-Ο αντικομμουνισμός των σταλινικών

poster-1938bΩ! μεγάλε Στάλιν, ω αρχηγέ των λαών

Συ, που έδωσες τη ζωή στον άνθρωπο

Συ, που γονιμοποίησες τη γη

Συ, που ξανάνιωσες τους αιώνες

Συ, που κάνεις να ανθίζουν οι ανοίξεις

Συ, που κάνεις να δονούνται οι μουσικές χορδές

Συ, λάμψη της ανοίξεως μου,

Ω! Συ Ήλιε, που αντανακλάται από εκατομμύρια καρδιές.

[Λ. Αραγκόν, εφημ. Pravda”, 28 Αυγούστου 1936]

Ο ιστορικός που καλείται να μελετήσει τον 20ο αιώνα, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ιδεολογία και το κίνημα που τον χαρακτήρισε ήταν το κομμουνιστικό. Η λέξη «κομμουνισμός» στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «κοινωνισμός» κι έτσι χρησιμοποιούταν από τους πρώτους Έλληνες marx-engelsσοσιαλιστές. Εξέφραζε ένα ιστορικό ρεύμα που πίστευε στην ισότητα των ανθρώπων, αντιδρούσε στην εκμετάλλευση και αγωνιζόταν για την κοινωνική ισότητα. Ιστορικά είχε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους εκδοχές. Η επικρατέστερη αυτών, υπήρξε μια καλά επεξεργασμένη θεωρία από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρειδερίκο Ένγκελς και έλαβε το όνομα «μαρξισμός». Ο μαρξισμός επιχείρησε να εξηγήσει τα ιστορικά φαινόμενα μέσα από το κριτήριο της πάλης των τάξεων. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι η κοινωνία αποτελείται από διάφορες κοινωνικές τάξεις, η υπόσταση των οποίων εξαρτάται από τη σχέση που διατηρούν με τα μέσα παραγωγής.

Η μαρξιστική θεωρία για την αταξική κοινωνία δεν έγινε αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο απ’ όλους που επιχείρησαν τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ, που έμεινε στην ιστορία με το 100_1397ψευδώνυμο Λένιν, θα προσπαθήσει να επεξεργαστεί μια τεχνική υλοποίησης των μαρξιστικών απόψεων προτείνοντας τη δημιουργία ενός εργαλείου σύγκρουσης: το λεγόμενο Κόμμα Νέου Τύπου. Το κόμμα αυτό διέθετε χαρακτηριστικά ιεραρχικά και συγκεντρωτικά, τα οποία του επέτρεπαν να επιβιώσει στη σύγκρουση με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του τσαρικού καθεστώτος. Ήταν ουσιαστικά ένα αντίγραφο της μυστικής αστυνομίας του Τσάρου. Μια ιδιομορφία της λενινιστικής αντίληψης ήταν και η πίστη ότι το Κόμμα αποτελούσε την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και δρούσε αντ’ αυτής.

Η λογική της δράσης της εργατικής τάξης δι αντιπροσώπου συνάντησε την ουσιαστική και καίρια κριτική μιας μεγάλης μαρξίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»  έθετε το δίλημμα: Μαρξισμός ή Λενινισμός; Θεωρεί ότι η λενινιστική αντίληψη αντίκειται στο μαρξισμό και ότι οι απόψεις του Λένιν οδηγούν νομοτελειακά στη δικτατορία του Κόμματος και στη στέρηση των λαϊκών ελευθεριών.

Η Λούξεμπουργκ αφού περιγράφει τις λενινιστικές αρχές, στη συνέχεια τους ασκεί κριτική:

Luxemburg«Οι δυο αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο συγκεντρωτισμός του Λένιν είναι ακριβώς αυτές:
1. Η τυφλή καθυπόταξη, και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, όλων των οργάνων του κόμματος στο κέντρο του κόμματος που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα.

2. Ο αποφασιστικός διαχωρισμός του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από το κοινωνικό-επαναστατικό περιβάλλον τους.»

Εντοπίζει έτσι τον ουσιαστικό κίνδυνο αδρανοποίησης του λαού και της εργατικής τάξης προς όφελος μόνο της Κεντρικής Επιτροπής: «Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως την βολεύει, την σύνθεση των υψηλότερων οργάνων του κόμματος. Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της.»

Αμφισβητεί την ορθότητα του συγκεντρωτισμού και επισημαίνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει για το εργατικό κίνημα: «Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό, τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα…. Ο υπέρ-συγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι το πώς θα κάνει την δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα- το να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά να το ενώσει.»

Η Λούξεμπουργκ που διατύπωσε με εκπληκτική διορατικότητα την άποψή της δικαιώθηκε απολύτως από τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση: «Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος –όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά– δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά…»

«Είναι φανερό ότι ο σοσιαλισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με διατάγματα …. Πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα περισσότερο η ζωή σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο …»

Η σύγκρουση με την Αριστερά

Η λενινιστική αντίληψη θα δοκιμαστεί στην πράξη με την Οκτωβριανή Επανάσταση και θα οδηγήσει από το 1918 στην απαγόρευση  αντιπολίτευσης και την οικονομική κατάρρευση του νεαρού σοσιαλιστικού οικοδομήματος. Η αντικατάσταση των Εργατικών Επιτροπών από τις Κομματικές Οργανώσεις θα προκαλέσουν τους πρώτους τριγμούς στο επαναστατικό μέτωπο. Έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι συγκρούσεις που προκλήθηκαν μεταξύ των μπολσεβίκων και των πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονταν αριστερότερα στο πολιτικό φάσμα: μαχνοβίτες, ναύτες της Κροστάνδης, αναρχικοί κ.ά. Η πρώτη τους σημαντική και καθοριστική για το μέλλον των λαών της Ανατολής διαφωνία, ήταν το Φλεβάρη του 1918 πάνω στο ζήτημα της υπογραφής ή όχι της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ. Δηλαδή: ειρήνευση με βαρύτατους και επαχθέστατους όρους με τις Κεντρικές Δυνάμεις ή μετατροπή του πολέμου σε επαναστατικό με στόχο την επαναστατική ανατροπή στην καρδιά της Ευρώπης;

Στη συνέχεια, η σημαντικότερη αντίδραση ήταν αυτή των επαναστατών ναυτών της Κροστάνδης που θα κατασταλεί με πολύ αιματηρό τρόπο από τον Κόκκινο Στρατό με επικεφαλής τον Λέοντα Τρότσκι. Τον Φλεβάρη-Μάρτη του 1921, τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη του ΄17, οι επαναστάτες ναύτες της Κροστάνδης από τα πλέον πρωτοπόρα τμήματα της Επανάστασης του Οκτώβρη του ’17 εξεγέρθηκαν κατά της διαφαινόμενης δικτατορίας του art8Κόμματος ενάντια στις λαϊκές επιτροπές των εργατών-αγροτών και στρατιωτών.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προκήρυξη της Επαναστατικής Επιτροπής της Κροστάνδης :

«…η εξουσία της αστυνομικής μοναρχίας περνά στα χέρια των σφετεριστών, των κομμουνιστών, που αντί ν’ αφήσουν την ελευθερία στο λαό, κράτησαν γι’ αυτόν τον φόβο των κάτεργων της Τσεκά. ……η εξουσία επέτρεψε στη νέα γραφειοκρατία, στους κομισάριους και στους κομμουνιστές υπαλλήλους να εξασφαλίσουν μια ζωή ήσυχη και ξέγνοιαστη …αυτοί, με τη βοήθεια των κρατικοποιημένων συνδικάτων έδεσαν τον εργάτη στη μηχανή και μεταμόρφωσαν τη δουλειά σε μια νέα σκλαβιά…τώρα γίνεται φανερό, πως το κομμουνιστικό κόμμα δεν είναι όπως καμωνόταν πως είναι ο υπερασπιστής των εργαζομένων. Του είναι ξένα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αφού πέτυχε να κατακτήσει την εξουσία, έχει μόνο μια έγνοια: να μην την χάσει.»

Ο Λένιν συγκρούεται με τον Στάλιν

Αφού εδραιώσει την εξουσία του Κόμματος μετά τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, τόσο κατά των τσαρικών και αστών δημοκρατών, όσο και κατά της αριστερών προς τους μπολσεβίκους δυνάμεων, ο ίδιος ο Λένιν θα αντιληφθεί το αδιέξοδο της πολιτικής του και θα προσαρμόσει τη θεωρία στην πραγματική ζωή επιλέγοντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Επίσης σύντομα θα αντιληφθεί το μεγάλο κίνδυνο που αποτελεί το συγκεντρωτικό οργανωτικό μοντέλο που ο ίδιος είχε εμπνευστεί, όταν στην εξουσία ανέλθει μια αυταρχική προσωπικότητα. Έτσι, στην Πολιτική Διαθήκη του ζητά την καθαίρεση του Στάλιν, τον οποίο ο ίδιος είχε ορίσει για Γενικό Γραμματέα του Κόμματος.

Γράφει: «Από τότε που ο Στάλιν έγινε Γενικός Γραμματέας του Κόμματος, συγκέντρωσε στα χέρια μία τεράστια δύναμη. Δεν είμαι εντελώς βέβαιος 2απως κατορθώνει πάντοτε να χρησιμοποιεί τη δύναμη αυτή με αρκετή σύνεση…. Ο Στάλιν είναι πολύ απότομος και το ελάττωμα αυτό, που είναι εντελώς ανεκτό στις προσωπικές σχέσεις κομμουνιστών αναμεταξύ τους, δεν είναι ανεκτό για εκείνον που κατέχει τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Γι’ αυτό, προτείνω στους συντρόφους να βρουν ένα μέσο να βάλουν στη θέση του κάποιον άλλο, ο οποίος σχετικά με τον Στάλιν να έχει τούτο το χαρακτηριστικό, να είναι πιο υπομονετικός, πιο ανοιχτόκαρδος και πιο ευγενικός απέναντι στους συντρόφους και να είναι λιγότερο δύστροπος.» [Νικολάϊ Λένιν, Γράμμα προς το συνέδριο (Η Διαθήκη), 23/12/1922]

Φυσικά ο Στάλιν, ο οποίος είχε μετατραπεί πλέον στον παντοδύναμο ηγέτη, ελέγχοντας και την Μυστική Αστυνομία παράλληλα, θα αγνοήσει πλήρως τη Διαθήκη του Λένιν, θα εδραιώσει απολύτως την εξουσία του μετά το θάνατό του και θα επιδοθεί σε μια προσπάθεια εξόντωσης όλων των εσωκομματικών ανταγωνιστών του. Η πλειονότητα των ηγετών της Οκτωβριανής Επανάστασης θα χάσει της ζωή της στο πλαίσιο της διαπάλης για την εξουσία. Από τα εφτά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του μπολσεβικικού Κόμματος που οργάνωσαν την επανάσταση, μόνο ο Στάλιν πέθανε από φυσικό θάνατο.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το 1937-39 δολοφονήθηκαν 30 περίπου χιλιάδες αξιωματικοί -το 90% των στρατηγών και το 80% των συνταγματαρχών του Κόκκινου Στρατού. Τρεις Στρατάρχες, 13 Διοικητές Στρατιάς, 57 Διοικητές Σώματος, 110 Διοικητές Μεραρχίας, 220 Διοικητές Ταξιαρχίας, όλοι οι Φρούραρχοι των Στρατιωτικών Περιφερειών στάλθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Από τα ίδια τα ντοκουμέντα του ΚΚΣΕ φαίνεται ότι το 70% από τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Κ.Ε. του κόμματος τα οποία είχαν εκλεγεί 2βστο 17ο Συνέδριό του, το λεγόμενο «Συνέδριο των νικητών», συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν διά τουφεκισμού. Δηλαδή από τους 139 σύνεδρους εκτελέστηκαν οι 98. Από τους 1.966 αντιπροσώπους του ίδιου Συνεδρίου συνελήφθησαν για αντεπαναστατικά εγκλήματα οι 1.108.Το ίδιο το ΚΚΣΕ στη Μυστική Έκθεση που κατατέθηκε στο 20ο Συνέδριο του 1956 αναφέρει ότι αυτοί που καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν ως «εχθροί του λαού» με «ομολογίες» που αποσπάστηκαν με «άσκηση σωματικών βασανιστηρίων» ήταν: «Θύματα του αυταρχισμού του Στάλιν ήταν οι περισσότεροι έντιμοι, αφοσιωμένοι στην υπόθεση του κομμουνισμού, επιφανέστεροι εκπρόσωποι αλλά και απλά στελέχη του κόμματος».

Ο σταλινισμός θα εδραιώσει ένα νέο εκμεταλλευτικό και ταξικό σύστημα βασισμένο στην καταπίεση των εργατών και των υπόλοιπων εργαζομένων από ένα κομματικό ιερατείο, που εξέφραζε με τον πλέον επώδυνο και τρομοκρατικό τρόπο τα συμφέροντα της νέας γραφειοκρατικής τάξης, όπου τα προνόμια δεν αποτελούσαν πλέον κληρονομικό δικαίωμα αλλά δικαίωμα που απέρρεε από την κομματική θέση.

Οι επιπτώσεις του σταλινισμού στο ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα είναι τεράστιες, παρότι άγνωστες. Μ’ αυτές θα ασχοληθούμε στο επόμενο φύλλο, όπως και για τις περιπτώσεις Μπεναρόγια, Πουλιόπουλου, αρχειομαρξιστών, Άρη Βελουχιώτη, Κώστα Καραγιώργη κ.λπ..

Εν κατακλείδι

Η περιγραφή του σταλινισμού από τον Γκι Ντεμπόρ ως «βασιλεία του τρόμου», περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το σύστημα που δομήθηκε εξοντώνοντας μαζί με τους επαναστάτες και το όραμα για μια δημοκρατική κοινωνία, απαλλαγμένη από εκμεταλλεύτριες τάξεις. Γράφει ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος»: «Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατική τάξη. Η τρομοκρατία που θεμελιώνει την εξουσία αυτής της τάξης, πρέπει να πλήξει επίσης, κι αυτή την τάξη, γιατί δεν έχει καμία νομική υπόσταση που θα μπορούσε να την επεκτείνει και σε καθένα από τα μέλη της… Η ψευδής συνείδηση συντηρεί την απόλυτη εξουσία της, μόνο διαμέσου του απόλυτου τρόμου όπου κάθε αληθινό κίνητρο τείνει να εξαφανιστεί. Τα μέλη της γραφειοκρατικής τάξης στην εξουσία δεν έχουν δικαίωμα κυριότητας πάνω στην κοινωνία, παρά μόνο συλλογικά σαν συμμέτοχοι σ’ ένα θεμελιώδες ψέμα: πρέπει να υποδύονται το ρόλο του προλεταριάτου που διευθύνει μια σοσιαλιστική κοινωνία, πρέπει να είναι οι ηθοποιοί που παραμένουν πιστοί στο κείμενο της ιδεολογικής απάτης…»

Όλα αυτά που θα έπρεπε φυσιολογικά να ανήκουν στο χώρο της ιστορικής έρευνας γίνονται και πάλι επίκαιρα, μετά από το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ και την παλινόρθωση του Στάλιν και τον εξωραϊσμό της σταλινικής πολιτικής. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι υπάρχει ήδη από το 1997 απόφαση του Δ’ Παγκόσμιου Ποντιακού Συνέδριου που καταδικάζει το σταλινισμό και τις σταλινικές διώξεις η ιδεολογική αντιπαράθεση φαντάζει αναπόφευκτη. Το Δ’ Συνέδριο αποφάσισε: «Την ανακήρυξη της 13ης Ιουνίου ως Ημέρας Μνήμης για τα θύματα των σταλινικών διώξεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση, εφόσον την ημέρα αυτή, το 1949, πραγματοποιήθηκε η βίαιη εκτόπιση των ποντιακών πληθυσμών από τον Καύκασο στην Κεντρική Ασία.»

Ο σταλινισμός, εκτός από την καταστροφή του ονείρου για μια δίκαιη κοινωνία, δημιούργησε τις συνθήκες της διάλυσης της κοινωνικής δομής με την καταστροφή της αγροτικής τάξης (με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση) και έθεσε τους λαούς της ΕΣΣΔ στο έλεος των οιονδήποτε ανεξέλεγκτων αποφάσεων του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Η μεταχείριση αυτή των λαών μαζί με την συγκεντρωτική δομή είναι η βασική αιτία της κατάρρευσης του σοβιετικού οικοδομήματος και της εξαθλίωσης των πολιτών. Παράλληλα είναι ο βασικός υπεύθυνος της πολιτιστικής γενοκτονίας που υπέστη ο σοβιετικός ελληνισμός, μαζί με άλλες μικρές εθνικές οντότητες, των εκτελέσεων της φυσικών του ηγετών και την υποχρεωτική μαζική μετεγκατάσταση στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Η αντιλαϊκή και τρομοκρατική συμπεριφορά των σταλινικών, κατάστρεψε έναν μεγαλειώδη σοβιετικό ελληνικό πολιτισμό που άνθισε το Μεσοπόλεμο και μαζί μ’ αυτόν και την τελευταία ελπίδα των Ποντίων που παρέμειναν στη Μαύρη Θάλασσα να συγκροτηθούν και να αναπτυχθούν μαζί με τους σύνοικους λαούς σε μια αυτόνομη ελληνική συνιστώσα.

Στις 13 Ιουνίου (2009) συμπληρώνονται 60 χρόνια από τις σκληρές εκτοπίσεις των ελληνικών πληθυσμών στην Κεντρική Ασία. Η επέτειος αυτή θα έπρεπε να αποτελέσει αρχή για τον ουσιαστικό προβληματισμό πάνω στον αντικομμουνισμό που εκφράζει ιστορικά ο σταλινισμός και αναπαράγουν ως φάρσα οι σύγχρονοι κήρυκές του.

0025

Παρότι σε σχέση με το ναζισμό, δεχόμαστε απολύτως την άποψη του Ισαάκ Ντόιτσερ:

«….ο Στάλιν δεν μπορεί να μπει στην ίδια μοίρα με τον Χίτλερ, ανάμεσα στους τυράννους που τα έργα τους είναι χωρίς αξία και περιεχόμενο: μάταια. Ο Χίτλερ ήταν ο ηγέτης μιας στείρας αντεπανάστασης, ενώ ο Στάλιν υπήρξε και ο ηγέτης κι ο εκμεταλλευτής μιας τραγικής αυτο-αντιφάσκουσας, αλλά δημιουργικής επανάστασης….»

δεν μπορούμε να μη δούμε τα κοινά δομικά χαρακτηριστικά των δύο προσωπολατρειών που εκφράζονται με τη λατρεία της δύναμης και υπέρτατου ηγέτη. Στη φωτογραφία δύο χαρακτηριστικές αφίσες, η αριστερά απεικονίζει τον Χίτλερ και η δεξιά τον Στάλιν

———————————————————————————-

Φωτογραφίες του Στάλιν με και χωρίς τον Νικολάι Γιέζοφ: Οι εθνικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης του 1937-38 φαίνεται ότι είναι ιδέα του Κομισσάριου Εσωτερικών Υποθέσεων (δηλαδή, Υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας) Νικολάι Γιέζοφ, ο οποίος συνέτασσε τους καταλόγους των «εχθρών του λαού» και τους έστελνε στον Στάλιν για υπογραφή. Στη πρώτη φωτογραφία είναι ο κοντούλης που βρίσκεται στ’ αριστερά του Στάλιν. Λίγο αργότερα όμως θα εκτελεστεί κι αυτός με τη σειρά του από τον Στάλιν (1939) και θα αντικατασταθεί από τον Μπέρια, ο οποίος θα είναι και ο υπεύθυνος των μαζικων εκτοπίσεων του 1949. Στη δεύτερη φωτογραφία, το πρόσωπο του Γιέζοφ εξαφανίζεται απ’ όλες τις φωτογραφίες που κυκλοφορούσαν στην ΕΣΣΔ.

Yiezof ikolai

———————————————————————————-

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εύξεινος Πόντος», Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2009.

Διαβάστε επίσης: 
ΣΤΑΛΙΝ Vs ΚΚΕ
https://kars1918.wordpress.com/2014/06/09/stalin-vs-kke-2/

31 comments so far

  1. Βλάσης Αγτζίδης on

    Φωτογραφίες της σταλινικής εποχής, στις οποίες τα πρόσωπα αλλάζουν ανάλογα με τις εκκαθαρίσεις:

    http://allotriosi.wordpress.com/2009/02/21/stalinphotos/

  2. aris53m on

    Το «μαζί με τα ξερά κάηκαν και μερικά χλωρά» της Αλέκας δικαιολογεί … «τις εθνικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης του 1937-38,» … ή μήπως ο λόγος της Λιάνας:

    “Και όταν μιλάμε για γενοκτονία των Ποντίων να αρχίσουμε να την φτάνουμε και στη γενοκτονία που έχει γίνει σε άλλες περιοχές, όπως στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Συγνώμη, αλλά και εκεί είχαμε μια μορφή γενοκτονίας με τον δικό της τρόπο. Χάθηκαν άνθρωποι και χάνονται ακόμη, αν συνεχίσουμε θα τους χάσουμε όλους. Παίρνω την ευθύνη και το βάρος αυτού του σχολιασμού…..”

    θα έπρεπε να συμπλέει με την πολιτική ενός σύγχρονου ΚΚΕ?

  3. aris53m

    δυστυχώς αυτά η Κανέλλη τα έλεγε πριν συνεργαστεί με το ΚΚΕ και συνεργήσει κι αυτή στη σταλινική παλινόρθωση.

    Είναι κλασική περίπτωση αλλοτρίωσης και οπορτουνισμού και επικράτησης του πρόσκαιρου συμφέροντος πάνω στις μεγάλες αλήθειες.

    Ομέρ

  4. […] Ο αντικομμουνισμός των σταλινικών […]

  5. omadeon on

    Δυστυχώς, ο λενινισμός οδηγεί στο σταλινισμό, τελικά.

    Ακόμη κι αν ΔΕΝ ήταν ο Στάλιν ηγέτης, θα ήταν πολύ λογικό και πιθανό να αναλάμβανε κάποιος άλλος, λίγο-πολύ παρόμοιος.

    «if anything can go wrong, it WILL go wrong» (Νόμος του Μέρφυ).
    Δηλαδή… Αν ΜΠΟΡΕΙ να αναδυθεί Σταλινισμός, θα αναδυθεί!

    Συγχαρητήρια στον κ. Αγτζίδη.

  6. Mithridatis on

    Να αναφερθουμε και στον φιλο Τροτσκι που επι λενιν χρηματοδοτουσε τον Κεμαλ και κατα την διαρκεια του πολεμου και κατα την διαρκεια της γενοκτονιας, δυστηχως σταλινισμος=κομμουνισμος, οπως ειπε και ο omadeon το ενα οδηγει στο αλλο, ωραιο αρθρο παντως

  7. Βλάσης Αγτζίδης on

    Κι όμως φίλε Mithridatis!

    Η άποψη της αριστερής αντιπολίτευσης -συμπεριλαμβανομένου και του Τρότσκι τότε και των αναρχικών- κατά τις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς στις αρχές του 1918, αντιστοιχούσε στις φυσικές εξελίξεις και ευνοούσε κατά πολύ τόσο τα κινήματα των λαών της Εγγύς Ανατολής (Αρμένιοι, Έλληνες), όσο και αυτά του γερμανικού εργατικού κινήματος. Η άποψη αυτή αρνιόταν την ειρήνευση με τις Κεντρικές Δυνάμεις και υποστήριζε την πρόταση για συνέχιση του πολέμου και μετατροπή του σε επαναστατικό. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι λίγους μήνες μετά οι Κεντρικές Δυνάμεις ηττήθηκαν από την Αντάντ, παρά την αποχώρηση των Ρώσων από το συμμαχικό στρατόπεδο, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η άποψη των Αριστερών προς τον Λένιν δυνάμεων είχε ρεαλιστικότερη προσέγγιση των πραγμάτων.

    Η επιβολή της μειοψηφικής άποψης του Λένιν με προκλητικές μεθόδους -όπως επανάληψη των συνεδριάσεων της ηγετικής ομάδας του Κόμματος των μπολσεβίκων μέχρι να αποδεχτούν με πίεση την άποψη του- ήταν αυτή που οδήγησε το Μάρτιο του 1918 στη δυσβάστακτη, ακόμα και για τους μπολσεβίκους, Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και διαμόρφωσε το ιστορικό πλαίσιο.

    Και είναι ατύχημα το ότι όσοι μελετούν την περίοδο αυτή αγνοούν ή παρακάμπτουν την πλέον αποφασιστική στιγμή εκείνης της περιόδου. Εάν είχαν επικρατήσει οι Αριστεροί επί του Λένιν, η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει οδηγηθεί στην αντιδιαμετρική κατεύθυνση απ’ αυτή που τελικά οδηγήθηκε.

    Όμως στην ιστορική έρευνα οι υποθέσεις είναι ανεπίτρεπτες. Παρόλα αυτά, κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιχειρήσω να προσεγγίσω τη Συνθήκη αυτή από μια άλλη σκοπιά!

  8. Mithridatis on

    Ας παρουσιαστουν αναλυτικα οι θεσεις του Τροτσκι τοτε γιατι το «ευνοουσε κατα πολυ τα κινηματα των λαων» εμενα δεν με καλυπτει μιας και απο οσο εχω διαβασει ο Τροτσκι μονο φιλελληνικες θεσεις δεν πηρε την τοτε περιοδο, γενικα η ιστορια μπορει να αναλυθει απο πολλες αποψεις παντως τα γεγονοτα δεν αλλαζουν, ο τροτσκι καταδικασε ως υπουργος τοτε τον ελληνισμο, και ο σταλιν υστερα (1938 αλλα και αργοτερα) τον κυνηγησανε, εκτος και αν θελετε να μου πειτε οτι εγω βρεθηκα στην ΑΛΜΑ ΑΤΑ τυχαια…
    φιλικα

  9. Βλάσης Αγτζίδης on

    Έγραψα κάτι διαφορετικό παραπάνω: Ότι δηλαδή, η άποψη για μετατροπή του πολέμου σε επαναστατικό, ευνοούσε τα κινήματα των λαών της Εγγύς Ανατολής, όχι γιατί αυτό ήταν επιδίωξη της αριστερής τάσης, αλλά γιατί προέκυπτε ως αποτέλεσμα.

    Δηλαδή, στην υποθετική περίπτωση που επικρατούσε η άποψη των ευρισκόμενων αριστερότερα του Λένιν -μεταξύ αυτών και του Τρότσκι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή- δεν θα είχε υπογραφεί στο Μπρεστ Λιτόφσκ η Συνθήκη ειρήνευσης με τις Κεντρικές Δυνάμεις και θα συνεχιζόταν ο πόλεμος. Αυτό, στην περιοχή της ανατολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα σήμαινε ότι στη χειρότερη περίπτωση θα είχε παγιωθεί η περιοχή ελέγχου των Ρώσων στον Κεντρικό και Ανατολικό Πόντο. Η ελεγχόμενη από τους Ρώσους περιοχή εκτεινόταν από την την Τρίπολη του Πόντου και ανατολικότερα. Στην περίπτωση αυτή, η διακυβέρνηση της περιοχής θα περνούσε στο Σοβιέτ Τραπεζούντος, στο οποίο υπήρχαν πολλοί Έλληνες -κυρίως Καρσλήδες- που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό και στο οποίο Σοβιέτ ευφυώς είχε ενταχθεί και ο μητροπολίτης Χρύσανθος.

    Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να βλέπουμε την εξωτερική πολιτική μιας χώρας με ηθικά κριτήρια. Πάντα και για όλους, η εξωτερική πολιτική είναι μια κυνική πολιτική αποστερημένη απολύτως συναισθηματικού περιεχομένου, που αποφασίζεται με βάση τα αντικειμενικά συμφέροντα.

    Κατά συνέπεια ο Τρότσκι δεν ήταν ούτε «φιλέλληνας» ούτε και «ανθέλληνας». Ήταν απλώς μπολσεβίκος και υποστήριζε τη πολιτική που θεωρούσε ότι ανταποκρινόταν στα συμφέροντα του κόμματός του και της κομμουνιστικής επανάστασης.

    Σχετικά με την απουσία συναισθήματος στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή μας, μπορούμε να αναφέρουμε δύο προσπάθειες των μπολσεβίκων που αποδεικνύουν ότι η καθοριστική για τις χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής συμμαχία τους με τον τουρκικό εθνικισμό -για να αντιμετωπιστεί ο κοινός εχθρός, δηλαδή οι Δυτικοί- ήταν συγκυριακή και ωφελιμιστική : πρώτα με τη διερεύνηση μέσω των ποντιακών οργανώσεων του Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) των δυνατοτήτων συμμαχίας με το ποντιακό κίνημα πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Λένιν-Κεμάλ και την παροχή ένοπλης βοήθειας προς αυτό με αντάλλαγμα την αλλαγή της θέσης της ελληνικής κυβέρνησης και κατόπιν με την πρόταση των σοβιετικών την άνοιξη του ’22 προς την ελληνική κυβέρνηση, να ευνοήσουν τη δημιουργία Αυτόνομης Ιωνίας -με αντάλλαγμα την αναγνώριση της κρατικής τους υπόστασης- ώστε να μην υπάρχει αποκλειστική τουρκική κυριαρχία σ’ όλη την έκταση της Μικρά Ασίας, κάτι που αντίκειτο -όπως θεωρούσαν- στα γεωπολιτικά σοβιετικά συμφέροντα.

    Όσον αφορά τις ευθύνες για την ελληνική ήττα, είναι μάλλον μάταιο να τις αναζητούμε στον Τρότσκι, στον Λένιν, στον Μιλεράν, στον Τσώρτσιλ ή στους Ιταλούς. Αυτοί κινήθηκαν με βάση τα κυνικά τους συμφέροντα. Η βασική ευθύνη βαραίνει τις ελληνικές κυβερνήσεις εκείνης της εποχής, που διαχειρίστηκαν με εξαιρετικά ανορθολογικό τρόπο τη μεγάλη μικρασιατική πρόκληση και υποθήκευσαν το μέλλον του ελληνισμού της Ανατολής. Η ευθύνη βαραίνει και την βενιζελική παράταξη, γιατί εν μέσω μικρασιατικού πολέμου προκήρυξε εκλογές τη στιγμή που είχε διαμορφωθεί ένα αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό Μέτωπο των τότε Δεξιών και των ελλαδικών κομμουνιστών. Όμως η κύρια ευθύνη βαραίνει την κυβέρνηση Γούναρη -του Ιωάννη Μεταξά συμπεριλαμβανομένου- που κέρδισε τις εκλογές με το σύνθημα «Οίκαδε», να επιστρέψουν τα παιδιά μας από το μέτωπο και «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς» και διαχειρίστηκε την Μικρασιατική Εκστρατεία από το Νοέμβριο του ’20 έως τον Αύγουστο του ’22.

    Θα σου πρότεινα να διαβάσεις προσεκτικά το κείμενό μου για τον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό, καθώς και το καινούργιο βιβλίο του Κ. Σβολόπουλου «Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία»

    Όσον αφορά την εξορία των γονιών σας στο Καζαχστάν, μπορείτε να διβάσετε το άρθρο μου για τις σταλινικές διώξεις και να παρακολουθήσετε την ημερίδα που θα γίνει στην Αγία Βαρβάρα (Αιγάλεω-Αττική) στις 29 Ιουνίου, όπου οι Τζουχά και Καταϊφτσής θα παρουσίασουν τις εκτοπίσεις του ’49 μέσα από τα σοβιετικά και ελληνικά αρχεία.

  10. σποσίτης on

    29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009: ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΟΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

    Στις 13 Ιουνίου συμπληρώνονται 60 χρόνια από τις βίαιες μετακινήσεις του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία. Η σκληρή αυτή μεταχείριση που επιφύλαξε ο σταλινισμός στις ελληνικές κοινότητες, κατάστρεψε τη σημαντική ελληνική παρουσία στην περιοχή. Κατάστρεψε όλες τις ελληνικές δομές και μεταξύ τους και τον ελληνικό σοβιετικό πολιτισμό που είχε δημιουργηθεί το Μεσοπόλεμο.

    Μ’ αφορμή αυτή τη θλιβερή επέτειο της νεοελληνικής ιστορίας, ο ΣΠΟΣ Ν. Ελλάδας και Νήσων της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΠΟΕ) διοργανώνει εκδήλωση στο Πολιτιστικό Κέντρο Διάδοσης και Διατήρησης Ποντιακή Κουλτούρας – Εστία Ποντίων «Ο Φάρος», Μεγάλου Αλεξάνδρου 169, Αγία Βαρβάρα Αττικής, τηλ. 6972429362.

    Η εκδήλωση περιλαμβάνει:
    -έκθεση φωτογραφιών και ντοκουμέντων,
    -προβολή ντοκυμαντέρ για τις σταλινικές διώξεις,
    -επιστημονικό συμπόσιο.
    -κατάθεση μαρτυριών.

    ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

    Α) 6.00 μ.μ. Έναρξη με προβολή των ντοκιμαντέρ

    -«Γράμμα στη μητέρα-πατρίδα» του Τάσου Ψαρρά και
    -«Στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης» των Παπαχελά- Τέλογλου

    Β) 8.30 μ.μ. Επιστημονικό Συμπόσιο

    Συμμετέχουν:

    -Βλάσης Αγτζίδης, ιστορικός-συγγραφέας, «Η διαμόρφωση του ελληνικού σοβιετικού πολιτισμού κατά το Μεσοπόλεμο στην ΕΣΣΔ»

    -Ιβάν Τζουχά, ερευνητής-συγγραφέας, «Οι εκτοπίσεις του ‘49 στην Κεντρική Ασία μέσα από τα σοβιετικά αρχεία»

    -Δημήτρης Kαταϊφτσής, ιστορικός, «Οι εκτοπίσεις του ’49 στην Κεντρική Ασία μέσα από τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών»

    -Βασίλης Τσενκελίδης, ιστορικός, «Οι συνέπειες των σταλινικών διώξεων στις ελληνικές παροικίες της Σοβιετικής Ένωσης»

    Θα συντονίσει ο Γιάννης Σαββίδης, πρόεδρος του ΣΠΟΣ ν. Ελλάδας και Νήσων

    Η εκδήλωση θα ολοκληρωθεί με την κατάθεση μαρτυριών εκτοπισμένων.

  11. Σταλινισμός, ανώτατο στάδιο του αντικομμουνισμού

    Του Γιώργου Ρούση,
    http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=1647

    Το τελευταίο διάστημα, όλο και πιο έντονα, γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τουλάχιστον από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, μια προσπάθεια πολύμορφης προβολής των αρνητικών πλευρών της σταλινικής περιόδου, κατά την οποία συνήθως, και πάλι απ΄ όσο είμαι σε θέση να κρίνω, προβάλλονται καθ΄ υπερβολήν τα εγκλήματα αυτής της περιόδου.

    Η προσπάθεια αυτή έχει διάφορες μορφές, όπως λογοτεχνικά πονήματα, ιστορικές μελέτες, μαρτυρίες, αποφάσεις κυβερνήσεων πρώην ανατολικών χωρών ή και διεθνών οργάνων κ.λπ.

    Εύλογα διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να είναι ο στόχος αυτής της συντονισμένης εκστρατείας. Το λογικό συμπέρασμα στο οποίο αβίαστα μπορεί να καταλήξει κανείς είναι ότι πρόκειται για μια προσπάθεια απαξίωσης του σοσιαλισμού, μέσα από την ταύτιση του με τη σταλινική περίοδο και με όλα τα έκτροπα που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της· μια προσπάθεια η οποία αποσκοπεί τελικά στο να αποτρέψει έτσι ώστε να λειτουργήσει στη συνείδηση των ανθρώπων η σοσιαλιστική προοπτική ως εναλλακτική λύση στα σημερινά αδιέξοδα του κυρίαρχου συστήματος.

    Με άλλα λόγια, στο βαθμό που το φάντασμα του κομμουνισμού συνεχίζει να πλανάται, όχι λόγω κάποιας θεϊκής ή άλλης μεταφυσικής βούλησης, αλλά λόγω των πραγματικών συνθηκών που κυριαρχούν, οι δυνάμεις της συντήρησης είναι απολύτως λογικό να επιχειρούν να το απαξιώνουν και ο πλέον εύκολος για αυτές τρόπος να το πράξουν είναι να το ταυτίζουν με την πλέον αποτρόπαια ιστορικά διαστρέβλωσή του.

    Αν όμως αυτό είναι, με βάση την κοινή λογική κάθε στοιχειωδώς νοήμονος αριστερού, το βαθύτερο νόημα του απανταχού αντικομουνισμού, ποιο μπορεί να είναι το νόημα εκείνων των τοποθετήσεων που συνειδητά, ή ασυνείδητα πέφτουν στην παγίδα να ταυτίζουν και αυτές τον σοσιαλισμό με εκείνη την περίοδο και μάλιστα να θεωρούν ότι αυτή είναι που υπήρξε η πιο επιτυχημένη και εκείνη κατά την οποία δεν υπήρξαν παρεκκλίσεις από τις αρχές του σοσιαλισμού;

    Ποιο μπορεί να είναι το νόημα τοποθετήσεων σαν εκείνης του διευθυντή του «Ριζοσπάστη», ο οποίος, με αφορμή την επέτειο της γέννησης του Στάλιν, του αφιέρωσε έναν διθύραμβο στον οποίο, σε αντίθεση ακόμη και με τα προηγούμενα φιλοσταλινικά επίσημα κείμενα του κόμματος, δεν υπήρχε ούτε καν το παραμικρό αρνητικό ψεγάδι εναντίον του «πατερούλη των λαών», ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζονταν αντικομουνιστής όποιος του ασκεί την όποια κριτική;

    Τι νόημα έχει να εκτιμάται μονόπλευρα ως «τεράστια η συμβολή του [Στάλιν] στην υπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ο Στάλιν ως «ένας από τους πιο επιφανείς ηγέτες του προλεταριάτου της ΕΣΣΔ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος»; Τι νόημα έχει να υποστηρίζεται ότι «το Κόμμα με την καθοδήγηση της Κεντρικής του Επιτροπής και ΓΓ τον Στάλιν αντιμετώπισε με επιτυχία όλες τις δυσκολίες και οικοδόμησε το σοσιαλισμό»; Ή ότι «οι τοποθετήσεις του [Στάλιν, προφανώς και οι πρακτικές και όχι μόνον οι θεωρητικές] για τις οποίες δέχτηκε και δέχεται αυτήν τη σφοδρή επίθεση επαληθεύτηκαν όχι μόνον όσο ζούσε, αλλά ιδιαίτερα μετά το θάνατό του» (!); Τι νόημα έχει όλες οι κραυγαλέες παραβιάσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατίας που διέπραξε να χαρακτηρίζονται ως «φανταστικά εγκλήματα» και όποιος αναφέρεται σε αυτές, όπως άλλωστε έπραττε το ίδιο το ΚΚΕ και το ΚΚΣΕ να θεωρείται ότι συμμετέχει στην «επίθεση κατά της εργατικής εξουσίας»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ως «σημαντική παρακαταθήκη για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα» η σταλινική παρακαταθήκη;

    Αυτή η απόλυτη συνταύτιση με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, δηλαδή η συνταύτιση του σοσιαλισμού με τον σταλινισμό, αντικειμενικά λειτουργεί σαν «νερό στο μύλο της μαύρης αντίδρασης», για να χρησιμοποιήσω μια φράση από το ένδοξο κομμουνιστικό μας παρελθόν, διότι πρόκειται για την καλύτερη επιβεβαίωση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, στο βαθμό που διευκολύνει ακόμη και τους πιο ακραίους αντικομμουνιστές να πατάνε πάνω της για να πλάθουν τα αντικομμουνιστικά τους επιχειρήματα. Και αν δεχτούμε, όπως θέλω ακόμη να πιστεύω, ότι αυτό δεν γίνεται συνειδητά, αλλά από ορισμένους από άγνοια, από άλλους επειδή πράγματι, και αλίμονο, επικροτούν τα σταλινικά εγκλήματα, οπότε και καλούνται να ερμηνεύσουν πώς το κόμμα μετατράπηκε σε Φράνκεσταϊν παραγωγό τεράτων, και από άλλους στη βάση της επικράτησης του απλοϊκού σκεπτικού ότι, στο βαθμό που η αντίδραση επιτίθεται στον Στάλιν, εμείς πρέπει να τον υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια, το αποτέλεσμα είναι πάλι το ίδιο: Η δυσφήμηση του σοσιαλισμού και η μετατροπή του από την πιο ελκτική προοπτική για το μέλλον της ανθρωπότητας στην πιο αποκρουστική.

    Στην κάθε περίπτωση, και για να ξεκαθαρίσω μια για πάντα τη θέση μου: 1. Παρ΄ όλα αυτά και παρά τις πολλές άλλες σημαντικές διαφωνίες μαζί του, και παρά τα όσα μου έχουν κατά καιρούς σύρει τα στελέχη του, θεωρώ βασική συνιστώσα ενός αντικαπιταλιστικού αντιιμπεριαλιστικού μετώπου το ΚΚΕ, με το οποίο νιώθω ότι βρίσκομαι στην ίδια όχθη. 2. Η στάση μου απέναντι στα σταλινικά έκτροπα δεν σημαίνει ότι τάσσομαι υπέρ των ηγετών που ακολούθησαν τον Στάλιν και οι οποίοι, στη βάση της γραφειοκρατικής στρέβλωσης που εκείνος θεμελίωσε, οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση και έστω πιο ήπια συνέχισαν τις διώξεις των κομμουνιστών που αντιστέκονταν στην τυφλή σε αυτούς υποταγή, όπως του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.

    grousis@ath.forthnet.gr

  12. aris53m on

    @Πόντος και Αριστερά

    Ατώρα θα λες με ο Στάλιν εποίκενα. Ο Στάλιν ετέρνεν πως θα κρατεί την εξουσίαν και έφαεν τον κοσμάκην. Αρ ατό κι φτάνε οσήμερον, αδακά, τεμέτερον οι πολιτικάντ? Γιόξαμ εν μεγάλην η διαφοράν «θα σφάζω σε» ασό «θα κρους κα ασήν πείναν κατακέφαλον»? Η Λιάνα είπεν ατ Ουχ υμάς δαίμων λήξεται αλλ’ υμείς δαίμονα αιρήσεσθε. Αραέτς εξέβεν ο Στάλιν, αραέτς εξέβεν κι ο … Πάγκαλον.

  13. ———————————————————————-
    Δείτε ένα πολύ καλό σχόλιο που κατατέθηκε στη συζήτηση για το άρθρο του Γιώργου Ρούση:

    ———————————————————————-

    ΠΕΡΙ ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

    Κατ΄ αρχή σχετικά με το κείμενο του σ. Ρούση, το προσυπογράφω μέχρι και την τελευταία λέξη.

    Αυτό που δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει κατανοητό, τόσο απ΄ την ηγεσία του ΚΚΕ, όσο και από πολλά μέλη του (η ηγεσία φροντίζει επιμελώς ώστε να υπάρχει πάντα η γνωστή μονολιθικότητα), είναι, ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν /αποδεχθούν κάποιον ο οποίος δέχεται μια σειρά θέσεις και εκτιμήσεις του ΚΚΕ σε θέματα, όπως πχ οικονομικής (ίσως) πολιτικής, εθνικής ανεξαρτησίας, αντιιμπεριαλισμού, της στάσης του απέναντι στην ΕΕ (τουλάχιστον σε πολλές εκτιμήσεις), και θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμη, ταυτόχρονα όμως του κάνουν κριτική επίσης σε μια σειρά ζητήματα, όπως, της σεχταριστικής πολιτικής του (σ.σ. ο σεχταρισμός δεν εκτιμάται με βάση το ποσοστό που έλαβε ένα κόμμα στις εκλογές), της τάσης του να κάνει την τρίχα τριχιά σε ό,τι αφορά στην κριτική του απέναντι σε άλλα κόμματα της αριστεράς, την επικράτηση του απόλυτου σε εκτιμήσεις που κάνει, τον κομματικό σωβινισμό (απ΄ τη μια μεριά εμείς και απ΄ την άλλη όλοι οι άλλοι), προσπαθώντας με το έτσι θέλω να επιβάλλει τις απόψεις του (κι εκεί βέβαια που δεν τα καταφέρνει αποχωρεί, όπως πχ σε μαζικές οργανώσεις), και θα μπορούσα να αναφέρω ακόμη πολλά.
    Με απλά λόγια: στη σκέψη πολλών συντρόφων του ΚΚΕ (σ.σ. για μένα εξακολουθούν να είναι σύντροφοι παρόλο που αποχώρησα απ΄ το κόμμα αυτό ήδη απ΄ το 1990), επικρατεί η γνωστή λογική του άσπρου-μαύρου: όποιος δεν είναι φίλος μου είναι εχθρός μου. Ή θα υποστηρίζεις όλες τις θέσεις και εκτιμήσεις μου, άρα βρισκόμαστε στην ίδια όχθη, ή αλλιώς είσαι αντίπαλος μου.

    Αυτού του είδους οι αντιλήψεις ανήκουν μεταξύ των άλλων σ΄ αυτό που ονομάζουμε σταλινισμό, ο οποίος συμπεριλαμβάνει ζητήματα θεωρίας και πράξης, όπως πχ τον τρόπο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, τη λειτουργία του κομμουνιστικού κόμματος, τη στάση απέναντι στη διαλεκτική, τον τρόπο αντιμετώπισης άλλων θεωριών φίλα προσκείμενων προς το μαρξισμό ή αντίπαλων προς αυτόν κ.ο.κ. Ο σταλινισμός δεν ταυτίζεται επίσης με την προσωπολατρία, αλλά ούτε και με τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομα του σοσιαλισμού, παρόλο που ανήκουν στα βασικά χαρακτηριστικά του. Εάν γίνει το μοιραίο λάθος να ταυτιστούν τα εγκλήματα με τον σταλινισμό, αφήνοντας έξω όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο, ότι θα καταλήξει κανείς σε αστικές αντιλήψεις περί ολοκληρωτισμού, στην ταύτιση Χίτλερ-Στάλιν και φυσικά στην ταύτιση σοσιαλισμού-φασισμού. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα, και εκεί ακριβώς κατέληξαν μια σειρά πρώην κομμουνιστές.

    Ο σταλινισμός ταυτίστηκε με το σοσιαλισμό, και μάλιστα με μια συγκεκριμένη περίοδό του (κι εδώ κόμματα όπως το ΚΚΕ φέρουν μεγάλη ευθύνη), στη συνέχεια η αστική προπαγάνδα εκμεταλλεύθηκε αυτό το γεγονός για να προωθήσει παραπέρα τη θεωρία περί ολοκληρωτισμού (η οποία έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1920) για να δυσφημίσει τις κατακτήσεις των εργαζομένων αυτών των χωρών και ό,τι θετικό επιτεύχθηκε. Έτσι μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά. Φυσικά η αστική τάξη τη δουλειά της κάνει. Δυστυχώς σ΄ αυτή την παγίδα έχουν πέσει και πολλοί απ΄ τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Ενόσω η ηγεσία του ΚΚΕ ταυτίζεται με τη σταλινική περίοδο ανάπτυξης του σοσιαλισμού, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τα απορρίπτει όλα, ρίχνοντας μαζί με τα απόνερα απ΄ τη μπανιέρα και το μωρό.
    Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν, μόνο που ο χώρος είναι περιορισμένος.

    Το ερώτημα είναι: τι οφείλουν να κάνουν οι μαρξιστές σε σχέση με το ΚΚΕ; Ας το πούμε καθαρά: Με τους συντρόφους του ΚΚΕ βρισκόμαστε στην ίδια όχθη. Σε μια σειρά ζητήματα υπάρχουν διαφορές αντιλήψεων, αλλά αυτές οφείλουν να λύνονται σε πλαίσια που αρμόζουν στην κουλτούρα της αριστεράς. Βεβαίως, υπάρχουν στιγμές όπου τα πνεύματα οξύνονται και πολλές φορές το σχοινί τεντώνει. Απ΄ την άλλη, δε μπορεί να μένει κάποιος απαθής και να αφήνει αναπάντητη την κριτική της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι σε άλλα κόμματα της αριστεράς, όταν αυτή θεωρείται (κατά τη γνώμη του) άδικη, ή φυσικά σε μια σειρά θεωρητικά ζητήματα, όπως επίσης δεν μπορεί να κρύβει τυχόν διαφωνίες στο όνομα κάποιας ενότητας της αριστεράς (όπως την εννοεί ο καθένας).

    Όμως, πρέπει νομίζω να γίνει κατανοητό (σ.σ. εννοείται ότι εκφράζω πάντα την προσωπική μου άποψη), ότι αντίπαλος μας είναι ο ιμπεριαλισμός / καπιταλισμός, η αστική τάξη και τα κόμματά της, η αστική ιδεολογία και πολιτική, όλοι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στο λάκκο των λεόντων, όλα τα όρνια που σήμερα κατασπαράσσουν αδηφάγα τις κατακτήσεις των εργαζομένων, στην οικονομία, στην κουτσουρεμένη αστική δημοκρατία, στον πολιτισμό, οδηγώντας την στην παρακμή, το λαό στη λιμοκτονία, τη νεολαία στο περιθώριο!

    Τίθεται το ερώτημα: Αν η ηγεσία του ΚΚΕ συνεχίσει αυτή την πολιτική πρακτική απέναντι σε όποιον αριστερό / μαρξιστή διαφωνεί μαζί της έστω και στο ελάχιστο, αν συνεχίσει το σεχταρισμό σε μια σειρά θέματα, όπως στην κοινή δράση μέσα στις μαζικές οργανώσεις (συνδικάτα, συλλόγους κτλ), αλλά ιδιαίτερα στη σημερινή κρίση που διέρχεται ο τόπος, αν συνεχίσει να θέτει ζητήματα όπως, ότι για να συνεργαστεί με κάποιον πρέπει να συμφωνεί σε όλα μαζί της, ακόμη και στο πως θα είναι ο σοσιαλισμός του μέλλοντος, αν…, τότε, τι οφείλουν να πράξουν οι άλλες δυνάμεις της αριστεράς; Η απάντηση είναι απλή, πολλή απλή: Πέρα από την απαραίτητη στοιχειώδη κριτική τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο!

    Από κει και πέρα όσοι πιστεύουν πραγματικά στη συμπαράταξη της αριστεράς (και ο κόσμος της που σήμερα πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση είναι πολύ περισσότερος από εκείνους που είναι οργανωμένοι σε κόμματα της αριστεράς, μόνο που δυστυχώς οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών δε φαίνεται να το έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει!), οφείλουν να προχωρήσουν ακόμη και κόντρα στην επιμονή της ηγεσίας του ΚΚΕ ή οποιοδήποτε άλλου κόμματος της αριστεράς!

    Αλλά εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε και το εξής παράδοξο: απ΄ τη μια, διάφορα κόμματα της αριστεράς κατηγορούν το ΚΚΕ για σεχταρισμό στο ζήτημα της συμπαράταξης , απ΄ την άλλη όμως και τα ίδια ακολουθούν λίγο-πολύ την ίδια πολιτική πρακτική. Γιατί μέχρι σήμερα δεν πήραν την πρωτοβουλία για μια τέτοια συμπαράταξη; Και στο ζήτημα αυτό, την πλήρη ευθύνη φέρει το ΚΚΕ; Όλα τα άλλα κόμματα της αριστεράς απαλλάσσονται των ευθυνών τους; Από ποιόν άραγε; Πήραν μήπως άφεση αμαρτιών απ΄ τον Πάπα του Βατικανού;

    Σε ό,τι αφορά στην ηγεσία του ΚΚΕ, το μόνο που έχω να πω είναι:…ας την φωτίσει ο πανάγαθος θεός! Διότι καθένας (και αυτό δεν αφορά μόνο στο ΚΚΕ), δεν είναι μόνο υπόλογος απέναντι στο κόμμα του (το κόμμα δεν είναι αυτοσκοπός), αλλά κυρίως απέναντι στο λαό αυτού του τόπου, όπως επίσης και απέναντι στη συνείδησή του.
    Ειλικρινά, δεν ξέρω πόσοι απ΄ αυτούς σήμερα, οι οποίοι βρίσκονται στις ηγεσίες της αριστεράς και οι οποίοι τάσσονται ενάντια σε μια συμπαράταξη , πάνε να κοιμηθούν ήρεμα το βράδυ, έχοντας στις σκέψεις τους το λαό που σπαράσσεται, τους άνεργους που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους, τη νεολαία που τραβά για το εξωτερικό και είναι άγνωστο αν ποτέ επιστρέψει πίσω, τους συνταξιούχους που ζουν με 300 και 400 ευρώ το μήνα…

    Διάολε, δε μπορεί να κλείνεται κανείς στα κομματικά του γραφεία απτόητος για το τι συμβαίνει γύρω του. Οι πύρινοι λόγοι μέσα στη βουλή αφήνουν τον κόσμο αδιάφορο. Το ίδιο και οι περισσότερες συζητήσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα.
    Η αστική τάξη έχει πιάσει καλά το νόημα του πλουραλισμού. Αφού βομβαρδίζεται ο πολίτης όλο το εικοσιτετράωρο με τις… προσπάθειες του ΓΑΠ και όλης της κυβερνητικής καμαρίλας, με την υποκριτική ψευτοαντιπολίτευση των υπόλοιπων αστικών κομμάτων, με τα πρωινάδικα, τους φραμπαλάδες και τα αστικά μπιχλιμπίδια που έχουν δημιουργήσει το γνωστό τρόπο ζωής, αφού στρέψουν τους εργαζόμενους τον ένα ενάντια στον άλλο, αφού ειρωνευτούν και συκοφαντήσουν τους αγώνες τους…, λένε: ας βάλω τώρα να μιλήσει και κάποιος απ΄ το χώρο της αριστεράς, πως θα δείξω ότι είμαι δημοκράτης; Και το ποντίκι πιάστηκε στη φάκα.
    Θα το πω ευθέως: εάν οι ηγεσίες της αριστεράς θέλουν να πείσουν, οφείλουν να το πράξουν έμπρακτα: ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!! Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια του αέρα.

    Δυό λόγια ακόμη. Διαβάζω κάποια σχόλια και με πιάνει πονοκέφαλος. Σκέφτομαι αν βρίσκομαι πραγματικά στην ιστοσελίδα του Αριστερού Βήματος ή κάπου αλλού. Οι τάδε λέει αντιλήψεις ανήκουν στο ΣΕΚ, κάποιες άλλες στον Μηλιό, και θα μπορούσε να πάρει κανείς στη σειρά όλα τα κόμματα της αριστεράς και όλες τις ιδεολογικές τάσεις στον αριστερό χώρο. Και λοιπόν, που είναι το πρόβλημα; Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά τα κείμενα όλων των κομμάτων / ομάδων της αριστεράς, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν μέσα σε όλα και θετικά, αλλά και αρνητικά στοιχεία (πάντα όπως τα κατανοεί ο καθένας). Θετικά στοιχεία θα βρει ακόμη και στον αναρχικό χώρο!

    Ποια είναι η ουσία του ζητήματος; Ότι το κριτήριο για την ορθότητα μιας θέσης είναι η ίδια η πράξη. Δεν βρίσκεται (μόνο) στο ποιο κόμμα την εκφράζει, αλλά αν αυτή αντανακλά την αντικειμενική πραγματικότητα, αν είναι θεμελιωμένη μαρξιστικά.
    Μπορεί μια θέση να μην αντέχει στη μαρξιστική κριτική μέχρι τέλους, όμως παρόλα αυτά, να εμπεριέχει στοιχεία που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Διαλεκτική άρνηση, για να θυμηθούμε τον γερο-Χέγκελ, δεν σημαίνει πλήρης άρνηση, αλλά μελέτη, αξιοποίηση, κριτική ανάλυση, όλων των στοιχείων ενός φαινομένου, ενσωμάτωση σ΄ αυτό ό,τι θετικό μπορούμε να αποκομίσουμε, και σύνθεση σε μια νέα, ανώτερη βαθμίδα, η οποία (σύνθεση) στην πάροδο του χρόνου θα αποδειχθεί επίσης ανεπαρκής. Γιατί ακριβώς, θα έχουν εμφανιστεί νέα στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να επεξεργασθούν εκ νέου κριτικά / διαλεκτικά, ή ακόμη γιατί η σύνθεση που έγινε αποδείχτηκε ανεπαρκής ή και λαθεμένη για χίλιους δυό λόγους. Έτσι προχωρά η εξέλιξη!

    Ας θυμηθούμε τους κλασικούς του μαρξισμού. Ο Μαρξ δεν ήταν αυτός, που στο Κεφάλαιο, αυτό το μεγαλειώδες έργο, ξεκίνησε την ανάλυση του εμπορεύματος, λαμβάνοντας υπόψη του τα έργα του Αριστοτέλη πηγαίνοντας 2500 χρόνια πίσω; Αλήθεια, πόσοι από μας σήμερα έχουν μελετήσει έστω και ένα μικρό μέρος της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας; Αντί αυτού, την αφήσαμε στη βορά της αστικής σκέψης και του κάθε ρατσιστή / νεοφασίστα προγονολάτρη.

    Να θυμίσω μήπως τα λόγια του Λένιν; Δεν είχε πει (αν δεν με απατά η μνήμη σ΄ ένα συνέδριο της Κομσομόλ το 1922), ότι κομμουνιστής μπορεί να γίνει κανείς μόνο όταν πάρει / αφομοιώσει ό,τι θετικό έχει δημιουργήσει μέχρι τώρα η ανθρωπότητα; Για φανταστείτε: όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο γενικά η αριστερά ή οι μαρξιστές, αλλά και οι αστοί. Ναι και οι αστοί!

    Αυτή η παιδική αρρώστια, όχι μόνο του κομμουνισμού, αλλά και της αριστεράς στο σύνολό της, να αξιώνει κανείς για τον εαυτό του την κατοχή της απόλυτης αλήθειας, πρέπει να την ξεπεράσουμε. Βεβαίως, αυτό είναι δύσκολο γιατί έχουμε γαλουχηθεί για δεκαετίες ολόκληρες σε έναν μονοδιάστατο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Αλλά πως μπορεί να γίνει αλλιώς; Μήπως γνωρίζει κάποιος μια διαφορετική λύση;

    Το Αριστερό Βήμα, το οποίο είναι μια μεγάλη κατάκτηση της αριστεράς στη χώρα μας, δίνει τη δυνατότητα προσέγγισης του χώρου της αριστεράς και ζύμωσης των απόψεων. Στο χέρι μας είναι να την αξιοποιήσουμε!

    ΥΓ: Η απουσία ενός σύγχρονου μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος είναι εμφανής όσο ποτέ! Ελπίζω ότι θα έρθει κάποτε η πολυπόθητη στιγμή της ίδρυσής του. Είμαι σίγουρος! Θα ζω όμως μέχρι τότε;

    Παναγιώτης Γαβάνας
    κομματικά ανένταχτος μαρξιστής

  14. Mατσουκάτες on

    Πώς επέστρεψε ο Λένιν στην επαναστατημένη Ρωσία; Τον βοήθησαν οι μυστικές υπηρεσίες των Γερμανών; Έδωσε ανταλλάγματα γι αυτή την προσφορά;

    Το παρακάτω απόσπασμα είναι απ’ τη Βικιπαιδεία:

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81_%CE%9B%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD

    «…Στις 16 Απριλίου του 1917 επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη από την Ελβετία μετά την πτώση του τσάρου Νικόλαου Β’. Ανέλαβε ηγετικό ρόλο στο μπολσεβικικό κίνημα και εξέδωσε τις «Θέσεις της 4ης του Απρίλη». Μετά από την αποτυχημένη εξέγερση των εργαζομένων τον Ιουλίου, έφυγε στη Φινλανδία για ασφάλεια. Επέστρεψε τον Οκτώβριο, υποκινώντας ένοπλη επανάσταση με το σύνθημα «όλη η δύναμη στα Σοβιέτ!», ενάντια στην Προσωρινή κυβέρνηση του Κέρενσκι. Οι ιδέες του για τη διακυβέρνηση εκφράστηκαν στο δοκίμιό του «Κράτος και επανάσταση» , όπου απαίτησε μια νέα μορφή διακυβέρνησης βασισμένη στα συμβούλια των εργαζομένων, τα Σοβιέτ.

    Έχει υποστηριχτεί ότι ο Λένιν έφθασε στην Πετρούπολη από την Ελβετία με τη βοήθεια της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Αυτόπτες μάρτυρες φέρεται να επιβεβαιώνουν πως μεταφέρθηκε με σφραγισμένο τραίνο το οποίο κατά τη διαδρομή συνοδευόταν από Γερμανούς στρατιώτες. Ο Κάιζερ πίστευε ότι ο Λένιν θα παρέλυε το ρωσικό στρατό μέσω της επανάστασης και έτσι θα τελείωνε ο πόλεμος στο Ανατολικό μέτωπο. Φαίνεται ότι τον θεώρησε μόνο ως πρόσκαιρη μορφή που θα έχανε τη δύναμη του σύντομα….»

  15. Στέρνχελ on

    Ένας ευφυής και σοβαρός συντηρητικός διανοούμενος ο Ρ.Αρόν θα επιμείνει ότι ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον ναζισμό:

    « η διαφορά είναι ουσιαστική , ανεξάρτητα από τις ομοιότητες .Η διαφορά είναι ουσιαστική εξαιτίας της ιδέας που εμπνέει το ένα και το άλλο εγχείρημα , στη μία περίπτωση η κατάληξη είναι το στρατόπεδο εργασίας και στην άλλη οι θάλαμοι αερίων» (Ζ.Στέρνχελ, Ο Αντι-διαφωτισμός, Εκδ.Πόλις, μετ.Α.Καρακατσούλη, σελ. 535).

  16. Mατ on

    In memoriam I.V. Stalin
    (1879-1953)
    ή
    όταν οι παραγωγικές δυνάμεις και οι αφηρημένες ιδέες
    είναι το παν,
    κι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα.

    «Μιλάνε για συλλήψεις υπονομευτών που διαγράφτηκαν απ’ το κόμμα και δουλεύουν αντισοβιετικά. Ναι, τούς συλλαμβάνουμε και θα τούς συλλαμβάνουμε αν δεν σταματήσουν να υπονομεύουν το κόμμα μας και τη σοβιετική εξουσία (…) Λένε πως τέτοια πράγματα είναι πρωτοφανή στην ιστορία τού κόμματός μας. Και η ομάδα τού Μιάσνικωφ; Κι η ομάδα Εργατική Αλήθεια; Οι πάντες γνωρίζουν πως τα μέλη εκείνων τών ομάδων είχαν συλληφθεί με την ενεργό συμπαράσταση τών συντρόφων Τρότσκι, Ζινόβιεφ και Κάμενεφ».

    Ι.Β. Στάλιν, Οκτώβριος 1927
    [Είναι η εποχή τών μεγάλων «εκκαθαρίσεων», αφού προηγουμένως, το 1924,
    ο «πατερούλης τών λαών» είχε συμμαχήσει με τούς Ζινόβιεφ και Κάμενεφ κατά τού Τρότσκι]

    Ας ξετυλίξουμε το νήμα από την αρχή…

    «Εφόσον η επανάσταση στη Γερμανία καθυστερεί, καθήκον μας είναι να μαθητεύσουμε στο γερμανικό κρατικό καπιταλισμό, να κάνουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να τον αφομοιώσουμε, να πολλαπλασιάσουμε τις δικτατορικές μεθόδους προκειμένου να επιταχύνουμε την αφομοίωση τού δυτικισμού από τη βάρβαρη Ρωσία, χρησιμοποιώντας κάθε βάρβαρο μέσον στον αγώνα κατά τής βαρβαρότητας (…) Ο κρατικός καπιταλισμός είναι ένα βήμα προς τα εμπρός σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων [στη σοβιετική Ρωσία]».

    Β.Ι. Λένιν, απαντώντας στους «αριστερούς κομμουνιστές» Μπουχάριν, Οσίνσκι, κ.λπ.,
    5 Μαϊου 1918
    [Ειλικρίνεια; Μάλλον κυνισμός.]

    «Η παραγωγή είναι πάντοτε αναγκαία, όχι η δημοκρατία. Η δημοκρατία στην παραγωγή είναι κάτι που γεννά μια σειρά από ριζικά λαθεμένες ιδέες».

    Β.Ι. Λένιν, απαντώντας στην Εργατική Αντιπολίτευση, Δεκέμβριος 1920
    [Πράγματι…]

    «Αρνούνται την αναγκαιότητα τού Κόμματος και την κομματική πειθαρχία: να πού κατάντησε η αντιπολίτευση. Αλλά αυτό ισοδυναμεί με τον πλήρη αφοπλισμό τού προλεταριάτου προς όφελος τής αστικής τάξης, δηλαδή τής διάχυσης, τής αστάθειας, τής ανικανότητας για ακλόνητες αποφάσεις, για ενότητα και συντονισμένη δράση… ελαττώματα που, εάν τα ενθαρρύνουμε, θα προξενήσουν αναπόφευκτα την απώλεια όλου τού επαναστατικού κινήματος τού προλεταριάτου (…) Εκείνοι που αποδυναμώνουν και στο ελάχιστο τη σιδηρά πειθαρχία μέσα στο κόμμα τού προλεταριάτου (κυρίως κατά την περίοδο τής δικτατορίας του), στην πραγματικότητα βοηθούν την αστική τάξη εναντίον τού προλεταριάτου».

    Β.Ι. Λένιν, Η παιδική αρρώστεια τού κομμουνισμού, 1920
    [Την επόμενη χρονιά, στο 10ο συνέδριο, καταργείται «προσωρινά» η εσωτερική δημοκρατία στο μπολσεβίκικο κόμμα. Ουδέν μονιμότερον τού προσωρινού…]

    «Μάς έχουν κατηγορήσει πολλές φορές οτι αντικαταστήσαμε τη δικτατορία τών Σοβιέτ με τη δικτατορία τού Κόμματος. Κι όμως, μπορούμε να διακηρύξουμε χωρίς τον κίνδυνο να σφάλλουμε, οτι η δικτατορία τών Σοβιέτ έγινε δυνατή χάρη στη δικτατορία τού Κόμματος (…) Η υποκατάσταση τής εξουσίας τής εργατικής τάξης από την εξουσία τού Κόμματος δεν έχει τίποτε το αυθαίρετο και καταβάθος δεν είναι υποκατάσταση, διότι οι κομμουνιστές εκφράζουν τα θεμελιώδη συμφέροντα τής εργατικής τάξης».

    Λ.Ντ. Τρότσκι, Τρομοκρατία κι επανάσταση, 1920
    [Καλό! Οι μαρξιστές-λενινιστές ήταν οι καλύτεροι μαθητές τών Ιησουιτών!]

    «Η θέση τών μενσεβίκων και τών σοσιαλεπαναστατών, τόσο τών φανερών όσο κι εκείνων που παριστάνουν τούς ανένταχτους, είναι στη φυλακή` κι εκεί θα τούς βαστήξουμε».

    Β.Ι. Λένιν, Για το φόρο, Μάρτιος 1921

    «Είναι πολύ μεγάλο σφάλμα να θεωρεί κανείς πως η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) έβαλε τέρμα στην τρομοκρατία. Θα χρησιμοποιήσουμε κι άλλο ακόμα την τρομοκρατία και την οικονομική τρομοκρατία».

    Β.Ι. Λένιν, επιστολή στον Κάμενεφ, 3 Μαρτίου 1922

    «Τα επαναστατικά δικαστήριά μας πρέπει να τουφεκίζουν όσους εκφράζονται δημόσια υπέρ τών μενσεβίκων. Ειδεμή δεν είναι δικά μας δικαστήρια αλλά ένας Θεός ξέρει τίνος…».

    Β.Ι. Λένιν, Ομιλία στο 11ο συνέδριο τού ΚΚΣΕ, 27 Μαρτίου 1922

    «Το Κόμμα έχει σε τελευταία ανάλυση πάντα δίκιο, διότι είναι το μοναδικό ιστορικό εργαλείο που έχει δωθεί στο προλεταριάτο για να λύσει τα θεμελιώδη προβλήματά του (…) Ξέρω πως δεν μπορεί κανένας να έχει δίκιο εναντίον τού Κόμματος. Μπορεί κανείς να έχει δίκιο μόνο μαζί με το Κόμμα και μέσ’ από το Κόμμα, διότι η ιστορία δεν έχει δημιουργήσει άλλο δρόμο για την πραγματοποίηση αυτού που είναι δίκαιο. Οι Άγγλοι λένε: ‘Είτε έχει δίκιο, είτε έχει άδικο, είναι η πατρίδα μου’. Για πολύ ισχυρότερους ιστορικούς λόγους μπορούμε να πούμε: είτε έχει δίκιο είτε άδικο πάνω στο άλφα ή βήτα συγκεκριμένο ζήτημα, είναι το Κόμμα μου».

    Λ. Ντ. Τρότσκι, Ομιλία στο 13ο συνέδριο τού ΚΚΣΕ, Μάιος 1924
    [Έπειτα από λίγα χρόνια, τον έφαγε η μαρμάγκα.]

    «Κι εδώ, σε μάς, μπορούν να υπάρξουν και άλλα κόμματα. Ιδού όμως η θεμελιώδης αρχή που μάς ξεχωρίζει από τη Δύση. Η μοναδική δυνατή κατάσταση εδώ είναι η εξής: ένα κόμμα βασιλεύει κι όλα τ’ άλλα είναι στη φυλακή».

    Ν. Μπουχάριν, Troud, 13 Νοεμβρίου 1927
    [Στη συνέχεια ο Μπουχάριν, θεωρητικός τού μπολσεβικισμού,
    εκτελέστηκε από τον Στάλιν σαν «προδότης» και «πράκτορας τού ιμπεριαλισμού».]

    «Στο καθεστώς τής δικτατορίας τού προλεταριάτου, δύο, τρία, τέσσερα κόμματα μπορούν να υπάρξουν, αλλά μόνον υπό τον εξής όρο: το ένα στην εξουσία, τα υπόλοιπα στη φυλακή. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, δεν έχει καταλάβει τίποτα από την ουσία τής δικτατορίας τού προλεταριάτου και τού μπολσεβίκικου κόμματος».

    Μ. Τόμσκι, Pravda, 19 Νοεμβρίου 1927
    [Ο Τόμσκι, πρόεδρος τών σοβιετικών συνδικάτων,
    εξαναγκάστηκε αργότερα ν’ αυτοκτονήσει.]

    «Μέσα σ’ επτά χρόνια φτάσαμε, και ίσως ξεπεράσαμε, το σημερινό επίπεδο τών ΗΠΑ, τής πιό ανεπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας, και (…) μέσα σ’ εννιά με δέκα χρόνια θ’ αφήσουμε πίσω μας το επίπεδο που θα φτάσουνε τότε, εάν εξακολουθήσουν ν’ αναπτύσσονται μέσα σε καπιταλιστικές συνθήκες».

    Ι.Β. Στάλιν, Η ΕΣΣΔ σε δέκα χρόνια, 1930

    «Παλιότερα λέγαμε πως ‘η τεχνική αποφασίζει για όλα’ (…) Αλλά η τεχνική είναι ένα νεκρό πράγμα χωρίς τούς ανθρώπους που την κατέχουν (…) Να γιατί το παλιό μας σύνθημα ‘η τεχνική αποφασίζει για όλα’, αντανάκλαση μιάς περασμένης εποχής όπου είχαμε έλλειψη τεχνικής, πρέπει τώρα ν’ αντικατασταθεί από αυτό εδώ το νέο σύνθημα: ‘Τα στελέχη αποφασίζουν για όλα!'».

    Ι.Β. Στάλιν, Ομιλία τής 4ης Μαϊου 1935

    «Ω μεγάλε Στάλιν, Ω ηγέτη τών λαών,
    Συ που δίνεις στον άνθρωπο ζωή
    Συ που γονιμοποιείς τη γη
    Συ που ξανανιώνεις τούς αιώνες
    Συ που κάνεις την Άνοιξη ν’ ανθίζει
    Συ που κάνεις να πάλλονται οι μουσικές χορδές
    Εσύ θαύμα τής άνοιξής μου, Εσύ
    Ήλιε που αντανακλούν μυριάδες καρδιές».

    ο κάποτε και υπερρεαλιστής ποιητής Λουί Αραγκόν, 1953

    *

    Για την ιστορία…

    Το 1921 διαλύεται η Εργατική Αντιπολίτευση (Κολλοντάι, Σλιάπνικωφ), η ομάδα Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός και κάθε εσωκομματική αντιπολίτευση στο μπολσεβίκικο κόμμα.
    Την ίδια χρονιά ο «Κόκκινος Στρατός» τού Λ.Ντ.Τρότσκι καταπνίγει στο αίμα την εξέγερση τών ναυτικών και τού λαού τής Κροστάνδης, που ζητούσαν ελεύθερες εκλογές στα Σοβιέτ (λαϊκά συμβούλια), ελευθερία έκφρασης για τούς εργάτες και τούς αγρότες, κατάργηση τών προνομίων τού κομμουνιστικού κόμματος κι επαναφορά στις αρχές τής συμβουλιακής διακυβέρνησης.

    Ο Γκ.Ι. Μιάσνικωφ ήταν ο μόνος μπολσεβίκος που μετά το 1917 επέμενε στην ελεύθερη έκφραση όλων τών κομμάτων ανεξαιρέτως, θεωρώντας οτι αυτή η ελευθερία ήταν το μοναδικό μέσο για να διασωθεί το μπολσεβίκικο κόμμα από τη διαφθορά. Κατακεραυνώθηκε γι’ αυτό από τον Λένιν, διαγράφτηκε από το Κόμμα το 1922 κι έφτιαξε την αντιπολιτευτική Εργατική Ομάδα, που εξοντώθηκε το Σεπτέμβρη τού 1923.
    Έκτοτε, το ζήτημα τής ελευθερίας τού Τύπου, τού πολυκομματισμού και γενικά τής δημοκρατίας εξαφανίστηκε οριστικά από τούς μαρξιστικούς-λενινιστικούς ορίζοντες.

    Γιάννης Ιωαννίδης

    http://www.happyfew.gr/archives/news/news01.htm

  17. Τασκένδιος on

    Να φχαριστάς το Κόμμα…

    του Βόσκο Καράτζο

    Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που σ’ άνοιξε πλατιά
    τη στράτα της ζωής,
    πανώρια, φωτεινή.

    Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που σου ‘δωσε τη δύναμη
    να υψώνεις τη γροθιά σου,
    για την αλήθεια.

    Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που σ’ αξίωσε ταμπούρια να πυργώνεις,
    και να υψώνεις άπαρτα κάστρα
    – κάστρα του δίκιου.

    …Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που σ’ έμαθε Βαστίλλες να γκρεμίζεις,
    και ν’ αγαπάς τους σκλάβους αδερφούς,
    κι όλης της γης τους δουλευτές.

    Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που σ’ έμαθε τον ήλιο ν’ αγαπάς
    και τα λουλούδια.
    Το Κόμμα, που σου ‘δωσε
    της πάλης τη χαρά,
    και της ζωής τον τόνο,
    για να χτυπάς με το σφυρί
    στ’ αμόνι της ειρήνης.

    Να φχαριστάς το Κόμμα,
    που γαλουχεί και βγάζει Μπελογιάννηδες,
    για την παγκόσμια πανανθρώπινη ευτυχία!

    Δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1953στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας «Προς τη Νίκη» , που έβγαζαν οι πολιτικοί πρόσφυγες στη μακρινή Τασκένδη. Η εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας «Προς τη Νίκη» πρωτοκυκλοφόρησε στο βουνό. Επανεκδόθηκε στην Τασκένδη της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν το Νοέμβρη του 1950. Μετά το 1956 μετονομάστηκε σε «Νέος Δρόμος». Το ποίημα αναδημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, 19/12/2003

  18. Τασκένδιος on

    ΚΚΕ

    της Ρίτας Μπούμη-Παππά

    Θα ψηφίσω το κόμμα που σύμβολο έχει
    τα ιερά και πανάρχαια της δουλιάς εργαλεία
    (αγροτιά που με τρέφεις, εργατιά που με ζεις)
    τ’ αναστάσιμο ένδοξο άλικο λάβαρο
    (σταυρωμένε λαέ μου, όρθιος πάλι στο μνήμα!)

    Κόμμα πίστης που διώχτηκε με άγρια λύσσα
    γιατί μοίραζε φως σε καλύβια και τρώγλες
    γιατί σάλπιζε Ανάσταση στους Λάζαρους της γης.
    Κόμμα σωστή ζυγαριά που μας έδειξε πρώτο
    ποιοι μας κλέβουν στο ζύγι.
    Κόμμα με το πιο καθαρό απ΄όλα μητρώο
    Κόμμα του ιδρώτα, της στέρησης και της προσφοράς.

    Κόμμα που μού’δωσε πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία
    και μού’μαθε σε βάθος την έννοια έθνος.
    Κόμμα με φάλαγγες σκοτωμένους αγγέλους
    με Χριστούς ένοπλους επαναστάτες.

    Κόμμα αναγέννησης, δημιουργίας.
    Κόμμα χείμαρρος από άτρωτη αλήθεια
    που ξεπλένει αμαρτωλές κοινωνίες
    αιώνων εγκλήματα κι ακολασίες.

    Κόμμα μήτρα που αδιάκοπα ανδρείους γεννάς
    καμίνι που τη σάρκα μας την κάνεις ατσάλι
    Κόμμα αλληλεγγγύης, μανδύα ζεστέ.

    Κόμμα θυσίας στο βωμό πάντα πρώτο
    δεκαετίες οι βόγγοι σου μες στις φυλακές
    πορεία κάτω απ΄τ’ άστρα του Μαρξ και του Λένιν
    σύναξη κατατρεγμένων και ταπεινών.

    Κόμμα που ζητωκραύγασε όσο κανείς την Πατρίδα
    μπροστά στ’ αποσπάσματα του φασισμού.
    Κόμμα φρούριο της λευτεριάς μας
    στα βουνά και στα χιόνια , στα λημέρια τα κλέφτικα
    με σημαία λειωμένη στην τριβή των ανέμων
    Κόμμα παράνομο κυνηγημένο
    που ψάχναν να σ’ εύρουν γυμνασμένα σκυλιά.

    Κόμμα μυριάδων πιστών σου προσφύγων
    που προφέρουν Ελλάδα και τους πνίγουν λυγμοί
    Κόμμα πόνου, αξιοπρέπειας, πόθου ειρήνης
    Κόμμα αυταπάρνησης, πάθους , τιμής
    Κόμμα όαση μες στη συναλλαγή και στο ψέμα
    λάμψη που φώτισε την Ιστορία.

    Κόμμα του Έλληνα μα και τ’ Ανθρώπου
    του Ρήγα Φεραίου και του Βελουχιώτη
    Κόμμα ζωής, Κόμμα πίδακας ελπίδας
    Κόμμα ειρήνης, φιλίας, δικαιοσύνης
    Κόμμα αναγεννήτρας ορμής, προκοπής.

    Κόμμα γρανίτη, σε ψηφίζω ακόμα
    γιατί μ’ έμαθες και ν’ αγαπώ την Πατρίδα
    σεβαστά να τη γράφω με Π κεφαλαίο
    γιατί, Κόμμα, επλάτυνες τη μικρή αγκαλιά μου
    και πια μέσα χωράει η ανθρωπότητα όλη.

    Ρ. Μ-Π
    ————————————————————————–

    Το πιο ωραίο απ’ όλα είναι αυτό το κομμάτι:

    Κόμμα που μού’δωσε πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία
    και μού’μαθε σε βάθος την έννοια έθνο
    ς.

    Όπως επίσης και αυτό:
    «Κόμμα του Έλληνα μα και τ’ Ανθρώπου
    του Ρήγα Φεραίου και του Βελουχιώτη
    «

    ———————-
    ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!!!🙂

  19. Κωστίκας on

    ………………………
    ………………………

    Τα δύο πρώτα είναι ποιήματα και ανήκουν σε δύο επιφανείς ποιητές, τον Γιάννη Ρίτσο (1909-1990) και τον Τάσο Λειβαδίτη (1922-1988). Και οι δύο αποσιώπησαν, αργότερα, τα ποιήματα αυτά και δεν τα συμπεριέλαβαν σε καμία συλλογή τους. Το τρίτο είναι μια περιγραφή του Στάλιν από τον Νίκο Ζαχαριάδη (1903-1976) που δημοσιεύτηκε σε παιδικό περιοδικό των πολιτικών εξόριστων στις Ανατολικές χώρες. Δηλαδή παιδικό και παιδαγωγικό ανάγνωσμα. Το τέταρτο είναι απόσπασμα από τη σχετική προκήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Στα κείμενα αυτά θα βρει κανείς όλους τους συμβολικούς τόπους της εποχής: υψικαμίνους, φράγματα, σκαλωσιές, ατσάλι και κάρβουνο, τα σύμβολα δηλαδή της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης. Ηλιους, καμπάνες και όρκους, τα σύμβολα της θρησκευτικής λατρείας. Τσουκάλια και καρβέλια και λυχνάρια, και γιαγιάδες με τσεμπέρια και λιγόλογους νοικοκύρηδες, τα σύμβολα δηλαδή του καθ’ ημάς μεταπολεμικού φολκλόρ. Τα κείμενα αυτά δίνουν μια διάσταση του Στάλιν και της λατρείας του που συνήθως δεν παίρνουμε υπόψη μας. Δηλαδή ότι ο Στάλιν ήταν επίσης μια κατασκευή των σταλινικών.

    —————————————————-

    Γιάννης Ρίτσος «Στάλιν»

    Οχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια.

    Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις

    Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.

    Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.

    Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.

    Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου

    Ενα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.

    Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.

    Οσο κι αν μονόφθαλμα κανόνια στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους ίσα κατά την υψικάμινο των ελπίδων μας ο Στάλιν αγρυπνεί στο παγκόσμιο πόστο του.

    Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.

    Οταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου

    Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν’ ανάψει.

    Οταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί κι από το στρώμα μας τ’ όνειρο κι απ’ το δώμα μας το λυχνάρι είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.

    Γιατί ο Στάλιν είναι ο πρωτογιός των προλετάριων κι ο Στάλιν είναι ο πατέρας τους

    Για τούτο κι ο πιο μαύρος τοίχος της πιο μαύρης νύχτας

    Είναι γιομάτος απ’ τους σωλήνες του φωτός.

    Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες

    Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν’ ανασάνουν μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε. Κοιτάχτε

    Κάθε ήλιος και σελίδα – μέρα με την ημέρα – με τους ήλιους των 74 χρόνων του έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ’ ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου

    Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν

    Το έργο του: Λευτεριά

    Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες κι ακούστε

    Πάνου από την κόκκινη πλατεία στην εξέδρα του ήλιου

    ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν μιλάει: «Υπερασπείστε, Λαοί, την Ειρήνη».

    ————————————————-

    Τάσος Λειβαδίτης: Το μεγάλο αγκωνάρι

    Ο Στάλιν δεν πέθανε

    Οταν οι εργάτες χτίζουν τις μεγάλες γέφυρες για να περάσει το μέλλον

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν οι κόκκινοι φαντάροι αγρυπνάνε για την πατρίδα τους και την Ειρήνη

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν μισούμε τον πόλεμο, όταν αντιστεκόμαστε στον πόλεμο

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν ελπίζουμε, όταν τραγουδάμε, όταν παλεύουμε

    Ο Στάλιν ζει.

    (…)

    Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει

    Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ’ ατσάλι και η Ειρήνη.

    Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

    Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

    (…)

    Νίκος Ζαχαριάδης: Ο Στάλιν για παιδιά

    Στη δουλειά του ο Στάλιν είναι λιγόλογος, συγκεκριμένος, πραχτικός. Δεν ανέχεται την πολυλογία. Θέλει λίγα λόγια, καθαρά και συγκεκριμένα και πιάνει αμέσως το βασικό νόημα χωρίς ν’ αφήνει να του ξεφεύγει και η μικρή λεπτομέρεια. Και στην προσοχή και σημασία που δίνει στο επιμέρους ζήτημα, στη λεπτομέρεια, βλέπεις ότι και στο μικρό ο Στάλιν είναι Μεγάλος. Δεν αγνοεί, ούτε περιφρονεί το φαινομενικά ασήμαντο και ανάξιο προσοχής. Ξαίρει όσο κανένας άλλος ότι τα μεγάλα έργα συναρμολογούνται από μικρές καταχτήσεις, επιτυχίες απ’ την καθημερινή πείρα με τα θετικά και τ’ αρνητικά της και όχι μόνο στα πράγματα μα κυρίως στους ανθρώπους. Και σ’ αυτό λοιπόν ξεφανερώνεται το μεγαλείο και η ανωτερότητά του…

    Δημοσιεύθηκε στο παιδικό περιοδικό Αετόπουλα, Απρίλιος 1953

    ΚΚΕ: Στο όνομα του Στάλιν

  20. Η ουτοπία ως εφιάλτης – για το βιβλίο του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

    «Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του»

    του Μάκη Καραγιάννη

    Έχει άραγε κάποιο νόημα η ενασχόληση με τον Σταλινισμό σήμερα ή πρόκειται απλώς για ένα βίτσιο των παλιών αριστερών και των ιστορικών; Δυστυχώς τα φαντάσματα των μαύρων και κόκκινων ολοκληρωτισμών που νομίσαμε ότι έθαψε ο 20ος αιώνας, επανέρχονται δριμύτερα. Στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί μια ρητορική από τη Χρυσή Aυγή μέχρι τους αντιεξουσιαστές που βλέπει μόνον ξεπουλημένους, προδότες και δοσίλογους. Τσιτάτα ξετρυπώνουν μέσα από τις μουχλιασμένες σελίδες του Νετσάγιεφ. Το ΚΚΕ αποκαθιστά και επισήμως τον Στάλιν, ενώ ο Σύριζα είναι ερωτευμένος με τον Σλαβόι Ζίζεκ που θεωρεί ότι η «σοφία» των Ιακωβίνων και των μπολσεβίκων, «η σωφρονιστική τρομοκρατία και ο πολιτικός βολονταρισμός» είναι η απάντηση στα σημερινά προβλήματα.

    Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, Μάκης Καραγιάννης, Ζόραν Μούτιτς, Αλέκος Πετρίδης

    Η Αριστερά στην Ελλάδα – όπως το θέτει ο Χατζηπροδρομίδης στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του» – δεν αναζήτησε στο σταλινικό παρελθόν τις αιτίες της τραγωδίας της και προτιμά να επικρίνει διάφορα ηγετικά στελέχη για τις πολιτικές τους ευθύνες. Γι’ αυτό και στα τρία κεφάλαια του βιβλίου με τίτλο Σταλινισμός: Ι. Η τυραννία ως υπόσχεση ελευθερίας ΙΙ. Ο βολονταρισμός ως αναγκαιότητα και ΙΙΙ. Η εξουσία ως αιώνια επιβολή στην κοινωνία, ανατέμνει το φαινόμενο δείχνοντας πώς ο ιστορικός βολονταρισμός καταργώντας τη σκέψη μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Παρουσιάζει γλαφυρά τη συστηματική εξόντωση όλων των αντιπάλων των Στάλιν – τον Τρότσκι, τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Κίροφ, τον Μπουχάριν με αποκορύφωμα τις Δίκες της Μόσχας 1936 -1939 και τις εφιαλτικές διαστάσεις της βίας με τα εκατομμύρια των εκτελεσθέντων και εκτοπισθέντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
    Θα επιμείνω σε δυο πλευρές τού βιβλίου που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιατί αγγίζουν την καρδιά του σταλινισμού και του ολοκληρωτισμού. Η πρώτη συμπυκνώνεται στο κεφάλαιο «Ο σύντομος δρόμος για το σοσιαλισμό». Εδώ ο Χατζηπροδρομίδης μάς δίνει τη γενεαλογία της σταλινικής ιδεολογίας. Ανατρέχει δηλαδή στους κρίκους της πρόδρομης σκέψης στου σταλινισμού.

    Ακόμη και πριν από τον Στάλιν το «κόμμα νέου τύπου» του Λένιν – δηλαδή η αιφνιδιαστική κατάληψη της εξουσίας από μια μικρή μειοψηφία – ως τρόπος σκέψης είναι το πνεύμα ιακωβινισμού και του μπλανκισμού όπως αυτό δεξιώθηκε στη Ρωσία του 19ου αιώνα από τον Τκάτσοφ και τον Νετσάγεφ. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Λένιν «οι κομμουνιστές είναι οι Ιακωβίνοι στο πλευρό του προλεταριάτου».

    Ο ιακωβινισμός και ο μπλανκισμός – η επανάσταση δηλαδή ως έργο μιας μικρής μειοψηφίας, μιας συνωμοτικής ομάδας- επιστρατεύτηκε ως όπλο για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός και τα εμπόδια που έβαζε η υπανάπτυξη της Ρωσίας που βρίσκονταν ακόμη σε προκαπιταλιστικό στάδιο. Ο βολονταρισμός χρησιμοποιήθηκε για την υπέρβαση της θεωρίας του Μαρξ ότι επανάσταση προϋπέθετε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του υποκείμενου της επανάστασης που ήταν η εργατική τάξη. Η κορύφωση αυτής της «σκέψης» ήταν η αγνόηση όλων των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών παραμέτρων για την επανάσταση και το σοσιαλισμό και η ανακήρυξη ως μοναδικής προϋπόθεσης τη θέληση κάποιων ανθρώπων.
    Οι αντιλήψεις αυτές έκαναν την εμφάνισή τους στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με τις φοιτητικές αναταραχές και τη δημιουργία της οργάνωσης «Λαϊκή θέληση». Σε επίπεδο θεωρίας έβαλαν τότε τη σφραγίδα τους ο Τκάτσωφ με την αντίληψη για τη δικτατορία της μειοψηφίας και ο Νετσάγιεφ με την «Κατήχηση του επαναστάτη». Μέσα από αυτή την προϊστορία εξηγείται γιατί η κατάληξη του Στάλιν δεν ήταν η απόκλιση από κάποιο ορθό δρόμο αλλά η φυσική συνέπεια των πραγμάτων.

    Αν θέλαμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα προς τα πίσω στη γενεαλογία της σταλινικής θεωρίας που παρέθεσε ο Χατζηπροδρομίδης, θα φτάναμε ίσως στη μήτρα της. Είναι η αντίληψη που κωδικοποιείται με το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και αποδίδεται είτε στους Ιησουίτες είτε στον Μακιαβέλι, χωρίς να το έχουν σαφώς διατυπώσει. Όμως ο Μακιαβέλι είναι νομίζω ο πρώτος που στα αναλυτικά του εργαλεία χρησιμοποιεί τη διάκριση της ηθικότητας των σκοπών και της ηθικότητας των μέσων. Σύμφωνα με τη θεωρία της necessità ο ηγεμόνας έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει σε μέσα πέρα από τα όρια της ηθικής, αν αυτό επιτάσσει το γενικό συμφέρον. Δηλαδή η πολιτική πρακτική παίρνει διαζύγιο από την έννοια της ηθικής. Αυτή η αντίληψη πολύ πιο εκχυδαϊσμένη και χωρίς τις προϋποθέσεις που έθετε ο Μακιαβέλι επικράτησε τους επόμενους αιώνες μέχρι να φτάσουμε στον σταλινισμό. Ο σοσιαλισμός και ένα θρησκευτικής απόχρωσης ευτυχισμένο μέλλον έγινε ο σκοπός, η «άτρωτη πανοπλία» την οποία δεν μπορούσε να διαπεράσει η ηθική, η αλήθεια, η ανθρώπινη αξία και ο ανθρώπινος πόνος. Η αντιστροφή επομένως του πολυχρησιμοποιημένου αφορισμού στο πρόταγμα ότι «τα μέσα προσδιορίζουν τον σκοπό» αποτελεί τη Λυδία λίθο για την επαγγελία των κάθε λογής επαναστατών.

    Μου άρεσε όμως περισσότερο εκείνη η πλευρά του βιβλίου που διερευνά τη στάση των διανοουμένων απέναντι στο σταλινισμό.

    Με ενδιέφερε κατ’ αρχήν ως ερώτημα: Τι έκανε τους διανοούμενους οι οποίοι εξ ορισμού είναι ταγμένοι να διακονούν την τέχνη και την επιστήμη – δηλαδή την αλήθεια – να ενδίδουν στο ζόφο του σταλινισμού; Τι έκανε διανοούμενους σαν τον Λούκατς, τον Νερούντα, τον Αραγκόν, τον Ελυάρ, τον Πικάσο, τον Μπρέχτ, τον Γκόργκι, τον Ρίτσο να τυφλώνονται μπροστά σ’ αυτό το φαινόμενο;
    Ο Τσέσλαβ Μίλος, το δοκίμιο του οποίου «Η αιχμάλωτη σκέψη» αναλύει ο Χατζηπροδρομίδης στο τρίτο κεφάλαιο, μας δίνει μια απάντηση για όσα συνέβαιναν στις λαϊκές δημοκρατίες. Ο Μίλος υιοθετεί τον όρο Κέτμαν. Πρόκειται για την απόκρυψη της πραγματικής σκέψης και συμπεριφοράς που οδηγεί στη μαζική ηθοποιία ενός ολόκληρου έθνους. Η θεατρική σκηνή μεταφέρεται παντού. Όρος επιβίωσης για τον συγγραφέα είναι η εξύμνηση της ιερής φλόγας της επανάστασης και ο χαφιεδισμός. Ο Φόβος όλων απ’ όλους.

    Ο πολωνός φιλόσοφος Λέσεκ Κολακόφσκι – ο «ισχυρότερος αντίπαλος του σταλινισμού στην Ανατολική Ευρώπη – στη σκέψη του οποίου μας ξεναγεί εμπεριστατωμένα στο πρώτο κεφάλαιο ο Χατζηπροδρομίδης έχει τη δική του απάντηση. Αφιερώνει εξήντα σελίδες από το βιβλίο του στον Λούκατς. Είναι ο κορυφαίος φιλόσοφος της σταλινικής εποχής, αληθινός διανοούμενος και το έργο του «Ιστορία και ταξική συνείδηση» είναι διάσημο. Μόνον που ο Κολακόφσκι αποκαλεί την περίπτωσή του ως «προδοσία της σκέψης», αφού ο Λούκατς θεωρεί ότι «η εμπειρική συνείδηση ποτέ δεν φτάνει στην «αληθινή», αλλά η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας είναι η «αληθινή» συνείδηση. Φορέας αυτής της συνείδησης είναι το κόμμα». Με αυτή τη σκέψη του Λούκατς κάνουμε ένα γιγάντιο άλμα στο κενό αφού «η αλήθεια είναι ταυτόσημη με τον φορέα της αλήθειας, δηλαδή το προλεταριάτο, το οποίο στην πράξη σήμαινε ότι το κόμμα έχει πάντα δίκαιο».
    Παρ’ όλο που τα δοκίμια του Κολακόφσκι είναι συνολικά μια εξαιρετική και οξυδερκής ανάλυση της μαρξιστικής θεωρίας και της κομμουνιστικής πράξης, προσωπικά δεν μπορώ να δεχτώ τις αποτιμήσεις που κάνει ο πολωνός φιλόσοφος για μερικά θέματα όπως είναι η Σχολή της Φραγκφούρτης και ο Μαρκούζε, τον οποίο αποκαλεί «ιδεολόγο του σκοταδισμού». Ενηλικιώθηκα με τον «Μονοδιάστατο άνθρωπο», και θεωρώ ότι έχει τη δική του πολύ θετική συμβολή στην ιστορία της φιλοσοφίας.

    Αν όμως ο Λούκατς αποτελεί την «προδοσία της σκέψης», τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα όταν μαζί με την πίστη στο κόμμα υπεισέρχονται ο καιροσκοπισμός, το βελούδινο χέρι της κομματικής θαλπωρής, το χειροκρότημα. «Homo sum και τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο» όπως έλεγε ο Τερέντιος. Ο ποιητές και οι πεζογράφοι ακόμα και όταν κάνουν μεγάλη τέχνη είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με υποκρισίες και ιδιοτέλειες και στηρίζουν σταλινικά καθεστώτα.

    Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πάμπλο Νερούντα. Το 1954 υμνεί στο ποίημά του την απλότητα και τη σοφία του Στάλιν, ενώ το 1963 ο μεγάλος ηγέτης στο ποίημα μεταμορφώνεται σε βάναυσο άνθρωπο. Αντίστοιχα εγκώμια επεφύλαξε ο Νερούντα σε ποίημά του και για τον Αντρέι Βισίνκσκι, τον αδίστακτο εισαγγελέα των δικών της Μόσχας.
    Αλλά τι στάση κράτησε και ο μεγάλος Μπέρτολντ Μπρεχτ; Δεν μίλησε ποτέ για τα σταλινικά εγκλήματα. Όπως πολύ γλαφυρά αναφέρει ο βιογράφος του Τζον Φουέγκι «βούλωσε το στόμα του». Όμως και όταν μίλησε για τη δολοφονία του φίλου του Σεργκέι Τρετιάκοφ στο ποίημά του «Είναι αλάθητος ο λαός;» τι έγραψε; «ανάμεσα στους πενήντα καταδικασμένους ίσως είναι και ένας αθώος. Και τι έγινε αν είναι αθώος;». Η ειρωνεία είναι ότι ως διανοούμενος έδινε συμβουλές στον κόσμο για τις “Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια”.

    Αυτή η δυσκολία της αλήθειας φάνηκε και στον κορυφαίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στον Μαξίμ Γκόρκι που επισκέφτηκε το αναμορφωτήριο ανηλίκων στα νησιά Σολοβκί για προπαγανδιστικούς λόγους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σολζενίτσιν. Στη διάρκεια της επίσκεψης όμως ένας δεκατετράχρονος του είπε: «Ακουσε, Γκόρκι! Όλα όσα βλέπεις είναι ψεύτικα. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια; Θέλεις να σου την πω;» Ο Γκόρκι τον άκουσε υπομονετικά και βγήκε από το παράπηγμα κλαίγοντας. Στο βιβλίο των εντυπώσεων όμως έγραψε «για την αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα των ανθρώπων, οι οποίοι αποδείχτηκαν ακάματοι και οξυδερκείς φρουροί της επανάστασης». Λίγο μετά τον απόπλου του ατμόπλοιου ο νεαρός εκτελέστηκε.

    Όμως ας μη βιαστούμε να τους καταδικάσουμε όλους. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πολλοί πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Μπέρτραντ Ράσελ, ο Κολακόφσκι, ο Τσέζαλβ Μίλος, ο Σολζενίτσιν είδαν έγκαιρα την αλήθεια, κράτησαν την αξιοπρέπειά τους και πλήρωσαν την αλήθεια τους ακριβά. Κι εδώ πρέπει θέσουμε το ερώτημα του Κολακόφσκι όπως το κωδικοποιεί ο Χατζηπροδομίδης: «τι ρόλο παίζει στην πνευματική ζωή και την υπεράσπιση των αξιών η ηθική στάση; Η εντιμότητα;».

    Θα κλείσω με το εγκώμιο της αμφιβολίας. Αν κοινό χαρακτηριστικό όλων των ολοκληρωτισμών είναι ο φανατισμός, ο θρίαμβος των κοινών τόπων και ο θάνατος της σκέψης, τότε, ίσως, το μόνον φάρμακο είναι η αμφιβολία. Πρέπει να ξαναθυμηθούμε τον Καρτέσιο και τον «Λόγο περί μεθόδου»: «Δεν δέχομαι τίποτα για αληθινό το οποίο δεν καταλαβαίνω με σαφήνεια». Δυστυχώς τίποτε δεν είναι οριστικά κατακτημένο. Κι αν υπάρχει σήμερα ένα μήνυμα από τον σκοτεινό εικοστό αιώνα, τον αιώνα των ουτοπιών, είναι ότι κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα όπως παπαγαλίζουν με τα copy-paste από τον Νετσάγιεφ οι κατηχούμενοι «επαναστάτες» και μεταμοντέρνοι θαυμαστές του Στάλιν, αλλά αντίθετα τα μέσα προσδιορίζουν το σκοπό. Καμιά κοινωνία δεν έγινε καλύτερη με τη βία, τα Γκουλάγκ, τα Άουσβιτς και τα καλάσνικοφ.

    Νομίζω ότι οφείλουμε χάρες στον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη. Έκανε με το βιβλίο του αυτό που δεν έκανε η επίσημη κομματική αριστερά. Έβαλε τα δάκτυλα επί τον τύπο των ήλων που πονούσαν. Γιατί διέθετε την καθαρή σκέψη, το βιωματικό έρμα και το ηθικό ανάστημα για να απαντήσει στο επώδυνο ερώτημα που βασανίζει τους παλιούς αριστερούς: Τελικά τι έφταιξε και τόσο υψηλά ιδανικά οδήγησαν στον εφιάλτη της Ιστορίας;

    http://politicalreviewgr.blogspot.gr/2014/03/blog-post_29.html

  21. Σλάβοϊ Ζίζεκ: Ο ριζοσπάστης διασκεδαστής.

    Του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

    Φιλοσοφικός τσαρλατανισμός

    «Ο σύγχρονος φιλόσοφος που δεν ένιωσε ποτέ σαν τσαρλατάνος
    είναι τόσο ελαφρόμυαλος που το έργο του πιθανόν και δεν αξίζει να διαβαστεί».
    Λέσεκ Κολακόφσκι

    O Σλοβένος φιλόσοφος και ψυχαναλυτής που αυτοπροσδιορίζεται ότι ανήκει στη «ριζοσπαστική αριστερά» μιλάει για όλα και για όλους με τη βεβαιότητα ότι έχει απαντήσεις στα πάντα· οι ατάκες του, τα ανέκδοτά του, οι παραδοξολογίες του δεν χαρακτηρίζουν το πρόσωπο ενός φιλοσόφου, αντίθετα τον κατατάσσουν στην κατηγορία του δημαγωγού, του λαϊκιστή, του ανθρώπου που κάνει επίδειξη των γνώσεών του και ικανοποιείται πολύ και ο ίδιος. Η σεμνότητα λείπει, η προσπάθεια κατανόησης του ανθρώπινου πόνου δεν υπάρχει, αντίθετα οι συμβουλές του για δράση και ανατροπή αφθονούν εκφραζόμενες με υπερβολική φλυαρία.

    Ο Ζίζεκ δεν εκφράζει κάποια συνεκτική σκέψη, απλώς προσπαθεί μέσω της φιλοσοφικής πολυπλοκότητας και των αποσπασμάτων από διαφόρους φιλοσόφους, εκτός τόπου και χρόνου, μαζί με την επίκληση σταρ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης να θεμελιώσει έναν άναρχο και ευρηματικό λόγο. Δεν δημιουργεί ερωτήματα, δίνει μόνο «απαντήσεις».

    Το επιστημονικό και φιλοσοφικό του οπλοστάσιο δεν έχει ευρύτερη απήχηση, όμως ο λαϊκισμός του και οι «ριζοσπαστικές» αριστερές υποσχέσεις του απευθύνονται σε ένα πλατύ ακροατήριο, έμπλεο αφέλειας, αθωότητας και νεανικού πάθους.
    Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν στον 20ό αιώνα, η διανοητική εντιμότητα και η θαρραλέα στάση απέναντι στις ολοκληρωτικές εξουσίες είναι το ελάχιστο που απαιτείται από τους πνευματικούς ανθρώπους. Η ανευθυνότητα και ο λαϊκισμός, με υποσχέσεις για επίγειους παραδείσους, δεν έχουν σχέση με διανοούμενους. Ο Ζίζεκ λειτουργεί ως «φιλόσοφος» του λαϊκισμού με τη βεβαιότητα που του δίνει η ιστορική ανευθυνότητα του μαρξισμού-λενινισμού, δηλαδή του σταλινισμού.

    Ωστόσο δεν δρα στην εποχή του σταλινισμού, κινείται στην εποχή των καταλοίπων ενός συστήματος από το οποίο έχουν μείνει άταφα διάφορα σκόρπια στοιχεία και χρειάζεται μεγάλη ευρηματικότητα να τα συνθέσεις. Από την άποψη αυτή είναι ένας ακίνδυνος διασκεδαστής, που δίνει χαρά με την αυθεντία του σε όλους όσους διψούν για την ιστορική περιπέτεια αλλά πλέον ως φάρσα. Τώρα πια δεν υπάρχει η πίστη στους νόμους της ιστορικής εξέλιξης και στους φορείς της (το προλεταριάτο) που αναλαμβάνουν την εκπλήρωση του έργου, δεν υφίσταται πια εκείνη η ανάγκη για σιγουριά και ισορροπία που νάρκωναν τους διανοούμενους και τους καθιστούσαν παιχνιδάκι των μηχανισμών.

    Ας περάσουμε λοιπόν στον ίδιο τον Ζίζεκ μέσα από τα κείμενα και τις δημόσιες παρεμβάσεις του. Είναι όντως απολαυστικός. Σε δίωρη συνέντευξή του, το 2007, στην TV Ζάγκρεμπ της Κροατίας, αφού οι συνεργάτες του σταθμού τονίσουν ότι οι τοίχοι του σπιτιού του είναι γεμάτοι από προσωπογραφίες του Στάλιν και του Λένιν, ο Ζίζεκ εξηγεί για ποιον λόγο στις εκλογές του 1990 στη Σλοβενία κατέβηκε με συνθήματα υπέρ του Πολ Ποτ: «Ήθελα να παρουσιάσω τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Πολ Ποτ. Ήταν ένα ακραίο καθεστώς, όπου μερικές ιστορικές τάσεις εκφράζονταν σε καθαρή μορφή» . Ο Ζίζεκ εντυπωσιάζεται από τις καθαρές μορφές, που δεν είναι η γενοκτονία δυο εκατομμυρίων κατοίκων της Καμπότζης, δηλαδή το 25% του πληθυσμού, αλλά ότι «ήταν ένα καθεστώς που θεωρούσε τον εαυτό του ως παράνομο. Ο Πολ Ποτ μερικούς μήνες πριν την πτώση του αναγνώρισε ότι ήταν Γενικός Γραμματέας του Κόμματος».

    Μεγάλη αδυναμία του είναι η διάκριση μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, όπου παρουσιάζει τη σκηνή «όταν οι Ναζί χειροκροτούν τον Χίτλερ, ενώ εκείνος παραμένει ακίνητος, αντίθετα όταν οι κομμουνιστές χειροκροτούν τον Στάλιν συμμετέχει και ο ίδιος στο χειροκρότημα». Άλλη «τρομακτική» διαφορά, σύμφωνα πάντα με τον Ζίζεκ, είναι ότι «στα γενέθλια του Στάλιν έστελναν τηλεγραφήματα από τα Γκουλάγκ, ενώ στον Χίτλερ κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο. Γι’ αυτό ο σταλινισμός ανήκει στον Διαφωτισμό». Ο Ζίζεκ εκτιμά τόσο πολύ τον σταλινισμό ώστε τον εντάσσει στον Διαφωτισμό!

    Η αδυναμία του για τις καθαρές μορφές εκφράζεται και στη σύγκριση των ελευθεριών στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. «Στην Ουγγαρία το καθεστώς ήταν φιλελεύθερο, ενώ στη Γιουγκοσλαβία δεν ήταν καθαρά τα πράγματα. Προτιμώ την Ανατολική Γερμανία, γιατί η κατάσταση ήταν καθαρή, ήξερες πού είναι η εξουσία. Η Γιουγκοσλαβία πλήρωσε τον φιλελευθερισμό της με τους πολέμους της στο τέλος, το 1991-1995».

    Ο Ζίζεκ δεν ξέρει τίποτε για το καθεστώς Ράκοσι στην Ουγγαρία, αφού προτιμάει καθαρές μορφές, ενώ η «διαλεκτική» του κάνει άλματα, περνώντας από τον φιλελευθερισμό της Γιουγκοσλαβίας στους πολέμους της. Προφανώς οι καθαρές μορφές σε πρότυπα Πολ Ποτ δεν θα είχαν ανάγκη πολέμων. Δεν ασχολείται με τις αντιφάσεις του συστήματος εξουσίας στην Ανατολική Ευρώπη, δεν βλέπει τους αντιφρονούντες της Αλληλεγγύης στη Πολωνία, την Άνοιξη της Πράγας, δεν ασχολείται με τις ακρότητες της εξουσίας στην Αλβανία και στη Ρουμανία. Αντίθετα, το πρόβλημά του είναι η αναζήτηση ακραίων και καθαρών μορφών!

    Και είναι συγκινητική η αποκάλυψη ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος του Πολ Ποτ, «η επιθυμία του να οδηγήσει τη χώρα του στο έτος μηδέν και να σβήσει τις αναμνήσεις των κατοίκων του». Το πιο απλό που έκανε ο Πολ Ποτ ήταν να εξαφανίσει δυο εκατομμύρια κατοίκους· δεν ασχολούνταν με σβήσιμο αναμνήσεων.

    Στην ίδια εκπομπή την πιο συνοπτική διατύπωση για τον Ζίζεκ την έκανε ο κριτικός κινηματογράφου Μάρτσελ Στέφαντσιτς: «Σε διάκριση από τους φιλοσόφους που επικρίνουν την κοινωνία γιατί προσπαθεί να ξεφύγει από την πραγματικότητα, ο Ζίζεκ υπογράφει την κωμωδία της κοινωνίας που θέλει να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Σε διάκριση από τους φιλοσόφους που θέλουν να περάσουν από τα λόγια στην πράξη, ο Ζίζεκ θέλει να περάσει από τις λέξεις στις λέξεις. Αν τους διαλόγους του Πλάτωνα τους έγραφε ο Ζίζεκ, ο Σωκράτης ποτέ δεν θα νικούσε».

    Σε άλλη συνέντευξή του, το 2008, ο Ζίζεκ εξηγεί πάλι, για να το εμπεδώσουμε, γιατί ο σταλινισμός ανήκει στον… Διαφωτισμό: «Παράδειγμα είναι οι πολιτικές δίκες. Σ’ αυτές τις δίκες ο κατηγορούμενος πάντοτε αποδεχόταν δημόσια τα εγκλήματά του, αλλά επίσης έδινε και μια πολύ σαφή εξήγηση γιατί τα διέπραττε. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο στον φασισμό. Δεν γίνονταν δίκες εναντίον των Εβραίων επειδή αυτοί “αποδέχονταν τα εγκλήματά τους”. Γιατί μια τέτοια διαφορά; Διότι στο σταλινικό σύμπαν ακόμη και η κατώτερη οντότητα θεωρείτο ότι μπορεί να έχει θέση μέσα στον καθολικό λόγο».

    Ο Ζίζεκ δεν ξέρει τίποτα για τη σκηνοθεσία στις δίκες της Μόσχας, για τις πρόβες πριν την τελική «παράσταση», για τα εκατομμύρια αθώων στα Γκουλάγκ, για την εξαφάνιση από τον Στάλιν όλης της γενιάς της επανάστασης του 1917. Στη Γιουγκοσλαβία που ήταν το πρώτο κόμμα-κράτος που αντιτάχθηκε στον σταλινισμό, από το 1948, χιλιάδες βιβλία έχουν δημοσιευθεί για την παρωδία του σταλινικού διαφωτισμού. Ο Ζίζεκ προσπαθεί μέσα από τη σύγκριση με τον ναζισμό να εμφανίσει ανθρώπινο τον σταλινισμό, όπως ο ναζισμός προσπαθούσε να δικαιώσει την ύπαρξή του επικαλούμενος την αντιμετώπιση του κομμουνισμού ο οποίος είχε προηγηθεί. Εντυπωσιακή «φιλοσοφική» ανάλυση!

    Η προσπάθειά του δεν είναι να αποκαλύψει τις πραγματικές σχέσεις στην κοινωνία, αλλά να τις κατευθύνει στο ιδεολογικό πεδίο που τον βολεύει, αποκρύπτοντας ουσιαστικά τις σχέσεις εξουσίας. Η αναφορά του στον Στάλιν δεν υπεισέρχεται στην εξουσιαστική μορφή του και στην καταπίεση της κοινωνίας, αλλά τοποθετείται στο επίπεδο της επιτυχίας, της προόδου και των διαφόρων βαθμίδων της. Καμιά ανάλυση ηγέτη-μάζας, εξαφάνιση του ανθρώπου από το ιστορικό προσκήνιο και μετατροπή του σε μάσκα. Ο λόγος του είναι περιορισμένος στην προβολή του ιστορικού σχήματος του σταλινισμού, χωρίς να τον ενδιαφέρει η πραγματική ζωή των ανθρώπων για τους οποίους υποτίθεται ότι γίνονται οι επαναστάσεις και οι αλλαγές.

    Ένα σαφές παράδειγμα περιορισμού της ανάλυσης σε σχολαστικά ζητήματα ιδεολογικής μορφής είναι η προσπάθεια σύγκρισης του σταλινισμού και της γιουγκοσλαβικής αυτοδιαχείρισης. Η διαφορά τους δεν βρισκόταν στο επίπεδο της ιδεολογικής εξαπάτησης αλλά στις πραγματικές συνθήκες ζωής. Όσο ταπεινό κι αν ήταν αυτό, η ελευθερία της αυτοδιαχείρισης, οι πνευματικοί προβληματισμοί, τα βιβλία, ο Τύπος, τα ταξίδια, η απουσία Γκουλάγκ, πέρα από την αρχική περίοδο, είναι μια άλλη ζωή σε σχέση με τον σταλινικό ζόφο. Το πρόβλημα δεν είναι στο επίπεδο και στις αποχρώσεις της ιδεολογικής παραπλάνησης, αλλά στην πραγματική ζωή.

    Στο βιβλίο του Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό; , ο Ζίζεκ επιχειρεί με διαλεκτικά άλματα να αθωώσει τον σταλινισμό από την κατηγορία του ολοκληρωτισμού και ξεχνάει ορισμένα ουσιαστικά στοιχεία της προβληματικής ναζισμού και σταλινισμού. Στα Γκουλάγκ θύτες και θύματα έχουν την ίδια ιδεολογία, αλλά τους διαφοροποιεί η προσαρμογή στην εξουσία και οι ανάγκες των μηχανισμών της. Στα ναζιστικά στρατόπεδα θύτες και θύματα είναι φυλετικά και ταξικά εχθροί και η ιδεολογική προσαρμογή παίζει ρόλο πρωταρχικού διαχωρισμού σε δυο στρατόπεδα.

    Ο κομμουνισμός έχει αντιφρονούντες, γιατί ξεκινά από μια υπόσχεση παραδείσου επί της Γης, που στη συνέχεια διαλύεται. Η υπόσχεση για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας, μέσω του προλεταριάτου, από την ταξική καταπίεση χιλιετηρίδων και η εγκατάλειψη αυτού του σχεδίου παράγει αντιφρονούντες, κυρίως στους κύκλους της διανόησης. Αντίθετα, ο ναζισμός δεν έχει αντιφρονούντες, γιατί οι φυλετικοί και ταξικοί στόχοι είναι ξεκάθαροι από την αρχή, για όποιον έμπαινε στο κίνημα. Η αδυναμία του Ζίζεκ να αθωώσει τον σταλινισμό αποτελεί «επίπονο καθήκον να αναγνωρίσουμε τη ριζική αμφισημία της σταλινικής ιδεολογίας από την οποία ακόμη και στην πιο “ολοκληρωτική” έκφανσή της απορρέει ένα χειραφετητικό δυναμικό» !

    Στη λογική αυτή ο Ζίζεκ επικαλείται την αυθεντία του Λούκατς για να ταυτιστεί μαζί του στην άποψη ότι το βιβλίο του Σολζενίτσιν Μια μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς, «αυτό το σπερματικό αντικαθεστωτικό κείμενο, ταιριάζει τέλεια στον πιο άκαμπτο ορισμό του σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Τελικά επικαλείται αυτή την τερατώδη άποψη του Λούκατς δεκαετίες μετά την κατάρρευση του σταλινισμού. Ο Τσέσλαβ Μίλος από το 1951 είχε κατανοήσει ότι «ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι πολύ ωφέλιμος αλλά μόνο για το κόμμα», ενώ ο Κολακόφσκι τόνισε ότι «η θεωρία της λογοτεχνίας του Λούκατς είχε θλιβερό τέλος, όταν στη δύση της ζωής του ανακάλυψε σοσιαλιστικό ρεαλισμό στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολτζενίτσιν, και το τοποθετούσε στην κομμουνιστική προοπτική!».

    Ο Ζίζεκ στην προσπάθεια απόκρυψης του σταλινικού ολοκληρωτισμού δεν αναφέρεται ποτέ θετικά στους αντιφρονούντες από την Ανατολική Ευρώπη (τους αναφέρει μόνο καταφρονητικά), ενώ ο κύκλος των διανοουμένων που επικαλείται περιορίζεται στους αριστερούς ριζοσπάστες ή μαρξιστές από τη Δύση. Όμως, η συνολική εξέλιξη των πραγμάτων στις χώρες του υπαρκτού σταλινισμού απέδειξε ότι η περίφημη ιδεολογία του καθεστώτος ήταν απλό εργαλείο χειραγώγησης για τους άλλους, ενώ η νομενκλατούρα το χειριζόταν ως παιχνιδάκι. Γι’ αυτό ήταν πολύ εύκολη η μεταπήδηση από τον κομμουνισμό στον εθνικισμό και η κατάληψη της νέας καπιταλιστικής εξουσίας από μέλη της πρώην νομενκλατούρας.

    Ο αντιδυτικισμός του Ζίζεκ τον οδηγεί σε παιδαριώδεις αναλύσεις για τη γιουγκοσλαβική τραγωδία, αφού ψάχνει να βρει πού έχουν κάνει λάθος οι Δυτικοί, αντί να επικεντρωθεί στο τι συνέβη στη Γιουγκοσλαβία. Ακριβώς η απάθεια των Δυτικών επέτρεψε την ολοκλήρωση του εγκλήματος από εσωτερικές (κυρίως σερβικές) δυνάμεις στη Γιουγκοσλαβία. Το λάθος των Δυτικών είναι ότι δεν επενέβησαν πολύ νωρίτερα, πριν γίνουν τα φρικτά εγκλήματα. Στη Γιουγκοσλαβία, επίσης, αυτό που ήταν εύκολο να υπερασπιστεί η διανόηση, χωρίς κινδύνους, ήταν η προάσπιση των εθνοτικών συμφερόντων, γι’ αυτό και είχαμε τη μετατροπή της κομμουνιστικής νομενκλατούρας σε εθνικιστική, με μεγαλύτερη επιτυχία στη Σερβία του Μιλόσεβιτς.

    Στο βιβλίο Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού, στο 1ο κεφάλαιο για τους Τσε και Τρότσκι, ο Ζίζεκ δεν επιχειρεί να προσδιορίσει ποιος ελέγχει το πραγματικό, ποιος ορίζει την Ιστορία. Δεν προσπαθεί να κατανοήσει τις διαμεσολαβήσεις της εξουσίας, της ιδεολογίας, των οικονομικών συνθηκών. Για τον Ζίζεκ δεν υπάρχει ροή χρόνου και άνθρωποι σ’ αυτόν, ούτε εξουσίες με τις ιδιαιτερότητές τους. Το πραγματικό είναι η αποκορύφωση της επιβολής και είναι αδιάφορο ποιος την προωθεί. Όλα είναι παιχνίδι εικόνων, ανεκδότων, παραδειγμάτων από τον χώρο της μαζικής κουλτούρας. Στην «ανάλυση» της ταινίας του Σρτσαν Ντραγκόγιεβιτς Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται, ο Ζίζεκ δεν βλέπει την επιχείρηση «ισοπέδωσης» όπου δεν υπάρχουν θύτες και θύματα, αλλά χυδαία αλληλοβριζόμενοι μαχητές. Το στοιχείο του εκχυδαϊσμού είναι τόσο έντονο που καλύπτει όλη την πραγματικότητα του πολέμου. Την ίδια τεχνική, σε ανώτερο επίπεδο, χρησιμοποιεί και ο Κουστουρίτσα που προβάλλει ό,τι τον βολεύει ενώ αποκρύπτει τα ουσιαστικά στοιχεία, ενισχύοντας έτσι την ισοπέδωση με φολκλορικά και σκηνοθετικά ευρήματα. Ο Πέτερ Χάνκε, τουλάχιστον, είναι πολύ πιο «αγνός» στις προθέσεις του: βλέπει τους ταλαιπωρημένους από την πολιτική του Μιλόσεβιτς Σέρβους, αλλά τους θεωρεί ήρωες που αντιστέκονται στη δυτική επιθετικότητα.

    Ο Ζίζεκ προσπαθεί να συσχετίσει την 11η Σεπτεμβρίου με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την πτώση των καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, το 1989 (σ. 6869). Καμιά εξέταση της πολιτικής του σταλινισμού στις χώρες αυτές, καμιά ιδιαίτερη ανάλυση, απλώς προσπάθεια εντυπωσιασμού. Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, «Η ευτυχία μετά την 11η Σεπτεμβρίου», ο Ζίζεκ αποκαλύπτεται:

    «Στην Τσεχοσλοβακία κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και του ’80 οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι: πληρούνταν τρεις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της ευτυχίας:
    1. Οι υλικές ανάγκες τους κατά βάση ικανοποιούνταν – δεν ικανοποιούνταν υπέρ το δέον, δεδομένου ότι η ίδια η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει δυστυχία. Είναι καλό να βιώνουμε από καιρού εις καιρόν μια σύντομη έλλειψη στην αγορά.
    2. Δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό γνώρισμα: υπήρχε ο Άλλος (το Κόμμα) που μπορούσε να κατηγορηθεί για όλα όσα πήγαιναν στραβά.
    3. Και υπήρχε ένας Άλλος Τόπος (η καταναλωτική Δύση), που επιτρεπόταν να την ονειρεύεται κανείς».

    Σε ποιους απευθύνεται ο Ζίζεκ; Η οπτική του κατευθύνεται σε μάζες, σε ανήλικους πληθυσμούς και όχι σε πολίτες. Βλέπει την αλλοτρίωση και τη δυστυχία στην καταναλωτική υπερβολή, αλλά δεν κοιτάζει γύρω του να δει την έλλειψη τροφίμων και ταπεινών καταναλωτικών αγαθών που αναγκάζουν τους ανθρώπους στην αλλοτρίωση της αναζήτησης και στη μετατροπή τους σε εξαρτημένα όντα. Γιατί την ίδια στιγμή η νομενκλατούρα διέθετε τα αγαθά σε απεριόριστες ποσότητες, καθιστώντας τις κοινωνικές σχέσεις εντελώς χυδαίες και ψεύτικες. Η αναζήτηση ευτυχίας ήταν απλώς η εύρεση ενός ταπεινού προϊόντος, και σ’ αυτόν τον στόχο η ανθρώπινη ιδιότητα χανόταν.

    Το άλλο εξαιρετικά σημαντικό γνώρισμα ήταν ότι υπήρχε ο Άλλος (το Κόμμα), δηλαδή ο εξουσιαστής, το αφεντικό, ο ηγέτης απέναντι στη μάζα. Ο Ζίζεκ δεν άκουσε ότι η εξουσία διαφθείρει και ότι η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα. Ποιος είχε την ευθύνη για τις δεκαετίες ελέγχου του πληθυσμού στην Τσεχοσλοβακία και τι ηθικό ανάστημα είχαν οι εκπρόσωποι της Μόσχας στη χώρα;

    Αλήθεια, ποια φιλοσοφική ανάλυση είναι αυτή που θεωρεί ευτύχημα ότι είμαστε θύματα και έχουμε τον ένα και μοναδικό θύτη, το Κόμμα, που μπορούμε, μέσα μας, να κατηγορούμε! Και υπήρχε, λέει ο Ζίζεκ, ένας Άλλος Τόπος (η Δύση) που μπορούσε να τον ονειρευτεί κανείς. Αυτός βέβαια ο Τόπος δεν θα ήταν τόπος παραδείσου αν δεν υπήρχε η κόλαση της Τσεχοσλοβακίας.

    Ο Ζίζεκ παραμένει στον κλειστό κόσμο των διανοητικών του κατασκευασμάτων, δεν κατευθύνεται στην ανάλυση του συστήματος εξουσίας, στις φρικτές αντιφάσεις του, στην κατάπνιξη της δημόσιας έκφρασης, στην ανελευθερία, αλλά ψάχνει σε άλλους τόπους να δικαιολογήσει την κατάσταση. Δεν δείχνει κανένα σεβασμό σ’ αυτούς που αντιστάθηκαν και πλήρωσαν τη στάση τους· ακόμη και τα ανέκδοτά του όλα είναι υπέρ των αφεντικών της ιστορίας, λ.χ. το παράδειγμα όπου ο Στάλιν καταδίκαζε την αυτοκτονία ως υπέρτατη πράξη δειλίας, ως την έσχατη προδοσία του κόμματος.

    Ο Ζίζεκ έχει τεράστια αδυναμία στον βολονταρισμό! Αγαπάει πολύ τον λενινιστικό βολονταρισμό αλλά και γενικότερα έχει εμμονή με την έννοια αυτή. Αυτό που εφάρμοσε ο Λένιν: οι συνθήκες δεν είναι ώριμες για τον σοσιαλισμό, αλλά ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε, ο Ζίζεκ το χαιρετίζει και αναρωτιέται μήπως είναι ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε σήμερα. Μετά από όλες τις εμπειρίες του 20ού αιώνα δεν μπορώ να φανταστώ ποιο βολονταριστικό μεθύσι ή όνειρο μας δίνει την ευκαιρία να επαναλάβουμε την προσπάθεια, χωρίς καν να δούμε κριτικά όλη αυτή την περίοδο.

    Το βιβλίο Η μαριονέτα και ο νάνος είναι ίσως το πιο αντιφατικό προς την προσπάθεια του συγγραφέα να συνδέσει τα πιο ασύνδετα στοιχεία, γεμάτο από επαναλήψεις, παραδοξότητες, ανέκδοτα, αλλά και με εμμονή να σώσει την υπόθεση της σταλινικής εξουσίας με κάθε τρόπο. Τι σχέση μπορεί να έχει ο Χέγκελ με την» πολιτιστική επανάσταση» του Μάο και πώς κατάφερε με όλη τη βιαιότητα και τη βαρβαρότητά της να καταλήξει στον καπιταλισμό πρωταρχικής συσσώρευσης; Ο Ζίζεκ δεν βλέπει τα αποτελέσματα των ιδεών, απλώς συγκρίνει αφηρημένες κατηγορίες, εκτός τόπου και χρόνου.

    Λίγο παρακάτω παρουσιάζει τον Απόστολο Παύλο ως λενινιστή, αφού «ο Λένιν ήταν ένας μεγάλος “θεσμοποιητής”» και όχι βέβαια ένας ιδιοφυής χειραγωγός της εξουσίας, που πίστευε στους θεσμούς τόσο πολύ για να τους εγκαταλείψει όταν δεν τον βόλευαν. Ο Ζίζεκ δεν ρίχνει το βλέμμα του στις ανώνυμες μάζες, κοιτάζει ψηλά, στους χειραγωγούς, παίζει μαζί τους και κάνει ωραίες συγκρίσεις. Ψάχνει να βρει κοινά στοιχεία ανάμεσα στον Χριστό, τον Τσε και τον Λένιν (σ. 48-49). Τι σχέση μπορεί να έχει ο ρόλος της θρησκείας με την επαναστατική στρατηγική του Τσε και την επαναστατική βία του Λένιν; Οι θρησκείες καλύπτουν άλλες ανάγκες, διαπερνούν όλη την ιστορία και συνεπώς χρειάζονται άλλου είδους ανάλυση, ενώ οι επαναστάσεις και οι τακτικοί στόχοι τους είναι ιστορικά προσδιορισμένες.

    Στη σελίδα 67 και συνέχεια επαναλαμβάνει το ανέκδοτο για την ευτυχία στην Τσεχοσλοβακία, από το βιβλίο Καλώς ορίσατε στην έρημο του πραγματικού, ενώ στις σελίδες 117-118 έχουμε νέες επαναλήψεις ανεκδότων που τόσο του αρέσουν. Στην προσπάθειά του να οικοδομήσει τη δογματική αλήθεια του, ο Ζίζεκ επικαλείται τον Νίτσε: «Επομένως η απόφανση του Νίτσε ότι η αλήθεια είναι μια προοπτική», προχωρώντας στην «ιδέα του Λένιν σχετικά με τον στρατευμένο μερικό χαρακτήρα της γνώσης – τη διαβόητη partijnost (κομματικότητα): σε μια ταξική κοινωνία, η “αληθινή” αντικειμενική γνώση είναι δυνατή μόνο υπό την “ιδιοτελή” επαναστατική σκοπιά».

    Εδώ ο Ζίζεκ παραπέμπει στο Ιστορία και ταξική συνείδηση του Λούκατς, όπου την αληθινή και αντικειμενική γνώση την εκφράζει το προλεταριάτο, που αντιπροσωπεύεται από το κόμμα του και του οποίου απόλυτος εκφραστής είναι ο γραμματέας του, ο οποίος ήταν ο Στάλιν, που με τη γνωστή μαεστρία του οδήγησε στα Γκουλάγκ και στην οικοδόμηση της γνήσιας δημοκρατίας!

    Ο Ζίζεκ ίσως να ξεχνάει ότι τα φιλοσοφικά σχήματα και οι θεωρησιακές συγκρίσεις έχουν γκρεμιστεί στην ιστορική άβυσσο του 20ού αιώνα, όπου δεν έδρασε ούτε η τάξη ούτε το κόμμα, αλλά οι εκπρόσωποί τους και μάλιστα με απόλυτη προσωπική εξουσία για να τα συντρίψουν όλα. Εδώ χρειάζεται άλλου είδους ψυχανάλυση που θα μελετήσει το τραγικό αδιέξοδο ενός απλοϊκού ονείρου!

    Ακόμη και το πραγματικό γεγονός όπου ο Μιλόσεβιτς στις 28 Φεβρουαρίου 1989 λέει στη μάζα, στο Βελιγράδι: «Δεν σας ακούω καλά αλλά θα τον συλλάβουμε» (εννοεί τον Αζέμ Βλάσι), ο Ζίζεκ δεν βλέπει σ’ αυτή την έκφραση την άνεση με την οποία ο ηγέτης χειραγωγεί τη μάζα και την οδηγεί σε νέες «κατακτήσεις», ούτε τη σχέση εξουσίας-μάζας που είναι το καίριο χαρακτηριστικό της προετοιμασίας και επιβολής του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, αλλά μέσα απ’ το ανεκδοτολογικό του περιεχόμενο δίνει την ερμηνεία ότι ο ηγέτης δεν άκουσε σωστά.

    Μένοντας στα επιφανειακά σχήματα, ο Ζίζεκ τονίζει ότι «η βασική στάση του σταλινικού κομμουνιστή είναι να ακολουθεί την ορθή γραμμή του κόμματος ενάντια στις “δεξιές” ή “αριστερές” παρεκκλίσεις, ενώ αντίθετα για τον αυθεντικό λενινισμό υπάρχει μόνο μια παρέκκλιση, η κεντρώα – το να “παίζεις στα σίγουρα”, να αποφεύγεις ευκαιριακά το ρίσκο τού να “πάρεις θέση” καθαρά και ξάστερα».

    Ο συγγραφέας ανάγει όλη την εξουσιαστική ιστορία του σταλινισμού στην εναντίωσή του στις «δεξιές» ή «αριστερές» παρεκκλίσεις και δεν λαμβάνει υπόψη ότι αυτές οι «παρεκκλίσεις» καθορίζονται από το κόμμα, αφού αυτό ό,τι αποφασίσει το θεωρεί ορθό και οι χθεσινές παρεκκλίσεις γίνονται σήμερα επίσημη γραμμή του κόμματος, ενώ το χθεσινό «ορθό» γίνεται «παρέκκλιση». Είχαμε έτσι παραδείγματα όπου η «ορθή» εκτίμηση για τον σοσιαλφασισμό στην αρχική άνοδο του Χίτλερ μετατράπηκε σε «ορθή» γραμμή με το λαϊκό μέτωπο, για να καταλήξει στην «ορθή» γραμμή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, το 1939, και βέβαια στην «ορθή» καταδίκη του ναζισμού με την πολεμική σύγκρουση Γερμανίας-Σοβιετικής Ένωσης.

    Αργότερα η «ορθή» δαιμονοποίηση της ορθόδοξης εκκλησίας μετατράπηκε σε «ορθή» χρησιμοποίησή της για τις ανάγκες του αγώνα κατά του ναζισμού. Η απουσία αρχών και αξιών, ο καιροσκοπισμός που ανέβηκε στο ύψος της θεωρίας, η γελοιοποίηση της διαλεκτικής που έλυνε όλα τα προβλήματα, χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες διατήρησης στην εξουσία του μονοκομματικού μηχανισμού κι ήταν πάντα η «ορθή» γραμμή του Στάλιν και της μετασταλινικής ηγεσίας του κόμματος σε όλη την ιστορική περίοδο από το 1917 ως το 1989. Αν αυτό κάνει πως το αγνοεί ο Ζίζεκ, τότε όλη η «ανάλυσή» του είναι μάταιη και άσκοπη. Προσπαθεί να εξηγήσει την προσωπική εξουσία του Στάλιν αναλύοντας λεπτομερώς τη γενική έλλειψη γραμμής και τις κατευθύνσεις του ηγέτη μέσω άρθρων, υπαινιγμών και τηλεφωνημάτων (περίπτωση Πάστερνακ).
    Θεωρεί μάλιστα προφανές το πλεονέκτημα ενός τέτοιου τρόπου λειτουργίας, αφού ο Στάλιν επέκρινε για τις «υπερβολές» τους χαμηλότερους αξιωματούχους που δεν είχαν κατανοήσει την πολιτική του. Η απόλαυση της εξουσίας και το παιχνίδι γάτας-ποντικών που εφάρμοζε ο Στάλιν με όλα τα στελέχη που κατόπιν εκτελούσε δεν υπάρχει στο οπτικό πεδίο του Ζίζεκ. Προφανώς είναι και αυτός αφομοιωμένος από το παιχνίδι του μεγάλου αφεντικού της Ιστορίας. Τέλος, εκθειάζει την επίδειξη ελέους από τον Στάλιν, παρ’ ότι θεωρεί ότι αυτή η στάση ήταν υποκριτική.

    Στην εισαγωγή του βιβλίου Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα, ο Ζίζεκ επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά το ανέκδοτο με τους όρχεις, «φιλοσοφικό» επιχείρημα ή όργανο το οποίο αρέσκεται να χρησιμοποιεί συχνά:
    «Τον δέκατο πέμπτο αιώνα, όταν η Ρωσία ήταν υπό την κατοχή των Μογγόλων, ένας χωρικός και η γυναίκα του περπατούσαν σ’ έναν κονιορτοβριθή επαρχιακό δρόμο· ένας Μογγόλος πολεμιστής καβάλα στ’ άλογό του σταμάτησε πλάι τους και ανακοίνωσε στον χωρικό ότι θα βίαζε τη γυναίκα του· κατόπιν πρόσθεσε: “Όμως επειδή το έδαφος είναι γεμάτο σκόνη, εσύ θα πρέπει να βαστάς τους όρχεις μου, όσο εγώ θα βιάζω τη γυναίκα σου, για να μην λερωθούν”. Αφού ο Μογγόλος έκανε ό,τι έκανε κι απομακρύνθηκε, ο χωρικός άρχισε να γελάει και να χοροπηδάει όλο χαρά. Η έκπληκτη σύζυγός του τον ρώτησε: “Πώς μπορείς να χοροπηδάς όλο χαρά, όταν μόλις με βίασαν βάρβαρα μπροστά στα μάτια σου;”. Ο χωρικός απάντησε: “Μα του την έσκασα! Τα παπάρια του είναι γεμάτα σκόνη”. Αυτό το θλιβερό ανέκδοτο εκφράζει την αδιέξοδη κατάσταση των αντιφρονούντων· νόμιζαν ότι κατάφερναν δεινά πλήγματα στην κομματική νομενκλατούρα, αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να λερώνουν ελαφρά τους όρχεις της νομενκλατούρας, ενώ η άρχουσα ελίτ εξακολουθούσε να βιάζει τον λαό».

    Είναι εντυπωσιακή οπτική γωνία όπου όλοι οι ταλαιπωρημένοι αντιφρονούντες, τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα των Γκουλάγκ παρουσιάζονται να προστατεύουν τους όρχεις του θύτη από τη σκόνη. Ενώ ο Ζίζεκ σε άλλες ομιλίες του προτείνει μπροστά σε ένα ενθουσιώδες κοινό πως θα πρέπει με πονηριά να κόψουμε τους όρχεις της καπιταλιστικής εξουσίας.

    Βέβαια, εδώ θα μπορούσε να παρουσιάσει τον Μογγόλο ως πρόδρομο του Διαφωτισμού συγκρίνοντάς τον με τον Μπέρια που πρώτα συνελάμβανε τους συζύγους, μετά βίαζε τη γυναίκα του θύματος και τελικά τους σκότωνε χωρίς δίκη.

    Με την απόλαυση παρόμοιων ανεκδότων ο συγγραφέας χάνει το μέτρο, ξεφεύγει από την τραγική πραγματικότητα της Ιστορίας και ανεβαίνει στο ύψος του διασκεδαστή, της μαζικής κουλτούρας, του ανθρώπου που επειδή δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε καταφεύγει στη γελοιότητα.
    Στο κεφάλαιο «Η κομμουνιστική υπόθεση» ο Ζίζεκ μέσω του Λένιν επιχειρεί να «ξαναρχίσει απ’ την αρχή» την προσπάθεια οικοδόμησης του κομμουνισμού. Αφού ως συνήθως αναμειγνύει και φιλοσόφους όπως ο Κίρκεγκορ, καταλήγει στον προσφιλή του Αλαίν Μπαντιού, τον υποστηρικτή του Πολ Ποτ. Αφού επισημαίνει την «έλλειψη ενός επαναστατικού υποκειμένου» και τη μάταιη προσπάθεια του δυτικού μαρξισμού να βρει άλλα επαναστατικά υποκείμενα, καταλήγει στον Λένιν που ανακάλυψε τους χωρικούς στις τότε συνθήκες. Ο Ζίζεκ δεν αναλύει τι έγινε μετά με τους χωρικούς και ποια ήταν η τύχη της επανάστασης στη Ρωσία, αλλά συνεχίζει με τις «επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις στην Κούβα και στη Γιουγκοσλαβία», λησμονώντας ότι κανένα από αυτά τα παραδείγματα δεν έχει σχέση με τη μαρξική αντίληψη της επανάστασης ως αλλαγή του τρόπου παραγωγής και την κυριαρχία τελικά του προλεταριάτου.

    Ο Ζίζεκ αντιπαραθέτει τον κομμουνισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά δεν προσπαθεί να εξηγήσει πώς θα γίνει το άλμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, με ποιο τρόπο και με ποιες εγγυήσεις. Τουλάχιστον ο σταλινισμός είχε εφεύρει την κενή ταυτολογία: «Ο κομμουνισμός είναι η ανώτερη φάση του σοσιαλισμού, ενώ ο σοσιαλισμός είναι η κατώτερη φάση του κομμουνισμού».

    Ο Ζίζεκ υιοθετεί αυτό που ο Μπαντιού αποκαλεί «αιώνια ιδέα του κομμουνισμού» ή αλλιώς τις «κομμουνιστικές σταθερές στις τέσσερεις θεμελιώδεις έννοιες που λειτουργούν από τον Πλάτωνα και τις μεσαιωνικές χιλιαστικές εξεγέρσεις μέχρι τον ιακωβινισμό, τον λενινισμό και τον μαοϊσμό· αυστηρή εξισωτική δικαιοσύνη, σωφρονιστική τρομοκρατία, πολιτικός βολονταρισμός και εμπιστοσύνη στο λαό».
    Από τις τέσσερεις αυτές θεμελιώδεις έννοιες αυτή που πρέπει να διακρίνουμε καίρια είναι ο πολιτικός βολονταρισμός. Αυτός προσδιορίζει, ως κόμμα, ως ηγέτης, ως εκπρόσωπος του προλεταριάτου, ποια είναι κατά καιρούς η δικαιοσύνη, ποια είναι η τρομοκρατία και τι σημαίνει εμπιστοσύνη στο λαό.

    Τα είδαμε αυτά σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με τον Στάλιν και τις Λαϊκές Δημοκρατίες και τα Γκουλάγκ του, με τον Μάο και τον Πολ Ποτ. Σ’ αυτόν τον πολιτικό βολονταρισμό ο Ζίζεκ με τον Μπαντιού προσπαθούν κωμικοτραγικά να προσθέσουν και τον δικό τους «φιλοσοφικό» βολονταρισμό. Θα ήταν επικίνδυνη και ανεύθυνη η πρότασή τους αν την παίρναμε στα σοβαρά, αλλά απλώς απευθύνεται σε ένα κοινό που διασκεδάζει με την «επανάσταση».

    Για τον καπιταλισμό πρωταρχικής συσσώρευσης που αναπτύσσεται στην Κίνα, μετά από όλες τις επαναστάσεις του Μάο και των ερυθροφρουρών του, ο Ζίζεκ σφυρίζει αδιάφορα, αφού αυτό που κατάλαβε δεν είναι η πλήρης αποτυχία του βολονταρισμού, αλλά το παράδειγμα ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς δημοκρατία. Η επιλεκτική οπτική του είναι εξαίρετη!

    Τέλος, στο βιβλίο Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί, ο Ζίζεκ περνάει από τον Μάο στον Χίτλερ και από κει στον Στάλιν χωρίς να μπαίνει στην ουσία της εξουσιαστικής απόλαυσης (σ. 237-239), αλλά προσπαθεί να δικαιώσει τον Στάλιν, ο οποίος «πολύ σοφά στρατολογούσε ανθρώπους από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα στη NKVD. Έτσι ήταν ικανοί να εκτονώνουν το μίσος τους για τη νομενκλατούρα συλλαμβάνοντας και βασανίζοντας υψηλόβαθμους απαράτσικ».

    Ο Ζίζεκ δεν κατάλαβε ίσως την προσωπική εξουσία του Στάλιν και προσπαθεί να ερμηνεύσει ταξικά και τους βασανιστές. Είναι γνωστό το πόσο εύκολα οι θύτες γίνονταν θύματα κατά τη σταλινική περίοδο και πόσοι υπεύθυνοι των μυστικών υπηρεσιών και βασανιστές περνούσαν στην ανώνυμη μάζα των βασανισμένων.

    Η παρουσίαση μιας άτακτης ιδεολογικής σκέψης όπως αυτής του Ζίζεκ, με δεκάδες βιβλία, με ομιλίες και συνεντεύξεις που επαναλαμβάνουν φλύαρα τσιτάτα και ανέκδοτα είναι δύσκολη υπόθεση. Η δυσκολία της συνίσταται στην έλλειψη συνοχής, στις αντιφάσεις και τις παραδοξολογίες της. Ωστόσο συνοπτικά θα μπορούσαμε να τονίσουμε:

    Ο Ζίζεκ δεν μπορεί να ξεπεράσει το φαντασιακό του λενινιστικού-σταλινικού βολονταρισμού. Τα διανοητικά του εργαλεία είναι απαρχαιωμένα και οδηγούν σήμερα μόνο σε ανέκδοτα, στο φθηνό χειροκρότημα που έχει την πικρή γεύση του ιστορικού κενού, πνιγμένο στη βία, στο αίμα και στη χειραγώγηση. Η σκέψη του είναι ένα χωρίς βάση εποικοδόμημα, μετέωρη στο παρελθόν, χωρίς υποκείμενο, αλλά αναζητώντας ουσία από τις νομοτέλειες του παρελθόντος. Η «διαλεκτική» του Ζίζεκ είναι εκείνη του Στάλιν, που επιβάλλεται στους υπηκόους ως ερμηνεία και κάθε φορά έχει δίκαιο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Βέβαια σ’ αυτήν δεν υπάρχει ούτε ηθική ούτε φιλανθρωπία, αφού προχωρούμε στην τελική λύση χωρίς συμβιβασμούς.

    Ο ιδεολογικός του λόγος κρύβει την πραγματικότητα, και δεν έχει στόχο να την αποκαλύψει. Είναι χαρακτηριστικό ότι απ’ όλη την τραγωδία του υπαρκτού σταλινισμού κατάφερε να ξεχωρίσει τα κυρίως θύματα, τους αντιφρονούντες, με τους… όρχεις! Το βλέμμα του ψάχνει κάποιες λεπτομέρειες για να τις υπερτονίσει ενώ αποκρύπτει τη συνολική εικόνα. Στην οπτική του δεν υπάρχει πολίτης και κοινωνία πολιτών ούτε ατομική υπευθυνότητα, όλα κινούνται στις μαζικές ιδεολογίες με πρωτοπόρο το σταλινικό τερατούργημα. Η χειραγώγηση της εξουσίας με τα Γκουλάγκ ως εκπρόσωπους του… Διαφωτισμού!

    Ο Ζίζεκ δεν είδε την εξουσία του υπαρκτού σταλινισμού που έλεγχε το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον ζωντανών ανθρώπων ως αυθεντική
    απόλαυση εξουσίας σε διάκριση από τη δευτερεύουσα εξουσία πάνω σε πράγματα! Στην «ανάλυσή» του δεν ακολουθεί τον τρόπο προσέγγισης του Λένιν τον οποίο τόσο θαυμάζει: «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», ούτε επιχειρεί να αναλύσει τα οικονομικά, πολιτικά, εθνικά και θρησκευτικά στοιχεία για να φωτίσει την κατάσταση. Απλώς διαλέγει μια πιο εύκολη λύση που καταλήγει σε εντυπωσιασμό: επιλέγει απ’ όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, από τις επιστήμες, από τη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μαζική κουλτούρα τα στοιχεία εκείνα που τον βολεύουν και που το κοινό του είναι έτοιμο να χειροκροτήσει.
    Τελικά δεν μένει τίποτε από την ανάλυση και την κατανόηση των προβλημάτων παρά μόνο ο εντυπωσιασμός και η προσωπική του απόλαυση!

    Είναι τραγικό το πόσο η κλειστή ιδεολογική σκέψη παραμένει αιχμάλωτη και ανίκανη να δει συνολικά την ανθρώπινη μοίρα. Καταφεύγει στην επιδερμική εικόνα των στοιχείων που αποτρέπουν την κριτική ανάλυση του εσωτερικού της χώρου και παραμένει ευτυχισμένη.
    Επιπλέον ο Ζίζεκ, σε μια θρασύτατη αντεπίθεση, κατηγορεί τους αντιφρονούντες ότι προστατεύουν τους όρχεις της εξουσίας! Ενώ ο ίδιος είναι πάντα πανέτοιμος να τους κόψει… Πάντως οι μεταφράσεις και οι επιμέλειες των βιβλίων από τις εκδόσεις Scripta είναι υποδειγματικές.

    *Το κείμενο αυτό είναι αναδημοσίευση από την Athens Review of Books, τχ. 21, Σεπτέμβριος 2011

  22. Ο σταλινισμός ως ανώτατο στάδιο του αντικομμουνισμού
    
    2011

    Δύο άρθρα του Γ. Ρούσση στην Κ. Ελευθεροτυπία ( 2011)

    Το τελευταίο διάστημα, όλο και πιο έντονα, γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τουλάχιστον από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, μια προσπάθεια πολύμορφης προβολής των αρνητικών πλευρών της σταλινικής περιόδου, κατά την οποία συνήθως, και πάλι απ” όσο είμαι σε θέση να κρίνω, προβάλλονται καθ” υπερβολήν τα εγκλήματα αυτής της περιόδου.

    Η προσπάθεια αυτή έχει διάφορες μορφές, όπως λογοτεχνικά πονήματα, ιστορικές μελέτες, μαρτυρίες, αποφάσεις κυβερνήσεων πρώην ανατολικών χωρών ή και διεθνών οργάνων κ.λπ.

    Εύλογα διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να είναι ο στόχος αυτής της συντονισμένης εκστρατείας. Το λογικό συμπέρασμα στο οποίο αβίαστα μπορεί να καταλήξει κανείς είναι ότι πρόκειται για μια προσπάθεια απαξίωσης του σοσιαλισμού, μέσα από την ταύτιση του με τη σταλινική περίοδο και με όλα τα έκτροπα που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της· μια προσπάθεια η οποία αποσκοπεί τελικά στο να αποτρέψει έτσι ώστε να λειτουργήσει στη συνείδηση των ανθρώπων η σοσιαλιστική προοπτική ως εναλλακτική λύση στα σημερινά αδιέξοδα του κυρίαρχου συστήματος.

    Με άλλα λόγια, στο βαθμό που το φάντασμα του κομμουνισμού συνεχίζει να πλανάται, όχι λόγω κάποιας θεϊκής ή άλλης μεταφυσικής βούλησης, αλλά λόγω των πραγματικών συνθηκών που κυριαρχούν, οι δυνάμεις της συντήρησης είναι απολύτως λογικό να επιχειρούν να το απαξιώνουν και ο πλέον εύκολος για αυτές τρόπος να το πράξουν είναι να το ταυτίζουν με την πλέον αποτρόπαια ιστορικά διαστρέβλωσή του.

    Αν όμως αυτό είναι, με βάση την κοινή λογική κάθε στοιχειωδώς νοήμονος αριστερού, το βαθύτερο νόημα του απανταχού αντικομουνισμού, ποιο μπορεί να είναι το νόημα εκείνων των τοποθετήσεων που συνειδητά, ή ασυνείδητα πέφτουν στην παγίδα να ταυτίζουν και αυτές τον σοσιαλισμό με εκείνη την περίοδο και μάλιστα να θεωρούν ότι αυτή είναι που υπήρξε η πιο επιτυχημένη και εκείνη κατά την οποία δεν υπήρξαν παρεκκλίσεις από τις αρχές του σοσιαλισμού;

    Ποιο μπορεί να είναι το νόημα τοποθετήσεων σαν εκείνης του διευθυντή του «Ριζοσπάστη», ο οποίος, με αφορμή την επέτειο της γέννησης του Στάλιν, του αφιέρωσε έναν διθύραμβο στον οποίο, σε αντίθεση ακόμη και με τα προηγούμενα φιλοσταλινικά επίσημα κείμενα του κόμματος, δεν υπήρχε ούτε καν το παραμικρό αρνητικό ψεγάδι εναντίον του «πατερούλη των λαών», ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζονταν αντικομουνιστής όποιος του ασκεί την όποια κριτική;

    Τι νόημα έχει να εκτιμάται μονόπλευρα ως «τεράστια η συμβολή του [Στάλιν] στην υπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ο Στάλιν ως «ένας από τους πιο επιφανείς ηγέτες του προλεταριάτου της ΕΣΣΔ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος»; Τι νόημα έχει να υποστηρίζεται ότι «το Κόμμα με την καθοδήγηση της Κεντρικής του Επιτροπής και ΓΓ τον Στάλιν αντιμετώπισε με επιτυχία όλες τις δυσκολίες και οικοδόμησε το σοσιαλισμό»; Ή ότι «οι τοποθετήσεις του [Στάλιν, προφανώς και οι πρακτικές και όχι μόνον οι θεωρητικές] για τις οποίες δέχτηκε και δέχεται αυτήν τη σφοδρή επίθεση επαληθεύτηκαν όχι μόνον όσο ζούσε, αλλά ιδιαίτερα μετά το θάνατό του» (!); Τι νόημα έχει όλες οι κραυγαλέες παραβιάσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατίας που διέπραξε να χαρακτηρίζονται ως «φανταστικά εγκλήματα» και όποιος αναφέρεται σε αυτές, όπως άλλωστε έπραττε το ίδιο το ΚΚΕ και το ΚΚΣΕ να θεωρείται ότι συμμετέχει στην «επίθεση κατά της εργατικής εξουσίας»; Τι νόημα έχει να χαρακτηρίζεται ως «σημαντική παρακαταθήκη για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα» η σταλινική παρακαταθήκη;

    Αυτή η απόλυτη συνταύτιση με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, δηλαδή η συνταύτιση του σοσιαλισμού με τον σταλινισμό, αντικειμενικά λειτουργεί σαν «νερό στο μύλο της μαύρης αντίδρασης», για να χρησιμοποιήσω μια φράση από το ένδοξο κομμουνιστικό μας παρελθόν, διότι πρόκειται για την καλύτερη επιβεβαίωση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, στο βαθμό που διευκολύνει ακόμη και τους πιο ακραίους αντικομμουνιστές να πατάνε πάνω της για να πλάθουν τα αντικομμουνιστικά τους επιχειρήματα. Και αν δεχτούμε, όπως θέλω ακόμη να πιστεύω, ότι αυτό δεν γίνεται συνειδητά, αλλά από ορισμένους από άγνοια, από άλλους επειδή πράγματι, και αλίμονο, επικροτούν τα σταλινικά εγκλήματα, οπότε και καλούνται να ερμηνεύσουν πώς το κόμμα μετατράπηκε σε Φράνκεσταϊν παραγωγό τεράτων, και από άλλους στη βάση της επικράτησης του απλοϊκού σκεπτικού ότι, στο βαθμό που η αντίδραση επιτίθεται στον Στάλιν, εμείς πρέπει να τον υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια, το αποτέλεσμα είναι πάλι το ίδιο: Η δυσφήμηση του σοσιαλισμού και η μετατροπή του από την πιο ελκτική προοπτική για το μέλλον της ανθρωπότητας στην πιο αποκρουστική.

    Στην κάθε περίπτωση, και για να ξεκαθαρίσω μια για πάντα τη θέση μου: 1. Παρ” όλα αυτά και παρά τις πολλές άλλες σημαντικές διαφωνίες μαζί του, και παρά τα όσα μου έχουν κατά καιρούς σύρει τα στελέχη του, θεωρώ βασική συνιστώσα ενός αντικαπιταλιστικού αντιιμπεριαλιστικού μετώπου το ΚΚΕ, με το οποίο νιώθω ότι βρίσκομαι στην ίδια όχθη. 2. Η στάση μου απέναντι στα σταλινικά έκτροπα δεν σημαίνει ότι τάσσομαι υπέρ των ηγετών που ακολούθησαν τον Στάλιν και οι οποίοι, στη βάση της γραφειοκρατικής στρέβλωσης που εκείνος θεμελίωσε, οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση και έστω πιο ήπια συνέχισαν τις διώξεις των κομμουνιστών που αντιστέκονταν στην τυφλή σε αυτούς υποταγή, όπως του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.

    Ανταπάντηση σε άρθρο του «Ριζοσπάστη»

    Στο προηγούμενο κυριακάτικο σχόλιό μου έγραφα: «Η προσπάθεια πολύμορφης προβολής των αρνητικών πλευρών της σταλινικής περιόδου (…) αποτελεί μια προσπάθεια απαξίωσης του σοσιαλισμού, μέσα από την ταύτισή του με (αυτήν την περίοδο) και όλα τα έκτροπα που συντελέστηκαν κατά τη διάρκειά της.

    Με άλλα λόγια, στο βαθμό που το φάντασμα του κομμουνισμού συνεχίζει να πλανάται (…) οι δυνάμεις της συντήρησης είναι απολύτως λογικό να επιχειρούν να το απαξιώνουν και ο πλέον εύκολος (…) τρόπος να το πράξουν, είναι να το ταυτίζουν με την πλέον αποτρόπαια ιστορικά διαστρέβλωσή του».

    Ιδού πώς αναποδογυρίζει στην κυριολεξία το όργανο της Κ.Ε. του ΚΚΕ, με σχόλιο του οποίου ο συντάκτης δεν έχει ούτε καν το θάρρος να υπογράψει με το όνομά του, αυτό μου το σχόλιο: Κατά τον «παράφρονα» Ρούση, «ο λυσσώδης πολύχρονος παροξυσμός, που χρόνο με το χρόνο αυξάνεται, των κάθε λογής και μορφής υπερασπιστών του καπιταλισμού κατά της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, ειδικά την περίοδο που ηγέτης ήταν ο Στάλιν, στόχο και σκοπό έχει να υπηρετήσει το σοσιαλισμό(1)». Ητοι, ενώ εγώ κάνω σαφέστατα λόγο για απαξίωση του σοσιαλισμού, το ανθρωπάκι του Τσίρκα, μου αποδίδει ότι κάνω λόγο για υπεράσπισή του.

    Εδώ συμβαίνει ένα από τα δύο: ή η θολωμένη και τεθλασμένη, λόγω υπερβάλλοντος δογματισμού, σκέψη οδηγείται στην αλλοπρόσαλλη αυθαιρεσία ότι όποιος όπως εγώ καταγγέλλει τον νεοσταλινισμό του ΚΚΕ ως αντικομμουνιστικό, διότι εκθέτει το κομμουνιστικό όραμα, αυτόματα θεωρεί τον όποιο χυδαίο αντισταλινισμό των απανταχού αντικομμουνιστών ως φιλοκομμουνιστικό, ή πρόκειται για συνειδητή επιλογή, η οποία και χαρακτηρίζει τον πολιτισμό διαλόγου που διακατέχει τα στελέχη του ΚΚΕ.

    Οποια από τις δύο περιπτώσεις κι αν ισχύει, το αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο εξάγεται χρησιμοποιείται για να χτυπηθούν μ” ένα σμπάρο δύο τρυγόνια:

    1. Η χυδαία απαξίωση όποιου διαφωνεί και του οποίου δεν έτυχε να διαβαστεί η πραγματική άποψη πριν απ” τη διαστρέβλωσή της.

    2. Η δήλωση και με αυτόν τον τρόπο της άρνησης ενός πραγματικού ενδοαριστερού διαλόγου, μια και ένας τέτοιος διάλογος καθίσταται αδύνατος αν οι συνδιαλεγόμενοι παραχαράζουν ο ένας τον άλλο.

    Το δράμα όμως για το όργανο της Κ.Ε. του ΚΚΕ είναι ότι όσο κι αν πασχίζει, είναι ευτυχώς αδύνατον να απομονώσει διά στεγανών τούς φίλους και τα μέλη του κόμματος από τους υπόλοιπους αγωνιστές και τις κριτικές τους θέσεις, με συνέπεια όλο και περισσότερο να δυσκολεύεται να επιβάλλει την τυφλή υπακοή και τη μηχανική υποταγή στα κομματικά κελεύσματα, το ψέμα απέναντι στην αλήθεια. Και εν προκειμένω, η αλήθεια είναι ότι αποτελεί έγκλημα, όχι δα «η οικοδόμηση και η υπεράσπιση του σοσιαλισμού, (και) η εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας», όπως με περίσσια θρασύτητα μου καταλογίζει ο «Ριζοσπάστης», ότι υποστηρίζω, αλλά η υπεράσπιση των σταλινικών εγκλημάτων που και το ίδιο το ΚΚΕ είχε στα λόγια τουλάχιστον καταδικάσει κατά το παρελθόν.

    Διά του λόγου το αληθές παραθέτω την ομόφωνη απόφαση της 10ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του κόμματος. Κι αν επιμείνουν στο ίδιο μοτίβο έπεται συνέχεια και μάλιστα οδυνηρή για τα ανθρωπάκια συκοφάντες.

    «Η 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, παίρνοντας υπόψη τα στοιχεία που υπάρχουν για τους παρακάτω συντρόφους-θύματα της προσωπολατρίας και μέλη και στελέχη του ΚΚΕ:

    1. Κλειδωνάρη Απόστολο 2. Μαρκοβίτη Μάρκο 3. Χαϊτά Ανδρόνικο 4. Ευτυχιάδη Κώστα 5. Πηλιώτη Διονύσιο 6. Ντούβα Γεώργιο (Βορεινό) 7. Τσαγκαράκη Γιάννη (Τόμωφ) 8. Γιαννοκούτση Γιάννη 9. Δημάκο Νικόλαο (Γρηγόριεφ) 10. Δουλούδη Βασίλη (Ταμπακώφ) 11. Χριστοδουλίδη Χριστόδουλο (Αλέξη) 12. Κολοζώφ Γεώργιο (Λεωνίδα) 13. Χαραμή Στάθη (Ασάνωφ)

    Αποφασίζει:

    1) Αποκαθιστά ηθικά και κομματικά τους συντρόφους αυτούς που πέθαναν, σαν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ.

    2) Η απόφαση αυτή ν” ανακοινωθεί εσωκομματικά και να μη δημοσιευτεί στον κομματικό Τύπο.

    Το Π.Γ. να πάρει μέτρα ώστε στον κατάλληλο χρόνο και τρόπο (επέτειοι, ιστορικές αναμνήσεις και άλλες δημοσιεύσεις) ν” αποκαταστήσει δημόσια τη μνήμη των παραπάνω συντρόφων.

    3) Η Κ.Ε. εξουσιοδοτεί το Π.Γ. ν” ανακοινώσει κατάλληλα την απόφασή της στην οικογένεια, αν έχει, του κάθε συντρόφου και ταυτόχρονα να εξετάσει την περίπτωση ηθικής και υλικής βοήθειάς της.

    Γενάρης 1967».(2)

    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ανδρόνικος Χαϊτάς υπήρξε γενικός γραμματέας του Κόμματος (1928-1931), οι Γιώργος Κολοζώφ και Γιώργος Ντούβας, γραμματείς της ΟΚΝΕ (1928-1931) και (1925-1928), ο Κώστας Ευτυχιάδης, μέλος του Π.Γ. (1928-1931), ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, διευθυντής του «Ριζοσπάστη» (1928-1931)…

    Μήπως γνωρίζετε τουλάχιστον, εσείς οι μη παράφρονες σύντροφοι, να μας πείτε πού είναι οι τάφοι αυτών των συντρόφων -εκτός αν τώρα πια τους θεωρείται και αυτούς «συνωμότες με τμήματα του στρατού καθώς και με μυστικές υπηρεσίες ξένων κρατών»(3)- να τους βάλουμε έστω εκ των υστέρων ένα λουλούδι ελληνικής γης; Αν ναι, ας μας το πείτε. Αν όχι υποχρεούστε να τους βρείτε, όπως καλεί το κόμμα να το πράξει, και μάλιστα ως «ιερή του υποχρέωση», ο Νίκος Ζαχαριάδης στο τελευταίο του γράμμα-διαθήκη.(4)

    (1) Ολες οι υπογραμμίσεις που ακολουθούν είναι δικές μου Γ. Ρ.

    (2) Αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ «Η 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ» Εκδόσεις της Κ.Ε. του ΚΚΕ, 1971, σελ. 702»

    (3) Ετσι δικαιώνονται οι αποφάσεις των δικών της Μόσχας του 1936-1937 στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το δεύτερο θέμα. Βλέπε σελίδα 17 σχετικού ένθετου του «Ριζοσπάστη», Μάρτης 2009.

    (4) Πέτρος Ανταίος, Νίκος Ζαχαριάδης θύτης και θύμα, εκδόσεις Φυτράκη 1991, σελίδα 511.

  23. Τζορτζ Όργουελ

    Ο Μαρξ και η Ρωσία

    Observer, 15 Φεβρουαρίου 1948

    Μεταφράζει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

    orwell-img_2873Η λέξη «Κομμουνισμός», αντίθετα από τη λέξη «Φασισμός», ποτέ δεν έχει εκφυλιστεί σε έναν καταχρηστικό όρο χωρίς νόημα. Παρόλα αυτά, μια κάποια αμφισημία όντως συνδέεται με αυτήν, και σημαίνει τουλάχιστον δύο διαφορετικά πράγματα, συνδεόμενα μόνο με αδύναμο δεσμό: μια πολιτική θεωρία, και ένα πολιτικό κίνημα το οποίο δεν κάνει πράξη τη θεωρία με κάποιον ορατό τρόπο. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι πράξεις της Κομινφόρμ* μπορεί να φαίνονται πιο σημαντικές από τις προφητείες του Μαρξ, αλλά, όπως μας υπενθυμίζει ο κ. John Plamenatz στο πρόσφατο φυλλάδιό του**, το αρχικό όραμα του Κομμουνισμού δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί, αφού αποτελεί ακόμα τη γεννήτρια που τροφοδοτεί πίστη σε εκατομμύρια ακολούθους και έτσι τη δύναμη να δράσουν.

    Αρχικά, «Κομμουνισμός» σήμαινε μία ελεύθερη και δίκαια κοινωνία βασισμένη στην αρχή «ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του». Ο Μαρξ έκανε δυνατό αυτό το όραμα, κάνοντάς το μέρος μιας φαινομενικά αναπόφευκτης ιστορικής διαδικασίας. Η κοινωνία υποτίθεται ότι θα σμικρυνόταν σε μια μικρή τάξη εχόντων και μια τεράστια τάξη στερημένων, και μια μέρα, σχεδόν αυτόματα, οι στερημένοι θα αναλάμβαναν την εξουσία. Μερικές μόνο δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μαρξ ξέσπασε η Ρωσική Επανάσταση, και οι άνδρες που την καθοδηγούσαν αυτοανακηρύχθηκαν, και πίστευαν ότι είναι, οι πιο πιστοί μαθητές του Μαρξ. Αλλά η επιτυχία τους βασιζόταν στην πραγματικότητα στο να πετάξουν ένα σωρό από τα διδάγματα του δασκάλου τους στα σκουπίδια.

    Ο Μαρξ προέβλεψε ότι η επανάσταση θα ξεκινούσε στις υψηλά βιομηχανοποιημένες χώρες. Τώρα είναι προφανές ότι αυτό ήταν λάθος, αλλά είχε δίκιο με αυτήν την έννοια, ότι το είδος της επανάστασης που προείδε δεν θα μπορούσε να συμβεί σε μια οπισθοδρομική χώρα όπως η Ρωσία, όπου οι βιομηχανικοί εργάτες ήταν μια μειονότητα. Ο Μαρξ είχε οραματιστεί ένα υπερβολικά ισχυρό προλεταριάτο που θα παραμέριζε μια μικρή ομάδα αντιπάλων, και τότε θα κυβερνούσε δημοκρατικά, μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων. Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα, στη Ρωσία, ήταν η αρπαγή της εξουσίας από ένα μικρό σώμα αταξικών επαγγελματιών επαναστατών, που αξίωναν ότι αντιπροσώπευαν τον κοινό λαό αλλά δεν ήταν εκλεγμένοι από αυτόν ούτε ήταν πραγματικά υπόλογοι σε αυτόν.

    Για τον Λένιν αυτό ήταν αναπόφευκτο. Αυτός και η ομάδα του έπρεπε να μείνουν στην εξουσία, αφού μόνοι αυτοί ήταν οι πραγματικοί κληρονόμοι του Μαρξιστικού δόγματος, και ήταν φανερό ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν στην εξουσία δημοκρατικά. Η «δικτατορία του προλεταριάτου» έπρεπε να σημαίνει τη δικτατορία μιας χούφτας διανοούμενων, να κυβερνούν μέσω τρομοκρατίας. Η Επανάσταση είχε σωθεί, αλλά από τότε και στο εξής το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα εξελίχτηκε προς μια κατεύθυνση που ο Λένιν πολύ πιθανόν να αποδοκίμαζε αν είχε ζήσει περισσότερο.

    Καρεκλωμένοι όπως ήταν, οι Ρώσοι Κομμουνιστές αναγκαστικά εξελίχτηκαν σε μόνιμη κάστα εξουσίας, ή σε ολιγαρχία, κληρωτοί όχι από τη γέννα αλλά από υιοθεσία. Εφόσον δεν μπορούσαν να ριψοκινδυνεύσουν την ανάπτυξη της αντιπολίτευσης δεν μπορούσαν να επιτρέψουν την γνήσια κριτική, και από τη στιγμή που κατασίγασαν την κριτική έκαναν συχνά αποφευκτά λάθη: τότε, επειδή δεν μπορούσαν να αποδεχτούν ότι τα λάθη ήταν δικά τους έπρεπε να βρουν αποδιοπομπαίους τράγους, μερικές φορές σε τεράστια κλίμακα.

    Το αποτέλεσμα είναι ότι η δικτατορία έγινε πιο ερμητική όσο το καθεστώς γινόταν πιο ασφαλές, και ότι η Ρωσία είναι πιθανόν πιο μακριά από τον ισότιμο Σοσιαλισμό σήμερα από ό,τι ήταν 30 χρόνια πριν. Όμως, όπως σωστά μας προειδοποιεί ο κ. Plamenatz, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να φανταστούμε ότι η αρχική ζέση έχει ξεθωριάσει. Οι Κομμουνιστές μπορεί να έχουν διαστρεβλώσει τους στόχους τους, αλλά δεν έχουν χάσει τη γοητεία τους. Η πίστη ότι αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι σωτήρες της ανθρωπότητας είναι όσο ανενδοίαστη όσο ποτέ. Τα χρόνια 1935-39 και 1941-44 ήταν εύκολο να πιστεύει κανείς ότι η ΕΣΣΔ είχε εγκαταλείψει την ιδέα της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά τώρα είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν έτσι. Η ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ: έχει απλά παραλλαχθεί, με την «επανάσταση» να τείνει όλο και περισσότερο να σημαίνει «κατάκτηση».

    Αναπόφευκτα, σίγουρα, σε τόσο μικρό βιβλίο, ο κ. Plamenatz περιορίζει τον εαυτό του σε μία όψη του θέματός του, και λέει πολύ λίγα για τον ρόλο και τον χαρακτήρα των κομμουνιστικών κομμάτων έξω από την ΕΣΣΔ. Επίσης μετά βίας αγγίζει το ζήτημα του αν το Ρωσικό καθεστώς θα μετατραπεί, αν μπορεί καν, σε πιο φιλελεύθερο από μόνο του. Αυτό το τελευταίο ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, αλλά χωρίς να έχουμε προηγούμενο μπορούμε μόνο να μαντέψουμε την απάντηση.

    Εν τω μεταξύ, έχουμε μπροστά μας ένα παγκόσμιο πολιτικό κίνημα που απειλεί την ίδια την ύπαρξη του Δυτικού πολιτισμού, και που δεν έχει χάσει ίχνος από την ορμητικότητά του επειδή έχει κατά έναν τρόπο διαφθαρεί. Ο κ. Plamenatz φτάνει στο ζοφερό συμπέρασμα ότι αν και η ΕΣΣΔ δεν θα επισπεύσει αναγκαστικά επιθετικό πόλεμο με τη Δύση, οι κυβερνήτες της θεωρούν έναν αγώνα μέχρι θανάτου απαραίτητο, και ποτέ δεν θα φτάσουν σε πραγματική συμφωνία με εκείνους που θεωρούν φυσικούς εχθρούς τους. Προφανώς, όπως λέει ο Πλοίαρχος Stephen King-Hall στην Εισαγωγή του, αν θέλουμε να πολεμήσουμε τον κομμουνισμό πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε. Αλλά πέρα από την κατανόησή του υπάρχει η πιο δύσκολη προσπάθεια να γίνουμε κατανοητοί, και –ένα πρόβλημα που λίγοι φαίνεται να έχουν σκεφτεί σοβαρά- να βρούμε έναν τρόπο να γνωστοποιήσουμε τη γνώμη μας στον Ρωσικό λαό.

    * Συντονιστικό Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων

    ** Αναφέρεται στο βιβλίο του 1947, «What is Communism?» του John Petrov Plamenatz (1912-1975)

    http://eranistis.net/wordpress/2015/07/07/orwell-marx-russia/

  24. Κατά του σταλινισμού, σε κάθε του μορφή, του Δημήτρη Μπελαντή
    στην κατηγορία Αναδημοσιεύσεις 17 Οκτ 2015
    10
    (Σειρά: Κριτική στα κομμουνιστικά ρεύματα – αριθμός 1, Οκτώβριος 2015)

    Εισαγωγή

    Το παρόν κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας συνολικότερης προσπάθειας του γράφοντος να παρουσιάσει κριτικά τα βασικά ρεύματα του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ο και τον 21ο αιώνα, του τμήματος δηλαδή της Αριστεράς, το οποίο αναφέρθηκε πρακτικά ή και μόνο ρητορικά στην ανατροπή του καπιταλισμού και στον μαρξισμό. Δεν συμπεριλαμβάνεται η κλασική σοσιαλδημοκρατία, λόγω της σαφούς ρήξης της μετά το 1945 με τον μαρξισμό, αν και θα γίνουν ορισμένες αναφορές στα αριστερά σοσιαλιστικά ρεύματα που ως αργά κράτησαν μια σχέση με τον μαρξισμό (π.χ. Σ.Κ. Γαλλίας).

    Η στιγμή επιλογής δεν είναι πολιτικά τυχαία: μετά από μια σημαντική ήττα της αντιμνημονιακής Αριστεράς, όπως το τέλος του πειράματος ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται ένας βαθύς αναστοχασμός πάνω στην πορεία όλων ανεξαιρέτως των ρευμάτων του ΚΚ και του μαρξισμού καθώς και μια βαθειά επίγνωση των συνεισφορών αλλά και των μεγάλων ανεπαρκειών καθενός από αυτά στην προοπτική μιας συνθετικής προσπάθειας. Χρειάζεται μια πιο στρατηγική αποτίμηση της Αριστεράς και όχι απλώς ένα μπάλωμα πληγών και τακτικών προβλημάτων και οργανωτικών ολιγωριών. Χρειάζεται, κοντολογίς, να βάλουμε τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και να σκεφτούμε πιο στρατηγικές επανατοποθετήσεις και αναστοχασμούς. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας θα ασχοληθώ:

    α) με την πορεία του παραδοσιακού κομμουνιστικού ή σταλινικού ρεύματος ως του κεντρικού ουσιαστικά ρεύματος εντός του κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα

    β) με την στρατηγική του λαϊκομετωπισμού, ως κεντρική στρατηγική τοποθέτηση του παραδοσιακού κομμουνιστικού ή σταλινικού ρεύματος

    γ) με τον ευρωκομμουνισμό ως συνέχεια αλλά και τομή με τον σταλινισμό και το παραδοσιακό κομμουνιστικό ρεύμα και ως ρεύμα του δυτικού μαρξισμού

    δ) με τον τροτσκισμό στις παλιές και νέες μορφές του

    ε) με τα πιο ανατρεπτικά ρεύματα του δυτικού μαρξισμού, όπως ο αλτουσερισμός και ο «αριστερός ευρωκομμουνισμός»

    στ) με τον μαοϊσμό και

    ζ) με τον εργατισμό και τα συμβουλιακά ρεύματα.

    Στο τέλος αυτής της παρουσίασης, θα διατυπώσω ορισμένες πρώτες σκέψεις για την ανάγκη ανασύνθεσης των ρευμάτων και για αυτά που πρέπει να εγκαταλειφθούν ως στρατηγικά και φυσιογνωμικά στοιχεία του κομμουνισμού του 21ου αιώνα.

    stalin-timonierisΗ απόπειρα αυτή απολογισμού προφανώς δεν είναι πολιτικά και θεωρητικά ουδέτερη. Η κριτική στον σταλινισμό, η οποία δεν είναι χρονικά τυχαία και η πρώτη, δεν αφορά απλώς ένα ρεύμα όπως τα άλλα με θετικές και αρνητικές συνεισφορές (π.χ. τροτσκισμός, ευρωκομμουνισμός κλπ) αλλά την θεμελιώδη παρέκκλιση εντός του ΚΚ, την φυσιογνωμία, οργάνωση και στρατηγική, η οποία πάνω από όλα εξέτρεψε τον ιστορικό κομμουνισμό από την επαναστατική του κατεύθυνση και τον κατέστησε απωθητικό στις δυτικές κοινωνίες είτε ως σέχτα είτε ως συστημικό εγχείρημα.

    Στην συνέχεια, θα προχωρήσω μεθοδολογικά ως εξής: Θα ξεκινήσω με την παράθεση ορισμένων γενικών σκέψεων για το σταλινικό φαινόμενο, αξιολογώντας το τόσο στρατηγικά όσο και ηθικοπολιτικά.

    Η ηθικοπολιτική αξιολόγηση του σταλινισμού δεν αποτελεί, κατά την γνώμη μου, μια «σοβιετολογία» ή έναν κεκαλυμμένο αντικομμουνισμό στο όνομα του σταλινισμού, όπως π.χ. κάνουν οι αστοί αναθεωρητές ιστορικοί με τις λεγόμενες Μαύρες Βίβλους κλπ. Αντίθετα, αποτελεί ένα βαθύ καταστάλαγμα από μια θέση κριτικού μαρξισμού και κομμουνισμού στην πορεία και την φυσιογνωμία του σταλινικού φαινομένου, η οποία δεν περιορίζεται σε μια τοποθέτηση για την υπεροχή της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα (π.χ. κριτική στον οικονομισμό ως βάση του σοβιετικού μαρξισμού, σωστή κατά τα άλλα) αλλά το αξιολογεί και ηθικοπολιτικά από την θέση του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού.

    Ως δεύτερο βήμα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και να φωτίσω τις ταξικές και κοινωνικές αιτίες εμφάνισης του σταλινικού φαινομένου, την ταξική ανάλυση των σταλινικών ή σταλινιζουσών γραφειοκρατιών στην ΕΣΣΔ – Ανατολική Ευρώπη αλλά και στην Δύση στον 20ο και εν μέρει στον 21ο αιώνα, την σχέση μπολσεβικισμού και γραφειοκρατίας ως ειδικότερο ζήτημα.

    Η ανάλυση αυτή θα γίνει με βάση τα μαρξιστικά θεωρητικά εργαλεία, ιδίως με προσαρμογή και στις νεότερες αναλύσεις της περιόδου 1960-1980, ως χρυσής περιόδου του νεότερου μαρξισμού, αλλά και με δάνεια άλλων κριτικών τοποθετήσεων εκτός του κλασικού μαρξισμού.

    Ως τρίτο βήμα, θα σταθώ στην σημαντική διάκριση ανάμεσα στην γραφειοκρατία του «ηρωικού σταλινισμού» (1924-1956) και στην γραφειοκρατία του ύστερου σταλινισμού και του μετασταλινισμού, στα ταξικά και ανθρωπολογικά τους στοιχεία.

    Ως τέταρτο βήμα θα παρουσιάσω ορισμένες τάσεις μετασταλινισμού ή σύγχρονου μετανεωτερικού σταλινισμού, όπως αυτές εκφράζονται κυρίως στο σύγχρονο ΚΚΕ αλλά και σε τάσεις προερχόμενες από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ιδίως το Αριστερό Ρεύμα.

    Αυτή η τοποθέτηση δεν γίνεται από μια σκοπιά οριστικής κατεδαφιστικής καταδίκης αυτών των ρευμάτων αλλά από μια σκοπιά που υπό όρους θα μπορούσε να τα βοηθήσει να υπερβούν όψεις του εαυτού τους, να αναγεννηθούν. Βεβαίως, η ιστορική απαισιοδοξία αυτήν την στιγμή φαίνεται να είναι βασιμότερη από έναν ανόητο οπτιμισμό, η αισιοδοξία της βούλησης περιορίζεται σημαντικά από την απαισιοδοξία της γνώσης.

    Γενικές θέσεις

    Ο σταλινισμός, ο σοβιετικός μαρξισμός, είναι η βασική/κυρίαρχη μαζική ιδεολογία του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος στον 20ο αιώνα, η κυρίαρχη και μαζική κομμουνιστική ιδεολογία ανάμεσα στα 1924 (χρόνο θανάτου του Λένιν) και στα 1989- με την πιθανή εξαίρεση μετά το 1970 του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος στην Δυτική Ευρώπη, που τραβά με μαζικούς όρους έναν ανεξάρτητο δρόμο.

    balibarΟ σταλινισμός είναι η ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία αφενός μεν όλα τα ΚΚ υποτάσσονται σε ένα κόμμα-οδηγό και σε μια χώρα-οδηγό (Σοβιετική Ένωση), αφετέρου δε το κόμμα λειτουργεί με βάση τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό, αυστηρά από πάνω προς τα κάτω, και υποτάσσει στην ηγεσία του και τον μηχανισμό του τα μέλη του και στο ίδιο το εργατικό κίνημα και την σύμπασα κοινωνία.

    Ο σταλινισμός είναι μια ιδεολογία απολύτως «περίκλειστη», η οποία νομιμοποιεί την κρατική/κομματική γραφειοκρατία ως άρχουσα κοινωνική δύναμη μέσα στο εργατικό κίνημα και στο κόμμα/κράτος και ευλογεί την παραβίαση κάθε δημοκρατικής αρχής, κάθε πρωτοβουλίας και κάθε αυτοοργανωτικής προσπάθειας.

    Βεβαίως, και η σοσιαλδημοκρατία είναι από παλιά μια αντιδημοκρατική δύναμη. Όμως, η γραφειοκρατία της σοσιαλδημοκρατίας είναι πολύ πιο ευέλικτη και πολύ λιγότερο άμεσα κατασταλτική από ό,τι η σταλινική γραφειοκρατία. Επίσης, η σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία, τουλάχιστον μέχρι το 1990, είναι μια δύναμη που στηρίζει την αυταρχική αστική δημοκρατία (και έκτοτε την ακόμη πιο αυταρχική αστική μεταδημοκρατία), όχι ένα απολύτως απολυταρχικό και ολοκληρωτικό κράτος. Για τον λόγο αυτόν και επιβιώνει με καλύτερους όρους από τον σταλινισμό μετά το 1989, δεν χρεώνεται το αντιδημοκρατικό ντελίριο του σταλινισμού.

    Στην πραγματικότητα, και με βασική εξαίρεση το ΚΚΕ και κάποιες απολύτως περιθωριακές ομάδες στην Ευρώπη, ο σταλινισμός καταρρέει ως πολιτικό ρεύμα και ως μαζική ιδεολογία μετά το 1989. Όμως, δεν είναι τυχαίο που οι πρακτικές του βρίσκουν ακροατήριο και θαυμαστές στην Ελλάδα ακόμη και σε σχηματισμούς, που δεν είναι κατά κανόνα ή κατά έκδηλο τρόπο σταλινικοί (όπως σε τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ και ήδη της ΛΑΕ και ιδίως στο ΑΡ).

    Ο σταλινισμός ευθύνεται για τεράστια και πολυπληθή πολιτικά εγκλήματα τόσο στην ΕΣΣΔ όσο και διεθνώς. Εγκλήματα πολιτικά και ηθικά και όχι με την έννοια ενός αντικομμουνιστικού ποινικού δικαίου, το οποίο όχι τυχαία διεκδικούν οι αναθεωρητές και αντικομμουνιστές ιστορικοί σε όλο τον κόσμο, αξιοποιώντας προς όφελος του κεφαλαίου τις αποτρόπαιες πράξεις του σταλινισμού για να χτυπήσουν τελειωτικά τον μαρξισμό και τον κομμουνισμό. Μπορεί να αντιπαλεύουμε, και ορθά, την ταύτιση του φασισμού με την σταλινική παρέκκλιση στο εργατικό κίνημα, αφού ο πρώτος ήταν ένα εγγενώς αντεπαναστατικό και αντιδραστικό ρεύμα, ενώ η σταλινική αντεπανάσταση γεννήθηκε σταδιακά μέσα από τους κόλπους μιας επανάστασης, αλλά δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να αγνοήσουμε τα σταλινικά εγκλήματα και την καταθλιπτική επίδρασή τους κατά του μαρξισμού στην Δύση.

    Ο σταλινισμός είναι μια ιδεολογία και μια πρακτική, η οποία ευθύνεται σε τεράστιο βαθμό για την αποηθικοποίηση/ ανηθικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πράξης, για το αποκρουστικό πρόσωπο και εικόνα του κομμουνισμού ως πρόσληψης σε ευρύτερες εργατικές μάζες στην Ευρώπη και στην Δύση γενικότερα. Ιδίως οι μεγάλες σταλινικές διώξεις του 1934-1937, η σφαγή και εξολόθρευση εκατομμυρίων κομμουνιστών, σοβιετικών και άλλων, καθώς και απλών σοβιετικών πολιτών από τον σταλινικό ηγετικό μηχανισμό εντός του σοβιετικού κράτους και από την πολιτική αστυνομία του καθεστώτος με τις διαρκείς μετονομασίες της (Τσεκά, NKVD, GPU, MVD κλπ), κηλίδωσε για απροσδιόριστο χρόνο το όνομα και την ευγενή πολιτική φυσιογνωμία του ΚΚ στον 20ο αιώνα.

    Ο λιμός στην Ουκρανία που επιβλήθηκε με την κολεκτιβοποίηση το 1930-1932 για να πάνε τα τρόφιμα στις πόλεις, σε βάρος όχι μόνο των κουλάκων αλλά και των μικρομεσαίων αγροτών, στοίχισε επτά (7) εκατομμύρια ζωές -όλοι αυτοί δεν ήταν αντεπαναστάτες.

    stalin-agalmaΣυνολικά, οι κατασταλτικές επιχειρήσεις του Στάλιν, οι οποίες πολύ λίγο στράφηκαν κατά των πραγματικών ταξικών εχθρών, οδήγησαν σε σχεδόν είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) νεκρούς -πράγμα που οφείλεται στην ταξική πάλη από την πλευρά της γραφειοκρατίας και όχι από την σκοπιά δήθεν της ρώσικης εργατικής τάξης. Αν δεν ακολουθούσε ο ηρωικός αντιφασιστικός αγώνας των ΚΚ και η σοβιετική νίκη επί του ναζισμού το 1941-1945, το ΚΚ αποκλειόταν να ξαναποκτούσε μεταπολεμικά μαζική πολιτική επιρροή στην Δύση. Αλλά και μετά τον πόλεμο, ο σταλινισμός παγιώθηκε ως κυρίαρχη κρατική πρακτική στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης και συνδέθηκε με την άγρια στρατιωτική και αστυνομική καταστολή σημαντικών εργατικών και λαϊκών κινημάτων, όπως η Βουδαπέστη του 1956, το άγνωστο ευρέως ρωσικό Νοβοτσερκάσκ του 1962, η Άνοιξη της Πράγας του 1968 και η καταστολή της πρώτης, προβληματικής μεν αλλά μαζικά εργατικής Αλληλεγγύης στην Πολωνία το 1981 (καθώς και πολλών προγενέστερων βίαιων εργατικών εξεγέρσεων στην Πολωνία το 1956, το 1970, το 1976 κ.α.).

    Ως καθεστώς, ο σταλινισμός ταυτίσθηκε με την διαρκή έλλειψη και στέρηση πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων από τους λαούς και την εργατική τάξη, με την ωμή αστυνομική καταστολή κατά κάθε αντιπολίτευσης, με την σφιχτή και ολοκληρωτική επιτήρηση της κοινωνίας και του ιδιωτικού χώρου ακόμη των πολιτών, με τον πειθαναγκασμό και καταναγκασμό στην οργάνωση και συμμετοχή των ανθρώπων στις διαδικασίες του σταλινικού κράτους, με την έλλειψη συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων και εργατικής δημοκρατίας.

    Ταυτίσθηκε με τα ταξικά προνόμια της γραφειοκρατίας/κόκκινης αστικής τάξης, τα οποία εκκινούν από την πρωτοκαθεδρία της στην παραγωγή και δεν υπάρχουν μόνο στην διαδικασία της διανομής.

    Ταυτίσθηκε με την καταθλιπτική επιβολή του κράτους στα γράμματα και τις τέχνες, στον πολιτισμό και στην καθημερινή ζωή, και με την κατάπνιξη κάθε δημιουργικής δράσης/πρωτοβουλίας και κάθε ανεξάρτητης σκέψης.

    ……………………………

  25. ………………………..

    Ταυτίσθηκε ακόμη με ωμές σοσιαλιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, στην Πράγα, στη Βουδαπέστη, στο Αφγανιστάν κ.α. Ο σταλινικός κομμουνισμός φέρει την κύρια ευθύνη για την ιδεολογική απονομιμοποίηση του μαρξιστικού κομμουνισμού στον 20ο και στον 21ο αιώνα -ιδίως στις δυτικές κοινωνίες. Υπήρξε, παρά τις κάποιες πρόσκαιρες και όχι ασήμαντες ριζοσπαστικές νίκες του, ένα συντηρητικό και σε κάποιες φάσεις ένα αντιδραστικό ρεύμα εντός του ΚΚ.

    Επίσης, είναι προφανές ότι ο σταλινισμός κατέρρευσε ως μορφή κράτους και κοινωνικής οργάνωσης το 1989 και δεν «ανετράπη», παρά το ότι μπορεί να υπήρξαν και κάποιες δευτερεύουσες όψεις ανατροπής με δυτική παρότρυνση. Κατέρρευσε για τον απλούστατο λόγο ότι και σοσιαλισμός δεν ήταν σε καμία περίπτωση αλλά και ως ιδιαίτερη μορφή ταξικής κοινωνικής οργάνωσης ήταν πολύ λιγότερο αποτελεσματικός, οικονομικά αλλά ιδίως πολιτικοϊδεολογικά, από ό,τι ο κλασικός καπιταλισμός. Κατέρρευσε γιατί δεν μπόρεσε να πείσει καμία εργατική τάξη και κανέναν λαό στην Ανατολική Ευρώπη να τον υπερασπισθεί και να τον αποκαταστήσει απέναντι στα ισχυρά πια και κυρίαρχα φιλοδυτικά ρεύματα σε αυτές τις κοινωνίες. Όλα τα υπόλοιπα είναι θέσεις μιας συνωμοσιολογικής ιστορικής τοποθέτησης, απολογητικής για την σταλινική ιδεολογία και κοινωνική οργάνωση. Μιας στάσης που μας λέει ότι η γραφειοκρατία, ακόμη και αν ήταν στο τέλος ‘ρεβιζιονιστική’ ( Θέσεις του ΚΚΕ για την ανατροπή του σοσιαλισμού το 1995), άξιζε να διατηρήσει την κυριαρχία της. Γιατί άραγε; Μα γιατί, παρά τον ρεβιζιονισμό της, ήταν ο μόνος δυνατός στύλος του σοσιαλισμού με την σταλινική έννοια και βίωση. Σιγά μην εμπιστευθούμε τον λαό και την εργατική τάξη, που χρησιμεύουν μόνο ως εικονίσματα στο ιδεολογικό σύμπαν μας.

    Επίσης, ο σταλινισμός σήμανε -παράλληλα προς την σοσιαλδημοκρατία- την πλήρη αποηθικοποίηση της κομμουνιστικής πολιτικής, το πρώτο μεγάλο ηθικό ρήγμα μέσα στην επαναστατική παράδοση ήδη από την δεκαετία του 1930. Την μετατροπή τού μπολσεβικισμού, από δημοκρατικό σε γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό και την επιβολή μιας ωμής γραφειοκρατικής ομάδας πάνω στο κόμμα ως συλλογικότητα και στα μέλη του. Κάθε δυνατή επιλογή του ΚΚΣΕ έπρεπε να γίνει σεβαστή από τα ΚΚ. Ιδίως αχαρακτήριστες, επονείδιστες, κρατικά βάναυσες και αήθεις πολιτικά πρακτικές, όπως το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, το οποίοι κάποιοι ακόμη και σήμερα χαιρετούν ως σωτήριο ελιγμό της ΕΣΣΔ, ή η συνακόλουθη γερμανοσοβιετική διαίρεση της Πολωνίας το 1939, σήμαναν την πολιτική και συχνά και την φυσική αυτοκτονία των κομμουνιστών στα κρατητήρια/φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ναζισμού, χωρίς να προσφέρουν παρά αυταπάτες στην δήθεν αντιναζιστική προετοιμασία της ΕΣΣΔ. ( Είναι γνωστό το ότι ο Στάλιν έπαθε κατάθλιψη τον Ιούνιο του 1941, όταν έμαθε ότι οι ναζί εισέβαλαν στην ΕΣΣΔ – οι στρατηγοί του τον έψαχναν για μέρες).

    Την ίδια στιγμή το ναζιστικό και το σταλινικό καθεστώς έφτασαν στο σημείο να ανταλλάσσουν προστατευόμενους και πολιτικούς κρατουμένους, υπήρξαν Γερμανοί κομμουνιστές που παραδόθηκαν από την NKVD στην Γκεστάπο. Τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει ιστορικά αυτές τις απολύτως οπορτουνιστικές και ηθικά αχρείες και καταστροφικές πρακτικές της σοβιετικής γραφειοκρατίας.

    Για να μην μιλήσουμε για τους χιλιάδες κομμουνιστές, Έλληνες, Πολωνούς , Γερμανούς, τους οποίους αναιτιολόγητα εξόντωσε στα 1935-39 ο Στάλιν εν μέσω εκκαθαρίσεων. Ποιος θυμάται τον Α. Χαϊτά, πρώην ΓΓ του ΚΚΕ, τον Κολοζώφ, στέλεχος της ΟΚΝΕ, τον Χ. Νόυμανν, ηγέτη του γερμανικού ΚΚ, τον Καρλ Ράντεκ, ηγετικό στέλεχος της ρώσικης και της γερμανικής επανάστασης και του πολωνικού εργατικού κινήματος, όλη την ηγεσία του πολωνικού ΚΚ το 1937 που ντουφεκίστηκε ως δήθεν «λουξεμπουργκιστική», και τόσους άλλους; Για πολλούς, που αυτονομάζονται ακόμη κομμουνιστές, όλοι αυτοί δεν ήταν παρά λίπασμα για την μηχανή της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Υπήρξε ακόμη και η τερατώδης παραδοχή του τότε συνοδοιπόρου του ΓΚΚ Μερλώ-Ποντύ, στο έργο του «Ανθρωπισμός και Τρομοκρατία», ότι η νίκη του Στάλιν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο νομιμοποιεί εκ των υστέρων τις δίκες της Μόσχας.

    Οι κοινωνικές και ταξικές βάσεις του σταλινισμού

    Το κοινωνικό μόρφωμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δηλαδή ο σταλινισμός ως κοινωνική μορφή, δεν είναι καθόλου, δεν αντιστοιχεί στον σοσιαλισμό με την μαρξιστική έννοια. Ο σοσιαλισμός είναι η μεταβατική και ασταθής/ αντιφατική ταξικά περίοδος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, δεν είναι ένας αυτοτελής τρόπος παραγωγής.

    stalin-2Στην πρώτη περίοδο του σοσιαλισμού επικρατούν ακόμη -και παρά την κρατικοποίηση/κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής- οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, όχι μόνο με την έννοια της επιβίωσης του νόμου της αξίας και της καπιταλιστικής αγοράς εμπορευμάτων και εργατικής δύναμης, αλλά ειδικότερα τόσο με την έννοια της απόσπασης πλεονάσματος με την πώληση της εργατικής δύναμης, όσο και με την έννοια της αντίθεσης χειρωνακτικής/διανοητικής εργασίας, της αντίθεσης πόλης και υπαίθρου, αλλά και της ανάγκης διαιώνισης ενός εργατικού κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού.

    Επικρατεί ακόμη η αστική αρχή της ισότητας αμοιβής για ίση εργασία και της καταναγκαστικής βασικά εργασίας για την επιβίωση, όποιος δεν εργάζεται δεν τρώει (βλ. και στο σημαντικό βιβλίο του Μπ. Κοριά «Επιστήμη, τεχνική και κεφάλαιο»).

    Προς το τέλος της σοσιαλιστικής περιόδου ανέρχεται και επικρατεί μια ανώριμη μορφή κομμουνιστικών σχέσεων και αποδυναμώνεται πλήρως ο νόμος της αξίας. Επίσης, αποδυναμώνεται σταδιακά η ύπαρξη και η ανάγκη ενός ιδιαίτερου κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού (μαρασμός του κράτους).

    Εφόσον η μετάβαση προχωρά πραγματικά και νικηφόρα με την ένταση της ταξικής πάλης κατά των ακόμη καπιταλιστικών σχέσεων και των φορέων καπιταλιστικής πολιτικής -οι οποίοι δεν παύουν να υπάρχουν στην σοσιαλιστική δημοκρατία, ακόμη και μέσα σε ένα επαναστατικό κόμμα-, οι καπιταλιστικές σχέσεις μεσοπρόθεσμα ανατρέπονται πλήρως και ανοίγει ο δρόμος για ώριμες κομμουνιστικές κοινωνικές μορφές. Όμως στην πρώτη φάση της μετάβασης, οι καπιταλιστικές σχέσεις όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και κυριαρχούν και παλεύουν ενάντια στην ανατροπή τους, μεταμφιεσμένες ακόμη και σε σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές αρχές, παρακάμπτοντας την κοινωνική νομικά ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

    Η πρώτη φάση λοιπόν του σοσιαλισμού είναι όντως ένας κρατικός καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές (η φράση ανήκει στον Λένιν και είναι προς τιμήν του), με έλεγχο από τον λαό και την εξουσία του της αποσπώμενης υπεραξίας και με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο σε όλα τα επίπεδα, με ριζική πάλη για την ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων σε όλα τα πεδία, με την επίγνωση της ανάγκης του διαρκούς αγώνα κατά των υπαρκτών δομών αλλά και της πλήρους παλινόρθωσής τους ακόμη και στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας.

    Η ταξική πάλη εντείνεται αναπόφευκτα μετά την κατάκτηση της εξουσίας και στην πρώτη φάση της σοσιαλιστικής μετάβασης και διαπερνά εγκάρσια όλες τις πολιτικές μορφές και ιδίως αυτήν του επαναστατικού/ών κόμματος/ων. Η παλινόρθωση με την μια ή την άλλη μορφή είναι πάντοτε μια σημαντική ιστορική δυνατότητα -όπως και η ιδιαίτερη μορφή παλινόρθωσης, που θα χαρακτηρίσουμε με επιφύλαξη «κρατικό καπιταλισμό». Συνεπώς, μια διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης μπορεί και να «κολλήσει», και να ακυρωθεί και να υπάρξει καπιταλιστική ή πάντως ταξική εκμεταλλευτική παλινδρόμηση. Καθώς ο σοσιαλισμός είναι διαδικασία μετάβασης και όχι αυτοτελής τρόπος παραγωγής.

    Αυτό που συνέβη στην ΕΣΣΔ και μεταφέρθηκε ως μοντέλο στις Λαϊκές Δημοκρατίες δεν είναι η νίκη των σοσιαλιστικών/ κομμουνιστικών σχέσεων μέσα στην μετάβαση (όπως θα ήθελε το σοβιετικό σύνταγμα του 1936, το οποίο κηρύσσει την νίκη του σοσιαλισμού, την μη ύπαρξη πλέον ανταγωνιστικών ταξικών σχέσεων και αντιθέσεων, καθώς και την ουσιαστική λήξη της δικτατορίας του προλεταριάτου, αφού ο σοσιαλισμός ήδη επετεύχθη).

    Αντιθέτως, αυτό που συνέβη είναι η ήττα των κλασικών καπιταλιστικών σχέσεων ως το 1928, όπως αυτές οργανώνονται στον ιδιωτικό καπιταλισμό με βάση την ατομική νομική ιδιοκτησία, και ταυτόχρονα η ήττα των ανερχόμενων κομμουνιστικών σχέσεων και πρακτικών σε όλα τα νοητά επίπεδα ( κομμουνιστικές σχέσεις όπως συλλογικός έλεγχος των μέσων παραγωγής και διανομής, εργατικός έλεγχος, κατάργηση αγοραίων σχέσεων, άμεση σοσιαλιστική δημοκρατία με ζωή και όχι με τυπικά χαρακτηριστικά, χτύπημα του αρχηγισμού/βοναπαρτισμού, ουσιαστική και όχι τυπική/νομική ιδιοκτησία και έλεγχος των μέσων παραγωγής από τις λαϊκές τάξεις και την κοινωνία, ουσιαστική ισότητα των φύλων, πάλη κατά της πολιτιστικής ηγεμονίας του αστισμού σε όλα τα επίπεδα, στην οικογένεια, την κουλτούρα, το σχολείο κλπ ), η αποκατάσταση μιας νέας μορφής ταξικής κυριαρχίας με την έναρξη των Πεντάχρονων Πλάνων το 1928.

    Όλα αυτά τα φαινόμενα συγκλίνουν στο ότι η γραφειοκρατία, από στρώμα που κυριαρχεί παρασιτικά στο εργατικό κράτος και στο εργατικό κόμμα από το 1921 ως το 1928, μετατρέπεται πλήρως σε κοινωνικά και πολιτικά κυρίαρχη τάξη το 1928 και αποκτά την πραγματική ιδιοκτησία και έλεγχο στα μέσα παραγωγής στην Ρωσία και την κυριαρχία πάνω στην εργατική δύναμη. Καταχρηστικά, μπορούμε να ονομάσουμε αυτήν την νέα κοινωνική μορφή «κρατικό ή γραφειοκρατικό καπιταλισμό», καθώς, στην παραγωγή τουλάχιστον, όχι μόνο παγιώνεται ο νόμος της αξίας και τα προνόμια της εργοστασιακής διεύθυνσης, αλλά και αποσπάται πλεόνασμα/υπεραξία από αυτήν την τάξη συλλογικά και δια του κράτους -όπως και στον ασιατικό τρόπο παραγωγής.

    taxikoi_agonesΕπίσης, παγιώνονται ή παλινορθώνονται οι καπιταλιστικές σχέσεις στην οικογένεια και την διαχείριση της σεξουαλικής ζωής, στο σχολείο, στον πολιτισμό, σε όλη την δόμηση του κρατικού μηχανισμού ως στεγανού προς τον λαό ή και ως απολύτως καταπιεστικού πάνω στην κοινωνία, στην σχέση πολιτικής, αν και μη εκλογικής, αντιπροσώπευσης. Όμως, το βάφτισμα της νέας κοινωνίας ως «κρατικού καπιταλισμού», παρά τις ισχυρές καπιταλιστικές όψεις της (έτσι και ο Πουλαντζάς στο «Φασισμός και Δικτατορία» αλλά και στο τελευταίο βιβλίο του), έχει και αυτό πολλά προβλήματα και αντιφάσεις, είναι άνοιγμα και όχι κλείσιμο μιας συζήτησης που έχει γίνει ως τώρα πολύ περιορισμένα.

    Κατ’ αρχήν, υπάρχει ένα ζήτημα στο αν η απόσπαση της υπεραξίας γίνεται με βάση την οικονομική αγοραία συμφωνία, αφού ο ρόλος του εξωοικονομικού κατασταλτικού καταναγκασμού πάνω στον εργάτη, ιδίως στην περίοδο του Στάλιν, είναι πολύ ισχυρός.

    Επιπλέον, στην διανομή/κυκλοφορία ο νόμος της αξίας παρουσιάζει προβλήματα, αφού τουλάχιστον στην περίοδο του Στάλιν, οι τιμές προσδιορίζονται βασικά διοικητικά και όχι δια του ανταγωνισμού και είναι πολύ αμφίβολο αν έχουμε μια καπιταλιστική αγορά ή έναν κρατικό μηχανισμό μεταβίβασης προϊόντων/ εν μέρει εμπορευμάτων ή και μη εμπορευμάτων, από επάνω ρυθμισμένο. Βεβαίως, αργότερα οι πιο κλασικές μορφές καπιταλιστικής αγοράς ενισχύονται επί Χρουστσόφ, αλλά είναι πολύ αμφίβολο αν γίνονται τελείως κυρίαρχες.

    Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε, είναι το γεγονός ότι η σταλινική γραφειοκρατία, από την στιγμή που αποκαθιστά τον δεσποτισμό του εργοστασίου και που αποσπά μαζικά πλεόνασμα από τους αγρότες, πρώην κουλάκους ή και πρώην μικρούς αγρότες, καθώς και από τον εργάτη της μεγάλης βιομηχανίας, είναι μια νέα εκμεταλλευτική ταξική δύναμη και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» όχι πια μια μεταβατική μορφή αλλά μια νέα μορφή σκληρής ταξικής κυριαρχίας. Ο οικονομισμός, ο παραγωγισμός, η αστική τεχνοκρατία, η δικτατορία πάνω στην εργατική τάξη ως πολιτική αρετή, ο κρατισμός, είναι η βαθειά αστική ιδεολογία του σταλινισμού που αποτελεί, τόσο επαναφορά του οικονομισμού της Β’ Διεθνούς στο εργατικό κίνημα μετά τον θάνατο του Λένιν, όσο και βαθύ ρεβιζιονισμό σε βάρος του επαναστατικού μαρξισμού, όπως διαπιστώνει ο Φ. Κλαουντίν το 1971, γράφοντας το κορυφαίο έργο του για το ΚΚ.

    Η σοβιετική γραφειοκρατία μετά το 1928 και μέχρι τον θάνατο του Στάλιν είναι μια πολύ ασταθής, ανασφαλής και ηγεμονικά αδύναμη άρχουσα τάξη -γι’ αυτό και γίνεται και τόσο επιθετική και εγκληματική. Η αντίφαση λόγων και έργων, η σχεδόν συνειδητή αντεπαναστατική επίδραση της ΕΣΣΔ στο διεθνές εργατικό κίνημα, η υποσυνείδητη τεράστια ενοχή των ηγετών της σταλινικής άρχουσας τάξης για τον πραγματικό τους αντιδραστικό ρόλο, η αίσθηση ότι χτίζεται ο σοσιαλισμός με απολύτως αντισοσιαλιστικά μέσα, οδηγούν σε μια μεγάλη ηγεμονική κρίση και κρίση αυτοσυνείδησης στα 1934-1937.Πρόκειται για μια ενοχική και αντιφατική άρχουσα τάξη, η οποία δια του ηγέτη της συνεχώς αυτοχειριάζεται και συνεχώς ανασυγκροτείται σε νέα βάση -η ασυνείδητη επίγνωση της προδοσίας της επανάστασης, οδηγεί δια της ψυχικής μεταθέσεως και προβολής, την ενοχή από την συνολική τάξη σε τμήματά της ή και σε τμήματα του κόμματος, τα οποία επικρίνουν πιο συνολικά το γραφειοκρατικό φαινόμενο. Γίνεται απολύτως επιτακτικό «να τσακιστούν οι αντεπαναστάτες μέσα στο κόμμα», ακριβώς επειδή η κεντρική ηγεσία του κόμματος και ο Στάλιν προσωπικά, γνωρίζουν τουλάχιστον ασυνείδητα ότι όλο το κόμμα και ο σοβιετικός σχηματισμός έχουν πάρει χωρίς επιστροφή μια αντεπαναστατική και αντιδραστική στροφή και οφείλουν αυτό να το αποκρύψουν αποτελεσματικά, προβάλλοντάς το ή μεταθέτοντάς το σε συνεχώς νέους εσωτερικούς εχθρούς, «αντιπολιτευόμενους» ή και δικούς του καθαρά ανθρώπους, απομακρύνοντάς το από την κορυφή της εξουσίας. Ακόμη και τα στελέχη που αποδέχονται στις δίκες τις κατηγορίες έμμεσα ομολογούν, πέρα από τα βασανιστήρια και την καταστολή σε βάρος τους, αυτό που ήδη ξέρουν, το ότι μετέσχαν σε μια αντεπαναστατική νέα τάξη.

    Το μόνο σταθερό σημείο της γραφειοκρατίας μέσα σε αυτήν την θύελλα είναι ο ίδιος ο Στάλιν, ο οποίος συγκροτεί και ένα μαζικό ρεύμα, από ό,τι φαίνεται, αυτοελέγχου και αυτοκαταστολής της γραφειοκρατίας, ώστε να διαφυλάξει μέσα στην συλλογική παράνοια τον δικό του ηγετικό ρόλο. Ο Στάλιν συνεχώς καταστρέφει και ανασυγκροτεί την νέα τάξη γύρω από τον εαυτό του. Εδώ υπάρχει και μια ορισμένη αναλογία προς τον Μάο της Πολιτιστικής Επανάστασης -παρά τις πολύ σημαντικές διαφορές.

    Είναι προφανές ότι αυτή η αδύναμη ηγεμονικά άρχουσα τάξη, ενώ συγκροτείται βασικά ασταθώς στο πολιτικό επίπεδο από την σταλινική ηγεσία, οφείλει να περάσει πάνω από το πτώμα του Βοναπάρτη Στάλιν για να σταθεροποιηθεί οριστικά ως ομαλή άρχουσα τάξη.

    Επίσης, δεν είναι δυνατόν να εκθειάζεται τόσο πολύ η μεγάλη βιομηχανική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ στην δεκαετία του ’30 (περίπου 6 % αύξηση του ΑΕΠ ετησίως, θα μας πουν οι ωμοί οικονομομέτρες), μια ανάπτυξη που θυμίζει την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου, την βαμμένη στο αίμα κατά τον Μαρξ. Μια ανάπτυξη βασισμένη στην στρατιωτικοποίηση της εργασίας, στους τροφίμους των στρατοπέδων εργασίας που πέθαιναν στον Αρκτικό, στην Βορκουτά και την Κολυμά σαν τις μύγες, οι περισσότεροι για άγνωστους σε αυτούς λόγους, μια ανάπτυξη χωρίς συλλογικά εργατικά δικαιώματα και με σχεδόν πλήρη εξωοικονομικό κρατικό καταναγκασμό πάνω στην μισθωτή εργασία, εν πολλοίς καταναγκαστική εργασία.

    Αν αυτός ήταν ο «σοσιαλισμός», είναι απόλυτα λογικό οι εργαζόμενοι στην Δύση να τον αποστρέφονται. Το ότι τα δικά τους κοινωνικά δικαιώματα στηρίχθηκαν εν πολλοίς στην απειλή αυτού του δήθεν «σοσιαλισμού», είναι μια άλλη και διακριτή ιστορία, η οποία δεν αποκαθιστά την τιμή της σοβιετικής βιομηχανικής και παραγωγικής συσσώρευσης και ανασυγκρότησης.

    Ένα άλλο κεφάλαιο, το οποίο εδώ μόνο να θιγεί μπορεί, ήταν ο απίστευτος συγκεντρωτισμός και η απίστευτη αντιπεριβαλλοντική και αντιαειφόρα αδηφαγία αυτού του μοντέλου, απολύτως σπάταλου σε ανθρώπους και σε φυσικούς πόρους. Η λογική της απόλυτης εξουσίας του ανθρώπου στην φύση και στον άλλο άνθρωπο ως η σκοτεινή όψη του Διαφωτισμού, αφορά και την Ανατολή, εξίσου με την καθαρά καπιταλιστική Δύση. Ίσως μάλιστα να την αφορά και περισσότερο, με την έννοια των προβληματισμών της Σχολής της Φραγκφούρτης. Δεν είναι τυχαίο που οι σύγχρονοι μετασταλινικοί διατηρούν την ίδια αντίληψη για το παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, τον γιγαντισμό, την αναπτυξιολατρεία, την ανεπαρκή κατανόηση του περιβαλλοντικού ζητήματος.

    Αλλά και μέσα στα ΚΚ της Δύσης και του Τρίτου Κόσμου, οικοδομείται από το 1930 και εντεύθεν, μια εργατική και μικροαστική/διανοουμενίστικη σταλινική γραφειοκρατία, η οποία διαμορφώνει ένα διευθυντικό στρώμα και μια «σιδηρά ολιγαρχία» (Ρ.Μίχελς) μέσα στο εργατικό κίνημα. Πρόκειται για ένα διακριτό εξουσιαστικό κοινωνικό στρώμα, ένα στρώμα που μοιάζει πολύ με την κρατική γραφειοκρατία, αν δεν ταυτίζεται με αυτήν. Η γραφειοκρατία αυτή, άλλοτε επιτελεί όντως ένα ρόλο οργανικού διανοουμένου της εργατικής τάξης, άλλοτε ενσωματώνει ένα διαφωνών προσωπικό του αστικού κράτους, και άλλοτε μετατρέπει εργάτες αγωνιστές σε μια ιδιόμορφη νέα μικροαστική τάξη.

    Ο πρώιμος Καστοριάδης έχει γράψει αρκετές καλές σελίδες για τα χαρακτηριστικά αυτού του δυνάμει κοινωνικού στρώματος, το οποίο στην περίπτωση ενός ριζικά άλλου συσχετισμού δυνάμεων στην χώρα μπορεί να μετατραπεί στον πυρήνα μιας νέας γραφειοκρατικής ταξικής κυριαρχίας. Αλλά και η ανάλυση του Ρ. Μίχελς για τον σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας στα αριστερά κόμματα, δεν είναι επουσιώδης. Αυτός ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός, αναπαράγει έναν αστικό καταμερισμό εργασίας μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών, που δυστυχώς υπάρχει και στο «Τι να κάνουμε» του Λένιν εμβρυωδώς, τώρα σε γιγαντιαία και καταστροφική κλίμακα.

    Ο μπολσεβικισμός, ενώ ανοίγει ένα σοβαρό μέτωπο κατά της λειτουργίας του αστικού κρατικού μηχανισμού, την ίδια στιγμή τον αναπαράγει μέσα στην αντίληψή του για το κόμμα. Η αντιγραφειοκρατική κριτική του Τρότσκι στο έργο του «Τα πολιτικά μας καθήκοντα», και της Λούξεμπουργκ στο έργο της «Τα οργανωτικά προβλήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας» στα 1904 απεικονίζουν σε σημαντικό βαθμό την αρνητική προδιάθεση έναντι της εργατικής δημοκρατίας, η οποία υπάρχει στο κόμμα «νέου τύπου».

    Ο τραγικός κατασταλτικός ρόλος του Στάλιν και της γραφειοκρατίας στην δεκαετία του 1930, και ο ταξικός τους κατήφορος, ξεχνιέται και αποκαθίσταται/ ηρωοποιείται μέσα από την βουή και την αντάρα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Και εδώ πρέπει κάποια στιγμή να ειπωθούν μερικές πικρές αλήθειες. Ο Κόκκινος Στρατός έσωσε την Ευρώπη -αυτός μόνος και όχι οι στρατοί των δυτικών Συμμάχων- από τον ναζισμό. Ανήκει λοιπόν σε αυτόν κάθε τιμή και δόξα, όπως και στον Στάλιν, με αυτήν την ιδιότητά του και μόνο, ως αρχιστρατήγου του Κόκκινου Στρατού.

    Επίσης, ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική Ευρώπη από τον ναζισμό -και αυτό είναι, επίσης, μια τεράστια ιστορική συνεισφορά. Επίσης, η δημιουργία ενός γερμανικού αντιφασιστικού κράτους –με όλες τις τεράστιες γραφειοκρατικές και κρατικοκαπιταλιστικές παραμορφώσεις του- όπως η ΛΔΓ, αποτέλεσε μια θετική συμβολή στην επίλυση του «γερμανικού προβλήματος» στην Ευρώπη του 20ου αιώνα. Όπως έχει πει ο Γκύντερ Γκρας, η διχοτόμηση της Γερμανίας ήταν η δίκαιη τιμωρία της για τον ρόλο της στον Β’ ΠΠ και η ανάσχεση της επιστροφής του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.

    aristera_kai_exoysiaΟ Κόκκινος Στρατός, στην βάση του, πολέμησε περισσότερο για να σώσει το υπό καταστροφή ρωσικό έθνος και τα άλλα σοβιετικά έθνη, παρά για να σώσει και να επεκτείνει τον ανύπαρκτο σοσιαλισμό -εδώ ο Τόνυ Κλιφ είχε απόλυτο δίκιο. Όλη η εθνική στροφή του Στάλιν μετά το 1941, η επαναφορά της θρησκείας και του εθνικού ύμνου του Αλεξαντρόφ, το αποδεικνύει. Επίσης, η απελευθέρωση των εθνών της Ανατολικής Ευρώπης από τον ναζισμό, κάτι που διατηρεί την ύψιστη σημασία, έγινε όχι για να αχθούν αυτοί οι λαοί στην ανεξαρτησία και την δημοκρατία -ακόμη και την αστική- αλλά για να υποταχθούν αυτά τα κράτη και κοινωνίες πλήρως στην ΕΣΣΔ και για να επεκταθούν οι εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις και η γραφειοκρατική δικτατορία πάνω στην εργατική τάξη της ΕΣΣΔ σε όλη την Ανατολική Ευρώπη.

    Επίσης, η απελευθέρωση συνδυάσθηκε και με πράξεις αυθαίρετης απόσπασης πλούτου -ολόκληρες βιομηχανίες ξεστήνονται και μεταφέρονται στην ΕΣΣΔ- και ανθρώπινου δυναμικού από αυτές τις κοινωνίες και υπέρ της ΕΣΣΔ. Όπως επίσης και με πράξεις αποκρουστικής και ωμής εκδικητικής βίας, όπως οι ομαδικοί βιασμοί γυναικών στην κατεχόμενη σοβιετική ζώνη της Γερμανίας. Αν δεν κατανοήσουμε τον εκμεταλλευτικό, εξωγενή εν μέρει και τυραννικό χαρακτήρα των καθεστώτων που επιβλήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό -πολύ καλύτερων βέβαια συγκριτικά με τον φασισμό/ναζισμό- δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και το νόημα όλων των εργατικών εξεγέρσεων κατά των καθεστώτων αυτών, από τις 17-6-53 στο Βερολίνο μέχρι και την Πολωνία το 1980-1981. Στην περίπτωση αυτήν, μπορεί να παπαγαλίζει κανείς την πάγια θέση του ΚΚΕ και των απανταχού σταλινικών, ότι όλες αυτές οι εξεγέρσεις ήταν «αντεπαναστατικές» και υποκινούμενες από την Δύση. Η θέση αυτή είναι εύλογη, αφού για όσους μοιράζονται την θεώρηση του ΚΚΕ και του σταλινισμού, η εργατική τάξη στις χώρες αυτές υπήρχε μόνο με υποκατάσταση και αποκλειστικά μέσω των ηγετικών ΚΚ και μόνο μέσω της γραφειοκρατίας ως τάξης ή στρώματος. Μόνο έτσι μπορούσε να υπάρχει η εργατική εξουσία, άλλωστε, στο πλαίσιο μιας θεωρίας πλήρους υποκατάστασης της τάξης από το κόμμα-κράτος και την άρχουσα γραφειοκρατία του.

    Όμως, για να κάνουμε αυτήν την συζήτηση λίγο πιο σύνθετη, είναι αλήθεια ότι η ταξική πάλη διαπέρασε τελικά και τα μονολιθικά ηγετικά ΚΚ. Οι τριβές στο εσωτερικό τους, η ορισμένες φορές ισχυρή και ενεργή εργατική τους βάση ήδη πριν από τον Β’ΠΠ, όπως στην περίπτωση του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, που οδήγησε στην δεκαετία του 1960 σε μια ριζοσπαστική αυτομεταρρύθμιση με όρους κοινωνικής κινητοποίησης, είναι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν.

    stalin-UnitaΑκραίο παράδειγμα, η τεράστια ένταση της ταξικής πάλης στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης, η οποία είναι κάτι αρκετά περισσότερο από ένα ανακτορικό πραξικόπημα. Και είναι η περίπτωση όπου η γραφειοκρατία έφτασε στο ύψιστο σημείο αυτοκριτικής της και σχεδόν διάλυσης του ηγετικού κέντρου της. Κόντεψε σχεδόν να χάσει την πολιτική εξουσία από τις μάζες -βλ. Κομμούνα της Σαγκάης, 1967. Ήταν το σημείο έκρηξης της κομμουνιστικής μαζικής ιδεολογίας στην Κίνα, όπως έγραψε κάποιος συγγραφέας του καταστασιακού ρεύματος.

    Από την άλλη πλευρά, οφείλουμε έναν σεβασμό στο γεγονός ότι όλες οι μεγάλες επαναστάσεις που πέτυχαν, από την Γιουγκοσλαβία και την Κίνα ως το Βιετνάμ και την Αλβανία, καθοδηγήθηκαν από τους «αριστερόστροφους σταλινικούς», οι οποίοι είχαν διαχειριστεί αυτήν την αντίφαση γραφειοκρατίας και αυτοθυσίας, και οι οποίοι εγκατέλειψαν την σοβιετική συμβιβαστική γραμμή και ακολούθησαν μια γραμμή μαζών που οδήγησε στην σοσιαλιστική επικράτηση.

    Αυτό το ειδικότερο ρεύμα αμφισβήτησε έμπρακτα την θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και πέτυχε εκεί όπου οι ριζικοί ιδεολογικοί και θεωρητικοί του αντίπαλοι, οι τροτσκιστές, είχαν αποτύχει. Βεβαίως, ένας σοβαρός λόγος της αποτυχίας τους -πέρα από εσωτερικές αδυναμίες τους σοβαρού τύπου- ήταν και η καταστολή τους από τους «αριστερόστροφους σταλινικούς» (βλ. Κίνα).

    Όμως, αυτή η στάση, της έμπρακτης ρήξης με την Μόσχα, ήταν η εξαίρεση στο ΚΚ. Μακροχρόνια, είτε με την συμβιβαστική γραμμή των λαϊκών μετώπων είτε με την γραμμή του καταστροφικού «σοσιαλφασισμού» για την σύντομη περίοδο 1928-1934, τα ΚΚ έβαλαν ως βασικό τους στόχο όχι την εξέγερση ή την επανάσταση, αλλά την προάσπιση της αστικής κοινοβουλευτικής νομιμότητας και της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, στο πλαίσιο είτε του μετώπου του Στάλιν με τις δυτικές δημοκρατίες κατά του φασισμού, είτε της νομιμοποίησης των Πεντάχρονων Πλάνων διεθνώς, είτε στα μεταπολεμικά πλαίσια της Γιάλτας και του χωρισμού των σφαιρών επιρροής.

    Είναι εντυπωσιακό, επίσης, το πώς υποτιθέμενοι αντισταλινικοί αριστεροί αφηγητές της δεκαετίας του ’40, όπως ο Κύρκος ή ο ύστερος Φαράκος, τόνιζαν την ανάγκη σεβασμού της Γιάλτας και την αποκοτιά του ΚΚΕ να ξεκινήσει τον Εμφύλιο στις συνθήκες της Γιάλτας. Ο αντισταλινισμός τους στρεφόταν μόνο κατά εκείνων των «σταλινικών» πρακτικών, οι οποίες ενίοτε στήριξαν την εξέγερση (Δεκέμβρης, Εμφύλιος κλπ) και ήταν απολύτως φιλικοί στο σταλινικό μοίρασμα του κόσμου. Να μην το ξεχάσω: Δεν έχω καμία απόδειξη της διανομής του κόσμου στην Γιάλτα και δεν έχω στο αρχείο μου το χαρτάκι του Στάλιν, το οποίο αναφέρει ο πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα Χάριμαν στα απομνημονεύματά του.

    Μεγαλείο και τραγωδία του «ηρωϊκού σταλινισμού», απάθεια και ψυχρός επαγγελματισμός του γραφειοκρατικού μετασταλινισμού

    Ο σταλινισμός της περιόδου του Στάλιν γέννησε ανθρώπους και μορφές/φιγούρες πολύ αντιφατικές και με οριακά ανταγωνιστικές όψεις. Μορφές πιθανόν σχιζοειδείς με την πολιτική και ανθρωπολογική έννοια, αλλά και γνήσια κυριαρχημένες από την πιο ακραία αυτοθυσία και αγωνιστικότητα. Δημιούργησε ένα σώμα «επαγγελματιών επαναστατών», με την έννοια των Λένιν αλλά και Στάλιν, αλλά και αγωνιστών της βάσης, οι οποίοι ήταν ικανοί για τους μεγαλύτερους ηρωισμούς και πράξεις αυτοθυσίας, αλλά και για τα μεγαλύτερα ηθικά εγκλήματα σε βάρος διαφωνούντων και σε βάρος άλλων απελευθερωτικών ρευμάτων και κινημάτων (π.χ. κατά των αναρχικών και του POUM στην Ισπανία). Πρόκειται για αγωνιστές/τριες με τεράστιο ηθικό και αγωνιστικό υπόβαθρο, οι οποίοι δεν φοβήθηκαν τα αποσπάσματα, τις εξορίες, τα μπουντρούμια, τα βασανιστήρια. Δεν λύγισαν και ακολούθησαν την ηρωική τους πορεία ως το τέλος, συνήθως ως τον θάνατο. Θα τους τιμούμε πάντοτε. Το να αμφισβητήσει κανείς τον ταξικό τους ηρωισμό και το αγωνιστικό ήθος τους, και μάλιστα σήμερα, σε μια εποχή όπου το αίμα χύνεται πολύ πιο δύσκολα, είναι απολύτως άδικο, αντιιστορικό και μίζερο. Όμως οι ίδιοι άνθρωποι μπορούσαν και έπρεπε, υπό ορισμένες συνθήκες, να υπερασπίσουν ιδεολογικά και προπαγανδιστικά τα σοβιετικά εγκλήματα και διώξεις, λέγοντας σχεδόν συνειδητά κατάφωρα ψέματα. Να εκτελέσουν αντιφρονούντες σε οριακές συνθήκες. Να προδώσουν χωρίς ενοχές έναν συναγωνιστή τους στις αρχές, αν εθεωρείτο ύποπτο ταξικά στοιχείο, ή ακόμη και ένα πρόσωπο της οικογένειάς τους. Να ανακρίνουν έντονα κάποιον που είχε καταγγελθεί, να αποκηρύξουν χυδαία έναν μεγάλο ήρωα σαν τον Πλουμπίδη. Να γίνουν Ραμόν Μερκαντέρ και να δολοφονήσουν ανενδοίαστα τον Τρότσκι στο Μεξικό. Έπρεπε να παίξουν δηλαδή τον ρόλο του σ. Ρουμπάσοφ στο «Μηδέν και το Άπειρο» του Άρτουρ Καίστλερ, ή αυτόν με το κλασικό «Ανθρωπάκι» στην τριλογία του Τσίρκα «Ακυβέρνητες Πολιτείες» (υποθέτω ότι ο Τσίρκας δεν θεωρείται αντικομμουνιστής όπως βάσιμα ο ύστερος Καίστλερ).

    Σε μια ιστορική περίοδο, οι σταλινικοί κομμουνιστές ήταν υπερήρωες αλλά και τμήματα ενός γραφειοκρατικού κατασταλτικού μηχανισμού, που διασφάλιζε την σταλινική ηγεσία μέσα στο κίνημα από κάθε αμφισβήτηση, συχνά με απάνθρωπα μέσα. Ήταν οι «νέοι άνθρωποι» με την δημιουργική και την καταστροφική έννοια. Επίσης, οι ίδιοι άνθρωποι απομόνωναν στις φυλακές και στις εξορίες όποιον ανήκε σε ένα αντιπολιτευτικό ρεύμα προς την ηγεσία του ΚΚ.

    zaxariadis-rizospastisΣτο ελληνικό κίνημα, μορφές όπως ο Ζαχαριάδης, ο Παρτσαλίδης, ο Σιάντος, εκφράζουν ανάγλυφα αυτές τις έντονες αντιφάσεις της εποχής: την τραγωδία και το μεγαλείο της, τον γιγαντισμό και την μικρότητά της ταυτόχρονα. Η ένταση τόσο του ηρωισμού όσο και της γραφειοκρατικής επιθετικότητας αφορά μόνο, ή πάντως βασικά, την περίοδο του Στάλιν (1924-1953). Οι σταλινικοί μετά τον Στάλιν, μετά την 6η Μάρτη του 1953 και ιδίως μετά το αποδομητικό 20ο Συνέδριο του 1956, χάνουν σημαντικά τόσο σε θετική όσο και σε αρνητική ένταση, γίνονται ασήμαντοι. Στις χώρες του «ανύπαρκτου», οι άνθρωποι επιτηρούνται και φυλακίζονται αλλά σπανίως εκτελούνται πια. Στις καπιταλιστικές χώρες, η «ηρωική» γραφειοκρατία, περνώντας στην περίοδο της ειρηνικής συνύπαρξης και του ειρηνικού δρόμου, εκπροσωπείται από σώφρονες και μετριοπαθείς ανθρώπους. Στελέχη που ξέρουν βασικά χωρίς μεγάλους ηρωισμούς και θυσίες να οργανώνουν καλές προεκλογικές καμπάνιες -με τα πικρά λόγια του Ερνέστ Μαντέλ- χωρίς σοβαρά ρίσκα. Που μετατρέπονται από ήρωες της γραφειοκρατίας μέσα στο εργατικό κίνημα, σε γραφειοκράτες του κινήματος χωρίς κανέναν ηρωισμό και χωρίς καμία προσωπική έκθεση. Αν η δικτατορία στην Ελλάδα έδωσε έδαφος για να συνεχισθεί οριακά και να ολοκληρωθεί η ηρωική κομμουνιστική στάση και ήθος, η Μεταπολίτευση υπήρξε η αποθέωση -και ιδίως μετά το 1989- της γραφειοκρατικής απάθειας και του αγωνιστικού ήθους εκ του ασφαλούς και χωρίς κανένα σοβαρό ρίσκο. Οι ίδιοι δε άνθρωποι που δεν έπαιρναν σημαντικά προσωπικά ρίσκα – και μιλάω πάντοτε για τα στελέχη και όχι τους αγωνιστές της βάσης- κήρυσσαν εύκολα κάποιους ως «προβοκάτορες», όταν αυτοί στα κινήματα μέσα αμφισβητούσαν ακόμη και βίαια την αστική νομιμότητα (πλήθος παραδειγμάτων στην Ελλάδα από το 1974 ως σήμερα).

    Όμοιες λογικές επικράτησαν και στα δυτικά ΚΚ συνολικά, είτε ακολούθησαν τον ευρωκομμουνιστικό είτε τον φιλοσοβιετικό δρόμο -το ΚΚ Γαλλίας κατήγγειλε τον 5.1968 τον νεανικό και τον εργατικό «γκωσισμό», το πιο ευέλικτο Ιταλικό ΚΚ τον ενσωμάτωσε και τον κατέστειλε ταυτόχρονα. Τα επαγγελματικά στελέχη των ΚΚ και των κομμουνιστογενών κομμάτων ήταν πια άνθρωποι χωρίς κανένα στοιχείο του «επαγγελματία επαναστάτη», μορφής της λενινιστικής και της κλασικής σταλινικής περιόδου, ήταν επαγγελματίες και υπάλληλοι της καθημερινής γραφειοκρατικής πολιτικής χωρίς στην ουσία τίποτε το επαναστατικό. Από τον επαγγελματικό επαναστατισμό, στον φιλοσοβετικό επαγγελματικό επαναστατισμό και τέλος στο παρασιτικό επάγγελμα του γραφειοκράτη χωρίς καμία επανάσταση. Από τα κόμματα των τυφεκισμένων επαγγελματιών επαναστατών, στους άχαρους επαγγελματίες ποντικούς των γραφείων. Από την απόλυτη ανιδιοτέλεια, στην αναζήτηση του κομματικού μισθού αλλά και στην απογείωση από ένα σημείο και μετά προς την αστική πολιτική, προς έναν στίβο δηλαδή με χρήματα και δόξα.

    Επίσης, δεν ήταν αυτοί που σύμφωνα με τους παραλογισμούς του Καστοριάδη προετοίμαζαν μέσα στον καπιταλισμό την νίκη κάποιου ολοκληρωτισμού σοβιετικού τύπου. Τίποτε από όλα αυτά. Για την αστική δημοκρατία δούλευαν. Τα στελέχη των ΚΚ -με αρκετές και σημαντικές εξαιρέσεις- έγιναν επιτυχημένοι ή αποτυχημένοι υπάλληλοι, μάνατζερ και προπαγανδιστές των προεκλογικών αγώνων και των προσπαθειών να καναλιζαριστεί ένα κοινωνικό ριζοσπαστικό δυναμικό στους οργανωτικούς τους μηχανισμούς και στις εκλογικές και συνδικαλιστικές τους καμπάνιες, πάντοτε στο έδαφος της αστικής δημοκρατίας και της επιβίωσης του δυτικού καπιταλισμού. Έγιναν, επίσης, αν είχαν κάποια προσωπική ικανότητα, επαγγελματίες πολιτικοί με χρήμα και δόξα, ιδίως όταν οι πρώην σταλινικοί χειραφετήθηκαν από την κομματική επιτροπεία/ εποπτεία κι ενεπλάκησαν σε αριστερά σχήματα όπου η κοινοβουλευτική καριέρα δεν ήταν απλώς ένα εξάρτημα του κόμματος αλλά και μια συμβολική και υλική δυναμική προσωπικής εξουσίας μέσα στον αστικό κοινοβουλευτισμό (βλ. και την διακριτότητα ΚΚΕ και Συνασπισμού-ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το πεδίο).

    ………………………….

  26. …………………………..

    Σε αυτά τα επίπεδα, οι φιλοσοβιετικοί και οι ευρωκομμουνιστές δεν ήταν πολύ διαφορετικοί -με την επισήμανση, πάντως, ότι το στέλεχος του ευρωκομμουνισμού θα ανοιγόταν πιο θαρραλέα και πιο σοσιαλδημοκρατικά σε ένα λιγότερο ταξικό και πιο εθνικό πολιτικό ακροατήριο. Θα τηρούσε και κάποιους τύπους δημοκρατίας, με την επισήμανση πάντως ότι η ευρωκομμουνιστική στροφή επιτάχυνε την συμφιλίωση των πρώην σταλινικών με τους κανόνες και τις απαιτήσεις της επίσημης πολιτικής σκηνής και του αστικού πολιτικού και κοινοβουλευτικού συστήματος, με το σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό υπόδειγμα, με την επισήμανση ότι η ευρωαριστερά καλλιέργησε πληρέστερα και πιο ολοκληρωμένα τον ήδη προχωρημένο προσωπικό παραγοντισμό του δεξιού ευρωκομμουνισμού . Ότι όμως ο λεγκαλισμός και ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός χαρακτήρισε και τα φιλοσοβιετικά ΚΚ ή αυτούς που είλκαν την καταγωγή τους από αυτά, δεν μπορεί πια να αμφισβητηθεί σοβαρά: το 17 % ή η δεύτερη κατανομή του φλωρακικού ΚΚΕ το 1981, η συγκρότηση του Μεγάλου Συνασπισμού από τους ΚΚΕ και ΕΑΡ και ο χυδαίος αντιπασοκισμός του το 1988-1991, η σχεδόν διάλυση του ΚΚΕ το 1991 από το μετριοπαθές/ρεφορμίζον τμήμα του που ήθελε να ενταχθεί πιο οργανικά στο αστικό πολιτικό παιχνίδι με πρόσχημα τον «γκορμπατσοφικό αντισταλινισμό» και την δήθεν ανανεωτικότητα (η πορεία των Δαμανάκη, Ανδρουλάκη και Δραγασάκη, ηγετικών στελεχών του πρώτου Συνασπισμού, δείχνει το προσχηματικό του ανανεωτικού επιχειρήματος), όλα αυτά δείχνουν την πλήρη επικράτηση της αστικής πολιτικής και στα φιλοσοβιετικά ΚΚ.

    Το σύγχρονο μετασταλινικό ΚΚΕ

    Όσον αφορά το σύγχρονο ΚΚΕ, αυτό είναι ένα ιδιόμορφο μετασταλινικό γραφειοκρατικό κόμμα με όψεις επαναστατικής ρητορείας και ταυτόχρονα έντονου κοινοβουλευτικού λεγκαλισμού και κρετινισμού-είναι ένα σταλινικό κόμμα της μετανεωτερικής, μεταδημοκρατικής περιόδου. Η δήθεν αντικαπιταλιστική ρητορεία του θυμίζει τον τροτσκισμό και άλλα επαναστατικά μαρξιστικά ρεύματα ή έστω τον σταλινισμό της Τρίτης Περιόδου – αποκήρυξη των σταδίων και του ρεφορμιστικού ειρηνικού δρόμου, αποκήρυξη του ΛΜ και των Μετώπων γενικά, άμεση αναζήτηση κατάκτησης της εργατικής εξουσίας χωρίς ενδιάμεσα στάδια ή φάσεις αλλά όμως εδώ και χωρίς αναφορά στην μεταβατική επαναστατική διαδικασία, αποκήρυξη της Ρωσίας ως ιμπεριαλιστικής δύναμης, τάξη εναντίον τάξης κ.α. Αν άκουγε κανείς αυτά που λέει το ΚΚΕ και μόνο, χωρίς να παρατηρεί την πραγματική τακτική του, και αν δεν ήταν αρκετά οξυδερκής για να επισημάνει την «κατάκτηση της εργατικής εξουσίας» χωρίς καμία χρήση πολιτικής βίας και καμία αναφορά στην επανάσταση, θα συμπέραινε ότι μιλάμε για μια πραγματικά και γνήσια επαναστατική στροφή του ΚΚΕ τα τελευταία τρία χρόνια, η οποία προετοιμάζεται συστηματικά από το 1996 μέχρι και σήμερα (από το περίφημο 15ο Συνέδριο μέχρι και σήμερα).

    Επανάσταση: Τίποτε μακρύτερο από την πραγματικότητα του ΚΚΕ -virtual επανάσταση μέσα σε ένα virtual πολιτικό σύστημα με φαντασιακές προσκολλήσεις και ονειρώξεις, με λατρεία στον επαναστάτη Στάλιν παρά τα κάποια λάθη του και με πολύ αντιδραστικά κοινωνικά και πολιτικά πραγματικά διακυβεύματα. Με ένα βαθύ μίσος κατά κάθε καινούριου και ζωντανού στην κοινωνία και με μια ιδεολογία μανίας του ελέγχου. Η λέξη «επανάσταση» δεν θα βρεθεί σε κανένα κείμενο του τωρινού ΚΚΕ, από αυτά που ευαγγελίζονται άμεσα την εργατική εξουσία. Αντίθετα, τον Δεκέμβρη του 2008 η Παπαρήγα είχε δηλώσει ότι στην επανάσταση δεν θα σπάσει ούτε μια βιτρίνα. Επανάσταση λοιπόν χωρίς την επανάσταση, καθώς αυτή γίνεται και δεν οργανώνεται από γραφειοκρατίσκους σαν την ηγεσία του ΚΚΕ.

    stalin-1Στα θετικά του παρόντος ΚΚΕ πρέπει να συγκαταλεγεί, όμως, η μεγάλη κινητοποιησιμότητα του εργατικού και του λαϊκού κόσμου που αναφέρεται σε αυτό, η μεγάλη διεισδυτικότητα σε στρώματα του σκληρού πυρήνα της εργατικής τάξης, όπου μόνο η Άκρα Δεξιά μπορεί πια να διεισδύει από το αστικό πολιτικό φάσμα. Όμως, αυτή η θετική διείσδυση και κινητοποιησιμότητα στην εργατική τάξη και ακόμη και σε αυτήν του ιδιωτικού τομέα, εν μέρει ακυρώνεται από την άγονη κατεύθυνση που δίνει το ΚΚΕ σε αυτό το εργατικό ρεύμα. Το συγκεντρώνει με μια σχεδόν απόλυτη κοινοβουλιοκεντρική οπτική, στερεί κάθε ελπίδα άμεσων στόχων και κατακτήσεων για το κίνημα, το προσανατολίζει απλώς στην υπερψήφιση του ΚΚΕ και σε χωριστές πορείες – παρελάσεις του ΠΑΜΕ, σπάει κάθε ενωτική δυνατότητα ακόμη και από τα κάτω και μεταθέτει κάθε ελπίδα των εργαζομένων στο Υπερπέραν. Από αυτήν την άποψη, ο μετασταλινισμός του ΚΚΕ λειτουργεί ευνοϊκά για την σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος και ακόμη και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, αν και συντηρεί ορισμένα παραδοσιακά αγωνιστικά χαρακτηριστικά του παλιού κομμουνιστικού κινήματος και κινητοποιεί κάποια αντιπολιτευτικά στο κεφάλαιο εργατικά ρεύματα. Επίσης, η εκτυφλωτική μετριοκρατία/μικροκρατία/ έλλειψη κατανόησης του κοινωνικού και η γραφειοκρατική του κοινοτυπία το μετατρέπει σε μια μη ηρωική και ακαλαίσθητη δήθεν συνέπεια και συνέχεια του ιστορικού ΚΚ, αφαιρώντας από αυτήν την μεγάλη κοίτη κάθε μεγάλη αρετή, κάθε μεγάλη έμπνευση και κάθε μεγάλη ποιοτική προσφορά. Η συντήρηση του μηχανισμού του και της εκλογικής του βάσης είναι η μόνη θετική αξία που διατηρεί και υπηρετεί σήμερα το ΚΚΕ, το οποίο είναι από πολλές απόψεις ένα μεγάλο μ-λ κόμμα στα λόγια, χωρίς τις ιδιαίτερα θετικές ποιότητες και συνεισφορές των αυθεντικών μ-λ ρευμάτων

    Επίσης, η αντιφατικότητα και συχνά το απόλυτο μπέρδεμα των θεωρητικών και ιστορικών θέσεων του σύγχρονου ΚΚΕ δείχνουν πόσο έντονα αλληλεπιδρά το κόμμα αυτό με την αντιφατική και θραυσματική πολιτισμική σφαίρα της αστικής μετανεωτερικότητας και των ταυτοτικών πολιτικών εντός αυτής, και πόσο επιλεκτικά και μη συνεκτικά ανοικοδομεί ακόμη και αυτήν την θεωρητική του προσπάθεια. Δεν είναι δυνατόν να υπερασπίζεις τόσο έντονα τον Στάλιν και από τον σταλινισμό να επιλέγεις μόνο την περιθωριακή εντός του σταλινισμού τακτική της Τρίτης Περιόδου και του σοσιαλφασισμού. Την στιγμή που ο μετωπισμός υπήρξε η κύρια και η πιο μακροχρόνια σταλινική γραμμή και εντός της ΚΔ και μετά την ΚΔ, είναι απολύτως παράλογο να καταγγέλλεται το ΛΜ και να μην αναφέρεται σχεδόν καθόλου η σταλινική εισαγωγή και επιβολή του ή να εξετάζεται το ΛΜ ως ένας δήθεν σταλινικός ελιγμός. Αποενοχοποιείται έτσι παραδόξως η σταλινική ηγεσία για την στρατηγική του ΛΜ και αυτό αποδίδεται στους κακούς συμβούλους του Στάλιν στην Διεθνή. Επίσης, η ψυχαναλυτική εχθρότητα προς τον τροτσκισμό αποτρέπει τους θεωρητικούς του ΚΚΕ να αποδεχθούν ότι η κριτική τους στο ΛΜ αλλά και στις «εθνικές» στρατηγικές του σταλινισμού έχει πρωτοδιατυπωθεί εδώ και ογδόντα χρόνια από τον ίδιο τον Τρότσκι και τους οπαδούς του. Επίσης, η θεωρία του αναπτυγμένου ελληνικού καπιταλισμού και η κριτική στην θεωρία της εξάρτησης απορρέει από το τροτσκιστικό και αργότερα από το αλτουσεριανό ρεύμα, κάτι που οι θεωρητικοί του ΚΚΕ επιμελώς αποκρύπτουν με επαίσχυντο τρόπο, λογοκλέπτοντας απόψεις σαν του Πουλιόπουλου ή σαν του Μηλιού χωρίς να πληρώνουν καν τα πνευματικά δικαιώματα. Λες και ανακάλυψαν πρώτοι τον Παράδεισο.

    Ομοίως, υπάρχει μια τεράστια ιστορική σύγχυση για το ΚΚΕ της περιόδου 1956-1991 και ιδίως της περιόδου 1968-1991. Παρά το ότι ασκείται έντονη κριτική στην ρεβιζιονιστική γραμμή εντός του ΚΚΣΕ και θεωρείται ότι αυτή προελαύνει ανενόχλητη μετά το 1956, παρά το ότι καταγγέλλεται η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ και η αποζαχαριαδοποίηση, η ηγεσία Φλωράκη, λόγω και της αντίθεσης με την «αναθεωρητική ομάδα» το 1968, αποκαθίσταται, παρά το ότι όχι μόνο έχει μετάσχει στην αντιζαχαριαδική ομάδα του 1956 αλλά και φέρει πιθανόν και ατομική ιστορική ευθύνη για την απαγόρευση μετάβασης στην Ελλάδα και τελικά τον φρικτό θάνατο του Ζαχαριάδη στην Σιβηρία το 1973. Ο Φλωράκης, για ψυχαναλυτικούς προφανώς λόγους, της ταύτισής του με τον «σοφό πατέρα και μάλιστα ανόμοιων γιών», δεν καταγγέλλεται, παρά το ότι είναι ακραία φιλοσοβιετικός σε μια εποχή όπου στην ΕΣΣΔ λέγεται ότι ενισχύεται ο ρεβιζιονισμός, παρά το ότι χαιρετίζει τον προδότη Γκορμπατσόφ μεταξύ 1985 και 1990 για τα ανανεωτικά του ανοίγματα (βλ. και ανανεωτικές θέσεις του ΚΚΕ στο 12ο Συνέδριο του 1987, γκλάσνοστ κλπ), παρά το ότι grapsas_3πρωταγωνιστεί στο γκορμπατσοφικό άνοιγμα του ΚΚΕ το 1988-1991. Γιατί δεν καταγγέλλεται και ο Φλωράκης ως «ρεβιζιονιστής», αν και είναι η βασική φιγούρα του κομμουνιστικού μετωπισμού μετά το 1974 και στα 1989 ο εκπρόσωπος στην Ελλάδα του πιο ακραίου Ιστορικού Συμβιβασμού; Μήπως αυτό θα είναι το επόμενο επεισόδιο; Γιατί δεν καταγγέλλεται σαφώς η κυβέρνηση Τζαννετάκη και η τότε συμμετοχή του ΚΚΕ και μάλιστα και με δικούς του υπουργούς, κάτι που δεν συνέβη ούτε με τον ευρωκομμουνιστή Μπερλίγκουερ; Πιθανόν, γιατί ο Φλωράκης είναι η γενέθλια μορφή του μετασταλινικού ΚΚΕ το 1991,ο πατέρας της Παπαρήγα και ο παππούς του Κουτσούμπα. Όμως, αυτό το επιχείρημα δεν είναι καθόλου συνεκτικό, γιατί παραγνωρίζει τον λαϊκομετωπισμό του Φλωράκη από το 1956 ως το 1991 και τον έντονο κυβερνητισμό του ΚΚΕ κατά την δεκαετία του 1980. Γιατί θυμάται τον Φλωράκη αποκλειστικά ως αυτόν που πάλεψε κατά της σοσιαλδημοκρατικής στροφής του ΚΚΕ το 1991, στροφής την οποία επιχείρησαν τα «παιδιά» του, αυτοί που συνόδεψαν τον ίδιο αποφασιστικά στην σοσιαλδημοκρατική στροφή του ΚΚΕ το 1989 και ήταν συνένοχοί του στην διαγραφή της αριστερής διαφωνίας εντός του ΚΚΕ και της ΚΝΕ το 1989.

    Επίσης, η επιλεκτική θεωρητική ανάγνωση των θεωρητικών του σύγχρονου ΚΚΕ οδηγεί συχνά σε πολιτικά ολισθήματα. Η ορθή κριτική στην στροφή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ προς την «εθνική ενότητα» στα 1943-1944, συχνά συμπαρασύρει σε καταγγελία όλης την εθνικοαπελευθερωτικής στρατηγικής των ΚΚΕ/ΕΑΜ. Όμως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι ορθά επελέγη μια εθνικοαπελευθερωτική στρατηγική, όπως λάθος επικρίνουν και το ΚΚΕ αλλά και οι τροτσκιστές, αλλά στο ότι δεν υπήρχε επιλογή ορθής διαλεκτικής σύνθεσης του εθνικού με το ταξικό, όπως π.χ. στον Τίτο ή τον Μάο ή και τον Βελουχιώτη, και γιατί εγκαταλείφθηκε η εργατική/ταξική ηγεμονία πάνω στο έθνος για χάρη της εθνικής ενότητας. Μαζί με την γραμμή του Ιωαννίδη, του Ρούσσου και του Ζέβγου το 1944, θυσιάζεται και όλη η μεγαλειώδης εαμική εμπειρία και οι σημαντικές όψεις δυαδικής λαϊκής αντιεξουσίας, την οποία σαφώς εμπεριείχε. Μαζί με τα βρωμόνερα πετιέται και το παιδί. Ιδίως οι θεσμοί λαϊκής εξουσίας, διοίκησης και δικαιοσύνης του ΕΑΜ, η τεράστια εργατική κινητοποίηση στις πόλεις του ΕΕΑΜ, η πιο επαναστατική ταξική όψη των ΚΚΕ-ΕΑΜ, υποβαθμίζονται συνειδητά από το ΚΚΕ ως γραφειοκρατικό μόρφωμα.

    Τέλος, υπάρχει μια προφανής ψυχολογική εξήγηση για την λατρεία του Στάλιν από το σύγχρονο ΚΚΕ. Όπως και μια παλιότερη «αριστερόστροφη» ερμηνεία του σταλινισμού, ιδίως στην μεταπολεμική Ιταλία: Ότι κάποια στιγμή θα έλθει ο «στρατός του Μουστάκια» να μας απελευθερώσει από τον καπιταλισμό (όνειρα χωρίς αντίκρυσμα), η οποία παρέπεμπε τον ερχομό του σοσιαλισμού στον Μόσκοβο και τις στρατιές του, στην «αποκαλυπτική» άφιξή τους στο μέλλον. Έτσι και η στρατηγική του ΚΚΕ για την εργατική εξουσία και την έλευσή της, είναι εξίσου «αποκαλυπτική» και εξίσου προωθεί την κοινωνική απάθεια και παθητικότητα με τον «ερχομό του Μουστάκια». Όμως, ο «Μουστάκιας» ήταν τουλάχιστον ο «μεγάλος Στάλιν», δεν ήταν ο μικροσκοπικών πολιτικών προδιαγραφών κ. Κουτσούμπας. Ο αποθανών «Μουστάκιας» δεν αποκαθηλώνεται καθώς η Δεύτερη Έλευσή του ως Μεσσία μπορεί και να συμπίπτει με την έλευση της εργατικής εξουσίας κατά το ΚΚΕ. Όταν ασκήσαμε κάποτε κριτική σε κάποιες τροτσκιστικές συλλογικότητες για χιλιασμό και ιεχωβαδισμό, δεν είχαμε σκεφτεί ότι σε αυτόν τον τομέα το ΚΚΕ τις ανταγωνίζεται επάξια ή μάλλον τις ξεπερνά.

    Όψεις μετασταλινισμού στο Αριστερό Ρεύμα και σε άλλες συριζογενείς συλλογικότητες

    Όμως, και στον πρώην ΣΥΡΙΖΑ και ιδίως στο Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, του ΣΥΡΙΖΑ και πλέον της Λαϊκής Ενότητας, παρεπιδημούν και συχνά κυριαρχούν μετασταλινικές ή και γνήσιες σταλινικές θέσεις και εκφωνήσεις, οι οποίες πρέπει να υποστούν οξεία κριτική και καταγγελία. Ο ίδιος ο Στάλιν και η σταλινική περίοδος στην ΕΣΣΔ, σπανίως υφίστανται κριτική από την ηγετική στελέχωση του ΑΡ. Η σταλινική περίοδος δεν συνδέεται κυρίως με τις δίκες της Μόσχας ή με την καταστροφική για την επανάσταση πολιτική της ΚΔ ή με την τραγική κολεκτιβοποίηση και τα θύματά της, αλλά βασικά και αποκλειστικά με τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, με την επέκταση του δήθεν «σοσιαλισμού» στις Λαϊκές Δημοκρατίες, με την απελευθέρωση από τον φασισμό (που όντως ισχύει) και με την ικανοποιητική οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα ή σε ένα σύστημα χωρών (κάτι που ποτέ δεν υπήρξε μετά το 1928). Η σκοτεινή πλευρά της σοβιετίας δεν καταγγέλλεται για να μην ωφεληθεί ο ταξικός εχθρός (;;;). Ούτε ο ταξικός χαρακτήρας της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστικής χώρας τίθεται συνήθως σε αμφισβήτηση ή σε απόρριψη, αφού η σχετική συζήτηση δεν ανοίγεται καν ή και δεν είναι καν νοητή ή, το χειρότερο, είναι απολύτως αδιάφορη. .

    Επίσης, τα στελέχη του ΑΡ, στην πλειοψηφία τους διαπράττουν το συμμετρικό θεωρητικό λάθος με αυτό του ΚΚΕ. Ενώ δικαίως υπερασπίζονται την εαμική εμπειρία από την ισοπέδωση του ΚΚΕ, από μια δογματική προσήλωση στον λαϊκομετωπισμό δεν απαρνούνται ούτε καν επισημαίνουν την δεξιά στρατηγική παρέκκλιση που οδήγησε στην ήττα του εαμικού κινήματος (όπως ορθά εδώ κάνει το σύγχρονο ΚΚΕ). Λες και δεν ήταν το ίδιο κόμμα που έφτιαξε και μετά κατέστρεψε λόγω των δεξιών λαθών του το ΕΑΜ. Ενώ ορθώς υπερασπίζονται οι εκπρόσωποι του ΑΡ το έθνος-κράτος από μια αριστερή σκοπιά και μια ορθή σύνθεση εθνικού και ταξικού κατά των λεγόμενων υπερδιεθνιστών, συχνά χάνουν το μέτρο και παλινδρομούν στην αδιέξοδη θεωρία των σταδίων, στο ΛΜ και στην αφήγηση μιας ανεξάρτητης Ελλάδας εντός του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.

    flwrakis-mitsΥποβαθμίζεται, έτσι, έντονα η εκδίπλωση ενός μεταβατικού σοσιαλιστικού προγράμματος, της οποίας η ρήξη με το ευρώ είναι κρίσιμος μεταβατικός σταθμός αλλά όχι ικανός και, κυρίως, όχι στάδιο μιας ανεξάρτητης και υπερήφανης εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Επίσης, δε, η τοποθέτηση ότι «δεν πάμε αύριο για τον σοσιαλισμό», αν και ρεαλιστική, μπορεί να εκτραπεί σε μια αφήγηση σταδίων και στεγανών μεταβατικών περιόδων, οι οποίες, όπως και στο ΚΚΕ, αλλά με διαφορετικό τρόπο, μεταθέτουν την αντικαπιταλιστική ρήξη και τον σοσιαλισμό στο χρονικό Υπερπέραν εν είδει του ΑΑΜ ή ΑΑΔΜ ή όποιου ΑΜ ως στρατηγικής του ΚΚΕ ως τα μέσα του 1990. Γιατί το παλιό μετωπικό ΚΚΕ υπήρξε καλύτερο από την σκοπιά του σοσιαλισμού από το σεχταριστικό σύγχρονο ΚΚΕ; Aντίθετα, τα λάθη τους (ΚΚΕ και ηγεσίας του ΑΡ) είναι απολύτως συμπληρωματικά στο πλαίσιο μιας μαρξιστικής θεώρησης της πολιτικής ταξικής πάλης.

    Επίσης, η συχνή ισχυρή ροπή του ΑΡ προς το ΛΜ και τον κομμουνιστικό μετωπισμό συναντά και τις λάθος θεωρητικές αναζητήσεις ενδιαφερουσών ομάδων όπως ο «Σύλλογος Κορδάτος» ή ο «Εργατικός Αγώνας», οι οποίες όχι μόνο είναι, και δικαίως, κατά του σύγχρονου σεχταριστικού ΚΚΕ αλλά και αναπολούν το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ και την αναπαραγωγή της θεωρίας των σταδίων και της εθνικής απελευθέρωσης της ελληνικής κοινωνίας. Έναν φλωρακισμό δηλαδή χωρίς τον Φλωράκη. Σε αυτό το σημείο και οι μεν και οι δε έχουν λάθος και η αφηρημένη κριτική τόσο του τωρινού ΚΚΕ όσο και των τροτσκιστικών ρευμάτων στην θεωρία των σταδίων αποδεικνύεται απολύτως βάσιμη και επιτυχής, ακόμη και αν άλλες συνεπαγωγές τους είναι εσφαλμένες.

    Τέλος, συχνά το ΑΡ υποπίπτει και αυτό στην μετανεωτερική επιλεκτικότητα και στην άστοχη συνάρθρωση πολύ διαφορετικών ψηφίδων από την ιστορία του κινήματος. Το να είσαι με την πρώτη αλλά και με την δεύτερη επιστολή Ζαχαριάδη ή μόνο με την πρώτη είναι όντως ένα πολύ δύσκολο και ίσως ανεπίλυτο θέμα. Δεν μπορείς, όμως, να μην πάρεις θέση στην ανταγωνιστική αντίθεση Ζαχαριάδη και Βελουχιώτη, ηγετών που υπήρξαν θύτης και θύμα τον 6. του 45. Δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις τα λάθη και τις σοβαρές και καταστροφικές αδυναμίες και παραπτώματα του λαϊκομετωπισμού, όπως π.χ. την καταστολή της ισπανικής επανάστασης το 1936-1937, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις την ορθότητα της «διαρκούς επανάστασης» και σε αυτό το σημείο της Δ’ Διεθνούς και την αστοχία της ολοκληρωμένης οικοδόμησης του ‘σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα’. Δεν μπορείς να μην καταδικάσεις έντονα και με ενάργεια τα εγκλήματα του σταλινισμού και να μην αποκαλύψεις την ταξική δομή που τον παρήγαγε. Όλα αυτά πια δεν ανάγονται στην παραδοσιακή και τυποποιημένη αντίθεση τροτσκισμού – σταλινισμού, όπως θέλουν κάποιοι εκατέρωθεν που παίζουν αναδρομικά με τα παλιά σύμβολα, αλλά στην κοινή ιστορική κληρονομιά του ΚΚ και στην ορθή κατανόηση της ιστορίας του. Χωρίς αυτήν, είσαι χαμένος για πάντα στην μετάφραση.

    flwrakis-kyrkos Επίσης, δεν μπορείς να είσαι -όπως και το ΚΚΕ άλλωστε- και με τον Ζαχαριάδη και με τον Φλωράκη. Η ιστορία έχει διαχωρίσει αυτούς τους ρόλους ριζικά. Η τραγική ανθρώπινη μοίρα, επίσης. Το ΑΡ κατατρύχεται, και αυτό δυστυχώς, από την προσκόλληση στον Φλωράκη ως πατρική μορφή. Όμως, ο Φλωράκης, αφού κατατρόπωσε την «αναθεωρητική ομάδα» ή τον ευρωκομμουνισμό , εφάρμοσε ακραία την ρεφορμιστική τους γραμμή το 1988-1989. Συγκυβέρνησε με την Δεξιά με υπουργούς του -κάτι που ούτε ο Μπερλίγκουερ είχε τολμήσει να κάνει- έσπασε κατασταλτικά με τις ομάδες περιφρούρησης του ΚΚΕ τα συνδικαλιστικά κινήματα βάσης του πρώτου μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού (1974-1977), νομιμοποίησε ευρέως με την «πραγματική Αλλαγή» τον πασοκισμό του 1981-1986, και όταν με την νεοφιλελεύθερη στροφή του ΠΑΣΟΚ το 1985, δημιουργήθηκε όντως η συνθήκη ενός αριστερού ενιαίου μετώπου, ο Φλωράκης μετά από μια σύντομη περίοδο τέτοιας τακτικής το 1986-1987, έστριψε δεξιά, ακολουθώντας τον γκορμπατσοφικό δρόμο της λεγόμενης περεστρόικα, και συνάντησε την ΕΑΡ του Κύρκου στο ιστορικό Κοινό Πόρισμα του 12.1988. Ποια ριζοσπαστική εκδοχή του κομμουνισμού μπορεί να θεωρεί τον Φλωράκη της μεταπολίτευσης ως συνέχεια του όντως ηρωικού καπετάν-Γιώτη του Εμφυλίου; Αντίθετα, αυτοί που κυρίως τον τιμούν για αυτήν την φάση του είναι οι αστοί αντίπαλοί του.

    Όλες αυτές οι καθηλώσεις ενός σημαντικού ηγετικού τμήματος του ΑΡ συνδέονται:

    α) Με την έλλειψη θεωρητικής παιδείας, με την απομόρφωση και ιδίως με την μη κατανόηση του σταλινικού φαινομένου ως ενός συστηματικού φαινομένου που συνδέεται τόσο με αρνητικές συγκεντρωτικές όψεις του λενινισμού, όσο και με την ιδεολογική μήτρα του οικονομισμού, του παραγωγισμού και της τεχνοκρατίας, της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα, με την έλλειψη πρόσβασης στις σύγχρονες αναζητήσεις του μαρξισμού. Η απομόρφωση δεν είναι εργατική ταξική αρετή, είναι γραφειοκρατικός ναρκισσισμός, δεν είναι κακό πού και πού στο πέρασμα των χρόνων να ανοίγουμε και κανένα βιβλίο

    β) Δευτερευόντως, με μια λογική συνέχειας, προσκόλλησης, έρωτα και συμπάθειας προς την γραφειοκρατία ως κοινωνική/ταξική δύναμη ή στρώμα , προς τον στελεχικό επαγγελματισμό και την στελεχική παθητικότητα /απάθεια της ύστερης σταλινικής περιόδου. Αυτό που επικρίναμε ως φαινόμενο εντός του ΚΚΕ (στελεχικός επαγγελματισμός, απάθεια, ψευδοτεχνοκρατία της Militärparade zum 40-jährigen Bestehen der DDRπολιτικής, μετριοκρατία) υπήρξε με μια πιο συγγενή -αν και πιο σοσιαλδημοκρατική- μορφή και στον Συνασπισμό καθώς και στον διάδοχό του τον ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των άλλων και στο ΑΡ, που εμφανίζεται ως «δύναμη ενότητας και ριζοσπαστικού προσανατολισμού» σε τρία διαδοχικά σχήματα, τον Συνασπισμό, τον ΣΥΡΙΖΑ και την ΛΑΕ, μην κάνοντας αυτοκριτική για την γραφειοκρατική δομή και λειτουργία του σε όλη αυτήν την πορεία και μάλιστα μετά από μια σημαντική πολιτική ήττα όπως αυτή της 20ης Σεπτεμβρίου. Εδώ, βεβαίως, η συνέχεια με την σταλινική γραφειοκρατία και τις «ηρωικές» της δάφνες, συμμειγνύεται με τον πολιτικό χρησιμοθηρικό επαγγελματισμό του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Τα αποτελέσματα της σύμμειξης οδηγούν σε μια αντιδημοκρατική πολιτική λειτουργία, σε μια γραφειοκρατία με επετηρίδα, σε έναν ατελή αρχηγισμό, σε μια ανέλιξη στηριγμένη στην αδιαφάνεια, την ποιοτική μετριότητα και στο γραφειοκρατικό μυστικό, αυτά δηλαδή τα στοιχεία του αστικού κόμματος/κράτους που κυρίως επικρίνει ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση, μιλώντας για το τσάκισμά του.

    Κανένα ριζικά ανανεωτικό κομμουνιστικό εγχείρημα -και εδώ δεν εννοώ, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, τον κλασικό ευρωκομμουνισμό, αλλά αυτό που λέμε κατακτήσεις του δυτικού μαρξισμού- δεν μπορεί να είναι μακράς πνοής, αν δεν αποδομήσει ριζικά αυτά τα μετασταλινικά/γραφειοκρατικά πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά. Με διπλή έννοια: τόσο της ανατροπής των συγκεντρωτικών σταλινικών γραφειοκρατικών δομών, όσο και της ανατροπής της συμμετοχής των παραδοσιακών ηγετικών στελεχών στο αστικό πολιτικό παιχνίδι με τους μιντιακούς και επικοινωνιακούς όρους αυτού του παιχνιδιού ως σήμερα.
    Εδώ είναι ένα ενδιαφέρον πολιτικό κράμα, όπου η μιντιακή και μεταδημοκρατική προσωπική και ανταλλακτική αξία ενός πολιτικού στελέχους, πάει μαζί με το αναμάσημα παραδοσιακών (σταλινοειδών ή σοσιαλδημοκρατικών/ρεφορμιστικών) κομμουνιστικών αφηγήσεων τριακονταετίας, αν όχι ογδονταετίας, απολύτως ξένων προς την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα του ύστερου καπιταλισμού, αλλά και απολύτως συμβατών με το ανούσιο συμβολικό φορτίο κάθε τάσης ή συλλογικότητας.

    Βεβαίως, αυτοί οι «επαγγελματικοί κίνδυνοι» της εξουσίας δεν αφορούν μόνο το ΑΡ και ορισμένες ισχυρές σταλινικές πολιτικές και πολιτισμικές καταβολές του, αλλά σχεδόν στον ίδιο βαθμό και τις μικρογραφειοκρατίες της υπόλοιπης Αριστεράς, συριζογενούς και μη, ανταρσυογενούς και μη, καθώς και οι άλλες ομάδες και αντιδημοκρατικά συχνά λειτουργούν στο εσωτερικό τους, αλλά και χρησιμοποιούν παράλληλα ή ανταγωνιστικά ταυτοτικά συμβολικά συστήματα προς τον σταλινισμό , ξένα πια προς την ιστορική τους μήτρα και αφετηρία, (τροτσκιστικά, μαοϊκά, ελευθεριακά, αλτουσεριανά κλπ), για να δημιουργούν μια τεχνητή συσπείρωση, συχνά διακριτή και ξένη προς τις πραγματικές κινηματικές και κοινωνικές ανάγκες, να μαζεύουν καύσιμα για τα «μαγαζιά» τους. Και αυτές οι ομάδες νοιώθουν αμηχανία προς την έκκληση για περισσότερη δημοκρατία και προς την έκκληση για ανασύνθεση και απολογισμό των μαρξιστικών ρευμάτων. Και εννοούν την μετωπική συμπόρευση ως αθροιστική συνεννόηση βασικά ηγεσιών και ως σύζευξη μηχανισμών, μεταμφιεσμένων σε συνιστώσες, οργανώσεις ή τάσεις. Συνεπώς, η γραφειοκρατική λειτουργία δεν είναι ένα φυσικό μονοπώλιο του ΑΡ μεταξύ των συριζογενών αλλά και των μη συριζογενών ομάδων της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα. Είναι ένα κοινό πρόβλημα, που δεν αποτελεί ακόμη μέρος μιας κοινής λύσης. Όπως είχε πει κάποτε ο Μαρξ, «μίλησα και έσωσα την ψυχή μου».
    …………………………………………………………………………………………………………………………………….

    Βασική βιβλιογραφία

    1. Κ.Μαρξ –Φρ.Ένγκελς , «Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης», Αθήνα 1976, εκδόσεις Κοροντζή ( για τις έννοιες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού- το βασικό μαρξικό κείμενο).

    2. Λ. Αλτουσέρ-Τζ.Λιούις «Απάντηση στον Τζων Λιούις -Κριτική του έργου του Λουί Αλτουσέρ», Αθήνα 1977, εκδόσεις Θεμέλιο, ιδίως σελ, 105 επ., κριτική στο ιδεολογικό ζεύγμα ανθρωπισμού- οικονομισμού μέσα στο εργατικό κίνημα και στην θεωρία της προτεραιότητας των παραγωγικών δυνάμεων επί των παραγωγικών σχέσεων .

    3. Ζ. Ελενστάιν «Ιστορία του σταλινικού φαινομένου», Αθήνα 1981, εκδόσεις Θεμέλιο ( ευρωκομμουνιστική ιστορική θεώρηση του σταλινικού φαινομένου).

    4. Σλ. Ζίζεκ «Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό;», Αθήνα 2002, εκδόσεις scripta, σελ. 135 επ., ενδιαφέρουσες σκέψεις για τις δίκες της Μόσχας και για το αίσθημα ενοχής δικαζόντων και κατηγορουμένων.

    5. Κ. Καστοριάδης «Η γραφειοκρατική κοινωνία», Αθήνα 1985, εκδόσεις Ύψιλον, Παρουσίαση της κριτικής της ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» στον σταλινισμό ως μια μορφή γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού και ως απάνθρωπης ταξικής κυριαρχίας.
    -«Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού», Αθήνα 1982, εκδόσεις Ύψιλον, θέσεις για μια αυτοδιαχειριστική και αμεσοδημοκρατική οργάνωση του σοσιαλισμού.

    6. E.Χ.Καρρ «Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης», Αθήνα 1977, εκδόσεις Υποδομή, τόμοι Ι και ΙΙ.

    7. Φ. Κλαουντίν «Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», Αθήνα 1980, τ. Α’ και Β’, παρουσίαση του εκσταλινισμού του σοβιετικού κράτους και της Διεθνούς και των καταστροφικών διεθνών επιπτώσεων της σταλινοποίησης στην διεθνή κομμουνιστική στρατηγική.

    8. Τ. Κλιφ «Κρατικός καπιταλισμός στην Ρωσία», Αθήνα 1983, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, πολύ σημαντική υποστήριξη της θέσης για την ΕΣΣΔ ως κρατικό καπιταλισμό με πολλά στατιστικά και πολιτικά επιχειρήματα. Έργο του 1948.
    – του ίδιου «Βιογραφία Τρότσκι», τ. 1-4, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.

    9. Μπ. Κοριά «Επιστήμη, τεχνική και κεφάλαιο», Αθήνα 1986, εκδόσεις Α/Συνέχεια. Μια κριτική στην επιβίωση των αστικών σχέσεων εντός του σοσιαλισμού από την σκοπιά ενός δυτικότροπου μαοϊσμού.

    10. Ρ.Λινάρ «Ο Λένιν, οι αγρότες, ο Ταίυλορ», Αθήνα 1982, Μηνιαία Επιθεώρηση, ενδιαφέρουσα εσωτερική κριτική στον λενινισμό για τις οικονομίστικες, συγκεντρωτικές και τεχνοκρατικές διαστάσεις του όπως η αποδοχή του ταυλορισμού ως παραγωγικού μοντέλου. Επίσης, πολύ ενδιαφέρουσα παράθεση των αντιαγροτικών αντιλήψεων στο μπολσεβίκικο κόμμα, όχι άσχετων από την επιλογή της κολεκτιβοποίησης, όπως έγινε αργότερα από την σταλινική ηγεσία.

    11-. Ε. Μπαλιμπάρ «Για την δικτατορία του προλεταριάτου», Αθήνα 1978, εκδόσεις Οδυσσέας, ιδίως σελ. 115-150. Σημαντικές παρατηρήσεις για την διάκριση σοσιαλισμού-κομμουνισμού, για την σταλινική συγκάλυψη της δήθεν εξαφάνισης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στον σοσιαλισμό και για την συνέχεια της ταξικής πάλης κατά την περίοδο του σοσιαλισμού ως μετάβασης στον κομμουνισμό.

    12. Δ. Μπελαντή «Αριστερά και εξουσία», Αθήνα 2014, εκδόσεις Τόπος, κριτική παρουσίαση του λαϊκομετωπισμού ως της κυρίαρχης σταλινικής στρατηγικής στην Κομμουνιστική Διεθνή και στο μεταπολεμικό ΚΚ στην Δύση.

    13. Σ. Μπετελέμ «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ», τ. Α’ 1917-1923, τ.Β’ 1923-1930, Αθήνα 1976-2005, εκδόσεις Ράππα. Θεμελίωση της άποψης για την ΕΣΣΔ ως κρατικό καπιταλισμό διαφορετική από εκείνη του Κλιφ, βασισμένη σε μια αλτουσεριανή – φιλομαοϊκή μεθοδολογία. Κορυφαίο έργο σε αυτό το πεδίο.

    14. Ι. Ντόυτσερ «Στάλιν», Αθήνα 1971, εκδόσεις Χρησμός. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις για τον σταλινισμό ως βοναπαρτισμό στην τριλογία του “Trotsky-the prophet armed, the prophet uanarmed, the prophet outcast”.

    15. Κ. Παπαϊωάννου «Η γέννηση του ολοκληρωτισμού», Αθήνα 1994, Εναλλακτικές Εκδόσεις. Σημαντικό βιβλίο από έναν σημαντικό κριτικό διανοητή- μη μαρξιστή- για την γραφειοκρατία ως κοινωνικό φαινόμενο και για την ταξική της επικράτηση στην ΕΣΣΔ.

    16. Κ. Πρέβε « Το ασίγαστο πάθος», Αθήνα 1992, Στάχυ, ενδιαφέρουσες σκέψεις για την ανθρωπολογική διάκριση μεταξύ πρώιμων και ύστερων σταλινικών στελεχών.

    17. Β.Ι. Στάλιν «Ζητήματα Λενινισμού», σημαντική αποτύπωση της προσέγγισης του ίδιου του Στάλιν στον λενινισμό και βάση για την διαμόρφωση του περίφημου μαρξισμού-λενινισμού ως σοβιετικής κωδικοποίησης του λενινισμού.

    18. Λ. Τρότσκι, «Η προδομένη επανάσταση», Αθήνα 2005, Διεθνές Βήμα, κορυφαίο βιβλίο του Τρότσκι για την επικράτηση της σταλινικής γραφειοκρατίας με πάρα πολλά στοιχεία, εγκλωβισμένο όμως στην αντίληψη του «παραμορφωμένου εργατικού κράτους».

    19. Λ.Τρότσκι, «Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν», Αθήνα 1979, εκδόσεις Αλλαγή, 2 τόμοι, βιβλίο γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του ’20, όπου αποκαλύπτεται η στρατηγική ήττας/ ακολουθητισμού στην Μόσχα της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε όλο τον κόσμο.

    Πηγή: Παντιέρα

    http://rednotebook.gr/2015/10/kata-tou-stalinismou-se-kathe-tou-morfi-tou-dimitri-belanti/

  27. ——————————————————————-
    Τάσος Λειβαδίτης: ΣΤΑΛΙΝ
    ——————————————————————-

    ΣΤΑΛΙΝ

    αφιερώνεται στο μεγάλο σοβιετικό λαό

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Τα ερτζιανά χυμάνε πάνω στις πλατείες
    Σπάζοντας με τις γροθιές τους τα τζάμια
    Τρέχουν μες στο σκοτάδι οι στύλοι του τηλέγραφου
    Τρέχουν οι ράγες
    Τα τραίνα αγκομαχάνε κουβαλώντας τη πελώρια είδηση.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Οι ατσαλένιοι δέκτες του ασυρμάτου τραντάζονται
    σα να δεχτήκανε κεραυνό
    οι χειριστές δίνουν συνέχεια
    αλαλιασμένοι
    σαν ν’ αναγγέλουν το τέλος του κόσμου
    βουίζουν τα καλώδια
    οι εφημεριδοπώλες φωνάζουν
    βήματα οργώνουνε την άσφαλτο.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Σαν μια πελώρια τανάλια αυτή η κραυγή
    μας αποσπάει απ’ τις μικρότητες.
    Οι άνθρωποι ξεχύνονται στους δρόμους
    στριμώχνονται μπρος στα περίπτερα
    αγγίζει ο ένας τον άλλον για να βεβαιωθούν πως είναι αλήθεια
    σκύβουν πάνω απ’ τις εφημερίδες
    σαν να κυτάζουν πάνω από ένα γιγάντιο τάφο.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Ο χρόνος σταμάτησε.
    Τώρα και αιώνες να ζήσεις δε θ’ ακούσεις τίποτ’ άλλο.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Θάλεγες πως οι πρωτεύουσες του κόσμου
    είναι μαγεμένες πλάι στη Μόσχα σήμερα.
    Τα σπίτια συνθλίβονται κάτω απ’ το βάρος της νύχτας
    Ουρλιάζουν τα σήματα του Μορς πάνω απ’ τις στέγες.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Η είδηση επιτίθεται απ’ όλες τις γωνιές
    περικυκλώνει τις πόλεις
    συνεχείς ομοβροντίες από παραρτήματα
    τα φώτα τραυματισμένα χύνουν το αίμα τους στους δρόμους

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Και σαν μια ξιφολόγχη η είδηση
    καρφώνεται βαθειά στην καρδιά του κόσμου.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Χτες βράδι, 9 και 50, ώρα Μόσχας
    Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν
    Πέθανε.

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Χτες βράδι…

    Μιλάει η Μόσχα.
    Μιλάει η Μόσχα.
    Κι οι άνθρωποι νοιώσανε ξαφνικά μεγάλοι
    μπροστά σ’ αυτή την απέραντη κι επίσημη ώρα.
    9 και 50 βράδι
    ώρα Μόσχας.

    (…)

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    *Το ποίημα γράφτηκε το 1953 και η συνολική του είναι 22 χειρόγραφες σελίδες. Το ποίημα ανακάλυψε πρόσφατα ο καθηγητής του Πανεπιστήμιου Λoμονόσωφ Δημήτρης Γιαλαμάς.

  28. […] Για τις μεγάλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της «Αριστεράς», δείτε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο: Ο αντικομμουνισμός των σταλινικών  […]

  29. […] Για τις μεγάλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της «Αριστεράς», δείτε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο: Ο αντικομμουνισμός των σταλινικών. […]

  30. «Για την ιστορία της Αριστεράς και τις εσωτερικές της συγκρούσεις»

    http://www.avgi.gr/article/10811/7558132/gia-ten-istoria-tes-aristeras-kai-tis-esoterikes-tes-synkrouseis

  31. Ο ΚΑΟΥΤΣΚΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΥΣ
    ———————————————————————————

    Ο Καρλ Κάουτσκι είναι εκείνος που κατά κανόνα χρησιμοποιεί τις κατηγορίες του «γιακωβινισμού», του «Θερμιδωρ», του «βοναπαρτισμού», για να ερμηνεύσει την ιστορική περίοδο του μπολσεβικισμού στην εξουσία. Ο Κάουτσκι επαναλαμβάνει την ανάλυση του νεαρού Μαρξ για τον γιακωβινισμό. Όπως ο Μαρξ είδε το γιακωβινισμό με όρους ουτοπίας, της αντιιστορικότητας, του αποχαλιναγωγημένου υποκειμενισμού, της λατρείας της θέλησης για να αντικαταστήσει την απουσιάζουσα βάση στην κοινωνική πραγματικότητα, έτσι ο Κάουτσκι αποδίδει τα ίδια ελαττώματα στον μπολσεβικισμό του οποίου το πρώτο αμάρτημα βρίσκεται στο γεγονός πως η «δικτατορία του προλεταριάτου, που αυτοί κήρυσσαν και ασκούσαν, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μεγαλειώδη απόπειρα να πηδήσουν τις αναγκαίες φάσεις της ανάπτυξης και να τις εξαφανίσουν με διατάγματα».

    https://pontosandaristera.wordpress.com/2008/11/23/14-3-2008/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: