Μουσταφά Κεμάλ: Οδηγώντας τον Αδόλφο Χίτλερ

Ο Ατατούρκ ατενίζει τη λεία του. Ενα χολιγουντιανής έμπνευσης και κατασκευής γλυπτό με το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ έχει στηθεί πάνω από τη σύγχρονη ΣμύρνηΗ πρωτοναζιστική φυσιογνωμία των νεότουρκων και του Κεμαλισμού είναι γνωστή στον οποιονδήποτε αντικειμενικό ερευνητή μελετά τις ιδεολογικές βάσεις αυτών των εκφράσεων της τουρκικής ακροδεξιάς. Βέβαια, αυτό δεν είναι κοινός τόπος της νεοελληνικής μας ιδεολογικής και ερμηνευτικής παράδοσης, είτε της Δεξιάς, είτε της Αριστεράς….

Στο κείμενό μου με τίτλο  Η «Χρυσή Αυγή» και οι πρόσφυγες του ‘22″ μπορείτε να βρείτε την τεκμηρίωση της διαπίστωσης ότι η τάση εκείνη του νεοτουρκικού κινήματος (Τζεμάλ, Εμβέρ, Ταλαάτ) που κατέλαβε την εξουσία το 1908 αποτελεί μια πρωτοναζιστική ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική μορφή. Συνέχεια και ολοκλήρωση του κινήματος εκείνου υπήρξε το κεμαλικό κίνημα, του οποίου ο ηγέτης αναγνωρίζεται ως διδάσκαλος του Αδόλφου Χίτλερ και του Μουσολίνι.    

Το βιβλίο του Stefan Ihring

Τελευταία με το φαινόμενο αυτό -που παλαιότερα είχε επισημανθεί μέσα από αναφορές του Νίκου Ψυρρούκη, του Άγι Στίνα κ.ά.-  ασχολούνται αρκετοί αξιόλογοι ερευνητές από την Εσπερία:

«…To say that the roots of the Third Reich’s rise have been thoroughly examined would be an understatement. Yet one element of Hitler’s power grab has largely been neglected—the importance of Turkey and Mustafa Kemal Atatürk (or as Hitler called him, his “shining star”) on the Führer’s thinking….»

 .
Πρόκειται για τον  Stefan Ihring ο οποίος μόλις εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο «Atatürk in the Nazi Imagination»
 .
Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρονται τα εξής:
 .
Early in his career, Adolf Hitler took inspiration from Benito Mussolini, his senior colleague in fascism—this fact is widely known. But an equally important role model for Hitler and the Nazis has been almost entirely neglected: Mustafa Kemal Atatürk, the founder of modern Turkey. Stefan Ihrig’s compelling presentation of this untold story promises to rewrite our understanding of the roots of Nazi ideology and strategy.
.

Hitler was deeply interested in Turkish affairs after 1919. He not only admired but also sought to imitate Atatürk’s radical construction of a new nation from the ashes of defeat in World War I. Hitler and the Nazis watched closely as Atatürk defied the Western powers to seize government, and they modeled the Munich Putsch to a large degree on Atatürk’s rebellion in Ankara. Hitler later remarked that in the political aftermath of the Great War, Atatürk was his master, he and Mussolini his students.

This was no fading fascination. As the Nazis struggled through the 1920s, Atatürk remained Hitler’s “star in the darkness,” his inspiration for remaking Germany along nationalist, secular, totalitarian, and ethnicall

ataturk-hitler

Υπό το βλέμμα του «Τούρκου Φύρερ»: Ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς στο εργαστήριο του επίσημου γλύπτη του Γ΄ Ράιχ, Γιόζεφ Τόρακ, στις 10 Φεβρουαρίου 1937. Eνα αντίγραφο της προτομής του Ατατούρκ (δεξιά) συγκαταλεγόταν μεταξύ των «πιο αγαπημένων αντικειμένων» του Αδόλφου

.

….και ο Λένιν!!!

100_1397Το εντυπωσιακότερο όμως είναι ότι και ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν είχε την ίδια άποψη για τον Μουσταφά Κεμάλ. Σ’ ένα παλιότερο κείμενό μου είχα επισημάνει: «Ο ίδιος ο Β. Ι. Λένιν γράφει: “Η λεηλασία, στην οποία οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις καταδίκασαν την Τουρκία, προκάλεσε μια τέτοια αντίδραση που ανάγκασε τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη να μαζέψουν τα χέρια τους”. Χαρακτηριστικές είναι οι οδηγίες που δίνει ο Λένιν στον πρώτο σοβιετικό πρέσβη που αποστέλεται στη Άγκυρα: “Ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά δεν είναι σοσιαλιστής. Πάντως φαίνεται ότι είναι υπέροχος οργανωτής, έξυπνος, ηγήθηκε της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και τα έβαλε με τους ιμπεριαλιστές επιδρομείς… Είναι ανάγκη να βοηθηθεί. Και αυτό είναι σημαντική δουλειά προς τους Τούρκους εργάτες και αγρότες. Να ποιο είναι το νόημα της δουλειάς σας: Να σέβεστε την τουρκική κυβέρνηση, τον τουρκικό λαό, να μην είστε υπεροπτικός και προπάντων να μην αναμειγνύεστε στις εσωτερικές υποθέσεις.”

Όμως λίγο αργότερα, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά, αυτός ό “υπέροχος οργανωτής” σύμφωνα με τον Λένιν, ήταν τόσο “έξυπνος” ώστε να επιχειρήσει να προσεγγίσει τους Δυτικούς και να εκφράσει τα συμφέροντά τους στον χώρο της Εγγύς Ανατολής, κάτι που απέτυχε να το κάνει η Ελλάδα λόγω των εσωτερικών της αντιδικιών. Έτσι, ένα χρόνο περίπου μετά από την υπογραφή της σοβιετοτουρκικής συνθήκης φιλίας, στη 18η συνεδρίαση του 4ου Συνεδρίου της, η Κομμουνιστική Διεθνής θα καταγγείλει την κεμαλική κυβέρνηση: “Μετά τις συνθήκες του Λονδίνου, η κυβέρνηση της Άγκυρας είναι κυβέρνηση προδοτική”.

Pravda2Ήταν όμως πολύ αργά για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και για τους άλλους λαούς. Η κεμαλική κυβέρνηση, που είχε ισχυροποιηθεί με τα σοβιετικά μέσα, ακολούθησε το δικό της δρόμο. Η πολιτική αδυναμία της Ελλάδας, που προκλήθηκε από τον Διχασμό, επέτρεψε στον κεμαλικό στρατό να νικήσει τον πολυαριθμότερο και καλύτερα εξοπλισμένο ελληνικό και να επιβάλει τη σιωπή του τάφου σε όλη τη μικρασιατική χερσόνησο....»   

(Το πλαϊνό δημοσίευμα προέρχεται από την περίοδο γύρω στο ’56,
όταν η Κίνα διαφοροποιήθηκε από την ΕΣΣΔ και την κατηγόρησε ότι ξεπουλάει τα
εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα για «να εξυπηρετήσει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό») 

[Διαβάστε για τη στάση του Λένιν προς το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα, το οποίο εγκατέλειψε υπογράφοντας τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ: https://kars1918.wordpress.com/2014/01/21/freiheit-ist-immer-die-freiheit-der-anders-denkenden/]

MIA ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΟΜΙΚ
όμιλος μελέτης ιστορίας και κοινωνίας
(συζητώντας με μια κυρία)

.

…………………………..
…………………………..

Το βιβλίο του  Stefan Ihring πρέπει να διαβαστεί

Έτσι, σιγά σιγά αποκαλύπτεται αυτό που ήταν γνωστό από δεκαετίες.
Ο πρώτος που περιέγραψε το φαινόμενο του κεμαλισμού και το κατέταξε στα ολοκληρωτικά φασιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου ήταν ο Νίκος Ψυρρούκης, ο οποίος έγραψε: «Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μας πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού… Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών.” (Ν.Ψ. Μικρασιατική Καταστροφή…, σ. 224
.
 Ενώ και ο Άγις Στίνας -που προερχόταν από τον κύκλο του έμπρακτου υποστηρικτή του κεμαλικού στρατού Π. Πουλιόπουλου-  είχε περιγράψει τον περίεργο» χαρακτήρα του με τον εξής τρόπο: “Το κίνημα του Κεμάλ είχε δημιουργήσει πολύ ενοχλητικούς πονοκεφάλους στους θεωρητικούς της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Δεν έμπαινε σε κανένα από τα γνωστά, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, καλούπια των ιστορικών κινημάτων. Εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μόνο του δε λέει τίποτα. Δεν είναι αυτός ταξικός ορισμός… Πρόκειται στο βάθος για αστικοδημοκρατική επανάσταση; Αλλά όλες τις επιχειρήσεις στην Τουρκία τότε τις είχαν Έλληνες, Αρμένηδες και Εβραίοι. Αυτοί ήταν η αστική τάξη. Αλλά αυτή την αστική τάξη ο Κεμάλ την περνούσε δια πυρός και σιδήρου. Με το νικηφόρο τέρμα του κινήματός του ούτε ίχνος από αυτούς δεν θα έμενε στο έδαφος της Τουρκίας… Δηλαδή δεν υπήρχε Τούρκικη αστική τάξη. Τότε τι είναι αυτό το κίνημα; ‘Ιδιοτροπία της ιστορίας; Κακό παιχνίδι της διαλεκτικής;’ Στο τέλος, αφού το κίνημα δεν έμπαινε σε κανένα από τα γνωστά καλούπια, ο φάκελος ‘Κεμαλικό Κίνημα’ μπήκε στο αρχείο”.
 .
Αλλά παρόλες τις επισημάνσεις αυτές, η ελληνική Αριστερά μαζί με την ελληνική Δεξιά θεώρησαν ότι επρόκειτο για ένα προοδευτικό μεταρρυθμιστικό κίνημα. Και βεβαίως, ενώ η αμνήμων Δεξιά έχει εγκαταλείψει την παραδοσιακή της θεώρηση, έχει απομείνει η έχουσα πλήρη συνέπεια (!!!) προς τον παρελθόν της Αριστερά, να συνεχίζει να έχει την ίδια θεώρηση.
 .
Ελπίζω το βιβλίο του Ihring να διαβαστεί από τους νοήμονες νεοέλληνες αριστερούς, δεξιούς και φιλελεύθερους, μήπως και αρχίσουν να διαφοροποιούνται και να αλλάζουν κάπως τα (εκτός πραγματικότητας και λογικής) κυρίαρχα στερεότυπα… Είναι γνωστό ότι η αποδοχή του Μουσταφά Κεμάλ ως θετικού προσώπου υπήρξε κοινή σε όλο το πολιτικό φάσμα από Δεξιά έως την Αριστερά. Στοιχεία αυτής της παράδοξης πραγματικότητας μπορείτε να διαβάσετε σ’ ένα παλιότερο κείμενό μου που έχει τίτλο «O αντιπροσφυγικός αναθεωρητισμός σε μέρη τρία«
 .
Βέβαια, δεν είναι εύκολο να αλλάξουν οι κληρονομημένες ιδεοληψίες πάνω στο ζήτημα του Μουσταφά Κεμάλ ή του πραγματικού χαρακτήρα της μικρασιατικής σύγκρουσης. Για να δείτε το βάθος αυτών των στερεοτύπων και την αμηχανία που προκαλεί η «νέα» αυτή γνώση (που ευτυχώς έρχεται από τη Δύση και άρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αρνητικά στην «μικρά πλην έντιμο» ελλαδική επαρχία) παραθέτω ένα διάλογο που είχα με μια κυρία σ’ ένα φόρουμ ιστορικών, όταν τους ενημέρωσα για την έκδοση :
.
———————————————
…………………………. .
H κυρία γράφει
26 Νov.
………………………….-
Stefan Ihrig, the author who according to the Daily Beast «charts the outsized role that Atatürk and the New Turkey played in the minds of Germany’s Weimar-era far right —an influence that extended through the Nazi years»,
is one more who uses the perfect anti-marxist approach by exaggerating the role of persons, ignoring political, economic, social and diplomatic activities.
————————————————————-

.

Agtzidis Vlassis 
26 Νοε

.

Η εικόνα που είχε ο Χίτλερ για τον Μουσταφά Κεμάλ είναι γνωστή από παλιά και κυρίως μέσα από το έργο του κεμαλικού δημοσιογράφου και συγγραφέα Falih Rıfkı Atay όπου στο βιβλίο του «Cankaya» γράφε ότι με τουρκική αντιπροσωπεία επισκέφτηκαν τον Χίτλερ για το 50κοστά του γενέθλια. Ο Χίτλερ απευθυνόμενος προς αυτούς ανάφερε τον Μουσταφά Κεμάλ ως δάσκαλό τους : «…ο Mουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής κι εγώ (δηλ. ο Χίτλερ) είμαι ο δεύτερος μαθητής του».

Στο ίδιο βιβλίο (αλλά μόνο στην α’ έκδοση υπάρχει το απόσπασμα) ο Atay παραδέχεται ότι την Σμύρνη την έκαψαν συνειδητά οι νικητές ως μέσο και ολοκλήρωση της εθνικής εκκαθάρισης:…..

Η λατρεία που έχουν οι ακροδεξιοί προς το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ-Ατατούρκ, αποδεικνύεται σήμερα και από την ηρωοποίηση που του έχουν κάνει οι ακραίοι νεοναζί του ουγγρικού κόμματος Jobbik:
http://www.theoccidentalobserver.net/…/heroes_canakkale…

——————————————

……………..
H κυρία γράφει
26 Νov.
…………….

I couldn’t care less about the opinion of Hitler and of Hungarian Nazis on Atatürk.
What is important here is the approach of a history based strictly on a non-scientific view of the world.

Thanks for your answer.

——————————————
…………………………. .
…………………………….

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ 
«...To say that the roots of the Third Reich’s rise have been thoroughly examined would be an understatement. Yet one element of Hitler’s power grab has largely been neglected—the importance of Turkey and Mustafa Kemal Atatürk (or as Hitler called him, his “shining star”) on the Führer’s thinking....»
 
 
 
————————————————————-
 

From the abode of Islam to the Turkish vatan

 
William ARMSTRONG –
 
 
 
……………….
Ihrig argues that the Turkish treatment of minorities, both under Atatürk and earlier, was the true precursor for Hitler’s murderous policy in the East. Those “bloodsuckers and parasites,” the Greeks and Armenians, had been “eradicated” by the Turks, Tröbst explained in Heimatland. “Gentle measures—that history has always shown—will not do in such cases.” The Turks had achieved “the purification of a nation of its foreign elements on a grand scale.” He added that “Almost all of those of foreign background in the area of combat had to die; their number is not put too low with 500,000.” Here was a chilling endorsement of genocide, and one that surely did not escape Hitler’s eye. Shortly after his articles appeared, Hitler invited Tröbst to give a speech on Turkey to the SA.
 
From 1923 on, Hitler consistently praised Atatürk in his own speeches as well. Berlin, like Istanbul, was cosmopolitan and decadent. Munich, site of Hitler’s beer-hall putsch, was the place for a German “Ankara government.” When Hitler seized power in 1933 his Völkischer Beobachter cited Atatürk’s victory as the “star in the darkness” that had shone for the beleaguered Nazis in 1923, after the putsch’s failure. Turkey was “proof of what a real man could do”—a man like Atatürk, or Hitler.
 
The Third Reich produced many idolizing biographies of Atatürk. Six years after the Turkish leader’s death, in late 1944, a delusional Hitler was still dreaming of a postwar alliance between Turkey and Germany. He never got his wish. During the war, Turkey, as a neutral power, kept its distance from the Nazis until it finally declared war against Germany in February 1945.
 
In Turkey, criticizing Atatürk can still get you three years in jail, though the country’s increasingly unhinged President Recep Tayyip Erdogan broke the law himself last year when he called Atatürk a drunkard. While Erdogan wants to reverse his predecessor’s program for secularizing Turkey, he appears to be imitating Atatürk’s extravagant cult of personality along with his habit of demonizing his enemies. But while Atatürk disdained Hitler’s anti-Semitism, Erdogan is obsessed with Jews. The 2014 Gaza operation, he has remarked , was worse than anything Hitler ever did, and the Israelis have been committing “systematic genocide every day” since 1948. Perhaps if Erdogan had been in power in the 1940s, the Nazis would have found the Muslim ally they so desperately sought.
………….
………….
 Η φωτογραφία παρακάτω προέρχεται από την πυρπολημένη Σμύρνη. Διαβάστε το :

28 comments so far

  1. Δραστικές αλλαγές στο τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα

    Το «Οθωμανικό» Αλφάβητο επαναφέρει στα σχολεία ο Ερντογάν

    Μίνα Αγγελίνη 09/12/2014

    «Η κατάργηση της οθωμανικής γλώσσας ήταν μία τραγωδία γι’ αυτό το έθνος, το οποίο είχε ανώτερη επιστημονική κληρονομιά, αλλά έχασε τη σοφία του», δήλωσε ο Ερντογάν από την Άγκυρα, μιλώντας σε εκδήλωση της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων

    Δραστικές αλλαγές στο τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα προωθεί ο «Σουλτάνος του Βοσπόρου», Ταγίπ Ερντογάν, ανοίγοντας νέο μέτωπο με την κοσμική Τουρκία καθώς τάχθηκε υπέρ της διδασκαλίας της οθωμανικής γλώσσας, με το αραβικό αλφάβητο, στη Μέση Εκπαίδευση.

    «Η κατάργησή της ήταν μία τραγωδία γι’ αυτό το έθνος, το οποίο είχε ανώτερη επιστημονική κληρονομιά, αλλά έχασε τη σοφία του», δήλωσε ο Ερντογάν από την Άγκυρα, μιλώντας σε εκδήλωση της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων. Κατά τον τούρκο πρόεδρο, η επαναφορά της διδασκαλίας της οθωμανικής γλώσσας είναι αναγκαία για να επανασυνδεθούν οι νεότερες γενιές των ομοεθνών του «με τις ρίζες τους» και να μπορούν να διαβάζουν τις επιτύμβιες στήλες, που είναι γραμμένες στα αραβικά.

    «Είτε τους αρέσει, είτε όχι, η οθωμανική γλώσσα θα διδάσκεται και θα μαθαίνεται σ’ αυτή τη χώρα», τόνισε ο Ερντογάν, απευθυνόμενος στους επικριτές του.

    Ο τούρκος πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι, η διδασκαλία στα σχολεία της οθωμανικής γλώσσας θα είναι υποχρεωτική, απορρίπτοντας οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το θέμα καθώς, όπως τόνισε, «τα οθωμανικά δεν είναι ξένη γλώσσα».

    Οι δηλώσεις του Ερντογάν αποτελούν ευθεία βολή κατά του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος κατάργησε την οθωμανική γλώσσα το 1928, αντικαθιστώντας το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό.

    Τα σχέδια του Ερντογάν αναμένεται να προκαλέσουν την οργή της κοσμικής κοινωνίας της χώρας, που υποστηρίζει ότι ο Τούρκος πρόεδρος προωθεί όλο και περισσότερο την ισλαμική ατζέντα. «Υπάρχουν εκείνοι που δεν θέλουν αυτή τη διδασκαλία. Αυτός είναι ένας μεγάλος κίνδυνος. Είτε τους αρέσει είτε όχι η οθωμανική γλώσσα θα διδάσκεται και θα μαθαίνεται σε αυτή τη χώρα. Αυτή η θρησκεία έχει έναν προστάτη. Και αυτός ο προστάτης θα προστατεύσει τη θρησκεία μέχρι το τέλος του κόσμου», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος, σε εκδήλωση της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων.

    http://www.protothema.gr/world/article/433208/to-othomaniko-alfavito-epanaferei-sta-sholeia-o-erdogan-/

  2. Ihrig argues that the Turkish treatment of minorities, both under Atatürk and earlier, was the true precursor for Hitler’s murderous policy in the East. Those “bloodsuckers and parasites,” the Greeks and Armenians, had been “eradicated” by the Turks, Tröbst explained in Heimatland. “Gentle measures—that history has always shown—will not do in such cases.” The Turks had achieved “the purification of a nation of its foreign elements on a grand scale.” He added that “Almost all of those of foreign background in the area of combat had to die; their number is not put too low with 500,000.” Here was a chilling endorsement of genocide, and one that surely did not escape Hitler’s eye. Shortly after his articles appeared, Hitler invited Tröbst to give a speech on Turkey to the SA.

    http://www.frontpagemag.com/2014/david-mikics/the-nazi-romance-with-islam-has-some-lessons-for-the-united-states/

  3. […] της Γενοκτονίας που υπέστησαν από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς, 1914-1923) κατέθεσαν μια άλλη ερμηνευτική ματιά, […]

  4. …….The parallels between Hitler and Atatürk were also noted at the time. The influential Foreign Affairs journal published an article in the 1930s stating, «Just as in Italy since 1922, and as in Germany since early in the present year, the conduct of political affairs in Turkey rests today on the personality of a leader. … By means of a clever scheme … the President, while constitutionally without undue influence, becomes the real autocrat.’» It argued that with the end of foreign «influence,» Turkey «had become an almost homogeneous state» in «national and religious» terms, so that its «Christian minorities hardly existed any longer.»[34] In early 1939, the German socialists had also pointed out the similarity between the Nazis and past leaders of Turkey.[35] Three days after the speech reported by Canaris, Hitler wrote to Mussolini that he hoped that the Turks could be persuaded to join Italy, Japan, and Russia in an anti-British coalition.[36] He planned to hand over parts of the southern Soviet Union to Turkey in due time.[37] .
    ……………..

    «[34] Hans Kohn, «Ten Years of the Turkish Republic,» Foreign Affairs, Oct. 1933, pp. 143, 145. [35] Robert Gellately, Backing Hitler: Consent and Coercion in Nazi Germany (New York: Oxford University Press, 2002), p. 129. [36] Hitler to Mussolini, Aug. 25, 1939, in Max Domarus, ed., Hitler: Speeches and Proclamations 1932-1945: The Chronicle of a Dictatorship, vol. 3 (London: I.B. Tauris, 1996), p. 1689. [37] Robert Gellately, Lenin, Stalin, and Hitler: The Age of Social Catastrophe (New York: Random House, 2009), p. 422.

  5. «…….Then in 1939, Adolf Hitler met with his leading generals in his “Berghof” near Berchtesgaden, his headquarters in the mountains, and announced his plans for Poland: the completely recklessly slaughter of the Polish elite and all the other atrocities.

    He ordered to proceed with the utmost, merciless brutality, since “history is always written by the victors’ and, anyway, “Who is talking about the Armenian Genocide today?”

    So obviously the denial or the cover up of the Armenian Genocide made Hitler’s brutality in Poland and eventually the Holocaust possible? It seems so. If you do not tell the story, history will always repeat itself. So I thought it was my responsibility as a historian who has access to the Vatican Secret Archives since 2008 to look for more documents. I became curious and in some way fascinated by the subject. I wanted to know what really happened…..»

    http://www.zenit.org/en/articles/the-greatest-persecution-of-christians-in-history-part-i

  6. Η θεοποίηση του Ατατούρκ
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 24/03/2001 00:00
    Η θεοποίηση του Ατατούρκ
    1
    emailεκτύπωση

    Στη δημοκρατική Τουρκία υπάρχουν δύο εθνικές εορτές (στις 30 Αυγούστου και στις 29 Οκτωβρίου), δύο εορτασμοί επετείων που είναι αργίες (23 Απριλίου και 19 Μαΐου) και ένας εορτασμός επετείου που δεν είναι αργία (10 Νοεμβρίου). Ολες αυτές οι εορτές έχουν άμεση σχέση με τη ζωή του Ατατούρκ, του ιδρυτή της δημοκρατίας, ο οποίος τιμάται ταυτοχρόνως με το πολίτευμα. Για τον λόγο αυτόν καθεμία από αυτές τις ημέρες τα μέσα ενημέρωσης, οι τοίχοι των δημόσιων κτιρίων, οι δρόμοι γεμίζουν εικόνες του Ατατούρκ.
    Η 19η Μαΐου

    Στις 19 Μαΐου, εορτή αργία, είναι η επέτειος της άφιξης του Μουσταφά Κεμάλ, μελλοντικά Ατατούρκ, στη Σαμψούντα, στις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Πρόκειται για την ιδρυτική πράξη της εποποιίας του Ατατούρκ, την πράξη της ρήξης με την οθωμανική εξουσία, η οποία κατηγορείται το 1919 από τους τούρκους εθνικιστές ως υπεύθυνη της ήττας. Ενώ η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται υπό την κατοχή των συμμαχικών στρατευμάτων, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ εκτιμά ότι μια εθνική και στρατιωτική αντεπίθεση είναι δυνατή από την Ανατολία. Πηγαίνει λοιπόν στη Σαμψούντα ως αντάρτης και όχι ως αξιωματικός του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου ταξιδιού του από την Κωνσταντινούπολη στη Σαμψούντα ο ελληνικός στρατός φθάνει στη Σμύρνη. Η άφιξη στη Σαμψούντα, μέσα σε κλίμα απελπισίας για την Τουρκία, εορτάζεται λοιπόν ως «το πρώτο βήμα» του απελευθερωτικού πολέμου.

    Η 19η Μαΐου θεωρείται επίσης ημέρα των γενεθλίων του Ατατούρκ, καθώς η ακριβής ημερομηνία της γεννήσεώς του στη Θεσσαλονίκη δεν είναι γνωστή. Είναι όμως και η γιορτή της νεολαίας και των αθλημάτων. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια γιορτή της γυμναστικής που υπήρχε από το 1916 και επισημοποιήθηκε το 1939. Μόλις όμως το 1981 πήρε το όνομα και τη σημερινή της μορφή. Οι νεαροί μαθητές και σπουδαστές πρέπει να κάνουν αυτή την ημέρα στα στάδια μεγάλες ομαδικές γυμναστικές επιδείξεις με έντονο χρώμα. Στις κερκίδες των σταδίων οι νεαροί θεατές σχηματίζουν, με τα χρώματα των ρούχων τους, γιγαντιαίες μορφές και συνθήματα («Ατατούρκ, βαδίζουμε στα χνάρια σου») που θυμίζουν τις μεγάλες συλλογικές εκδηλώσεις του μαοϊσμού!

    * Η 23η Απριλίου

    Μια άλλη επίσημη εορτή και αργία τιμά το επόμενο στάδιο της δημοκρατικής εποποιίας: στις 23 Απριλίου του 1920 συνερχόταν για πρώτη φορά η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στην Αγκυρα. Η πράξη αυτή θεμελιώνει την εθνική κυριαρχία. Την εποχή εκείνη η κατάσταση στην Τουρκία, από την άποψη των εξεγερθέντων κεμαλιστών, ήταν δύσκολη. Η Κωνσταντινούπολη εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό κατοχή, ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει τη Δυτική Ανατολία. Στα συνέδρια του Ερζερούμ και της Σεβάστειας (Ιούλιος και Σεπτέμβριος του 1919) είχαν τεθεί οι βασικές αρχές της εθνικής κυριαρχίας και ο Μουσταφά Κεμάλ είχε γίνει πρόεδρος μιας αντιπροσωπείας που είχε αποσχιστεί ανοιχτά από την Κωνσταντινούπολη. Πρώτο έργο της νέας Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Αγκυρας ήταν το δημοκρατικό Σύνταγμα, το οποίο δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1921. Εν τω μεταξύ η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης είχε υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος του 1920), η οποία θα μοίραζε την Ανατολία μεταξύ των νικητών.

    Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ατατούρκ «χάρισε» την εθνική κυριαρχία στα παιδιά, το μέλλον της χώρας. Η 23η Απριλίου είναι αργία και τα παιδιά φορούν τα πιο καλά τους ρούχα. Πηγαίνουν όμως στα σχολεία, από όπου ξεκινούν παρελάσεις στους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Η Τουρκία υπερηφανεύεται ότι είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει αφιερώσει μια εθνική εορτή στα παιδιά.

    * Η Εορτή της Νίκης

    Η Εορτή της Νίκης, στις 30 Αυγούστου, είναι ακόμη πιο επίσημη. Πρόκειται για τη νίκη του τουρκικού στρατού επί του ελληνικού, στις 30 Αυγούστου του 1922. Στις 26 Αυγούστου ο Μουσταφά Κεμάλ αυτοπροσώπως είχε ηγηθεί των στρατευμάτων του στην κοιλάδα του Αφιόν Καραχισάρ με το περιώνυμο παράγγελμα «Στόχος μας είναι η Μεσόγειος! Εφοδος». Στις 30 ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε στο Ντουμλούπιναρ και η υποχώρησή του συνεχίστηκε ως τις 9 Σεπτεμβρίου, ημέρα της άλωσης της Σμύρνης από τους Τούρκους.

    Στις μέρες μας κάθε 30ή Αυγούστου χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πατριωτική θέρμη. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν στην πρώτη σελίδα τους μεγάλα πορτρέτα του Ατατούρκ και μερικές φορές μοιράζουν σημαίες. Ολοι καλούνται να σημαιοστολίσουν, η Τουρκία σκεπάζεται από κόκκινο και άσπρο. Ο Τύπος γεμίζει επίσημες δηλώσεις.

    Το 1996 η κυβέρνηση των ισλαμιστών είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη μάχη του Μαντζικέρτ, κοντά στη λίμνη Βαν, που είχε σημάνει στις 26 Αυγούστου του 1071 την ήττα του Βυζαντίου από τους Σελτζούκους Τούρκους. Οι τούρκοι εθνικιστές και ισλαμιστές αρέσκονται να συνδέουν την 26η Αυγούστου του 1071 με την 30ή Αυγούστου του 1922, υπογραμμίζοντας τη συνέχεια εννέα αιώνων μαχών «εναντίον του ίδιου εχθρού».

    Ο εορτασμός της «απώθησης του εχθρού στη θάλασσα» στη Σμύρνη, στις 9 Σεπτεμβρίου, έχει χαρακτήρα λίγο πιο ανθελληνικό. Κομπάρσοι αναπαριστούν τη σκηνή της άλωσης της πόλης, κατεβάζοντας την ελληνική σημαία και αντικαθιστώντας τη με τα τουρκικά χρώματα. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι στις 9 Σεπτεμβρίου του 1999, ύστερα από τους σεισμούς που έπληξαν τις δύο χώρες και τις ενέργειες αλληλοβοήθειας και φιλίας, η σκηνή αυτή απεσύρθη από την τελετή.

    Στις 29 Οκτωβρίου είναι η μεγάλη εθνική γιορτή, η Εορτή της Δημοκρατίας. Μετά την απώθηση του ελληνικού στρατού η Συνθήκη των Σεβρών ακυρώθηκε από τη Συνθήκη της Λωζάννης, στις 24 Ιουλίου του 1923. Στις 2 Οκτωβρίου οι Σύμμαχοι εκκένωναν την Κωνσταντινούπολη. Διάφορα ξένα κράτη, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, είχαν ήδη αναγνωρίσει de facto το καθεστώς της Αγκυρας. Το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου του 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ αποφάσιζε να ανακηρύξει επισήμως τη Δημοκρατία της Τουρκίας.

    Η επέτειος του θανάτου του Ατατούρκ δεν είναι αργία. Είναι όμως μια ημέρα μοναδική για το τουρκικό ημερολόγιο. Ο «Νικητής» («Γαζί») πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1938, στις εννέα και πέντε το πρωί. Την ημέρα αυτή, τη συγκεκριμένη ώρα, όλες οι σειρήνες ηχούν. Τα πάντα σταματούν για πέντε λεπτά.

    * Η συμφιλίωση με το παρελθόν

    Ενα μέρος της κοινής γνώμης δεν μπορεί πια να αρκεστεί σε γιορτές αποκλειστικά δημοκρατικές, οι οποίες αναφέρονται μόνο στο πρόσφατο παρελθόν. Από τότε που οι ισλαμιστές εξελέγησαν στη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης (1994) γιορτάζεται η Αλωση της Πόλης το 1453 (το Φετί), αλλά με λιγότερο επίσημο τρόπο. Στις 29 Μαΐου μια ιστορική αναπαράσταση θυμίζει τη μεταφορά των πλοίων του σουλτάνου από ξηράς, από τον Βόσπορο στον Κεράτιο. Το γεγονός έχει έντονα ισλαμικό χαρακτήρα και το 1996 και το 1997 είχε συνδυαστεί με ένα μεγάλο συνέδριο του ισλαμικού κόμματος Ρεφά. Η κεμαλιστική εξουσία έκτοτε επεδίωξε περισσότερο να θέσει υπό έλεγχο αυτή τη γιορτή παρά να εκφράσει την αντίθεσή της σε αυτήν. Από το 1998 ο νομάρχης της Κωνσταντινούπολης και ο φρούραρχος μετέχουν στην τελετή ενώ γίνεται στρατιωτική παρέλαση στην Πύλη του Βελιγραδίου.

    Τέλος η ισλαμιστική κυβέρνηση του 1996-1997 είχε την ιδέα να γιορτάσει τα 700 χρόνια της Οθωμανικής Δυναστείας (1299-1999). Με την επιστροφή των κεμαλιστών στην εξουσία η ιδέα δεν απορρίφθηκε και η γιορτή αυτή επρόκειτο να αποτελέσει τη συνέχεια των μεγαλοπρεπών δημοκρατικών εορτασμών του 1998 και να σφραγίσει τη συμφιλίωση της Τουρκίας με το οθωμανικό παρελθόν της. Ο μεγάλος σεισμός της 17ης Αυγούστου 1999 όμως προκάλεσε την αναβολή αυτής της επετείου, που θα εορταζόταν τον Σεπτέμβριο. Από αναβολή σε αναβολή, η ιδέα τελικώς ξεχάστηκε, αναμφίβολα υπό την πίεση των στρατιωτικών.

    Εκτός από κάποιες τοπικές αποχρώσεις, όπως στην επέτειο της άλωσης της Σμύρνης, το τελετουργικό είναι το ίδιο σε όλη τη χώρα. Κάθε πόλη, κάθε χωριό, έχει τον τόπο εορτασμού του, την κεντρική πλατεία, η οποία δεν νοείται χωρίς ένα ή και δύο αγάλματα του Ατατούρκ. Το πρωτόκολλο είναι αυστηρά καθορισμένο.

    Ολες οι επίσημες εορτές γιορτάζονται με τον ίδιο τρόπο στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, όπου δεν υπάρχει κάποια ξεχωριστή επέτειος. Το φαινόμενο αυτό όμως δεν άρχισε το 1974. Τουλάχιστον από το 1958, και σε ορισμένα μέρη από τη δεκαετία του ’30, οι μεγάλες επέτειοι γιορτάζονταν από τις τουρκικής καταγωγής κοινότητες της Κύπρου. Το κίνημα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη θέρμη μεταξύ του 1963 και του 1974, όταν ο εθνικισμός βρισκόταν στο απόγειό του. Σήμερα οι εορτασμοί έχουν μια χροιά περισσότερο πρωτοκόλλου, χωρίς μεγάλη λαϊκή συμμετοχή.

    Ο κ. Etienne Coppeaux είναι υπεύθυνος ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας στη Γαλλία.

    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=131839

  7. […] του σουλτάνου, πριν από την τελική επικράτηση του Κεμάλ Ατατούρκ, αναφέρονται τα εξής: «Η κυβέρνηση της Αγκύρας […]

  8. Nazis, Turks Connected in Their Respective Holocausts
    2
    By Gregory Pappas on June 1, 2015

    The killings of millions of Greeks, Armenians and other Christians by the Ottoman Turks between 1910-1922 remains one of the bloodiest and most contentious events of the 20th century and has been called the first modern genocide.

    Twenty years later the genocide against Jews and other “undesirables” in Nazi-occupied Europe raged on and captured the world’s attention.

    Few people know that there was a direct link to the two events, linking the murderous actions of the Ottoman Turks to those of the Nazis in World War II a few decades later.

    Several junior German officers training Ottoman forces in Turkey in the early 1900s witnessed the death marches and other atrocities that were committed.

    Some of these Germans later turned up as senior Wehrmacht officers in the Jewish killing fields throughout Nazi-occupied Europe.

    Similarities between actions in Nazi Germany and Ottoman Turkey are striking, including facilities that were built, methods used to transport victims– even methods used to murder masses of people.

    Professor Lou Ureneck, author of the recently-released HarperCollins book “The Great Fire,” confirmed that “Imperial Germany cultivated a close relationship with Ottoman Turkey because of Turkey’s mineral and oil wealth and because it would be strategically important in a war with Great Britain, which many came to see as a certainty. The Berlin-to-Baghdad rail project was one pre-WWI example of the relationship. So was Germany’s organization and training of the Ottoman army.”

    In all, 25 concentration camps were set up in a systematic slaughter aimed at eradicating the Christian people— classed as “vermin” by the Turks.

    The Ottoman Turks also created concentration camps and transported unsuspecting victims to “labor camps” that were nonexistent. Their motives instead were to transport them to the interior, where tens of thousands were starved or shot along the way.

    genocide_train

    Like the Nazis, they also used railway wagons to transport Christian men, women and children to their deaths, while in the northern Syrian desert the Ottomans engineered the first primitive gas chambers by driving thousands of victims into rock caves and asphyxiating them by lighting bonfires at the entrances.

    As recently as 2007, new photographs have shed light on the Turkish-German connection at the time. They come from the archives of the German Deutsche Bank, which was working in the region financing a railway network when the killings began. Unearthed by award-winning war correspondent Robert Fisk, they were taken by employees of the bank to document the terror unfolding before them.

    One photograph was apparently taken in the summer of 1915. Human skulls are scattered over the earth. They are all that remain of a handful of Christians slaughtered by the Ottoman Turks. Behind the skulls, posing for the camera, are three Turkish officers in tall, soft hats and a man, on the far right, who is dressed in Kurdish clothes. But the two other men are Germans, both dressed in the military flat caps, belts and tunics of the Kaiserreichsheer, the Imperial German Army. It is an atrocity snapshot – just like those pictures the Nazis took of their soldiers posing before Jewish Holocaust victims a quarter of a century later.

    genocide-germans

    They show young men, crammed into cattle trucks, waiting to travel to their deaths. The Turks crowded 90 starving and terrified Armenians, Greeks and other Christians into each wagon, the same number the Nazis averaged in their transports to the death camps of Eastern Europe during the Jewish Holocaust.

    Young women were systematically raped according to Fisk, who conducted extensive research, while older women were beaten to death— they did not merit the expense of a bullet. Babies were left by the side of the road to die.

    Often, attractive young Christian girls were sent to Turkish harems, where some lived in enforced prostitution until the mid-1920s.

    Many other archive photographs testify to the sheer brutality suffered by the Christians in Turkey: children whose knee tendons were severed, a young woman who starved to death beside her two small children, and a Turkish official taunting starving Christian children with a loaf of bread.

    train

    So how exactly did the events of 1915-17 unfold? Just as Hitler wanted a Nazi-dominated world that would be Judenrein-– cleansed of its Jews– so in 1914 the Ottoman Empire wanted to construct a Muslim empire that would stretch from Istanbul to Manchuria. The Christians— millions of Greeks, Armenians and Assyrians— stood in their way.

    The Deutsche Bank photos were taken by employees in 1915 and sent to their head office in Berlin as proof of their claims that the Turks were massacring their Christian population. They can be found in the Deutsche Bank Historical Institute – Oriental Section. The banking officials were appalled that the Ottoman Turks were using – in effect – German money to send Christians to their death by rail. The new transportation system was supposed to be used for military purposes, not for genocide.

    German soldiers sent to Turkey to reorganize the Ottoman army also witnessed these atrocities. Armin Wegner, an especially courageous German second lieutenant in the retinue of Field Marshal von der Goltz, took a series of photographs of dead and dying Christian women and children. Other German officers regarded the genocide with more sinister interest. Some of these men, as Armenian scholar Vahakn Dadrian discovered, turn up 26 years later as more senior officers conducting the mass killing of Jews in German-occupied Russia.
    This image was titled ‘Abandoned and murdered small children of the (Armenian) deportees’ by Armin Wegner and was taken in 1915-1916

    This image was titled ‘Abandoned and murdered small children of the (Armenian) deportees’ by Armin Wegner and was taken in 1915-1916

    Taner Akcam, a prominent – and extremely brave – Turkish scholar who has visited the Yerevan museum, has used original Ottoman Turkish documents to authenticate the act of genocide. Now under fierce attack for doing so from his own government, he discovered in Turkish archives that individual Turkish officers often wrote “doubles” of their mass death-sentence orders, telegrams sent at precisely the same time that asked their subordinates to ensure there was sufficient protection and food for the Christians during their “resettlement”.

    This weirdly parallels the bureaucracy of Nazi Germany, where officials were dispatching hundreds of thousands of Jews to the gas chambers while assuring International Red Cross officials in Geneva that they were being well cared for and well fed.

    “After WWI, Germany, a defeated nation, was entranced by the Nationalist movement. Mustapha Kemal (later Ataturk) was able to do what Germany had failed to do — and that was to reject the treaty terms laid down by the victorious Allies at Paris. German newspapers in 1920 were filled with news of Turkey. Among Kemal’s admirer’s was Hitler, who was especially interested in his strong-man leadership and ultimately Turkey’s ability to move it population toward pure Tukishness. It was the sort of social engineering that appealed to the ruler of Nazi Germany,” according to Prof. Ureneck, who conducted extensive research for his book.

    Winston Churchill described the Turkish massacres as an “administrative holocaust” and noted: “This crime was planned and executed for political reasons. The opportunity presented itself for clearing Turkish soil of a Christian race.”

    One authority on extermination who did recognize the genocide of Christians was Adolf Hitler. In a 1939 speech, in which he ordered the killing, “mercilessly and without compassion”, of Polish men, women and children, he concluded: “Who, after all, speaks today of the annihilation of the Armenians?”

    http://www.pappaspost.com/nazis-turks-connected-in-their-respective-holocausts/

  9. …….παραθέτει αποσπάσματα από αφιέρωμα της ναζιστικής εφημερίδας Heimatland στον Κεμάλ (δημοσιευόταν σε εβδομαδιαία βάση από 1 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου 1923).

    «Αυτοί οι αιμοδιψείς και τα παράσιτα Έλληνες, Ασσύριοι και Αρμένιοι, εξολοθρεύτηκαν από τους Τούρκους» έγραφε η ναζιστική φυλλάδα,….

    ——————————————————
    Genocide-Γενοκτονία
    4 Μαΐου ·

    Βαθιά ενοχλημένος από τις προσπάθειες ανέγερσης προτομής του Μουσταφά Κεμάλ στο δήμο Χιουμ Σίτι, βόρεια της Μελβούρνης, ο ομογενής πανεπιστημιακός δρ Παναγιώτης Διαμαντής εξέφρασε την αντίθεσή του σε επιστολή με παραλήπτη τον δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης.

    Όπως σημειώνει στην επιστολή του ο λέκτορας Σπουδών Γενοκτονίας στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Σίδνεϊ, «ο Μουσταφά Κεμάλ δεν είναι κατάλληλο θέμα για απόδοση τιμών. Μεταξύ 1919 και 1924 υπήρξε υπεύθυνος για τη δεύτερη φάση της Γενοκτονίας των αυτοχθόνων Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων στην Ανατολία, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που επέζησαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και γύριζαν στις πατρίδες τους».
    Επιπλέον, «ο μεγάλος του “θρίαμβος” ήταν η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και η διαταγή που έδωσε να φύγουν από την περιοχή που έλεγχαν τα στρατεύματά του όλοι οι μη Μουσουλμάνοι» γράφει ο δρ Διαμαντής.

    Σε άλλο σημείο της επιστολής του σημειώνει ότι ο Κεμάλ υπήρξε «πρότυπο» για τον Αδόλφο Χίτλερ που αιματοκύλησε την Ευρώπη. Μάλιστα παραθέτει αποσπάσματα από αφιέρωμα της ναζιστικής εφημερίδας Heimatland στον Κεμάλ (δημοσιευόταν σε εβδομαδιαία βάση από 1 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου 1923).

    «Αυτοί οι αιμοδιψείς και τα παράσιτα Έλληνες, Ασσύριοι και Αρμένιοι, εξολοθρεύτηκαν από τους Τούρκους» έγραφε η ναζιστική φυλλάδα, υμνώντας τις γενοκτονίες που διαπράχθηκαν εις βάρος των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

    Παράλληλα ο δρ Διαμάντης παραθέτει και μερικά ακόμα «επιτεύγματα» του αναμορφωτή της σύγχρονης Τουρκίας:

    Το 1934 οργάνωσε την εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας στην Ανατολική Θράκη.
    Η κυβέρνησή του ήταν υπεύθυνη για τη σφαγή των Αλεβιτών, προς τα τέλη του 1920.
    Είχε ενεργό ρόλο στο σφαγιασμό των ANZAC (αιχμάλωτοι πολέμου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) στην Καλλίπολη.

  10. Design for Power

    What the Nazis saw, and didn’t see, in the Turkish strongman.

    Thomas A. Kohut

    June 22, 2015, Vol. 20, No. 39
    The Third Reich has surely been the subject of more books and articles than any other topic in European history. Although it is certainly possible to imagine new discoveries of relatively minor features of Nazism or of the Nazi period, it is difficult to imagine someone uncovering facts about National Socialism that are both new and significant.

    However, a young German scholar, Stefan Ihrig, educated in Britain, has done just that. He has discovered the important role played by Kemal Atatürk and Atatürk’s Turkey in the Nazi imagination. Ihrig’s book, which focuses first on the early 1920s and then on the Third Reich, is based on his reading of the public statements and written expressions of leading Nazis relating to Turkey, and even more on his exhaustive examination “of thousands of articles from German newspapers from the early 1920s and the Third Reich.”

    Ihrig argues that the Nazis, including Adolf Hitler, saw and presented Turkey under the leadership of Kemal Atatürk as an inspiration and a model for the new Reich they sought to create in Germany—first, during the early years of the Weimar Republic, and then during the Third Reich itself. Despite the fact that Turkey was initially neutral and ultimately joined the war against Germany on the side of the Allies in World War II, Nazi leadership and the Nazi press remained sympathetic to Atatürk and Atatürk’s Turkey until the Third Reich’s bitter end.

    The Ottoman Empire had long been an object of “orientalist” fascination for Germans. Despite its apparent exoticism, however, the empire was regarded as Germany’s natural ally, particularly during the reign of Kaiser Wilhelm II. The relationship culminated in Turkey’s alliance with Germany in the First World War.

    Nevertheless, it was the Turkish war of independence, which began in May 1919 and ended in mid-1923, that made Turkey and Mustafa Kemal heroic exemplars for Germans. The war established the boundaries of modern Turkey and, most significantly for the Germans, resulted in the revision (in the Treaty of Lausanne) of the “Turkish Versailles,” the 1920 Treaty of Sèvres, which had dismembered the Ottoman Empire, leaving Turkey something of a rump state. Turkey’s revision of a humiliating treaty, and the attendant nationalist revival in Turkey under the leadership of Mustafa Kemal, became (in Ihrig’s words) a “major Weimar media event” during the early years of the shamed, “desperate and desolate” republic.

    A resurrected and revitalized Turkey was held up as a “role model” for Germany, and Kemal was celebrated as a nationalist hero, particularly in newspapers on the far right of the political spectrum. Rather than being seen as exotic or oriental, Turkey was now portrayed as “similar, and comparable to Germany” in the nationalist press. If Turkey could achieve the revision of a humiliating peace treaty and produce an authoritarian, inspiring leader to resurrect the nation, then Germany could as well.

    There were a number of right-wing enemies of the Weimar Republic who saw themselves as potential “German Mustafas”—Adolf Hitler not least among them. Based on his reading of the Nazi press in the period before November 9, 1923, Ihrig boldly claims that Hitler’s failed putsch attempt in Munich on that date “was inspired much more by Mustafa Kemal and the events in Anatolia than by the example of Mussolini’s ‘March on Rome.’ ” Indeed, according to Ihrig, Atatürk’s critical influence on Hitler’s thought and action has generally been overlooked in historical literature in favor of that of Mussolini.

    Ihrig contends that “Mustafa Kemal Pasha must have been a key influence in the evolution of Hitler’s ideas about the modern Führer and about himself as a political leader” during the early 1920s. The fact that the Nazi press and Hitler spoke favorably about Atatürk and the Young Turk revolution does not necessarily mean that the actions of the Nazis and of the future Führer were inspired by them, or even that Atatürk was more important than Mussolini in the Nazi imagination. Nevertheless, Ihrig presents convincing evidence that Atatürk’s “Turkish example” was important to the Nazis and to Hitler in the first years of the Weimar Republic—that they hoped to achieve in Germany what they perceived to have been Atatürk’s accomplishments in Turkey, and even that there was “a Turkish, Kemalist dimension” to Hitler’s 1923 coup attempt.

    Following the failed putsch, Turkey and Atatürk were mentioned relatively rarely in the press during the Weimar Republic, suggesting perhaps that their appeal related primarily to the revision of the victors’ peace that had been imposed on both Turkey and Germany at the end of World War I. Nevertheless, the Nazis and Hitler lost none of their admiration for Turkey or its leader in the years leading up to the Nazi seizure of power, and after early 1933 there were renewed public expressions of appreciation of Atatürk and his Turkey in the Nazi press.

    Indeed, in an interview that year, Hitler described Mustafa Kemal as “the greatest man of the century” and the new Turkey as having been “a shining star” for him. During the Third Reich, Nazi propagandists portrayed the Turks as racially related to Aryans: They propagated a “cult of Atatürk,” which reached a climax with his death in 1938. The example provided by the “Turkish Führer” proved that history was not made democratically but through the actions of great men. And the example provided by Atatürk’s Turkish state demonstrated the superiority of one-party rule—indeed, of one-party rule in an ethnically and racially homogeneous völkisch nation.

    Whereas backward Ottoman Turkey had been multiethnic and multi-racial, Atatürk’s modern Turkey was purportedly ethnically and racially homogeneous. The massacre of the Armenians was presented in the press as “one of the main foundations of this vibrant new völkisch state.” It, together with the subsequent expulsion of the Greeks following the Treaty of Lausanne, had “resolved” the Turkish “minority question.”

    In its celebration of Turkey as a fellow völkisch state, the Nazi press conveniently overlooked the non-Turks—Greeks, Armenians, Jews, Kurds, and others—who continued to reside in Turkey. Atatürk was lauded for his secularism and for his efforts to restrict the influence of Islam, which, in the press’s view, had long retarded Turkish development—an attitude that reflected the Nazis’ own (oft-masked) aversion to Christianity, particularly Roman Catholicism. Finally, Atatürk’s Turkey was celebrated as a country under construction, well on its way to becoming a model modern nation-state, despite the fact that it remained largely agricultural and lagged significantly behind Western European countries in industrial development.

    Here, as was often the case, the Nazi media and Nazi leadership frequently ignored or grossly distorted the reality of Mustafa Kemal and his nation. Thus, although Ihrig presents Atatürk and Turkey as having inspired the Nazis and Hitler—as much as or perhaps even more than Mussolini and fascist Italy had—I found his other claim, that Turkey served as a screen onto which the National Socialist media and leadership projected Nazism’s own agenda and celebrated Nazism’s own achievements, more convincing.

    Ihrig does not much deal with the reality of Atatürk’s Turkey. Nevertheless, that reality appears, despite certain superficial similarities, to have diverged significantly from the version found in the Nazi imagination—not least the fact that Atatürk thought Hitler to be a “tin peddler” (probably “fraud”) and regarded Mein Kampf as the ravings of a madman. Atatürk was decidedly unsympathetic to National Socialism and generally sought to distance himself from Nazi Germany. Indeed, the idea that Atatürk and Turkey served less as an inspiration for Hitler and the Nazis and more as a projection screen helps to account not only for the Nazis’ ability to overlook features of Atatürk’s Turkey that did not conform to their fantasies, but also for the fact that their affection for Turkey was relatively unaffected by Turkey’s actual policies, its good relations with Bolshevik Russia, and its initial neutrality and ultimate military intervention on the side of the Allies in World War II.

    Stefan Ihrig has written a valuable and important book. He has shed light on an overlooked, remarkable, and significant aspect of National Socialism: namely, the prominent role played by Turkey and Kemal Atatürk in the Nazi imagination. This is a notable accomplishment. Indeed, I look forward to his forthcoming Justifying Genocide: Germany, the Armenian Genocide, and the Long Road to Auschwitz.

    Thomas A. Kohut, the Sue and Edgar Wachenheim III professor of history at Williams, is the author, most recently, of A German Generation: An Experiential History of the Twentieth Century.

    http://www.weeklystandard.com/print/articles/design-power_969591.html?page=1

  11. Κ..... on

    Μια πλειάδα στοιχείων συνάδει με την πιθανότητα η “τελική λύση” του Χίτλερ να είχε βρει έμπνευση από τη σφαγή των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Το ερώτημα που απηύθυνε στις 22 Αυγούστου 1939 (λίγο πριν τη σφαγή στην Πολωνία) στους αξιωματικούς του, ίσως να τα λέει όλα:
    “Ο σκοπός του πολέμου δεν είναι να κατακτήσεις συγκκεριμένες γραμμές, αλλά συνίσταται στη φυσική καταστροφή του αντιπάλου. Έτσι, τώρα, έχω στείλει στην ανατολή μόνο τις επικεφαλείς Ομάδες Θανάτου μου, με την διαταγή να σκοτώσουν χωρίς δισταγμό ή έλεος όλους τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά της πολωνικής φυλής ή γλώσσας.
    Μόνο με αυτό τον τρόπο θα κερδίσουμε το ζωτικό χώρο που χρειαζόμαστε. Άλλωστε, ποιος μιλά ακόμα, σήμερα, για την εξολόθρευση των Αρμενίων”; Η μοίρα των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του Πόντου γινόταν κατανοητή στη ναζιστική ιδεολογία.

    Ο Βρετανός συγγραφέας Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν είχε τεράστια επιρροή στον Χίτλερ. Ο Τσάμπερλεν, έγραφε: “Η Τουρκία είναι η τελευταία μικρή γωνιά της Ευρώπης στην οποία ένας ολόκληρος λαός ζει σε ανενόχλητη ευφορία και ευτυχία” (…) αφού “κατέστρεψε αυτόν που ενόχλησε την ειρήνη” (σσ Αρμένιοι- Έλληνες). Ο θεωρητικός των Ναζί, Alfred Rosenberg -τεράστιος θαυμαστής του Τσάμπερλεν- ο οποίος έλεγε πως οι Αρμένιοι ήταν για την Τουρκία ό,τι οι Εβραίοι για τη Γερμανία, συνέστησε στον Χίτλερ τον Max Erwin von Scheubner-Richter.

    Ο Scheubner-Richter ήταν ο Γερμανός υποπρόξενος στο Ερζερούμ και κατέγραψε τον σχεδιασμό, εκτοπισμό και δολοφονία των Αρμενίων και Ελληνοποντίων από τους Νεότουρκους του Κεμάλ. Η σχέση του Scheubner-Richter’s με τον Χίτλερ ήταν τόσο κοντινή που σκοτώθηκε καθώς καθόταν δίπλα του σε απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ, το 1923. Ο Χίτλερ αφιέρωσε το πρώτο μέρος του “Ο Αγών μου” σε αυτόν. Ο Αμερικανο Αρμένιος ιστορικός Vahkan Dadrian λέει πως ο Scheubner-Richter είχε άμεση επιρροή στον Χίτλερ και πως τελικά τον “συνέστησε” στις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν ώστε οι Αρμένιοι (τότε αποκαλούνταν “Εβραίοι της Ανατολής”) και οι Έλληνες να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, να δουλέψουν σε καταναγκαστικά έργα μέχρι θανάτου, να πεθάνουν από πείνα, κρύο και να εκτεθούν σε ακραίες καιρικές συνθήκες. Ο Mike Joseph αποκαλεί τον Scheubner-Richter το “προσωπικό link του Χίτλερ με τη γενοκτονία” (Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ποια γενοκτονία, ε;).

    Ο Scheubner-Richter έγραφε συνεχώς αναφορές στον Χίτλερ σχετικά με τις “γενοκτονικές λύσεις” (έτσι τις αποκαλούσε) από τις οποίες πιθανότατα ο Χίτλερ εμπνεύστηκε, καθώς σε λόγους είχε αναφερθεί στις τουρκικές μεθόδους για την “καταπολέμηση των τρομοκρατών”. Όμως και άλλοι υψηλόβαθμοι Ναζί πήραν προσωπικά μαθήματα από τη γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων και ενημέρωσαν προσωπικά τον Χίτλερ. Ο Franz von Papen, για παράδειγμα (σύμβουλος του Χίτλερ) πήρε τη θέση του αφού υπηρέτησε ως επικεφαλής προσωπικού στην Τέταρτη Τουρκική Στρατιά κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο “πολύς” Rudolf Hess, γενικός επιθεωρητής των στρατοπέδων συγκέντρωσης υπό τον Himmler, είχε υπηρετήσει στις τουρκικές δυνάμεις την ίδια περίοδο.

    Παρομοίως και ο Hans von Seeckt . Έγινε η γενοκτονία; Τώρα, για τους αρνητές της γενοκτονίας των Ποντίων και των Αρμενίων, ο δημοσιογράφος Τάσος Κοντογιαννίδης μάζεψε μερικές δηλώσεις τότε αξιωματούχων. Για περισσότερα, μπορείτε να διαβάσετε το συγκλονιστικό ρεπορτάζ της iTabloid.gr εδώ Ταγματάρχης Όουελ, Επικεφαλής της Αμερικανικής Επιτροπής που έζησε τα γεγονότα και τα κατέγραψε σε εκθέσεις στην κυβέρνησή του. «Απο τις τριάντα χιλιάδες εκτοπισθέντες Έλληνες, εκ των παραλίων του Πόντου το 1921 στο Χαρπούτ, έφτασαν μόλις 5.000! Οι άλλοι εκτελέστηκαν ή πέθαναν στο δρόμο της εξορίας. Μετρήσαμε καθ’ οδόν 3.000 πτώματα κατά μήκος των οδών, βορά των σκύλων, των λύκων και των γυπαετών, διότι οι Τούρκοι απαγορεύουν στους συγγενείς τους να τους θάψουν!

    Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες προβαίνουν σε ανήκουστους βιασμούς γυναικών και παρθένων, τας οποίας εγκαταλείπουν ημιθανείς για να αποθάνουν επι των οδών «για να ψοφήσουν εκεί», όπως έλεγαν. Είναι απερίγραπτος ο κυνισμός τους, που ομολογούν οτι μέσα απο τις μάζες των εκτοπισμένων συλλαμβάνουν γυναίκες και τις οδηγούν στα χαρέμια τους». Ο Αμερικανός γερουσιαστής Κίνγκ, συνέταξε έκθεση στην οποία απαριθμούσε τα εγκλήματα των Τούρκων και με βάση αυτήν, η Αμερικανική Γερουσία εξέδωσε ψήφισμα με δριμύ κατηγορώ κατά των τουρκικών ωμοτήτων. Έλεγε το ψήφισμα:

    « Η Γερουσία εκφράζει αποστροφή και κατάκρισιν της βαρβάρου και αγρίας καταδιώξεως των Ελλήνων του Πόντου υπό της κυβερνήσεως του Κεμάλ Πασά. Η Γερουσία ζητεί παρά του προέδρου των ΗΠΑ όπως φέρει τας θηριωδίας του Πόντου είς την προσοχήν των Ευρωπαϊκών δυνάμεων και εις το Συμβούλιον της Κοινωνίας Των Εθνών» Αυτά έλεγε τότε η Γερουσία… Η Εθελ Τόμπσον διάσημη, αμερικανίδα δημοσιογράφος αυτόπτης μάρτυς, έγραψε: «Καθ’ οδόν συναντούσαμε ομίλους γερόντων, παιδιών, σε μια ατέλειωτη πορεία μαρτυρίου, όπου έπεφταν νεκροί απο την εξάντλησιν και από τα χτυπήματα των συνοδών Τούρκων. Οι περισσότεροι εκλιπαρούν τον θάνατον.
    Στην πόλη Μεζερέχ, ξαφνικά ακούσαμε φωνές περίπου τριακοσίων μικρών παιδιών μαζεμένα σε κύκλο. Είκοσι τσανταρμάδες – χωροφύλακες που κατέβηκαν απο τα άλογά τους, χτυπούσαν σκληρά και ανελέητα τα παιδιά με τα μαστίγια και τα τρυπούσαν με τα ξίφη τους για να μην κλαίνε. Το θέαμα ήτο πρωτοφανές, φρικώδες!

    Τα παιδάκια έσκυβαν κι έβαζαν τα χεράκια τους πάνω στο κεφάλι για ν’ αποφύγουν τα χτυπήματα. Μία μητέρα που όρμησε για να σώσει το παιδί της, δέχτηκε το ξίφος στην καρδιά κι έπεσε κατά γης. Πάθαμε νευρική κρίση! Παντού βλέπαμε πτώματα γυναικών, παιδιών και γερόντων. Η Αμερικανική Υπηρεσία υπολογίζει τους Έλληνες που εξολόθρευσαν οι Τούρκοι στην Σεβάστεια, σε τριάντα χιλιάδες!» Ρώσος στρατηγός Φρούντζε, επίσημος στρατιωτικός απεσταλμένος του Λένιν και σύμβουλος του Κεμάλ, έγραψε αργότερα στο βιβλίο του με τίτλο:
    «Αναμνήσεις απο την Τουρκία»: «Από τις 200 χιλιάδες Έλληνες που ζούσαν στα παράλια του Πόντου, την Σαμψούντα, την Σινώπη και την Αμάσεια, έμειναν μόνο λίγοι αντάρτες που τριγυρίζουν νηστικοί στα βουνά. Όλη η πλούσια περιοχή ερημώθηκε. Οι Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες που βρήκαν μπροστά τους.
    Η διαδρομή απο την πόλη Καβάκ έως το Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα…» Και να φαντασθεί κανείς, αυτός που τα λέει χωρίς να μασά τα λόγια του, ήταν στρατιωτικός σύμβουλος των σοβιετικών, δίπλα στον Κεμάλ! Β) Ο σοβιετικός πρέσβης στην Αγκυρα Αλάρωβ, έγραφε:

    «Οταν έμαθα για τις μαζικές σφαγές των Ελλήνων στην Σαμψούντα, συνάντησα τον Κεμάλ και έχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, με προσοχή του ανέφερα το γεγονός. Ο Κεμάλ απάντησε ώς εξής: Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες κι έχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε το λαό μας. Είναι εξαγριωμένος. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν γι” αυτό; Ασφαλώς εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν «Ποντιακό Κράτος» μέσα στην Τουρκία».

  12. Ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο από τον Γιώργο Μπαλόγλου:
    ———————————————————————————

    Στο βιβλίο του Ihrig υπάρχει απλή αναφορά σε επιστολή του Liman von Sanders με τίτλο «Η Τουρκία σήμερα» («Die Turkei von heute») και ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1921 (εφημερίδα Der Tag): η ανάγνωση της επιστολής αυτής* θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την μαρτυρία του Μιχάλη Παναγιωτίδη για παρουσία του στρατηγού στην Μικρά Ασία το 1920 (ύστερα δηλαδή από το τέλος της εξορίας του στην Μάλτα τον Αύγουστο του 1919) και, συγκεκριμένα, επιθεώρηση Τουρκικών/Κεμαλικών στρατευμάτων στην περιοχή του Ικονίου (Konya)**. (Ο ίδιος ο Ihrig μου έγραψε ότι γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για την τελευταία δεκαετία της ζωής του στρατηγού (1920 – 1929) … πέρα από την έκδοση του βιβλίου του «Five Years in Turkey» το 1927 … το οποίο έγραψε στην Μάλτα και τελειώνει με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου … χωρίς καμία αναφορά στην μεταπολεμική Τουρκία και στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο, ούτε καν στην Εισαγωγή.)

    *έχω αυτήν την επιστολή σε μορφή pdf, δυσανάγνωστη και σε παλαιογερμανική (Γοτθική) γραφή: δεν έχω καταφέρει να βρω μεταφραστή που να αναλάβει την μετάφραση, όποιος γενναίος ενδιαφέρεται ας μου γράψει.

    **βλέπε Νέλλη Μελίδου-Κεφαλά, «Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου — η προσαρμογή ενός πληθυσμού εμπόρων στην Ελλάδα» (Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2015): η μαρτυρία του Μιχάλη Παναγιωτίδη υπάρχει και γραπτή (σελ. 92-93) και προφορική (στο CD που συνοδεύει το βιβλίο) και φαίνεται αξιόπιστη. [Περισσότερα για το βιβλίο της κ. Μελίδου – Κεφαλά στο http://sillelis.blogspot.gr/2015/10/blog-post_99.html ]

    Γιώργος Μπαλόγλου — Θεσσαλονίκη

    πρώην αναπληρωτής καθηγητής πολιτειακού πανεπιστημίου Νέας Υόρκης (SUNY Oswego)

  13. Απόσπασμα από ομιλία του Κεμάλ Ατατούρκ το 1927 για τα γεγονότα από τον Μάιο του 1919 έως την έναρξη της δημοκρατίας στην Τουρκία.

    «Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι το έθνος σύσσωμο σήκωσε τα όπλα ενάντια σ’ εκείνους που, όποιοι κι αν ήταν, ήταν έτοιμοι να απειλήσουν την ίδια την υπόσταση της Τουρκίας και την ανεξαρτησία της χώρας… Από την αρχή μπορούσα να δω καθαρά το τελικό αποτέλεσμα. Αλλά δεν θα αποκαλύπταμε ποτέ τις ιδέες μας. Αν το είχαμε κάνει, θα είχαμε θεωρηθεί ονειροπόλοι και εκτός πραγματικότητας […]».

    Alexandre Jevakhoff, Κεμάλ Ατατούρκ, Π. Τραυλός, Αθήνα 2002, σ. 92.

  14. Volkswagen’s Nazi-Era Blood Crimes
    Its executives—not Nazi officials—oversaw the murder of hundreds of infants of slave laborers.

    By Neal Gabler DECEMBER 15, 2015

    Adolf Hitler speaks at the opening ceremony of a Volkswagen car factory in Fallersleben, Lower Saxony, 1938. (AP Photo/File)

    Wolfsburg, in Lower Saxony, located in the northwestern quadrant of Germany, is a bright, low-slung industrial city of 125,000, with the sort of modern look of curvilinear roofs and Cubist glass architecture that qualified as futuristic in the 1950s. The main attraction is a vast, open-air museum dedicated to automobiles, aptly titled the Autostadt, that attracts 2 million visitors a year. The skyline is broken only by four tall, dark- reddish smokestacks. “Wolfsburg” is actually an alias. Once upon a time, the city was called Stadt des KdF-Wagens bei Fallersleben: the “City of the Strength Through Joy Car at Fallersleben,” Fallersleben being the nearest town. The car is better known as the Volkswagen, Adolf Hitler’s “people’s car,” and Wolfsburg is still the company’s headquarters and home of its main factory—the largest single auto factory in the world. These days, Wolfsburg is rightfully wracked with anxiety, as the company is embroiled in a massive scandal over rigging its vehicles’ emissions devices to report less pollution than the cars actually belch. The inescapable conclusion is that Volkswagen housed crooks.

    About five miles northeast of Wolfsburg lies the village of Rühen. With a population of just 5,000, it’s as small, green, and bucolic as Wolfsburg is sprawling, gray-white, and industrial. It is the quintessence of German quaintness. But this, too, is something of an illusion. Rühen is closely linked to Wolfsburg and to Volkswagen. This calm and pastoral village is the place where Volkswagen’s original sin occurred, the place where it engaged in blood crimes rather than emissions cheating, the place where, almost inconceivably, its executives proved even more reprehensible than the local Nazi Gauleiters.

    Then and now, no one seemed to care very much what happened in Rühen in the final years of World War II. Volkswagen, for all its alleged postwar rehabilitation, seemed to care least of all, neither acknowledging its guilt over what happened there nor making any effort to provide compensation for the victims. When, in 1999, those victims, now aged, finally filed a class-action suit against the company—a suit that received four brief paragraphs in The New York Times, and that would have received no attention at all were it not for a CBS News investigation—the case was resolved as part of a larger agreement. . But court records from that suit (which was filed in a US court under international law because the bar for a lawsuit in Germany was too high), as well as the records from an earlier British war-crimes tribunal held in Helmstedt in 1946 that tried several of the company’s employees for “killing by willful neglect,” show that Volkswagen was not innocent. Its executives—not Nazi officials—oversaw the murder of hundreds of infants. Its executives were killers.

    * * *

    It’s usually impossible to cite the exact moment when a city was born, but Wolfsburg sprang into existence on July 1, 1938, when the Volkswagen factory opened there. Hitler attended the cornerstone-laying ceremony and made design suggestions for the car itself. But before Volkswagen’s Beetles could be mass-produced, Germany declared war, and the factory was refitted to make tanks and weapons. As the war continued, a problem arose: With so many Germans conscripted into the army, it became difficult to find a workforce. As the company’s foundries expanded to serve the war effort, Dr. Ferdinand Porsche, the president of Volkswagen and a member of the Nazi Party and the SS, made a suggestion to Hitler: use conscript labor from Eastern Europe. In a letter dated January 11, 1942, Hitler personally signed off on the request, ordering the Reichsführer-SS and head of the German police to “provide the workforce from the concentration camps.” And he ordered that it be done “immediately.”

    According to historical records, as early as June 1940 Volkswagen had already begun using forced labor. German historian Ulrich Herbert has documented in his 1997 book Hitler’s Foreign Workers that, at times, as much as 70 percent of the company’s workforce was conscripted, primarily from Eastern Europe. Basically, these workers were slaves, given just a pittance to live on. But Volkswagen subscribed fully to the Nazi racialist theories that categorized non-Aryans as subhuman—and, like the Nazis themselves, it had a pecking order, which factory director Hans Mayr later outlined for Allied war-crimes investigators. Scandinavians were treated slightly better and got better rations than Poles, and Poles, in turn, received better treatment and rations than Russians. (By this time, Jews were regarded as so inferior that those not sent to the death camps were worked to death in the factories.) Still, according to the investigators, even with the laborers subsisting on near-starvation rations, Volkswagen officials would steal food from the kitchen and either eat it themselves or sell it back to the conscripts. Mayr disclaimed any responsibility on the part of himself or the company by telling the investigators, “You know these Russians; they would plunder anyhow.”

    But there was something else about Wolfsburg that was notable. Because of the scarcity of men as the war dragged on, many of the conscripts were young Polish and Russian women—an estimated 1,500 Poles and 4,000 to 5,000 Russians—whom the Nazis had brought to the factory. The case of Anna Snopczyk was typical. She was only 19 in May 1941, when she and her mother were carried off in a Nazi roundup in her Polish village. “When you walked down the street there, they would catch you,” Snopczyk later told CBS investigative correspondent Roberta Baskin. “They would immediately take you for forced labor.” Eventually, she was sent to the Volkswagen factory in Wolfsburg, where she said that she “worked gluing the bombs.” But Snopczyk developed an allergy to the glue—the Volkswagen foremen wouldn’t let the women wash their hands until the end of the shift—and broke out in eczema, which necessitated transferring her to a farm near the factory. Though she was still a conscript and still technically under the control of Volkswagen, Snopczyk considered the farm an improvement over the factory. While there, she met a young Polish man who worked on a neighboring farm, and they fell in love and made plans to marry. Anna also became pregnant.

    Until March 1943, the Nazis’ policy had been to repatriate pregnant foreign workers to their hometowns. But this was yet another instance where business executives proved even more callous than the Nazis. Fearful of losing able-bodied workers, the Volkswagen executives lobbied the Nazis to rescind the policy, and they succeeded. From that point on, SS head Heinrich Himmler, one of the architects of the Final Solution, instituted a new policy that revoked the permission to return, legalized abortions for Russian and Polish women as a form of population control, and set up nurseries for newborn infants so that their mothers could continue working. On February 11, 1945, Anna Snopczyk bore an infant son, whom she named Józef and baptized herself. She was still obligated to work on the farm, which meant that the child lay unattended throughout the day. Anna agonized for two weeks—until the wife of the farm’s owner suggested that she hand the child over to the nursery that Volkswagen maintained at a former prison camp in nearby Rühen. As Snopczyk later put it to Baskin, “There was no other way.”

    Volkswagen seemed determined not only to kill the children, but to do so in a way that inflicted grievous suffering.
    The official company policy was for mothers to spend anywhere from nine to 14 days with their newborns before turning them over to Volkswagen’s custody. In reality, according to court filings, mothers and their children were usually separated after two or three days. Then the mothers would return to work, and they were only permitted to visit their babies thereafter by obtaining a police permit, which was highly restrictive.

    When the nursery in Wolfsburg first opened, some mothers were allowed to breast-feed their babies after work. Once the nursery was moved to Rühen, that generally proved impossible. Still, Anna had every reason to believe that Józef would be cared for. The nursery’s name—Kinderheim, or “children’s home”—suggested a warm, comforting, protective environment. Moreover, Volkswagen provided doctors and a corps of nurses. As a nursery worker reported of one mother, she “has a lot of good feelings that her child would be taken care of.” Then she added ominously, “But this good feeling is short-lived.”

    LIKE THIS? GET THE NATION IN YOUR INBOX EVERY MORNING

    SIGN UP
    That’s because the Kinderheim wasn’t a nursery; nor was it warm, comforting, and protective. Instead, it consisted of two primitive, ramshackle wooden barracks with no amenities whatsoever. When Anna visited Józef in the evening, she was horrified. The purpose of the Kinderheim, she realized, was not to save the children but to kill them. And Volkswagen was not simply complicit; the company, not the Nazis, was the perpetrator of the murders.

    The medical staff, which was hired by Volkswagen, made no effort to care for the children. According to the testimony at his war-crimes trial, the supervising physician, Dr. Hans Korbel, never examined the infants and only briefly visited the Kinderheim once a week. When one brave nurse, Hilda Lammer, protested to him about the conditions and the babies’ treatment, Korbel told her to mind her own business—and when Lammer persisted, she was threatened with being sent to a concentration camp. In truth, however, Lammer was a lonely voice; the other nurses had no more interest in saving the infants than Korbel did. When the mothers remonstrated with head nurse Ella Schmidt to close the windows to protect their babies—“thousands of times,” according to one—Schmidt refused. Another mother told the war-crimes tribunal that when she visited her baby, “it looked like it was going to die.” She begged the nurse to do something; instead, the nurse got mad and threw her out. The baby died later that day. A nurse named Kathe Pisters told the Kinderheim’s staff members that feeding the children was wasteful: “We will take care that not so many Russian and Polish children will grow up.”

    * * *

    But things were even worse than that. Volkswagen had a decision to make: save the children so that they could one day become slave laborers themselves, or kill them because, as Russians and Poles, they were racially inferior and deserved to die. Once Volkswagen chose the second course, there was still the matter of how the infants would be killed. One Nazi official from the Office for Welfare visited the Kinderheim in the summer of 1943 and wrote to Himmler about what he saw: “The present handling of the problem is appalling, in my opinion.” He cited the inadequate rations allotted to the infants—a half-liter of milk and one and a half sugar cubes per day each—and wrote that “there are ways to handle this without pain and suffering.” But Volkswagen, more cruel than indifferent, seemed determined not only to kill the children, but to do so in a way that inflicted grievous suffering. “The baby was merely tortured,” as one of the laborers who worked in the nursery put it.

    Anna would later describe the scene she saw when she visited Józef after work. “In the evening, right away, the bugs would show up,” she told Baskin. “Cockroaches, beetles, they all came out. He had a green belly, so they must have added something to the food. When I would leave, he would cry.” Mother after mother complained of the same conditions to the war-crimes investigators. One said that she’d turned her child over to the Kinderheim, “in spite of my being at a loss and in an inconsolable grief,” then went to see him that evening. “I noticed that he was bitten by bugs so badly that his little face was all bloodstained. I couldn’t do anything to relieve the suffering of my child but watch stealthily over him and weep seeing the unlimited misery of those human beings.” One investigator found that each baby had dozens of sores from bug bites; one witness testified that insects crawled over the crying infants all night and that the walls, floors, and beds were “alive” with vermin, bedbugs, flies, and lice.

    The neglect was everywhere: infants dumped together on beds and bathed 10 to 15 at a time in the same contaminated water, then dried with the same towel; diapers unchanged; windows left open to admit the frigid blasts of winter; sores and infections untended. The stench was unbearable. Not only were the children exposed to insects and cold and infection; they were slowly and systematically being starved to death—“rotting away with each passing day,” as Lammer put it to investigators. The children weren’t fed from 7 pm to 4:30 am—and when they were, the rations were insufficient and often spoiled, the milk too cold for infants to drink. The formula given to babies younger than three months was unpotable. And when a child was too ill to take a bottle, Nurse Pisters, according to testimony, would advise the staff to stop feeding the child and leave it to die.

    Mothers were understandably panicked. Some tried to smuggle their infants out of the Kinderheim in handbags; one slipped her son out a window. Others tried to breast-feed them, but Schmidt would have them removed from the premises. Even so, all of the mothers were charged “health insurance” to pay for their children’s upkeep.

    Volkswagen’s crimes might never have been discovered, if not for one bureaucrat who dis­obeyed orders to burn the records.
    The death toll mounted, with as many as 30 children dying every month—until the end, when the number of deaths rose to 60 in the worst months. In the early days of the Wolfsburg Kinderheim, the mortality rate, according to war-crimes investigators, was roughly 25 percent. After the nursery was relocated to Rühen, the death rate rose to 100 percent. Not one child—not even the infant whose mother sneaked him out through the window—was reported to have survived. Not one. The estimated toll was from 350 to 400 children. Although no autopsy was ever performed after a baby died (because the medical staff didn’t care), the primary cause of death was repeatedly listed as “too weak to live” or “feebleness of life”—a diagnosis that investigators called “unscientific and contemptuously casual.” Unrepentant to the end, Korbel placed the blame on the mothers themselves, insisting to war-crimes investigators that the women “bound their breasts” so that they wouldn’t have to feed their children, and that the real reason the infants died was because they were unwanted: “The pleasures of the sexual intercourse exceeded the desire to have a child.”

    The agony these mothers suffered continued after the deaths of their babies. Anna Snopczyk received the news that 2-month-old Józef had died not from a Volkswagen official, but from the wife of the farmer to whom she was conscripted. Volkswagen then made her pay for the burial. But at least Anna was notified; others learned that their children had died only when they saw a deduction for burial from their small paychecks. “Burial,” too, was a misnomer: The dead infants weren’t really buried. They were wrapped in toilet paper and stacked in the nursery’s bathroom, where they would sometimes lie for days before being carted away by an undertaker, who might bury them together in a large cardboard box or just dump them into a mass grave without a marker. When a mother begged Schmidt to tell her where her child was buried, the head nurse flatly refused.

    These were the crimes of the medical staff. But one might ask: Did Volkswagen executives know about the appalling neglect and high death rate at the Kinderheim? They knew. Several managers visited the nursery. The factory’s personnel director made inspections and knew of the deaths there. One employee testified to war-crimes investigators that factory director Hans Mayr visited “once or twice”; and Mayr, in his own sworn statement, admitted that he was “responsible for all incidents which [took] place in the plant,” including the nursery. It was impossible for him not to have seen the conditions or known about the deaths.

    Testimony at the war-crimes tribunal also implicated Volkswagen itself. The company’s handpicked director of the nursery, Dr. Korbel, was convicted by the British Military War Crimes Court in June 1946, sentenced to death, and executed. Head nurse Ella Schmidt was also convicted and sentenced to death, but her sentence was commuted to eight years—after which, incredibly, she returned to Volkswagen as a social worker. As for Anna Snopczyk, she returned to Poland after the war, where she was living when the class-action suit was filed—a suit for which she became the face of the class: Snopczyk v. Volkswagen. She never married and would never bear another child. When asked by CBS’s Baskin if she still thought about Józef, Snopczyk replied, “I try not to think.”

    GET THE LATEST NEWS AND ANALYSIS DELIVERED TO YOUR INBOX EACH MORNING

    SIGN UP!
    That’s how Volkswagen would prefer it: that none of us think about the company’s blood crimes, that those crimes get lost in the mists of memory—and, frankly, that they had never been discovered in the first place. And that is almost certainly the way it would have been, if a local bureaucrat named Gustav Gruenhage hadn’t disobeyed orders to burn all the Kinderheim records as the Allied troops advanced. (He burned blank sheets of paper instead.)

    But even with the records and the convictions, attorneys for the victims maintain, Volkswagen’s post-Nazi rehabilitation has never included a public acceptance of responsibility for the deaths at Wolfsburg and Rühen, a proactive effort to compensate the mothers for their loss, an attempt to memorialize the dead children, or even an expression of sympathy. When Anna Snop- czyk sued the company on behalf of hundreds of mothers, Volkswagen managed to avoid a trial because the Kinderheim case was folded into a larger agreement on reparations that was negotiated with and paid for by the German government—without Volkswagen’s involvement. In short, Volkswagen never expunged its guilt. It has simply allowed the clock to run, hoping that as the mothers died, no one would be left to remember the company’s horrors.

    http://www.thenation.com/article/volkswagens-nazi-era-blood-crimes/

  15. Jew-Hating Turkish President ‘Mas-Kom-Ya’ Erdogan Extols Hitler’s Presidency

    by ANDREW G. BOSTOM Jan 4, 2016

    Upon returning from a visit to Saudi Arabia late on Thursday, Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan cited a striking example to illustrate his quest for consolidation of executive powers.

    Per a recording broadcast by the Dogan news agency, Erdogan invoked Adolf Hitler’s Germany as an effective presidential system, stating, “There are already examples in the world. You can see it when you look at Hitler’s Germany.”

    Clumsily attempting to explain away Erdogan’s unambiguous remarks, a senior Turkish official claimed the good President intended to highlight Nazi Germany as an example of “how not to implement” such a system, averring, “There are good and poor examples of presidential systems and the important thing is to put checks and balances in place.”

    Citing Hitler is sadly concordant with the current Turkish President’s well-established animus towards Jews—rooted in Islam’s conspiratorial Jew-hating canon within Turkey and beyond.
    For example, Erdogan’s religiously-inspired Jew-hatred did not pass unnoticed by Gabby Levy, an Israeli ambassador to Turkey, as recorded in a WikiLeaks cable from October, 2009, sent by the US embassy in Ankara, Turkey. Levy’s views were validated by US ambassador James Jeffrey in “C O N F I D E N T I A L ANKARA 001549. SUBJECT: ISRAELI AMBASSADOR TRACES HIS PROBLEMS TO ERDOGAN. REF: ANKARA 1532. Classified By: AMB James F. Jeffrey.” Here are relevant extracts from Ambassador’s Jeffrey’s 2009 cable:

    Levy dismissed political calculation as a motivator for Erdogan’s hostility, arguing the prime minister’s party had not gained a single point in the polls from his bashing of Israel. Instead, Levy attributed Erdogan’s harshness to deep-seated emotion: “He’s a fundamentalist. He hates us religiously and his hatred is spreading.” [US ambassador Jeffrey’s observations] Our discussions with contacts both inside and outside of the Turkish government on Turkey’s deteriorating relations with Israeltend to confirm Levy’s thesis that Erdogan simply hates Israel. xxxxx discusses contributing reasons for Erdogan’s tilt on Iran/Middle East issues, but antipathy towards Israel is a factor.

    As I further described in my 2012 book, Sharia Versus Freedom, former Turkish prime minister Necmettin Erbakan (1926–2011), founder of the fundamentalist Islamic Milli Gorus (National Vision; originated 1969) movement, mentored current AKP leaders Abdullah Gul and Recep Tayyip Erdogan, both of whom began their careers as active members of Erbakan’s assorted fundamentalist political parties, serving in mayoral, ministerial, and parliamentary posts.

    As I have detailed in the past, Erdogan wrote, directed, and played the leading role in a theatrical play titled Maskomya, staged throughout Turkey during the 1970s. He was serving as president of the Istanbul Youth Group of Erbakan’s National Salvation Party at the time. “Mas-Kom-Ya” is a compound acronym for “Masons-Communists-Yahudi” — “Jews” — and the play focused on the evil nature of these three, whose common denominator was Judaism. When Valley of the Wolves was released in Turkey in 2006, it became the most expensive film ever made in Turkey. The film included a “cinematic motif” which featured an American Jewish doctor dismembering Iraqis allegedly murdered by American soldiers in order to harvest their organs for Jewish markets. At the time, then-Prime Minister Erdogan not only failed to condemn the film, hejustified its production and popularity. His wife, Emine, also attended a gala screening of the film and sat next to the movie’s star.

    Erdogan’s perfidious tribute to Hitler’s executive attributes is compounded by his morally cretinous equation of Jews/the Jewish State of Israel with the Nazis and Hitler, across two decades. As Istanbul mayor, during a June 1997 celebration of the mass murderous 1453 jihad conquest of then Byzantine Constantinople, Erdogan declared: “The Jews have begun to crush the Muslims of Palestine, in the name of Zionism. Today, the image of the Jews is no different from that of the Nazis.” Nearly 20 years later, addressing an August 2014 rally prior to his election as President of Turkey, Erdogan intoned, “Just like Hitler tried to create a pure Aryan race in Germany, the State of Israel is pursuing the same goals right now.”

    Yet in June, 2006, despite Erdogan’s (and his coterie’s) already well-established public record of visceral Islamic Jew-hatred, the Anti-Defamation League [ADL] awarded, and Erdogan personally accepted, the ADL’s “Courage to Care Award.” Then-Prime Minister Erdogan even had the temerity to claim in his acceptance speech, “Antisemitism has no place in Turkey. It is alien to our country.”
    Erdogan’s mendacious hypocrisy notwithstanding, 69% of Turks share his intense level (i.e., affirming ≥ 6/11 antisemitic stereotypes) of Jew-hatred according to the ADL’s own 2014 “Global 100: A Survey of Attitudes Toward Jews in Over 100 Countries Around the World.”

    The Islamic revival movement of Erdogan’s mentor Erbakan, which spawned the current ruling AKP party, has always employed a virulently Jew-hating discourse, hinging on canonical themes from Islam. Thus central to this hatred are frequent quotations from the Koran and hadith [traditions of Islam’s prophet Muhammad and the early Muslim community], nurtured by early Islam’s basic animus towards Judaism. For example, Milli Gazete, mouthpiece of the traditionalist Islamic revival, published articles in February and April of 2005 rehashing toxic amalgams of ahistorical drivel and virulently Jew-hating and anti-non-Muslim “dhimmi” (per Koran 9:29). The articles used Koranic motifs, including these prototypical comments based upon Koran 2:61/3:112, which stamp eternal humiliation on the Jews for numerous transgressions, including “prophet killing”:

    In fact no amount of pages or lines would be sufficient to explain the Koranic chapters and our Lord Prophet’s [Muhammad’s] words that tell us of the betrayals of the Jews… The prophets sent to them, such as Zachariah and Isaiah, were murdered by the Jews…

    Also in April 2005, a Turkish jihadist organization monthly, Aylik, published 18 pages of antisemitic material produced by those claiming responsibility for the November 15, 2003, dual synagogue bombings in Istanbul. “Why Antisemitism?,” an article written by Cumali Dalkilic, combined traditional Koranic Jew-hating motifs with Nazi Jew-hatred and Holocaust denial. Another article’s title, “The Tschifits Castle,” repeats the very pejorative if commonplace Turkish Muslim characterization of Jews, “Tschifit,” which translates as “filthy Jews“—a debasing term for Jews whose usage was recorded by the European travelers Carsten Niebuhr, in 1794, and Abdolonyme Ubicini, in 1856, based upon their visits to Ottoman Turkey.

    Nine years later, AKP lawmaker Cuma Icten lauded as a “magnificent speech” Imam Sait Yaz’s July 2014 sermon in Diyarbakir, broadcast on Oda TV, punctuated by these comments, redolent with Koranic themes:

    The most rabid and savage enemies of Islam on Earth are the Jews. Who says this? Allah says this [Koran 5:82]… The Jews and the Christians will never accept you unless you submit to their religion [Koran 2:120]. These Jews spoil all the agreements on Earth [2:100-101; 5:13] and have murdered [Koran 2:61/3:112] 17 of their own prophets… And I declare here: All Jews who have taken up arms to murder Muslims must be killed, and Israel must be wiped off the map! And it will be wiped out with Allah’s help!”

    Moreover, it is well past time to dispel the corrosive myth of an alleged half millennium of Ottoman Turkish comity towards the dhimmi Jewish communities it ruled under the Sharia. This false narrative, as I detail in The Legacy of Islamic Antisemitism, has been perpetuated and projected on to the comportment of the modern era Turkish Republic by Turkey’s oppressed dhimmi Jewish community, and mimicked in the behaviors of major Jewish organizations outside Turkey, notably the ADL. Courageous historian Rifat Bali, a Jew who still resides in Turkey, condemned these local and international Jewish communal attitudes and [in]actions, after the November 15, 2003 Istanbul synagogue bombings: “…all seemed determined to ignore…[rather than] to confront face to face the anti-Semitism which is incorporated in the political Islamic movement…[i.e., which currently governs Turkey].”

    Bali also summarized [circa 2003], unabashedly, the predicament of Turkey’s Jews within the modern Turkish Republic, a contemporary legacy of Islamic Jew-hatred, and de facto ongoing imposition of dhimmi status.

    Every [Turkish] government since 1950 bears the responsibility for the situation we find ourselves in today. This is because they remained silent with regard to the hateful rhetoric against Jews, and took no steps to make the Jews feel like real Turkish citizens… Also responsible for this situation are the writers of yesteryears’ “religious,” today’s “Islamist” media, and all “opinion makers” who, since the establishment of the State of Israel, have incessantly and untiringly engaged in a rhetoric of hatred against Jews and continue to poison the minds of the future generations… Prime Minister Recep Tayyip Erdogan and the AKP government must publicly denounce [both] the antisemitic discourse of political Islam, from which he emerged and which he declared later to have abandoned, and those who insist on perpetuating such discourse. Turkey’s Jews are not dhimmis in need of the tolerance and the protection of the Muslim majority. They are citizens of the Republic of Turkey [emphasis added].

    I maintain, consistent with the historical data adduced in The Legacy of Islamic Antisemitism, that ceasing the disgraceful and delusional behavior epitomized by the 2006 ADL award to Erdogan begins with putting an end to the hagiography of Jewish life under Ottoman rule (including Jews living within Istanbul’s ghettos and Ottoman Palestine), and using precise, accurate, and appropriate terms that describe this half-millennium of history: jihad, sürgün (forced population transfer), and chronic dhimmitude.

    When the Ottomans accepted a relatively modest number of Jewish refugees from the Spanish Inquisition in the late 15th century, it was not out of “humanitarian” motives. Much larger numbers of Jews were accepted in other parts of Christian Europe itself. Indeed, these skilled Jewish refugees whom the Ottomans re-settled in their burgeoning empire conveniently filled the vacuum created by the Ottoman jihad conquest of Byzantine and Venetian territories, and their Jewish populations – i.e., Jews who were subjected to the Ottoman jihad, including massacre, pillage, enslavement, forced conversion, and surgun deportation. Joseph Hacker’s seminal research (as summarized in The Legacy of Islamic Antisemitism) highlights the 1523 book of the Talmudist Eliyah Kapsali (Seder Eliyah Zuta, composed in Crete) and its embellishment by the 17th century Egyptian chronicler Rabbi Yosef Sambari (in Sambari’s Divrei Yosef)—rather crudely redacted characterizations which became the version accepted by modern historiography of the history of the Jews in the Ottoman Empire:

    …the sürgün [forced population transfer] phenomenon and all its attendant [discriminatory] features was not considered at all. If the sürgün was mentioned at all in the writings of the [Jewish] scholars of the Empire, it was held to be an insignificant, indecisive episode in the history of the Jews. The relations between Jews and Ottomans were thus felt to be both idyllic and monotonous from their very inception, no distinction being made either between kinds of Jewish populations or between one period and another throughout the fifteenth and sixteenth centuries. Kapsali conceals all criticism and tries to cover up and obliterate inconvenient facts… This is also apparently the reason for his utterly ignoring the Romaniot [Byzantine] Jews and their fate at the time of the conquest of Constantinople, and of the suffering of the others exiled there after the conquest.

    Hacker portrayed he 16th century dhimmi Jewish leadership’s deliberate misrepresentation of the actual plight of Ottoman Jewry with obvious contempt. More ominously, comforting happy talk narratives also ignore the chronic, grinding Jew-hatred and vestiges of dhimmitude to which Turkey has subjected Jews throughout the history of 20th century Turkey, even before 1950, and Turkey’s open embrace of Islamic revivalism. These phenomena include the large, government organized Thracian pogroms of 1934, and the deliberately pauperizing varlik vergisi taxation scheme and later deportations of Jewish business leaders to “Turkish Siberia” during World War II.

    Such persisting discrimination contributed to the rapid exodus of 40% of Turkey’s Jews after WWII to Israel within two years of its creation. This flight was followed by the steady,continuous attrition of the Turkish Jewish population—their departure accelerating again after the notorious Istanbul pogrom against Greeks, Armenians, and Jews in 1955—so thatonly 17,000 (or fewer) of Turkey’s 77, 000 post-WWII Jews remain.
    This pathological behavior persists, inexcusably, five centuries later among contemporary Jewish leadership elites, who have proven themselves incapable of identifying, let alone combating, resurgent jihadist Islam in Turkey. The ultimate outcome if such self-destructive dhimmitude is not reversed was depicted, evocatively, by gifted writer Diana West: “in denial there is defeat.”

    It is a travesty, that till now, the contemporary leadership of the Turkish Jewish community, Israel, and American Jewish advocacy groups never mustered the intellectual courage to overcome their own cowardly denial. Galvanized, in concert, a decade ago, they might have confronted Erdogan’s AKP government over the ugly living legacy of discrimination against Turkey’s Jews, and the intimately related Turkish support for the jihad against Israel—rooted in Islamic jihadism, canonical Islamic Jew-hatred, and perpetuation of dhimmi status. But nothing of the sort was ever done. Instead, absent this bold, forthright action – joint “anti-dhimmitude” – we see an emboldened Neo-Ottoman, jihadist Turkey holding Israel and American Jews hostage to the whims of an oppressive Turkish government which openly espouses annihilationist Islamic Jew-hatred.

  16. Π.N. on

    Καρασαρίνης Μάρκος
    |
    Ο τουρκικός καθρέφτης του Χίτλερ
    Ενα πρόσφατο ιστορικό έργο αναθεωρεί την άποψη που θέλει τη φασιστική Ιταλία μείζον πρότυπο των ναζί φέρνοντας στο προσκήνιο την επιρροή της Τουρκίας του Μουσταφά Κεμάλ
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 01/02/2015 05:45

    Stefan Ihrig
    Ataturk in the Nazi Imagination
    Belknap Harvard, 2014,
    τιμή 29,95 δολάρια

    Η εξάρτηση του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, του ναζισμού από τον φασισμό, ως προτύπου πολιτικής οργάνωσης, κατάκτησης και άσκησης της εξουσίας έχει συστηματικά διερευνηθεί και κατά κόρον προβληθεί στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ωστόσο ο εθνικοσοσιαλισμός άντλησε παραδείγματα από διάσπαρτες και αντιφατικές μεταξύ τους πηγές – ενίοτε μάλιστα από κάποιες διόλου αναμενόμενες: στο βιβλίο «Atatürk in the Nazi Imagination», μία από τις πιο πρωτότυπες μελέτες που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στο συγκεκριμένο πεδίο, ο νεαρός γερμανός ιστορικός Στέφαν Ιχριγκ υποδεικνύει ότι, νωρίτερα ακόμη από τη φασιστική Ιταλία, ήταν η κεμαλική Τουρκία και ο ηγέτης της που σαγήνευαν το συλλογικό φαντασιακό των ναζί.

    Ο Ιχριγκ τεκμηριώνει με εξαντλητική έρευνα ότι σε όλο το ανάπτυγμα του εθνικιστικού Τύπου της γερμανικής Δεξιάς, από τις παρυφές του συντηρητισμού ως τους εξτρεμιστές εθνικοσοσιαλιστές, η Τουρκία έλαβε εξαιρετικά προνομιούχο θέση μετά το 1918. Ο Μικρασιατικός Πόλεμος ήταν ο «τουρκικός πόλεμος της ανεξαρτησίας», η πορεία του απέβη μείζον ενημερωτικό γεγονός των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο Κεμάλ Ατατούρκ αναγορεύθηκε σε προσωπικότητα παγκόσμιας ιστορικής εμβέλειας, η χώρα του μετατράπηκε σε υπόδειγμα από το οποίο η Γερμανία θα μπορούσε «να πάρει μαθήματα»: αν η συνθήκη των Σεβρών ήταν αναθεωρήσιμη, το ίδιο ίσχυε και για τη συνθήκη των Βερσαλλιών, αν η Τουρκία είχε βρει τον τρόπο να ξεφύγει από τον «ζυγό», η Γερμανία δεν είχε παρά να ακολουθήσει. Επιστρατεύονταν οι στρατηγικές της αναλογίας και της συνάφειας: ενώ η Τουρκία εκγερμανιζόταν (ο σουλτάνος αναφερόταν ως «κάιζερ», το ισλάμ ως «τουρκική εκκλησία»), γερμανικοί όροι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την απόρριψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών εκτουρκίζονταν (η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε υποστεί τη δική της «πισώπλατη μαχαιριά», της είχε επιβληθεί μια «υπαγορευμένη ειρήνη»).

    Κύριος αρνητικός πρωταγωνιστής στο μεσοπολεμικό θέατρο σκιών ήταν η ιμπεριαλιστική Αντάντ, ο εθνικιστικός Τύπος όμως επεφύλασσε εξέχοντα ρόλο στην Ελλάδα: εντολοδόχος των δυτικών συμμάχων ο ελληνικός στρατός λογιζόταν ως «παρείσακτος», το ελληνικό κράτος καταγγελλόταν ως «κερδοσκόπος του πολέμου» και η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία συνδεόταν αποκλειστικά με βία, εγκλήματα και σφαγές.

    Ο δάσκαλος και οι μαθητές
    Εγγράφοντας τον προϋπάρχοντα λόγο στο εθνικοσοσιαλιστικό αφήγημα, σημειώνει ο Ιχριγκ, οι ναζί κατασκεύασαν το δικό τους είδωλο: «η Τουρκία δεν ήταν η παλιά Ανατολή, αλλά ο σημαιοφόρος της σύγχρονης εθνικιστικής και ολοκληρωτικής πολιτικής που επιθυμούσαν να φέρουν στη Γερμανία». Τον Σεπτέμβριο του 1922 ο «Λαϊκός Παρατηρητής», επίσημο όργανο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, διακήρυττε ότι «σε αυτές τις μέρες της ατίμωσης και της ατιμίας ένα όνομα αποδεικνύει τι μπορεί να πετύχει ένας αληθινός άνδρας. […] Η νίκη του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θα μας δώσει νέα δύναμη και θα δυναμώσει την πίστη μας στο ανίκητο του πνεύματος του ηρωισμού». Λίγες μέρες πριν από το «πραξικόπημα της μπιραρίας» η ναζιστική εφημερίδα του Μονάχου «Heimatland» ζητούσε επιτακτικά από τον περιβεβλημένο με δικτατορικές εξουσίες επίτροπο της Βαυαρίας Γκούσταβ φον Καρ «δώστε μας μια κυβέρνηση σαν της Αγκυρας», προτρέποντάς τον να γίνει «ένας δεύτερος Κεμάλ Πασάς». Οταν ο «Τούρκος Φύρερ» θα πέθαινε στις 10 Νοεμβρίου 1938, η είδηση σε πολλά πρωτοσέλιδα θα συναγωνιζόταν σε έκταση τις περιγραφές του παγγερμανικού αντιεβραϊκού πογκρόμ της «Νύχτας των Κρυστάλλων» και θα έσπρωχνε την επέτειο των 15 ετών από το θνησιγενές πραξικόπημα του Μονάχου στις εσωτερικές σελίδες.

    Ο θαυμαστής και μιμητής του Κεμάλ ωστόσο θα αποδεικνυόταν άλλος. Οι πρώιμες αναφορές του Χίτλερ στον Ατατούρκ ήταν σπάνιες, αν και ο Ιχριγκ παρατηρεί ότι αριθμητικά εκείνες για τον Μπενίτο Μουσολίνι δεν υπερτερούσαν κατά πολύ. Στη δίκη του, το 1924, χρησιμοποίησε παραδειγματικά και τους δύο, προτάσσοντας μάλιστα τον τούρκο στρατηγό ως απόστολο της ελευθερίας του έθνους του, προκειμένου να υποστηρίξει ότι κινούμενος από παρόμοια ευγενή κίνητρα διέπραξε, σχήμα οξύμωρο, «εθνική προδοσία». Εξι μήνες μετά την ανάρρησή του στην εξουσία, τον Ιούλιο του 1933, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Μιλιέτ» έχριζε γενναιόδωρα τον Κεμάλ «επιφανέστερο άνδρα του αιώνα» και κατέληγε λέγοντας πως «το τουρκικό κίνημα υπήρξε για εκείνον ένα λαμπρό άστρο». Το 1938 θα πρόσθετε ότι «ο Ατατούρκ ήταν δάσκαλος. Ο Μουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής και εγώ ο δεύτερος».

    Φυλετικά ευεργετήματα
    Το Γ’ Ράιχ επιζητούσε να βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη καθεστώτων τα οποία μπορούσε να προβάλλει ως πρότυπα, ενώ ταυτόχρονα η σύγκριση θα αναδείκνυε τα δικά του επιτεύγματα. Η Τουρκία του Ατατούρκ προσφερόταν ως υπόδειγμα κράτους που είχε αποκαθάρει τον πληθυσμό του από τα επικίνδυνα παράταιρα στοιχεία και, κατά συνέπεια, εκσυγχρονιζόταν με ταχείς ρυθμούς – χωρίς βέβαια το «τουρκικό θαύμα» να επισκιάζει το γερμανικό. Σε αυτό το αφήγημα Ελληνες και Αρμένιοι παραλληλίζονταν με τους Εβραίους ως προς το ηθικό και φυλετικό ποιόν: έχοντας επιτύχει εκεί που απέτυχαν οι Αρειοι, έλεγε ο Χίτλερ σε μια κομματική συνάντηση το 1927, «να νικήσουν οικονομικά τον Εβραίο […], έγιναν Εβραίοι οι ίδιοι. Εχουν εκείνα τα συγκεκριμένα, επαίσχυντα χαρακτηριστικά που καταδικάζουμε στους Εβραίους». Εφόσον οι φορείς της παρακμής εξέλιπαν, η φυλετική κοινότητα θα ήταν υγιής και αγνή: η εγκύκλιος της 30ής Απριλίου 1936 των αρμόδιων για την εφαρμογή των νόμων της Νυρεμβέργης υπουργείων αποφαινόταν ότι «οι Τούρκοι είναι Αρειοι». Πέραν των φυλετικών ευεργετημάτων, η πολιτεία της «πραγματικής εθνικής δημοκρατίας» παρέπεμπε στα πολιτικά εργαλεία και τους στόχους της ναζιστικής Γερμανίας. Η στρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, το «Anschluss» της Αυστρίας το 1938 και η συμφωνία του Μονάχου το 1939 συνδέθηκαν στενά με το προηγούμενο της δυναμικής τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Κοινωνίας των Εθνών στις δικές της διεκδικήσεις επί των ζητημάτων των Στενών και του σαντζακίου της Αλεξανδρέττας. Η κεμαλική εκκοσμίκευση επέτρεπε στον καθεστωτικό λόγο να προβάλλει το Ισλάμ ως τον «μεγάλο επιβραδυντή της προόδου» προκειμένου να τεθεί ανάγλυφα η ναζιστική περιθωριοποίηση των χριστιανικών εκκλησιών.

    Ευσύνοπτη, ρέουσα και συναρπαστική ως προς τις πιθανές προεκτάσεις της, η μελέτη του Στέφαν Ιχριγκ δεν αποτελεί απλώς συμπλήρωμα της γενεαλογίας του ναζισμού. Θέτει παράλληλα και το ζήτημα της επανεξέτασης της αλληλεπίδρασης των εικόνων που φασισμός, ναζισμός και κεμαλισμός φιλοτεχνούσαν για τον εαυτό τους και τους άλλους. Τα είδωλα που ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Κεμάλ Ατατούρκ έβλεπαν κοιτώντας ο ένας στον καθρέφτη του άλλου μοιάζουν να έχουν περισσότερες αντανακλάσεις και διαθλάσεις από όσες πιστεύαμε.

    http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=672683

  17. Όπως γράφει ο Ντάνιελ Γκόλντχειγκεν : «Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η μαζική δολοφονία αυτή καθαυτή, ήταν επίσης ο απίστευτα αβίαστος τρόπος με τον οποίον γίνονταν οι συλλήψεις, η ακρίβεια των δρομολογίων των τρένων, η αποτελεσματικότητα με την οποία διεκπεραιώνονταν οι εκτελέσεις, το ασύλληπτο του αριθμού των θυμάτων – όχι δεκάδες ή εκατοντάδες, αλλά εκατομμύρια. Το ολοκαύτωμα ήταν ένα φαινόμενο μιας τελείως διαφορετικής τάξης από τη νιοστή αντισημιτική φρικαλεότητα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Ήταν, πέρα από όλα τ’ άλλα, ένας γραφειοκρατικός εκτραχηλισμός στον οποίο συμμετείχαν αβίαστα εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίοι, μόνο και μόνο επειδή έβαζαν την τάξη και την ομαλή λειτουργία του γραφείου τους, της στρατιωτικής μονάδας τους ή του τμήματος της επιχείρησης τους πάνω από την ατομική τους συνείδηση.»

    Κατά μία έννοια το Ολοκαύτωμα μπορεί να θεωρηθεί έκφραση ενός σχεδόν θρησκευτικού φανατισμού, και ταυτόχρονα έκφραση εθελοτυφλίας, ένας θεμελιώδης συλλογικός ηθικός εκτροχιασμός. Αυτή η εξήγηση δεν είναι πολύ δημοφιλής. Γιατί είναι πολύ πιο ανησυχητική απ’ όλες τις θεωρίες που επιμένουν στον αντισημιτισμό και τη μοχθηρία των κορυφαίων Γερμανών ναζί. Αυτό σημαίνει ότι ένας παρόμοιος μαζικός διωγμός, με τις σημερινές τεχνολογίες, γραφειοκρατίες, τα σημερινά συστήματα καταστολής και χειραγώγησης, αύριο μπορεί να ξανασυμβεί σε άλλο μέρος και εναντίον μιας άλλης ομάδας.

    Στον Observer της 9ης Απριλίου του 1944 ο Σεμπάστιαν Χάφνερ δημοσίευσε ένα διαυγές και σχεδόν προφητικό πορτραίτο του Άλμπερ Σπέερ. Κατά τον Χάφνερ, ο Σπέερ ήταν «η προσωποποίηση της επανάστασης των μάνατζερ». Όχι φανταχτερός και φιγουρατζής όπως οι ναζί, αλλά έξυπνος, γαλαντόμος, αδιάφθορος. Ήταν το πρότυπο των αντρών που γινόταν όλο και πιο σημαντικό σε τούτο τον πόλεμο : «ο καθαρός τεχνοκράτης, ο αταξικός, ο ευφυής τύπος χωρίς παρελθόν, που δεν γνωρίζει άλλο στόχο από το να κάνει καριέρα». Αυτή ακριβώς η ελαφρότητα, η απουσία σκέψης, είχε ως αποτέλεσμα όλοι οι νεαροί άντρες του είδους του να συνεχίσουν να υπηρετούν μέχρις εσχάτων «τον τρομαχτικό μηχανισμό της εποχής μας. Από τους Χίτλερ και τους Χίμλερ μπορούμε να απαλλαγούμε, αλλά οι Σπέερ, όποια κι αν είναι η τύχη καθενός ξεχωριστά, θα είναι μαζί μας για πολύ καιρό ακόμα».

    (Χέιρτ Μακ, Στην Ευρώπη, Ταξίδια στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Μεταίχμιο)

  18. Omer al Turkleri on

    http://blogs.discovermagazine.com/gnxp/2009/06/what-it-means-to-be-a-turk/

    Gene Expression

    « The ethics of blogging conferences Group selection, red in tooth and claw »

    What it means to be a Turk

    By Razib Khan | June 4, 2009

    In the 19th & 20th centuries with the emergence of nationalism and its various scholarly subsidiaries in archaeology, philology and ethnography quite a few pan-ethnic movements rooted in language were born. Pan-Slavism, the Greater German idea (Grossdeutsch) and Pan-Arabism come to mind. As evident in their names these ideas shadowed relationships of language, but they often veered into racialist territory. In The History and Geography of Human Genes L. L. Cavalli-Sforza reported a substantial overlap between phylogenies generated from classical autosomal markers, and those of linguistic family trees. But obviously there were deviations on the margins, sometimes substantial ones.
    Pan-Turkism is an idea which came to the fore after the collapse of the Ottoman Empire, though its roots go back to the 19th century. The role of a Turkish nationality was essential in the creation of the modern Turkish state by Kemal Ataturk. Though the Ottoman Empire had a Turkish speaking rule class at its heart, it was not fundamentally an ethnic polity. The Ottoman Empire was far less Turkish than the Hapsburg Empire was German. The Ottoman bureaucracy and military was open to many ethnicities, though often conditional on conversion to Islam. Albanians and Slavs played an important role in the Ottoman military, while the Janissaries were famously recruited from Christian subject peoples.
    Ataturk aimed to replace this ethnically cosmopolitan but religiously Islamic Ottoman identity with a Turkish secular one. To a great extent he was successful, though not fully. Because of the vogue for racial theories in the early 20th century the new Turkish government naturally did fund research which purported to illustrate the distinctions between the Turkish peoples who had settled Anatolia and Southeastern Europe after the year 1000, and the native Greek, Slavic and Armenian populations. There is of course a natural problem with this: the basic origin of the Turkic peoples in Western Mongolia and the trans-Siberian steppe is well known, and Turkic speaking peoples still reside in that region, and physically they do not look much like Anatolian Turks at all. In fact there is a clear cline of Mongolian to European appearance from Central Asia to Anatolia. Of course common sense is often too easy to brush aside, and Pan-Turkish theories still seem to presuppose ideas of common ancestry.
    This is where genetics come in. There have been several recent papers on attempting to adduce the relationship of Anatolian Turks to peoples of the Balkans and Central Asia, but generally they have utilized uniparental markers, mtDNA and Y. Alu insertion polymorphisms and an assessment of the genetic contribution of Central Asia to Anatolia with respect to the Balkans uses 10 alu elements to estimate admixture between these putative parental populations:

    In the evolutionary history of modern humans, Anatolia acted as a bridge between the Caucasus, the Near East, and Europe. Because of its geographical location, Anatolia was subject to migrations from multiple different regions throughout time. The last, well-known migration was the movement of Turkic speaking, nomadic groups from Central Asia. They invaded Anatolia and then the language of the region was gradually replaced by the Turkic language. In the present study, insertion frequencies of 10 Alu loci…have been determined in the Anatolian population. Together with the data compiled from other databases, the similarity of the Anatolian population to that of the Balkans and Central Asia has been visualized by multidimensional scaling method. Analysis suggested that, genetically, Anatolia is more closely related with the Balkan populations than to the Central Asian populations. Central Asian contribution to Anatolia with respect to the Balkans was quantified with an admixture analysis. Furthermore, the association between the Central Asian contribution and the language replacement episode was examined by comparative analysis of the Central Asian contribution to Anatolia, Azerbaijan (another Turkic speaking country) and their neighbors. In the present study, the Central Asian contribution to Anatolia was estimated as 13%. This was the lowest value among the populations analyzed. This observation may be explained by Anatolia having the lowest migrant/resident ratio at the time of migrations.

    Figure 2 illustrates the conclusion starkly:
    turkgenes.png
    As noted in the abstract it is important to remember that Anatolia has among the longest histories of settled agriculturalists in the world. Population estimates suggest nearly 12 million residents during the late Roman Empire. Though I am skeptical that the population was nearly so high during the early medieval period, even if it was 1 million that would be substantial. There is an asymmetry between the two source populations as farmers tend to greatly outnumber nomads.
    Also remember that the positions of the Central Asian groups are likely closer to the Anatolian Turks than would be from Turkic populations closest to the ancestral homeland. The Turkish expansion occurred late in history, after the fall of the Roman Empire, but before the rise of Islam. Groups like the Huns and Avars who ravaged Central Europe during Late Antiquity were likely Turks, or had Turkic speaking peoples as part of their hordes. The famous Khazar Jews were also Turks. Turks took refuge among the Magyars after the expansion of the Mongol hordes. It is the last event which obscures the Mongolian origin of the Turks. The Mongols were a minor tribe on the northeastern fringes of what is today Mongolia before the rise of Genghis Khan. Western Mongolia was dominated by Turkic groups, and this was the likely point of departure for many of the earlier expansions. The Uyghurs, East Turks south of the original homeland are themselves highly admixed with a “Western” element which was indigenous to the region prior to the Turkish migrations.
    The question then is why some regions became Turkic speaking, as Anatolia and northwest Iran did, and others, such as Iran, the Volga region and the Balkans, did not. There is no point in offering a one-size-fits-all explanation. But in the vast regions of Western Eurasia where the Turks did settle, and were genetically assimilated by the far more numerous sedentary populations, there are some instructive differences. In the Persian world the Turks arrived during the early Islamic period as mercenaries and slave soldiers. They converted to Islam and identified with the world of Islam, and accepted from the Persians their high culture. From the year 1000 Turkic elites ruled Iran up until 1900 except for the Mongol interlude. This left an impact, as 25% of Iranians are Turkic speaking, and Azeribaijan is predominantly Turkic. But they came as cultural supplicants. Iran retains its ancient name. Turkey does not.
    Not so when the Seljuks and Ottomans pushed into Anatolia, and later the Balkans. Here the dominant elite language was identified not just with a conquered population, but with an identity, the Greek Orthodox Christian one, which was a rival to the Turks’ own self-conception as Muslim warriors, ghazis. The Ottomans encountering the Greeks of Anatolia already had the accoutrements of high culture, and demanded conversion to their religion for easy advancement into their power structure. Obviously being a Muslim did not entail speaking Turkish, as it is Ottomans elites cultivated poetry in Farsi, the language of Persia. But in Anatolia and the Balkans to become Muslim did in the end signal that one had turned “Turk.” Russia serves as a reverse example. During the 17th and 18th centuries large swaths of the Ural and Volga region were conquered from Turkish Muslim tribes. In the course of history a substantial number of these populations were Christianized, and Christianization was compulsory for the admission of Turkish elites into the boyar class who served the Czars. Though there are still Turkish Orthodox ethnicities in Russia, it seems likely that most of them were Russified, just as the Finnic peoples to their north were over time.
    Of course specific historical events cleaned up the map a bit. The Mongol eruption likely transformed Central Asia from a predominantly Persian, minority Turkic, region to the inverse, as it is today. The exchange of Christians and Muslims during the wars between Turkey and Greece in the early 20th century also might have made things simpler, as there are suggestions of extant populations of Turkish speaking Christians (so likely Turkicized Greeks who retained their religion) being transferred to Greece, and non-Turkic speaking Muslims leaving the Balkans and settling in Istanbul and Anatolia.
    In the 20th century politics has had a large effect on our conceptions of the history of populations. Before World War II every twist and turn in linguistic affinity was spun into a folk migration. After World War II it was “pots not peoples” who migrated. Both of these views are basically ideological fantasy, the reality is both to differing extents by region. The reliance on theory is enabled by the fact that empirically there weren’t ways to test particular hypotheses. This was clearest with the Etruscans, where the genetic data now show substantial exogenous origin, overturning a generation of archaeological theory which posits cultural continuity from the indigenous substrate to the early Iron Age Etruscan civilization. The Turks are a different case. Here “pots not peoples” is predominantly accepted. The Turkish spoken in Kashgar and Istanbul is reputedly intelligible, and the Uyghur nationalist movement to this day is based out of Turkey. But the affinity here is more of language and culture, not descent. Or it is? A conservative estimate is that 10% of modern Anatolia’s population is from Central Asia. Knowing that Anatolia has traditionally been one of the more populated regions of the old world due to its ancient settlement patterns, a 10% admixture within the last 10,000 years is actually substantial. If for example the population of Anatolia was 5 million in the year 1000 (likely an underestimate, as this was the peak of the Byzantine Empire), then hundreds of thousands of Turks might have entered Anatolia in the next few hundred years. Even with considerations of skewed fitness (some men having many descendants) the Turkish migration was not trivial. But neither was it preponderant.
    Update: Where the samples came from in Turkey:
    sampleturks.png

  19. Λένιν on

    Jihad and Islam in World War I

    Studies on the Ottoman Jihad on the Centenary of Snouck Hurgronje’s
    The proclamation of Jihad by the Sultan-Caliph in Constantinople, after the Ottoman Empire’s entry into World War I, made the headlines. This book investigates the background and nature of the Ottoman Jihad proclamation in addition to its effects in the wider Middle East − both among the Arabs and the Turks, and among Sunni Muslims as well as Shi’ites. It brings to light the German hopes for and British fears of a worldwide uprising of Muslims in the colonial empires at that time. Moreover, it scrutinises the fierce academic debates caused by the Jihad proclamation, in which the 1915 manifesto of Leiden Islam scholar Christiaan Snouck Hurgronje (“Holy War Made in Germany”) played a key role.

    Erik-Jan Zürcher is Full Professor of Turkish Studies at Leiden University and Affiliate Professor of the Stockholm University Institute for Turkish Studies. He is furthermore a member of the Royal Netherlands Academy of Arts and Sciences.

    “Bringing together some of the leading scholars in the field, this volume provides the first comprehensive account of the jihad declaration of the First World War and its consequences. It reveals the remarkable impact the war had on Muslims around the world and, more generally, sheds new light on the geopolitics of Islam in the modern age”. – David Motadel, author of Islam and Nazi Germany’s War (Harvard University Press, 2014)

    http://www.lup.nl/product/jihad-and-islam-in-world-war-i/

  20. Tην ίδια θετική άποψη του Χίτλερ για τον Ατατούρκ είχε και ο δικός μας δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς. Έγραψε: » «Η Ιταλία, η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Τουρκία, απέκτησαν εθνική συνείδηση, οργανώθηκαν εσωτερικά, αναμορφώθηκαν κοινωνικά και ιστορικά. Η Ιταλία ίδρυσε μία Αυτοκρατορία. Η Γερμανία κατήργησε τις διατάξεις της συνθήκης των Βερσαλλιών και ανέκτησε την εθνική της αξιοπρέπεια και τη θέσι που της ανήκε στη χορεία των μεγάλων Εθνών. Η Πορτογαλία έγινε μία υπολογίσιμος δύναμις, ένα Έθνος που ευημερεί και που επιβάλλεται στην γενική εκτίμησι. Και στην Τουρκία, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, συνετελέσθη μια ριζική μεταβολή που κατέπληξε τον κόσμον».

    Ένα τέτοιο κράτος είναι ενδεδειγμένο για τις ελληνικές περιστάσεις…»

    από την ημιεπίσημη βιογραφία του «εθνικού κυβερνήτου» της 4ης Αυγούστου, γραμμένη από τον Δ. Καλλονά και τυπωμένη το 1938

  21. Ο Χίτλερ μαθητής του Κεμάλ στον αυταρχισμό και το έγκλημα αποδεικνύει Βρετανός ιστορικός

    Ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο γεννήτορας της σύγχρονης Τουρκίας, είχε έναν θαυμαστή που αιματοκύλησε τον κόσμο. Ποιον; Μα τον Αδόλφο Χίτλερ! Αυτό υποστηρίζει ο Βρετανός ιστορικός Στέφαν Αϊριγκ, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κουίν Μέρι του Λονδίνου, με διδακτορική διατριβή στο Κέϊμπρτζ που έχει θέμα τις σχέσεις Ναζί- Κεμάλ. Στο βιβλίο του «Ατατούρκ και Ναζί», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, βασιζόμενος σε γερμανοβρετανικές αποδεικνύει ότι ο Ατατούρκ ήταν ο δάσκαλος και ο Χίτλερ ο μαθητής, μαθητής στον εθνικισμό, στον ρατσισμό, την αντιθρησκευτικότητα, τον ολοκληρωτισμό και πάνω απ΄όλα στη γενοκτονία παίρνοντας το κεμαλικό πρότυπο εξόντωσης Αρμενίων και Ελλήνων της Ιωνίας και του Πόντου και εφαρμόζοντάς το στους Εβραίους. «Η ψευδαίσθηση του αστού μεταρρυθμιστή Κεμάλ, που είτε καλλιεργήθηκε από άγνοια, είτε από επιστημονική ανεντιμότητα, είτε από πολιτικά συμφέροντα, διαμόρφωσε μια ψευδή συνείδηση» τονίζει στον πρόλογο του βιβλίου ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, καταλήγοντας: «Είναι τέτοιο το βάθος της φιλοκεμαλικής προκατάληψης, που μόνο ένα έργο συγκροτημένο, διαυγές, όπως αυτό που βασίζεται σε πηγές, μπορεί να την ανατρέψει». Το βιβλίο υπογραμμίζει τα καίρια σημεία που αναφέρονται στην ιδεολογική σχέση Κεμάλ-Χίτλερ. Η καταγραφή ξεκινά με τα λόγια του ίδιου του Χίτλερ, ο οποίος απευθυνόμενος σε συγκέντρωση του Ναζιστικού Κόμματος στη Νυρεμβέργη τον Δεκέμβριο του 1928- έξι χρόνια μετά τον Διωγμό των Ελλήνων από την Μικρά Ασία και το Πόντο- μιλώντας για την ήττα της Γερμανίας στο Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο την συνέκρινε με την Γερμανική κατάρρευση: «Πέντε χρόνια μετά, ήρθε η Συνθήκη της Λωζάννης, με αποτέλεσμα η Τουρκική Αυτοκρατορία να ιδρύεται ξανά και ο κόσμος να μιλά με τον μέγιστο σεβασμό για αυτό το κράτος. Η εσωτερική δύναμη κινητοποιήθηκε άμεσα μόλις εμφανίσθηκε στο λαό ο άνδρας που κατάφερε να υπενθυμίσει στο λαό του τη μεγάλη του παράδοση». Η φιλοναζιστική εφημερίδα Kreuzzeitung έγραφε τον Νοέμβριο του 1933 ότι «ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός του Αδόλφου Χίτλερ και ο τουρκικός κεμαλισμός σχετίζονται στενά μεταξύ τους». Ο κεμαλιστής δημοσιογράφος Φαλίχ Ριφκί Ατάι στο βιβλίο του Cankaya γράφει ότι ως μέλος τουρκικής αντιπροσωπείας επισκέφθηκε τον Χίτλερ για τα πεντηκοστά γενέθλιά του, ο οποίος απευθυνόμενος προς αυτόν του δήλωσε: «Ο Μουσολίνι ήταν ο πρώτος μαθητής και εγώ είμαι ο δεύτερος μαθητής του Κεμάλ». Σε συνέντευξή του τον Ιούλιο του 1933 προς τον διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας Μιλιέτ, η οποία αναδημοσιεύθηκε στη γερμανική Volkischer Beobachter, o Χίτλερ υπογράμμισε πως «ο επιτυχημένος απελευθερωτικός αγώνας του Ατατούρκ, προκειμένου να δημιουργήσει την Τουρκία, είχε εμπνεύσει τη σιγουριά ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα θα ήταν εξίσου επιτυχημένο. Από αυτή την άποψη, το κίνημα της Τουρκίας ήταν γι΄αυτόν ένα φωτεινό άστρο». Κάθε φορά που τα μέσα ενημέρωσης του Γ΄ Ραϊχ αναφερόταν στην Τουρκία επαναλάμβαναν τη δήλωση του Χίτλερ «για το άστρο μέσα στο σκοτάδι». Μάλιστα, στη δεξίωση που παρέθετε στην Καγκελαρία ο Τούρκος πρεσβευτής βρισκόταν πάντα στην κορυφή του πρωτοκόλλου, ενώ στο ετήσιο δείπνο που παρέθετε το Γραφείο Εξωτερικής Πολιτικής καθόταν πάντα δίπλα στον επικεφαλής Ναζί. Με την εγκύκλιο της 30 Απριλίου 1936 το Γραφείο Φυλετικής Πολιτικής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος απεφάνθη ότι «οι Τούρκοι είναι οιωνεί Άριοι, όπως οι Ούγγροι και οι Φινλανδοί». Όταν πέθανε ο Ατατούρκ κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων που τελούσαν υπό την επιρροή των Ναζί και κατόπιν κεντρικής οδηγίας από του υπουργείο Προπαγάνδας του Γκέμπελς είχαν προβάλει τη φράση του Χίτλερ περί «φωτεινού άστρου». Προς τιμήν του νεκρού Κεμάλ οι σημαίες κυμάτιζαν μεσίστιες στην Καγκελαρία. Ο συγγραφέας δεν παραθέτει τοποθετήσεις του Κεμάλ υπέρ του Χίτλερ, αλλά επισημαίνει πως η συγγένεια των δύο καθεστώτων είχε βασισθεί σε στοιχεία ομοιότητας, δηλαδή στον μύθο του φωτισμένου ηγέτη – |”φύρερ”, στο αρχηγοκεντρικό κράτος, στην κρατική καθοδήγηση της οικονομίας και στην εθνική καθαρότητα.

    Πηγή: Ο Χίτλερ μαθητής του Κεμάλ στον αυταρχισμό και το έγκλημα αποδεικνύει Βρετανός ιστορικός http://wp.me/p3kVLZ-ym7

  22. […] Αδόλφο Χίτλερ! Το υποστηρίζει ο Βρετανός ιστορικός Στέφαν ‘Αιριγκ, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κουίν Μέρι του Λονδίνου, […]

  23. JUL 22, 2016 4
    The Strange Death of Turkish Secularism

    SHLOMO AVINERI

    JERUSALEM – The aftermath of Turkey’s failed military coup raises a fundamental question: will President Recep Tayyip Erdoğan continue to pursue his authoritarian path, perhaps with a vengeance, or will he reach out to his opponents and attempt to bridge the deep fissures in Turkish society?

    The jury is still out, but judging from previous historical examples, serious challenges to authoritarian or semi-authoritarian leaders usually lead to a hardening of the regime, not greater moderation. And Erdoğan’s moves since the coup’s collapse – mass arrests and purges of thousands of soldiers, judges, police, and teachers were announced almost immediately – seem to confirm the more pessimistic scenario.

    Recep Tayyip Erdoğan Vladimir Putin Xi Jinping
    Lies, Liars, and Lawlessness

    As poor political leadership worldwide incites new dangers, Dani Rodrik, Nina Khrushcheva, Kemal Derviş, and other Project Syndicate contributors ask whether there’s a way back that leads forward.

    Yet it would be a mistake to view what is now happening in Turkey exclusively through the prism of Erdoğan’s personality and his authoritarian inclinations. He and his Justice and Development Party (AKP) represent a tectonic shift in Turkish politics, one with parallels in other Muslim-majority countries in the Middle East.

    In trying to move the path of Turkish history away from the radical secularism of modern Turkey’s founder, Kemal Atatürk, the AKP initially appeared to veer from the Kemalist authoritarian mold. Because Western observers were supportive of the secular nature of Kemalism, many overlooked that the regime was more similar to 1930s European fascism – a nationalistic one-party state with Atatürk himself at the apex of a personality cult – than to liberal democracy. Only in the 1950s was the system slowly loosened.

    Kemalist secularism was not the expression of a wide, popular movement from below; it was imposed by a small urban elite – military and intellectual – on a traditional and mostly rural society. Kemalism not only introduced a variant of the Latin alphabet, which totally cut off Turks from any link to their history and culture; it also banned traditional forms of attire (fez, baggy trousers for men, headscarves for women) and forced a European dress code on the entire population. All Arabic- or Muslim-sounding surnames had to be changed to Turkic ones.

    No European society has experienced so wrenching a process of top-down cultural revolution. In the West, secularization went hand in hand with the Enlightenment project of democratization and liberalization. In Turkey – and in a less radical form under the Shah in Iran and under military dictators in countries like Egypt, Tunisia, Syria, and Iraq – the population never had a choice.

    The AKP’s electoral victories since 2002 (as well as comparable developments in other Muslim countries) were, in a way, the return of the repressed. Because the Kemalist system eventually liberalized politically (though not culturally), the emergence of a multiparty system eventually also empowered the traditional conservatives whose preferences had long been denied.

    At the same time, economic modernization brought social mobility to the conservatives, which led to the emergence of a new bourgeoisie that clung to its traditional religious values and viewed the Kemalist elite – ensconced in the army, the bureaucracy, the judiciary, and the universities – as oppressors. These voters formed the basis of the AKP’s electoral victories and democratic legitimacy. The recent effort by elements of the army – the shield of Kemalist secularism – to overturn the will of the people (as it has done three times in the last half-century) confirms the continuing clash between secularism and democracy in Turkey.

    At the same time, Erdoğan’s foreign policy in recent years has been anything but successful. His initial commitment to “zero conflicts with neighbors” has led, instead, to deteriorating relations with Armenia, Russia, Israel, and Egypt – not to mention significant domestic blowback, including a wave of terrorist attacks, from involvement in Syria’s civil war.
    None of this has eroded Erdoğan’s support at home, while the United States and the European Union found themselves supporting him, albeit through clenched teeth, against the latest coup attempt. This attests to Western powers’ fundamental interest in a stable Turkey, which the EU needs in order to stop further waves of immigrants, mainly from Syria, and which the US needs for its war, limited as it is, against the Islamic State. It is doubtful that Erdoğan’s pursuit of internal enemies – real and imagined – will prevent either the US or the EU from courting Turkish cooperation.
    But Erdoğan’s brutal response to the coup attempt – which may include show trials, in addition to the “cleansing” of public institutions of both remnants of the secularist establishment and his former allies in the Gülen movement – will only deepen the chasms within Turkish society. Indeed, terrorist attacks have been launched not only by the Islamic State, but also by Kurdish militants, whose demands for autonomy challenge the concept of an indivisible Turkish nation – a cornerstone of the Kemalist state.
    Support Project Syndicate’s mission

    Project Syndicate needs your help to provide readers everywhere equal access to the ideas and debates shaping their lives.

    LEARN MORE

    Prior to the attempted putsch, Erdoğan made significant moves to reduce tension with Russia and Israel, and both efforts seem unlikely to be derailed by his post-coup crackdown. Yet Syria’s civil war does not appear to be winding down, and the de facto implosion of Syria as a coherent state will continue to challenge Turkish politics and social cohesion, with more and more refugees trying to cross into Turkey.
    Ultimately, Kemalist military-based secularism proved to be unsustainable: its demolition under the AKP enjoys broad support. But the failed coup is likely to reinforce the illiberal aspects of the democracy emerging under Erdoğan, in which the will of the people and majoritarian rule runs counter to pluralism, human rights, and freedom of speech. The stability of such a system in Turkey – where, despite popular opposition to the coup, hostility to Erdoğan is strong – remains to be seen.

    https://www.project-syndicate.org/commentary/erdogan-crackdown-turkish-secularism-by-shlomo-avineri-2016-07


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: