-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μέρος από μια ευρύτερη μελέτη μου μ
ε τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”.
Το κείμενο που δημοσιεύω είναι το πρώτο μέρος (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) από τό κεφάλαιο: Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα». Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο:
Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.
Τα υπόλοιπα μέρη της μελέτης μου επιγράφονται:
-Ταυτότητες μέσα στο χρόνο,
-Στη Σοβιετική Ένωση μετά την Έξοδο (Ο σοβιετικός ελληνισμός του Μεσοπολέμου, Οι σταλινικές διώξεις, Η νέα έξοδος),
-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» (Η αντιμετώπιση των προσφύγων, Κράτος και πρόσφυγες, Πρόσφυγες κι Αριστερά),
-Πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές των προσφύγων.
Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»
Η αντιμετώπιση των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι
Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά
οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.[1]
Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».[2]
[Στη φωτογραφία: Το Ανάθεμα κατά του Βενιζέλου το 1916.Η Ελλάδα βρισκόταν στον αστερισμό ενός απόλυτου διχασμού. Τη στιγμή που οι Έλληνες της Ανατολής καταδιώκονταν από τους νεότουρκους στις πατρίδες τους και κατέφευγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα , την ίδια στιγμή εξαπέλυαν εναντίον τους (ως βενιζελικών) θανατηφόρα πογκρόμ οι "Επίστρατοι" των Μεταξά και Γούναρη στην Αθήνα]
Η αρχική μαζική εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα σημειωθεί κατά τρία κύματα: κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στον Πόντο (1916-1918), μετά την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από τη Νότια Ρωσία τον Ιούνιο του 1919 και μετά την εκκένωση του Καρς και Αρνταχάν και τη δημιουργία ενός σημαντικού ελληνικού προσφυγικού ζητήματος στη Νότια Ρωσία.[3] Χιλιάδες απ’ αυτούς θα έρθουν στην Ελλάδα την περίοδο 1919-1920. Η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στις ανταποκρίσεις της εποχής είναι κακή: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους, Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»[4].
Μετά τις εκλογές του 1920 η Μικρασιατική Εκστρατεία μετατράπηκε σε μια άχαρη στρατιωτική εμπλοκή, από την οποία οι κρατούντες προσπαθούσαν συνεχώς, και ανεπιτυχώς, να απεμπλακούν. Πριν ακόμα από την Καταστροφή οι μοναρχικές εφημερίδες ζητούσαν να επιστρέψει ο στρατός «Οίκαδε» και καλούσαν να σταματήσει να χύνεται το αίμα των «Πομερανών» τους στην άξενη Μικρά Ασία.[5] Οι Μικρασιάτες ήταν ήδη ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα και αυτό εκφράστηκε στο υψηλότατο δυνατό επίπεδο τον Ιούλιο του 1922, όταν με το νόμο 2670/1922 και με τις υπογραφές του βασιλιά Κωσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας να αποχωρήσει, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί η εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Αυτό συνέβη τη στιγμή που η ίδια κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τον εξοπλισμό των Μικρασιατών και τη δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας θέτοντας εκτός του πλαισίου της νομιμότητας και τη δράση της
Μικρασιατικής Άμυνας. Αλλά και μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του ΄22, η ελληνική κυβέρνηση με τηλεγράφημά της προς τον αρμοστή στη Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη του ζητά να μην επιτρέψει τους Έλληνες της Ιωνίας να φύγουν για την Ελλάδα και δημιουργηθεί έτσι «προσφυγικό πρόβλημα». Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που διασώζει ο Γρηγόρης Δαφνής: Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείται τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».[6]
Ως αποτέλεσμα της πολιτικής εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξαν οι νικητές και εκφράστηκε, πραγματικά αλλά και συμβολικά, με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, οι ακτές της Ελλάδας γέμισαν από τους δεκάδες χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες της Καταστροφής.[7] Η παρακάτω εικόνα από τις πρώτες μέρες της ήττας, είναι χαρακτηριστική: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: ‘’Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους’’…»[8] Η μοναρχική παράταξη θεωρούσε τους πρόσφυγες «ξένο σώμα» στην Ελλάδα.[9]
Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας.[10] Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης.[11] «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…»[12] Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.».[13] Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.[14]
Με την έναρξη της ανταλλαγής των πληθυσμών, ως απόρροια της συνθήκης της Λωζάννης, θα αρχίσει η ολοκλήρωση της μετακίνησης. Στα λοιμοκαθαρτήρια της Μακρονήσου, του Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας, του Καραμπουρνού στη Θεσσαλονίκη, στο Βίδο, γνωστό και ως «νησί του θανάτου» στην Κέρκυρα και άλλού θα επαναληφθούν οι σκηνές του 1920. Χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες θα χάσουν τη ζωή τους στον προθάλαμο της «μητέρας-πατρίδας».[15] Ο Κώστας Γαβριηλίδης θα γράψει: «Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε… Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο…»[16].
Οι γηγενείς της υπαίθρου θα ανταγωνιστούν τους πρόσφυγες προσπαθώντας να καταπατήσουν τα Ανταλλάξιμα κτήματα. Συνήθως οι πρόσφυγες δέχονται οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες γηγενών, που προσπαθούσαν να τους εκδιώξουν από τα μέρη τους. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του κλίματος στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων».[17] Οι συγκρούσεις θα είναι πολλές, όπως και τα ρατσιστικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές θα είναι η αιτία των επιθέσων. Χαρακτηριστική είναι η εξήγηση που δίνεται για τη δολοφονία ενός πρόσφυγα από ένα γηγενή στη Νιγρήτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».[18]
Οι μεγαλύτερης έκτασης συγκρούσεις για τη νομή της ανταλλάξιμης Περιουσίας έγιναν στο Κιούπκιοϊ (νυν Πρώτη) Σερρών. Σε συζήτηση για τα επεισόδια, ο Φ. Μανουηλίδης, αρχηγός της προσφυγικής κοινοβουλευτικής ομάδας θα αναφέρει κατά τη συζήτηση που θα γίνει στη Βουλή των Ελλήνων: «Κατόπιν αιματηράς και προμελετημένης συγκρούσεως εχύθη αθώον και άφθονον αίμα, τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας. Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ των προσφύγων και εντοπίων… εγκυμονεί κίνδυνον εξαιρετικής σοβαρότητας.» Τα γεγονότα συνέβησαν το φθινόπωρο του 1924, όταν οπλισμένες ομάδες γηγενών επιτέθηκαν στον οικισμό των προσφύγων. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι: «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…»[19] Αιτία ήταν η προσπάθεια των γηγενών να εκδιώξουν τους πρόσφυγες από Ανταλλάξιμα κτήματα, ώστε να τα καρπωθούν οι ίδιοι.
Ο Οδ. Λαμψίδης υπολογίζει ότι από το 1.5 εκατομμύριο προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής οι Πόντιοι πρόσφυγες από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία που ήρθαν στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 400.000.[20] Καθ’ όλη την πρώτη περίδο εγκατάστασης η θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη. Αυξήθηκε επίσης κατά πολύ το ποσοστό αυτοκτονιών. Η R. Hirschon εκτιμά ότι αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μια γέννηση.[21] Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (Ίωνες, Πόντιοι, Καππαδόκες, Ανατολικοθρακιώτες) που εγκαθίστανται στις πόλεις, κατοικούν σε ειδικούς συνοικισμούς που ανεγείρονται με φτηνά υλικά και παρέχουν στοιχειώδεις συνθήκες διαμονής. Ειδικά στο λεκανοπέδιο θα συμβεί ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός διαχωρισμός που θα απεικονιστεί και στο γεωγραφικό χάρτη.[22] Οι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν κυρίως στις γειτονιές του Πειραιά, στις περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας και σε κάποιους οικισμούς που θα δημιουργηθούν στην Αττική (Άγιος Στέφανος, Κρυονέρι). Οι ντόπιοι θα αποσυρθούν στις δικές τους γειτονιές και συνοικίες.[23] Η αντιπροσφυγική στάση της συντηρητικής παράταξης θα διατηρηθεί για αρκετά χρόνια μετά την Καταστροφή.[24]
Έξι χρόνια μετά θα υπάρχουν κείμενα με τα οποία επιζητούσαν τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», τον διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους».[25] Παράδειγμα της αντιπροσφυγικής υστερίας που διακατείχε τους φιλομοναρχικούς πολίτες ήταν τα συνθήματα που ακούστηκαν στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου το χαρακτηριστικότερο ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον αμαθή «αυτόχθονα» λαό που φανατίζεται από τους επιτήδειους μοναρχικούς πολιτικούς, αλλά χαρακτηρίζει και τη διανόηση του ελλαδικού Βασιλείου.[26]Χαρακτηριστικές είναι οι εξάρσεις του Γεωργίου Βλάχου στην εφημερίδα«Καθημερινή», ο οποίος ακόμη και το 1928 αποκαλεί τους πρόσφυγες ως «προσφυγική αγέλη». Ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες.[27] Ενώ ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πεί το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από σας».[28]

Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ηγετικής τάξης των μοναρχικών αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα»[29].
Ακραία εκδοχή της αντιπροσφυγικής υστερίας θα αποτελέσει η φιλοβασιλική «Μακεδονική Ένωση» του Σ. Γκοτζαμάνη, που προέρχεται από το χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Η «Μακεδονική Ένωση» θέτει δύο στόχους: την αυτονόμηση της Μακεδονίας και την εκδίωξη των προσφύγων. Στις εκλογές του 1935 θα καταφέρει να συγκεντρώσει το 14,8% των ψήφων στην Μακεδονία.[30] Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 οι επιθέσεις κατά των προσφύγων οξύνονται και περιλαμβάνουν ακόμα και πυρπολήσεις προσφυγικών οικισμών. Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου περιγράφεται ως εξής: «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»[31]
Παρότι τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν τα ραγδαία γεγονότα θα μεταβάλουν τις αντιλήψεις, εν τούτοις η πρωταρχική αντιπάθεια θα εξακολουθήσει να εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Τα παλιά εχθρικά συναισθήματα και αρνητικά στερεότυπα θα παραχωρήσουν τη θέση τους στην υποτίμηση. Στα νέα στερεότυπα, τη θέση του «τουρκόσπορου» καταλαμβάνει πλέον ο γελοιοποιημένος «Πόντιος». Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει: «Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: “τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού.»[32]
Κατά των νέων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ
Και αν για τους ενσωματωμένους Πόντιους πρόσφυγες του ’22, η κοινωνική απαξίωση θα περιοριστεί στο χώρο των στερεοτύπων, για τους νέους Πόντιους πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση η κοινωνική περιθωριοποίηση θα είναι η κύρια συμπεριφορά της ελλαδικής κοινωνίας. Μόνο που αυτή τη φορά με τον όρο ελλαδική κοινωνία δεν εννοούνται μόνο οι παλιοί γηγενείς, αλλά και οι νέοι, οι ενσωματωμένοι πλέον απόγονοι των πρσφύγων του ’22. Στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν τα προσφυγικά-μεταναστευτικά κύματα από την πρώην ΕΣΣΔ θα υπάρξουν παρόμοια προβλήματα μ’ αυτά της δεκαετίας του ’20. Σε εφημερίδα του Μενιδίου το 1989 θα γραφτεί: «Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από Σοβιετική Ένωση ξέσπασε την περασμένη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου. … Απειλούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.»[33] Τα συναισθήματα των γηγενών περιγράφονται σε άρθρο που δημοσίευσε η ίδια εφημερίδα με τον τίτλο «Θαρραλέα φωνή», στο οποίο οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες αποκαλούνται «τυχών Έλληνες» και θεωρεί ότι λόγω της έλευσής τους «η πατρίδα μας κατάντησε η σαβουροχώρα της Ευρώπης.»[34]
Στην Αττική, οι μετανάστες-πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο (στην περιφέρεια του οποίου ιδρύθηκαν νέα χωριά προσφύγων, όπως η Γκοριτσά, η Άνω και η Κάτω Φούσα), στην Ελευσίνα, στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη, στη Σταυρούπολη, στην Πολίχνη, στον Εύοσμο, στο Κορδελιό, στη Μενεμένη, στην Ιωνία και σε άλλες περιοχές της δυτικής περιοχής.[35] Αρκετοί πήγαν στην Κομοτηνή και εγκαταστάθηκαν στα άδεια σπίτια της Εκτενεπόλ.[36] Σε μερικές περιοχές, όπου υπήρχε από πριν ποντιακή εγκατάσταση, οι μετανάστες-πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν ευκολότερα.[37] Από τις στήλες του Τύπου άρχισε να εμφανίζεται ένας ιδιότυπος ρατσισμός κατά των Ποντίων.[38] Η αρχή ανιχνεύεται στην αντίθεση των ντόπιων στις περιοχές όπου εγκαθίσταντο.[39]
Αποκορύφωμα της ρατσιστικής στάσης ήταν η άρνηση της Κοινότητας του χωριού Μεταμόρφωση της Χαλκιδικής να εγγράψει τους μετανάστες-πρόσφυγες, που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό, στα δημοτολόγια. Στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου χρησιμοποιήθηκαν οι όροι “Ρωσότουρκοι” και “Ρωσοπόντιοι”, ενώ γράφτηκε και η εξής πρόταση: “Οι Ρωσότουρκοι να πάνε στο νομό Ξάνθης”.[40] Αντίστοιχο επεισόδιο συνέβη στο χωριό Λητή, έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου δέκα οικογένειες μεταναστών-προσφύγων θέλησαν να δημιουργήσουν τον οικισμό “Νέος Πόντος Μακεδονίας”. Ο πρόεδρος της κοινότητας απευθυνόμενος προς αυτούς είπε: “Να σηκωθείτε να φύγετε. Είστε Ρώσοι, να πάτε στη Ρωσία…”[41] Μεγάλες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ποντιακών οργανώσεων προκάλεσε η παρουσίαση καταλόγου ξένων που φιλοξενούνταν στην Ελλάδα. Στον κατάλογο αυτό, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Αντιρατσιστικής Εκστρατείας με τη συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., μεταξύ των Αλβανών, Σέρβων, Βούλγαρων, Πολωνών, Κούρδων, Τούρκων, Φιλιππινέζων, Πακιστανών και μαύρων, συμπεριλαμβάνονταν και οι Πόντιοι.[42] Επίσης, πολλές φορές οι Έλληνες από την Τσάλκα αντιμετωπίζονταν ρατσιστικά εξαιτίας της τουρκοφωνίας τους.[43]
Κρούσμα μαζικής ρατσιστικής συμπεριφοράς υπήρξε η κατάληψη του 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης από τους μαθητές και τους γονείς τους με την υποκίνηση των καθηγητών τους. Αιτία ήταν η συστέγαση με το σχολείο “παλιννοστούντων”, στο οποίο φοιτούσαν 500 μαθητές. Το αίτημα των καταληψιών ήταν να σταματήσει η συστέγαση και να μετεστεγαστεί το σχολείο “παλιννοστούντων”.[44] Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το κρούσμα είναι ότι έγινε σε μία περιοχή που κατοικείται από πρόσφυγες παλαιότερων εποχών και κυρίως του ’22, καθώς και η υποτονική αντίδραση των αρχών της πόλης, των προσφυγικών οργανώσεων και των ποντιακών συλλόγων.[45] Στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκαν και κρούσματα, τα οποία λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν “απαρντχάϊντ”, όπως η αυθαίρετη απαγόρευση εισόδου μεταναστών-προσφύγων σε κέντρα διασκέδασης.[46]
Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες από τη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηρισμοί, όπως “Ρωσοπόντιοι” και “Ρώσοι” διαδόθηκαν στα έντυπα, όταν επρόκειτο να αναφερθούν στο συγκεκριμένο πληθυσμό.[47] Εμφανίστηκαν άρθρα στον Τύπο με τα οποία αντιμετωπίζονταν ως ξένοι, που βρίσκονταν σε σχέσεις αντιπαράθεσης με τους ντόπιους.[48] Οι Πόντιοι, κυρίως από τη Γεωργία, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ομολογούν ότι αυτοί που τους αγκάλιασαν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο.[49]
Από το χάπενιγκ που οργάνωσαν οι οργανώσεις των “παλιννοστούντων” εξω από το υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης το Φεβρουάριο του 2006, διαμαρτυρόμενοι για την εχθρική συμπεριφορά της πολιτείας (από την εφημερίδα Εύξεινος Πόντος)
Το αρνητικό στερεότυπο που διαμορφώθηκε στην ελλαδική και στην κυπριακή κοινωνία για τους μετανάστες-πρόσφυγες βασιζόταν σε στοιχεία, όπως ότι είναι ξένοι ή ότι είναι λιγότερο Έλληνες από τους ντόπιους και ότι τους έκαναν χάρη που τους ανέχονταν.[50] Βαθμιαία άρχισε, στη κοινή γνώμη, η εικόνα τους να μην ξεχωρίζει από τους μη Έλληνες παράνομους μετανάστες.[51] Γενικεύτηκε στον Τύπο η χρήση του όρου “Ρωσοπόντιος”, δημιουργώντας στους αναγνώστες την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια εθνοτική ομάδα.[52] Οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν το κλίμα αυτό, αλλά και τη “ρατσιστική συμπεριφορά της πολιτείας”. Κατήγγειλαν ότι πολλές φορές οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα σε σπίτια Ποντίων, “χωρίς ένταλμα εισαγγελέως, σαν να ήταν αλλοδαποί, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και το φόβο των αδελφών μας”.[53]
Η ξενοφοβική στάση, που υπήρξε κύρια συμπεριφορά του συντηρητικού χώρου, φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα: «Ενώ προτιμούμε να φέρνουμε όλους τους άχρηστους όχλους από τον Καύκασο, τη Γεωργία και τα Βαλκάνια ελεώντας τους με ελληνοποιήσεις και βαπτίσματα και καταστρέφοντας έτσι με τη φτώχεια τους ήδη φτωχούς Έλληνες και στερώντας τη νεολαία μας από την εύρεση εργασίας….» Στο ερώτημα «με ποιους να προοδεύσει η Θεσσαλονίκη» ο συγγραφέας αναρωτιέται «με τους Ποντίους που ήλθαν εδώ από τις ασιατικές ακτές αγράμματοι και χωρίς γνώση ξένων γλωσσών… Με τους Ασιάτες ορθόδοξους χωρικούς που έφεραν το 1922 και αυτούς που συνεχώς φέρνουν από τα ανθρώπινα απορρίματα του Καυκάσου…»[54] Οι οργανώσεις των νέων προσφύγων θα αντιδράσουν σ’ όλα αυτά τα συμπτώματα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και χωρίς τη συμπαράσταση πάντα των συλλογων των Ποντίων του ΄22.[55] Όλα αυτά τα προβλήματα που συνάντησαν οι μετανάστες-πρόσφυγες στην Ελλάδα οδήγησαν κάποιους από τους διανοούμενούς τους στη διατύπωση του ακόλουθου ερωτήματος: “Ο Πόντος είναι στην Τουρκία. Στην Σοβιετική Ένωση είμαστε Έλληνες. Στην Ελλάδα είμαστε Ρώσοι. Τελικά πού είναι η πατρίδα μας;”.[56] Εμφανίστηκαν απόψεις που υποστήριζαν ότι ο κύκλος της γενοκτονίας δεν είχε ακόμα κλείσει.[57]
Στην ταινία «Ακρη της Πολης» του Γιάνναρη φαίνεται η καλύτερη εκδοχή του πώς οι «γηγενείς» είδαν τη νέα προσφυγική ομάδα που κατέκλυσε κατά τη δεκαετία του ‘90 τις φτωχές περιοχές του λεκανοπεδίου: διαφορετικοί, περίεργοι, απροσάρμοστοι. Δυστυχώς, αν εξαιρεθούν λίγες προσπάθειες ποντιακών οργανώσεων, ο πληθυσμός αυτός έμεινε εκτεθειμένος στη ρατσιστική βία της ομοεθνούς κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των προσφύγων του ‘22. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς θα είναι η περιθωριοποίηση των νέων προσφύγων, που στις πλέον ευαίσθητες περιπτώσεις θα οδηγηθούν σε παράλογες συμπεριφορές.[58]
[1] Σε Ψήφισμα της 21 Αυγούστου 1914 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στο οποίο ανήκαν περισσότερα από είκοσι εργατικά σωματεία, στο άρθρο 7 απευθύνεται σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλαδος στα οποία και ανακοινώνει “να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…» (Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία : Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα : Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και την δημοσίαν Γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου / Εκδίδεται υπό των Επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων, Αθήνα, Τύποις «Πανελληνίου κράτους», 1915)
Για τους “Επίστρατους” και το πογκρόμ του 1916 βλ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα. Παραδείγματα απ’ το Μεσοπόλεμο», στο Κοντογιώργης (επιμ), 1977, σελ. 164. Βλέπε και στο Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων με σημάδεμα με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να μολύνουν με το αίμα των «προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων»( Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970). «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ. Καθημερινή, 18-11-2006.)
[2] Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.
[3] Γεώργιος Σακκάς, Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, έκδ. Αδελφότης Τριπολιτών Πόντου, Αθήνα,1990, Γ. Καραπατάκης, «Υπόμνημα περί Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος ’75, σελ. 30, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, ό.π., σελ. 102.
[4] «Εφημερίς των Βαλκανίων», 15-12-1920, από «Η ιστορία των Ελλήνων», Δομή, τομ. 12, σελ. 246. Δες επίσης: Τπουργείον Περιθάλψεως, Η περίθαλψη των προσφύγων 1917-1920 : Δυτική Θράκη, Ανατολική Θράκη, Μικρά Ασία, Βόρειος Ήπειρος, Ανατολ. Μακεδονία, Νότιος Ρωσία, Πόντος, Ρουμανία, Δωδεκάνησσα, Αθήνα, εκδ. Τυπογραφείο Κωνστ. Ι. Θεοδωροπούλου 1920. (http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/d/d/metadata-475-0000011.tkl )
[5] «Οίκαδε», εφημ. Καθημερινή, 14-8-1922, «Πομερανοί», εφημ. Καθημερινή, 17-8-1922.
[6] Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, β’ έκδ., τόμ. Α’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα,1974, σελ. 16.
[7] Κώστας Μισαηλίδης, “Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης», Αθήνα 1925, Β’ έκδοση, σελ. 25-26.
[8] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.
[9] Πρωτοσέλιδο στο περ. Κοινότης, αρ. φ. 50, Αθήνα, 1923.
[10] Υπήρχαν και κάποιοι, βενιζελικοί κυρίως, που είχαν μια διαφορετική εικόνα για τους Πόντιους πρόσφυγες εκείνη τη στιγμή. Μια ρομαντική περιγραφή κάνει ο Δημήτρης Καθενιώτης, συνταγματάρχης και εντεταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου για το Ζήτημα του Πόντου: “Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκολεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.” (Δ. Καθενιώτης, “Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου”, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ. 93-94.)
[11] Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε θαυμάσια την κατάσταση αυτή: “Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.” (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978, σελ. 94.)
[12] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.
[13] Άλκης Ρήγος, Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277.
[14] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983, σελ. 193. Μια προσφυγική μαρτυρία: «Εδώ στην Ελλάδα… τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα και από την Τουρκία. Εδώ μας μισούσαν ακόμη περισσότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτα. Τουλάχιστον οι Τούρκοι μας μισούσαν και μας πολεμούσαν και μεις το ίδιο τους κάναμε.» (Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ-Ζήτω το Έθνος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001, σελ. 89.)
[15] Η καραντίνα της Μακρονήσου είναι από τις πλέον άγνωστες σελίδες της προσφυγικής τραγωδίας στην Ελλάδα. Από τα μέσα του 1922 άρχισαν κατά χιλιάδες να αποβιβάζουν στην Μακρόνησο Πόντιους (κυρίως) πρόσφυγες όπου μετά από ολιγόμηνη “περιποίηση-απολύμανση” προωθούνταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για άφιξη 3.750 Ποντίων μας πληροφορεί η εφημερίδα “Ριζοσπάστης” στις 26-3-1923, για την αναχώρηση από την Μακρόνησο 5.500 προσφύγων μας μιλά η εφημερίδα “Εμπρός” στις 13-9-1922. Ένας Πόντιος πρόσφυγας “Μακρονησιώτης”, αποτυπώνει σε μια επιστολή στις 4 -1-1923 προς έναν γνωστό του στην Κωνσταντινούπολη τις συνθήκες που επικρατούσαν: «…Απεβιβάσθημεν εν Μακρονησίω (ακατοίκητον) όπου υπέστημεν αληθή Οδύσσειαν και όπου εύρον τον θάνατον σχεδόν το ήμισυ των προσφύγων…». [http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/02/02/makronisi/ (15-2-2010)] Ο “Ριζοσπάστης” στις 8-12-1923, στο κεντρικό του άρθρο “Προς τις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες”, γράφει : “..Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στη Μακρόνησο στην καραντίνα..” Eντύπωση προκαλεί η παντελής αποσιώπηση αυτού του γεγονότος από αριστερούς ιστορικούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Μακρονήσου κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.
[16] Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, σελ. 20.
[17] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 16 Νοεμβρίου 1924
[18] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 28 Σεπτεμβρίου 1924. Το στερεότυπο που έχουν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες είναι εξαιρετικά αρνητικό. Ένας ντόπιος από την Άσσηρο λέει: «Με κανένα τρόπο δε θα δεχτώ τον Καυκάσιο, τον βρώμικο, στο σπίτι μου. Όσο με αφορά, μπορεί να πέσει νεκρός στη μέση του δρόμου και δε με νοιάζει. Μακάρι να καούν όλοι στη φωτιά. Ο Βενιζέλος έφερε σκατά στη Μακεδονία. Όλοι τους πέθαιναν από την πείνα στην Τουρκία» (Αναστασία Καρακασίδου, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη 1870-1990, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σελ. 276.)
[19] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924
[20] Οδ. Λαμψίδης, «Η ‘’ανακλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 3.
[21] Rene Hirschon, Heirs of the Greek Catastrofe: The social life of Asia Minor refugees in Piraeus, εκδ. Calendon Press, 1989, σελ. 37.
[22] Για ζήτημα αυτό το βλ.: Βίκα Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας (1920-1930), εκδ. Επικαιρότης, Αθήνα, 1984, Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνα και του Πειραιά, 1909-1940, έκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα,1989.
[23] «Ο Πειραιάς μοιάζει περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη παρά με την Αθήνα. Η θάλασσα και οι πρόσφυγες του ‘22 είναι τα βασικά κοινά τους σημεία. Καθώς και η αντιπάθεια προς τους “Αθηναίους“. Τύφλα όμως νάχει η αντιπάθεια των Θεσσαλονικέων, όταν εκφράζεται ο Ολυμπιακός… Η πρώτη ομάδα που αγκάλιασαν οι πρόσφυγες! Εξ ου και το μίσος των δύο ομάδων, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. (Ντόπιοι εναντίον προσφύγων και… -σιγά σιγά- αντιστρόφως) Το ‘22, οι “ντόπιοι” είχαν αποτραβηχθεί στις βόρειες συνοικίες τους. Στις φαβέλες του Πειραιά κυριαρχούσε η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Με την ίδρυση της ΑΕΚ η κατάσταση θα αλλάξει και ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων θα στηρίζει πλέον την αυθεντική προσφυγική ομάδα. Θα παραμείνει όμως το αρχικό μίσος μεταξύ των δύο ομάδων του λεκανοπεδίου, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Μόνο που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν το πώς ξεκίνησε.» («Τα στέκια του Πειραιά»
http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/12/06/6-12-2007/, «Το ρεμπέτικο και η “παλιά γραμμή του Ριζοσπάστη», http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?p=20092)
[24] Yπάρχουν περιπτώσεις όπου και βενιζελικοί εκφράζονται με ακραίο τρόπο, όπως ο βουλευτής Κοζάνης Κουπαρούσος, ο οποίος σε ανακοίνωση τον Αύγουστο του 1924 γράφει μεταξύ άλλων ότι αν δεν συμμορφωθούν «οι πρόσφυγες θα λάβουν την προς την Βραζιλίαν άγουσαν». (Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 90).
[25] «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928
[26] Περιοδικό «Κοινότης», Αθήνα, αριθμ. φ. 48
[27] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, ό.π., σελ. 195.
[28] Η φράση αυτή θα ειπωθεί στη συνεδρίαση της Βουλής της 24ης Ιανουαρίου 1934 και θα καταγραφεί στην Εφημερίς των Συζητήσεων, σελ. 990. αναφ. από Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909-1940, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, χ.χ., σελ. 78.
[29] «Καθημερινή», 30.7.1928 Η εμπάθεια του Γεωργίου Βλάχου είναι τέτοια, ώστε αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …..Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928)
[30] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.
[31] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.
[32] Ηλίας Πετρόπουλος, «Οι Πόντιοι», περ. Σχολιαστής, τεύχ. 54, Αθήνα, 1 Σεπτεμβρίου 1087.
[33] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 30 Νοεμβρίου 1989.
[34] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 4 Ιανουαρίου 1990.
[35] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.
[36] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Προβλήματα μετανάστευσης-παλιννόστησης, εκδ. ΙΜΕΟ-ΕΔΗΜ, Αθήνα, 1986, σελ. 64.
[37] Στην περίπτωση αυτή ανήκουν οι 70 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σάντα του Κιλκίς. (Μανώλης Μανωλίδης, “Πόντιοι του χθες και του σήμερα μεγαλουργούν”, εφημ. Πρώτη Σελίδα, Κιλκίς, 17 Νοεμβρίου 1994.)
[38] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, ό.π., σελ. 46. Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, ό.π., σελ. 112-113. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, ό.π., σελ. 52.
[39] “Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από τη Σοβιετική Ένωση, ξέσπασε την προηγούμενη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου… Απαιτούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.” (Κύριο σχόλιο της εφημερίδας Νέοι Στόχοι, Μενίδι Αττικής, 30 Νοεμβρίου 1989.)
[40] Το γεγονός παρουσιάστηκε από τον Τύπο ως “Ρατσιστική έκρηξη κατά των Ποντίων”. Η ειρωνεία είναι ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Μεταμόρφωση κατάγονταν από τουρκόφωνους Καππαδόκες πρόσφυγες του 1922. (Γιάννης Λιάπης, “Ρατσισμός χάριν… τουρισμού”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 6 Μαρτίου 1996, σελ. 46.)
[41] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.
[42] “Οργή Ποντίων για “ατόπημα΄”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 8 Ιουλίου 1995. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Ο ρατσισμός, οι Πόντιοι και οι εντυπώσεις”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995.
[43] Χαρακτηριστικό ήταν το άρθρο κάποιου “στοχίτη” στην εφημερίδα Στόχος, στο οποίο η σύγχυση, η προκατάληψη και η άγνοια που είχε ο αρθρογράφος για τον πληθυσμό παρήγαγε μια ακραία ρατσιστική τοποθέτηση. (“Μεγάλο το ποσοστό των Μογγόλων ανάμεσα στους Ρωσοπόντιους που πάνε στη Θράκη”, εφημ. Στόχος, 7 Σεπτεμβρίου 1994.)
[44] Νούλα Ξανθοπλά, “Ρατσισμός σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Κλέαρχος Τσαουσίδης, “Ξένοι κι εκεί ξένοι κι εδώ”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Δεν θέλουν μάθημα με τους παλιννοστούντες”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 27 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 43.
[45] Για τη συμπεριφορά αυτή και την κατάληψη του σχολείου, που έγινε το Σεπτέμβριο του 1996, διαμαρτυρήθηκε η Πανελλήνια Ένωση των Νεοελθόντων, από το 1957, Ελλήνων Ποντίων Προσφύγων εκ Ρωσίας, που εδρεύει στην Αθήνα. (Νούλα Ξανθοπλά, ό.π.)
[46] Η συγκεκριμένη καταγγελία αφορά απαγόρευση εισόδου σε καφέ-πισίνα της περιοχής Νέας Ευκαρπίας σε οικογένεια Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην είσοδο τους δήλωσαν ότι “Απαγορεύεται η είσοδος στους Ρωσοπόντιους” (ΑΠΙ. φάκ. πρόσφυγες, μαρτυρία Αλίκης Φουντουκίδου, 26-12-96.). Στο κρούσμα αυτό αντέδρασε έντονα ο ραδιοφωνικός σταθμός “Ακρίτες του Πόντου”, εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες του κέντρου να ζητήσουν δημόσια συγνώμη.
[47] Μαρία Χατζηκώστα, “Δεν αυτοκτόνησε για τη Ρωσοπόντια”, περ. Το, Λευκωσία, τεύχ. 495, 3 Νοεμβρίου 1995.
[48] Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την τοποθέτηση ενός Κυπρίου από την Πάφο: “Είπαμε να τους βοηθήσουμε και να τους φέρουμε στην Κύπρο να εργαστούν. Αξίζει όμως τον κόπο να τους βοηθήσουμε με τα τόσα που κάνουν; Αυτοί είναι τόσο απολίτιστοι, που μας προσβάλλουν σαν λαό. Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι φιλοξενούμενοι και αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία εναντίον τους.” (“Φόβος και τρόμος από τους Πόντιους”, εφημ. Αλήθεια, Λευκωσία, 2 Ιουλίου 1995.)
[49] Γιώργος Εφραίμοφ, “Ζητούμε ανθρώπινη μεταχείριση”, εφημ. Εργατικό Βήμα, Λευκωσία, 19 Ιανουαρίου 1994, σελ. 8.
[50] Μαρία Νεγρεπόντη-Δεληβάνη, “Εμείς και οι πρόσφυγες αδελφοί μας”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαρτίου 1994, σελ. 46. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, «Οι Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ελλάδα: αποκλεισμοί, ενσωματώσεις και διλήμματα ταυτότητας», περ. Ουτοπία, τεύχ. 21, Ιούλιος-Αύγουστος 1996, σελ. 57.
[51] Βίκτωρ Νέτας, “Άγνοια, αμάθεια και το δράμα των Ποντίων”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1994, σελ. 9, Αιμίλιος Σολωμός, “Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας”, εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαΐου 1994, σελ. 7.
[52] “Έλληνες στον Καύκασο, Ρωσοπόντιοι στην Ελλάδα”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 11 Ιουνίου 1995.
[53] “Όχι και… ξένοι οι Πόντιοι”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995, σελ. 2.
[54] Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, σελ, 226, 229
[55] Χαρακτηριστική είναι μια επιστολή «Προς τη Βουλή των Ελλήνων» που απέστειλε η «Πανελλήνιος Ένωση των Νεοελθόντων από του 1957 Ελλήνων Ποντίων προσφύγων εκ Ρωσίας» (ΠΕΝΕΠΠΡ) στις 20 Ιανουαρίου 1999. Η επιστολή έχει ως τίτλο «Ούτε οι εχθροί μας οι Τούρκοι και μουσουλμάνοι δεν μας αδίκησαν όπως οι Ελλαδίτες». Μεταξύ άλλων αναφέρονται: «Για να πλουτίζουν κάποια οργανωμένα συμφέροντα από το κράτος εφαρμόζουν άδικα μια πολιτική διώξεων ομογενών που θέλουν να ορθοποδήσουν οικονομικά, να βρουν κάποιο περίπτερο κάποιο μαγαζί για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τα περισσότερα προβλήματα το κράτος τα δημιουργεί σ’ αυτούς που θέλουν να νοικοκυρευτούν, να φτιάξουν ένα σπίτι, να ανοίξουν ένα μαγαζί, ένα εργαστήριο, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών…»
[56] Γιάννης Καρυπίδης, “Τελικά που είναι η πατρίδα μας;” περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος ‘92, σελ. 50-51. Σε εφημερίδα της Κύπρου δημοσιεύτηκε το εξής: “Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός νεαρού από τη Γεωργία που μου έλεγε: ΄Για μας πατρίδα είναι ο Πόντος, εκεί πρέπει να πάμε. Παντού μας φέρνονται σα να είμαστε ξένοι΄” (Αιμίλιος Σολωμός, «Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας», εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαϊου 1994, σελ. 7.)
[57] Μάκης Σελαμαζίδης, “Σοφία Σινδοπούλου: Στον κύκλο της προσφυγιάς”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 5 Νοεμβρίου 1996, σελ. 45.
[58] Τέτοια είναι η περίπτωση του Δ. Πατμανίδη που τελικά θα αυτοκτονήσει: «Ο Δημήτρης Πατμανίδης με την οικογένειά του ξεριζωμένη από τη φρίκη του πολέμου στο Σοχούμι, έφτασε στην Ελλάδα με όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής προσφυγιάς. Ο πατέρας με πανεπιστημιακή μόρφωση, βρίσκει δουλειά σε φορτηγό με τα χίλια ζόρια, η μάνα μένει άνεργη, η οικογένεια στοιβάζεται στις παλιές προσφυγικές πολυκατοικίες του Ρέντη. Ο Δημήτρης φοβισμένος κι ευαίσθητος, έρχεται αντιμέτωπος με το φασιστικό ρατσισμό που μαθαίνουν ν’ αναπαραγάγουν οι φτωχοί έλληνες συνομήλικοί του. Πριν γίνει ο ίδιος απομονωμένος και σκοτεινός, αντιμετωπίζει την απαξίωση, τη μοναξιά, τη χλεύη στο σχολείο: «Γεωργιανέ γύρνα πίσω», και όλα φτάνουν στην ανοιχτή βία απέναντί του. Πέρασε στα ψιλά, πως συμμορία «ελληναράδων» συμμαθητών, τον είχε ρίξει στο κάδο σκουπιδιών του σχολείου. Μετά ο Δημήτρης, ντύνεται στα μαύρα, αναζητά και λατρεύει τα όπλα, ακούει «σκοτεινή μουσική», η χαμένη του επικοινωνία γίνεται αδιέξοδα μόνο μέσω του ιντερνετ. Στο τέλος, η ασταθής ισορροπία της δυστυχίας, σπάει. Μια σπαραχτική ιστορία ρατσισμού, για την οποία κανείς δεν θα πληρώσει.” [«Για το μακελειό του Ρέντη», http://anasintaxi.blogspot.com/2009/04/blog-post_670.html (23-2-2010)]








Πολύ καλή ιστορική αναδρομή Βλάση.
Αλήθεια, ο μέσος πόντιος πόσα από τα παραπάνω γνωρίζει;
Ευτυχώς, οι παππούδες μας που υπέμειναν τόσα πολλά από τον ρατσισμό των γηγενών μας έμαθαν να ΑΓΑΠΑΜΕ τους συνανθρώπους μας, και όταν διαβάζω ρατσιστικές τοποθετήσεις ιεραρχών της εκκλησίας μας, πραγματικά ντρέπομαι και αναρωτιέμαι τι σχέση μπορεί να έχουν αυτοί οι άνθρωποι με τον χριστιανισμό.
Ειδικά ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Είναι οι ίδιοι που πριν ένα αιώνα έλεγαν τα ίδια για τους παππούδες μας…
«Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν – ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα» (Καθημερινή, 30.7.1928).
Το παραπάνω απόσπασμα της Καθημερινής, είναι νομίζω ό,τι χαρακτηριστικότερο από όλα όσα παρέθεσε ο οικοδεσπότης και καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο το μίσος για τον αδελφό, που ναι μεν τον συμπονούμε, όμως, δεν τον θέλουμε…
Εάν συμπεριφέρθηκαν οι ελληναράδες έτσι στους “αδελφούς” προγόνους μας, δε θα ήθελε πολλή φαντασία για να φτάσουμε και στα σημερινά. Καλοί χρυσοί οι μετανάστες, να λέμε για τα δίκαια της Παλαιστίνης (αφού είμαστε και “αδέρφια”), αλλά όχι και να τους δώσουμε στέγη, δουλειά, δικαιώματα. Δε φτάνουν για όλους. Έχει “βρομίσει” ο τόπος. Α
ρε κουφάλα ελλαδίτη, πότε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη με ειλικρίνεια…
Ο απλός πολίτης όπως και οι τοπικές κοινωνίες, που βρέθηκαν τότε σε πρωτοφανείς συνθήκες, δεν έχουν την ευθύνη. Η ιστορική ευθύνη ανήκει στις φιλομοναρχικές πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες εκείνης της εποχής που εμφορούνταν από εχθρικά συναισθήματα προς τους πρόσφυγες και έκαναν ότι μπορούσαν να διαιωνίσουν τις κοινωνικές διαιρέσεις και να περιθωριοποιήσουν τους πρόσφυγες…
[...] κείμενο που δημοσιεύουμε από το ιστολόγιο του είναι το πρώτο μέρος (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) [...]
Ακούγεται πως αναμοχλεύσεις τέτοιου είδους δεν ενδιαφέρουν σήμερα. Σήμερα όμως παρακολουθούμε μια έξαρση, έναν οργανωτικό οργασμό, της προγονικής μας αναζήτησης μέσω των προσφυγικών συλλόγων.Κάποιοι που δεν ήμασταν και δεν είμαστε ποτέ στα μέσα και στα έξω των διαδικασιών αυτών, νιώθαμε και νιώθουμε πως η αξιοσύνη των προγόνων μας δεν περιορίζονταν σε ‘τικ-ομάλ’. Νιώθαμε και ακούγαμε για τις συμπλυγάδες που συνέθληβαν τις υπάρξεις εκείνες και θαυμάζαμε τον τρόπο που οργάνωναν την ύπαρξή τους έτσι ώστε όχι μόνο να ξεπεράσουν, να σταθούν όρθιοι μα και να αποδειχθούν εννίοτε και ως πρωτοπορία.
Αναδεικνύοντας τέτοια θέματα Βλάση, περνάμε στο επίπεδο εκείνο που αρχίζουμε να αποκαλύπτουμε έναν τρομακτικό πλούτο προσφοράς και παρέμβασης, έναν πλούτο πραγματικής υπερηφάνειας κάποιων που αφήσαν παρακαταθήκες ανθρωπιάς, αγώνα και προοδευτισμού, πλούτο ανεξερεύνητο-γιατί άραγε;- και πολύ χρήσιμο για το στερέωμα προσωπικοτήτων του παρόντος.
Δες τον πρόσφυγα Πασαλίδη, μέσα από τα συνέδρια των καυκασίων και ως πληρεκούσιος του ελληνικού λαού να προασπίζεται -υπερασπίζεται συμφέροντα ντόπιιων και προσφύγων χωρίς καμιά διάκριση (Συνεδρίαση Βουλής 25/5/1925, ΑΕΚ/8/σελ. 61-66) Δες τον ίδιο να δηλώνει (28/6/1924 , Βουλή, Σ ΑΕΚ/7/σελ 240) πως το στεγαστικό αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά , αν διωχθούν οι “όσιοι κηφήνες”, οι μοναχοί από τα μοναστήρια κλπ
Αναμένουμε με πολύ ενδιαφέρον τις υπόλοιπες ενότητες και το βιβλίο.
Ανδρέας
Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε επίσης:
-http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2010/03/blog-post_11.html
-http://www.antibaro.gr/node/1328
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
Kαλημέρα.Θα ήθελα να αναδημοσιεύσω το κείμενο Πρόσφυγες του 22,και στο δικό μας blog.έχω την άδεια σας;
Φυσικά μπορείτε να το αναδημοσιεύσετε.
Ποιό είναι το μπλογκ σας;
Συγχαρητηρια για το όμορφο άρθρο.
Θα ήθελα να προσφέρω δυο μικρές σχετικές εμπειρίες:
Ο πατέρας μου γεννήθηκε μέσα του 40 στη Κρήτη με καταγωγή από τη Φώκαια. Τη δεκαετία του 50 στην τάξη του ακόμη χωρίζαν τα παιδιά σε “τουρκάκια” και “ελληνάκια”. 35 χρόνια μετά το 22 και κάποια παιδια μεγαλώναν λέγοντας τους ότι είναι “ελλατωματικά”…
Κάποτε συζητώντας με ένα άλλο κρητικό μου αποκάλυψε ότι ήταν πρόσφυγας που άλαξε η οικογένεια του το όνομα σε “- ακης” γιατί δεν άντεχε τις διακρίσεις….άμα δε μισούσαν τόσο κάποιοι Ελληνες τους άλλους Έλληνες ίσως και να είμασταν πιο μπροστά…
Σας ευχαριστώ,amazonsday.
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
Έχουμε σοβαρό πρόβλημα αμετροέπειας. Είμαστε ως λαός ή του ενός άκρου ή του άλλου. Υπάρχου αλήθειες που αποσιωπούνται τόσο από τους μεν όσο και από τους δε.
Επί του συγκεκριμένου θέματος η αλήθεια είναι ότι κατά το νέο προσφυγικό ρεύμα από τις χώρες της ΕΣΣΔ ήρθαν και άνθρωποι οι οποίοι καμία απολύτως σχέση με τον Πόντο και τον Ελληνισμό δεν είχαν. Το κύμα δηλαδή δεν ήταν κύμα μόνο παλιννόστησης. Κατά την δεκαετία του ’90 κατέφτασαν καθαρόαιμοι Ουζμπέκοι, Τάταροι, Γεωργιανοί κλπ. Είμαστε όμως τόσο φανατισμένοι με την ιδεολογία μας που είναι αδύνατον να παραδεχθούμε την αλήθεια. Οι μεν τους χαρακτηρίζουν όλους Ρωσοπόντιους, οι δε όλους παλιννοστούντες. Ένας λαός όμως που δεν τηρεί το μέτρο είναι λαός καταδικασμένος να αφανισθεί.
Ένα άλλο θέμα είναι ο τρόπος υποδοχής των προσφύγων του 1990, οι οποίοι έψαχναν διέξοδο στην αξιοπρεπή διαβίωση. Αξιοπρεπής όμως δεν είναι μόνο η διαβίωση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η νέοι πρόσφυγες ήταν μια ευκαιρία να συνδυαστεί το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Μπορούσαν και να δαπανηθούν λιγότερα χρήματα από το δημόσιο που όμως θα εξασφάλιζαν και πιο αξιοπρεπή ζωή στους πρόσφυγες, δημιουργώντας προϋποθέσεις ανάπτυξης της Ελληνικής περιφέρειας. Το Ελληνικό όμως κομματικό κράτος ήθελε ψήφους που τις υφάρπαξε με τον εντυπωσιασμό. Έδωσε δάνεια στους μετανάστες για να τοποθετηθούν στην Θεσσαλονίκη (για την οποία και έχω γνώση) στοιβάζοντας τους σε περιοχές όπως η Νικόπολη, κεντροδυτική Θεσσαλονίκη, εξασφαλίζοντας στην ουσία διπλό κακό. Από την μία αύξησε το κλίμα δυσαρέσκειας των Θεσσαλονικέων, από την άλλη έφραξε το δρόμο της ανάπτυξης για τους ίδιους τους πρόσφυγες αφού ανάπτυξη σε μια κορεσμένη τσιμεντένια μεγαλούπολη δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Φυσικά κάποιοι θα αντιδράσουν με αυτά που λέω αλλά αυτά πιστεύω, αυτά λέω. Το σημαντικό σε μια υπό διαμόρφωση κατάσταση δεν είναι να διαχειρίζεται κάποιος μια ουτοπία αλλά μια πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι οι άνθρωποι εξ ΕΣΣΔ προέρχονται από ένα κομμουνιστικό καθεστώς. Δεν προσαρμόζεις έναν πρώην κομμουνιστή στην καπιταλιστική κοινωνία απλά δίνοντας του λεφτά. Τι να τα κάνει αφού δεν ξέρει την αξία τους; Το ζήτημα είναι να του δώσεις προοπτικές και δυναμική. Για εμένα η εγκατάσταση των εξ ΕΣΣΔ προσφύγων στα αστικά κέντρα ήταν ένα έγκλημα προς όφελος των μεγαλοεργολάβων. Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι άνθρωποι δεν έχουν συνειδητοποιήσει που βρίσκονται και τι πρέπει να κάνουν. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, φασαρίες, βρωμιά είναι καθημερινά φαινόμενα στη Θεσσαλονίκη. Οι μικροκλοπές βέβαια είναι πλέον ρουτίνα. Αυτά δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανένας γιατί τα βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια κάθε ημέρα. Όπου πάρκο και άδεια μπουκάλια μπύρας και βότκας. Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη του σήμερα. Λαθρεμπόριο τσιγάρων και ότι άλλο βάζει ο νους, κακογουστιά και δυσωδία. Με αυτό δε θέλω να κατηγορήσω τους ανθρώπους αλλά την κακή διαχείριση του Ελληνικού κράτους. Κάποτε πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι.
Αλλά όπως είπαμε, κάθε κόμμα είχε ένα πλάνο επενδύοντας πάνω στις ταλαιπωρημένες ψυχές των προσφύγων. Τα κυβερνητικά κόμματα επένδυσαν στο όνειρο των προσφύγων, τα αριστερά στην μελλοντική απογοήτευση τους και το κομμουνιστικό τους παρελθόν. Οι μεν έψαχναν ψηφοφόρους για να τους ψηφίσουν, οι δε αγανακτισμένους νοσταλγούς επαναστάτες. Προδότες οι μεν, προδότες και οι δε. Κατ’ εμέ έπρεπε καταρχήν να προσπαθήσει η Ελλάδα να διατηρήσει Ελληνισμό εκτός Ελλάδος. Μπορούσε να επενδύσει στο ποντιακό στοιχείο του Καυκάσου ώστε κάποτε να αναγεννηθεί και να επανασυσταθεί ο ενιαίος Πόντος του Ευξείνου Πόντου. Οι πολιτικοοικονομικές συγκυρίες το ευνοούσαν. Για να γίνει αυτό έπρεπε να ενισχύσει ηθικά και οικονομικά τις Ποντιακές μειονότητες σε συνεργασία με τις εκεί Κυβερνήσεις. Από τη στιγμή όμως που δεν έκανε κάτι τέτοιο, έπρεπε να δώσει προοπτική στους πρόσφυγες. Η προοπτική δεν είναι προϊόν της παρακμάζουσας Ελληνικής αστικής κοινωνίας αλλά προϊόν παραγωγής. Και παραγωγή στην Ελλάδα, βιομηχανίας απούσης, είναι μόνο η αγροτική.
Το Ελληνικό όμως κράτος έκανε το θαύμα του για άλλη μια φορά, την ίδια περίοδο που δεχόταν χιλιάδες παλιννοστούντες, την ίδια περίοδο έκανε εισαγωγή Αλβανών λαθρομεταναστών. Στην ουσία δηλαδή οι εξ ΕΣΣΔ πρόσφυγες καταδικάστηκαν στην ανεργία από την πρώτη στιγμή. Επομένως οι αντιδράσεις του κόσμου δεν ήταν απόρροια της έλευσης των παλιννοστούντων αλλά αποτέλεσμα της κακής κρατικής διαχείρισης. Μια κακή διαχείριση όμως που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στην ιστορία…δεν είναι τυχαία. Το Ελληνικό κράτος είναι εχθρός της Ελλάδος.
Δυστυχώς η αντίληψή σας για το ζήτημα των ελληνοποιήσεων συμβαδίζει με την προκατειλημμένη τοιαύτη που διαμόρφωσε τη αρνητική εικόνα για τους ομογενείς πρόσφυγες ή μετανάστες από την πρώην ΕΣΣΔ. “Ελληνοποιήσεις …«δια πάσα νόσο»” έθεσε ως τίτλο ένα ΄’εντυπο τότε, κατανοώντας απολύτως τον τρόπο με τον οποίο ένα εθνικό θέμα εντάχθηκε στα μικροπολιτικά γρανάζια για να εξυπηρετήσει επικοινωνιακά και μόνο παιχνίδια.
Το ζήτημα αυτό προβλήθηκε σωστά στο παρακάτω άρθρο. Βρείτε το, διαβάστε το και μετά τα ξαναλέμε:
Νιώτης Γρ., \”Ελληνοποιήσεις\”: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28.1.2001, σ. 50-51.
Εγώ αναφέρθηκα στο ζήτημα αυτό σε ένα υποκεφάλαιο με τίτλο “Η αντιμετώπιση των Ελλήνων της ΕΣΣΔ”:
Έγραφα:
…Με το πνεύμα αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν το μεγάλο ζήτημα της νέας ελληνικής προσφυγιάς που προέκυψε απ’ την την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2000 το ζήτημα των «παλιννοστούντων» ομογενών θα μπει στο στόχαστρο της κομματικής αντιδικίας. Στην πλειονότητά τους οι μετανάστες και πρόσφυγες ομογενείς θα στοχοποιηθούν ως «ελληνοποιημένοι μη Έλληνες».[28]
-
[28] Ειδικά ο συντηρητικός χώρος κράτησε ανοιχτά αρνητική και ξενόφοβη στάση. Αποκορύφωμα υπήρξε η φιλολογία για τις «ελληνοποιήσεις». Το σύνολο των παλιννοστούντων για τη Νέα Δημοκρατία και την ακροδεξιά χαρακτηρίστηκε ως «ελληνοποιημένο», αποτελούμενο από «Αμπχάζιους, Τσετσένους κ.λπ.» Τη διαφθορά και τις υπαρκτές παρανομίες των ελληνικών διπλωματικών αρχών τις πρόβαλε ομαδικά και ρατσιστικά στους «παλιννοστούντες» ομογενείς. (Φ. Kαλλιαγκόπουλου – Ν. Τσιούτσια, «Kαραμανλής: 96.162 ψήφοι ήλθαν από το… πουθενά», εφημ. Καθημερινή, 28 Φεβρουαρίου, 2001.) Τεκμηριωμένη απάντηση δόθηκε στο: Γρ. Νιώτης, «΄΄Ελληνοποιήσεις”: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2001, σ. 50-51.
Καταρχήν ίσως θα πρέπει να συμφωνήσουμε σε κάποια θέματα:
1. Συμφωνείτε ότι το ιδανικό θα ήταν να προστατευόντουσαν οι ομογενείς στις εστίες τους; Να διατηρούσαν τις περιουσίες τους και να ενισχύονταν οι δεσμοί τους με την “μητέρα” Ελλάδα; Ότι δηλαδή η τακτική της συρρίκνωσης του Ελληνισμού ήταν, είναι και θα είναι λανθασμένη;
2. Συμφωνείτε ότι το εργολαβικό-πολιτικό σύστημα τους εκμεταλλεύτηκε, τοποθετώντας τους στα μεγάλα αστικά κέντρα επιφέροντας δύο κακά αφού τους εγκλώβισε σε μη παραγωγικές και χρεωκοπημένες τσιμεντουπόλεις ενισχύοντας ταυτόχρονα την ασφυξία στις πόλεις αυτές;
3. Συμφωνείτε ότι από την στιγμή που συνέπεσε χρονικά η πτώση της ΕΣΣΔ με το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας, έπρεπε να ενισχύσουμε τους ομογενείς και όχι τους Αλβανούς στην επαρχιακή εργασία;
4. Συμφωνείτε ότι ήρθαν όντως ομογενείς πόντιοι αλλά μαζί τους και πολλοί αλλοεθνείς οι οποίοι είναι ολοφάνερο ότι είναι ασύμβατοι με τα Ελληνικά ήθη; Εξάλλου το λένε και μεταξύ τους οι ίδιοι οι ομογενείς ότι ο τάδε είναι Τσετσένος, ο δείνα είναι Ουζμπέκος κλπ.
Αγαπητέ κύριε Αγτζίδη, άποψη μου είναι ότι πρέπει να βλέπουμε την αλήθεια κατά πρόσωπο, χωρίς ωραιοποιήσεις και ψευδαισθήσεις. Τα άρθρα στα οποία με παραπέμψατε λένε αλήθεια αλλά όχι όλη την αλήθεια. Τη επονομαζόμενη “Ρώσικη μαφία” δεν τη δημιούργησαν ομογενείς εξ ΕΣΣΔ και την απαρτίζουν ουκ ολίγα άτομα. Και αυτή είναι πολυεπίπεδη, από τον αλκοολικό των πάρκων της γειτονιάς και το χρήστη ναρκωτικών ουσιών μέχρι την οργανωμένη μαφία προστασίας καταστημάτων. Και αυτό δεν είναι προπαγάνδα του συντηρητικού χώρου αλλά η πραγματικότητα που βλέπουμε και βιώνουμε καθημερινά.
Εξάλλου το να μη βλέπουμε την αλήθεια κάνει ζημιά και στους ίδιους τους ομογενείς που προσπαθούν να επιβιώσουν και έχουν τις ίδιες ανησυχίες με εμάς. Είναι δε διακριτή η πορεία και οι πρόοδος που διέγραψαν οι ομογενείς σε σχέση με τους μη, οι οποίοι είναι βυθισμένοι στην παρακμή και δεν νομίζω ποτέ να επιπλεύσουν. Και πιστέψτε με, είμαι όσο πιο αντικειμενικός μπορώ, συγκρίνοντας αυτά που βλέπω με αυτά που άκουσα και ακούω από τους παππούδες πρόσφυγες και λοιπούς συγγενείς, αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες προσαρμογής αλλά μπορώ να διακρίνω και τις ασυμβατότητες. Είναι εύκολο να διακρίνει κάποιος ότι οι εξ ΕΣΣΔ πόντιοι ακολούθησαν την ίδια δημιουργική πορεία με τους δικούς μας πρόσφυγες του 1922 ενώ κάποιοι άλλοι προώθησαν την πορνεία, τη βία, το έγκλημα. Αυτή η ασυμβατότητα δεν κρύβεται, δεν είναι ρατσιστική, είναι απλά η αλήθεια.
Η συζήτηση αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο το θέμα των “ελληνοποιήσεων” και της δαιμονοποίησης του συνόλου των νεοπροσφύγων και όχι την προσφυγική πολιτική, την οποία ουδέποτε είχε η Ελλάδα. Τόσο στις περιβόητες εκθέσεις εκείνης της περιόδου (έκθεση Δημητρίου) όσο και στις αναφορές των πολιτικών (με πιο ακραίο απ΄ όλους τον Καρατζαφέρη, ο οποίος μιλούσε για 200.000 Τσετσένους και Αμπχάζιους), οι παλιννοστούντες ενοχοποιούνταν συλλήβδην.
Γράφετε: “Συμφωνείτε ότι ήρθαν όντως ομογενείς πόντιοι αλλά μαζί τους και πολλοί αλλοεθνείς οι οποίοι είναι ολοφάνερο ότι είναι ασύμβατοι με τα Ελληνικά ήθη;”
Εκτός από τους αλλοεθνείς οι οποίοι “λάδωσαν” τις ελληνικές διπλωματικές αρχές για να εξασφαλίσουν την ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα αναχώρησης για την Ελλάδα, οι ομογενείς μας σε μεγάλο βαθμό προέρχονταν αποό μικτούς γάμους. Ήδη το 1991, το 70% των ελληνικών οικογενειών ήταν μικτές. Με βάση το ελληνικό δίκαιο περί αίματος, εάν είχε έστω και έναν γονιό ελληνικής καταγωγής, ο γόνος θεωριόταν Έλληνας. Τη στιγμή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ η πλειονότητα των σοβιετικών Ελλήνων ήταν ρωσόφωνοι και είχαν ήδη προσαρμοστεί πολιτισμικά στο σοβιετικό πολιτισμικό μοντέλο.
Επίσης, υπήρχε και μια άλλη κατηγορία που απόκλινε πολιτισμικά από το ελλαδικό πρότυπο περί Έλληνα, και αυτό ήταν οι τουρκόφωνοι Έλληνες της Τσάλκας (Κετρική Γεωργία).
Σαφώς οι προερχόμενοι από τις παλιές συμπαγείς ελληνικές κοινότητες κοινότητες (ελληνόφωνα χωριά του Βόρειου Καυκάσου, Σοχούμι, Βατούμι, κάποιες κλειστές κοινότητες στην εξορία) κράτησαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την ελληνοφωνία τους. Όμως ο μεγάλος όγκος των ομογενών προσφύγων προήλθε από τις πιο αναμεμειγμένες “αστικές” και με μεγαλύτερα ποσοστά πολιτισμικής αφομοίωσης, περιοχές.
Τώρα σε σχέση με την παραβατικότητα. Είναι λάθος το σχήμα “δικοί μας=οικογενειάρχες”, “μη δικοί μας=παραβατικοί”.
Ένας εγκαταλειμμένος πληθυσμός από το κράτος το οποίο είχε υποχρέωση (από τη Συνθήκη της Λωζάννης που δεν τήρησε) να τον αποκαταστήσει και μια κοινωνία αδιάφορη και σε κάποιο βαθμό ρατσιστική εναντίον του, αναπτύσσει κάθε είδους συμπεριφορά για να επιβιώσει.
Νομίζω ότι ο ρατσισμός ήταν αναμενόμενος, όχι αιματολογικά όσο λόγω πολιτισμικής διαφοράς. Ο όγκος των προσφύγων ήταν μεγάλος και το πολιτισμικό μοντέλο παρουσίαζε μεγαλύτερες αποκλίσεις από το καθιερωμένο στην Ελλάδα από όσες είχαν οι Ελλαδίτες σε σχέση με τους πρόσφυγες του ’22, οι οποίοι ήταν και πολιτισμικά ανώτεροι παρά τη φτώχεια τους.
Επομένως η πολιτισμική ώσμωση έπρεπε να καλλιεργηθεί σιγά σιγά μέσω της ένταξης των παλιννοστούντων στις παραγωγικές διαδικασίες. Η μαζική παρουσία τόσο μεγάλου όγκου “διαφορετικών” ανθρώπων σε ήδη πνιγμένες πόλεις ήταν αναμενόμενο να δημιουργήσει αντιδράσεις που ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, είναι εμφανείς και μάλιστα έντονες σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης (μόνο για αυτή μπορώ να μιλήσω αφού αυτήν γνωρίζω). Επομένως όλες οι πολιτικές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν το θέμα, ο καθένας με βάση το πολιτικό του πελατολόγιο. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Καρατζαφέρης αλλά δεν ήταν ο μόνος.
Βέβαια, δε μου απαντήσατε στο θέμα της μαζικής έλευσης των Αλβανών που στέρησαν θέσεις εργασίας μεταξύ άλλων και από τους παλιννοστούντες και ενίσχυσαν τόσο την εργασιακή ανασφάλεια των τελευταίων όσο και την παράταση του χρόνου προσαρμογής τους. Αν όμως ισχύουν αυτά που λέγονταν εκείνη την εποχή, ότι δηλαδή το Ελληνικό κράτος έπαιρνε χρήματα από την Ε.Ε. και άλλους οργανισμούς για κάθε Αλβανό που έμπαινε στη χώρα, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Ελληνικό κράτος για άλλη μια φορά έπιασε το δέντρο και έχασε το δάσος.
Δυστυχώς η έλλειψη τήρησης του μέτρου από την Ελληνική πολιτεία και τους μηχανισμούς της, φέρνει στην επιφάνεια τις ενστικτώδεις αντιδράσεις κάθε ανθρώπου και είναι μάλλον άδικο να χαρακτηρίσουμε τους Έλληνες ως ρατσιστές. Ο ρατσισμός είναι απλά μια φυσιολογική αντίδραση στους λάθος χειρισμούς του κράτους και μπορεί να εμφανιστεί υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις σε κάθε κοινωνία.
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
Σχετικά μέ τίς διακρίσεις κατά τών προσφύγων τού ’22: Στο χωριό τής γυναίκας μου, στόν νομό Ηρακλείου, διαχώριζαν ακόμα τούς κατόικους σέ πρόσφυγες καί μή τό 1989.Και αυτό αφορούσε άτομα τής 3ης γενεάς μετά τήν Καταστροφή πού δέν είχαν κανένα εξωτερικό χαρακτηριστικό διαφορετικό από αυτά τών συγχωριανών τους. Αυτό τό είδα με τα μάτια μου. Μου είπαν καί διάφορες ιστορίες αρπαγής τών περιουσιών τής ‘ανταλλαγής’ από τούς τότε ‘ντόπιους’ που δέν μπόρεσα νά επαληθεύσω.
[...] Η ελληνική Δεξιά εκείνης της περιόδου, ήταν η μοναδική στον ευρωπαϊκό χώρο που δεν ήταν επεκτατική και αλυτρωτική, αλλά αντιθέτως οικοδόμησε την πολιτική της στην άρνηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, στην παραγνώριση του Ζητήματος του Πόντου και στο σύνθημα “μικρά πλην έντιμος Ελλάς”. Και επιπλέον μετά το ’22, στο στόχαστρό της δεν έθεσε τους Εβραίους ή τις μειονότητες, αλλά τους πρόσφυγες από τον Πόντο, την Ιωνία και την Ανατολική Θράκη. Δηλαδή στη θέση του ρατσιστικού «αντισημιτισμού» που σάρωσε την Ευρώπη, στην Ελλάδα του μεσοπολέμου θα κυριαρχήσει ο επίσης ρατσιστικός «αντι-προσφυγισμός». [...]
[...] -Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» [...]
Και όχι μόνον του μεσοπολέμου. Θυμάμαι όταν ήμουν δημοτικό, είχαμε κατέβει τότε οικογενειακώς στην πόλη για τις σπουδές ημών των τέκνων και συνεχίζοντας τις επιδόσεις που είχα στο μονοθέσιο σχολείο του χωριού μου (φοιτούσαμε τρεις τάξεις σε μία αίθουσα, κάθε πτέρυγα και τάξη και εγώ ήμουν πάντα σε μεγαλύτερη από την κλάση μου πτέρυγα λόγω επιδόσεων) είχα αριστεύσει. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι όταν έφυγα από το χωριό ο δεύτερος της τάξης πανηγύριζε γιατί έφυγε ο πρώτος. Δυστυχώς το άριστα είχε υποβαθμιστεί σε Α εκείνη την περίοδο λόγω πολιτικής του Ανδρέα. Στην 6η λοιπόν δημοτικού ήμασταν τέσσερεις αριστούχοι (αλφατζήδες δηλαδή) για τρεις παρελάσεις, τρεις ντόπιοι και ένας πόντιος ή ένας χωριάτης (όπως θέλετε το βλέπετε). Αυτός λοιπόν που δεν πήρε την σημαία σε καμία παρέλαση ήμουν εγώ. Ρατσισμός; Ίσως.
Έκτοτε δεν ξαναδιάβασα ποτέ και καμάρωνα όταν μπορούσα να είμαι καλύτερος από τους άλλους όντας αδιάβαστος. Σε όλα μου λοιπόν τα μαθητικά χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου να επιτυγχάνει για να υποτιμήσει (ξεφτιλίσει) τους ντόπιους. Όσο πιο αδιάβαστος έγραφα 20άρια τόσο το καλύτερο. Και έτσι μπήκα στην αγαπημένη μου σχολή χωρίς να την τελειώσω ποτέ.
Δεν ξέρω τι έκανε ο αντιποντιακός (ή αντιχωριάτικος ή και τα δύο) ρατσισμός γενικά αλλά αυτές ήταν οι επιπτώσεις σε εμένα. Χωριάτης στην πόλη και πολητιανός στο χωριό. Αυτά μια φορά έγιναν πολύ μετά τον μεσοπόλεμο. Ποιος έχασε, ποιος κέρδισε, άγνωστο.
Αλλά για να μην κατηγορήσω μόνο τους ντόπιους της πόλης να πω και ένα γεγονός που συνέβη στο γυμνάσιο με μια πόντια καθηγήτρια. Είχα θυμάμαι χρησιμοποιήσει κάποιες δύσκολες λέξεις σε μια εργασία. Τότε λοιπόν σηκώθηκε γεμάτη σιγουριά η πόντια καθηγήτρια και μου είπε σε αυστηρό ύφος περίπου : “Στράβωνα, αυτό είναι απαράδεκτο. Έβαλες την αδερφή σου να σε βοηθήσει στην εργασία. Αυτές οι λέξεις δεν γράφονται από κάποιον της ηλικίας σου. Δεν είναι δυνατόν να τις γνωρίζεις” και πήρα μηδέν.
Επομένως δε μιλάμε μόνο για ρατσισμό αλλά και για φασισμό της βλακείας.
Στράβων αυτά που λες δείχνουν ότι έχεις επηρεαστεί από τον ……………..σε μεγάλο βαθμό. Δεν μπορείς να ομαδοποιήσεις, ένα άτομο μια καταγωγής, μαζί με τους άλλους που έτυχε να ανήκει λόγο της καταγωγής του.
Δεν κατάλαβα την λογική σου; Τι σχέσει έχει ο τόπος καταγωγής με την ποιότητα του χαρακτήρα, ενός ατόμου; Από την Σοβιετική Ένωσή ήρθε ο “καθαρός” Πόντιος, ο “ανάμικτος” Πόντιος και ο μη Πόντιος. Και από της τρεις ομάδες μπορεί κάποιος να βγει εγκληματίας. Εσύ είσαι ίδιος με ένα Πόντιο από την Ελλαδα; Δεν υπάρχουν ποικιλίες χαρακτήρων; Το σκεπτικό σου είναι τέλειος παράλογο!
Όσο για Τσετσένους και ότι εθνότητα αναφέρεται ότι βρίσκονται ανάμεσα στου παλιννοστούντες, δεν είναι να διαφωνήσω άλλα να γελάσω με αυτά που νομίζεις ότι ξέρεις! Που προφανώς έμαθες για τους Τσετσένους από την τηλεόραση ότι βρίσκονται στον Καύκασο, χωρίς καν να ξέρεις τι σχέσει μπορεί να έχουν με άτομα που ζούνε στην Ελλαδα. Μπορείς να μου πεις πως ξέρεις και πως ξεχωρίζεις τα άτομα που έχουν Τσετσενική καταγωγή από τους άλλους; Λοιπόν, “ημιμάθεια μήτηρ πάσης βλακείας” όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών προγονοί, που νομίζω και είναι, και δίκη μου προγονοί ασχέτως με τι πιστεύεις εσύ.
Το ποσοστό των μη Ποντίων, που δεν έχουν καμιά σχέση με τους Έλληνες είναι ελάχιστο. Αυτούς που βάζετε στην κατηγορία αμφίβολου καταγωγής Πόντιους είναι αυτοί που δεν είναι ποντιόφωνοι άλλα και σε πολλές περίπτωσης δίγλωσσοι. Ιδικά για τους τουρκόφωνους πόντιους από την Τσάλκα της Γεωργίας λέτε ότι δεν έχουν ελληνική καταγωγή και εφευρίσκετε οποιαδήποτε εθνότητα που δεν έχουν καμία σχέσει μαζί τους. Χωρίς καν να έχετε γνωρίσει τα άτομα αυτά από κοντά (που δεν θέλετε,κάποιοι άπω εσάς). Δεν νομίζω κάποιος σήμερα να πει ότι οι Καραμανλήδες και οι πόντιοι του δυτικού Πόντου είναι αμφίβολης καταγωγής και συνειδήσεως. Έχετε δύο μετρά και σταθμά και πάτε να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα. Και στην περίπτωση των παράνομων Ελληνοποιήσεων επί Σημίτη, που δήθεν αυτά τα άτομα που ήρθαν από την Κύπρο να ψηφίσουν δεν είχαν καμιά σχέσει με Έλληνες. Και πως το απόδειξαν; Έδειξε ο Τριανταφυλλόπουλος ένα βίντεο, μέσα από το αεροπλάνο, να μιλάνε τουρκικά και ρωσικά μετάξι τους, που αυτό για τον αγράμματο και μέλος της δικτατορίας την βλακείας, νεοέλληνα αποτελεί απόδειξη. Διάβασα και το δικαστικό πόρισμα που αφορούσε την υπόθεσή αυτή, που ήταν για γέλια και για κλάματα. Ο δικαστής, με βλάχικο επίθετο ,καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτά τα άτομα δεν έχουν καμιά σχέσει με Έλληνες επειδή τα επίθετα τους είναι ξενικά, κατά την γνώμη του. Λέει: “ Πως μπορεί ένα άτομο ελληνικής καταγωγής με το ελληνικό επίθετο ΑΣΛΑΝιδης να έχει σχέσει με ένα άτομο που έχει το επίθετο ΜΑΤΣΟΥΚΑΤοφ;” Η Ματσούκα της Τραπεζούντας ,κατα τις ιστορικές γνώσης του δικαστή μαλών, βρίσκετε στο Βλαδιβοστόκ!
Διαφωνώ και με αυτά που λέει ο Αγτζιδης, στο ότι είναι τόσο μεγάλο ποσοστό οι Πόντιοι από μικτούς γάμους. Είναι πολύ αυτοί που παντρεύτηκαν ξένες γυναίκες ιδικά από την γενιά του 50′, λόγο ότι οι προηγούμενες γενιές ήταν ποιο κλειστές στους ξένους, άλλα σε καμιά περίπτωση οι μικτοί γάμοι να ήταν σε ποσοστό 70%. Και αυτά που λες για την διγλωσσία είναι εν μέρη λάθος. Γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό των Ποντίων είναι δίγλωσση, που σε κάποιους οι ποντιακή χρησιμοποιείτε περισσότερο ενώ σε κάποιους η Ρωσική. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν διαφέρουν σε ποιότητα συνειδήσεις και από τους καθαρά ρωσόφωνους Ποντίους.
Ρατσισμός υπάρχει παντού σε κάθε κοινωνία ακόμη και στην δίκη μας, των “Ρωσσοποντιων”. Όλοι οι άνθρωποι έχουν την τάση να υποβιβάζουν άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές ομάδες. Γίνετε αυτό κύριος γιατί το άτομο πάντα θέλει να εξυψώνει την ομάδα που ανήκει και να υποβιβάσει την άλλη που δεν ανήκει και ανήκουν αλλού.
Βρίσκετε πρόφασης για να δικαιολογήσετε των ρατσισμός σας που δεν τον ονομάζετε ρατσισμό. Μάλλον θα πρέπει να πάτε να διαβάσετε τον ορισμό του ρατσισμού γιατί προφανώς δεν τον ξέρετε ή δεν έχετε την νοητική δυνατότητα να τον καταλάβετε ή δεν σας συμφερει να τον καταλάβετε!
Είναι εύστοχες οι παρατηρήσεις σας.
Το στοιχείο για τους μικτούς γάμους το άντλησα από τοποθέτηση συνέδρου στο Α’ Πανσοβιετικό Συνέδριο Ελλήνων που έγινε στο Γελντζίκ (Μάρτιος ’91). Υπάρχει στα Πρακτικά που εκδόθηκαν τότε με τίτλο: Μateriali i Vsesoyiouznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991.
Το Συνέδριο εκείνο το παρουσίασα αναλυτικά στο βιβλίο μου “Παρευξείνιος Διασπορά”.
Είναι αλήθεια ότι το ποσοστό φαίνεται να είναι υψηλό για τις αγροτικές περιοχές. Το βρίσκω όμως φυσιολογικό για τους αστικούς πληθυσμούς και όσους σπούδασαν και έφυγαν από την κοινότητα. Πάντως αυτό το ποσοστό μας έδωσαν οι ίδιοι….
Εχετε δίκιο ειδικά στο σημείο που αναφέρεστε στην προπαγάνδα περί ελληνοποιημένων, όπου το σύνολο των νεοπροσφύγων παρουσιάστηκαν από κάποια κόμματα στις εκλογές του 2000 ως αλλοεθνείς. Ειδικά ο κ. Καρατζαφέρης τότε υπερθεμάτισε όλων αναφέροντας ότι “200.000 Αμπχάζιους και Τσετσένους μας φέρατε στην Ελλάδα”.
Παρότι και οι κυβερνήσεις του Πασόκ υποβάθμισαν κατά πολύ το θέμα, ακολούθησαν ουδέτερη πολιτική απέναντί τους και είναι ένοχοι γι αυτό, όμως ειδικά ο συντηρητικός χώρος κράτησε ανοιχτά αρνητική και ξενόφοβη στάση. Αποκορύφωμα υπήρξε η φιλολογία για τις «ελληνοποιήσεις». Το σύνολο των παλιννοστούντων για τη Νέα Δημοκρατία και την ακροδεξιά χαρακτηρίστηκε ως «ελληνοποιημένο», αποτελούμενο από «Αμπχάζιους, Τσετσένους κ.λπ.» Τη διαφθορά και τις υπαρκτές παρανομίες των ελληνικών διπλωματικών αρχών τις πρόβαλε ομαδικά και ρατσιστικά στους «παλιννοστούντες» ομογενείς. (Φ. Kαλλιαγκόπουλου – Ν. Τσιούτσια, «Kαραμανλής: 96.162 ψήφοι ήλθαν από το… πουθενά», εφημ. Καθημερινή, 28 Φεβρουαρίου, 2001.) Τεκμηριωμένη απάντηση δόθηκε στο: Γρ. Νιώτης, «΄΄Ελληνοποιήσεις”: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2001, σ. 50-51.
Την αρνητική αντιμετώπιση των νεοπροσφύγων, την έχω ενσωματώσει στο ευρύτερο θέμα “Κράτος και πρόσφυγες”. Δείτε το:
http://kars1918.wordpress.com/2010/03/15/refugees-122/
[...] προσφύγων από την τ. ΕΣΣΔ, δείτε στο μπλογκ μου, π.χ. «-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα» (http://kars1918.wordpress.com/2010/03/09/refugees-1922/ )] Και εσείς ο ίδιος [...]
Κάποια ενδιαφέροντα κείμενα:
“Πρόσφυγες και γηγενείς, μια δύσκολη συμβίωση”
«Τα δυτικά προάστια», πρόσφυγες και λαϊκός πολιτισμός
Στοιχεία για τη συλλογική οργάνωση των προσφύγων στην πρωτεύουσα και τη σχέση τους με την πολιτική ζωή του Μεσοπολέμου
Όψεις της προσφυγικής εγκατάστασης στην πρωτεύουσα
[...] αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της [...]
Επειδή κάθε φαινόμενο εμφανίζεται με το αντίθετό του, καλό είναι να γνωρίζουμε και τη σκοτεινή πλευρά του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο οποίος είχε σημαντικό ρόλο στην περιθωριοποίηση των “ετεροχθόνων”, δηλαδή των Ελλήνων, που έιχαν γεννηθεί στα εκτός βασιλείου εδάφη και ήρθαν στο ελεύθερα έδαφος είτε ως πρόσφυγες λόγω των οθωμανικών σφαγών, είτε ως εθελοντές στα επαναστατικά στρατεύματα, είτε απλώς ως μορφωμένοι Έλληνες του (τότε) εξωτερικού…
Κατά την θλιβερή -και μοιραία για την εξέλιξη του εθνικού ζητήματος- σύγκρουση “αυτοχθόνων-ετεροχθόνων” ο στρατηγός Μακρυγιάννης υπήρξε σκληρός “αυτοχθονιστής”.
Χαρακτηριστική είναι η έκφραση που είπε:
“Από τον πατριωτισμό μας εσαπίσαμεν το σπίτι μας. Φτάνει πλέον ο πατριωτισμός. Ας αγκαλιάσωμεν τον βασιλέα μας να φκιάσωμεν το σπίτι μας. Αυτοί (οι ετερόχθονες) εκάθησαν τόσα χρόνια και έτρωγαν ψωμί και έφεραν την πατρίδαν άνω κάτω. Ας καθίσωμεν τώρα και ημείς να φάγωμεν ψωμί.”
Μεταξύ των “ετεροχθόνων” που έχασαν τη δουλειά τους στο δημόσιο ήταν και ο κωσταντινουπολίτης Κωσταντίνος Παπαρηγόπουλος, του οποίου ο πατέρας δολοφονήθκε από τους Οθωμανούς κατά τις μαζικές σφαγες των αθώων Ρωμιών, που έγιναν σ’ όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αντίποινα για την Επανάσταση του 1821.
Το απόσπασμα αυτό του Ιωάννη Μακρυγιάννη, πληρεξούσιου Αθηνών, προέρχεται από την εισήγησή του στη συνεδρίαση της εθνοσυνέλευσης της 8ης Ιανουρίου του 1844. Να σημειωθεί ότι ως απαίτηση των αυτοχθονιστών είχαν αποκλειστεί οι εκπρόσωποι εξωελλαδικών ομάδων που οι πόλεις τους είχαν καταστραφεί κατά τα αντίποινα των Οθωμανων, όπως οι Κυδωνίες (Αϊβαλί). Η πλήρης εισήγηση του Μακρυγιάννη, με μορφή γραπτού κειμένου του ιδίου, δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα “Φίλοι του Λαού” στις 16-1-1844 και στη συνέχεια στην εφημ. “Ανεξάρτητος¨στις 23-1-1844. Αναδημοσιεύτηκε από τον Ι. Βλαχογιάννη στο “Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, τόμ. 1ος, Αθήνα, 1907, σελ. 367-369. Περιέχεται επίσης στο: Ιωάννης Δημάκης, “Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το Ζήτημα τωνα υτοχθόνων και ετεροχθόνων”, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, σελ.33.
Για το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα 19ος-20ος αιώνας βλέπε: http://my-book.gr/istoriakef3.pdf
———————————
Όσον αφορά το φαινόμενο και την ιδεολογία του “αυτοχθονισμού”, ως πολιτική στάση της κυρίαρχης ελίτ του νεοελληνικού κράτους, πρωτοανιχνεύεται κατά την δραματική εκείνη σύγκρουση του 1843-1844 – παρότι ο διχασμός “ντόπιοι-πρόσφυγες” θα εμφανίζεται ως κοινωνική συμπεριφορά, καθ’όλη τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το φαινόμενο, εκτός από την ιστορική του αξία, σχετίζεται με τις κοινωνικές αντιθέσεις που θα υπάρχουν εντός του ελληνικού εθνικού σώματος σε όλη την επόμενη περίοδο, άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε συγκεκαλυμμένα. Θα το συναντήσουμε:
-στη μεταχείριση των προσφύγων των κρητικών και μακεδονικών επαναστάσεων του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα,
-στο πογκρόμ που έλαβε χώρα στα Νοεμβριανά του ’16 από τους “Επίστρατους” κατά των προσφύγων οι οποίοι είχαν καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα γιατί οι Νεότουρκοι είχαν ξεκινήσει τη Γενοκτονία στη Μικρά Ασία και στην Αν. Θράκη,
-στις προσπάθειες περιθωριοποίησης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής μετά το ’22, που θα έχουν ως κάποια συμβολικά σημεία τα πογκρόμ κατά των προσφυγικών καταυλισμών [Κιούπκιοι-(Πρώτη Σερρών) 1923, Βόλος 1935]…..
Η γνώση αυτών των φαινομένων και των αρνητικών συμπεριφορών αποτελεί προϋπόθεση για την υπέρβαση των διαχωρισμών και την κατάκτηση μιας ουσιαστικής ενότητας που να βασίζεται κυρίως στη γνώση και στην αυτοκριτική στάση…
Το ερμηνευτικό σχήμα που χρησιμοποιώ για τη νεοελληνική κοινωνική και πολιτική συγκρότηση, το οποίο λαμβάνει υπόψη του ΚΑΙ το φαινόμενο του “αυτοχθονισμού” το παρουσίασα συνοπτικά :
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_18/12/2011_466592
Aναγφέρεται στο θέμα ειδικά η παρακάτω παράγραφος:
“...Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος του 1844, τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών θα καταλάβουν πλήρως και ολοκληρωτικά την εξουσία στο βασίλειο, θα επηρεάσουν αποφασιστικά τη μοναρχία, θα εδραιώσουν έναν πελατειακό κοινοβουλευτισμό και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού, που στις κρίσιμες εποχές της Ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερ–λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής–κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν….”