-Εκτοπίσεις από Καύκασο και Κριμαία

0009__Εξήντα χρόνια από τις σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων του Καυκάσου και εξηνταπέντε κατά των Ελλήνων της Κριμαίας

  

Μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αποτελούν οι διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης που ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949, με τη μαζική και βίαιη μεταφορά της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία. 

Συμπληρώθηκαν ήδη εξήντα χρόνια από τις υποχρεωτικές, βίαιες μετακινήσεις του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Η εκτόπιση των Ελλήνων του Καυκάσου στις άγονες στέπες της Κεντρικής Ασίας, κοντά στα σινο-σοβιετικά σύνορα. ήταν η τελευταία πράξη από μια σειρά ενεργειών του σταλινικού καθεστώτος. Ενέργειες που άρχισαν στις 2 Δεκεμβρίου του 1937 και ολοκληρώθηκαν στις 13 Ιουνίου του 1949.  Η σκληρή αυτή μεταχείριση που επιφύλαξε ο σταλινισμός στις ελληνικές κοινότητες, κατάστρεψε τη σημαντική ελληνική παρουσία στην περιοχή. Κατάστρεψε όλες τις ελληνικές δομές και μεταξύ τους και  τον ελληνικό σοβιετικό πολιτισμό που είχε δημιουργηθεί το Μεσοπόλεμο.

 Των διώξεων του ΄49 είχαν προηγηθεί εκτοπίσεις του ελληνικού πληθυσμού στη Σιβηρία  από το ρωσικό Νότο από το ’42, οι οποίες κορυφώθηκαν με την εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού της Κριμαίας αμέσως μετά την απελευθέρωσή της από την κατοχή των  Ναζί. Οι εκτοπίσεις της Κριμαίας ήταν ιδαιτέρως παράδοξες γιατί ο ελληνικός πληθυσμός συμμετείχε πλήρως στο αντιφασιστικό, παρτιζανικό κίνημα.  Οι εξορίες αυτές του 1944 ερμηνεύονται από το γεγονός ότι τη χρονιά αυτή ο Στάλιν διατύπωσε μια πρωτοφανή -παράδοξη για τις μαρξιστικές σταθερές- θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ταξική πάλη εντείνεται όσο εδραιώνεται ο σοσιαλισμός, με αποτέλεσμα τη δημιουργία “επιθετικών λαών” και “ειρηνικών λαών”. Έτσι αφενός η εκτόπιση των επιθετικών λαών ήταν αναγκαία συνέπεια της ταξικής πάλης και αφετέρου η ταξική πάλη αντικαθίστατο από την πάλη μεταξύ των εθνών.

 Το 1949, πέντε χρόνια μετά την εκδίωξη των Γερμανών κατακτητών από το σοβιετικό έδαφος, πιθανότατα άλλες σκέψεις επηρέασαν το Λαυρέντι Μπέρια και τον οδήγησαν στην απόφαση για εκτόπιση των Ελλήνων του Καυκάσου. Φαίνεται ότι μία από τις παραμέτρους που επηρέασαν τις σοβιετικές αποφάσεις ήταν το διαφαινόμενο αποτέλεσμα του ελληνικού Εμφυλίου. Πιθανότατα, να είχε μεγαλύτερο βάρος η μεγάλη όξυνση των σοβιετο-αμερικανικών σχέσων που είχε οδηγήσει κάποιους να μιλούν και για έναν επερχόμενο πόλεμο μεταξύ Δύσης και ΕΣΣΔ. 

σάρωση0012Μικρασιάτες, ύποπτοι και ανεπιθύμητοι

Οπότε οι Σοβιετικοί αποφάσισαν να εκκενώσουν τις συνοριακές τους περιοχές από πληθυσμούς που θεωρούνταν «ύποπτοι». Γι αυτό στις 13 Ιουνίου 1949 εκτοπίστηκαν οι κατέχοντες ελληνική υπηκοότητα από Αμπχαζία, Ατζαρία, Αζερμπαϊτζάν. Στις περιοχές αυτές υπήρξε μεγάλο ποσοστό Ελλήνων που είχε ελληνική υπηκοότητα ως πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, τους οποίους οι ελληνικές κυβερνήσεις απαγόρευσαν να κατέλθον στην Ελλάδα με το πρόσχημα ότι εμφορούνται «κομμουνιστικών ιδεωδών». Έτσι, οι ελληνικής υπηκοότητας πληθυσμοί παγιδεύτηκαν μεταξύ ενός ολοκληρωτικού σταλινικού καθεστώτος και ενός ομοεθνούς κράτους που τους απεχθανόταν και γι αυτό παραβίασε τη Συμφωνία υποχρεωτικής Ανταλλαγής Πληθυσμών της Λωζάννης (η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί όλους τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, των οποίων τις περιουσίες είχε παραχωρήσει με τη Συνθήκη της Άγκυρας του ’30 στο τουρκικό κράτος).

Και όχι μόνο αυτά… αλλά και για όσους κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα, η «μητέρα-πατρίδα» είχε απαγορεύσει νομοθετικά την αποζημίωση με την Ανταλλάξιμη Περιουσία, για τις περιουσίες τους που αποδώθηκαν από το ελληνικό κράτος στο τουρκικό. Η διαχείριση της Ανταλλάξιμης Περιουσίας (των 350.000 μουσουλμάνων που απελάθηκαν με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης στην Τουρκία και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί από το διαχειριστή-κράτος για την αποακάσταση των προσφύγων του ’22) αποτελεί ο μεγαλύτερο οικονομικό σκάνδαλο της Ελλάδας μετά το ’22.

Τους εκτοπισμένους ελληνοϋπήκοους ακολούθησαν με τη «θέλησή» τους οι συγγενείς που είχαν σοβιετική υπηκοότητα. Αντιθέτως εξαιρέθηκαν της εκτόπισης από περιοχές της Κεντρικής Γεωργίας (Τιφλίδα, Τσάλκα, Τσιχισβάρι κ.ά.), της Αρμενίας (Αλαβερντί), του Αζερμπαϊτζάν (Νογκόρνο Καραμπάχ), όπου οι Έλληνες κατείχαν κυρίως τη σοβιετική υπηκοότητα.

  Οι Έλληνες που εκτοπίστηκαν έβλεπαν τους νέους εποίκους να καταφθάνουν με τραγούδια και κόκκινες σημαίες. Σε έρευνα που έγινε αργότερα για τις περιουσίες των Ελλήνων και την αποζημίωσή τους, μια έκθεση του σοβιετικού υπουργείου Εσωτερικών αναφέρει: “Στην όλη επιχείρηση δεν είχαν τηρηθεί πάντα οι ηθικοί κανόνες. Τα σπίτια των Ελλήνων είχαν αξιολογηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές και είχαν αποκτηθεί για προσωπική χρήση από κομματικά και σοβιετικά στελέχη”.

Για την εκτόπιση των Ελλήνων του Καυκάσου οι ευθύνες είναι πολλές. Και όχι μόνο των σταλινικών!  Γι αυτό και αυτή η εκκωφαντική σιωπή…

σάρωση0012 Κριμαία 1944

Η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας θα γίνει αμέσως μετά από την απελευθέρωση της χερσονήσου από το ναζιστικό ζυγό. Παρότι οι Έλληνες που παρέμειναν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές συμμετείχαν στην Αντίσταση, οι θυσίες τους, όπως και θυσίες των άλλων “τιμωρημένων λαών” στον αντιναζιστικό πόλεμο, αποσιωπήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Αντίθετα, εγκαινιάστηκε μια τεράστια επιχείρηση παραχάραξης της ιστορικής μνήμης. Το 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αποφασίστηκε η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας μαζί με τους Τούρκους, τους Βούλγαρους, τους Ιρανούς κ.ά. με το επιχείρημα της συνεργασίας τους με τους κατακτητές. Το 1941 είχε προηγηθεί η εκτόπιση των ελληνοϋπήκοων από το Κερτς της ανατολικής Κριμαίας στην περιοχή Άλμα Άτα του Καζακστάν. Τον Ιούνιο του ‘44 εξορίστηκαν οι Έλληνες της Κριμαίας στο Ουζμπεκιστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώχθηκαν όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Η μεταφορά του συνόλου των εκτοπισμένων εθνοτήτων της Κριμαίας και της νότιας Ρωσίας απαίτησε 40.000 βαγόνια προορισμένα για μεταφορά εμπορευμάτων. Οι άθλιες συνθήκες ζωής των εκτοπισμένων φαίνονται από το γεγονός ότι, από τις 31.000 οικογένειες που είχαν εκτοπιστεί στην Κιργιζία μόνο οι 5.000 βρήκαν στέγη. Στην περιοχή Φρούνζε, σήμερα Μπισκέκ, αντιστοιχούσε ένα δωμάτιο σε πέντε οικογένειες.

     Οι Έλληνες της Κριμαίας μεταφέρθηκαν κυρίως στην περιοχή γύρω από την πόλη Κοκάντ στο Ουζμπεκιστάν. Αλλοι μεταφέρθηκαν στο Καζακστάν και διασπάρησαν σε τεράστιες εκτάσεις, στο Κεντάου της περιφέρειας Τσιμκέντ, στο χωριό Τσου της περιφέρειας Τζαμπούλ, στην Άλμα Άτα, στο χωριό Μέρκε της περιφέρειας Μερκένσιι, στο χωριό Οκτιάμπροσκογε, στο χωριό Λουγκοβόε, στην πόλη Τζαμπούλ, στο Καρατάου. Επίσης Έλληνες από την Κριμαία μεταφέρονται στην Κιργιζία, στα χωριά Κίροφκα και Ποκρόφκα της περιφέρειας Ταλάς και στο χωριό Κίροφσκογε. Ο συγγραφέας Αnatoli Pristavkin γράφει για τους Έλληνες της Κριμαίας: “Ποιός ξέρει για τα βάσανα των Ελλήνων της Κριμαίας, οι οποίοι εφοδίαζαν την πολιορκημένη Σεβαστούπολη (σ.τ.σ. εννοεί την πολιορκία από τους Γερμανούς στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) με νερό και μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν προδότες; Αυτούς εξόρισαν στο Καζακστάν και στη Σιβηρία!”

P1050244__     Οι εξορίες του 1944 ερμηνεύονται από το γεγονός ότι τη χρονιά αυτή ο Στάλιν διατύπωσε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ταξική πάλη εντείνεται όσο εδραιώνεται ο σοσιαλισμός, με αποτέλεσμα τη δημιουργία “επιθετικών λαών” και “ειρηνικών λαών”. Έτσι η εκτόπιση των επιθετικών λαών ήταν αναγκαία συνέπεια της ταξικής πάλης. Ως “επιθετικοί λαοί” κηρύχθηκαν μερικές μικρές εθνότητες με το επιχείρημα ότι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, γεγονός εντελώς αναπόδεικτο, και στην περίπτωση των Ελλήνων παράλογο. Οι μαζικές εκτοπίσεις των λαών της Κριμαίας δημιούργησε σημαντικό ανθρώπινο κενό. Μέχρι και το 1975 η πυκνότητα του πληθυσμού στην Κριμαία, και ειδικά στις στέπες της, ήταν μικρότερη από την πυκνότητα πολλών άλλων δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης.

     Οι σταλινικές αρχές δεν αρκέστηκαν στην εκδίωξη των ντόπιων πληθυσμών από την Κριμαία, αλλά με μυστικό διάταγμα της 20ης Οκτωβρίου 1944, άλλαξαν όλα τα τοπωνύμια που είχαν ελληνική, γερμανική ή τατταρική καταγωγή. Η απόφαση υλοποιήθηκε μετά από μυστικό διάταγμα του προεδρείου του ανώτατου σοβιέτ της Ρωσίας. Στην περιοχή της Αζοφικής άλλαξαν δέκα ονόματα, στην περιοχή της Αλούστας δέκα, στην περιφέρεια Κουϊμπίσεφ δεκαεννιά και στην περιοχή της Γιάλτας δέκα. Ο σοβιετικός συγγραφέας Κ. Παουστόφσκι γράφει ότι η αλλαγή των ονομάτων μαρτυρά την έλλειψη της πιο στοιχειώδους κουλτούρας και την περιφρόνηση προς το λαό και τη χώρα. Το 1944 εξορίστηκαν από την Ατζαρία οι Κούρδοι και οι Λαζοί. Οι περιουσίες των εκτοπισμένων δόθηκαν στα κολχόζ και λεηλατήθηκαν από τους υπεύθυνους. Τα κοπάδια των Κούρδων δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν, επειδή οι νέοι ιδιοκτήτες αγνοούσαν πως να τα προφυλάξουν. Υπήρχαν περιπτώσεις Ελλήνων κομματικών, που κατέλαβαν σπίτια εξορισμένων. Οι ελάχιστοι αυτοί Έλληνες εξαιρέθηκαν, λίγα χρόνια αργότερα, από την εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού.

σάρωση0012Καύκασος 1949

    Οι Έλληνες, που ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν μαζικά, χαρακτηρίζονταν από τους σταλινικούς “απάτριδες κοσμοπολίτες” και από αυτή την άποψη η εκτόπισή τους ικανοποιούσε το στρατηγικό στόχο της δημιουργίας ενός “εμπίστου συνοριακού πληθυσμού”. Τον Ιούνιο του 1949 ο βοηθός του Μπέρια, Μγκελάτζε, υπό την άμεση καθοδήγησή του, συγκάλεσε σύσκεψη στελεχών γι’ αυτό το σκοπό. Στη σύσκεψη δόθηκαν οδηγίες για το μαζικό εκτοπισμό του ελληνικού πληθυσμού. Για το σύνολο των εκτοπίσεων υπεύθυνος ήταν ο Λ. Μπέρια. Την άμεση ευθύνη για την υλοποίηση των επιχειρήσεων έφεραν οι βοηθοί του Μ. Κομπούλοφ και Γ. Σέροφ. Οι επιχειρήσεις προετοιμάζονταν με βάση την αρχή του αιφνιδιασμού. Στρατεύματα προωθούνταν προς το σημείο που είχε υποδειχθεί. Η διαδρομή των φορτηγών αυτοκινήτων καθοριζόταν από πολύ πριν. Οι επιχειρήσεις γίνονταν από αποσπάσματα της NKVD, που είχαν την ονομασία Τμήματα Επιτήρησης των Δρόμων και από στρατεύματα επιτήρησης των συνόρων.

     To 1949 δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι του Καυκάσου, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των “ειδικώς απελαθέντων” και εξορίστηκαν στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία. Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικύκλωναν τη νύχτα τα ποντιακά χωριά και υποχρέωναν με τα όπλα τους χωρικούς να ετοιμαστούν μέσα σε λίγες ώρες. Δίνοντας διορία σαράντα λεπτών στους κατοίκους, τους ανέβαζαν σε στρατιωτικά φορτηγά. Τους μετέφεραν σε κοντινούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, απ’ όπου τους επιβίβαζαν σε τραίνα και τους έστελναν στην Κεντρική Ασία. Επίσημα δε διατυπώθηκε καμιά, έστω και τυπική, αιτία της τιμωρίας αυτής.

     Οι προετοιμασίες των αρχών για την εκτόπιση άρχισε τον Ιανουάριο του 1949. Οι σοβιετικές υπηρεσίες κατέγραψαν όλες τις οικογένειες Ελλήνων που δεν είχαν σοβιετική υπηκοότητα. Το περιστατικό αυτό δημιούργησε υποψίες στους κατοίκους και άρχισαν να διαδίδονται φήμες ότι ο εκτοπισμός θα γίνει στην Ελλάδα. Η φήμη αυτή εύκολα έγινε πιστευτή, εφόσον η επιθυμία μετανάστευσης στην Ελλάδα ήταν πολύ έντονη σε όσους είχαν μεταναστεύσει πρόσφατα από τον Πόντο. Οι φήμες οργίαζαν όσο περνούσε ο καιρός. Το κράτος επίσημα απαγόρευε τη διασπορά τέτοιων ειδήσεων. Πολλοί άρχισαν, δειλά στην αρχή, να πουλούν οικιακά αντικείμενα και μερικά από τα ζώα τους για να συγκεντρώσουν κάποιο χρηματικό ποσό για ώρα ανάγκης. Η φήμη της απέλασης στην Ελλάδα μέσω Ιράν, ακόμα και όταν βρέθηκαν στην Κεντρική Ασία, εξακολούθησε να υπάρχει τις πρώτες μέρες. Μια περιγραφή της απελπισμένης έκφρασης του πληθυσμού τις τελευταίες μέρες πριν από την εκτόπιση είναι η παρακάτω: “Στο χορό Ομάλ εκείνη την ημέρα, με μάτια βουρκωμένα, χόρευαν ακόμη και γέροι και γριές 80 και 90 χρόνων. Τον χορό, που κατέλαβε ολόκληρο το προαύλιο της εκκλησίας, το μεγάλο σαν πλατεία, και τον κύκλο του αποτελούσαν πολλές εκατοντάδες χορευτών, τον συνόδευαν και τον καθοδηγούσαν εννέα λυριτσήδες. Ο χορός εκείνος, γεμάτος μεγαλοπρέπεια, αλλά και αφάνταστη τραγικότητα, ήταν το ύστατο χαίρε όλων μας”.

     Ο χορός αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό μέσο έκφρασης των Ελλήνων του Πόντου. Μια συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή που συνέβη στον κεντρικό Καύκασο, όταν συναντήθηκαν τα τρένα, που ήταν φορτωμένα με Έλληνες εκτοπισμένους από το Σοχούμι και το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Κλαίγοντας, άρχισαν να χορεύουν με τους σκοπούς της λύρας όλοι μαζί οι εκτοπισμένοι. Για την εξορία αυτή τραγούδησαν:

          Σα χίλια εννιακόσια στα σαράνταεννέα

          και τι Ρωμαί­οις εξώρτσανε ση Καζακστάν μερέα.

P1050248__          Εφέκαμεν τ’ οσπίτια μουν ατά τα μερακλία

          εφέκαμεν τα χτινια μουν δεμένα σα μαντρία.

          Τα χωρία εσουσλάεψαν θάρεις εκοιμούσαν

          τα χτήνοπά μουν έκραζαν τα σκυλία εγουρνούσαν.

Τραγούδησαν επίσης: 

          Σα χίλια εννιακόσια και σα σαράντα εννέα

          να πάει και άλλο να μην έρτεν εκείνη η χρονία.

          Ατοίν εμάς εκλείδωσαν σ’ έρημα τα βαγόνια

          και ση σειράν πα έστεκαν κα εξ’εφτά σαλόνια.

          Μικροί, τρανοί εβάρκιζαν “εκάγαμε, ανοίξτε

          εγκλήματα κ’ εποίκαμε εσείς εμάς αφήστε”.

          Εμάς ατοίν επέρανε και φέρανε σην Ντράντα

          και τι Ρωμαίοις εξώρτσανε μικρούς, τρανούς για πάντα.

          Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ εμάζεψαν και όλα τα χωρία

          επήγανέ μας σο Καζακστάν/μακρά σην ερημία.

      Στους εκτοπισμένους συμπεριλαμβάνονταν μέλη του κόμματος, πολεμιστές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οικογένειες των σκοτωμένων στρατιωτών στο μέτωπο. Δεν εκτοπίστηκαν οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην κεντρική Γεωργία. Από την περιοχή αυτή εκτοπίστηκαν μόνο οι ελληνικές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί εκεί ως πρόσφυγες το 1918. Οι εκτοπισμένοι δικαιούνταν να πάρουν μαζί τους λίγα μόνο ρούχα και στρώματα σε μπαούλα. Σε πολλές αποστολές έδιναν φαγητό μόνο δύο φορές, ενώ προβλεπόταν δαπάνη 5 ρουβλίων για κάθε εκτοπισμένο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γάλα για τα παιδιά.

     Δεκαπέντε μέρες μετά τον εκτοπισμό των ελληνοϋπηκόων από την Αμπχαζία, οι Έλληνες που είχαν τη σοβιετική υπηκοότητα υποχρεώθηκαν να δηλώσουν ότι φεύγουν εθελοντικά. Τους εξανάγκασαν επιπλέον να πληρώσουν εισιτήριο για τη μεταφορά τους στη Κεντρική Ασία. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις μεικτών γάμων, όπου εκτόπιζαν μόνο τον Έλληνα ή την Ελληνίδα, διαλύοντας την οικογένεια. Οι ηγέτες των Ελλήνων της Αμπχαζίας υποστήριξαν ότι 20.000 ελληνικές κατοικίες απαλλοτριώθηκαν το 1949 και παραχωρήθηκαν στους εποίκους, τους οποίους εγκατέστησε η τοπική κυβέρνηση στις ελληνικές περιοχές. Δεν έχει υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των εκτοπισμένων από την Αμπχαζία. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 40.000 ατόμων και 70.000.

     ‘Την ίδια περίοδο εκτοπίστηκαν και οι τελευταίοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην περιοχή του Κρασνοντάρ. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε με κλειστά τρένα στους τόπους της εξορίας. Το ταξίδι της εξορίας διαρκούσε περίπου δεκαπέντε μέρες. Υπάρχουν μαρτυρίες για συγκρούσεις με τα στρατεύματα της Κρατικής Ασφάλειας που τους συνόδευαν, με θύματα πολλούς από τους εκτοπισμένους. Εκατοντάδες άτομα έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι της εξορίας. Στους τελικούς τόπους διαμονής πέθαναν τα περισσότερα μικρά παιδιά και οι γέροντες. Υπολογίζεται ότι το ποσοστό των θανάτων έφτανε το 20-25% των εκτοπισμένων, δηλαδή στα 40-50.000 άτομα. Τους εξόριστους θέριζε ο κοιλιακός τύφος, ο μελιταίος πυρετός, η ιλαρά και η φυματίωση. Οι αρχές απαγόρευαν ακόμα και στους ασθενείς να απομακρυνθούν από τους τόπους εγκατάστασης και να νοσηλευτούν σε κάποιο νοσοκομείο.

σάρωση0012Η ζωή στην Κεντρική Ασία

     Οι εξόριστοι Έλληνες μεταφέρθηκαν σε περιοχές του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν, όπου υπήρχαν μεταλλεία μολύβδου και βαμ­βακοφυτείες. Οι περιοχές αυτές είχαν πρωτοκατοικηθεί μόλις το 1925, αφού υδροδοτήθηκαν με τα νερά του ποταμού Σιρ Νταριά. Το τοπίο είναι ιδιαίτερα απωθητικό. Για εκατοντάδες χιλιόμετρα δεν υπάρχει βλάστηση. Τα διάφορα κολχόζ και σοβχόζ άρχισαν να κατοικούνται από τη στιγμή που αποπερατώθηκαν τα κανάλια που μεταφέρουν νερό. Οι Έλληνες βρήκαν στις περιοχές αυτές ντόπιους Καζάκους ή Ουζμπέκους, Ρώσους, Τάταρους και Γερμανούς, που είχαν εκτοπιστεί από το 1941. Συνάντησαν επίσης και άλλους λαούς του Καυκάσου που είχαν εκτοπιστεί μετά τον πόλεμο, όπως Τσετσένους, Καρατσάεβους, Οσετίνους, Τάταρους από την Κριμαία κ.ά. Οι υπεύθυνοι όλων των εκτοπίσεων, για τις “εξαιρετικές υπηρεσίες” που πρόσφεραν σ’ αυτό τον τομέα και για τις “μεγάλες ικανότητες στρατιωτικού ηγέτη” που επέδειξαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκτόπισης παρασημοφορήθηκαν. Ο Σέροφ ειδικά, παρασημοφορήθηκε με το μεγαλύτερο στρατιωτικό παράσημο Σουβάροφ Α’ τάξης, το οποίο γενικά απονέμεται σε στρατιωτικούς ηγέτες που διευθύνουν νικηφόρες επιχειρήσεις στο μέτωπο.

     Τους εκτοπισμένους τους κατέβαζαν σε διάφορους σταθμούς. Από εκεί, οι εκπρόσωποι των γειτονικών κολχόζ έρχονταν και έπαιρναν όσους χρειάζονται. Κάθε κολχόζ βρισκόταν σε μια απόσταση 3-5 χιλιομέτρων από το επόμενο. Οι εκτοπισμένοι έμεναν αρχικά είτε σε γιούρτες είτε σε θαλάμους φυλακισμένων, εάν υπήρχαν στο κολχοζ τέτοιοι από προηγούμενες εκτοπίσεις πληθυσμών, είτε έσκαβαν τη γη και κατασκεύαζαν μόνοι τους πρόχειρες τρώγλες. Οι περιορισμοί μετακίνησης ήταν πολύ αυστηροί. Οι περιοχές που μεταφέρθηκαν οι νέοι Έλληνες εκτοπισμένοι στο Καζακστάν ήταν το Τσιμκέντ και η περιφέρεια, το Παχτά Αράλ και το Κεντάου, το Τζαμπούλ και τα χωριά Τσου και Άσα, το χωριό Γεώργιεφκα, το Ζανάτας, η Άλμα Άτα, το Μέρκε, το Καρατάου. Στην Κιργιζία, η περιοχή Ταλάς, η περιοχή Ος και στη Σιβηρία στην περιοχή Σβερντλόφσκ. Οι Έλληνες άργησαν να προσαρμοστούν, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές απ’ αυτές του Καυκάσου. Όσους τους πήγαν στα ορυχεία μολύβδου του Μεργκαλιμσάι, τους εγκατέστησαν σε στάβλους αλόγων ή προβάτων, οι οποίοι είχαν διαστάσεις τρία επί τρία και πόρτες ύψος ενός μέτρου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο, όπως και η οροφή, πάνω από τα κλαδιά άγριων καλαμιών. Για καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν πετροκάρβουνο, το οποίο το μάζευαν γύρω από τις γραμμές του τρένου, όπου έπεφτε από τα τρένα που το μετέφεραν. Στη συνέχεια οι εκτοπισμένοι στο Μεργκαλιμσάι έχτισαν διώροφα ξύλινα σπίτια με οκτώ διαμερίσματα συνολικά. Το κάθε διαμέρισμα ήταν 40 τετραγωνικά μέτρα. Οι ντόπιοι, οι Καζάκοι, οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, καθώς και οι από παλιότερα εξορισμένοι Κορεάτες, Γερμανοί κ.α. βοήθησαν αποφασιστικά τους εκτοπισμένους Έλληνες να επιβιώσουν.

 Οι Έλληνες έγραψαν τραγούδια για τους τόπους εξορίας τους:

                   Ανάθεμα σο Τουρκεστάν

                   και σο Μεργκαλιμσάι

                   το χρόνο δώδεκα μήνας

                   πάντα αέρας φυσάει.

      Όσον αφορά την εργασιακή ένταξη των εκτοπισμένων, δεν υπήρχε καμιά μέριμνα αξιοποίησης των ειδικοτήτων. Για παράδειγμα, ειδικευμένους σε μηχανολογικά ζητήματα τους εγκαθιστούσαν σε αγροτικά κολχόζ. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες που υποχρεώνονταν να εγκατασταθούν σε κολχόζ κοντά στη λίμνη Αράλη. Η περιοχή ήταν εξαιρετικά μολυσμένη από την αλόγιστη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων. Χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη παιδική θνησιμότητα και την εξαφάνιση μερικών ευαίσθητων ειδών, όπως οι μέλισσες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν όσοι εγκαταστάθηκαν σε σοβχόζ, τα οποία μόλις είχαν διοργανωθεί. Δεν υπήρχαν κατοικίες και ο κόσμος εγκαθίστατο σε σκηνές, μέχρι να χτιστούν μικρά πλινθόκτιστα σπίτια.

     Οι υπεύθυνοι της μυστικής αστυνομίας σε διάφορες περιοχές υποχρέωναν τους εκτοπισμένους να υπογράψουν συμβόλαια παραμονής για 20 χρόνια. Κατείσχαν τα διαβατήρια αλλοδαπών που είχαν οι ελληνοϋπήκοοι και μαζί μ’ αυτά την άδεια παραμονής. Προσπαθούσαν να πείσουν τους εκτοπισμένους να δεχτούν τη σοβιετική υπηκοότητα με το επιχείρημα ότι το ελληνικό κράτος “πούλησε” τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ελληνοϋπήκοοι δεν είχαν το δικαίωμα να απομακρυνθούν από τα κολχόζ σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων και υποχρεώνονταν να δηλώνουν παρουσία μια φορά την εβδομάδα και, μερικές φορές, κάθε τρεις ημέρες στην Κομεντατούρα.

     Η άσχημη μοίρα των εκτοπισμένων έγινε τραγούδι-καταγγελία:

                    Ας λέγω σας ε παιδία

                   ντο έντον ση Ρουσία

                   το μίλλετ ετοπλάεψαν

                   άμον κωσσούς πουλία.

                   Τη Καζακστάν τα δρόμια

                   έρημα απομένε’

                   έφαγαν το καρδόπο μου

                   και ολίγον επέμνε.

 

Πηγές:

-Βλάσης Αγτζίδης, «Παρευξείνιος Διασπορά. Ελληνικές εγκαταστάσεις  στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου», Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1997,

-Του ιδίου, «Οι σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης», περ. Αρχείον Πόντου, τόμος 52ος, έκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών Αθήνα, 2007.

  Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εύξεινος Πόντος», Αύγουστος 2009, 

P1050243__

 P1050248P1050243__P1050244Staff_that_matters

 

 

 

4 comments so far

  1. Χαρτοματζιδου Χριστινα on

    Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον όλο το κείμενο διότι σε αυτή την ιστορία σχετίζετε άμεσα με τη οικογένεια μου. Σε ένα από αυτά τα τρένα που εκτοπίστηκαν αυτοί οι άνθρωποι γεννήθηκε ο πατέρας μου που μου διηγήθηκε όλα αυτά που έζησαν οι δικοί μου παππούδες. Ένα πολύ μεγάλο μπράβο σε όλους αυτούς που αποτύπωσαν αυτήν την ιστορία με τόσο πολλές λεπτομέρειες.

  2. […] -Εκτοπίσεις από Καύκασο και Κριμαία […]

  3. […] -Εκτοπίσεις από Καύκασο και Κριμαία […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: