Ατατούρκ: Ο τζιχαντιστής που κατέστρεψε τη Σμύρνη

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

To θέμα της χρήσης θρησκευτικών στοιχείων στον πόλεμο του τουρκικού εθνικισμού κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων, αλλά και της προσωπικής ευθύνης του Μουσταφά Κεμάλ πασά (που έλαβε το προσωνύμιο Ατατούρκ, ήτοι γεννήτωρ των Τούρκων), είναι το θέμα των Σελίδων Ιστορίας στην  «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», της 31ης Αυγούστου 2014

th

Ατατούρκ: Ο τζιχαντιστής που κατέστρεψε τη Σμύρνη

.
Του Βλάση Αγτζίδη (*)
.

«Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.τ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκο). Γύρω γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στην χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου….»

(Μαρτυρία Ελένης Καραντώνη για τη σφαγή της Σμύρνης -από το δίτομο “Έξοδος“ του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών)

 Ο Ατατούρκ ατενίζει τη λεία του. Ενα χολιγουντιανής έμπνευσης και κατασκευής γλυπτό με το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ έχει στηθεί πάνω από τη σύγχρονη Σμύρνη

Ο Ατατούρκ ατενίζει τη λεία του.
Ένα χολιγουντιανής έμπνευσης και κατασκευής γλυπτό με το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ έχει στηθεί πάνω από τη σύγχρονη Σμύρνη

Οι εικόνες από τα κομμένα κεφάλια των «άπιστων» χριστιανών, σιιτών ή γεζίντι από τους φανατικούς σουνίτες του ISIS, έχουν προκαλέσει τον αποτροπιασμό του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου. Η οργάνωση αυτή των φανατικών επιχειρεί ήδη την ίδρυση Ισλαμικού Χαλιφάτου στην περιοχή που βρίσκεται μεταξύ Ιράκ και Συρίας και χρησιμοποιεί ακραίες μεθόδους για να επιτύχει την επιβολή του Νόμου του Προφήτη. Ενδιαφέρον όμως έχει η έκπληξη που έχουν προκαλέσει οι μέθοδοι αυτοί στους Δυτικούς, αλλά και σε πλήθος Νεοελλήνων.

Το κόψιμο των κεφαλιών των αντιπάλων υπήρξε μια αγαπημένη μέθοδος που ουδόλως είχε προκαλέσει τέτοια αγανάκτηση σε παλαιότερους καιρούς. Οι Δυτικοί, όπως και οι Σοβιετικοί, με ικανοποίηση είδαν το Σεπτέμβρη του ’22 το αιματηρό –μεσαιωνικού τύπου- τέλος του πολέμου στην Ανατολή,  εφόσον ικανοποιούσαν τα οικονομικά και γεωπολιτικά τους σχέδια. Καμιά αντίδραση δεν υπήρξε για τη σφαγή της Σμύρνης και όλης της ιωνικής παραλίας μετά τη νίκη των κεμαλικών επί του ελληνικού στρατού. Παρόμοια υπήρξε η αφωνία τους για τον αφανισμό των ελληνικών και αρμενικών κοινοτήτων του Πόντου και της Βιθυνίας, που είχε προηγηθεί. Ίδια ήταν και η αδιαφορία τους το 1915, όταν σε λίγους μήνες οι Νεότουρκοι εθνικιστές εξόντωσαν το ιστορικό αρμενικό έθνος.  Οι ευθύνες των Δυτικών για τις Γενοκτονίες που συνέβησαν στην Ανατολή περιγράφονται ξεκάθαρα από τον μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο και αργότερα αρχιεπίσκοπο Αθηνών: Με την ένοχη συμμετοχή δύο μεγάλων δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη από τους Νεότουρκους ολόκληρον έθνος, το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων απεσπάσθησαν βιαίως των εστιών τους και απέθανον εις την εξορία. Με την ένοχη συμμετοχή των συμμαχικών Χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922, το εθνικό κίνημα των Τούρκων υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, συνεπλήρωσε το έργο των Νεοτούρκων“.

Όσον αφορά το νεοελληνικό κόσμο και ειδικά τον συντηρητικό, η εξοικείωσή του με τα κομμένα κεφάλια των αντιπάλων ήταν παλιότερα δεδομένη. Η πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωση ήταν τα κομμένα κεφάλια του Άρη Βελουχιώτη και του Τζαβέλα, κρεμασμένα  στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων: «Γύρω από τα κρεμασμένα κεφάλια οι παρακρατικοί βάραγαν νταούλια και κέρναγαν από νταμιζάνες κρασί» γράφει ο Χαριτόπουλος. Η «τεχνική» αυτή αυτή κορυφώθηκε την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας, που οδήγησε στον Εμφύλιο, όταν συγκροτήθηκαν οι παρακρατικές ομάδες  των βασιλοφρόνων κυνηγών κεφαλών.

Ας επιστρέψουμε στην Ανατολή

Το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου τον Αύγουστο του 1922, υπήρξε το επιστέγασμα μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που ξεκίνησε το 1908 στη Θεσσαλονίκη με την κατάληψη της οθωμανικής εξουσίας από τη νεοτουρκική ακροδεξιά και οδήγησε στην αιματηρή μετατροπή του μεγαλύτερου μέρους της Αυτοκρατορίας σε τουρκικό έθνος-κράτος. Τα θύματα αυτής της διαδικασίας ήταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί (Έλληνες, Αρμένιοι, Ασσυροχαλδαίοι).

Κύριος πρωταγωνιστής της τελευταίας φάσης της σύγκρουσης (1919-1922) ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ πασά. Ένας ευφυής εθνικιστής στρατιωτικός, μέλος της ακραίας οργάνωσης «Ένωση και Πρόοδος» που ευθυνόταν για τις Γενοκτονίες που είχαν διαπραχθεί την περίοδο του πολέμου. Μετά την ήττα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κεμάλ αποφάσισε να αυτονομηθεί για να ανατρέψει προς όφελος του τουρκικού εθνικισμού τη μορφή που θα έπαιρνε ο μετα-οθωμανικός κόσμος. Η συγκυρία βοήθησε την υλοποίηση των σχεδίων του. Ο φιλο-νεοτουρκικός αμοραλισμός του Λένιν, η αντι-ελληνική στάση των Ιταλών, αλλά και της Γαλλίας στη συνέχεια, η απόσυρση των ΗΠΑ  από τις ευρωπαϊκές υποθέσεις συνδυασμένες με τις εσωτερικές συγκρούσεις του ελληνικού κόσμου, τη διάσπαση σε αντιπολεμικούς μοναρχικούς και επιπόλαιους βενιζελικούς, τον ντεφετισμό του παλαιοελλαδικού Κομμουνιστικού Κόμματος και τη ρατσιστική στάση της ελληνικής μοναρχίας απέναντι στους Έλληνες της Ανατολής, οδήγησαν σε μια απρόβλεπτη και συντριπτική Καταστροφή.

Εικόνα από την πυρκαγιά της Σμύρνης, όπως φωτογραφήθηκε από τους απαθείς παρατηρητές των Δυτικών πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι

Εικόνα από την πυρκαγιά της Σμύρνης, όπως φωτογραφήθηκε από τους
απαθείς παρατηρητές των Δυτικών πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι

Το κεμαλικό Τζιχάντ

Ο Μουσταφά Κεμάλ προερχόταν από το χώρο των κοσμικών Τούρκων εθνικιστών, που είχαν αποφασίσει από πολύ νωρίς να καταστρέψουν την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη θέση της να οικοδομήσουν ένα τουρκικό έθνος-κράτος απαλλαγμένο από τις μειονότητες. Κατά την αρχική περίοδο της αυτονόμησής του από την Υψηλή Πύλη (Μάιος 1919) οι σουλτανικοί θα τον χαρακτηρίσουν αρνησίθρησκο και αιρετικό και θα τον θέσουν εκτός του νόμου. Σ’ όλη την Ανατολία θα ξεσπάσουν αντικεμαλικά κινήματα ως αντίδραση στη σκληρή φορολογία που επέβαλαν οι νέες κεμαλικές αρχές της  Άγκυρας. Ως αντίδραση στις εξεγέρσεις αυτές αλλά και στην απόρριψη από την σουλτανική εξουσία, ο Μουσταφά Κεμάλ θα ενδυθεί υποκριτικά το ένδυμα του πιστού μουσουλμάνου. Ο βιογράφος του Πολ Ντιμόντ αναφέρει «Ύστερα από την άφιξή του στην Ανατολία, προσπαθούσε να εμφανίζεται ως τέλειος μουσουλμάνος και να διατηρεί καλές σχέσεις με τους ανθρώπους της θρησκείας. Δημόσιες προσευχές και ιεροτελεστίες στα τεμένη, συνόδευαν καθεμιά απ΄τις μεγάλες στιγμές στην επαναστατική του πορεία. Σταδιακά κέρδισε πολυάριθμα στηρίγματα στους κόλπους του μουσουλμανικού ιερατείου….«

Στις 23 Απριλίου 1920 θα λάβει χώρα η εναρκτήρια συνεδρίαση της αυτοαποκαλούμενης εθνικιστικής Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης στην Άγκυρα. Η αίθουσα της συγκέντρωσης ήταν μακρόστενη, διακοσμημένη με τις πράσινες σημαίες του Ισλάμ και με στίχους από το Κοράνι. Πλάι στην κεντρική αίθουσα υπήρχε αίθουσα προσευχής με αναλόγια και τάπητες στραμμένα προς την Μέκκα. Ο βιογράφος του Κεμάλ κάνει την εξής  περιγραφή: «Πριν την έναρξη, οι βουλευτές συγκεντρώθηκαν στο τέμενος Χατζή Μπαϊραμ και προσευχήθηκαν. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το κτίριο της Εθνοσυνέλευσης με τις σημαίες και τα ιερά κειμήλια μπροστά. Εκεί παρακολούθησαν την ανάγνωση ολόκληρου του Κορανίου και το κήρυγμα του Μπουχαρί, που αναφερόταν στις παραδόσεις του Προφήτη. Παράλληλα σφάζονταν αρνιά. Ακολούθησε ένα κήρυγμα σχετικά με τη θρησκευτική σημασία του εθνικού αγώνα και στη συνέχεια προσευχές για τη σωτηρία του Χαλίφη και της πατρίδας. Στο τέλος οι βουλευτές παρακολούθησαν τον ύμνο ‘Μεβλούντ» του Σουλεϊμάν Τσελεμπί,  για τη γέννηση του Μωάμεθ. Ο Ύμνος αυτός ψάλλεται σ’ όλες τις εξαιρετικές περιπτώσεις».

Ο ευφυής Κεμάλ αφού κήρυξε Ιερό Πόλεμο (Τζιχάντ-Jihad) κατά των «άπιστων» μειονοτικών Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυροχαλδαίων, κατάφερε να παρουσιαστεί ως ο μόνος πραγματικός υπερασπιστής του σουνιτικού Ισλάμ. Στη συνέχεια μπόρεσε να σύρει και τους σοβιετικούς σε μια άνευ όρων βοήθεια προς το εθνικιστικό του κίνημα εκμεταλλευόμενος τις φοβίες του Λένιν, την περιφρόνησή του για τα δικαιώματα των λαών και των μειονοτήτων και το σύνδρομο της διατήρησης της εξουσίας του. Ο Μουσταφά Κεμάλ έλεγε το καλοκαίρι του ’20 σε μια γαλλική εφημερίδα: «Έχω ολόκληρο το Ισλάμ πίσω μου κι έχω στο πλάι μου ένα σύμμαχο, ακόμα πιο μεγάλο που μου δίνει το χέρι».   Το κεφάλαιο της σοβιετοτουρκικής συνεργασίας, που είναι πολύ μεγάλο και σύνθετο, θα αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης διαπραγμάτευσης στις Σελίδες Ιστορίας της «Ε».

Mετά την πρώτη του νίκη κατά του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1921 o Μουσταφά Κεμάλ ανακηρύχθηκε σε Gazi (Γαζί), δηλαδή «Νικητή του Ισλάμ». Τότε είχε καταφέρει με πολύ μεγάλη δυσκολία να αποκρούσει την ελληνική επίθεση προς την Άγκυρα και να περιορίσει τον ελληνικό στρατό στην αριστερή όχθη του Σαγγάριου ποταμού.  Ο τιμητικός τίτλος του Gazi είναι η υπέρτατη αμοιβή που αποδίδεται στους γενναιότερους μαχητές του Ισλάμ.

Η καταστροφή της Γκιαούρ Ιζμίρ

Ο στόχος του Μουσταφά Κεμάλ ήταν να δημιουργήσει ένα καθαρό τουρκικό εθνικιστικό κράτος απαλλαγμένο πάση θυσία  από τις μειονότητες. Ο Νίκος Ψυρούκης κατατάσσει το κεμαλικό κίνημα στα φασιστικά κινήματα του μεσοπολέμου. [“Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μας πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού… Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών.” (Ν.Ψ. Μικρασιατική Καταστροφή…, σ. 224 ]

Στο πλαίσιο αυτό οργανώθηκε και η εκκαθάριση της ιωνικής παραλίας μετά τη νίκη επί του ελληνικού στρατού.  Σύμφωνα με τον Τούρκο δημοσιογράφο Emre Akyoz, ο Μουσταφά Κεμάλ ανέθεσε το έργο αυτό στο σκληρό Νεότουρκο Νουρεντίν πασά, ο οποίος επέτρεψε τη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού και οργάνωσε την πυρπόληση της πόλης. Ο Akyoz υποστηρίζει ότι η εξόντωση των Ελλήνων τον Σεπτέμβρη του 1922 είχε όλα τα χαρακτηριστικά της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915, δηλαδή προγραμματισμό και άσκηση άμεσης βίας. Η καλύτερη ομολογία για την ευθύνη των υψηλών κλιμακίων του τουρκικού εθνικισμού στην καταστροφή της Σμύρνης είναι η αναφορά του στελέχους του κεμαλικού εθνικιστικού κινήματος Falih Rifki Atay, ο οποίος στο βιβλίο του «Cankaya» ρωτά σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη;». Και απαντά: «Γιατί φοβηθήκαμε ότι αν έμεναν τα κτήρια στη θέση τους, δεν θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από τις μειονότητες…».

Η εικόνα που έδωσε ο δημοσιογράφος Chater Melville του περιοδικού «The National Geographic» για την τραγωδία της Σμύρνης εκείνες τις μέρες του Σεπτέμβρη του ’22 -και ανέδειξε σε άρθρο της η Αρετή Τούντα Φεργάδη- είναι η εξής: «μπροστά σ’ αυτό τον εφιάλτη των 300.000 ψυχών που ποδοπατιούνταν στην προκυμαία χωρίς ελπίδα διαφυγής απ’ τον κλοιό της φωτιάς και της θάλασσας, οι περιγραφές του εμπρησμού της Τροίας ωχριούσαν».

[Είναι αλήθεια ότι αγνοώντας την πραγματικότητα, πολλοί Νεοέλληνες θεωρούν τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ ως «δημοκρατικούς» και θετικούς παράγοντες και προτάσσουν το γεγονός των εγκλημάτων πολέμου για να δικαιολογήσουν τη σφαγή της Σμύρνης και να αρνηθούν τις Γενοκτονίες που διαπράχτηκαν εκεί κατά των μειονοτήτων. Ευτυχώς όμως οι προοδευτικοί Τούρκοι ερευνητές αποκαλύπτουν τον αντιδραστικό και αντιμειονοτικό χαρακτήρα τόσο των Νεότουρκων όσο και των Κεμαλικών. Η Pervin Erbil  ιστορικός και Κοινωνική Ανθρωπολόγος, γράφει για τα κίνητρα της εξόντωσης των χριστιανικών κοινοτήτων: «….Οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν πράξη εκδίκησης αφού ξεκίνησαν πριν από τουλάχιστον πέντε χρόνια από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Εξάλλου η εκκαθάριση είναι μέσα στο πρόγραμμα της οργάνωσης (σ.τ.σ των Νεότουρκων) «Ένωση και Πρόοδος»….»]

 

Χαρακτηριστική εικόνα από τη σφαγή Ελλήνων και Αρμενίων

Οι ελλαδικές ευθύνες για τη σφαγή

Πρέπει να σημειωθεί ότι τον χριστιανικό πληθυσμό  της Σμύρνης (ελληνικό και αρμενικό) εγκατέλειψαν συνειδητά στο έλεος του κεμαλικού στρατού οι ελληνικές αρχές κατοχής: “Για να μην δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα“, όπως ζητούσε ο Δημήτριος Γούναρης, και υλοποιούσε ο αρμοστής της Ελλάδας στην Ιωνία Αριστείδης Στεργιάδης. Ουσιαστικά ο Γούναρης και η κυβέρνησή του παρέδωσαν τον ελληνισμό της Ιωνίας στα τουρκικά εθνικιστικά στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ  και με μια έννοια είναι συνυπεύθυνοι για τη σφαγή που επακολούθησε.

Της  αντιμικρασιατικής και απάνθρωπης αυτής στάσης, είχαν προηγηθεί και άλλα γεγονότα που αποδείκνυαν το μικρό ενδιαφέρον των βασιλικών και του Λαϊκού Κόμματος για τη μοίρα των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολής:

-κατ’ αρχάς, η πλήρης εγκατάλειψη του Πόντου και του δυναμικού ελληνικού αντάρτικου που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας το Νοέμβρη του ΄20,

-η απόρριψη της πρότασης των ηγετών του μικρασιατικού ελληνισμού (Μικρασιατική Άμυνα) για δημιουργία ντόπιου μικρασιατικού στρατού με στόχο την προστασία του σαντζακίου Σμύρνης και την ανακήρυξη Μικρασιατικού κράτους στα ιωνικά παράλια,

-η απαγόρευση δημιουργίας ελληνικών πολιτοφυλακών στην Ιωνία και τέλος

-η νομοθετική απαγόρευση εξόδου των πληθυσμών από την περιοχή -που ήδη σκέφτονταν να εγκαταλείψουν- με το νόμο 2870/Ιούλιος 1922.

 

Μια ερμηνεία

Η ακραία συμπεριφορά του τουρκικού εθνικισμού απέναντι στους άμαχους χριστιανικούς πληθυσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με την κατανόηση της ταξικής του θέσης. Ο κεμαλισμός, όπως και οι νεότουρκοι λίγο πιο πριν, εξέφραζαν τα προαστικά στρώματα της οθωμανικής κοινωνίας -γραφειοκρατικά, μιλιταριστικά και φεουδαρχικά-  που βρίσκονταν σε μια θανάσιμη αντιπαράθεση με τα ανερχόμενα προοδευτικά αστικά στρώματα των οθωμανικών πόλεων, τα οποία στο μεγαλύτερο βαθμό απαρτίζονταν από πολίτες που προέρχονταν από τις χριστιανικές οθωμανικές κοινότητες. Παράλληλα,  τα προαστικά αυτά στρώματα χαρακτηρίζονταν από ελιτίστικα αντιλαϊκά συναισθήματα, τα οποία ενισχύονταν ακόμα περισσότερα από την ισλαμική υπεροψία και το θρησκευτικό ρατσισμό.

Ο σημαντικός Τούρκος Πολιτικός Επιστήμονας Fikret Başkaya αναφέρει για το χαρακτήρα του κεμαλισμού και του κοσμικού τουρκικού κράτους: «Στη πραγματικότητα, η ρεμπουπλικανική Τουρκία αντιμετώπιζε ανέκαθεν τις λαϊκές μάζες με μια αποικιοκρατική οπτική γωνία. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε μ’ ένα περίεργο φαινόμενο αυτοαποικιοκρατίας. Αν θέλουμε να το πούμε διαφορετικά, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιάζουσα αποικιοκρατική διεργασία. Αυτή η αυτοαποικιοκρατία έχει ριζικές διαφορές από τη συνήθη αποικιοκρατία και παρουσιάζει την πρωτοτυπία να έχουν οι αποικιοκράτες την ίδια θρησκεία με τους αποίκους…»

———————————————

(*) Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός https://kars1918.wordpress.com/

fire39

Advertisements

33 Σχόλια

  1. Γιωρίκας on

    «Ζέρβα μ΄ σε θέλει ο βασιλιάς»

    Το νήμα της ζωής του Αρη Βελουχιώτη κόπηκε στις 15 Ιουλίου 1945.
    Ο ηγέτης του ΕΛΑΣ είχε καταγγείλει τη Συμφωνία της Βάρκιζας και είχε έρθει σε ρήξη με το ΚΚΕ και την ηγεσία του ΕΑΜ. Διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο ένοπλος αγώνας και μετά την αποχώρηση των ναζί, αυτήν τη φορά εναντίον του εξαρτημένου από τη Βρετανία μεταπελευθερωτικού καθεστώτος. Οι θέσεις αυτές προκάλεσαν την αντίδραση της κυβέρνησης αλλά και του επιτελείου του ΚΚΕ, που τελικά τον αποκήρυξε.
    Η υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη κομματική ηγεσία έκανε λόγο για τυχοδιωκτικό και ύποπτο στοιχείο. Εριξε το σύνθημα «Ούτε φαΐ ούτε νερό στον Αρη». Τον διέγραψε και η διαγραφή του δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα με το τραγικό τέλος του, στη Μεσούντα της Αρτας, κοντά στον Αχελώο.
    Τα κομμένα κεφάλια του Αρη και του Τζαβέλα, κρεμασμένα στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων

    Τα κομμένα κεφάλια του Αρη και του Τζαβέλα, κρεμασμένα στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων
    Ο Αρης ασφαλώς είχε ειδοποιηθεί για την αποκήρυξη. Μαρτυρίες των ανταρτών που βρέθηκαν στο πλευρό του αναφέρουν ότι το μοιραίο απόγευμα ένας άνδρας γνωστός στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ο Ηλίας Τσιουμάνης, τον συνάντησε και του έδωσε κάποιο διπλωμένο χαρτί. Ο Βελουχιώτης πήγε παράμερα και το διάβασε. Πάντως φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να ήταν η απόφαση της διαγραφής του, που είχε δημοσιευτεί εκείνη την ημέρα στον «Ριζοσπάστη». Δεν πέρασε πολλή ώρα και η ομάδα των ανυπότακτων ανταρτών αντιλήφθηκε πως είχε περικυκλωθεί.
    Δυτικά βρίσκονταν οι μονάδες της Εθνοφυλακής που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, κάπου 120 άτομα με επικεφαλής τον Βόιδαρο, οπλαρχηγό του Ναπολέοντα Ζέρβα. Ανατολικά είχε αναπτυχθεί τμήμα του Ελληνικού Στρατού υπό τον υπολοχαγό Α. Μουρελάτο.

    Η επικρατούσα εκδοχή είναι πως ο Αρης αυτοκτόνησε λίγο πιο πέρα από τους άνδρες της ομάδας του.
    Οταν ο κλοιός έσφιξε, ο Βελουχιώτης έδωσε εντολή στα παλικάρια του να τραβηχτούν προς τον Αχελώο. Ο ίδιος έμεινε πίσω και σε λίγο ακούστηκε ένας πυροβολισμός.

    Ο καπετάνιος είχε δώσει τέλος στη ζωή του με την τελευταία σφαίρα που είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Το πρωτοπαλίκαρό του, ο Τζαβέλας, ειδοποίησε τους άλλους πως ο πρωτοκαπετάνιος σκοτώθηκε. Τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στον θάνατο, αλλά αρνήθηκαν.
    Κατέστρεψε στοιχεία
    Ο Τζαβέλας προχώρησε προς το άψυχο κορμί του αρχηγού του, πήρε στα χέρια του ό,τι φωτογραφίες κρατούσε μαζί του και τις έσκισε. Εσπασε και το ρολόι του και κατάστρεψε το πιστόλι του. «Ελβετό» έλεγε το πιστόλι του ο Βελουχιώτης. Επειτα έβγαλε την περόνη από μια χειροβομβίδα μιλς.
    Υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές. Η μία είναι ότι ο Αρης αυτοκτόνησε με τη χειροβομβίδα έχοντας δίπλα τον Τζαβέλα. Η άλλη καταγράφηκε στις επίσημες αναφορές του Στρατού και θέλει να έχει πέσει νεκρός από τα πυρά των διωκτών του.

    Γιορτή ζούγκλας

    Χόρευαν και τραγουδούσαν μπροστά στα κεφάλια

    Οι επιζήσαντες από την ανταρτο-ομάδα του Αρη συνελήφθησαν. Οι εθνοφύλακες αποφάσισαν να αποκεφαλίσουν τα πτώματα του Αρη και του Τζαβέλα. Μάλιστα υποχρέωσαν τον συλληφθέντα αντάρτη με το ψευδώνυμο Δράκος να κάνει με σουγιά αυτή τη δουλειά. Με τα κομμένα κεφάλια κατευθύνθηκαν στο χωριό Μυρόφυλλο, όπου τα επέδειξαν ακουμπισμένα σ΄ ένα πεζούλι έξω από το καφενείο του χωριού. Οι παρακρατικοί τραγουδούσαν και χόρευαν. Απ΄ εκεί μετακινήθηκαν στα Τρίκαλα. Στην κεντρική πλατεία Ρήγα Φεραίου κρέμασαν τα δύο κεφάλια από τον φανοστάτη.

    Εμειναν κρεμασμένα δύο μέρες. Ηταν πιασμένα με σκοινί από τις άκρες ενός πασάλου, που δέθηκε πάνω στον πανύψηλο φανοστάτη με τρόπο που να είναι εύκολο να το διακρίνει κανείς ακόμα και μέσα από το πυκνό πλήθος.

    Ολη νύχτα

    Το κρέμασμα ακολούθησε γιορτή ζούγκλας, που οι πρωταγωνιστές της συναγωνίζονταν σε επίδειξη ανθρωποβόρων ενστίκτων. Κράτησε ολόκληρη τη νύχτα. Πίπιζες, νταούλια και ζουρνάδες έπαιζαν βασιλικά θούρια. Το τσάμικο «Ζέρβα μ΄ σε θέλει ο βασιλιάς» είχε την τιμητική του. Κανείς δεν ξέρει την τύχη που είχαν τελικά τα κρανία και τα πτώματα. Στις εφημερίδες της εποχής γράφτηκε πως τα κεφάλια μεταφέρθηκαν ταριχευμένα στην Αθήνα. Για τις σορούς δεν υπάρχει κάποια αναφορά. Μπορεί να πετάχτηκαν στον Αχελώο. Μπορεί πάλι να έγινε περιφορά τους στα χωριά για να παραδοθούν τελικά βορά στα όρνια και τα αγρίμια. Το βέβαιο είναι ότι δεν τάφηκαν. Με καθυστέρηση μιας – δύο ημερών στα Τρίκαλα έφτασε ο Ν. Ζέρβας, θανάσιμος εχθρός του Βελουχιώτη. Συνεχάρη τους εθνοφύλακες για το κατόρθωμά τους να εξοντώσουν τον «αρχιληστή» και «αρχισυμμορίτη». Τα κεφάλια είχαν φυλαχτεί στη Διεύθυνση Χωροφυλακής με αλάτι και πάγο μέσα σε τσίγκινο τενεκέ.
    http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63980435

  2. Γιωρίκας on

    ———————————————————————————-
    ΟΙ ΦΙΛΟ-ΜΟΝΑΡΧΙΚΟΊ ΚΥΝΗΓΟΙ ΚΕΦΑΛΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ
    ———————————————————————————-

  3. 50 αγάλματα του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), γκρέμισαν Κούρδοι στις 19 Αυγούστου στην περιοχή του Κουρδιστάν της Τουρκίας.

  4. Νὰ πῶς περιγράφῃ τὴν σκηνὴ ὁ Alexandre Jenakhoff στὸ πολὺ φιλοκεμαλικὸ βιβλίο του: «Kemal Ataturk». <>

    https://www.facebook.com/pages/%CE%9C%CE%99%CE%9A%CE%A1%CE%91-%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91-%CE%91%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%A0%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%82/362533947198902

  5. Ο Ηρακλειώτης ύπατος αρμοστής: Προδότης ή θύμα;
    Ο Ηρακλειώτης ύπατος αρμοστής: Προδότης ή θύμα;
    FacebookGoogle+
    Ο σκοτεινός Υπατος της Μικράς Ασίας- Ο ρόλος του Υπατου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 και οι ευθύνες του στον αφανισμό της Σμύρνης
    Τέτοιες μέρες, πριν από 92 χρόνια, η Σμύρνη ήταν παραδομένη από τους Τούρκους στις φλόγες (13 -17 Σεπτεμβρίου 1922). Πέντε μέρες και νύχτες χρειάστηκαν για να μετατραπεί σε νεκροταφείο: 25.000 Ελληνες Μικρασιάτες χάθηκαν τότε. Αλλοι τόσοι ήταν οι νεκροί από τις 27 Αυγούστου (9 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), όταν οι δυνάμεις του Κεμάλ έμπαιναν στην πόλη. Ηταν η τελευταία πράξη του δράματος, που οδήγησε στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και τον αφανισμό 2.150 ελληνικών οικισμών της περιοχής…

    Η πιο αινιγματική προσωπικότητα, που εμπλέκεται άμεσα στην καταστροφή της Σμύρνης παραμένει ο Αριστείδης Στεργιάδης. Ο επί 40 μήνες Ελληνας Υπατος Αρμοστής. Στο πρόσωπό του συγκεντρώθηκε το γενικό ανάθεμα και επί δεκαετίες, όποιος άρθρωνε κάποιο υπερασπιστικό λόγο διακινδύνευε να χαρακτηριστεί, περίπου, ως εθνικός μειοδότης.

    Μια σειρά από αιτίες ανέδειξαν τον νομομαθή Κρητικό στο νούμερο ένα αποδιοπομπαίο τράγο για τον ξεριζωμό των Μικρασιατών. Με τη δημόσια σιωπή και στάση του τα χρόνια, που ακολούθησαν, συνέβαλε κι ο ίδιος στην ανακήρυξή του σε προδότη των προδοτών.

    «Απαντήσεις»
    Υπέργηρος πια, σε μια από τις σπάνιες δημόσιες αναφορές του, κάνοντας λόγο για τον βίο και την πολιτεία του, σημειώνει για τη «μικρασιατική περιπέτεια», όπως την ονομάζει: «Σιωπώ απέναντι της γενικής σχεδόν τυφλώσεως…».

    Στη μοναδική συνέντευξή του, μετά την καταστροφή (εφημερίδα «Πατρίς» το 1930) θ αποδώσει τη δραματική εξέλιξη στις πολιτικές των συμμάχων και ειδικά των Αγγλων. «Απαντώντας», κατά καιρούς, στις κατηγορίες εναντίον του θα παραπέμπει στα αρχεία της εποχής για την αθωότητα και στο έργο του, που συντελέστηκε κατά την αρμοστεία του στη Δυτική Μικρά Ασία.

    Το έργο του ήταν πράγματι αξιόλογο. Είναι ακόμη γεγονός πως ούτε η Ανακριτική Επιτροπή Ενόχων Εθνικής Καταστροφής ούτε κάποιο κόμμα ή κυβέρνηση τον απεκάλεσε δημόσια ένοχο εσχάτης προδοσίας. Σε αντίθεση, βεβαίως, με τον προσφυγικό κόσμο και το σύνολο των Ελλήνων πολιτών.

    Το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκίμησε αυτή η πεποίθηση ήταν:

    -ο τρόπος άσκησης της απόλυτης εξουσίας, που συγκέντρωσε στη Σμύρνη

    -η απόκρυψη μέχρι την τελευταία στιγμή της επικείμενης καταστροφής από τους Μικρασιάτες και η απαγόρευση λήψης αμυντικών μέτρων προστασίας τους

    -η απουσία κάθε μέτρου για τη μεταφορά των προσφύγων σε ασφαλές μέρος

    -ο τρόπος φυγής του από την πόλη, μια μέρα πριν από την έναρξη της καταστροφής.

    Εγκατέλειψε τη Σμύρνη (26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου 1922), όταν οι προφυλακές του Κεμάλ έμπαιναν σ’ αυτή. Υπό την προστασία βρετανικού αγήματος, που άνοιγε βίαια δρόμο ανάμεσα σε απελπισμένους και πανικόβλητους Ελληνες, που τον καταριόνταν, μετέφερε σε πολεμικό πλοίο τις αποσκευές του. Ακόμη και καρέκλες, όπως λέγανε! Μέσω Κωνσταντινούπολης πήγε στη Ρουμανία κι εγκαταστάθηκε μετά στη Γαλλία.

    Το κοινό αίσθημα

    Οι πολύπαθες μάζες των προσφύγων και το κοινό αίσθημα τον ήθελαν να παραμείνει στη θέση του, όπως ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, που σφαγιάστηκε. Εστω να δώσει λόγο, όπως οι «έξι» που εκτελέστηκαν αργότερα ως υπεύθυνοι της καταστροφής. Αυτός, όμως, ποτέ δεν επέστρεψε στην Ελλάδα και η φυγή του αποτελούσε ομολογία ενοχής για την πλειονότητα των Ελλήνων.

    Πάντως, για την πολιτεία του στη Σμύρνη, ο πιο εύγλωττος χαρακτηρισμός είναι «ξετσίπατος», αντί για «ύπατος», που του αποδώσανε οι Σμυρνιοί πριν από την καταστροφή.

    Ο Στεργιάδης, ως ιστορικό πρόσωπο, παραμένει ακόμη ένα μυστήριο. Δυστυχώς, αναξιοποίητα παραμένουν προς το παρόν, τουλάχιστον, ορισμένα από τ αρχεία του στο Ηράκλειο (στο «αρχείο Στεργιάδη» και τη Βικελαία βιβλιοθήκη).

    Ο «Ασιάρχης» που έγινε… εμπόδιο στη φυγή των Ελλήνων

    Μάϊος 1919

    Ο Στεργιάδης φθάνει στη Σμύρνη και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του Υπατου Αρμοστή. Πολύ γρήγορα αναδείχτηκε σε «ασιάρχη» και οι δικτατορικές ενέργειές του τον έφεραν σ’ αντίθεση με το σύνολο των Μικρασιατών και όλες τις τοπικές αρχές.

    Νοέμβριος 1920

    Η βασιλική κυβέρνηση που ανέλαβε, μετά τη συντριβή του Βενιζέλου στις εκλογές, παραδόξως δεν αποδέχτηκε την παραίτησή του. Ηταν ο μοναδικός βενιζελικός, που δεν διώχτηκε, διατηρώντας μάλιστα μια τόσο κρίσιμη θέση.

    Αύγουστος/Σεπτέμβριος 1922

    Ενώ το μέτωπο κατέρρεε, μετά τη γενική επίθεση των Τούρκων, ο Αριστείδης Στεργιάδης έκανε ό,τι μπορούσε, σε συνεργασία με την κυβέρνηση των Αθηνών, ώστε να παραμείνουν οι Μικρασιάτες στον τόπο τους ανυπεράσπιστοι.

    Η μαρτυρία-κλειδί και οι εντολές της Αθήνας

    Ο Γ. Παπανδρέου, λίγες μέρες πριν από την καταστροφή, βρέθηκε στη Σμύρνη και ως απεσταλμένος του Κόμματος των Φιλελευθέρων, συζητά με τον Στεργιάδη, προκειμένου να ενημερωθεί για την κατάσταση.

    «Ο αρμοστής Στεργιάδης, με τον κυνισμόν που τον εχαρακτήριζεν, είχεν είπει:

    -Βλέπω την κατάρρευσιν.

    -Και γιατί δεν ειδοποιείς τον κόσμον να φύγη;

    -Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί, αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα…».

    Η μαρτυρία παρατίθεται από τον συντηρητικό ιστορικό Γρ. Δαφνή και αποτελεί το κλειδί για την ακατανόητη, κατά τ άλλα στάση, του Στεργιάδη.

    Βεβαίως, δεν πρόκειται για εκτίμηση προσωπική, αφού από άλλες πηγές προκύπτει, με σαφήνεια, ότι αυτή ακριβώς ήταν η κυβερνητική επιλογή. Τις παραμονές της κατάρρευσης οι εντολές από την Αθήνα ήταν κατηγορηματικές:

    -Αποφύγετε δημιουργία Προσφυγικού Ζητήματος (τηλεγράφημα Γούναρη προς Στεργιάδη στις 18 Αυγούστου 1922).

    Αλλωστε, ένα ακριβώς μήνα νωρίτερα η βασιλική κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη – Γούναρη είχε θεσπίσει νόμο, χωρίς συζήτηση στη Βουλή (ν. 2878 της 16ης Ιουλίου 1922), με τον οποίο απαγορευόταν η είσοδος στη χώρα όσων δεν είχαν διαβατήρια. Επομένως και των προσφύγων!

    Η πράξη αυτή κρίθηκε τόσο εγκληματική, ώστε αποτέλεσε ενοχοποιητικό στοιχείο «εσχάτης προδοσίας» στη δίκη, καταδίκη και εκτέλεση των έξι τον Νοέμβριο του 1922 από το επαναστατικό δικαστήριο.

    Η… ΑΠΟΣΤΟΛΗ
    «Ο μοιραίος αυτός άνθρωπος, που επιλέχτηκε προσωπικά από τον Ελ. Βενιζέλο, αλλά έμεινε στο πόστο του και μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 -μόνος αυτός ακλόνητος από όλο τον βενιζελικό κόσμο- είχε πράγματι εκπληρώσει στο ακέραιο την αποστολή του. Εμπόδισε συνειδητά κάθε προσπάθεια των Ελλήνων της Μικρασίας να οργανωθούν οι ίδιοι αμυντικά. Τους έκρυψε μέχρι τέλους την αλήθεια. Αρνήθηκε να τους δώσει όπλα. Κι ακόμη περισσότερο, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μη φύγουν έγκαιρα…». (Κρίση του σύγχρονου ιστορικού Αλκη Ρήγου)

    «ΠΑΡΑΦΡΟΝΑΣ ΚΑΙ ΕΓΩΙΣΤΗΣ»
    «Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής, βεβαίως, αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί σας εχθροί, πλην και υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος… Διότι απεστείλατε εις Μ. Ασίαν ως Υπατον Αρμοστήν, ένα τούτ αυτό παράφρονα και εγωιστήν, φλύαρον, απερροφημένον εν των αυτοθαυμασμώ του και καταφρονούντα και υβρίζοντα και δέροντα και εξορίζοντα και φυλακίζοντα όλα τα υγιή και σώφρονα στοιχεία του τόπου…». (Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης στην τελευταία επιστολή του προς Βενιζέλο στο Παρίσι, στις 25 Αυγούστου 1922, λίγο πριν σφαγιαστεί από τους Τούρκους)

    «ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΣ ΤΡΑΓΟΣ»
    «Προσεφέρετο κατεξοχήν ο Στεργιάδης για την ανάληψη του ρόλου του αποδιοπομπαίου τράγου: Δεν εσφαγιάσθη στη Σμύρνη, όπως ο νεομάρτυρας Χρυσόστομος δεν εκτελέστηκε με τους έξι. Δεν ήταν Λαϊκός ως προς τα κομματικά φρονήματα, ενώ οι Φιλελεύθεροι τον κατέτασσαν στους εξωμότες γιατί παρέμεινε στη θέση του και μετά τις εκλογές του 1920, αν και με την ένθερμη προτροπή του Βενιζέλου. Επιπλέον δεν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, αλλά προτίμησε την Ευρώπη κάτι που συνιστούσε περίπου ομολογία ενοχής. Δεν μίλησε για την υπεράσπισή του… (Μ. Καρέλης πρώην δήμαρχος Ηρακλείου και ευρωβουλευτής)

    Η… ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
    Ηταν οργανωτικός και με διαυγή αντίληψη

    Οσοι προσφέρουν λόγο υπερασπιστικό για τον Στεργιάδη, προβάλλουν το γεγονός ότι δεν είχε στρατιωτική εξουσία και επομένως συμμετοχή στην κατάρρευση. Ηταν, λένε, το εκτελεστικό όργανο της κυβέρνησης των Αθηνών. Εξαίρουν τον οργανωτικό του ρόλο και αρκετοί προσθέτουν ότι είχε συνείδηση των γεγονότων.

    Από τον διορισμό του, ακόμη, διερωτόνταν εμπιστευτικά, αν η ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία δεν ήταν προορισμένη να καταλήξει σ’ έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο και, τελικά, σε μια νέα «Σικελική εκστρατεία» (η πανωλεθρία της αρχαίας Αθήνας το 415-413 π.Χ.).

    Εδρασε, σημειώνουν, με γνώμονα το μεγάλο μυστικό, που άλλοι έκαναν ότι δεν γνώριζαν. Οτι, δηλαδή, η περιοχή δεν είχε προσφερθεί από τους Αγγλογάλλους στους Ελληνες για κατάκτηση. Αλλά προσωρινά και για λογαριασμό τους. Οσο για τον φιλοτουρκισμό, οι ίδιοι λένε ότι η κατηγορία οφείλεται στην προσπάθειά του για ίση μεταχείριση όλων των Σμυρνιών κι όχι μόνο των ομοεθνών. Υποτίθεται ότι ακολουθούσε μια πολιτική που μπορούσε να γίνει γενικώς αποδεκτή, εμποδίζοντας να ξεσπάσουν αντεκδικήσεις των Ελλήνων κατά των Τούρκων.

    Σύμφωνα με την ίδια λογική ήταν ο μόνος (εκτός του Βενιζέλου), που είχε αντιληφθεί τι ακριβώς έπρεπε να γίνει «διά να καταστή δυνατή η μετ αυτών (των Τούρκων) οριστική συμβίωσις υπό ελληνικήν διοίκησιν». Γι αυτό και ο Βενιζέλος όχι μόνο δεν έπαιρνε υπόψη τις καταγγελίες εναντίον του, αλλά κατηγορούσε τους εχθρούς του. «Ενέκρινε και χειροκροτούσε» τη στάση του, διότι «μόνον ο Στεργιάδης παραμένει έχων διαυγή την αντίληψιν της καταστάσεως, προσπαθών να σώση αυτήν από του ναυαγίου εις το οποίον φέρεται». Νεότεροι ιστορικοί, όπως ο Ν. Πετσάλης Διομήδης και Γ. Γιανουλόπουλος, εκτιμούν, όμως, ότι τον ρόλο αυτό ο αρχηγός των Φιλελευθέρων «τον είχε αναθέσει σε λάθος πρόσωπο. Εναν άνθρωπο μονόχνωτο, με ανεξέλεγκτες εκρήξεις οργής, που δεν διέθετε κανενός είδους διπλωματικότητα, η οποία ήταν απαραίτητη προκειμένου να επιβάλει κανείς την τάξη στους εξημμένους, επικεφαλής των Ελλήνων της Σμύρνης, χωρίς ταυτοχρόνως να τους προσβάλει και να τους προκαλεί…».

    Ο Βενιζέλος, άλλωστε, μετά την ήττα και την αποχώρησή του από την Ελλάδα, τον συμβούλευσε να παραμείνει στη θέση του υπάτου. Ν αποδεχτεί την πρόταση του διαδόχου του πρωθυπουργού Δ. Ράλλη. Δυστυχώς, πάλι, συμπερασματικός λόγος του Βενιζέλου για τη συνολική στάση του Στεργιάδη, μετά την καταστροφή της Σμύρνης, δεν διατυπώθηκε δημοσίως…

    ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
    Από τον Θέρισο «φυγάς» στη Νίκαια

    Ο Αριστείδης Στεργιάδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1861. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών και ειδικεύτηκε στο οθωμανικό δίκαιο στο Παρίσι. Από το 1889 ασκούσε τη δικηγορία στη γενέτειρά του.

    Το 1905 πήρε μέρος στην επανάσταση του Θέρισου. Από τότε αρχίζει η φιλία και η αφοσίωσή του στον Ελ. Βενιζέλο. Για την απελευθερωτική δράση του φυλακίστηκε από τους Αγγλους (επιτηρούσαν τότε το νησί).

    Μετά την αποφυλάκιση και έως το 1910 ήταν πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Ηρακλείου. Πριν ακόμη από την ένωση της Κρήτης, πήρε μέρος στη σύνταξη νόμων για τον μουσουλμανικό πληθυσμό στην Ελλάδα.

    Το 1917 τοποθετήθηκε από τον Βενιζέλο γενικός διοικητής Ηπείρου. Επί δύο χρόνια στη θέση αυτή διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες. Ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση της διαδεδομένης ληστείας. Αλλά και τον χειρισμό θεμάτων, καθώς στην Ηπειρο συμπλέκονταν αλβανικές και ιταλικές διεκδικήσεις.

    Ασκησε, με αυταρχισμό, ακόμη και χειροδικίες, τα καθήκοντά του, αποκτώντας, μάλιστα, το προσωνύμιο Αλή πασάς…

    Από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, με τις δυνάμεις της Αντάντ (Φεβρουάριος 1919) για την ελληνική απόβαση και κατοχή της Σμύρνης, ο Βενιζέλος τον προόριζε για διοικητή της περιοχής. Ο ίδιος αρνήθηκε αρχικώς, αλλά τελικά μετά την απόβαση (Μάιος) δέχτηκε το αξίωμα του Υπατου Αρμοστή. Παρέμεινε στη θέση αυτή παρά τις αντιδράσεις και τις καταγγελίες σε βάρος του, μ επιμονή του Βενιζέλου. Τη διατήρησε, όμως, προς γενική κατάπληξη και μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920.

    Στην πορεία των γεγονότων κλήθηκε από διάφορες πλευρές, χωρίς ν αποδεχθεί, ν αναλάβει την αρχηγία ενός αυτόνομου Ιωνικού κράτους στη Δυτική Μικρά Ασία μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, αλλά ακόμη και την πρωθυπουργία στην Ελλάδα!

    Μετά την καταστροφή έζησε στη Νίκαια της Γαλλίας (πέθανε το 1950), μισθοδοτούμενος, λένε μερικοί ιστορικοί, από βρετανικές υπηρεσίες.

    Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ- ΕΘΝΟΣ

    http://www.cretalive.gr/history/view/o-hrakleiwths-upatos-armosths-prodoths-h-thuma/187423

  6. B.A. on

    Ο βίος και η πολιτεία του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη

    18/04/2007

    ………………………….

    Η καταγωγή

    Ο Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε στην Πάνω Πόλη της Θεσσαλονίκης το 1881. Ανάμεσα στις πολλές ιστορικές αποκαλύψεις του βιβλίου είναι και η πληροφορία ότι ήρθε στον κόσμο από τα χέρια νιας εξισλαμισμένης ελληνίδας μαμής της γειτονιάς του και ότι πρωτοπήγε σε ελληνικό σχολείο στον Λαγκαδά. Το σπίτι του στην γωνία των πάλαι ποτέ οδών Γενή Καπή και Νουμάν Πασά (σήμερα Αγίου Δημητρίου και Αποστόλου Παύλου) αποτελεί το σημαντικότερο μουσείο της νεότερης ιστορίας της Τουρκίας.
    Για την καταγωγή του Κεμάλ θρυλούνται πολλά. Είναι βέβαιο ότι δεν έχει μόνο τουρκικό αίμα, πράγμα που ισχυριζόταν ο τελευταίος σουλτάνος, αλλά και πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί.

    Πρώτος του δάσκαλος υπήρξε ο έλληνας παπάς του χωριού Χρυσαυγή του Λαγκαδά. Στην ίδια περιοχή ο μικρός Μουσταφά έζησε μαζί με τη μητέρα του και την αδελφή του για δύο χρόνια «διώχνοντας τις κάργες» από τα φασουλοχώραφα κάποιου συγγενούς του. Εκεί έμαθε να αγαπά το τυρί με το πετιμέζι, το γιαούρτι και τα αυγά ομελέτα, μια λιτή συνήθεια που κράτησε σε όλη του την ζωή. Στο ίδιο όμως περιβάλλον, την ίδια χρονική περίοδο, εθίστηκε στο αλκοόλ, για να γίνει ισόβιος πότης (και τελικά θύμα) της ρακής, του κονιάκ και της σαμπάνιας.
    Το γεγονός αυτό μαρτυρά την ελάχιστη έως ανύπαρκτη προσκόλλησή του στους τύπους του Ισλάμ που πρέσβευε ανέκαθεν ο Κεμάλ.

    Σημαντικές λεπτομέρειες

    Το βιβλίο, που αποτελεί καρπό μακροχρόνιας έρευνας, αποκαλύπτει επίσης πολλές σημαντικές λεπτομέρειες από τα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια του Κεμάλ, τις συγκρούσεις με τους δασκάλους του, τους έλληνες φίλους του, τους πρώτους έρωτές του. Κυρίως όμως αναλύει το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσει το πληθωρικό «εγώ» του ο μελλοντικός δημιουργός της σύγχρονης Τουρκίας.
    Ένα από τα πλέον άγνωστα στοιχεία της ζωής του είναι η συμμετοχή και καταδίκη του παππού του στην περιβόητη «σφαγή των προξένων» της Θεσσαλονίκης, που έγινε τελικά η αφορμή, για να αποδοθεί η Θεσσαλία στην Ελλάδα.
    Παρά τις αντιδράσεις της καταπιεστικής μητέρας του, που ήθελε να τον δει ιερωμένο, ο νεαρός Κεμάλ άρχισε τη στρατιωτική παιδεία του από την ηλικία των 12 ετών, φοιτώντας σε ειδική προπαρασκευαστική σχολή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία στεγαζόταν στο σημερινό κεντρικό κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εν συνεχεία, ο νεαρός δόκιμος, παρότι διήγε μια άκρως άσωτη και προκλητική ζωή, ασυμβίβαστη για μουσουλμάνο στρατιωτικό, ολοκλήρωσε με άριστα τις σπουδές του στο Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη.

    Η υπηρεσιακή εξορία του στη Μ. Ανατολή, η επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη, η συμμετοχή του ως επιτελικού αξιωματικού της Θεσσαλονίκης στη μυστική οργάνωση των Νεότουρκων, στην οποία μετείχαν και πολλοί έγκριτοι Έλληνες, οι δύο δολοφονικές απόπειρες εναντίον του στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, οι εκσυγχρονιστικές συνομωσίες στις τεκτονικές στοές της πόλης, ο εξευρωπαϊστικός ρόλος των εξισλαμισμένων Εβραίων, των Εβραίων και των άλλων εθνοτήτων που οδήγησαν τελικά στην πτώση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ παρουσιάζονται γλαφυρά στο βιβλίο με πληθώρα τολμηρών ιστορικών στοιχείων, αθησαύριστων μέχρι σήμερα.

    Η στρατιά των Θεσσαλονικιών που με τη συμμετοχή του Κεμάλ ανέτρεψε τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, η εξορία του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη υπό την εποπτεία του Μουσταφά Κεμάλ, οι διαφωνίες των Νεότουρκων, η μυθική επίσκεψη του προτελευταίου σουλτάνου Μεχμέτ Ε’, οι φρούδες ελπίδες των Ελλήνων για εκδημοκρατισμό της αυτοκρατορίας και τέλος η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό ολοκληρώνουν χωρίς όμως, όπως αποκαλύπτει το βιβλίο, να δίνουν τέλος στον ισχυρό δεσμό του Κεμάλ με τη γενέτειρά του.
    Η Θεσσαλονίκη στα κατοπινά χρόνια θα γίνει το σημείο αναφοράς όλων των ιδιωτικών στιγμών του. Θα την νοσταλγεί, θα την τραγουδά και θα την θυμάται παρέα με τους πιστούς θεσσαλονικείς φίλους του, παρότι η μητέρα του τον παρότρυνε «να την πάρει πίσω». Η φιλία του με τον Βενιζέλο, που διόλου τυχαία είχε ως κομβικό σημείο της τη Θεσσαλονίκη, συνέβαλε στην ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών. Παρά τους ποταμούς αίματος και την προσφυγιά της Μικρασιατικής καταστροφής, παρά και ίσως χάρη στην ανταλλαγή των πληθυσμών οι δύο επιφανείς ηγέτες μπόρεσαν τελικά να αρθούν πάνω από τα εθνικά τους τραύματα και να αναζητήσουν τους δρόμους της ειρηνικής συνεργασίας των λαών τους.

    Η δημοσιογραφική ενασχόληση του συγγραφέα με το ντοκιμαντέρ (Η ΕΡΤ στη Βόρεια Ελλάδα, Η ΕΡΤ σε όλη την Ελλάδα), τον έφερε σε επαφή στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές του ’80, με τους τελευταίους έλληνες επιζώντες της οθωμανικής Θεσσαλονίκης που κατά κάποιον τρόπο γνώρισαν τον Κεμάλ. Ανάμεσα σ αυτούς ο τελευταίος έλληνας παιδικός του φίλος Κλ. Χατζηνικολάου, ο βιομήχανος Γ. Μποδοσάκης-Αθανασιάδης, η θεατρίνα Ζωζώ Νταλμάς, ο ιστορικός Γ. Σταμπούλης, ο στρατηγός Λ. Σπαής, ο εκδότης Ι. Βελλίδης, μέλη της οικογένειας των αδελφών Μανάκη, η γραμματέας του Ελ. Βενιζέλου την περίοδο 1916-17, ο Κ. Κεφαλάς, ο ποιητής Γ. Βαφόπουλος, η τραγουδίστρια Ρόζα Εσκενάζυ κ.ά.
    Το βιβλίο συμπληρώνεται με πλήθος στοιχείων από δημοσιογραφικά και συλλεκτικά αρχεία, καθώς και στοιχεία της διεθνούς βιβλιογραφίας. Όπως λέει ο συγγραφέας Χρ. Χριστοδουλου, «η όποια συμβολή του βιβλίου στο δίπολο Θεσσαλονίκη – Μουσταφά Κεμάλ έγκειται στο ότι συγκέντρωσε όλες τις μαρτυρίες και καταγραφές, για να κάνει μια μάλλον ασυνήθιστη ως τώρα προσέγγιση στον μύθο μιας πόλης και ενός επιφανούς τέκνου της, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αγιογραφήσεις, αλλά και χωρίς στρεβλώσεις».

    .http://www.makthes.gr/news/opinions/615/

  7. Rene Puaux on

    Ο Rene Puaux, αναφέρει: ο οποίος αναφέρει για τη συγκρότηση των κεμαλικών ομάδων:

    Ο Μουσταφά Κεμάλ, συγκεντρώνοντας γύρω του τα πιο φλογερά άτομα της Νέας Τουρκίας, όλους τους θιασώτες της Επιτροπής «Ένωση και Πρόοδος», οι οποίοι χθες ήταν ενθουσιώδεις υπηρέτες της πρωσικής πολιτικής, καλώντας άεργους, απόστρατους, εθελοντές που τους είλκυσαν ο υψηλός μισθός και η υπόσχεση λεηλασιών, στρατολογώντας υπαλλήλους κάτω από την απειλή του θανάτου, σφετεριζόμενος τα αποθέματα των πολεμοφοδίων του στρατού, σχημάτισε μια επαναστατική κυβέρνηση στη Σεβάστεια, απ’ όπου απαιτεί να υπαγορεύει στην κυβέρνηση της Κωνσταντινουπόλεως μια πολιτική σύμφωνη με τη δική του, αρνούμενος στις δυνάμεις το δικαίωμα να αλλάξουν οτιδήποτε στο σαπρό καθεστώς της Τουρκίας και αφήνοντας στους Τούρκους την πλήρη ευχέρεια να βασανίζουν τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας όπως και στο παρελθόν…

    Παρόμοια άποψη διατυπώνει και ο αριστερός Τούρκος συγγραφέας και ερευνητής Μπασκίν Οράν:

    «Εκείνοι οι οποίοι στελέχωσαν το κεμαλικό κίνημα ήσαν οι δωσίλογοι πολέμου, οι εγκληματίες πολέμου, οι κακούργοι, οι οποίοι συνασπίστηκαν μόνο και μόνο από αίσθημα αυτοάμυνας, διότι επρόκειτο να λογοδοτήσουν στην αγχόνη και διότι επρόκειτο να δώσουν πίσω τις περιουσίες που είχαν διαρπάξει.»

  8. Faye A. Walter on

    ΚΙ’ ΑΛΛΟ ΤΖΙΧΑΝΤ…. ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ (20/10/1827 ή 8 με το παλιό ημερολόγιο)
    —————————————————————————————–

    …..Στην Κωνσταντινούπολη τα νέα έγιναν γνωστά στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου προκαλώντας αγανάκτηση και οργή. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄προέβη σε σκληρές δηλώσεις και απειλές αλλά απέφυγε να κακοποιήσει Ευρωπαίους στην Πόλη. Καταγγέλοντας την κατάφωρη εμπλοκή της Ευρώπης σε εσωτερικό ζήτημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έκλεισε τα Στενά στα πλοία των Δυνάμεων –ιδίως των Ρώσων- κάλεσε τους Μουσουλμάνους όλης της Αυτοκρατορίας σε Ιερό Πόλεμο (Jihad) κατά των απίστων και ανακάλεσε την ισχύ της Συνθήκης του Άκκερμαν που είχε υπογράψει το προηγούμενο έτος…..

    http://e-amyna.com/2014/10/22/navarino/#more-9432

  9. http://www.amazon.com/dp/0674368371/ref=cm_sw_r_fa_dp_1Mbxub0YNV5Z8

    Atatürk in the Nazi Imagination Hardcover – November 20, 2014
    by Stefan Ihrig

    Early in his career, Adolf Hitler took inspiration from Benito Mussolini, his senior colleague in fascism—this fact is widely known. But an equally important role model for Hitler and the Nazis has been almost entirely neglected: Mustafa Kemal Atatürk, the founder of modern Turkey. Stefan Ihrig’s compelling presentation of this untold story promises to rewrite our understanding of the roots of Nazi ideology and strategy.

    Hitler was deeply interested in Turkish affairs after 1919. He not only admired but also sought to imitate Atatürk’s radical construction of a new nation from the ashes of defeat in World War I. Hitler and the Nazis watched closely as Atatürk defied the Western powers to seize government, and they modeled the Munich Putsch to a large degree on Atatürk’s rebellion in Ankara. Hitler later remarked that in the political aftermath of the Great War, Atatürk was his master, he and Mussolini his students.

    This was no fading fascination. As the Nazis struggled through the 1920s, Atatürk remained Hitler’s “star in the darkness,” his inspiration for remaking Germany along nationalist, secular, totalitarian, and ethnically exclusive lines. Nor did it escape Hitler’s notice how ruthlessly Turkish governments had dealt with Armenian and Greek minorities, whom influential Nazis directly compared with German Jews. The New Turkey, or at least those aspects of it that the Nazis chose to see, became a model for Hitler’s plans and dreams in the years leading up to the invasion of Poland.
    ……………..
    …………….

    http://www.amazon.com/dp/0674368371/ref=cm_sw_r_fa_dp_1Mbxub0YNV5Z8

  10. Οι Τούρκοι εθνικιστές τιμούν τα 76 χρόνια από το θάνατο του Κεμάλ:

    http://www.hurriyetdailynews.com/Default.aspx?pageID=429&GalleryID=2343

  11. William O’Connor
    11.24.14

    The 20th-Century Dictator Most Idolized by Hitler

    Historians may credit Mussolini with inspiring Hitler’s rise to power, but the despot called a different contemporary his ‘shining star.’
    Adolf Hitler’s obsessions, for he was a man prone to unhealthy fixations, were dangerous for the world—whether with himself, with art school, with his dreams of grandeur, with Eva Braun, with his hatred of Jews—or, more obscurely, with Turkey.

    To say that the roots of the Third Reich’s rise have been thoroughly examined would be an understatement. Yet one element of Hitler’s power grab has largely been neglected—the importance of Turkey and Mustafa Kemal Atatürk (or as Hitler called him, his “shining star”) on the Führer’s thinking.
    In his exhaustively researched new book, Atatürk in the Nazi Imagination, Stefan Ihrig charts the outsized role that Atatürk and the New Turkey played in the minds of Germany’s Weimar-era far right—an influence that extended through the Nazi years. The Turkish Revolution was the most hotly-debated foreign issue in the early 1920’s, and not only did the Nazis model themselves after the Turkish National Movement, but Nazi leaders from Hitler and Goebbels were personally entranced by everything Atatürk did.

    In the aftermath of World War I, Germans—conservatives in particular—became consumed with the idea that they had been unfairly treated at the Paris Peace Conference (‘raped’ is a word they often used), and stabbed in the back by supine bureaucrats and minorities in Berlin. Yet even as the Germans wallowed in bitter self-pity, another defeated superpower underwent a dramatic turnaround.

    When the last vestiges of the Ottoman Empire were dismantled by the Allies in the Treaty of Sèvres, modern-day Turkey was also chopped up, with large portions going to Greece and Armenia, as well as major powers like Britain, Italy, and France. However, beginning in 1919, Turkish nationalists—led by Atatürk in Ankara—transformed from beleaguered underdogs into a determined force that beat back the Greeks, French, and Armenians on multiple fronts. Over a tough few years, they defeated the seemingly invincible forces arrayed against them—and, more importantly, they were able to negotiate a new treaty, the Treaty of Lausanne, in 1923, which established modern Turkey.

    “In the eyes of a desperate and desolate Germany,” writes Ihrig, “this was a nationalist dream come true, or rather something like hyper-national pornography.”

    Nazi texts proclaimed that the annihilation or expulsion of the Armenians was a “compelling necessity.”
    On June 29, 1919, German newspapers announced the previous day’s signing of the Treaty of Versailles, which ended World War I and forced Germany to pay reparations and concede territory. Just two days later, the papers began what can only be described as a love affair with Mustafa Kemal Pasha (later Atatürk). Coverage of Turkey and its swashbuckling leader would fill Germany’s daily and weekly newspapers.

    Over the next four and a half years, the conservative paper Kreuzzeitung would run a total of 2,200 articles, items, and reports on Turkey. The Nazi-affiliated Heimatland gave one-eighth of its space each week, from September 1 to October 15, 1923, to features on Atatürk. Papers throughout the country would refer to Turkey as Germany’s “role model.” Nationalist opinion-makers would laud what they saw as Turkey’s strong negotiating tactics—essentially ‘give us all that we want or we will continue to fight’—and decried German acquiescence to Allied terms. Some, like the influential pastor and politician Max Maurenbrecher, even began to argue that if Germans had fought for their freedom and borders like the Turks, they would not be suffering the onerous conditions of Versailles. Turkey’s revolution was a “revisionist-nationalist dream come true, even a fetishized version of it, because it had been achieved by the sword, in the field, with major battles, and many epic twists,” writes Ihrig.

    In fact, Ihrig says, Turkey was to become a sort of Fürstenspiegel for conservative Germans. A Fürstenspiegel, or “mirror for princes,” is a genre of literature that uses a distant story (either geographically or historically) to advocate for certain actions in the present. German conservatives writing about Turkey would praise its active militant role in forging its national destiny, and laud the ways in which Atatürk had come from Ankara, not Constantinople, to lead a unified völkisch movement. That Atatürk was from Ankara was important, because Hitler and his allies saw their movement as having strength due its roots in Munich, not Berlin. Later, Atatürk’s life story would be used to promote the importance of a Führer.

    The popular understanding of Hitler’s rise to power often points to the influence of Mussolini and his march on Rome. In fact, argues Ihrig, “the assumed role-model function of Mussolini, mainly deduced from the later significance of Fascist Italy, has led many authors to overestimate Italy” and as a result “few historians mention Atatürk as part of the general pre-putsch atmosphere.” In fact, as Ihrig points out, Mussolini called himself “the Mustafa Kemal of a Milanese Ankara” as he began his own power-grab.

    Ihrig argues that the two main Nazi papers, the Heimatland and Völkischer Beobachter, were promoters of the “Turkish methods” as early as 1921. The Nazis argued that brute force had been necessary for Turkey’s independence, and, insidiously, they highlighted Atatürk’s crackdown on ethnic minorities and all of those who dissented. One Nazi ideologue, Hans Trobst, wrote explicitly about Turkey’s “national purification” of “bloodsuckers” and “parasites” like Armenians and Greeks; Trobst was later invited to meet with Hitler after the leader read his writings on Turkey. Ihrig notes that Hitler’s secretary wrote to Trobst in Hitler’s name, declaring, “What you have witnessed in Turkey is what we will have to do in the future as well in order to liberate ourselves.”

    This praising of Turkish aggression was laying the groundwork for Hitler’s Beerhall Putsch, in which he attempted, and failed, to seize power in Munich in 1923. It was only after it failed, Ihrig contends, that Hitler saw it as necessary to go a more “legitimate” political route like Mussolini. In his final speech at his trial, Hitler would also point to Atatürk (and then Mussolini) as examples of why his attempt at seizing power was not treasonous—it was, he said, for “the gaining of liberty for his nation.”

    A decade on, in 1933, Hitler would tell the Turkish daily Milliyet that Atatürk was, in his words, “the greatest man of the century,” and confess to the paper that in the “dark 1920s” “the successful struggle for liberation that [Atatürk] led in order to create Turkey had given him the confidence that the National Socialist movement would be successful as well.” Hitler called the Turkish movement his “shining star.” In 1938, on his birthday, Hitler would tell journalists and politicians that “Atatürk was the first to show that it is possible to mobilize and regenerate the resources that a country has lost. In this respect Atatürk was a teacher. Mussolini was his first and I his second student.”

    The German infatuation with Atatürk and Turkey waned after the Beerhall Putsch. Years later, after the Nazis had gained power and launched their wars, Turkey resurfaced again—Nazi propagandists pointed to Atatürk when they argued for the necessity of a Führer who was loyally followed by his people without question, when they pushed the need for just one political party and the obligation of national sacrifice, and when they argued for the necessity of cracking down on internal dissent in order to present a unified front against outside enemies.

    The German obsession was with Turkey was so rampant under the Nazis, in fact, that the German Ministry for Propaganda actually complained in 1937 that positive coverage of Turkey was becoming “unbearable.”

    Even as Hitler’s obsession with Turkey was strategic, it was also deeply personal. While Ihrig does a thorough job of detailing Germany’s historic ties to the Ottoman Empire—and even potentially its involvement in the Armenian Genocide—it’s the Nazi leaders’ personal attachment to Turkey and Atatürk that is especially fascinating.

    Hitler, for instance, considered a bust of Atatürk by Josef Thorak to be “one of his cherished possessions” according to the Führer’s official photographer Heinrich Hoffmann.

    He also gave unique prominence to Turkey in issues of state. In 1934, just a day before Hitler’s birthday, flags were lowered at the headquarters of the SA (brownshirts) for the death of Turkish ambassador Kemalettin Sami Pasha—and according to Ihrig, Hitler himself ordered what was essentially a state funeral procession for the fallen diplomat.

    When Atatürk died on November 10, his death dominated newspaper coverage in Germany, despite the fact that it happened just a day after the infamous Kristallnacht.

    Joseph Goebbels was also a big fan of the Turkish leader. In 1937, Goebbels wrote in his diary: “A nice flight. While traveling I finished reading the book on Atatürk. A proud hero’s life. Totally admirable. I am happy!” Then on October 21, 1938, the same day Hitler ordered the breakup of Czechoslovakia, Goebbels wrote that Atatürk’s death “would be an irreplaceable loss.” The Turkish leader’s health had been declining, but days later, Goebbels would write in almost intimate language, “Atatürk’s sickness is very serious. But his bear’s nature helps him to fight off an early end at this point.”

    The most obvious connection to make between the Nazis and Atatürk’s rule is, of course, the tragedies of the Holocaust and the Armenian genocide, which took place before Atatürk came to power. While Ihrig deftly dodges a debate over what exactly happened with Armenians in Turkey, he argues that as far as the Nazis were concerned, what actually happened did not matter. They believed that Armenians were the “Jews of the Orient” and that their deaths and suppression played a key part in the emergence of modern Turkey. In speeches, Hitler would consistently refer to Armenians as being on the same level as Jews, and in one article he declared the “wretched Armenian” to be “swine, corrupt, sordid, without conscience, like beggars, submissive, even doglike.” Nazi texts proclaimed that the annihilation or expulsion of the Armenians was a “compelling necessity.” The Nazis saw in Turkey what they wanted to see, regardless of how Atatürk and his fellow Turks saw themselves.

    Ihrig’s book provides enough of a new angle on the Nazis to do the seemingly impossible these days—break through the abundance of books on the topic. It is full of fascinating issues not covered in this review, most notably the ideological twists and turns that the Nazis went through in order to label the Turks as Aryan. Readers who pick up the book should not be deterred by the somewhat pedantic and dry opening chapter—the rest of the book is well worth the read.

    Today, Turkey in the German imagination has mostly to do with immigration, assimilation, and EU membership. Ihrig has managed to show how the relationship between these two centers of civilization is far deeper, and far more fraught, than at first glance.

    http://www.thedailybeast.com/articles/2014/11/24/the-20th-century-dictator-most-idolized-by-hitler.html

  12. MUSTAFA AKYOL
    akyol@mustafaakyol.org

    Who discovered America? Turks or Muslims?

    Print Page Send to friend »
    Share on Facebook Turkish President Tayyip Erdoğan, as you might have probably heard, argued last week that Muslims discovered the Americas some three centuries before Christopher Columbus. Since then, this unexpected take on history has been attracting the attention of not just the Turkish but even the international media. I, too, discussed the accuracy of Erdoğan’s claim in my previous piece in these pages. (“Tayyip Erdoğan and Christopher Columbus,” HDN, Nov. 19) But there is more to this debate than the accuracy or the inaccuracy of the claim. Deep down, it tells us something about the unusually ideological approach to history in Turkey.

    To explain what I mean, let me take you back to the 1930s, when a “New Turkey,” for its time, was being built under the auspices of Mustafa Kemal Atatürk. His ideology, called Kemalism, aimed at not only establishing a new republic but also building a new national consciousness. At the core of this effort lay the veneration of the Turkish identity. Kemalists blamed the multi-ethnic Ottoman Empire for overlooking and even suppressing ethnic Turks for centuries. Now, they claimed, was the time for a secular Turkish renaissance after a millennia-long Islamic “dark age.”

    That is why Atatürk kept praising “the Turk,” and his capabilities, in almost every speech he gave and every policy he initiated. The promotion of a pseudo-scientific history thesis that defined Turks as the cradle of human civilization was one such policy. That is why history textbooks and popular media of the 1930s was full of “discoveries” about the hidden role of Turks in world history.

    In this story, there was one interesting detail that I did not know until the other day, when I read the column of respected academic Hilmi Yavuz in daily Zaman. Prof. Yavuz pointed to an article in a 1934 issue of “Ülkü,” the magazine published by Ankara Halkevi (“People’s Home”), which then was one of the standard-bearers of the Kemalist ideology. In the article titled, “Turks’ service in the discovery of America,” writer Miralay Abdurrahman argued that a particular individual named “Rodrigo” was key in helping Columbus find the New World. This alleged Rodrigo, who joined the Columbus mission at the last moment, advised the captain on where to go and all his predictions turned out to be true. The New World was found thanks to his wisdom.

    But what did this mysterious “Rodrigo” have anything to do with Turks? Well, according to Miralay Abdurrahman, when one of the sailors on the ship named Yuvan shouted out loud, “I see the land,” our Rodrigo asked him, “Yuan hani”? (In Turkish, “hani” roughly means, “where.”) So, this was the perfect evidence that Rodrigo was speaking nothing but Turkish. And no wonder those islands became known as Guvanhani, proving without any doubt that they were found thanks to a wise Turk.

    This was the “history writing” of the 1930s, when anything that would be useful to give pride to the Turks would go. That was the mood in the “New Turkey” of Ataturk.

    In the “New Turkey” of today, there is an increasingly visible mood that has a similarly ideological approach to history. But now, the focus of veneration is not “the Turk,” but all Muslims, which of course includes the Turks but is not limited to them. The official ideology of this second “New Turkey” is Muslim nationalism, whereas the ideology of the first one was Turkish nationalism. For that reason, while the first one imagined that Turks have must have discovered America, the second one insists that it was Muslims who must have done the same thing.

    November/22/2014

    http://www.hurriyetdailynews.com/who-discovered-america-turks-or-muslims.aspx?pageID=449&nID=74654&NewsCatID=411

  13. B.... on

    Μερικά για τα σπίτια της Σμύρνης και τους δημιουργούς τους…
    2 Δεκεμβρίου 2014 • 0 Comments

    Σμύρνη 1890
    Σμύρνη 1890
    Αυτά που παρακάτω καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», τα οποία αναφέρονται στο θέμα του τίτλου, τα απέσπασα από ένα σχετικό δημοσίευμα του Σμυρναιογράφου Φίλιππου Κ. Φάλμπου στα «Μικρασιατικά Χρονικά» του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων, το οποίο είδε το φως της δημοσιότητας το έτος 1957 – ας τα διαβάσουμε με προσοχή:

    «Το αστικό ελληνικό σπίτι της Σμύρνης της αρχής του 20ου αιώνα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, το πιο αντιπροσωπευτικό ίσως γνώρισμα της Ιωνικής πρωτεύουσας.

    Άνθρωποι κοσμογυρισμένοι και έξυπνοι που είδαν και γνώρισαν πολλές πολιτείες, που πολλών ανθρώπων «άστεα και νόον έγνωσαν», βεβαιώνουν πως τον τύπον αυτόν της διώροφης μονοκατοικίας της Σμύρνης, όπως ήταν πια διαμορφωμένος στις αρχές του αιώνα μας, σε κανένα ίσως άλλο μέρος του κόσμου δεν θα μπορούσαν να τον συναντήσουν. Μπορεί λοιπόν να συμπεράνη κανείς πως ο τύπος αυτός του σπιτιού ήταν κάτι εντελώς Σμυρνέικο, κάτι που η ευφυία, το πρακτικό πνεύμα και η νοικοκυρωσύνη του Σμυρνιού το συνέλαβε, το σύνθεσε, το δημιούργησε και το τελειοποίησε, πως στο σπίτι αυτό αποτυπώθηκε η σφραγίδα του πρακτικού του νου.

    Δεν νομίζουμε πως είναι εύκολο να δούμε με λεπτομέρειες πώς δημιουργήθηκε παλαιότερα ο ιδιόρρυθμος τύπος του σπιτιού αυτού και πώς μεταγενέστερα εξελίχθηκε για να φτάσει αυτού που εμείς τον γνωρίσαμε και τον αφήσαμε το 1922. Ούτε μπορούμε όμως να παραβλέψουμε και να αγνοήσουμε τους αρχαιότερους και ατελέστερους τύπους σπιτιών (του Απάνω Μαχαλά, του Αγίου Γεωργίου, των Σερβετάδικων, του Τσιβιλή, των Συνοικιών Αγίας Αικατερίνης, Αγίου Δημητρίου, Τσαγιού κλπ. των Τράσσων, Μπελαβίστας, Πούντας κλπ.) που είναι μάλιστα εξ ίσου αξιοπρόσεκτοι και άξιοι μελέτης, γιατί περικλείουν μυστήριο και αρχοντιά του 18ου και 19ου αιώνα ή αγαθότητα και απλότητα λαϊκή. Κι αυτοί οι τύποι των παλαιότερων σπιτιών με τις περιπτώσεις τους, με τις ιδιομορφίες τους είναι πολύ σπουδαίοι και, αναμφισβήτητα, θα πρέπει να μας απασχολήσουν αργότερα σε άλλη μελέτη. …

    Στα τελευταία χρόνια απ” ό,τι θυμόμαστε μια πλειάδα Σμυρναίων αρχιτεκτόνων, που ήσαν και μηχανικοί και εργολάβοι σπουδαίοι – τότε στην Ανατολή δεν γινότανε πουθενά σχεδόν διακρίσεις εργολάβων, μηχανικών και αρχιτεκτόνων· το χτίσιμο των σπιτιών ήταν αποκλειστικό έργο εργολάβων και μαστόρων (περίφημων χτιστών νησιωτών, κυρίως Μυτιληνιών, Ανδριωτών και Τηνιακών) – μελετούσαν εσχεδίαζαν και έχτιζαν σπίτια ωραία, υγιεινά και πολιτισμένα. … Θυμόμαστε, πρόχειρα τώρα, μερικά ονόματα των τελευταίων αρχιτεκτόνων: Αποστολίδης, Ραπαώνης, Βαφειάδης, Κουρμουλής, Σανταμούρης, Μελέτης, Πλακουρέλης, Λιγνάδης. Πολλοί απ” αυτούς ήσαν ικανοί σπουδασμένοι στην Αθήνα ή και στην Ευρώπη, κοσμογυρισμένοι και γλωσσομαθείς, πνεύματα ικανά για σύνθεση αλλά και πρακτικά, με πείρα μεγάλη, γνήσια τέκνα της Σμύρνης, του πρακτικού και προοδευτικού της πνεύματος, άνθρωποι επινοητικοί και δραστήριοι. Αυτοί και ακόμη περισσότερο εκείνοι που προηγήθηκαν απ” αυτούς, μαστόροι και εργολάβοι σπουδαίοι, πραχτικοί «τζινιέρηδες», στην αρχή αποπειράθηκαν, κατόπιν εμόχθησαν και στο τέλος επέτυχαν να ξεφύγουν από τους παληούς γνωστούς τύπους των μεταβυζαντινών και φράγκικων αρχοντικών .. ή από τον τούρκικο παληό γνωστό τύπο …».

    Παραθέτω αμέσως πιο κάτω τώρα και το συμπέρασμα του δημοσιεύματος του Σμυρναιογράφου Φίλιππου Κ. Φάλμπου, που παραπάνω επικαλέστηκα:

    «Υπήρξε το σπίτι της δοξασμένης ακμής, ο πιο λαμπερός καθρέπτης ευημερίας και ευτυχίας μιας πόλης που ανθούσε και ήκμαζε.

    Εμείς που εκεί αναστηθήκαμε και μεγαλώσαμε, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ το σπίτι που γεννηθήκαμε. Αυτόν τον μεγάλο λόγο μάς τον διδάσκει κι ο Παλαμάς:

    Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
    στοιχειό είναι που με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

    Ούτε και επιτρέπεται να το ξεχάσουμε, γιατί εκεί μέσα σε ένα τέτοιο ωραίο και υγιεινό σπίτι φωτεινό και αερικό, … – όαση μέσα στην έρημο – στο σπίτι που επινόησαν ευφυείς και προκομμένοι Ίωνες, γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν εθνικά πολλές χιλιάδες, γενιές ολόκληρες, καλών Ελλήνων».

    http://www.kosmosnf.gr/2014/12/smyrni-spitia/

  14. […]  Η φωτογραφία παρακάτω προέρχεται από την πυρπολημένη Σμύρνη. Διαβάστε το : Ατατούρκ: Ο τζιχαντιστής που κατέστρεψε τη Σμύρνη […]

  15. Απόσπασμα από ομιλία του Κεμάλ Ατατούρκ το 1927 για τα γεγονότα από τον Μάιο του 1919 έως την έναρξη της δημοκρατίας στην Τουρκία.

    «Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι το έθνος σύσσωμο σήκωσε τα όπλα ενάντια σ’ εκείνους που, όποιοι κι αν ήταν, ήταν έτοιμοι να απειλήσουν την ίδια την υπόσταση της Τουρκίας και την ανεξαρτησία της χώρας… Από την αρχή μπορούσα να δω καθαρά το τελικό αποτέλεσμα. Αλλά δεν θα αποκαλύπταμε ποτέ τις ιδέες μας. Αν το είχαμε κάνει, θα είχαμε θεωρηθεί ονειροπόλοι και εκτός πραγματικότητας […]».

    Alexandre Jevakhoff, Κεμάλ Ατατούρκ, Π. Τραυλός, Αθήνα 2002, σ. 92.

  16. -Φύγετε! Πάρτε τα παιδιά και μην κοιτάτε χαρτιά και πασαπόρτια. Φύγετε όπως μπορείτε ! Σε δύο ,τρεις μέρες μπαίνουν οι Τσέτες στη Σμύρνη….
    -Θα μας σφάξουνε, Μανόλη. Έκλαιγε η μαμά….
    Φωτιά, Χριστέ μου , καίνε την Αρμενογειτονιά! Καίνε τη Σμύρνη!
    Γρήγορα κατάλαβαν πως η φωτιά δε θα ΄μενε στην Αρμενογειτονιά και στις πιο μακρινές συνοικίες. Μονάχα η θάλασσα θα τη σταματούσε….
    Κόσμος ,ντουνιάς είχε μαζευτεί μπροστά στα βαπόρια. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους που σέρνανε γέρους και μπόγους και μωρά.
    Ο μπαμπάς έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Γονάτισε και φιλούσε το κατάστρωμα κι έκλαιγε….Τη Σμύρνη δεν την ξαναείδε ποτέ…
    Το βαπόρι τους ξεμπάρκαρε στη Μυτιλήνη. Στη Καλλονή …. Πήραν το δρόμο για τη Μυτιλήνη κοντά 40 χιλιόμετρα με τα πόδια. Σέρνονταν μαζί με το υπόλοιπο ανθρώπινο κοπάδι. Σέρνανε και τα παιδιά. Να πονάει η ψυχή του ανθρώπου !
    Απ’ τη Μυτιλήνη πήραν το βαπόρι για τον Πειραιά. Κόσμος στοιβαγμένος σαν τα ζώα στα καταστρώματα. Ασκημα που μύριζε ! Το βαπόρι έκανε μέρες να φτάσει στον Πειραιά. Αρρώστησε το μωρό της Μαρίτσας. Είπαν πως θα το πετάξουν στη θάλασσα άμα πεθάνει….. Φτάσανε στον Πειραιά. Βράδυ. Τους βάλανε σε ένα μεγάλο ανοικτό υπόστεγο. Ήταν ναυπηγείο.
    Το πρωί χωρίστηκαν…. Αποφάσισαν να πάνε στο Βόλο. Τα τραίνα έφευγαν γεμάτα πρόσφυγες. Χωρίς εισιτήριο. Βαγόνια χωρίς καθίσματα, χωρίς παράθυρα μια πόρτα μονάχα ,απ’ αυτά που μεταφέρουν εμπορεύματα και ζώα. Βρήκαν ένα άδειο και μπήκαν…. Άνθρωποι στριμώχνονταν να μπουν στο βαγόνι τους… Κατέβηκαν στη Λάρισα…η μαμά έψαξε τον μπόγο με τα εσώρουχα. Τράβηξε το ροζ μεταξωτό κρεμασίδι απ’ τη βάπτισή τους … έκοψε δυο λουρίδες, τους τις έδεσε φιόγκους στα μαλλιά. Φόρεσε κι εκείνη απ’ τη καλή το λούτρινο μαντό της. Ο μπαμπάς βρήκε έναν κουρέα. Ξυρίστηκε….΄( Από το βιβλίο της Ελένης Δικαίου «Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά»

  17. Οταν η θρησκεία γίνεται πολιτικό εργαλείο

    Υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη τζαμιά και «πολιτιστικά κέντρα» που λειτουργούν ως εκκολαπτήρια τζιχαντιστών, με συμμετοχή προσηλύτων.

    Πού τελειώνει η συνταγματικά προστατευόμενη θρησκευτική ελευθερία και πού αρχίζει η πολιτικοποίησή της με στόχο την επικράτηση του σκοταδισμού και την καταπάτηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών; Η διάκριση ανάμεσα στο ισλάμ ως πίστη και στο ριζοσπαστικό-σαλαφιστικό παρακλάδι του είναι τεράστιας σημασίας.

    Αυτήν ακριβώς τη διάσταση αγνόησε εσκεμμένα η υπ’ αριθμόν 2 της AfD, του γερμανικού κόμματος που έχει παραδεχθεί ανοικτά ότι επιζητεί την προσοχή με προκλητικές δηλώσεις. Ετσι, όταν η Μπέατριξ φον Στορχ δήλωσε ότι το ισλάμ είναι ασύμβατο με το σύνταγμα, δεν μπορεί να μη γνώριζε ότι το σύνταγμα προστατεύει όλες τις θρησκείες, περιλαμβανομένης της μουσουλμανικής. Ηθελε όμως να κάνει θόρυβο, ώστε να υπάρξει δημοσιότητα γύρω από το κόμμα της – έστω και αρνητική. Αντίστοιχη τακτική είχε χρησιμοποιήσει η επικεφαλής του κόμματος, Φράουκε Πέτρι, δηλώνοντας πριν από μερικούς μήνες ότι ως ύστατη λύση, οι συνοριοφύλακες έχουν δικαίωμα να πυροβολούν πρόσφυγες, μόνο και μόνο για να αποσύρει τη δήλωση, αφού πρώτα είχαν ασχοληθεί μαζί της όλα τα μέσα ενημέρωσης της χώρας της και αρκετά του εξωτερικού.

    Ο επικεφαλής του Κεντρικού Μουσουλμανικού Συμβουλίου της Γερμανίας, Αϊμάν Μαζιέκ αντέδρασε στη δήλωση της Μπέατριξ φον Στορχ περί ισλάμ, υποστηρίζοντας ότι αυτή που δεν συμμορφώνεται με το σύνταγμα είναι η ίδια η AfD. «Για πρώτη φορά από τη χιτλερική περίοδο, υπάρχει ένα κόμμα που χλευάζει μια ολόκληρη θρησκευτική κοινότητα και απειλεί την ύπαρξή της», είπε ο Μαζιέκ στο κρατικό ραδιόφωνο της βόρειας Γερμανίας. «Επίτηδες μετατρέπετε το ισλάμ σε αποδιοπομπαίο τράγο για να αλιεύσετε ψήφους», κατηγόρησε την ανερχόμενη AfD ο βουλευτής των πρασίνων, Κονσταντίν φον Νοτς.

    Οι γενικεύσεις, οι οποίες οδηγούν σε ολισθηρό δρόμο, είναι πιο εύκολες όταν λείπει η γνώση προσώπων και πραγμάτων. Το παράδειγμα των δύο μαθητών στην Ελβετία, οι οποίοι αρνήθηκαν να δώσουν το χέρι στην καθηγήτριά τους είναι πολύ χαρακτηριστικό. Οι δύο μαθητές γυμνασίου προξένησαν σάλο στο καντόνι της Βασιλείας, επειδή αρνήθηκαν την παραδοσιακή χειραψία, υποστηρίζοντας ότι είναι αντίθετο προς τη θρησκεία τους να αγγίζουν γυναίκες που δεν είναι μέλη της οικογένειάς τους.

    Η Σαϊντά Κέλερ-Μεσαχλί, επικεφαλής του φόρουμ για ένα προοδευτικό ισλάμ, εξηγεί περί τίνος πρόκειται. Η Μεσαχλί, η οποία γεννήθηκε σε πάμπτωχη οικογένεια της Τυνησίας και μετακόμισε στην Ελβετία στα οκτώ της χρόνια χάρη σε φιλανθρωπική οργάνωση, λέει ότι οι δύο μαθητές είναι αδέλφια, γιοι ιμάμη συνδεόμενου με τη Σαουδική Αραβία, ο οποίος τους κατευθύνει με στόχο να δημιουργήσει τετελεσμένα. Ποια είναι η πιο αποτελεσματική αντίδραση σε τέτοιου είδους περιστατικά; Το να καλλιεργεί κανείς τυφλή ισλαμοφοβία, όπως κάνει η AfD, με αρκετή εκλογική επιτυχία ή το να προσπαθεί να κατανοήσει και να απομονώσει τους εκπροσώπους του σκοταδισμού;

    Σε όλες τις δημοσκοπήσεις στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, οι πλατιές πλειοψηφίες απορρίπτουν την ιδεολογία των τζιχαντιστών, των οποίων άλλωστε τα περισσότερα θύματα είναι μουσουλμάνοι. Ομως υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη τζαμιά και «πολιτιστικά κέντρα» που λειτουργούν ως εκκολαπτήρια τζιχαντιστών, έλκοντας όχι μόνο μουσουλμάνους αλλά και προσήλυτους.

    Περί μαρτυρίου

    «Θέλεις να γίνεις μάρτυρας;», ρωτάει ο γιος τον πατέρα σε ένα κόμικ με χαρούμενα πρόσωπα. «Είναι πολύ ωραίο να είσαι μάρτυρας. Ποιος δεν θέλει να πάει στον ουρανό;», απαντάει ο πατέρας. Το κόμικ κυκλοφόρησε από την τουρκική διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων Ντιγιανέτ, όπως ανέφερε η τουρκική εφημερίδα Τζουμχουριέτ τον Μάρτιο. Η ίδια υπηρεσία στηρίζει πολυάριθμα τζαμιά στην Ελβετία, πράγμα που δεν ξέφυγε της προσοχής του ελβετικού Τύπου. «Το θρησκευτικό συναίσθημα τα τελευταία χρόνια μετατρέπεται κυριολεκτικά σε πολιτικό εργαλείο», είπε στην Τζουμχουριέτ ο ψυχολόγος Σερντάρ Ντεγκιρμεντσίογλου. Η Ντιγιανέτ, η οποία ιδρύθηκε από τον Κεμάλ Ατατούρκ προκειμένου να επιβλέπει η τουρκική δημοκρατία τα τζαμιά της χώρας και να προωθήσει τον εκδυτικισμό, άλλαξε χαρακτήρα από το 2010, φθάνοντας να αναγνωρίσει τον σαλαφισμό ως επίσημο ρεύμα του σουνιτικού ισλάμ. «Με τα σκίτσα θέλουν να μεταφέρουν στα παιδιά την έννοια του μαρτυρίου», είπε ο Τούρκος ειδικός. «Για να μεγαλώσουν και να τρέξουν προς τον θάνατο, όταν τους το πουν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία».

    http://www.pontos-news.gr/article/149613/anavoli-imeridas-pontion-sti-voyli-ton-lordon

  18. Jihad and Genocide Come to Smyrna

    July 20, 2016

    Part 13 of Islamic Foundational Doctrines

    By Mike Scruggs- After the Battle of Sakarya, the Greeks fell back to the line of their June 1921 advance just east of the town of Afyon. Between September 1921 and August 1922 the Greek and Turkish armies were stalemated. Both armies had more than 200,000 men. Developments during the stalemate, however, favored the Turks. The French and Italians had withdrawn from their occupation zones in southwestern and southeastern Turkey respectively, not only leaving the Greeks more vulnerable to attack, but also actively supplying the Turkish Nationalists with arms and supplies. No arms or financial support were coming from the British or Americans, and the Greek Government was not in a fiscal condition that could sustain an army in Turkey for long. A highly significant development was that the new Soviet Union had started supplying the Turks with considerable military and financial support. Moreover, the Greek Navy, which had been conducting a successful blockade of Turkish Black Sea ports and bombarding them at will, was curtailed in that activity by the British and Americans.

    The American High Commissioner in Constantinople was Admiral Mark Bristol. He reported to the Secretary of State but also had command of U.S. Naval Forces in Near Eastern Waters. His orders from the State Department were strict neutrality with not even a hint of helping an enemy of Turkey. His conversation, however, was obviously pro-Turkish and anti-Greek, anti-Armenian, anti-Jewish, and Anglophobic. His priority was to develop the maximum commercial benefit for American firms investing or trading in Turkey. This led him to minimize the significance of Turkish mistreatment of and atrocities against Christian minorities. He was also able to minimize and shape the news going to the U.S. by favoring or restricting the activities and travel of American newspaper reporters in Turkey. His influence can still be seen today and is one reason why the Greek genocides of 1922 are so little known.

    A British military attaché in June 1921 was quoted as calling the Greek Army in Turkey “a more efficient fighting machine than I have ever seen.” He also praised their high morale. But these were now their only advantages. In August 1922, the Greeks were in bad need of almost everything, even food. Their last hope was a British loan, which never came.

    On August 26, 1922, the Turks launched a major counter attack with unexpected force and ferocity. The major Greek defensive positions had fallen before the end of the day, and the next day, Afyon was taken. On August 30, the Greek Army was decisively defeated at the Battle of Dumlupinar. The major Turkish advantage turned out to be superior artillery, in size, range, and accuracy. They were nowhere close to having such an artillery advantage until they started receiving Soviet, French, and Italian arms. The largest share probably came from the Soviet Union. By September 7, the Greek Army had suffered between 101,000 to 130,000 casualties and had lost all their major equipment. By September 9, they had been chased 250 miles, all the way back to the outskirts of Smyrna.

    Smyrna was normally a city of just over 400,000. It was majority Greek, but had a Turkish population of 150,000 and about 20,000 Armenians. There were many European residents as well, associated with its prosperous commerce with Europe and America. The surrounding vilayet contained about 300,000 people and was predominantly Greek. But now more than 300,000 Greek refugees swelled Smyrna’s population to uncomfortable levels, and they kept coming. The reputation of the approaching Turkish Army for brutal treatment of military prisoners and civilians alike was well known in Smyrna. Normally a prosperous city with a reputation for happy people and a good life, its broad crescent quay, well over a mile long, had the finest shops, luxurious hotels, wonderful restaurants, three modern cinemas, and beautiful public and commercial buildings. It was a city with many fine homes, churches, and cathedrals, and even had an American YMCA, YWCA, and many Christian academies and schools sponsored by American and British missionary societies. It had three archbishops: Greek Orthodox, Roman Catholic, and Armenian Orthodox. It was a city, where music, art, and learning thrived. But now it was a city of many extremely frightened people. The last remnants of the Greek Army withdrew by September 8. There were 19 British, American, French, and Italian warships in the harbor, but their orders were to remain strictly neutral, while evacuating only their own nationals and scrupulously honoring Turkish sovereignty.

    The city of Smyrna was divided into residential “quarters” corresponding to ethnic background. These were Turkish, Jewish, Armenian, Greek, and European. The suburbs were predominantly Greek with some European and American favored neighborhoods.

    On September 5, four days before the first elements of the Turkish Army entered Smyrna, the League of Nations received a note from the Turkish National Government alluding to alleged atrocities committed by Greek troops during their advance, concluding with the statement:

    “Turkey declines all responsibility for consequences that may arise from these terrible provocations.”

    The League correctly interpreted this as a notification that the Turks intended to exterminate the Christian population of Smyrna and Asia Minor, but they were powerless to intervene. The League did notify the governments of Great Britain, France, and Italy of Turkish intentions with the hope that they would notify the Turks that they would indeed hold them responsible for their actions. Nothing was done. It was obvious that the European governments had no intention of holding Turkey responsible for anything unless it affected their own commercial or military interests.

    At 9:00 AM on Saturday, September 9, the Fourth Turkish Cavalry Regiment entered Smyrna, proclaiming that there was no danger. No one believed this, however, because they had heard that Mustafa Kemal had placed his cruelest general, Noureddin Pasha, in charge of the occupation of Smyrna. In addition, the Turks posted notices changing the penalty for murdering a Christian from death to mere punishment. This is actually according to Sharia Law, in which there need not be any punishment for killing a Christian. The Turks encountered only a few riffle shots and bombs thrown.

    In 156 AD, Polycarp, the patron saint of Smyrna was burned alive in a stadium, the outline of which could still be seen there in 1922.

    According to Dr. Niki Karavasilis, author of The Whispering Voices of Smyrna, Noureddin sent two policemen to St. Fotini Cathedral, who took Archbishop Chrysostomos and two Deacons to Noureddin’s office. There Noureddin asked Chrysostomos to write down the needs of the Greeks in Smyrna and promised their fulfillment in exchange for their turning in their guns for the sake of public safety—which they did. In the evening, the policemen returned to take Chrysostomos and the Deacons to see Noureddin again. This time he cursed the Archbishop and turned him over to a Turkish mob of several hundred. From his balcony, he shouted to the mob, “Treat him as he deserves.” They attacked him with stones and rods and dragged him through the narrow streets. Near a barber shop, they ripped off his beard, gouged out his eyes and cut off his nose, ears, and hands. Nearly nude, he kept on walking, praying continuously: “Father forgive them! They don’t know what they are doing!” Finally, he gave up his last breath and fell into a bloody heap. His body was hung for awhile in a public place. Most of this was witnessed by a small group of French Marines, who were kept at gun point from interfering.

    The systematic destruction of the Armenian quarter and the extermination of its inhabitants had already begun. The Turks first blocked entry or exit to the Armenian quarter Armenian men in the streets were robbed and marched off in small groups to be shot. Many were shot on the spot and left lying in the streets. Turkish soldiers and civilians went from house to house looting and then killing the inhabitants. Some houses were set on fire. Only some of the prettier girls and women were saved for the Turkish Army. The next day, Turkish Army troops began looting and killing in the Greek quarter of Smyrna. To be continued.

    ABOUT THE AUTHOR

    Mike Scruggs
    Author and Columnist
    a.k.a. Leonard M. Scruggs

    Mike Scruggs is the author of two books: The Un-Civil War: Shattering the Historical Myths; and Lessons from the Vietnam War: Truths the Media Never Told You, and over 600 articles on military history, national security, intelligent design, genealogical genetics, immigration, current political affairs, Islam, and the Middle East.

    He holds a BS degree from the University of Georgia and an MBA from Stanford University. A former USAF intelligence officer and Air Commando, he is a decorated combat veteran of the Vietnam War, and holds the Distinguished Flying Cross, Purple Heart, and Air Medal. He is a retired First Vice President for a major national financial services firm and former Chairman of the Board of a classical Christian school.

    His viewpoint is unapologetically Christian, conservative, and patriotic. He has been a Republican County Chairman in two Southern states and remains an active participant in church, political, and veterans’ affairs.

    http://www.thetribunepapers.com/2016/07/20/jihad-and-genocide-come-to-smyrna/

  19. Η ακριβής μετάφραση της απόφασης 451 του δικαστηρίου έχει ως εξής:

    «Μετά τον θάνατο του Abduş η Zübeyde ισχυρίστηκε με μήνυση που κατέθεσε ότι ήταν η γυναίκα του Αbduş και το παιδί της ο Κεμάλ ο γιός του. Οι αδελφές του Abduş κατέθεσαν ότι η Zübeyde δεν ήταν παντρεμένη με τον αδελφό τους και ότι την πήρε σπίτι του ως ερωμένη από τον οίκο ανοχής. Στην αγκαλιά της τότε είχε τον δίχρονο γιό της Κεμάλ. Ο Abduş πέθανε χωρίς δικούς του απογόνους».

    Σε σχετικό ερώτημα που απηύθυνε το δικαστήριο στον οίκο ανοχής της Θεσσαλονίκης πήρε την εξής απάντηση (ακριβής μετάφραση από την απόφαση 451):

    «Η Zübeyde ήρθε σε εμάς την 19η Ιουνίου 1297 ( σημ.: σύμφωνα με την τότε ισλαμική χρονολόγηση) με τον γιό της και μας εγκατέλειψε την 11η Απριλίου 1298 αφού συμφώνησε με κάποιον Abduş».

    ΔΗΛΑΔΗ:
    ————–

    Η Zübeyde ήταν η μητέρα του Κεμάλ. Ο Ali Riza ήταν στην Θεσσαλονίκη ένας τελωνειακός υπάλληλος, ο οποίος παντρεύτηκε την Zübeyde όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν 5 ετών. Έτσι δεν τυγχάνει φυσικός, αλλά θετός πατέρας του Κεμάλ. Σύμφωνα με το δικαστήριο η Zübeyde εργαζόταν στην Θεσσαλονίκη σε οίκο ανοχής και είχε μαζί της και τον μικρό Κεμάλ. Ένας γνωστός αγάς της πόλης ονόματι Abduş γνώρισε την μητέρα του Κεμάλ όταν αυτός ήταν 2 ετών. Όταν ο Κεμάλ ήταν 5 ετών πέθανε ο Abduş. Σε ηλικία 12 ετών ο Κεμάλ ταξιδεύει στην Timova απ’ όπου καταγόταν ο Abduş για να απαιτήσει την κληρονομιά του. Οι συγγενείς του θανόντος απορρίπτουν το αίτημά του και η μητέρα του απευθύνεται στο δικαστήριο για να διεκδικήσει την κληρονομιά.

  20. Ο Κεμάλ στον Έλληνα μαραγκό του: Έπρεπε να σφαχτείτε όλοι. Κανένας να μη ζήσει (βίντεο)

    Μια από τις πολλές συγκλονιστικές ιστορίες που φώτισε στη μικρή οθόνη στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο αείμνηστος δημοσιογράφος και συγγραφέας Φρέντι Γερμανός, φέρνει σήμερα στο προσκήνιο το pontos-news.gr. Πρόκειται για την ιστορία του Θεόδωρου Πολίτη, αιχμαλώτου πολέμου στη Μικρασιατική Εκστρατεία που κλήθηκε να δουλέψει ως μαραγκός στην έπαυλη του Μουσταφά Κεμάλ έξω από την Άγκυρα. Μαζί του και ο συστρατιώτης του Νίκος Καμηλιέρης, τον οποίον ο Πολίτης συνάντησε συγκινημένος στο πλατό της εκπομπής μετά από 40 χρόνια.

    Στη συνέντευξή του στον Φρέντι Γερμανό, το 1976, ο Θ. Πολίτης, σε αναπηρικό αμαξίδιο πια, θυμάται λεπτομέρειες από τις συνομιλίες του με τον Κεμάλ.

    Ο ηγέτης της νέας Τουρκίας, ο δήμιος των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου, της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και άλλων τόπων όπου άνθησε ο ελληνισμός, ήταν επιθετικός και θρασύς, και έριχνε όλο το βάρος της καταστροφής στους άλλους. «Εσείς φταίτε», είπε στον Θόδωρο Πολίτη. «Γιατί μας χτυπήσατε;». Και έπειτα ανερυθρίαστα εκτόξευσε τη βαθιά του βούληση να εξαφανιστούν όλοι από την Τουρκία πλην Τούρκων…

    «Έπρεπε να σφαχτείτε όλοι. Κανένας να μη ζήσει», είπε στον Έλληνα μαραγκό του ο Μουσταφά Κεμάλ.

    Ο Θόδωρος Πολίτης μιλά επίσης στο ντοκουμέντο για τα… μαθήματα Ιστορίας που επιχείρησε να του παραδώσει ο Κεμάλ, αλλά και για τις συνήθειες της συζύγου του ηγέτη της σύγχρονης Τουρκίας. Το απόσπασμα από την εκπομπή του Φρ. Γερμανού υποτιτλίστηκε στα τουρκικά και προβλήθηκε και στην Τουρκία.

  21. […] επισκεφτεί τη μαρτυρική Σμύρνη βλέπει μια τεράστια προσωπογραφία του Μουσταφά Κεμάλ, […]

  22. Fatih Bayhan: Atatürk Osmanlı derin devletinin adamıydı
    25.09.2013 – Bu Yazı 5400 Kez Okundu.

    Fatih Bayhan: Atatürk Osmanlı derin devletinin adamıydı

    Vahdettin-Atatürk ilişkisi tam manasıyla araştırılmadı bugüne kadar. Yazar Fatih Bayhan, elde ettiği yeni belgelere dayanarak “Mustafa Kemal’in Samsun görevi onun Anadolu’yu toparlayabilmesi için ortaya çıkartılmış bir görevdi.” diyor.

    Vahdettin ve Mustafa Kemal ilişkisi, kimi çevrelerin kendi görüşleri üzerine temellendirildi bugüne kadar. Kimse de bildik kalıpların dışına çıkacak adımları atmadı veya atamadı. Zira doğru dürüst bir çalışmaya tabi tutulmamıştı konu. O yüzden de Halife ve Sultan VI. Mehmet Vahdettin de ‘vatan hainliği’ ile suçlanıp durdu yıllarca.

    Ama tarih doğru araştırılınca, ortaya yeni belgeler çıkarmak mümkün. Sultan Vahdettin ile Mustafa Kemal’in temasları hiç de söylendiği gibi görünmüyor yeni bilgi ve belgelere göre. Hatta Paşa’yı Samsun’a gitmek için görevlendirenin bizzat Sultan Vahdettin olduğunun ötesinde “Samsun görevinin, Mustafa Kemal’in Anadolu’yu toparlayabilmesi için ortaya çıkartılmış bir görev” olduğu da anlaşılıyor.

    Tarihî konularda yaptığı çalışmalarla gündem oluşturan gazeteci-yazar Fatih Bayhan, yeni yılda Vahdettin ve Mustafa Kemal ilişkisini kitaba dönüştürüp yayımlayacak. Kıbrıs Gerçeği, Fikriye Hanım, Zübeyde Hanım, Tarih Değiştiren Suikastler, Teyzem Latife, Atatürk’ün Aşkı Latife, Atatürk’ün Büyük Sırrı kitaplarının yazarı Bayhan, 1922 ve 1923 yıllarına tekabül eden 1. Meclis gizli celse zabıtlarına göre “Halifeye emanet-i şerifeyi teslim ve biat etmek üzere İstanbul’a bir mebus heyeti bile gönderildiğini” tespit etmiş mesela. Yeni belgeler, Vahdettin’in hain olmadığı tartışmasına da noktayı koyacak.

    -“Atatürk, Osmanlı derin devletinin adamıydı.” diyorsunuz. “Atatürk’ün Büyük Sırrı” kitabında o kanaate varmış mıydınız?

    Zaten o çalışmalar sürerken bir şey ortaya çıkıyor. Yani ‘Neden Mustafa Kemal?’ sorusu hep zihinleri kurcalamıyor mu? Neden Kâzım Karabekir, İsmet Paşa, Refet Bele, şu bu değil de Mustafa Kemal Atatürk seçiliyor?

    -Pek çok rakibi de var. Seçildiği zaman İttihat Terakki bağı var, sonra o bağını kopartıyor.

    Kopartmak zorunda kalıyor. Çünkü artık İttihat Terakki’nin bütün siyaseti bitiyor. Yeni bir döneme giriliyor.

    -Sultan Vahdettin-Mustafa Kemal üzerine yeni ne tür bilgilere ulaştınız?

    Benim ulaştığım nokta, Sultan Vahdettin ile Mustafa Kemal, Samsun’a hareketten önce, son gece, diz dize ahitleştiler. Görüşmede anlaşmaları şöyleydi: Vatanın sağlam bir şekilde selamete çıkartılması hususunda kendisi İstanbul’da düşman devletlerin ilgisini ve dikkatini çekecek, sulh ve anlaşma havası içinde zaman kazanacak, bir yandan da işgalleri bitirmeye, Anadolu’da yeniden güveni tesis etmeye çalışacaktır. Mustafa Kemal Paşa da Samsun’dan başlayarak Anadolu’yu örgütleyecek, dağınık askerî ve idarî yapıyı düzene sokacak ve bu sayede işgallere karşı bir sivil ve askerî harekat başlatacaktır. Anadolu’nun kurtuluşunun temini hangi yolda görülürse bir diğeri kendini feda edecek ve ülkenin kurtuluşuna zemin hazırlanmış olacaktır.

    -Bu konuşma olarak mı aralarında geçiyor?

    Bu ahitleşmenin kaydı kızı Sabiha Sultan’dadır. Ve Vahdettin’in özel yaverindedir. Nitekim bu ahitleşme gecesinde neler yaşandığını kısmen Nutuk’ta anlatır Paşa. Kısmen anlatır ama. Çünkü burada İngiliz siyasetine karşı bir siyaset geliştirilmiştir. Aradaki o ihtilaf noktalarının tamamı danışıklı dövüş. Mesela, çok enteresan bir şey söyleyeyim. Paşa hakkında, biliyorsunuz idam fermanı çıkartıyor. Şeyhülislam da mürted ilan ediyor değil mi? Ankara Meclisi’nde padişahın bu kararı tartışılıyor, gizli celsede.

    -Azletme yoluna gidiliyor…

    Onu tartışıyorlar. Mustafa Kemal kürsüye geliyor. Gizli celseler açıklanıyor şimdi. Gizli celse konuşmalarından çıkarttım ben o konuşmayı. Diyor ki “Padişah Vahdettin bana özel yaverini gönderdi. Biz Düzce’de görüştük.” Ve Vahdettin’in ona gönderdiği özel mektubu gösteriyor. “İngiliz süngüsü altında böyle bir karar almak durumundayım. Bu kararı almam senin çalışmaların ile alakalı yürüyeceğin yolda moralini bozmasın.” Paşa gizli celsede bunu okuyor. Yani bizimkiler müthiş bir siyaset izliyorlar İngiltere’ye karşı. Bu benim kurgum değil. Tarihî veriler üzerinden yaptığım okumalar sonucu kareleri birleştirince böyle bir fotoğraf ortaya çıktı. Onun için Mustafa Kemal Paşa ile ilgili, yani Vahdettin hain mi, değil mi tartışmalarının yapılıyor olması abesle iştigaldir. Sonra gizli celselerden aldığım bir belge daha var.

    -Açıldı mı gizli celseler?

    Daha açılmadı. Bu belgeyi paylaşabiliriz kamuoyuyla. Orada, Ankara’da hükümet kuruluyor, Meclis diyor ki ‘Padişahımıza biatımızın yapılması lazım.’ Mustafa Kemal Paşa’nın katıldığı Meclis’te biat ekibi kuruluyor. Biat ekibi özel bir trenle İstanbul’a naklediliyor. Harcırahları tartışılıyor.

    -Kimler var biat heyetinde?

    Erzurum Mebusu M. Durak Bey, Bursa Mebusu Operatör Emin Bey gibi isimler… Mustafa Kemal Paşa görevini yapmış, Anadolu’yu toparlamış, askerî ve idarî dağınıklığı gidermiş. Sultan Vahdettin bunun üzerine iki ayrı devlet görünümünde kalmak yerine, kendini feda ederek tek resmî yetkinin tümüyle Ankara hükümetinde olduğunu kuvvetlendirmiştir. Eğer Vahdettin vatanı terk edip gitmeseydi iki ayrı hükümet temsil edecekti Türkiye’yi Lozan’da.

    -Neden yurtdışına çıktı Sultan Vahdettin?

    Orada da Vahdettin’in, “Mustafa Kemal’in aklı da hırsı da yüksektir. Aklı galebe çalarsa çok faydalı olur, hırsı galebe çalmasın.” sözü olayı özetlemiştir. Ancak cumhuriyetin ilanından sonra İngiliz baskısı ve yeni kurulan devletin tanınmama riski saltanat ile yolların ayrılmasına neden olmuştur.

    -Sultan Vahdettin’in İngiliz gemisi ile gitmesi mecburi miydi?

    Başka ne yapabilirdi? Başka seçeneği yoktu. Orada İngilizlere tam anlamıyla güven verebilmek için onların gemisine bindi ve kendini feda etmiş oldu. Vatan için kendini feda etmiş bir padişahtır Sultan Vahdettin. İngilizler nitekim daha sonra onu kullanmak da istemişler belki. Bakın bir şey daha var. Neden ‘Mustafa Kemal?’ sorusunun arkasındaki en önemli cevaplardan biri şudur: Mustafa Kemal, şehzadeliği sırasında Vahdettin’e seryaverlik yapmış, birlikte Almanya seyahatinde bulunmuş ve bu seyahat sırasında Anadolu’daki ahvali ayrıntılarıyla konuşma fırsatı bulmuşlar. Paşa, Anadolu’nun her cephesinde bilinçli olarak görevlendirilmiştir. Oranın fotoğrafını iyi çeksin diye. Bu önemli bir husus. Vahdettin’in ikinci nedeni de damadı Enver’in Mustafa Kemal Paşa’ya tasallutuna mâni olmak için onu İstanbul’da fazla tutmak istememiştir. Bu yüzden de hep Anadolu’da. Çünkü Mustafa Kemal Paşa’nın günü gelecektir. Planı budur.

    -Mustafa Kemal, İstanbul’a bir daha 8 sene sonra mı geliyor?

    Daha sonra geliyor, tabii. Hatta Sultan Vah-dettin’den Almanya ziyareti dönüşünde kendisinin padişahlığında Harbiye Nezareti’ne talip oluyor Mustafa Kemal. Kabinede görev almak istiyor. Vahdettin diyor ki “Zamanı var.” Sultan Vahdettin padişahlık makamına oturunca, sağlık dolayısıyla İsviçre’de tedavi gören Paşa, apar topar tedavisini yarıda kesip İstanbul’a dönüyor. Vahdettin’den randevu istiyor. Salı günü randevu istiyor, cuma selamlığından sonra görüşüyorlar. Mesela orada da enteresan tespitlerim var. Vahdettin’in güvenini kazanan Mustafa Kemal Paşa, özellikle son iki yılda, 1918-1919’da, Samsun’a çıkışına kadar, Sultan Vahdettin’le cuma selamlığından sonra neredeyse her hafta kayıtsız özel görüşme yapmıştır.

    -Her zaman mı?

    Evet. Padişah olduktan sonra. Bunu kimileri En-ver’den korktuğu için diye telaffuz eder ama asıl Sultan Vahdettin’in Mustafa Kemal’i İstanbul’da erken bir şekilde gündeme getirmeme kaygısından kaynaklandığını düşünüyorum ben.

    -Peki, en baştaki konumuza tekrar dönelim. Mustafa Kemal, rakipleri arasında, Sultan Vahdettin nezdinde nasıl bir adım öne geçebilmiş? O bahsettiğiniz ‘derin yapının’ etkisi var mıdır bunda?

    Mustafa Kemal’in Vahdettin’le kurduğu o sıcak temas, Almanya seyahati, onun sonraki hamlelerinde hep avantaj sağlamıştır. Ve padişaha bağlı bu derin yapı Mustafa Kemal’e tam anlamıyla güvenmiştir. Samsun’a gönderilmeden önce Dahiliye Nezareti’nden Mehmet Ali Bey, Mustafa Kemal Paşa’yı Şişli’de kaldığı evinde ziyaret ediyor. Bu zat kritik görevde bir zattır. Ardından Bahriye Nazırı Avni Paşa, Şişli’deki evine sık gidip gelmeye başlıyor, ahbap oluyorlar. Bu görüşmeler Mustafa Kemal’in saltanat, sadakat hislerinin öğrenilmesi ve teyidi için yapılmıştır. Sonra Avni Paşa özel otomobilini Şişli’deki evine gönderip Mustafa Kemal Paşa’yı evinden aldırıp bakanlığa getiriyor. Memleketin ahvalini konuşuyorlar. Mustafa Kemal Paşa o günlerde Harbiye Nazırı Şakir Paşa tarafından makamına davet ediliyor. Odasında tek kelime edilmeden Samsun’la ilgili görevi takdim ediyor. Onu Samsun’a görevlendiren Vahdettin’in kendisidir. Yani Samsun görevi onun Anadolu’yu toparlayabilmesi için ortaya çıkartılmış bir görevdir. Bandırma Vapuru’nu ayarlayan da Vahdettin’dir. Ailesine yetecek kadar parayı veren de, ailesini himaye eden de Sultan’ın kendisidir.

    -Padişah’a rağmen olmamıştır bunlar yani?

    Tabii. Paşa’yı bu göreve götürecek tek vasıta Bandırma Vapuru’dur ve gemiye ait işlemler bizzat Bahriye Nazırı Ahmet Avni Paşa tarafından yürütülmüştür. Paşa, gizli, kaçarak gitmemiştir. Bandırma Vapuru, Kaptan İsmail Hakkı kumandasında Samsun seferi için görevlendirilmiştir. Sadrazam, 14 Mayıs 1919’da Nişantaşı’ndaki konağında Mustafa Kemal Paşa’ya akşam yemeği verdi. Ertesi gün vapur yola çıkacaktı. O gece Rauf Orbay geç saatlerde Bahriye Nazırı Avni Paşa’nın telefonuyla bakanlığa çağrılır ve son gelişmeler konuşulur. Çünkü yeni gelişme İzmir’in işgaline giden sürecin başıydı. Rauf Bey bir an evvel vapurun İstanbul’dan kalkması için çalışırken öğlene doğru Şişli’deki Mustafa Kemal’in evine gidiyor. Evde Refet Paşa, Kurmay Binbaşı Hüsrev ve Ordu Müfettişi Doktor Albay İbrahim Tali de var. Orada hazırlıklara son şeklini veriyorlar. Mustafa Kemal, Samsun öncesi veda ziyaretlerinde bulunuyor. Önce, günün sabahında, Babıali’de Sadrazam ve nazırlarla görüşmüş, cuma selamlığından sonra da Hamidiye Camii mahfilinde Padişah Vahdettin’le bir araya gelmiştir. Çünkü gece hareket edeceği kesinleşmişti artık. Ve 16 Mayıs Cuma gecesi gün batımında vapur yola çıkmıştır. Dahiliye Nazırı Mehmet Ali Bey, nezaretin örtülü ödeneğinden 1100 altından 1000 altını makbuz karşılığında Mustafa Kemal’e vermiştir.

    -Mustafa Kemal’i Samsun’a gönderenin Sultan Vahdettin olduğuna dair belge bile kamuoyunda tartışmalara vesile olmuştu. Soldan çok eleştiriler yapılmıştı.

    Bu işin sağı-solu yok artık.

    -Bülent Ecevit ‘Vahdettin hain değildi’ dedi, kıyamet kopmadı mı?

    Tarih, belgeler ve olaylar üzerinden okunur. Tarihi sağ-sol diye ayırmamamız lazım. Bugüne kadar böyle bir şey yapıldı. Vahdettin-Mustafa Kemal ilişkisi çok önemli. Çünkü Turgut Özakman gibi tarihçi olmayan bir ismin yazdığı çalışmada bir sürü iftira var. Ziyadesiyle Vahdettin’in aleyhine kullanmıştır. Tarihte durduğunuz yer çok önemlidir. Eğer objektif bir yerden bakarsanız belgeleri doğru okursunuz. Ama taraflı bir yerden bakarsanız o belgelerin her biri size farklı şeyler fısıldayabilir. Daha ötesini söyleyeyim size. Samsun öncesi Mustafa Kemal’e 9. Ordu Müfettişliği ve kurmay heyetini kurma yetkisi verilmiştir. Anadolu’daki ordu komutanlıklarına yapılan atamalar Samsun öncesine rastlar ve Mustafa Kemal’in isteğine göre yapılmış atamalardır. Paşa, müfettiş sıfatı ile görünürde Samsun’daki azınlıklarla ilgili ayaklanma olabilir vesaire bahanesiyle gönderiliyor. Ama görev tanımı Amasya, Sivas ve Erzurum ordularını da kapsıyor.

    -O da planın bir parçası diyorsunuz.

    Evet. Dahası Mustafa Kemal Paşa’nın Anadolu görevi, yetkilendirilmesi, şark vilayetleri valilerine de, askerî ve idarî makamlara da bildiriliyor. Onun için kolordu müfettişi olarak Samsun’a gittikten sonra Sivas’a, Amasya’ya, Erzurum’a gittiğinde valiler tarafından karşılanıyor. Paşa’nın vali tarafından karşılanması Vahdettin’in gönderdiği gizli talimatname üzerinedir. Mustafa Kemal Paşa’ya bu görev evrakı esnasında sadrazamla doğrudan temas yetkisi de veriliyor. Bir müfettiş için oldukça geniş yetkiler verildiği açıkça görülüyor. Böylesi geniş yetkilerin verildiğine dair atama kararı 5 Mayıs 1919 tarihli Takvim-i Vekayi’de de yayımlanıyor.

    -Başka neler var Vahdettin-Mustafa Kemal diyaloglarında?

    Mesela o süreçte yazışmaları var. Sivas’ta, bütün toplantı tutanaklarını rapor ediyor Sultan Vahdettin’e. “Sivas’ta yaptığımız kongrede şunlar oldu. Filanı filan yere aldım, filanı filan yerde görevlendirdim. Buradaki Ermenilerin durumu bu, azınlıkların durumu bu.” diye mektupla rapor ediyor.

    -Bunlar bugüne kadar açıklanmadı mı?

    Bir kısmı açıklanmıştır ama olay Atatürk-Vahdettin ilişkisi düzleminde ele alınmadığı için gündeme gelmemiştir.

    -Bir art niyet mi var sizce?

    Art niyet elbette var. Yoksa bu, Sultan Vahdettin’i meşrulaştırır. Vahdettin’i vatan hainliğinden çıkarıp normalleştireceği için belli kesimler bu ilişkiyi görmezden gelmişlerdir.

    -Sultan Vahdettin yurtdışına gittikten sonra temasları olmuş mu Mustafa Kemal ile?

    Olmuş. Arada heyetler gidip geliyor. Hatta Sultan Vahdettin yurtdışına gittikten sonra elbette mali kriz yaşadılar. Ama Meclis’in örtülü ödenekten para gönderdiğini biliyor musunuz, Mustafa Kemal Paşa’nın talimatı ile.

    -Bunlara nasıl ulaşıyoruz?

    Kayıtlardan ulaştık. Para gönderme olayı oluyor. Ama Vahdettin’e sadık olduğunu iddia eden bazı isimler para alışverişlerinde tabir caizse Vahdettin’i dolandırıyorlar.

    -Onlar belli mi?

    Belli ama isimleri vermem doğru olmaz.

    -Derin yapının padişaha bağlı olduğuna nasıl kanaat getirdiniz?

    Böyle bir yapı elbette var. Osmanlı’yı idare eden derin yapı var. Mesela Ankara’yı başkent seçen Osmanlı’nın derin yapısıdır.

    -Atatürk istemiyor, hatta taşımak da istiyor. Ama sonradan arkadaşlarım burada mal-mülk edindi, geç kalındı diyerek vaz geçiyor bundan.

    Ankara, Mustafa Kemal’in Ankara’sı değil, Osmanlı’nın seçtiği Ankara’dır. Ankara’ya ilk giden Enver Paşa’dır. Enver Paşa, Kastamonuludur. Çanakkale Savaşı sürerken Enver Paşa Kastamonu’ya gider. Çünkü Çanakkale geçilirse ne olacağı üzerine bir B planı hazırlıyorlar. Önce Kastamonu başkent olarak planlanıyor. Bu B planıdır. İkinci bir yer olarak, tren güzergâhı da olduğu için Ankara seçeneği masaya yatırılıyor. Ve Enver Paşa Kastamonu’dan Ankara’ya geliyor. Fiziki koşulları da uygun görünce derhal Meclis’in inşasına başlanıyor. 1. Meclis’in yapım tarihi 1915’tir. Planlarını çizdiren, yapımına onay veren, temelini atan Enver Paşa’dır. İttihat ve Terakki’nin merkezi diye gösteriliyor. O zaman Ankara’da nüfus kaç ki İttihat ve Terakki’ye merkez yapıyorsunuz. Meclis imarının talimatı Çanakkale Harbi sürerken 1915’te veriliyor. Zaten Ankara’nın en önemli caddelerinin isimlerine bakın, İttihatçıların başındaki adamların tamamının isimlerine ait caddelerdir. Ankara bir İttihatçı şehridir bu anlamda. Dönelim Kayseri’ye.

    -Meclis’in oraya taşınması da gündeme geliyor.

    O da C planı. Bugün Kayseri Lisesi olarak hizmet veren merkez aslında Meclis binası olarak planlanmış bir yer. Dolayısıyla Ankara’yı seçen irade Osmanlı’nın derin iradesidir. Mustafa Kemal’i seçen irade ile aynı iradedir.

    -Bu derin yapının iradesi, ideolojisi neye tekabül eder?

    Devletin kendi varlığını sürdürme iradesi olarak bunu yorumlamak lazım. Nitekim bugün Türkiye Cumhuriyeti ayakta ise bu iradeye borçludur bunu.

    -Bugün biraz anlam kaymasına uğradı ama…

    O ayrı bir şey. Derin yapısı olmayan devletler özde sahipsiz devletlerdir. Her devletin bir kırmızı kitabı vardır ve o kitabı icra eden bir heyeti vardır. Türkiye Cumhuriyeti, Selçuklu, Osmanlı, Türk geleneğini sürdüren bir cumhuriyettir. Ve cumhuriyet olma kararı Mustafa Kemal Paşa’dan çok önce, 2. Meşrutiyet’ten sonra Sultan Abdülhamid’in tartıştığı ve gündeme aldığı bir konudur, daha 1908’de. Yani Meşrutiyet’ten sonra cumhuriyete geçiş süreci planlanmıştır, Harf İnkılabı’na kadar.

    -Atatürk’ün vasiyeti konusu var. Gerçekliği nedir? “1988’de Kenan Evren ertelemiştir açıklanmasını.” da deniyor. Buna dair bir iz çıktı mı karşınıza?

    Bu arkadaşların çalışmalarına saygı duyarım. Ancak söz konusu iddia ettikleri vasiyetle ilgili Genelkurmay arşivlerinde çalışma yaptım. Genelkurmay arşivlerinde ne böyle bir kayıt var ne de gizli, rafa kaldırılmış böyle bir vasiyet.

    -Siz hepsine ulaşabildiniz mi arşivlerin?

    Evet. Şöyle de bakarsanız, 1940’lı yıllardan sonra aşırı Kemalist bir yapılanmaya dönüşen devlet jakobenizmi, Mustafa Kemal’in bir vasiyeti varsa onu gizlemez, rafa da kaldırmaz, o vasiyetin gereğini yerine getirir. Çünkü Mustafa Kemal bir efsaneye dönüştürülmüştür.

    http://www.aksiyon.com.tr/aksiyon/haber-36597-ataturk-osmanli-derin-devletinin-adamiydi.html

    CEMAL A. KALYONCU

    http://www.duzceyerelhaber.com/roportaj-haberleri/20418-Fatih-Bayhan-Ataturk-Osmanli-derin-devletinin-adamiydi#.WD3bj9SLS9I

  23. Γ.Λ. on

    Από το βιβλιο του Τουρκου συγγραφεα Fatih Bayhan με τιτλο “Mustafa’dan Kemal’e, Ataturk’un Buyuk Sirri “,δηλαδη «απο τον Μουσταφα στον Κεμαλ,το μεγαλο μυστικο του Ατατουρκ».
    —————————————

    με βαση τα επισημα εγγραφα των οθωμανικων αρχειων της εποχης,ο Κεμαλ γεννηθηκε στο Akcadag της πολης Μελιτινη,της επαρχειας Μαλατεια,στο σημερινο γεωγραφικο διαμερισμα της Ανατολικης Ανατολιας.Ο βιολογικος του πατερας ηταν ο Μεχμετ Ρεσατ Μπεης,γνωστος με το ψευδονυμο Μαμμο και ηταν μελος της Teskilat-I Mahsusa,της οθωμανικης μυστικης υπηρεσιας,προγωνο της σημερινης ΜΙΤ.Την βιολογικη του μητερα την ελεγαν Αισε.Το επωνυμο της οικογενειας ηταν Τσακιρογκιουλαρι.Η φερωμενη ως μανα του,Ζομπειντα Χανουμ,στην πραγματικοτητα ηταν θεια του και αλβανικης καταγωγης.Σε νεαρη ηλικια την απηγαγαν οι Τσετες.Η οικογενεια της για να γλιτωσει απο τα κακα σχολια,την παντρεψε με τον Αλι Ριζα Εφεντη στου οποιου τα κτηματα δουλευε (ο πατερας της ηταν επιστατης).Αμεσως μετα τον γαμο,ο Αλι Ριζα μετατεθηκε σαν οικονομικος υπαλληλος στο λιμανι της Θεσσαλονικης και ετσι το ζευγαρι μεταφερθηκε εκει (η Ζομπειντα ηταν πολυ δυναμικη χανουμισα και καταφερε να απαγορευσει την πολυγαμια στον Αλι Ριζα).Οταν ο Κεμαλ ηταν 5 ετων,ο βιολογικος του πατερας δολοφονηθηκε,η Αισε τον πηρε και πηγαν και εμειναν στην Θεσσαλονικη,διπλα στην Ζουμπειντε.Μετα τον θανατο της,το ζευγαρι υιοθετησε τον Κεμαλ.Ο Αλι Ριζα ηταν Ντονμες εβραικης καταγωγης.Το 1881 η Θεσσαλονικη ηταν μια «Εβραιουπολη»,με μεγαλη πλειοψηφια Ισραηλιτων εναντι Ελληνων και Τουρκων.Οι Ντονμεδες ηταν μια υπογεια αιρεση Σαμπεταινων Εβραιων που ειχαν μουσουλμανικα ονοματα και αριθμουσαν περιπου 15 χιλιαδες ατομα.Εξωτερικα συμπεριφερονταν ως Μουσουλμανοι,αλλα κρυφα πιστευαν στον Σαμπεται Σεβι,τον ψευδη Μεσσια του 17ου αιωνα και διεξηγαγαν προσεκτικα φυλασσομενες προσευχες και τελετουργιες στο ονομα του.Το 1911 ο ιδιος για μια και μοναδικη φορα,αποκαλυψε στον Εβραιο Ιταμαρ Μπεν-Αβι,εκδοτη εφημεριδας,σε συναντηση τους στο ξενοδοχειο Καμενιτζ,στην Ιερουσαλημ,οτι ηταν εβραικης καταγωγης.Περιγραφονται δυο συναντησεις με τον Κεμαλ,στην Γαλλικη γλωσσα με θεματα την Οθωμανικη Πολιτικη συνοδεια με μεγαλες ποσοτητες Αρακ,το αραβικο τσιπουρο.Απεφευγε να αποκαλυψει πραγματα σχετικα με την καταγωγη του,επειδη οι Ντονμεδες περιφρονουνταν απο την υπολοιπη κοινωνια,οριζονταν ως κρυπτοιουδαιοι απο τους Μουσουλμανους και ολιγοπιστοι.Επισης ειχαν φημη για σεξουαλικη ανηθικοτητα,κατι που δεν θα ηταν κολακευτικο για τους οπαδους του.Το 2007 η εφημεριδα Yeni Haber της Μελιτινης δημοσιευσε την ομολογια της θετης του κορης Ulku Adatepe,οτι η οικογενεια του μετακομισε απο το Αkcadag στην Θεσσαλονικη.Ολες αυτες οι πληροφοριες και πολλες αλλες ακομα (οπως για την ομοφυλοφιλια του συμφωνα με τα επισημα εγγραφα της ΜΙΤ χαρακτηριζεται ως «πολυ γνωστος ομοφιλοφυλος»,που σε νεαρη ηλικια ειχε ερωτικη σχεση με τον Ιωαννη Τικκη,Ελληνα ψαρα απο τον Λαγκαδα) θα κυκλοφορησουν σε ενα βιβλιο του Τουρκου συγγραφεα Fatih Bayhan με τιτλο “Mustafa’dan Kemal’e, Ataturk’un Buyuk Sirri “,δηλαδη «απο τον Μουσταφα στον Κεμαλ,το μεγαλο μυστικο του Ατατουρκ».

  24. ΣΕΒΔΙΚΙΟΙ

    Παραθέτω αυτούσιο ένα απόσπασμα από τίς «Χαμένες Πατρίδες« του Γιάννη Καψή, τό οποίο καταδεικνύει τήν εγκατάλειψη καί στήν συνέχεια τήν σφαγή από τούς αλλόθρησκους κατακτητές, γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, οι οποίοι είχαν συνεχή παρουσία 3.000 ετών καί παραπάνω.
    Γιά νά αποδίδονται ευθύνες σέ όλους, υπαίτιοι γι’ αυτό είναι τόσο οι δεξιοί τύπου Βλάχου μέ τό άρθρο του «Οίκαδε», ο οποίος θεωρούσε σπίτι των Ελλήνων μόνο τήν Αθήνα, η προδοτική βασιλική κυβέρνηση του Γούναρη, οι κεντρώοι Αμυνίτες πού κάθονταν στήν Κωνσταντινούπολη τήν ώρα πού οι συνάδελφοί τους πέθαιναν στό Αφιόν Καραχισάρ, όσο καί οι αριστεροί που αδιαφόρησαν πλήρως γιά τούς Ιωνες αδελφούς μας, τήν ίδια ώρα πού ζητούσαν αυτονομία γιά τούς …Μακεδόνες καί τους Θράκες!
    Χαμένες Πατρίδες
    «Στο Σεβδίκιοϊ Οι άνδρες του Ζεγγίνη, ανύποπτοι της τραγωδίας, πριν λίγες μέρες, πληροφορούνται, απο ακριτομυθίες, ότι σπεύδουν να παραδοθούν. Είναι κυκλωμένοι – έτσι τουλάχιστον τους λένε – και δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα. Και το ακμαίο μέχρι τότε ηθικό τους κατακερματίζεται. Μια εμπειροπόλεμη μονάδα μεταβάλλεται ξαφνικά σε μπουλούκι άτακτων. Και το μπουλούκι αυτό περνά απ’ το Σεβδίκιοϊ.
    ‘Ηταν το Σεβδίκιοϊ μια γωνιά της μικρασιατικής γης ακραιφνώς ελληνική. Οι 17.000 κάτοικοι της ήταν, μέχρις ενός, Έλληνες – και υπέροχοι Έλληνες. Ήταν φημισμένοι για τη πατροπαράδοτη φιλοξενία τους και τα πλούτη τους. Ονομαστοί για τα βαρύτιμα σαλβάρια τους, τα γιορτινά. Τηρούσαν ευλαβικά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όλες τις χριστιανικές γιορτές. Τηρούσαν ακόμη και τις εθνικές γιορτές – γιόρταζαν και την 25η Μαρτίου, χωρίς οι Τούρκοι να τολμούν να τους εμποδίσουν. Γιατί, περισσότερο κι απ’ τη φιλοξενία τους, περισσότερο κι απ’ τα πλούτη τους, ήταν φημισμένοι για τη παλικαριά τους οι Σεβδικιανοί.
    Μόλις έμαθαν, ότι έφθασε ο Στρατός μας, οι Σεβδικιανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους. Ξεχύθηκαν, όχι για να τους χειροκροτήσουν – να τους εμψυχώσουν προσπάθησαν. – Πού πάτε, βρε παλικάρια; τους φώναξαν. Τους Τούρκους, μωρέ φοβάστε; Ρωτήστε εμάς.
    Θύμιζε αρχαία ελληνική τραγωδία η διέλευση των ανδρών του Ζεγκίνη από το Σεβδίκιοϊ – ήταν σπαρακτικό το θέαμα. Περνούσαν με σκυφτό το κεφάλι οι στρατιώτες μας; προσπαθούσαν να κρύψουν την ντροπή τους. Δεν άφηναν πίσω τους μόνο άοπλους χωρικούς, άφηναν και γυναίκες και παιδιά απροστάτευτα στη μανία των Τούρκων. Κι οι λεβεντόκορμες Σεβδικιανές είχαν στηθεί στις αυλόπορτες των σπιτιών τους, κρατώντας τα παιδιά στην αγκαλιά τους, κι είχε το βλέμμα τους κλεισμένη όλη τη περηφάνια της φυλής μας. Καινούργιες Σπαρτιάτισσες, δεν έκλαιγαν, δεν κτυπιόντουσαν. Κοιτούσαν περιφρονητικά αυτούς που έφευγαν.
    Κι οι στρατιώτες μας έσκυβαν πιότερο το κεφάλι, πώς να τις αντικρίσουν; – έφευγαν.
    – Σταθήτε, παιδιά… Σταθήτε να πολεμήσουμε μαζί…
    Πόσοι δεν θάθελαν να μείνουν! Και τη ζωή τους θάδιναν για να μην υποστούν το μαρτύριο του εξευτελισμού. Χρειάζεται, όμως, ατσαλένια νεύρα για να ξεκόψει κανείς από το μπουλούκι. Κι ύστερα, να μείνει, να πολεμήσει, αλλά πού; Πώς θα μπορούσε ν’ απαιτήσει κανείς από τ’ άμοιρα παλικάρια να μείνουν και να πολεμήσουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους, όταν μια ολόκληρη Στρατιά υποχωρούσε;
    – Σταθήτε, παιδιά… Σταθήτε να πολεμήσουμε μαζί…
    Κανείς δεν τους άκουγε. Και τότε άρχισαν να τους παρακαλούν:
    – Έλληνες, αφήστε μας τουλάχιστον τα όπλα σας. Εμείς δεν φεύγουμε, θα μείνουμε.
    Ένας νεαρός ανθυπολοχαγός, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, αγκαλιάζει έναν γέρο, που του ζητούσε το πιστόλι του:
    – Έλα, γέρο μαζί μας, πάμε στα βαπόρια. Θα σκοτωθήτε εδώ. Έλα…
    Αλλ’ ο γέρος έχει καρδιά παλικαριού. Μένει ακλόνητος. Κι’ ο ανθυπολοχαγός του δίνει το πιστόλι του και, με μια απότομη κίνηση, ξεσχίζει τις επωμίδες του. Τ’ άμοιρο παλικάρι ένιωθε ντροπή να τις φορά, όταν άφηνε στους γέρους τη θέση του. Μήπως, όμως, έφταιγε αυτός;
    Οι Σεβδικιανοί κάνουν τώρα έρανο – μαζεύουν όπλα. Κάποιος λοχίας, πανύψηλος σαν γίγας, προχωρεί σκυμμένος, κρατώντας το πολυβόλο στον ώμο του. Ένας από τους προεστούς, ένας γέρος με κατάλευκα γένια, τον πλησιάζει και τον σταματά:
    – Στάσου, ωρέ παλικάρι. Δώσε μου το πολυβόλο σου. Εσένα δεν σου χρειάζεται πια.
    Αλλ’ ο λοχίας τον αποπαίρνει:
    – Φεύγα από μπροστά μου, γέρο… Αφησε τους παλικαρισμούς…
    Και τότε η τραγωδία κορυφώθηκε: Ο γέρο – Σεβδικιανός, προσβεβλημένος από τα λόγια του λοχία, κάνει ένα νεύμα στα παλικάρια του. Και οι νεαροί χωριανοί του, που εκλιπαρούσαν τους στρατιώτες μας, ορμούν εναντίον τους και τους αφοπλίζουν. Τα όπλα σ’ αυτούς άξιζαν.
    Έγραψαν μια ωραία σελίδα οι Σεβδικιανοί στην Ιστορία της Φυλής μας. Σήμερα, όμως, αναρωτιέται κανείς: ‘Αξιζε η θυσία τους; Οπλισμένοι με τα όπλα του Στρατού μας, όταν οι Τούρκοι τόλμησαν να μπουν στο χωριό τους, υπέστησαν πανωλεθρία. Μανιασμένος ο Νουρεντίν στέλνει εναντίον τους ιππικό και πυροβόλα. Κι οι Σμυρνιοί, για μια ολόκληρη μέρα, ακούν την οχλοβοή της μάχης του Σεβδίκιοϊ. Δυστυχώς, οι λεπτομέρειες της μάχης εκείνης δεν θα γίνουν γνωστές ποτέ. Κανείς από τους γενναίους Σεβδικιανούς, κανείς απ’ αυτούς, που πολέμησαν, δεν έζησε, για να διηγηθεί τι συνέβη. Σκοτώθηκαν, έπεσαν μέχρι του τελευταίου, πολεμώντας για την ελευθερία τους – σφράγισαν με το αίμα τους την ελληνικότητα του χωριού τους.
    Την ίδια ώρα, τη στιγμή, που οι Σέβδικιανοί πολεμούσαν, ο Ζεγγίνης πραγματοποιούσε το σκοπό του – παραδινόταν στους Τούρκους μαζί με 23 αξιωματικούς του και 1.000 στρατιώτες. Η παράδοση έγινε σ’ ένα προάστειο της Σμύρνης, τον Παράδεισο. Κι αμέσως οι Τούρκοι έσυραν τους αξιωματικούς και πολλούς υπαξιωματικούς στη Μαγνησία. Υπήρχαν εκεί κι άλλοι αξιωματικοί μας αιχμάλωτοι. Και τους έσφαξαν όλους, μέχρις ενός.»
    Τετέλεσται
    «Εν Σμύρνην τη 25 Αυγούστου 1922
    Αγαπητέ φίλε και αδελφέ κύριε Ελευθέριε Βενιζέλε,
    Επέστη η μεγάλη στιγμή της μεγάλης εκ μέρους σας χειρονομίας.
    Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος, αλλά καί σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος, καταβαίνει πλέον εις τον Αδην από του οποίου καμμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να τό αναβιβάση και το σώση.
    Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί Σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος δια δύο πράξεις Σας:
    Πρώτον, διότι αποστείλατε εις Μικράν Ασίαν ως Ύπατον Αρμοστήν ένα τούτ’ αυτό παράφρονα και εγωϊστήν, φλύαρον, απερροφημένον εν τω αυτοθαυμασμό του καί καταφρονούντα καί υβρίζοντα καί δέροντα καί εξορίζοντα καί φυλακίζοντα όλα τά υγιή καί σώφρονα στοιχεία του τόπου, διότι εν τω φρενοκομείω του, βεβαίως δέν είχον τόπον.
    Και δεύτερον, διότι πριν αποπερατώσητε το έργον Σας και θέσητε την κορωνίδα και το επιστέγασμα επί του αναγερθέντος αφαντάστως ωραίου και μεγαλοπρεπούς δημιουργήματός Σας, της καταθέσεως των θεμελίων της περικλεεστάτης ποτέ Βυζαντινης μας Αυτοκρατορίας, είχατε την ατυχή και ένοχον έμπνευσιν να διατάξητε εκλογάς κατ’ αυτάς ακριβώς τας παραμονάς της εισόδου Σας εις Κωνσταντινούπολιν και της καταλήψεως αυτής υπό του Ελληνικού Στρατού προς εκτέλεσιν των όρων της – οίμοι – δια παντός καταστραφείσης συνθήκης των Σεβρών……» Απόσπασμα της τελευταίας επιστολής του Χρυσοστόμου Σμύρνης
    Ο Χρυσόστομος τά είπε όλα στήν τελευταία επιστολή του πρός τόν Βενιζέλο, ακριβώς πρίν τόν κομματιάσουν οι ορδές του τουρκικού όχλου. Ο Βενιζέλος έκανε τά δύο μεγαλύτερα λάθη του – καί όπως λένε στήν πολιτική, τό λάθος είναι χειρότερο από τό έγκλημα – λάθη τά οποία κόστισαν τήν ζωή χιλιάδων Ελλήνων καί τήν απώλεια των Αγίων Χωμάτων της Ιωνικής Γής. Τό πρώτο λάθος ήταν οι εκλογές πού έφεραν στήν εξουσία ανίκανους πολιτικούς καί άχρηστους στρατιωτικούς οι οποίοι καταδίκασαν τήν ωραία προσπάθεια της ανασυστάσεως της Βυζαντινής μας Αυτοκρατορίας. Τό δεύτερο λάθος ήταν η εμμονή του στόν προδότη Στεργιάδη, ο οποίος καταδίκασε σέ θάνατο όλους τούς Ελληνες πού ζούσαν στά παράλια της Μικράς μας Ασίας.
    Στίς 25 Αυγούστου 1922, η όψις της Σμύρνης ήταν πένθιμη. Τήν είχαν εγκαταλείψει καί τα τελευταία τμήματα του υποχωρούντος πρός τήν Ερυθραία, Ελληνικού Στρατού καί χιλιάδες πολίτες συνωστίζονταν στήν προκυμαία γιά νά τούς παραλάβει κάποιο πλοίο καί νά τούς μεταφέρει στά αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Η ανίκανη κυβέρνηση δέν είχε ενδιαφερθεί καθόλου γιά τήν μεταφορά τόσων χιλιάδων ψυχών καί φυσικά τά πλοία ήταν ελάχιστα. Οι πρόσφυγες θά δημιουργούσαν τόσα εμπόδια στήν Αθήνα τους καί προτιμούσαν νά τούς αφήσουν στήν μοίρα τους!
    Αριστείδης Στεργιάδης
    Αριστείδης Στεργιάδης
    Τήν ώρα πού ο μητροπολίτης Σμύρνης έτρεχε στούς πρόξενους ζητώντας βοήθεια γιά τούς αμάχους ή μέ επιστολές του, εκλιπαρούσε ανθρωπισμό από τίς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ο προδότης Στεργιάδης θά φυγαδεύονταν από τά αφεντικά του, τούς Αγγλους, καί μέ αγγλικό πολεμικό θά διέφευγε της εκτελέσεως στό Γουδί. Τόν Κρητικό χωροφύλακα πού τόν είχε υπασπιστή καί του κουβάλησε τίς βαλίτσες μέχρι τήν προκυμαία, ούτε πού θά γύριζε τό κεφάλι του νά τόν χαιρετίσει. Λίγο αργότερα οι Τσέτες θά τόν ξεκοίλιαζαν μαζί με τήν γυναίκα του γιά νά μήν επιστρέψει ποτέ στήν όμορφη Κρήτη. Αλλά ούτε γιά τόν πρύτανη Καραθεοδωρή θά ενδιαφέρονταν, τόν οποίο ο ίδιος είχε καλέσει στή Σμύρνη. Καί ο καλύτερος μαθηματικός του κόσμου εκείνης της εποχής καί σύμβουλος του Αϊνστάιν, αγωνίζονταν νά περισώσει ότι ήταν δυνατόν από τό Ιωνικό Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Καί είχε μεταφέρει από τήν Γερμανία χιλιάδες βιβλία καί πολύτιμο εργαστηριακό υλικό γιά τήν επάνδρωση του πανεπιστημίου. Καί σώθηκε στό παρά πέντε από τόν σμυρναίο δημοσιογράφο Θεοδόσιο Δανιηλίδη.
    Καταστροφή της Σμύρνης
    Τή νύκτα της 25ης πρός 26ης Αυγούστου, περνούσαν ακόμα μπουλούκια του ελληνικού στρατού κατευθυνόμενα πρός τήν Κρήνη (Τσεσμέ) της Ερυθραίας, προκειμένου νά επιβιβαστούν σέ πλοία. Οι Ελληνες καί οι Αρμένιοι δέν μπορούσαν νά κλείσουν μάτι, ενώ οι Λεβαντίνοι είχαν εφοδιασθεί μέ περιβραχιόνια από τά προξενεία τους γιά να διακρίνονται από τούς ορθόδοξους. Ηξεραν οι πρόξενοι των καταραμένων Συμμάχων μας τήν μοίρα των ορθοδόξων Αρμενίων καί Ρωμιών καί απλά προσπαθούσαν νά σώσουν τούς δικούς τους πολίτες. Αυτοί που έκαναν σέ εμάς πρατηρήσεις γιά τήν τήρηση της τάξης, όταν έμπαινε ο ελληνικός στρατός στήν Σμύρνη, πώς θά αντιδρούσαν στήν είσοδο του τουρκικού στρατού καί τίς σφαγές πού θά ακολουθούσαν; Αυτοί πού μάς έκαναν συστάσεις νά μήν πειράξουμε τά τζαμιά της Προύσσας (ιερής πόλης των μουσουλμάνων), πώς θά αντιδρούσαν όταν θά καίγονταν ολοσχερώς η Σμύρνη μας;
    Η 26η Αυγούστου ξημέρωσε καί μύριζε θάνατο. Ολοι κοιτούσαν τό πέλαγος, περιμένοντας τά πλοία πού δέν έστελνε η άθλια κυβέρνηση. Τό πρωΐ, η προκυμαία της Σμύρνης από τό Τελωνείο μέχρι τήν Πούντα ήταν γεμάτη κόσμο καί ακόμα πρόβαλαν ρακένδυτοι καί πεινασμένοι στρατιώτες, κατευθυνόμενοι πρός Ερυθραία. Τό απόγευμα, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος ζήτησε τήν προστασία του πληθυσμού από τόν αμερικάνο πρόξενο Γεώργιο Χόρτον. Μάταιη προσπάθεια. Στά πλήθη πού είχαν συγκεντρωθεί στήν μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής, έλεγε: «Μή φοβήσθε, εγώ θά είμαι κοντά σας. Δέν πρόκειται νά σας εγκαταλείψω.» Καί πράγματι στήν πρόσκληση του George Horton νά επιβιβαστεί σέ αμερικανικό αντιτορπιλλικό γιά νά σωθεί, θά αρνιόταν. Η μοίρα του ήταν εκεί. Στήν Σμύρνη. Μαζί μέ τό ποιμνίον του.
    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αρμένιος επίσκοπος, Γεβόντ Τουριάν, ζήτησε αρχικά άσυλο σε ένα καθολικό εκκλησιαστικό ίδρυμα. Τελικά κατόρθωσε να μεταβεί στις Η.Π.Α. Εκεί όμως εκτελέστηκε από Αρμένιους αγωνιστές, ακριβώς γιατί εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αποφεύγοντας να θυσιαστεί μαζί του όπως έπραξε ο Χρυσόστομος.
    Καταστροφή της Σμύρνης – Χρυσόστομος
    Άγρυπνους βρήκε τούς 200.000 Σμυρνιούς καί τούς άλλους τόσους πρόσφυγες η αυγή της 27ης Αυγούστου 1922. «Υπνο δέν βρίσκει η συμφορά», όπως λέει καί ο Βαλαωρίτης. Καί πάλι χιλιάδες βουβών ανθρώπων κατευθύνονταν πρός τήν προκυμαία, καρφώνοντας τά μάτια τους στό πέλαγος. Ούτε ελληνικά πλοία εμφανίζονταν, ούτε τά πολεμικά της Δύσης φαίνονταν διατεθειμένα νά βοηθήσουν. Είχαν ξεχάσει οι Γάλλοι, ότι μάς έστειλαν στήν Κριμαία νά πολεμήσουμε τούς μπολσεβίκους. Είχαν ξεχάσει οι Αγγλοι ότι πολεμήσαμε στό πλευρό τους κατά τών Γερμανών στή μάχη του Σκρά. Ξέχασαν ότι οι Τούρκοι τούς πολέμησαν στήν Καλλίπολη καί στήν Κιλικία. Πρόδωσαν τήν συμμαχία καί προσχώρησαν στόν αντίπαλο. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός ατένιζε με αδιαφορία τίς γυναίκες καί τά παιδιά της Μικράς Ασίας.
    Η «Σμύρνη μάνα καίγεται»
    Στίς 10 τό πρωΐ, περνούσε τό τελευταίο συντεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ηταν οι Αρμένιοι εθελοντές, μέ τήν ελληνική στρατιωτική στολή. Καβάλα στό άλογό του προπορεύταν ο στρατηγός Τορκώμ. Οι σημαιοφόροι έφεραν δύο σημαίες. Τήν αρμενική καί τήν ελληνική. Ηταν οι τελευταίες σημαίες πού χαιρετούσαν τήν Μικρά Ασία γιά πάντα. Λίγο αργότερα θά αντηχούσε μία κραυγή:
    – Ερχονται οι Τούρκοι!
    Αυτή η χιλιοακουσμένη κραυγή θά παρέλυε τούς Ρωμιούς όπως γίνονταν αιώνες τώρα. Γιατί ήξεραν μετά από αυτή τήν κραυγή τί θά ακολουθούσε. Ολοι έμειναν σάν στήλη άλατος, εκτός από τούς στρατιώτες μας πού έσκιζαν τίς στρατιωτικές τους στολές. Οι πρώτοι Τουρκοι πού εισέβαλαν στή Σμύρνη, ήταν 500 Tσέτες του Kιόρ (μονόφθαλμου) Μπεχλιβάν. Εισήλθαν έφιπποι καί είχαν στίς ζώνες τους καμπύλα χαντζάρια.
    «Τήν ημέρα, λοιπόν ταύτην, Σάββατο 27ην Αυγούστου, εκαθήμην τήν 11ην π.μ εις τήν θύραν της οικίας μου, κειμένης έξω του Αγίου Δημητρίου, ότε διαβάτης εσπευσμένως πρό αυτής διερχόμενος μας ανήγγειλε ότι τσέται ιππείς, 200 περίπου, εισήλθον πρό ολίγου διά του Μπασμπαχανέ εις τήν πόλιν καί εκεί εσημειώθηκαν οι πρώτοι φόνοι ελλήνων καί αρμενίων. Τούς φόνους τούτους ανεβίβαζε εις δέκα. Μετ’ ολίγον καθ’ όσον εβεβαιώνετο η είδησις, εσπευσμένως εκλείοντο αι θύραι των οικιών καί των καταστημάτων καί τά παράθυρα ανοιγομένα μόνον από καιρού εις καιρόν ολίγον καί δειλώς, διά νά ίδωσιν οι εντός αυτών καί μαντεύωσι τά γεγονότα καί εγένετο ολοέν αραιοτέρα η κίνησις εις τάς οδούς…» Ιωάννης Ν. Καραμπλιάς, καθηγητής Ευαγγελικής Σχολής – Τό δράμα της Σμύρνης
    Η μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής μέ τό καμπαναριό της πού περνούσε στό ύψος όλους τούς μιναρέδες της Σμύρνης, ασφυκτιούσε από τό πλήθος τό οποίο προσεύχονταν μαζί μέ τόν ποιμένα του Χρυσόστομο. Καθόλη τήν διάρκεια της ημέρας εισέρχονταν στήν πόλη ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Νύχτωσε, καί η αυγουστιάτικη αυτή νύκτα έριχνε τό μαύρο πέπλο της σκλαβιάς στήν χριστιανική πόλη η οποία γεύτηκε τήν χαρά της ελευθερίας μόνο γιά 3 χρόνια. Καί τότε άρχισαν οι κραυγές. Ηταν κραυγές πού πάγωναν τό αίμα. Οι τσέτες πού διψούσαν γιά γυναικεία σάρκα έμπαιναν στίς εκκλησίες, έσφαζαν τούς άνδρες καί άρπαζαν τά δυστυχισμένα κορίτσια από τίς μανάδες τους.
    Νουρεντίν πασάς
    Νουρεντίν πασάς
    Τό μαρτύριο του πληθυσμού άρχιζε. Καί πώς νά μήν άρχιζε; Ηταν τότε πού έμπαινε στήν πόλη ο Νουρεντίν πασάς, ο διοικητής της 1ης στρατιάς, ο αμείλικτος εχθρός του Χρυσοστόμου. Ο υπερήφανος μητροπολίτης Σμύρνης, κατά τήν είσοδο του ελληνικού στρατού στήν Σμύρνη, είχε αρνηθεί νά χαιρετίσει τό Νουρεντίν, λέγοντάς του μπροστά σέ πλήθος ξένων επισήμων: «Τά χέρια σου στάζουν από τό αίμα αθώων ψυχών.» Ο Νουρεντίν, πού τώρα αναλάμβανε τήν διοίκηση της πόλης, δέν είχε ξεχάσει τήν προσβολή.
    Τήν Κυριακή, 28 Αυγούστου συστηματοποιήθηκαν οι σφαγές καί οι λεηλασίες στήν αρμενική καί ελληνική συνοικία, στό Φραγκομαχαλά, στήν Αγία Παρασκευή, στόν Αγιο Τρύφωνα, στόν Αγιο Κωνσταντίνο, στά Μορτάκια, στά Γυαλιάδικα, στά Μαλτέζικα, στό Μερσινλί. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, κραυγές γυναικών καί κλάματα παιδιών, ενώ οι δρομοι αλλά καί η θάλασσα γέμιζαν πτώματα. Ακολουθούν αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής καί άλλες μαρτυρίες γιά τά γεγονότα της Σμύρνης.
    «ATHENS, Sept. 15 (Associated Press). The Greek official news agency in a statement today tells of the horrors reported from Smyrna, including the massacre of soldiers and of the populace: of soldiers being decapitated and others placed in sacks and thrown into the sea; of women and children being dispatched with swords in the [illegible] of the Turks and the execution of Greeks and Armenians for having served in the Greek Army.
    «Many Greek soldiers who were unable to embark were cruelly killed, «says the statement. «One American reports having seen the bodies of many Greek soldiers without heads. Some of the decapitated men were tied to posts. Other soldiers were sewn in sacks and thrown into the sea. A great number of Armenians and Greeks were shot in masses in Turkish galleys. «The details of the savagery of the Turk pass all imagination. An American woman is said to have seen the bodies of women who had been disembowled and their eyes bored out, and of children who had been killed by sword thrusts through their bodies.»» THE NEW YORK TIMES, September 15, 1922
    «PARIS, Oct. 8 – An ugly picture of the cruelty of the Turks in forcing the evacuation of Greeks and Armenians from Smyrna is painted by Dr Esther Lovejoy, an eyewitness, who arrived in Paris this morning. Dr. Lovejoy is Chairman of the Executive board of the American Women’s Hospitals and President of the Medical Women’s International Association. She was in Geneva attending the conference of the latter organization when the Smyrna fire started and was dispatched there immediately by the American Women’s Hospitals.
    «I was the first American Red Cross woman in France,» she said, «but what I saw there during the great war seems a love feast beside the horrors of Smyrna. When I arrived at Smyrna Μαρτυρία της ιατρού Dr. Esther Lovejoy – Σμύρνη 1922
    there were massed on the quays 250,000 people–wretched, suffering and screaming with women beaten and with their clothes torn off them, families separated and everybody robbed. «Three-quarters of the crowd were women and children, and never have I seen so many women carrying children. It seemed that every other woman was an expectant mother. The flight and the conditions brought on many premature births, and on the quay with scarcely room to lie down and without aid most of the children were born. In the five days I was there more than 200 such confinements occurred.
    «Even more heartrending were the cries of children who had lost their mothers or mothers who had lost their children. They were herded along through the great guarded enclosure, and there was no turning back for lost ones. Mothers in the strength of madness climbed the steel fences fifteen feet high and in the face of blows from the butts of guns sought the children, who ran about screaming like animals. «The condition in which these people reached the ships cause one to wonder if escape were better than Turkish deportation. Never has there been such systematic robbery. The Turkish soldiers searched and robbed every refugee. Even clothing and shoes of anyvalue were stripped from their bodies.
    «The Smyrna horror is beyond the conception of the imagination and the power of words. It is a crime for which the whole world is responsible in not having through the civilized ages built up some means to prevent such orders as the evacuation of a city and the means with which it was carried out. It is a crime for the world to stand by through a sense of neutrality and permit his outrage against 200,000 women. «Under the order to remain neutral I saw the launch of an American warship pick up two male refugees who were trying to swim to a merchant ship under the Turkish rifle fire and return them to the hands of the waiting Turk soldiers on the beach of what must have been certain death. And under orders to remain neutral I saw soldiers and officers of all nationalities stand by while Turk soldiers beat with their rifles women trying to reach their children who were crying just beyond the fence.»»
    THE NEW YORK TIMES, MONDAY, OCTOBER 9, 1922
    «In September of 1922, Mustapha Kemal (Ataturk), the victorious revolutionary leader of Turkey, led his troops into Smyrna (now Izmir) a predominantly Christian city, as a flotilla of 27 Allied warships -including 3 American destroyers- looked on. The Turks soon proceeded to indulge in an orgy of pillage, rape and slaughter that the western powers anxious to protect their oil and trade interests in Turkey, condoned by their silence and refusal to intervene. Turkish forces then set fire to the legendary city and totally destroyed it. There followed a massive cover-up by tacit agreement of the Western Allies. By 1923 Smyrna’s demise was all but expunged from historical memory.» Marjorie Housepian Dobkin – Smyrna 1922 The Destruction of a City
    «How many were massacred in Smyrna and its dependent towns and villages! It is impossible to make any estimate at all accurate, but the efforts to minimize the number must at first glance fail of credence. Official statistics give the Armenian inhabitants of Smyrna as twenty-five thousand and it is certain that the larger part of the men of this community were killed, besides many women and girls, also numerous Greeks.
    A dispatch to the «London Daily Chronicle» of September 18, 1922, says: «The lowest estimate of lives lost given by the refugees, places the total at one hundred and twenty thousand.»
    Reuter’s Agency, in a dispatch of the same date, makes the following statement: «From none of the accounts is it possible to give the exact figures of the victims, but it is feared that in any case they will be over one hundred thousand.»
    Mr. Roy Treloar, newspaper correspondent, wired as follows (September 20, 1922): «Nureddin Pasha commenced a systematic hunting down of Armenians, who were gathered in batches of one hundred, taken to the -Konak and murdered.»
    The «London Times» correspondent telegraphed: «The killing was carried out systematically. Turkish regulars and irregulars are described as rounding up likely wealthy people in the streets and, after stripping them, killing them in batches. Many Christians who had taken refuge in the churches were burned to death in the buildings which had been set on fire.»
    Mr. Otis Swift, correspondent of the «Chicago Tribune», visited the Greek islands on which refugees had been dumped by the rescue steamers and saw many of the victims of the tragedy, whose stories and the nature of whose wounds bore additional testimony to the ferocity of the Turks. Here is a short quotation from Mr. Swift’s report: «Hospitals of the Greek islands are crowded by people who had been beaten and attacked by the Turks. In a hospital at Chios I saw a child who still lived, although shot through the face by a soldier who had killed its father and violated its mother. In the same hospital there was a family of six orphan Armenians. A four-year-old baby of this family had been beaten with rifle butts because no money had been found sewn in its clothes.»
    There is no doubt that many thousands of the defenseless inhabitants of Smyrna and the surrounding country were done to death by Turks. To the number actually killed on the days of the massacre must be added the deported Greeks who perished, the people who died in the flames or were killed by falling walls, those who expired on the quay and those who have since succumbed from want, injuries or grief. The extent of the catastrophe can be realized from the magnitude of the relief work that has been carried on ever since, and from the immense sums which have been raised, principally in America, for the maintenance of the widows and orphans.
    One of the most important reports connected with the fire is that of the Reverend Charles Dobson, British chaplain of Smyrna, and a committee of prominent Englishmen, all inhabitants of the district, including the British chaplains of Bournabat and Boudja. This report throws the responsibility of the fire upon the Turks, «whose fanatic elements, fed by the license of three-days’ looting, fired the city in the hope of driving out the non-Moslem and non-Jewish elements.» Such a report from such a source, leaves no doubt as to the fact that Smyrna was burned by Turks, although these gentlemen do not take into account the circumstance that the town was in complete control of Khemalist troops at the time and that regular soldiers of the Turkish army, in uniform, were seen by abundant witnesses to set the fires. It is pertinent in this connection in that it relates incidents of greater ferocity than I have yet given, but which I refrain from quoting. (The entire report can be found in the «Gibraltar Diocesan Gazette», No. 2, vol 6, November, 1922.) » GEORGE HORTON – Consul and Consul-General of the United States in the Near East
    Ο Χόρτoν μετά από τίς σκηνές πού είδαν τά μάτια του, θά δήλωνε ότι λυπάται πού ανήκει στό ανθρώπινο είδος.
    «Εις τίς Μεγάλες Ταβέρνες ένας παππούς έσερνεν από τά χεράκια τους τά δύο εγγονάκια του. Εμπρός εις τά μάτια τους είχαν σφάξει οι τσέται τόν πατέρα τους καί τή μητέρα τους. Εξαφνα επρόβαλεν ένας έφιππος τσέτης. Ο γέρος άφησε τά εγγονάκια του, εγονάτισε καί εξελιπάρει τόν οίκτον διά τά δύο παιδιά. Ο τσέτης τόν διέταξε:
    – Σήκωσε τά χέρια σου!
    Ο παππούς σήκωσε δεητικά τά χέρια. Τό θηρίον, ο Τούρκος ξεσπά σέ καγχασμούς, υψώνει τό σπαθί του καί αποκόπτει τά χέρια του γέροντα. Τά δυστυχισμένα παιδιά μέ τήν αφέλειαν της ηλικίας των μαζεύουν τά χέρια.
    Παππού, πάρε τά χέρια σου!» Χρήστος Αγγελομάτης – Τό Επος της Μικράς Ασίας
    «Σμύρνη δέν υπάρχει πλέον. Αι αυταί πρός τήν Γαλλικήν Πρεσβείαν πληροφορίαι αναφέρουν ότι Τούρκοι στρατιώται του τακτικού στρατού υπό τήν οδηγία αξιωματικών περιέχεον διά πετρελαίου καί βενζίνης τούς πρόσφυγας καί τά διάφορα οικήματα καί καταστήματα καί κατόπιν έθεταν πύρ.
    Αξιωματικοί Τούρκοι μεταξύ των οποίων πολλοί ανώτεροι, περιήρχοντο τή συνοδεία στρατιωτών τά διάφορα σχολεία των θηλέων καί τά γαλλικά τοιούτα καί ήρπαζον διά της βίας τάς μαθήτριας, τάς οποίας μετέφερον πρός ατίμωσιν εις αγνώστους διευθύνσεις. Αι αυταί πληροφορίαι αναφέρουν ότι η Σμύρνη δέν υπάρχει πλέον. Εξ όλης της Ιωνικής μεγαλουπόλεως απομένει μονον η τουρκική συνοικία, ήτις είνε τελείως ανέπαφος.
    Οι αφιχθέντες Γάλλοι πρόσφυγες περιδεείς καί εν καταστάσει αλλοφροσύνης προσθέτουν ότι είνε αδύνατον ανθρώπινος νούς νά συλλάβη καί νά περιγράψη όσα συνέβησαν εν Σμύρνη από της εισόδου των Τούρκων εις τήν πόλιν καί όσα εξακολουθούν νά γίνωνται υπό τά όμματα καί υπό τήν παρουσίαν των πολεμικών στόλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων.» Σκρίπ Εφημερίς Πολιτική καί των Ειδήσεων – 4 Σεπτεμβρίου 1922
    «Το χωριό εδοκιμάσθη σκληρότατα. Οι Τούρκοι κατέσφαξαν χωρίς έλεος όλους τους «Ελληνας καί τούς Αρμενίους. Ούτε οί δυστυχισμένες υπηρέτριες τών αγγλικών οικογενειών τού προαστείου δέν διεσώθησαν. Ο κ. Σάϊκς, ενας έκ τών πλέον διακεκριμένων κατοίκων τού Μπουρνόβα, είδε τους Τούρκους νά σφάζουν, χωρίς οίκτο, 26 δυστυχισμένες υπηρέτριες. Αλλες 20-25, πού πρόλαβαν νά καταφύγουν έντρομες σ’ ένα άλλο αγγλικό σπίτι, εσύρθησαν στους δρόμους καί κατεσφάγησαν, αφού υπέστησαν βιασμούς καί βδελυράς προσβολάς.» Επιστολή νεαρού Αγγλου πρός τόν πατέρα του, γιά τά γεγονότα στό Μπουρνόβα
    «Με το πλιάτσικο δέν άργησε να έρθει κι η σφαγή. Το πρωί της Κυριακής μπήκε στη Σμύρνη μια φάλαγγα αιχμαλώτων – ήταν οι άντρες, που είχε παραδώσει στους Τούρκους ο Ζεγγίνης. Το θέαμα, που είδαν οι αιχμάλωτοι μας, ήταν ανατριχιαστικό – ένα προμήνυμα για την τύχη, που τους περίμενε. Πανικόβλητοι οι Χριστιανοί, που είχαν την απρονοησία να βγουν από τα σπίτια τους, έτρεχαν στους δρόμους κι ο αφηνιασμένος όχλος τους ακολουθούσε. Ένας μεσόκοπος άνδρας μπερδεύεται με τους αιχμαλώτους, ελπίζοντας ότι θα έσωζε τη ζωή του. Τον έχει δει, όμως, ένας από τους δολοφόνους του Νουρεντίν και μπήγοντας το μαχαίρι στις ωμοπλάτες του τον σέρνει έξω από την φάλαγγα.
    Μια αλαφιασμένη μητέρα τρέχει, προσπαθώντας να προστατεύσει το παιδί της κάτω από το σάλι της. Πού πηγαίνει; ‘Ίσως κι η ίδια να μη γνωρίζει. Θέλει να φύγει. Στη γωνιά του δρόμου, όμως, πέφτει πάνω σε μια τουρκική περίπολο. Ο επικεφαλής, ανοίγοντας το σάλι, βλέπει το μωρό και το σηκώνει ψηλά, κρατώντας το από τον τράχηλο.
    – Το παιδί μου… Μη το παιδί μου!… σπαράζει η άμοιρη μάνα.
    Κι ο Τούρκος δεν το σκοτώνει – ανοίγει με το μαχαίρι του τα σπλάχνα του βρέφους και το πετά μισοπεθαμένο στην αγκαλιά της τραγικής μάνας.
    Ένας άλλος, ένα γεροντάκι, τρέχει κι αυτό μ’ όλη τη δύναμη των κουρασμένων ποδιών του. Τρέχει, ελπίζοντας να φθάσει στην Αγία Φωτεινή. Οι Τούρκοι τον προλαβαίνουν. Δεν τον εκτελούν τον δέρνουν με τους υποκόπανους των όπλων τους. Μια όμορφη μάζα από ματωμένες σάρκες είναι ό,τι απομένει εκεί, στο λιθόστρωτο, λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησία του Θεού της Αγάπης.
    Στην παραλία, στο Πασαπόρτι, μερικοί νέοι πέφτουν στη θάλασσα κι αρχίζουν να κολυμπούν. Προσπαθούν να φθάσουν στα καράβια του συμμαχικού στόλου, που είναι αγκυροβολημένος στο λιμάνι της Σμύρνης. Οι Τούρκοι δεν μπορούν να τους καταδιώξουν – δεν είχαν ποτέ στενές σχέσεις με το υγρό στοιχείο. Δεν τους χαρίζουν, όμως, τη ζωή. Ρίχνουν στη θάλασσα πετρέλαιο και τ’ ανάβουν, απολαμβάνοντας την αγωνία των θυμάτων τους.
    «Είδα Τούρκους πολίτας – προσθέτει ο Τζωρτζ Χόρτον – οπλισμένους μέ πολεμικά και κυνηγετικά όπλα, νά καραδοκούν στά παράθυρα και τις πόρτες τών ελληνικών σπιτιών. Και μόλις πρόβαλλε κανείς, τόν πυροβολούσαν. Αλλ εκείνο, πού μού έκανε αλησμόνητη εντύπωσι, ήταν ή έκφρασις τών προσώπων τους. Ήταν μια έκφρασις μίσους και βαρβαρότητος. Υπήρχε ακόμη και μιά θρησκευτική έξαρσις, αλλά δέν είχε τίποτε τό ωραίον – ήταν ή θρησκεία τών δυνάμεων τού Σκότους. Υπήρχε κάτι τό απύθμενα θλιβερό στήν έκφρασι τών χλωμών προσώπων τους, πού έμοιαζε να τά φωτίζη τό πύρ τής Κολάσεως».
    Φθάνει ο Κεμάλ Η Σμύρνη έχει παραδοθεί στην καταστροφή ένα ανατριχιαστικό βογγητό αντηχεί σ’ όλο τον κόλπο του Έρμου, μέχρι τις κορυφές του Πάγου. Την ίδια στιγμή φθάνει στο Κορδελλιό ο Κεμάλ, συνοδευόμενος από τον αρχιστράτηγο του Ισμέτ. Είναι το απομεσήμερο της Δευτέρας, 29ης Αυγούστου. Στην παραλία του ωραίου προαστείου είναι συγκεντρωμένοι χιλιάδες Χριστιανοί – χλωμοί, παγωμένοι από τη φρίκη, παρακολουθούν το δράμα των ομοθρήσκων τους, εκεί πέρα, στο Και, στην πολυαγαπημένη Σμύρνη. Ο Κεμάλ δεν είναι δυνατό να μην αντελήφθηκε τη σφαγή. Οι κραυγές αγωνίας των θυμάτων του έφθαναν μέχρι το Κορδελλιό, οι κραυγές μιας ολόκληρης πόλης, που ο ίδιος είχε διατάξει τον αφανισμό της.
    Αλλά κι αν ακόμη δεν διάβασε την αλήθεια στα χλωμά πρόσωπα των Χριστιανών, του την αποκάλυψε με ωμή εικλικρίνεια – κι εξοργιστική αδιαφορία – ο Γάλλος πλοίαρχος Περβινκιέρ, αρχιεπιστολέας του ναυάρχου Ντυμενσίλ, αρχηγού του γαλλικού στόλου της Ανατολής. Είχε ζητήσει ακρόαση από τον Κεμάλ, για να του διαβιβάσει το χαιρετισμό του ναυάρχου του – η χριστιανική Γαλλία, η χώρα του Φωτός και του Πολιτισμού, προσκυνούσε έναν αιματοβαμμένο τύραννο. Ο πλοίαρχος Περβενκιέρ φθάνει καθυστερημένος στην έπαυλη, όπου διέμενε ο Κεμάλ. Και θέλοντας να δικαιολογηθεί του αναφέρει, ότι η καρίνα της ακάτου, που τον μετέφερε, είχε μπλέξει στα πτώματα των Χριστιανών – κι ήταν εκατοντάδες τα πτώματα, απειλούσαν να κλείσουν την είσοδο του κόλπου. Τι έκανε ο Κεμάλ; Έσπευσε να καθησυχάσει τον Γάλλο πλοίαρχο και να επιβεβαιώσει τη θηριωδία της ψυχής του. Αυτός ήταν ο αναμορφωτής της νέας Τουρκίας.
    Η ευθύνη των Τούρκων υπήρξε καθολική – το μεγάλο έγκλημα βαρύνει εξίσου τον Κεμάλ, όσο και τον τελευταίο Τούρκο Τσέτη, τους χαμάληδες του λιμανιού και τα μικρά Τουρκόπουλα ακόμη. Έκλειναν κι αυτά στην ψυχή τους την ίδια θηριωδία, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φυλής τους. Μόλις είδαν τι συνέβαινε, όταν μυρίσθηκαν αίμα χριστιανικό, έσπευσαν να γευθούν κι αυτά τις σάρκες των θυμάτων τους. Συγκρότησαν συμμορίες, οπλίστηκαν με μαχαίρια και κυνηγετικά όπλα και ρίχτηκαν μ’ ενθουσιασμό στο αιματηρό όργιο.
    Αμερικανός υπαξιωματικός των πεζοναυτών με δύο άντρες του σπεύδει στο Μπουτζά για να παραλάβει μια αμερικανική οικογένεια, να την οδηγήσει σ’ ασφαλές μέρος, όταν τον σταματά μια τέτοια συμμορία. Οι ανήλικοι φονιάδες είναι βουτηγμένοι στο αίμα, το βλέμμα τους είναι σκληρό, εγκληματικό. Δεν τολμούν να πειράξουν του Αμερικανούς ρωτούν, όμως, τον επικεφαλής λοχία, αν είδε πουθενά Ρωμιούς, Γκιαούρηδες, για να τους σφάξουν. Και τα παιδιά αυτά έκαναν το ξεκίνημα της ζωής τους με μια σφαγή, που θα παραμείνει στην Ιστορία σαν μια επαίσχυντη κηλίδα για τον πολιτισμό της Ανθρωπότητας. Ασφαλώς, θα ολοκλήρωσαν την αιματοβαμμένη σταδιοδρομία τους, για μια ακόμη φορά, μια φυλή βάρβαρων, φονιάδων, αφήνει και πάλι να ξεσπάσει το ανθελληνικό μίσος της.» Γιάννης Καψής, τ. Υπουργός Εξωτερικών
    «Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το να με τ’ άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σα μαύρο ποτάμι.
    – Σφαγή! Σφαγή!
    – Παναγιά, βοήθα!
    – Προφτάστε!
    – Σώστε μας!
    Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.
    – Τούρκοι!
    – Τσέτες!
    – Μας σφάζουνε!
    – Έλεος!
    Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σα να ναι μώλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!
    – Βουρ κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τους κερατάδες!).
    Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρωπινό κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Αγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε.
    Απ’ τον Αη Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει. Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θριματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά, ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σχολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων, εξαφανίζονται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.
    Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. ’νοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.
    Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σειρίτια, οι διπλωμάτες κ’ οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ’ αφτιά. των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κ’ η κανονιά δε ρίχτηκε κ’ η εντολή δε δόθηκε!
    Ο πάτερ Σέργιος ήταν από τους τελευταίους που σκαλώσανε στη μαούνα μας. Δίχως καλυμμαύχι και ράσο, θεόγυμνος με μια κουρελιασμένη ματωμένη φανέλα κ’ ένα μακρύ σώβρακο, με ξέμπλεκα τα λιγοστά μαλλιά του κι ανάκατα τα γένια του, με δυο γουρλωμένα μάτια που τα καιγε πυρετός, έμοιαζε μ’ άγνωστο στη φύση πλάσμα. Από τα λόγια και τα φερσίματά του καταλάβαμε πως ολόκληρη η φαμελιά του πνίγηκε καθώς πάσχιζε να σκαλώσει σ’ ένα αμερικάνικο πολεμικό. Το μυαλό του γέροντα δεν άντεξε, σάλεψε! Εκειδά που καθότανε ήσυχα και καλά, αμίλητος και σοβαρός, εκειδά πηδούσε ολόρθος και χειρονομούσε και φώναζε δυνατά με στόμφο:
    – Πέντε τα παιδιά μου! Κ’ η γυναίκα μου έξι! Κ’ η κουνιάδα μου επτά! Επτά οι αστέρες της αποκαλύψεως! Επτά διαόλοι να σας κοπανάνε στην κόλαση, δολοφόνοι! Δολοφόνοι! Δολοφόνοιοιοι. »

    Διδώ Σωτηρίου – Ματωμένα Χώματα

    https://chilonas.com/2012/09/03/httpwp-mep1op6y-qh/

  25. «Ήρθαν οί καιροί, γράφει, που οί ζωντανοί ζήλευαν τους πεθαμένους. Γέμισε τό νεκροταφείο άπό γυναικόπαιδα. «Εσυραν ώς εκεί μαννάδες, ξεφρενιασμένες άπό τόν τρόμο, τά κορίτσια τους. Πίστεψαν, δτι θά δίσταζε ό Τούρκος. Μά ούτε έδώ σταματούσε ή κτηνωδία. Κι ο τόπος τής αιωνίας γαλήνης, τό λιμάνι, πού δέν τό φθάνει ή εγκόσμια τρικυμία, ο τόπος, πού στή θύρα του σταματούν όλα, γιά τούς δυστυχισμένους σήμερα έγινε καινούργιας αγωνίας σταθμός. Σβυστά τά καντήλια τών τάφων. Τά κυπαρίσσια σάν μαύρες λαμπάδες υψώνονται δεητικά στον ουρανό, πού ξάστερος κι ολόλαμπρος σκεπάζει τό μέγα δράμα. Νεκροί και ζωντανοί μαζι…» Κώστας Μισαηλίδης, – Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης, Αθήνα 1925,
    «A la fuite de la colonie anglaise et la deroute de l’armee grecque succederent l’ entree de la cavalerie turque le samedi 9 septembre (νέο ημερολόγιο) et, dans la nuit, le pillage du quartier armenien, les massacres et les rapts de femmes et de filles. Le gouverneur militaire Nourreddine Pacha ordonna la chasse aux Armeniens, probablement encourage par Mustapha Kemal arrive le 10. Refugies dans leur cathedrale, des Armeniens furent bombardes avant d’ etre massacres a l’ interieur. D’ autres, dans la nuit du 12, furent executes par groupe de cent au konak du gouverneur. Les Grecs subirent le meme sort, leurs femmes ou leurs filles etant violees en pleine rue.
    L’ incendie de Smyrne eclata dans l’apres-midi du 13 septembre (νέο ημερολόγιο) au sein du quartier armenien, les soldats turcs jetant du petrole dans les maisons avant d’y mettre le feu. Les observateurs constateront que «la haine des kemalistes a l’egard des Armeniens etait beaucoup plus violente qu’ a l’egard des Grecs.
    Les tchete (τσέτες) penetrerent a Bournabat (Μπουρνόβα), dans la banlieue de Smyrne, au matin du 9. En represailles de quelques actes isoles de resistance, le village fut mis a sac. Les servantes grecques et armeniennes de certains residents britanniques furent outragees et egorgees. Des soldats turcs briserent des vases sur la tete du Docteur Murphy qui mourut le lendemain. Saccageant piano, meubles et objets d’ art, leur officier declara que «la civilisation et l’ humanite ne comptaient pas.»
    A Boudja (Βουτζά), les Hollandais Oscar de Jongh et sa femme furent tues par balle en pleine rue. Nourreddine Pacha livra Mgr Chrysostome a la foule qui lui arracha la barbe, lui creva les yeux, lui coupa le nez et les oreilles, puis abandonna son cadavre aux chiens. Un temoin oculaire, protege francais, corrobora ces violences commises par des soldats reguliers et des civils turcs.» Puaux Rene – La Mort de Smyrne – Paris 1922
    Είχαν ήδη φύγει άπαντες οι Ελληνες στρατιώτες, όταν φλόγες άρχισαν νά ξεπηδούν πρώτα από τήν αρμενική συνοικία καί μετά από τήν ελληνική. Καί βέβαια καταρρίπτεται εύκολα ο ισχυρισμός του κεμαλισμού καί των εγχώριων λακέδων του ότι τήν φωτιά τήν έβαλαν Έλληνες στρατιώτες. Ήταν 30 Αυγούστου 1922. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες πού αναφέρουν Τούρκους ένστολους νά κουβαλούν μπιτόνια μέ βενζίνη. Καί βέβαια γιά νά μήν γίνονται λάθη, η τουρκική διοίκησις είχε φροντίσει νά αναρτηθεί η επιγραφή: «Σαχιλί ισλαμντίρ» (ισλαμικό ίδρυμα), σέ κάθε τουρκικό κτίριο. Ολα τά υπόλοιπα ήταν καταδικασμένα.
    Ενδεικτικά αναφέρω τήν διευθύντρια της Αμερικανικής Σχολής M. Mills, η οποία αναφέρει ότι είδε δεκάδες Τούρκους νά μεταφέρουν δοχεία πετρελαίου καί νά βάζουν φωτιά σέ σπίτια, όπως καί τή μαρτυρία της αμερικανίδος King Birge πού έβλεπε από τό αμερικανικό κολλέγιο στον Παράδεισο Σμύρνης, Τούρκους στρατιώτες νά βάζουν φωτιά. Τόση είναι η βαρβαρότητα του Τούρκου, πού καίει μία πόλη πού μόλις τήν κατέλαβε. Αλλά τό ίδιο δέν έκαναν αιώνες πρίν; Καίγανε γιά νά εξαλείψουν κάθε ίχνος ρωμαίϊκο. Τό δήλωναν μέ υπερηφάνεια 500 χρόνια πρίν, στόν Μανουήλ Παλαιολόγο, όταν αυτός ήταν όμηρος του σουλτάνου Βαγιαζήτ. «Καταστρέφουμε τόσο πολύ τίς πόλεις σας, ώστε νά χαθεί ακόμα καί τό όνομά τους.»
    Τό πρωΐ της 31ης Αυγούστου 1922 (μέ το νέο ημερολόγιο 13 Σεπτεμβρίου), η Γκιαούρ Ιζμίρ καιγόταν από άκρη σ’ άκρη, μέ εξαίρεση τά χαμόσπιτα του τουρκομαχαλά. Καίγονταν οι συνοικίες του Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίου Νικολάου, Αγίου Δημητρίου, Αγίας Φωτεινής, Αγίου Τρύφωνος, οι Μεγάλες Ταβέρνες, τά Μορτάκια, η Τερψιθεά, ο Νέος Κόσμος, τό Κεντρικό Παρθεναγωγείο, τά Σπιτάλια, ο Καινούργιος Μαχαλάς, τά Σερβετάδικα, τά Γυαλιάδικα, ο Φραγκομαχαλάς, η οδός Νοσοκομείων μέ τά τρία νοσοκομεία της (Ολλανδικό, Γραικικό, Καθολικό), οι Πορτάρες, ο Φασουλάς, τά Μπογιατζίδικα, τά Τράσσα, τά Ταμπάχανα, τά Κογιουμτζίδικα, τά Μαλτέζικα, η Τσικουδιά, το Κιουπετζόγλου, το Χαλεπλή.
    Στό Τεπεντζίκι εσφάγησαν 300 γυναίκες καί 66 βρέφη, ενώ στήν εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας στό Μερσινλή, βρέθηκαν στραγγαλισμένα δεκάδες κορίτσια στήν Αγία Τράπεζα.
    Στόν Αγιο Στέφανο, πού ήταν αρμενικός ναός, οι Αρμένιοι προέβαλαν στοιχειώδη αντίσταση καί εσφάγησαν πλέον των 5.000. Στή συνέχεια, οι Τούρκοι μέ επικεφαλής τόν διευθυντή της αστυνομίας του Κορδελιού, άρχισαν νά καίνε τήν αρμενική συνοικία. Η τουρκική προπαγάνδα της Ρεπούση καί της Δραγώνα σέ αυτούς τούς δυστυχισμένους Αρμένιους επέρριψε τήν κατηγορία του εμπρησμού της Σμύρνης! Στή Σμύρνη αποτεφρώθηκαν όλοι οι ορθόδοξοι ναοί, 117 σχολεία, τό αρχαιολογικό μουσείο, τό Ομήρειο Παρθεναγωγείο, νοσοκομεία καί πλήθος άλλων νεοκλασσικών πανέμορφων ιδρυμάτων.
    Οι ξένοι ναύαρχοι πού έκαναν συστάσεις στόν Βενιζέλο, όταν έμπαινε στή Σμύρνη, γιά τήν συμπεριφορά του ελληνικού στρατού, τί έκαναν; Κινηματογραφούσαν τίς σκηνές καί τίς απολάμβαναν μέ μουσική υπόκρουση γιά νά μήν ακούγονται οι κραυγές καί τά ουρλιαχτά του πλήθους. Ισως η υποκρισία μπροστά στό έγκλημα νά είναι χειρότερη καί από τό ίδιο τό έγκλημα. Μήπως ο Χριστός, τούς φαρισαίους δέν κτύπησε, ενώ συγχώρησε τούς ληστές καί τίς πόρνες; Ο δέ Γάλλος πρόξενος M. Graillet όχι μόνο δέν βοήθησε όσους ζητούσαν προστασία, αλλά τούς ειρωνεύονταν λέγοντας: «Νά πάτε νά βρείτε τόν Κεμάλ νά σας βοηθήσει.»
    Καταστροφή της Σμύρνης 1922
    Ο ορίζοντας είχε κοκκινήσει από τίς φλόγες, καθώς οι τσέτες του Νουρεντίν τροφοδοτούσαν τή φωτιά μέ βενζίνη καί χειροβομβίδες. Οι στριμωγμένοι στήν προκυμαία, αλλόφρονες άνδρες, γυναίκες καί παιδιά έπεφταν στήν θάλασσα γιά νά φθάσουν σέ κανένα πλοίο ή νά πνιγούν. Ο θάνατος ήταν λύτρωση. Όσοι ήταν στοιβαγμένοι στά κτίρια πού καίγονταν, έτρεχαν νά βρουν τή σωτηρία σέ άλλα κτίρια, μέχρι νά πιάσουν καί αυτά φωτιά καί νά τρέξουν αλλόφρονες σέ διάφορες κατευθύνσεις. Τά ίδια μαρτύρια πέρασαν καί τά πάλαι ποτέ πανέμορφα προάστια της Σμύρνης: τό Κορδελιό, ο Μπουτζάς, ο Κουκλουτζάς, τά Πετρωτά, τό Χαλκά Μπουνάρ, τό Μερσινλί, η Καραντίνα, τό Γκιόζ Τεπέ, ο Μπουρνόβας. Ολοι τους οι δρόμοι ήταν διάσπαρτοι μέ πτώματα Ελλήνων καί Αρμενίων.
    Αντίθετα μέ τούς δυτικούς ναύτες πού πέταγαν πίσω στή θάλασσα, όσους ανέβαιναν στά πολεμικά πλοία, υπήρχαν πολλοί απλοί ξένοι πολίτες πού βοήθησαν Έλληνες καί Αρμένιους, ή κρύβοντάς τους στά σπίτια τους, ή οργανώνοντας συσσίτια γιά τά παιδιά ή περισυλλέγοντας τούς τραυματίες. Καί πολλοί εξ αυτών πλήρωσαν μέ τήν ζωή τους τήν φιλανθρωπία τους. Ενδεικτικά αναφέρω τόν Ιταλό πλοίαρχο του φορτηγού «Μέγκ», ο οποίος αντίθετα μέ τίς εντολές του Ιταλού ναυάρχου, περισυνέλεξε 400 πρόσφυγες, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Μεταξύ των προσφύγων πού διέσωσε ήταν οι εκδότες Γεώργιος Υπερείδης, Γεώργιος Αναστασιάδης καί Λέανδρος Κοκκινίδης. Οπως αξίζει νά αναφερθούμε επίσης στήν αμερικανική «Near East Relief», η οποία σύμφωνα μέ τόν Χρήστο Αγγελομάτη διέσωσε χιλιάδες ορφανά, τά οποία όταν έπεφταν στά χέρια των Τούρκων στρατιωτών τά σούβλιζαν μέ τίς ξιφολόγχες τους.
    Τό μαρτύριο του Χρυσοστόμου
    Ο Εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης, γεννήθηκε στήν Τριγλία της Προποντίδος τό 1867. Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ’ αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865) και ο Χρυσόστομος. Τό 1884 πήγε στή Χάλκη γιά να φοιτήσει στήν Θεολογική Σχολή όπου έλαβε τά φώτα του ελληνικού πνεύματος, γιά τό οποίο έλεγε: «το ελληνικόν πνεύμα ελαξεύθη εις το μάρμαρον, εσμιλεύθη εις τους θριγκούς των ναών, εχαράχθη εις τον πάπυρον, έλαμψεν εις τας δέλτους της Ιστορίας, εκράτησε τας επάλξεις του πολιτισμού, περιεσώθη διά της παραδόσεως και κρύπτεται ακόμη εις τα σπλάγχνα της γης αναμένον την σκαπάνην του αρχαιολόγου.»
    Τό 1902 χειροτονήθηκε από τόν Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, μητροπολίτης Δράμας. Όταν πήγε ν’ αποχαιρετίσει και ν’ ασπασθεί τον Πατριάρχη, του είπε τά ακόλουθα λόγια: «Εν όλη τη καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου»
    Αγωνίσθηκε μέ όλες του τίς δυνάμεις γιά τό καλό των πιστών. Εκτισε εκκλησίες, σχολεία, οργάνωσε συλλόγους, φιλανθρωπικά ιδρύματα, αλλά, πριν απ’ όλα, έκτισε ελληνικές ψυχές. Ηταν πατριώτης, σήμερα οι γλύφτες των κεμαλιστών θά τόν έλεγαν ρατσιστή, ενώ προσπαθούσε πάντα νά τονώσει τό εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων χριστιανών. Η δραστηριότητά του ενόχλησε τήν Υψηλή Πύλη καί τόν χαρακτήρισε, – όχι εθνικιστή όπως κάνει η Νέα Τάξη Πραγμάτων του Συνασπισμού καί του ΠΑΣΟΚ – αλλά επικίνδυνο γιά τήν δημόσια τάξη. Γι’ αυτό καί ανακλήθηκε από τή μητρόπολη Δράμας.
    Στίς 11 Μαρτίου 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Σμύρνης. Στήν Μητρόπολη Σμύρνης συνέχισε τό κοινωνικό του έργο κτίζοντας γηροκομεία, εκκλησίες, βιβλιοθήκες, πολιτιστικές αίθουσες θεάτρου και μουσικής, γυμναστήρια. Συνέχισε όμως καί τούς εθνικούς του αγώνες, ενώ οργάνωσε πάνδημο συλλαλητήριο γιά νά καταγγείλει τίς βιαιότητες των Βουλγάρων στήν Μακεδονία εναντίον των Ελλήνων, τήν υποστήριξη των τουρκικών αρχών πρός τήν βουλγαρική προπαγάνδα καί τίς γενικότερες καταπιέσεις της Υψηλής Πύλης εναντίον του Ελληνισμού του Οθωμανικού κράτους.
    Χρυσόστομος Σμύρνης 1922
    Ηταν τό 1914, τότε πού είχαν γίνει σφαγές στη Νέα Φώκαια, τη Μαινεμένη, τήν Κρήνη, τήν Πέργαμο καί σέ δεκάδες άλλα χωριά. Ο Χρυσόστομος οργάνωσε στρατό σωτηρίας και μετέφερε τρόφιμα στους πεινασμένους, ναύλωσε καράβια γιά νά μεταφέρει τούς πρόσφυγες στά νησιά καί έγραψε επιστολές στους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων καί τούς αρχηγούς των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών, ώστε να ξεσηκώσει το χριστιανικό κόσμο κατά της τουρκικής θηριωδίας. Ο Ραχμή μπέης ο διοικητής της Σμύρνης έπνεε μένεα εναντίον του ιεράρχη, τόν απειλούσε ότι θά σφάξει καί τούς Ρωμιούς της Σμύρνης, ενώ πέτυχε τήν απομάκρυνσή του από τήν πόλη. Ο Χρυσόστομος επέστρεψε μετά τήν ανακωχή του Μούδρου τόν Σεπτέμβριο του 1918.
    Τό 1919, όταν ο ελληνικός στρατός ελευθέρωνε τή γη της Ιωνίας καί υλοποιούσε τήν Μεγάλη Ιδέα της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Χρυσόστομος συνεπικουρούσε τόν στρατό μας μέ όσα μέσα διέθετε, ενώ δέν σταματούσε, καθόλη τή διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, νά γνωστοποιεί σέ ξένους επισκόπους καί στόν πάπα τούς σκοπούς της, πού ήταν κυρίως η σωτηρία των καταπιεζομένων χριστιανών:
    «Τόπος συγκεντρώσεως των εκλεκτών του Θεού δέν πρέπει νά ειναι ένα βασιλικό ανάκτορον, αλλά μία εκκλησία. Καμμία όμως άλλη εκκλησία δέν είναι ενδεδειγμένη ή η αρχαιοτάτη καί ιερωτάτη της όλης υφηλίου, ο ναός της του Θεού Σοφίας, του ιδρυμένου εις τήν Βασιλίδα των πόλεων καί ο οποίος κατά τήν στοιχειώδη απαίτησην πρέπει νά αποδοθή εις τάς χείρας της κατά τήν Ανατολήν χριστιανοσύνης.

    Ωσεί νά μή ήρκουν τά δεινά μαρτύρια των χριστιανών της Ανατολής των στεναζόντων επί πέντε ατελείωτους αιώνας από τόν πλέον σκληρόν ζυγόν των σουλτάνων, τόν τρομερώτερον όν εγνώρισε η παγκόσμιος ιστορία, ζυγόν του αντιχρίστου εχθρού μας, ωσεί μή ήρκουν οι συνολικοί εξανδραποδισμοί καί εξοντώσεις των χριστιανικών στοιχείων…
    Δεινοί μας ταράττουσι φόβοι ότι μέγα παρασκευάζεται ανοσιούργημα κατά της ιστορίας καί του χριστιανισμού μέ τήν ληφθείσαν εν Παρισίοις απόφασιν των τριών υπουργών Αγγλίας, Γαλλίας καί Ιταλίας της επαναφοράς των διά θυσίας ποταμών αίματος ελευθερωθέντων λαών τών επτά εκκλησιών της Αποκαλύψεως υπό τήν σκληροτάτην καί πάλιν δουλείαν. Μή ανεχθήτε Μακαριώτατε να διαπραχθή τηλικούτο βδελυρό κατά των ελευθερωθέντων άπαξ τέκνων του Χριστού ανοσιούργημα ανασταυρώσεως καί παντελούς αυτών αφανισμού…»
    Σέ καιρούς πού οι νεογενίτσαροι απαγόρευαν στόν αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο να ομιλεί περί εθνικών θεμάτων, επειδή προφανώς έθιγε τούς σκοπούς των ξένων κυβερνήσεων, πρέπει οι νεοέλληνες νά θυμόμαστε ότι γιά τόσους αιώνες τουρκοκρατίας, ο μητροπολίτης κάθε περιοχής, ήταν η φωνή των ραγιάδων Ρωμιών, ελλείψει εθνικού κράτους. Είναι λοιπόν χαραγμένο στήν παράδοση τόσων αιώνων, σέ σοβαρά θέματα, νά ορθώνει η Εκκλησία τήν φωνή της. Υψωνε πανταχόθεν τήν φωνή του ο Χρυσόστομος Σμύρνης γιά τή σωτηρία των κατοίκων καί ο Νουρεντίν πού ανέλαβε τήν διοίκηση της Σμύρνης δέν τόν ξέχασε. Στίς 25 Αυγούστου 1922 ο Χρυσόστομος έγραψε τό ακόλουθο γράμμα στόν Λέοντα Φιλιππίδη:
    «Διο εξωρίσθην καί πλειστάκις υπέμεινα τά πάνδεινα ονειρευόμενος ελληνικήν καί ελευθέραν τήν δούλην πατρίδα. Η πραγματοποίησις των ονείρων μέ εύρε παρήλικα μέν, ουχί δέ λευκότριχα. Καί ιδού, επί των ημερών εμού, τόν καυχώμενον ότι όπου πατώ, εκείθεν απελαύνεται ο Τούρκος, τό όνειρον, τό λαβόν σάρκα καί οστά εξαφανίζεται, διαλύεται, αποσυντίθεται. Καί ιδού πρό των πυλών της Σμύρνης, της ελληνικής, οι σφαγείς, Θεέ μου.
    Οίον καί θέαμα καί άκουσμα. Εγώ νά εγκαταλείψω τήν Σμύρνην καί Μητρόπολίν μου; Ποτέ. Θά μέ κατεδίωκαν αι σκιαί του ιερού Πολυκάρπου, ως άνανδρον καί του Αγίου Γρηγορίου του Ε’ ως ανάξιον διάδοχόν του. Θνήσκων ίσως ενισχύσω καί άλλους ίνα μένουν πιστοί στό καθήκον καί ποιμαίνωσι τό ποίμνιον εκτελούντες όσα κηρύττουν. Ισως, ίσως τό αίμα τό οποίον θά χύσει ο σφαγεύς… συγκλονίσει τήν ανθρωπίνην συνείδησιν, ίσως φωτίσει τόν νούν καί θερμάνει τήν καρδίαν των ισχυρών της γής νά κατανοήσουν ότι ο συντριβόμενος Ελληνισμός είναι άξιος ζωής καί ελευθερίας».
    Τό πρωΐ της 27ης Αυγούστου 1922 βρήκε τη Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής γεμάτη πρόσφυγες. Είχαν σπεύσει νά βρουν προστασία στην εκκλησία καί στόν ιεράρχη τους. Τις τελευταίες του ώρες, ο Χρυσόστομος διένειμε συσσίτια, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα στους πληγωμένους. Βρισκόταν στο άμβωνα καί μιλούσε στό πλήθος, όταν Τούρκος υπαστυνόμος, συνοδευόμενος από ένοπλο στρατιώτη, άνοιξε με τρομερό πάταγο την πύλη της εκκλησίας. Οι πρόσφυγες πάγωσαν. Ο Τούρκος πήρε τόν Δεσπότη καί τόν πήγε στόν φρούραρχο. Ο φρούραρχος Σαλήχ Ζεκί ήταν ευγενικός μαζί του, όπως μαρτυρεί ο κλητήρας της μητρόπολης Θωμάς Βούλτσος, καί αφού του υπαγόρευσε μία προκήρυξη γιά τούς Ελληνες της Σμύρνης, τόν άφησε νά φύγει. Τό βράδυ ήρθε πάλι ένα αυτοκίνητο στήν Μητρόπολη μέ τόν ίδιο αστυνόμο καί δύο στρατιώτες, ώπλισμένους μέ λόγχες. Πήραν τόν Αγιο Χρυσόστομο μαζί με τούς δημογέροντες Τσουρουκτσόγλου καί Κλιμάνογλου καί κατευθύνθηκαν πρός τό Διοικητήριο όπου τούς περίμενε ο Νουρεντίν πασάς.
    Ακολουθεί η μαρτυρία του Γάλλου ιερωμένου Εδουάρδου Σουλιέ (Soulie):
    «Τό απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου [νέο ημερολόγιο], τό γαλλικό προξενείο ειδοποιήθη ότι ο Έλλην μητροπολίτης Χρυσόστομος, διέτρεχε κίνδυνον καί ότι θά έπρεπε νά σταλή άγημα από Γάλλους ναύτας διά νά τόν προστατεύσουν. Ο Γάλλος πρόξενος Γκραγιέ έστειλε αμέσως άγημα.
    Ο επί κεφαλής του αγήματος επρότεινεν εις τόν Χρυσόστομον νά τόν οδηγήση εις τήν εκκλησία του Sacre Coeur ή εις τό γαλλικό προξενείον. Ο Χρυσόστομος δέν ανήκει εις τήν εκκλησίαν της Γαλλίας, αλλά αυτό δέν μέ εμποδίζει νά εκφράσω τόν βαθύτατον σεβασμόν πρός τήν μνήμην του. Μέ ωραιότητα ψυχής ηρνήθη νά δεχθή τό προσφερόμενον καταφύγιον λέγων ότι τό καθήκον του είναι νά μείνει μαζί μέ τό ποιμνίον του.
    Οταν τό γαλλικόν άγημα απεχώρησε, κατέφθασε μέ άμαξαν τούρκος αξιωματικός, συνοδευόμενος από δύο στρατιώτας καί εζήτησεν από τόν Χρυσόστομον νά τόν ακολουθήση. Ωδήγησαν τότε τόν ιεράρχην εις τά άκρα των ευρωπαϊκών συνοικιών εμπρός εις ένα κουρείον. Εκεί του εφόρεσαν άσπρην μπλούζαν καί διεδραματίσθη φρικτόν έγκλημα, από εκείνα πού είναι γεμάτη η ιστορία των μαρτύρων.
    Τού εξερίζωσαν τά γένια, τόν εμαχαίρωσαν, του έκοψαν τήν μύτην καί τά αυτιά. Παρά τό πλευρό των ανδρών, έλαβαν μέρος εις τά βασανιστήρια καί αι γυναίκες. Οι παρόντες ναύται μας πάνοπλοι, ήσαν αγανακτισμένοι, έξαλλοι. Υποχρεωμένοι, όμως από τάς διαταγάς πού είχεν ο επί κεφαλής αξιωματικός, τούς απειλεί μέ περίστροφον εις τό χέρι ότι θά τούς πυροβολήση αν θελήσουν νά επέμβουν. Μετέφεραν κατόπιν τόν ιεράρχην εις τάς τουρκικάς συνοικίας όπου τόν διεμέλισαν καί τόν αφήκαν βορά εις τούς σκύλους.»
    Η αφήγηση αυτή του Γάλλου ιερωμένου τά λέει όλα. Καταδεικνύει τήν βαρβαρότητα του τουρκικού όχλου, καταδεικνύει τήν απανθρωπιά της τουρκικής διοίκησης, καταδεικνύει τήν συνενοχή των Ευρωπαίων στή γενοκτονία των Ρωμιών της Μικράς Ασίας.
    Φθάσαμε μπροστά στον Μεγάλο Στρατώνα, όπου βρισκόταν ο στρατιωτικός διοικητής, ο στρατηγός Νουρεντίν. Ο αξιωματικός που συνόδευε τον Χρυσόστομο, τον οδήγησε μπροστά στον Νουρεντίν. Σε δέκα λεπτά, και ενώ ο Χρυσόστομος κατέβαινε, βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος απευθύνθηκε στους χίλους με χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην πλατεία· τους είπε ότι τους παραδίδει, τον μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικά τις φράσεις:
    «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε· αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»
    Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον μητροπολίτη και τον οδήγησε πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ismail, ενός Ιταλού προστατευόμενου· εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή· άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα· του ξερίζωσαν τη γενειάδα· του έβγαλαν τα μάτια· του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.
    Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω από τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια, δεν είδαμε πια το μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα. Καθώς εβάδιζα μέ τήν περίπολο, συναντήσαμε αυτοκίνητο, μέ δεμένο από πίσω καί συρόμενο στό λιθόστρωτο τόν Τσουρουκτσόγλου, διεθυντή εφημερίδος.»
    Rene Puaux – La mort de Smyrne, μαρτυρία του αυτόπτου Joseph M.
    Σύμφωνα μέ τόν Χρήστο Σολομωνίδη («Ο Σμύρνης Χρυσόστομος, Αθήνα 1971»), από τούς 459 ιερείς της επαρχίας Σμύρνης οι 347 βρήκαν οικτρό θάνατο. Ο Μητροπολίτης Μοσχονησίων, Αμβρόσιος Πλειανθίδης, επεταλώθη μαζί μέ 9 ιερείς του. Ο 46χρονος Μυτιληνιός Μητροπολίτης Ζήλων, Ευθύμιος Αγριτέλης, φυλακίστηκε καί μετά από σαράντα μία ολόκληρες μέρες καί νύχτες φρικτών βασανιστηρίων, δίψας καί ασιτίας, ξεψύχησε. Ο 58χρονος Μητροπολίτης Κυδωνίων, Γρηγόριος Ωρολογάς ετάφη ζωντανός μέ πλήθος κληρικών καί λαϊκών. Ο επικεφαλής των δημίων του, τούρκος υπολοχαγός, οδηγώντας τον στόν θάνατο, είχε τό θράσος νά τόν περιπαίξει, λέγοντάς του: «Ελα σου ετοίμασα έναν όντά, νά κατοικείς όλα τά χρόνια της ζωής σου». Ο επίτροπος του Μπουτζά σουβλίστηκε, ο διάκονος του ναού Αγίας Μαρίνας Κορδελιού στραγγαλίστηκε, ιερεά στό Κοκαργιαλί τόν περιέλουσαν μέ ζεματιστό λάδι,, τόν ιερέα Νείλο του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στόν Μπουρνόβα τόν τεμάχισαν ενώ τόν διάκονο Μελέτιο τόν σταύρωσαν σέ πεύκο.
    «Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μια ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο.
    Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. «Είσαι δάσκαλος;» με ρωτά. «Αυτήν την τιμή είχα» του απαντώ. «Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;» -«Ναί», του λέγω. «Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ». – «Ελάτε μαζί μου έξω», λέγω στους συντρόφους μου. «Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος».
    Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει: «Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος».
    Και συνέχισε «Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά,τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.
    Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυό χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου.
    Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή «. «Και πού τον έθαψαν;» ρώτησαμε αγωνία. «Κανείς δεν ξέρει πού έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί» Ακαδημαϊκός Γεώργιος Μυλωνάς. Ακαδημία Αθηνών 1982
    Ολες οι εκκλησίες της Σμύρνης κατεστράφησαν ολοσχερώς – αυτά γιά όσους ζητούν τζαμιά στήν Αθήνα. Καί βέβαια οι θιασώτες του 50 – 50, ας μας πούν άν μαρτύρησαν έτσι οι μουσουλμάνοι ελληνικής υπηκοότητας πού ζούσαν στήν ελληνική επικράτεια, ας μάς πούν πόσοι Τούρκοι εξοντώθηκαν σε φυλακές καί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από τόν Βενιζέλο ή αργότερα από τόν Γούναρη. Καί ας μάς πούν οι δημοκράτες γενίτσαροι εάν γνωρίζουν Ελληνα δήμαρχο πού νά είχε φτιάξει τόν τοίχο του σπιτιού του από κεφάλια Τούρκων, όπως καμάρωνε ότι έκανε ο Τούρκος δήμαρχος του Αχμετλή Αβδούλ Μπάϊτ, πού πριόνισε εκατοντάδες μικρασιάτες, καί μέ τά κεφάλια τους έχτισε τοίχο γιά τήν αυλή του. Μάλιστα τούς πριόνιζε μπροστά στούς Τούρκους κατοίκους του Αχμετλί, τούς οποίους συγκέντρωνε στήν κεντρική πλατεία γιά νά απολαύσουν τό θέαμα. Μέ αυτό τό φρικτό τρόπο πέθαναν ο Αριστείδης Κυριακίδης, Χρήστος Τουτουντζής, Δημοσθένης Ασημάκης, Ιωάννης Κουλαγκόζης, Ανέστης Χατζηθεολόγου, Νικόλαος Κλασιώτης. –
    Εξανδραποδισμός
    «Ολοι οι Έλληνες καί Αρμένιοι από του 18ου έτους μέχρι του 45ου, οι ευρισκόμενοι εις τά απελευθερωθέντα εδάφη από τόν στρατόν μας, καθώς καί οι Έλληνες καί Αρμένιοι οι μεταφερθέντες από τόν ελληνικό στρατόν εις τά παράλιαν πρός επιβίβασιν καί εγκαταλειφθέντες κατόπιν της ακατασχέτου καταδιώξεως του στρατού μας πρέπει να παραδοθούν πάραυτα. Θά κρατηθούν αιχμάλωτοι μέχρι πέρατος των εχθροπραξιών. Τό μέτρον τούτο λαμβάνεται εναντίον των διότι έλαβον επισήμως τά όπλα εναντίον της πατρίδος, διότι κατετάγησαν εις τόν εχθρικόν στρατόν, διότι τελευταίως ακόμη επυρπόλησαν πόλεις καί χωριά καί διέπραξαν ανηκούστους ωμότητας εναντίον του ειρηνικού πληθυσμού…
    Ολοι εκείνοι τούς οποίους δέν αφορά τό πρώτον άρθρον καί γενικώς όλαι αι Σμυρνιωτικαί οικογένειαι ή Έλληνες καί Αρμένιοι πρόσφυγες, δύνανται νά μεταναστεύσουν μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου 1338 [τουρκικό ημερολόγιο]. Οσοι, παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, δέν θά έχουν εγκαταλείψει τήν χώραν καί θά κριθούν ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού καί της δημοσίας τάξεως, θά οδηγηθούν μακράν της πολεμικής ζώνης…
    Οσοι εκ των Ελλήνων οθωμανών καί ισραηλιτών, Ελλήνων υπηκόων, των καταγομένων εκ των παραλίων της Σμύρνης, δέν ήθελον αναχωρήση διά θαλάσσης μέχρι της εσπέρας της 30ης Σεπτεμβρίου πρόκειται νά αποσταλούν εις τό εσωτερικόν… Ο διοικητής του στρατού Νουρεντίν»
    Οταν ο ελληνικός στρατός εισέρχοταν στή Σμύρνη, όλες οι επίσημες εντολές πρός τούς στρατιώτες μας, τόσο από τήν πολιτική ηγεσία όσο καί από τήν στρατιωτική ηγεσία, ήταν νά σεβασθούν τούς πληθυσμούς, ανεξαρτήτως δόγματος καί νά μήν προβούν σέ ενέργειες πού θά αμαύρωναν τόν πολιτισμό μας. Η παραπάνω εντολή του διοικητή της Σμύρνης, όπως καί αυτή πού ακολουθεί καταρρίπτει τήν θεωρία 50 – 50 των νεογενίτσαρων, ότι αντίστοιχα εγκλήματα μέ τόν τουρκικό στρατό έκανε καί ο ελληνικός στρατός. Δέν υπήρχαν διαταγές της ελληνικής διοίκησης γιά εξόντωση του τουρκικού γένους ούτε γιά συγκέντρωση όλων των ανδρών σέ στρατόπεδα συγκέντρωσης.
    «Ως προκύπτει εκ γραπτής διαταγής την οποίαν έλαβον παρά της διοικήσεως λόχου χωροφυλακής, λόγω της παρούσης καταστάσεως είναι ενδεχόμενον το ελληνικόν στοιχείον να προέλθει εις υπερβολικήν έξαψιν. Δια τούτο, η πατρίς επιβάλλει την υποχρέωσιν όπως, ενώπιον του ελαχίστου τοιούτου κινήματος, έκαστος οπλίτης αμέσως εκπληρώσει το καθήκον του, της γενικής σφαγής, όπερ του έχει ανατεθεί. Έκαστος υποχρεούται να φονεύσει τέσσαρες πέντε Έλληνες.
    Διαταγή του Αρχηγού Χωροφυλακής του Αϊδινίου Μεχμέρ Χρηφ»
    Σύμφωνα μέ τήν αυτόπτη μάρτυρα αμερικανίδα ιατρό Εσθήρ Λαβτζόϋ (Dr. Esther Lovejoy), η οποία είχε υπηρετήσει ως νοσοκόμα στή Γαλλία, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν γιορτή συγκρινόμενος μέ τά φρικώδη εγκλήματα των Τούρκων πού έβλεπε στήν προκυμαία της Σμύρνης. Τά παιδιά αγκάλιαζαν τά γόνατα των πατεράδων τους γιά νά μήν τά εγκαταλείψουν καί οι γυναίκες τους γατζώνονταν πάνω τους μέχρι νά τίς αποσπάσουν τά τουρκικά θηρία καί νά κορέσουν πανω τους τά άγρια ένστικτά τους. Οι άντρες έφευγαν γιά νά μήν ξαναδούν ποτέ τίς οικογένειές τους. Καί βέβαια κατηγορεί καί τόν «πολιτισμένο» κόσμο πού έμενε απαθής, ενώ σέ πολλές φορές συνεργούσε μέ τούς εγκληματίες, όπως σέ μία περίπτωση πού είδε μέ τά μάτια της, αμερικάνους ναύτες νά παραδίδουν δύο πρόσφυγες πού κολυμπούσαν πρός τά πλοία τους, στούς Τούρκους στρατιώτες.
    «Καί ήρχισε τότε τό φρικαλέον θέαμα των χιλιάδων ρακένδυτων καί ανυπόδητων ανδρών – διότι τούς εγύμνωσαν τά στίφη του Νουρεντίν πρίν εκκινήσουν – οδηγουμένων κατά πυκνάς φάλαγγας υπό τήν βάσανον της πείνης καί της δίψης καί υπό συνεχή βασανιστήρια πρός τό εσωτερικόν. Τό θέαμα ατελείωτων σειρών ανθρώπων συνεχώς δεκατιζομένων καί εξοντουμένων από τάς κακουχίας, τάς σφαίρας καί τούς λογχισμούς.
    Τότε καί οι κρυμμένοι εις τά ερείπια καί νεκροταφεία ηναγκάσθησαν νά εξέλθουν εις τό φώς της ημέρας, διά νά αναζητήσουν τρόπον σωτηρίας, άν ήτο δυνατόν νά ευρεθή, καί διαφυγής εις τήν Ελλάδα, συμφώνως πρός τήν διαταγήν του Νουρεντίν. Οι παραδιδόμενοι ή συλλαμβανόμενοι, έπρεπε νά δηλώσουν αν κατάγωνται από τήν Ελλάδα ή από τήν Μικρασίαν. Η λύσσα των Τούρκων εστρέφετο ιδιαιτέρως εναντίον των μικρασιατών…
    Ο Νουρεντίν είχε τάξει προθεσμίαν μέχρι της 17 Σεπτεμβρίου όπως έχη συντελεσθεί η αναχώρησις των γυναικοπαίδων καί υπερηλίκων καί η αποστολή των ανδρών εις τό εσωτερικόν. Εις τό βιβλίον του αμερικάνου προξένου Χόρτων εδημοσιεύθησαν μερικαί αληθινά φοβεραί φωτογραφίαι από τάς σκηνάς αυτάς πού απεκορύφωσαν τήν τραγωδίαν…
    Εις άλλην φωτογραφίαν βλέπουμε τούς άνδρες πού φεύγουν διά νά μήν ξαναγυρίζουν. Πολλοί, καταφανώς πολύ μεγαλύτεροι από τήν ηλικίαν πού καθώρισεν ο Νουρεντίν. Πολλοί έχουν βάλει φέσια. Οι περισσότεροι, όμως εξακολουθούν νά φορούν καπέλλα καί άλλοι έχουν τυλίξει τό κεφάλι τους μέ οιονδήποτε κάλυμμα.»
    Χρήστος Αγγελομάτης – Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας
    Πάνω από 150.000 Ελληνες της Σμύρνης οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τίς πρώτες κιόλας μέρες, 3.000 απ΄αυτούς δολοφονήθηκαν στο Μπουνάρμπασι, καί 1.000 σφάχτηκαν στ’ ανατολικά του Μπουρνόβα. Από τους 8.000 Ελληνες που εκτοπίστηκαν στην Κιουτάχεια, μόνον οι μισοί επέζησαν. Στην περιφέρεια του Μπαλίκ Κεσέρ οι Τούρκοι συγκέντρωσαν στις 4 Σεπτεμβρίου γύρω στούς 3.000 Ελληνες και τους έσφαξαν στήν κεντρική πλατεία. Αντίστοιχη τύχη είχαν οι περισσότεροι αφού περίπου μόνο 15% κατάφεραν νά επιβιώσουν καί νά επιστρέψουν στούς συγγενείς τους.
    Οι περίφημες Κυδωνιές (Αϊβαλί) της αρχαίας Αιολίας είχαν 40.000 Ελληνες κατοίκους καί είχαν υποστεί σφαγές καί τό 1821 καί τό 1917. Η ελληνική κυβέρνηση καί η Αρμοστεία του Στεργιάδη είχαν αφήσει τελείως απληροφόρητο τόν πληθυσμό γιά τήν κατάρρευση του μετώπου, ενώ οι κυβερνητικοί υπάλληλοι είχαν αποχωρήσει κρυφά γιά τήν Μυτιλήνη. Στή θέση του περέμεινε μόνο ο μητροπολίτης Γρηγόριος γιά νά καθοδηγήσει τούς χριστιανούς οι οποίοι σύντομα θά έπεφταν θύματα της μουσουλμανικής θηριωδίας. Μετά από συμβούλιο των προκρίτων αποφασίστηκε να μείνουν οι χριστιανοί στήν πόλη τους. Μόλις μπήκαν οι τσέτες μέ αρχηγό τους τόν Καχιρμάν εφέ, οι Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι είχαν παραμείνει στίς θέσεις τους κατά τή διάρκεια της ελληνικής κατοχής, καί φυσικά δέν είχαν πάθει τό παραμικρό, παρέδωσαν όλους τούς καταλόγους μέ τά ονόματα όσων Αϊβαλιωτών είχαν καταταγεί στόν ελληνικό στρατό ή στήν πολιτοφυλακή.
    Εκτοπισμός όλων των ανδρών. Σμύρνη 1922
    Ο μητροπολίτης έσπευσε νά χαιρετήσει τόν διοικητή της 2ας Μεραρχίας ιππικού του τακτικού τουρκικού στρατού, γιά νά λάβει τήν απάντηση: «Απορώ πού τά κεφάλια σας βρίσκονται ακόμα στούς ώμους σας.» Τό λάθος τους νά μη φύγουν καί να μείνουν σέ ένα πολυπολιτισμικό αντιρατσιστικό περιβάλλον, αδελφωμένοι μέ τούς μουσουλμάνους, θά τό πλήρωναν ακριβά οι Αϊβαλιώτες. Πρέπει νά ξέρουν όλοι οι αντιρατσιστές σάν τόν Δήμαρχο Χίου πού ζητάει από τούς Τούρκους νά εποικίσουν τήν Χίο, ότι όταν ο μουσουλμάνος αποκτά τήν εξουσία μεταμορφώνεται καί γίνεται αδίστακτος καί καταπατά όλα τά ανθρώπινα δικαιώματα των χριστιανών. Ειδικά ο Τούρκος πού είναι δουλοπρεπής όταν δέν έχει δύναμη μεταμορφώνεται σέ σφαγέα όταν τήν αποκτήσει. Οι ψυχες των Αϊβαλιωτών τό ξέρουν καλά αυτό. 4.000 άρρενες μεταξύ 18 καί 45 ετών συνελήφθησαν γιά να σταλούν σέ στρατόπεδα του εσωτερικού, αλλά κοντά στό χωριό Φρένελι εσφάγησαν, καί τά πτώματα τά πέταξαν στήν χαράδρα Μουσούλ Δαγ.
    Στά Βουρλά όπου ζούσαν 35.000 Ρωμιοί, μερικοί νέοι αντιστάθηκαν μέ τά όπλα πού πήραν από τούς στρατιώτες μας πού έτρεχαν στά Αλάτσατα καί απο εκεί στό Τσεσμέ. Ολοι σχεδόν οι άντρες κατακρεουργήθηκαν. Οι Τούρκοι έκαψαν τήν πόλη ολοσχερώς καί ξέσπασαν τή μανία τους πάνω στά γυναικόπαιδα. Πολλές Βουρλιώτισσες έπεφταν στά πηγάδια ή από τά μπαλκόνια των σπιτιών τους σέ ένα νέο χορό του Ζαλόγγου. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία του Ιωάννη Μιχαηλίδη στό μεγάλο πηγάδι πού υπήρχε στό κήπο του σπιτιού του, ρίχτηκαν η αδελφή του η Αργυρώ, δύο ξαδέλφες του, η υπηρέτρια Γλυκερία ενώ άλλη αδελφή του λούστηκε μέ πετρέλαιο καί αυτοπυρπολήθηκε. Στή Μαρία Τόπογλου πού αρνήθηκε νά πάει μέ Τούρκο (φαίνεται δέν ήταν πολυπολιτισμική αλλά ρατσίστρια), της έκοψαν πρώτα τά δάκτυλα, μετά τή μύτη καί τέλος τούς μαστούς. Τόν αρχιμανδρίτη Νεόφυτο τόν πετάλωσαν, ενώ τόν Α. Μυτιληνιό τόν τύφλωσαν. Στά τσιγκέλια των κρεοπωλείων κρέμονταν ανθρώπινα κορμιά.
    Τό Αξάρι είχε πάνω από 10.000 Ρωμιούς κατοίκους. Μέ τήν είσοδό του ο τουρκικός στρατός κατέγραψε τούς άρρενες, περίπου 7.000, γιά νά τούς οδηγήσει σέ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αντί γιά τά στρατόπεδα τούς οδήγησαν σέ μία χαράδρα στό Κιρτίκ Ντερέ όπου τούς κατέσφαξαν. Οσες γυναίκες ήταν ρατσίστριες καί δέν ήθελαν νά δωθούν στούς Τούρκους αυτοκτόνησαν. Σύμφωνα με τήν Στέλλα Επιφανείου – Πετράκη, η Ερασμία Κάρπου έπεσε από τό μπαλκόνι του σπιτιού της μαζί μέ τό παιδί της, οι τρείς αδελφές Στάμου καί η Ευθαλία Κασάμπογλου ήπιαν δηλητήριο, οι αδελφές Παναβόγλου κρεμάστηκαν, η Δέσποινα καί Σοφία Βουτσαόγλου έπεσαν σέ γκρεμό, η Στυλιανή Λουΐζου έπεσε μέ τά παιδιά της σέ πηγάδι.
    Σμύρνη 1922. Οι τσέτες μπαίνουν στήν πόλη
    Ο Στεργιάδης, εάν είχε ειδοποιήσει τούς κατοίκους των πόλεων της Μικράς Ασίας νά φύγουν, θά είχε σώσει δεκάδες ίσως καί εκατοντάδες χιλιάδες. Δέν τό έκανε καί μάλιστα έστελνε ψεύτικα τηλεγραφήματα ότι δέν διατρέχουν οι πληθυσμοί κανένα κίνδυνο. Στή Μαγνησία ο Υπατος Αρμοστής είχε δώσει εντολή νά παραμείνουν οι κάτοικοι στά σπίτια τους.

    ……………………………………………………………

  26. …………………..

    Ο συνταγματάρχης όμως Φίλιππος Φιλίππου, παράκουσε την διαταγή του Αρμοστή, προέτρεψε τόν πληθυσμό νά φύγει καί επιβίβασε σέ τραίνα κατοίκους της Μαγνησίας. Σώθηκαν έτσι κάποιες ψυχές. Οσοι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν καί ανάμεσά τους ο ίδιος ο Φιλίππου, ο υπολοχαγός Φαίδων Πολυμερόπουλος, ο υπολοχαγός Γαρδίκας καί ο υπολοχαγός Αμοιραδάκης σφάχτηκαν μέ τσεκούρι σέ κοντινή χαράδρα. Τά ίδια μαρτύρια πέρασαν καί οι άμαχοι. Ο προύχοντας Σάββας Σαββόπουλος παλουκώθηκε, ο Γρηγόριος Χατζηδημητρίου σύρθηκε πίσω από τό άλογο Τούρκου αξιωματικού μέχρι πού πέθανε, ο Παύλος Παλαιολόγος σκοτώθηκε από ξιφολόγχη, ενώ εκατοντάδες άλλοι άμαχοι κάηκαν ζωντανοί στίς εκκλησίες.
    Αν όλα αυτά πού έγιναν κάτω από τίς διαταγές του οργανωμένου τουρκικού στρατού δέν αποτελούν γενοκτονία τότε τί αποτελεί; Η μήπως έκανε αντίστοιχες ενέργειες ο ελληνικός στρατός δηλαδή να καταγράφει όλους τούς άνδρες πάνω από 16 χρονών καί νά τούς δολοφονεί σωρηδόν στίς χαράδρες; Εδινε τέτοιες εντολές ο Παπούλας ή ο Παρασκευόπουλος, όπως έδινε ο διοικητής της 1ης Τουρκικής Στρατιάς Νουρεντίν πασάς;
    Τρομερά εγκλήματα κατά των αιχμαλώτων έγιναν στό Ουσάκ, τό οποίο αποτέλεσε τόπο βασανιστηρίων καί εκτελέσεων γιά 8.000 περίπου Έλληνες στρατιώτες. Τούς νεκρούς τούς πέταγαν λίγο πιό έξω από τό στρατόπεδο καί τούς έτρωγαν τά σκυλιά. Ενας Τούρκος δεσμοφύλακας παινευόταν ότι είχε σκοτώσει μέ τό ρόπαλό του 50 Ρωμιούς. Σύμφωνα μέ τόν αιχμάλωτο ιατρό Αποστολίδη από τό νοσοκομείο του Ουσάκ κανείς δέν έβγαινε ζωντανός. Οι τραυματίες ήταν σκελετωμένοι καί βρίσκονταν πάνω σέ αχυρένια στρώματα, μέσα στήν βρώμα καί στήν εγκατάλειψη. Δέν υπήρχαν ούτε τζάμια, ούτε πόρτες στά δωμάτια καί τό μονο φάρμακο πού υπήρχε ήταν τό λάβδανο. Κάθε μέρα πέθαιναν περίπου 50 άρρωστοι. Αλλα στρατόπεδα αιχμάλωτων σχηματίσθηκαν στό Τάλας της Καισάρειας, στό χωριό Κουπλιά έξω από τή Νικομήδεια (Ισμίτ), στό Αφίον Καραχισάρ, στήν Αγκυρα, στό Κίρ Σεχίρ.
    Προηγήθηκαν τά στρατόπεδα του Κεμάλ από αυτά του Χίτλερ. Καί τόν Κεμάλ είχε σαν πρότυπο ο Χίτλερ όταν έφτιαξε τά στρατόπεδα στό Νταχάου καί τό Αουσβιτς. Καί γιά να βρεί ο αναγνώστης καί άλλες ομοιότητες των δύο σφαγέων, αναφέρω ότι τά κόκκαλα των πεθαμένων ελλήνων στρατιωτών τά μετέφεραν αργότερα στήν χώρα του πολιτισμού τή Γαλλία γιά νά γίνουν σαπούνι (Χρήστος Αγγελομάτης).
    «Πλησιάζαμε στο Ουσάκ. Η φήμη του ερχομού μας είχε προηγηθή. Ανδρες, γυναικόπαιδα καί γέροι μας περίμεναν… και μόλις ζυγώσαμε χύμηξαν εναντίον μας σάν κοράκια. Αρχισαν να μας χτυπούν μέ ξύλα, μέ πέτρες, μέ σίδερα, μέ κεραμίδια. Μας πετούσαν παλιά τσουκάλια, ότι άχρηστο είχαν, φτάνει νά ήταν βαρύ καί νά μας προξενούσε πόνο.
    Ήσαν καί κάτι παλιόπαιδα, οπλισμένα μέ σουγιάδες. Έπεφταν επάνω μας καί κομμάτιαζαν τίς σάρκες μας. Κι’ όλοι διασκέδαζαν τρομερά με τίς «κουμπότρυπες», πού μας άνοιγαν οι μικροί καννίβαλοι… Θυμήθηκα πόσες φορές είχα δώσει το συσσίτιό μου σέ Τουρκόπουλα- τριγύριζαν τήν ώρα τής διανομής τούς λόχους κι’ έφευγαν μέ τά τσουκάλια γεμάτα. Θυμήθηκα πόσο βοηθούσεν ό Στρατός μας τούς Τούρκους χωριάτες…
    Οί συνοδοί μας έβλεπαν τό άγριο ξυλοκόπημα καί γελούσαν μέ τήν καρδιά τους. Είχαν βαρεθή νά μάς δέρνουν καί παρώτρυναν τούς άλλους νά μάς χτυπούν αλύπητα…
    Οί Τούρκοι γιά νά μάς βασανίσουν ακόμη περισσότερο, μάς υπέβαλλαν στό έξης μαρτύριον: Έφερναν έξω άπό τά συρματοπλέγματα κουβάδες γεμάτους νερό καί τούς άδειαζαν χάμω, μπροστά στά μάτια μας. Τούς παρακαλούσαμε, τούς ικετεύαμε νά μάς δώσουν λιγάκι νά βρέξουμε τά χείλη μας… Εκείνοι, όμως εξακολουθούσαν να διασκεδάζουν μέ τήν αγωνία μας…
    Ήταν ή ώρα δύο τ’ απόγευμα τής 22ας Αυγούστου, όταν είδα ενα απαίσιο θέαμα, πού ποτέ δέν θά μπορέσω νά τό ξεχάσω: Πολλοί αιχμάλωτοι, ξετρελλαμένοι άπό τήν δίψα είχαν πέσει μπρούμυτα μέσα στ’ αποχωρητήρια κι έπιναν βρωμόνερα… Ποτέ δέν θά μπορούσα να φαντασθώ, ότι ή απόγνωσις μπορεί να σπρώξη τόν άνθρωπο σέ τέτοιο φρικτό σημείον… Οί Τούρκοι σκοποί παρακολουθούσαν τήν οικτρά κατάσταση τών αιχμαλώτων καί γελούσαν.» Αιχμάλωτοι των Τούρκων, Χρήστου Σπανομανώλη
    Γιά τά μαρτύρια των αιχμαλώτων στρατιωτών υπάρχουν εκατοντάδες αφηγήσεις. Μία πού μέ εντυπωσίασε είναι του Ε. Βασιλάκη, στρατιώτη της 11ης Μεραρχίας πού παραδόθηκε στά Μουδανιά. Τούς στρατιώτες πού παρέδωσαν οι Γάλλοι στούς Τούρκους τούς παρέταξαν καί τούς εκτέλεσαν μέ τά μυδραλλιοβόλα …παρουσία Γάλλων αξιωματικών. Καί νά σκεφθεί κανείς οτι οι Γάλλοι έκαναν συστάσεις στούς υποχωρούντες Ελληνες να μην πειράξουν τά τζαμιά της Προύσσας. Ο Κρητικός αιχμάλωτος Βασιλάκης γλύτωσε τήν εκτέλεση καί μεταφέρθηκε μέ χιλιάδες άλλους σέ στρατόπεδο στό Γενή Σεχίρ. Σύμφωνα πάντα μέ τή μαρτυρία του, βάδιζαν νηστικοί καί διψασμένοι γιά μέρες, ενώ τούς θέριζε ο τύφος. Κάθε μέρα πορείας σήμαινε καί τόν θάνατο όσων εξασθενούσαν ή αρρώσταιναν από τίς κακουχίες.
    Ο καθηγητής Καλογήρου ήταν επικεφαλής υγειονομικής επιτροπής, η οποία τό 1923, θά παραλάμβανε τούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο γιατρός, σύμφωνα μέ μαρτυρία του έμεινε κατάπληκτος όταν έκανε τήν σύγκριση των Τούρκων αιχμαλώτων πού ανταλλάσσονταν μέ τούς Έλληνες. Ολοι οι Τούρκοι ήταν ευτραφείς, υγιέστατοι, καλοντυμένοι καί αγενείς στήν συμπεριφορά. Οι αξιωματικοί έφεραν ακόμα καί τά περίστροφα τους! Οι Έλληνες ήταν σκιές του εαυτού τους, ημίγυμνοι ή ντυμένοι μέ τσουβάλια, σκελετωμένοι, άρρωστοι, σημαδεμένοι από ξιφολόγχες, βούρδουλες, μαχαίρια ή τσεκούρια. Μόλις δέ ανέβαιναν στό πλοίο ξέσπαγαν σέ κλάματα.

    Η τελευταία μάχη
    Κάπως έτσι θά έκλεινε η θλιβερότερη σελίδα της Ιστορίας μας. Καί βέβαια είναι η χειρότερη περίοδος του Ελληνισμού, ακόμα καί από τό 1071 (είσοδος τον Τούρκων στή Μικρά Ασία), είναι χειρότερη ακόμα καί από τό 1204 (διάλυση της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου από τούς Φράγκους) είναι χειρότερη ακόμα καί από τό 1453 (οριστική κατάλυσις τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας), γιατί στίς προηγούμενες περιόδους διαλύονταν η ελληνική εξουσία, διαλύονταν τό ελληνικό κράτος. Παρέμενε όμως η Ρωμιοσύνη. Τό 1922 όμως αυτό πού έσβησε ήταν τό ελληνικό έθνος, ήταν η Ρωμιοσύνη αυτή πού χάθηκε από τά Ματωμένα Χώματα του Πόντου, της Καππαδοκίας καί της Ιωνίας.
    Ο επίλογος της σελίδας αυτής δέν θά είναι η Συνθήκη της Λωζάνης ούτε η παράδοση της Ανατολικής Θράκης – κατά απαίτηση των καταραμένων Συμμάχων μας – ούτε η εκτέλεση των έξι, οι οποίοι θά έπρεπε νά είναι πολύ περισσότεροι καί νά συγκαταλέγεται σέ αυτούς καί ο Στεργιάδης καί ο πρίγκηπας Ανδρέας καί όσοι αξιωματικοί πέταξαν τά όπλα τους καί παράτησαν τούς οπλίτες στήν τύχη τους.
    Ο επίλογος της σελίδας αυτής θά είναι η τελευταία μάχη. Τήν τελευταία μάχη φυσικά τήν έδωσε ποιός άλλος; Ο Πλαστήρας (Καραπιπέρ τόν αποκαλούσαν οι Τούρκοι) μέ τό Σεϊτάν Ασκέρ (τό 5/42 τάγμα Ευζώνων του). Τήν έδωσε κοντά στό Τσεσμέ στήν περιοχή Σταυρός (Ζέγκουϊ στά τουρκικά). Εκεί πολέμησε ο Πλαστήρας, σέ μία προσπάθεια νά προστατέψει τά τελευταία τμήματα του στρατού μας πού υποχωρούσαν πρός τήν σωτηρία των πλοίων. Οι Τσέτες αποδεκατίστηκαν καί μάλιστα αργότερα, οι Τούρκοι έστησαν μνημείο εκεί πού μαρτυρά τήν τελευταία μάχη καί τόν χαμό 147 Τούρκων ιππέων. Αφήνω τόν Γιάννη Καψή νά περιγράψει τη μάχη του Σταυρού, σύμφωνα μέ διήγηση του ηρωϊκού συνταγματάρχη:
    «Το πρωί της 28ης Αυγούστου το 5/42 έφθασε στον Σταυρό εκεί που ο δρόμος χωρίζει προς τον Τσεσμέ. Σ’ όλη τη μαρτυρική πορεία του έμενε μακριά από τη μάζα του Νότιου Συγκροτήματος. Ο πανικός είναι μια ασθένεια μεταδοτική και ο Πλαστήρας ήταν αποφασισμένος να κρατήσει το Σύνταγμα του μέχρι τέλους. Και το κατόρθωσε, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα της αυτοθυσίας.
    Για δέκα πέντε ημέρες είναι πάνω στ’ άλογό του. Έφιππος τρώγει ότι του φέρνουν οι άνδρες του, κάτι ελάχιστο – μήπως έχουν κι οι Τσολιάδες μας να φάνε; Έχουν πετάξει τα πάντα, καζάνια, τρόφιμα, καραβάνες. Μόνον τα όπλα και τα φυσίγγια τους κρατούν και μαζεύουν στον δρόμο φρούτα, στα χωριά κανένα καρβέλι ψωμί – τρώγουν όποτε έχουν, αλλά πολεμούν πάντοτε με την ίδια ορμή, που έχει προκαλέσει το δέος, τον τρόμο στους Τούρκους. Κι ο Πλαστήρας μένει ακλόνητος πάνω στ’ άλογό του. Παρακολουθεί τα πάντα, εμψυχώνει τους άνδρες του. Και, πολλές φορές την νύκτα τους αφήνει να κοιμηθούν χωρίς να βγάλουν σκοπιές. Μένει ο ίδιος άγρυπνος πάνω στ’ άλογό του, φροντίζοντας για τα παλικάρια του – μάρτυρες οι ίδιοι οι άνδρες του 5/42, που τον είχαν δει με τα μάτια τους στο καραούλι. Είχε γίνει κάτισχνος, τα οστά του προσώπου του ξεχώριζαν κάτω από την ηλιοκαμένη, την μαυρειδερή επιδερμίδα του. Μόνον το βλέμμα του διατηρούσε την παλιά εκείνη λάμψη… Θα πίστευε κανείς, ότι ήταν έτοιμος να σωριασθεί νεκρός.
    Εκεί, στο Σταυρό, το 5/42 στάθηκε και πάλι. Οι πρόσφυγες είχαν βραδυπορήσει, μια ατέλειωτη φάλαγγα ξεκινούσε από τη ζωσμένη στις φλόγες Σμύρνη ως το Τσεσμέ. Κάποιος έπρεπε να τους βοηθήσει,να τους προστατεύσει από τους Τσέτες, που ορμούσαν εναντίον τους σαν τα τσακάλια. Έπιασαν μετερίζια οι Τσολιάδες μας και περίμεναν τη φάλαγγα των προσφύγων να περάσει. Κι εκεί τους απονεμήθηκε το πολυτιμότερο παράσημο, που μπορεί να ποθήσει ένας πολεμιστής: Οι τρομαγμένοι, οι πανικόβλητοι πρόσφυγες αυτοί, που έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, σταματούσαν γιά να φιλήσουν τα πληγιασμένα χέρια των στρατιωτών μας. Χαροκαμένες μάνες ήθελαν ν’ αγκαλιάσουν, να χαϊδέψουν τα φλογισμένα μέτωπα των παιδιών εκείνων, που πολεμούσαν τόσο μακριά από τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους. Ήταν στιγμές γεμάτες συγκίνηση, στιγμές τραγικού μεγαλείου, γεμάτες ανθρωπιά και πόνο.
    Στον Σταυρό περίμενε το «Σεϊτάν – Ασκέρ». Και μέσα στην καταχνιά του πρωινού φάνηκαν οι Τσέτες του Μπεχλιβάν. Κάλπαζαν ουρλιάζοντας – θύμιζαν τις ορδές του Αττίλα. Ορμούσαν κατά των προσφύγων και τους σπάθιζαν, κάρφωναν στα ξίφη τους ματωμένα κεφάλια και τα εξεσφενδόνιζαν στον αέρα. Δεν τους αρκούσε το ξερρίζωμα του Ελληνισμού, ήθελαν τον αφανισμό του.
    Ο Πλαστήρας είδε τους Τσέτες. Ήταν συντριπτική αριθμητικά η υπεροχή, ήταν ψυχωμένοι από την ανέλπιστα μεγάλη νίκη τους, είχαν ξαποστάσει στη Σμύρνη. Η σωφροσύνη θα του επέβαλλε, ίσως, να υποχωρήσει αλλά τότε ούτε ένας από τους πρόσφυγες δεν θα διασωζόταν, οι Τσέτες θα έφθαναν στην αποβάθρα του Τσεσμέ πριν από τον Στρατό μας. Κι αποφάσισε να δώσει μια ακόμη μάχη.
    Οι άνδρες του 5/42, με γρήγορες κινήσεις, σχημάτισαν ένα μεγάλο πέταλο κι «ελούφαξαν», έμειναν ακίνητοι, περιμένοντας τους Τούρκους να πέσουν στις κάνες των όπλων τους. Είχαν διαταγή να μη πυροβολήσουν, αν ο Πλαστήρας δεν έδινε το σύνθημα, πυροβολώντας – πρώτος. Πειθαρχικοί, εμπειροπόλεμοι, έβλεπαν τους Τούρκους να πλησιάζουν κι έμεναν ακίνητοι. Πολλοί άκουγαν τις αναπνοές τους, αισθάνθηκαν τη μυρωδιά των αλόγων τους. Κι όμως δεν πυροβόλησαν. Λίγο ακόμη κι οι Τσέτες θα είχαν πέσει στον κλοιό τους.
    Αλλ’ ένας λοχίας έτρεμε από τη λύσσα του. Είχε δει τους Τσέτες να σφάζουν γυναικόπαιδα και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί – έσφιγγε το όπλο του, δάγκωνε τα χείλη του για να μη φωνάξει και προδοθεί. Κι έξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Σχεδόν αμέσως ένας καταιγισμός πυρός σάρωσε τους Τούρκους. Οι θάμνοι άναψαν, τα πολυβόλα κελάηδησαν ανατριχιαστικά. Η κοιλάδα αντήχησε στο βογγητό των πληγωμένων.
    Οι Τούρκοι ξαφνιάστηκαν πήδησαν από τ’ άλογα κι έτρεξαν να καλυφθούν – θέλησαν να πιάσουν μετερίζια και να πολεμήσουν. Δεν γνώριζαν ακόμη ότι είχαν απέναντι τους το «Σεϊτάν Ασκέρ». Αλλά, μετά τον πρώτον αιφνιδιασμό, οι Τσολιάδες δεν κρατήθηκαν – δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει κανείς· ούτε ο Πλαστήρας. Οι λόγχες σύρθηκαν και πάλι από τις θήκες τους. Και για μια ακόμη φορά – την τελευταία -όπως τότε σε μια εποχή που φαινότανε τόσο μακρινή, ακούστηκε η λεβέντικη κραυγή: «Αέρα…».
    Έφυγαν οι Τσέτες, έφυγαν τρομοκρατημένοι, πανικόβλητοι πήδησαν στ’ άλογα τους κι άλλοι έφυγαν τρέχοντας. Επέστρεψαν ασθμαίνοντας στη Σμύρνη για να ρίξουν καινούργιο λάδι στο καντήλι του θρύλου, που θα καίει αιώνια. Είναι θρύλος, που αφηγείται η αναμνηστική στήλη, εκείνη, που υπάρχει μέχρι σήμερα στο Ζέγκουϊ – τον Σταυρό.
    – Αχ, μωρέ… Αν δεν βιαζότανε εκείνος ο λοχίας, θα τους είχα φάει όλους τούς Τσέτες… »
    Πηγή
    Το παρόν αποτελεί ως επί το πλείστον αναδημοσίευση από το http://www.agiasofia.com/

    Βιβλιογραφία
    Ambassador Morgenthau’s Story 1918
    Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια 1971
    The Blight of Asia – GEORGE HORTON 1926
    Μαύρη Βίβλος (1914-1918) – Οικουμενικό Πατριαρχείο
    Το νούμερο 31328 – Ηλίας Βενέζης
    1922 Μαύρη Βίβλος – Γιάννης Καψής 1992
    Χαμένες Πατρίδες – Γιάννης Καψής 1992
    Τοπάλ Οσμάν – Λαμψίδης Γεώργιος, 1969
    Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας – Χρήστος Αγγελομάτης
    Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ξενοφών Στρατηγός 1925
    Ιστορία του Ελληνικού Εθνους – Παπαρρηγόπουλου
    Μικρασιατική Εκστρατεία – Νικόλαος Μέρτζος
    Στρατιωτική Επιθεώρηση

    https://chilonas.com/2012/09/03/httpwp-mep1op6y-qh/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: