Τουρκία: Για το πραξικόπημα και τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις

Για το πραξικόπημα στην Τουρκία και τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

turkey-coupΔεν είναι εύκολο να αποτιμήσει κάποιος τη σημασία των εξελίξεων στη γειτονική μας χώρα. Η αποτυχία του πραξικοπήματος των κεμαλιστών σίγουρα αποτελεί θετικό γεγονός, μιας και ο φορέας της στρατοκρατικής, επεκτατικής πολιτικής εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου υπήρξε η στρατιωτική ελίτ. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο τουρκικός στρατός δεν αποτελεί ένα θεσμό δυτικού τύπου, αλλά το δημιουργό και θεματοφύλακα της εθνικιστικής-κοσμικής turkey coup.1910x1000Τουρκίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την συντριπτική νίκη που κατήγαγε κατά των Ελλήνων την περίοδο 1919-1922.

Το επόμενο θύμα του τουρκικού εθνικισμού, μετά από τις χριστιανικές κοινότητες που εξόντωσε συστηματικά από το  1914, υπήρξε το Ισλάμ. Η συστηματική και σκληρή καταστολή βιώθηκε ως τραύμα που μεταφέρεται έως σήμερα στους πολιτικούς απογόνους του οθωμανικού Ισλάμ. 

Αυτή η ιστορική παράδοση και αυτό το τραύμα αποτελούν τη βάση της σύγχρονης διαίρεσης της τουρκικής κοινωνίας και ενός εμφύλιου διχασμού που φαίνεται ότι οδηγείται στα άκρα.

Κλείνει ο κύκλος: 1908-2016

Έτσι, με την αποτυχία του πραξικοπήματος και το ξήλωμα κάθε μορφής κεμαλικής-κοσμικής έκφρασης από τον Ερντογάν φαίνεται να  κλείνει ο ιστορικός κύκλος 100 και πλέον ετών. turkey-coup (1)Ένας κύκλος που άνοιξε το 1908 με την άνοδο των εθνικιστών στην εξουσία (Νεότουρκοι) που πολιτεύτηκαν κατά των Οθωμανών (αλλά και κατά των φιλελεύθερων Τούρκων+μειονότητες) και κορυφώθηκε με την επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ. Στο τέλος αυτού του κύκλου, σήμερα, οι μεταμοντέρνοι απόγονοι των παλιών Οθωμανών επιχειρούν να πάρουν -και την παίρνουν όπως φαίνεται- τη ρεβάνς…

Turkey-The-captured-soldiers-in-a-courthouse-IstanbulΑς θυμηθούμε σε αυτή την πρώτη ανάρτηση κάποια στοιχεία του μεγάλου ηττημένου, του τουρκικού εθνικισμού, γνωρίζοντας παράλληλα ότι σημαντικά στοιχεία του έχουν ενσωματωθεί πλέον και στην κοσμοαντίληψη των ισλαμιστών, που φαίνεται να κυριαρχούν πλήρως στην Τουρκία. Τα παρακάτω στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο μου που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος υπό τον τίτλο «Μικρά Ασία. Ένας οδυνηρός μετασχηματισμός (1908-1923»:

Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού και η απόφαση για τις γενοκτονίες των χριστιανικών λαών

Η εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα και η αυτονόμηση του νησιού, όπως επίσης οι ελληνικές και βουλγαρικές επαναστάσεις  στη Μακεδονία, θα ευνοήσουν την ισχυροποίηση των εθνικιστικών απόψεων στο εσωτερικό του οθωμανικού στρατού.

Παράλληλα, η κοινωνική θέση των αστών των ραγιάδων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα τροφοδοτήσει με ανασφάλεια και μίσος τα παραδοσιακά μουσουλμανικά κυρίαρχα στρώματα της. Έτσι θα εμφανιστεί ο ακραίος τουρκικός εθνικισμός στο πρόσωπο των Νεότουρκων στρατιωτικών.  Το ενδιαφέρον στην τουρκική περίπτωση είναι ότι εξ αιτίας της απουσίας μουσουλμανικών αστικών στρωμάτων, οι στρατιωτικοί επιφορτίστηκαν το ρόλο της αστικής τάξης. Η διεκδίκηση της οικονομικής ισχύος από τους αστούς των ραγιάδων ήταν μια από τις βασικές αιτίες της στρατιωτικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας.

Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής. Με την εμφάνισή του ο όρος «Τούρκος» άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ώς «Τουρκία». Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων.


Ένας από τους πατέρες του παντουρκισμού, ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ’ αυτήν σ’ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compact body).] Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gökalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gökalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια».

Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν βρεθεί στη Γαλλία, και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού. Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα». Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, επηρεάζει και τις συνθήκες στον Πόντο. Στο άρθρο με τίτλο «Οθωμανοί εις τα όπλα» που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου 1911 στην τουρκική εφημερίδα της Σαμψούντας Ηχώ διακηρύσσεται : «Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος… Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των.»

Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of London» με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σωβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η αφομοίωση δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η σοσιαλιστική εφημερίδα «Ο Λαός», που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη.

Λούξεμπουργκ VS Λένιν

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιμετώπιση του τουρκικού εθνικισμού από το σοσιαλδημοκρατικό (κομμουνιστικό) κίνημα και τους πολιτικούς του ηγέτες.  Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υποστήριζε ότι η «Τουρκία» δεν μπορούσε να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελούνταν από διαφορετικές χώρες. Η Λούξεμπουργκ κατέληγε με τη διαπίστωση: «Η κρίση της ιστορίας για την Τουρκία είχε βγει: βάδιζε πια προς τη διάλυση…» Καλούσε τους σοσιαλιστές να υποστηρίξουν τα χριστιανικά κινήματα που διεκδικούσαν την πολιτική τους χειραφέτηση με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Όσον αφορά τους Νεότουρκους, η Λούξεμπουργκ -σε αντίθεση με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν που τους θεωρούσε υπόδειγμα επαναστατών–  είχε καταγγείλει «την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.» Αλλά και οι σοβιετικοί θα αλλάξουν αργότερα άποψη. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα καταχωρηθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ως «πλαστογράφοι της ιστορίας» και εμπνευστές του «σωβινιστικού δόγματος» του παντουρκισμού.

turkey_1

Μια απολύτως συμβολική φωτογραφία που δικαιώνει για άλλη
μια φορά τη Ρόζα Λούξεμπουργκ:
Τούρκοι στρατιώτες-πραξικοπηματίες μπροστά στο Μνημείο της Ανεξαρτησίας στην Πλατεία Ταξίμ με οπαδούς του Ερντογάν που απ’ ότι φαίνεται τους υπερφαλάγγισαν. Στις φιγούρες του μνημείου, που αναγέρθηκε μετά τη νίκη των Τούρκων εθνικιστών το 1922 και την ολοκληρωτική εξόντωση των ανεπιθύμητων μειονοτήτων («Επιτέλους τους ξεριζώσαμε» δήλωσε στο Κοινοβούλιο ο Μουσταφά Κεμάλ τον Αύγουστο του ’23), συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των νικητών-ηγετών του κεμαλικού κινήματος και οι δύο σοβιετικοί αντιπρόσωποι (Φρούνζε+Βοροσίλοφ) που έστειλε ο Λένιν να τους βοηθήσουν στον πόλεμο κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων
 

Η σκλήρυνση της πολιτικής των Νεοτούρκων εξαφάνισε κάθε αυταπάτη για δυνατότητα ειρηνικής μετεξέλιξης σ’ ένα νέο δημοκρατικό κράτος. Η συνεννόηση των   βαλκανικών λαών και η καλή πολεμική προετοιμασία της Ελλάδας -λόγω της ανάληψης της εξουσίας από τον Βενιζέλο, που ερχόταν από τον επαναστατημένο εξωελλαδικό ελληνισμό- θα οδηγήσει στη συντριπτική ήττα των Νεοτούρκων, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να πάρουν τη ρεβάνς με τη συμμετοχή τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων.  Πίστεψαν ότι με την τουρκογερμανική συμμαχία ήρθε η ώρα για την υλοποίηση των παντουρανικών τους σχεδίων. Ενδιαφέρον έχουν οι γαλλικές εκτιμήσεις για τη συμμαχία αυτή και για τις αιτίες της γενοκτονίας: «…το κυριότερο κίνητρο που η Τουρκία βγήκε στον πόλεμο είναι ότι η Γερμανία της υποσχέθηκε να επανακτήσει Αίγυπτο, Λιβύη και Σουδάν. Όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν ήταν ευνοϊκές, κυρίως λόγω της ρωσικής προέλασης στην Τουρκία, τότε οι Γερμανοί, για να συγκρατήσουν την τουρκική αγανάκτηση, τους έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων και Ελλήνων, των οποίων άρχισαν τη συστηματική εξόντωση με κατασχέσεις, βιασμούς, εξορίες, σφαγές…»

Εσωτερική καταστολή και εθνικές εκκαθαρίσεις

Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gökalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».

Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της Επιτροπής θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Ελληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, “Ben Yazdim”). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Taner Aksam αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ενωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Ελληνες…. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».

Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο. Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini (Παλαβιτσίνι) έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.» Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά (Vehib pacha), ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης. Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεοτούρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.

Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού. Εξάλλου του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι: «Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.» Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζύρη) είχε αναφέρει ότι: «βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους.» Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από «… τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία.»

Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του Πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της πολιτικής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος», συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά.

Η συνέχεια θα καθοριστεί στα Συνέδρια Ειρήνης των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά  και στις εσωτερικές αντιδικίες της Αθήνας. Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία θα διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο. Με τη Συνθήκη των Σεβρών στους  Έλληνες -που το 1914 το ποσοστό τους με τις διάφορες εκτιμήσεις κυμαινόταν από το 13% έως 25% –  θα αποδοθεί το 6% περίπου του πάλαι ποτέ κοινού οθωμανικού εδάφους. Σημαντικά εδάφη της Ανατολίας θα αποδοθούν στους Αρμένιους, ενώ θα υπάρξει και κουρδική αυτονομία. Οι Τούρκοι διατηρούσαν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο μέρος του παλιού οθωμανικού εδάφους, καθώς και στην έδρα του ισλαμικού Χαλιφάτου, την Κωσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό διαμορφωνόταν ο γεωπολιτικός χάρης της επόμενης μέρας και στη θέση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που πλέον διαλυόταν οριστικά, δημιουργούνταν εθνικά κράτη με τη γνωστή επώδυνη διαδικασία που είχε γνωρίσει η Ανατολή  από το 1821 και εντεύθεν.

Επίλογος

Η περίοδος που ακολούθησε την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν η πλέον αποφασιστική ιστορική στιγμή για τη διαμόρφωση του μεταοθωμανικού γεωπολιτικού κόσμου.
Όμως ο ελληνικός Διχασμός, η αντίδραση και το αντιμικρασιατικό πνεύμα που κυριαρχούσαν στο Λαϊκό Κόμμα και τη φιλομοναρική παράταξη, μαζί με την ασυνέπεια του βενιζελισμού που προκήρυξε εκλογές εν μέσω του μικρασιατικού πολέμου και τη  διαμόρφωσης μιας μικρής ντεφετιστικής Αριστεράς (ΣΕΚΕ) που συνεργάστηκε με τους μοναρχικούς σε μια αντιμικρασιατική πλατφόρμα, οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή και την κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού στο σύνολο των παλιών οθωμανικών πολυεθνικών εδαφών.

————————————————–

(*) διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/

Πραξικόπημα Gulen-Sufi

Διαβάστε: 

Μουσταφά Κεμάλ: Οδηγώντας τον Αδόλφο Χίτλερ
https://kars1918.wordpress.com/2014/12/08/hitler-ataturk/

«Ατατούρκ και Ναζί», ένα σημαντικό βιβλίο
https://kars1918.wordpress.com/2016/06/04/ataturk-in-the-nazi-imagination/

turkeynazi2

10 comments so far

  1. Ό,τι συμβαίνει μετά από ένα πραξικόπημα, αυτό γίνεται και τώρα

    ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 20.07.2016 0

    Ο,τι συμβαίνει μετά από ένα πετυχημένο πραξικόπημα, αυτό γίνεται και τώρα στην Τουρκία. Ακόμα και από αυτό μήπως δεν γίνεται αντιληπτό ποιος έκανε στην ουσία το πραξικόπημα; Ε εσείς που ακόμα ελπίζετε σε αυτή τη φανατική κυβέρνηση. Που βάζετε την ουρά στα σκέλια και εκθειάζετε με ωδές τους φέροντες σαρίκια. Τι κάνουν οι χουντικοί σε ένα πετυχημένο πραξικόπημα; Μαζικές συλλήψεις. Βασανιστήρια.

    Απαγορεύσεις ταξιδιών στο εξωτερικό. Λογοκρισία στα μέσα επικοινωνίας. Κυνήγι μαγισσών. Αφαιρέσεις υπηκοότητας. Αυτά κάνουν τώρα εκείνοι που λένε ότι κατέπνιξαν το πραξικόπημα. Οι άνθρωποι ανασαίνουν. Βγαίνουν ήσυχοι στους δρόμους. Όμως μετά την κατάπνιξη του πραξικοπήματος αυτού όλοι φοβούνται πιο πολύ από προηγουμένως. Φοβούνται να βγουν στους δρόμους. Φοβούνται να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Φοβούνται να επιστρέψουν αργά στο σπίτι. Φοβούνται να αλληλογραφήσουν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τώρα φοβούνται περισσότερο όλα αυτά τα οποία θα φοβούνταν αν πετύχαινε το πραξικόπημα. Πραξικόπημα σημαίνει φόβος σε κάθε σπίτι, σε κάθε σοκάκι. Η κατάπνιξη του πραξικοπήματος δεν φέρνει περισσότερη ελευθερία και δημοκρατία στη χώρα. Παλιά στήνονταν και ικριώματα μετά από τα πραξικοπήματα. Τώρα λυπούνται που έχει καταργηθεί η θανατική ποινή και επιθυμούν διακαώς να την επαναφέρουν. Μάλιστα εξοπλίζουν και τους φανατικούς οπαδούς τους που έβγαλαν στους δρόμους. Ιδού, αυτό είναι το πραγματικό πραξικόπημα. Και εσείς ακόμα ελπίζετε δημοκρατία από αυτούς τους πραξικοπηματίες; Μήπως αυτήν τη δημοκρατία θα σας την προσφέρουν εκείνοι που ούτως ή άλλως είχαν δολοφονήσει τη δημοκρατία πριν το πραξικόπημα; Είστε εναντίον των πραξικοπημάτων, αλλά σίγουρα δεν αντιλαμβάνεστε ότι χειροκροτείτε τους πραγματικούς πραξικοπηματίες…

    Και εσύ κύριε Αντώνη. Αγαπητέ συμπατριώτη που πιστεύεις ότι το να μοιράζεσαι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα φύλλο ελιάς, ένα γλυκό καρυδάκι και ένα μαχαλλεπί σημαίνει αγάπη και προστασία της Κύπρου. Με ρωτάς αν είμαι κεμαλιστής. Καμία σχέση. Έστω και αν δεν περνούσε καθόλου από αυτή τη ζωή ο Μουσταφά Κεμάλ, δεν θα ήμουν διαφορετικός από ό,τι είμαι τώρα. Μήπως πρέπει σώνει και καλά να είναι κανείς κεμαλιστής για να αντιτίθεται σε ένα φανατισμό, σε ένα κακό; Κοίτα, ακόμα και εσύ δεν αντιτίθεσαι όσο εγώ στα στρατιωτικά πραξικοπήματα και καθεστώτα. Αλλά νομίζεις ότι τώρα επιδεικνύεις μια τρομερή αντίθεση στον στρατό άμα συμπαρατάσσεσαι με τον Ερντογάν. Τα μυαλά του Ερντογάν είναι μυαλά των μουλάδων! Μυαλά αγιατολάδων! Μυαλά Ισλαμικού Κράτους! Αυτός είναι ο πραγματικός πραξικοπηματίας. Αντίθετα, εγώ δεν σε ρωτώ αν συμπαρατάσσεσαι με τους πραξικοπηματίες που έχουν μυαλά του Ισλαμικού Κράτους. Ρωτάει αν είμαι κεμαλιστής, λέει. Κοίτα πράγματα! Μήπως επειδή αντιτάχθηκα στο πραξικόπημα των μουλάδων;

    Κοίτα τι λέει ο ιμάμης ενώπιον του Ταγίπ: «Ο Αλλάχ να μας φυλάει από το κακό αυτών των διαβασμένων»! Δεν θέλουν ανθρώπους που έχουν διαβάσει, που έχουν φάει τα βιβλία με το κουταλάκι. Θέλουν αγράμματους, αμόρφωτους. Χρειάζονται αμόρφωτους για να συνεχίσουν το καθεστώς των μουλάδων. Άτομα που δεν πιστεύουν ότι η Γη είναι στρογγυλή. Άτομα που πιστεύουν ότι ο Σαίξπηρ ήταν μουσουλμάνος που ονομαζόταν «Σεΐχ Πιρ». Άτομα που δεν αμφιβάλλουν ότι οι Τούρκοι είναι αυτοί που ανακάλυψαν την Αμερική. Και τώρα χρειάζονται άτομα που είναι βέβαια ότι εβδομήντα ουρί θα υποδεχθούν τους πεσόντες που πάνε στον παράδεισο. Ένας κύριος από την κοινότητα του αθλητισμού έχει μια λαμπρή ιδέα. Τι λέει; Οι γυναίκες και οι περιουσίες των πραξικοπηματιών να θεωρηθούν λάφυρα!
    Άσε με εμένα κύριε Αντώνη Κωνσταντινίδη. Κοίτα πώς θα σωθείς από αυτόν τον μαύρο όχλο, από αυτούς τους φανατικούς στο μέλλον. Δέχτηκες εκατό χιλιάδες; Κοίτα να δούμε, πόσοι ανάμεσά τους πιστεύουν ότι στον παράδεισο θα τους υποδεχτούν εβδομήντα ουρί; Άραγε ανάμεσά τους βρίσκεται και εκείνος ο ηρωικός στρατιώτης ο οποίος έκοψε τα αφτιά των Ελληνοκυπρίων τους οποίους σκότωσε το 1974 και τα πήρε στη μάνα του; Άσε αυτόν τον ανόητο κυπριωτισμό. Δεν γίνεται κανείς πατριώτης άμα μοιράζεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα εκμέκ κανταΐφι. Μήπως είναι τόσο απλό να είναι κανείς οπαδός της ειρήνης; Μήπως δεν έχουμε πιο σοβαρή δουλειά να κάνουμε, αν η κατεχόμενη μοιρασμένη πατρίδα μας έχει περάσει στα χέρια των αγιατολάχ εδώ και 42 χρόνια;

    Πηγή: http://politis.com.cy/article/oti-simveni-meta-apo-ena-praxikopima-afto-ginete-ke-tora

  2. […] Η συνέχεια εδώ: https://kars1918.wordpress.com/2016/07/20/turkey-coup/ […]

  3. Vassia Karabelias on

    Εξαιρετη ανάλυση – με την οποία συμφωνώ απόλυτα. Μακάρι να την διαβασουν όλοι..

  4. Εκεί όπου η σφαίρα του στρατιώτη στην καρδιά του άοπλου συμπολίτη του δεν έχει μεγάλη σημασία!

    22 Ιουλίου 2016 | 22.7.16

    Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος *

    Τα υλικά γεγονότα στην Ελλάδα, αυτά δηλαδή που συμβαίνουν επηρεάζοντας καθοριστικά τη ζωή των ελλήνων, μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνον στο βαθμό που προσεγγίσουμε απροκατάληπτα τον συμβολικό μηχανισμό της τρέχουσας κουλτούρας μας. Μόνον αν δεις πώς συμβάντα μετατρέπονται δια του τρέχοντα κώδικα συμβολισμού των ΜΜΕ σε γεγονότα, δομώντας το συναίσθημα και την λογική διάρθρωσης του γνωστικού μοντέλου ημών των ελλήνων, είναι δυνατόν να καταλάβεις το πολιτικό περιεχόμενο της συνείδησης και του ασυνειδήτου (μας). Μόνον έτσι μπορείς να εκτιμήσεις πώς υλικές καταστάσεις στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό προκαλούν την δυναμική της υλικής εξέλιξης της κοινωνίας μας, πράγμα που διαλογικώς πλέον συνυφαίνεται με την αντίληψη και αίσθηση του εθνικού και κοινωνικού συμφέροντος και των αντίστοιχων ταυτοτήτων.
    Αυτή είναι η θεωρία. Η πράξη είναι πως τα κυρίαρχα ΜΜΕ στην Ελλάδα, αλλά και τα νέα ΜΜΕ του διαδικτύου που αναπαράγουν και θεμελιώνουν βαθύτερα στην ελληνική κοινωνία τον κώδικα στον οποίο αναφέρθηκα, διαπράττουν σε ο, τι αφορά στην κρίση της Τουρκίας με σαφείς διαστάσεις εμφυλίου σπαραγμού, το ίδιο ακριβώς που έκαναν κατά την περίοδο πολιτικής νομιμοποίησης της τρόικας, που κατέληξε πολύ φυσιολογικά σε σοβαρό πλήγμα κατά της δημοκρατίας στην Ελλάδα στο όνομα μιας κάποιας οικονομικής διάσωσης. Παραβλέπουν την υλική διάσταση του νεκρού πράγματος (σφαίρα ή χρήμα) που σκοτώνει ζωντανούς και ζωντανά, για να αναπαραστήσουν το «σοκ και δέος» που αφορά σε μία θεσμική μεταβολή με την μορφή κάποιου πραξικοπήματος, κάποιας αυταρχικής μεταρρύθμισης ή κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
    Κάπως έτσι φτάσαμε η σφαίρα του τούρκου στρατιώτη στην καρδιά του άοπλου συμπολίτη του να μην σοκάρει, αλλά να σοκάρει το ότι ο Ερντογάν ως απάντηση στο αποτυχημένο πραξικόπημα, ήρε την ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως συμβαίνει εκεί όπου το κράτος κηρύσσεται σε «κατάσταση πολιορκίας» κατά εφαρμογή του άρθρου 15 της ίδιας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που προβλέπει πως ένα κράτος μπορεί να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Σύμβαση, σε περιπτώσεις «πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου».
    Σύμφωνα με τον αντιτουρκικό σημειολογικό κώδικα που κυριαρχεί στην Ελλάδα – στο πλαίσιο ασφαλώς της ανάπτυξης ενός χυδαίου και υποκριτικού ως ηλιθιότητας εθνικισμού, που διατρέχει τόσο την δεξιά, όσο και την αριστερά στην πατρίδα μας – το υλικό συμβάν της μαζικής δολοφονίας άοπλων διαδηλωτών ή πολιτών που βρίσκονταν τυχαία ή έκαναν την δουλειά τους σε περιοχές που «χτυπήθηκαν» από αέρος ή εδάφους, αξιολογείται μικρότερης σπουδαιότητας, κατά την δόμηση του γνωστικού μοντέλου μας, σε σχέση με τις μαζικές φυλακίσεις και εκκαθαρίσεις στον στρατό και στη δημόσια διοίκηση που επακολούθησαν και συνεχίζονται από το καθεστώς του Ερντογάν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, με έναν απολύτως διαστρεβλωτικό τρόπο η επιχείρηση αστικής αναδιάρθρωσης του πολιτικού Ισλάμ με αποκλεισμό των φονταμενταλιστών, αναπαρίσταται στα ελληνικά ΜΜΕ – στην γραμμή των πλέον αντιδραστικών καί ως προς την ελληνική οικονομική κρίση, λεγόμενων διεθνών ΜΜΕ – ως ισλαμοποίηση!
    Το τελευταίο είναι προφανώς ένα διαστροφικό πολιτικώς αφήγημα που έρχεται να αποσυμβολίσει στην συνείδηση του έλληνα ένα έγκλημα, που τόσο για τους δημοκράτες, όσο και για τους φιλελεύθερους αποτελούσε τουλάχιστον κατά τις τελευταίες δεκαετίες, το πλέον αποκρουστικό συμβάν βίας: τα όπλα τα οποία εμπιστεύεται ένας λαός στα χέρια του στρατού του, στο πλαίσιο μιας κοινά ή λιγότερο κοινά αποδεκτής πολιτικής αντίληψης απειλών, όχι απλώς να στρέφονται απειλητικά εναντίον του σε μαζικό επίπεδο, αλλά να εκπυρσοκροτούν και να σκοτώνουν αδιακρίτως όποιον βρίσκεται μπροστά τους ή από κάτω τους!
    Η συμβολική λειτουργία των ελληνικών ΜΜΕ έρχεται εμμέσως και επίτρεψέ μου, αναγνώστη μου, υπογείως, να ανατρέψει τον συμβολικό κώδικα που χαρακτήριζε την κουλτούρα της πλειονότητας του ελληνικού λαού. Μια νέα μηχανή παραγωγής συμβόλων αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια και συνεχίζει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα, που διαστρέφει τις βασικές σχέσεις πάνω στις οποίες δομήθηκε το δημοκρατικό και φιλελεύθερο φαινόμενο στην χώρα μας. Στο πλαίσιο αυτής της επικίνδυνης για την ελληνική κοινωνία διαστροφής – τα ίδια τα σύμβολα είναι πανίσχυρες κοινωνικές δυνάμεις – το βίντεο που δείχνει πολυβόλα και κανόνια των τανκ να σκοτώνουν πολίτες τη νύχτα του πραξικοπήματος στη γέφυρα του Βοσπόρου, την στιγμή που ένα πλήθος άοπλων διαδηλωτών κινείται προς τα άρματα μάχης, προφανώς επηρεάζει την δόμηση του γνωστικού μοντέλου των ελλήνων και τον ψυχισμό μας λιγότερο από την αυταρχική έως φασισμού συμπεριφορά των πολιτικών και αστυνομικών δυνάμεων του καθεστώτος Ερντογάν. Σε πολύ λίγο εικόνες σαν κι αυτές στην γέφυρα του Βοσπόρου, θα αναμιχθούν με αναπαραστάσεις αντεκδίκησης και κόντρα «θηριωδιών» από την πλευρά του καθεστώτος που αγωνίζεται αυτή την στιγμή να επιβάλλει ένα μονοπώλιο εξουσίας στην Τουρκία, ταυτίζοντας τον ίδιο τον Ερντογάν με το έγκλημα που αναπαριστά το συγκεκριμένο βίντεο. Θα είναι σαν ο ίδιος ο Ερντογάν να έδωσε το σύνθημα για χρήση πυρών εναντίον άοπλων τούρκων!

    Μόνον που κάπως έτσι η ελληνική κοινωνία λειτουργεί πλέον πάνω σε μία μηχανή που βάζει σε κυκλοφορία σύμβολα τα οποία αποσυμβολίζουν τις βασικές αξίες και δημοκρατικά δόγματα πάνω στα οποία κτίστηκε η σύγχρονη Ελληνική Δημοκρατία και κοινωνία μετά την χούντα – ως αντιχουντικό ιδεολόγημα κατά το οποίο η χρήση όπλων στρατιωτών εναντίον αντιτιθέμενων στο πραξικόπημά τους πολιτών, θεωρείτο το μέγιστο και πλέον αποκρουστικό έγκλημα.

    * Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.

    http://www.activistis.gr/2016/07/blog-post_48.html#.V5IGiqDca5M.facebook

  5. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΓΚΙΟΥΛΕΝ;
    ————————————————

    Το κίνημα Γκιουλέν, ένα τουρκικό αίνιγμα

    Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

    Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έχει εμπλακεί σε πλήθος σκανδάλων διαφθοράς, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την πτώση της δημοτικότητάς του προωθώντας νόμο για τον έλεγχο του Διαδικτύου, απόλυτα αντίθετο με την ελευθερία της ενημέρωσης. Επιπλέον, η θέση του καθίσταται ακόμα δυσχερέστερη από το γεγονός ότι έχει χάσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό σύμμαχο: τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ιδρυτή ενός κινήματος που αντλεί την έμπνευσή του από τον σουφισμό και ασκεί επιρροή που υπερβαίνει τα σύνορα της χώρας.

    Του Ali Karancigil*

    Τα μέλη του το αποκαλούν Χιζμέτ (Hizmet, «Υπηρεσία»), τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης Κεμάτ (Cemaat, «Κοινότητα»). Το κίνημα Γκιουλέν (Gülen) αποτελεί μια ευρύτατη και ισχυρή κοινωνική ομάδα με θρησκευτική βάση, η οποία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον Φετουλάχ Γκιουλέν, έναν σημαντικό μυστικιστή διανοητή, ο οποίος ακολουθεί την παράδοση του σουφισμού1 και κατοικεί σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είναι αναγνωρισμένος. Το 2008, η αμερικανική επιθεώρηση Foreign Policy τον συμπεριέλαβε στους «διανοούμενους με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως».

    Στην Τουρκία, η κοινή γνώμη είναι διχασμένη όσον αφορά τη φύση και τους στόχους του κινήματος. Οι οπαδοί του το δοξάζουν όσο οι αντίπαλοί του το δαιμονοποιούν. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι λειτουργεί εξαιρετικά διακριτικά, πράγμα που ενδέχεται να αποτελεί εκούσια επιλογή ή να οφείλεται επίσης και σε άλλους παράγοντες. Από τη στιγμή της ίδρυσής του, βρέθηκε αντιμέτωπο με την καταστολή του κεμαλικού κράτους και ιδιαίτερα του στρατού. Για να αποφύγει τη φυλακή, ο Γκιουλέν υποχρεώθηκε, το 1999, να εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξάλλου, το κίνημα αποτελείται από ένα σύνολο αποκεντρωμένων και υπερεθνικών δικτύων, δίχως ιεραρχική δομή. Αυτό που συνδέει κι εμπνέει τα μέλη του, είναι η σκέψη του Γκιουλέν, όπως αυτή εκφράζεται στα βιβλία του και στις σπάνιες δημόσιες δηλώσεις ή εμφανίσεις του. Οι οπαδοί του παρομοιάζονται συχνά με τους Ιησουίτες (με τους οποίους διατηρούν εξαιρετικά καλές σχέσεις), αλλά και με τους προτεστάντες ιεραπόστολους, με το Opus Dei, ακόμα και με τους μασόνους.

    Πρόκειται, άραγε, μονάχα για έναν κοινωνικό φορέα; Μπορεί, άραγε, να ενταχθεί το κίνημα Γκιουλέν στην «ιδιωτικοκοινωνική θρησκεία» (civil religion), τον όρο που επινόησε και χρησιμοποιεί η αμερικανική κοινωνιολογία για να υποδηλώσει τα κινήματα με θρησκευτική βάση, τα οποία αφιερώνονται σε κοσμικές δραστηριότητες στους κόλπους της κοινωνίας;2 Ή μήπως έχει κρυφούς σκοπούς; Αν και δεν ασκεί άμεσες πολιτικές δραστηριότητες, λόγω της ισχύος του και των οικονομικών μέσων που διαθέτει διατηρεί υπαρκτή επιρροή, κυρίως όταν πρόκειται για την υπεράσπιση των συμφερόντων του.

    Ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν, του οποίου ο Γκιουλέν υπήρξε σύμμαχος την περίοδο 2002-2011, εκμεταλλεύτηκε δίχως ενδοιασμό την επιρροή του κινήματος: χρησιμοποίησε τους δικαστικούς και τους αστυνομικούς που ανήκουν στο κίνημα του Γκιουλέν, για να βάλει τέλος στην κηδεμονία του στρατού στην πολιτική ζωή. Βέβαια, στη συνέχεια, όταν τον Δεκέμβριο του 2013 ξέσπασε η κρίση, κατηγόρησε το κίνημα ότι έχει διαβρώσει την αστυνομία και τη Δικαιοσύνη. Όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με αυτές τις κατηγορίες, ορισμένα από τα γκιουλενικά δίκτυα ρίχτηκαν στη μάχη, με κίνδυνο να βλάψουν την εικόνα του αρχηγού τους, η οποία είναι επικεντρωμένη στην πνευματικότητα. Τα δύο επεισόδια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της εξουσίας που διαθέτει η οργάνωση. Αφού συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην εκδίωξη από το προσκήνιο του ιστορικού της αντιπάλου, του στρατού, στη συνέχεια αποσταθεροποίησε τον ισχυρό άνδρα που κυβερνάει τη χώρα, τον Ερντογάν: οι δικαστικοί που πρόσκεινται στην οργάνωση είναι εκείνοι που άσκησαν τις διώξεις για διαφθορά στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας.

    Όμως, το κίνημα πραγματοποίησε παρέμβαση και στον δημόσιο διάλογο για τη δημοκρατία στην Τουρκία και ιδιαίτερα στο ζήτημα του νέου Συντάγματος. Αντίθετα με τον Ερντογάν, που επιθυμεί την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος στο οποίο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας θα διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, ελπίζοντας ότι θα εκλεγεί σε αυτό το αξίωμα στις εκλογές του Ιουλίου 2014, ο Γκιουλέν έχει μεν ταχθεί υπέρ της διατήρησης του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού καθεστώτος, αλλά με ενίσχυση και αυστηροποίηση της διάκρισης των εξουσιών.

    Σύμφωνα με ορισμένες πρόσφατες εκτιμήσεις, το κίνημα, το οποίο δίνει προτεραιότητα στην εκπαίδευση -«πρώτα το σχολείο, μετά το τζαμί», όπως αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο Γκιουλέν- διαθέτει 2.000 εκπαιδευτικά ιδρύματα (κυρίως λύκεια υψηλού επιπέδου) σε 140 χώρες. Οργανώνει πλατφόρμες, όπως η «πλατφόρμα του Παρισιού», η οποία προτείνει συναντήσεις και συζητήσεις αφιερωμένες στον διάλογο ανάμεσα στις θρησκείες και στους πολιτισμούς ή στα κοινωνικά ζητήματα (απασχόληση, διακρίσεις, φτώχεια), ενώ αναπτύσσει και φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Οι οικονομικοί πόροι του ανέρχονται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια. Ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων προέρχεται από τη «νέα ισλαμική αστική τάξη»,3 τους συντηρητικούς και θεοσεβούμενους επιχειρηματίες της Ανατολίας.4 Από τη δεκαετία του 1980 έχουν αποκτήσει σημαντική ισχύ και εκτιμούν τον σύγχρονο χαρακτήρα των ιδεών του Γκιουλέν, ο οποίος προτείνει τον συνδυασμό της μουσουλμανικής ηθικής και της οικονομίας της αγοράς με ένα Ισλάμ ανοιχτό στον κόσμο και στο πνεύμα των καιρών.5 Το δόγμα του αποσκοπεί στη συμφιλίωση της αυστηρής τήρησης των θρησκευτικών κανόνων με την εκκοσμικευμένη κοινωνική δράση,6 ενώ ταυτόχρονα αντιτίθεται στη συγχώνευση αυτών των δύο, αντίθετα απ’ ό,τι προτείνει το πολιτικό Ισλάμ.

    Είτε πρόκειται για την τουρκική κοινωνία είτε για την Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία ή τα Βαλκάνια, η σκέψη αυτή ασκεί μεγάλη επιρροή στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι επιθυμούν ένα Ισλάμ συμφιλιωμένο με τη νεωτερικότητα. Διαδίδεται δε από τα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν στο κίνημα: τη Zaman («Καιροί»), τη μεγαλύτερη ημερήσια εφημερίδα της Τουρκίας με ένα εκατομμύριο αντίτυπα και αγγλική έκδοση (Today’s Zaman), αλλά και γαλλική έκδοση στο Διαδίκτυο (Zaman France), καθώς επίσης και ιστοσελίδες σε πολλές γλώσσες και τηλεοπτικά κανάλια, όπως το Samanyolou («Γαλαξίας»). Εξάλλου, τα υπερεθνικά δίκτυα του Γκιουλέν αποτελούν σημαντικό ατού για την τουρκική διπλωματία και τις εξαγωγές της χώρας.

    Δεδομένου ότι η σκέψη του αποκλείει την ανάμειξη του πολιτικού και του θρησκευτικού στοιχείου, δεν παρεξέκλινε ποτέ από την υπεράσπιση της δημοκρατίας, ούτε από την αδιαπραγμάτευτη αντίθεσή του με το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ και την ιδεολογία του περί «εθνικού οράματος» (milli görüs), δηλαδή της σύνθεσης ενός Ισλάμ που δίνει έμφαση στο τελετουργικό της θρησκείας και είναι στενά συνδεδεμένο με το τουρκικό κράτος και τον τουρκικό εθνικισμό, της οποίας εμπνευστής υπήρξε ο Νεσμετίν Ερμπακάν, πρωθυπουργός την περίοδο 1996-1997. Ωστόσο, η σκέψη του Γκιουλέν δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από έναν «τουρκισμό», ο οποίος οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι το μήνυμά του εμπνέεται από τον τουρκικό σουφισμό. Έτσι, παρά το γεγονός ότι τάσσεται υπέρ της ειρήνης, το κίνημα Γκιουλέν αντιμετώπισε με μεγάλη επιφυλακτικότητα την αναγγελία του Ερντογάν για έναρξη διαπραγματεύσεων με τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, τον ιστορικό ηγέτη των Κούρδων της Τουρκίας.7

    Μεταξύ 2002 και 2011, ο Γκιουλέν υποστήριξε την κυβέρνηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ), επειδή οι ηγέτες του, παρά το γεγονός ότι προέρχονται από το πολιτικό Ισλάμ, παρουσιάζονταν ως «συντηρητικοί-δημοκράτες»: ο πολιτικός αυτός ορισμός ταίριαζε με το όραμα του Γκιουλέν. Επιπλέον, στο καταστατικό του ΑΚΡ δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο Ισλάμ. Η συνεργασία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πολύ ισχυρούς φορείς -τον πολιτικό και τον κοινωνικό- διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της χώρας και στην άνοδο της οικονομικής και της διπλωματικής ισχύος της. Μαζί, κατόρθωσαν να εκδιώξουν τον στρατό από την εξουσία. Ωστόσο, μετά το 2010, ο Γκιουλέν άρχισε να ασκεί κριτική στις επιλογές του Ερντογάν, όσον αφορά τόσο τις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, όσο και τις διπλωματικές. Αμφισβήτησε κυρίως την ολοένα σφοδρότερη ρητορική του Ερντογάν εναντίον του Ισραήλ. Απομακρύνθηκε δε ακόμα περισσότερο, μετά την αυταρχική και έντονα ισλαμική στροφή στην οποία προέβη το 2011 ο Τούρκος πρωθυπουργός. Έτσι, οι σχέσεις τους εντάθηκαν, για να οδηγηθούν τελικά σε ρήξη, στα τέλη του 2013.

    Μπορεί, άραγε, ένα θρησκευτικό κίνημα να μετατραπεί σε φορέα της νεωτερικότητας; Για τους Τούρκους που θεωρούν ότι η νεωτερικότητα και ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί παρά να έχουν δημοκρατικό και ουδετερόθρησκο, κοσμικό χαρακτήρα, που θα εμπνέεται από το γαλλικό παράδειγμα, παρόμοια υπόθεση θεωρείται βλακώδης. Ωστόσο, αυτό ακριβώς συμβαίνει, καθώς η τουρκική κοινωνία έχει υποστεί βαθύτατες αλλαγές. Η μεσαία τάξη έχει δυναμώσει και αποτελεί πλέον την πλειονότητα. Επιπλέον, στην Ανατολία -παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να παραμένει συντηρητική- παρατηρούνται βαθύτατες, δομικές αλλαγές. Η τουρκική κοινωνία γίνεται πιο ατομικιστική -ακόμα και στη σχέση της με το Ισλάμ- και πιο κοσμική, όπως αποδείχθηκε και από τον «τουρκικό Μάη του ’68» όπως αποκλήθηκαν οι διαδηλώσεις του Μαΐου-Ιουνίου 2013 στην Κωνσταντινούπολη και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις. Η αυταρχική κεμαλική νεωτερικότητα είχε αποτύχει να ενσωματώσει τους συντηρητικούς και θρησκόληπτους πληθυσμούς της Ανατολίας, ενώ αυτή τη στιγμή γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης μιας νεωτερικότητας «από τα κάτω», η οποία περιλαμβάνει και κοινωνικά στρώματα τα οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση.

    Οι οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν τη δεκαετία του ’80 από τον Τουργούτ Οζάλ -τον σημαντικότερο Τούρκο πολιτικό μετά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ- προσέδωσαν δυναμισμό σε ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, στο εξής, στην Ανατολία, ο συντηρητισμός και η σχέση της μεσαίας τάξης και των επιχειρηματιών με το Ισλάμ αλλάζουν κάτω από την επιρροή του ορθολογισμού που είναι σύμφυτος με τον καπιταλισμό. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι επιπτώσεις του οικονομικού και κοινωνικού ορθολογισμού θα οδηγήσουν στη σταδιακή υποχώρηση του ατομικού και συλλογικού συντηρητισμού. Και το κίνημα Γκιουλέν αποτελεί έναν από τους βασικούς φορείς αυτών των αλλαγών.

    Μπορούμε να κατανοήσουμε τον εκσυγχρονισμό και τις αλλαγές που επήλθαν στη σχέση με το Ισλάμ εξετάζοντάς την από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας των θρησκειών του Μαξ Βέμπερ.8 Πράγματι, το έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου, που κατέδειξε ότι οι κοινωνικές διαδικασίες είναι εκείνες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για τις κατευθύνσεις στις οποίες θα στραφούν οι θεσμοί, τα δόγματα και τα θρησκευτικά σύμβολα, επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις που παρατηρήθηκαν στην τουρκική κοινωνία.

    Στο επίπεδο της πνευματικότητας και της διανόησης, ο Γκιουλέν εμφανίζεται ως ο κληρονόμος του Σαΐντ Νουρσί (1876-1960), του ιδρυτή της αδελφότητας σούφι Nurcu. Ερμήνευσε και επικαιροποίησε τη διδασκαλία του Νουρσί για τη σημασία που έχουν οι σχέσεις ανάμεσα στο Ισλάμ και στη νεωτερικότητα (δηλαδή τον ορθό λόγο και την επιστήμη). Σε αυτήν τη διαδικασία, ενσωμάτωσε επίσης τη δημοκρατική διάσταση, καθώς και μια εντονότερη παρέμβαση στους κόλπους της κοινωνίας, κυρίως στον τομέα της εκπαίδευσης.9 Ο Σερίφ Μαρντίν, κοινωνιολόγος που ασχολήθηκε πολύ νωρίς με τον Νουρσί, ανέλυσε σε βιβλίο του10 το βάθος και την πρωτοτυπία της σκέψης του, την εποχή που το έργο του μυστικιστή ήταν παραγνωρισμένο και ο ίδιος θεωρούνταν από το κράτος και τις ελίτ των αστικών κέντρων φανατικός και επικίνδυνος αντιδραστικός. Ο Μαρντίν απέδειξε ότι η σκέψη του περιλάμβανε μια διάσταση που εντασσόταν σε αυτό που αποκάλεσε «προσωπισμό», ο οποίος ενθάρρυνε τον ατομικισμό των πιστών. Υπογράμμισε επίσης τη διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις για το Ισλάμ: Η πρώτη δογματική και επικεντρωμένη στην πάση θυσία τήρηση της νομιμότητας, στηριζόταν στον «λαό των χαντίθ».11 Αντίθετα, εκείνη που προωθούσαν οι μυστικιστές σούφι, όπως ο Νουρσί και ο Γκιουλέν, έδινε προτεραιότητα στην πνευματικότητα και ενσάρκωνε την ανθρωπιστική πλευρά της θρησκείας.

    Το κίνημα Γκιουλέν αποτελεί άραγε κίνδυνο ή ατού για τη δημοκρατία και την τουρκική κοινωνία; Όσον καιρό θα διατηρείται η επιρροή της σκέψης και της προσωπικότητας του Γκιουλέν, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι θα ισχύσει η δεύτερη υπόθεση. Αντίθετα, ο θάνατος του εβδομηντάχρονου ηγέτη του κινήματος με την εύθραυστη υγεία ενδέχεται να αλλάξει την κατάσταση. Στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας δεν υπάρχει αριστερό κοινωνικό κίνημα, το οποίο να είναι τόσο ισχυρό ώστε να αποτελέσει αντίβαρο στους γκιουλενιστές, όπως εξάλλου δεν υπάρχει αριστερό κόμμα σε θέση να αμφισβητήσει την ηγεμονία του ΑΚΡ ή του κινήματος Γκιουλέν στη μετά τον ιδρυτή του εποχή, το οποίο ενδεχομένως θα επιχειρήσει τότε να κάνει αισθητή την παρουσία του και στην πολιτική σκηνή.

    * Ο Ali Karancigil είναι πολιτικός επιστήμονας, συνδιευθυντής της γεωπολιτικής επιθεώρησης Anatoli, CNRS, Παρίσι.

    1 Helen Rose Ebaugh, «The Gülen Movement: A Sociological Analysis of a Civic Movement Rooted in Moderate Islam», Springer, Ντόρντρεχτ, 2010.

    2 Robert N. Bellah, «La religion civile aux Etats-Unis», Le Débat, n°30, Παρίσι, 1984.

    3 «Les calvinistes islamiques: changement et conservatisme en Anatolie centrale», European Stability Initiative, Βερολίνο – Κωνσταντινούπολη, 2005.

    4 Βλέπε Wendy Kristianasen, «Activisme patronal», Le Monde Diplomatique, Μάιος 2011.

    5 Dileck Yankaya, «La Nouvelle bourgeoisie islamique: le modèle turc», Presses Universitaires de France (PUF), Παρίσι, 2013.

    6 Louis-Marie Bureau, «La Pensée de Fethullah Gülen. Aux sources de l ‘islamisme modéré’», L’ Harmattan, Παρίσι, 2012.

    7 βλέπε Vicken Cheterian, «Chance historique pour les kurdes», Le Μonde diplomatique, Μάιος 2013.

    8 Μαξ Βέμπερ, «Κοινωνιολογία των θρησκειών», Gallimard, συλ. «Tel», Παρίσι, 2006.

    9 Erkan Toguslu (υπό τη διεύθυνσή του), «Société civile, démocratie et islam perspectives du mouvement Gülen», L’ Harmattan, Παρίσι, 2012.

    10 Sarif Mardin, «Religion and Social change in Modern Turkey: The Case of Bediüzzaman Said Nursi», State University of New York Press, συλλογή «SUNY Series in Near Eastern Studies», Όλμπανι, 1989.

    11 Τα χαντίθ είναι τα λόγια που φέρεται να έχουν πει ο προφήτης Μωάμεθ και οι κυριότεροι σύντροφοί του.

    http://www.avgi.gr/article/10807/2324362/to-kinema-nkioulen-ena-tourkiko-ainigma

  6. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=818273

    Η κατάρρευση του «τουρκικού μοντέλου»
    Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται από την τουρκική ηγεσία οι αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας εκτιμά ο διδάκτωρ ανθρωπολογίας του Princeton Νίκος Μιχαηλίδης
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 08:49
    Η κατάρρευση του «τουρκικού μοντέλου»

    11
    emailεκτύπωση

    Δεν είναι σαφές πως θα εξελιχθούν τα πράγματα τους επόμενους μήνες στη γειτονική Τουρκία. Πάντως το ισλαμικό καθεστώς, κατά την πάγια, προσφιλή και λαϊκιστική τακτική του, αναζητά εξωτερικούς εχθρούς και κατηγορεί ευθέως τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως υποκινητές των πρόσφατων γεγονότων. Όποια εξέλιξη και αν υπάρξει, είναι βέβαιο πως το περιβόητο «τουρκικό μοντέλο» έχει χρεωκοπήσει. Τι ήταν όμως αυτό το «τουρκικό μοντέλο;» Για να το κατανοήσουμε πρέπει να ανατρέξουμε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν.

    Η ανεξαρτητοποίηση των κρατών του Καυκάσου και της κεντρικής Ασίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές του 1990, οδήγησε την τουρκική κρατική ηγεσία της εποχής, με την ενθάρρυνση και ενίσχυση Δυτικών κρατών, να πιστέψει ότι μπορεί να ενώσει αυτές τις χώρες κάτω από τουρκική ηγεμονία, να τις απομακρύνει από την ρωσική σφαίρα επιρροής και να τις φέρει εγγύτερα στην φιλελεύθερη Δύση. Επρόκειτο για μια νέα αναβίωση του οράματος του παντουρκισμού που εύκολα το διέκρινε κανείς στη δημόσια ρητορική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας και των δυτικών και τουρκικών ΜΜΕ αλλά και σε ακαδημαϊκές μελέτες καθώς και στις δραστηριότητες των τουρκικών δικτύων επιρροής σε αυτές τις κοινωνίες. Οι τουρκικές γραφειοκρατικές και πολιτικές ελίτ θεώρησαν ότι με αυτό τον τρόπο η χώρα τους θα κατάφερνε να αναδειχθεί σε γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ασίας, ενισχύοντας τον ρόλο της ως ενός αυτόνομου διεθνούς πόλου εξουσίας και οικονομίας που όμως συνεργάζεται με την Δύση.

    Κεντρικό στοιχείο αυτής της πολιτικής στρατηγικής υπήρξε η καλλιέργεια και η διασπορά του μύθου περί ενός υποτιθέμενου «τουρκικού μοντέλου» διακυβέρνησης και οικονομίας το οποίο θα αποτελούσε πρότυπο για τις πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένες χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ. Ο μύθος του τουρκικού μοντέλου, αποκρύπτοντας τον μιλιταριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος της Τουρκίας, παρουσίαζε την χώρα αυτή ως εκκοσμικευμένη, δημοκρατική και φιλελεύθερη! Επιπλέον τονιζόταν η υποτιθέμενα «κοινή καταγωγή» των κατοίκων της Τουρκίας με αυτούς των χωρών της κεντρικής Ασίας. Σε τμήματα της ελίτ και του πληθυσμού των χωρών αυτών καλλιεργήθηκε επίσης η προσδοκία ότι το μέλλον τους βρίσκεται στην περαιτέρω απομάκρυνση από την ρωσική επιρροή και στην ένταξη τους σε αυτόν τον παντουρκικό συνασπισμό.

    Παρά τα τεράστια ποσά και την ενέργεια που επενδύθηκε, αυτό το γεωπολιτικό project απέτυχε παταγωδώς. Οι ιδιαιτερότητες των κοινωνιών της περιοχής από την μια και οι σοβαρές εγγενείς αδυναμίες της Τουρκίας από την άλλη, τις οποίες οι αρμόδιοι σε χώρες του δυτικού κόσμου απέτυχαν να κατανοήσουν, δεν ευνόησαν την επιτυχή έκβαση αυτής της στρατηγικής. Η Ρωσία επέστρεψε δυναμικά στις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ και τις ενέταξε στη νέα σφαίρα επιρροής της. Η δε μεγαλοιδεατική τουρκική ηγεσία και οι επιχειρηματίες της αρκέστηκαν σε μερικά συμβόλαια, κυρίως στον κλάδο των κατασκευών. Η Δύση είχε επενδύσει σε ένα κουτσό και αλαζονικό άλογο. Το τουρκικό μοντέλο απέτυχε παταγωδώς στην κεντρική Ασία και στον Καύκασο.

    Μερικά χρόνια αργότερα ο μύθος περί τουρκικού μοντέλου, ελαφρώς τροποποιημένος, επανήλθε στη διεθνή συζήτηση με την άνοδο του ισλαμικού ΑΚΡ στην εξουσία το 2002. Οι New York Times εκθείαζαν τον Ρ.Τ Ερντογάν και το κόμμα του ως το ιδανικό πολιτικό μοντέλο που συνδυάζει το Ισλάμ με την φιλελεύθερη δημοκρατία και την ελεύθερη αγορά. Διεθνή think tanks, δημοσιογράφοι, αναλυτές και κάθε είδους δημοσιολογούντες προπαγάνδιζαν υπέρ του τουρκικού μοντέλου του «σουνιτικού ισλαμικού φιλελευθερισμού» προωθώντας το παράλληλα προς τις Αραβικές κοινωνίες ως πρότυπο προς μίμηση.

    Η Τουρκία υπό τον Ερντογάν ανέπτυξε εκτεταμένα δίκτυα συνεργασίας και επιρροής στα κατά τόπους σουνιτικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα επιχειρώντας να τα θέσει υπό την ηγεμονία και τον έλεγχό της. Στρατηγική της επιδίωξη ήταν η δημιουργία μιας δικής της αυτόνομης σφαίρας επιρροής στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο. Το ιδεολόγημα του τουρκικού ισλαμικού φιλελευθερισμού επιχειρήθηκε επίσης να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την αποριζοσπαστικοποίηση των διαφόρων αντιδυτικών ισλαμικών κινημάτων στη βόρεια Αφρική και στην Μέση Ανατολή αλλά και ως αντίβαρο στην επιρροή του σιιτικού Ιρανικού μοντέλου που συνδύαζε τον κορπορατισμό με την ισλαμική επανάσταση και την αντιδυτική ρητορική.

    Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, στο εσωτερικό μέτωπο, η ισλαμική ηγεσία του ΑΚΡ επιχείρησε να κάνει ελεγχόμενα ανοίγματα προς το κουρδικό κίνημα προκειμένου να το ενσωματώσει διά του Ισλάμ, να δαμάσει και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης του εθνοτικού αποσχιστικού του χαρακτήρα. Επιπλέον περιθωριοποίησε εκείνες τις ομάδες εντός του στρατεύματος που αντιτάσσονταν σε αυτή την νέα πολιτική στρατηγική του ενιαίου Ισλάμ υπό τουρκική ηγεμονία. Τα οικονομικά ανοίγματα και η έστω και με δανεικά ευμάρεια που δημιούργησε το ΑΚΡ ενίσχυσαν σημαντικά τα κοινωνικά του ερείσματα σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας και ενδυνάμωσαν την πολιτική του ηγεμονία. Έτσι πιστωτικές κάρτες, Αλλάχ και υποσχέσεις εκδημοκρατισμού είχαν καταστήσει τον Ρ.Τ Ερντογάν αδιαφιλονίκητο ηγέτη.

    Πολλοί, ακόμα και στην Ελλάδα, έχουν αφελώς χαρακτηρίσει τον ισλαμιστή πολιτικό και το κόμμα του ως δύναμη μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού, υιοθετώντας άκριτα την επίσημη τουρκική προπαγάνδα και την αγγλόφωνη βιβλιογραφία για το θέμα. Δεν έλαβαν όμως υπόψη τους ότι στα δεκατέσσερα χρόνια της παραμονής του στην εξουσία το ΑΚΡ απέφυγε επιμελώς και με πολλαπλές δικαιολογίες και καθυστερήσεις να προβεί σε ουσιαστική συνταγματική μεταρρύθμιση. Έτσι η υποτιθέμενα δημοκρατική κυβέρνηση Ερντογάν κυβερνούσε χωρίς ενδοιασμούς την χώρα με το σύνταγμα που επέβαλλε ο δικτάτορας στρατηγός Κενάν Εβρέν στις αρχές του 1980. Ενώ υπήρχε μια πλειοδοσία δημοκρατικής και μεταρρυθμιστικής ρητορικής όλα αυτά τα χρόνια, λίγα έγιναν στην πράξη. Ακόμα και τα περιβόητα δημοκρατικά ανοίγματα που κατά καιρούς πομπωδώς ανακοινώνονταν προς τους ετερόδοξους πολυάριθμους αλεβιτικούς πληθυσμούς της χώρας αλλά και προς τους Κούρδους και κάθε είδους μειονότητα, απεδείχθησαν πολιτικοί τακτικισμοί του ΑΚΡ που στόχευαν στο να αποδυναμώσει την δημοκρατική αντιπολίτευση.

    Ουσιαστικά το ισλαμικό ΑΚΡ σε σημαντικό βαθμό οικειοποιήθηκε τα αιτήματα και την ρητορική των δημοκρατικών και φιλελεύθερων δυνάμεων της χώρας προκειμένου να εδραιώσει την δική του ηγεμονία και ισλαμική ατζέντα, να εμφανιστεί ως η μόνη ρεαλιστική μεταρρυθμιστική δύναμη και να αποδυναμώσει τα κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα που επεδίωκαν τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό. Η καλά σχεδιασμένη αυτή οικειοποίηση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας και των σχετικών εννοιών οδήγησε τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις σε προσωρινό αδιέξοδο.

    Τουρκικό πολιτικό Ισλάμ

    Σημαντικό κανάλι εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών υπήρξε και το εκτεταμένο εσωτερικό και διεθνές δίκτυο του Τούρκου θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πριν από δεκαετίες, αλλά ενδυναμώθηκε κυρίως από την στρατιωτική δικτατορία του Εβρέν το 1980. Εκείνη την περίοδο το στρατιωτικό καθεστώς, θορυβημένο από την άνοδο της επιρροής της Αριστεράς, κυρίως στη νεολαία, άρχισε να χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως αντίδοτο κατά του μαρξισμού. Έτσι οι στρατιωτικοί αύξησαν κατακόρυφα τις δαπάνες για την κατασκευή ισλαμικών τεμενών ενώ επιπλέον διευκόλυναν και ενίσχυσαν την δραστηριότητα διαφόρων ισλαμιστικών δικτύων εντός της χώρας, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

    Ο Γκιουλέν εξέφραζε μια περισσότερο ήπια ερμηνεία και εφαρμογή του Ισλάμ, ανοιχτή στη φιλελεύθερη οικονομία και στη συνεργασία με την Δύση. Από την άλλη οι ιδεολογικές ρίζες του Ρ.Τ. Ερντογάν βρίσκονται στο σκληρά αντιδυτικό Ισλάμ που εκφράζεται στην Τουρκία μέσα από την οργάνωση Milli Görüş (Εθνική Οπτική) και τον ιστορικό της ηγέτη Νετζμεντίν Ερμπακάν ο οποίος υποστήριζε την ανεξαρτησία του Ισλαμικού κόσμου υπό τουρκική ηγεσία και τον σφοδρό ανταγωνισμό με την Δύση.

    Οι δύο σχολές κατανόησης και βίωσης της ισλαμικής θρησκείας και τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που ενέπνευσαν στην Τουρκία, είχαν πολύ συχνά ανταγωνιστικές σχέσεις. Ενώ το Γκιουλενικό Ισλάμ συντάχθηκε αρκετές φορές με τους κατά καιρούς πραξικοπηματίες του στρατού, το ρεύμα που εξέφραζε ο Νετζμεντίν Ερμπακάν βρέθηκε υπό πίεση και ενίοτε υπό διωγμό.

    Ήταν άλλωστε ο Ερμπακάν ο πρώτος ισλαμιστής ηγέτης που έγινε πρωθυπουργός και τον οποίο οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας αποκαθήλωσαν από την εξουσία το 1997. Η απόσχιση του Ερντογάν και μιας ηγετικής ομάδας από την επιρροή και το κόμμα Ερμπακάν και η ίδρυση του ΑΚΡ άνοιξαν μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία που το οδήγησαν στην εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμαχία Γκιουλέν-Ερντογάν γέννησε το υποτιθέμενο «ήπιο Ισλάμ» ευνοώντας και τους δύο προσωπικά, ενώ υπήρξε ζημιογόνα για τις φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.

    Όμως παρά τις προσπάθειες των σχεδιαστών και υποστηρικτών του νέου τουρκικού «ισλαμικού φιλελευθερισμού» και την αρχική σύμπνοια και συνεργασία, μια σειρά από εξελίξεις οδήγησαν στο σπάσιμο αυτής της εσωτερικής συμμαχίας και στην αποδόμηση του τουρκικού ισλαμικού μοντέλου.

    Οι αλλαγές στον διεθνή περίγυρο της Τουρκίας, ειδικά η κατάρρευση των Ισλαμικών κυβερνήσεων που είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά την λεγόμενη Αραβική άνοιξη, κατέστησαν το τουρκικό σουνιτικό μοντέλο άνευ νοήματος και ξεπερασμένο, γεγονός που συνέβαλε στην απώλεια της τουρκικής ηγεμονίας σε αυτές τις χώρες.

    Επιπλέον η αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας, η αυξανόμενη νομιμοποίηση του ΡΚΚ λόγω του αγώνα εναντίον του ΙΣΙΣ, η τάση απομάκρυνσης τμημάτων της νεολαίας του Αλεβιτικού πληθυσμού από τα συστημικά κόμματα και η προσέγγιση τους με το αντισυστημικό και φιλοκουρδικό HDP, καθώς και οι σοβαρές ενδοσουνιτικές τριβές, ανταγωνισμοί, φαινόμενα διαφθοράς και διάσταση απόψεων που δημιούργησαν κρίση νομιμοποίησης του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, προκάλεσαν πανικό στα ηγετικά κλιμάκια του κράτους και της γραφειοκρατίας που θεώρησαν ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος της χώρας.

    Έτσι από το καλοκαίρι του 2015 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρα πλέον ορατή μια πολιτική συμμαχία που περιλαμβάνει το εθνικιστικό Ισλάμ του Ρ.Τ Ερντογάν, τους κεμαλιστές στρατηγούς, την εθνικιστική κεμαλική αριστερά και τμήματα της ακροδεξιάς.

    Μετά και την πρόσφατη, αποτυχημένη, απόπειρα ανατροπής του, ο Ρ.Τ.Ερντογάν απάντησε με λιγότερη δημοκρατία. Κήρυξε την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε να εκκαθαρίζει στο εσωτερικό όλα τα δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν ενώ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να αποδυναμώσει κάθε αντισυστημική φωνή της κουρδικής και φιλελεύθερης αντιπολίτευσης την οποία επίσης κατηγορεί ως συνεργάτη της Δύσης.

    Επιπλέον αναβαπτίζεται στα μάτια κυρίως των οπαδών του ως «υπερασπιστής της δημοκρατίας» πράγμα ιδιαίτερα προβληματικό και επικίνδυνο. Η αντιδυτική δημόσια ρητορική και προπαγάνδα έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ αλλά και του «συστήματος Τουρκία» γενικότερα.

    Φιλοκυβερνητικός δημοσιογράφος αποκάλυψε μάλιστα πρόσφατα, σε μεγάλη τουρκική εφημερίδα, πως η Τουρκική κρατική ηγεσία επεδίωξε την ένταξη και συνεργασία της χώρας με δυτικούς θεσμούς τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ προκειμένου να αποφύγει επιθέσεις από την Δύση και να κερδίσει χρόνο ώστε να ανασυνταχθεί και στη συνέχεια να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία στις διεθνείς της σχέσεις.

    Τι είδους αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας θα κάνει η τουρκική ηγεσία είναι κάτι που αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι πάντως βέβαιο ότι τους τελευταίους μήνες η Τουρκία απώλεσε το μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο που διέθετε ως χώρα που υποτίθεται ότι συνδύαζε το λεγόμενο ήπιο Ισλάμ με την ελεύθερη οικονομία και το δημοκρατικό καθεστώς. Εκεί που ηγεμονικά επεδίωκε συμφέρουσες για αυτήν λύσεις σε μεγάλα διεθνή προβλήματα στην ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία μετατράπηκε σε μέρος του προβλήματος.

    *Ο Νίκος Μιχαηλίδης είναι διδάκτωρ ανθρωπολογίας του Princeton και έχει διεξάγει πολυετή επιτόπια έρευνα στην Τουρκία.

  7. Γιατί τα F-16 δεν κατέρριψαν το αεροσκάφος του Ερντογάν
    Posted on Αυγούστου 5, 2016 by Δ.-Ι.

    Η κατάρριψη του αεροσκάφους που επέβαινε ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της απόπειρας πραξικοπήματος απέτυχε γιατί τα F-16 με τους πραξικοπηματίες ξέμειναν από καύσιμα, αναφέρει σε δημοσίευμα της η τουρκική εφημερίδα Yeni Safak, το οποίο επικαλείται η Hurriyet.

    Συγκεκριμένα μετά την έκκληση του Ερντογάν στους Τούρκους πολίτες να κατέβουν στους δρόμους για να αποφευχθεί το πραξικόπημα επιβιβάστηκε σε αεροσκάφος με σκοπό να πάει στην Κωνσταντινούπολη.
    Ο διοικητής Murat Selçuk Çol ετοίμασε το αεροσκάφος του Τούρκου Προέδρου υπό άκρα μυστικότητα, ενώ οι πιλότοι απέτρεψαν τη διαρροή πληροφοριών της πτήσης του Ερντογάν στους πραξικοπηματίες.
    Όταν το πλήρωμα του αεροσκάφους του Ερντογάν ενημερώθηκε για την απογείωση των F-16 άλλαξε πορεία και έκανε προληπτικά κύκλους για περίπου μισή ώρα πάνω από την περιοχή Πάνορμο.
    Σύμφωνα με την φιλοκυβερνητική Yeni Safak, τα F-16 μη έχοντας επάρκεια καυσίμων αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη βάση για ανεφοδιασμό.

    https://national-pride.org/2016/08/05/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CF%84%CE%B1-f-16-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CF%81%CE%B9%CF%88%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BF/

  8. […] Ερντογάν έρχεται τώρα -μετά την αποτυχία του κεμαλικού πραξικοπήματος– να αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: