-Κράτος και πρόσφυγες του ’22…

Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μέρος (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) από τό κεφάλαιο: Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα», που αποτελεί μέρος από μια ευρύτερη μελέτη μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”.

Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος ΚόκκινοςΒλάσης ΑγτζίδηςΈλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

Κράτος και πρόσφυγες

Παρότι η αποκατάσταση τόσο μεγάλου αριθμού προσφύγων του 1922, αποτελεί επίτευγμα των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής και της Κοινωνίας των Εθνών, που επόπτευσε και υλοποίησε το πρόγραμμα αποκατάστασης, εν τούτοις υπάρχουν στοιχεία, τα οποία είναι συγκλονιστικά όσον αφορά την ένταξη των προσφύγων. Καταρχάς ένας πολύ μεγάλος αριθμός προσφύγων θα χάσει τη ζωή του από τις κακουχίες στον ελλαδικό χώρο. Από την άλλη, η «Ανταλλάξιμη Περιουσία» που θα έπρεπε -με βάση τη διεθνή Συνθήκη της Ανταλλαγής των  πληθυσμών- να μοιραστεί στους πρόσφυγες, αποτέλεσε -έως και σήμερα- σημείο της μεγαλύτερης οικονομικής κατάχρησης στη μετά το ‘22 Ελλάδα. Ακόμα και στην Κρήτη, όπου τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα ήταν αμβλυμένα λόγω του φιλοβενιζελισμού των προσφύγων, οι ντόπιοι κατάφεραν προς όφελός τους να ακυρώσουν σε μεγάλο βαθμό την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων.[1]

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι ίδιες οι Επιτροπές που ήταν επιφορτισμένες με την αποκατάσταση των προσφύγων, συγκάλυπταν τις καταπατήσεις από γηγενείς των ακινήτων που έπρεπε να αποδοθούν σε πρόσφυγες.[2] Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των συγκρούσεων στο Κιούπκιοϊ, όπου καταγγέλθηκε ότι ρόλο στα γεγονότα εις βάρος των προσφύγων είχε ο διευθυντής του Εποικιστικού Γραφείου Μακεδονίας που ήταν «αξιωματικός του Γκέρλιτζ», που σήμαινε ακραίος μοναρχικός.[3] Μετά τις εκλογές του 1928 και τη συντριπτική νίκη του Βενιζέλου θα υπάρξουν συγκρούσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα.[4]

Από το 1928, με την ψήφιση του Ιδιώνυμου, αλλάζει η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης κατά των Ποντίων που είχαν εγκλωβιστεί στη Σοβιετική Ένωση και συμπεριλαμβάνονταν στη συμφωνία Ανταλλαγής Πληθυσμών και Περιουσιών του 1923. Θέλοντας να σταματήσει την αποστολή στην Ελλάδα μέσω των προσφύγων, εκπαιδευμένων στελεχών για την επάνδρωση του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφασίζει την απαγόρευση την χορήγησης αδειών καθόδου σε ομογενείς. Παράλληλα, όλος ο πληθυσμός θεωρείται ύποπτος. Η άποψη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είναι ότι: «…η υπό του Υπουργείου τούτου ανέκαθεν χαραχθείσα τακτική επί του ζητήματος της καθόδου των Ελλήνων της Ρωσίας, συνίστατο εις την καθιέρωσιν στενών περιορισμών και την επιβολήν αυστηροτάτου ελέγχου εις τας εκ Ρωσσίας προελεύσεις, μέτρων υπαγορευθέντων… και εκ λόγων δημοσίας ασφαλείας, εφ’ όσον επανειλημμένως διεπιστώθη ότι οι επί μακρόν υπό τον μπολσεβικικόν ζυγόν ζήσαντες και εις Ελλάδαν κατερχόμενοι ρέπουσι μοιραίως προς τον κομμουνισμόν». [5]

Οι συνέπειες για τον προσφυγικό πληθυσμό που παρέμενε στη Σοβιετική Ένωση ήταν τραγικές, γιατί βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σ’ ένα τόπο διάβασης, στον οποίο δεν ήθελε να παραμείνει μόνιμα, ούτε και να ενταχθεί, και στον τελικό του προορισμό, στον οποίο όμως δεν μπορούσε να φτάσει αποκλεισμένος από την ίδια του την εθνική κυβέρνηση, η οποία είχε υπογράψει «αντ’ αυτού» τη Συνθήκη της Λωζάννης.[6] Στη συνέχεια με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα ολοκληρωθούν την εποχή της χούντας θα αποστερηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης από την Ανταλλάξιμη Περιουσία.

Κομβικό σημείο για τη σχέση των προσφύγων με το ελλαδικό πολιτικό σύστημα θα είναι η υπογραφή της “Ελληνοτουρκικής συνθήκης φιλίας, ουδετερότητος και διαιτησίας” από τους Βενιζέλο και Κεμάλ. Ο μεσολαβητής γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι. Ο Ελ. Βενιζέλος θα υπογράψει το 1930 την “Συνθήκη” παρά την έντονη αντίδραση των προσφύγων, τους οποίους απείλησε με διώξεις, με το γνωστό Ιδιώνυμο. Δηλαδή, με την κατηγορία του εχθρού του κράτους. Το Ιδιώνυμο είχε ψηφιστεί για να κατασταλεί η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος.  Η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε στην υπογραφή της Συνθήκης επειδή είχε γίνει αποδεκτή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να δημιουργηθεί ένας άξονας Ρώμης-Αθήνας-Άγκυρας και ένα σύστημα τριμερούς συνεργασίας και θα είχε ως βάση ένα σύνολο διμερών συμφωνιών.[7]

Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού οράματος υπήρξε η ελληνοτουρκική Συνθήκη  της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος, αφού πρώτα εξισώνονταν με τις μουσουλμανικές περιουσίες που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι στην Ελλάδα.[8] Μέχρι τότε -όσον αφορά το διεθνές δίκαιο- οι περιουσίες των «ανταλλαχθέντων» παρέμεναν υπό την ιδιοκτησία των κατόχων τους, μόνο που τα δύο κράτη είχαν αποφασίσει να είναι διαχειριστές των περιουσιών αυτών.

Η συμφωνία του ‘30, μαζί με την υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης, εγκαινίασαν μια νέα εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”.[9] Εφεξής, ο φιλοκεμαλισμός θα ήταν το κοινό συναίσθημα που θα μοιράζονταν οι άνθρωποι της συμπολίτευσης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον ακραίας εκδοχής της. Από το σημείο εκείνο και πέρα, οι πρόσφυγες, φιλοβενιζελικοί στην πλειονότητά τους, θα πορεύονται μόνοι τους σ’ έναν άξενο τόπο. Η ελληνο-τουρκική συνθήκη του ’30 θα είναι η πρώτη σημαντική σύγκρουση των προσφύγων με τον βενιζελισμό. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που θα αρχίσει η μεταστροφή προς τα αριστερά σημαντικού τμήματος του προσφυγικού πληθυσμού.

Οι πρόσφυγες βιώνουν έντονα την πολιτική του κράτους. Ο Παναγιώτης Φωτιάδης, πρόσφυγας θεατρικός συγγραφέας που κατοικούσε σ’ ένα χωριό του Κιλκίς γράφει το 1928: «Όλοι κλέβουν και θα κλέβουν το δημόσιο και τους ιδιώτες, τόσο καιρό όσο ο κουτός αυτός λαός, που φταίει για όλα, δεν ξυπνάει μια μέρα και δεν καταλάβει τις υποχρεώσεις που έχει και τα δικαιώματά του, και δεν γίνεται όργανο στα χέρια αυτών των κυρίων που μας διοικούν.»[10]

Η πολιτική του ελληνικού κράτους θα αποσκοπεί πλέον στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων. Η ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής θα είναι μια απαγορευμένη ιστορία μέχρι τη δεκαετία του ’80. Θα απαγορευτεί ακόμα και η αναφορά στον όρο «πρόσφυγες». Οι πρόσφυγες για το ελληνικό κράτος θα χαρακτηρίζονται «μετανάστες» με κύρια πηγή του αντιπροσφυγικού συναισθήματος το Παλάτι. Χαρακτηριστική ήταν η αρνητική αντίδραση του Βασιλιά Γεωργίου του Β’, όταν το Νοέμβριο του 1923 του πρότεινε ο πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Χ. Μοργκεντάου, να επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων. Το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η άρνησή του ήταν ότι αυτό θα έκανε πολύ κακή εντύπωση και θα ενοχλούσε τους φιλομοναρχικούς πολίτες.[11]

H καταστολή από το μοναρχικό κράτος ή «Ο Λαός ασθενεί» (Γ. Βλάχος)

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κινημα του ’35, οι πρόσφυγες, που θα συνταχθούν με τους πραξικοπηματίες ως βενιζελικοί, θα βρεθούν κι αυτοί στο στόχαστρο της μοναρχικής, και αργότερα μεταξικής, τρομοκρατίας.[12] Στα εγκλητήρια με τα οποία οι βενιζελικοί παραπέφθηκαν για εσχάτη προδοσία αναγραφόταν ως κατηγορία ότι «εξόπλισαν Έλληνες πολίτες και πρόσφυγες…». Ήταν χαρακτηριστική η άρνηση αποδοχής των προσφύγων ως «Ελλήνων πολιτών» δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.[13] Στη συνέχεια, σκληρή θα είναι η αντιπροσφυγική υστερία που θα καταλάβει τον κυβερνητικό Τύπο. Κηρύγματα φανατισμού και ρατσισμού προς τους «αυτόχθονες» κατά των προσφύγων γεμίζουν τις σελίδες των φιλομοναρχικών εφημερίδων. Οι πρόσφυγες αποκαλούνται «λεφούσι» και «Τούρκοι»: «Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους ‘αμύνης’ κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις» στις 6 Φεβρουαρίου του 1936. Οι επιθέσεις κατά των προσφύγων ήταν συνεχείς. Την ίδια χρονιά συνέβησαν επιθέσεις και εμπρησμοί κατά των προσφυγικών παραπηγμάτων στο Βόλο.[14]

Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά θα αποτυπωθεί και συμβολικά το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ.[15] Τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα του Ι. Μεταξά θα είναι τόσο έντονα ώστε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του θα απαγορεύσει το ρεμπέτικο και τις μελωδίες της Ανατολής, έχοντας τη συναίνεση του τότε πνευματικού κόσμου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικής τοποθέτησης.[16] Τα μεγάλα θύματα της λογοκρισίας του Μεταξά, ήταν η Σμυρνέϊκη (του Πειραιά) Κομπανία που έδρευε στον Πειραιά, καθώς και οι βυζαντινοί μουσικοί τρόποι, τους οποίους οι «γηγενείς» Αθηναίοι ονόμαζαν Τουρκομερίτικους.[17]

(Στη φωτογραφία ο Μεταξάς με ιδιόχειρη αφιέρωσή του στην τουρκική εφημερίδα Aksam)

Η δεκαετία του ’40 θα είναι μια δεκαετία πλήρους ανατροπής των ισορροπιών. Η κύρια αντίθεση μεταξύ προσφύγων και γηγενών θα αντικαταστασταθεί από τη σύγκρουση δεξιάς–αριστεράς. Οι κοινότητες των προσφύγων, που μέχρι τότε ήταν κατά κύριο λόγο βενιζελικές με κάποιες εντάξεις στην Αριστερά,  θα διχαστούν. Στα νέα πολιτικά σχήματα θα συναντήσουν τους παλαιούς τους γηγενείς αντιπάλους και θα δομήσουν νέες ταυτότητες που θα συμπληρώνουν τις παλιές.

Στην επίσημη κρατική ελληνική ιδεολογία, τα ιστορικά γεγονότα της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποσιωπούνται. Επιδιώκεται συστηματικά η εξαφάνιση του παράγοντα «ελληνισμός της Ανατολής» και η εξάλειψη της ιστορικής του μνήμης. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του ’19-’22 θα αντιμετώπιζεται αποκλειστικά ως «αγώνας για την απελευθέρωση του τουρκικού εδάφους από τη συμμαχική κατάληψη».[18] Η πλέον ξεκάθαρη τοποθέτηση της συντηρητικής παράταξης για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα, ακριβώς όμοια μ’ αυτή του ΚΚΕ, θα γίνει από τον Ευ. Αβέρωφ το 1957 από το επίσημο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ όπου δήλωσε ότι ο μικρασιατικός πόλεμος ήταν «κατακτητικός πόλεμος… αλλά βεβαίως δεν ήτο ελληνικός πόλεμος» και ότι «η Τουρκία απάντησε με μίαν υπερηφάνειαν και μίαν γενναιότητα, η οποία της έδωσε την εθνικήν της ανεξαρτησίαν».[19]

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ιστορικής  μνήμης, όπως και η έρευνα επί των ιστορικών γεγονότων, θα αφορούν τις κλειστές ομάδες των προσφύγων. Ο πρώτος ιστορικός που προσπάθησε να μελετήσει τα αρχεία για εκείνα  τα πολιτικά γεγονότα, που αφορούσαν τις γενοκτονίες των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία, ήταν ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπισή του από τις ελληνικές αρχές, όταν προσπάθησε να μελετήσει τα γερμανοαυστριακά αρχεία που αφορούσαν την περίοδο 1908-1918. Ο ίδιος περιγράφει ως εξής την εμπειρία του: «Όταν το 1958-59 καθώς πραγματοποιούσα την έρευνα στα επίσημα αυστριακά αρχεία που μόλις είχαν παραδοθεί στους ερευνητές και είχα συναντήσει πλήθος εγγράφων που αφορούσαν τις βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κουρτ Βαλτχάιμ και αργότερα γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και πρόεδρος της Αυστρίας με ενημέρωσε ότι δύο επιφανείς Ελληνες πολιτικοί, με παρέμβασή τους, ζητούσαν την απαγόρευση της έρευνας. Αυτοί, το αποκαλύπτω τώρα, ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Το σκεπτικό ήταν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.»[20]

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση του ιδιαίτερου πολιτισμού των προσφύγων δεν θα έχουν την επιδοκιμασία της νεοελληνικής διανόησης. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που ανέκυψε για τις προσπάθειες ανάπτυξης μιας ποντιακής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Σε άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα ο Κ. Θ.  Δημαράς αναπαράγει την εχθρική άποψη για τις διαλέκτους που είχαν οι δημοτικιστές και είχε διατυπώσει ήδη με σαφήνεια ο Τριανταφυλλίδης κατά την αναζήτηση της νέας «τεχνικής» νεοελληνικής γλώσσας. Ο Δημαράς θεωρεί ότι η ιδιωματική λογοτεχνία ήταν εκτός από βλαβερή κι επικίνδυνη γιατί «διασπά την πολιτισμική συνοχή των Ελλήνων». Αντίθετα ο Νίκος Ανδριώτης ενθάρρυνε τις προσπάθειες των Ποντίων. Η άποψη του Δημαρά προκάλεσε  την αντίδραση των Ποντίων διανοουμένων μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Χρονικά του Πόντου.[21]

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτησή τους:  «Αν όμως οι ανάγκες μια κοινής εθνικής γλώσσας έχουν το αποτέλεσμα που είδαμε, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή εθνικό συμφέρον να σβήσουν τα ιδιώματα, που μέσα τους έχει εκφραστεί η ιδιοτυπία μιας μερίδας του λαού.  …έτσι θα θέλαμε, πλάι στην κοινή ελληνική γλώσσα που κάμαμε δική μας, να διατηρήσομε, σε περιορισμένη πια  χρήση και το αγαπημένο μας ιδίωμα, πολύτιμη ιστορική κληρονομιά.»[22]

Το αποκαλυπτικότερο γεγονός που αναδεικνύει τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που αφορούσαν την ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής από την πλευρά του κράτους είναι η μεταχείριση της ταινίας «1922» του Νίκου Κούνδουρου. Βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες και κυρίως στο βιβλίο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, γυρίστηκε το 1977-1978 με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η εφημερίδα Hurriyet είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. Το υπουργείο Προεδρίας φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ. Η λαθραία κόπια στάλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε! Λίγο αργότερα, με παρέμβαση του Μικρασιάτη, τότε υπουργού, Γιάννη Καψή έλαβε τέλος η ομηρία της ταινίας και το ΕΚΚ την παρέδωσε στον Νίκο Κούνδουρο.[23]

Η αντιμετώπιση των Ελλήνων της ΕΣΣΔ

Ένα μεγάλο ζήτημα που άπτεται της συμπεριφοράς του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ, ήταν η αποστέρηση των δικαιωμάτων αποζημίωσης με την Ανταλλάξιμη Περιουσία. Ενώ ήδη από το 1928 είχε απαγορεύσει την κάθοδό τους στην Ελλάδα, στη συνέχεια μεθόδευσε την απαλλοτρίωση του δικαιώματος αποκατάστασης που προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Με το 330/1960 Βασιλικό Διάταγμα του 1960, απαγορεύτηκε η αποκατάσταση όσων προσφύγων έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1934.

Μετα το 1989 εμφανίστηκε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών και προσφύγων από την ΕΣΣΔ το οποίο θα διογκωθεί μετά την κατάρρευσή της. Η κρατική πολιτική αποκατάστασης των «παλιννοστούντων ομογενών» που θα εκπονηθεί,  θα θεωρηθεί ανεπαρκής και προβληματική.[24] Το συναίσθημα που επικρατεί αποτυπώνεται στον εξής τίτλο μιας ποντιακής εφημερίδας: «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες».[25] Η έλλειψη ευαισθησίας και κατά συνέπεια αντανακλαστικών  θα φανεί στην περίπτωση του πολέμου στην Αμπχαζία 1992-1993. Μόνο ένα χρόνο μετά την κήρυξη του πολέμου και μετά πολλές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις ποντιακών συλλόγων στην Αθήνα, η κυβέρνηση θα αποφασίσει να οργανώσει την επιχείρηση απεγκλωβισμού των Ελλήνων από το εμπόλεμο Σοχούμι της Αμπχαζίας, το οποίο βρισκόταν τότε υπό γεωργιανή κυριαρχία περικυκλωμένο από αμπχαζικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η αδιαφορία υπήρξε διακομματική συμπεριφορά, απόρροια του συναισθήματος ότι το πρόβλημα αυτό δεν ήταν «δικό τους».

Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπιση ενός αιτήματος μιας διεθνούς αποστολής στην Αμπχαζία η οποία διαπίστωσε τις τραγικές συνθήκες. Στο έγγραφό του ο Μ. Τζέλιος, γενικός γραμματέας της International Federation for the Protection of the Rights of Ethnic Religious, Linguistic and other Minorities αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μαζί με τον υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών Ν. Μυστακόπουλο, ελληνικής καταγωγής, επισκεφτήκαμε την Κωσταντίνοφκα, ένα από τα ελληνικά χωριά κοντά στο Σοχούμι. Έξω από το κατεστραμμένο σχολείο μας περίμεναν καμιά τριανταριά άτομα, άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα πρόωπα όλων των ηλικιών. Ότι γλύτωσε απ’ τον πόλεμο το αποτέλειωσαν οι ληστρικές ομάδες που περιφέρονται και λυμαίνονται τηνπεριοχή, καταληστεύουν τα σπιτια και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Αποτέλεσμα της τρομοκρατίας είναι να ερημώσουν τα χωριά που κάποτε ευημερούσαν. Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και άλλοι διεσκορπίστηκαν στα ενδότερα της Ρωσίας. Σε μια από τις επιδρομές στην Κωσταντίνοφακα σκοτώθηκαν δεκατέσσερα άτομα….Όλοι τους ήταν  τρομαγμένοι, απελπισμένοι. Έμειναν σχεδόν με τα ρούχα που φορούσαν. Η πίκρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους από την εγκατάλειψη των συμπατριωτών μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κανένα ενδιαφέρον, καμιά βοήθεια, καμιά συμπαράσταση από τους πολυάριθμους φιλανθρωπικούς οργανισμούς και αδελφότητες….» Το κείμενο που στάλθηκε προσωπικά προς τον «υφυπουργό εξωτερικών» τελείωνε με την έκκληση: «Τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδας στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στη βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας».[26] Καμιά συνδρομή δεν θα δοθεί στους Έλληνες που παρέμειναν στην ταραγμένη εκείνη περιοχή του Καυκάσου. Το αίτημα αυτό θα υποβαθμιστεί και θα  παραγνωριστεί από τους πολιτικούς συμβούλους και τη γραφειοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών.[27]

Με το πνεύμα αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν το μεγάλο ζήτημα της νέας ελληνικής προσφυγιάς που προέκυψε απ’ την την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2000 το ζήτημα των «παλιννοστούντων» ομογενών θα μπει στο στόχαστρο της κομματικής αντιδικίας. Στην πλειονότητά τους οι μετανάστες και πρόσφυγες ομογενείς θα στοχοποιηθούν ως «ελληνοποιημένοι μη Έλληνες».[28] Επίσης και στα ζητήματα που άπτονται των ζητημάτων της γενοκτονίας και της προβολής  της, η ελληνική κυβέρνηση θα είναι πλέον εξαιρετικά επιφυλακτική έως και αρνητική.[29]


[1] Το Νοέμβριο του 1936 ο Διευθυντής της Τοπογραφικής Υπηρεσίας σε αναφορές του προς το Γενικό Γραμματέα επί των οριστικών διανομών Κρήτης επισημαίνει ότι: «…επιτήδειοι και ξένοι προς την αγροτικήν αποκατάστασιν δια μυρίων τρόπων αποξενούσι τους πραγματικούς κληρούχους των κλήρων αυτών και υποκαθίστανται εις τα δικαιώματά των» και ότι: «αι αυθαιρεσίαι… ανέτρεψαν άρδην την έννοιαν της Αγροτικής Αποκαταστάσεως των εν Κρήτη προσφύγων». Νίκος Ανδριώτης, «Χριστιανοί (γηγενείς-πρόσφυγες) και Μουσουλμάνοι. Πληθυσμιακή κινητικότητα στην Κρήτη (τέλη 19ου-αρχές 20ου αιώνα), παρατίθεται στο «Προσφυγικό ζήτημα και διπλωματία», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελ. Βενιζέλος, Χανιά, 2008, σελ. 75.

[2] Παρασκευάς Συργιανόγλου, «Εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στο Ρέθυμνο», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, ό,π,, σελ. 93.

[3] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924

[4] Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Stilborn republic: Social coalitions and party strategies in Greece, 1922-1936, εκδ.  University of California Press, Μπέρκλεϊ, 1983, σελ. 205.

[5] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 140.

[6] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 101, 160.

[7] Γρηγόρης Δαφνής, ό.π., τόμ 2, σελ. 10.

[8] Υπολογίστηκε ότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν δεκαπλάσιες των σντίστοιχων μουσουλμανικών που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα.  (Γιώργος Λαμψίδης, Οι πρόσφυγες του 1922, Αθήνα, έκδ. Ελληνική Φωνή, Αθήνα, 1982, σελ. 59.)

[9] http://nobelprize.org/nomination/peace/nomination.php?action=show&showid=2046

[10] «Όλοι κλέβουν», περ. Ποντιακά, τεύχ. 18, Απρίλιος 2009, σελ. 15. Ο Π. Φωτιάδης έστελνε τα κείμενά του για δημοσίευση στα ελληνικά έντυπα της Νότιας Ρωσίας με την υπογραφή «Μαρκήσιος».

[11] Πάνος Καϊσίδης, « Ο Γεώργιος Β’ και οι πρόσφυγες», περ. Ποντιακά, τεύχ. 5, Μάρτιος 2008, σελ. 8-10.

[12] Γρηγόριος Δαφνής, ό.π., τόμ, 2, σελ. 183.  Η αντιβενιζελική υστερία θα εμπεριέχει την αντιπροσφυγική στάση και την επίκληση να επιβληθεί δικτατορία:  «…Το εγράψαμεν προ δύο ετών, μετά τας εκλογάς και μετά την 6ην Μαρτίου. Το εγράψαμεν μετά την 6ην Ιουνίου και την απόπειραν. Το εγράψαμεν μετά το κίνημα (του ’35) και μετά την καταστολήν του: Δικτατορίαν… Δικτατορίαν» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 23 Μαρτίου 1935). Επίσης: «…Δεν χωρεί συζήτησις περί του αν είναι καλόν ή κακόν να κόψει κανείς τον πόδα. Τον κόπτει άμα είναι ανάγκη, άμα έχει γάγγραιναν… Ο Λαός λοιπόν ασθενεί. Έχει Βενιζελισμόν, έχει γάγγραιναν. Πρέπει να εισαχθεί εις Νοσοκομείον, το οποίο θα λέγεται Δικτατορία… και εκεί να υποστεί εγχείρησιν σοβαράν: Ακρωτηριασμόν των Ελευθεριών του…» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 27 Μαρτίου 1935).

[13] Άννα Κελεσίδου Γαλανού, Η ιστορία ενός πρόσφυγα επαναστάτη, εκδ. Οργανισμός Διάδοσης Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα, 1977, σελ 83.

[14] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.

[15] Στο πρωτοσέλιδο, όπου εκτός από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά συλλυπητήρια του Ι. Μεταξά, περιέχεται και μια ιδιαιτέρως κολακευτική βιογραφία του Ισμέτ Ινονού, ανακοινώνεται η επικείμενη μετονομασία της οδού. («Το πένθος δια τον θάνατον του Κεμάλ Ατατούρκ. Εκδηλώσεις ελληνικής θλίψεως», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938.)

[16] Βίκυ Χαρισοπούλου, «Παρουσίαση του βιβλίου του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη», εφημ. Τα Νέα, 26-7-1999. Ενώ είναι γνωστό ότι το μεταξικό καθεστώς επέβαλε αυστηρότατη λογοκρισία στο ρεμπέτικο τραγούδι, είναι τελείως άγνωστο ότι ο Μεταξάς είχε συμπαραστάτες σε αυτή την πολιτική το σύνολο του τότε πνευματικού κόσμου. («Το ρεμπέτικο στη δεκαετία του 1930 και ο Μεταξάς μέσα από τις γραπτές συγχρονικές πηγές» στο Κώστας Βλησίδης, Όψεις του Ρεμπέτικου, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004). Την ίδια άποψη εκφράζει και ο  Στάθης Δαμιανάκος στο Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, εκδ. Πλέθρον Αθήνα, 1987, σελ. 165.

[17] Σημαντικές πληροφορίες για το κλίμα της εποχής και το πώς το εισέπραξαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και μουσικοί στο Γιώργος Παπάζογλου, Tα χαΐρια μας εδώ. ‘Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Αγγέλα Παπάζογλου, εκδ. Eπτάλοφος, Αθήνα, 2003.

[18] «Η σταδιοδρομία του Ισμέτ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938

[19] Χρ. Τζιτζιλώνη, «70 χρόνια μετά τη Μικράσιατική Καταστροφή. Ο χαρακτήρας της εκστρατεία», στο Θέματα ελληνικής ιστορίας. Μαρξιστική προσέγγιση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 178.

[20] Η μαρτυρία αυτή του Ενεπεκίδη κατατέθηκε δημόσια, κατά την παρουσίαση του περιοδικού  «Ε-Ιστορικά», που πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», στην Καλλιθέα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν η «Ελευθεροτυπία» και η Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδας (Ανταπόκριση Γιώργου Κιούση, Ελευθεροτυπία, Νοέμβριος 2002).

[21] «Η λογοτεχνία των Ποντίων μετά το 1922», περ. Ποντιακά, τεύχ. 2, Δεκέμβριος 2007.

[22] «Τι επιζητούμε», περ. Χρονικά του Πόντου, μηνιαίο λαογραφικό περιοδικό,  τεύχ. 21-22,  Αθήνα, 1954,  σελ. 22.

[23] Βλάσης Αγτζίδης, «Μικρά Ασία και αμφισβήτηση της Ιστορίας, εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 16-9-2001.

[24] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής επί του νέου προσφυγικού ζητήματος στο: Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά, ό.π., σελ. 589-680.

[25] «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες», εφημ. Ποντιακά Νέα, πρωτοσέλιδο, αριθ. 365, 31 Δεκεμβρίου 2000. Επίσης στηλιτεύεται η αστυνομική βία που ασκείται στους νεοπρόσφυγες: Ελ. Παναγιωτίδου-Ελ. Παπαδοπούλου, «Απ΄ το Μενίδι στα δικαστήρια», πρωτοσέλιδο, εφημ. Τεμέτερον, τεύχ. 1, Σεπτέμβριος 1996.

[26] Υπουργείο Εξωτερικων, πολιτικό γραφείο υφυπουργού, αρ.πρ. 60/ 23-2-1994

[27] Έτσι θα απορριφθεί και το αίτημα που κατατέθηκε λίγο αργότερα στον ίδιο υφυπουργό -ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου-  για την πραγματοποίηση μιας έκδοσης, κατά τον  τύπο της έκδοσης για τους Έλληνες Εβραίους, από το Αρχείο του υπ. Εξωτερικών με τα διπλωματικά έγγραφα που αφορούσαν τον ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας τον 19ο και 20ο αιώνα. Συμπεριφορές τέτοιες είναι απόρροια της γενικότερης νοοτροπίας και των κριτηρίων αξιολόγησης που διαθέτει το σώμα των υπηρεσιακών και πολιτικών συμβούλων.

[28] Ειδικά ο συντηρητικός χώρος κράτησε ανοιχτά αρνητική και ξενόφοβη στάση. Αποκορύφωμα υπήρξε η φιλολογία για τις «ελληνοποιήσεις». Το σύνολο των παλιννοστούντων για τη Νέα Δημοκρατία και την ακροδεξιά χαρακτηρίστηκε ως «ελληνοποιημένο», αποτελούμενο από «Αμπχάζιους, Τσετσένους κ.λπ.» Τη διαφθορά και τις υπαρκτές παρανομίες των ελληνικών διπλωματικών αρχών  τις πρόβαλε ομαδικά και ρατσιστικά στους «παλιννοστούντες» ομογενείς. (Φ. Kαλλιαγκόπουλου – Ν. Τσιούτσια, «Kαραμανλής: 96.162 ψήφοι ήλθαν από το… πουθενά», εφημ. Καθημερινή, 28 Φεβρουαρίου, 2001.) Τεκμηριωμένη απάντηση δόθηκε στο: Γρ. Νιώτης, «΄΄Ελληνοποιήσεις»: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2001, σ. 50-51.

[29] Κωσταντίνος Φωτιάδης, «Η άρνηση της έκδοσης των ντοκουμέντων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το ελληνικό Κοινοβούλιο», εφημ. Πόντος, τεύχ. 61, Απρίλιος 2008, σελ. 12-13.

Advertisements

26 Σχόλια

  1. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

    —————————————————-

    «Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα (1821-1930)»

    http://www.zonafos.net/sel_115_172.pdf

    —————————————————–

    ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
    ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1821-1930)

    http://www.venetokleio.gr/school/userFiles/path/%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A6%CE%A5%CE%93%CE%95%CE%A3_2013_%CE%A3%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%99%CE%A9%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3.pdf
    —————————————————

    «Ένταξη Μικρασιατών προσφύγων στο νομό Ιωαννίνων»

    http://estia.hua.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/172/1/Ptychiaki23.pdf

    ——————————————————
    Βουλή των Ελλήνων, «1923-1998, 75 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης»

    http://www.cpolitan.gr/wp-content/uploads/2010/07/%CE%92%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%97-98-%CE%95%CE%9B%CE%9B%CE%97%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%91.pdf

    ——————————————————–

    ΒΕΡΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ (Ε΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

    Κύριε Υφυπουργέ, η ανταλλάξιμη περιουσία είναι περιουσία των προσφύγων του 1922. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν είστε και τόσο ενημερωμένος για το πώς ξεκίνησε και το πού έχει φθάσει. Βέβαια μου λέτε το τελευταίο σημείο της όλης ιστορίας, ότι διαλύθηκε το 1998 το Τ.ΑΠ.Α.Π. με το τάδε προεδρικό διάταγμα. Το Τ.ΑΠ.Α.Π. ήταν το ταμείο που διαχειριζόταν τα χρήματα. Πρέπει να σας πω ότι τώρα μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, μία τεράστια περιουσία που το 1922 είχε εκτιμηθεί από την τότε Διεθνή Επιτροπή Εκτίμησης γύρω στα 100.000.000.000 δραχμές για τις ελληνικές περιουσίες και 10.000.000.000 για τις τούρκικες περιουσίες. Είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι δεν απέδωσαν τίποτα με τη γνωστή συμφωνία του 1930 μεταξύ Ατατούρκ και Βενιζέλου. Πέρα απ’ αυτό όμως, δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση και να πληρώσουν τελικά πάλι το «μάρμαρο» αυτής της υπόθεσης της μικρασιατικής καταστροφής οι ίδιοι οι πρόσφυγες.

    Πρέπει να σας πω ότι μιλάμε για χρήματα που το 1998 ξεπερνούσαν τα 150.000.000.000 δραχμές και δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει ακριβώς τον αριθμό των κτημάτων, πόσα ήταν τα αστικά, πόσα ήταν τα αγροτικά, αλλά μιλάμε για εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα αστικά και αγροτικά κτήματα.

    Από το 1923 μέχρι τουλάχιστον το 1998 οι διαχειριστές του συγκεκριμένου ταμείου, εκτός από την Επιτροπή Αποκατάστασης, στη συνέχεια ήταν η Εθνική Τράπεζα, η 12η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, η 18η του Υπουργείου Οικονομικών, η 10η και τώρα μου μιλάτε για μία καινούργια. Το Υπουργείο Οικονομικών είναι επί της ουσίας. Το Υπουργείο Οικονομικών όμως δεν μπορεί να διαχειρίζεται και να έχει οικειοποιηθεί τα χρήματα των προσφύγων. Υπήρχε ένα πολύ μεγάλο κίνημα προσφυγικών συλλόγων, προσφυγικών δήμων και άλλων φορέων σε κάθε περιοχή που διεκδικούσε και έπαιρνε για ανάπλαση προσφυγικών τετραγώνων. Αυτό σημαίνει αποκατάσταση προσφύγων. Παλεύαμε για να σβηστούν τα χρέη και υπήρχαν και μία σειρά από άλλα ζητήματα που ο κάθε φορέας από τη δική του πλευρά πάλευε.

    Πρέπει να σας πω ότι έχω προσωπική εμπειρία με τους δώδεκα προσφυγικούς συλλόγους στη Νίκαια. Ξέρετε ότι είναι ο μεγαλύτερος προσφυγικός δήμος. Έχουμε αναπλάσει ένα προσφυγικό τετράγωνο με πενήντα έξι οικίες και στο σχεδιασμό όχι μόνο του Δήμου της Νίκαιας αλλά και των υπολοίπων δήμων είναι να αξιοποιήσουν αυτά τα χρήματα που δεν είναι του Υπουργείου, αλλά είναι ιδιωτική περιουσία των προσφύγων. Δεν μπορεί, λοιπόν, να μένει έτσι η κατάσταση.

    Απ’ ό,τι μου λέτε, υπάρχει ακόμα ανταλλάξιμη περιουσία. Μέχρι τώρα και οι επιχορηγήσεις και η απόδοση ορισμένων κτημάτων γίνονταν ρουσφετολογικά είτε από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, είτε από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όλα αυτά τα χρόνια. Το έχουμε ζήσει μέσα από την Αυτοδιοίκηση και από τους προσφυγικούς συλλόγους με κάθε λεπτομέρεια. Μου λέτε τώρα ότι επιχορηγήθηκαν για παράδειγμα με μηδαμινά ποσά σίγουρα από το 2003 μέχρι το 2007 εκατόν τριάντα επτά σύλλογοι…

    http://www.hellenicparliament.gr/Praktika/Synedriaseis-Olomeleias?sessionRecord=b564adfd-8d40-4781-b10d-1085b959994a

    ————————————————————-

  2. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  3. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  4. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ’22… […]

  5. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  6. […] Κράτος και πρόσφυγες του ’22… […]

  7. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η υποδοχή των Τούρκων «ανταλλάξιμων» του 1922
    …και η τουρκική διαχείριση των περιουσιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας.

    Από το βιβλίο της Τουρκάλας συγγραφέως Pervin Erbil, «Η Νιόβη θρηνούσε για τη Μικρά Ασία», Μετάφραση: Λιάνας Μυστακίδου, Εκδόσεις Τσουκάτου, Αθήνα 2003.

    Σύμφωνα με τις δηλώσεις στη βουλή του Μουσταφά Νετζατί, που χρημάτισε υπουργός Ανοικοδόμησης και Στέγασης πριν και αμέσως μετά την Ανταλλαγή, «μόνο τα 20.000-25.000 σπίτια από τα 100.000 εγκαταλελειμμένα βρίσκονται στα χέρια της κυβέρνησης». Δηλαδή το 80% των σπιτιών δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η ίδια κατάσταση ισχύει και για τα υπόλοιπα κινητά και ακίνητα αγαθά των Ελλήνων. Ένα μεγάλο μέρος τους δεν βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η έκθεση περιορισμένων στοιχείων από τις επίσημες αρχές για όλα όσα απέμειναν επιβεβαιώνει τη σκέψη μας.

    Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το 80% των κινητών και ακινήτων δεν ελέγχονταν από την κυβέρνηση δεν σημαίνει ότι αγνοούνταν και η τύχη τους. Από τα εγκαταλελειμμένα περιουσιακά στοιχεία που ήταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης το 20% πέρασε στην κατοχή ορισμένων επίλεκτων πολιτικών, ένα άλλο μέρος τους διανεμήθηκε σε ευνοούμενους δημοσίους υπαλλήλους και αξιωματικούς, σε άστεγους θύματα του πολέμου και στους πρόσφυγες που ήρθαν στην Τουρκία από την Ελλάδα με την Ανταλλαγή. Όπως λέει και ο Γιασάρ Κεμάλ, ορισμένα χωράφια, σπίτια, πανδοχεία, χαμάμ, τσιφλίκια και σεράι είτε πουλήθηκαν στα κρυφά είτε δωρίστηκαν σε ανθρώπους που δεν γνώρισαν το πρόσωπο του πολέμου. Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν ότι ένα σημαντικό μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων υπέστη σοβαρή καταστροφή.

    Η ομολογία του Ρεφέτ Τζανίτεζ για τα ελληνικά χωριά της Μαύρης Θάλασσας, ότι «σε αντάλλαγμα πεντακοσίων και πλέον χωριών δεν βρήκαμε, όχι πέντε χωριά, αλλά ούτε πέντε σπίτια», φανερώνει ότι συνέβη πολύ μεγάλη καταστροφή. Καταστροφές δεν συνέβησαν μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, που περιλαμβάνει τις πόλεις Όρντου, Γκίρεσουν, Αμάσεια, Τοκάτη, αλλά σε όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες. Για παράδειγμα, ο Κεμάλ Αρί αναφέρει: «Ακόμα και στην Άγκυρα, που ο κυβερνητικός έλεγχος έπρεπε να είναι εντονότερος, καταστράφηκαν σπίτια, αμπελώνες, χωράφια και οπωροφόρα δένδρα»

    Βασικοί υπεύθυνοι των καταστροφών κυρίως των ακινήτων δεν είναι μόνο εκείνοι που διακατέχονταν από επιθετικές διαθέσεις. Η καταστροφή κτηρίων, αγρών, αμπελώνων κ. ά. σε ορισμένες περιοχές οφείλεται και στην αδιαφορία. Δεν δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός να αναλάβει εξ ονόματος της κοινωνίας όλα αυτά τα αγαθά που εγκαταλείφθηκαν και να δημιουργήσει το κατάλληλο εργατικό δυναμικό για την προστασία και τη διάσωσή τους. Έτσι, υπήρχαν περιπτώσεις που εξαιτίας της αδιαφορίας καταστράφηκαν πολλά εγκαταλελειμμένα περιουσιακά. Στη Δυτική Μικρά Ασία, στον Μαρμαρά, από ανεύθυνες επιθέσεις υπέστησαν μεγάλες καταστροφές καλλιεργήσιμα χωράφια, αμπελώνες, λαχανόκηποι, ελαιώνες, συκεώνες και κτήρια, μεταξύ των οποίων υπήρχαν σπίτια, ιεροί ναοί, και σχολεία. Για παράδειγμα, κατατρυπήθηκαν οι εκκλησίες και τα σπίτια για την ανεύρεση χρυσού. Τα κτήρια στο Καράκιοϊ της Μούγλα που δεν τα άγγιξε ο σεισμός που ισοπέδωσε το Φέτχιγε γκρεμίστηκαν από επιθέσεις που οργάνωναν με πυροβόλα και με όπλα οι νέοι της περιοχής για να διασκεδάσουν.

    Σε άλλες περιπτώσεις, η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων αφέθηκε εκτεθειμένη σε μια ευρύτατη λεηλασία των κατοίκων των γύρω περιοχών. Η λεηλασία ή «παλούτσκα», όπως είναι γνωστή στη γλώσσα του λαού, ήταν ευρύτατα διαδεδομένη συμπεριφορά που τη συναντάμε παντού. Για παράδειγμα, ακόμα και σήμερα διηγούνται το περιστατικό με τους χωριάτες που επιτέθηκαν με μεγάλη απληστία στο χωριό Σιρίντζε μόλις έφυγαν οι Έλληνες και άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Φόρτωσαν στις καμήλες τους από τα ποδόμακτρα της εισόδου, τα κουφώματα των παραθύρων, μέχρι τις ντουλάπες και τις γυψοσανίδες της οροφής, και τα μετέφεραν στα σπίτια τους. Από αυτά άλλα τα κράτησαν και άλλα τα πούλησαν. Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν στο Καγιάκιοϊ, στην Άγκυρα, στο Αϊβαλί, στο Χονάζ, στην Τοκάτη, στο Ερμπαά και σε πολλά άλλα μέρη.

    Η Χαββά Αϊκάν, που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει από την Ελλάδα στην Τουρκία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ερμπαά-Κιζολντουρέν, αναφέρει ότι δεν έμεινε τίποτα από τις περιουσίες των Ελλήνων σε ολόκληρη την περιοχή, εξαιτίας των λεηλασιών στις οποίες προέβησαν οι αγρότες των γύρω περιοχών. «Έρχονται οι ντόπιοι Τούρκοι και κουβεντιάζουμε. Όταν έφευγαν οι Έλληνες εγκατέλειψαν τα χωριά τους όπως ήταν. Μας εξιστορούν το πώς άρπαξαν τα καζάνια, πώς πήραν τα πράγματα, πώς λήστεψαν τα πάντα»

    Ο Μουρταζά Ατζάρ έφτασε με την οικογένειά του σε ηλικία 15 ετών στο Χονάζ. Το σπίτι που τους παραχώρησαν για να μείνουν αποτελούνταν από τέσσερις τοίχους. «Δεν βρήκαμε κανένα έπιπλο.Είχαν λεηλατηθεί τα πάντα. Είχαν πάρει τα καζάνια, τα τεντζέρια, τα κρεβάτια, τα παπλώματα και σε ορισμένα σπίτια είχαν ξηλώσει και είχαν αρπάξει ακόμα τις πόρτες και τα παράθυρα».

    Ο Ναζμί Ονάλ έφτασε με την οικογένειά του στο Κουσλούκ της Ερμπαά. Το σπίτι που τους παραχώρησαν ανήκε σε Έλληνες. «Τα σπίτια όμως είχαν λεηλατηθεί, ήταν καμένα και κατεστραμμένα. Δεν είχε απομείνει τίποτα που να λέγεται σπίτι. Είχαν ξηλώσει και είχαν πάρει ακόμα και την ξυλεία του σπιτιού. Ο αριθμός των Ελλήνων που μετανάστευσαν από την Τουρκία στην Ελλάδα μέχρι το 1925 ήταν 1.200.000. Το ίδιο διάστημα ο αριθμός των προσφύγων που έφτασαν στη Μικρά Ασία ήταν 500.000. Είναι ολοφάνερο ότι τα σπίτια και οι περιουσίες 1.200.000 και πλέον ανθρώπων θα ήταν αρκετά να στεγάσουν περισσότερα από 500.000 άτομα και να τους προσφέρουν ποιοτική ζωή. Εάν δούμε, όμως τα προβλήματα στέγασης, διαβίωσης και επιβίωσης που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες που ήρθαν από την Ελλάδα στην Τουρκία, διαπιστώνουμε ότι η μεγάλη μερίδα αυτών των ανθρώπων δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν από αυτά που εγκατέλειψαν οι Έλληνες».

    Η κατάσταση αυτή αποκαλύπτει τη διάσταση των λεηλασιών και των καταστροφών που προκλήθηκαν στις περιουσίες των Ελλήνων και την αδιαφορία, την αδράνεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις λεηλασίες και τις καταστροφές, καθώς και την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των προσφύγων. Αυτό δείχνει, επίσης, πόσο διαδεδομένη είναι σε όλη τη χώρα η τάση για καταστροφή παρά για δημιουργία. Η επιθυμία να αρπάξουν με την πρώτη ευκαιρία και με εύκολο τρόπο όλα όσα οι άλλοι απέκτησαν με κόπο και ιδρώτα έχει χαραχτεί τόσο βαθιά και ανεξίτηλα στο πνεύμα της κοινωνίας, που λες και μεταβιβάζεται σιωπηρά μια γενετική ιδιότητα από γενιά σε γενιά. Γι’ αυτόν τον λόγο θα σκάβουν τις εκκλησίες και τα υπόλοιπα κτίσματα καθιστώντας τα διάτρητα γενεές ολόκληρες μετά το 1924, σαν τους τυφλοπόντικες.

    Όσοι παρασύρθηκαν από τη δίνη της νοσταλγίας, όπως ο Γιάννης Δημήτογλου, και επέστρεψαν έπειτα από χρόνια στην πατρίδα τους για να δουν τα σπίτια τους, ανακρίθηκαν από εκείνους που τα κατοικούσαν με το ερώτημα «πού έκρυψε ο πατέρας σου τις κίτρινες χρυσές λίρες; Σαν να μην είχαν άλλες έννοιες, ή να μην είχαν να ρωτήσουν άλλα πράγματα» Ένας αυτόπτης μάρτυρας των λεηλασιών που έγιναν στο Χονάζ λέει: «Ορισμένοι αγάδες του χωριού της εποχής εκείνης, ορισμένοι ζαπτιέδες και ορισμένοι αφιλότιμοι έκαναν πλιάτσικο στα σπίτια των Ελλήνων. Πλιάτσικο, δηλαδή λεηλασία, ληστεία! Ένας που τον αποκαλούσαν «τσαρπιτζί» λεηλάτησε όλες τις ραπτομηχανές των σπιτιών. Οι πλιατσικολόγοι άρπαξαν όλα τα οικιακά σκευή και τα κατσαρολικά. Άλλοι μάζεψαν τα παπλώματα, τα μαξιλάρια και τα μεγάλα καζάνια στα οποία έβραζαν νερό. Λεηλατήθηκε ό,τι υπήρχε στα σπίτια από τα κεραμίδια, μέχρι τις πόρτες και τα παράθυρα. Μερικοί έγιναν πλούσιοι από το πλιάτσικο»

    Ένα τμήμα του μουσουλμανικού λαού που ζούσε στη Μικρά Ασία λεηλάτησε με μεγάλο ζήλο τα κινητά και ακίνητα εκείνων που έφυγαν. Έτσι, αυτό το τμήμα του λαού μεταβλήθηκε σε συνεργούς των υπευθύνων του εκτοπισμού των Ελλήνων. Τα κέρδη όμως που αποκόμισαν όλοι από αυτό το έργο είναι αμφίβολα.

    Τα πλούτη και οι αξίες που ανήκαν ουσιαστικά στη Μικρά Ασία -αφού δημιουργήθηκαν στα εδάφη αυτά, ανεξάρτητα από τα άτομα που τα έφτιαξαν- και τάχθηκαν στην υπηρεσία των ανθρώπων αυτής της χώρας, χάθηκαν με τις λεηλασίες και τις καταστροφές σαν να τα κατάπιε μαύρη τρύπα. Κατά συνέπεια, πρόκειται για σημαντική απώλεια όχι μόνο γι’ αυτούς που έφυγαν, αλλά και γι’ αυτούς που έμειναν, πέρα από μια χούφτα ανθρώπους.

    «Μερικοί έγιναν πλούσιοι από το πλιάτσικο». Αυτή είναι μια φράση που συνοψίζει το αποτέλεσμα των λεηλασιών των κινητών και ακίνητων περιουσιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες όταν έφευγαν από τη Μικρά Ασία. Εξάλλου, δεν ήταν δυνατό να γίνουν όλοι πλούσιοι και να δημιουργηθούν συνθήκες ευημερίας από τις λεηλασίες που πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Με την αρπαγή του καζανιού, της κατσαρόλας, του κρεβατιού, των παπλωμάτων, των τζαμιών από τα παράθυρα ή με το ξήλωμα των κουφωμάτων του γείτονα για προσωπική χρήση ή για την πώλησή τους στην αγορά για δυο-τρία γρόσια μπορείς να βγάλεις το μεροκάματο μιας μέρας. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι φτωχές μάζες από τις λεηλασίες στις οποίες έλαβαν μέρος δεν αποκόμισαν κέρδη που θα τους βελτίωναν τα έσοδά τους και θα βελτίωναν την ταξική τους θέση. Δεν θα ήταν επίσης λάθος να χαρακτηρίσουμε τα κινητά και ακίνητα που λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν χαμένες περιουσίες που τις ρούφηξε η μαύρη τρύπα ή πλούτη που πήγαν χαμένα.

    Για τους αγάδες, τους ζαπτιέδες, τους αξιοσέβαστους εκπροσώπους της γραφειοκρατίας, τους επίλεκτους πολιτικούς, το πλιάτσικο, οι παράνομες καταλήψεις, οι δωρεές και οι χαμηλές τιμές με μυστικές συμφωνίες είχαν διαφορετική σημασία. Το πλιάτσικο, οι παράνομες καταλήψεις, οι δωρεές, και οι μυστικές αγορές σε εξευτελιστικές τιμές έγιναν για μια χούφτα ανθρώπους το εφαλτήριο κοινωνικής ανόδου και απόκτησης πλούτου και περιουσίας. Και βέβαια μπρος στα δικά τους οφέλη δεν είχαν καμία σημασία οι απώλειες του κοινωνικού συνόλου.

    Ποιοι δεν υποδέχθηκαν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες στη Μικρά Ασία

    Πρέπει πρώτα από όλα να πούμε ότι η μία εκ των συμβαλλόμενων πλευρών της συνθήκης Ανταλλαγής, η Τουρκία, ενώ επιθυμούσε να διώξει εκτός των συνόρων της τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δεν επιθυμούσε στην πραγματικότητα να υποδεχθεί στα εδάφη της τους μουσουλμάνους της Ελλάδας, παρότι αργότερα χαρακτήρισε «θεία χάρη» τον ερχομό τους.

    Βέβαια, πρόκειται για μια αντιφατική προσέγγιση που δεν αρμόζει στο ιδανικό της, τη θρησκευτική ομογενοποίηση της χώρας. Τελικά, το μουσουλμανικό στοιχείο, όπως αναφέρει ο Ayhan Aktar, είναι ένας πληθυσμός που μπορεί να συμπεριληφθεί σε μια διευρυμένη απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι Τούρκος» και να συμπεριληφθεί στο χρονοδιάγραμμα του εκτουρκισμού.

    Όχι μόνο το γεγονός ότι αυτοί που έκαναν πολιτική πάνω στην πλάτη της τουρκικής εθνότητας επικαλούμενοι το μεγαλείο του τουρκισμού δεν επιθυμούσαν ολόψυχα την άφιξη στη χώρα ανθρώπων που ήταν εύκολο να εκτουρκίσουν και τους οποίους, λόγω της μουσουλμανικής τους πίστης, θεωρούσαν προκαταβολικά Τούρκους, αλλά και η συμπεριφορά που επέδειξαν μετά την Ανταλλαγή στους πρόσφυγες δείχνει ότι δεν πιστεύουν σε ιδανικά και αποκαλύπτει την ουσία της υστερικής εθνικιστικής-σοβινιστικής ρητορικής τους.

    Η κυβέρνηση, που δεν επιθυμούσε από τα βάθη της καρδιάς της την άφιξη στη χώρα των μουσουλμάνων από την Ελλάδα, δεν θέλησε να ξοδέψει χρήματα για την ένταξη αυτών των ανθρώπων στην οικονομική και κοινωνική δομή του τόπου. Το σύνολο των δαπανών που έκανε για αυτό το ζήτημα ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο στερλίνες. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ένα εικοστό του ποσού που δαπάνησε η ελληνική κυβέρνηση για τη λύση του αντίστοιχου προβλήματος.

    Τα πλοία που παραχωρήθηκαν για να μεταφέρουν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες ήταν πολύ παλιά. Το εθνικιστικό-σοβινιστικό πνεύμα τους δεν θίχτηκε καθόλου από το ταξίδι που έκαναν οι άνθρωποι αυτοί επί μέρες μέσα στα σκοτεινά αμπάρια αυτών των σαπιοκάραβων κάτω από συνθήκες ολοκληρωτικής εξαθλίωσης. Από την άλλη πλευρά, επίσης δεν προκάλεσε την παραμικρή ενόχληση στους ίδιους κύκλους «η προσπάθεια της Ένωσης Τούρκων Πλοιοκτητών να αποσπάσουν άδικα κέρδη επωφελούμενοι από την κατάσταση αυτή»

    Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες, που ζούσαν βολεμένοι στον τόπο τους, έμειναν νηστικοί, εξαθλιωμένοι, ράκη, άστεγοι και ξεσπιτωμένοι. Κοιμήθηκαν στους δρόμους, στις αγορές, στα νεκροταφεία. Δεν πήρε είδηση κανείς. Αυτοί που έτρεξαν να τους βοηθήσουν ήταν μια χούφτα άνθρωποι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Ο καϊμακάμης στον οποίον πήγαν να ζητήσουν εργασία, τροφή και στέγη τους έδιωξε. Δέχτηκαν επιπλήξεις από τους εθνικιστές υπαλλήλους της εθνικιστικής κυβέρνησης. Τους συμπεριφέρθηκαν πολύ άσχημα. Παρ’ όλες τις διατάξεις της συνθήκης Ανταλλαγής με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες δεν αποζημιώθηκαν ποτέ για την αξία της περιουσίας που εγκατέλειψαν. Οι εθνικιστές δάσκαλοι του εθνικιστικού κράτους έφτυσαν τα πρόσωπα των παιδιών τους, γιατί δεν τους άρεσε η προφορά και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Πέθαναν χιλιάδες από την πείνα, το ψύχος και τις αρρώστιες. Σύμφωνα με πληροφορίες του Refet Canitez, ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους ανέρχεται στους 3.819. Και η κοινωνία δεν ήταν φιλόξενη και φιλάνθρωπη. Τους αποκάλεσε ψωριάρηδες, άτομα που δεν ξέρουν να μιλήσουν, τους υποτίμησε, τους εξοστράκισε και τους κατηγόρησε.

    Δεν άνοιξαν τη στοργική αγκαλιά τους τα εθνικιστικά συναισθήματα, για να υποδεχτούν στη Μικρά Ασία τους Τούρκους πρόσφυγες ή τους ανθρώπους που ήταν εν δυνάμει Τούρκοι. Εκείνο που υποδέχτηκε αυτούς τους ανθρώπους ήταν η θολή, ανελέητη σκληρότητα της ψυχρής αδιαφορίας, του εγωκεντρισμού και του συμφέροντος που κρυβόταν πίσω από τη ρητορεία του εθνικισμού. Ο εγωκεντρισμός, η συμφεροντολογία, η αδιαφορία και η έλλειψη στοργής που κρυβόταν κάτω από την περιβολή του εθνικισμού τραυμάτισε βαθιά όχι μόνο τους πρόσφυγες, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, τη γεωγραφία της χώρας, την οικονομία της και τις ηθικές αξίες.

    http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=157193
    http://lykawn.blogspot.com/2009/06/1922.html

  8. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  9. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  10. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  11. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  12. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  13. Mehmet IMAM on

    ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ – ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ & Η ΕΛΛΑΔΑ

    Κυρίες & Κύριοι,

    Το πρόβλημα των προσφύγων-μεταναστών, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή Ελλάδα. Είναι γνωστό, ότι ως πολιτευτής που ήμουν, αλλά και από την θέση του πρόεδρου στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Συμπαραστάσεως των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα, Η «Φιλότητα», έχω συμβάλλει πνευματικά και υλικά για την αποκατάσταση των συνανθρώπων μας. Όμως, σήμερα η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως.

    Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι η Χώρα μας για την Ολυμπιάδα του 2004 χρειαζόταν χέρια, όπως και ο αγροτικός τομέας. Όμως, σήμερα αυτά δεν υπάρχουν ή έχουν υπερκαλυφθεί. Επομένως, όταν έχουμε 21% ανεργία των γηγενών Ελλήνων Πολιτών, δεν μπορούμε νομιμοποιήσουμε και άλλους μετανάστες! Και αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσει το πρόβλημα με τους παράνομους! Επίσης, σε όποια επιχείρηση μπαίνουν, την καταλαμβάνουν οι αλλοδαποί και ένας ντόπιος δεν μπορεί να επιβιώσει δίπλα τους. Με λίγα λόγια, δημιουργούν γκέτο, ακόμα και στο χώρο εργασίας. Μήπως, δεν είναι έτσι; Κατά τα άλλα, αδικημένοι είναι οι αλλοδαποί!!!

    Επίσης, κατά καιρούς ακούμε πολλά λόγια από επίσημα χείλη, σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος των προσφύγων-μεταναστών. Μας λένε ότι θα ληφθούν μέτρα ανακοπής του κύματος των λαθρομεταναστών, θα φτιαχτεί φράκτης στον Έβρο, ώστε να μη μπορούν να εισέρχονται, θα δημιουργηθούν κέντρα κράτησης, κλπ. Ελάχιστα όμως έχουν γίνει μέχρι σήμερα για την επίλυση του προβλήματος.

    Το πρόβλημα των προσφύγων – μεταναστών, τα τελευταία χρόνια έχει διογκωθεί, όσο πάει αυξάνονται και δεν λέει να σταματήσει η ροή αυτή. Επίσης, κανένας μας πιά! δεν γνωρίζει πόσοι ακριβώς πρόσφυγες-μετανάστες βρίσκονται στην Ελλάδα;;;

    Όλες οι οργανώσεις, τα Μ.Κ.Ο. και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών ακόμα, κάνουν εκτίμηση και σύμφωνα μ’ αυτά που βλέπουν το φώς της δημοσιότητας, ο αριθμός των νόμιμων και παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα, ανέρχεται σήμερα σε 2.500.000 δυόμιση εκατομμύρια. Εγώ, τον αριθμό αυτόν τον αμφισβητώ και όσοι θέλουν ας με διαψεύσουν! Επίσης, σκεφτείτε εάν δεν είχαν απελαθεί από το 2001 εώς το 2005 το 1.650.000 άτομα περίπου, τι θα γινόταν σήμερα;;;

    Παρόλο τα μέτρα που έχουν παρθεί, ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, το 2011 μπήκαν στην Χώρα μας γύρω 128.000 χιλιάδες περίπου λαθρομετανάστες. Εδώ αναρωτιέται κανείς, ο Ευρωπαικός Οργανισμός Συνεργασίας Συνόρων (FRONTEX) αποδίδει καρπούς, ναί ή όχι; Είναι ένα θέμα προς συζήτηση πιά!
    Η προστασία της χώρας, με διακόσιους συνοριοφύλακες και άλλα 200 στελέχη της FRONTEX, δεν μπορεί να γίνει και μέχρι σήμερα, απλά καταγράφουν τους εισερχόμενους. Επίσης, ούτε ο φράκτης στον Έβρο, θα λύσει το πρόβλημα…. όπως ισχυριζόταν ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Δυστυχώς, οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας μας εξακολουθούν ακόμη να αγνοούν, να υποτιμούν και να υποβαθμίζουν το μεταναστευτικό πρόβλημα. Τις διαστάσεις, τη δυναμική και τις γεωπολιτικές του συνέπειες. Μήπως, δεν είναι έτσι;

    Ώστε, αυτά που γράφονται γι’ αυτή την εξέλιξη και το γεγονός ότι, δεν υπάρχουν στην Ελλάδα επαρκείς εγκαταστάσεις κράτησης και καταυλισμοι είναι μόνο δικαιολογίες και χαζομάρες. Μια Ελλάδα των 12.000.000 περίπου που είμαστε, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την λαίλαπα και μάστγα του αιώνα και πρέπει να είμαστε σοβαροί. Επίσης, ως χώρα δεν μπορούμε να τους κρατάμε μέχρι έξη μηνες σύν έξη στα κρατητήρια. Το πολύ μέσα σε ένα μήνα πρέπει να εξετάζεται το αίτημα του και στη συνέχεια να απελαύνονται και όχι να αφήνονται ελεύθεροι. Διότι, αυτό είναι ένα κίνητρο για τους άλλους μετανάστες – πρόσφυγες και συνέχεια επαναλαβάνεται. Μέσα σ’ αυτά πλαίσια όσο καταυλισμούς, φυλακές, ξενώνες και κρατητήρια να έχουμε, θα είναι ανεπαρκή και θα έρχονται τα μπουγιουρντί απο την Ε.Δ.Α.Δ.. Ώς Χώρα δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτό τον όγκο των μεταναστών και προσφύγων, αλλά ούτε η FRONTEX είναι λύση, διότι είναι ενα είδος κυανόκρανων στην Θράκη. Είναι καθαρά θέμα πολιτικής, μία σωστή μέθοδος που πρέπει να έχουμε ώς χώρα και τίποτα άλλο. Το 1999 κατά την συνάντηση που είχαμε με την Κυβέρνηση, τους είχα αναπτύξει λεπτομερώς την λύση, αλλά την αγνοήσαν και ποιός ευθύνεται σήμερα;

    Σήμερα η Ελλάδα, αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα και κυρίως το κέντρο της Αθήνας. Όπου το πλήθος των προσφύγων –μεταναστών σε συνεργασία με τους ντόπιους κακοποιούς, έχει αυξήσει τα επίπεδα της εγκληματικότητας. Τα μέτρα για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, που ανακοινώθηκαν απο τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη δεν επαρκούν και στην πράξη δεν μπορούν να υλοποιηθούν.

    Ως αρχή, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ αυτούς που διαπράτουν εγκλήματα σ’ αυτό το τόπο. Να βγεί ένας νόμος και οι απελάσεις να υλοποιούνται αυθημερόν ή το πολύ μέσα σε εβδομηνταδύο ώρες. Όταν ένας κάνει ένα έγκλημα ή κακούργημα την άλλη μέρα, πρέπει να πάει στην Χώρα του και όχι να τους βάζουμε «στέριση εξόδου» απο την Χώρα μας και να τους αφήνουν ελεύθερους. Όπως δεν κάνει να τους κρατάμε στις φυλακές και να τους ταίζουμε. Λές και έχουμε τους χώρους υποδομής και την οικονομική άνεση.
    Επίσης, οι συλλαμβανόμενοι πρόσφυγες – μετανάστες πρέπει να προσκομίζουν σχετικά έγγραφα κατά την εξέταση του αιτήματος τους, μέσα σε έναν εύλογο χρόνο, αλλιώς που θα τους πηγαίνουμε;;; Δεδομένου ότι υπάρχει η δυνατότητα μετάβασής τους σε άλλες χώρες, αφού αναγνωριστούν ως πρόσφυγες, αλλά, εάν δεν αναγνωριστεί ως πρόσφυγας γιατί να μην σταλεί στην πατρίδα του; Που σήμερα, μόνο εθελοντικά εφαρμόζεται. Επίσης, η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ, πρέπει να αλλάξει εδώ και τώρα!!! Όμως γιατί δεν αλλάζει;;; Τι κρύβεται απο πίσω;;

    Η πολιτική της παγκοσμιοποίησης και του ιμπεριαλισμού, απαιτεί χαλαρά ή ανοικτά σύνορα και προωθείται από την Ευρωπαική Ένωση, με βάση την αρχή του ελεύθερου διεθνούς ανταγωνισμού, εξωθεί εκ των πραγμάτων μεγάλες μάζες ανθρώπων σε μετανάστευση. Απο την άλλη πλευρά, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο, κάθε μέρα ξεριζώνει τους ανθρώπους απο τις εστίες τους. Μέσα σ’ αυτό το πόλεμο έμμεσα-άμεσα συμμετέχουμε και εμείς ως Χώρα!!!

    Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά ξεκινάει απο τις επιχειρήσεις πρώτα, δήθεν ότι οι επιχειρήσεις επιζητούν την απασχόληση ξένου προσωπικού χαμηλού κόστους για να είναι πιο ανταγωνιστικές και κερδοφόρες. Δηλαδή, ο εργοδότης πρέπει να γίνεται πιό πλούσιος και ο γηγενής πολίτης, προκειμένου να επιβιώσει ξεριζώνεται απο την χώρα του. Γιατί δεν υπάρχουν προοπτικές πιά!… Εάν μείνει στην πατρίδα του, θα καταντήσει να είναι «δούλος» της δουλείας. Με λίγα λόγια, «μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα» που λέμε.

    Οι κυβερνήσεις της «Νέας Τάξης» του ιμπεριαλισμού, επειδή κατάντησαν να είναι Α.Ε. και σε συνεργασία με τις θυγατρικές εταιρίες Π.Ε., εφαρμόζουν κατα γράμμα το «ταξικό» καθεστώς. Σήμερα, στα ηλεκτρικά παράθυρα ακούμε για τα ποσοστά των κομμάτων. Για να γίνω πιό σαφής, θα σας εξηγήσω ένα πραγματικό γεγονός. Ο δεύτερος πρόεδρος (Ισμέτ Ινονού) της Τουρκίας ήταν σοσιαλιστής και κομμουνιστής. Προκειμένου ο Λένιν να βοηθήσει των αγώνα των Τούρκων κατά των ιμπεριαλιστών, όπως και την ιδρύση της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Τουρκικού Κράτους, ο Ινονού του είχε υποσχεθεί ότι θα ενταχθεί στο Ανατολικό μπλόκ. Αφου τελείωσε ο πόλεμος και ιδρύθηκε το Τουρκικό Κράτος, ο Ινονού πάει για επίσκεψη στο Λένιν. Μετά το καλοσώρισες και τον καφέ, ο Λένιν απευθύνεται στο Ινονού και του Λέει: « Τώρα είναι η ώρα γι’ αυτά που συμφωνήσαμε..», δηλαδή να ενταχθεί η Τουρκία στο Ανατολικό μπλόκ. Ο Ινονού, αφού αρχικά τα χάνει για λίγο, μετά λέει στον Λένιν: « Κύριε, έχω ενα σοβαρότερο πρόβλημα στην Χώρα μου και δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα. Ίσως ειναι η Θρησκεία, ίσως,….» και πριν τελειώσει τον λόγο του, ο Λένιν χτυπάει με το πόδι του στο δάπεδο, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο σκοπός, που ήταν έξω από την πόρτα. Παράλληλα δίνει εντολή να φέρει ένα Περιστέρι. Πάει ο σκοπός και φέρνει το Περιστέρι. Τότε, ο Λένιν λέει στον Ινονού: « Το βλέπεις το περιστέρι;» «ναι» απαντάει ο Ινονού. «Τώρα θα δείς τι πρέπει να κάνεις στο Λαό σου,…» του λέει ο Λένιν. Παίρνει το περιστέρι και του βγάζει όλα τα πούπουλα και του αφήνει μόνο τα φτερά. Χειμώνας τώρα, ανοίγει το παράθυρο και το αφήνει ελεύθερο το περιστέρι. Το περιστέρι πριν καν κλήσει το παράθυρο γυρνάει προς τα μέσα και πέφτει μπροστά τους και σηκώνει το κεφάλι προς αυτούς. Ο Λένιν λέει στο Ινονού « Τώρα κατάλαβες;», « Όχι» του απαντάει ο Ινονού. Τότε με νεύρα προς το Ινονού « Κύριε, για να σε ακούει ο λαός, πρέπει ότι έχει και δεν έχει να του τα πάρεις όλα και αφού του τα πάρεις, τότε θα σε κοιτάει στο στόμα και ότι πεις θα γίνεται, όπως και το περιστέρι που είναι στο δάπεδο και είδες πως μας βλέπει, παρόλο που εγώ το ξεπουπούλιασα, αλλά με βλέπει ως σωτήρα. Το κατάλαβες τώρα;» Έτσι κλείνει η συζήτηση μεταξύ τους.

    Μέσα στα πλαίσια αυτά, οι κυβερνήσεις των Α.Ε. και του ιμπεριαλισμού λειτουργούν. Την μια μας φέρνουν τον πρόσφυγα-μετανάστη, την άλλη φορά θα μας στείλουν στην προσφυγιά – ξενιτιά ώς μετανάστη, όπως και να έχει το πράγμα αφού μας ξεζούμισαν, μας ξεφτύλισαν και πάλι σ’ αυτούς θα κοιτάμε!!! Από την άλλη πλευρά, θα ακούμε για το πρόβλημα συνέχεια, όμως, να είστε σίγουροι ότι κανείς τους δεν δίνει βάση. Γιατί;

    Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι Έλληνες ευρωβουλευτές και τοπικοί βουλευτές θέτουν ερωτήματα στα κοινοβούλια. Μάταιο είναι και μην σας συγκινήσει αυτό! Δεν κοροιδευόμαστε πιά! Γι’ αυτά που ακούμε και διαβάζουμε στα Μ.Μ.Ε.. Αυτά είναι για τα προγράμματα, τις επιδοτήσεις που υπάρχουν, που σημαίνει «μάσα» κύριοι και τίποτα άλλο.

    Σήμερα στην Ξάνθη, χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, αλλά έχουμε μελαχρινούς συμπολίτες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι γηγενές στοιχείο της ευρύτερης περιοχής. Ορισμένοι ήρθαν για να πολεμήσουν και έμειναν, άλλοι τους έφεραν ως «δούλους» που έμειναν και ορισμένοι δεν ξέρουν πώς βρέθηκαν στα Βαλκάνια. Κάτι τέτοιο δημιουργείται και υλοποιήται σήμερα απο την Νέα Τάξη Πραγμάτων, μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης.

    Απο την άλλη πλευρά, όλοι αυτοί που φτάνουν είναι νέοι και έχουν όρεξη για δουλειά, με λίγα λόγια η «μοντέρνα» δουλεία της εποχής. Επίσης, σκοπός του ιμπεριαλισμού είναι, να σπάσει στις χώρες αυτές την αντίσταση των λαών. Απο το Αφγανιστάν 2.500.000 εκατομύρια περίπου νέοι έχουν εγκατάλειψει την πατρίδα τους. Σκεφτείτε! Εάν δεν είχαν φύγει;;; Γι’ αυτό θέλουμε δεν θέλουμε, όσο και να φωνάζουμε, αφού είμαστε μέσα στο σύστημα των ιμπεριαλιστών και ανήκουμε στην Νέα Τάξη των Πραγμάτων, όπως μας δίνουν εντολή, όποιος και να είναι επάνω στην εξουσία, αυτά θα είναι τα αποτελέσματα!!!

    Επίσης, ακούω για σύνορα Ε.Ε. και πάει λέγοντας, ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα δικά μας. Είναι Μπούρδες και μπαρούφες όλα αυτά! Ορισμένοι υποστηρίζουν τον «φράκτη» στον Έβρο, αλλά σκέτη κοροϊδία είναι αυτό. Τα σύνορα της Ευρώπης είναι στην Μ.Ανατολή και φοβάμαι οτι σε λίγο καιρό θα ενταχθεί και η Β. Αφρική. Μέχρι εκεί που φτάνει το ΝΑΤΟ. Όλα αυτά που γίνονται, είναι οι ζυμώσεις μας και ένα κατεύνασμα, προκειμένου σιγά-σιγά να το χωνέψουμε. Η πρόσφατη δήλωση του κ. Θ. Πάγκαλου, πέρι της «εθνικής κυριαρχίας» δεν ήταν τυχαία. Φυσικά, θα υπάρχουν και τα τοπικά συμφέροντα, αλλά μέσα στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού.

    Παρόλο, όλες αυτές τις εξελίξεις γύρω μας, πρέπει να επιμείνουμε στην ακεραιότητα του έθνους κράτους και ας είναι μέσα στην Ε.Ε. μια «περιφέρεια» που να λέγεται Ελλάδα. Διότι, ως Έλληνες ξεριζωμούς ζήσαμε, τραγωδίες είχαμε, σκλαβιά ζήσαμε, φιλόξενοι είμαστε, την ξενιτιά δεν την φοβόμαστε, αλλά το σπίτι μας, τον κήπο μας τον θέλουμε ανοιχτό για τον γείτονα και θέλουμε να αναπνέουμε ελεύθερο αέρα!!!!

    Δεν είναι θέμα εθνικισμού, ούτε ρατσισμού, αλλά ούτε φασισμού. Ήμουν και είμαι υπέρ του αδύνατου. Για εμένα η μετανάστευση και η προσφυγιά είναι «Σούννε», που προέρχεται απο το πιστευω μου. Αυτό σημαίνει όταν κάπου δεν μπορείς να ζήσεις και μεταναστευεις σε άλλη περιοχή. Το ιδιο επραξε και ο Προφήτης Μωάμμεθ, όταν τον κυνηγούσαν οι Εβραίοι και γι’ αυτο είναι σούννε. Όμως, με όλα αυτά που ζούμε και βλέπουμε τον τελευταίο καιρό, ακόμα και κλειδωμένοι δεν είμαστε ασφαλείς πιά (!) και λέμε «ΟΧΙ!» σ’ αυτά που μας σερβίρουν. Είναι τόσο απλό!!!

    Αθήνα, 23 Μαρτίου 2012

    Φιλικά,

    Μεχμέτ ΙΜΑΜ,
    Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Συμπαραστάσεως των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα, «Η ΦΙΛΟΤΗΤΑ»
    m.imam61@yahoo.gr

  14. […] της….  Στην προηγούμενη (7η) εκπομπή παρουσιάστηκε το προσφυγικό ζήτημα και οι κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλαδα του […]

  15. Π.Κ. on

    «Οι περισσότεροι θυσιάσαμε στα πείσματά μας τα εθνικά συμφέροντα, θεωρήσαμε τις πολιτικές ανωτέρας των εθνικών, ανταλλάξαμε την πατρίδα μας με το κόμμα».

    Π. Κανελλοπουλος, Ακρόπολις, 10-11-1935.

  16. Β on

    «Προχθές πέθανε ο εργάτης οικοδόμος Στρατής Μπισκιτζής, πρόσφυγας… Ριζοσπάστης, Ιούνηw του 1932.

  17. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  18. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  19. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  20. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  21. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

    ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΟΥ ΟΛΙΓΑΡΧΗ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΣΕ ΧΡΥΣΟ ΤΟ ΠΛΑΣΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
    Εκεί Αγία Πετρούπολη εδώ άγιο γρηγορόσημο
    Στην έρευνα συναντήσαμε και τον δικηγόρο του κ. Τράμπερ που μας επιβεβαίωσε ότι του παρέδωσε επιστολή στην οποία παραδέχεται ότι ο ολιγάρχης ήταν χρυσή αγελάδα για άρμεγμα μέσω της διαδικασίας ελληνοποίησης
    Του ΓΙΑΝΝΗ ΝΤΑΣΚΑ
    «Είμαι Ελληνας και θέλω την ελληνική ταυτότητα να πάω να τη βάλω στον τάφο του πατέρα μου». Αυτά είναι τα λόγια που μας λέει ένας ζάπλουτος Ελληνορώσος (με Ρωσίδα μητέρα) ολιγάρχης, τον οποίο φαίνεται ότι τύλιξαν σε μερικές (πλαστές!!!) κόλλες χαρτιών ελληνικά διεφθαρμένα κυκλώματα.
    Η «Κ.Ε.» συνάντησε στη ρωσική μεγαλούπολη τον Ηλία Τράμπερ, που -κατά τον κατηγορούμενο για κακούργημα δικηγόρο του- έπεσε θύμα ελληνικών κυκλωμάτων. Επάνω η πλαστή απόφαση του ΣτΕ
    Η «Κ.Ε.» συνάντησε στη ρωσική μεγαλούπολη τον Ηλία Τράμπερ, που -κατά τον κατηγορούμενο για κακούργημα δικηγόρο του- έπεσε θύμα ελληνικών κυκλωμάτων. Επάνω η πλαστή απόφαση του ΣτΕ
    Και προσθέτει στη συνέντευξη που μας παραχώρησε:

    «Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του αυτή την επιθυμία εξέφρασε ο Πόντιος στην καταγωγή πατέρας μου. Παιδιά δεν έκανα στο γάμο μου, χρήματα πολλά απέκτησα, εκατομμύρια φόρους στην Ελλάδα πλήρωσα, μόνο και μόνο επειδή έτσι υπαγόρευε η συνείδησή μου. Δεν έχω ανάγκη την ελληνική ταυτότητα για να επιβιώσω, γιατί δόξα τον Θεό πέρασα τα 60 μου και έχω στην Αγία Πετρούπολη αρκετά χρήματα και επιχειρήσεις».

    Είναι η πρωτοφανής υπόθεση που αποκάλυψε πριν από ένα μήνα η «Κ.Ε.» και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της είναι τέσσερα:

    * ένας ζάπλουτος Ελληνορώσος, ένας από αυτούς που στο εξωτερικό αποκαλούνται ολιγάρχες,

    * μια απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας με ονόματα δικαστών-γραμματέων και σφραγίδες αλλά… πλαστή από την αρχή ώς το τέλος, εκτός του… αριθμού της!

    * μία πλαστή απόφαση της Περιφέρειας Αττικής,

    * μία δίωξη σε βαθμό κακουργήματος ενός γνωστού δικηγόρου του Κολωνακίου.

    Χρόνος που διαδραματίσθηκαν όλα αυτά, ο εξαιρετικά ύποπτος χρόνος των μαζικών ελληνοποιήσεων. Δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά το 2000. Τότε τα κυκλώματα, όπου έβλεπαν χρήματα πολλά, δυσκόλευαν όσους είχαν δικαίωμα να πάρουν ταυτότητα για να πληρώσουν «γρηγορόσημο» και πουλούσαν πλαστά σε πανάκριβη τιμή σε όσους δεν είχαν δικαίωμα.

    Στην περίπτωση του Ρώσου ολιγάρχη η έρευνά μας δείχνει ότι υπάγεται στην πρώτη κατηγορία του «γρηγορόσημου».

    Συναντήσαμε τον ίδιο τον ζάπλουτο κ. Τράμπερ στα γραφεία του στην Αγία Πετρούπολη.

    Μια πινακίδα στην εξώπορτα προειδοποιεί τον επισκέπτη ότι μόλις περάσει το κατώφλι, τα πάντα καταγράφονται. Οπως στο ελληνικό μετρό, στις ελληνικές τράπεζες, στα γραφεία Ελλήνων ολιγαρχών.

    Συναντήσαμε και το γνωστό δικηγόρο, που διώκεται σε βαθμό κακουργήματος μετά την αναφορά του Ελληνορώσου ολιγάρχη στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Γκοτζαμάνη.

    Από τη συζήτηση και με τους δύο, το συμπέρασμα είναι ότι ο Ελληνορώσος είναι θύμα ελληνικών κυκλωμάτων.

    Ο κ. Τράμπερ μας είπε, μεταξύ πολλών άλλων, στη δίωρη συνέντευξη μπροστά και σε κάμερα και, η οποία θα προβληθεί στο enet.gr:

    «Εγώ πήγα στο προξενείο του Νοβοσιμπίρσκ και εκεί μου σύστησαν το δικηγόρο αυτό, για να διεκπεραιώσει γρήγορα την υπόθεσή μου και να μη χρειαστεί να περιμένω τη σειρά μου για… επτά ημέρες, όπως ήταν τότε οι αριθμοί προτεραιότητας στο προξενείο. Πλήρωσα στην πορεία τεράστια ποσά και πήρα από το δικηγόρο τα ελληνικά μου χαρτιά. Ηρθα στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκα στη Γλυφάδα, στη συνέχεια αγόρασα μονοκατοικία στην Κηφισιά και μία άλλη στην Ελβετία και πηγαινοερχόμουν μεταξύ Ελλάδας, Ελβετίας και Αγίας Πετρούπολης, με κύρια κατοικία στην Ελλάδα. Μετά 7 ολόκληρα χρόνια, πήρα μια ειδοποίηση να επιστρέψω το ελληνικό διαβατήριο. Ρώτησα γιατί και μου είπαν ότι είχε στηριχτεί σε πλαστά στοιχεία. Τρελάθηκα. Επειτα από μεγάλης χρονικής διάρκειας διαδικασία κάλεσα το δικηγόρο μου σε συζήτηση στο γραφείο εδώ, με την ίδια διερμηνέα και τις ίδιες συνθήκες καταγραφής που ισχύουν για όλους, για ευνόητους λόγους ασφαλείας.

    Σας παραδίδω σε ηλεκτρονική, αλλά και γραπτή μορφή, το τι μου είπε και, όπως θα δείτε, λέει ότι και εκείνος κι εγώ πέσαμε θύματα κυκλωμάτων. Δείτε και ακούστε τα λόγια του, που λέει ότι «είμαστε και οι δυο θύματα κυκλωμάτων», ότι «το ελληνικό κράτος είναι πολύ κακό και διαλυμένο».

    »Δείτε ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η πλαστή απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είναι γνήσια. Και τότε του είπα να μην τον ξαναδώ και θα καταφύγω πια στην ελληνική Δικαιοσύνη, διότι και εκείνος, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που σας παραδίδω, με κορόϊδευε».

    «Κ.Ε.»: Γιατί να το κάνει αυτό, κ. Τράμπερ, αν και ως δικηγόρος ξέρει τους κινδύνους;

    ΤΡΑΜΠΕΡ: Τα χρήματα που έβγαλε από μένα, που δεν καταλάβαινα, ήταν πάρα πολλά. Και τα έδωσα, γιατί με έπεισε ότι επί οκτώ μήνες – ένα χρόνο θα εργαζόταν μόνο για τη δική μου υπόθεση και θα έκλεινε ουσιαστικά το γραφείο του. Και αντί αυτών μου έφερνε πλαστές αποφάσεις.

    «Κ.Ε.»: Μπορεί να πιστέψει λογικός άνθρωπος, ότι εσείς δεν μετείχατε σε αυτή τη δικαδικασία έκδοσης πλαστών;

    ΤΡΑΜΠΕΡ: Κρίσιμη και απόλυτα δικαιολογημένη ερώτηση. Κοιτάξτε τι μου είπε ο δικηγόρος, όταν τον κάλεσα, και ύστερα ρωτήστε τον ίδιο. Για όλα λέει ότι εγώ ήμουν το θύμα που πλήρωνε. Βέβαια θεωρεί και τον εαυτό του θύμα, αλλά πόσο θύμα είναι, όταν τον πιάνω στα πράσα και μου λέει ότι η πλαστή απόφαση είναι γνήσια; Απλά πίστευε ότι δεν είχα ψάξει για την πραγματική απόφαση, κι εκεί έκανε λάθος.

    Στην έρευνα συναντήσαμε τον κατηγορούμενο ήδη δικηγόρο, ο οποίος μας επιβεβαίωσε ότι έγινε πράγματι αυτή η συνομιλία με τον Ελληνορώσο ολιγάρχη και ότι, μετά τη συζήτηση αυτή, του παρέδωσε μια επιστολή, στην οποία ουσιαστικά παραδέχεται ότι ο ολιγάρχης ήταν μια χρυσή αγελάδα για άρμεγμα μέσω της διαδικασίας ελληνοποίησης.

    Προφανώς γι’ αυτό δεν θέλησε να μιλήσει επίσημα και εγγράφως, καθώς είναι κατηγορούμενος.

    Μας είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ορισμένες πτυχές της υπόθεσης που αποδίδονται σε άλλα κυκλώματα, αλλά, όπως προκύπτει από τις συνομιλίες του δικηγόρου με τον ολιγάρχη, εκείνος που σίγουρα δεν γνώριζε τίποτα και τα άφηνε όλα στο δικηγόρο είναι ο ολιγάρχης.

    Η υπόθεση εκκρεμεί ήδη στην ελληνική Δικαιοσύνη και οι πρωταγωνιστές ήδη καλούνται αυτή την εβδομάδα ενώπιόν της.

    http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=450586

  22. […] συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη” είχα γράψει για τη σημασία του έργου του αλλά και της μαρτυρίας […]

  23. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες

    Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)

    17.04.2016,

    Συντάκτης: Τάσος Κωστόπουλος

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.

    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.

    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.

    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.

    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».

    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) | ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.

    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου

    Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.

    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι» προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»

    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»

    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».
    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.

    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).

    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:

    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]

    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.

    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.

    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

    ▸ Τρελλός είσαι;

    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».

    Αποτροπές και απαγορεύσεις

    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Πρόσφυγες, 1922 Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων

    Πρόσφυγες στη Χίο και στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού Πρόσφυγες στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού | National Geographic, «1922 O μεγάλος ξερηζωμός» (2007)
    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 | Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)

    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»

    Προσφυγόπουλα, 1922 Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.

    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.

    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.

    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».

    http://www.efsyn.gr/arthro/anepithymitoi-prosfyges

  24. «Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας»
    nisides12-prosfyges.jpg
    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα
    25.09.2016, 18:22 | Ετικέτες: Ιστορία, Ελλάδα, Μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες
    Συντάκτης:
    Σταύρος Μαλαγκονιάρης
    Η άφιξη των προσφύγων στη «μητέρα πατρίδα» δεν σήμαινε και το τέλος των περιπετειών ή των δυσκολιών τους.

    Αντίθετα, φτάνοντας σε ένα κράτος καθημαγμένο από τους πολυετείς πολέμους, με μια πολιτική ηγεσία υπό κατάρρευση, χρειάστηκε να παλέψουν σκληρά για να νικήσουν κακουχίες, στερήσεις, ακόμα και την επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα πολλών «γηγενών», και να «χτίσουν» ξανά τις ζωές τους δίνοντας μια νέα «ταυτότητα» στη χώρα.

    «Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ωσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό άραζαν καΐκια και μας παίρναν. Πίσω – πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος. Από ένα μαξούλι [σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια», διηγούνταν ο Απόστολος Μυκονιάτης, πρόσφυγας από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο (Φ. Αποστολόπουλος, Γ. Τενεκίδης, Η Εξοδος: μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, τόμος Α’, σ. 142, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980).

    Ομως και όσοι έφτασαν στον Πειραιά ή στην Αθήνα όχι μόνο δεν ήταν… ευπρόσδεκτοι, απεναντίας είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα εντελώς ανέτοιμο κράτος.

    Χαρακτηριστική της κατάστασης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες μετά την αποβίβασή τους στο λιμάνι του Πειραιά είναι η εικόνα που καταγράφεται στην αφήγηση της Τασίας Χρυσάφη-Ακερμανίδου.

    Η Ακερμανίδου ήταν από τα παιδιά που γεννήθηκαν πάνω στα πλοία κατά τη διάρκεια μεταφοράς των προσφύγων στην Ελλάδα.

    Οταν η οικογένειά της έφτασε μετά από πολυήμερο ταξίδι στο λιμάνι του Πειραιά, βρέθηκε αντιμέτωπη με την παρακάτω εικόνα:

    «Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι δεν λέγανε, “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε».

    Μετά από περιπλάνηση αρκετών ημερών, η οικογένεια Ακερμανίδη βρήκε στέγη με τη βοήθεια μιας γυναίκας που έμενε στη συνοικία της Γαργαρέττας κάτω από την Ακρόπολη.

    Ο μοναδικός χώρος που μπορούσε να τους προσφέρει ήταν ένα κοτέτσι στην αυλή του σπιτιού της.

    Αφού πρώτα έσφαξε τη μοναδική κότα που είχε και ασβέστωσε καλά τον χώρο, το κοτέτσι αποτέλεσε το πρώτο «σπίτι» της οικογένειας Ακερμανίδη για έναν τουλάχιστον μήνα μετά την άφιξή της στην Αθήνα (Μενέλαος Χαραλαμπίδης «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», tvxs.gr).

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στον Πειραιά
    Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή του ΕΜΠ, Νίκου Μπελαβίλα, με τίτλο «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου», διαβάζουμε ότι «η μάζα των προσφύγων, για να επιβιώσει, εγκαταστάθηκε οργανωμένα ή ανοργάνωτα στην αρχή στις πλατείες και στις προβλήτες του κεντρικού τμήματος του λιμανιού, από τον Αγιο Νικόλαο μέχρι την Αγία Τριάδα, σε σχολεία και δημόσια κτίρια, και στη συνέχεια τις άκτιστες εκτάσεις στην αδόμητη περιφέρεια της πόλης».

    Το βράδυ της 22ας Σεπτεμβρίου συγκαλείται στο Δημαρχείο Πειραιά ευρεία σύσκεψη υπό τον υπουργό Περιθάλψεως, Δοξιάδη, στην οποία «απεφασίσθη όπως το ταχύτερον στεγασθούν οι πρόσφυγες προχείρως εις διαφόρους αποθήκας και οικήματα» (εφ. «Σφαίρα», 23/9/1922).

    Εκεί ο υπουργός ανακοίνωσε ότι μέχρι τότε οι πρόσφυγες πλησίαζαν τις 500.000, αλλά υπήρχε η εκτίμηση ότι ο αριθμός θα ξεπερνούσε το εκατομμύριο.

    Στη Θεσσαλονίκη βρίσκονταν περίπου 50.000 πρόσφυγες.

    Τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 1922, μετά από αίτημα 10 δημοτικών συμβούλων πραγματοποιείται διεξοδική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά για το προσφυγικό.

    Ο δημοτικός σύμβουλος Δομεστίνης θεωρεί ότι:

    «Ολη η πόλις μας έχει μεταβληθεί εις μιαν απέραντον υπαίθριον κατασκήνωσιν. Από της ακτής Αλκίμων μέχρι και πέραν του λιμένος των Αλών χιλιάδες αδελφών μας παραμένουν άστεγοι και δυστυχούντες […] τη δε κατάστασιν της πόλεως τραγικωτέραν. Ο Τινάνειος Κήπος, ο Αγ. Νικόλαος, η Ακτή Τζελέπη και παντού ένθα υπάρχουν κατασκηνώσεις προσφυγικαί παρουσιάζουσι μιαν απέραντον φρίκην» (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Ο ίδιος θεωρεί ότι απειλείται η υγεία των Πειραιωτών, ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην Αθήνα δεν είναι ίδια και ζητάει να οριστεί αριθμός προσφύγων που θα φιλοξενήσει ο Πειραιάς.

    Ο δήμαρχος Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος, απαντώντας ανέφερε μια σειρά από μέτρα που είχαν ληφθεί σε συνεννόηση με τα υπουργεία και την αστυνομία για την καθαριότητα και ανακοίνωσε ότι θα δοθεί έκτακτη ενίσχυση στον δήμο.

    Ο δημοτικός σύμβουλος Στρίγκος αναφέρει ότι στην πόλη υπάρχουν περίπου 30.000 πρόσφυγες, από τους οποίους στεγάστηκαν μόνο 13.000.

    Στη Θεσσαλονίκη 40.000, στη Μυτιλήνη 100.000, στη Χίο 60.000, στη Σύρο 40.000 κ.ά.

    Να σημειωθεί ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του δημάρχου Αθηναίων, περίπου 70.000 πρόσφυγες διέμεναν σε 130 πρόχειρους καταυλισμούς διάσπαρτους σε ολόκληρη την πόλη.

    Πάντως, σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά αναφέρεται, στις 20 Νοεμβρίου 1922, ότι στον Πειραιά υπήρχαν 48 καταυλισμοί προσφύγων και ο δήμος θα διέθετε 500.000 δραχμές για την καθαριότητα, την απολύμανση, την εκκένωση βόθρων και τη μεταφορά των νεκρών… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Το τελευταίο είχε ιδιαίτερη σημασία διότι οι θάνατοι των προσφύγων ήταν καθημερινοί.

    Οπως ακούστηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο, χρειαζόταν να εργάζονται τρεις νεκροφόρες την ημέρα!

    Ο δείκτης των θανάτων ως προς τις γεννήσεις για την περίοδο 1923-1925 ήταν 3 προς 1, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Κοινωνίας των Εθνών, 6.000 άτομα απεβίωσαν κατά μέσο όρο κάθε μήνα, μόλις τους πρώτους 9 μήνες μετά την άφιξή τους σε ελληνικό έδαφος (πηγή: «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

    Χαρακτηριστικές για τις αιτίες θανάτου είναι ορισμένες ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν στην πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα».

    Μια απ’ αυτές (φ. της 30/9/1922) αναφερόταν στον θάνατο της προσφυγοπούλας Στυλιανής Διαμαντοπούλου, από το χωριό Κόλδερη της Μαγνησίας, η οποία «απεβίωσε εκ των κακουχιών»…

    Αλλη (φ. 5/10/1922) αναφερόταν στον θάνατο του 60χρονου πρόσφυγα Παντελή Καπλανίδη από τη Φιλαδέλφεια μέσα στο ατμόπλοιο «Πηνειός» «εκ κακουχιών και κακώσεων ας υπέστη υπό των Τούρκων κατά την αναχώρησίν του εκ Σμύρνης».

    Και μια τρίτη είδηση (φ. 12/10/1922) αναφερόταν σε τρεις θανάτους προσφύγων.

    Οι δύο σημειώθηκαν επί του ατμόπλοιου «Ευγενία Εμπειρίκου», που μετέφερε πρόσφυγες, «εξ ατροφίας» και «εκ των κακουχιών», αντίστοιχα.

    Ο τρίτος είχε πεθάνει έξω από το εργοστάσιο Βασιλειάδη στον Πειραιά «εξ ασιτίας»…

    Τις ίδιες μέρες στις εφημερίδες δημοσιεύονται «αγγελίες» προσφύγων που αναζητούν πληροφορίες για συγγενείς τους ή γνωστούς τους με τους οποίους χάθηκαν στη διάρκεια του ξεριζωμού.

    Ταυτόχρονα, πολλές ειδήσεις αποτυπώνουν τα δράματα που «ξετυλίγονται» πίσω από τους πρόσφυγες, καθώς πολλές γυναίκες βρέθηκαν μόνες με τα παιδιά τους σε έναν ξένο τόπο.

    Ετσι, διαβάζουμε (εφημερίδα «Σφαίρα», φ. της 3ης Οκτωβρίου 1922) ότι μια «νεαρωτάτη κυρία» πήγε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και έπεισε την Αρμένισσα πρόσφυγα Μαρία Χατζετιάν να της δώσει την 7χρονη κόρη της Λουίζα, «όπως το τοποθετήση παρά καλή οικογενεία και υπό τον όρον να επανέλθη την επιούσαν όπως παραλάβη και τον 10ετή υιόν της Αρμενίσσης προς τον αυτόν σκοπόν».

    Εκτός από τις δραματικές ελλείψεις, οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν και την αισχροκέρδεια.

    Σε πρωτοσέλιδο σχόλιο στην εφημερίδα «Εθνος» (φ. 8 Σεπτεμβρίου 1922) διαβάζουμε, χαρακτηριστικά:

    «Νέον εθνικόν πένθος, νέα ευκαιρία πλουτισμού διά τους αισχροκερδείς. Τα εστιατόρια π.χ. υπεδέχθησαν τους εκ Μ. Ασίας φεύγοντας αδελφούς μας με συμπληρωματικήν υπερτίμησιν των μερίδων τους».

    Παράλληλα, καθημερινά αρχίζει να γίνεται ακόμα μεγαλύτερη η επιφυλακτικότητα/εχθρότητα των «γηγενών» απέναντι στους πρόσφυγες.

    Στις 19 Οκτωβρίου 1922 η (πειραϊκή) εφημερίδα «Σημαία» έγραψε ότι οι εργαζόμενοι στο τελωνείο εξέφρασαν αντιρρήσεις όταν πληροφορήθηκαν ότι ορισμένοι πρόσφυγες θα προσληφθούν για να εργαστούν μαζί τους.

    «Αποφάσισαν ότι θα εμποδίσουν με κάθε τρόπο την πρόσληψη των προσφύγων και θα ζητήσουν τη βοήθεια και των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων». Φάνηκε (με το δημοσίευμα) ότι οι εργαζόμενοι είχαν την υποστήριξη των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς δεν ήθελαν «το ίδιο πράγμα να συμβεί σε άλλα επαγγέλματα», αναφερόταν σε έρευνα για τη στάση του τοπικού Τύπου απέναντι στο προσφυγικό (πηγή: Klaus Roth, Robert Hayden «Migration in, from, and to Southeastern Europe», Part 1: Historical and Cultural Aspects, Εκδοση 2009).

    Σύμφωνα με απογραφή των προσφύγων, που έγινε τον Απρίλιο του 1923, σε ολόκληρη τη χώρα είχαν φτάσει 786.431 πρόσφυγες.

    Απ’ αυτούς οι 435.118 ήταν γυναίκες και οι 351.313 ήταν άνδρες.

    Οι περισσότεροι (162.418) είχαν κατευθυνθεί προς τη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης (Νομός Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκε και η Πέλλα).

    Από κοντά η Στερεά Ελλάδα και η Εύβοια, όπου είχαν μείνει 158.076 πρόσφυγες.

    Ακολουθούσαν η Θράκη (99.913 πρόσφυγες) και η Ανατολική Μακεδονία (80.691), στο πλαίσιο μιας ορθής πολιτικής σκέψης για ενίσχυση της ελληνικότητάς τους.

    Ειδικότερα, στην Αττική είχαν μείνει 123.435 πρόσφυγες και στη Θεσσαλονίκη 99.007.

    Βέβαια, οι προσφυγικές ροές συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό ακόμα καθώς η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) υπαγόρευσε την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

    Παράλληλα, έφταναν κατά διαστήματα στον Πειραιά και αιχμάλωτοι στρατιώτες που απελευθέρωναν οι Τούρκοι.

    Η κατάσταση των περισσότερων ήταν τραγική. Γι’ αυτό, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά σε συνεδρίασή του, στις 4 Απριλίου 1923, ενέκρινε πρόταση του δήμαρχου Αν. Παναγιωτόπουλου να διατεθεί πίστωση 10.000 δραχμών, ώστε να αγοραστεί «ανάλογος ποσότης σιγαρέτων προς διανομή εις τους εκ της αιχμαλωσίας επανακάμπτοντας στρατιώτας»… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Αναμόρφωση του προϋπολογισμού με επιδόματα 500 δραχμών

    Η είσοδος των Μικρασιατών προσφύγων είναι τέτοιας κλίμακας που προκαλεί τεράστιες ανατροπές στο ήδη καθημαγμένο και πολιτικά διχασμένο ελληνικό κράτος, το οικονομικά κατεστραμμένο.

    Και μόνο ότι αυτό το κράτος, με περίπου 5 εκατ. κατοίκους, δέχεται ένα κύμα προσφύγων που ο αριθμός τους αγγίζει το 1,5 εκατομμύριο, αποτυπώνει το μέγεθος της ανατροπής.

    Ετσι, στο τέλος του χρόνου γίνεται αναμόρφωση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 1922-23 (ΦΕΚ Α’ 286 27-12-1922) και στο υπουργείο Περιθάλψεως διατίθενται επιπλέον 77 εκατομμύρια δραχμές, από τα οποία τα περισσότερα θα καλύψουν προσφυγικές ανάγκες.

    Συγκεκριμένα, για «επιδόματα (είχε προβλεφθεί η χορήγηση στους πρόσφυγες ενός εφάπαξ ποσού 500 δραχμών), συσσίτια, ειδικά και έκτακτα βοηθήματα προσφύγων ή και δαπάνη τη εν ασύλοις ενδιαίτησιν προσφύγων, ως και έξοδα νοσηλείας εν γένει» προβλέφθηκαν 55 εκατ. δραχμές.

    Για «ενοίκια ή αποζημιώσεις λόγω επιτάξεως των διά στέγασιν των προσφύγων χρησιμοποιούμενων ιδιοκτητών οικημάτων, ως και φωτισμός, θέρμανσις, ύδρευσις των συνοικισμών» διατίθενται 5 εκατ. δρχ.

    Για «έξοδα στεγάσεως των προσφύγων διά σκηνών ή άλλων προχείρων μέσων 2,5 εκατ. δραχμές. Για επισκευές και λοιπά έξοδα συντηρήσεως των συνοικισμών 1,7 εκατ. δρχ.» κ.ά.

    Αλλαγές και στη νομοθεσία, με πρώτη μέριμνα τους κληρικούς

    Η σχετική με τους πρόσφυγες νομοθεσία είναι πολύ μεγάλη και φαίνεται ότι διαρκώς προκύπτουν ανάγκες επικαιροποίησης.

    Το μεγαλύτερο μέρος της, που καλύπτει μια περίοδο 80 χρόνων (1919-1999), υπάρχει σε έκδοση του υπουργείου Εσωτερικών (Παν. Κ. Ραπτάρχης, Διαρκής Κώδικας Νομοθεσίας, Τόμος 35 Α «Κοινωνική Πρόνοια», Κεφ. Ζ «Πρόσφυγες») και καλύπτει 372 σελίδες!

    Το μεγαλύτερος μέρος της νομοθεσίας αφορά τα στεγαστικά θέματα των προσφύγων στα αστικά κέντρα, ενώ οι πιο πρόσφατοι νόμοι, της δεκαετίας του 1990, αφορούσαν τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών.

    Πάντως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο νομοθετικό διάταγμα εκδίδεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1922, μια μέρα μετά την παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου, υπογράφεται και τυπώνεται αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 175/23-9-1922) και αφορά τα «Περί προσωρινής τοποθετήσεως προσφύγων ιερέων εκ Μικράς Ασίας».

    Το επόμενο (ΦΕΚ Α 178/27-9-1922) επιφέρει τροποποιήσεις στο υπουργείο Περιθάλψεως για να διαμορφωθούν δομές στήριξης προσφύγων (Πατριωτικό Ιδρυμα Περιθάλψεως κ.ά.) και ακολουθεί την επόμενη μέρα (ΦΕΚ Α 179/28-9-1922) νομοθετικό διάταγμα «περί εγγραφών κτλ εν σχολείοις Μέσης Εκπαιδεύσεως προσφύγων μαθητών».

    Ωστόσο, τα πιο σημαντικά μέτρα θα ακολουθήσουν καθώς στις 21 Οκτωβρίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 209) Νομοθετικό Διάταγμα που ρυθμίζει τα της πολιτογραφήσεως των προσφύγων που έχουν έρθει από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τα Δωδεκάνησα, τη Βουλγαρία, τον Πόντο και απ’ οπουδήποτε αλλού από το 1913 και μετά».

    Τρεις μέρες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου 1922, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 212) Βασιλικό Διάταγμα για την ατελή εισαγωγή λυόμενων οικιών μέχρι το τέλος του 1925 και τον Νοέμβριο (ΦΕΚ Α 237/17-11-1922) δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων».

    Με την έναρξη εφαρμογής του νόμου επιτάσσονται αρχικά περίπου 8.000 κενά ακίνητα, που διατίθενται για τη διαμονή προσφύγων.

    Τα δύσκολα χρόνια

    Οι αντιπαραθέσεις βάφτηκαν και με αίμα

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα
    Το κύμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς των τελευταίων εβδομάδων απέναντι στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες από τη μια και η μισαλλόδοξη ρατσιστική συμπεριφορά από την άλλη είναι οι καταλληλότερες αφορμές για να γυρίσουμε τις σελίδες της Ιστορίας πίσω στην περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, ακόμα και Ελλήνων, έφτασαν μέχρι αίματος…

    «Η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ των δύο ομάδων προέκυψε σε σχέση με την ιδιοποίηση της γης, ενώ δεν έλειψαν ανταγωνισμοί σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων», αναφέρεται σε έρευνα που περιλαμβάνεται στην Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού με θέμα: «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα».

    «Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των προσφύγων μπόλιασαν με νέες τριβές την αντίθεση αυτή, αφού κατέταξαν τους πρόσφυγες σε μία κοινωνική ομάδα που ήταν απολύτως διακριτή μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές επιλογές τους έδωσαν νέα διάσταση στον εθνικό διχασμό, καθώς οι πρόσφυγες εντάχθηκαν μαζικά στη μία παράταξή του, το βενιζελισμό.

    Το ελληνικό κράτος, από την πλευρά του, επιχείρησε με συστηματικό τρόπο να υποβαθμίσει την αντίθεση αυτή προωθώντας μέτρα για την οικονομική στήριξη των προσφύγων. Βασική μέριμνα του κράτους ήταν να καταστούν οι τελευταίοι όσο το δυνατό συντομότερα οικονομικά αυτόνομοι και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία χωρίς άλλους κραδασμούς» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

    Να σημειωθεί ότι η απογραφή του 1928 κατέγραψε στον ελλαδικό χώρο 1.221.849 πρόσφυγες, εκ των οποίων 673.025 αστικής και 578.824 γεωργικής προέλευσης.

    Ετσι, σε κάθε περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της (αγροτική, αστική), οι αντιπαραθέσεις μεταξύ «παλαιοελλαδιτών» ή «γηγενών» ή «ντόπιων» και των προσφύγων είχαν διαφορετικές αφορμές.

    Για παράδειγμα, στα αστικά κέντρα οι πολιτικές διαφορές, που είχαν εμφανιστεί και στη δεκαετία του 1910 (βλ. «Νοεμβριανά»), ήταν πολύ πιο έντονες, ενώ αφορμή αποτέλεσαν οι επιτάξεις κατοικιών και η χρησιμοποίηση των προσφύγων ως «φτηνών εργατικών χεριών» και σε κάποιες περιπτώσεις ως «απεργοσπαστικού μηχανισμού».

    Η διανομή της γης και η διαφθορά

    Στις αγροτικές περιοχές και κυρίως στις βόρειες επαρχίες του κράτους, τα προβλήματα που αναδύθηκαν ήταν άλλου τύπου.

    Υπήρξαν πολύ εντονότερες συγκρούσεις για τη διανομή της γης, όχι μόνο αυτής των μουσουλμάνων που έφυγαν για την Τουρκία μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), αλλά και για τα τσιφλίκια, που μέχρι το 1922 καλλιεργούνταν από αυτόχθονες καλλιεργητές οι οποίοι απαιτούσαν την ιδιοποίησή τους.

    Μια άλλη πηγή προβλημάτων ήταν ότι «η στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών από «παλαιοελλαδίτες» υπαλλήλους τις έφερνε σε αντιπαράθεση με το προσφυγικό στοιχείο, καθώς συχνά λειτουργούσαν αυταρχικά, με τρόπο «αληπασαλίδικο». Καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας και βιαιοπραγίες εις βάρος των προσφύγων είναι πολύ συχνές στον Τύπο της εποχής» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

    Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς τους υπαλλήλους και αξιωματούχους εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή θέση των προσφύγων για να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη δημιούργησε τη στερεοτυπική εικόνα του διεφθαρμένου παλαιοελλαδίτη κρατικού υπαλλήλου.

    Ο Παναγιώτης Σταμπούλος διέμενε με την οικογένειά του σε σκηνή στον πρόχειρο καταυλισμό πίσω από το Νοσοκομείο Συγγρού, στην περιοχή όπου αργότερα δημιουργήθηκε η συνοικία της Καισαριανής.

    Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο κατάφερε να εξασφαλίσει για την οικογένειά του ένα από τα ξύλινα οικήματα που έχτισε το Ταμείο Περιθάλψεως τον Μάιο του 1923 είναι χαρακτηριστική:

    «Ο Μητσοτάκης είναι Κρήτας, υπάλληλος του ταμείου περιθάλψεως, σε αυτόν είχε ανατεθεί η διεύθυνσις στεγάσεως προσφύγων, και η υπηρεσία του στεγάζετο εις τα παλαιά Ανάκτορα […]

    Ηταν κατεργάρης, τα κατάφερνε θαυμάσια, και χρηματίζετο από τους πλουσίους Αθηναίους των οποίων τα μέγαρα είχαν επιταχθεί για τους πρόσφυγας. Γι’ αυτό εις τα παραπήγματα του καταυλισμού μας μετέφερε τις οικογένειες των επιταγμένων σπιτιών των Αθηναίων […]

    Μέσα στον σορόν των γυναικών που κατάκλυζε καθημερινώς το γραφείον του υπήρχαν φυσικά !!! και νοστιμούλες γυναίκες, ή κορίτσια, οι υπάλληλοί του καταλλήλως πλησίαζαν όσες από αυτές ημπορούσαν, και από μίαν ιδιαιτέραν είσοδον τες περνούσαν εις το γραφείον του.

    Εκεί εγένετο ο συνδυασμός του γλεντιού και της διαφθοράς και κατόπιν μερικές από αυτές προηγούντο στην Στέγασιν.

    Βλέποντας αυτά τα πράγματα, πίστευα πως δεν θα κατόρθωνα τίποτα με την νομιμόφρονα τακτική μου, και μια μέρα έχασα την υπομονή μου, μπήκα στο γραφείον του διά της βίας, και όταν ξαφνικά είδα το παζάρεμα της Στεγάσεως και της διαφθοράς των προαναφερθέντων γυναικών, νευρίασα, και πάνω από το γραφείον του πήρα ένα βαρύ μελανοδοχείον, το πέταξα στα μούτρα του Μητσοτάκη. Αυτό ήταν !!!» (πηγή: Μενέλαου Χαραλαμπίδη: «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: Πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», http://tvxs.gr).

    Συγκρούσεις στην ύπαιθρο

    Ωστόσο, οι αντιπαραθέσεις αυτές ειδικά στην ύπαιθρο πήραν διαστάσεις αιματοχυσίας.

    Στα πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου, τον Νοέμβριο του 1924, θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων.

    Αυτές αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάσταση των προσφύγων.

    Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια (Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ, 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ), erodotos.wordpress.com).

    Συχνά οι επιθέσεις των γηγενών είχαν αποτέλεσμα τη δολοφονία προσφύγων:

    «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου» γράφει η «Παμπροσφυγική» το 1924, μετά τη δολοφονία πρόσφυγα από ντόπιο στη Νιγρίτα Σερρών, «δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απολεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη, τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων διά την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».

    Αλλες φορές οι συγκρούσεις γενικεύονταν, όπως συνέβη το 1928 στο χωριό Ασβεσταριό κοντά στα Γιαννιτσά, όταν συνεπλάκησαν μεταξύ τους ομάδες ντόπιων και προσφύγων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό είκοσι ανθρώπων.

    Τις περισσότερες φορές οι πρόσφυγες δέχονταν οργανωμένες και ξαφνικές επιθέσεις ομάδων ντόπιων που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους εκδιξουν από τα μέρη τους.

    Τον Νοέμβριο του 1924 οι κάτοικοι του χωριού Αετός της επαρχίας Ξηρομερίου επιτέθηκαν κατά των προσφύγων του οικισμού Αγιος Νικόλαος, ενώ στο χωριό Ροδολίβος στη Μακεδονία φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαιρών και ροπάλων» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

    Από εφημερίδες της εποχής πληροφορούμαστε (εφ. «Αθήναι», 9/11/1924) ακόμα ότι στο χωριό Κοντσικιώτη στα Γρεβενά «βλαχοποιμένες επετέθησαν εναντίον προσφύγων ποιμένων […] τραυματίσαντες δύο εξ αυτών ως και τον αγροφύλακα. Οι δράσται δεν συνελήφθησαν εισέτι».

    Αλλά και μέσα στην Αθήνα γίνονταν συμπλοκές, όπως μία μεταξύ προσφύγων και χωρικών από το Μενίδι στον Ποδονίφτη (στο σημερινό τέρμα Πατησίων), καθώς οι δεύτεροι θέλησαν να καλλιεργήσουν χωράφια που είχαν απαλλοτριωθεί για την κατασκευή προσφυγικού συνοικισμού.

    Βέβαια, δεν έλειπαν οι συμπλοκές και μεταξύ προσφύγων.

    Μία απ’ αυτές, στην οποία τραυματίστηκαν 10 άτομα, έγινε στο χωριό Λιμαχόβον στην Ηγουμενίτσα μεταξύ προσφύγων από τη Βουλγαρία και Ποντίων «ένεκα ασυμφωνίας κατά την διανομήν των γαιών διά κλήρου» («Παμπροσφυγική», 16/11/1925).

    Μέσα σε αυτό το «κλίμα» ήρθαν, τον Νοέμβρη του 1924, τα αιματηρά, γενικευμένα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ (Πρώτη) Σερρών, που προκάλεσαν την πρώτη μεγάλη συζήτηση στη Βουλή για το προσφυγικό.

    Οπως είχε γραφτεί, οπλισμένες ομάδες γηγενών «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς…».

    Στις 10 Νοεμβρίου, παίρνοντας τον λόγο εκτός ημερησίας διατάξεως, ο βουλευτής Εβρου Φ. Μανουηλίδης χαρακτήρισε προμελετημένη τη σύγκρουση και υποστήριξε ότι «τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας».

    «Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ προσφύγων και εντοπίων […] υποθαλπόμενη […] από πολλού και παλλαχόθεν εγκυμονεί κίνδυνον κρατικόν και εγκυμονεί ακόμα κίνδυνον κοινωνικόν εξαιρετικής σοβαρότητος», επισήμανε ο ίδιος (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Δ’ Εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως – Τόμος Γ’ – Σελ. 119, 120 – Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων).

    Στην εφημερίδα «Αθήναι» (φ. της 9/11/1924) διαβάζουμε ότι μετά τα γεγονότα η Παμπροσφυγική Ομοσπονδία Σερρών μετέβη στη Θεσσαλονίκη και «επιρρίπτει μέγα μέρος της ευθύνης εις τον προϊστάμενον του Γραφείου Εποικισμού Σερρών, προσθέσασα ότι τη εγκρίσει τούτου και του επιθεωρητού εποικισμού Μοζέρ αφηρέθησαν από τους πρόσφυγας του συνοικισμού Καβακλή 340 στρέμματα γαιών, τα οποία είχαν εκχωρηθή εις αυτούς. Αι γαίαι αύται, αίτινες είχον σπαρή υπό των προσφύγων, εδόθησαν εις εκμεταλλευτάς μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με την γεωργίαν».

    Στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή, ο τότε πρωθυπουργός Α. Μιχαλακόπουλος ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε την απομάκρυνση του καταγγελλόμενου διευθυντή του εκεί Επισιτιστικού Γραφείου, για να παρέμβει «εις πληρεξούσιος (λέγοντας): Είνε αξιωματικός του Γκαίρλιτς» (Πρακτικά των Συνεδριάσεων, ό.π., σελ. 121) (σημ. το Γκέρλιτς ήταν γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι αιχμάλωτοι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί διαβίωναν σε πολύ καλύτερες συνθήκες σε βάρος των στρατιωτών που εθεωρούντο «βενιζελικοί»).

    Οι καταγγελίες

    Στη διάρκεια της συζήτησης ακούστηκαν πολλές καταγγελίες για αυθαιρεσίες κρατικών αξιωματούχων σε βάρος προσφύγων.

    Σταχυολογούμε ορισμένες από εφημερίδες της εποχής:

    Βοραντζάκης (βουλευτής): Την νύκτα της 22 προς την 23 Οκτωβρίου εις τας Σέρρας ανώτερος Ελλην αξιωματικός, ο διοικητής του 3/4ου Συντάγματος Καραμανώλης, εισώρμησε με ένοπλους στρατιώτας εντός μιας οικίας και εξεδίωξε δύο προσφυγικάς οικογενείας διά να καταλάβη τα υπ’ αυτών κατεχόμενα δύο δωμάτια. Εκτοτε αι δύο οικογένειαι μένουν εις τον δρόμον και ο κύριος αξιωματικός εις τα δωμάτια και εις την θέσιν του.

    Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων έστειλεν εις το Παγγαίον προς εγκατάστασιν 130 οικογενείας προσφύγων χωρίς σκηνάς, χωρίς ενδύματα, χωρίς σκεπάσματα. Την πρώτην ακόμη νύκτα απέθανον τέσσαρες εκ ψύχους.

    Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων κατέχει το μυστικόν να εξαπατά τον κόσμον. Είδομεν εδώ κινηματογραφικάς αναπαραστάσεις δήθεν εγκαταστάσεων προσφύγων, έλυωσαν με την πρώτην βροχήν εις την Δράμαν, ούτω πως αποθνήσκουν οι πρόσφυγες εις το ύπαιθρον.

    Ιασωνίδης: Οι υπάλληλοι του εποικισμού μετέβαλον τας υπηρεσίας των εις οίκους….!

    Εις εν χωρίον της Μακεδονίας εστάλησαν 400 οικογένειαι προσφύγων προς εγκατάστασιν εις γήπεδα απαλλοτριούμενα. Κατόπιν όμως άλλη διαταγή προκληθείσα από ενδιαφερομένους διατάσσει να εκδιωχθούν οι πρόσφυγες και τα γήπεδα εδόθησαν εις πλούσιον εφοπλιστήν (εφ. «Αθήναι», 11/11/1924).

    Από εκεί και πέρα, (δεν) εντυπωσιάζει η αντιπαράθεση μεταξύ βουλευτών για το ποια πλευρά, πρόσφυγες ή γηγενείς, άρχισε πρώτη τα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ Σερρών, για το εάν είναι σοβαρά τα επεισόδια σε άλλες περιοχές ή όχι κ.ο.κ.

    Ετσι, δεν άργησε αυτός ο διχασμός να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς το 1925 στις δημοτικές εκλογές αναδεικνύεται δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο πρόσφυγας κ. Πατρικίου.

    Ο πρωθυπουργός Πάγκαλος, που είχε παρέμβει υπέρ άλλου υποψηφίου, μιλώντας για την εκλογή Πατρικίου «εδήλωσεν ότι δεν ήταν αβρόν εκ μέρους των προσφύγων απέναντι του γηγενούς πληθυσμού να εκλέξουν πρόσφυγα Δήμαρχον» (εφ. «Παμπροσφυγική», φ. 17/11/1925).

    Τις επόμενες μέρες η εκλογή ακυρώθηκε εν μέσω δημοσιευμάτων που παρότρυναν την κυβέρνηση να αφαιρέσει το δικαίωμα ψήφου από τους πρόσφυγες και τελικά εξελέγη τρίτο πρόσωπο ως δήμαρχος.

    Οι εντάσεις και τα επεισόδια συνεχίστηκαν και τη δεκαετία του 1930 καθώς, μάλιστα, εμφανίζονταν διάφορες οργανώσεις, όπως ο «Σύνδεσμος Γηγενών Πειραιωτών», που φρόντιζαν να διαιωνίζουν τέτοιες απόψεις και αντιλήψεις, εκδίδοντας, λόγου χάρη, ανακοινώσεις στις οποίες «κατήγγειλαν» πως «ενώ η κρίση και η ανεργία μαστίζει τους κατοίκους του, ο Πειραιεύς έχει καταληφθεί από διάφορα πρόσωπα εντελώς ξένα από αυτόν» (εφ. «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

    Μια άλλη, η «Παμπειραϊκή Ενωσις», πραγματοποιώντας γενικό συμβούλιο, έλαβε αποφάσεις μεταξύ των οποίων ήταν «όπως επιδιωχθή εκκαθάρισις των εν Πειραιεί οργανισμών δημοσίου δικαίου και του Δήμου από τους ξένους» (εφημερίδα «Χρονογράφος», 3/4/1933).

    Για να επέλθει, τελικά, η άμβλυνση αυτών των αντιπαραθέσεων με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς τότε ξεκίνησε ένας άλλης μορφής εθνικός διχασμός, που ταλάνισε και τα μεταπολεμικά χρόνια τη χώρα.

    Η πορεία προς του Γουδή

    Οι πρόσφυγες έρχονται, ο βασιλιάς φεύγει

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Ελλάδα
    Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του ελληνικού στοιχείου στη Μικρά Ασία συγκλόνισε το πανελλήνιο και προκάλεσε ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.

    Η κυβέρνηση Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχτηκε η κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου.

    Η μεταβολή δεν είχε όμως πλέον κανένα νόημα.

    Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

    Ετσι, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και τη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα ως εκπρόσωπο του Στρατού της Χίου, Στυλιανό Γονατά ως εκπρόσωπο του Στρατού της Λέσβου και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά ως εκπρόσωπο του Ναυτικού.

    Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν στην Αθήνα.

    Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχτηκε ο γιος του και διάδοχος, Γεώργιος Β’.

    Σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σ. Κροκιδά.

    Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

    Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου, όταν η Επανάσταση επιβλήθηκε, συνελήφθησαν επτά πολιτικοί:

    • Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός,

    • Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός,

    • Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός,

    • Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός,

    • Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός,

    • Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργοί επί των στρατιωτικών και οικονομικών στην κυβέρνηση Γούναρη αντίστοιχα.

    Αργότερα θα συλληφθεί και ο Γεώργιος Χατζανέστης ή Χατζηανέστης, διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας.

    Αρχικά, πρόθεση της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν οι συλληφθέντες, που κρατούνταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, να οδηγηθούν την επόμενη μέρα στο θωρηκτό «Λήμνος», να δικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και να τουφεκιστούν πάνω στο κατάστρωμα.

    Οι πρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ζήτησαν να γίνει δίκη από νόμιμο δικαστήριο (πηγή: Γρηγόρης Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940», τόμος Α’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 17).

    Στις 9 Οκτωβρίου ογκώδης διαδήλωση 100.000 πολιτών στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα απαίτησε την άμεση εκτέλεση των υπευθύνων.

    Η λογική που είχε περάσει η Επαναστατική Επιτροπή στον λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε (περιοδικό «Ιστορία», εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 462, Δεκέμβριος 2006, άρθρο του διεθνολόγου Ιωάννη Παπαφλωράτου).

    Στις 13 Οκτωβρίου εκδόθηκε και το διάταγμα περί σύστασης και λειτουργίας έκτακτου στρατοδικείου προς εκδίκαση των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών και στις 24 Οκτωβρίου 1922 γινόταν γνωστό ότι παραπέμπονταν σε δίκη οι παραπάνω 8 κρατούμενοι με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

    Παρότι ήταν 8 οι κατηγορούμενοι, η δίκη, που άρχισε στις 31 Οκτωβρίου στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής, έμεινε στην Ιστορία ως η «Δίκη των έξι» από τον αριθμό των εκτελεσθέντων.

    Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στις 15 Νοεμβρίου και καταδίκαζε σε ισόβια δεσμά τους Μιχαήλ Γούδα και Ξενοφώντα Στρατηγό και εις θάνατον τους υπόλοιπους.

    Ηδη, από το εξωτερικό αλλά και στην εσωτερική πολιτική σκηνή είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται έντονες αντιδράσεις για την εκτέλεση της θανατικής ποινής.

    Οι πιέσεις και οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες που στις 10 Νοεμβρίου παραιτείται ο υπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης. Την παραίτησή του ακολουθεί ολόκληρη η κυβέρνηση Κροκιδά.

    Τέσσερις μέρες αργότερα σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Γονατά και την επομένη στις 7.15 το πρωί ανακοινώθηκε η απόφαση, η οποία εκτελέστηκε αυθημερόν στου Γουδή.

    http://www.efsyn.gr/arthro/irthan-oi-prosfygges-na-paroyn-psomi-mas

  25. Από το χωριό Γκιολτζούκ της περιφέρειας Νίγδης ξεκινήσαμε χίλιοι (1.000) πρόσφυγες και με το ατμόπλοιο “Καβάλλα” φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μας έκλεισαν δεκαέξι (16) μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου. Συνέχεια μας ταπείνωναν για την τούρκικη γλώσσα μας και μας αντιμετώπιζαν σαν δούλους, με ξύλο, βρισιές και προσβολές.
    Μετά απ’ αυτό το μαρτύριο μας επιβίβασαν στο ατμόπλοιο “Δίφρυς” με την υπόσχεση να μας στείλουν σε Θεσσαλονίκη και Καβάλα. Όμως μας αποβίβασαν στο Βάλτο της Ηπείρου, χωρίς καμιά φροντίδα, καμία πρόνοια. Μείναμε εκεί δέκα μέρες στο ύπαιθρο, τις έξι έριχνε συνέχεια καταρρακτώδη βροχή. Ήταν ένα μαρτύριο. Μικρά παιδιά, γέροι και άρρωστοι ξεψυχούσαν στην αγκαλιά μας, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Πάνω στην απελπισία μας, για να στεγνώσουμε και ζεσταθούμε λιγάκι, κόψαμε δυο ελαιόδενδρα.

    Αμέσως κατέφθασε ο αστυνόμος Πάργας με φοβέρες και απειλές, λέγοντας ότι τα δέντρα κοστίζουν 2.000 δραχμές.

    Ύστερα από πολλές διαμαρτυρίες, μας έδωσαν σκηνές και μας εγκατέστησαν στο Τουρκικό νεκροταφείο, που απέχει πέντε λεπτά από την Πάργα, ίσως για να μας διευκολύνουν στο θάνατο. Μείναμε εκεί 35 μέρες, άρρωστοι, ελεεινοί, βρεγμένοι, νηστικοί, τουρτουρίζοντας από τον πυρετό και εκλιπαρώντας για λίγο ψωμί και λίγο κινίνο. Μέσα σ’ αυτό το μήνα από τους περίπου 1.000 Γκιολτζουκιανούς πρόσφυγες πέθαναν οι 275. Το βεβαιώνει ο ιερέας μας Αθανάσιος Καμπερίδης, που τους έθαψε εκεί και κράτησε τα ονόματά τους.

    Μετά από όλα αυτά, εδέησαν να μας στείλουν στην Καβάλα. Φτάσαμε εδώ πριν μερικές μέρες, ζούμε σε σκηνές και μας τρώει η αγωνία για το αύριο: Τι θα απογίνουμε; Πού θα μας στείλουν; Δεν ξέρουμε τίποτα, ξέρουμε μόνο ότι σε κάθε βήμα μας αντικρίζουμε την αδιαφορία και την περιφρόνηση. [Καβάλλα 1-11-1924, Πολλοί πρόσφυγες]

    Πηγή: Επιστολή που δημοσιεύτηκε σε αθηναϊκή εφημερίδα της 10ης Νοεμβρίου 1924

    Διασκευάστηκε για τις ανάγκες της παράστασης “Ήταν Κατάρα Θεού η Ανταλλαγή” του Συλλόγου Μικρασιατών της Καβάλας, σε συνεργασία με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Καβάλας και το Μουσικό Σχολείο Καβάλας (Αμφιθέατρο Π.Ε. Καβάλας, 15-11-2014). Η φωτογραφία από τις Συλλογές του “Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού” της Καβάλας, το βαπτιστικό από τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Καβάλας.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: