ΣΤΑΛΙΝ Vs ΚΚΕ

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

Ένα από τα πλέον άγνωστα θέματα των σταλινικών διώξεων -που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1937-38- είναι η εξόντωση των μελών του ΚΚΕ που είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ένωση μετά την ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα το 1928, με τον νόμο που έμεινε γνωστός ως Ιδιώνυμο.

Το ζήτημα αυτό παραμένει άγνωστο για δύο λόγους: πρώτα γιατί η νεοελληνική ιστοριογραφία δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για τέτοια ζητήματα και έπειτα γιατί η πλειονότητα της ελληνικής Αριστεράς πάσχει από έναν ανυπόφορο αταβισμό, με αποκορύφωμα βέβαια το ΚΚΕ το οποίο έχει επιστρέψει στην πιο παλιά, σκληρή και μεταφυσική ιδεολογική του μήτρα.

Στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, της 2ας Ιουνίου του 2013, στις σελίδες για την Ιστορία υπήρχε ένα τέτοιο αφιέρωμα, στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά ο Μάριος Μαρκοβίτης, ανεψιός του Μάρκου Μαρκοβίτη υψηλόβαθμου στελέχους του ΚΚΕ, εκτελεσμένου στην περιοχή της Kommunarka (φωτογραφία πάνω) και θαμμένο σε ομαδικό τάφο μαζί με άλλους 14.000 δολοφονημένους από το σταλινισμό. Το κείμενό του βρίσκεται αμέσως μετά το δικό μου...

 http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2013-06-02&s=istorika

gulang
Η Εργασία στην ΕΣΣΔ – είναι υπόθεση της Τιμής,
υπόθεση της Αρετής και του Ηρωισμού! 

Ιστορικά

Σοβιετικός Μεσοπόλεμος: οι διώξεις Στάλιν κατά των φυγάδων-μελών του ΚΚΕ

  • ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

    «Κάποτε θα πρέπει να ζητήσετε -ακόμα και με απόφαση συνεδρίου- όλα τα χαρτιά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, της Κα-Γκε-Μπε, που αφορούν το ΚΚΕ και το κίνημα, τους αγωνιστές μας που χάθηκαν εδώ στη Σιβηρία (σαν τους Κλειδωνάρη, Φλαράκο, Χαϊτά και άλλους πολλούς). Αυτή είναι ιερή υποχρέωσή μας. Το 1947 εγώ ζωντανούς βρήκα μονάχα δύο»
    (ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, επιστολή προς Χαρίλαο Φλωράκη)

  • Ενα από τα πιο άγνωστα θέματα που καλείται να αντιμετωπίσει η νεοελληνική ιστοριογραφία, είναι η μοίρα των Ελλήνων που κατοικούσαν στην ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μεταξύ των πολυάνθρωπων ελληνικών πληθυσμών, γηγενών αλλά και προσφυγικών από τη Μικρά Ασία, υπήρχε και ένας σημαντικός αριθμός φυγάδων από την Ελλάδα. Πρόκειται για διωκόμενους αριστερούς, που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ μετά την ψήφιση του Ιδιώνυμου (1918) με το οποίο ποινικοποιήθηκε η κομμουνιστική ιδεολογία.

    Γνωρίζουμε πλέον μέσα από τα σοβιετικά αρχεία ότι η καταστροφή του σοβιετικού Ελληνισμού, όπως και πολλών μικρών εθνικών μειονοτήτων, υπήρξε συνειδητή πράξη της σταλινικής ηγεσίας. Οι Ελληνες της ΕΣΣΔ υπέστησαν από το 1937 πολιτιστική γενοκτονία. Οι φυσικοί τους ηγέτες (κομμουνιστικής ιδεολογίας) εκτελέστηκαν ή πέθαναν στα γκουλάγκ και μεγάλο μέρος των σοβιετικών Ελλήνων υπέστη την υποχρεωτική μαζική μετεγκατάσταση κατά τη δεκαετία του ’40 στις στέπες της Κεντρικής Ασίας – με την ανοχή της ίδιας της Ελλάδας. Ενώ γνωρίζουμε πλέον για τη μοίρα των ελληνικών κοινοτήτων, καθώς και για τη μοίρα των ντόπιων Ελλήνων κομμουνιστών (Ποντίων και Μαριουπολιτών), αγνοούμε το τι συνέβη με ακρίβεια στους Ελλαδικούς κομμουνιστές. Δηλαδή, ποια ήταν η μοίρα εκείνων των μελών του ΚΚΕ που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, είχαν ενταχθεί στις ντόπιες ελληνικές κομματικές οργανώσεις και είχαν ενσωματωθεί ως εργαζόμενοι και καθοδηγητές στις σοβιετικές ελληνικές κοινότητες.

    Η απόφαση της 10ης Ολομέλειας του ΚΚΕ

    Ηδη κατά τη 10η Ολομέλεια του ΚΚΕ (Γενάρης 1967) είχε ληφθεί η απόφαση της κομματικής αποκατάστασης για τα υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΕ που δολοφονήθηκαν από τους σταλινικούς στην ΕΣΣΔ:

    «Η 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, παίρνοντας υπόψη τα στοιχεία που υπάρχουν για τους παρακάτω συντρόφους-θύματα της προσωπολατρίας και μέλη και στελέχη του ΚΚΕ:

    1. Κλειδωνάρη Απόστολο 2. Μαρκοβίτη Μάρκο 3. Χαϊτά Ανδρόνικο 4. Ευτυχιάδη Κώστα 5. Πηλιώτη Διονύσιο 6. Ντούβα Γεώργιο (Βορεινό) 7. Τσαγκαράκη Γιάννη (Τόμωφ) 8. Γιαννοκούτση Γιάννη 9. Δημάκο Νικόλαο (Γρηγόριεφ) 10. Δουλούδη Βασίλη (Ταμπακώφ) 11. Χριστοδουλίδη Χριστόδουλο (Αλέξη) 12. Κολοζώφ Γεώργιο (Λεωνίδα) 13. Χαραμή Στάθη (Ασάνωφ)

    Αποφασίζει:


    1) Αποκαθιστά ηθικά και κομματικά τους συντρόφους αυτούς που πέθαναν, σαν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ

    2) Η απόφαση αυτή ν’ ανακοινωθεί εσωκομματικά και να μη δημοσιευτεί στον κομματικό Τύπο. Το Π.Γ. να πάρει μέτρα ώστε στον κατάλληλο χρόνο και τρόπο (επέτειοι, ιστορικές αναμνήσεις και άλλες δημοσιεύσεις) ν’ αποκαταστήσει δημόσια τη μνήμη των παραπάνω συντρόφων.

    3) Η Κ.Ε. εξουσιοδοτεί το Π.Γ. ν’ ανακοινώσει κατάλληλα την απόφασή της στην οικογένεια, αν έχει, του κάθε συντρόφου και ταυτόχρονα να εξετάσει την περίπτωση ηθικής και υλικής βοήθειάς της».

    Γνωρίζουμε ότι όλα αυτά τα μέλη που αναφέρονται στην απόφαση κατείχαν υψηλές κομματικές θέσεις στο μηχανισμό του ΚΚΕ που βρισκόταν εκτός νόμου στην Ελλάδα. Κάποιοι είχαν βρεθεί και στις ανώτατες θέσεις του κόμματος, όπως ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, που ήταν γενικός γραμματέας του Κόμματος την περίοδο 1928 – 1931. Οι Γιώργος Κολοζώφ και Γιώργος Ντούβας διετέλεσαν γραμματείς της κομμουνιστικής νεολαίας ΟΚΝΕ (1928 – 1931 και 1925 – 1928). Ο Κώστας Ευτυχιάδης υπήρξε μέλος του Π.Γ. (1928 – 1931) και ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης διευθυντής του «Ριζοσπάστη» (1928 – 1931).

    Στην προσπάθεια της διερεύνησης αυτής της άγνωστης και σκοτεινής σελίδας, τόσο της νεοελληνικής Ιστορίας όσο και της Αριστεράς, μεγάλη είναι η ερευνητική συμβολή του Μάριου Μαρκοβίτη, ανιψιού του Μάρκου Μαρκοβίτη, που εκτελέστηκε στην περιοχή της Kommunarka και θάφτηκε σε ομαδικό τάφο μαζί με άλλους 14.000 δολοφονημένους από το σταλινισμό.

    * Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικόςhttps://kars1918.wordpress.com/

  • cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΡΟΜΟΥ 1936-1938 *


  • ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΡΚΟΒΙΤΗ*

    Αναζητώντας τους χαμένους κομμουνιστέςΔημοσιεύονται σήμερα για πρώτη φορά, μεταφρασμένα από τα ρωσικά, σημαντικά έγγραφα τα οποία ρίχνουν φως στην τύχη Ελλήνων κομμουνιστών, οι οποίοι βρίσκονταν για διάφορους λόγους στην ΕΣΣΔ κατά το 1936-Ελλαδικοί κομμουνιστές, που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ το Μεσοπόλεμο και έχασαν τη ζωή τους την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων.1938. Ελλαδικοί κομμουνιστές, που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ το Μεσοπόλεμο και έχασαν τη ζωή τους την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων.Η χρονική αυτή περίοδος συμπίπτει με την έξαρση και κορύφωση των σταλινικών διώξεων και εκκαθαρίσεων, στις οποίες συμπεριελήφθηκαν τόσο οι πολλές εθνικές μειονότητες (μεταξύ τους και η ελληνική) όσο και μέλη και στελέχη αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων.


    Τα έγγραφα ανήκουν στο ογκώδες Αρχείο του Ochalis Konstantin Vasil’evich. Πρόκειται για τον Μάρκο Μαρκοβίτη, στέλεχος της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ στη δεκαετία 1920, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο το 1930 (Δίκη Καλπακίου), απέδρασε τον Απρίλιο 1931 από τις φυλακές Συγγρού μαζί με άλλα εφτά ανώτερα στελέχη του ΚΚΕ και διέφυγε μαζί τους στην ΕΣΣΔ. Εζησε στη Μόσχα, έγινε το 1932 μέλος του ΠΚΚ (μπ.), παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη. Από τον Δεκέμβριο 1935 παρακολουθούσε μεταπτυχιακά στο KUNMZ όπου ταυτόχρονα δίδασκε. Η Σχολή αυτή έκλεισε το 1936 και όλοι οι Ελληνες κομμουνιστές-σπουδαστές στάλθηκαν από το Κόμμα για δουλειά στο Νότο της ΕΣΣΔ, στις Παρευξείνιες Ελληνικές Περιοχές. Πρέπει να ήταν 11 άτομα, τα οποία τοποθετήθηκαν για εργασία κυρίως στο Εκδοτικό «Κομμουνιστής» (σ.τ.επ. στην αυτόνομη Ελληνική Σοβιετική Περιοχή στη Νότια Ρωσία).

    Στόχος, η μειονότητα

    Στα έγγραφα που παρατίθενται είναι φανερή η στόχευση της ελληνικής μειονότητας, κατά συνέπεια και των Ελλήνων, έστω κι αν επρόκειτο για δοκιμασμένα, έμπιστα στελέχη του ΚΚΕ. Αυτό αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά και στην οδηγία 50215 της NKVD στις 11.12.1937, με την οποία κορυφώθηκε η «Ελληνική Επιχείρηση» εκτεταμένων διώξεων και εκκαθαρίσεων: «…διαπιστώνεται ότι η Ελληνική αντικατασκοπία διενεργεί έντονη κατασκοπευτική, υπονομευτική και εξεγερτική δουλειά στην ΕΣΣΔ… Βάση γι’ αυτή τη δουλειά είναι οι Ελληνικές Περιοχές Ραστόβ-να-ντον και Κρασναντάρσκι του βόρειου Καυκάσου…».

    Προδιαγεγραμμένη η τύχη των κομμουνιστών αυτών που στάλθηκαν από τη Μόσχα στις Ελληνικές Περιοχές: ενοχοποιήθηκαν όλοι τους. Οι αρχικές κατηγορίες που τους αποδόθηκαν, ότι λ.χ. περνούσαν την ύπουλη αντεπαναστατική δουλειά τους μέσα από τη βιβλιογραφία, τη γραμματική, τη μορφολογία των κειμένων ή, ειδικά για τον Μάρκο Μαρκοβίτη, ότι ήταν γιος μεγαλοτσιφλικά, φαντάζουν σήμερα τραγικά απλοϊκές έως αφελείς. Κι όμως! Στο πλαίσιο της εποχής ήταν πανίσχυρες.

    Οι Ελληνες κομμουνιστές, που έφταναν τότε στην ΕΣΣΔ κατά κανόνα παράνομα, τύχαιναν μιας ειδικής ευνοϊκής μεταχείρισης: αναγνωρίζονταν ως πολιτικοί πρόσφυγες και είχαν έτσι υποστήριξη και μεγάλη βοήθεια από τη MOPR· παράλληλα τους χορηγούνταν άδεια παραμονής, που ήταν στην ουσία ένα εσωτερικό διαβατήριο. Δεν έπαιρναν τη σοβιετική υπηκοότητα με σχετική εισήγηση του ΚΚΕ και νόμο του κράτους που βγήκε τότε (κάθε ξένος υπήκοος ήταν ύποπτος εχθρός, αντεπαναστάτης, υπονομευτής). Εντάσσονταν στην τοπική κομματική οργάνωση, η οποία ενέκρινε κάθε μετακίνηση, αλλαγή εργασίας, αποστολή.

    Φαίνεται από τα έγγραφα ότι τους αφαιρέθηκε η άδεια παραμονής, απολύθηκαν από τις δουλειές τους, διαγράφτηκαν από το Κόμμα. Στερημένοι από όλα αυτά τα ζωτικά για την ύπαρξή τους και επιβίωσή τους, περιήλθαν σε τέλεια ανημπόρια, σε μια τραγική από όλες τις απόψεις κατάσταση. Μερικοί βρίσκονταν ήδη στα κρατητήρια της NKVD, γρήγορα οδηγήθηκαν και οι υπόλοιποι.

    Κανένας από αυτούς δεν γύρισε στην πατρίδα. Χάθηκαν όλοι τους. Εξοντώθηκαν σαν Εχθροί του Λαού! Μερικοί αποκαταστάθηκαν πολύ αργά από το ΚΚΕ. Για κάποιους γράφτηκε λανθασμένα πως πέθαναν στον ισπανικό εμφύλιο. Αλλων η μνήμη σβήστηκε για πάντα.

    * ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ 1: 26.8.1937 Στην Κ.Ε. ΠΚΚ (μπ.) – Στον επικεφαλής του καθοδηγητικών κομματικών οργάνων σύντροφο Μάλενκοφ

    Στα τέλη του 1936, ύστερα από την κατάργηση του KUNMZ, μια σειρά από Ελληνες συντρόφους σπουδαστές του KUNMZ στάλθηκαν για δουλειά στις Ελληνικές Περιοχές στο Νότο της ΕΣΣΔ στην πόλη Σοχούμ και στην πολιτεία Κρίμσκαγια, της περιοχής Αζοβα-Τσερναμόρσκ, λόγω της αδυναμίας να σταλούν στο προσεχές μέλλον στη χώρα τους. Τον τελευταίο καιρό από τους συντρόφους αυτούς άρχισαν να έρχονται γράμματα ότι ως ξένους τούς απολύουν από τη δουλειά και δεν τους δίνουν άδεια παραμονής κ.λπ. Ενας από αυτούς, μέλος του ΠΚΚ (μπ.), ο σ. Ochalis, διαγράφτηκε από το κόμμα, δήθεν επειδή έκρυψε την κοινωνική του προέλευση, αν και ποτέ δεν έκανε κάτι τέτοιο. Γενικά σε σχέση με αυτούς τους συντρόφους άρχισε μια εντελώς απαράδεκτη συμπεριφορά. Για το λόγο αυτό, μερικοί από αυτούς ήδη είχαν πάει στη Μόσχα, άλλοι ετοιμάζονται και επιδιώκουν να μείνουν εκεί.

    Δεν θεωρούμε σκόπιμο να μείνουν στη Μόσχα. Ομως, να τους στείλουμε στη χώρα τους το προσεχές μέλλον επίσης δεν θα μπορέσουμε και γι’ αυτό δώσαμε οδηγίες να περάσουν στη σοβιετική υπηκοότητα και να μην πάνε στη Μόσχα.

    Σας παρακαλούμε πολύ να δώσετε οδηγίες στις τοπικές κομματικές οργανώσεις, στην Κρίμσκαγια περιοχή Αζοβο-Τσερναμόρσκ και στην κομματική επιτροπή της περιοχής Απχαζίας να σταματήσουν οι απολύσεις τους από τη δουλειά και να βοηθήσουν στην τακτοποίηση όσων απολύθηκαν στις δουλειές.

    Ο κατάλογος των συντρόφων και σύντομα βιογραφικά επισυνάπτονται.

    Ο επικεφαλής του τμήματος στελεχών της ΙΚΚΙ Belov

    * ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ 2: 26.8.1937 Κατάλογος Ελλήνων συντρόφων που βρίσκονται στην πολιτεία Κρίμσκαγια

    1. Σύντρ. Ochalis Κ. (πραγματικό όνομα Μαρκοβίτης Μάρκος), 2. Ivanov Α. (Βαΐτης), 3. Grigoriev Ν. D. (Δημάκος), 4 Tabakov V. Ε. (Λουλούδης), 5. Pavlou D. (Μπεφάνης), 6. Georgiou G. (Τυρίμος), 7. Ksavilis Pavlos Κ. (Κουρούκλης).

    Ο επικεφαλής του τμήματος στελεχών του ΙΚΚΙ Belov

    * ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ 3: Στην επιτροπή ΠΚΚ (μπ.) επαρχίας Κράσνανταρ Ορπο – σύντροφο Λαμαβίτσκι

    Σχετικά με το γράμμα σας της 16ης Φεβρουαρίου 1938 με τον αρ. 0/157 σάς πληροφορώ ότι: οι αναφερόμενοι στο γράμμα Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες πράγματι δούλευαν στην πολιτεία Κρίμσκαγια στο Ελληνικό Εκδοτικό. Στην Ελληνική Περιοχή είχαν σταλεί από τη Μόσχα τον Δεκέμβρη 1936 από τον εχθρό Κνόροφ. Ειδικός λογοτέχνης ανάμεσά τους δεν υπήρχε, αλλά χάρη στην αντεπαναστατική-αστική-εθνικιστική ομάδα που δρούσε στην Ελληνική Περιοχή, όλοι αυτοί οι πολιτικοί πρόσφυγες τακτοποιήθηκαν στο Ελληνικό Εκδοτικό και εκεί κάνουν την αντεπαναστατική δουλειά τους. Εγραφαν και έβγαζαν φασιστική, τροτσκιστική βιβλιογραφία (γραμματική, μορφολογία κ.λπ.).

    Οταν αυτό αποκαλύφθηκε από την επιτροπή του κόμματος, έβαλε το θέμα για τη μεταφορά αυτών των «λογοτεχνών» σε άλλη δουλειά, σύμφωνα με την ειδικότητά τους (υποδηματοποιοί, μαραγκοί, ελαιοχρωματιστές κ.λπ.). Αυτό δεν τους άρεσε και ένα μέρος από αυτούς (Ochalis, Ivanov, Ksavilis) έφυγαν άγνωστο πού, ενώ οι υπόλοιποι Georgiou, Tabakov, Grigoriev, Stefanou and Nikoulov απομακρύνθηκαν από τα όργανα της NKVD ως εχθροί του λαού και τώρα είναι κρατούμενοι.

    Ετσι το πρόβλημα της τακτοποίησής τους στη δουλειά εκπίπτει. Οσον αφορά εκείνους που κατάφεραν να κρυφτούν, τώρα τους ψάχνουν.

    Ο γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής του ΠΚΚ (μπ.) Vozmishev

    23.2.1938 Κρίμσκαγια

    * Γιατρός, ερευνητής marios.markovitis@gmail.com.

———————————————————————–

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

Το σύνολο των άρθρων για τη θεματική κατηγορία «Σταλινικές Διώξεις»
μπορείτε να τα βρείτε…
 ΕΔΩ

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

Κρασνοντάρ-Νότια Ρωσία (Gretsiski Rayon 1930-1938)
(εδώ συλλήφθηκαν και τα περισσότερα μέλη του ΚΚΕ που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ μετά το 1928)

A Russian revolutionary raises a red flag in front of a crowd of workers in a poster for May Day. The caption translates:

In this poster from 1968, a farmer and steelworker says:

 

Σταλιν-ΚΚΕ-Ελευθεροτυπία

Ελευθεροτυπία 1988, Το πόρισμα για τις εκκαθαρίσεις ν (https://www.facebook.com/vassilikimetatroulou)

19 comments so far

  1. Ένας από αυτούς που χάθηκαν στις σταλινικές διώξεις ήταν και ο Μπεζεντάκος, το τραγούδι του οποίου τραγουδείται έως σήμερα -ακόμα και στα φεστιβάλ της ΚΝΕ:

    ————————————————————–
    Ο Μπεζεντάκος σε … ουκρανική εκδοχή, όπου η ελληνική βάση έχει διαμορφωθεί έτσι και τελειώνει -ως ύμνος στο νεοελληνικό ανορθολογισμό- με το στίχο: «Ζήτω το κόμμα μας το κόκκινο… ζήτω το κόμμα μας το ΚΚΕ…. λα λα λα λααά»» :

  2. oxtapus on

    Reblogged this on Oxtapus *blueAction.

  3. ΣΠΑΝΙΟΛΙΚΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

    Της Άλκης Ζέη.

    Η Ιωάννα έβλεπε τα νέα των οχτώμισι. Καθότανε στον καναπέ απέναντι στην τηλεόραση και μια στιγμή πήρε το μάτι της τα παπούτσια που είχε αγοράσει το πρωί. Τα είχε βγάλει από το κουτί τους και τα είχε ακουμπήσει κάτω κοντά στο τραπεζάκι με την τηλεόραση. Τα νέα έδειχναν το Σαράγιεβο: πτώματα, πτώματα. Χαμογέλασε κοιτάζοντας τα παπούτσια. Μπλε, με σκοινί από κάτω και στο επάνω μέρος κάτι σχήματα σαν φλόγες άσπρες και γαλάζιες. «Βλέπω τα πτώματα του Σαράγιεβο και γελώ με τα παπούτσια», συλλογίστηκε. Τα αγόρασε μόνο και μόνο γιατί ήταν ισπανικά, μα σαν τα ξαναδοκίμασε στο σπίτι είδε πως ήτανε βολικά στο περπάτημα. θα ήταν ό,τι έπρεπε για την εκδρομή.

    Πώς σου ήρθε, Γιαν, και πήρες τέτοια παπούτσια; θα της έλεγε σίγουρα ο γιος της.

    Τη φώναζε Γιαν γιατί μικρός δεν μπορούσε να την πει Γιάννα. Ο πατριός της την πρωτοείπε Γιάννα κι από τότε δεν τη φώναζε πια κανείς Ιωάννα. Ιωάννα Μιρτζόγλου, του Ιάσονος και της Ηρούς. Στα τετράδιά της έγραφε στην ετικέτα: Της μαθήτριας της Τετάρτης Δημοτικού Ιωάννας Μιρτζόγλου. Ύστερα έχασε τον πατέρα της, μετά το όνομά της κι αργότερα και το επίθετό της. Την υιοθέτησε ο πατριός της που τον λέγανε Γιάννη Πολίτη.
    Τον Ιάσονα Μιρτζόγλου, τον πατέρα της, τον είδε για τελευταία φορά στις 10 Μαΐου του 1936, που έφυγε για αποστολή στο εξωτερικό. Ήτανε υποκελευστής στο Βασιλικό Ναυτικό.
    — Δεν θα μείνεις ως τις δώδεκα του μηνός που είναι τα γενέθλιά μου;
    — Δεν γίνεται, κοριτσάκι μου.

    Την πήρε το απόγευμα, την παραμονή που θα έφευγε, να πάνε βόλτα στον κόμβο των Αμπελοκήπων, όπως έλεγε κείνος τη διασταύρωση λεωφόρου Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Ύστερα πήγαν λίγο πιο πέρα να δουν το σπίτι που θαύμαζε η Ιωάννα. Ήτανε ροζ και έμοιαζε σαν πύργος. Γύρω-γύρω είχε ένα μεγάλο κήπο πνιγμένο στις τριανταφυλλιές. Ο μπαμπάς τής έσφιγγε συνέχεια το χέρι, όχι μόνο όταν ήτανε να διασχίσουνε τη λεωφόρο. «Να μου γράφεις κάθε μέρα σ’ ένα τετράδιο πώς περνάς, για να τα διαβάσω όταν γυρίσω».

    Το τετράδιο το έχει ακόμα η Ιωάννα, ο πατέρας της όμως δεν γύρισε ποτέ. Στην αρχή έγραφε συχνά. Της έστειλε και μια κάρτα από το Παρίσι με τον πύργο του Άιφελ. «Μη στεναχωρεθείς αν αργήσω να γράψω». Ύστερα, τίποτα. Πέρασε πολύς καιρός. Εκείνη περίμενε, ρωτούσε, «Θα έρθει», της έλεγαν. Έγινε ο πόλεμος και τότε της είπανε πως πήγε να πολεμήσει τους Γερμανούς στη Μέση Ανατολή. Η Ιωάννα όλο έλεγε πως θα τελειώσει ο πόλεμος και θα τον δει να καταφτάνει με την άσπρη καλοσιδερωμένη στολή του να πάνε βόλτα στον κόμβο των Αμπελοκήπων.

    Η γιαγιά τής το είπε. Ο μπαμπάς χάθηκε σ’ ένα πλοίο που βούλιαξαν οι Γερμανοί. Και μη ρωτάς και ξαναρωτάς τη μαμά σου. «Δεν ρωτούσε και ξαναρωτούσε», παρ’ όλο που πνιγότανε, τότε τα παιδιά δεν ρωτούσανε τους μεγάλους.

    Ύστερα μπήκε στη ζωή της ο θείος Γιάννης, καθηγητής μαθηματικών, που την αγαπούσε και της μάθαινε αριθμητική λες και ήταν παιχνίδι. Παντρεύτηκε τη μαμά της. «Ο γάμος της ακυρώθηκε γιατί ήτανε ανήλικη και γλιτώσαμε μεγάλους μπελάδες», άκουσε τη γιαγιά να λέει σε μια συγγενή της. «Ευτυχώς, ο Γιάννης είναι μεγάλη τύχη».

    Ο θείος Γιάννης της είπε να μην τον φωνάζει, μπαμπά. «Πατέρα έχει μόνον ένα κανείς στη ζωή του». Της εξήγησε μετά πως πρέπει να την υιοθετήσει και να πάρει το επίθετό του, γιατί έτσι θα είναι καλύτερα για τη ζωή της και θα τη γράψουνε και σε καινούργιο σχολείο. Τη γράψανε στη Σχολή Νεστορίδη. Γιάννα Πολίτη, με αφέλειες, δυο ανεμικές κοτσίδες και πολλές απορίες. Δεν ρωτούσε, «θα κληρονομήσεις και το σπίτι του θείου Γιάννη», της είπε η γιαγιά. Μόλις παντρεύτηκε η μαμά της, πήγαν και έζησαν στο σπίτι του θείου Γιάννη στην οδό Λουίζης Ριανκούρ. Της άρεσε το όνομα του δρόμου και το σπίτι – δίπατο με μπαλκόνι – με καταδικό της δωμάτιο. Πριν μένανε σ’ ένα μικρό σπίτι με νοίκι, λίγο πιο κάτω, στην οδό Λαμίας. Ο παππούς κι η γιαγιά ήρθαν και έμειναν μαζί τους μόλις έφυγε ο μπαμπάς και η Ιωάννα κοιμότανε με τη μαμά στο διπλό κρεβάτι, στη θέση του μπαμπά.

    Την αλήθεια σχετικά με τον πατέρα της την έμαθε όταν έγινε δεκάξι χρόνων. Μόλις είχε γραφτεί και στην ΕΠΟΝ. Ο θείος Γιάννης της μίλησε. «Μεγάλωσες, είσαι και ορ¬γανωμένη και πρέπει να ξέρεις να το πεις και στην οργάνωση, μη σε κατηγορήσουν καμιά μέρα πως τους το έκρυψες. Ο πατέρας σου δεν χάθηκε στο καράβι που βύθισαν οι Γερμανοί. Σκοτώθηκε πολύ πριν. Στον εμφύ¬λιο, στην Ισπανία». Κοίταξε τον θείο Γιάννη έντρομη. «Με τον Φράνκο;» Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του. «Με τους δημοκράτες».

    Της Ιωάννας δεν το χωρούσε το μυαλό πως ο Ιάσονας Μιρτζόγλου, υποκελευστής στο Βασιλικό Ναυ¬τικό, βρέθηκε να πολεμάει στην Ισπανία με τις διεθνείς ταξιαρχίες, όπως της εξήγησε ο θείος Γιάννης. Ένιωσε τόσο υπερήφανη που ήταν κόρη του, που στην πρώτη συνεδρίαση της ΕΠΟΝ που πήρε μέρος ήτανε όλο καμάρι όταν σηκώθηκε να πει τη βιογραφία της. Όλοι την κοίταξαν με θαυμασμό, ακόμα και ο καθοδηγητής της. Από τότε της καρφώθηκε η ιδέα. Θα τέλειωνε ο πόλεμος, θα έπεφτε ο Φράνκο και θα πήγαινε ταξίδι στην Ισπανία. Ο πόλεμος τελείωσε, ο Φράνκο έπεσε. Στην Ελλάδα συνέβησαν τόσα. Δεν τα κατάφερε ποτέ να πάει. Ο Ιάσονας Μιρτζόγλου σβήστηκε για τα καλά από τις μνή¬μες όλων εκτός από τη δίκιά της. Η μητέρα της δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν. Συγγενείς δικοί του δεν υπήρχαν. Η οικογένειά του ήτανε από την Πόλη. Δεν είχε γονείς και τον μεγάλωσαν κάποιοι θείοι που τον έστειλαν στην Ελλάδα στο Ναυτικό. Εκείνοι έμειναν εκεί… χάθηκαν… πέθαναν.

    Δυο φωτογραφίες έχει μόνο του πατέρα της, που της τις είχε δώσει ο ίδιος και τις φύλαγε πάντα. Μια όταν ήταν ναύτης με την κάτασπρη γιορτιάτικη στολή του και τη μαύρη ζώνη γιατί πενθούσε τον Νέλσονα, και μια άλλη μαζί της στον κόμβο των Αμπελοκήπων, μπροστά στη Σχολή Νεστορίδη, εκεί που τώρα είναι ένα μεγάλο καφε¬νείο• πίτσες, τοστ, κ.λπ. Εκείνη, οχτώ χρονών με αφέ¬λειες και κοντά ίσια μαλλιά, αδυνατούλα, κοντούλα. Εκείνος, ψηλός με τα καταγάλανα μάτια του που φαίνονται ξέθωρα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στέκεται μπρο¬στά του κι ο μπαμπάς της σταυρώνει τα χέρια της με τα δικά του. Τα κάτασπρα μανίκια της στολής του τη σκεπά¬ζουν σχεδόν ολόκληρη σαν μεγάλες φτερούγες.
    Όταν μετά τον πόλεμο παίξανε την ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» – θα την είδε και δέκα φορές – φανταζότανε τον πατέρα της ίδιο με τον Γκάρι Κούπερ. «Ο πατέρας μου πρέπει να έμοιαζε του Γκάρι Κούπερ», τόλμησε να αναφέρει ύστερα από πολύ καιρό στη μητέρα της, το όνομά του. «Ο πατέρας σου ήτανε κοντός, γι’ αυτό δεν φορούσα ποτέ μου ψηλά τακούνια… τότε». Κοντός; Ο Ιάσονας Μιρτζόγλου! Εκείνη τον θυμάται πα¬νύψηλο. Ίσως γιατί ήτανε παιδάκι και μικροκαμωμένη. Πρόσεξε για πρώτη φορά πως η μητέρα της φορούσε πάντα ψηλά τακούνια. Ο θείος Γιάννης ήτανε πολύ ψη¬λός. Άραγε πώς να ήτανε η μαμά με τα χαμηλά τακούνια να περπατάει αγκαζέ με τον Ιάσονα Μιρτζόγλου; Είχε υπάρξει ποτέ αυτό το ζευγάρι που τη γέννησε;

    Όταν γνώρισε τον Ηλία, καθηγητής κι αυτός, των Αρχαίων Ελληνικών όμως, του μίλησε για τον πατέρα της. Ήτανε εκείνος στην ΕΔΑ και μπορούσε να εκτιμήσει. «Φαίνεται σαν παραμύθι», της είπε, «υποκελευστής στο Βασιλικό Ναυτικό και να πάει να πολεμήσει με τις διε-θνείς ταξιαρχίες στην Ισπανία!».

    Χτύπησε το τηλέφωνο. Η Ιωάννα άφησε τους νεκρούς του Σαράγεβο, τις σκέψεις της και τα ισπανικά παπούτσια, και να πήγε να σηκώσει το ακουστικό.

    Ήτανε ο Ιάσονας.
    -Γιαν, ετοιμάσου, τη Δευτέρα φεύγουμε για μια βδο¬μάδα.
    Την έλεγε Γιαν γιατί, μικρός, δεν μπορούσε να πει το Γιάννα; κι έμεινε έτσι ως τα τώρα. Της Ιωάννας της άρεσε γιατί το πρόφερε πολύ τρυφερά ακόμα και όταν τσακώνο¬νταν.
    -Μ’ ακούς; Η Πόλι κατάφερε να βρει μια κοπέλα να την αντικαταστήσει στην γκαλερί και την παίρνω μαζί μου.
    Η Ιωάννα δεν μιλούσε. Εκείνος συνέχιζε:
    -Τέσσερις μέρες στο Μόναχο για δουλειές και μετά Παρίσι, να ξεσκάσουμε.
    Βουβή η Ιωάννα.
    -Θα έρθω να σε πάρω την Κυριακή το μεσημέρι. Τρώμε μαζί και μετά μένεις.
    -Δεν γίνεται, Ιάσονα. (Η φωνή είχε κάποιο δισταγμό).
    -Είσαι άρρωστη; (Ανησυχία στη φωνή).
    -Όχι, όχι. Μόνο φεύγω. (Μικρό θρίαμβο στη φωνή).
    -Φεύγεις; (Πολλή απορία).
    -Πάω για μια βδομάδα στην Ισπανία με γκρουπ. Κενό στην άλλη άκρη της γραμμής κι ύστερα η φωνή φτάνει ειρωνικά:
    -Σ’ έπιασε πάλι το κομμουνιστικό σου… να βρεις τα ίχνη;
    -Ξέρεις κανένα κομμουνιστικό να μου υποδείξεις; (Νευριασμένη η φωνή). Πάω για εφτά μέρες Μαδρίτη, Μαγιόρκα, Βαρκελώνη.
    Πήρε από το τραπεζάκι ένα φυλλάδιο που ήταν ακουμπισμένο πλάι στο τηλέφωνο κι άρχισε να το διαβάζει με ψυχρή, αδιάφορη φωνή.
    -Τιμές ευκαιρίας. Διακόσιες χιλιάδες. Αεροπορικό εισιτήριο, διανυκτέρευση σε ξενοδοχεία τριών αστέρων, ξεναγήσεις, ταξιδιωτική τσάντα, ΦΠΑ.
    -Με κοροϊδεύεις; (Οργισμένη η φωνή).
    -Όχι, δεν κοροϊδεύω. Μόνο που μια φορά φεύγω κι εγώ. Τόσα χρόνια λογάριαζα…
    -Και τα σκυλιά;
    -Δεν μπορούν οι γονείς της Πόλι;
    -Μα τι λες τώρα. Σαν να μην ξέρεις τις ασχολίες τους. Αν αλλάξεις ημερομηνία σου πληρώνω εγώ τη διαφορά. (Μαλακωμένη η φωνή).
    -Δε γίνεται, Ιάσονα. Είναι 10 Μαΐου η εκδρομή. (Τρυφε¬ρή φωνή).
    Κενό στην άλλη άκρη της γραμμής κι ύστερα πάλι φωνή, άχρωμη αυτήν τη φορά.
    -Γέρασες, Γιαν, και μυαλό δεν έβαλες. (Σιωπή).
    -Καλά, κάτι θα σκεφτώ. Θα τα πούμε πριν φύγουμε. (Φωνή κάπως τρυφερή).
    -Γεια, αγόρι μου. (Φωνή πολύ τρυφερή).

    Η μόνη δραστηριότητα της πρώην Ιωάννας Μιρτζόγλου, πρώην ΕΠΟΝίτισσας, ΕΔΑΐτισσας, στέλεχος της Κίνησης για την Ειρήνη, μέλος του ΚΚΕ και διαδοχικά του ΚΚΕ εσωτ. ήτανε να φυλάει τα σκυλιά του γιου της όταν έφευγε ταξίδι. Οχτώ χρόνια παντρεμέ¬νος, μα δεν είχε παιδιά. Κι εκείνη, χωρίς εγγόνια, ένιωθε στείρα. Μια ξαδέρφη της, που είχε κάνει χρόνια στη Σουηδία, της έλεγε πως στα σουηδικά όταν κάποια περι¬μένει εγγόνι λέγεται: Είμαι με εγγόνι, όπως ακριβώς όταν μια γυναίκα είναι έγκυος λέει: Είμαι με παιδί.

    Με τι χαρά θα πήγαινε να φυλάξει τα παιδιά; Τώρα φυλάει τον Ριτζ, ένα μαύρο λυκόσκυλο. Η μητέρα της νύφης της βλέπει στην τηλεόραση το «Τόλμη και γοητεία». Εκείνη τους χάρισε το σκύλο και του έδωσε το όνομα του πρωταγωνιστή. Κάθισε επίτηδες η Ιωάννα να δει μια συνέχεια του σίριαλ. Πραγματικά, το σκυλί έμοια¬ζε με αυτόν τον Ριτζ που έριχνε το βλέφαρο κάτω, για να σηκώσει μετά το βλέμμα και να κοιτάζει όλο λαγνεία. Έτσι κάνει κι ο σκύλος. Εκείνη όμως μένει τόσο αδιάφο¬ρη, που σε λίγο της γυρνάει την πλάτη. «Εσείς οι παλιοί αριστεροί δεν αγαπάτε τα ζώα», της ξεφούρνισε η Πόλι. «Μπορεί, γιατί αγαπάμε πολύ τους ανθρώπους». «Γιάν, το κομμουνιστικό σου…», διέκοψε δήθεν αστειεύοντας ο γιος της για να μην προχωρήσει η κουβέντα.

    Το «παλικάρι» είναι ένα κυνηγετικό σκυλί που πηδάει στους καναπέδες και κυνηγάει πεταλούδες της νύχτας. Πιο συμπαθητική είναι η Κόκα, ένα μαλλιαρό χαδιάρικο σκυλάκι. Πού κι πού το χαϊδεύει η Ιωάννα, μα το διώχνει όταν θέλει να χωθεί στο κρεβάτι της, γιατί έχει συνηθίσει να χώνεται στα σκεπάσματα του Ιάσονα και της Πόλι. Η νύφη της κάθε φορά της αφήνει ολόκληρο κατάλογο για το τι θα μαγειρεύει κάθε μέρα στα σκυλιά. Ποτέ κονσέρβες, αλλά κοτόπουλο με λαχανικά, κιμά με ρύζι και κάτι γκριζωπά μακαρόνια ειδικά για σκύλους.

    Η αλήθεια είναι πως ο Ιάσονας την έχει έννοια, κλει¬σμένη ολομόναχη τόσες μέρες στη μεζονέτα τους στην Κάτω Κηφισιά – με τι καμάρι προφέρει η νύφη της τη λέξη «μεζονέτα»! «Θα μπορούσες να βρεις συντροφιές εδώ γύρω, μα χαρτιά δεν παίζεις, τηλεόραση δεν βλέπεις…», λέει κάθε τόσο ο γιος της.
    Ξένο της φαίνεται το σπίτι του. Κοιτάζει όσο μένει εκεί να περιορίζεται σε μια γωνιά. Όλες αυτές τις μέρες διαβάζει και συλλογιέται. Εξήντα εφτά χρονώ, τέρμα ζωής χωρίς εγγόνια. Τόσοι και τόσοι υιοθέτησαν παιδιά απ’ τη Ρουμανία, και Αλβανάκια ακόμα. Ούτε τόλμησε να το πει στον Ιάσονα.. «Σ’ έπιασε το κομμουνιστικό σου;», θα της έλεγε. Το κομμουνιστικό της! Πώς να την πιάσει πια; Πώς ν’ αντέξει αυτό το αναποδογύρισμα σε ό,τι πίστεψε; Τους διαβάζει στις εφημερίδες, τους βλέπει στην τηλεόραση όλους αυτούς – που τόσα πέρασαν μαζί – να προσπαθούν, να αγωνίζονται, να διαφω¬νούν μεταξύ τους για κάτι που δεν το ξέρουν κι αυτοί οι ίδιοι. Αναλογίζεται τον καιρό της χούντας πόσους έκρυ¬ψαν μαζί με τον Ηλία, τον άντρα της, στο σπίτι της οδού Λουΐζης Ριανκούρ που είχε γίνει πολυκατοικία κι εκείνοι πήραν ένα μεγάλο τεσσάρι. Δεν τους ξαναείδε μετά τη μεταπολίτευση. Ο Ηλίας πικραινόταν γιατί αρρώστησε κι έμενε κλεισμένος σπίτι. «Είμαι άχρηστος», έλεγε, μα όλο περίμενε να χτυπήσει κανείς το κουδούνι συνθηματικά όπως τότε στη χούντα». «’Έχουν τρεχάματα», τους δικαιολογούσε εκείνη. Ούτε ο Νίκος δεν φάνηκε, που είχε μείνει ολόκληρο μήνα στο σπίτι τους. Έπαιζε τάβλι με τον Ηλία, ακούγανε Ντόυτσε Βέλε και ελπίζανε.

    Στο νοσοκομείο, τους τελευταίους τρεις φριχτούς μή¬νες πριν πεθάνει ο Ηλίας, πάλι δεν ήρθε κανείς. Εκείνος τους περίμενε. Κάθε τόσο γύριζε το βλέμμα στην πόρτα. Είχε την «Αυγή» ανοιγμένη πάνω στο κρεβάτι του χωρίς να μπορεί πια να διαβάζει και όταν έβλεπε τις φωτογρα-φίες τους, θυμότανε τις «ευτυχισμένες» μέρες τής χού¬ντας.

    Ο Γιάννος πέθανε λίγο καιρό μετά τη μεταπολίτευση, αυτός δεν μπορεί, θα ερχότανε. Ο Γιάννος, που τους γέμιζε όνειρα, «θα φύγει η χούντα και θα δείτε τι θα φτιάξουμε τώρα που ξυπνήσαμε». Όταν η Ιωάννα του διηγότανε, τις ατέλειωτες ώρες που έμενε κλεισμένος μέσα στο σπίτι τους την ιστορία του Ιάσονα Μιρτζόγλου, εκείνος την παρακινούσε να τη γράψει. «Εμείς θα φύγου¬με και πρέπει όσα ζήσαμε να μείνουν καταγραμμένα για τις γενιές που θα έρθουν».

    Οι γενιές που θα έρθουν!. Μια στιγμή πίστεψε πως ο γιος της θα ακολουθήσει το δρόμο του πατέρα της. Γύρισε από το Παρίσι που σπούδαζε με κουρελιασμένο μπλουτζίν έτοιμος για επανάσταση. Ατέλειωτοι καβγά¬δες με κείνη και τον πατέρα του, που δεν πίστευαν πια στον ένοπλο αγώνα. Αργότερα τον πίεζαν να πάρει και το δίπλωμά του, μα εκείνος τώρα πια δεν πρόφταινε να τρέχει στις Τ.Ο. του ΠΑΣΟΚ. Τέλος ξανάφυγε για το Παρίσι, πήρε το δίπλωμά του και όταν γύρισε φορούσε κάτι ρούχα που έκαναν την Ιωάννα να νοσταλγήσει το σχισμένο μπλουτζίν. Γνώρισε την Πόλι κι όλες οι σπουδές των οικονομικών στη Σορβόνη πήγανε στην εταιρεία του πατέρα της, που έκανε εξαγωγή μαρμάρων. Έχει ακόμα φυλαγμένα δυο μπλουζάκια του. Ένα με το κεφάλι του Μάο κι ένα με τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ. Ας είχε ένα παιδί τουλάχιστον. Διάβασε πως στην Ιταλία μια γυναίκα εξή¬ντα δύο χρόνων έμεινε έγκυος. Είναι με παιδί, που θα έλεγαν και οι Σουηδοί και δεν θα μπορούσε εκείνη στα εξήντα εφτά της να «είναι με εγγόνι;». Εξήντα εφτά χρονώ, τι γυρεύεις, Ιωάννα; Κάτι να σε εμπνεύσει όπως παλιά; Μια ιδέα, ένα κόμμα μήπως; Πάνε πια αυτά. Τότε με το τείχος του Βερολίνου παραλίγο να χορέψεις από τη χαρά σου και με τον Γκορμπατσώφ θα ήθελες να τρέξεις στη Μόσχα, αν δεν σε εμπόδιζε η αρρώστια του Ηλία. Πέθανε ο Ηλίας πριν δει όλα να γκρεμίζονται, με την «Αυγή» ανοιγμένη πάνω του. «Ακόμα την αγοράζεις»; ειρωνεύεται ο Ιάσονας. «Ο πατέρας σου θα το ήθελε», λέει εκείνη και, νευριάζει που ψάχνει δικαιολογία. «Είσαι βέβαια ελεύθερη να κάνεις ό,τι θέλεις», λέει ο γιος της σαν να μετανιώνει για την παρατήρηση.

    Ελεύθερη! Τόσο ελεύθερη, που να την πνίγει η ελευθερία. Να μην έχει να δώσει λόγο σε κανέναν, ούτε σε άντρα ούτε σε κόμμα. Οικονομικό πρόβλη¬μα δεν έχει. Ζει στο διαμέρισμά της, έχει τη σύνταξη του θείου Γιάννη. Νόμος του Παπαδόπουλου. Οι διαζευγμέ¬νες και οι χήρες κόρες στρατιωτικών και εκπαιδευτικών, μπορούν να πάρουν τη σύνταξη του πατέρα τους. Γιατί ο Ηλίας, διωγμένος από τη δημόσια εκπαίδευση λόγω φρο¬νημάτων, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα και κέρδιζε ώστε να ζουν άνετα, μα σύνταξη καμία. Κι εκείνη, από πού να πάρει σύνταξη, από την Κίνηση για την Ειρήνη; Με το παιδί και τα τρεχάματα της οργάνωσης δεν της πε¬ρίσσευε χρόνος για άλλες δουλειές. «Να βγάλεις σύντα¬ξη αντιστασιακή», τη συμβούλευαν. Ούτε να τ’ ακούσει η Ιωάννα. Κανείς δεν την υποχρέωσε να κάνει ό,τι έκανε για να ζητάει τώρα ανταλλάγματα.

    Εξήντα εφτά χρονώ Ιωάννα Μιρτζόγλου, που λέγεσαι Γιάννα Αντωνοπούλου ή Πολίτη όπως σε ξέρουν οι παλιοί ΕΠΟΝίτες. Σε κάλεσαν και στην επέτειο για τα πενήντα χρόνια της ΕΠΟΝ. Σκέψου, πενήντα σχεδόν χρόνια από τότε που έμαθες την αλήθεια για τον υποκελευστή Ιάσονα Μιρτζόγλου.

    Πήγε στην επέτειο. Ήταν πολλοί εκεί και σχεδόν όλοι όσους έκρυβαν στη χούντα. Τη χαιρέτησαν θερμά και της μίλησαν με ειλικρινή αγάπη για τον Ηλία. «Έντιμος αγωνιστής, με διορατικό¬τητα, από τους πρώτους που καταδίκασαν την εισβολή των τανκς στην Τσεχοσλοβακία». Τώρα όλοι μαζί, κι αυτοί που καταδίκασαν κι αυτοί που ύμνησαν τα τανκς. Τώρα τανκς δεν υπάρχουν, ούτε για καταδίκη ούτε για ύμνο. Τώρα, γιορτάζουν όλοι μαζί, γερασμένοι, μετανοημένοι.

    Την πλησίασε ο Άγγελος.
    -Διάβασες το βιβλίο μου, Γιάννα, μιλώ για τα λάθη μου.

    Η Ιωάννα δεν άκουσε καλά αν είπε «μου» ή «μας». ‘Οχι, δεν το διάβασε, και θα της το έστελνε. Τον άφησε γιατί ο Νίκος της έγνεφε από την άλλη γωνιά. Διέσχισε τον κόσμο και πήγε κοντά του. Αγκαλιαστήκανε.
    -Χάθηκες. Έλα να μας βρεις, θυμάσαι τη χούντα;
    -Τι καλά που ήτανε, είπε η Ιωάννα μα δεν ακούστηκε γιατί είχαν βάλει στη διαπασών μια κασέτα με ΕΠΟΝίτικα τραγούδια.

    Ετοίμαζε τη βαλίτσα της για την Ισπανία, θα φορούσε και τα παπούτσια με τις γαλάζιες φλόγες. Ο Ιάσονας δεν πρόλαβε να τα δει. Τον στεναχώρεσε, μα θα του περνούσε. Η Πόλι μόνο θα το κράταγε πιο πολύ, που έχανε το ταξίδι. Δεν νιώθει τύψεις. Έχει κάνει κι έχει άλλα τόσα να κάνει ταξίδια η νύφη της. Δεν κατάφερε να το αγαπήσει αυτό το κορίτσι. Άραγε αυτή να έφταιγε που δεν έκαναν παιδιά ή ο Ιάσονας; Δεν θέλουν; Δεν μπορούν; Απαγορεύονται οι ερωτήσεις.

    Χτύπησε το τηλέφωνο και λαχτάρησε μήπως ήταν ο Ιάσονας και ήθελε να την αποχαιρετήσει. Ήταν ο Νίκος. Δεν απόρησε που της τηλεφώνησε, θα ήθελε να της θυμίσει να περάσει να τους δει.
    -Γιάννα.
    -Γεια σου, Νίκο.
    -Δεν σε λέγανε Μιρτζόγλου; Ο πατέρας σου ήτανε ο Ιάσονας Μιρτζόγλου;
    Έμεινε απορημένη. Πού θυμήθηκε τώρα τον πατέρα της ο Νίκος. Ούτε βέβαια του είχε πει, όταν συναντήθηκαν στην επέ¬τειο, για το ταξίδι της στην Ισπανία.
    Έχω κάτι σημαντικό να σου πω, πότε μπορώ να έρθω;
    -Τώρα.
    -Πού μένεις;
    -Στη Ριανκούρ, πού αλλού.
    -Παίρνω ταξί και έρχομαι.

    Πήγε να ετοιμάσει ένα ούζο. «Λες να έμαθε κάτι για τις διεθνείς ταξιαρχίες; Να πήγε στην Ισπανία; Να ήρθε σε επαφή με τα κόμματα; Πώς ξεκίναγε αυτή μόνη της να ψάξει και δεν σκέφτηκε νέι πάει συστημένη. Καλά που ήρθε έτσι τώρα. «Μπαινόβγαινε στην κουζίνα και έφερνε πράγματα που δεν χρειαζότανε. Πρώτη φορά ένιωσε ένα τέτοιο λίγωμα στην καρδιά. Πιάστηκε από μία καρέκλα μην πέσει. Λες; Λες, στα εξήντα εφτά… λίγο πριν μάθει… στείρα γιαγιά… Φοβήθηκε.

    Ο Νίκος ήρθε γρήγορα Εκείνη είχε πιει λίγο κονιάκ και είχε συνέρθει. θα ήτανε από ίο ξάφνιασμα.
    -Γιάννα, έχω να σου πω κάτι σημαντικό. Χτες γύρισα από ταξίδι στην πρώην Σοβιετική Ένωση.
    Δεν καταλάβαινε. Τι σχέση μπορεί να είχε το ταξίδι του Νίκου μ’ αυτό που της είπε από το τηλέφωνο. Κι έλεγε, έλεγε εκείνος πως του επέτρεψαν να ψάξει στα αρχεία, και βρήκε καταλόγους δικών μας που είχαν πεθάνει στα στρατόπεδα του Στάλιν. Η Ιωάννα πάλι να μην καταλαβαίνει.
    -Ξέρεις, πολλοί δικοί μας κομμουνιστές που πίστεψαν στον Στάλιν και το ίδιο το κόμμα τους είχε στείλει για εκπαίδευση στη Σοβιετική Ένωση, βρέθηκαν στα στρατόπεδα! Έκανα έρευνα, θα γράψω ολόκληρο βιβλίο.
    Κι αυτός βιβλίο; Τι τους έπιασε με τα βιβλία; Και γιατί ήρθε να το προλάβει στην Ιωάννα;
    -Ιάσων Μιρτζόγλου του Τηλέμαχου, δεν ήταν ο πατέρας σου; Τώρα εκείνη τον κοίταζε άφωνη. Ο Νίκος συνέχισε:
    -Βρήκα το όνομά του σ’ έναν κατάλογο. Πέθανε το ’41 από τύφο στο στρατόπεδο της Καλυμά στη Σιβηρία.
    Η Ιωάννα βουβή.
    -Πολλούς κομμουνιστές από το ισπανικό μέτωπο, που πήγαν μετά στη Σοβιετική Ένωση, ο Στάλιν τους έστειλε στη Σιβηρία. Αυτά θα γράψω, με στοιχεία…

    Μιλούσε ο Νίκος, είπε κάτι για τροτσκιστές, για αναρχικούς που ήταν στις διεθνείς ταξιαρχίες, κι ο Στάλιν φοβήθηκε μήπως είχαν έρθει οι κομμουνιστές σε επαφή και είπε κι άλλα, μα η Ιωάννα μέχρι που τον πήγε στην πόρτα δεν έβγαζε μιλιά.

    -Θα σε καλέσω στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Η ίδια η κόρη ενός από τους αδικοχαμένους αγωνιστές…

    Έφυγε ο Νίκος. Δεν ένιωθε λίγωμα στην καρδιά. Μόνο άδεια, άδεια. Πήγε μηχανικά, πήρε ένα μεγάλο φάκελο, έβαλε μέσα όλα τα φυλλάδια και τα εισιτήρια της εκδρομής. Κοίταξε και ξανακοίταξε μη λείπει τίποτα κι ύστερα τηλεφώνησε στο ταξιδιωτικό γραφείο. Τώρα τα γόνατά της έτρεμαν και κάθισε στον καναπέ. «Μπορεί να μου τα αλλάξουν τα παπούτσια». Ήτανε η μόνη σκέψη που της ήρθε και την παραξένεψε. Τίποτ’ άλλο. Τίποτ’ άλλο.
    Θα είχε καθήσει πολλή ώρα ακούνητη στον καναπέ, γιατί άκουσε από το διπλανό διαμέρισμα που είχαν βάλει τις τελευταίες ειδήσεις των δώδεκα.
    «Να τα γράψεις όλα αυτά για να τα μάθουν και οι νεώτερες γενιές», έλεγε ο Γιάννος. Κι αν έγραφε τώρα πως ο Ιάσων Μιρτζόγλου, υποκελευστής του Βασιλικού Ναυτικού, πήγε να πολεμήσει με τις διεθνείς ταξιαρχίες στον εμφύλιο στην Ισπανία και πέθανε από τύφο στο στρατόπεδο της Καλυμά στη Σιβηρία, θα έμοιαζε ψεύτικη η ιστορία. Μόνο για διήγημα πολιτικής φαντασίας θα μπορούσε να περάσει.

    Όχι, τα σπανιόλικα παπούτσια δεν θα τα πήγαινε πίσω. θα τα φορούσε τη Δευτέρα που θα πήγαινε να φυλάξει τα σκυλιά.

    Άλκη Ζέη

    ‘ΤΑ ΝΕΑ’ – ΠΑΝΟΡΑΜΑ – Σάββατο 4 Σεπτέμβρη 1993

  4. Σταλινισμός & κρατική βία
    ΚΥΡΙΑΚΗ, 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013 17:53 E-mail Εκτύπωση
    andy-warhol-hammer-and-sickle-c1977Της Σώτης Τριανταφύλλου

    Αυτή την εποχή διαβάζω ό,τι υπάρχει στις γλώσσες στις οποίες έχω πρόσβαση σχετικά με το σταλινικό φαινόμενο. Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που σπούδαζα «σοβιετολογία» – στα πλαίσια της μελέτης του Ψυχρού Πολέμου.

    Ο κόσμος έχει αλλάξει: τα σοσιαλιστικά καθεστώτα έχουν καταρρεύσει, μια σειρά από ιστορικά αρχεία έχουν ανοίξει – μελέτες όπως εκείνη του Ζαν Ελλενστάιν είναι πια ξεπερασμένες. Η επιστήμη της ιστορίας έχει στη διάθεσή της καινούργιες πηγές και εργαλεία, ενώ οι μέχρι προσφάτως απόρρητες πληροφορίες συμπληρώνουν τα κενά, επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν τις υποψίες.

    Από το 1989-1990 έχουν γραφεί πολλά για την καταστολή και την κρατική βία στη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα για το σταλινικό καθεστώς και την τρομοκρατία της δεκαετίας του 1930. Η κρατική βία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έχει περιγραφεί με πολλούς και αντιφατικούς τρόπους – ως αυθόρμητη και παράλογη, αλλά και ως ορθολογική, ακόμη και προγραμματισμένη. Άλλοτε θεωρείται αντανάκλαση ενός ανίσχυρου κράτους κι ενός ανασφαλούς καθεστώτος, άλλοτε αντανάκλαση ενός ισχυρού κράτους και μιας αδυσώπητης δικτατορίας. Μερικοί τη θεωρούν αντανάκλαση ενός ανίσχυρου και ταυτοχρόνως ισχυρού κράτους – μια ιδέα που μου φαίνεται ενδιαφέρουσα εφόσον η αντίφαση αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης ιστορίας. Διαβάζω λοιπόν ένα βιβλίο του David Shearer, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Ντέλαγουερ στο Νιούαρκ: δεν πρόκειται για μια ακόμα καταγγελία του σταλινισμού, ούτε για μια απολογία του τύπου «μεγαλείο και τραγωδία»∙ πρόκειται για μια ανάλυση των μορφών βίας που άσκησε το σταλινικό καθεστώς σε διάφορες φάσεις της ιστορίας.

    Η σταλινική βία έχει περιγραφεί ως μέρος ενός κράτους σε διαδικασία εσπευσμένου εκσυγχρονισμού, το οποίο χρησιμοποιεί, στο έπακρο και καθ’ υπερβολή, μεθόδους μηχανισμών καταστολής που ήταν κατά καιρούς κοινές σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη∙ επίσης, έχει περιγραφεί ως χαρακτηριστικό ενός εκφυλισμένου ή, έστω, ενός νεο-παραδοσιακού κράτους. Οι μελετητές την έχουν αποδώσει στην ιδιομορφία και στην ίδια την ουσία της μπολσεβίκικης νοοτροπίας (που εμπνέεται από τον ασιατικό τρόπο σκέψης και παραγωγής), καθώς και στις επείγουσες ανάγκες του πολέμου και της επανάστασης, ενώ άλλοι μελετητές την έχουν αποδώσει, αν και όχι αποκλειστικά, στον Στάλιν και στην παρανοϊκή του προσωπικότητα.

    Το πρόβλημα με τις περισσότερες από αυτές τις ερμηνείες είναι ότι επικεντρώνονται στη μία ή στην άλλη πτυχή της σταλινικής βίας, ή ότι εξετάζουν τη βία ως ένα συνολικό φαινόμενο χωρίς να διακρίνουν τις συνθήκες, τις φάσεις και τις μορφές της σε κάθε στιγμή του χρόνου. Όμως, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς και γιατί ο Στάλιν κατέφευγε στη βία, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους την ασκούσε. Επιπλέον, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη βία –όχι μόνον της δεκαετίας του 1930, εφόσον η καταστολή και οι διώξεις συνεχίστηκαν μέχρι το 1953 τουλάχιστον– στο πλαίσιο της συνολικής δυναμικής της κρατικής βίας. Μια προσεκτική εξέταση των κύκλων, των τύπων και των λειτουργιών της βίας που μεταλλάσσονται, μπορεί να μας διαφωτίσει γύρω από τη φύση του σταλινισμού, γύρω από το πώς και το γιατί η δεκαετία του 1930 ήταν μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εποχή, όπως και γύρω από την πολύπλοκη και μεταβαλλόμενη σχέση του σοβιετικού κράτους με τον σοβιετικό πληθυσμό.

    shearerΌπως γράφει ο David Shearer, η πολιτική της καταστολής ήταν περισσότερο ή λιγότερο βίαιη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές∙ ακόμα και μια βιαστική ανασκόπηση των κατασταλτικών πολιτικών μορφών στη διάρκεια της σταλινικής εποχής οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Στάλιν χρησιμοποιούσε μορφές καταπίεσης τις οποίες θεωρούσε απαραίτητη συνέχιση της μπολσεβίκικης επανάστασης και του πολέμου εναντίον των κουλάκων – δεν είχε δηλαδή καμιά συναίσθηση ότι ασκούσε πολιτική με καταναγκαστικά μέσα τα οποία ήταν αήθη ή αντικομμουνιστικά: ούτε ο Στάλιν, ούτε ο Λένιν σχετίζονταν με τον Διαφωτισμό που αμφισβητεί την αγιοποίηση των μέσων για τον υπέρτατο σκοπό. Έτσι, στην καταστολή δεν εμπλέκονταν μόνο οι αστυνομικοί μηχανισμοί αλλά ένα ολόκληρο σύστημα ατομικής και πολιτικής επιτήρησης και περιοριστικών μέτρων που είχε ευρεία συναίνεση εξαιτίας της έντονης και συστηματικής προπαγάνδας. Αυτό το σύστημα οργάνωνε τη σύλληψη και την ανάκριση ατόμων καθώς και τις μαζικές εξορμήσεις απέλασης που αφορούσαν εθνικές μειονότητες και κοινωνικά περιθωριακούς πληθυσμούς. Η καταστολή μέσω αναγκαστικής μετανάστευσης και περιορισμών διαμονής ενίσχυσε τις σταλινικές κοινωνικές ιεραρχίες και δημιούργησε ένα γεωγραφικό μωσαϊκό προνομιούχων και μη προνομιούχων περιοχών, καθώς και οικείων και ξένων «στοιχείων». Δεδομένης της κλίμακας και της έκτασης της καταστολής, μπορούμε να πούμε ότι η καταπίεση και ιδιαίτερα η μαζική κοινωνική βία ήταν, στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου, ο πανταχού παρών και αδιάκοπος τρόπος διακυβέρνησης, συστατικό μέρος του τρόπου με τον οποίον το σταλινικό κράτος αντιμετώπιζε τους πολίτες του. Πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού αιτίων – της προσωπικότητας του Στάλιν, της φύσης και της νοοτροπίας του σταλινικού inner circle, της μπολσεβίκικης πολιτικής κουλτούρας και των συνθηκών του μεσοπολέμου∙ πράγματι, η ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής νησίδας σε καπιταλιστικό περιβάλλον δημιουργούσε συνθήκες βίαιης αυτοπροστασίας.

    Το σοβιετικό κράτος ήταν ανέκαθεν αντιδημοκρατικό και τόσο το τσαρικό, όσο και το σοσιαλιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσαν ποικίλες μορφές καταστολής. Όμως, η κλίμακα και η καταστροφικότητα της κρατικής βίας στη δεκαετία του 1930 δεν ήταν σχεδόν ανεξήγητη μόνο για τον σταλινισμό, ήταν σχεδόν ανεξήγητη και για τις ιστορικά έκτακτες περιστάσεις της συγκεκριμένης δεκαετίας. Παρά την αντιδημοκρατική του φύση, ούτε στη δεκαετία του 1920, ούτε στην ύστερη φάση του σταλινισμού (δηλαδή μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), ούτε μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, δεν εφαρμόζονταν τέτοιες μεθόδους μαζικής βίας για να αναδιαρθρωθούν τα κοινωνικά, εθνικά και εδαφικά όρια της χώρας.

    Ένα από τα κεντρικά ζητήματα στα οποία επικεντρώνεται λοιπόν ο David Shearer είναι η φύση και η ένταση της βίας στη δεκαετία του 1930 – το πώς και το γιατί διαφέρει από εκείνη της δεκαετίας του 1920 και της μεταπολεμικής περιόδου∙ το πώς ο χαρακτήρας και οι λειτουργίες της καταστολής αλλάζουν στη δεκαετία του 1930 και, εν τέλει, τι μπορούν να μας διδάξουν για το σταλινισμό και για το σοβιετικό κράτος.

    Θεωρούμε συχνά την απο-κουλακοποίηση ως το πρώτο μεγάλο κύμα μαζικής καταστολής του Στάλιν, αλλά αυτή η εκτίμηση δεν είναι πέρα για πέρα ακριβής. Στην πραγματικότητα, η εκστρατεία κατά των μοναρχικών, λευκοφρουρών κτλ το 1927 ήταν η πρώτη μαζική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από την OGPU μετά το τέλος του πολυαίμακτου εμφυλίου πολέμου. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, όχι για εγκλήματα που είχαν διαπράξει, αλλά απλώς και μόνο λόγω πολιτικών διασυνδέσεων ή ταξικής καταγωγής. Αυτή ήταν η πρώτη δοκιμή του κατασταλτικού μηχανισμού της OGPU και αποτέλεσε την πρακτική εξάσκηση για όσα επρόκειτο να συμβούν τα επόμενα χρόνια. Η αντιμοναρχική εκστρατεία είχε στόχο τη φυσική εξόντωση και τον εκτοπισμό των πολιτικών ομάδων που υπονόμευαν την εξουσία των μπολσεβίκων. Ως εκ τούτου, η εκστρατεία αυτή εμπίπτει στη λειτουργία της OGPU ως οργάνου πολιτικής διοίκησης.
    Πράγματι, για πρώτη φορά η χρήση μαζικής βίας εναντίον ενός μεγάλου τμήματος του σοβιετικού πληθυσμού εφαρμόστηκε στην αναγκαστική κολεκτιβοποίηση στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Οι εκστρατείες αυτές είχαν στόχο την κατάργηση των ιδιωτικών καλλιεργειών και την επιβολή κρατικού ελέγχου στις γεωργικές εκτάσεις: αγροκτήματα και χωριά συγκεντρώθηκαν σε μεγάλες διοικητικές μονάδες (κολχόζ, σοβχόζ), ενώ η επίσημη προπαγάνδα, που περιέγραψε τη διαδικασία ως τον σοσιαλιστικό ανασχηματισμό της αγροτικής ζωής, απέδωσε τη βία στην εχθρότητα της καπιταλιστικής τάξης. Οι αγρότες που αντιστάθηκαν –οι κουλάκοι- αποκουλακοποιήθηκαν. (Το σημερινό ΚΚΕ, με τις σχηματικές γνώσεις για τον σταλινισμό και την ενδογενή έλλειψη δημοκρατικού ήθους, αναφέρεται συχνά στην αποκουλακοποίηση ως απαραίτητο βήμα για το κτίσιμο του σοσιαλισμού σε «μια, μόνη χώρα». Γενικά, έχει ενδιαφέρον η πρόσληψη των μεγάλων σταλινικών καταστροφών, όπως, για παράδειγμα, του λιμού Γολομοντόρ, από τα κομμουνιστικά και αριστερά κόμματα). Η ιδιοκτησία των αγροτών κατασχέθηκε και όσοι προσδιορίζονταν ως κουλάκοι συλλαμβάνονταν και απελαύνονταν, ή εκτελούνταν.

    Η αντίσταση σε αυτό το είδος της κρατικής παρέμβασης ήταν ευρέως διαδεδομένη, όπως έχουν τεκμηριώσει αρκετοί ερευνητές, αλλά η απάντηση της κρατικής μηχανής ήταν θηριώδης. Στο αποκορύφωμα των εκστρατειών απο-κουλακοποίησης, μεταξύ 1929 και 1932, απελάθηκαν περίπου 2 εκατομμύρια κάτοικοι της υπαίθρου: ο αριθμός δεν περιλαμβάνει τις δεκάδες χιλιάδες που πέθαναν από πείνα και κακουχίες, ή που εκτελέστηκαν χωρίς δίκες. Κατά τη διάρκεια της απο-κουλακοποίησης, η OGPU λειτούργησε με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στη δεκαετία του 1920: αν το 1927 η OGPU λειτουργούσε ως πολιτική διοίκηση στην εκστρατεία της εναντίον των μοναρχικών, η υπηρεσία μετατράπηκε στη διάρκεια της κολεκτιβοποίησης σε επαναστατικό όπλο του κράτους, όπως είχε λειτουργήσει παλιότερα η Τσεκά στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Τα χρόνια της απο-κουλακοποίησης, ο σκοπός της κρατικής βίας ήταν, κυριολεκτικά, επαναστατικός – το να διαλύσει και να επανασυγκροτήσει τις ταξικές (ή γενικότερα, κοινωνικές) και οικονομικές σχέσεις και να επεκτείνει την κρατική πολιτική εξουσία στην ύπαιθρο. Η OGPU, ακόμα και ορισμένα σώματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν μη-δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες για να επιβάλλουν κατασταλτικά μέτρα. Όπως γνωρίζουμε, δημιουργήθηκαν διοικητικά συμβούλια καταδίκης –τα περίφημα τρόικι– για να επισπεύσουν την καταστολή μεγάλου αριθμού ατόμων. Αυτά τα τρόικι επέβαλαν ποινές στέρησης, απέλασης ακόμη και θανάτου, χωρίς διαδικασία δικαστικού ελέγχου και αποδεικτικών στοιχείων. Η μαζική καταστολή σε αυτή τη μορφή ήταν ένας τρόπος για να επιταχυνθεί αυτό που θεωρήθηκε ως επαναστατική δικαιοσύνη σε μια περίοδο του ταξικού πολέμου. Η ερμηνεία του ρόλου της OGPU ως πολιτικής επαναστατικής δύναμης μού φαίνεται καλά εδραιωμένη∙ το σημείο που έχει αγνοηθεί είναι ότι οι εκστρατείες απο-κουλακοποίησης ήταν, κατά τη γνώμη μου, η μοναδική φορά, εντός των συνόρων της χώρας του 1939, που το καθεστώς χρησιμοποιούσε μαζική βία για επαναστατικούς σκοπούς. Ο David Shearer, ως Αμερικανός, δεν τρέφει ρομαντικές ιδέες για την επανάσταση – άρα, δεν πιστεύει αυτό που διατυπώνουν οι «ανανεωτικοί» και οι αντισταλινικοί επαναστάτες και αριστεροί: ότι δηλαδή, η μπολσεβίκικη επανάσταση έχασε τον δρόμο της και δημιούργησε ένα παραμορφωμένο εργατικό κράτος. O Shearer πιστεύει ότι ο σταλινισμός είναι η φυσική συνέχεια της οκτωβριανής επανάστασης κι ότι ο Στάλιν έλαβε μια σειρά από επαναστατικά μέτρα για να την εδραιώσει. Υπό αυτή την έννοια, κάθε επανάσταση είναι μια «υπερβολή της ιστορίας» που προκαλεί, αναπόφευκτα, εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας: οι βαθύτερες αλλαγές που σημειώθηκαν στην ανθρώπινη ιστορία οφείλονται σε ειρηνικές και όχι σε πολεμικές πράξεις. Σύμφωνα με τον Shearer, αλλά και την ιστορική εμπειρία, κάθε βίαιη επανάσταση «χάνει τον δρόμο της» – κλασικό παράδειγμα είναι η γαλλική που κατέληξε στην τρομοκρατία και, στη συνέχεια, στην παλινόρθωση της μοναρχίας. Ο διαφωτισμός –το ειρηνικό, μεταρρυθμιστικό μέρος της διαδικασίας- μπορεί να θεωρηθεί ως υπεύθυνο για την πρόοδο του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.

    stalin-photoΕπιστρέφω στη Σοβιετική Ένωση: μετά τη βίαιη αποκουλακοποίηση του 1932-33 που, όπως είναι γνωστό, είχε ως αποτέλεσμα ερήμωση εκτεταμένων περιοχών, λιμό και εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων στα γκούλαγκ, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο συνδυασμός πολιτικής και δημόσιας αστυνομίας διεξήγαγε αυτό που ονομάστηκε «επιχειρήσεις κοινωνικής άμυνας» (operatsii sotsial’noi zashchiti). Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν σχεδιαστεί για να «εκκαθαρίσουν» πόλεις, σιδηρόδρομους, συνοριακές ζώνες και άλλους στρατηγικούς τομείς, που συμπεριλάμβαναν την ελίτ του Κόμματος και τα κρατικά θέρετρα ιαματικών λουτρών, από αυτά που είχαν χαρακτηριστεί ως «κοινωνικά ξένα» και «κοινωνικά επικίνδυνα» στοιχεία – sotsial’nye chuzhie και sotsial’nye vrednye ή opasnye elementy. (Τα γράφω με λατινικούς χαρακτήρες μιας και δεν ξέρω ρωσικά). Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι παγιδεύτηκαν σε εκστρατείες σαρώματος εγκληματιών, πρώην καταδίκων, πλανόδιων και ζητιάνων, ορφανών και παιδιών χωρίς επίβλεψη, κοινωνικά περιθωριακών πληθυσμών, αγροτών που εγκατέλειπαν en masse περιοχές πείνας, «αναξιόπιστων» εθνικών μειονοτήτων και άλλων ανεπιθύμητων ή υπόπτων ομάδων. Οι πληθυσμοί αυτοί ήταν τα απομεινάρια των δραστικών μέτρων του Στάλιν για βιομηχανική επέκταση και πόλεμο στην αγροτιά. Αποστερημένοι από τα υπάρχοντά τους, οι «ανεπιθύμητοι» διασκορπίστηκαν σε όλη τη Σοβιετική Ένωση: τα μεταναστευτικά κύματα φαίνεται ότι απέκτησαν σχεδόν βιβλικές διαστάσεις. Αυτοί οι πληθυσμοί θεωρούνταν απειλητικοί όχι μόνο για την κοινωνική τάξη της χώρας, αλλά και για την οικονομική πολιτική του καθεστώτος: συνέρρεαν σε πόλεις και βιομηχανικές περιοχές, κατέκλυζαν τις εύθραυστες υποδομές, υπονόμευαν το σύστημα διανομής των ήδη λιγοστών εμπορευμάτων, έφερναν επιδημικές αρρώστιες, όπως η χολέρα και η γρίπη, και προκαλούσαν μικρο-εγκληματικότητα, ιδιαίτερα σχετική με την κλοπή κρατικών αγαθών.

    Ένα μεγάλο μέρος της καταστολής που σχετίζεται με τις εκστρατείες κοινωνικής άμυνας εφαρμόστηκε μέσω της επιβολής του διαβατηρίου στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, καθώς και μέσω των νόμων περί διαμονής που τέθηκαν σε ισχύ το 1933. Με μαζικές σαρώσεις σε δρόμους, αγορές, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ή άλλους δημόσιους χώρους, η αστυνομία μπορούσε να ελέγχει τα έγγραφα και τα δελτία διαμονής συλλαμβάνοντας ως κοινωνικά επιβλαβείς όσους δεν είχαν τα κατάλληλα χαρτιά. Υποθετικά επικίνδυνοι πληθυσμοί εντοπίστηκαν και στη συνέχεια απομονώθηκαν, κυρίως μέσω απελάσεων και εξοριών, ή αποβολής τους από τις πόλεις, αλλά μερικές φορές και μέσω φυλακίσεων και εκτελέσεων. Έτσι, ενώ το καθεστώς μείωσε τη μαζική καταστολή στην ύπαιθρο, δεν σταμάτησε τη μαζική καταστολή, ούτε κατάργησε τους τρόικι. Σύμφωνα με τα διατάγματα που καθιέρωσαν τη NKVD στα τέλη του 1934, τα διοικητικού τύπου συμβούλια καταδίκης απαγορεύονταν και η καταστολή υποτίθεται ότι εφαρμοζόταν μόνο από δικαστικά όργανα, με εξαίρεση το διοικητικό συμβούλιο πολιτικής καταδίκης της NKVD, το Osoboe soveshchanie. Ωστόσο, αυτός ο περιορισμός στη λειτουργία των τρόικι κράτησε μόνο λίγους μήνες – από την άνοιξη του 1935, μη-δικαστικά συμβούλια καταδίκης της αστυνομίας δημιουργήθηκαν και πάλι για να επεξεργαστούν τον συντριπτικό αριθμό των επικίνδυνων στοιχείων που εντοπίστηκαν στις εκστρατείες αστυνόμευσης σε πόλεις και σε παραμεθόριες περιοχές. Τα αστυνομικά τρόικι δεν μπορούσαν να επιβάλλουν θανατικές ποινές, αλλά μπορούσαν επιβάλλουν ανώτατη ποινή πενταετούς εξορίας ή φυλάκισης – όσο για το Πολιτμπιρό, επέκτεινε το έργο τους το 1936 και, ξανά, τον Μάρτιο του 1937.

    Η μαζική κοινωνική και εθνική καταπίεση στα μέσα της δεκαετίας του 1930 αφορούσε γύρω στα δύο εκατομμύρια άτομα, αλλά πολλές ιστορίες που αναφέρονται στην καταστολή ή στην πολιτική αστυνομία του Στάλιν παραβλέπουν τις εκστρατείες για κοινωνική ευταξία. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτές οι εκστρατείες δεν ήταν απροκάλυπτα πολιτικές: αφορούσαν, ας πούμε, εγκληματικά στοιχεία, πολλά από τα οποία ήταν «ανατρεπτικά» ενώ άλλα ήταν «ρυπαντικά». Ο Στάλιν και άλλα ηγετικά στελέχη –ο Μόλοτοφ, ο Μάλενκοφ, ο Γεζόφ, ο Μπέρια- θεωρούσαν την εγκληματικότητα και την κοινωνική ακαταστασία ως το σοβαρότερο πρόβλημα που απειλούσε την πολιτική και την ασφάλεια και του σοβιετικού κράτους. Με τις οδηγίες του Στάλιν, η προστασία της κρατικής περιουσίας και των οικονομικών συμφερόντων αναγνωρίστηκε ως ένα από τα βασικά καθήκοντα της κρατικής ασφάλειας και, ως εκ τούτου, μία από τις βασικές λειτουργίες της OGPU. Γύρω στο 1935, η λειτουργική αρμοδιότητα της πολιτικής αστυνομίας διευρύνθηκε ώστε να συμπεριλάβει μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα: τη μετανάστευση των πληθυσμών, το εμπόριο, την αστυνόμευση της απόρων και των ανέργων, την καταγραφή των πολιτικών ενεργειών, την καταγραφή των κατοικιών, των ορφανοτροφείων, τη δημόσια ασφάλεια στα μέσα μεταφοράς, την εγκληματικότητα των ανηλίκων, και, φυσικά, την αστυνόμευση των μικροκλοπών και της κλοπής κρατικής περιουσίας.
    Κοντολογίς, από το 1933, η κύρια λειτουργία της OGPU έγινε η προστασία του κράτους, δηλαδή η κρατική ασφάλεια και όχι η πολιτική καταπίεση. Ο Shearer δεν πιστεύει ότι η σταλινική ηγεσία είχε στόχο την υποταγή των πολιτών μέσω της τρομοκρατίας: ο στόχος της ήταν η «εκκαθάριση», η ταξική ισοπέδωση στο εσωτερικό και η ενίσχυση του σοβιετικού κράτους ως προς το εξωτερικό. Για να γίνει αυτό δημιουργήθηκε μια τερατώδης γραφειοκρατία που είχε αποστολή να αναγνωρίζει και να εξοντώνει εχθρούς.

    1936_genrich_grigorijewitsch_jagodaΟι κοινωνικές «εκστρατείες άμυνας» στα μέσα της δεκαετίας του 1930, και οι μαζικές επιχειρήσεις του 1937 και 1938, έγιναν μυστικά, χωρίς δημοσιότητα, σε αντίθεση με τις δημόσιες δίκες ατομικών «εχθρών» του λαού. Η σταλινική βία δεν αποτελεί μια ευθεία γραμμή, ούτε προνόμιο του Στάλιν: οι μορφές μαζικής καταστολής μετατράπηκαν σε συγκεντρωτικές, μυστικές, επαγγελματικές, και γραφειοκρατικές διαδικασίες για τις οποίες έπαιρνε πρωτοβουλίες πλήθος κομματικών στελεχών. Ο Γκένριχ Γιάγκοντα, αρχηγός της αστυνομίας του Στάλιν, δημιούργησε την αστυνομική δομή της OGPU και της NKVD, ένα είδος σοβιετικής χωροφυλακής. Στη συνέχεια, ο Στάλιν απομάκρυνε τον Γιάγκοντα στα τέλη του 1936, και οι μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1937 και 1938 διεξήχθησαν από τον αντικαταστάτη του Γιάγκοντα, Νικολάι Γεζόφ. Παρόλα αυτά, η κατασταλτική μηχανή που έθεσε σε κίνηση ο Στάλιν το 1937 είχε δημιουργηθεί από τον Γιάγκοντα και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η μαζική βία στα τέλη της δεκαετίας του 1930 θα μπορούσε να συμβεί χωρίς τη συγκεκριμένη στρατιωτικοποιημένη κοινωνική αστυνομία που είχε δημιουργήσει ο Γιάγκοντα. Επρόκειτο για ένα σύστημα ειδικά σχεδιασμένο με σκοπό τη μαζική κοινωνική αστυνόμευση, το οποίο βασιζόταν σε ογκώδη αρχεία δελτίων των διαφόρων «ειδών» πληθυσμού, καθώς και σε μια υποδομή που ήταν βαθιά ριζωμένη στην κοινωνική διακυβέρνηση της χώρας.
    Σχετικά με τη Μεγάλη Τρομοκρατία και τις συνοπτικές δίκες των «εχθρών του λαού» -που, στην πραγματικότητα, ανήκαν λίγο-πολύ στην παλιά γενιά των μπολσεβίκων- γνωρίζουμε πια πολλές λεπτομέρειες. Αλλά, παραλλήλως, διεξάγονταν λιγότερο γνωστές μαζικές επιχειρήσεις που δεν ήταν τίποτα λιγότερο από τη φυσική εξόντωση των ίδιων ανεπιθύμητων ομάδων, «μια για πάντα», όπως είχε γράψει ο Γεζόφ στη διαβόητη διαταγή 00447.

    Ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών εγγράφων, πιθανότατα δεν θα μάθουμε ποτέ τι οδήγησε τον Στάλιν να ξεκινήσει τις διάφορες μαζικές επιχειρήσεις στο τέλος της δεκαετίας του 1930: η ανησυχία για εσωτερική εξέγερση, στην ολοένα και πιο πιθανή περίπτωση πολέμου και εισβολής, ειδικά από την Ιαπωνία, φαίνεται να έπαιξε σημαντικό ρόλο στους υπολογισμούς του. Παρομοίως, είναι σαφές ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι βρίσκονταν σχεδόν σε πανικό από τη δημοσίευση του νέου συντάγματος το 1936, το οποίο φαινόταν να ενισχύει τις αντισοβιετικές ομάδες στις επαρχιακές και αγροτικές περιοχές της χώρας. Οι προεκλογικές εκστρατείες για το νεοσύστατο Ανώτατο Σοβιέτ φάνηκε επίσης να ενθαρρύνει αντικαθεστωτικά τμήματα του πληθυσμού. Όποιος κι αν είναι ο συνδυασμός των αιτίων, είναι ξεκάθαρο ότι το καλοκαίρι του 1937, το καθεστώς άλλαξε ξαφνικά και δραστικά την πολιτική καταστολής εναντίον των κοινωνικά περιθωριακών πληθυσμών της χώρας – από ανάσχεση σε εξόντωση. Στα τέλη του 1938, εξίσου ξαφνικά, σταμάτησε τη μαζική σφαγή των πολιτών του και επέστρεψε στην πολιτική της αναίμακτης καταστολής. Έτσι κι αλλιώς, το σοβιετικό καθεστώς δολοφόνησε περίπου 700.000 από τους πολίτες του, κατά τη διάρκεια των μεγάλων εκκαθαρίσεων, και φυλάκισε εκατοντάδες χιλιάδες άλλους.

    Δικαιολογημένα, πολλοί μελετητές επικεντρώνονται στο ζήτημα της εξήγησης αυτού του ξαφνικού σπασμού κρατικής βίας, αλλά είναι επίσης σημαντικό να τονίσουμε ότι η φύση της καταστολής των μέσων της δεκαετίας του 1930 και της βίας των μεγάλων εκκαθαρίσεων ήταν τόσο αμυντική όσο και προφυλακτική – για να υπερασπίσει το κράτος έναντι των εχθρών του. Καθ’ όσον οι μεγάλες εκκαθαρίσεις αντιπροσώπευαν μια κλιμάκωση της βίας από τις προηγούμενες πρακτικές της κοινωνικής καταπίεσης, οι επιχειρησιακές και πολιτικές γραμμές που συγχωνεύθηκαν στις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις του 1937-1938 δεν ήταν καινούργιες. Ήταν γνώριμες σε όλους τους αξιωματούχους της πολιτικής και δημόσιας αστυνομίας. Οι Μεγάλες Εκκαθαρίσεις δεν ήταν μια ξαφνική και ανεξήγητη έκρηξη της βίας, όπως ισχυρίζονται μερικοί ιστορικοί. Αναπτύχθηκαν από τις πολιτικές και αστυνομικές λειτουργικές γραμμές που βρίσκονταν σε εξέλιξη για σειρά ετών. Αυτό που ήταν καινούργιο είναι η κλίμακα και το αιματοκύλισμα της διαδικασίας εκκαθάρισης. Ο Στάλιν, μέσω του αρχηγού της πολιτικής αστυνομίας του, Νικολάι Γεζόφ, ξεκίνησε τη μαζική εκκαθάριση της σοβιετικής κοινωνίας το 1937 και το 1938, προκειμένου να καταστρέψει αυτό που οι ηγέτες πίστευαν ότι αποτελούσε την κοινωνική βάση για την ένοπλη ανατροπή της σοβιετικής κυβέρνησης.
    Η πολιτική της μαζικής καταστολής δεν τελείωσε το 1938 – εξυπακούεται. Η πολιτική των μαζικών εθνοτικών απελάσεων συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου –των ομάδων που το καθεστώς θεωρούσε δυνητικά μη-έμπιστους– Γερμανοί, Πολωνοί, Κορεάτες, Τσετσένοι, Φινλανδοί – και στη συνέχεια η καταναγκαστική πολιτική άλλαξε επίκεντρο, και πάλι, μετά το τέλος του πολέμου. Στις νέες επικράτειες της χώρας –στις χώρες της Βαλτικής, στις δυτικές περιοχές της Ουκρανίας και στη Λευκορωσία– η κρατική βία επανέλαβε τα πρότυπα της αναγκαστικής επαναστατικής αλλαγής και κοινωνικής καταστολής της δεκαετίας του 1930 με εξίσου βίαιες εκστρατείες κατά των αγροτών, ορισμένων εθνοτικών μειονοτήτων και του κοινωνικού περιθωρίου. Μέσα στα προ του 1939 σύνορα της χώρας, ωστόσο, το καθεστώς έπαψε τη μαζική κοινωνική και εθνική εκκαθάριση (εκτός από ορισμένες επιλεγμένες περιοχές) και κατέληξε να βασιστεί σε παραδοσιακές μεθόδους αστυνόμευσης, στη δημόσια συμμετοχή στην κοινωνική επιτήρηση και δικαστικές μορφές κοινωνικής πειθάρχησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το επίπεδο της καταστολής μειώθηκε. Αντιθέτως, εκατομμύρια ανθρώπων συνελήφθησαν και στη συνέχεια καταδικάστηκαν για κλοπές, παραβάσεις της εργασιακής πειθαρχίας, καθώς και άλλων σκληρών νόμων που σχετίζονταν με την πολιτική του Στάλιν για την οικονομική ανασυγκρότηση. Όμως, αυτοί οι άνθρωποι καταδικάστηκαν από κανονικά δικαστήρια και όχι από διοικητικά συμβούλια της αστυνομίας. Μέσα στα σύνορα της χώρας του 1939, η δεσποτική άσκηση βίας έδωσε τη θέση της σε μια νομικο-γραφειοκρατική διανομή της καταστολής. Με άλλα λόγια, η φύση της κοινωνικής καταπίεσης άλλαξε από τη διοικητική επιλογή που βασιζόταν σε αυθαίρετες κατηγορίες κοινωνικής και εθνοτικής ταυτότητας, στις δικαστικές καταδίκες για παραβίαση του νόμου. Οι άνθρωποι καταδικάζονταν από τα δικαστήρια για συγκεκριμένες παραβιάσεις των νόμων και όχι για πιθανή απιστία με βάση κάποια ύποπτη κοινωνική και εθνοτική καταγωγή. Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, οι άνθρωποι καταστέλλονταν για ό,τι είχαν κάνει και όχι για το ποιοι ήταν, αντιθέτως από ό,τι συνέβαινε στη δεκαετία του 1930.

    Οι μεταρρυθμίσεις για τον διαχωρισμό της δημόσιας από την πολιτική αστυνόμευση αντικατοπτρίζουν τη στροφή στη λειτουργία και την πολιτική της καταστολής. Στα μεταπολεμικά χρόνια, μια σειρά από γραφειοκρατικές αναδιοργανώσεις διαχώρισαν τη μιλίτσια από τα όργανα της κρατικής ασφάλειας και έθεσαν την πρώτη υπό το πρώην Υπουργείο Εσωτερικών, το MVD. Οι κρατικές δυνάμεις ασφαλείας συνέχισαν ως ξεχωριστό όργανο στο δικό τους υπουργείο, το MGB. Για όσους καταδικάστηκαν σε φυλακές, στρατόπεδα, ποινικούς συνοικισμούς ή παροικίες, ίσως δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά αν είχαν συλληφθεί από την πολιτική ή τη δημόσια αστυνομία – υπήρχε όμως μια διαφορά, και μάλιστα σημαντική: η κοινωνική αστυνόμευση στη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων δεν ήταν τόσο θανατηφόρα όσο κατά τη δεκαετία του 1930, και η αλλαγή αυτή αντανακλούσε μια γενική αποστρατιωτικοποίηση της κοινωνικής σφαίρας, αν όχι τη μείωση του αριθμού των ανθρώπων που βίωναν την καταναγκαστική εξουσία του κράτους. Έτσι, ο σκοπός, και ως εκ τούτου οι μέθοδοι, της αστυνόμευσης άλλαξαν από τη δεκαετία του 1930 στα μεταπολεμικά χρόνια. Η κοινωνική αστυνόμευση δεν είχε πλέον στόχο την απομόνωση ή την εξάλειψη των εχθρών του κράτους. Την εποχή μετά τον πόλεμο, οι ηγέτες χρησιμοποιούσαν τον μαζικό εξαναγκασμό, τουλάχιστον εντός των συνόρων του 1939, για να πειθαρχήσουν μια κοινωνία στην υπηρεσία των στόχων της κρατικής οικονομικής ανασυγκρότησης.
    Εκ των υστέρων, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να επιβάλει μια ιδεολογική ή πολιτισμική λογική στην μαζική βία που χαρακτήριζε τον σταλινισμό της δεκαετίας του 1930. Στις κλασικές διατυπώσεις του σοβιετικού ολοκληρωτισμού, η βία θεωρείται ως αναπόσπαστο μέρος της μπολσεβίκικης πολιτικής κουλτούρας και ιδεολογίας. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι χρησιμοποιούσαν την «κόκκινη τρομοκρατία» χωρίς ενοχές και ανελέητα εναντίον των εχθρών της επανάστασης στη διάρκεια του αιματηρού αγώνα για τη σοβιετική εξουσία μετά το 1917. Η συστηματική χρήση της κρατικής βίας από τον Στάλιν συνεχίστηκε και επέκτεινε αυτή την τάση στα άκρα. Οι αναμορφωμένες διατυπώσεις αυτού του επιχειρήματος απεικονίζουν τη σταλινική βία ως μία ουσιώδη, «σπλαχνική» πτυχή της πρώιμης μπολσεβίκικης νοοτροπίας και κουλτούρας. Η μπολσεβίκικη πολιτική κουλτούρα ήταν, τουλάχιστον στην τελική σταλινική της μορφή, πέρα για πέρα καταστροφική. Η χρήση βίας κατά της κοινωνίας δεν ήταν, φυσικά, μοναδική στη σταλινική εποχή ή στη σοβιετική ιστορία, και πολλοί μελετητές έχουν τονίσει τις ομοιότητες μεταξύ της σοβιετικής κρατικής βίας και τις πολιτικές εξολόθρευσης της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ωστόσο, οι διαφορές είναι ποιοτικές – όχι ποσοτικές: το ζήτημα δεν είναι ποιος εξόντωσε περισσότερους αλλά γιατί και πώς. Πράγματι, αν δεν υπήρχε ο Στάλιν, η σοβιετική πολιτική καταστολής θα ήταν πολύ διαφορετική, όπως θα ήταν ίσως πολύ διαφορετική η γερμανική πολιτική καταστολής. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή δεν εξηγεί για ποιο λόγο, πότε και με ποια μορφή τα καθεστώτα υιοθέτησαν διάφορες μορφές καταστολής και βίας.

    Ο Στάλιν και οι άλλοι Σοβιετικοί ηγέτες δεν ενεργούσαν απλώς ή μόνο με ιδεολογικές παρορμήσεις για να δημιουργήσουν έναν εξιδανικευμένο πολιτικό κορμό. Στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν συζητώντας για τις διάφορες πολιτικές ή επιχειρήσεις, τίποτα δεν αντανακλά μια τέτοια συνείδηση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι σταλινικοί ηγέτες χρησιμοποιούσαν μαζικές μορφές βίας και καταστολής με στόχο συγκεκριμένα επαναστατικά αποτελέσματα αλλά και για να αντιμετωπίσουν μια σειρά από κρίσεις. Διαβάζοντας το περαιτέρω ιστορικό, στη σημερινή γλώσσα, γίνεται σαφές ότι η απάντηση στις ερωτήσεις γιατί, πότε και πώς, είναι πιο τετριμμένη απ’ όσο επιτρέπουν οι μεγάλες ιδέες της νεωτερικότητας. Η δεκαετία ξεκίνησε με έναν επαναστατικό πόλεμο στην ύπαιθρο. Στα μάτια των ηγετών, αυτός ο επαναστατικός πόλεμος μεταλλάχτηκε, παίρνοντας τη μορφή ενός παρατεταμένου κοινωνικού πολέμου σε ευρεία κλίμακα. Προς το τέλος της δεκαετίας, αυτός ο κοινωνικός πόλεμος διαδραματίστηκε μέσα σε μια ακόμη, ευρύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη απειλή – εκείνη της εισβολής και της στρατιωτικής σύγκρουσης με εξωτερικές δυνάμεις. Καθεμία από αυτές τις κρίσεις, στην συλλογική άποψη των σοβιετικών ηγετών, είτε ήταν απροσδόκητη, είτε οδηγούσε σε απρόβλεπτες συνέπειες – και καθεμία απαιτούσε απαντήσεις στρατιωτικού νόμου έκτακτης ανάγκης. Καθεμία από αυτές τις κρίσεις οδηγούσε στην επόμενη με τρόπους που αξιωματούχοι του καθεστώτος ενδέχεται να είχαν προκαλέσει, αλλά δεν είχαν προβλέψει. Η ιδεολογία, η κουλτούρα και η προσωπικότητα διαμόρφωσαν την αντίληψη του Στάλιν γι’ αυτές τις κρίσεις και προϊδέασαν τον ηγέτη για να εφαρμόσει την πολιτική της αστυνομικής καταστολής με τον τρόπο που την εφάρμοσε. Διαβάζοντας τα περαιτέρω ιστορικά στοιχεία, όμως, δεν αποκαλύπτεται ούτε κάποια εξιδανικευμένη διαμόρφωση μιας τέλειας κοινωνίας, ούτε η τυχαία παρουσία ενός δικτάτορα, αλλά μια απρόσμενη και περίπλοκη σειρά σεναρίων – ενός καθεστώτος που ταλαντεύεται από κρίση σε κρίση στη διάρκεια μιας περιόδου αλληλένδετων και αυξανόμενων κινδύνων, με αποκορύφωμα την απόλυτη απειλή μιας καταστροφικής διεθνούς ανάφλεξης. Η σύγκλιση των περιστάσεων αυτών, σε συνδυασμό με την προσωπικότητα και το υπόβαθρο του Στάλιν εξηγούν την ιδιαίτερη μοχθηρία του σταλινισμού στη δεκαετία του 1930. Αυτή η αλληλουχία των περιστάσεων και προσωπικοτήτων ήταν μοναδική για εκείνη την δεκαετία, όπως ο Μόλοτοφ επέμεινε, αμετανόητος, στις συνεντεύξεις που έδωσε στη δεκαετία του 1970.

    Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από μελετητές έχουν αναβιώσει την ιδέα της undergovernance στο σοβιετικό κράτος, ως έναν τρόπο για να εξηγήσουν την κρατική βία επί Στάλιν. Παρά την ανάπτυξη ενός χαοτικού και αναποτελεσματικού γραφειοκρατικού κράτους, το σταλινικό καθεστώς αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη βία ως το μοναδικό τρόπο για να αποσπάσει λιγοστούς πόρους από ένα ευρέως αγροτικό και σχεδόν εχθρικό πληθυσμό. Μια παραλλαγή αυτής της ιδέας περιστρέφεται γύρω από το επιχείρημα του σοβιετικού καθεστώτος ως καθεστώς επιστράτευσης. Μερικοί αναλυτές τονίζουν τις καταναγκαστικές πτυχές του καθεστώτος, ενώ άλλοι τονίζουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες του κράτους που οδήγησε στην ανάγκη για την κινητοποίηση του πληθυσμού προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Είτε κάτω από τον τίτλο του αδύναμου κράτους, ενός κράτους σε σύγχυση, είτε ενός δεσποτικού κράτους, η ιδέα αυτή πηγαίνει πίσω τουλάχιστον στον Αλεξάντρ Μπαρμίν, που έγραψε στη δεκαετία του 1930 τη βιογραφία του Στάλιν και του σταλινισμού, κι έρχεται σε αντίθεση με τις ερμηνείες, από τον Τρότσκι και μετά, ότι ο Στάλιν ενήργησε ως αρχηγός της γραφειοκρατίας στο πλαίσιο μιας γραφειοκρατικής ταξικής αντεπανάστασης. Είτε εκφράζεται ρητώς είτε σιωπηρώς, το επιχείρημα πίσω από τη θεωρία του αδύναμου ή δεσποτικού κράτους είναι ότι ο τύπος προσωπικής διοίκησης του Στάλιν απαιτούσε γραφειοκρατία, αλλά ήταν ασύμβατη με τις σχέσεις εξουσίας μιας γραφειοκρατικής δικτατορίας. Το τελευταίο –ένα καθαρά γραφειοκρατικό κράτος– έφτασε στο απόγειό του μόνο με τον Μπρέζνιεφ, που στη συνέχεια δεν μπορούσε παρά να τελματωθεί. Ο δεσποτισμός του Στάλιν ήταν δυναμικός, με την έννοια ότι ήταν εγγενώς ασταθής.
    Υπό τον Στάλιν, στην πραγματικότητα, το κράτος ήταν αδύναμο και ταυτόχρονα ισχυρό, όπως είχε τονίσει πρόσφατα ο Κρίστιαν Τάιχμαν. Εξάλλου, υπήρχαν τουλάχιστον δύο είδη κρατών –δύο τύποι διακυβέρνησης– που κάνουν το σταλινικό κράτος να ξεχωρίζει. Ο Στάλιν χάραξε τις θεσμικές δομές του Κόμματος και του κράτους μέσω μιας στρατηγικής, την οποία ο David Shearer ονομάζει δυναμική ακαταστασία. Αναδιοργάνωνε συνεχώς δομές της εξουσίας με επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες έτσι ώστε μόνο αυτός να μπορεί να παίρνει τις τελικές αποφάσεις. Συγγραφείς από τον Άνταμ Ούλαμ μέχρι τον Κρίστιαν Τάιχμαν έχουν δίκιο σ’ αυτό. Έτσι, διατήρησε μια ισορροπία ανάμεσα στο Κόμμα και την πολιτική αστυνομία, χρησιμοποιώντας συνεχώς το ένα για να ξεκαθαρίζει το άλλο. Αυτό φαίνεται ότι γινόταν συνειδητά. Όμως, η εφαρμογή της δεσποτικής, ή επεισοδιακής, βίας κατά του πληθυσμού ήταν διαφορετική. Σίγουρα, τα στελέχη του καθεστώτος μεταχειρίζονταν τη δεσποτική βία συνειδητά, ειδικά εναντίον του αγροτικού πληθυσμού. Τα στελέχη του καθεστώτος και η αστυνομία ήταν ισχυρά ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τη βία ανά πάσα στιγμή, εναντίον οποιουδήποτε, με ατιμωρησία. Ταυτοχρόνως, το κράτος ήταν αδύναμο, δεδομένου ότι η εφαρμογή της βίας δεν ήταν μια εσκεμμένη στρατηγική διακυβέρνησης.

    Το ότι η επεισοδιακή βία έγινε καθημερινή πρακτική δεν σημαίνει ότι οι ηγέτες είχαν σκοπό να κυβερνήσουν με αυτόν τον τρόπο. Η διακυβέρνηση σε ύφος εκστρατείας ήταν κοινή, μόνο και μόνο επειδή το κέντρο δεν μπορούσε να επιβάλει γραφειοκρατικό έλεγχο. Αυτό ήταν εμφανές στον τρόπο που η αστυνομία, τόσο η πολιτική όσο και η δημόσια, ασκούσε την αστυνόμευση στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να μονιμοποιήσουν τον αναγκαστικό έλεγχο για να δημιουργήσουν μια σταθερή, πανταχού παρούσα και αυτοτροφοδοτούμενη γραφειοκρατική διαδικασία επιτήρησης και προληπτικής αστυνόμευσης.
    Η ιστορία της μαζικής, σταλινικής καταστολής χαρακτηριζόταν τόσο από τη διεισδυτικότητα όσο και από το απρόοπτο, αλλά ο σοσιαλισμός με τη στρατιωτικοποιημένη αστυνομία δεν ήταν το μόνο είδος σοσιαλισμού, ακόμη και για τους σταλινικούς. Όσο κι αν η βία φαίνεται να είναι εγγενές χαρακτηριστικό του σταλινισμού, οι σταλινικοί ηγέτες πίστευαν ότι η μαζική κοινωνική καταπίεση ήταν μια προσωρινή, αν και απαραίτητη, παρεκτροπή της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Τέτοια ήταν η συχνά αναφερόμενη δικαιολογία του Μόλοτοφ, που διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ότι η καταστολή της δεκαετίας του 1930 ήταν η αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου, η συνέχιση της επανάστασης στις ολοένα και πιο επικίνδυνες και απειλητικές διεθνείς συνθήκες πολέμου. Αυτή η άποψη ήταν, πιστεύω, ειλικρινής, αν και ανατριχιαστική. Δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια για αιτιολογία εκ των υστέρων.

    Αφού η απειλή του πολέμου είχε περάσει, μερικοί σοβιετικοί αξιωματούχοι, αν όχι ο ίδιος ο Στάλιν, άρχισαν να επανεξετάζουν την ιδέα ενός στρατιωτικοποιημένου κράτους σε κατάσταση πολέμου. Τα είκοσι χρόνια στρατιωτικού σοσιαλισμού είχαν ως αποτέλεσμα κοινωνικό χάος∙ κάθε άλλο παρά μια προσεκτικά σχεδιασμένη κοινωνία. Ξεκινώντας μάλιστα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, η εκδοχή του Στάλιν για τον σοσιαλισμό άρχισε να δίνει τη θέση του σε ένα νέο είδος κρατικού σοσιαλισμού, αυταρχικό μεν, αλλά ήδη κάπως διαφορετικό από το κράτος στρατιωτικού νόμου. Η καταστολή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων συνεχίστηκε εναντίον επιλεγμένων ατόμων και πολλές πτυχές του σταλινισμού παρέμειναν διαμορφώνοντας την κοινωνική και κρατική ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, ο θάνατος του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953 επιτάχυνε την εξέλιξη για μια νέα εποχή στη Σοβιετική Ένωση και για μια καινούργια φάση του σοβιετικού σοσιαλισμού. Σ’ αυτό το βιβλίο, ο David Shearer περιγράφει το φαινόμενο της κρατικής βίας με στόχο την κοινωνική ευταξία συμπληρώνοντας την εκτεταμένη βιβλιογραφία σχετικά με την καταστολή στη Σοβιετική Ένωση – και καταλήγει στο συμπέρασμα μιας παταγώδους αποτυχίας. Όλες οι σταλινικές νίκες ήταν ακριβοπληρωμένες – το ίδιο και οι ήττες.

    ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

    http://www.bookpress.gr/diabasame/idees/policing-stalins-socialism

  5. Endiaferon keimeno:

    για τη δολοφονία Γιαννούλη κ.ά.:
    ttp://panosz.wordpress.com/2010/07/28/civil_war-68/

    Episis:

    Η απόφαση για τα μέλη του ΚΚΕ θύματα της ηγεσίας σταλινισμού από την Επιτροπή αποκατάστασης:
    http://www.kryphoscholio.com/istoria/1949.html

    για το Μπούλκες:
    http://panosz.wordpress.com/2010/04/22/civil_war-53/

    https://athens.indymedia.org/post/615277/

  6. Β... on

    Ανδρόνικος Χαϊτάς

    HellenicaWorld

    Ο Ανδρόνικος Χαϊτάς (1894 – 1936;) ήταν Ποντιακής καταγωγής Έλληνας Κομμουνιστής ηγέτης, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ την περίοδο 1928-1931, που εκτελέστηκε στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου.

    Βιογραφικό

    Γεννήθηκε στο Σοχούμ της Γεωργίας. Το 1917 πήρε μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Φοίτησε στην περίφημη ΚΟΥΤΒ, το Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής. Το 1922 έρχεται στην Ελλάδα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή Αθηνών. Ένα χρόνο αργότερα, το 1923 θα γίνει μέλος του ΣΕΚΕ(Κ). Μετά τη σύλληψη του τότε Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ Παντελή Πουλιόπουλου, ο Χαϊτάς μαζί με τον Κώστα Ευτυχιάδη-Κορκόζωφ ως Κούτβηδες θα αναλάβουν αυξημένα καθοδηγητικά καθήκοντα υπό τον αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα Λευτέρη Σταυρίδη. Στο διάστημα αυτό οι Χαϊτάς και Ευτυχιάδης θα θέσουν το ζήτημα της αριστερής πραγματικής δημοκρατίας ως στόχου του ΚΚΕ[1]. Εξάλλου, ο Χαϊτάς την ίδια περίοδο ήταν επικεφαλής της ομάδας Ευτυχιάδη, Ζαχαριάδη, Σκυτάλη, Σιάντου, Θεόυ ενάντια στους οπαδούς του Πουλιόπουλου και τους Κεντριστές του Μάξιμου.[2]. Μετά την αποχώρηση-διαγραφή των Τροτσκιστών, ο Χαϊτάς εξελέγη Γενικός Γραμματέας του κόμματος. Η εκλογή του σήμανε όμως και τη διάσπαση της πρώην ενιαίας ομάδας των «σταλινικών» και την έναρξης της λεγόμενης χωρίς αρχές φραξιονιστικής πάλης μεταξύ των ομάδων Χαϊτά-Ευτυχιάδη από τη μία και Σιάντου-Θέου από την άλλη. Το ΚΚΕ τότε βρέθηκε σε μία από τις πιο αδύναμες στιγμές της ιστορίας του. Το 1930 οι Χαϊτάς και Ευτυχιάδης θα συλληφθούν. Ένα χρόνο αργότερα θα καταφέρουν να αποδράσουν από τις φυλακές και να δραπετεύσουν στην ΕΣΣΔ. Η Κομμουνιστική Διεθνής θα διορίσει στη θέση του Χαϊτά τον Νίκο Ζαχαριάδη. Θα δραστηριοποιηθεί στους κόλπους της ελληνικής ποντιακής κοινότητας της ΕΣΣΔ. Η δράση του αυτή εντούτοις θα διακοπεί κατα τη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων με τη σύλληψή του λόγω των φιλικά προσκείμενων στις θέσεις του Νικολάι Μπουχάριν απόψεών του. Εκτελέστηκε πιθανώς το 1936 μαζί με τους Κώστα Ευτυχιάδη, Μάρκο Μαρκοβίτη, Γιώργο Κολοζώφ, Απόστολο Κλειδωνάρη, Διονύση Πυλιώτη, Βασίλη Τυρίμο, Μιχάλη Μπεζεντάκο και άλλους [3][4][5].

    Παραπομπές

    1. ↑ Άγγελος Ελεφάντης, Η Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης:ΚΚΕ και Αστισμός στο Μεσοπόλεμο, Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ.73,
    2. ↑ Στο ίδιο, σελ.74
    3. ↑ ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΞΟΝΤΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ
    4. ↑ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΕΝΟΣ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ
    5. ↑ Ο πιο τραγουδισμένος Έλληνας κομμουνιστής που χάθηκε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις

    Άλλες πηγές

    * Ο Ανδρόνικος Χαϊτάς
    * Περικλής Ροδάκης, Νίκος Ζαχαριάδης, Εκδόσεις Επικαιρότητα
    * Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα Παρασκήνια του ΚΚΕ, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις
    * Ιστορικό Τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δοκίμιο Ισοτίας του ΚΚΕ, ‘Α Τόμος, 1918-1949

  7. Η ουτοπία ως εφιάλτης – για το βιβλίο του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

    «Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του»

    του Μάκη Καραγιάννη

    Έχει άραγε κάποιο νόημα η ενασχόληση με τον Σταλινισμό σήμερα ή πρόκειται απλώς για ένα βίτσιο των παλιών αριστερών και των ιστορικών; Δυστυχώς τα φαντάσματα των μαύρων και κόκκινων ολοκληρωτισμών που νομίσαμε ότι έθαψε ο 20ος αιώνας, επανέρχονται δριμύτερα. Στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί μια ρητορική από τη Χρυσή Aυγή μέχρι τους αντιεξουσιαστές που βλέπει μόνον ξεπουλημένους, προδότες και δοσίλογους. Τσιτάτα ξετρυπώνουν μέσα από τις μουχλιασμένες σελίδες του Νετσάγιεφ. Το ΚΚΕ αποκαθιστά και επισήμως τον Στάλιν, ενώ ο Σύριζα είναι ερωτευμένος με τον Σλαβόι Ζίζεκ που θεωρεί ότι η «σοφία» των Ιακωβίνων και των μπολσεβίκων, «η σωφρονιστική τρομοκρατία και ο πολιτικός βολονταρισμός» είναι η απάντηση στα σημερινά προβλήματα.

    Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, Μάκης Καραγιάννης, Ζόραν Μούτιτς, Αλέκος Πετρίδης

    Η Αριστερά στην Ελλάδα – όπως το θέτει ο Χατζηπροδρομίδης στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του» – δεν αναζήτησε στο σταλινικό παρελθόν τις αιτίες της τραγωδίας της και προτιμά να επικρίνει διάφορα ηγετικά στελέχη για τις πολιτικές τους ευθύνες. Γι’ αυτό και στα τρία κεφάλαια του βιβλίου με τίτλο Σταλινισμός: Ι. Η τυραννία ως υπόσχεση ελευθερίας ΙΙ. Ο βολονταρισμός ως αναγκαιότητα και ΙΙΙ. Η εξουσία ως αιώνια επιβολή στην κοινωνία, ανατέμνει το φαινόμενο δείχνοντας πώς ο ιστορικός βολονταρισμός καταργώντας τη σκέψη μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Παρουσιάζει γλαφυρά τη συστηματική εξόντωση όλων των αντιπάλων των Στάλιν – τον Τρότσκι, τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Κίροφ, τον Μπουχάριν με αποκορύφωμα τις Δίκες της Μόσχας 1936 -1939 και τις εφιαλτικές διαστάσεις της βίας με τα εκατομμύρια των εκτελεσθέντων και εκτοπισθέντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
    Θα επιμείνω σε δυο πλευρές τού βιβλίου που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιατί αγγίζουν την καρδιά του σταλινισμού και του ολοκληρωτισμού. Η πρώτη συμπυκνώνεται στο κεφάλαιο «Ο σύντομος δρόμος για το σοσιαλισμό». Εδώ ο Χατζηπροδρομίδης μάς δίνει τη γενεαλογία της σταλινικής ιδεολογίας. Ανατρέχει δηλαδή στους κρίκους της πρόδρομης σκέψης στου σταλινισμού.
    Ακόμη και πριν από τον Στάλιν το «κόμμα νέου τύπου» του Λένιν – δηλαδή η αιφνιδιαστική κατάληψη της εξουσίας από μια μικρή μειοψηφία – ως τρόπος σκέψης είναι το πνεύμα ιακωβινισμού και του μπλανκισμού όπως αυτό δεξιώθηκε στη Ρωσία του 19ου αιώνα από τον Τκάτσοφ και τον Νετσάγεφ. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Λένιν «οι κομμουνιστές είναι οι Ιακωβίνοι στο πλευρό του προλεταριάτου».
    Ο ιακωβινισμός και ο μπλανκισμός – η επανάσταση δηλαδή ως έργο μιας μικρής μειοψηφίας, μιας συνωμοτικής ομάδας- επιστρατεύτηκε ως όπλο για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός και τα εμπόδια που έβαζε η υπανάπτυξη της Ρωσίας που βρίσκονταν ακόμη σε προκαπιταλιστικό στάδιο. Ο βολονταρισμός χρησιμοποιήθηκε για την υπέρβαση της θεωρίας του Μαρξ ότι επανάσταση προϋπέθετε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του υποκείμενου της επανάστασης που ήταν η εργατική τάξη. Η κορύφωση αυτής της «σκέψης» ήταν η αγνόηση όλων των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών παραμέτρων για την επανάσταση και το σοσιαλισμό και η ανακήρυξη ως μοναδικής προϋπόθεσης τη θέληση κάποιων ανθρώπων.
    Οι αντιλήψεις αυτές έκαναν την εμφάνισή τους στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με τις φοιτητικές αναταραχές και τη δημιουργία της οργάνωσης «Λαϊκή θέληση». Σε επίπεδο θεωρίας έβαλαν τότε τη σφραγίδα τους ο Τκάτσωφ με την αντίληψη για τη δικτατορία της μειοψηφίας και ο Νετσάγιεφ με την «Κατήχηση του επαναστάτη». Μέσα από αυτή την προϊστορία εξηγείται γιατί η κατάληξη του Στάλιν δεν ήταν η απόκλιση από κάποιο ορθό δρόμο αλλά η φυσική συνέπεια των πραγμάτων.

    Αν θέλαμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα προς τα πίσω στη γενεαλογία της σταλινικής θεωρίας που παρέθεσε ο Χατζηπροδρομίδης, θα φτάναμε ίσως στη μήτρα της. Είναι η αντίληψη που κωδικοποιείται με το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και αποδίδεται είτε στους Ιησουίτες είτε στον Μακιαβέλι, χωρίς να το έχουν σαφώς διατυπώσει. Όμως ο Μακιαβέλι είναι νομίζω ο πρώτος που στα αναλυτικά του εργαλεία χρησιμοποιεί τη διάκριση της ηθικότητας των σκοπών και της ηθικότητας των μέσων. Σύμφωνα με τη θεωρία της necessità ο ηγεμόνας έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει σε μέσα πέρα από τα όρια της ηθικής, αν αυτό επιτάσσει το γενικό συμφέρον. Δηλαδή η πολιτική πρακτική παίρνει διαζύγιο από την έννοια της ηθικής. Αυτή η αντίληψη πολύ πιο εκχυδαϊσμένη και χωρίς τις προϋποθέσεις που έθετε ο Μακιαβέλι επικράτησε τους επόμενους αιώνες μέχρι να φτάσουμε στον σταλινισμό. Ο σοσιαλισμός και ένα θρησκευτικής απόχρωσης ευτυχισμένο μέλλον έγινε ο σκοπός, η «άτρωτη πανοπλία» την οποία δεν μπορούσε να διαπεράσει η ηθική, η αλήθεια, η ανθρώπινη αξία και ο ανθρώπινος πόνος. Η αντιστροφή επομένως του πολυχρησιμοποιημένου αφορισμού στο πρόταγμα ότι «τα μέσα προσδιορίζουν τον σκοπό» αποτελεί τη Λυδία λίθο για την επαγγελία των κάθε λογής επαναστατών.
    Μου άρεσε όμως περισσότερο εκείνη η πλευρά του βιβλίου που διερευνά τη στάση των διανοουμένων απέναντι στο σταλινισμό.

    Με ενδιέφερε κατ’ αρχήν ως ερώτημα: Τι έκανε τους διανοούμενους οι οποίοι εξ ορισμού είναι ταγμένοι να διακονούν την τέχνη και την επιστήμη – δηλαδή την αλήθεια – να ενδίδουν στο ζόφο του σταλινισμού; Τι έκανε διανοούμενους σαν τον Λούκατς, τον Νερούντα, τον Αραγκόν, τον Ελυάρ, τον Πικάσο, τον Μπρέχτ, τον Γκόργκι, τον Ρίτσο να τυφλώνονται μπροστά σ’ αυτό το φαινόμενο;
    Ο Τσέσλαβ Μίλος, το δοκίμιο του οποίου «Η αιχμάλωτη σκέψη» αναλύει ο Χατζηπροδρομίδης στο τρίτο κεφάλαιο, μας δίνει μια απάντηση για όσα συνέβαιναν στις λαϊκές δημοκρατίες. Ο Μίλος υιοθετεί τον όρο Κέτμαν. Πρόκειται για την απόκρυψη της πραγματικής σκέψης και συμπεριφοράς που οδηγεί στη μαζική ηθοποιία ενός ολόκληρου έθνους. Η θεατρική σκηνή μεταφέρεται παντού. Όρος επιβίωσης για τον συγγραφέα είναι η εξύμνηση της ιερής φλόγας της επανάστασης και ο χαφιεδισμός. Ο Φόβος όλων απ’ όλους.

    Ο πολωνός φιλόσοφος Λέσεκ Κολακόφσκι – ο «ισχυρότερος αντίπαλος του σταλινισμού στην Ανατολική Ευρώπη – στη σκέψη του οποίου μας ξεναγεί εμπεριστατωμένα στο πρώτο κεφάλαιο ο Χατζηπροδρομίδης έχει τη δική του απάντηση. Αφιερώνει εξήντα σελίδες από το βιβλίο του στον Λούκατς. Είναι ο κορυφαίος φιλόσοφος της σταλινικής εποχής, αληθινός διανοούμενος και το έργο του «Ιστορία και ταξική συνείδηση» είναι διάσημο. Μόνον που ο Κολακόφσκι αποκαλεί την περίπτωσή του ως «προδοσία της σκέψης», αφού ο Λούκατς θεωρεί ότι «η εμπειρική συνείδηση ποτέ δεν φτάνει στην «αληθινή», αλλά η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας είναι η «αληθινή» συνείδηση. Φορέας αυτής της συνείδησης είναι το κόμμα». Με αυτή τη σκέψη του Λούκατς κάνουμε ένα γιγάντιο άλμα στο κενό αφού «η αλήθεια είναι ταυτόσημη με τον φορέα της αλήθειας, δηλαδή το προλεταριάτο, το οποίο στην πράξη σήμαινε ότι το κόμμα έχει πάντα δίκαιο».
    Παρ’ όλο που τα δοκίμια του Κολακόφσκι είναι συνολικά μια εξαιρετική και οξυδερκής ανάλυση της μαρξιστικής θεωρίας και της κομμουνιστικής πράξης, προσωπικά δεν μπορώ να δεχτώ τις αποτιμήσεις που κάνει ο πολωνός φιλόσοφος για μερικά θέματα όπως είναι η Σχολή της Φραγκφούρτης και ο Μαρκούζε, τον οποίο αποκαλεί «ιδεολόγο του σκοταδισμού». Ενηλικιώθηκα με τον «Μονοδιάστατο άνθρωπο», και θεωρώ ότι έχει τη δική του πολύ θετική συμβολή στην ιστορία της φιλοσοφίας.

    Αν όμως ο Λούκατς αποτελεί την «προδοσία της σκέψης», τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα όταν μαζί με την πίστη στο κόμμα υπεισέρχονται ο καιροσκοπισμός, το βελούδινο χέρι της κομματικής θαλπωρής, το χειροκρότημα. «Homo sum και τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο» όπως έλεγε ο Τερέντιος. Ο ποιητές και οι πεζογράφοι ακόμα και όταν κάνουν μεγάλη τέχνη είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με υποκρισίες και ιδιοτέλειες και στηρίζουν σταλινικά καθεστώτα.

    Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πάμπλο Νερούντα. Το 1954 υμνεί στο ποίημά του την απλότητα και τη σοφία του Στάλιν, ενώ το 1963 ο μεγάλος ηγέτης στο ποίημα μεταμορφώνεται σε βάναυσο άνθρωπο. Αντίστοιχα εγκώμια επεφύλαξε ο Νερούντα σε ποίημά του και για τον Αντρέι Βισίνκσκι, τον αδίστακτο εισαγγελέα των δικών της Μόσχας.
    Αλλά τι στάση κράτησε και ο μεγάλος Μπέρτολντ Μπρεχτ; Δεν μίλησε ποτέ για τα σταλινικά εγκλήματα. Όπως πολύ γλαφυρά αναφέρει ο βιογράφος του Τζον Φουέγκι «βούλωσε το στόμα του». Όμως και όταν μίλησε για τη δολοφονία του φίλου του Σεργκέι Τρετιάκοφ στο ποίημά του «Είναι αλάθητος ο λαός;» τι έγραψε; «ανάμεσα στους πενήντα καταδικασμένους ίσως είναι και ένας αθώος. Και τι έγινε αν είναι αθώος;». Η ειρωνεία είναι ότι ως διανοούμενος έδινε συμβουλές στον κόσμο για τις “Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια”.

    Αυτή η δυσκολία της αλήθειας φάνηκε και στον κορυφαίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στον Μαξίμ Γκόρκι που επισκέφτηκε το αναμορφωτήριο ανηλίκων στα νησιά Σολοβκί για προπαγανδιστικούς λόγους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σολζενίτσιν. Στη διάρκεια της επίσκεψης όμως ένας δεκατετράχρονος του είπε: «Ακουσε, Γκόρκι! Όλα όσα βλέπεις είναι ψεύτικα. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια; Θέλεις να σου την πω;» Ο Γκόρκι τον άκουσε υπομονετικά και βγήκε από το παράπηγμα κλαίγοντας. Στο βιβλίο των εντυπώσεων όμως έγραψε «για την αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα των ανθρώπων, οι οποίοι αποδείχτηκαν ακάματοι και οξυδερκείς φρουροί της επανάστασης». Λίγο μετά τον απόπλου του ατμόπλοιου ο νεαρός εκτελέστηκε.

    Όμως ας μη βιαστούμε να τους καταδικάσουμε όλους. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πολλοί πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Μπέρτραντ Ράσελ, ο Κολακόφσκι, ο Τσέζαλβ Μίλος, ο Σολζενίτσιν είδαν έγκαιρα την αλήθεια, κράτησαν την αξιοπρέπειά τους και πλήρωσαν την αλήθεια τους ακριβά. Κι εδώ πρέπει θέσουμε το ερώτημα του Κολακόφσκι όπως το κωδικοποιεί ο Χατζηπροδομίδης: «τι ρόλο παίζει στην πνευματική ζωή και την υπεράσπιση των αξιών η ηθική στάση; Η εντιμότητα;».

    Θα κλείσω με το εγκώμιο της αμφιβολίας. Αν κοινό χαρακτηριστικό όλων των ολοκληρωτισμών είναι ο φανατισμός, ο θρίαμβος των κοινών τόπων και ο θάνατος της σκέψης, τότε, ίσως, το μόνον φάρμακο είναι η αμφιβολία. Πρέπει να ξαναθυμηθούμε τον Καρτέσιο και τον «Λόγο περί μεθόδου»: «Δεν δέχομαι τίποτα για αληθινό το οποίο δεν καταλαβαίνω με σαφήνεια». Δυστυχώς τίποτε δεν είναι οριστικά κατακτημένο. Κι αν υπάρχει σήμερα ένα μήνυμα από τον σκοτεινό εικοστό αιώνα, τον αιώνα των ουτοπιών, είναι ότι κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα όπως παπαγαλίζουν με τα copy-paste από τον Νετσάγιεφ οι κατηχούμενοι «επαναστάτες» και μεταμοντέρνοι θαυμαστές του Στάλιν, αλλά αντίθετα τα μέσα προσδιορίζουν το σκοπό. Καμιά κοινωνία δεν έγινε καλύτερη με τη βία, τα Γκουλάγκ, τα Άουσβιτς και τα καλάσνικοφ.

    Νομίζω ότι οφείλουμε χάρες στον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη. Έκανε με το βιβλίο του αυτό που δεν έκανε η επίσημη κομματική αριστερά. Έβαλε τα δάκτυλα επί τον τύπο των ήλων που πονούσαν. Γιατί διέθετε την καθαρή σκέψη, το βιωματικό έρμα και το ηθικό ανάστημα για να απαντήσει στο επώδυνο ερώτημα που βασανίζει τους παλιούς αριστερούς: Τελικά τι έφταιξε και τόσο υψηλά ιδανικά οδήγησαν στον εφιάλτη της Ιστορίας;

    http://politicalreviewgr.blogspot.gr/2014/03/blog-post_29.html

  8. […] «ιερή υποχρέωση» που τους ανέθεσε ο Ζαχαριάδης έχει γίνει ήδη κουρέλι […]

  9. […] ακόμη πιο έντονα ο σταλινισμός, η προσωπολατρεία και η εξόντωση των Ελλήνων κομμουνιστών στην ΕΣΣΔ κατά τη δεκαετία του […]

  10. Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στις 17/5/1988. Ως ΟΔΜΑΑΑ το παραθέτουμε επειδή αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, το οποίο μπορεί να φανεί χρήσιμο για τους ερευνητές. Το εν λόγω κείμενο, μας το έδωσε ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος. Την αντιγραφή την έκανε ο Οδυσσέας Μανουσαρίδης, και την επιμέλεια είχε ο Δημήτρης Κατσορίδας. Επισημαίνουμε ότι η σύνταξη παρέμεινε όπως αυτή του αρχικού κειμένου.

    ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΞΟΝΤΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ

    Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας συγκροτήθηκε του Σεπτέμβριο του 1987 με πρωτοβουλία του Τάσου Βουρνά, ιστορικού συγγραφέα και δημοσιογράφου και του Βασίλη Νεφελούδη και με τη συμμετοχή των: Κώστα Αναστασιάδη, δημοσιογράφου, Γιάννη Δαμασκόπουλου ανταρτοεπονίτη στα χρονιά της κατοχής, Μπάμπη Δρακόπουλου πρώην Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, Γιώργου Ζαρογιάννη, Ταξίαρχου – Καπετάνιου του Ε.Λ.Α.Σ. και Γαβρίλη Λαμπάτου στελέχους της ΕΚΟΝ ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ. Η επιτροπή επιδίωξε, χωρίς επιτυχία, να διευρυνθεί προς την κατεύθυνση προσωπικοτήτων φάσματος ευρύτερου από αυτό που εκφράζεται από τα μετέχοντα μελή της, εμμένοντας σταθερά στην αρχική απόφαση της να παραμείνει αυτόνομη και ανεξάρτητη από οποιοδήποτε κόμμα.

    Στην πρώτη συνεδρίαση της η Επιτροπή πρωτοβουλίας προσδιόρισε τους στόχους της ερευνάς της και κατάρτισε το πρόγραμμα της λειτουργίας και δράσης της. Πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της αποκατάστασης της μνήμης των αγωνιστών που εξοντώθηκαν άδικα δεν τέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με την ίδρυση της Επιτροπής μας. Μέλη της Επιτροπής όπως ο Μπάμπης Δρακόπουλος και ο Βασίλης Νεφελούδης και άλλοι που δεν είναι μέλη της Επιτροπής, ασχολήθηκαν και στο παρελθόν με το ίδιο θέμα. Υπενθυμίζουμε σχετικά ότι το 1983 το ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ είχε συγκροτήσει Επιτροπή ερευνάς και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε απόφαση με την οποία αποκατέστησε την μνήμη του Παντελή Δαμασκόπουλου. Ο Γιάννης Δαμασκόπουλος, από το 1945, αγωνίζεται για την αποκατάσταση της μνήμης του πατερά του. Είναι αβάσιμοι συνεπώς οι ισχυρισμοί που είδαν το φως της δημοσιότητας και σύμφωνα με τους οποίους, στην Ελλάδα, το θέμα ανέκυψε σαν προέκταση της ανάλογης πρωτοβουλίας του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Ακόμα και η ίδρυση της επιτροπής μας, χρονικά, προηγείται της εξαγγελίας του Γκορμπατσόφ για τη συγκρότηση Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. με σκοπό την απονομή δικαιοσύνης σε άδικα εξοντωθέντες αγωνιστές στη Σοβιετική Ένωση.

    Η αυτόνομη ύπαρξη και δράση της Επιτροπής μας δεν σημαίνει καθόλου ότι είμαστε αδιάφοροι απέναντι στην ανάληψη παρομοίων πρωτοβουλιών σε άλλες χώρες. Αντίθετα, επειδή το Σταλινικό φαινόμενο της μισαλλοδοξίας και της βίαιης καταστολής κάθε διαφορετικής άποψης δεν ήταν περιορισμένο σε μια μονό χωρά, θεωρούμε ότι το ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ των εγκληματικών ενεργειών που σημειώθηκαν σε διαφορές χώρες, δεν έχει περιορισμένο εθνικό χαρακτήρα. Είναι ευρύτερα διεθνές θέμα για το κομμουνιστικό κίνημα.

    Η σύσταση της Επιτροπής πρωτοβουλίας δεν θα είχε νόημα εάν τα κόμματα της Αριστεράς αναλάμβαναν, με δική τους πρωτοβουλία, το έργο της ερευνάς, της αποκατάστασης της αλήθειας και της απονομής δικαιοσύνης στους αβάσιμα κατηγορηθέντες και εγκληματικά εξοντωθέντες αγωνιστές. Επειδή όμως:
    α) Το ΚΚΕ δεν έδειξε, μέχρι στιγμής, καμιά προθυμία να ασχοληθεί θετικά με το θέμα αυτό.
    β) Το πρώην Κ.Κ.Ε. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, μετά την αποκατάσταση του Παντελή Δαμασκόπουλου το 1983, δεν συνέχισε την ερευνά του με στόχο την ολοκλήρωση του έργου που είχε αναλάβει.
    γ) Κανένα άλλο από τα υπάρχοντα Κόμματα, που έχουν τις ρίζες τους στην Κομμουνιστική Αριστερά, δεν ανέλαβε παρόμοια πρωτοβουλία, αυτοί που αποτελούν την Επιτροπή πρωτοβου­λίας θεώρησαν χρέος τους να την αναλάβουν.

    Στόχος μας ήταν:
    Να ερευνήσουμε σε όλη τη δυνατή έκταση τις περιπτώσεις που γνωρίζουμε και εκείνες που θα έθεταν οι ενδιαφερόμενοι υπ’ όψιν της Επιτροπής.
    Να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη, με την δημοσίευση όλων των σχετικών στοιχείων.
    Και να συμβάλλουμε στην ενεργοποίηση των κομμάτων της Αριστεράς προς την κατεύ­θυνση της ερευνάς και της αποκατάστασης τιμής των εξοντωθέντων αγωνιστών.

    Η αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της αριστεράς δεν έχει μόνον τον χαρακτήρα της απονομής δικαιοσύνης. Δεν είναι μόνον χρέος ηθικής τάξεως. Είναι επίσης σημαντική πολιτική πράξη που αφορά όχι μόνον στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, όχι μόνον στο παρελθόν, αλλά επίσης και στο παρόν και στο μέλλον των πολιτικών ηθών της αριστεράς, στο παρόν και στο μέλλον του επίπεδου της πολιτικής σκέψης και δράσης. Όποιος αληθινά θέλει να συμβάλει στην αναστήλωση της αρχής που διακηρύχθηκε από τους θεμελιωτές του Επιστημονικού Σοσιαλισμού, κατά την οποία ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, οφείλει να δεχθεί ότι έχει χρέος να συμβάλει στο να απαλλαχθεί το Κομμουνιστικό Κίνημα από πολιτικές και πρακτικές που είναι ευθέως αντίθετες και με τον Κομμουνισμό και με την Δημοκρατία.

    Οι έρευνες της επιτροπής πρωτοβουλίας περιέλαβαν σειρά από ατομικές περιπτώσεις και εκτάθηκαν σε διαφορές κατηγορίες και περιοχές, χωρίς ωστόσο να γίνει δυνατό να ερευνηθούν όλες οι πτυχές. Οι δυσκολίες ήταν πολλές και η κυριότερη από αυτές ήταν η μη δυνατότητα της Επιτροπής να προσπελάσει και να μελετήσει τα αρχεία των Κομμάτων της Αριστεράς. Από την αρχή της συγκρότησής της η επιτροπή είχε επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντούσε και γι’ αυτό υπογράμμισε ότι το πόρισμα των εργασιών της θα ήταν ενδεικτικό μόνον και ότι χρέος των κομμάτων της αριστεράς ήταν να αναλάβουν μια περισσότερο εκτεταμένη και ολοκληρωμένη ερευνά.

    Οι περιπτώσεις που ερευνήθηκαν από την Επιτροπή κατά κατηγορίες ήταν οι ακόλουθες:
    Α) Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΗΓΕΤΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ Ε.Σ.Σ.Δ. ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1930-1940 ΚΑΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΤΑΛΙΝΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ
    Μολονότι στην αίτηση μας προς την ηγεσία του Κ.Κ.Σ.Ε. μέχρι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει απάντηση, από πληροφορίες που συγκέντρωσε η Επιτροπή ανάμεσα στα θύματα των Σταλινικών εκκαθαρίσεων στην Ε.Σ.Σ.Δ., αναφέρονται οι:
    1) ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΧΆΪΤΑΣ, διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ.(1928-1931)
    2) ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΟΖΩΦ, διετέλεσε γραμματέας της ΟΚΝΕ (1925-1928)
    3) ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΟΥΒΑΣ, διετέλεσε γραμματέας της ΟΚΝΕ (1928-1931)
    4) ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΥΛΙΩΤΗΣ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. (1928-1931)
    5} ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΤΥΧΙΔΗΣ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. (1928-1931)
    6) ΑΛΕΞΗΣ ΧΡ1ΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, Διευθυντής του Ριζοσπάστη (1928-1931)
    7) ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΛΥΔΩΝΑΡΗΣ, Βουλευτής του ΚΚΕ στη βουλή του 1932, μέλος Κ.Ε.
    3) ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΒΙΤΗΣ, στέλεχος της ΟΚΝΕ
    9) ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΤΣΟΣ ή ΓΙΑΝΝΟΥΤΣΟΣ
    10) ΤΖΑΝΝΗΣ ΦΛΑΡΑΚΟΣ, εργάτης, συνδικαλιστής, στέλεχος του ΚΚΕ, δραπέτευσε από τις φυλακές της Αίγινας.
    11) ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ, εργάτης, συνδικαλιστής, στέλεχος του ΚΚΕ, δραπέτευσε από τις φυλακές της Αίγινας
    12) ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ, παιδαγωγός, στέλεχος του ΚΚΕ
    13) ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, στέλεχος του ΚΚΕ από το Βόλο
    14) ΑΒΡΑΑΜ ΔΕΡΒΙΣΌΓΛΟΥ, εργάτης, αγωνιστής, δραπέτης από τις φυλακές της Αίγινας
    15) ΔΟΥΡΓΕΡΙΔΗΣ, εργάτης, αγωνιστής, δραπέτης από τις φυλακές της Αίγινας
    16) ΚΑΛΟΓΡ1ΔΗΣ, εργάτης, αγωνιστής, δραπέτης από τις φυλακές της Αίγινας
    17) ΣΑΡΙΚΑΣ, εργάτης, αγωνιστής, δραπέτης από τις φυλακές της Αίγινας
    18) ΘΩΜΑΖΟΣ, εργάτης, αγωνιστής, δραπέτης από τις φυλακές της Αίγινας
    19) ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ, στέλεχος της ΟΚΝΕ
    20) ΜΟΥΤΖΟΥΡΗΣ, μέλος του Γραφείου της Κ.Ε. της ΟΚΝΕ.
    Β) Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΚΕΣ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ (1944-1948)

    Το Μπούλκες είναι μια μικρή πόλη στα Βορειοδυτικά της Γιουγκοσλαβίας κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία. Στο σύνολο τους σχεδόν οι κάτοικοι του Μπούλκες ήταν Γερμανοί. Οι άνδρες είχαν ενταχθεί στο Χιτλερικό στρατό και οι γυναίκες συγκεντρώθηκαν σε στρατόπεδο. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Έλληνες πολιτικούς προσφυγές που ήταν γύρω στις 5.000-6.000. Κομματικός καθοδηγητής στο Μπούλκες, ορίσθηκε ο Μιχάλης Πεκτασίδης (ανιψιός της Δόμνας, γυναίκας του Γιάννη Ιωαννίδη). Ο Μ. Πεκτασίδης αφού χρησιμοποιή­θηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα δολοφονήθηκε και αυτός με εντολή του Γιάννη Ιωαννίδη. Επικεφαλής του κλιμακίου της Κ.Ε. του ΚΚΕ στην Γιου­γκο­σλαβία και καθοδηγητές της κομματικής οργάνωσης του Μπούλκες ήταν οι Γιάννης Ιωαννίδης και Πέτρος Ρούσσος.

    Μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά, την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας και το άγριο δολοφονικό όργιο των φασιστικών συμμοριών της Δεξιάς, μερικές χιλιάδες κυνη­γημένοι Ελασίτες πέρασαν στην Γιουγκοσλαβία και εγκαταστάθηκαν στο Μπούλκες. Όπως ήταν επόμενο και πικρίες υπήρχαν ανάμεσα στους προσφυγές, και αντιρρήσεις ακούγονταν σχετικά με την πολιτική που ακολουθήθηκε και απογοητεύσεις. Οι συζητήσεις γύρω απ’ αυτά, κατά την αντίληψη της ηγεσίας, έπρεπε να «κοπούν με το μαχαίρι». Με βάση αυτή τη λογική άρχισαν οι νυχτερινές μουλωχτές συλλήψεις και εξαφανίσεις αγωνιστών. Τα θύματα της εγκληματικής αυτής νοοτροπίας και πρακτικής είναι πολλά, μερικοί από εκεί­νους που επέζησαν τα ανεβάζουν σε πάνω από εκατό. Οι διαφωνούντες στέλνονταν στο νησί του Δούναβη με το «αιτιολογικό» να κόβουν ξύλα για το ασβεστοκάμινο. Εκεί εξοντώθηκαν. Παρά τις προσπάθειές της, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρει, σε κάποιο σημαντικό αριθμό, τα ονόματα των εξοντωθέντων στο Μπούλκες.

    Γ) ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΞΟΝΤΩΘΕΝΤΩΝ ΗΓΕΤΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ
    1) ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΔΑΜΑΣΚΟΠΟΥΛΟΣ, μέλος της Κ.Ε. Γενικός Γραμματέας της Πανυπαλληλικής Επιτροπής.
    Απομακρύνθηκε από το κόμμα στα τέλη του 1938 με εντελώς αβάσιμες επινοημένες κατηγορίες. Το 1943 κλήθηκε από την τότε ηγεσία στο Καρπενήσι (για να του ανατεθεί δουλεία στο ΕΑΜ). Παρέμεινε 9 μήνες σε ελεύθερες περιοχές. Το καλοκαίρι του 1944 εξοντώθηκε στο Καρπενήσι. Ύστερα από 40 χρονιά στις 4/12/84, στο Ριζοσπάστη γρά­φτηκε ότι «συμφωνά με το από 10/4/81 πόρισμα της Κ.Ε. Ελέγχου, τον παντελή Δαμασκόπουλο δεν βαρύνει καμιά κατηγορία». Ωστόσο το πόρισμα αυτό δεν δημοσιεύτηκε.
    2) ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΚΑΦΙΔΑΣ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. Με εντολή του Ν. Ζαχαριάδη, βγήκε από τη φυλακή με δήλωση «για να βοηθήσει το κόμμα να απαλλαγεί από τον Γ. Σιάντο» που ο Ν. Ζαχαριάδης τον θεωρούσε πράκτορα. Όπως ήταν επόμενο ο Γ. Σκαφίδας διαγράφτηκε σαν δηλωσίας. Αυτοεξορίστηκε στο χωριό της γυναίκας του, στη Μεσσηνία και το 1944 κλήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ στο Καρπενήσι «για να του ανατεθεί δουλεία στο ΕΑΜ». Δολοφονήθηκε άνανδρα κατά τον ίδιο μυστικό-συνωμοτικό τρόπο, που δολοφονήθηκε ο Π. Δαμασκόπουλος.
    3) ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (ΑΣΗΜΙΔΗΣ), μέλος της Κ.Ε. και του Π.Γ. του ΚΚΕ στην περίοδο 1931-1933.
    Εξαναγκάστηκε σε απομάκρυνση από το κόμμα αφού πρώτα προπηλακίστηκε από τον Ν. Ζαχαριάδη σαν «αντικομματικός», «φραξιονιστής», «οπορτουνιστής», γιατί τόλμησε να κάνει διαφορετική πολιτική εκτίμηση για τα αίτια ενός δυσμενούς εκλογικού αποτελέσματος στη Θεσσαλονίκη. Το Δεκέμβριο του 1944 συνελήφθη από την πολιτοφυλακή του Γκύζη στο σπίτι του και θανατώθηκε στα «μουγκά».
    4) ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΖΙΝΙΕΡΗΣ (ΣΚΥΤΑΛΗΣ ή ΔΑΣΚΑΛΟΣ), διετέλεσε μέλος της Κ.Ε. και Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (1927-1930). Διαγράφτηκε γιατί έκανε δήλωση μετανοίας στην περίοδο της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας. Στα χρόνια της Χιτλεροφασιστικής Κατοχής συνέβαλε ενεργά στη δημιουργία Εαμικών οργανώσεων στο χωριό του και στη γύρω περιοχή, όπου ζούσε αυτοεξόριστος. Τον κάλεσαν και αυτόν στο Καρπενήσι «για να του αναθέσουν δουλεία στο ΕΑΜ», πήγε και τον εξόντωσαν.
    5) και 6) ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΚΗΣ και ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΠΕΝΗΣ, μεσαία καθοδηγητικά στελέχη οργανώσεων του ΚΚΕ.
    Όταν ήταν κρατούμενοι στην Ακροναυπλία τόλμησαν να έχουν διαφορετική γνώμη από εκείνη του Γιάννη Ιωαννίδη σε προβλήματα της ζωής της ομάδας συμβίωσης και να την πούνε. Τέθηκαν υπό διωγμό μέσα στο Στρατόπεδο, διαπομπεύτηκαν και αποπέμφθηκαν από την ομάδα συμβίωσης. Στα χρονιά της Κατοχής δούλεψαν στις αντιστασιακές οργανώσεις, πιάστηκαν με διαταγή της ηγεσίας και εξοντώθηκαν άνανδρα, ο Στ. Γάκης στο Βόλο, ο Θαν. Καπένης στην Αιτωλοακαρνανία.
    7,8 και 9) ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΑΜΑΤΑΤΟΣ, ΣΤΑΘΗΣ ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εξοντώθηκαν κατά τον ίδιο περίπου τρόπο όπως και οι προηγούμενοι, στην Ευρυτανία οι δύο πρώτοι, ο τρίτος στην Αττική.
    10) ΔΗΜΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ. Μέλος της αχτιδικής Επιτροπής Καλλιθέας, εξοντώθηκε γιατί διαφώνησε με την Γραμματίνα της αχτιδικής Επιτροπής, μια κυρία η οποία εξελίχθηκε αργότερα σε όργανο της Ασφάλειας.
    11) ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΖΟΥΜΠΑΣ στο Αγρίνιο
    12) Α. ΝΤΟΥΒΑΣ στο Αγρίνιο.

    Δ) ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΤΕΣ – ΤΡΟΤΣΚΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΞΟΝΤΩΘΕΙ

    Οι κατάλογοι των Αρχειομαρξιστών – Τροτσκιστών που κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες – περιοδικά, περιέχουν γύρω στα εξήντα ονόματα εξοντωθέντων. Η Επιτροπή μας αφού διαπίστωσε ότι σε ορισμένους από τους καταλόγους υπήρχαν λάθη, σε έναν (περίπτωση Α. Παπαγιάννη) υπήρχε το όνομα αγωνιστή που αποδεδειγμένα είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς, σαν «ανθρώπου που εκτελέστηκε από τους σταλινικούς»), προσπάθησε με την διασταύρωση των στοιχείων και των πληροφοριών, να εντοπίσει τις ξεκαθαρισμένες περιπτώσεις. Έτσι κατέληξε σε έναν πρώτο κατάλογο, με ονόματα σαρανταεννέα, αγωνιστών τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών που δολοφονήθηκαν άνανδρα για τον απλό λόγο ότι είχαν διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές τοποθετήσεις.

    Ο κατάλογος είναι ο ακόλουθος:
    1) Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    2) Κ. ΛΑΔΑΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    3) Ν. ΖΗΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    4) Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    5) Ν. ΦΛΩΡΟΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    6) Κ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την. ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    7) Ν. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, παλιός αρχειομαρξιστής του Αγρινίου, δολοφονήθηκε παρά την ενεργή του συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.
    8) Ν. ΠΑΓΩΝΗΣ, φοιτητής αρχειομαρξιστής. Στο Αγρίνιο εντάχθηκε στο ΕΑΜ.
    9) Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ, από το Αγρίνιο.
    10) Γ. ΜΑΓΕΙΡΑΣ, Καπνεργάτης από το Αγρίνιο.
    11) Δ. ΒΟΥΡΣΟΥΚΗΣ, Αγωνιστής από την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέλος της ΕΟΚΔΕ. Δικηγόρος, Ακροναυπλιώτης.
    12) Γ. ΔΟΞΑΣ, Εργάτης, ελαιοχρωματιστής, δολοφονήθηκε στην Καλλιθέα.
    13) Δ. ΜΠΕΛΙΑΣ, Δικηγόρος, δολοφονήθηκε στο Παγκράτι.
    14) Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ, Αρτεργάτης [δολοφονήθηκε] στο Περιστέρι.
    15) Σ. ΒΕΡΟΥΧΗΣ, Ανάπηρος, Γεν. γραμματέας της Γεν. Συνομοσπονδίας Αναπήρων. Από το 1922 στο κίνημα, ανήκε στην Κ.Ε. του Μπολσεβίκου. Δολοφονήθηκε στην Εύβοια.
    16) Θ. ΑΔΡΑΜΥΤΙΔΗΣ, έφορος του Ευαγγελισμού. Εξορίστηκε από την 4η Αυγούστου στον Αη Στράτη, δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ στον Ευαγγελισμό.
    17) Γ. ΖΟΥΡΗΣ, Εργάτης, υδραυλικός, εξορίστηκε από την 4η Αυγούστου.
    18) Ν. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Αγρότης από την Κεφαλονιά. Σκοτώθηκε από την ΟΠΛΑ στην Αθήνα.
    19) ΕΠ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Αρτεργάτης, με δράση από το Μεσοπόλεμο.
    20) ΣΠ. ΠΗΛΙΤΣΗΣ, από τη Θήβα, πρώην Ελασίτης.
    21) Θ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, λιμενεργάτης, από το 1927 στο εργατικό κίνημα, δολοφονήθηκε τον Δεκέμβρη.
    22) Ε. ΣΤΑΗΣ (ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ), Από τον Πειραιά. Με δράση από το 1926. Δολοφονήθηκε τον Δεκέμβρη.
    23) Μ. ΜΕΛΙΑΔΗΣ, Εργάτης των ΣΑΠ. Από το 1928 στο κίνημα. Δολοφονήθηκε στις 4 Δεκέμβρη.
    24) ΣΤ. ΣΤΕΡΓΙΟΥ, καπνεργάτης από τη Θεσσαλονίκη, με δράση από το 1920.
    25) Κ. ΧΑΡ1ΤΩΝΙΔΗΣ. Από τον Πειραιά. Με 20χρονη συμμετοχή στο κίνημα. Δολοφονήθηκε το Δεκέμβρη στον Πειραιά.
    26) Δ. ΤΑΤΣΗΣ, Εργάτης μετάλλου, από το 1929 στο κίνημα της Θεσσαλονίκης.
    27) Π. ΤΣΙΓΚΕΛΗΣ, υπάλληλος ζαχαροπλάστης, αντιπρόεδρος του σωματείου του. Στην κατοχή τροτσκιστής. Εκτελέστηκε στο Περιστέρι.
    28) Γ. ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ. Υπάλληλος της Σωτηρίας. Δολοφονήθηκε το Δεκέμβρη από την ΟΠΛΑ.
    29) Γ. ΑΡΝΙΩΤΑΚΗΣ, συνδικαλιστής εμποροϋπάλληλος. Εκτελέστηκε στο Περιστέρι.
    30) Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ. Γκαρσόνι. Σκοτώθηκε στο Βύρωνα.
    31) Κ. ΜΑΓΓΟΣ. Από τα Γιαννιτσά. Το 1935 προσχωρεί στην Αρισ. Αντιπολίτευση. Δολοφονήθηκε στην περιφέρεια Γιαννιτσών το Σεπτέμβρη του 1944.
    32) Γ. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ, φοιτητής, δολοφονήθηκε στην Πάτρα.
    33) Δ. ΘΕΜΕΛΗΣ, Εργάτης.
    34) Θ. ΘΕΜΕΛΗΣ, Εργάτης.
    35) Ν. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, στο Βόλο Τυπογράφος, παλιός τροτσκιστής.
    36) Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, Καπνεργάτης, αρχειομαρξιστής. Οργανώθηκε στο ΕΑΜ. Το 1944 δολοφονήθηκε στην περιφέρεια Τριχωνίδος.
    37) Ν. ΜΟΥΣΚΑΣ, εργάτης επισιτιστής. Από τη δεκαετία του 1920 στο επαναστατικό κίνημα. Δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1944.
    38) Πρ. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ, Ζαχαροπλάστης, από την Κοζάνη. Στο επαναστατικό κίνημα από το 1929.
    39) ΣΤΡ. ΣΠΑΝΕΑΣ, δημοσιογράφος. Δολοφονήθηκε στο Παγκράτι.
    40) ΒΑΓ. ΠΛ1ΑΚΟΣ, Από τα Γιάννενα.
    41) ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΠΤΗΣ, αρχειομαρξιστής που εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και δολοφονήθηκε στην περιφέρεια Τριχωνίδας.
    42) ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΩΤΗΡΑΚΗΣ, αρχειομαρξιστής που εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και δολοφονήθηκε στην περιφέρεια Τριχωνίδας.
    43) ΠΑΝΟΣ ΜΠΑΝΙΚΑΣ, αρχειομαρξιστής που εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και δολοφονήθηκε στην περιφέρεια Τριχωνίδος.
    44) ΝΑΚΟΣ ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, αρχειομαρξιστής από τη Φθιώτιδα, ενταγμένος στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
    45) ΔΗΜ. ΒΟΓΊΑΤΖΗΣ, αρχειομαρξιστής από τη Φθιώτιδα, ενταγμένος στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
    46) ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, αρχειομαρξιστής από τη Φθιώτιδα, ενταγμένος στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
    47) ΣΠΥΡ. ΑΡΧΑΝΙΩΤΗΣ, αρχειομαρξιστής από τη Φθιώτιδα, ενταγμένος στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
    48) Γ. ΠΟΝΗΡΟΣ, αρχειομαρξιστής από τη Φθιώτιδα, ενταγμένος στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
    49) ΚΑΤΣΙΜΠΡΑΣ – ΥΠΑΤΗ.

    Ε) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. ΣΤΕΛΕΧΗ ΠΟΥ ΕΞΟΝΤΩΘΗΚΑΝ

    1) Γ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ, Δικηγόρος, απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθήνας. Έφεδρος αξιω­ματικός πεζικού. Διοικητής τάγματος του 28ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Διοικητής ταξιαρχίας του Δ.Σ.Ε.
    2) Γ. ΓΕΩΡΓΙΔΗΣ, Μόνιμος αξιωματικός της Σχολής ευελπίδων του έτους 1938. Διοικη­τής τάγματος του 36ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Διοικητής ταξιαρχίας (της 14ης) στο Δ.Σ.Ε. Η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ το 1956, αποκατέστησε τους Γιαννόυλη και Γεωργιάδη, αλλά και αυτή η απόφαση πρέπει να δημοσιευτεί.
    3) Α. ΤΣΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ, Έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού, διοικητής τάγματος στον ΕΛΑΣ και στον Δ.Σ.Ε.
    4) Κ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ, (αγωνιστικό ψευδώνυμο ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ), δικηγόρος, από τους πρώτους αντάρτες στον ΕΛΑΣ, διοικητής τάγματος στα Άγραφα 1/138 Σύνταγμα. Δεν παρέδωσε τον οπλισμό του με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Αρχηγός του Δ.Σ.Ε. στα Άγραφα.
    5) ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΙΑΔΗΣ, (καπετάν Ζέμας), από την Χαλκιδική. Εκτελέστηκε το 1948 στο Μπέλες, στην έδρα της 6ης Μεραρχίας του Δ.Σ.Ε.
    6) ΘΕΟΦ. ΣΙΜΑΝΙΚΑΣ, Καπετάνιος του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στο Πάϊκο. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έφεδρος αξιωματικός. Εκτελέστηκε το 1947 ή 1948 στην περιοχή Κομοτηνής.
    7) Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΤΖΟΓΛΟΥ (Αρης), Γεωπόνος της Αγροτικής Τράπεζας από τη Θεσσαλονίκη. Εκτελέστηκε μαζί με τον Σιμανίκα.
    8) ΒΑΣ. ΡΑΦΤΟΥΔΗΣ, έφεδρος αξιωματικός, καπετάνιος του 19ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, καπετάνιος του τμήματος Σερρών του Δ.Σ.Ε. Θανατώθηκε άνανδρα στη Θράκη.
    9) ΣΠΥΡ. ΣΩΖΙΓΙΑΝΝΗΣ.
    10) ΝΙΚΟΣ ΤΣΑΛΙΚΥΡΙΑΚΗΣ, από τον Έβρο.
    11) Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ, Καπετάνιος Τάγματος του Δ.Σ.Ε. στον Έβρο.
    12) ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ (ΓΚΑΡΕΝΤΖΟΣ) στο Μπούλκες.
    13) ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ στο Μπούλκες.
    14) ΤΣΑΛΙΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΣ (ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΡΥΣΙΩΤΗΣ). Από τους πρώτους του Δ.Σ.Ε. στην Ευρυτανία. Από τους μαυροσκούφηδες του Άρη.
    15) ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ ΑΓΛΕΟΥΡΑΣ, δολοφονήθηκε στην Ευρυτανία.
    ΣΤ) ΟΙ 36 ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΜΠΕΛΕΝΕ ΠΟΥ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΑΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ

    Το Μάη του 1947 από το στρατόπεδο του Δ.Σ.Ε. στη Βουλγαρική πόλη Μπερκοβίτσα ο υπεύθυνος για την «επαγρύπνηση», με άνωθεν διαταγή, είχε φτιάξει κατάλογο με τα ονό­ματα 100 περίπου «λυγισμένων». Οι «συγκεκριμένες» κατηγορίες για τους λυγισμένους ήταν: «Μιλάει στην παρέα του ότι χάσαμε και αυτόν τον αγώνα και με τους Αμερικανούς δεν μπορούμε να τα βγάλουμε περά» ή «σε μια Συνέλευση είπε ανοιχτά ότι ‘πέταξε κι αυτό το πουλί’ και εννοούσε τον αγώνα του Δ.Σ.Ε.» και αλλά τέτοια.

    Από τον κατάλογο των 100 ο Ν. Ζαχαριάδης, ο ίδιος προσωπικά, ξεχώρισε 36, τους παρέδωσε στις Βουλγαρικές Μυστικές Υπηρεσίες για να σταλούν στο περιβόητο νησί κάτεργο του Δούναβη με το όνομα ΜΠΕΛΕΝΕ. «Όποιος έμπαινε εκεί δεν ξανάβγαινε ζωντανός… «ούτε έμαθα ούτε άκουσα αν απόμεινε κανένας ζωντανός από εκείνους τους 36» καταλήγει στη γραπτή του μαρτυρία ο Κώστας Σιαπέρας ανώτερο στέλεχος, που εκτελούσε ειδική υπηρεσία του Δ.Σ.Ε. στις Ανατολικές Χώρες, και είχε άμεση προσωπική αντίληψη της ανατριχιαστικής αυτής ιστορίας.

    ΠΟΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΧΘΗΚΑΝ;

    Η ιστορία των 36 αγωνιστών που με προσωπική απόφαση του Ν. Ζαχαριάδη οδηγήθηκαν στο εξοντωτήριο του ΜΠΕΛΕΝΕ θα μπορούσε να είναι η απάντηση στο ερώτημα αυτό, αν σκοπός της έρευνας δεν ήταν να βρεθεί και να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια.

    Ο Ν. Ζαχαριάδης, σαν Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αναμφισβήτητα φέρνει την πρώτη ευθύνη, χωρίς και να είναι ο μοναδικός υπεύθυνος, αφού εξοντώσεις αγωνιστών της Αριστεράς διαπράχθηκαν και σε περιόδους που ο Ν. Ζαχα­ριάδης ήταν μακριά και από την ηγεσία και από την Ελλάδα.

    Στην περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής, όταν εξοντώθηκαν μια πλειάδα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, επικεφαλής της ηγεσίας του ήταν οι Γιάννης Ιωαννίδης και Γιώργης Σιάντος. Στην περίοδο του Δεκέμβρη του 1944, όταν εξοντώθηκε ο Γιώργος Κωνσταντινίδης και εξαπολύθηκε το άγριο κυνηγητό εναντίον των αρχειομαρξιστών-τροτσκιστών (στην Αθήνα κυρίως), Γραμματέας της κομματικής οργάνωσης Αθήνας ήταν ο Βασίλης Μπαρτζιώτας και καθοδηγητής του από το πολιτικό Γραφείο ήταν ο Γιάννης Ιωαννίδης.

    Στο Μπούλκες, όπου έγινε το μεγάλο μακελειό, επικεφαλής της κομματικής οργάνωσης ήταν ο Μιχάλης Πεχτασίδης και καθοδηγητές του από το Π.Γ. και την Κ.Ε. ήταν οι Γιάννης Ιωαννίδης και Πέτρος Ρούσσος.

    Στα Βουλγαρικά κρατητήρια (στη Σόφια) τις «ανακρίσεις» και τα μέχρι θανάτου βασανιστήρια εναντίον στελεχών της εβδόμης μεραρχίας του Δ.Σ.Ε. για την απόσπαση «ομολογιών» και στην πραγματικότητα «για την κατασκευή κατασκόπων» (όπως ομολογεί στο βιβλίο του ο Δ. Βλαντάς) τα καθοδηγούσε και έπαιρνε προσωπικά, ενεργό μέρος σ’ αυτά ο ίδιος ο Δ. Βλαντάς, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Ζαχαριάδη, μέλος του Π.Γ.

    Την κυρία ευθύνη για την εξόντωση ανωτάτων στελεχών του Δ.Σ.Ε. (του Γιαννούλη κ.ά.) με βάση πολλές μαρτυρίες τη φέρνει ο ΓΟΥΣΣΙΑΣ (Γ. ΒΟΝΤΙΤΣΙΟΣ) ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Ν. Ζαχαριάδη.

    Αυτό που προκύπτει σαν αναμφισβήτητο γενικό συμπέρασμα από όλη την ερευνά είναι ότι για την εξόντωση των αγωνιστών της αριστεράς η ευθύνη βαραίνει, πέρα από τον Ν. Ζαχαριάδη και εκείνα από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που ήταν βαθιά διαποτισμένα με τη βεβαιότητα για το «αλάθητο» του ΣΤΑΛΙΝ και των κατά τόπους μικρών ΣΤΑΛΙΝ και με την αντίληψη για την «ιστορική αναγκαιότητα» του ΣΤΑΛΙΝΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ. Η αποδοχή αυτής της αντίληψης από τη σταλινική ηγεσία, τη βόλευε και στην άρνηση των δικών της ευθυνών για τις αποτυχίες, τις ήττες και τα λάθη και στην επίρριψη τους στους ώμους των προγεγραμμένων.

    Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας δεν έχει το αίσθημα πως η έρευνα και το πόρισμα της κλείνουν το θέμα με το οποίο ειλικρινά και με άκαμπτη σταθερότητα καταπιάστηκε. Θεωρεί ότι απλώς συμβάλλει στο άνοιγμα του κεφαλαίου αυτού. Και πιστεύει ότι είναι χρέος των κομμάτων της Αριστεράς να πάρουν θετική στάση απέναντι στο πρόβλημα. Να μελετήσουν και να δώσουν στη δημοσιότητα όλα τα στοιχεία που περιέχονται στα αρχεία τους. Και να συμβάλλουν ανάλογα με τις πληροφορίες τους και τις δυνατότητες τους στην ολοκλήρωση της έρευνας, στην πλήρη αποκατάσταση της αλήθειας και στην απονομή δικαιοσύνης σε όλους τους αγωνιστές της αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν άδικα.

    Με τη δημοσίευση του πορίσματος αυτού, η Επιτροπή Πρωτοβουλίας θεωρεί πως εκπλήρωσε στη φάση αυτή, το καθήκον που η ίδια, αυτοβούλως, είχε αναλάβει. Για το ενδεχόμενο να υπάρχουν περιπτώσεις αγωνιστών που θέλουν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους και για οποιοδήποτε λόγο δεν έγινε δυνατό να το κάνουν ως τώρα, είναι πάντοτε στη διάθεσή τους ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, Σόλωνος 71, βιβλιοπωλείο αφων Τολίδη.

    Αθήνα, 17/5/88

    Τα μελή της επιτροπής:

    Κ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ
    Τ. ΒΟΥΡΝΑΣ
    Γ. ΔΑΜΑΣΚΟΠΟΥΛΟΣ
    Μ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
    Γ. ΖΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
    Γ. ΛΑΜΠΑΤΟΣ
    Β. ΝΕΦΕΛΟΥΔΗΣ

  11. Β.Α. on

    http://www.kathimerini.gr/840452/article/epikairothta/ellada/peta3an-poly-kosmo-sta-phgadia

    29.11.2015 : 15:57
    «Πέταξαν πολύ κόσμο στα πηγάδια»
    ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ


    Ο Αντώνης Σκουτέλης στον τάφο των γονιών του, Πολυξένης και Γιάννη. «Μέχρι πότε εμείς οι Ελληνες θα τρωγόμαστε;», λέει στην «Κ».

    ΒΟΪΒΟΝΤΙΝΑ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. «Ολα ήταν προσυνεννοημένα. Ενώ άρχισαν να μιλούν, πετάχτηκε ο Σ. (σ.σ.: λέει το όνομά του) με το τσεκούρι και αφού εκστόμισε μια χυδαία βρισιά, τον χτύπησε δύο φορές. Μια από τη δεξιά πλευρά στον λαιμό και μια από την αριστερή. Του έκοψε το κεφάλι. Εβαλαν τον λαιμό από το ακέφαλο πτώμα σε μια λεκάνη η οποία γέμισε με αίμα. Από κάτω είχαν έτοιμο ένα κάρο. Τον φόρτωσαν τυλιγμένο σε μια κουβέρτα και τον πέταξαν σε κάποιο πηγάδι. Εριξαν κόσμο στα πηγάδια, το πόσους όμως δεν ξέρω, είχα φύγει νωρίτερα».

    Καθώς το αυτοκίνητο διασχίζει τον αυτοκινητόδρομο από το Νόβισαντ προς το χωριό Μάγκλιτς, στη Βοϊβοντίνα, στα σύνορα της Σερβίας με την Ουγγαρία, η περιγραφή του καπετάνιου του ΕΛΑΣ και αργότερα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) Βασίλη Γκανάτσιου (Χείμαρρου) της δολοφονίας του «δήμιου του Μπούλκες» και εξέχοντος στελέχους του ΚΚΕ Μιχάλη Πεχτασίδη, από ανθρώπους του Ζαχαριάδη, όπως μου την είχε αφηγηθεί λίγες ημέρες πριν, στριφογυρίζει στο μυαλό μου και το μάτι ψάχνει στον απέραντο κάμπο για πηγάδια…

    Υπάρχουν άραγε ακόμα σήμερα οι «πηγάδες του Μπούλκες», στις οποίες ο ανελέητος μηχανισμός του Ζαχαριάδη εξαφάνιζε τα «σκουλήκια», τους διαφωνούντες δηλαδή, όπως κατήγγειλαν σε άρθρα και βιβλία, αργότερα, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που βίωσαν τον «Μελιγαλά της Αριστεράς»;

    Τι ακριβώς έγινε σ’ αυτό το χωριό με τη βαυαρική όψη, που σήμερα ονομάζεται Μάγκλιτς, αφότου εγκαταστάθηκαν, αρχής γενομένης την άνοιξη του 1945, μερικές χιλιάδες Ελληνες κομμουνιστές και γιατί αλληλοεξοντώνονταν;

    Η… Εβδομη Δημοκρατία

    Ζουν σήμερα Ελληνες στο Μπούλκες; Τι ξέρουν οι ντόπιοι για την «ελληνική κομμούνα» που λειτούργησε στο χωριό τους και προοριζόταν να αποτελέσει την… Εβδομη Δημοκρατία της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας;

    Η σκέψη όσο πλησιάζουμε -και αρχίζει να αχνοφαίνεται στον κάμπο το καμπαναριό του καθεδρικού ναού, γοτθικού ρυθμού, του Μάγκλιτς- γυρίζει πίσω: στο 1945 όταν η ηγεσία του ΚΚΕ μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά και τη συμφωνία της Βάρκιζας στέλνει, κατόπιν συμφωνίας με τον Τίτο, χιλιάδες στελέχη και μέλη του κόμματος με τις οικογένειές τους στη Γιουγκοσλαβία. Για να γλιτώσουν από τη «λευκή τρομοκρατία» της Ακροδεξιάς, σύμφωνα με την επίσημη κομματική εκδοχή, ή, για την «άλλη πλευρά», να εκπαιδευτούν για τον «δεύτερο γύρο», τον Εμφύλιο δηλαδή, που θα άρχιζε σε λίγο.

    Εκεί λοιπόν, οι Ελληνες κομμουνιστές θα βρεθούν σ’ έναν επίγειο παράδεισο, το Μπούλκες, ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν Γερμανοί οι οποίοι το εγκατέλειψαν ή εκδιώχθηκαν ως συνεργάτες των ναζί με την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας, και εκεί θα επιχειρήσουν το πρώτο πείραμα μιας «αταξικής κοινωνίας», με κολεκτίβες, δικό τους νόμισμα (!), ιδεολογική «καθαρότητα» στη βάση των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, όπως τον ερμήνευε ο Στάλιν, που θα εφάρμοζαν σε μια «λεύτερη Ελλάδα».

    Απαιτούν εξηγήσεις

    Γρήγορα όμως ο παράδεισος θα μετατραπεί σε κόλαση για τους περισσότερους. Με το που εγκαταστάθηκαν στο χωριό, άρχισαν οι φασαρίες. Πολλοί αντάρτες και «καπετάνιοι», αμέσως μετά την εγκατάσταση στο Μπούλκες, ζήτησαν εξηγήσεις από την ιεραρχία του ΚΚΕ για την «προδοσία» της Βάρκιζας και την «παράδοσης της εξουσίας στον εχθρό». Η ελεγχόμενη από τον Ζαχαριάδη τοπική κομματική ηγεσία θα αντιδράσει σκληρά.

    Οσοι δεν συντάσσονταν με την επίσημη γραμμή διώκονταν αμείλικτα. Πολλοί εξ αυτών δολοφονήθηκαν και τα πτώματά τους πετάχτηκαν σε πηγάδια, ενώ όσοι έπεφταν σε μόνιμη δυσμένεια διαγράφονταν, στέλνονταν σ’ ένα «γκούλαγκ» σε νησάκι του Δούναβη, κοντά στο Μπέλενε της Βουλγαρίας, για «διαπαιδαγώγηση».

    Ο χαφιεδισμός και η τρομοκρατία σάρωναν την κοινωνία, και τα πράγματα θα αγριέψουν μετά το 1948 με τη σύγκρουση Τίτο – Στάλιν. Οι πρόσφυγες θα χωριστούν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, το μίσος ανάμεσά τους θα θεριέψει και θα διαπραχθούν απίστευτες ωμότητες.

    Το νεκροταφείο

    Η αγωνία για το τι θα συναντήσουμε κορυφώνεται με το που στρίβουμε από τον κεντρικό δρόμο προς Μάγκλιτς, όπως δείχνει η πινακίδα. Μπροστά μας το νεκροταφείο του χωριού, οι τάφοι φορτωμένα με «μήλα», σερβικό ταφικό έθιμο. Εκείνη την ώρα βρισκόταν σε εξέλιξη κηδεία.

    Ο Τζούρο Μπογιάνοβιτς και η Νόνκα Μιχαΐλοβιτς, αφού άναψαν κεριά στους δικούς τους, προθυμοποιούνται να μας δείξουν τάφους Ελλήνων. Μας οδηγούν στο μνήμα της Αρετής Τσολάκη και των Γεωργίου και Μυροφόρας Κωνσταντινίδη. Υπήρχε και ένα άλλο, του ζεύγους Σκουτέλη, το οποίο θα μας δείξει αργότερα ο γιος τους. Είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες, μαζί με τρεις εναπομείνασες οικογένειες, για το πέρασμα των Ελλήνων από το χωριό. «Τι ξέρετε εσείς για τους Ελληνες που έζησαν εδώ;», τους ρωτάμε.

    «Ηρθαν κάποιοι κομμουνιστές, τους έδωσαν σπίτια και περιουσίες, μετά άρχισαν να μαλώνουν, να σφάζονται και να πετάει ο ένας τον άλλο στα πηγάδια», λέει ο Τζούρο.

    «Στο σπίτι που εγκατασταθήκαμε εμείς μετά, στεγαζόταν η μυστική υπηρεσία του κόμματος· φυσικά το ανακαινίσαμε», προσθέτει η Μιχαΐλοβιτς.

    Ο δρόμος που οδηγεί στην πλατεία είναι φαρδύς, μοιάζει με λεωφόρο. Πανέμορφα σπίτια με γραφικές στέγες, ευρύχωρες αυλές και κήπους ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε φυλλωσιές δένδρων. Ετσι τα παρέλαβαν οι δικοί μας, έτσι τα άφησαν, έτσι παραμένουν και σήμερα. Ειδυλλιακό μέρος για να ζήσει και να δημιουργήσει κανείς. Οχι όμως και για τους Ελληνες κομμουνιστές, που θα γράψουν εκεί σ’ αυτό το χωριό-ζωγραφιά, όπου σήμερα συμβιώνουν αρμονικότατα 17 (!) διαφορετικές εθνότητες, μια από τις πιο μελανές σελίδες τους.

    Παραμένουν τρεις ελληνικές οικογένειες

    Αναζητώντας, εβδομήντα χρόνια μετά, «ελληνικά ίχνη», ξεκινάμε από το δημαρχείο.

    Η ληξίαρχος Βίνκα Μαριάνοβιτς, που είναι «κάτι σαν αντιδήμαρχος», μας πληροφορεί ότι στο χωριό υπάρχουν μόνο τρεις οικογένειες, των Γιάννη Σκουτέλη, Γιώργου Κωνσταντινίδη και Παύλου Ιωσηφίδη. Με βάση τις μαρτυρίες που είδαν το φως κατά καιρούς από ελληνικής πλευράς, από το Μπούλκες πέρασαν, σ’ ένα διαρκές πηγαινέλα, περίπου 8.000 πρόσφυγες στο διάστημα ’45-’49.

    «Δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία για την εποχή εκείνη. Οι Ελληνες φεύγοντας το 1949 τα μάζεψαν και τα έκαψαν στην πλατεία του χωριού για να μην πέσουν στα χέρια των γιουγκοσλαβικών αρχών και από εκεί καταλήξουν στην κυβέρνηση των Αθηνών», λέει.

    Οσο για τα πηγάδια, τόσο η Βίνκα όσο και ο πρώην δήμαρχος Ράντομιρ Ζόταβιτς μας λένε ότι δεν υπάρχουν πια. «Τα επιχωμάτωσαν αργότερα όταν έγιναν αρδευτικά έργα και εκείνα που ήταν μέσα στο χωριό τα έκαναν βόθρους. Πάντως η κοινωνία ξέρει ότι σε κάποια από αυτά έριχναν σκοτωμένους οι Ελληνες. Φήμες λένε πως βρέθηκαν αργότερα 17 σκελετοί σ’ ένα πηγάδι. Χρόνια μετά, στο όργωμα των χωραφιών, οι γεωργοί έβρισκαν ανθρώπινα οστά. Οι άνθρωποι εδώ έχουν κακή εικόνα για εκείνους του Ελληνες, ξέρουν ότι τσακώνονταν και σκοτώνονταν μεταξύ τους».

    Μολονότι πολλοί διωχθέντες του Μπούλκες μίλησαν αργότερα για ένα νησάκι στον Δούναβη όπου οδηγούσαν τα «αντικομματικά στοιχεία» και τα υπέβαλαν σε ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, όσους και αν ρωτήσαμε, απάντησαν πως δεν υπάρχει νησί στον Δούναβη, τουλάχιστον κοντά στο Μάγκλιτς.

    Ο Αντώνης Σκουτέλης έσκιζε μ’ ένα τσεκούρι ξύλα για τη σόμπα όταν εμφανιστήκαμε στην αυλή του σπιτιού του και μας υποδέχτηκε ευγενικά, μολονότι οι πληροφορίες ήθελαν να αποφεύγει να μιλάει για το θέμα. Με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, εργαζόταν ως εικονολήπτης στην τηλεόραση του Νόβισαντ, ιδιότητα με την οποία ταξίδεψε πολλές φορές στην Ελλάδα. Τώρα είναι συνταξιούχος. Γεννήθηκε το 1953 και είναι ένα από τα μετρημένα στα δάχτυλα «παιδιά του Μπούλκες» που έμειναν στο χωριό.

    «Οι γονείς μου μαζί με άλλες 10-12 οικογένειες δεν έφυγαν το 1949. Σήμερα έχουν απομείνει τρεις οικογένειες, οι άλλες σκόρπισαν». Οταν η συζήτηση φτάνει στο «τι ξέρει» για τα γεγονότα του Μπούλκες, δείχνει να μη θέλει να συζητήσει.

    «Η αλήθεια είναι ότι οι Ελληνες που απέμειναν στον Μπούλκες δεν μιλούσαν ποτέ για το τι έγινε εδώ. Το έκρυβαν σαν μεγάλη ντροπή. Ισως μεταξύ τους να το κουβέντιαζαν, εγώ όμως δεν άκουσα τίποτα από αυτούς. Οι γονείς μου δεν άνοιξαν ποτέ συζήτηση γι’ αυτό…».

    Επιμένουμε, υπενθυμίζοντας κάποιες σκοτεινές πλευρές της παρουσίας των Ελλήνων.

    Γελάει. «Πού να ξέρω. Ολοι μιλάνε για τα πηγάδια και όλοι ρωτούν για τα πηγάδια. Καμία φορά δεν άκουσα από τους Ελληνες που έζησαν εδώ γι’ αυτά τα πηγάδια. Από κανέναν».

    Ούτε για σκοτωμούς και βασανιστήρια;

    – Αυτά τα άκουσα όπως και εσείς. Από τους ίδιους πάντως καμία φορά. Την αλήθεια για το Μπούλκες δεν την έχει πει κανένας. Η αλήθεια δεν έχει βγει και δεν έχει βγει γιατί είναι τόσο δύσκολη, σκληρή, που δεν είχε το θάρρος να την πει κανένας απ’ όσους την έζησαν. Τώρα εμείς που δεν τη ζήσαμε, εσείς και εγώ, τι να πούμε; Εκείνοι ξέρουν σίγουρα τι έγινε.

    – Υπήρχε μια ένοχη σιωπή, δηλαδή;

    – Ηταν ένα κρυφό μυστικό. Αργότερα έμαθα κάποια πράγματα. Το κακό ξέρετε ποιο είναι; Μέχρι πότε εμείς οι Ελληνες θα τρωγόμαστε και θα σκοτωνόμαστε; Εδώ όλοι ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, Ελληνες, κομμουνιστές, και σφάχτηκαν. Ο αδερφός τον αδερφό, ήταν ντροπή.

    Ο ήλιος έδυε στον κάμπο της Βοϊβοντίνα. Ανθρωποι του χωριού μας είπαν ότι απουσίαζαν εκείνη την ημέρα οι άλλες δύο οικογένειες. Πριν αναχωρήσουμε για το Βελιγράδι, ο Αντ. Σκουτέλης μας δείχνει το κτίριο ενός σχολείου στο κέντρο του χωριού. «Εδώ ήταν το πολιτιστικό κέντρο των Ελλήνων, το έχτισαν οι ίδιοι και μάλιστα είχε κίονες κορινθιακού ρυθμού. Θυμάμαι ότι μπαίναμε κρυφά και παίζαμε μικροί. Αργότερα οι Γιουγκοσλάβοι το γκρέμισαν γιατί είχε στατικά προβλήματα στην κατασκευή», λέει πριν μας οδηγήσει στο μνήμα των γονιών του και μας αποχαιρετήσει, με την παράκληση «να μην το κιτρινίσουμε» (το ρεπορτάζ…).

    «Σκότωσαν τον Πεχτασίδη με εντολή Ζαχαριάδη»

    Ο Βασίλης Γκανάτσιος διετέλεσε με το ψευδώνυμο «Χείμαρρος» καπετάνιος του ΕΛΑΣ και υποστράτηγος του ΔΣΕ στον Εμφύλιο και είναι ο τελευταίος εν ζωή «Μπουλκιώτης». Κατέφυγε στο Μπούλκες Μάιο του 1945, με εντολή του Μάρκου Βαφειάδη, όταν μετά τη Βάρκιζα αντιλήφθηκε ότι είχε τεθεί στο στόχαστρο των αντιπάλων.

    «Φτάνοντας στο Μπούλκες, με τοποθέτησαν στην περιβόητη Υπηρεσία Τάξης Ομάδας (ΥΤΟ), την αστυνομία, δηλαδή, της κοινότητας. Οι φασαρίες είχαν αρχίσει, αλλά έβλεπα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ετσι, ζήτησα να με αλλάξουν και με έβαλαν στο μεταφραστικό τμήμα. Στην κομματική επιτροπή πλειοψηφούσαν οι Ακροναυπλιώτες, σκληροί κομματικοί, αυτοί ήταν με την ηγεσία. Ο κόσμος διαμαρτυρόταν, ζητούσε εξηγήσεις για την ήττα, ενώ εμείς ελέγχαμε την κατάσταση. Αυτό ήταν το μεγάλο ζήτημα, τα αίτια της ήττας. Υπήρξε διχασμός: από τη μια μεριά οι αντάρτες που πολέμησαν και από την άλλη η κομματική επιτροπή που υπερασπιζόταν την ηγεσία».

    Ποιος ήταν ο ρόλος του Μιχάλη Πεχτασίδη;

    – Ο Πεχτασίδης ήταν στέλεχος της ΟΠΛΑ στην Αθήνα και τον έστειλε ο Ζαχαριάδης στο Μπούλκες για να επιβάλει τη γραμμή του κόμματος. Ανέλαβε τα ηνία της κοινότητας και πρωτοστάτησε στις εκκαθαρίσεις, μέχρις ότου τον σκότωσαν και αυτόν. Υπήρχε κλίμα τρομοκρατίας. Το βίωσα, όταν σε μια συνδιάσκεψη τόλμησα να εκφράσω τη διαφωνία μου για τη γραμμή του κόμματος, αλλά και για την αντιμετώπιση όσων είχαν διαφορετική άποψη. Διαφωνούσαν και άλλοι καπετάνιοι. Το βράδυ οργάνωσαν μια ομάδα γύρω στα είκοσι άτομα, ήρθαν με χωνί κάτω από το σπίτι μου, αλλά και σε άλλους μη πιστούς υποτίθεται, και φώναζαν:

    «Σκουλήκια, προδότες». Αφού με διέγραψαν, με έστειλαν να μείνω σ’ ένα άλλο σπίτι, όπου ήρθε ένας της κομματικής επιτροπής και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο για να με παρακολουθεί. Ολους όσοι διαφωνούσαμε μας είχαν στην απομόνωση, μας παρακολουθούσαν.

    – Τι ξέρετε για τα πηγάδια;

    – Κανονικά πηγάδια που έβγαζαν νερό για το πότισμα των χωραφιών ήταν. Σ’ ένα από αυτά έριξαν και τον Πεχτασίδη, όπως μου είπε ένας από τους φερόμενους ως δολοφόνους, κομματικός, ο Σ., από την Ηπειρο, ένας άντρας-θηρίο. Αυτός μου διηγήθηκε το 1949 στο Μοναστήρι της Σερβίας, τη δολοφονία του Πεχτασίδη. Οπως μου είπε, μ’ έναν άλλον σύντροφο πήγαν από την Ελλάδα στο Μπούλκες με εντολή του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος να σκοτώσουν τον Πεχτασίδη. Κατά τα λεγόμενά του πήγαν συστημένοι στον γραμματέα της οργάνωσης, τον Μπαρμπαλέξη, και του μίλησαν για τον σκοπό της άφιξής τους. Ο Ζαχαριάδης, σύμφωνα με τα όσα μου είπε μετά ο Μήτσος Βλαντάς, ήθελε να τον βγάλει από τη μέση γιατί τον θεωρούσε άνθρωπο των Γιουγκοσλάβων. Την άλλη μέρα, αφού ενημερώθηκαν, φώναξαν τον Πεχτασίδη στα γραφεία, όπου ενώ μιλούσε με τον Μπαρμπαλέξη, πετάχτηκε με το τσεκούρι ο Σ. και του έκοψε το κεφάλι. «Του δίνω μια από τη μια πλευρά, μια από την άλλη, κόπηκε το κεφάλι. Τον βάζουμε στη λεκάνη, γέμισε με αίμα», θυμάμαι ότι μου είπε. Από κάτω είχαν έτοιμο ένα κάρο και, ε, πήγαν και τον έριξαν σε κάποιο πηγάδι. Με το που τελείωσαν τη δουλειά, έφυγαν αμέσως από το Μπούλκες.

    – Οσο ήσουν εκεί, είχες ακούσει για δολοφονίες άλλων διαφωνούντων;

    – Ναι, ακουγόταν, κυκλοφορούσαν τέτοιες φήμες, ότι έριχναν κόσμο στα πηγάδια, πόσους δεν ξέρω, γιατί εγώ έφυγα σχετικά νωρίς.

    Ο Βασίλης Γκανάτσιος θα κληθεί από το κόμμα, αφού πρώτα τον αποκατέστησε, να κατέβει στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1946 για να του ανατεθεί η διοίκηση του υπό σύσταση στρατηγείου Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ και δεν θα επιστρέψει ποτέ στο Μπούλκες. Αλλωστε, στα μέσα Αυγούστου του 1949 οι Ελληνες θα εγκαταλείψουν την «κομμουνιστική όαση» στη Γιουγκοσλαβία και θα καταφύγουν στην Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Το Μπούλκες όμως θα εξακολουθεί να αμαυρώνει την ιστορία της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς, καθώς 70 χρόνια μετά δεν έχει ανοίξει συζήτηση για το τι πραγματικά έγινε σ’ αυτό το χωριό…

  12. […] ενός ελλαδίτη λέσβιου, μέλους του ΚΚΕ. Γενικά το ΚΚΕ –θύμα και αυτό των σταλινικών διώξεων– από τη στιγμή που αποκατάστησε τον Στάλιν στο 18ο […]

  13. 13.06.2015
    Σταλινισμός χωρίς ωραιοποιήσεις

    ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

    Μία γυναίκα πηγαίνει λουλούδια σε ομαδικό τάφο θυμάτων του καθεστώτος του Στάλιν, στο Κουροπάτι. Την περίοδο 1937-1941, χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες της ΕΣΣΔ.

    ​​Μάνες Σπέρμπερ
    «Χωρίς τέλος», μυθιστόρημα
    μτφρ.: Εμη Βαϊκούση
    εκδ. Καστανιώτη

    Με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Χωρίς τέλος» ολοκληρώθηκε η έκδοση της εμβληματικής τριλογίας του Μάνες Σπέρμπερ «Δάκρυ στον ωκεανό» στα ελληνικά. Προηγήθηκαν «Η καμένη βάτος» το 2013 και το «Πιο βαθιά κι απ’ την άβυσσο», το 2014. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πεζογραφικά έργα της μεταπολεμικής περιόδου, που η υπόθεσή του εκτυλίσσεται από το 1930 έως και το 1945 στα άδυτα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και με σαφή την πρόθεση να αντιταχθεί –ει δυνατόν– και να «αποκαθηλώσει» τη σταλινική ορθοδοξία, καταγγέλλοντας τις αυταρχικές μεθόδους της.

    Κεντρικός ήρωας και στα τρία βιβλία είναι ο εβραϊκής καταγωγής επαναστάτης και στοχαστής Ντόινο Φάμπερ –προσωπείο του Μάνες Σπέρμπερ–, που στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αντιδρώντας στην άνοδο των ναζιστών, θα προσχωρήσει εν θερμώ στο γερμανικό Κ.Κ., θα δραστηριοποιηθεί στους κόλπους της Κομιντέρν, αυτοεξόριστος ήδη στο Παρίσι, αλλά γρήγορα θα αποσκιρτήσει από το Κόμμα με αφορμή τις Δίκες της Μόσχας.

    Ο Ντόινο Φάμπερ, στο τελευταίο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας που καλύπτει αποκλειστικά τα χρόνια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, θα βρεθεί στην Κροατία πολεμώντας τους φιλοναζιστές Ουστάσι, ως ενεργό μέλος μιας ανεξάρτητης αντιστασιακής ομάδας, τροτσκιστικών αποχρώσεων μάλλον. Με τη βίαιη διάλυση της ομάδας και την εκτέλεση του αρχηγού της, θα διαφύγει στην Ιταλία και από εκεί θα επιστρέψει στο Παρίσι, δύο μήνες μετά την απελευθέρωση της πόλης από τα γερμανικά στρατεύματα. Στη Γαλλία θα προσπαθήσει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του και να συγχωρέσει όσους από τους παλιούς συντρόφους του υιοθέτησαν τις πρακτικές της σοβιετικής ηγεσίας. Οπως θα απαντήσει σε έναν Βρετανό αξιωματικό, «οι κοινές ελπίδες αποτελούν τη βάση για τις φιλίες των νεανικών χρόνων, οι ενήλικοι προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον όταν έχουν διαψευστεί οι κοινές ελπίδες…». Και αυτή η αποστροφή του φανερώνει ακριβώς τη διάθεση του παλαίμαχου, πια, επαναστάτη να προσεγγίσει όσους και όσες από την ευρωπαϊκή διανόηση δεν παρασύρθηκαν από τα κατορθώματα του ρωσικού στρατού στα μέτωπα του πολέμου και κράτησαν ψηλά τη σημαία της κριτικής στο σοβιετικό μοντέλο, ακόμη και τις ώρες της μεθυστικής νίκης, της αποθέωσης του Στάλιν και των στρατηγών του.

    Ο Σπέρμπερ, αν και «προικίζει» την αφήγησή του με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν ακολουθεί την παραδοσιακή ανάπτυξη μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, αλλά εγκιβωτίζει συχνά στον λόγο του μικροαφηγήσεις όπου πρωταγωνιστούν χαρακτηριστικές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος κι εκεί το ύφος του γίνεται περισσότερο δοκιμιακό, «επιστημονικά» ιστορικό, δοκιμάζοντας τα όρια και τις αντοχές της νεωτερικής μυθοπλασίας. Ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη, ο καταγγελτικός του τόνος, ίσως, να ξαφνιάζει τον σημερινό αναγνώστη, όμως ας μη λησμονούμε ότι ολοκληρώνει το «Δίχως τέλος» στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου.

    Δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη διθυραμβική κριτική που απέσπασε το έργο του Σπέρμπερ, και μάλιστα στη γαλλική εφημερίδα «Φιγκαρό», προερχόταν από τον Αρθουρ Κέσλερ, που με το βιβλίο-σταθμός «Το μηδέν και το άπειρο», είχε ήδη συμβάλει όσο κανείς άλλος λογοτέχνης στη διάλυση των κομμουνιστικών μύθων.

    Ο Σπέρμπερ δημιουργεί το δικό του λογοτεχνικό σύμπαν –όπως και οι ομοϊδεάτες του Τζορτζ Οργουελ, Αντρέ Μαλρό, Βίκτωρ Σερζ– σε μια εποχή έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων, όπου η καταγγελία των εγκλημάτων του σταλινισμού ή ακόμη και μια απλή αναφορά στα σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, εθεωρείτο από τους περισσότερους Δυτικοευρωπαίους συγγραφείς «μαύρη προπαγάνδα», «συκοφάντηση της πατρίδας του σοσιαλισμού» ή, στην καλύτερη περίπτωση, «φληναφήματα των Αμερικανών».

    Η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς στον χώρο της διανόησης δεν θα βοηθήσει να ακουστούν τη δεκαετία του ’50 οι «αιρετικές φωνές» των πρώην συντρόφων, που αντιτάσσονται σθεναρά στη μακιαβελική λογική ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια, να εκδοθούν εκατοντάδες μαρτυρίες, να καταρρεύσει η ΕΣΣΔ και να ανοίξουν τα μυστικά της αρχεία, για να δικαιωθεί στη συνείδηση εκατομμυρίων αναγνωστών ο τολμηρός και συνάμα μοναχικός αγώνας του Μάνες Σπέρμπερ και των διορατικών συνοδοιπόρων του.

    http://www.kathimerini.gr/819065/article/politismos/vivlio/stalinismos-xwris-wraiopoihseis

  14. Δημήτρης Μπαλτάς, Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

    Τέχνη, πολιτισμός, σταλινισμός, σοβιετική εξουσία

    Το παρόν «Μαρτυρολόγιο» συγγραφέων και καλλιτεχνών που υπέστησαν διωγμούς, βασανιστήρια, εξορία και εκτελέστηκαν η αυτοκτόνησαν, η και καταδικάστηκαν σε λήθη, κατά τα χρόνια κυρίως του σταλινισμού, αλλά και του λενινισμού, είναι ενδεικτικό του πνεύματος μιας εποχής, μιας κοινωνίας και βεβαίως μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής πρακτικής.

    Η μελέτη δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μονομερώς ένα εγχειρίδιο της ιστορίας της ρωσσικής λογοτεχνίας η της πολιτικής ιστορίας των ετών 1917-1966. Αντιθέτως, δια της παρούσης εργασίας επιχειρείται κυρίως η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της εθνικής και συλλογικής, όπως και της ατομικής, που είναι συστατικό στοιχείο της επιβιώσεως ενός έθνους και ως ένα βαθμό του παραδειγματισμού των άλλων εθνών. Επίσης σκοπός του γράφοντος είναι να δείξει ότι ο «σταλινισμός», ως θεωρητική σύλληψη και ως πρακτική εφαρμογή, υπήρχε και προ του Στάλιν, κατά την εποχή του Λένιν, και μετά τον Στάλιν, κατά την εποχή του Χρουστσώφ. Θα ήταν τουλάχιστον ιστορική αδικία εις βάρος των πολλών και της ιστορίας να περιορίσει κανείς την Τρομοκρατία του σοβιετικού καθεστώτος στα χρόνια της εξουσίας του Στάλιν, ιδιαιτέρως δε στα έτη 1936-1938, ενώ τα γεγονότα μαρτυρούν περί της συστηματικής τρομοκρατικής πρακτικής του σοβιετικού καθεστώτος σε όλην την διάρκεια της ιστορίας του.

    Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρξαν και συγγραφείς και καλλιτέχνες που επιβίωσαν στους χρόνους στους οποίους εστιάζεται η παρούσα εργασία και που έδωσαν δείγματα της έξοχης δημιουργικότητάς τους. Όμως, είναι γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτή η δημιουργικότητα των συγγραφέων που παρέμειναν στην ρωσσική γη, είχε υποταχθεί στην πολιτική-ιδεολογική σκοπιμότητα, πράγμα που ήταν και ο κύριος λόγος της επιβιώσεώς τους.

    Ασφαλώς η σύνταξη του παρόντος «Μαρτυρολογίου» ήταν σε πολλές περιπτώσεις επίπονη, αφού το αρχειακό υλικό είναι εν πολλοίς ανέκδοτο και αμετάφραστο. Εξ άλλου, πολλά αρχεία έχουν πλέον για διαφόρους λόγους χαθεί η παραχαραχθεί η είναι απρόσιτα στον ερευνητή της υπό εξέταση περιόδου. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, όπως στα περίφημα αρχεία του Σμολένσκ, δεν καταγράφονται (;) πολλές κρίσιμες πληροφορίες. Διαπιστώνεται χαρακτηριστικά ότι «τα αρχεία του Σμολένσκ περιέχουν κάπου 200.000 σελίδες ντοκουμέντων και είναι ουσιαστικά πλήρη για την περίοδο 1917-1938, είναι εκπληκτική η ποσότητα των πληροφοριών που τα έγγραφα αυτά δέν περιέχουν. Παρ’ όλη την υπεραφθονία του υλικού για τις εκκαθαρίσεις του 1929-1937, δεν περιέχουν καμιά ένδειξη για τον αριθμό των θυμάτων, ούτε κανένα άλλο ζωτικό στατιστικό δεδομένο» (Hannah Arendt, Το ολοκληρωτικό σύστημα, σ. 10).

    Ωστόσο, κατεβλήθη προσπάθεια εκ μέρους του γράφοντος να διασταυρωθούν στοιχεία, χρονολογίες και συνθήκες του θανάτου των προσώπων που καταγράφονται εδώ.

    Επίσης θα πρέπει να λεχθεί ότι κατεγράφησαν εδώ ονόματα συγγραφέων και καλλιτεχνών, των οποίων το έργο είναι κατά το μάλλον η ήττον γνωστό στην Δύση και ιδιαιτέρως στην Ελλάδα. Μάλιστα για την καλύτερη βιβλιογραφική κατατόπιση του αναγνώστη, εκτός της βασικής βιβλιογραφίας που χρησιμοποίησα, παραθέτω στο τέλος κάθε κεφαλαίου τα μεταφρασμένα στην ελληνική έργα των περιληφθέντων στην παρούσα μελέτη συγγραφέων και καλλιτεχνών.

    https://www.pemptousia.gr/2015/03/singrafis-ke-kallitechnes-sto-stochastro-tis-sovietikis-exousias-2/

  15. Μάρκος Μαρκοβίτης

    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

    Ο Μάρκος Μαρκοβίτης (1905-1938;) ήταν απόφοιτος νομικής, στέλεχος της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ. Μετά την απόδρασή του από τις φυλακές Συγγρού το 1931 εγκαταστάθηκε στη Σοβιετική Ένωση όπου τα ίχνη του χάθηκαν κατά την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων (1936-39).

    Πίνακας περιεχομένων [Απόκρυψη]
    1 Νεανικά χρόνια – Ένταξη στην ΟΚΝΕ
    2 Απόδραση από τις φυλακές Συγγρού και φυγή στη Σοβιετική Ένωση
    3 Πηγές
    4 Δείτε επίσης
    5 Παραπομπές
    …………………..
    ………………….

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

  16. Κώστας Ευτυχιάδης

    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

    Κώστας Ευτυχιάδης
    Γέννηση 1898
    δεδομένα ( π • σ • ε )

    Ο Κώστας Ευτυχιάδης (Κορκοζόφ ή Καρακόζοφ) (1898-1936;) ήταν Έλληνας της Ρωσίας, αντισυνταγματάρχης του Κόκκινου Στρατού, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και τα ίχνη του χάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων.

    Πίνακας περιεχομένων [Απόκρυψη]
    1 Τα πρώτα χρόνια στη Ρωσία – κάθοδος στην Ελλάδα
    2 Στην ηγεσία του KΚΕ
    3 Απόδραση και φυγή στην ΕΣΣΔ
    4 Παραπομπές
    5 Δείτε επίσης
    6 Πηγές

    …………………….
    …………………….

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%95%CF%85%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: