόγειο χρησιμοποιώντας τους σλαβικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής και ειδικά τους Βούλγαρους.

Η Συνθήκη αυτή ενσάρκωνε όλους τους πόθους του ρωσικού επεκτατισμού στη σύγκρουσή του  με τους Δυτικούς πάνω στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με τη ρωσο-τουρκική αυτή Συνθήκη δημιουργούταν η Μεγάλη Βουλγαρία με έξοδο στο Αιγαίο, που ενσωμάτωνε στα εδάφη της όλη την τότε Οθωμανική Μακεδονία. Στο υπό ρωσική κηδεμονία μεγάλο βουλγαρικό κράτος εντάσσονταν όλη η σημερινή FYROM, τμήματα της Νότιας Αλβανίας, της Ανατολικής Θράκης, το βόρειο τμήμα του Νομου Έβρου και οι περιοχές της Ξάνθης, της Καβάλας, της Δράμας, των Σερρών, του Κιλκίς, της Έδεσσας, της  Φλώρινας, και της  Καστοριάς. 

Όμως οι Δυτικοί δεν αποδέχτηκαν τα αποτελέσματα της συμφωνίας αυτής που επήλθε ως απόρροια της οθωμανικής ήττας και προσπόριζε σημαντικά πλεονεκτήματα στη Ρωσία απέναντι στις δυτικές δυνάμεις. Λίγους μήνες μετά (τον Ιούνιο του 1878), η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ακυρώθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου και η οθωμανική κυριαρχία επανήλθε στις περιοχές που «χάρισε» η Ρωσία στη Βουλγαρία. Τότε όμως μπήκαν τα θεμέλια του επιθετικού βουλγαρικού εθνικισμού, που θα λειτουργήσει ως καταλύτης στην περιοχή. Με την «αμέριστη» συμβολή του τουρκικού εθνικισμού μετά το 1908 θα ανοίξουν τον ασκό του Αιόλου στη δύσκολη γεωγραφική μας γειτονιά μας, θα μας οδηγήσουν στους Βαλκανικούς πολέμους και λίγο αργότερα στα δραματικά γεγονότα στο εσωτερικό της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, που θα καταλήξουν στην ήττα του 1922.  

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ρωσική κυβέρνηση είχε εκπονήσει από τα μέσα του 19ου αιώνα ένα σχέδιο εποικισμού των περιοχών που καταλάμβανε με πόλεμο, καθώς επεκτάθηκε προς το Νότο εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των ντόπιων μουσουλμανικών φύλων (Τσερκέζοι, Τσετσένοι, μουσουλμάνοι Αμπχάζιοι και Οσετίνοι κ.ά.) Για το σκοπό του εποικισμού των περιοχών με φιλικό και παραγωγικό πληθυσμό απευθύνθηκε στους Αρμένιους και Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατρίας, προσφέροντας κάποια δελεαστικά προνόμια για να τους πείσει να μετακινηθούν: Όπως παραχώρηση (για χρήση μόνο) κρατικής γης για  ανάπτυξη καλλιεργειών και απαλλαγή για κάποια χρόνια από φορολόγηση και στράτευση.

Στον παρακάτω χάρτη φαίνεται η πορεία της οικογένειας:

1878-1880 μετανάστευση από Χερίαννα Αργυρούπολης του Πόντου (Οθωμανική Αυτοκρατορία) στο Αμιρχάν του Καρς (Ρωσική Αυτοκρατορία)

1918 φυγή μετά τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Πρώτα στην Τιφλίδα, μετά στο Βατούμι και από κει ακτοπλοϊκώς στην Ανάπα και τελικά στο ελληνικό χωριό Βίτιζοφ

1922, μετανάστευση στην Ελλάδα μετά από επιμονή της μητέρας του. Δίμηνη παραμονή στα λοιμοκαθαρτήρια του Αγίου Γεωργίου (νησάκι μεταξύ Σαλαμίνας και Πειραιά). Η μητέρα του Αρχοντή πέθανε λίγο μετά την οριστική εγκατάσταση της οικογένειας στο Σταυροχώρι του Κιλκίς. Χωρίς την επιμονή της Αρχοντής «να πάμε σην πατρίδαν» κανείς δεν θα αποφάσιζε το ταξίδι προς τη «Μικρά πλην Έντιμον Ελλάδα». Να σημειωθεί ότι εκείνο τον καιρό  οι εξαιρετικά εύφορες περιοχές της Νότιας Ρωσίας όπου είχαν εγκατασταθεί ήταν γεμάτες από ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος ευημερούσε στο οικονομικό περιβάλλον της ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική). Υπάρχει και μια εκδοχή ότι η πρώτη πύλη εισόδου τους στην Ελλάδα ήταν το λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου.  Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν για μικρή χρονική περίοδο στον Άγιο Κωσταντίνο Αγρινίου και τελικά κατέληξαν στο Σταυροχώρι του Κιλκίς πριν ακόμα ολοκληρωθεί η Ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάννης. Εντυπωσιακή στη συνέχεια είναι η πολιτική ιστορία αυτών των πληθυσμών, τόσο αυτών που ηρθαν στην Ελλάδα όσο κι αυτών που παρέμειναν στη σοβιετική πλέον Ρωσία


ΤΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ  ΟΠΩΣ  ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  ΣΤΟ  ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ:

Ο Βλάσης Αγτζίδης, παππούς του συγγραφέα Βλάση Α. Αγτζίδη, έζησε  στο Σταυροχώρι Κιλκίς μέχρι την ηλικία των 104 ετών. Είχε γεννηθεί στις 25 Ιουνίου του 1902 στο Αμιρχάν του Καυκάσου, από όπου ήρθε στην Ελλάδα το 1923, σε ηλικία 19 ετών.

Πόλυ συνοπτικά, αλλά με φωνή πάλλουσα, ο αιωνόβιος το 2001 που μιλήσαμε μαζί του στο Σταυροχώρι, Ι. Βλάσης Αγτζίδης ανέφερε την ιστορία της γενέτειρας του και της οικογένειας του, λέγοντας:

 

Ξεκινώντας με λίγη ιστορία και γεωγραφία

Το 1917, η Ρωσία, στον πόλεμο με την Τουρκία, είχε καταλάβει την περιοχή Τραπεζούντας και προχωρούσε προς την Κερασούντα. Οι Τούρκοι προχώρησαν προς την περιοχή του Καρς και κατέλαβαν και το Αμιρχάν. Έφτασαν περίπου δέκα χιλιόμετρα έξω από το Καρς. Το Καρς βρίσκεται ψηλά, σε οροπέδιο, και τα περισσότερα χωριά του ήταν ελληνικά. Τα τούρκικα και τα κουρδικά χωριά ήταν χτισμένα σε ορεινές πλαγιές. Όταν χιόνιζε, το χιόνι περνούσε το ενάμισι μέτρο ύψος. Χιόνιζε ακόμη και τον Απρίλιο.

Το Αμιρχάν απείχε από το Καρς 50 χιλιόμετρα. Ο κόσμος, εκεί, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και λίγο με τη γεωργία. Είχαμε πολλές αγελάδες. Κάθε οικογένεια είχε μέχρι και είκοσι αγελάδες. Βγάζαμε το καλύτερο τυρί, που το έκαναν εξαγωγή στη Γαλλία και την Αγγλία. Βγάζαμε και καλό βούτυρο και άλλα προϊόντα από το γάλα.

Η οικογένεια του πατέρα μου

Ο πατέρας μου, ήταν πέντε αδέλφια και ζούσαμε όλοι μαζί, αλλά κουμάντο έκανε ένας. Είχαμε και μαγαζί, από το οποίο ψώνιζαν και από τα γύρω χωριά. Οχτώ χωριά ελληνικά.

Στο χωριό, δεν είχαμε διαφορές, όλοι ήμασταν αγαπημένοι και ο ένας βοηθούσε τον άλλον στις δύσκολες στιγμές. Οι οικογένειες στο χωριό ήταν γύρω στις εκατό. Στο σχολείο μας πήγαιναν  30-40 παιδιά. Στην αρχή είχαμε έναν δάσκαλο, πολύ καλό. Ύστερα, όταν τα παιδιά έγιναν περισσότερα, ήρθε και άλλος δάσκαλος. Τα μαθήματα γίνονταν στη ρωσική γλώσσα.

Οι Έλληνες, όμως, μιλούσαμε τα ποντιακά. Ο ίδιος πήγα μέχρι την πέμπτη τάξη. Είχα δάσκαλο τον Γιάννη Κοσκοσίδη, ο οποίος, όταν ήρθε στην Ελλάδα, δίδασκε στη Φλώρινα. Τα παιδιά που τέλειωναν το δημοτικό, πήγαιναν για σπουδές στο Καρς και σε άλλες μεγαλύτερες πόλεις. Συνήθως γίνονταν δάσκαλοι, αλλά και καθηγητές, μηχανικοί και γιατροί. Η εκκλησία μας ήταν ο Άγιος Νικόλαος, με παπά τον Παπανδρέα.


Για την αντιμετώπιση του κρύου

Επειδή έκανε πολύ κρύο, για καύσιμα χρησιμοποιούσαμε, εκτός από τα ξύλα που υπήρχαν άφθονα στα γύρω δάση, και κοπριές των ζώων, τις οποίες ζυμώναμε με τα πόδια, βάζοντας μέσα και άχυρο. Τις ξεραίναμε, είτε κολλώντας τες στον τοίχο είτε σε στοίβες, για να ξεραθούν (σ.σ. Τα λεγόμενα κουσκούρια). Τα καίγαμε στα τζάκια και στις σόμπες για να ζεστάνουμε νερό για το πλύσιμο των ρούχων και τις άλλες δουλειές.

 Η φυγή από το Καρς το 1918, μετά την παράδοση του στους Τούρκους

Το Καρς το είχαν οι Ρώσοι έως το 1918. Με την οπισθοχώρηση του ρωσικού στρατού, η περιοχή παραδόθηκε στους Τούρκους (σ. σ. Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ). Τότε δόθηκε προθεσμία στους Έλληνες να το εγκαταλείψουν μέσα σε μερικούς μήνες. Έτσι φύγαμε κι εμείς στο Νοβοροσίσκι. Άλλοι, οι πιο πολλοί, πήγαν στη Γεωργία, που ήταν κοντά. Στο Νοβοροσίσκι, όπου περνούσαμε καλά, μείναμε τρία χρόνια. Έπρεπε, όμως, να φύγουμε για την Ελλάδα. Μας φόρτωσαν πολλές χιλιάδες κόσμο μέσα σε ένα καράβι μεγάλο και, μέσω Ουκρανίας, θα πηγαίναμε στην Ελλάδα. Το καράβι, όμως, χάλασε και μας άφησαν στην Ανάπα, όπου μείναμε περίπου άλλα τρία χρόνια. Ήταν τα καλύτερα χρόνια μας, γιατί όλοι είχαμε δουλειές και ο ένας βοηθούσε πάντα τον άλλον.

 Και πάλι στο Νοβοροσίσκι και για την Ελλάδα

Από την Ανάπα έπρεπε να φύγουμε για την Ελλάδα, αλλά δεν είχε μεγάλο λιμάνι για να έρθουν μεγάλα πλοία. Έτσι, πήγαμε πάλι στο Νοβοροσίσκι και εκεί μπήκαμε πολλοί Έλληνες σε ένα μεγάλο καράβι και φτάσαμε στην Ελλάδα. Δεν θυμάμαι πόσες μέρες κάναμε να φτάσουμε στον Πειραιά, από όπου μας πήγαν και μας έβγαλαν σε ένα μικρό νησί, τον Άγιο Γεώργιο.

Εδώ μας έβαλαν στην καραντίνα επί δυο μήνες. Από εκεί μας πήγαν στο Αγρίνιο, όπου μείναμε άλλους τρεις μήνες. Τότε πληροφορηθήκαμε ότι στην περιοχή του Κιλκίς πήγαν πολλοί πατριώτες και έτσι φύγαμε και φτάσαμε στο Κιλκίς. Μετά δυο-τρεις μήνες, πήγαμε με τα κάρα στο Σταυροχώρι, κοντά στο Κιλκίς.

 Στο Σταυροχώρι Μικρασιάτες και Τούρκοι

Στο Σταυροχώρι συναντήσαμε Μικρασιάτες Έλληνες, που είχαν έρθει το 1914, και αρκετούς Τούρκους, που είχαν και το τζαμί τους. Οι Μικρασιάτες έφυγαν για την περιοχή των Σερρών και οι Τούρκοι, που ήταν ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, έφυγαν σε έναν μήνα για την Τουρκία. Μετά ήρθαν Θρακιώτες, με τους οποίους δεν τα πηγαίναμε καλά, στην αρχή. Με το χρόνο, όμως, ταιριάσαμε και συνεργαστήκαμε άψογα. Όλοι μαζί, με προσωπική εργασία και προσφορά κατά οικογένεια, κάναμε σχολείο και εκκλησία.

 Η αποκατάσταση από το κράτος και οι αγροτικές ασχολίες με καπνά και σιτάρι

Μετά από ενέργειες στην Πρόνοια, μας έδωσαν ένα στρέμμα για να χτίσουμε σπίτι και πενήντα στρέμματα χωράφια. Μας έδωσαν και βόδια, αλέτρι και κάρο. Ασχοληθήκαμε με τη γεωργία, τον καπνό και το σιτάρι, σε μια περιοχή όπου ήταν όλα έρημα. Τα καπνά είχαν άλλες δυσκολίες και τα σιτάρια τελείως διαφορετικές. Στα καπνά έπρεπε να κάνουμε φυτώρια (παρνίκια) για να έχουμε τα φυντάνια. Χρειάζονταν καθημερινό πότισμα με προσοχή, και αφού φύτρωναν και μεγάλωναν και έβγαζαν τα φύλλα, έπρεπε, πριν ξημερώσει, όσο είναι δροσιά, να τα σπάσουμε. Πηγαίναμε με λουξ (ένα είδος φωτιστικού μέσου) στα χωράφια, για να μπορούμε να μαζέψουμε πολλά πριν βγει ο ήλιος. Αυτά που μαζεύαμε, τα βάζαμε σε κοφίνια ή σε κάσες, και τα μεταφέραμε στο σπίτι. Όλη τη μέρα, τον Ιούλιο, περνούσαμε τα φύλλα τα καπνά σε μεγάλες βελόνες με σπάγκο, τα κάναμε αράδες και τα κρεμούσαμε σε τελάρα, κάτω από υπόστεγα, για να στεγνώσουν και να ξεραθούν. Τον χειμώνα ξεχωρίζαμε τα φύλλα σε διάφορα μεγέθη και ανάλογα με το χρώμα, και τα δέναμε, κατά κατηγορίες, σε μπάλες.

Την άνοιξη περιμέναμε τους καπνέμπορους να στείλουν εκτιμητές τους (τους έλεγαν εξπέρ), οι οποίοι τα έβαζαν σε κατηγορίες. Ανάλογες ήταν και οι τιμές. Αρκετές φορές έβγαζαν ένα μέρος τους ακατάλληλα και τα έκαιγαν.

Δύσκολη και η καλλιέργεια σιταριού

Τα σιτάρια, είχαν και αυτά τις δυσκολίες τους και κούραση διαφορετική. Όργωμα το φθινόπωρο με τα βόδια ή τα άλογα, μετά σπορά και την άνοιξη θέρισμα με τα δρεπάνια, χούφτα χούφτα να κάνεις δεμάτια και να τα μεταφέρεις με τα ζώα ή το κάρο στο μέρος που ήταν τα αλώνια. Εκεί τα κάναμε θημωνιές, μέχρι να ολοκληρωθεί όλη η σοδειά. Τα αλώνια ήταν συνήθως σε ανοιχτό μέρος, να τα πιάνει ο αέρας. Την ημέρα κάναμε ένα αλώνισμα. Στρώναμε τα δεμάτια, πενήντα έως εξήντα, τα απλώναμε σε όλη την έκταση του αλωνιού, με μετά βάζαμε το τοκάν «βάρος και κάποιον επάνω, που έκανε κουμάντο στα ζώα, βόδια ή άλογα. Σε όλα τα σημεία του αλωνιού Έσεραν το τοκάν », μέχρι να κοπούν τα στάχυα και να γίνουν άχυρο, για να πέσει ο καρπός.

Το απόγευμα, το μαζεύαμε και το κάναμε στοίβες. Το βραδάκι, που συνήθως φυσούσε το αεράκι, λιχνίζαμε και ξεχώριζε το σιτάρι από τα άχυρα. Το σιτάρι το βάζαμε σε τσουβάλια και το άχυρο το κάναμε δέματα, που τα μεταφέραμε στους αχυρώνες για τροφή των ζώων κατά τον χειμώνα. Το σιτάρι το αποθηκεύαμε στο σπίτι. Από αυτό, ένα μέρος πουλούσαμε για να καλύψουμε τις ανάγκες του σπιτιού, και ένα άλλο μέρος το κρατούσαμε για να το κάνουμε αλεύρι για ψωμί. Κάναμε και πλιγούρι και κορκότα για πιλάφι και σούπες, όπως το ποντιακό φαγητό τσορβά.

XORIOBLAS-2

Στα σταροχώραφα του Σταυροχωρίου την περίοδο του θερισμού 

Τώρα, όλα είναι πολύ πιο εύκολα

Για τον αγρότη, σήμερα είναι παράδεισος, σε σύγκριση με τα παλιά. Τώρα, η γεωργία είναι εύκολη με τα μηχανήματα που υπάρχουν, και για τα καπνά και για το σιτάρι. Όλα τώρα και στα καπνά και στο σιτάρι τα κάνουν μηχανήματα, όπως είναι για τα καπνά η μηχανή για το μπούρλιασμα (αρμάθιασμα) ή για το σιτάρι η θεριστική και αλωνιστική μηχανή, οι πατόζες και αργότερα οι κομπίνες.

Εδώ, στην περιοχή μας είχε πολλά μαυροπούλια, που έκαναν ζημιά στις καλλιέργειες. Τα μαυροπούλια, όμως, χάθηκαν σιγά σιγά, δηλητηριασμένα από τα φυτοφάρμακα. Τώρα δεν υπάρχει κανένα.

Οι νέοι και οι νέες εργάζονται στα εργοστάσια, που λειτουργούν στη Βιομηχανική Περιοχή Κιλκίς, εδώ στο Σταυροχώρι. Άλλοι νέοι έφυγαν για τη Σουηδία και τη Γερμανία.

Εμείς, παλαιότερα, δεν κάναμε πολλές διασκεδάσεις. Μόνον σε γάμους και βαφτίσια διασκεδάζαμε. Χόρευαν ποντιακά, με λύρα και νταούλι και φυσαρμόνικα. Ποτά είχαμε το ούζο και στο Καρς είχαμε κονιάκ Μεταξά. Μεζέδες είχαμε από τα σπίτια. Στο Καρς κέντρα δεν υπήρχαν, μόνον καφενεία. Στις μεγάλες ρωσικές πόλεις που πήγαμε, είχε από όλα, και κέντρα και πάρκα και μαγαζιά μεγάλα.

Οικογένεια δημιούργησα εδώ στο Σταυροχώρι

Παντρεύτηκα εδώ και απέκτησα επτά παιδιά, τον Ανδρέα, τη Δέσποινα, τη Μάχη, τον Θεόφιλο, τον Κωστάκη, την Αρχοντούλα και τη Μαλαματένια. Εύχομαι να είναι καλά όλοι. Έχω και δεκατρία εγγόνια και δώδεκα δισέγγονα.

Ο Βλάσης Αγτζίδης πέθανε το 2006 στο Σταυροχώρι.

Νίκος Τελίδης

Αναρτήθηκε στον ιστοχώρο Santeos (12 Οχτώβρη ’09   21,26)

17122267_1734067919944058_1145190476_o

Στο Σταυροχώρι κάποτε.
Από αριστερά: Αφροδίτη Αγτζίδη, Βλάσης (Βλάσων) Αγτζίδης, Ανδρέας Αγτζίδης, Λάζαρος Αγτζίδης, Πόλυς Ιωαννίδης, Ανδρομάχη Αγτζίδου-Ιωαννίδου

____________________________
7-2-2017 15

 

 

ΚΑΤΩ: Η εικόνα του χωριού Αμιρχάν κατά το 1915 από προξενική έκθεση.

Λίγο πριν, τον Δεκέμβριο του 1914, οι Έλληνες κάτοικοι το είχαν εγκαταλείψει γιατί λόγω της ρωσοτουρκικής σύγκρουσης κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν πολλές ρωσικές περιοχές. Η προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων κράτησε πολύ λίγο γιατί συνετρίβησαν λίγο αργότερα στη μάχη του Σαρήκαμις και οπισθοχώρησαν. Τότε οι κάτοικοι επέστρεψαν στα λεηλατημένα  χωριά τους για να τα εγκαταλείψουν οριστικά το Μάρτιο του 1918 εξαιτίας της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ και να μετατραπούν σε πρόσφυγες περιπλανώμενους στο εσωτερικό της Ρωσίας.

amirhan-1

(από την εξαιρετική μελέτη του Ανδρέα Αθανασιάδη, «Χωριά και πόλεις του Καρς όπου έζησαν ελληνικοί πληθυσμοί κατά τα έτη 1878-1920«.)

Τη μελέτη μπορείτε να τη βρείτε σε ψηφιακή μορφή στο Αcademia.edu πατώντας ΚΛΙΚ επί του παραπάνω τίτλου.

—————————-

TO TELOS
(Τhis is the END)

dsc01200-1

Η γιαγιά μου η Αφροδίτη (το γένος Νικολαϊδη) δεν ανήκε στην ίδια ομάδα των Ελλήνων του Καρς, παρότι ήταν μακρινή συγγενής του παππού (τον οποίο βεβαίως θα παντρευτεί στην Ελλάδα το 1925). Μετά την αναχώρηση για τον Καύκασο (μετά το 1878), πίσω στον Πόντο απέμεινε ένας κλάδος της οικογένειας…. Η Αφροδίτη Νικολαϊδου γεννήθηκε στο χωριό Ταρσός (που σήμερα λέγεται Ericek). Η οικογένεια αυτή αναχώρησε από την Ταρσό το Μάρτιο του 1918 (ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στη Ρωσία η επανάσταση), όπως και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι φοβούμενοι τις σφαγές από τα τουρκικά στρατεύματα που πλησίαζαν…. Περιπλανήθηκαν μέσα στις τραγικές εκείνες συνθήκες που τις έκανε τραγικότερες ο βαρύς χειμώνας του Καυκάσου. Αφού πέρασαν από το Καρς και συνάντησαν του συγγενείς τους εκεί, κατέληξαν στο Βατούμι. Από την οικογένεια αυτή διασώθηκαν μόνο τα 2 παιδιά (η Αφροδίτη και ο Δημήτρης) που τελικά έφτασαν στην Ελλάδα με την Ανταλλαγή, αφού πρώτα επέστρεψαν στην Τραπεζούντα μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου…

————————————-


Πολλά στοιχεία για τους Έλληνες του Καρς θα βρείτε στο ιστολόγιο
του Ανδρέα Αθανασιάδη:

http://kafkasios-pontokomitis.blogspot.gr/

Eπίσης:

Caucasus Greeks

https://en.wikipedia.org/wiki/Caucasus_Greeks

kars-amirhan1

Advertisements

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: