Archive for Ιανουαρίου 2022|Monthly archive page

Τα Rafale , η ΛΜΑΤ και ο αταβιστικός πασιφισμός

Ένα κείμενό μου με αφορμή την έλευση των Rafale και τις διαμαρτυρίες που ακούστηκαν

Όποιος θυμάται τις προκηρύξεις της αλήστου μνήμης 17Νοέμβρη, θα θυμάται την εμβληματική βραχυγραφία ΛΜΑΤ, ήτοι Λούμπεν Μεγαλοαστική Τάξη, με την οποία περιέγραφε με ακρίβεια το έλλειμα μιας καίριας κοινωνικής ομάδας στην δομή της χώρας. Σαφέστατα η απουσία μιας σοβαρής αστικής τάξης από τη στιγμή που γεννήθηκε το νεαρό ελληνικό κράτος στις καθυστερημένες παρυφές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδήγησε σε όλες τις κοινωνικές δυσπλασίες που επιβιώνουν έως σήμερα, και κυρίως στη διαμόρφωση ενός συστήματος εξουσίας που βασίζεται στη νομή του κράτους. Ίσως η μοναδική φορά που επιχειρήθηκε η αναίρεση αυτής της αντίφασης ήταν όταν μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση των ακμαίων ελληνικών αστικών περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία έτσι κι αλλιώς αποχωρούσε από την Ιστορία. Αλλά και τότε, τα στέρεα δομημένα συμφέροντα των παλαιοκομματικών ελίτ της «Μικράς πλην Εντίμου Ελλάδος», οδήγησαν μεθοδικά στη Μικρασιατική Καταστροφή και στη μετατροπή των δραστήριων Μικρασιατών, Ποντίων και Ανατολικοθρακών (όσων επέζησαν βέβαια από μια διαδικασία Γενοκτονίας που άρχισε το 1914) σε ανεπιθύμητους «τουρκόσπορους».

Οι απόψεις της Νεοτουρκικής ομάδας που εμπνεύστηκε, οργάνωσε και πραγματοποίησε τις Γενοκτονίες των μη μουσουλμανικών λαών την περίοδο 1914-1918, έχουν επανέλθει στο προσκήνιο και καθορίζουν την πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν-Μπαχτσελί

Εάν λοιπόν υπήρχε μια σοβαρή ελληνική αστική τάξη που είχε συνδέσει τα συμφέροντά της με της ευημερία του τόπου, θα ήταν διαφορετική η διαχείριση της μοίρας του καθ’ όλον τον 20ο αιώνα. Έτσι, τη στιγμή που εμφανίζεται στα ανατολικά μια επιθετική δύναμη που διεκδικεί τμήματα του εθνικού εδάφους, θα είχε ήδη δημιουργήσει μια τέτοια οικονομία και μια τέτοια αμυντική βιομηχανία που θα μπορούσε να ισοσταθμίσει το έλλειμα και να καλύψει με την τεχνολογική ανάπτυξη την απειλή.

Όμως η έλλειψη μιας τέτοιας ανάπτυξης και η υπαρκτή απειλή, οδήγησαν σε μια προσπάθεια εξοπλισμού μέσα από αγορές τύπου Rafale, Belharra κλπ, κάτι που διαρκώς κάνει η Ελλάς, ειδικά μετά την κατάληψη του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τον τουρκικό στρατό. Ειδάλλως θα έπρεπε να έχει υπάρξει μια πλήρης παραίτηση και μια συνειδητή δορυφοροποίηση της Ελλάδας και της Κύπρου στην Τουρκία, της οποίας την πολιτική διαμορφώνει μια επιθετική και θρησκόληπτη Ακροδεξιά.

Υπάρχει άλλη λύση;

 Πέρα από τα νεοδημοκρατικά ταρατατζούμ κατά την άφιξη των πρώτων αεροσκαφών και το συμβολικά ακατανόητο αγιασμό των εργαλείων πολέμου και θανάτου από εκπροσώπους μιας θρησκείας της αγάπης και της ειρήνης, το ερώτημα είναι ξεκάθαρο:   τι πρέπει να γίνει με μια χώρα που απειλεί ανοιχτά την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, είναι ξεκάθαρα ιμπεριαλιστική και κυβερνάται από μια ισλαμο-εθνικιστική ελίτ που έχει κατακτήσει το 37% της Κύπρου και το 5% της Συρίας; Και έχει ήδη κάνει στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη και στο Ναγκορνο Καραμπάχ. Ενώ εδώ και πολλά χρόνια κατέλαβε στρατιωτικά και επέβαλε ιδιαίτερο καθεστώς στις βραχονησίδες των δύο Ιμίων, που ξεκάθαρα με την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα….. 

Επιπλέον δηλώνει  επισήμως και ξεκάθαρα ότι αν η Ελλάδα συνεχίσει να υπερασπίζεται τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λήμνο, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία), παύει η κυριαρχία της και επιστρέφουν στην προ του 1912 κατάσταση.

Είναι παράλογο να προσπαθείς να αποτρέψεις τον πόλεμο με τη δημιουργία ενός σχετικού ισοζυγίου δύναμης; 

Δεν ανήκει στο χώρο της κοινής λογικής ότι ο επιτιθέμενος πρέπει να ξέρει ότι αλλιώς είναι να επιτίθεσαι σε μια αδύναμη χώρα και αλλιώς σε κάποιον που μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά;

Γιατί όλο το ζήτημα είναι να μπορείς να αμυνθείς. Δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς που αξίζει να τον πάρεις υπόψη σου στην Ελλάδα, που να εισηγείται επιθετική πολιτική ή να τρέφει ιμπεριαλιστικές διαθέσεις. Αυτά τελείωσαν οριστικά και αμετάκλητα…. 

Απλώς η ατυχία της Ελλάδας και του ελληνικού λαού είναι ότι η Τουρκία οργανώνει την κυριαρχία της στην περιοχή με ένα καθεστώς μουσολινικού τύπου, με ακραία ισλαμο-εθνικιστική ελίτ και με τη δικιά τους «Χρυσή Αυγή» στην κυβέρνηση, με μια εξωστρεφή οικονομία που απ΄ ότι φαίνεται οδηγεί τον τουρκικό καπιταλισμό στη φάση του ιμπεριαλισμού…   

Ας δεχτούμε ότι η Ελλάδα κάνει τον ιστορικό συμβιβασμό αποδεχόμενη την πάγια θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, ότι ο βυθός του Αιγαίου πρέπει να μοιραστεί στη μέση και ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου βρίσκονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας…

Και ας δεχτούμε επιπλέον ότι μοιράζονται στο όνομα της συνδιαλλαγής και της καλής διάθεσης και τα μικρά νησιά και βραχονησίδες που η Τουρκία αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία (Οινούσσες, Αγαθονήσι, Φαρμακονήσι, Φούρνοι, Γαύδος, Αρκιοί, Κίναρος, Λέβιθα  κλπ –152 είναι συνολικά).

Και ας δεχτούμε ακόμα ότι  δεν πρέπει να προστατεύονται αμυντικά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία) απέναντι στο μεγαλύτερο στόλο αποβατικών που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη Μεσόγειο, γιατί εάν συνεχίσει η προσπάθεια προστασίας παύει η ελληνική κυριαρχία επ’ αυτών και επιστρέφουν στην προ του 1912 κατάσταση. Δηλαδή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, διάδοχος της οποίας είναι η σύγχρονη Τουρκία.   Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα, επισήμως διακηρυγμένη και κατατιθεμένη στον ίδιο τον ΟΗΕ ως αιτήματα της τουρκικής διπλωματίας. Και πολλά άλλα βεβαίως στα οποία εμπλέκεται η Ελλάδα. Όπως τα χρέη που ιστορικά έχει απέναντι στην Κύπρο και τον κυπριακό λαό γιατί διευκόλυνε την τουρκική εισβολή και κατοχή και γιατί ως εγγυήτρια δύναμη στη συνέχεια, η δημοκρατική Ελλάδα -μετά την πτώση της χούντας και τα συγχωροχάρτια που μοίρασε στους υπεύθυνους της Κυπριακής Προδοσίας-  αποδέχτηκε την κατάκτηση.

Ποιοι κυβερνούν την Τουρκία

Ένα από τα συμπεράσματα του καχεκτικού διαλόγου για τα ελληνοτουρκικά, είναι ότι παραγνωρίζεται εντελώς η φύση του πολιτικού κατεστημένου που δημιούργησε την Τουρκία και σήμερα κυβερνά η πλέον εξτρεμιστική εκδοχή αυτού του κατεστημένου. Και ότι η χώρα αυτή θεωρείται από αρκετούς ως μια φυσιολογική χώρα δυτικού τύπου.

Για να αποκτήσουμε μια εικόνα για όλα αυτά ας αναφέρουμε ότι την Τουρκία δεν την δημιούργησαν οι παλιοί Οθωμανοί του Χαλιφάτου, αλλά οι μιλιταριστές Νεότουρκοι, οι ακραίοι εθνικιστές, οι οποίοι συγκρούστηκαν με τους παραδοσιακούς Οθωμανούς και επί της ουσίας αυτοί διέλυσαν την οθωμανική κοινωνία και κατέστρεψαν την παραδοσιακή οθωμανική ταυτότητα αντικαθιστώντας την βιαίως με την τουρκική εθνική.

Οι Νεότουρκοι, οι οποίοι ανέβηκαν με πραξικόπημα στην εξουσία, είχαν αποφασίσει εξαρχής την εξόντωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων και ήδη από το 191 την είχαν ορίσει ως θεμέλιο λίθο της πολιτικής τους. Συστηματικά άρχισαν να εφαρμόζουν τις αποφάσεις αυτές από το 1914. Χαρακτηριστική πράξη αυτής της εναρκτήριας διαδικασίας εθνικής εκκαθάρισης, υπήρξε η καταστροφή της ιωνικής Φώκαιας, 70 χλμ βόρεια της Σμύρνης, στις 13 Ιουνίου του 1914. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Félix Sartiaux που επόπτευε τις ανασκαφές στην ιστορική μητρόπολη της Μασσαλίας, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Περιέγραψε ως εξής το πογκρόμ: «Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μια έννοια μεθοδικά. Επικεφαλής τους είναι δύο άτομα που πολλοί γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη της τοπικής Επιτροπής “Ένωση και Πρόοδος”. Εφαρμόζουν πρόγραμμα, που τους έχουν σχεδιάσει στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους».

Έτσι δημιούργησαν μια παράδοση διαχείρισης των ανεπιθύμητων κοινοτήτων που 20 χρόνια μετά θα υιοθετηθεί απολύτως από τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα της νεοτουρκικής βίας, όπως περιγράφτηκε από τον Sartiaux, με τη ναζιστική βία. Ο Enzo Traverso στο “Οι ρίζες στης ναζιστικής βίας” γράφει: «Η ιουδαιοκτονία… δεν ήταν απλώς η έκρηξη ωμής βίας αλλά κι ένας σκοτωμός που εκτελέστηκε “δίχως μίσος”, χάρη σ’ ένα σχεδιοποιημένο σύστημα βιομηχανικής παραγωγής του θανάτου, ένα μηχανισμό που δημιουργήθηκε από μια μειοψηφία αρχιτεκτόνων του εγκλήματος και μπήκε σε λειτουργία από μια μάζα, άλλοτε ένθερμων και άλλοτε ασυνείδητων εκτελεστών μέσα στη σιωπηρή αδιαφορία της μεγάλης πλειοψηφίας του γερμανικού πληθυσμού, με τη συνενοχή της Ευρώπης και την παθητικότητα του κόσμου».

Σήμερα, μέσα από τη μελέτη του Stefan Ihrig με τίτλο «Atatürk in the Nazi Imagination» είναι γνωστό ότι η δομική ομοιότητα της νεοτουρκικής και ναζιστικής βίας δεν είναι τυχαίο γεγονός.

Ίσως στο μόνο σημείο των δύο αυτών περιγραφών που υπάρχει απόκλιση, είναι η ναζιστική εφεύρεση της «βιομηχανικής παραγωγής θανάτου». Όμως, η πρόθεση θανάτωσης ενυπήρχε και στην αντίληψη των Νεότουρκων. Όπως διαπιστώνεται από τα διπλωματικά έγγραφα των Αυστριακών προξένων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η μεθόδευση των μαζικών εκτοπίσεων των πληθυσμών κατά την περίοδο του χειμώνα του 1916 βασιζόταν στην πεποίθηση των αρχών ότι «πρέπει με τους Έλληνες να τελειώνουμε τώρα…».

Ο τελευταίος Ιερός Πόλεμος (Τζιχάντ) θα κηρυχθεί την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922. Με μια παράδοξη οικειοποίηση του Ισλάμ και των συμβόλων του από τον κοσμικό τουρκικό εθνικισμό, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά θα κηρύξει “τζιχάντ κατά των απίστων” (Ελλήνων και Αρμενίων) την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-23). Θα ανακηρύξει εαυτόν gazi (γαζή), δηλαδή Ιερό Πολεμιστή για τη διάδοση του Κορανίου, μετά την πρώτη του νίκη κατά των ελληνικών στρατευμάτων στη μάχη του Σαγγάριου (Αύγουστος 1921).

Το κεμαλικό τζιχάντ θα ολοκληρωθεί με ιδιαίτερα αιματηρό τρόπο τον Σεπτέμβρη του 1922, όταν η τότε μοναρχική κυβέρνηση των Αθηνών συνειδητά παρέδωσε αφοπλισμένους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας στους Τσέτες του gazi Μουσταφά Κεμάλ. Η πυρπόληση και η σφαγή της Σμύρνης έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του τζιχάντ που είχε κηρυχθεί. Η ήττα των “απίστων” επέφερε τις ποινές που προβλέπει το Κοράνι μέσα από μια μεσαιωνικού τύπου σφαγή, την οποία δεν θέλησε να αποτρέψει και στη συνέχεια αποσιώπησε το παλαιοκομματικό κατεστημένο των Αθηνών.

Ακριβώς αυτή η ομάδα των εθνικιστών νικητών του 1922 δημιούργησε τη σύγχρονη Τουρκία, εξοντώνοντας κάθε Οθωμανό, υποστηρικτή της παλιάς θρησκευτικής και εν μέρει ανεκτικής παράδοσης. Στη συνέχεια βέβαια ο Μουσταφά Κεμάλ ήρθε σε ρήξη με τους Νεότουρκους και τον ιμπεριαλιστικό παντουρκισμό που εξέφραζαν. Επέλεξε την εσωστρέφεια και την τοπικότητα μέσα από μια τουρκική πολιτισμική κυριαρχία. Με δομές βεβαίως Βαθέος Κράτους που κατά καιρούς έβγαιναν στην επιφάνεια και καθόριζαν την πορεία της χώρας όταν θεωρούσαν ότι πάει να παρεκκλίνει.

Η διαφορά της παραδοσιακής κεμαλικής κρατικής διαχείρισης με τη σημερινή των Ερντογάν-Μπαχτσελί είναι ότι επανήλθαν στην εξουσία οι παλαιοί Νεότουρκοι με τη μορφή των Ευρασιανιστών. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, επανέκαμψε για πρώτη φορά μετά το 1918, ο παντουρκιστικός ιμπεριαλισμός υπό την ευλογία ενός τζιχαντιστικού ισλαμισμού. Ακριβώς σε αυτό το νέο πλαίσιο εκφράστηκε για πρώτη φορά με τόσο έντονο τρόπο η εδαφική  διεκδίκηση κατά της Ελλάδας και της Κύπρου. Κατά της Ελλάδας μέσα από το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας που της στερεί δικό της θαλάσσιο χώρο, καθώς και με την τη θεωρία των Γκρίζων Ζωνών για νησιά και βραχονησίδες, αλλά και με την αμφισβήτηση των μεγάλων νήσων του Ανατολικού Αιγαίου. Και κατά της Κύπρου με την εμβάθυνση της κατάκτησης του 37%, την προσπάθεια δημιουργίας δύο νέων κρατών και αμφισβήτησης των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας για εκμετάλλευση των πόρων της, ακ΄μα και στις νότιες θάλασσές της.

Ας θυμηθούμε το Σύμφωνο του Μονάχου

Η αρνητική κριτική που εκφράστηκε τις προηγούμενες μέρες μέσω των σόσιαλ μίντια με αφορμή την αγορά των Rafale ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Με πηγές έκφρασης την νεοφιλελεύθερη Δεξιά, που όμως περιορίζεται από τα νεοδημοκρατικά βαρίδια για να μιλήσει τελείως ανοιχτά, αλλά κυρίως από τον πολυποίκιλο και πολύμορφο κόσμο που ξεκινά από τους Οικολόγους και καταλήγει στους Αναρχικούς. Έναν κόσμο που στο συγκεκριμένο θέμα φαίνεται να αγνοεί τελείως το γεωπολιτικό περιβάλλον όπου εντάσσεται η σύγχρονη Ελλάδα, διαμορφώνει ένα ψεύτικο κόσμο και ορίζει κάποια μεγέθη εντελώς αυθαίρετα, με τα οποία θεωρεί ότι υπάρχει δυνατότητα εύρεσης μιας λογικής συμβιβαστικής λύσης στα προβλήματα που χωρίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία.

Επειδή τίποτα στη ζωή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά -τουλάχιστον όσον αφορούν τις διακρατικές σχέσεις- μια τέτοια προσέγγιση παραπέμπει στις αφελείς πασιφιστικές αντιλήψεις που επικράτησαν λίγο πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Την εποχή εκείνη η ηττημένη Γερμανία υπό τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ είχε παραβιάσει κάθε Συμφωνία που υπεγράφη μετα το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρανόμως είχε υπερεξοπλίσει την Γερμανία και άρχισε να διατυπώνει βλέψεις επί των γειτονικών χωρών. Το όραμα για μια μεγάλη Γερμανική Αυτοκρατορία επανήλθε. Με αφορμή την ύπαρξη Γερμανών εκτός των ορίων της εκπονεί μια ιμπεριαλιστική πολιτική.

Ο πρώτος στόχος -μετά την κατάληψη της γερμανόφωνης Αυστρίας- υπήρξε η Τσεχοσλαβακία. Η ειρωνία είναι ότι εκείνη την εποχή οι Τσεχοσλοβάκοι βασίζονταν κυρίως στη συμμαχία τους με τους Γάλλους. Τελικά, οι νικήτριες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Αγγλία και Γαλλία αποφάσισαν να δράσουν υπερασπίζοντας την Τσεχοσλοβακία, αφού βεβαίως για μεγάλο χρονικό διάστημα είχαν ανεχτεί τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Προκειμένου να αποφύγουν τον πόλεμο υποχρεώνουν την Τσεχοσλοβακία να δεχτεί κάποιους από τους όρους της Γερμανίας, πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να κορεστεί η ναζιστική δίψα για κατακτήσεις.

Παρόλα αυτά οι απαιτήσεις της Γερμανίας διαρκώς μεγάλωναν οπότε στις 29 Σεπτεμβρίου 1938 συγκλήθηκε εσπευσμένα η Διεθνής Συνδιάσκεψη του Μονάχου με συμμετέχοντες τους Μουσολίνι και Χίτλερ από εθνικοσοσιαλιστικής πλευράς και των πρωθυπουργών της Γαλλίας (Ε. Νταλαντιέ) και Μεγ.Βρετανίας (Ν. Τσάμπερλεν). Η Τσεχοσλοβοκική πλευρά δεν κλήθηκε, ούτε ως παρατηρητής.  Έτσι υπεγράφη το Σύμφωνο του Μονάχου που πρόβλεπε  τη σύσταση Διεθνούς Επιτροπής και την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων (ως παρατηρητών) στις περιοχές της Τσεχοσλοβακίας που διεκδικούσε. Αυτή ήταν η «έντιμη ειρήνη» του Νέβιλ Τσάμπερλεν, που στη συνέχεια θεωρήθηκε ότι τελικά ενίσχυε τις πολεμικές τάσεις εφόσον απέτυχε να ανακόψει τα επεκτατικά σχέδια δύο ακροδεξιών δικτατορικών καθεστώτων.

Αν στη θέση των γερμανικών επιχειρημάτων περί Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας, βάλετε τα σύγχρονα τουρκικά επιχειρήματα για Γαλάζια Πατρίδα, για Γκρίζες Ζώνες, για κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και σε όλα αυτά προσμετρήσετε την διεθνή ανοχή προς το ισλαμο-εθνικιστικό καθεστώς της Τουρκίας, θα βρείτε πολλές ομοιότητες με εκείνη την ιστορία των άτυχων Τσεχοσλοβάκων…

O N. Tσάμπερλεν επιστρέφει περιχαρής στο Λονδίνο κραδαίνοντας τη Συμφωνία του Μονάχου, με την αφελή πίστη ότι η Ευρώπη διέφυγε τον πόλεμο

«Το ιστορικό πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Αίτια και αιτιατά»

Την Παρασκευή 21-1-2022, 7.00-8.30 μ.μ. ο ιστορικός και πεζογράφος, Κώστας Χατζηαντωνίου εγκαινιάζει τον κύκλο παρουσιάσεων για τον ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αφορμή την επέτειο των 100 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η διάλεξη θα δοθεί στο χώρο του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Δήμου Κηφισιάς: Έπαυλη Δροσίνη, Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού…..

Είναι εντυπωσιακή η υποβάθμιση από το ελλαδικό πολιτικό σύστημα μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που καθόρισε τις γεωπολιτικές ισορροπίες σε όλη την Εγγύς Ανατολή, σημαδεύτηκε από φρικτές Γενοκτονίες και κληρονόμησε στις μέρες τις εντάσεις με τη σύγχρονη Τουρκία η οποία γεννήθηκε στις στάχτες της Σμύρνης.

Αντιδρώντας στην αλλοτρίωση, το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας αφιερώνει τις διαλέξεις σε όλο το επετειακό έτος στα ζητήματα αυτά.

Περίληψη της εισήγησης:

«Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, με την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών, χάρη στην επιμονή του Ελευθερίου Βενιζέλου και το κίνημα της Εθνικής Αμύνης, φαινόταν να δίνει μια μοναδική ιστορική ευκαιρία να πραγματοποιηθεί το σύνολο σχεδόν των εθνικών διεκδικήσεων. Ο μικρασιατικός ελληνισμός που γνώριζε ήδη από το 1914 (όταν η Ελλάδα ήταν ακόμη ουδέτερη) την πολιτική γενοκτονίας των νεοτούρκων μπορούσε να ελπίζει.

Κι όμως. Μέσα σε τρία χρόνια, τον θρίαμβο διαδέχθηκε η Καταστροφή. Μια Καταστροφή στην οποία οδήγησαν γεγονότα καθόλου αναπότρεπτα. Τα γεγονότα αυτά συσκοτίζονται σκόπιμα, διότι η περίοδος 1914-1922 είναι κλειδί για την κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας μας αλλά και για την φύση των ελλαδικών ελίτ. Η επαναστατική στρατηγική του Κεμάλ απέκτησε την υπεροχή μόνον απέναντι στη μετανοεμβριανή ελλαδική ηγεσία.

Για τούτο και η μεταπολίτευση του 1920 είναι η βασική αιτία της Καταστροφής διότι είχε ολέθριες συνέπειες:

α) Κατάρρευση της διεθνούς θέσης της χώρας. Η Ελλάδα ανέλαβε τον μικρασιατικό αγώνα ως εντολοδόχος της Αντάντ, στο πλαίσιο των αποφάσεων ενός συνεδρίου ειρήνης μετά τον πόλεμο εναντίον και της Τουρκίας. Η ανάδειξη στην Αθήνα κυβέρνησης από τις δυνάμεις που αντετίθεντο στην είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και η επιστροφή του Κωνσταντίνου (που στη Γαλλία ήταν μισητός όσο και ο Κάιζερ) έδιναν πρόσχημα στις δυνάμεις της Αντάντ να αποδεσμευτούν από τις υποχρεώσεις τους προς μια σύμμαχο αλλά και από τη συνέχιση μιας αντιτουρκικής πολιτικής στο όνομα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ελληνοτουρκική σύγκρουση από κεφάλαιο αυτού του πολέμου έγινε διμερές ζήτημα. Οι Δυνάμεις υιοθέτησαν έτσι μια στάση εχθρικής ουδετερότητας, που θα γίνει στη συνέχεια (από Γαλλία και Ιταλία) ανοιχτή συνεργασία με τον Κεμάλ, ο οποίος έχει παράλληλα και αφειδή βοήθεια από τη Σοβιετική Ρωσία.

Μόνο η Αγγλία δεν θα στηρίξει το κεμαλικό κίνημα μα και αυτή διακόπτει την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που ως τότε παρείχε στην Ελλάδα.

β) Έλλειψη εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας. Η απομάκρυνση του Βενιζέλου στέρησε τη χώρα από μια προσωπικότητα παγκοσμίου κύρους που μπορούσε να επιτύχει τις βέλτιστες δυνατές διπλωματικές παραχωρήσεις αλλά και το κόστος ενός έντιμου συμβιβασμού.

γ) Έλλειψη εμπνευσμένης στρατιωτικής ηγεσίας. Στο πολεμικό πεδίο, η εκκαθάριση των βενιζελικών αξιωματικών, είχε δυσμενέστατη ηθική και επιχειρησιακή επίδραση. Συγχρόνως, με την άφρονα επιχείρηση προς την Άγκυρα χάθηκε ο ανθός της στρατιάς. Στη συνέχεια, η ειρηνιστική προπαγάνδα για το μάταιο των θυσιών και οι συνεχείς πληροφορίες περί προσεχούς αποχώρησης από τη Μ. Ασία, η νοοτροπία του Οίκαδε, υπέσκαψαν το ηθικό του επί δέκα χρόνια δοκιμαζόμενου στρατιώτη.

Δυό λόγια για τον εισηγητή:

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, ιστορικός και πεζογράφος, γεννήθηκε το 1965 στην Ρόδο. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Παλαμά. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, ιστορικές μελέτες, δοκίμια κριτικής και στοχασμού καθώς και τρία μυθιστορήματα, ένα εκ των οποίων,το «Αγκριτζέντο», έχει τιμηθεί το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2011).

Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ιστορία του Μικρασιατικού Ελληνισμού και έχει γράψει μία τρίτομη Ιστορία της Μικράς Ασίας αλλά και μια μελέτη για την μικρασιατική εκστρατεία που επανεκδόθηκε πρόσφατα.

——

Όσοι θέλουν να την παρακολουθήσουν θα πρέπει να προκρατήσουν θέση τηλεφωνώντας στην κα Αθανασία Μπρακούλια στο τηλ. 213-2007204 (Δευτέρα ως Παρασκευή: 9.00 – 14.00). Ακολουθούνται από τους υπεύθυνους του Ελεύθερου Πανεπιστημίου κάποιοι κανόνες λόγω Κόβιντ…

όσοι δεν μπορε΄σουν να παρακολουθήσουν τη διάλεξη, θα έχουν την ευκαιρία αργότερα να την ακούσουν αναρτημένη στο youTube, στη κανάλι του Ελεύθερου Πανεπιστημίου: https://www.youtube.com/channel/UC_bqtgv4tZysai71VtYx9aw

Σε, όλο αυτό το διάστημα που η πανδημία απαγόρευε έστω και υπό όρους την παρακολούθηση, οι κύκλοι των διαλέξεων συνεχίζονταν αμείωτα χωρίς ακροατές και μεταδίδονταν στο youTube. Οπότε μπορείτε να αναζητήσετε και να βρείτε εξαιρετικές παρουσιάσεις στο κανάλι.

—————————————————-

Η διάλεξη:

Μια συνέντευξη στη «Μακεδονία»

Μια σειρά ερωτημάτων μου έθεσε ο καλός Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης, που τελικά πήραν τη μορφή συνέντευξης η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 9 Ιανουαρίου 2022.

Ο τίτλος που επιλέχθηκε ήταν ο εξής: «Να κηρυχθεί το 2022 επετειακό έτος για τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή«

Η εισαγωγή του Νίκου Ασλανίδη ήταν η εξής:
Το 2022 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική συμφορά που έζησε ο ελληνισμός στη νεότερη ιστορία του: τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πως φτάσαμε όμως από το θρίαμβο της μικρασιατικής εκστρατείας σε αυτή την καταστροφή; Γιατί τελικά μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας; Έναν αιώνα μετά, ο διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ Βλάσης Αγτζίδης, μιλάει στη «Μακεδονία» και τονίζει ότι το 2022 έπρεπε να κηρυχθεί ως επετειακό έτος έτσι ώστε η χρονιά αυτή να γίνει μια τεράστια γιορτή γνώσης και στοχασμού για τον ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής

Στη συνέχεια, η συνέντευξη, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκε:

Αρχικά πείτε μου  από που κατάγεται η οικογένειά σας;

Ανήκω στην τρίτη προσφυγική γενιά. Δηλαδή οι παππούδες μου ήρθαν ως πρόσφυγες στα Βαλκάνια μέσα από ιδιαίτερες και εν πολλοίς μυθιστορηματικές πορείες.  

Οι γονείς του πατέρα μου είναι Πόντιοι.

Ο παππούς Καρσλής και η γιαγιά από την Άνω Ταρσό της Χερροίαννας της περιοχής της Αργυρούπολης. Ο Πόντιος παππούς, που φέρω το όνομά του, γνώρισε τις πολεμικές συγκρούσεις στο Μέτωπο του Καυκάσου μεταξύ Ρώσων και Νεότουρκων από το 1914. Πλάι στο ελληνικό χωριό τους, το Αμιρχάν, συνέβη η τρομερή ήττα των Νεοτουρκικών στρατευμάτων που επιχείρησαν να διαβούν τον ορεινό Καύκασο ώστε να βρεθούν στο Νότο των Ρώσων και τελικά ηττήθηκαν από το φοβερό ψύχος. Από εκεί ξεκίνησε η στρατιωτική κατάρρευση των Νεότουρκων που λίγα χρόνια μετά θα οδηγήσει στην κατάληψη του μισού Πόντου από τους Ρώσους (1916-1918).Γνώρισε την κατάσταση μετά την δημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και συναντήθηκε, όπως και οι υπόλοιποι Καρσλήδες, με τα προοδευτικά ρεύματα σκέψης που σάρωναν την επαναστατημένη Ρωσία. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη φιλογερμανική στροφή του Λένιν και λόγω της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ (Φεβρουάριος -Μάρτιος 1918), έγινε πρόσφυγας μαζί με όλη την ελληνική κοινότητα του νότιου Καυκάσου. Για τέσσερα χρόνια περιπλανήθηκαν  στην υπό εμφύλιο πόλεμο Ρωσία και τελικά ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 μέσω Νοβοροσίσκ. Πέρασαν από τα Λοιμοκαθαρτήρια της «μητέρας-πατρίδας» (Μακρονήσι ή Άγιος Γεώργιος Πειραιά, οι γνώμες διίστανται) και τελικά -μετά από ένα άτυχο πέρασμα στο αφιλόξενο Αγρίνιο- εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς.

Η Πόντια γιαγιά είχε και αυτή αντίστοιχη πορεία. Μετά τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο, πολλοί Έλληνες φοβούμενοι τις αντεκδικήσεις των νεοτουρκικών στρατευμάτων έφυγαν προς τη Ρωσία εν μέσω του σκληρού χειμώνα. Ακολουθώντας την διαδρομή Αργυρούπολη-Καρς-Τιφλίδα-Βατούμι θα χάσουν τους γονείς από τις κακουχίες. Τελικά τα δύο ορφανά -η 9χρονη γιαγιά μου και ο μεγαλύτερος αδελφός της θα βρεθούν μόνοι με τη γιαγιά τους στο Βατούμι. Εκεί μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας (Οκτώβριος 1918)  θα τους εντοπίσει ένας εύπορος θείος και θα παλιννοστήσει τα ορφανά στην Τραπεζούντα. Θα περάσουν εκεί όλη την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου και με την υπογραφή της Συνθήκης Ανταλλαγής των Πληθυσμών θα έρθουν στην Ελλάδα.

Οι γονείς της μητέρας μου κατάγονται από την Μαγνησία της περιοχής της Σμύρνης.

Βίωσαν τη νεοτουρκική καταπίεση της περιόδου 1914-1918, την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας το 1919-1922 και τελικά θα γίνουν πρόσφυγες μετά την ήττα του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1922. Θα περάσουν μέσα από την κόλαση του «συνωστισμού» της Σμύρνης. Η οικογένεια της γιαγιάς μου θα εγκατασταθεί στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης.

Ο παππούς μου θα συλληφθεί στην προκυμαία της Σμύρνης μαζί με δεκάδες χιλιάδες άνδρες και θα σταλεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο εσωτερικό της Ανατολίας. Περίπου για δύο χρόνια θα παραμείνει κυριολεκτικά σκλάβος της νέας κεμαλικής τάξης πραγμάτων. Θα είναι ένας από τους λίγους που θα επιβιώσουν και ένα χρόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και θα έρθει στην Ελλάδα.  

Είχα τη μεγάλη τύχη, όλοι μου οι παππούδες και οι γιαγιάδες να μιλούν για τις τραυματικές τους εμπειρίες. Έτσι από πολύ νωρίς είχα διαμορφώσει μια εικόνα για τη σημασία που είχε εκείνο το ιστορικό μεταίχμιο 1914-1922. 

Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ιστορία;


Οι βασικές μου σπουδές ήταν τα Μαθηματικά. Όμως το ενδιαφέρον για την ιστορία υπήρχε από παλιά. Η στροφή από τα Μαθηματικά στην Ιστορία και η ενασχόληση με αποσιωπημένες και εν τέλει άγνωστες πλευρές της νεοελληνικής ιστορίας έγινε πρωτίστως από ερευνητικό ενδιαφέρον που απαντούσε στα υπαρξιακά πολιτικά διλήμματα που είχε η δική μου γενιά που «ξεμύτισε» στο δημόσιο χώρο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Το πρώτο θέμα με το οποίο ασχολήθηκα ήταν ο Ελληνισμός στην ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Και αυτό συνέβη όταν συνάντησα έναν γέροντα Πόντιο που είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα του Πόντου, είχε καταφύγει στην Κριμαία (ΕΣΣΔ) λόγω της Γενοκτονίας και το 1937 έπεσε θύμα των σταλινικών διώξεων με αποτέλεσμα να θητεύσει 13 χρόνια στα γκουλάγκ της Σιβηρίας. Έτσι, με την μελέτη της ελληνικής σοβιετικής μειονότητας, μπορούσες να κατανοήσεις τις διάφορες φάσεις, καλές και κακές, του σοβιετικού πειράματος που σφράγισε με τον τρόπο του τον 20ο αιώνα.

Για τη γενιά μου, αλλά και για την ιστοριογραφική μας κοινότητα, η συγκεκριμένη ιστορική κατηγορία «Έλληνες στα γκουλάγκ» ήταν ακατάτακτη. Όπως και το γεγονός ότι στην ΕΣΣΔ κατοικούσαν μισό εκατομμύριο Έλληνες, ως επίσημη αναγνωρισμένη εθνική κοινότητα.Το συγκεκριμένο θέμα που με απασχόλησε αρχικά αναπόφευκτα με οδήγησε από τις βορειοανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου (ΕΣΣΔ) στις νότιες (μικρασιατικός Πόντος-Τουρκία).

Και αυτό με τη σειρά του στο σύνολο της Μικράς Ασίας και στις διαδικασίες μετασχηματισμού της ισλαμικής πολυεθνοτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε έθνος-κράτος (1914-1923). Διαδικασίες που σημαδεύτηκαν από την εμφάνιση ενός σκληρού μιλιταριστικού τουρκικού εθνικισμού, που προκάλεσε τις Γενοκτονίες των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων) με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα. Και όλα αυτά εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που αναδόμησε την Ευρώπη και τον κόσμο.Η γνώση αυτής της επώδυνης διαδικασίας, αναπόφευκτα γεννά ερωτήματα για την παντελή έλλειψη σχετικής πληροφόρησης στην Ελλάδα μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η καταστροφή του ελληνισμού της Ανατολής ήταν εκτός της συλλογικής Μνήμης του σύγχρονου ελληνισμού. Αυτό το ερώτημα υπήρξε η δεύτερη μεγάλη πρόκληση για μένα. Αφού καταγραφεί το μέγεθος της τραγωδίας του ελληνισμού της Ανατολής (Ιωνία, Πόντος, Καππαδοκία, Ανατολική Θράκη) να εξηγηθεί η απουσία ενδιαφέροντος και η πολιτικής λήθης που ακολουθήθηκε μετά το 1922, τόσο από την επίσημη εξουσία, όσο και από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις της. 

Πως ζούσε  ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία πριν την καταστροφή;


Οι Έλληνες αποτελούσαν το 15-20% του συνολικού Οθωμανικού πληθυσμού στα εδάφη που σήμερα καταλαμβάνει η Τουρκία. Οι υπόλοιποι ήταν άλλοι χριστιανικοί λαοί (Αρμένιοι, Ασσυροχαλδαίοι) και οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι, πολυεθνοτικοί και πολύγλωσσοι χωρίς ενιαία εθνική ταυτότητα. Πριν το 1914 φαίνεται ότι ήταν περί τα 2.2 εκατομμύρια (1.8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό 10-12 περίπου εκατομμυρίων.Oι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις που ολοκληρώθηκαν το 1856 με το Χάτι Χουμαγιούν διαμόρφωσαν για πρώτη φορά συνθήκες ισότητας στην Αυτοκρατορία. Αυτό σε συνδυασμό με την βιομηχανική επανάσταση και την δημιουργία διεθνών δικτύων εμπορίου , επέτρεψαν τους παλιούς ραγιάδες να αναπτυχθούν οικονομικά και να αποτελέσουν ένα σημαντικό τμήμα της νεοδημιουργημένης οθωμανικής αστικής τάξης.Η οικονομική ισχύς των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας.

Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής. 

Η πολιτική Βενιζέλου ήταν απολύτως ρεαλιστική μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσε συνέχεια της πολιτικής του στη βαλκανική συμμαχία που οδήγησε στην ενσωμάτωση των Νέων Χωρών   στην Ελλάδα…

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το Φθινόπωρο του 1918 επιχείρησε:

– να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του Αιγαίου,

-να πετύχει την απελευθέρωση των Ελλήνων της Οθ. Αυτοκρατορίας που είχαν υποστεί από το 1914 τη νεοτουρκική πολιτική Γενοκτονίας

-να δώσει στην Ελλάδα μια φυσιολογικότερη  κοινωνική δομή, ενσωματώνοντας εδάφη όπου υπήρχε μια ακμαία ελληνική αστική τάξη και

-να παρέμβει στις μεταοθωμανικές εξελίξεις…

Η πολιτική δύναμη που απέτυχε πλήρως στη διαχείριση της μικρασιατικής πρόκλησης ήταν η παλιά φιλογερμανική μοναρχική Δεξιά που κέρδισε  τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 με σύνθημα «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς»… και ακολούθως διάλυσε πλήρως τις συμμαχικές σχέσεις, εγκατέλειψε τον Πόντο και άρχισε τους τυχοδιωκτισμούς στο Μικρασιατικό μέτωπο, ανατολικά του Σαγγάριου…Ο απόλυτος ανορθολογισμός δηλαδή, που στο τέλος επισφραγίστηκε (νόμος 2870/1922 και εντολή Πρωτοπαπαδάκη 5 μέρες πριν εισβάλουν οι κεμαλικοί στη Σμύρνη) με την απαγόρευση εξόδου για τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την παράδοση προς σφαγή στον Μουσταφά Κεμάλ…

Η αιτία της ήττας του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 – τις οποίες θα μπορούσε να αποφύγει αλλά ήταν βέβαιος ότι θα συντρίψει τους αντιπάλους του- οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ξαφνικό θάνατο του Αλέξανδρου και στην επιστροφή των φανατικών βασιλικών από την εξορία, οι οποίοι ήθελαν πάση θυσία τη ρεβάνς γιατί ο Βενιζέλος αντέδρασε στα φιλογερμανικά τους σχέδια την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου…

Η συντριβή των Ελλήνων τον Αύγουστο του 1922 και τα όσα τραγικά επακολούθησαν της νίκης των κεμαλικών δεν υπήρξαν ένα νομοτελειακό γεγονός, αλλά απόρροια της διαχείρισης μιας μοναδικής ευκαιρίας από τις ελλαδικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ. 

Τελικά γιατί μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας;

Η εγκατάλειψη προήλθε από τις λανθασμένες επιλογές της ελληνικής φιλοβασιλικής κυβέρνησης που εκλέχτηκε την 1η Νοεμβρίου 1920. Στις 5 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη διενεργεί δημοψήφισμα για την επιστροφή του Κωνσταντίνου Α’.

Ο Κωνσταντίνος στα μάτια των συμμάχων, ήταν ταυτισμένος με τον Γερμανό Κάιζερ. Τον θεωρούσαν υπεύθυνο της ήττας τους στην Καλλίπολη το 1915 και υπεύθυνο για την παράταση του πολέμου και τον θάνατο εκατομμυρίων στρατιωτών και πολιτών. Οι σύμμαχοι, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί, παρέδωσαν δύο ξεκάθαρες  και πολύ αυστηρές διακοινώσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση με τις οποίες δεν θα αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του Κράτους και θα έπαυαν να την υποστηρίζουν την Ελλάδα στρατιωτικά και διπλωματικά.

Οι νικητές των εκλογών -που δεν είχαν καμία άποψη για Μικρά Ασία, είχαν πολιτευτεί ρεβανσιστικά με το σύνθημα «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς» και είχαν ιδεολογικά και πολιτικά υποστηριχθεί από το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ)- αγνόησαν απολύτως την βούληση των συμμάχων. Και όλα αυτά, σε ένα γοργά μεταβαλλόμενο διεθνές τοπίο, που χαρακτηριζόταν από την εμφάνιση ενός νέου αντιδυτικού κράτους, της ΕΣΣΔ και την εμφάνιση μεγάλων εσωτερικών ανταγωνισμών στο συμμαχικό μέτωπο (Ιταλοί κατά Βρετανών και Γάλλων αρχικά και γαλλο-βρετανικός ανταγωνισμός στη συνέχεια).Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο…

Οι προϋποθέσεις για την απόλυτη Καταστροφή είχαν ήδη τεθεί… 

Ποιες ήταν οι συνέπειες της μικρασιατικής τραγωδίας;

Οι συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής θα είναι πάντα παρούσες και καθοριστικές. Όλα τα προβλήματα που έχουμε σήμερα με την Τουρκία προέρχονται από εκείνη την ανυπολόγιστης σημασίας ελληνική ήττα.

Γιατί τότε, διαμορφώθηκε η οριστική μεταοθωμανική πραγματικότητα στην Εγγύς Ανατολή.

Γιατί το όλο διακύβευμα ήταν η μορφή που θα λάμβανε ο μεταοθωμανικός κόσμος με την αποχώρηση από την ιστορία της πολυεθνικής, προνεωτερικής, ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το τέλος της Αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτο, νομοτελειακό. Το μοναδικό ζήτημα που υπήρξε τότε ήταν ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση που θα βασιζόταν στη μορφή του έθνους-κράτους, που αποτελούσε και τη σύγχρονη πολιτειακή έκφραση ήδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Και εκεί, όπως είπαμε παραπάνω, ο ελληνισμός απέτυχε παταγωδώς να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες. Και μετά το τέλος της τραγωδίας επέλεξε να καλύψει τις μεγάλες του ευθύνες επιλέγοντας την αποσιώπηση και την περιθωριοποίηση της προσφυγικής ιστορικής μνήμης


Το 2022 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τότε. Μήπως η ελληνική πολιτεία θα έπρεπε να προγραμματίσει κάποιες εκδηλώσεις;

Ήδη θα έπρεπε η κυβέρνηση να έχει κηρύξει το έτος 2022 ως επετειακό έτος για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή… Γιατί η χρονιά 2022 έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό μιας και κλείνει ο κύκλος της εθνικής απελευθέρωσης που άρχισε το 1821.

Επί πλέον τότε ολοκληρώνεται μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει το 1908, όταν οι εθνικιστές Νεότουρκοι άνοιξαν τον Ασκό του Αιόλου. Μετά από κοσμοϊστορικές διεργασίες που ξεκίνησαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους και κορυφώθηκαν με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, επήλθε το τέλος του παλιού πολυεθνικού κόσμου.

Τα μεγάλα θύματα ήταν οι μη μουσουλμανικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες αποτέλεσαν στόχο προδιαγεγραμμένων εθνικών εκκαθαρίσεων. Η βίαιη καταστροφή τους έχει χαρακτηριστεί Γενοκτονία με βάση το Διεθνές Δίκαιο, ενώ η ίδια η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει με ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής το ιστορικό γεγονός θεσπίζοντας δύο Ημέρες Μνήμης για τη Γενοκτονία (19 Μαϊου για τον Πόντο, 14 Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας).

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή επήλθε το οριστικό τέλος των ελληνικών εγκαταστάσεων στη μικρασιατική χερσόνησο, που χρονολογούνται από τα προϊστορικά χρόνια. Η μεγάλη ακμή των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, στη φιλοσοφία, στις επιστήμες και είναι απαρχή του σύγχρονου δημοκρατικού κόσμου και της ορθολογικής επιστημονικής σκέψης. 

Η σημασία της απώλειας δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό κόσμο αλλά και σε αυτόν που διαμορφώθηκε στη Δύση ως απόρροια της ελληνορωμαϊκής παράδοσης.

Ελπίζω ότι αυτό που δεν θα κάνει η κυβέρνηση και το πολιτικό κατεστημένο, θα το κάνουν οι γόνοι των προσφύγων από Μικρά Ασία, Πόντο και Ανατολική Θράκη μετατρέποντας τη χρονιά σε μια τεράστια γιορτή γνώσης και στοχασμού για τον ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής. 

Αρέσει σε %d bloggers: