-Κράτος και πρόσφυγες του ’22…

Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μέρος (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) από τό κεφάλαιο: Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα», που αποτελεί μέρος από μια ευρύτερη μελέτη μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”.

Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο: Γιώργος ΚόκκινοςΒλάσης ΑγτζίδηςΈλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα (https://kars1918.wordpress.com/2011/01/28/mnimi-travma-3/)

Κράτος και πρόσφυγες

Παρότι η αποκατάσταση τόσο μεγάλου αριθμού προσφύγων του 1922, αποτελεί επίτευγμα των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής και της Κοινωνίας των Εθνών, που επόπτευσε και υλοποίησε το πρόγραμμα αποκατάστασης, εν τούτοις υπάρχουν στοιχεία, τα οποία είναι συγκλονιστικά όσον αφορά την ένταξη των προσφύγων. Καταρχάς ένας πολύ μεγάλος αριθμός προσφύγων θα χάσει τη ζωή του από τις κακουχίες στον ελλαδικό χώρο. Από την άλλη, η «Ανταλλάξιμη Περιουσία» που θα έπρεπε -με βάση τη διεθνή Συνθήκη της Ανταλλαγής των  πληθυσμών- να μοιραστεί στους πρόσφυγες, αποτέλεσε -έως και σήμερα- σημείο της μεγαλύτερης οικονομικής κατάχρησης στη μετά το ‘22 Ελλάδα. Ακόμα και στην Κρήτη, όπου τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα ήταν αμβλυμένα λόγω του φιλοβενιζελισμού των προσφύγων, οι ντόπιοι κατάφεραν προς όφελός τους να ακυρώσουν σε μεγάλο βαθμό την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων.[1]

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι ίδιες οι Επιτροπές που ήταν επιφορτισμένες με την αποκατάσταση των προσφύγων, συγκάλυπταν τις καταπατήσεις από γηγενείς των ακινήτων που έπρεπε να αποδοθούν σε πρόσφυγες.[2] Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των συγκρούσεων στο Κιούπκιοϊ, όπου καταγγέλθηκε ότι ρόλο στα γεγονότα εις βάρος των προσφύγων είχε ο διευθυντής του Εποικιστικού Γραφείου Μακεδονίας που ήταν «αξιωματικός του Γκέρλιτζ», που σήμαινε ακραίος μοναρχικός.[3] Μετά τις εκλογές του 1928 και τη συντριπτική νίκη του Βενιζέλου θα υπάρξουν συγκρούσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα.[4]

Από το 1928, με την ψήφιση του Ιδιώνυμου, αλλάζει η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης κατά των Ποντίων που είχαν εγκλωβιστεί στη Σοβιετική Ένωση και συμπεριλαμβάνονταν στη συμφωνία Ανταλλαγής Πληθυσμών και Περιουσιών του 1923. Θέλοντας να σταματήσει την αποστολή στην Ελλάδα μέσω των προσφύγων, εκπαιδευμένων στελεχών για την επάνδρωση του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφασίζει την απαγόρευση την χορήγησης αδειών καθόδου σε ομογενείς. Παράλληλα, όλος ο πληθυσμός θεωρείται ύποπτος. Η άποψη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είναι ότι: «…η υπό του Υπουργείου τούτου ανέκαθεν χαραχθείσα τακτική επί του ζητήματος της καθόδου των Ελλήνων της Ρωσίας, συνίστατο εις την καθιέρωσιν στενών περιορισμών και την επιβολήν αυστηροτάτου ελέγχου εις τας εκ Ρωσσίας προελεύσεις, μέτρων υπαγορευθέντων… και εκ λόγων δημοσίας ασφαλείας, εφ’ όσον επανειλημμένως διεπιστώθη ότι οι επί μακρόν υπό τον μπολσεβικικόν ζυγόν ζήσαντες και εις Ελλάδαν κατερχόμενοι ρέπουσι μοιραίως προς τον κομμουνισμόν». [5]

Οι συνέπειες για τον προσφυγικό πληθυσμό που παρέμενε στη Σοβιετική Ένωση ήταν τραγικές, γιατί βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σ’ ένα τόπο διάβασης, στον οποίο δεν ήθελε να παραμείνει μόνιμα, ούτε και να ενταχθεί, και στον τελικό του προορισμό, στον οποίο όμως δεν μπορούσε να φτάσει αποκλεισμένος από την ίδια του την εθνική κυβέρνηση, η οποία είχε υπογράψει «αντ’ αυτού» τη Συνθήκη της Λωζάννης.[6] Στη συνέχεια με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα ολοκληρωθούν την εποχή της χούντας θα αποστερηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης από την Ανταλλάξιμη Περιουσία.

Κομβικό σημείο για τη σχέση των προσφύγων με το ελλαδικό πολιτικό σύστημα θα είναι η υπογραφή της “Ελληνοτουρκικής συνθήκης φιλίας, ουδετερότητος και διαιτησίας” από τους Βενιζέλο και Κεμάλ. Ο μεσολαβητής γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι. Ο Ελ. Βενιζέλος θα υπογράψει το 1930 την “Συνθήκη” παρά την έντονη αντίδραση των προσφύγων, τους οποίους απείλησε με διώξεις, με το γνωστό Ιδιώνυμο. Δηλαδή, με την κατηγορία του εχθρού του κράτους. Το Ιδιώνυμο είχε ψηφιστεί για να κατασταλεί η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος.  Η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε στην υπογραφή της Συνθήκης επειδή είχε γίνει αποδεκτή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να δημιουργηθεί ένας άξονας Ρώμης-Αθήνας-Άγκυρας και ένα σύστημα τριμερούς συνεργασίας και θα είχε ως βάση ένα σύνολο διμερών συμφωνιών.[7]

Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού οράματος υπήρξε η ελληνοτουρκική Συνθήκη  της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος, αφού πρώτα εξισώνονταν με τις μουσουλμανικές περιουσίες που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι στην Ελλάδα.[8] Μέχρι τότε -όσον αφορά το διεθνές δίκαιο- οι περιουσίες των «ανταλλαχθέντων» παρέμεναν υπό την ιδιοκτησία των κατόχων τους, μόνο που τα δύο κράτη είχαν αποφασίσει να είναι διαχειριστές των περιουσιών αυτών.

Η συμφωνία του ‘30, μαζί με την υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης, εγκαινίασαν μια νέα εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”.[9] Εφεξής, ο φιλοκεμαλισμός θα ήταν το κοινό συναίσθημα που θα μοιράζονταν οι άνθρωποι της συμπολίτευσης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον ακραίας εκδοχής της. Από το σημείο εκείνο και πέρα, οι πρόσφυγες, φιλοβενιζελικοί στην πλειονότητά τους, θα πορεύονται μόνοι τους σ’ έναν άξενο τόπο. Η ελληνο-τουρκική συνθήκη του ’30 θα είναι η πρώτη σημαντική σύγκρουση των προσφύγων με τον βενιζελισμό. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που θα αρχίσει η μεταστροφή προς τα αριστερά σημαντικού τμήματος του προσφυγικού πληθυσμού.

Οι πρόσφυγες βιώνουν έντονα την πολιτική του κράτους. Ο Παναγιώτης Φωτιάδης, πρόσφυγας θεατρικός συγγραφέας που κατοικούσε σ’ ένα χωριό του Κιλκίς γράφει το 1928: «Όλοι κλέβουν και θα κλέβουν το δημόσιο και τους ιδιώτες, τόσο καιρό όσο ο κουτός αυτός λαός, που φταίει για όλα, δεν ξυπνάει μια μέρα και δεν καταλάβει τις υποχρεώσεις που έχει και τα δικαιώματά του, και δεν γίνεται όργανο στα χέρια αυτών των κυρίων που μας διοικούν.»[10]

Η πολιτική του ελληνικού κράτους θα αποσκοπεί πλέον στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων. Η ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής θα είναι μια απαγορευμένη ιστορία μέχρι τη δεκαετία του ’80. Θα απαγορευτεί ακόμα και η αναφορά στον όρο «πρόσφυγες». Οι πρόσφυγες για το ελληνικό κράτος θα χαρακτηρίζονται «μετανάστες» με κύρια πηγή του αντιπροσφυγικού συναισθήματος το Παλάτι. Χαρακτηριστική ήταν η αρνητική αντίδραση του Βασιλιά Γεωργίου του Β’, όταν το Νοέμβριο του 1923 του πρότεινε ο πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Χ. Μοργκεντάου, να επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων. Το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η άρνησή του ήταν ότι αυτό θα έκανε πολύ κακή εντύπωση και θα ενοχλούσε τους φιλομοναρχικούς πολίτες.[11]

H καταστολή από το μοναρχικό κράτος ή «Ο Λαός ασθενεί» (Γ. Βλάχος)

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κινημα του ’35, οι πρόσφυγες, που θα συνταχθούν με τους πραξικοπηματίες ως βενιζελικοί, θα βρεθούν κι αυτοί στο στόχαστρο της μοναρχικής, και αργότερα μεταξικής, τρομοκρατίας.[12] Στα εγκλητήρια με τα οποία οι βενιζελικοί παραπέφθηκαν για εσχάτη προδοσία αναγραφόταν ως κατηγορία ότι «εξόπλισαν Έλληνες πολίτες και πρόσφυγες…». Ήταν χαρακτηριστική η άρνηση αποδοχής των προσφύγων ως «Ελλήνων πολιτών» δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.[13] Στη συνέχεια, σκληρή θα είναι η αντιπροσφυγική υστερία που θα καταλάβει τον κυβερνητικό Τύπο. Κηρύγματα φανατισμού και ρατσισμού προς τους «αυτόχθονες» κατά των προσφύγων γεμίζουν τις σελίδες των φιλομοναρχικών εφημερίδων. Οι πρόσφυγες αποκαλούνται «λεφούσι» και «Τούρκοι»: «Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους ‘αμύνης’ κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις» στις 6 Φεβρουαρίου του 1936. Οι επιθέσεις κατά των προσφύγων ήταν συνεχείς. Την ίδια χρονιά συνέβησαν επιθέσεις και εμπρησμοί κατά των προσφυγικών παραπηγμάτων στο Βόλο.[14]

Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά θα αποτυπωθεί και συμβολικά το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ.[15] Τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα του Ι. Μεταξά θα είναι τόσο έντονα ώστε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του θα απαγορεύσει το ρεμπέτικο και τις μελωδίες της Ανατολής, έχοντας τη συναίνεση του τότε πνευματικού κόσμου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικής τοποθέτησης.[16] Τα μεγάλα θύματα της λογοκρισίας του Μεταξά, ήταν η Σμυρνέϊκη (του Πειραιά) Κομπανία που έδρευε στον Πειραιά, καθώς και οι βυζαντινοί μουσικοί τρόποι, τους οποίους οι «γηγενείς» Αθηναίοι ονόμαζαν Τουρκομερίτικους.[17]

(Στη φωτογραφία ο Μεταξάς με ιδιόχειρη αφιέρωσή του στην τουρκική εφημερίδα Aksam)

Η δεκαετία του ’40 θα είναι μια δεκαετία πλήρους ανατροπής των ισορροπιών. Η κύρια αντίθεση μεταξύ προσφύγων και γηγενών θα αντικαταστασταθεί από τη σύγκρουση δεξιάς–αριστεράς. Οι κοινότητες των προσφύγων, που μέχρι τότε ήταν κατά κύριο λόγο βενιζελικές με κάποιες εντάξεις στην Αριστερά,  θα διχαστούν. Στα νέα πολιτικά σχήματα θα συναντήσουν τους παλαιούς τους γηγενείς αντιπάλους και θα δομήσουν νέες ταυτότητες που θα συμπληρώνουν τις παλιές.

Στην επίσημη κρατική ελληνική ιδεολογία, τα ιστορικά γεγονότα της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποσιωπούνται. Επιδιώκεται συστηματικά η εξαφάνιση του παράγοντα «ελληνισμός της Ανατολής» και η εξάλειψη της ιστορικής του μνήμης. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του ’19-’22 θα αντιμετώπιζεται αποκλειστικά ως «αγώνας για την απελευθέρωση του τουρκικού εδάφους από τη συμμαχική κατάληψη».[18] Η πλέον ξεκάθαρη τοποθέτηση της συντηρητικής παράταξης για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα, ακριβώς όμοια μ’ αυτή του ΚΚΕ, θα γίνει από τον Ευ. Αβέρωφ το 1957 από το επίσημο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ όπου δήλωσε ότι ο μικρασιατικός πόλεμος ήταν «κατακτητικός πόλεμος… αλλά βεβαίως δεν ήτο ελληνικός πόλεμος» και ότι «η Τουρκία απάντησε με μίαν υπερηφάνειαν και μίαν γενναιότητα, η οποία της έδωσε την εθνικήν της ανεξαρτησίαν».[19]

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ιστορικής  μνήμης, όπως και η έρευνα επί των ιστορικών γεγονότων, θα αφορούν τις κλειστές ομάδες των προσφύγων. Ο πρώτος ιστορικός που προσπάθησε να μελετήσει τα αρχεία για εκείνα  τα πολιτικά γεγονότα, που αφορούσαν τις γενοκτονίες των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία, ήταν ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπισή του από τις ελληνικές αρχές, όταν προσπάθησε να μελετήσει τα γερμανοαυστριακά αρχεία που αφορούσαν την περίοδο 1908-1918. Ο ίδιος περιγράφει ως εξής την εμπειρία του: «Όταν το 1958-59 καθώς πραγματοποιούσα την έρευνα στα επίσημα αυστριακά αρχεία που μόλις είχαν παραδοθεί στους ερευνητές και είχα συναντήσει πλήθος εγγράφων που αφορούσαν τις βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κουρτ Βαλτχάιμ και αργότερα γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και πρόεδρος της Αυστρίας με ενημέρωσε ότι δύο επιφανείς Ελληνες πολιτικοί, με παρέμβασή τους, ζητούσαν την απαγόρευση της έρευνας. Αυτοί, το αποκαλύπτω τώρα, ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Το σκεπτικό ήταν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.»[20]

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση του ιδιαίτερου πολιτισμού των προσφύγων δεν θα έχουν την επιδοκιμασία της νεοελληνικής διανόησης. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που ανέκυψε για τις προσπάθειες ανάπτυξης μιας ποντιακής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Σε άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα ο Κ. Θ.  Δημαράς αναπαράγει την εχθρική άποψη για τις διαλέκτους που είχαν οι δημοτικιστές και είχε διατυπώσει ήδη με σαφήνεια ο Τριανταφυλλίδης κατά την αναζήτηση της νέας «τεχνικής» νεοελληνικής γλώσσας. Ο Δημαράς θεωρεί ότι η ιδιωματική λογοτεχνία ήταν εκτός από βλαβερή κι επικίνδυνη γιατί «διασπά την πολιτισμική συνοχή των Ελλήνων». Αντίθετα ο Νίκος Ανδριώτης ενθάρρυνε τις προσπάθειες των Ποντίων. Η άποψη του Δημαρά προκάλεσε  την αντίδραση των Ποντίων διανοουμένων μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Χρονικά του Πόντου.[21]

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτησή τους:  «Αν όμως οι ανάγκες μια κοινής εθνικής γλώσσας έχουν το αποτέλεσμα που είδαμε, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή εθνικό συμφέρον να σβήσουν τα ιδιώματα, που μέσα τους έχει εκφραστεί η ιδιοτυπία μιας μερίδας του λαού.  …έτσι θα θέλαμε, πλάι στην κοινή ελληνική γλώσσα που κάμαμε δική μας, να διατηρήσομε, σε περιορισμένη πια  χρήση και το αγαπημένο μας ιδίωμα, πολύτιμη ιστορική κληρονομιά.»[22]

Το αποκαλυπτικότερο γεγονός που αναδεικνύει τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που αφορούσαν την ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής από την πλευρά του κράτους είναι η μεταχείριση της ταινίας «1922» του Νίκου Κούνδουρου. Βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες και κυρίως στο βιβλίο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, γυρίστηκε το 1977-1978 με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η εφημερίδα Hurriyet είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. Το υπουργείο Προεδρίας φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ. Η λαθραία κόπια στάλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε! Λίγο αργότερα, με παρέμβαση του Μικρασιάτη, τότε υπουργού, Γιάννη Καψή έλαβε τέλος η ομηρία της ταινίας και το ΕΚΚ την παρέδωσε στον Νίκο Κούνδουρο.[23]

Η αντιμετώπιση των Ελλήνων της ΕΣΣΔ

Ένα μεγάλο ζήτημα που άπτεται της συμπεριφοράς του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ, ήταν η αποστέρηση των δικαιωμάτων αποζημίωσης με την Ανταλλάξιμη Περιουσία. Ενώ ήδη από το 1928 είχε απαγορεύσει την κάθοδό τους στην Ελλάδα, στη συνέχεια μεθόδευσε την απαλλοτρίωση του δικαιώματος αποκατάστασης που προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Με το 330/1960 Βασιλικό Διάταγμα του 1960, απαγορεύτηκε η αποκατάσταση όσων προσφύγων έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1934.

Μετα το 1989 εμφανίστηκε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών και προσφύγων από την ΕΣΣΔ το οποίο θα διογκωθεί μετά την κατάρρευσή της. Η κρατική πολιτική αποκατάστασης των «παλιννοστούντων ομογενών» που θα εκπονηθεί,  θα θεωρηθεί ανεπαρκής και προβληματική.[24] Το συναίσθημα που επικρατεί αποτυπώνεται στον εξής τίτλο μιας ποντιακής εφημερίδας: «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες».[25] Η έλλειψη ευαισθησίας και κατά συνέπεια αντανακλαστικών  θα φανεί στην περίπτωση του πολέμου στην Αμπχαζία 1992-1993. Μόνο ένα χρόνο μετά την κήρυξη του πολέμου και μετά πολλές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις ποντιακών συλλόγων στην Αθήνα, η κυβέρνηση θα αποφασίσει να οργανώσει την επιχείρηση απεγκλωβισμού των Ελλήνων από το εμπόλεμο Σοχούμι της Αμπχαζίας, το οποίο βρισκόταν τότε υπό γεωργιανή κυριαρχία περικυκλωμένο από αμπχαζικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η αδιαφορία υπήρξε διακομματική συμπεριφορά, απόρροια του συναισθήματος ότι το πρόβλημα αυτό δεν ήταν «δικό τους».

Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπιση ενός αιτήματος μιας διεθνούς αποστολής στην Αμπχαζία η οποία διαπίστωσε τις τραγικές συνθήκες. Στο έγγραφό του ο Μ. Τζέλιος, γενικός γραμματέας της International Federation for the Protection of the Rights of Ethnic Religious, Linguistic and other Minorities αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μαζί με τον υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών Ν. Μυστακόπουλο, ελληνικής καταγωγής, επισκεφτήκαμε την Κωσταντίνοφκα, ένα από τα ελληνικά χωριά κοντά στο Σοχούμι. Έξω από το κατεστραμμένο σχολείο μας περίμεναν καμιά τριανταριά άτομα, άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα πρόωπα όλων των ηλικιών. Ότι γλύτωσε απ’ τον πόλεμο το αποτέλειωσαν οι ληστρικές ομάδες που περιφέρονται και λυμαίνονται τηνπεριοχή, καταληστεύουν τα σπιτια και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Αποτέλεσμα της τρομοκρατίας είναι να ερημώσουν τα χωριά που κάποτε ευημερούσαν. Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και άλλοι διεσκορπίστηκαν στα ενδότερα της Ρωσίας. Σε μια από τις επιδρομές στην Κωσταντίνοφακα σκοτώθηκαν δεκατέσσερα άτομα….Όλοι τους ήταν  τρομαγμένοι, απελπισμένοι. Έμειναν σχεδόν με τα ρούχα που φορούσαν. Η πίκρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους από την εγκατάλειψη των συμπατριωτών μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κανένα ενδιαφέρον, καμιά βοήθεια, καμιά συμπαράσταση από τους πολυάριθμους φιλανθρωπικούς οργανισμούς και αδελφότητες….» Το κείμενο που στάλθηκε προσωπικά προς τον «υφυπουργό εξωτερικών» τελείωνε με την έκκληση: «Τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδας στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στη βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας».[26] Καμιά συνδρομή δεν θα δοθεί στους Έλληνες που παρέμειναν στην ταραγμένη εκείνη περιοχή του Καυκάσου. Το αίτημα αυτό θα υποβαθμιστεί και θα  παραγνωριστεί από τους πολιτικούς συμβούλους και τη γραφειοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών.[27]

Με το πνεύμα αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν το μεγάλο ζήτημα της νέας ελληνικής προσφυγιάς που προέκυψε απ’ την την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2000 το ζήτημα των «παλιννοστούντων» ομογενών θα μπει στο στόχαστρο της κομματικής αντιδικίας. Στην πλειονότητά τους οι μετανάστες και πρόσφυγες ομογενείς θα στοχοποιηθούν ως «ελληνοποιημένοι μη Έλληνες».[28] Επίσης και στα ζητήματα που άπτονται των ζητημάτων της γενοκτονίας και της προβολής  της, η ελληνική κυβέρνηση θα είναι πλέον εξαιρετικά επιφυλακτική έως και αρνητική.[29]


[1] Το Νοέμβριο του 1936 ο Διευθυντής της Τοπογραφικής Υπηρεσίας σε αναφορές του προς το Γενικό Γραμματέα επί των οριστικών διανομών Κρήτης επισημαίνει ότι: «…επιτήδειοι και ξένοι προς την αγροτικήν αποκατάστασιν δια μυρίων τρόπων αποξενούσι τους πραγματικούς κληρούχους των κλήρων αυτών και υποκαθίστανται εις τα δικαιώματά των» και ότι: «αι αυθαιρεσίαι… ανέτρεψαν άρδην την έννοιαν της Αγροτικής Αποκαταστάσεως των εν Κρήτη προσφύγων». Νίκος Ανδριώτης, «Χριστιανοί (γηγενείς-πρόσφυγες) και Μουσουλμάνοι. Πληθυσμιακή κινητικότητα στην Κρήτη (τέλη 19ου-αρχές 20ου αιώνα), παρατίθεται στο «Προσφυγικό ζήτημα και διπλωματία», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελ. Βενιζέλος, Χανιά, 2008, σελ. 75.

[2] Παρασκευάς Συργιανόγλου, «Εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στο Ρέθυμνο», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, ό,π,, σελ. 93.

[3] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924

[4] Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Stilborn republic: Social coalitions and party strategies in Greece, 1922-1936, εκδ.  University of California Press, Μπέρκλεϊ, 1983, σελ. 205.

[5] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 140.

[6] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 101, 160.

[7] Γρηγόρης Δαφνής, ό.π., τόμ 2, σελ. 10.

[8] Υπολογίστηκε ότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν δεκαπλάσιες των σντίστοιχων μουσουλμανικών που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα.  (Γιώργος Λαμψίδης, Οι πρόσφυγες του 1922, Αθήνα, έκδ. Ελληνική Φωνή, Αθήνα, 1982, σελ. 59.)

[9] http://nobelprize.org/nomination/peace/nomination.php?action=show&showid=2046

[10] «Όλοι κλέβουν», περ. Ποντιακά, τεύχ. 18, Απρίλιος 2009, σελ. 15. Ο Π. Φωτιάδης έστελνε τα κείμενά του για δημοσίευση στα ελληνικά έντυπα της Νότιας Ρωσίας με την υπογραφή «Μαρκήσιος».

[11] Πάνος Καϊσίδης, « Ο Γεώργιος Β’ και οι πρόσφυγες», περ. Ποντιακά, τεύχ. 5, Μάρτιος 2008, σελ. 8-10.

[12] Γρηγόριος Δαφνής, ό.π., τόμ, 2, σελ. 183.  Η αντιβενιζελική υστερία θα εμπεριέχει την αντιπροσφυγική στάση και την επίκληση να επιβληθεί δικτατορία:  «…Το εγράψαμεν προ δύο ετών, μετά τας εκλογάς και μετά την 6ην Μαρτίου. Το εγράψαμεν μετά την 6ην Ιουνίου και την απόπειραν. Το εγράψαμεν μετά το κίνημα (του ’35) και μετά την καταστολήν του: Δικτατορίαν… Δικτατορίαν» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 23 Μαρτίου 1935). Επίσης: «…Δεν χωρεί συζήτησις περί του αν είναι καλόν ή κακόν να κόψει κανείς τον πόδα. Τον κόπτει άμα είναι ανάγκη, άμα έχει γάγγραιναν… Ο Λαός λοιπόν ασθενεί. Έχει Βενιζελισμόν, έχει γάγγραιναν. Πρέπει να εισαχθεί εις Νοσοκομείον, το οποίο θα λέγεται Δικτατορία… και εκεί να υποστεί εγχείρησιν σοβαράν: Ακρωτηριασμόν των Ελευθεριών του…» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 27 Μαρτίου 1935).

[13] Άννα Κελεσίδου Γαλανού, Η ιστορία ενός πρόσφυγα επαναστάτη, εκδ. Οργανισμός Διάδοσης Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα, 1977, σελ 83.

[14] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.

[15] Στο πρωτοσέλιδο, όπου εκτός από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά συλλυπητήρια του Ι. Μεταξά, περιέχεται και μια ιδιαιτέρως κολακευτική βιογραφία του Ισμέτ Ινονού, ανακοινώνεται η επικείμενη μετονομασία της οδού. («Το πένθος δια τον θάνατον του Κεμάλ Ατατούρκ. Εκδηλώσεις ελληνικής θλίψεως», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938.)

[16] Βίκυ Χαρισοπούλου, «Παρουσίαση του βιβλίου του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη», εφημ. Τα Νέα, 26-7-1999. Ενώ είναι γνωστό ότι το μεταξικό καθεστώς επέβαλε αυστηρότατη λογοκρισία στο ρεμπέτικο τραγούδι, είναι τελείως άγνωστο ότι ο Μεταξάς είχε συμπαραστάτες σε αυτή την πολιτική το σύνολο του τότε πνευματικού κόσμου. («Το ρεμπέτικο στη δεκαετία του 1930 και ο Μεταξάς μέσα από τις γραπτές συγχρονικές πηγές» στο Κώστας Βλησίδης, Όψεις του Ρεμπέτικου, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004). Την ίδια άποψη εκφράζει και ο  Στάθης Δαμιανάκος στο Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, εκδ. Πλέθρον Αθήνα, 1987, σελ. 165.

[17] Σημαντικές πληροφορίες για το κλίμα της εποχής και το πώς το εισέπραξαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και μουσικοί στο Γιώργος Παπάζογλου, Tα χαΐρια μας εδώ. ‘Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Αγγέλα Παπάζογλου, εκδ. Eπτάλοφος, Αθήνα, 2003.

[18] «Η σταδιοδρομία του Ισμέτ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938

[19] Χρ. Τζιτζιλώνη, «70 χρόνια μετά τη Μικράσιατική Καταστροφή. Ο χαρακτήρας της εκστρατεία», στο Θέματα ελληνικής ιστορίας. Μαρξιστική προσέγγιση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 178.

[20] Η μαρτυρία αυτή του Ενεπεκίδη κατατέθηκε δημόσια, κατά την παρουσίαση του περιοδικού  «Ε-Ιστορικά», που πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», στην Καλλιθέα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν η «Ελευθεροτυπία» και η Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδας (Ανταπόκριση Γιώργου Κιούση, Ελευθεροτυπία, Νοέμβριος 2002).

[21] «Η λογοτεχνία των Ποντίων μετά το 1922», περ. Ποντιακά, τεύχ. 2, Δεκέμβριος 2007.

[22] «Τι επιζητούμε», περ. Χρονικά του Πόντου, μηνιαίο λαογραφικό περιοδικό,  τεύχ. 21-22,  Αθήνα, 1954,  σελ. 22.

[23] Βλάσης Αγτζίδης, «Μικρά Ασία και αμφισβήτηση της Ιστορίας, εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 16-9-2001.

[24] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής επί του νέου προσφυγικού ζητήματος στο: Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά, ό.π., σελ. 589-680.

[25] «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες», εφημ. Ποντιακά Νέα, πρωτοσέλιδο, αριθ. 365, 31 Δεκεμβρίου 2000. Επίσης στηλιτεύεται η αστυνομική βία που ασκείται στους νεοπρόσφυγες: Ελ. Παναγιωτίδου-Ελ. Παπαδοπούλου, «Απ΄ το Μενίδι στα δικαστήρια», πρωτοσέλιδο, εφημ. Τεμέτερον, τεύχ. 1, Σεπτέμβριος 1996.

[26] Υπουργείο Εξωτερικων, πολιτικό γραφείο υφυπουργού, αρ.πρ. 60/ 23-2-1994

[27] Έτσι θα απορριφθεί και το αίτημα που κατατέθηκε λίγο αργότερα στον ίδιο υφυπουργό -ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου-  για την πραγματοποίηση μιας έκδοσης, κατά τον  τύπο της έκδοσης για τους Έλληνες Εβραίους, από το Αρχείο του υπ. Εξωτερικών με τα διπλωματικά έγγραφα που αφορούσαν τον ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας τον 19ο και 20ο αιώνα. Συμπεριφορές τέτοιες είναι απόρροια της γενικότερης νοοτροπίας και των κριτηρίων αξιολόγησης που διαθέτει το σώμα των υπηρεσιακών και πολιτικών συμβούλων.

[28] Ειδικά ο συντηρητικός χώρος κράτησε ανοιχτά αρνητική και ξενόφοβη στάση. Αποκορύφωμα υπήρξε η φιλολογία για τις «ελληνοποιήσεις». Το σύνολο των παλιννοστούντων για τη Νέα Δημοκρατία και την ακροδεξιά χαρακτηρίστηκε ως «ελληνοποιημένο», αποτελούμενο από «Αμπχάζιους, Τσετσένους κ.λπ.» Τη διαφθορά και τις υπαρκτές παρανομίες των ελληνικών διπλωματικών αρχών  τις πρόβαλε ομαδικά και ρατσιστικά στους «παλιννοστούντες» ομογενείς. (Φ. Kαλλιαγκόπουλου – Ν. Τσιούτσια, «Kαραμανλής: 96.162 ψήφοι ήλθαν από το… πουθενά», εφημ. Καθημερινή, 28 Φεβρουαρίου, 2001.) Τεκμηριωμένη απάντηση δόθηκε στο: Γρ. Νιώτης, «΄΄Ελληνοποιήσεις»: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2001, σ. 50-51.

[29] Κωσταντίνος Φωτιάδης, «Η άρνηση της έκδοσης των ντοκουμέντων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το ελληνικό Κοινοβούλιο», εφημ. Πόντος, τεύχ. 61, Απρίλιος 2008, σελ. 12-13.

38 Σχόλια

  1. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

    —————————————————-

    «Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα (1821-1930)»

    Click to access sel_115_172.pdf

    —————————————————–

    ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
    ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1821-1930)

    Click to access %CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A6%CE%A5%CE%93%CE%95%CE%A3_2013_%CE%A3%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%99%CE%A9%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3.pdf


    —————————————————

    «Ένταξη Μικρασιατών προσφύγων στο νομό Ιωαννίνων»

    Click to access Ptychiaki23.pdf

    ——————————————————
    Βουλή των Ελλήνων, «1923-1998, 75 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης»

    Click to access %CE%92%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%97-98-%CE%95%CE%9B%CE%9B%CE%97%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%91.pdf

    ——————————————————–

    ΒΕΡΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ (Ε΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

    Κύριε Υφυπουργέ, η ανταλλάξιμη περιουσία είναι περιουσία των προσφύγων του 1922. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν είστε και τόσο ενημερωμένος για το πώς ξεκίνησε και το πού έχει φθάσει. Βέβαια μου λέτε το τελευταίο σημείο της όλης ιστορίας, ότι διαλύθηκε το 1998 το Τ.ΑΠ.Α.Π. με το τάδε προεδρικό διάταγμα. Το Τ.ΑΠ.Α.Π. ήταν το ταμείο που διαχειριζόταν τα χρήματα. Πρέπει να σας πω ότι τώρα μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, μία τεράστια περιουσία που το 1922 είχε εκτιμηθεί από την τότε Διεθνή Επιτροπή Εκτίμησης γύρω στα 100.000.000.000 δραχμές για τις ελληνικές περιουσίες και 10.000.000.000 για τις τούρκικες περιουσίες. Είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι δεν απέδωσαν τίποτα με τη γνωστή συμφωνία του 1930 μεταξύ Ατατούρκ και Βενιζέλου. Πέρα απ’ αυτό όμως, δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση και να πληρώσουν τελικά πάλι το «μάρμαρο» αυτής της υπόθεσης της μικρασιατικής καταστροφής οι ίδιοι οι πρόσφυγες.

    Πρέπει να σας πω ότι μιλάμε για χρήματα που το 1998 ξεπερνούσαν τα 150.000.000.000 δραχμές και δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει ακριβώς τον αριθμό των κτημάτων, πόσα ήταν τα αστικά, πόσα ήταν τα αγροτικά, αλλά μιλάμε για εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα αστικά και αγροτικά κτήματα.

    Από το 1923 μέχρι τουλάχιστον το 1998 οι διαχειριστές του συγκεκριμένου ταμείου, εκτός από την Επιτροπή Αποκατάστασης, στη συνέχεια ήταν η Εθνική Τράπεζα, η 12η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, η 18η του Υπουργείου Οικονομικών, η 10η και τώρα μου μιλάτε για μία καινούργια. Το Υπουργείο Οικονομικών είναι επί της ουσίας. Το Υπουργείο Οικονομικών όμως δεν μπορεί να διαχειρίζεται και να έχει οικειοποιηθεί τα χρήματα των προσφύγων. Υπήρχε ένα πολύ μεγάλο κίνημα προσφυγικών συλλόγων, προσφυγικών δήμων και άλλων φορέων σε κάθε περιοχή που διεκδικούσε και έπαιρνε για ανάπλαση προσφυγικών τετραγώνων. Αυτό σημαίνει αποκατάσταση προσφύγων. Παλεύαμε για να σβηστούν τα χρέη και υπήρχαν και μία σειρά από άλλα ζητήματα που ο κάθε φορέας από τη δική του πλευρά πάλευε.

    Πρέπει να σας πω ότι έχω προσωπική εμπειρία με τους δώδεκα προσφυγικούς συλλόγους στη Νίκαια. Ξέρετε ότι είναι ο μεγαλύτερος προσφυγικός δήμος. Έχουμε αναπλάσει ένα προσφυγικό τετράγωνο με πενήντα έξι οικίες και στο σχεδιασμό όχι μόνο του Δήμου της Νίκαιας αλλά και των υπολοίπων δήμων είναι να αξιοποιήσουν αυτά τα χρήματα που δεν είναι του Υπουργείου, αλλά είναι ιδιωτική περιουσία των προσφύγων. Δεν μπορεί, λοιπόν, να μένει έτσι η κατάσταση.

    Απ’ ό,τι μου λέτε, υπάρχει ακόμα ανταλλάξιμη περιουσία. Μέχρι τώρα και οι επιχορηγήσεις και η απόδοση ορισμένων κτημάτων γίνονταν ρουσφετολογικά είτε από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, είτε από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όλα αυτά τα χρόνια. Το έχουμε ζήσει μέσα από την Αυτοδιοίκηση και από τους προσφυγικούς συλλόγους με κάθε λεπτομέρεια. Μου λέτε τώρα ότι επιχορηγήθηκαν για παράδειγμα με μηδαμινά ποσά σίγουρα από το 2003 μέχρι το 2007 εκατόν τριάντα επτά σύλλογοι…

    http://www.hellenicparliament.gr/Praktika/Synedriaseis-Olomeleias?sessionRecord=b564adfd-8d40-4781-b10d-1085b959994a

    ————————————————————-

  2. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  3. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  4. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ’22… […]

  5. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  6. […] Κράτος και πρόσφυγες του ’22… […]

  7. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η υποδοχή των Τούρκων «ανταλλάξιμων» του 1922
    …και η τουρκική διαχείριση των περιουσιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας.

    Από το βιβλίο της Τουρκάλας συγγραφέως Pervin Erbil, «Η Νιόβη θρηνούσε για τη Μικρά Ασία», Μετάφραση: Λιάνας Μυστακίδου, Εκδόσεις Τσουκάτου, Αθήνα 2003.

    Σύμφωνα με τις δηλώσεις στη βουλή του Μουσταφά Νετζατί, που χρημάτισε υπουργός Ανοικοδόμησης και Στέγασης πριν και αμέσως μετά την Ανταλλαγή, «μόνο τα 20.000-25.000 σπίτια από τα 100.000 εγκαταλελειμμένα βρίσκονται στα χέρια της κυβέρνησης». Δηλαδή το 80% των σπιτιών δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η ίδια κατάσταση ισχύει και για τα υπόλοιπα κινητά και ακίνητα αγαθά των Ελλήνων. Ένα μεγάλο μέρος τους δεν βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η έκθεση περιορισμένων στοιχείων από τις επίσημες αρχές για όλα όσα απέμειναν επιβεβαιώνει τη σκέψη μας.

    Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το 80% των κινητών και ακινήτων δεν ελέγχονταν από την κυβέρνηση δεν σημαίνει ότι αγνοούνταν και η τύχη τους. Από τα εγκαταλελειμμένα περιουσιακά στοιχεία που ήταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης το 20% πέρασε στην κατοχή ορισμένων επίλεκτων πολιτικών, ένα άλλο μέρος τους διανεμήθηκε σε ευνοούμενους δημοσίους υπαλλήλους και αξιωματικούς, σε άστεγους θύματα του πολέμου και στους πρόσφυγες που ήρθαν στην Τουρκία από την Ελλάδα με την Ανταλλαγή. Όπως λέει και ο Γιασάρ Κεμάλ, ορισμένα χωράφια, σπίτια, πανδοχεία, χαμάμ, τσιφλίκια και σεράι είτε πουλήθηκαν στα κρυφά είτε δωρίστηκαν σε ανθρώπους που δεν γνώρισαν το πρόσωπο του πολέμου. Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν ότι ένα σημαντικό μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων υπέστη σοβαρή καταστροφή.

    Η ομολογία του Ρεφέτ Τζανίτεζ για τα ελληνικά χωριά της Μαύρης Θάλασσας, ότι «σε αντάλλαγμα πεντακοσίων και πλέον χωριών δεν βρήκαμε, όχι πέντε χωριά, αλλά ούτε πέντε σπίτια», φανερώνει ότι συνέβη πολύ μεγάλη καταστροφή. Καταστροφές δεν συνέβησαν μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, που περιλαμβάνει τις πόλεις Όρντου, Γκίρεσουν, Αμάσεια, Τοκάτη, αλλά σε όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες. Για παράδειγμα, ο Κεμάλ Αρί αναφέρει: «Ακόμα και στην Άγκυρα, που ο κυβερνητικός έλεγχος έπρεπε να είναι εντονότερος, καταστράφηκαν σπίτια, αμπελώνες, χωράφια και οπωροφόρα δένδρα»

    Βασικοί υπεύθυνοι των καταστροφών κυρίως των ακινήτων δεν είναι μόνο εκείνοι που διακατέχονταν από επιθετικές διαθέσεις. Η καταστροφή κτηρίων, αγρών, αμπελώνων κ. ά. σε ορισμένες περιοχές οφείλεται και στην αδιαφορία. Δεν δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός να αναλάβει εξ ονόματος της κοινωνίας όλα αυτά τα αγαθά που εγκαταλείφθηκαν και να δημιουργήσει το κατάλληλο εργατικό δυναμικό για την προστασία και τη διάσωσή τους. Έτσι, υπήρχαν περιπτώσεις που εξαιτίας της αδιαφορίας καταστράφηκαν πολλά εγκαταλελειμμένα περιουσιακά. Στη Δυτική Μικρά Ασία, στον Μαρμαρά, από ανεύθυνες επιθέσεις υπέστησαν μεγάλες καταστροφές καλλιεργήσιμα χωράφια, αμπελώνες, λαχανόκηποι, ελαιώνες, συκεώνες και κτήρια, μεταξύ των οποίων υπήρχαν σπίτια, ιεροί ναοί, και σχολεία. Για παράδειγμα, κατατρυπήθηκαν οι εκκλησίες και τα σπίτια για την ανεύρεση χρυσού. Τα κτήρια στο Καράκιοϊ της Μούγλα που δεν τα άγγιξε ο σεισμός που ισοπέδωσε το Φέτχιγε γκρεμίστηκαν από επιθέσεις που οργάνωναν με πυροβόλα και με όπλα οι νέοι της περιοχής για να διασκεδάσουν.

    Σε άλλες περιπτώσεις, η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων αφέθηκε εκτεθειμένη σε μια ευρύτατη λεηλασία των κατοίκων των γύρω περιοχών. Η λεηλασία ή «παλούτσκα», όπως είναι γνωστή στη γλώσσα του λαού, ήταν ευρύτατα διαδεδομένη συμπεριφορά που τη συναντάμε παντού. Για παράδειγμα, ακόμα και σήμερα διηγούνται το περιστατικό με τους χωριάτες που επιτέθηκαν με μεγάλη απληστία στο χωριό Σιρίντζε μόλις έφυγαν οι Έλληνες και άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Φόρτωσαν στις καμήλες τους από τα ποδόμακτρα της εισόδου, τα κουφώματα των παραθύρων, μέχρι τις ντουλάπες και τις γυψοσανίδες της οροφής, και τα μετέφεραν στα σπίτια τους. Από αυτά άλλα τα κράτησαν και άλλα τα πούλησαν. Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν στο Καγιάκιοϊ, στην Άγκυρα, στο Αϊβαλί, στο Χονάζ, στην Τοκάτη, στο Ερμπαά και σε πολλά άλλα μέρη.

    Η Χαββά Αϊκάν, που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει από την Ελλάδα στην Τουρκία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ερμπαά-Κιζολντουρέν, αναφέρει ότι δεν έμεινε τίποτα από τις περιουσίες των Ελλήνων σε ολόκληρη την περιοχή, εξαιτίας των λεηλασιών στις οποίες προέβησαν οι αγρότες των γύρω περιοχών. «Έρχονται οι ντόπιοι Τούρκοι και κουβεντιάζουμε. Όταν έφευγαν οι Έλληνες εγκατέλειψαν τα χωριά τους όπως ήταν. Μας εξιστορούν το πώς άρπαξαν τα καζάνια, πώς πήραν τα πράγματα, πώς λήστεψαν τα πάντα»

    Ο Μουρταζά Ατζάρ έφτασε με την οικογένειά του σε ηλικία 15 ετών στο Χονάζ. Το σπίτι που τους παραχώρησαν για να μείνουν αποτελούνταν από τέσσερις τοίχους. «Δεν βρήκαμε κανένα έπιπλο.Είχαν λεηλατηθεί τα πάντα. Είχαν πάρει τα καζάνια, τα τεντζέρια, τα κρεβάτια, τα παπλώματα και σε ορισμένα σπίτια είχαν ξηλώσει και είχαν αρπάξει ακόμα τις πόρτες και τα παράθυρα».

    Ο Ναζμί Ονάλ έφτασε με την οικογένειά του στο Κουσλούκ της Ερμπαά. Το σπίτι που τους παραχώρησαν ανήκε σε Έλληνες. «Τα σπίτια όμως είχαν λεηλατηθεί, ήταν καμένα και κατεστραμμένα. Δεν είχε απομείνει τίποτα που να λέγεται σπίτι. Είχαν ξηλώσει και είχαν πάρει ακόμα και την ξυλεία του σπιτιού. Ο αριθμός των Ελλήνων που μετανάστευσαν από την Τουρκία στην Ελλάδα μέχρι το 1925 ήταν 1.200.000. Το ίδιο διάστημα ο αριθμός των προσφύγων που έφτασαν στη Μικρά Ασία ήταν 500.000. Είναι ολοφάνερο ότι τα σπίτια και οι περιουσίες 1.200.000 και πλέον ανθρώπων θα ήταν αρκετά να στεγάσουν περισσότερα από 500.000 άτομα και να τους προσφέρουν ποιοτική ζωή. Εάν δούμε, όμως τα προβλήματα στέγασης, διαβίωσης και επιβίωσης που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες που ήρθαν από την Ελλάδα στην Τουρκία, διαπιστώνουμε ότι η μεγάλη μερίδα αυτών των ανθρώπων δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν από αυτά που εγκατέλειψαν οι Έλληνες».

    Η κατάσταση αυτή αποκαλύπτει τη διάσταση των λεηλασιών και των καταστροφών που προκλήθηκαν στις περιουσίες των Ελλήνων και την αδιαφορία, την αδράνεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις λεηλασίες και τις καταστροφές, καθώς και την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των προσφύγων. Αυτό δείχνει, επίσης, πόσο διαδεδομένη είναι σε όλη τη χώρα η τάση για καταστροφή παρά για δημιουργία. Η επιθυμία να αρπάξουν με την πρώτη ευκαιρία και με εύκολο τρόπο όλα όσα οι άλλοι απέκτησαν με κόπο και ιδρώτα έχει χαραχτεί τόσο βαθιά και ανεξίτηλα στο πνεύμα της κοινωνίας, που λες και μεταβιβάζεται σιωπηρά μια γενετική ιδιότητα από γενιά σε γενιά. Γι’ αυτόν τον λόγο θα σκάβουν τις εκκλησίες και τα υπόλοιπα κτίσματα καθιστώντας τα διάτρητα γενεές ολόκληρες μετά το 1924, σαν τους τυφλοπόντικες.

    Όσοι παρασύρθηκαν από τη δίνη της νοσταλγίας, όπως ο Γιάννης Δημήτογλου, και επέστρεψαν έπειτα από χρόνια στην πατρίδα τους για να δουν τα σπίτια τους, ανακρίθηκαν από εκείνους που τα κατοικούσαν με το ερώτημα «πού έκρυψε ο πατέρας σου τις κίτρινες χρυσές λίρες; Σαν να μην είχαν άλλες έννοιες, ή να μην είχαν να ρωτήσουν άλλα πράγματα» Ένας αυτόπτης μάρτυρας των λεηλασιών που έγιναν στο Χονάζ λέει: «Ορισμένοι αγάδες του χωριού της εποχής εκείνης, ορισμένοι ζαπτιέδες και ορισμένοι αφιλότιμοι έκαναν πλιάτσικο στα σπίτια των Ελλήνων. Πλιάτσικο, δηλαδή λεηλασία, ληστεία! Ένας που τον αποκαλούσαν «τσαρπιτζί» λεηλάτησε όλες τις ραπτομηχανές των σπιτιών. Οι πλιατσικολόγοι άρπαξαν όλα τα οικιακά σκευή και τα κατσαρολικά. Άλλοι μάζεψαν τα παπλώματα, τα μαξιλάρια και τα μεγάλα καζάνια στα οποία έβραζαν νερό. Λεηλατήθηκε ό,τι υπήρχε στα σπίτια από τα κεραμίδια, μέχρι τις πόρτες και τα παράθυρα. Μερικοί έγιναν πλούσιοι από το πλιάτσικο»

    Ένα τμήμα του μουσουλμανικού λαού που ζούσε στη Μικρά Ασία λεηλάτησε με μεγάλο ζήλο τα κινητά και ακίνητα εκείνων που έφυγαν. Έτσι, αυτό το τμήμα του λαού μεταβλήθηκε σε συνεργούς των υπευθύνων του εκτοπισμού των Ελλήνων. Τα κέρδη όμως που αποκόμισαν όλοι από αυτό το έργο είναι αμφίβολα.

    Τα πλούτη και οι αξίες που ανήκαν ουσιαστικά στη Μικρά Ασία -αφού δημιουργήθηκαν στα εδάφη αυτά, ανεξάρτητα από τα άτομα που τα έφτιαξαν- και τάχθηκαν στην υπηρεσία των ανθρώπων αυτής της χώρας, χάθηκαν με τις λεηλασίες και τις καταστροφές σαν να τα κατάπιε μαύρη τρύπα. Κατά συνέπεια, πρόκειται για σημαντική απώλεια όχι μόνο γι’ αυτούς που έφυγαν, αλλά και γι’ αυτούς που έμειναν, πέρα από μια χούφτα ανθρώπους.

    «Μερικοί έγιναν πλούσιοι από το πλιάτσικο». Αυτή είναι μια φράση που συνοψίζει το αποτέλεσμα των λεηλασιών των κινητών και ακίνητων περιουσιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες όταν έφευγαν από τη Μικρά Ασία. Εξάλλου, δεν ήταν δυνατό να γίνουν όλοι πλούσιοι και να δημιουργηθούν συνθήκες ευημερίας από τις λεηλασίες που πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Με την αρπαγή του καζανιού, της κατσαρόλας, του κρεβατιού, των παπλωμάτων, των τζαμιών από τα παράθυρα ή με το ξήλωμα των κουφωμάτων του γείτονα για προσωπική χρήση ή για την πώλησή τους στην αγορά για δυο-τρία γρόσια μπορείς να βγάλεις το μεροκάματο μιας μέρας. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι φτωχές μάζες από τις λεηλασίες στις οποίες έλαβαν μέρος δεν αποκόμισαν κέρδη που θα τους βελτίωναν τα έσοδά τους και θα βελτίωναν την ταξική τους θέση. Δεν θα ήταν επίσης λάθος να χαρακτηρίσουμε τα κινητά και ακίνητα που λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν χαμένες περιουσίες που τις ρούφηξε η μαύρη τρύπα ή πλούτη που πήγαν χαμένα.

    Για τους αγάδες, τους ζαπτιέδες, τους αξιοσέβαστους εκπροσώπους της γραφειοκρατίας, τους επίλεκτους πολιτικούς, το πλιάτσικο, οι παράνομες καταλήψεις, οι δωρεές και οι χαμηλές τιμές με μυστικές συμφωνίες είχαν διαφορετική σημασία. Το πλιάτσικο, οι παράνομες καταλήψεις, οι δωρεές, και οι μυστικές αγορές σε εξευτελιστικές τιμές έγιναν για μια χούφτα ανθρώπους το εφαλτήριο κοινωνικής ανόδου και απόκτησης πλούτου και περιουσίας. Και βέβαια μπρος στα δικά τους οφέλη δεν είχαν καμία σημασία οι απώλειες του κοινωνικού συνόλου.

    Ποιοι δεν υποδέχθηκαν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες στη Μικρά Ασία

    Πρέπει πρώτα από όλα να πούμε ότι η μία εκ των συμβαλλόμενων πλευρών της συνθήκης Ανταλλαγής, η Τουρκία, ενώ επιθυμούσε να διώξει εκτός των συνόρων της τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δεν επιθυμούσε στην πραγματικότητα να υποδεχθεί στα εδάφη της τους μουσουλμάνους της Ελλάδας, παρότι αργότερα χαρακτήρισε «θεία χάρη» τον ερχομό τους.

    Βέβαια, πρόκειται για μια αντιφατική προσέγγιση που δεν αρμόζει στο ιδανικό της, τη θρησκευτική ομογενοποίηση της χώρας. Τελικά, το μουσουλμανικό στοιχείο, όπως αναφέρει ο Ayhan Aktar, είναι ένας πληθυσμός που μπορεί να συμπεριληφθεί σε μια διευρυμένη απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι Τούρκος» και να συμπεριληφθεί στο χρονοδιάγραμμα του εκτουρκισμού.

    Όχι μόνο το γεγονός ότι αυτοί που έκαναν πολιτική πάνω στην πλάτη της τουρκικής εθνότητας επικαλούμενοι το μεγαλείο του τουρκισμού δεν επιθυμούσαν ολόψυχα την άφιξη στη χώρα ανθρώπων που ήταν εύκολο να εκτουρκίσουν και τους οποίους, λόγω της μουσουλμανικής τους πίστης, θεωρούσαν προκαταβολικά Τούρκους, αλλά και η συμπεριφορά που επέδειξαν μετά την Ανταλλαγή στους πρόσφυγες δείχνει ότι δεν πιστεύουν σε ιδανικά και αποκαλύπτει την ουσία της υστερικής εθνικιστικής-σοβινιστικής ρητορικής τους.

    Η κυβέρνηση, που δεν επιθυμούσε από τα βάθη της καρδιάς της την άφιξη στη χώρα των μουσουλμάνων από την Ελλάδα, δεν θέλησε να ξοδέψει χρήματα για την ένταξη αυτών των ανθρώπων στην οικονομική και κοινωνική δομή του τόπου. Το σύνολο των δαπανών που έκανε για αυτό το ζήτημα ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο στερλίνες. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ένα εικοστό του ποσού που δαπάνησε η ελληνική κυβέρνηση για τη λύση του αντίστοιχου προβλήματος.

    Τα πλοία που παραχωρήθηκαν για να μεταφέρουν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες ήταν πολύ παλιά. Το εθνικιστικό-σοβινιστικό πνεύμα τους δεν θίχτηκε καθόλου από το ταξίδι που έκαναν οι άνθρωποι αυτοί επί μέρες μέσα στα σκοτεινά αμπάρια αυτών των σαπιοκάραβων κάτω από συνθήκες ολοκληρωτικής εξαθλίωσης. Από την άλλη πλευρά, επίσης δεν προκάλεσε την παραμικρή ενόχληση στους ίδιους κύκλους «η προσπάθεια της Ένωσης Τούρκων Πλοιοκτητών να αποσπάσουν άδικα κέρδη επωφελούμενοι από την κατάσταση αυτή»

    Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες, που ζούσαν βολεμένοι στον τόπο τους, έμειναν νηστικοί, εξαθλιωμένοι, ράκη, άστεγοι και ξεσπιτωμένοι. Κοιμήθηκαν στους δρόμους, στις αγορές, στα νεκροταφεία. Δεν πήρε είδηση κανείς. Αυτοί που έτρεξαν να τους βοηθήσουν ήταν μια χούφτα άνθρωποι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Ο καϊμακάμης στον οποίον πήγαν να ζητήσουν εργασία, τροφή και στέγη τους έδιωξε. Δέχτηκαν επιπλήξεις από τους εθνικιστές υπαλλήλους της εθνικιστικής κυβέρνησης. Τους συμπεριφέρθηκαν πολύ άσχημα. Παρ’ όλες τις διατάξεις της συνθήκης Ανταλλαγής με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες δεν αποζημιώθηκαν ποτέ για την αξία της περιουσίας που εγκατέλειψαν. Οι εθνικιστές δάσκαλοι του εθνικιστικού κράτους έφτυσαν τα πρόσωπα των παιδιών τους, γιατί δεν τους άρεσε η προφορά και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Πέθαναν χιλιάδες από την πείνα, το ψύχος και τις αρρώστιες. Σύμφωνα με πληροφορίες του Refet Canitez, ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους ανέρχεται στους 3.819. Και η κοινωνία δεν ήταν φιλόξενη και φιλάνθρωπη. Τους αποκάλεσε ψωριάρηδες, άτομα που δεν ξέρουν να μιλήσουν, τους υποτίμησε, τους εξοστράκισε και τους κατηγόρησε.

    Δεν άνοιξαν τη στοργική αγκαλιά τους τα εθνικιστικά συναισθήματα, για να υποδεχτούν στη Μικρά Ασία τους Τούρκους πρόσφυγες ή τους ανθρώπους που ήταν εν δυνάμει Τούρκοι. Εκείνο που υποδέχτηκε αυτούς τους ανθρώπους ήταν η θολή, ανελέητη σκληρότητα της ψυχρής αδιαφορίας, του εγωκεντρισμού και του συμφέροντος που κρυβόταν πίσω από τη ρητορεία του εθνικισμού. Ο εγωκεντρισμός, η συμφεροντολογία, η αδιαφορία και η έλλειψη στοργής που κρυβόταν κάτω από την περιβολή του εθνικισμού τραυμάτισε βαθιά όχι μόνο τους πρόσφυγες, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, τη γεωγραφία της χώρας, την οικονομία της και τις ηθικές αξίες.

    http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=157193
    http://lykawn.blogspot.com/2009/06/1922.html

  8. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  9. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  10. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  11. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  12. […] των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι 2.2. Κράτος και πρόσφυγες 2.3. Πρόσφυγες και Αριστερά 2.3.1. Αντιμετώπιση […]

  13. Mehmet IMAM on

    ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ – ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ & Η ΕΛΛΑΔΑ

    Κυρίες & Κύριοι,

    Το πρόβλημα των προσφύγων-μεταναστών, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή Ελλάδα. Είναι γνωστό, ότι ως πολιτευτής που ήμουν, αλλά και από την θέση του πρόεδρου στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Συμπαραστάσεως των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα, Η «Φιλότητα», έχω συμβάλλει πνευματικά και υλικά για την αποκατάσταση των συνανθρώπων μας. Όμως, σήμερα η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως.

    Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι η Χώρα μας για την Ολυμπιάδα του 2004 χρειαζόταν χέρια, όπως και ο αγροτικός τομέας. Όμως, σήμερα αυτά δεν υπάρχουν ή έχουν υπερκαλυφθεί. Επομένως, όταν έχουμε 21% ανεργία των γηγενών Ελλήνων Πολιτών, δεν μπορούμε νομιμοποιήσουμε και άλλους μετανάστες! Και αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσει το πρόβλημα με τους παράνομους! Επίσης, σε όποια επιχείρηση μπαίνουν, την καταλαμβάνουν οι αλλοδαποί και ένας ντόπιος δεν μπορεί να επιβιώσει δίπλα τους. Με λίγα λόγια, δημιουργούν γκέτο, ακόμα και στο χώρο εργασίας. Μήπως, δεν είναι έτσι; Κατά τα άλλα, αδικημένοι είναι οι αλλοδαποί!!!

    Επίσης, κατά καιρούς ακούμε πολλά λόγια από επίσημα χείλη, σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος των προσφύγων-μεταναστών. Μας λένε ότι θα ληφθούν μέτρα ανακοπής του κύματος των λαθρομεταναστών, θα φτιαχτεί φράκτης στον Έβρο, ώστε να μη μπορούν να εισέρχονται, θα δημιουργηθούν κέντρα κράτησης, κλπ. Ελάχιστα όμως έχουν γίνει μέχρι σήμερα για την επίλυση του προβλήματος.

    Το πρόβλημα των προσφύγων – μεταναστών, τα τελευταία χρόνια έχει διογκωθεί, όσο πάει αυξάνονται και δεν λέει να σταματήσει η ροή αυτή. Επίσης, κανένας μας πιά! δεν γνωρίζει πόσοι ακριβώς πρόσφυγες-μετανάστες βρίσκονται στην Ελλάδα;;;

    Όλες οι οργανώσεις, τα Μ.Κ.Ο. και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών ακόμα, κάνουν εκτίμηση και σύμφωνα μ’ αυτά που βλέπουν το φώς της δημοσιότητας, ο αριθμός των νόμιμων και παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα, ανέρχεται σήμερα σε 2.500.000 δυόμιση εκατομμύρια. Εγώ, τον αριθμό αυτόν τον αμφισβητώ και όσοι θέλουν ας με διαψεύσουν! Επίσης, σκεφτείτε εάν δεν είχαν απελαθεί από το 2001 εώς το 2005 το 1.650.000 άτομα περίπου, τι θα γινόταν σήμερα;;;

    Παρόλο τα μέτρα που έχουν παρθεί, ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, το 2011 μπήκαν στην Χώρα μας γύρω 128.000 χιλιάδες περίπου λαθρομετανάστες. Εδώ αναρωτιέται κανείς, ο Ευρωπαικός Οργανισμός Συνεργασίας Συνόρων (FRONTEX) αποδίδει καρπούς, ναί ή όχι; Είναι ένα θέμα προς συζήτηση πιά!
    Η προστασία της χώρας, με διακόσιους συνοριοφύλακες και άλλα 200 στελέχη της FRONTEX, δεν μπορεί να γίνει και μέχρι σήμερα, απλά καταγράφουν τους εισερχόμενους. Επίσης, ούτε ο φράκτης στον Έβρο, θα λύσει το πρόβλημα…. όπως ισχυριζόταν ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Δυστυχώς, οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας μας εξακολουθούν ακόμη να αγνοούν, να υποτιμούν και να υποβαθμίζουν το μεταναστευτικό πρόβλημα. Τις διαστάσεις, τη δυναμική και τις γεωπολιτικές του συνέπειες. Μήπως, δεν είναι έτσι;

    Ώστε, αυτά που γράφονται γι’ αυτή την εξέλιξη και το γεγονός ότι, δεν υπάρχουν στην Ελλάδα επαρκείς εγκαταστάσεις κράτησης και καταυλισμοι είναι μόνο δικαιολογίες και χαζομάρες. Μια Ελλάδα των 12.000.000 περίπου που είμαστε, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την λαίλαπα και μάστγα του αιώνα και πρέπει να είμαστε σοβαροί. Επίσης, ως χώρα δεν μπορούμε να τους κρατάμε μέχρι έξη μηνες σύν έξη στα κρατητήρια. Το πολύ μέσα σε ένα μήνα πρέπει να εξετάζεται το αίτημα του και στη συνέχεια να απελαύνονται και όχι να αφήνονται ελεύθεροι. Διότι, αυτό είναι ένα κίνητρο για τους άλλους μετανάστες – πρόσφυγες και συνέχεια επαναλαβάνεται. Μέσα σ’ αυτά πλαίσια όσο καταυλισμούς, φυλακές, ξενώνες και κρατητήρια να έχουμε, θα είναι ανεπαρκή και θα έρχονται τα μπουγιουρντί απο την Ε.Δ.Α.Δ.. Ώς Χώρα δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτό τον όγκο των μεταναστών και προσφύγων, αλλά ούτε η FRONTEX είναι λύση, διότι είναι ενα είδος κυανόκρανων στην Θράκη. Είναι καθαρά θέμα πολιτικής, μία σωστή μέθοδος που πρέπει να έχουμε ώς χώρα και τίποτα άλλο. Το 1999 κατά την συνάντηση που είχαμε με την Κυβέρνηση, τους είχα αναπτύξει λεπτομερώς την λύση, αλλά την αγνοήσαν και ποιός ευθύνεται σήμερα;

    Σήμερα η Ελλάδα, αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα και κυρίως το κέντρο της Αθήνας. Όπου το πλήθος των προσφύγων –μεταναστών σε συνεργασία με τους ντόπιους κακοποιούς, έχει αυξήσει τα επίπεδα της εγκληματικότητας. Τα μέτρα για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, που ανακοινώθηκαν απο τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη δεν επαρκούν και στην πράξη δεν μπορούν να υλοποιηθούν.

    Ως αρχή, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ αυτούς που διαπράτουν εγκλήματα σ’ αυτό το τόπο. Να βγεί ένας νόμος και οι απελάσεις να υλοποιούνται αυθημερόν ή το πολύ μέσα σε εβδομηνταδύο ώρες. Όταν ένας κάνει ένα έγκλημα ή κακούργημα την άλλη μέρα, πρέπει να πάει στην Χώρα του και όχι να τους βάζουμε «στέριση εξόδου» απο την Χώρα μας και να τους αφήνουν ελεύθερους. Όπως δεν κάνει να τους κρατάμε στις φυλακές και να τους ταίζουμε. Λές και έχουμε τους χώρους υποδομής και την οικονομική άνεση.
    Επίσης, οι συλλαμβανόμενοι πρόσφυγες – μετανάστες πρέπει να προσκομίζουν σχετικά έγγραφα κατά την εξέταση του αιτήματος τους, μέσα σε έναν εύλογο χρόνο, αλλιώς που θα τους πηγαίνουμε;;; Δεδομένου ότι υπάρχει η δυνατότητα μετάβασής τους σε άλλες χώρες, αφού αναγνωριστούν ως πρόσφυγες, αλλά, εάν δεν αναγνωριστεί ως πρόσφυγας γιατί να μην σταλεί στην πατρίδα του; Που σήμερα, μόνο εθελοντικά εφαρμόζεται. Επίσης, η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ, πρέπει να αλλάξει εδώ και τώρα!!! Όμως γιατί δεν αλλάζει;;; Τι κρύβεται απο πίσω;;

    Η πολιτική της παγκοσμιοποίησης και του ιμπεριαλισμού, απαιτεί χαλαρά ή ανοικτά σύνορα και προωθείται από την Ευρωπαική Ένωση, με βάση την αρχή του ελεύθερου διεθνούς ανταγωνισμού, εξωθεί εκ των πραγμάτων μεγάλες μάζες ανθρώπων σε μετανάστευση. Απο την άλλη πλευρά, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο, κάθε μέρα ξεριζώνει τους ανθρώπους απο τις εστίες τους. Μέσα σ’ αυτό το πόλεμο έμμεσα-άμεσα συμμετέχουμε και εμείς ως Χώρα!!!

    Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά ξεκινάει απο τις επιχειρήσεις πρώτα, δήθεν ότι οι επιχειρήσεις επιζητούν την απασχόληση ξένου προσωπικού χαμηλού κόστους για να είναι πιο ανταγωνιστικές και κερδοφόρες. Δηλαδή, ο εργοδότης πρέπει να γίνεται πιό πλούσιος και ο γηγενής πολίτης, προκειμένου να επιβιώσει ξεριζώνεται απο την χώρα του. Γιατί δεν υπάρχουν προοπτικές πιά!… Εάν μείνει στην πατρίδα του, θα καταντήσει να είναι «δούλος» της δουλείας. Με λίγα λόγια, «μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα» που λέμε.

    Οι κυβερνήσεις της «Νέας Τάξης» του ιμπεριαλισμού, επειδή κατάντησαν να είναι Α.Ε. και σε συνεργασία με τις θυγατρικές εταιρίες Π.Ε., εφαρμόζουν κατα γράμμα το «ταξικό» καθεστώς. Σήμερα, στα ηλεκτρικά παράθυρα ακούμε για τα ποσοστά των κομμάτων. Για να γίνω πιό σαφής, θα σας εξηγήσω ένα πραγματικό γεγονός. Ο δεύτερος πρόεδρος (Ισμέτ Ινονού) της Τουρκίας ήταν σοσιαλιστής και κομμουνιστής. Προκειμένου ο Λένιν να βοηθήσει των αγώνα των Τούρκων κατά των ιμπεριαλιστών, όπως και την ιδρύση της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Τουρκικού Κράτους, ο Ινονού του είχε υποσχεθεί ότι θα ενταχθεί στο Ανατολικό μπλόκ. Αφου τελείωσε ο πόλεμος και ιδρύθηκε το Τουρκικό Κράτος, ο Ινονού πάει για επίσκεψη στο Λένιν. Μετά το καλοσώρισες και τον καφέ, ο Λένιν απευθύνεται στο Ινονού και του Λέει: « Τώρα είναι η ώρα γι’ αυτά που συμφωνήσαμε..», δηλαδή να ενταχθεί η Τουρκία στο Ανατολικό μπλόκ. Ο Ινονού, αφού αρχικά τα χάνει για λίγο, μετά λέει στον Λένιν: « Κύριε, έχω ενα σοβαρότερο πρόβλημα στην Χώρα μου και δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα. Ίσως ειναι η Θρησκεία, ίσως,….» και πριν τελειώσει τον λόγο του, ο Λένιν χτυπάει με το πόδι του στο δάπεδο, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο σκοπός, που ήταν έξω από την πόρτα. Παράλληλα δίνει εντολή να φέρει ένα Περιστέρι. Πάει ο σκοπός και φέρνει το Περιστέρι. Τότε, ο Λένιν λέει στον Ινονού: « Το βλέπεις το περιστέρι;» «ναι» απαντάει ο Ινονού. «Τώρα θα δείς τι πρέπει να κάνεις στο Λαό σου,…» του λέει ο Λένιν. Παίρνει το περιστέρι και του βγάζει όλα τα πούπουλα και του αφήνει μόνο τα φτερά. Χειμώνας τώρα, ανοίγει το παράθυρο και το αφήνει ελεύθερο το περιστέρι. Το περιστέρι πριν καν κλήσει το παράθυρο γυρνάει προς τα μέσα και πέφτει μπροστά τους και σηκώνει το κεφάλι προς αυτούς. Ο Λένιν λέει στο Ινονού « Τώρα κατάλαβες;», « Όχι» του απαντάει ο Ινονού. Τότε με νεύρα προς το Ινονού « Κύριε, για να σε ακούει ο λαός, πρέπει ότι έχει και δεν έχει να του τα πάρεις όλα και αφού του τα πάρεις, τότε θα σε κοιτάει στο στόμα και ότι πεις θα γίνεται, όπως και το περιστέρι που είναι στο δάπεδο και είδες πως μας βλέπει, παρόλο που εγώ το ξεπουπούλιασα, αλλά με βλέπει ως σωτήρα. Το κατάλαβες τώρα;» Έτσι κλείνει η συζήτηση μεταξύ τους.

    Μέσα στα πλαίσια αυτά, οι κυβερνήσεις των Α.Ε. και του ιμπεριαλισμού λειτουργούν. Την μια μας φέρνουν τον πρόσφυγα-μετανάστη, την άλλη φορά θα μας στείλουν στην προσφυγιά – ξενιτιά ώς μετανάστη, όπως και να έχει το πράγμα αφού μας ξεζούμισαν, μας ξεφτύλισαν και πάλι σ’ αυτούς θα κοιτάμε!!! Από την άλλη πλευρά, θα ακούμε για το πρόβλημα συνέχεια, όμως, να είστε σίγουροι ότι κανείς τους δεν δίνει βάση. Γιατί;

    Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι Έλληνες ευρωβουλευτές και τοπικοί βουλευτές θέτουν ερωτήματα στα κοινοβούλια. Μάταιο είναι και μην σας συγκινήσει αυτό! Δεν κοροιδευόμαστε πιά! Γι’ αυτά που ακούμε και διαβάζουμε στα Μ.Μ.Ε.. Αυτά είναι για τα προγράμματα, τις επιδοτήσεις που υπάρχουν, που σημαίνει «μάσα» κύριοι και τίποτα άλλο.

    Σήμερα στην Ξάνθη, χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, αλλά έχουμε μελαχρινούς συμπολίτες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι γηγενές στοιχείο της ευρύτερης περιοχής. Ορισμένοι ήρθαν για να πολεμήσουν και έμειναν, άλλοι τους έφεραν ως «δούλους» που έμειναν και ορισμένοι δεν ξέρουν πώς βρέθηκαν στα Βαλκάνια. Κάτι τέτοιο δημιουργείται και υλοποιήται σήμερα απο την Νέα Τάξη Πραγμάτων, μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης.

    Απο την άλλη πλευρά, όλοι αυτοί που φτάνουν είναι νέοι και έχουν όρεξη για δουλειά, με λίγα λόγια η «μοντέρνα» δουλεία της εποχής. Επίσης, σκοπός του ιμπεριαλισμού είναι, να σπάσει στις χώρες αυτές την αντίσταση των λαών. Απο το Αφγανιστάν 2.500.000 εκατομύρια περίπου νέοι έχουν εγκατάλειψει την πατρίδα τους. Σκεφτείτε! Εάν δεν είχαν φύγει;;; Γι’ αυτό θέλουμε δεν θέλουμε, όσο και να φωνάζουμε, αφού είμαστε μέσα στο σύστημα των ιμπεριαλιστών και ανήκουμε στην Νέα Τάξη των Πραγμάτων, όπως μας δίνουν εντολή, όποιος και να είναι επάνω στην εξουσία, αυτά θα είναι τα αποτελέσματα!!!

    Επίσης, ακούω για σύνορα Ε.Ε. και πάει λέγοντας, ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα δικά μας. Είναι Μπούρδες και μπαρούφες όλα αυτά! Ορισμένοι υποστηρίζουν τον «φράκτη» στον Έβρο, αλλά σκέτη κοροϊδία είναι αυτό. Τα σύνορα της Ευρώπης είναι στην Μ.Ανατολή και φοβάμαι οτι σε λίγο καιρό θα ενταχθεί και η Β. Αφρική. Μέχρι εκεί που φτάνει το ΝΑΤΟ. Όλα αυτά που γίνονται, είναι οι ζυμώσεις μας και ένα κατεύνασμα, προκειμένου σιγά-σιγά να το χωνέψουμε. Η πρόσφατη δήλωση του κ. Θ. Πάγκαλου, πέρι της «εθνικής κυριαρχίας» δεν ήταν τυχαία. Φυσικά, θα υπάρχουν και τα τοπικά συμφέροντα, αλλά μέσα στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού.

    Παρόλο, όλες αυτές τις εξελίξεις γύρω μας, πρέπει να επιμείνουμε στην ακεραιότητα του έθνους κράτους και ας είναι μέσα στην Ε.Ε. μια «περιφέρεια» που να λέγεται Ελλάδα. Διότι, ως Έλληνες ξεριζωμούς ζήσαμε, τραγωδίες είχαμε, σκλαβιά ζήσαμε, φιλόξενοι είμαστε, την ξενιτιά δεν την φοβόμαστε, αλλά το σπίτι μας, τον κήπο μας τον θέλουμε ανοιχτό για τον γείτονα και θέλουμε να αναπνέουμε ελεύθερο αέρα!!!!

    Δεν είναι θέμα εθνικισμού, ούτε ρατσισμού, αλλά ούτε φασισμού. Ήμουν και είμαι υπέρ του αδύνατου. Για εμένα η μετανάστευση και η προσφυγιά είναι «Σούννε», που προέρχεται απο το πιστευω μου. Αυτό σημαίνει όταν κάπου δεν μπορείς να ζήσεις και μεταναστευεις σε άλλη περιοχή. Το ιδιο επραξε και ο Προφήτης Μωάμμεθ, όταν τον κυνηγούσαν οι Εβραίοι και γι’ αυτο είναι σούννε. Όμως, με όλα αυτά που ζούμε και βλέπουμε τον τελευταίο καιρό, ακόμα και κλειδωμένοι δεν είμαστε ασφαλείς πιά (!) και λέμε «ΟΧΙ!» σ’ αυτά που μας σερβίρουν. Είναι τόσο απλό!!!

    Αθήνα, 23 Μαρτίου 2012

    Φιλικά,

    Μεχμέτ ΙΜΑΜ,
    Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Συμπαραστάσεως των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα, «Η ΦΙΛΟΤΗΤΑ»
    m.imam61@yahoo.gr

  14. […] της….  Στην προηγούμενη (7η) εκπομπή παρουσιάστηκε το προσφυγικό ζήτημα και οι κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλαδα του […]

  15. Π.Κ. on

    «Οι περισσότεροι θυσιάσαμε στα πείσματά μας τα εθνικά συμφέροντα, θεωρήσαμε τις πολιτικές ανωτέρας των εθνικών, ανταλλάξαμε την πατρίδα μας με το κόμμα».

    Π. Κανελλοπουλος, Ακρόπολις, 10-11-1935.

  16. Β on

    «Προχθές πέθανε ο εργάτης οικοδόμος Στρατής Μπισκιτζής, πρόσφυγας… Ριζοσπάστης, Ιούνηw του 1932.

  17. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  18. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  19. […] αυτή συναντούμε ένα ενδιαφέροντα μετασχηματισμό της παλιάς δυσαρέσκειας που προκαλούσαν οι πρόσφυγες στις «ντόπιες» ελίτ και […]

  20. […] -Κράτος και πρόσφυγες του ‘22… […]

  21. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

    ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΟΥ ΟΛΙΓΑΡΧΗ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΣΕ ΧΡΥΣΟ ΤΟ ΠΛΑΣΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
    Εκεί Αγία Πετρούπολη εδώ άγιο γρηγορόσημο
    Στην έρευνα συναντήσαμε και τον δικηγόρο του κ. Τράμπερ που μας επιβεβαίωσε ότι του παρέδωσε επιστολή στην οποία παραδέχεται ότι ο ολιγάρχης ήταν χρυσή αγελάδα για άρμεγμα μέσω της διαδικασίας ελληνοποίησης
    Του ΓΙΑΝΝΗ ΝΤΑΣΚΑ
    «Είμαι Ελληνας και θέλω την ελληνική ταυτότητα να πάω να τη βάλω στον τάφο του πατέρα μου». Αυτά είναι τα λόγια που μας λέει ένας ζάπλουτος Ελληνορώσος (με Ρωσίδα μητέρα) ολιγάρχης, τον οποίο φαίνεται ότι τύλιξαν σε μερικές (πλαστές!!!) κόλλες χαρτιών ελληνικά διεφθαρμένα κυκλώματα.
    Η «Κ.Ε.» συνάντησε στη ρωσική μεγαλούπολη τον Ηλία Τράμπερ, που -κατά τον κατηγορούμενο για κακούργημα δικηγόρο του- έπεσε θύμα ελληνικών κυκλωμάτων. Επάνω η πλαστή απόφαση του ΣτΕ
    Η «Κ.Ε.» συνάντησε στη ρωσική μεγαλούπολη τον Ηλία Τράμπερ, που -κατά τον κατηγορούμενο για κακούργημα δικηγόρο του- έπεσε θύμα ελληνικών κυκλωμάτων. Επάνω η πλαστή απόφαση του ΣτΕ
    Και προσθέτει στη συνέντευξη που μας παραχώρησε:

    «Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του αυτή την επιθυμία εξέφρασε ο Πόντιος στην καταγωγή πατέρας μου. Παιδιά δεν έκανα στο γάμο μου, χρήματα πολλά απέκτησα, εκατομμύρια φόρους στην Ελλάδα πλήρωσα, μόνο και μόνο επειδή έτσι υπαγόρευε η συνείδησή μου. Δεν έχω ανάγκη την ελληνική ταυτότητα για να επιβιώσω, γιατί δόξα τον Θεό πέρασα τα 60 μου και έχω στην Αγία Πετρούπολη αρκετά χρήματα και επιχειρήσεις».

    Είναι η πρωτοφανής υπόθεση που αποκάλυψε πριν από ένα μήνα η «Κ.Ε.» και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της είναι τέσσερα:

    * ένας ζάπλουτος Ελληνορώσος, ένας από αυτούς που στο εξωτερικό αποκαλούνται ολιγάρχες,

    * μια απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας με ονόματα δικαστών-γραμματέων και σφραγίδες αλλά… πλαστή από την αρχή ώς το τέλος, εκτός του… αριθμού της!

    * μία πλαστή απόφαση της Περιφέρειας Αττικής,

    * μία δίωξη σε βαθμό κακουργήματος ενός γνωστού δικηγόρου του Κολωνακίου.

    Χρόνος που διαδραματίσθηκαν όλα αυτά, ο εξαιρετικά ύποπτος χρόνος των μαζικών ελληνοποιήσεων. Δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά το 2000. Τότε τα κυκλώματα, όπου έβλεπαν χρήματα πολλά, δυσκόλευαν όσους είχαν δικαίωμα να πάρουν ταυτότητα για να πληρώσουν «γρηγορόσημο» και πουλούσαν πλαστά σε πανάκριβη τιμή σε όσους δεν είχαν δικαίωμα.

    Στην περίπτωση του Ρώσου ολιγάρχη η έρευνά μας δείχνει ότι υπάγεται στην πρώτη κατηγορία του «γρηγορόσημου».

    Συναντήσαμε τον ίδιο τον ζάπλουτο κ. Τράμπερ στα γραφεία του στην Αγία Πετρούπολη.

    Μια πινακίδα στην εξώπορτα προειδοποιεί τον επισκέπτη ότι μόλις περάσει το κατώφλι, τα πάντα καταγράφονται. Οπως στο ελληνικό μετρό, στις ελληνικές τράπεζες, στα γραφεία Ελλήνων ολιγαρχών.

    Συναντήσαμε και το γνωστό δικηγόρο, που διώκεται σε βαθμό κακουργήματος μετά την αναφορά του Ελληνορώσου ολιγάρχη στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Γκοτζαμάνη.

    Από τη συζήτηση και με τους δύο, το συμπέρασμα είναι ότι ο Ελληνορώσος είναι θύμα ελληνικών κυκλωμάτων.

    Ο κ. Τράμπερ μας είπε, μεταξύ πολλών άλλων, στη δίωρη συνέντευξη μπροστά και σε κάμερα και, η οποία θα προβληθεί στο enet.gr:

    «Εγώ πήγα στο προξενείο του Νοβοσιμπίρσκ και εκεί μου σύστησαν το δικηγόρο αυτό, για να διεκπεραιώσει γρήγορα την υπόθεσή μου και να μη χρειαστεί να περιμένω τη σειρά μου για… επτά ημέρες, όπως ήταν τότε οι αριθμοί προτεραιότητας στο προξενείο. Πλήρωσα στην πορεία τεράστια ποσά και πήρα από το δικηγόρο τα ελληνικά μου χαρτιά. Ηρθα στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκα στη Γλυφάδα, στη συνέχεια αγόρασα μονοκατοικία στην Κηφισιά και μία άλλη στην Ελβετία και πηγαινοερχόμουν μεταξύ Ελλάδας, Ελβετίας και Αγίας Πετρούπολης, με κύρια κατοικία στην Ελλάδα. Μετά 7 ολόκληρα χρόνια, πήρα μια ειδοποίηση να επιστρέψω το ελληνικό διαβατήριο. Ρώτησα γιατί και μου είπαν ότι είχε στηριχτεί σε πλαστά στοιχεία. Τρελάθηκα. Επειτα από μεγάλης χρονικής διάρκειας διαδικασία κάλεσα το δικηγόρο μου σε συζήτηση στο γραφείο εδώ, με την ίδια διερμηνέα και τις ίδιες συνθήκες καταγραφής που ισχύουν για όλους, για ευνόητους λόγους ασφαλείας.

    Σας παραδίδω σε ηλεκτρονική, αλλά και γραπτή μορφή, το τι μου είπε και, όπως θα δείτε, λέει ότι και εκείνος κι εγώ πέσαμε θύματα κυκλωμάτων. Δείτε και ακούστε τα λόγια του, που λέει ότι «είμαστε και οι δυο θύματα κυκλωμάτων», ότι «το ελληνικό κράτος είναι πολύ κακό και διαλυμένο».

    »Δείτε ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η πλαστή απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είναι γνήσια. Και τότε του είπα να μην τον ξαναδώ και θα καταφύγω πια στην ελληνική Δικαιοσύνη, διότι και εκείνος, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που σας παραδίδω, με κορόϊδευε».

    «Κ.Ε.»: Γιατί να το κάνει αυτό, κ. Τράμπερ, αν και ως δικηγόρος ξέρει τους κινδύνους;

    ΤΡΑΜΠΕΡ: Τα χρήματα που έβγαλε από μένα, που δεν καταλάβαινα, ήταν πάρα πολλά. Και τα έδωσα, γιατί με έπεισε ότι επί οκτώ μήνες – ένα χρόνο θα εργαζόταν μόνο για τη δική μου υπόθεση και θα έκλεινε ουσιαστικά το γραφείο του. Και αντί αυτών μου έφερνε πλαστές αποφάσεις.

    «Κ.Ε.»: Μπορεί να πιστέψει λογικός άνθρωπος, ότι εσείς δεν μετείχατε σε αυτή τη δικαδικασία έκδοσης πλαστών;

    ΤΡΑΜΠΕΡ: Κρίσιμη και απόλυτα δικαιολογημένη ερώτηση. Κοιτάξτε τι μου είπε ο δικηγόρος, όταν τον κάλεσα, και ύστερα ρωτήστε τον ίδιο. Για όλα λέει ότι εγώ ήμουν το θύμα που πλήρωνε. Βέβαια θεωρεί και τον εαυτό του θύμα, αλλά πόσο θύμα είναι, όταν τον πιάνω στα πράσα και μου λέει ότι η πλαστή απόφαση είναι γνήσια; Απλά πίστευε ότι δεν είχα ψάξει για την πραγματική απόφαση, κι εκεί έκανε λάθος.

    Στην έρευνα συναντήσαμε τον κατηγορούμενο ήδη δικηγόρο, ο οποίος μας επιβεβαίωσε ότι έγινε πράγματι αυτή η συνομιλία με τον Ελληνορώσο ολιγάρχη και ότι, μετά τη συζήτηση αυτή, του παρέδωσε μια επιστολή, στην οποία ουσιαστικά παραδέχεται ότι ο ολιγάρχης ήταν μια χρυσή αγελάδα για άρμεγμα μέσω της διαδικασίας ελληνοποίησης.

    Προφανώς γι’ αυτό δεν θέλησε να μιλήσει επίσημα και εγγράφως, καθώς είναι κατηγορούμενος.

    Μας είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ορισμένες πτυχές της υπόθεσης που αποδίδονται σε άλλα κυκλώματα, αλλά, όπως προκύπτει από τις συνομιλίες του δικηγόρου με τον ολιγάρχη, εκείνος που σίγουρα δεν γνώριζε τίποτα και τα άφηνε όλα στο δικηγόρο είναι ο ολιγάρχης.

    Η υπόθεση εκκρεμεί ήδη στην ελληνική Δικαιοσύνη και οι πρωταγωνιστές ήδη καλούνται αυτή την εβδομάδα ενώπιόν της.

    http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=450586

  22. […] συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη” είχα γράψει για τη σημασία του έργου του αλλά και της μαρτυρίας […]

  23. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες

    Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)

    17.04.2016,

    Συντάκτης: Τάσος Κωστόπουλος

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.

    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.

    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.

    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.

    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».

    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) | ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.

    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου

    Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.

    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι» προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»

    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»

    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».
    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.

    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).

    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:

    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]

    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.

    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.

    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

    ▸ Τρελλός είσαι;

    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».

    Αποτροπές και απαγορεύσεις

    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Πρόσφυγες, 1922 Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων

    Πρόσφυγες στη Χίο και στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού Πρόσφυγες στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού | National Geographic, «1922 O μεγάλος ξερηζωμός» (2007)
    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 | Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)

    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»

    Προσφυγόπουλα, 1922 Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.

    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.

    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.

    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».

    http://www.efsyn.gr/arthro/anepithymitoi-prosfyges

  24. «Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας»
    nisides12-prosfyges.jpg
    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα
    25.09.2016, 18:22 | Ετικέτες: Ιστορία, Ελλάδα, Μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες
    Συντάκτης:
    Σταύρος Μαλαγκονιάρης
    Η άφιξη των προσφύγων στη «μητέρα πατρίδα» δεν σήμαινε και το τέλος των περιπετειών ή των δυσκολιών τους.

    Αντίθετα, φτάνοντας σε ένα κράτος καθημαγμένο από τους πολυετείς πολέμους, με μια πολιτική ηγεσία υπό κατάρρευση, χρειάστηκε να παλέψουν σκληρά για να νικήσουν κακουχίες, στερήσεις, ακόμα και την επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα πολλών «γηγενών», και να «χτίσουν» ξανά τις ζωές τους δίνοντας μια νέα «ταυτότητα» στη χώρα.

    «Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ωσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό άραζαν καΐκια και μας παίρναν. Πίσω – πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος. Από ένα μαξούλι [σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια», διηγούνταν ο Απόστολος Μυκονιάτης, πρόσφυγας από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο (Φ. Αποστολόπουλος, Γ. Τενεκίδης, Η Εξοδος: μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, τόμος Α’, σ. 142, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980).

    Ομως και όσοι έφτασαν στον Πειραιά ή στην Αθήνα όχι μόνο δεν ήταν… ευπρόσδεκτοι, απεναντίας είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα εντελώς ανέτοιμο κράτος.

    Χαρακτηριστική της κατάστασης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες μετά την αποβίβασή τους στο λιμάνι του Πειραιά είναι η εικόνα που καταγράφεται στην αφήγηση της Τασίας Χρυσάφη-Ακερμανίδου.

    Η Ακερμανίδου ήταν από τα παιδιά που γεννήθηκαν πάνω στα πλοία κατά τη διάρκεια μεταφοράς των προσφύγων στην Ελλάδα.

    Οταν η οικογένειά της έφτασε μετά από πολυήμερο ταξίδι στο λιμάνι του Πειραιά, βρέθηκε αντιμέτωπη με την παρακάτω εικόνα:

    «Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι δεν λέγανε, “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε».

    Μετά από περιπλάνηση αρκετών ημερών, η οικογένεια Ακερμανίδη βρήκε στέγη με τη βοήθεια μιας γυναίκας που έμενε στη συνοικία της Γαργαρέττας κάτω από την Ακρόπολη.

    Ο μοναδικός χώρος που μπορούσε να τους προσφέρει ήταν ένα κοτέτσι στην αυλή του σπιτιού της.

    Αφού πρώτα έσφαξε τη μοναδική κότα που είχε και ασβέστωσε καλά τον χώρο, το κοτέτσι αποτέλεσε το πρώτο «σπίτι» της οικογένειας Ακερμανίδη για έναν τουλάχιστον μήνα μετά την άφιξή της στην Αθήνα (Μενέλαος Χαραλαμπίδης «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», tvxs.gr).

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στον Πειραιά
    Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή του ΕΜΠ, Νίκου Μπελαβίλα, με τίτλο «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου», διαβάζουμε ότι «η μάζα των προσφύγων, για να επιβιώσει, εγκαταστάθηκε οργανωμένα ή ανοργάνωτα στην αρχή στις πλατείες και στις προβλήτες του κεντρικού τμήματος του λιμανιού, από τον Αγιο Νικόλαο μέχρι την Αγία Τριάδα, σε σχολεία και δημόσια κτίρια, και στη συνέχεια τις άκτιστες εκτάσεις στην αδόμητη περιφέρεια της πόλης».

    Το βράδυ της 22ας Σεπτεμβρίου συγκαλείται στο Δημαρχείο Πειραιά ευρεία σύσκεψη υπό τον υπουργό Περιθάλψεως, Δοξιάδη, στην οποία «απεφασίσθη όπως το ταχύτερον στεγασθούν οι πρόσφυγες προχείρως εις διαφόρους αποθήκας και οικήματα» (εφ. «Σφαίρα», 23/9/1922).

    Εκεί ο υπουργός ανακοίνωσε ότι μέχρι τότε οι πρόσφυγες πλησίαζαν τις 500.000, αλλά υπήρχε η εκτίμηση ότι ο αριθμός θα ξεπερνούσε το εκατομμύριο.

    Στη Θεσσαλονίκη βρίσκονταν περίπου 50.000 πρόσφυγες.

    Τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 1922, μετά από αίτημα 10 δημοτικών συμβούλων πραγματοποιείται διεξοδική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά για το προσφυγικό.

    Ο δημοτικός σύμβουλος Δομεστίνης θεωρεί ότι:

    «Ολη η πόλις μας έχει μεταβληθεί εις μιαν απέραντον υπαίθριον κατασκήνωσιν. Από της ακτής Αλκίμων μέχρι και πέραν του λιμένος των Αλών χιλιάδες αδελφών μας παραμένουν άστεγοι και δυστυχούντες […] τη δε κατάστασιν της πόλεως τραγικωτέραν. Ο Τινάνειος Κήπος, ο Αγ. Νικόλαος, η Ακτή Τζελέπη και παντού ένθα υπάρχουν κατασκηνώσεις προσφυγικαί παρουσιάζουσι μιαν απέραντον φρίκην» (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Ο ίδιος θεωρεί ότι απειλείται η υγεία των Πειραιωτών, ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην Αθήνα δεν είναι ίδια και ζητάει να οριστεί αριθμός προσφύγων που θα φιλοξενήσει ο Πειραιάς.

    Ο δήμαρχος Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος, απαντώντας ανέφερε μια σειρά από μέτρα που είχαν ληφθεί σε συνεννόηση με τα υπουργεία και την αστυνομία για την καθαριότητα και ανακοίνωσε ότι θα δοθεί έκτακτη ενίσχυση στον δήμο.

    Ο δημοτικός σύμβουλος Στρίγκος αναφέρει ότι στην πόλη υπάρχουν περίπου 30.000 πρόσφυγες, από τους οποίους στεγάστηκαν μόνο 13.000.

    Στη Θεσσαλονίκη 40.000, στη Μυτιλήνη 100.000, στη Χίο 60.000, στη Σύρο 40.000 κ.ά.

    Να σημειωθεί ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του δημάρχου Αθηναίων, περίπου 70.000 πρόσφυγες διέμεναν σε 130 πρόχειρους καταυλισμούς διάσπαρτους σε ολόκληρη την πόλη.

    Πάντως, σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά αναφέρεται, στις 20 Νοεμβρίου 1922, ότι στον Πειραιά υπήρχαν 48 καταυλισμοί προσφύγων και ο δήμος θα διέθετε 500.000 δραχμές για την καθαριότητα, την απολύμανση, την εκκένωση βόθρων και τη μεταφορά των νεκρών… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Το τελευταίο είχε ιδιαίτερη σημασία διότι οι θάνατοι των προσφύγων ήταν καθημερινοί.

    Οπως ακούστηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο, χρειαζόταν να εργάζονται τρεις νεκροφόρες την ημέρα!

    Ο δείκτης των θανάτων ως προς τις γεννήσεις για την περίοδο 1923-1925 ήταν 3 προς 1, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Κοινωνίας των Εθνών, 6.000 άτομα απεβίωσαν κατά μέσο όρο κάθε μήνα, μόλις τους πρώτους 9 μήνες μετά την άφιξή τους σε ελληνικό έδαφος (πηγή: «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

    Χαρακτηριστικές για τις αιτίες θανάτου είναι ορισμένες ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν στην πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα».

    Μια απ’ αυτές (φ. της 30/9/1922) αναφερόταν στον θάνατο της προσφυγοπούλας Στυλιανής Διαμαντοπούλου, από το χωριό Κόλδερη της Μαγνησίας, η οποία «απεβίωσε εκ των κακουχιών»…

    Αλλη (φ. 5/10/1922) αναφερόταν στον θάνατο του 60χρονου πρόσφυγα Παντελή Καπλανίδη από τη Φιλαδέλφεια μέσα στο ατμόπλοιο «Πηνειός» «εκ κακουχιών και κακώσεων ας υπέστη υπό των Τούρκων κατά την αναχώρησίν του εκ Σμύρνης».

    Και μια τρίτη είδηση (φ. 12/10/1922) αναφερόταν σε τρεις θανάτους προσφύγων.

    Οι δύο σημειώθηκαν επί του ατμόπλοιου «Ευγενία Εμπειρίκου», που μετέφερε πρόσφυγες, «εξ ατροφίας» και «εκ των κακουχιών», αντίστοιχα.

    Ο τρίτος είχε πεθάνει έξω από το εργοστάσιο Βασιλειάδη στον Πειραιά «εξ ασιτίας»…

    Τις ίδιες μέρες στις εφημερίδες δημοσιεύονται «αγγελίες» προσφύγων που αναζητούν πληροφορίες για συγγενείς τους ή γνωστούς τους με τους οποίους χάθηκαν στη διάρκεια του ξεριζωμού.

    Ταυτόχρονα, πολλές ειδήσεις αποτυπώνουν τα δράματα που «ξετυλίγονται» πίσω από τους πρόσφυγες, καθώς πολλές γυναίκες βρέθηκαν μόνες με τα παιδιά τους σε έναν ξένο τόπο.

    Ετσι, διαβάζουμε (εφημερίδα «Σφαίρα», φ. της 3ης Οκτωβρίου 1922) ότι μια «νεαρωτάτη κυρία» πήγε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και έπεισε την Αρμένισσα πρόσφυγα Μαρία Χατζετιάν να της δώσει την 7χρονη κόρη της Λουίζα, «όπως το τοποθετήση παρά καλή οικογενεία και υπό τον όρον να επανέλθη την επιούσαν όπως παραλάβη και τον 10ετή υιόν της Αρμενίσσης προς τον αυτόν σκοπόν».

    Εκτός από τις δραματικές ελλείψεις, οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν και την αισχροκέρδεια.

    Σε πρωτοσέλιδο σχόλιο στην εφημερίδα «Εθνος» (φ. 8 Σεπτεμβρίου 1922) διαβάζουμε, χαρακτηριστικά:

    «Νέον εθνικόν πένθος, νέα ευκαιρία πλουτισμού διά τους αισχροκερδείς. Τα εστιατόρια π.χ. υπεδέχθησαν τους εκ Μ. Ασίας φεύγοντας αδελφούς μας με συμπληρωματικήν υπερτίμησιν των μερίδων τους».

    Παράλληλα, καθημερινά αρχίζει να γίνεται ακόμα μεγαλύτερη η επιφυλακτικότητα/εχθρότητα των «γηγενών» απέναντι στους πρόσφυγες.

    Στις 19 Οκτωβρίου 1922 η (πειραϊκή) εφημερίδα «Σημαία» έγραψε ότι οι εργαζόμενοι στο τελωνείο εξέφρασαν αντιρρήσεις όταν πληροφορήθηκαν ότι ορισμένοι πρόσφυγες θα προσληφθούν για να εργαστούν μαζί τους.

    «Αποφάσισαν ότι θα εμποδίσουν με κάθε τρόπο την πρόσληψη των προσφύγων και θα ζητήσουν τη βοήθεια και των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων». Φάνηκε (με το δημοσίευμα) ότι οι εργαζόμενοι είχαν την υποστήριξη των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς δεν ήθελαν «το ίδιο πράγμα να συμβεί σε άλλα επαγγέλματα», αναφερόταν σε έρευνα για τη στάση του τοπικού Τύπου απέναντι στο προσφυγικό (πηγή: Klaus Roth, Robert Hayden «Migration in, from, and to Southeastern Europe», Part 1: Historical and Cultural Aspects, Εκδοση 2009).

    Σύμφωνα με απογραφή των προσφύγων, που έγινε τον Απρίλιο του 1923, σε ολόκληρη τη χώρα είχαν φτάσει 786.431 πρόσφυγες.

    Απ’ αυτούς οι 435.118 ήταν γυναίκες και οι 351.313 ήταν άνδρες.

    Οι περισσότεροι (162.418) είχαν κατευθυνθεί προς τη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης (Νομός Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκε και η Πέλλα).

    Από κοντά η Στερεά Ελλάδα και η Εύβοια, όπου είχαν μείνει 158.076 πρόσφυγες.

    Ακολουθούσαν η Θράκη (99.913 πρόσφυγες) και η Ανατολική Μακεδονία (80.691), στο πλαίσιο μιας ορθής πολιτικής σκέψης για ενίσχυση της ελληνικότητάς τους.

    Ειδικότερα, στην Αττική είχαν μείνει 123.435 πρόσφυγες και στη Θεσσαλονίκη 99.007.

    Βέβαια, οι προσφυγικές ροές συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό ακόμα καθώς η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) υπαγόρευσε την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

    Παράλληλα, έφταναν κατά διαστήματα στον Πειραιά και αιχμάλωτοι στρατιώτες που απελευθέρωναν οι Τούρκοι.

    Η κατάσταση των περισσότερων ήταν τραγική. Γι’ αυτό, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά σε συνεδρίασή του, στις 4 Απριλίου 1923, ενέκρινε πρόταση του δήμαρχου Αν. Παναγιωτόπουλου να διατεθεί πίστωση 10.000 δραχμών, ώστε να αγοραστεί «ανάλογος ποσότης σιγαρέτων προς διανομή εις τους εκ της αιχμαλωσίας επανακάμπτοντας στρατιώτας»… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

    Αναμόρφωση του προϋπολογισμού με επιδόματα 500 δραχμών

    Η είσοδος των Μικρασιατών προσφύγων είναι τέτοιας κλίμακας που προκαλεί τεράστιες ανατροπές στο ήδη καθημαγμένο και πολιτικά διχασμένο ελληνικό κράτος, το οικονομικά κατεστραμμένο.

    Και μόνο ότι αυτό το κράτος, με περίπου 5 εκατ. κατοίκους, δέχεται ένα κύμα προσφύγων που ο αριθμός τους αγγίζει το 1,5 εκατομμύριο, αποτυπώνει το μέγεθος της ανατροπής.

    Ετσι, στο τέλος του χρόνου γίνεται αναμόρφωση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 1922-23 (ΦΕΚ Α’ 286 27-12-1922) και στο υπουργείο Περιθάλψεως διατίθενται επιπλέον 77 εκατομμύρια δραχμές, από τα οποία τα περισσότερα θα καλύψουν προσφυγικές ανάγκες.

    Συγκεκριμένα, για «επιδόματα (είχε προβλεφθεί η χορήγηση στους πρόσφυγες ενός εφάπαξ ποσού 500 δραχμών), συσσίτια, ειδικά και έκτακτα βοηθήματα προσφύγων ή και δαπάνη τη εν ασύλοις ενδιαίτησιν προσφύγων, ως και έξοδα νοσηλείας εν γένει» προβλέφθηκαν 55 εκατ. δραχμές.

    Για «ενοίκια ή αποζημιώσεις λόγω επιτάξεως των διά στέγασιν των προσφύγων χρησιμοποιούμενων ιδιοκτητών οικημάτων, ως και φωτισμός, θέρμανσις, ύδρευσις των συνοικισμών» διατίθενται 5 εκατ. δρχ.

    Για «έξοδα στεγάσεως των προσφύγων διά σκηνών ή άλλων προχείρων μέσων 2,5 εκατ. δραχμές. Για επισκευές και λοιπά έξοδα συντηρήσεως των συνοικισμών 1,7 εκατ. δρχ.» κ.ά.

    Αλλαγές και στη νομοθεσία, με πρώτη μέριμνα τους κληρικούς

    Η σχετική με τους πρόσφυγες νομοθεσία είναι πολύ μεγάλη και φαίνεται ότι διαρκώς προκύπτουν ανάγκες επικαιροποίησης.

    Το μεγαλύτερο μέρος της, που καλύπτει μια περίοδο 80 χρόνων (1919-1999), υπάρχει σε έκδοση του υπουργείου Εσωτερικών (Παν. Κ. Ραπτάρχης, Διαρκής Κώδικας Νομοθεσίας, Τόμος 35 Α «Κοινωνική Πρόνοια», Κεφ. Ζ «Πρόσφυγες») και καλύπτει 372 σελίδες!

    Το μεγαλύτερος μέρος της νομοθεσίας αφορά τα στεγαστικά θέματα των προσφύγων στα αστικά κέντρα, ενώ οι πιο πρόσφατοι νόμοι, της δεκαετίας του 1990, αφορούσαν τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών.

    Πάντως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο νομοθετικό διάταγμα εκδίδεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1922, μια μέρα μετά την παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου, υπογράφεται και τυπώνεται αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 175/23-9-1922) και αφορά τα «Περί προσωρινής τοποθετήσεως προσφύγων ιερέων εκ Μικράς Ασίας».

    Το επόμενο (ΦΕΚ Α 178/27-9-1922) επιφέρει τροποποιήσεις στο υπουργείο Περιθάλψεως για να διαμορφωθούν δομές στήριξης προσφύγων (Πατριωτικό Ιδρυμα Περιθάλψεως κ.ά.) και ακολουθεί την επόμενη μέρα (ΦΕΚ Α 179/28-9-1922) νομοθετικό διάταγμα «περί εγγραφών κτλ εν σχολείοις Μέσης Εκπαιδεύσεως προσφύγων μαθητών».

    Ωστόσο, τα πιο σημαντικά μέτρα θα ακολουθήσουν καθώς στις 21 Οκτωβρίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 209) Νομοθετικό Διάταγμα που ρυθμίζει τα της πολιτογραφήσεως των προσφύγων που έχουν έρθει από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τα Δωδεκάνησα, τη Βουλγαρία, τον Πόντο και απ’ οπουδήποτε αλλού από το 1913 και μετά».

    Τρεις μέρες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου 1922, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 212) Βασιλικό Διάταγμα για την ατελή εισαγωγή λυόμενων οικιών μέχρι το τέλος του 1925 και τον Νοέμβριο (ΦΕΚ Α 237/17-11-1922) δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων».

    Με την έναρξη εφαρμογής του νόμου επιτάσσονται αρχικά περίπου 8.000 κενά ακίνητα, που διατίθενται για τη διαμονή προσφύγων.

    Τα δύσκολα χρόνια

    Οι αντιπαραθέσεις βάφτηκαν και με αίμα

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα
    Το κύμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς των τελευταίων εβδομάδων απέναντι στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες από τη μια και η μισαλλόδοξη ρατσιστική συμπεριφορά από την άλλη είναι οι καταλληλότερες αφορμές για να γυρίσουμε τις σελίδες της Ιστορίας πίσω στην περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, ακόμα και Ελλήνων, έφτασαν μέχρι αίματος…

    «Η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ των δύο ομάδων προέκυψε σε σχέση με την ιδιοποίηση της γης, ενώ δεν έλειψαν ανταγωνισμοί σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων», αναφέρεται σε έρευνα που περιλαμβάνεται στην Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού με θέμα: «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα».

    «Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των προσφύγων μπόλιασαν με νέες τριβές την αντίθεση αυτή, αφού κατέταξαν τους πρόσφυγες σε μία κοινωνική ομάδα που ήταν απολύτως διακριτή μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές επιλογές τους έδωσαν νέα διάσταση στον εθνικό διχασμό, καθώς οι πρόσφυγες εντάχθηκαν μαζικά στη μία παράταξή του, το βενιζελισμό.

    Το ελληνικό κράτος, από την πλευρά του, επιχείρησε με συστηματικό τρόπο να υποβαθμίσει την αντίθεση αυτή προωθώντας μέτρα για την οικονομική στήριξη των προσφύγων. Βασική μέριμνα του κράτους ήταν να καταστούν οι τελευταίοι όσο το δυνατό συντομότερα οικονομικά αυτόνομοι και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία χωρίς άλλους κραδασμούς» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

    Να σημειωθεί ότι η απογραφή του 1928 κατέγραψε στον ελλαδικό χώρο 1.221.849 πρόσφυγες, εκ των οποίων 673.025 αστικής και 578.824 γεωργικής προέλευσης.

    Ετσι, σε κάθε περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της (αγροτική, αστική), οι αντιπαραθέσεις μεταξύ «παλαιοελλαδιτών» ή «γηγενών» ή «ντόπιων» και των προσφύγων είχαν διαφορετικές αφορμές.

    Για παράδειγμα, στα αστικά κέντρα οι πολιτικές διαφορές, που είχαν εμφανιστεί και στη δεκαετία του 1910 (βλ. «Νοεμβριανά»), ήταν πολύ πιο έντονες, ενώ αφορμή αποτέλεσαν οι επιτάξεις κατοικιών και η χρησιμοποίηση των προσφύγων ως «φτηνών εργατικών χεριών» και σε κάποιες περιπτώσεις ως «απεργοσπαστικού μηχανισμού».

    Η διανομή της γης και η διαφθορά

    Στις αγροτικές περιοχές και κυρίως στις βόρειες επαρχίες του κράτους, τα προβλήματα που αναδύθηκαν ήταν άλλου τύπου.

    Υπήρξαν πολύ εντονότερες συγκρούσεις για τη διανομή της γης, όχι μόνο αυτής των μουσουλμάνων που έφυγαν για την Τουρκία μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), αλλά και για τα τσιφλίκια, που μέχρι το 1922 καλλιεργούνταν από αυτόχθονες καλλιεργητές οι οποίοι απαιτούσαν την ιδιοποίησή τους.

    Μια άλλη πηγή προβλημάτων ήταν ότι «η στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών από «παλαιοελλαδίτες» υπαλλήλους τις έφερνε σε αντιπαράθεση με το προσφυγικό στοιχείο, καθώς συχνά λειτουργούσαν αυταρχικά, με τρόπο «αληπασαλίδικο». Καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας και βιαιοπραγίες εις βάρος των προσφύγων είναι πολύ συχνές στον Τύπο της εποχής» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

    Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς τους υπαλλήλους και αξιωματούχους εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή θέση των προσφύγων για να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη δημιούργησε τη στερεοτυπική εικόνα του διεφθαρμένου παλαιοελλαδίτη κρατικού υπαλλήλου.

    Ο Παναγιώτης Σταμπούλος διέμενε με την οικογένειά του σε σκηνή στον πρόχειρο καταυλισμό πίσω από το Νοσοκομείο Συγγρού, στην περιοχή όπου αργότερα δημιουργήθηκε η συνοικία της Καισαριανής.

    Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο κατάφερε να εξασφαλίσει για την οικογένειά του ένα από τα ξύλινα οικήματα που έχτισε το Ταμείο Περιθάλψεως τον Μάιο του 1923 είναι χαρακτηριστική:

    «Ο Μητσοτάκης είναι Κρήτας, υπάλληλος του ταμείου περιθάλψεως, σε αυτόν είχε ανατεθεί η διεύθυνσις στεγάσεως προσφύγων, και η υπηρεσία του στεγάζετο εις τα παλαιά Ανάκτορα […]

    Ηταν κατεργάρης, τα κατάφερνε θαυμάσια, και χρηματίζετο από τους πλουσίους Αθηναίους των οποίων τα μέγαρα είχαν επιταχθεί για τους πρόσφυγας. Γι’ αυτό εις τα παραπήγματα του καταυλισμού μας μετέφερε τις οικογένειες των επιταγμένων σπιτιών των Αθηναίων […]

    Μέσα στον σορόν των γυναικών που κατάκλυζε καθημερινώς το γραφείον του υπήρχαν φυσικά !!! και νοστιμούλες γυναίκες, ή κορίτσια, οι υπάλληλοί του καταλλήλως πλησίαζαν όσες από αυτές ημπορούσαν, και από μίαν ιδιαιτέραν είσοδον τες περνούσαν εις το γραφείον του.

    Εκεί εγένετο ο συνδυασμός του γλεντιού και της διαφθοράς και κατόπιν μερικές από αυτές προηγούντο στην Στέγασιν.

    Βλέποντας αυτά τα πράγματα, πίστευα πως δεν θα κατόρθωνα τίποτα με την νομιμόφρονα τακτική μου, και μια μέρα έχασα την υπομονή μου, μπήκα στο γραφείον του διά της βίας, και όταν ξαφνικά είδα το παζάρεμα της Στεγάσεως και της διαφθοράς των προαναφερθέντων γυναικών, νευρίασα, και πάνω από το γραφείον του πήρα ένα βαρύ μελανοδοχείον, το πέταξα στα μούτρα του Μητσοτάκη. Αυτό ήταν !!!» (πηγή: Μενέλαου Χαραλαμπίδη: «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: Πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», http://tvxs.gr).

    Συγκρούσεις στην ύπαιθρο

    Ωστόσο, οι αντιπαραθέσεις αυτές ειδικά στην ύπαιθρο πήραν διαστάσεις αιματοχυσίας.

    Στα πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου, τον Νοέμβριο του 1924, θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων.

    Αυτές αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάσταση των προσφύγων.

    Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια (Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ, 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ), erodotos.wordpress.com).

    Συχνά οι επιθέσεις των γηγενών είχαν αποτέλεσμα τη δολοφονία προσφύγων:

    «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου» γράφει η «Παμπροσφυγική» το 1924, μετά τη δολοφονία πρόσφυγα από ντόπιο στη Νιγρίτα Σερρών, «δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απολεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη, τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων διά την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».

    Αλλες φορές οι συγκρούσεις γενικεύονταν, όπως συνέβη το 1928 στο χωριό Ασβεσταριό κοντά στα Γιαννιτσά, όταν συνεπλάκησαν μεταξύ τους ομάδες ντόπιων και προσφύγων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό είκοσι ανθρώπων.

    Τις περισσότερες φορές οι πρόσφυγες δέχονταν οργανωμένες και ξαφνικές επιθέσεις ομάδων ντόπιων που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους εκδιξουν από τα μέρη τους.

    Τον Νοέμβριο του 1924 οι κάτοικοι του χωριού Αετός της επαρχίας Ξηρομερίου επιτέθηκαν κατά των προσφύγων του οικισμού Αγιος Νικόλαος, ενώ στο χωριό Ροδολίβος στη Μακεδονία φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαιρών και ροπάλων» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

    Από εφημερίδες της εποχής πληροφορούμαστε (εφ. «Αθήναι», 9/11/1924) ακόμα ότι στο χωριό Κοντσικιώτη στα Γρεβενά «βλαχοποιμένες επετέθησαν εναντίον προσφύγων ποιμένων […] τραυματίσαντες δύο εξ αυτών ως και τον αγροφύλακα. Οι δράσται δεν συνελήφθησαν εισέτι».

    Αλλά και μέσα στην Αθήνα γίνονταν συμπλοκές, όπως μία μεταξύ προσφύγων και χωρικών από το Μενίδι στον Ποδονίφτη (στο σημερινό τέρμα Πατησίων), καθώς οι δεύτεροι θέλησαν να καλλιεργήσουν χωράφια που είχαν απαλλοτριωθεί για την κατασκευή προσφυγικού συνοικισμού.

    Βέβαια, δεν έλειπαν οι συμπλοκές και μεταξύ προσφύγων.

    Μία απ’ αυτές, στην οποία τραυματίστηκαν 10 άτομα, έγινε στο χωριό Λιμαχόβον στην Ηγουμενίτσα μεταξύ προσφύγων από τη Βουλγαρία και Ποντίων «ένεκα ασυμφωνίας κατά την διανομήν των γαιών διά κλήρου» («Παμπροσφυγική», 16/11/1925).

    Μέσα σε αυτό το «κλίμα» ήρθαν, τον Νοέμβρη του 1924, τα αιματηρά, γενικευμένα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ (Πρώτη) Σερρών, που προκάλεσαν την πρώτη μεγάλη συζήτηση στη Βουλή για το προσφυγικό.

    Οπως είχε γραφτεί, οπλισμένες ομάδες γηγενών «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς…».

    Στις 10 Νοεμβρίου, παίρνοντας τον λόγο εκτός ημερησίας διατάξεως, ο βουλευτής Εβρου Φ. Μανουηλίδης χαρακτήρισε προμελετημένη τη σύγκρουση και υποστήριξε ότι «τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας».

    «Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ προσφύγων και εντοπίων […] υποθαλπόμενη […] από πολλού και παλλαχόθεν εγκυμονεί κίνδυνον κρατικόν και εγκυμονεί ακόμα κίνδυνον κοινωνικόν εξαιρετικής σοβαρότητος», επισήμανε ο ίδιος (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Δ’ Εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως – Τόμος Γ’ – Σελ. 119, 120 – Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων).

    Στην εφημερίδα «Αθήναι» (φ. της 9/11/1924) διαβάζουμε ότι μετά τα γεγονότα η Παμπροσφυγική Ομοσπονδία Σερρών μετέβη στη Θεσσαλονίκη και «επιρρίπτει μέγα μέρος της ευθύνης εις τον προϊστάμενον του Γραφείου Εποικισμού Σερρών, προσθέσασα ότι τη εγκρίσει τούτου και του επιθεωρητού εποικισμού Μοζέρ αφηρέθησαν από τους πρόσφυγας του συνοικισμού Καβακλή 340 στρέμματα γαιών, τα οποία είχαν εκχωρηθή εις αυτούς. Αι γαίαι αύται, αίτινες είχον σπαρή υπό των προσφύγων, εδόθησαν εις εκμεταλλευτάς μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με την γεωργίαν».

    Στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή, ο τότε πρωθυπουργός Α. Μιχαλακόπουλος ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε την απομάκρυνση του καταγγελλόμενου διευθυντή του εκεί Επισιτιστικού Γραφείου, για να παρέμβει «εις πληρεξούσιος (λέγοντας): Είνε αξιωματικός του Γκαίρλιτς» (Πρακτικά των Συνεδριάσεων, ό.π., σελ. 121) (σημ. το Γκέρλιτς ήταν γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι αιχμάλωτοι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί διαβίωναν σε πολύ καλύτερες συνθήκες σε βάρος των στρατιωτών που εθεωρούντο «βενιζελικοί»).

    Οι καταγγελίες

    Στη διάρκεια της συζήτησης ακούστηκαν πολλές καταγγελίες για αυθαιρεσίες κρατικών αξιωματούχων σε βάρος προσφύγων.

    Σταχυολογούμε ορισμένες από εφημερίδες της εποχής:

    Βοραντζάκης (βουλευτής): Την νύκτα της 22 προς την 23 Οκτωβρίου εις τας Σέρρας ανώτερος Ελλην αξιωματικός, ο διοικητής του 3/4ου Συντάγματος Καραμανώλης, εισώρμησε με ένοπλους στρατιώτας εντός μιας οικίας και εξεδίωξε δύο προσφυγικάς οικογενείας διά να καταλάβη τα υπ’ αυτών κατεχόμενα δύο δωμάτια. Εκτοτε αι δύο οικογένειαι μένουν εις τον δρόμον και ο κύριος αξιωματικός εις τα δωμάτια και εις την θέσιν του.

    Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων έστειλεν εις το Παγγαίον προς εγκατάστασιν 130 οικογενείας προσφύγων χωρίς σκηνάς, χωρίς ενδύματα, χωρίς σκεπάσματα. Την πρώτην ακόμη νύκτα απέθανον τέσσαρες εκ ψύχους.

    Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων κατέχει το μυστικόν να εξαπατά τον κόσμον. Είδομεν εδώ κινηματογραφικάς αναπαραστάσεις δήθεν εγκαταστάσεων προσφύγων, έλυωσαν με την πρώτην βροχήν εις την Δράμαν, ούτω πως αποθνήσκουν οι πρόσφυγες εις το ύπαιθρον.

    Ιασωνίδης: Οι υπάλληλοι του εποικισμού μετέβαλον τας υπηρεσίας των εις οίκους….!

    Εις εν χωρίον της Μακεδονίας εστάλησαν 400 οικογένειαι προσφύγων προς εγκατάστασιν εις γήπεδα απαλλοτριούμενα. Κατόπιν όμως άλλη διαταγή προκληθείσα από ενδιαφερομένους διατάσσει να εκδιωχθούν οι πρόσφυγες και τα γήπεδα εδόθησαν εις πλούσιον εφοπλιστήν (εφ. «Αθήναι», 11/11/1924).

    Από εκεί και πέρα, (δεν) εντυπωσιάζει η αντιπαράθεση μεταξύ βουλευτών για το ποια πλευρά, πρόσφυγες ή γηγενείς, άρχισε πρώτη τα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ Σερρών, για το εάν είναι σοβαρά τα επεισόδια σε άλλες περιοχές ή όχι κ.ο.κ.

    Ετσι, δεν άργησε αυτός ο διχασμός να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς το 1925 στις δημοτικές εκλογές αναδεικνύεται δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο πρόσφυγας κ. Πατρικίου.

    Ο πρωθυπουργός Πάγκαλος, που είχε παρέμβει υπέρ άλλου υποψηφίου, μιλώντας για την εκλογή Πατρικίου «εδήλωσεν ότι δεν ήταν αβρόν εκ μέρους των προσφύγων απέναντι του γηγενούς πληθυσμού να εκλέξουν πρόσφυγα Δήμαρχον» (εφ. «Παμπροσφυγική», φ. 17/11/1925).

    Τις επόμενες μέρες η εκλογή ακυρώθηκε εν μέσω δημοσιευμάτων που παρότρυναν την κυβέρνηση να αφαιρέσει το δικαίωμα ψήφου από τους πρόσφυγες και τελικά εξελέγη τρίτο πρόσωπο ως δήμαρχος.

    Οι εντάσεις και τα επεισόδια συνεχίστηκαν και τη δεκαετία του 1930 καθώς, μάλιστα, εμφανίζονταν διάφορες οργανώσεις, όπως ο «Σύνδεσμος Γηγενών Πειραιωτών», που φρόντιζαν να διαιωνίζουν τέτοιες απόψεις και αντιλήψεις, εκδίδοντας, λόγου χάρη, ανακοινώσεις στις οποίες «κατήγγειλαν» πως «ενώ η κρίση και η ανεργία μαστίζει τους κατοίκους του, ο Πειραιεύς έχει καταληφθεί από διάφορα πρόσωπα εντελώς ξένα από αυτόν» (εφ. «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

    Μια άλλη, η «Παμπειραϊκή Ενωσις», πραγματοποιώντας γενικό συμβούλιο, έλαβε αποφάσεις μεταξύ των οποίων ήταν «όπως επιδιωχθή εκκαθάρισις των εν Πειραιεί οργανισμών δημοσίου δικαίου και του Δήμου από τους ξένους» (εφημερίδα «Χρονογράφος», 3/4/1933).

    Για να επέλθει, τελικά, η άμβλυνση αυτών των αντιπαραθέσεων με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς τότε ξεκίνησε ένας άλλης μορφής εθνικός διχασμός, που ταλάνισε και τα μεταπολεμικά χρόνια τη χώρα.

    Η πορεία προς του Γουδή

    Οι πρόσφυγες έρχονται, ο βασιλιάς φεύγει

    Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Ελλάδα
    Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του ελληνικού στοιχείου στη Μικρά Ασία συγκλόνισε το πανελλήνιο και προκάλεσε ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.

    Η κυβέρνηση Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχτηκε η κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου.

    Η μεταβολή δεν είχε όμως πλέον κανένα νόημα.

    Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

    Ετσι, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και τη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα ως εκπρόσωπο του Στρατού της Χίου, Στυλιανό Γονατά ως εκπρόσωπο του Στρατού της Λέσβου και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά ως εκπρόσωπο του Ναυτικού.

    Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν στην Αθήνα.

    Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχτηκε ο γιος του και διάδοχος, Γεώργιος Β’.

    Σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σ. Κροκιδά.

    Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

    Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου, όταν η Επανάσταση επιβλήθηκε, συνελήφθησαν επτά πολιτικοί:

    • Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός,

    • Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός,

    • Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός,

    • Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός,

    • Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός,

    • Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργοί επί των στρατιωτικών και οικονομικών στην κυβέρνηση Γούναρη αντίστοιχα.

    Αργότερα θα συλληφθεί και ο Γεώργιος Χατζανέστης ή Χατζηανέστης, διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας.

    Αρχικά, πρόθεση της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν οι συλληφθέντες, που κρατούνταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, να οδηγηθούν την επόμενη μέρα στο θωρηκτό «Λήμνος», να δικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και να τουφεκιστούν πάνω στο κατάστρωμα.

    Οι πρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ζήτησαν να γίνει δίκη από νόμιμο δικαστήριο (πηγή: Γρηγόρης Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940», τόμος Α’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 17).

    Στις 9 Οκτωβρίου ογκώδης διαδήλωση 100.000 πολιτών στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα απαίτησε την άμεση εκτέλεση των υπευθύνων.

    Η λογική που είχε περάσει η Επαναστατική Επιτροπή στον λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε (περιοδικό «Ιστορία», εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 462, Δεκέμβριος 2006, άρθρο του διεθνολόγου Ιωάννη Παπαφλωράτου).

    Στις 13 Οκτωβρίου εκδόθηκε και το διάταγμα περί σύστασης και λειτουργίας έκτακτου στρατοδικείου προς εκδίκαση των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών και στις 24 Οκτωβρίου 1922 γινόταν γνωστό ότι παραπέμπονταν σε δίκη οι παραπάνω 8 κρατούμενοι με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

    Παρότι ήταν 8 οι κατηγορούμενοι, η δίκη, που άρχισε στις 31 Οκτωβρίου στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής, έμεινε στην Ιστορία ως η «Δίκη των έξι» από τον αριθμό των εκτελεσθέντων.

    Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στις 15 Νοεμβρίου και καταδίκαζε σε ισόβια δεσμά τους Μιχαήλ Γούδα και Ξενοφώντα Στρατηγό και εις θάνατον τους υπόλοιπους.

    Ηδη, από το εξωτερικό αλλά και στην εσωτερική πολιτική σκηνή είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται έντονες αντιδράσεις για την εκτέλεση της θανατικής ποινής.

    Οι πιέσεις και οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες που στις 10 Νοεμβρίου παραιτείται ο υπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης. Την παραίτησή του ακολουθεί ολόκληρη η κυβέρνηση Κροκιδά.

    Τέσσερις μέρες αργότερα σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Γονατά και την επομένη στις 7.15 το πρωί ανακοινώθηκε η απόφαση, η οποία εκτελέστηκε αυθημερόν στου Γουδή.

    http://www.efsyn.gr/arthro/irthan-oi-prosfygges-na-paroyn-psomi-mas

  25. Από το χωριό Γκιολτζούκ της περιφέρειας Νίγδης ξεκινήσαμε χίλιοι (1.000) πρόσφυγες και με το ατμόπλοιο “Καβάλλα” φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μας έκλεισαν δεκαέξι (16) μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου. Συνέχεια μας ταπείνωναν για την τούρκικη γλώσσα μας και μας αντιμετώπιζαν σαν δούλους, με ξύλο, βρισιές και προσβολές.
    Μετά απ’ αυτό το μαρτύριο μας επιβίβασαν στο ατμόπλοιο “Δίφρυς” με την υπόσχεση να μας στείλουν σε Θεσσαλονίκη και Καβάλα. Όμως μας αποβίβασαν στο Βάλτο της Ηπείρου, χωρίς καμιά φροντίδα, καμία πρόνοια. Μείναμε εκεί δέκα μέρες στο ύπαιθρο, τις έξι έριχνε συνέχεια καταρρακτώδη βροχή. Ήταν ένα μαρτύριο. Μικρά παιδιά, γέροι και άρρωστοι ξεψυχούσαν στην αγκαλιά μας, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Πάνω στην απελπισία μας, για να στεγνώσουμε και ζεσταθούμε λιγάκι, κόψαμε δυο ελαιόδενδρα.

    Αμέσως κατέφθασε ο αστυνόμος Πάργας με φοβέρες και απειλές, λέγοντας ότι τα δέντρα κοστίζουν 2.000 δραχμές.

    Ύστερα από πολλές διαμαρτυρίες, μας έδωσαν σκηνές και μας εγκατέστησαν στο Τουρκικό νεκροταφείο, που απέχει πέντε λεπτά από την Πάργα, ίσως για να μας διευκολύνουν στο θάνατο. Μείναμε εκεί 35 μέρες, άρρωστοι, ελεεινοί, βρεγμένοι, νηστικοί, τουρτουρίζοντας από τον πυρετό και εκλιπαρώντας για λίγο ψωμί και λίγο κινίνο. Μέσα σ’ αυτό το μήνα από τους περίπου 1.000 Γκιολτζουκιανούς πρόσφυγες πέθαναν οι 275. Το βεβαιώνει ο ιερέας μας Αθανάσιος Καμπερίδης, που τους έθαψε εκεί και κράτησε τα ονόματά τους.

    Μετά από όλα αυτά, εδέησαν να μας στείλουν στην Καβάλα. Φτάσαμε εδώ πριν μερικές μέρες, ζούμε σε σκηνές και μας τρώει η αγωνία για το αύριο: Τι θα απογίνουμε; Πού θα μας στείλουν; Δεν ξέρουμε τίποτα, ξέρουμε μόνο ότι σε κάθε βήμα μας αντικρίζουμε την αδιαφορία και την περιφρόνηση. [Καβάλλα 1-11-1924, Πολλοί πρόσφυγες]

    Πηγή: Επιστολή που δημοσιεύτηκε σε αθηναϊκή εφημερίδα της 10ης Νοεμβρίου 1924

    Διασκευάστηκε για τις ανάγκες της παράστασης “Ήταν Κατάρα Θεού η Ανταλλαγή” του Συλλόγου Μικρασιατών της Καβάλας, σε συνεργασία με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Καβάλας και το Μουσικό Σχολείο Καβάλας (Αμφιθέατρο Π.Ε. Καβάλας, 15-11-2014). Η φωτογραφία από τις Συλλογές του “Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού” της Καβάλας, το βαπτιστικό από τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Καβάλας.

  26. 80 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΦΙΛΙΑΣ ΤΟΥ 1930

    Η Συμφωνία της Άγκυρας

    * Η στροφή Βενιζέλου * Η αντίδραση των προσφύγων * Η πτώχευση
    Δημοσίευση: 31 Δεκ 2010 18:00 | Τελευταία ενημέρωση: 25 Σεπ 2015 9:58 Άρθρα
    Το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930 είναι η κορωνίδα της ρεαλιστικής πολιτικής που ακολούθησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά τον καταποντισμό, στην προκυμαία της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922, της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος θεωρώντας ότι μετά τους βαλκανικούς πολέμους, τη μικρασιατική καταστροφή και την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης είχε επιτευχθεί, με τα όρια του ελληνικού κράτους να ταυτίζονται με τον ελληνισμό, στράφηκε στην ανόρθωση του κράτους. Βασική προϋπόθεση ήταν η οριστική επίλυση των εκκρεμοτήτων με την Τουρκία και η συνομολόγηση συμφώνου φιλίας με τη γείτονα χώρα, που θα επέτρεπε στην Ελλάδα να ασχοληθεί απερίσπαστη με την εσωτερική αναδιοργάνωσή της. Το τίμημα ωστόσο της ρεαλιστικής στροφής του Βενιζέλου με την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου φιλίας δεν ήταν αμελητέο. Αντιθέτως, για πρώτη φορά τον έφερε αντιμέτωπο με τους πρόσφυγες, για τους οποίους έως τότε ήταν «ο σωτήρας της πατρίδας». Βεβαίως η πολιτική τοποθέτηση του προσφυγικού κόσμου ήταν σταθερά βενιζελική και εκπηγάζει από την αλυτρωτική πολιτική του Βενιζέλου ως ελευθερωτή, από την καταστροφή του 1922 για την οποία κατηγορήθηκαν ως κυρίως υπαίτιοι οι αντιβενιζελικοί, αλλά και από τη γενικώς επιτυχημένη πολιτική αποκατάστασης των προσφύγων που εφήρμοσε μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.

    ΝΕΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

    Ταυτόχρονα, το σύμφωνο φιλίας είναι η τελευταία πράξη του δράματος του Μικρασιατικού Ελληνισμού, καθώς σηματοδοτεί σε συναισθηματικό επίπεδο τον οριστικό ενταφιασμό κάθε μύχιας προσδοκίας επανόδου στη γενέθλια γη των προσφύγων, αλλά και τον οδυνηρό συμβιβασμό της εξίσωσης των περιουσιών που εγκατέλειψαν στη Μικρά Ασία με εκείνες των μουσουλμάνων που ανταλλάχθηκαν από την Ελλάδα, σε εφαρμογή της συνθήκης της Λοζάνης.

    Η δυσαρέσκεια του προσφυγικού κόσμου, που ήταν η εκλογική ραχοκοκαλιά του κόμματος των Φιλελευθέρων, εκφράστηκε στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1932 και κυρίως του 1933 σημαίνοντας και το πολιτικό τέλος του μεγάλου Κρήτα πολιτικού.

    Με την άνοδό του στην εξουσία το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, εν σχέσει με τη διακυβέρνησή του τη δεκαετία του 1910, ακολουθεί άλλο προσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από μία τάση ανεξαρτητοποίησης από την αγγλική και κυρίως από τη γαλλική πολιτική. Όμως η κομβικότερη μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής ήταν η αποκατάσταση των σχέσεων με την Τουρκία, μέσα από την αναγνώριση του ιδίου του Βενιζέλου της νέας πραγματικότητας. Μεταβολή που επικυρώθηκε με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν το 1930 και επιβεβαίωσαν την προσδοκία του Βενιζέλου να επενδύσει στη δημιουργία ενός αμιγώς ελληνικού αστικού κράτους, εγκαταλείποντας οριστικώς τη Μεγάλη Ιδέα.
    Οι προσπάθειες του Βενιζέλου να οικοδομήσει ένα εθνικό κράτος με αστικά χαρακτηριστικά έκανε επιβεβλημένο η εξωτερική του πολιτική να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ελληνοτουρκικής φιλίας. Το ζητούμενο είναι το κατά πόσο αυτή η φιλία οικοδομήθηκε ή όχι σε σαθρά θεμέλια. Κύριος στόχος του Βενιζέλου ήταν η διασφάλιση των συνόρων που είχαν οριστεί με τη συνθήκη της Λοζάνης, τόσο με την Τουρκία όσο και με το βορρά. Οι συμφωνίες που ακολούθησαν (από το 1924 ως το 1926) ήταν όλες προς την κατεύθυνση διευθέτησης των διαφορών που πολλές φορές φαινόταν δυσεπίλυτες, μέχρι που φτάσαμε στο 1928 και στην καθολική εκλογική νίκη του Βενιζέλου που επιτάχυνε τη διαδικασία απευθείας συνεννόησης Ελλάδος-Τουρκίας.

    Η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία συνέπεσε με το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων Αθήνας-Άγκυρας το 1928. Ο Βενιζέλος όμως είχε επιλέξει μια προωθημένη για τα μέτρα της εποχής κατευναστική πολιτική, δεχόμενος εκτός από τον αμοιβαίο συμψηφισμό των απαιτήσεων και καταβολή πολεμικής αποζημίωσης στους Τούρκους. Αυτό που έμενε εκκρεμές ήταν το κέντρο αντίδρασης στις εξελίξεις αυτές που ήταν τα συναισθήματα των προσφύγων. Πρόσφυγες που το 1928 είχαν ψηφίσει σχεδόν ομόφωνα Βενιζέλο και διατηρούσαν γι’ αυτόν -από το 1920- την εικόνα του ελευθερωτή. Τώρα έβλεπαν τον ίδιο άνθρωπο να ακολουθεί μια εξωφρενική πολιτική συμφιλίωσης με τον προαιώνιο εχθρό. Όμως η κατάσταση είχε εν πολλοίς κριθεί με τη συνθήκη ειρήνης της Λοζάνης στις 24-7-1923 και τη σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών στις 17/30 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.

    Παράλληλα είχε δημιουργηθεί και μια νέα κατάσταση σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, την οποία ο Βενιζέλος ήταν αδύνατον να μην συνεκτιμήσει. Η Τουρκία είχε υπερβολικές αξιώσεις αποζημιώσεων, μη αρκούμενη ακόμη και στον καταφανώς αρνητικό για την Ελλάδα συμψηφισμό περιουσιών και πληθυσμών, αισθανόμενη ισχυρή διπλωματικά. Κατά μία, λοιπόν, ανάγνωση ο Βενιζέλος ίσως και να έσωσε πολύ περισσότερα από αυτά που και οι πλέον αισιόδοξοι πίστευαν ότι μπορούσαν να σωθούν.

    ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ;

    Η αποχή του Βενιζέλου από την πολιτική ζωή διήρκεσε μέχρι το 1928. Όμως ο επαναστάτης του κινήματος της Θερίσου στην Κρήτη το 1905 είχε δώσει πλέον τη θέση του σε ένα πολύ πιο συντηρητικό Βενιζέλο που, όπως θα εξομολογηθεί αργότερα, έχοντας μέσα του τα σαράκι του διχασμού, ίσως προσδοκούσε να γίνει ο υπερκομματικός ηγέτης των Ελλήνων. Σε κάθε περίπτωση ουδείς μπορεί να εισχωρήσει στις μύχιες σκέψεις του. Δεδομένο πάντως είναι ότι οι κινήσεις του διακατείχοντο και από το σύνδρομο της εκλογικής ήττας του 1920 που -ας μην το λησμονούμε- την υπέστη ο θριαμβευτής της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών που έκανε πράξη την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».

    Πάντως ο Βενιζέλος, ειδικά με την υπογραφή των συμφωνιών του 1930 και με τη λογική που αντιμετώπισε το προσφυγικό ζήτημα, κατά την τετραετία 1928-1932 προσέφερε στην Ελλάδα κάτι περισσότερο από έναν απλό επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής της πολιτικής. Προσέφερε δηλαδή μια ολοκληρωμένη και πιθανώς ρεαλιστικότερη στρατηγική σύλληψη για τη διεθνή θέση της νέας Ελλάδας. Η Ελλάδα του 1923-1928 ήταν μια Ελλάδα ηττημένη, οικονομικά προβληματική, συνοριακά επίφοβη και διπλωματικά σχεδόν απομονωμένη. Ο Βενιζέλος στην αρχή της θητείας του κατάφερε να αναβαθμίσει θεαματικά τη διεθνή θέση της χώρας.

    Υπερβαίνοντας ο Βενιζέλος κάθε παρελθοντική τροχοπέδη και δείχνοντας έμπρακτα την αποφασιστικότητά του να ξεκαθαρίσει οριστικώς κάθε διαφορά του με την Τουρκία, στις 10 Ιουνίου του 1930 υπέγραψε στην Άγκυρα σύμβαση που εκκαθάριζε όλα τα ζητήματα ανταλλαγής περιουσιών και μειονοτήτων. Ακολουθούν, στις 30 Οκτωβρίου 1930 τρεις ελληνοτουρκικές συμφωνίες: α) Σύμφωνο φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας, β) συμφωνία ναυτικών εξοπλισμών και γ) εμπορική σύμβαση. Ο Βενιζέλος, που ήθελε μια Ελλάδα μακριά από τους συνδυασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια, επέλεξε μία απευθείας συνεννόηση με την Τουρκία. Με τη συμφωνία του 1930 η περιουσία των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων στην Ελλάδα και Ελλήνων στην Τουρκία περνούσε στην κατοχή της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης αντιστοίχως. Ρυθμιζόταν παράλληλα και το ζήτημα των μονίμως εγκατεστημένων, καθώς και το ζήτημα των αποζημιώσεων. Ο Βενιζέλος πέτυχε το στόχο του, πέτυχε όμως να εξοργίσει και τους πρόσφυγες, καθώς και τους πολιτικούς αντιπροσώπους τους. Η διπλωματική του οπτική, παράλληλα με τη βοήθεια της ιταλικής διπλωματίας, οδήγησε τελικά στην υπογραφή της συμβάσεως στις 10 Ιουνίου 1930, η οποία δέχθηκε δριμύτατη κριτική από την αντιπολίτευση. Κριτική την οποία ο Βενιζέλος αμφισβήτησε με το επιχείρημα ότι η συνθήκη της Λοζάνης προστάτευε βασικά τις ακίνητες περιουσίες των Τούρκων, ενώ οι ελληνικές, που ήταν και κινητές, υπό την έννοια πως επρόκειτο και για σύνθετες επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες η υπεραξία των οποίων δεν μπορούσε να σταθμιστεί επακριβώς, δεν προστατεύοντο. Συνεπώς δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί η μεγαλύτερη σε αξία ελληνική περιουσία. Ακόμη δε και αν αυτό γινόταν, η διαδικασία θα ήταν χρονοβόρα με υψηλό κόστος για την ελληνική εξωτερική πολιτική 1. Η υιοθέτηση από το Βενιζέλο της άποψης ότι η αξία των μουσουλμανικών κτημάτων συνέπιπτε με την αξία των περιουσιών των Ελλήνων προσφύγων μπορεί να χαρακτηριστεί από κάποιους και έωλη, που απλώς εξυπηρετούσε την ανάγκη να κλείσει ένα κεφάλαιο. Τα κτήματα των Τούρκων, αγροτικά κτήματα, τσιφλίκια, δασικές εκτάσεις, αποτελούσαν μια περιουσία εύκολα σταθμίσιμη. Από την άλλη, τα αστικά ακίνητα, οι επιχειρήσεις, οι καταθέσεις των Ελλήνων δεν ήταν δυνατόν να σταθμιστούν με απόλυτη ακρίβεια 2.

    Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ

    Βέβαια, ακόμη και η αντιπολίτευση η οποία κέρδισε την εκλογική αναμέτρηση του 1933 (κυβέρνηση συνασπισμού του Παναγή Τσαλδάρη) συνέχισε την πολιτική στενών επαφών με την τουρκική ηγεσία, γεγονός που αποδεικνύει πως η πολιτική του Βενιζέλου, παρά τις όποιες επικρίσεις δέχθηκε, ειδικά από τους πρόσφυγες, λειτουργούσε με βάση το εφικτό.
    Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό στην Ελλάδα ως και την υπογραφή του συμφώνου φιλίας Βενιζέλου και Ατατούρκ που κόστισε στην παράταξη του Βενιζέλου κατά την εκλογική αναμέτρηση του 1932 και κυρίως του 1933. Ο προσφυγικός κόσμος συνειδητοποίησε πως έχασε οριστικά κάθε πιθανότητα για αποζημιώσεις όταν ο Βενιζέλος δήλωσε τον Ιούνιο του 1930 στη Βουλή πως το όραμα της πλήρους αποζημίωσης των προσφύγων αντικαθίσταται από το όραμα της πλήρους αποκατάστασης 3.

    Βασική παράμετρος της δυσκολίας αντιμετώπισης της προσφυγικής αποκατάστασης αποτελεί και η δυσχερής οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα και γενικότερα όλη η Ευρώπη από την οικονομική κρίση του κραχ στην Αμερική το 1929 που εισήχθη σταδιακά και στην Ευρώπη από το 1931. Η παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου στις 21 Μαΐου του 1932 αποτελεί επί της ουσίας τον πολιτικό του επίλογο λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας να αντιμετωπίσει τη μάχη της δραχμής 4. Ήταν το πλήρωμα του χρόνου για μια κυβέρνηση που ήταν από τις λίγες που κατάφεραν, από συστάσεως ελληνικού κράτους, να μείνει στην εξουσία για τέσσερα συναπτά έτη. Ο Βενιζέλος που το 1928 είχε επανεμφανιστεί στην πολιτική σκηνή της χώρας σαν μεσσίας, προσήλθε στη Βουλή, της οποίας ήλεγχε τη μέγιστη πλειοψηφία, και ανακοίνωσε την παραίτηση της κυβέρνησής του μετά την πτώχευση 5. Οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης διήρκεσαν πέντε μέρες και οδήγησαν στις 26 Μαΐου στην πρωθυπουργία τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, με τη στήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, αφού πρώτα αποκλείστηκε η λύση της άμεσης διάλυσης της Βουλής. Τα μέτρα όμως που εξήγγειλε ο Παπαναστασίου υπέρ των ασθενέστερων στρωμάτων θορύβησαν τον Κρήτα πολιτικό, ο οποίος, φοβούμενος ότι μπορούν να του αποσπάσουν μέρος της εκλογικής δύναμης των Φιλελευθέρων, ήρε την υποστήριξή του προς τον Παπαναστασίου και στις 26 Ιουνίου 1932 ορκίστηκε νέα κυβέρνηση «εκλογών» υπό την προεδρία του ιδίου του Βενιζέλου.
    Μέσα σε απολύτως πολωμένο κλίμα, που το τροφοδοτούσε και το πρόβλημα του πολιτειακού, διεξήχθησαν οι εκλογές στις 26 Σεπτεμβρίου του 1932. Το κόμμα των Φιλελευθέρων απώλεσε σημαντικό τμήμα της δύναμής του και ισοψήφησε σχεδόν με το Λαϊκό κόμμα (33,4% και 33,8%). Τα πολιτικά συμπεράσματα που εξήχθησαν δεν ήταν απολύτως αρνητικά για τους Φιλελευθέρους. Η πτώση τους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολυδιάσπαση του ιδεολογικού τους χώρου, ενώ η άνοδος των Λαϊκών στη μονοκομματική τους συσπείρωση. Αυτός είναι ακριβώς και ο συσχετισμός που κράτησε ρυθμιστή της πολιτικής κατάστασης για λίγο χρόνο ακόμη το Βενιζέλο.

    Ενώ η φυσιολογική πολιτική εξέλιξη θα ήταν μία κυβέρνηση συνασπισμού των βενιζελικών κομμάτων, ο Βενιζέλος, λόγω της δυσχερούς θέσης της Ελλάδος, επέλεξε να προβεί στη λύση κυβέρνησης συνεργασίας, που τελικά δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί και δεν την επιθυμούσε και ο πολιτικός του αντίπαλος Τσαλδάρης. Ας μην λησμονούμε άλλωστε πως ο Βενιζέλος επιθυμούσε για τον ίδιο έναν υπερκομματικό ρόλο και ο Τσαλδάρης δεν ήθελε να του χαρίσει τέτοια ευκαιρία.

    Στις 4 Νοεμβρίου 1932 σχηματίστηκε τελικώς κυβέρνηση μειοψηφίας με πρωθυπουργό τον Τσαλδάρη και με την ανοχή του κόμματος των Φιλελευθέρων. Η νέα κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει μία αρνητικότατη οικονομική συγκυρία, την κατά 75% υποτίμηση της δραχμής και την ανέχεια των κατωτέρων στρωμάτων της κοινωνίας. Εντός του κλίματος αυτού ο Βενιζέλος, μετά από πιέσεις των βουλευτών του, καταψήφισε την κυβέρνηση Τσαλδάρη και σχημάτισε κυβέρνηση οριακής πλειοψηφίας 6 με τους μικρούς κομματικούς σχηματισμούς που προέρχονταν από τη μήτρα της βενιζελικής παράταξης. Όμως ο Βενιζέλος δεν ήταν πια ο ίδιος. Ενεργώντας αντισυνταγματικά, ποτέ δεν εμφανίστηκε στο κοινοβούλιο για να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης. Διέλυσε τη Βουλή, πήγε σε εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα ονειρευόμενος το θρίαμβο του 1928 και ηττήθη. Οι πολωτικές εκλογές έδωσαν στην ενωμένη αντιπολίτευση το 46% των ψήφων, σηματοδοτώντας μία μη αναμενόμενη ανατροπή. Η προγενέστερη αποδοχή από τον Τσαλδάρη του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας (στις 3 Οκτωβρίου του 1932) και η μετατόπιση προσφυγικών ψήφων βοήθησαν προς την κατεύθυνση αυτή. Αυτό ήταν το κύκνειο πολιτικό άσμα ενός μεγάλου ηγέτη.

    * Ο δρ Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι ιστορικός ερευνητής, Γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού της ΝΔ και βουλευτής Λαρίσης

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
    1 Γρηγόριος Δάφνης, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τόμος δεύτερος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 66-67.
    2 Ό. π., σελ. 251.
    3 Στάθης Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 398.
    4 Η κήρυξη της πτώχευσης του 1932 συνέπεσε με την εγκατάλειψη του «χρυσού κανόνα», της σύνδεσης δηλαδή χρυσού και δραχμής, που ως τότε επέβαλε τη νομισματική πειθαρχία. Ήρθη δηλαδή η ελεύθερη μετατρεψιμότητα της δραχμής σε χρυσό ή συνάλλαγμα, με συνέπεια την απώλεια της ονομαστικής αξίας της δραχμής κατά 60% στις αρχές του 1932.
    5 Σπύρος Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, τόμος 3 (1924-1932), εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1978, σελ. 379.
    6 Νικόλαος Μαραντζίδης, « Η Πορεία προς την Πόλωση», στο Θ. Βερέμης-Η. Νικολακόπουλος (επιμ.) Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η εποχή του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σελ. 341-346.

    http://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/79653-.html

  27. Ο Γιώργος Θεοτοκάς για τα Δεκεμβριανά: «Βλέπω μιά επανάσταση των προσφύγων εναντίον των γηγενών» (Τετράδια Ημερολογίου 1939 – 1953, σελ. 529 – 530, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας , Έπαναστοιχειοθετημένη έκδοση.)

  28. Μενέλαος Χαραλαμπίδης:

  29. Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες
    Τάσος Κωστόπουλος

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.

    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.

    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.

    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.

    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».

    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922)

    ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.

    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου

    Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»…

    Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.

    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι» προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»

    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»

    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».
    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.

    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).

    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:

    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]

    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.

    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.

    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

    ▸ Τρελλός είσαι;

    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».

    Αποτροπές και απαγορεύσεις
    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων

    Πρόσφυγες στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού

    National Geographic, «1922 O μεγάλος ξερηζωμός» (2007)
    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Πρόσφυγες στη Χίο- 1922

    Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)
    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»
    Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.

    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.

    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.

    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».

    https://www.efsyn.gr/themata/fantasma-tis-istorias/66128_anepithymitoi-prosfyges

  30. ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
    ———————————

    «….Ολίγους μήνας προ της καταστροφής του 1922 προαισθανόμενος ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και βλέποντας εις τας Γαλλικάς και Ελβετικάς εφημερίδας να αναγράφωνται τα χάλια του εν Μικρά Ασία Ελληνικού Στρατού, έγραψα εις τον αδελφόν μου Σωκράτην εις Αδραμύττιον ή να σηκωθή να έλθη οικογενειακώς εις Γαλλίαν όπου ήμουν εγκατεστημένος από πολλών ετών, ή να φύγει από το Αδραμύττι και να πάη στην Ελλάδα, έως ότου διορθωθή η κατάστασις.

    Ιδού τι μου απήντησε: Στη Γαλλία δεν μπορώ να έρθω λόγω της προχωρημένης ηλικίας μου (ήτο κατά 18 χρόνια μεγαλύτερός μου), όσον αφορά το δεύτερον (να πάω στην Ελλάδα), θα προτιμήσω να με σφάξουν οι Τσέττες παρά να ξαναπάω πρόσφυγας στην Ελλάδα, με όλους τους γνωστούς εξευτελισμούς.

    Έμεινε, και πράγματι εσφάγη. Την ίδιαν τύχην είχαν και οι άλλοι».

    https://mikrasiatis.gr/%CE%BF-%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82/

  31. Πού κρύβονταν οι Πόντιοι μισόν αιώνα;
    Ένα αφηγηματικό κείμενο του Ζάχου Ε. Παπαζαχαρίου από το εξαντλημένο βιβλίο του

    ασσόδυο -18 Μαΐου 2019

    ΜΙΑ ΝΥΧΤΑσε μια ντισκοτέκ της Αθηναϊκής παραλίας όταν το κέφι έφτασε στο φόρτε του, ή μάλλον όταν οι νεαροί θαμώνες πέρασαν χορεύοντας σε μια κατάσταση παραισθησιακή, βάλανε ξαφνικά… ποντιακή κασέττα! Κι όπως βρέθηκα αυτόπτης μάρτυρας αυτής της κοσμογονικής σκηνής, όπου πάνω από είκοσι μαλλιάδες με τις νεαρές τους ντάμες ξεμεσιάζονταν σαν παλαβοί πάνω στην πίστα εκφράζοντας το δαιμονιακό ποντιακό ρυθμό με τις πιο απίθανες χειρονομίες και μιμήσεις… τσακίστηκα κυριολεκτικά να βάλω «τον δάκτυλόν μου εις τους τύπους των ήλων». Άρχισα την ανάκριση χωρίς περιστροφές. Ρώτησα αν ο… ντισκ τζόκεϋ ήταν Πόντιος και μαθαίνοντας ότι δεν ήταν, ρώτησα αν η ποντιακή κασέττα ήταν παραγγελιά και ποιανού.

    – Όχι, αρέσει σ` όλους! παρατήρησε ο μπάρμαν που είχε γένια και μαλλιά κι αυτός κι ήταν… βαθύς γνώστης της «ντίσκο» και της «ροκ» μουσικής.

    Τέλος, μπρος στην επιμονή μου να μάθω αν υπήρχαν Πόντιοι ανάμεσα στους θαμώνες, ήρθε ο ιδιοκτήτης και διευκρίνισε πως «μάλλον όχι» και πως «και να υπήρχαν μερικοί, αυτό δεν είχε σίγουρα καμία σημασία!».

    Το ποια σημασία είχε μια ποντιακή κασέττα στο φόρτε της παραισθησιακής διαδικασίας του χορού της ντισκοτέκ, αυτό μου το μαρτύρησαν οι ίδιοι οι νεαροί… «ροκάδες», όταν τους ρώτησα γιατί τους άρεσαν οι ποντιακοί ρυθμοί. Μου απάντησαν:

    – Γιατί είναι πολύ μοντέρνοι…

    Μετά απ` αυτό, αντί να πάω να πέσω στα φαληρικά νερά συμπαρασύροντας στο φούντο όλους τους κοινωνιολόγους και τους μελετητές και γνώστες της ελληνικής κοινωνίας, αποφάσισα να γράψω ετούτο το βιβλίο! Και να συρράψω στις σελίδες του όσα βρήκα ανάλογα με το παραπάνω, ανέκδοτα και περιστατικά που ξεφυτρώνουν κάπου ανάμεσα στην ανακάλυψη και στην αποκάλυψη, ανάμεσα στο ανήκουστο και στο πασίγνωστο, ανάμεσα στα παραμύθια του παλιού καιρού που αποχτάνε ξαφνικά τη διάσταση μιας προφητείας για το άμεσο μέλλον, κάπου ανάμεσα στο ανέλπιστο και στο αναπάντεχο, που όμως ήταν φυσική συνέπεια μιας τεράστιας ήρεμης κι αδιόρατης φουσκονεριάς.

    Οι λέξεις «Πόντος» και «Πόντιοι» δε σήμαιναν και δεν έλεγαν τίποτε στους κατοίκους της Ελλάδας, ακόμα πριν από εκατό χρόνια.

    Κανείς δεν ήξερε και δε νοιαζόταν για το ότι η Μαύρη Θάλασσα βρισκόταν στα χέρια κάποιων χριστιανών θαλασσινών που δεν ήταν τελείως αλλόγλωσσοι και που έχοντας για βάση τα βορειοανατολικά παράλια της Μικρασίας είχαν εποικίσει όλες τις χώρες γύρω απ` τον Εύξεινο Πόντο. Κι όμως αυτό ήτανε πασίγνωστο πριν απ` την επανάσταση του 1821 αφού κι ο Ρήγας ο Βελεστινλής τους ανάφερε στο Θούριό του με χαρακτηρισμούς που δείχνουνε το πόσο η φήμη τους ήταν απλωμένη:

    «Λεβέντες ξακουσμένοι, ανίκητοι Λαζοί
    χυθείτε στο μπογάζι κι εσείς με μας μαζί!»

    Αλλά μετά το 21, από τότε που έγινε κράτος ανεξάρτητο, η Ελλάδα κλείστηκε για πολλές δεκαετίες στον εαυτό της και μόνο προς τα τέλη του αιώνα ξανάρχισε ν` ανακαλύπτει τις δυνατές προεκτάσεις της και να καλλιεργεί τις δυνατές επιρροές της πέρα απ` τα στενά της σύνορα. Κι όμως από τα μέσα του 19ου αιώνα Πόντιοι και ντόπιοι λόγιοι προσπάθησαν να πληροφορήσουν το ελληνικό κοινό για τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων του Πόντου. Μα οι εκδόσεις κι οι πραγματείες τους φτάνανε στα χέρια ενός κοινού πολύ περιορισμένου. Ο πρώτος που έδωσε κάποιες πληροφορίες για τον Πόντο στο πλατύτερο κοινό της Ελλάδας ήταν ο… Ανδρέας Καρκαβίτσας.

    Στα 1895 ο θεμελιωτής αυτός της λογοτεχνίας μας στη δημοτική στέλνει ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Εστία από ταξίδια που έκανε στη Μαύρη Θάλασσα σα ναυτικός γιατρός, και γράφει για τα λιμάνια του Πόντου, τους κατοίκους τους, την ιστορία τους.

    (….)

    Μετά τον Καρκαβίτσα, δύο Μωραΐτες δημοσιογράφοι και πολιτευτές σκαρφίστηκαν να πάνε να περιηγηθούν τον Πόντο στην αρχή του αιώνα μας. Κι ο ένας απ` αυτούς, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, στο βιβλίο του «Περιήγησις εις τον Πόντον», που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1903, επικαλείται τρία κίνητρα που τον έσπρωξαν να πάει να τριγυρίσει σ` αυτή την άγνωστη χώρα: «Την εκδρομήν εκείνην επεχείρουν τότε δι` εμαυτόν μόνον, ελαυνόμενος προς αυτήν το μεν εκ της θερμής επιθυμίας να γνωρίσω εκ του εγγύς τους εν τω Πόντω κατοικούντας ομαίμονας και ομοδόξους και τα κατ` αυτούς, το δ` εξ ακαθέκτου ευλαβούς προθέσεως να επισκεφθώ τας περιωνύμους Ιεράς Μονάς του Πόντου, τέλος δ` εκ της ζωηράς περιεργίας να διερευνήσω κατά χώραν τα της πορείας των καταβαινόντων Μυρίων υπό την αξιοθαύμαστον ηγεσίαν του περιδόξου στρατηγού αυτών Ξενοφώντος…»

    Η αρχαιολατρεία κι η αρχαιομανία, η ρατσιστική κι η σωβινιστική αντιμετώπιση της Ιστορίας, είχε ριζώσει στην Ελλάδα υπό την επιρροή των Γερμανών φιλοσόφων. Δεν είχε φτάσει όμως ακόμα στον παροξυσμό που την οδήγησε η γενιά των διανοουμένων του Μεσοπολέμου. Γι` αυτό μαζί με τους «ομαίμονες» που `χαν το ίδιο αίμα με τους κατοίκους της Ελλάδας τον ενδιαφέρανε κι οι «ομόδοξοι» κι οι Ιερές Μονές του Πόντου. Είναι ολοφάνερο όμως πως τα δύο πρώτα κίνητρα που επικαλείται προέρχονται απ` τη δεοντολογία του μορφωμένου Έλληνα της εποχής, του πατριώτη και του ατόμου που ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας. Ενώ το άλλο, το τελευταίο κίνητρο που επικαλείται, είναι δικό του. Αυτό τον ένοιαζε πιο πολύ και τον έσπρωχνε καθώς λέει: «ως ισχυρόν ελατήριον και κέντρον. Πόθεν είδον οι Μύριοι το υγρόν στοιχείον μετά πολύμηνον στέρησιν της παρηγόρου θέας αυτού και δακρύοντες και περιβαλλόμενοι αλλήλους ανεφώνουν: Θάλασσα! Θάλασσα!»

    Με λίγα λόγια εκείνο που μετρούσε πιο πολύ απ` ολόκληρη την τρισχιλιόχρονη ένδοξη ιστορία του ποντο-καυκασιανού πολιτισμού δεν ήταν ούτε ο μύθος της Κολχίδας με το χρυσόμαλλο δέρας που ξεκίνησαν να κλέψουν οι ημίθεοι της Ελλάδας, ούτε ο Προμηθέας που χάρισε στους ανθρώπους τη φωτιά, ούτε οι Αμαζόνες που ήρθαν μέχρι την Αθήνα και τα βάλανε με το Θησέα, ούτε οι ξακουστές στο πανελλήνιο αποικίες που έστειλαν στην κλασική Ελλάδα τόσους ονομαστούς άντρες κι ανάμεσά τους και το Διογένη το Σκυλόσοφο. Ούτε ο Μιθριδάτης, ο μεγάλος βασιλιάς του Πόντου, που ήρθε μέχρι την Αθήνα πολεμώντας για να λευτερώσει την Ελλάδα απ` τους Ρωμαίους. Ούτε ο Διγενής Ακρίτας που τα αρχαιότερα τραγούδια της παλληκαριάς του είναι ποντιακά. Και βέβαια ούτε οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας. Εκείνο που κινούσε την περιέργεια ενός Μωραΐτη μορφωμένου από κεινούς που οδηγούσανε τις τύχες της Ελλάδας και του ελληνικού έθνους στην αρχή του αιώνα μας ήταν η εικόνα εκείνων των 10.000 μισθοφόρων που είχαν πάει ως την Περσία για να… «κονομίσουνε» και που ένας αληταράς διανοούμενος, μαθητής του Σωκράτη, τους οδήγησε να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους ρημάζοντας τον τόπο από το πλιάτσικο στο πέρασμά τους. Η εικόνα των Μυρίων που αντίκρυσαν απ` την κορφή του ποντιακού βουνού τη θάλασσα και μπήξαν τις φωνές απ` τη χαρά τους, αυτή γοήτευε το Μωραΐτη βουλευτή. Και τον γοήτευε τόσο, γιατί την εποχή εκείνη… γεννιόταν το μεγάλο ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, δίνοντας στο ελληνικό ναυτικό, και στην Ελλάδα γενικότερα, διεξόδους σοβαρότερες απ` όσες είχε μέχρι τότε, δεμένη καθώς ήταν από την αρχή στην αγγλική αποικιοκρατία. Όλ` αυτά την ώρα που οι Ελλαδίτες βρίσκονταν ακόμα, στην πλειοψηφία τους, στην κατάσταση του ορεσίβιου που έβλεπε τη θάλασσα και θαύμαζε γιατί είχε τόσα πολλά νερά… Ενώ η εικόνα αυτή, η ανεκδοτική αυτή αναφορά στην κλασική αρχαιότητα, διαδραματιζόταν σε μία χώρα που οι κάτοικοί της – οι Ποντο-λαζοί – στάθηκαν οι πιο επιδέξιοι θαλασσινοί και ναυπηγοί όλης της Ανατολής και κυριαρχήσανε στα τελευταία πεντακόσια χρόνια στη Μαύρη Θάλασσα και σ` όλη τη Μεσόγειο.

    Και το Πανελλήνιο θυμήθηκε το πως υπήρχαν Πόντιοι μετά το 1950, όταν αρχίσανε σιγά – σιγά ν` ακούγονται στο ράδιο τα ακαταλαβίστικα τραγούδια τους. Τότε σιγά – σιγά διάφοροι γύρω μας άρχισαν να μαρτυράνε ότι είναι … Πόντιοι. Ο Ψαθάς άρχισε να το γράφει και να το υπογράφει φαρδιά πλατιά. Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα βάλθηκαν να τραγουδάνε ποντιακούς σκοπούς στα μπουζούκια, στις Τζιτζιφιές. Ο Ξανθόπουλος, το… «παιδί του λαού», άρχισε να το φωνάζει σ` όλες τις ταράτσες των συνοικιακών κινηματογράφων. Ήρθε κι η τηλεόραση και μας έδειξε τους πολεμικούς χορούς τους, την… καουμπόικη παραδοσιακή ενδυμασία τους. Ώσπου αποδείχτηκε πως οι Πόντιοι ήτανε πολλοί και δεν το ξέραμε.

    Τέλος πάντων, μετά τη μνημειώδη περιγραφή της «Περιήγησης εις τον Πόντον» και πριν υπάρξει στην Ελλάδα πλατύτερη πληροφόρηση για τον Πόντο, ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι κι ήρθε σε συνέχεια ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σ` όλο αυτό το διάστημα οι Ελλαδίτες κάτι άκουγαν πού και πού για τους Πόντιους αντάρτες που πολέμαγαν μες στα βουνά ενάντια σε άνισες δυνάμεις οθωμανικές, κάτι λίγα για την Ποντιακή Δημοκρατία που κηρύχτηκε στην Τραπεζούντα και για τη διάλυσή της όταν με την Επανάσταση του 1917 τα ρωσικά στρατεύματα αποσύρθηκαν στον Καύκασο. Κάτι… ψιλά για τους Πόντιους διανοούμενους που ήρθαν εθελοντές να πολεμήσουν στον ελληνικό στρατό κι εκείνους που προσπάθησαν να σπρώξουν την Ελλάδα να υποστηρίξει τα δίκαια των χριστιανών του Πόντου και του Καυκάσου, να πάρει τις ευθύνες της απέναντι στο πολυεθνικό οθωμανικό κράτος που μεταβαλλόταν, από μια τραγική γι` αυτό εξωτερική επιρροή και προπαγάντα αγγλοσαξωνικής κατασκευής, σε εθνικό κράτος, την… Τουρκία.

    Ύστερα ήρθανε, αναπάντεχα κι απανωτά, η Μικρασιατική Εκστρατεία, η Μικρασιατική Καταστροφή, η Ανταλλαγή των Πληθυσμών κι η έλευση των Ποντίων στην Ελλάδα. Και οι … 800.000 Πόντιοι που ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν εδώ, σα να άνοιξε η γη και να τους κατάπιε. Για τρεις σχεδόν δεκαετίες δεν ξανάγινε λόγος γι` αυτούς. Εξαφανίστηκαν στα γκέτο της υπαίθρου της Βόρειας Ελλάδας και των πανάθλιων ντενεκέ – μαχαλάδων και πλινθόκτιστων συνοικισμών των μεγάλων μας πόλεων. Κάποιες δηλώσεις και αντεγκλήσεις για την εγκατάστασή τους που `γιναν ρουτίνα, κάποιες προεκλογικές υποσχέσεις που `γιναν ανώδυνη μαστίχα των λαοπλάνων πολιτικών μας, κάποιες διεκδικήσεις στου κουφού την πόρτα, κάποιες αγωνιστικές διεκδικήσεις και κινήματα που αποσιωπήθηκαν ή παραλλάχτηκαν με επιμελές καμουφλάζ. Ποτέ κανένας δεν τους είδε στο προσκήνιο.

    Και το Πανελλήνιο θυμήθηκε το πως υπήρχαν Πόντιοι μετά το 1950, όταν αρχίσανε σιγά – σιγά ν` ακούγονται στο ράδιο τα ακαταλαβίστικα τραγούδια τους. Τότε σιγά – σιγά διάφοροι γύρω μας άρχισαν να μαρτυράνε ότι είναι … Πόντιοι. Ο Ψαθάς άρχισε να το γράφει και να το υπογράφει φαρδιά πλατιά. Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα βάλθηκαν να τραγουδάνε ποντιακούς σκοπούς στα μπουζούκια, στις Τζιτζιφιές. Ο Ξανθόπουλος, το… «παιδί του λαού», άρχισε να το φωνάζει σ` όλες τις ταράτσες των συνοικιακών κινηματογράφων. Ήρθε κι η τηλεόραση και μας έδειξε τους πολεμικούς χορούς τους, την… καουμπόικη παραδοσιακή ενδυμασία τους. Ώσπου αποδείχτηκε πως οι Πόντιοι ήτανε πολλοί και δεν το ξέραμε. Ανακαλύφτηκε πως η Μακεδονία ήταν ποντιακή επαρχία και πως ένας στους πέντε Έλληνες είναι Πόντιος. Πως το Ποντιακό στοιχείο είναι το πολυπληθέστερο και συμπαγέστερο μέλος της ελληνικής κοινωνίας, είναι ο κορμός και η σπονδυλική της στήλη!

    Τότε οι υπόλοιποι Έλληνες σα να φοβήθηκαν. Και γύρισαν να ξορκίσουν αυτούς τους αγνώστους που ήτανε τόσο πολλοί και τόσο διαφορετικοί και δεν το μαρτυράγανε. Και βγάλανε τα ανέκδοτα για τους Ποντίους, διακωμωδώντας τους, καταλογίζοντάς τους κάποιον πρωτογονισμό, κάποια έλλειψη προσαρμοστικότητας στον πολιτισμό, κάποια χοντροκεφαλιά…

    Ξέρετε βέβαια γιατί οι Πόντιοι αγοράζουν δύο ηλεκτρικά πλυντήρια. Για να βάζουν απάνω τη σκάφη και να πλένουν!
    Ξέρετε σίγουρα γιατί ένας Πόντιος στέκεται και περιμένει στη γωνία του δρόμου μ` ένα μαχαίρι ακονισμένο στο χέρι. Για να κόψει κίνηση!
    Ξέρετε δίχως άλλο γιατί οι Πόντιοι καρφώνουν το ηλεκτρόφωνο στο πάτωμα. Για να το κάνουν … «στέρεο»!

    Και οι Πόντιοι αντιδρούν στον ίδιο τόνο:
    Ξέρετε γιατί εμείς οι Πόντιοι περπατάμε μ` ανοιχτά τα σκέλια; Γιατί μας… τα `χετε πρήξει με τ` ανέκδοτά σας!

    Βέβαια μετά την παραπάνω αποστροφή ο Πόντιος της παρέας συνεχίζει κι ο ίδιος να λέει ανέκδοτα για τους Πόντιους, καλλιεργώντας έτσι μια πρωτοφανή αυτοσάτιρα, που δείχνει – τι άλλο – το ότι είναι σίγουρος για τις παραδοσιακές του αξίες και τον εαυτό του σα φορέα τους, τόσο που να μην τον αγγίζουνε τα βέλη της διακωμώδησης.

    Λοιπόν ο διάλογος είναι ανοιχτός, η διαδικασία της διαλεχτικής για τα καλά στημένη ανάμεσα στους Ποντίους σαν ιδιαίτερο σώμα της κοινωνίας μας και στ` άλλα μέλη της. Κι οι Πόντιοι είναι ικανοί να τα βγάλουν πέρα σε κάθε άμιλλα και ανταγωνισμό, να προχωρήσουνε σε κάθε σύνθεση. Γιατί η πολύχρονη εσωστρέφεια και σιωπή τους προφύλαξε από τη φθορά. Ανεβαίνουν στο προσκήνιο της ελληνικής πολυφωνίας άθικτοι και ανέπαφοι. Είναι άγνωστοι και γι` αυτό πρωτότυποι, γι` αυτό καινούργιοι και γι` αυτό – όπως θα` λεγαν οι νεαροί ροκάδες – πολύ… «μοντέρνοι»!

    Το κείμενο αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο του εξαντλημένου βιβλίου του Ζάχου Ε. Παπαζαχαρίου «Είμαστε Πόντιοι» (εκδ. Καραμπερόπουλος, 1984)

    https://1-2.gr/2019/05/18/poy-kryvontan-oi-pontioi-mison-aiona/

  32. https://www.janus.gr/2020/09/blog-post_14.html?spref=fb&fbclid=IwAR0cyRe91o0yKug-WR8COlNJod3mg3CVFNbYPk6zy8tWvjwJBTgp44SEHyQ

    «Αλήθεια πόσα ανθρωπόμορφα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας;»
    αναρτήθηκε από Jessica Hyde Σεπτεμβρίου 14, 2020

    Ο ρατσισμός, ο «δεύτερος διωγμός» από τους αδερφούς, αλλά και η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος. Ιστορικές αναφορές, μαρτυρίες προσφύγων και στοιχεία για τον τρόπο που αντιμετώπισε η Ελλάδα και οι Έλληνες την μεγαλύτερη εθνική συμφορά της σύγχρονης ιστορίας της

    Στις 14 Σεπτεμβρίου 1922 η φωτιά μόλις είχε σβήσει στις συνοικίες της Σμύρνης. Η σφαγή όμως είχε ξεκινήσει και μαζί η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεωτέρου Ελληνισμού. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, αλλά και Αρμένιοι της Σμύρνης, έζησε ανείπωτα βασανιστήρια πριν σφαγιαστεί από τους Τσέτες. «Οι Τούρκοι κατέβαιναν και σφάζαν τους Έλληνες. Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουγες και έβλεπες. Άλλους τους ατιμάσανε, άλλους τους σφάξανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε», λέει μια αναφορά από εκείνες τις ημέρες του Σεπτέμβρη.

    Η 14η Σεπτεμβρίου έχει οριστεί ως «Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης από το Τουρκικό Κράτος». Είναι η μέρα που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του μικρασιατικού ελληνισμού, αλλά και την αρχή μιας μακράς προσφυγικής πορείας των Ελλήνων που ζούσαν στην Μικρά Ασία, μιας πορείας εξίσου δύσκολης και επίπονης.

    Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν οι Έλληνες πρόσφυγες φτάνοντας στην «μητέρα-πατρίδα» ήταν ένα ακόμα χτύπημα για τους ανθρώπους που μόλις είχαν χάσει τα σπίτια τους και είχαν γνωρίσει την σφαγή. Αν και σίγουρα υπήρχαν γηγενείς που υποδέχτηκαν και βοήθησαν τους πρόσφυγες να ορθοποδήσουν, ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων της «παλαιάς Ελλάδας» φέρθηκε στους πρόσφυγες σαν ανθρώπους «δεύτερης κατηγορίας». Όπως σημειώνει ο ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος η θεώρηση για ομαλή υποδοχή και αφομοίωση των προσφύγων μόνο ως μύθος μπορεί να χαρακτηριστεί. Η αναφορά του στο θέμα είναι αποκαλυπτική:

    «Υπήρξε βαθύ και τοξικό το χάσμα μεταξύ προσφύγων και γηγενών. […] Η αφομοίωση εμποδίστηκε από το σύνολο των παραστάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών των γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες, που άγγιξε (ή και ξεπέρασε) τα όρια του αληθινού ρατσισμού. Στο επίπεδο των παραστάσεων, οι γηγενείς αμφισβητούσαν ή και αρνούνταν την ίδια την «ελληνικότητα» των προσφύγων, ενώ εκείνοι πίστευαν ότι ήσαν οι πιο ακραιφνείς Έλληνες. Αυτή η βασική πρόσληψη εκ μέρους των γηγενών αποτυπώνεται σε περιφρονητικές ονομασίες όπως «τουρκόσποροι», «τουρκογεννημένοι» και «γιαουρτοβαφτισμένοι», που είχαν χρησιμοποιηθεί και παλαιότερα από τους Παλαιοελλαδίτες για τους Έλληνες των Νέων Χωρών, για τους πρώτους πρόσφυγες και για τους αλύτρωτους πληθυσμούς της Τουρκίας. Όπως είναι φανερό, με τα επίθετα αυτά αμφισβητείται ευθέως η «γνησιότητα» και η «καθαρότητα» στο βιολογικό επίπεδο.

    Πρόσφυγες μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα. Αθήνα, 1922
    »Αυτήν ακριβώς την αμφισβήτηση συνόψισε αριστοτεχνικά ο κατεξοχήν ιδεολογικός εκφραστής του Αντιβενιζελισμού Γ. Α. Βλάχος, γράφοντας στην «Καθημερινή» για τους πρόσφυγες: ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Δηλαδή, τελικά δεν είναι αδελφοί! Αμφισβητείται όμως ακόμη και η αυθεντικότητα της oρθόδοξης πίστης των προσφύγων, αφού λέγεται ότι δεν βαφτίστηκαν κανονικά σε νερό αλλά… σε γιαούρτι. Επιπλέον, η κατάληξη -ογλου προσφερόταν για άπειρα ρατσιστικά ευφυολογήματα. Έτσι π.χ. το 1923 αντιβενιζελική εφημερίδα μιλούσε για «πανουγλίτιδα» επειδή στην Αθήνα είχαν τάχα ψηφίσει μόνο οι «Συμεωνόγληδες». Αλλά και ο Αντώνης Τραυλαντώνης μιλάει για «ογλοκρατία» στο μυθιστόρημά του Λεηλασία μιας ζωής.

    »Ανάμεσα στα άλλα αρνητικά στερεότυπα των γηγενών για τους πρόσφυγες πρέπει να υπογραμμιστούν ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στη σεξουαλικότητα και στα δήθεν «ελαφρά» ήθη των γυναικών προσφύγων. Πρόκειται για τυπικό σύνδρομο γενικά των ρατσιστικών αντιλήψεων (π.χ. του αντισημιτισμού). Στην περίπτωση των γυναικών προσφύγων, τα στερεότυπα αυτά είχαν πραγματικές αφορμές και τρέφονταν από πραγματικές καταστάσεις. Εξαιτίας των μεγάλων απωλειών μεταξύ του ανδρικού πληθυσμού, πολλές χιλιάδες ήσαν χήρες ή ορφανές. Δεν είχαν άνδρα (σύζυγο, πατέρα, αδελφό) για να προστατέψει την «τιμή» τους, σύμφωνα με τις επικρατούσες παραδοσιακές αντιλήψεις. Η έλλειψη προστάτη τις καθιστούσε ακόμη πιο ευάλωτες σε εργοδότες και άλλους εκμεταλλευτές από τη στιγμή που ήσαν αναγκασμένες να βρουν οπωσδήποτε εργασία. Από τη δική τους πλευρά, είχαν να προσφέρουν και υλικά οφέλη για να δελεάσουν τον σύζυγο-προστάτη που χρειάζονταν: αγροτικό κλήρο οι αγρότισσες, προίκα σε ομολογίες οι «αστές» (σημ. όσα δηλαδή τους είχε προσφέρει επίσημα το νεοελληνικό κράτος για την ένταξή τους). Αυτό το είδος «αθέμιτου ανταγωνισμού» εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο πολλές γηγενείς γυναίκες εναντίον των προσφύγων.

    »Ιδωμένος ως ξένος, ο πρόσφυγας ενέπνεε αισθήματα φόβου, αηδίας, μίσους και απέχθειας. Η κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη με εκείνην που δημιουργήθηκε στην Κύπρο το 1974, για την οποία έγινε τότε μια εξαιρετικά διαφωτιστική και αναλυτική εμπειρική έρευνα από τον Τάκη Ευδόκα και την ομάδα του. Διαπίστωσε ότι η μεγάλη πλειονότητα των προσφύγων (σχεδόν 70%) πίστευαν ότι ήσαν ανεπιθύμητοι από τους άλλους Ελληνοκυπρίους, που τους έβλεπαν «σαν ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι, ούτε έζησαν σαν άνθρωποι». Σαν γύφτους, αλήτες, τιποτένιους, ζητιάνους κ.ο.κ. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των προσφύγων του 1974 και των άλλων Ελληνοκυπρίων ήσαν απειροελάχιστες, συγκρινόμενες με εκείνες μεταξύ προσφύγων και γηγενών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο καταλύτης που πυροδοτεί τον αντιπροσφυγικό ρατσισμό μεταξύ ομοεθνών δεν είναι τόσο πολιτισμικός όσο ψυχολογικός. Είναι η απώθηση που προκαλεί η θέα της εξαθλίωσης, ο ενδόμυχος τρόμος ότι θα μπορούσες κι εσύ να βρεθείς στην ίδια θέση, ο εξορκισμός ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Ότι αποδίδεται –εντελώς παράλογα– στους ίδιους τους πρόσφυγες η ευθύνη για την κατάστασή τους αποτελεί κατεξοχήν μορφή εξορκισμού.

    Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αττική, 1922
    »Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, το χάσμα φορτίζεται εκρηκτικά από τον άγριο οικονομικό ανταγωνισμό προσφύγων και γηγενών στη διεκδίκηση της γης (αγροτικής και αστικής), στην αγορά εργασίας αλλά και στις κάθε λογής και κλίμακας επιχειρηματικές δραστηριότητες (από το μικρεμπόριο μέχρι τη βιομηχανία). Δηλητηριάζεται, τέλος, και αναπαράγεται συνεχώς από τις πολιτικές συγκρούσεις, αφού οι πρόσφυγες είναι εκείνοι που εξασφαλίζουν την εκλογική επικράτηση του Βενιζελισμού και την επιβολή της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Για μεγάλο μέρος των γηγενών –ιδίως αυτό που εκπροσωπεί ο Αντιβενιζελισμός– οι πρόσφυγες είναι με δυο λόγια οι ξένοι που ήρθαν να τους εκτοπίσουν τόσο από την οικονομική, όσο και από την πολιτική ζωή του τόπου τους. Ο Αντιβενιζελισμός αποτελεί έκφραση εκείνων των γηγενών που αρνούνται τόσο την αποκατάσταση όσο και την πολιτική ενσωμάτωση και ισοτιμία των προσφύγων».

    Είναι ενδεικτικό ότι στις 19 Οκτωβρίου 1922 η (πειραϊκή) εφημερίδα «Σημαία» έγραψε ότι οι εργαζόμενοι στο τελωνείο εξέφρασαν αντιρρήσεις όταν πληροφορήθηκαν ότι ορισμένοι πρόσφυγες θα προσληφθούν για να εργαστούν μαζί τους.

    «Αποφάσισαν ότι θα εμποδίσουν με κάθε τρόπο την πρόσληψη των προσφύγων και θα ζητήσουν τη βοήθεια και των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων». Φάνηκε (με το δημοσίευμα) ότι οι εργαζόμενοι είχαν την υποστήριξη των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς δεν ήθελαν «το ίδιο πράγμα να συμβεί σε άλλα επαγγέλματα», αναφερόταν σε έρευνα για τη στάση του τοπικού Τύπου απέναντι στο προσφυγικό (πηγή: Klaus Roth, Robert Hayden «Migration in, from, and to Southeastern Europe», Part 1: Historical and Cultural Aspects, Εκδοση 2009).

    Σε κάθε περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της (αγροτική, αστική), οι αντιπαραθέσεις μεταξύ «παλαιοελλαδιτών» ή «γηγενών» ή «ντόπιων» και των προσφύγων είχαν διαφορετικές αφορμές. Στα αστικά κέντρα αφορμή αποτέλεσαν οι επιτάξεις κατοικιών και η χρησιμοποίηση των προσφύγων ως «φτηνών εργατικών χεριών» και σε κάποιες περιπτώσεις ως «απεργοσπαστικού μηχανισμού». Στις αγροτικές περιοχές και κυρίως στις βόρειες επαρχίες του κράτους υπήρξαν πολύ εντονότερες συγκρούσεις για τη διανομή της γης, όχι μόνο αυτής των μουσουλμάνων που έφυγαν για την Τουρκία μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Λοζάνης (24 Ιουλίου 1923), αλλά και για τα τσιφλίκια, που μέχρι το 1922 καλλιεργούνταν από αυτόχθονες καλλιεργητές οι οποίοι απαιτούσαν την ιδιοποίησή τους.

    Μια άλλη πηγή προβλημάτων ήταν ότι «η στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών από «παλαιοελλαδίτες» υπαλλήλους τις έφερνε σε αντιπαράθεση με το προσφυγικό στοιχείο, καθώς συχνά λειτουργούσαν αυταρχικά, με τρόπο «αληπασαλίδικο». Καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας και βιαιοπραγίες εις βάρος των προσφύγων είναι πολύ συχνές στον Τύπο της εποχής», αναφέρει ο Κωνσταντίνος Κατσάπης στις «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα» της Εγκυκλοπαίδειας Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασίας.

    Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς τους υπαλλήλους και αξιωματούχους εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή θέση των προσφύγων για να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη δημιούργησε τη στερεοτυπική εικόνα του διεφθαρμένου παλαιοελλαδίτη κρατικού υπαλλήλου.

    Οι μαρτυρίες των προσφύγων

    Ωστόσο πολύ πιο διαφωτιστικές είναι οι μαρτυρίες των ίδιων των προσφύγων. Ανθρώπων που έχασαν τα σπίτια τους, έζησαν τη σφαγή και κατάφεραν να γλιτώσουν από αυτή ψάχνοντας καταφύγιο στην πατρίδα, για να βρουν όμως την σκληρή αντιμετώπιση των ντόπιων. Παρακάτω παρατίθενται πραγματικές μαρτυρίες Ελλήνων προσφύγων της Μικράς Ασίας, οι οποίες διασώζονται από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.

    «Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς;»

    Απόστολος Μυκονιάτης ( από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο):

    «…Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ώσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό, άραζαν καΐκια και μας παίρναν, Πίσω-πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος- από ένα μαξούλι (σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια…».

    Πρόσφυγες σε δρόμο της Αθήνας, 1922
    «Μας έλεγαν ότι ήρθαμε και στένεψε ο τόπος τους»

    Αβραάμ Ελβανίδης ( ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο):

    «Από το χωριό το Kαράτζορεν του Πόντου βγήκαμε με την ανταλλαγή εκατόν δεκατέσσερις οικογένειες. Aπό τη Mερσίνα φύγαμε δυο αποστολές. H πρώτη αποστολή πήγε στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί στην Άνω Bροντού Σερρών. H δεύτερη αποστολή, από τον Aϊ-Γιώργη του Πειραιά, πήγε με το πλοίο στο Bόλο. Tα Φάρσαλα είπαν ότι στην περιοχή τους δεν υπάρχουν πρόσφυγες και να έρθουν να εγκατασταθούν. Έτσι ήρθαμε στα Φάρσαλα. Tο 1924 έγινε αυτό, τέλη Oκτωβρίου (…) Eίχαμε αρρώστιες, δεν μας σήκωσε το κλίμα. O τόπος όπου χτίσαμε το συνοικισμό μας ήταν τσιφλίκι της Nομικίνας. Δεν ξέρω ποια ήταν. Aσχολούμαστε με τη γεωργία, δημητριακά, επίσης και βαμβακοκαλλιέργεια.

    Όταν πρωτοήρθαμε, δεν ήξερε ο κόσμος ελληνικά. Oι ντόπιοι μας κορόιδευαν, μας έλεγαν τουρκόσπορους. Έλεγαν ότι ήρθαμε και στένεψε ο τόπος τους. Αυτοί ήταν κακομοίρηδες. Εμείς καθόμασταν στο καφενείο παρέα δέκα άντρες. Βάζαμε και οι δέκα τα πακέτα μας με τα τσιγάρα που ανοίγαμε πάνω στο τραπέζι. Οι ντόπιοι απορούσαν: «Βρε, δέκα πακέτα τσιγάρα. Μήπως τα πουλάτε;…».

    «Να ο ρατσισμός πώς ήταν!»

    Κατίνα Εμφιετζή-Μητσάκου ( Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών. Η μαρτυρία της στηρίζεται σ’ αυτά που της περιέγραψε η μητέρα της Αναστασία. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό. Ως Τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν. Λιποτάκτησε , τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Τα όσα υπέφερε η οικογένειά της τα περιέγραψε λίγο πριν πεθάνει ):

    «… Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε. «Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθίσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφος μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιει.

    Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό, τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα; Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει!

    Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!».

    «Ο τόπος μας ξεπάστρεψε- Πέθαναν οι μισοί»

    Ευάγγελος Γκάλας (από το χωριό Κόλντερε, κοντά στη Μαγνησία):

    «…Πήγαμε πάλι στη Θεσσαλία. Βάλαμε καπνά στον Αλμυρό, δουλέψαμε όλοι, νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά. Είχε όμως ελονοσία και μας θέρισε, πέθαναν οι μισοί. Ο τόπος μας ξεπάστρεψε. Κερδίσαμε πολλά, μα τι τα θες; Μετά φοβηθήκαμε την αρρώστια και πήγαμε στη Θήβα. Μείναμε κι εκεί λίγο και κάναμε καπνά, μετά πήραμε αποζημίωση κι ήρθαμε δω. Μπήκαμε σε καλές δουλειές. Ο αδερφός μου έπιασε δουλειά στο σιδηρόδρομο- εγώ έγινα φορτοεκφορτωτής στο σταθμό. Πήρα και σπιτάκι στην Καισαριανή το ’26…».

    «Αλήθεια πόσα ανθρωπόμορφα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας;»

    Ανδρονίκη Καρασούλη Μαστορίδου (από την Άγκυρα):

    «…Στους Σπαρταλιώτες έδωσαν 24 ώρες προθεσμία να φύγουν. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με αμάξι πήραν τον δρόμο της εξορίας. Στο δρόμο τους έγδυσαν και απ’ αυτά που μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους. Οι δικοί μας είχαν την προνοητικότητα να βάλουν σόλες στα παλιά τους παπούτσια και μέσα απ’ αυτήν να στρώσουν φλωριά όσα μπορούσαν. Αν και τα τρύπησαν τα καρφιά του τσαγκάρη, αυτά τουλάχιστον έμειναν. Με χίλια βάσανα έφθασαν στην Μερσίνα.

    Εκεί τους παρέλαβαν ελληνικά πλοία, δυστυχώς και ο πλοίαρχος και το πλήρωμα ήσαν εναντίον των προσφύγων. Τους βασάνισαν όσο δεν φαντάζεσθε. Νερό δεν τους έδιναν και τους ανάγκαζαν να πιουν θαλάσσιο νερό. Έκαμαν δεκατέσσερις μέρες στο βαπόρι, όταν σταματούσε το βαπόρι στα νησιά, μια λίρα χρυσή την στάμνα το νερό τούς πουλούσαν οι νησιώτες. Και ενώ με λαχτάρα τραβούσαν την στάμνα δεμένη με σχοινί, το πλήρωμα έκοβε το σχοινί και έμεναν με την λαχτάρα. Πάει και η στάμνα, πάει και η λίρα. Από τα θαλάσσια νερά που ήπιαν μια ξαδέλφη του Κυριάκου Δέσποινα Χότζογλου έπαθε μόλυνση των εντέρων εικοσάχρονη κοπέλα και ύστερα από μερικές μέρες στης πεθεράς μου πέθανε και αυτή. Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι.

    Αλήθεια πόσα ανθρωπόμορφα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας; Γιατί τους βασάνιζαν τους βασανισμένους; Τι ήθελαν; Δεν έβλεπαν τα χάλια τους; Διωγμένοι από τη χώρα τους, από τα σπίτια τους, χωρισμένοι απ’ τα αγαθά τους, ίσως ίσως εξ αιτίας τους. Τι ήθελαν και ήλθαν στις χώρες αυτές; για να ερεθίσουν τα θηρία εκείνα; Αφού δεν ήσαν άξιοι να κρατήσουν όσα κατέκτησαν και μας άφησαν ύστερα στην οργή τους; Ενάμισι εκατομμύρια Χριστιανισμός εχάθη εξ αιτίας τους. Και τώρα στα υπολείμματα, στα ανθρώπινα ράκη, όπως κατάντησαν οι ίδιοι, είχαν τον σαδισμό να τους βασανίσουν. Ας όψονται οι υπεύθυνοι…».

    «Ο κόσμος πέθαινε κάθε μέρα»

    Καλλισθένη Καλλίδου (από τo χωριό Φερτέκι της Καππαδοκίας, κοντά στη Νίγδη).

    «Δεκαπέντε μέρες μείναμε στα βαπόρια. Έπειτα φτάσαμε στον Πειραιά. Απ’ τον Πειραιά μόνο τα σύρματα ξέρω. Στα σύρματα είκοσι μέρες μας κρατήσανε. Αμάν, πολύ μας ρεζιλέψανε, πολύ μας βασανίσανε. Μας βάλαν στη σειρά. Τα μικρά και τις γριές απ’ τη ρίζα μας κουρεύανε. Έκλαιγα, φώναζα: — Ψάξε με, δες με, δεν έχω ψείρες! Με το ζόρι με κουρέψανε. Σαν κολοκύθι με κάνανε. Πολύν καιρό έπειτα ντρεπόμουνα να βγω στην αγορά να ψουνίσω. Μας γδύσανε. Ό,τι φορούσαμε στον κλίβανο, άντε, τα βάλανε. Παπούτσια δεν είχαμε έπειτα να φορέσουμε. Μας δίνανε να φάμε. Είχαμε και μαζί μας. Όμως στην καραντίνα μεγάλο ρεζιλίκι, μεγάλο σεφιλίκι (κακοπάθεια) ήτανε. Είκοσι μέρες κράτησε.

    Προσφυγόπουλα στο λουτρό, Nέα Φιλαδέλφεια
    Από τον Αι-Γιώργη, απ’ τον Πειραιά, μας βάλανε στο βαπόρι, στη Θεσσαλονίκη μας φέρανε. Μας βγάλανε και μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης πεταμένοι ήμαστε. Έτσι ξαπλωμένοι, μέσα στα σοκάκια. Περνούσε κόσμος και μας έβλεπε. Αμάν, ρεζιλίκι!

    Πέρασε ένας άντρας, ένας τρανός. Μας πέταξε μια πεντάρα. Έπιασα την πεντάρα, φώναζα, έκλαιγα: —Εμείς έχομε λεφτά! Εμείς έχομε να φάμε! Αφήσαμε τα σπίτια μας, τόσα αμπέλια αφήσαμε! Δεν είμαστε ζητιάνοι εμείς! — Άσε την πεντάρα. Ησύχασε έλεγε η μητέρα μου. Η μάνα μου άρρωστη ήταν. Ένα κουβάρι μαζεμένη καθότανε.

    Περνούσε ο κόσμος. Μας βλέπανε από μακριά. Δεν ερχόντανε κοντά μας: Προσφυγιά! προσφυγιά! λέγανε και περνούσανε….».

    «Τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα»

    Δέσποινα Συμεωνίδου από το χωριό Κενάταλα της Καππαδοκίας, κοντά στο Γκέλβερι.

    «…Στη Μερσίνα μείναμε μια βδομάδα στα σύρματα… ύστερα ήρθε το βαπόρι και μας πήρε. Στο ταξίδι έκανε φουρτούνα και οι γυναίκες λιγοθυμούσαν από το φόβο τους. Άκουγες φωνές, κλάματα. Εγώ είχα μαζί μου τον άντρα μου, τη μάνα μου και τα τρία παιδιά μου, το Χαράλαμπο, το Δημήτρη και τη Μαρίκα, από ένα ως έξι χρονώ. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτε άφησα τα παιδιά σε μια γωνιά του βαποριού κοντά στη μάνα μου και κουβαλούσα νερό στις λιπόθυμες γυναίκες. Μερικοί άνθρωποι δε βάσταζαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθαναν στο βαπόρι τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα. Επιτέλους φτάσαμε στον Πειραιά. Άλλοι κατέβηκαν εκεί εμείς συνεχίσαμε το ταξίδι για την Καβάλα. Μας πήγαν στο Τσινάρ Ντερέ, κοντά στη σημερινή Νέα Καρβάλη. Δυο χρόνια μείναμε εκεί κάτω από τα τσαντίρια. Ο κόσμος αρρώσταινε και πέθαινε κάθε μέρα. Πέθανε ο άντρας μου, πέθανε και το παιδί μου ο Χαράλαμπος. Τη νύχτα έρχονταν τα τσακάλια, σκάβανε τους τάφους και έτρωγαν τους πεθαμένους..».

    «Οι κάτοικοι δε μας άφηναν να βγούμε από το βαπόρι και μας φώναζαν ‘’Τούρκους’’»

    Δημήτριος Ρουκουνιώτης (από το αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας)

    «Λέγομαι Δημήτριος Ρουκουνιώτης και είμαι 95 χρονών. Γεννήθηκα στο Αιβαλί της Μικράς Ασίας. Έζησα εκεί μέχρι 12 ετών. Από εκεί και μετά έγινε ο διωγμός. Όταν έγινε ο διωγμός δεν φύγαμε αμέσως. Δεν ξέραμε τι θα πει ο διωγμός και ήμασταν χαρούμενοι, νομίζαμε ότι από εκεί θα πηγαίναμε στο γλέντι. Μόλις μάθαμε ότι ερχόταν ο Ελληνικός στρατός αρπάξαμε μια βάρκα και βγήκαμε έξω από την πολιτεία. Πήγαμε σε ένα νησί με πολλά γυναικόπαιδα, απέναντι από την Μυτιλήνη, όπου λεγόταν Γυμνό. Το νησί αυτό ήταν ακατοίκητο εκτός από έναν Τούρκο που είχε κάτι πρόβατα εκεί. Στο νησί δεν κάναμε τίποτα αλλά περιμέναμε τους αγγελιοφόρους για να μας πουν αν οι Τούρκοι κακομεταχειρίστηκαν τους Έλληνες, να ξέραμε αν θα ξαναγυρίζαμε ή όχι. Τελικά βλέπαμε ότι οι αγγελιοφόροι πήγαν στην πολιτεία αλλά πίσω δεν γύριζε κανένας και αφού καταλάβαμε τι συνέβαινε περάσαμε στον Πολιχνίτο της Μυτιλήνης. Εκεί στον Πολιχνίτο πήγαμε σε ένα μηχανοστάσιο όλοι μαζί και η πενταμελής οικογένειά μου. Δέσαμε σκοινιά ,ρίξαμε κουβέρτες και χωρίσαμε σε τεμάχια κάθε οικογένεια. Κοιμόμασταν με άλλες δύο οικογένειες. Μία από απ’ αυτές ήταν του χρηστού του Αϊβαλιώτη , του κουρέα, όπου τον πήραμε μαζί μας στη Στυλίδα. Ήρθε ένας ιχθυέμπορος από τη Σμύρνη, Κων/νος Τζουρός, και ζητούσε ψαράδες να τους φέρει στη Στυλίδα επειδή ήξερε ότι είχε πολλά ψάρια. Και αφού μας συγκέντρωσε σε πολλά καΐκια έφερε και ένα βαπόρι για να μας πάει στη Στυλίδα. Εμείς όμως για να πάρουμε μαζί μας και τον Αϊβαλιώτη είπαμε ψέματα στον ψαρά ότι τάχα είναι συγγενής μας και ότι δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε εκεί και έτσι τον πήραμε και εκείνον μαζί μας και όλοι ήρθαμε στη Στυλίδα.

    Όταν όμως φτάσαμε στη Στυλίδα οι κάτοικοί της δε μας άφηναν να βγούμε από το βαπόρι και μας φώναζαν ‘’Τούρκους’’ . Έτσι μείναμε τρεις μέρες στο βαπόρι όλες οι οικογένειες. Με την παρέμβαση των αρχών έληξε αυτό και κατεβήκαμε στη Στυλίδα. Σπίτια δεν υπήρχαν να μείνουμε και άλλοι πήγαν σε εκκλησίες ,άλλοι σε χαλασμένα σπίτια μέχρι τη σημερινή Παναγίτσα, πού ήταν μια χαμηλή εκκλησία. Επειδή δίναμε ψάρια τους τότε πλούσιους της Στυλίδας μας άφησαν να μείνουμε στο σημερινό Λιμενικό Ταμείο, γύρω στις 15 οικογένειες. Η ζωή δεν ήταν η ίδια για όλους. Εμείς οι ψαράδες περνάγαμε καλά αλλά οι άλλες οικογένειες όχι. Το παράπονο μου είναι ότι μας διώξανε από την Μικρά Ασία που η ζωή εκεί ήταν πολύ καλύτερη».

    «Μας φέρθηκαν χειρότερα κι από ζώα κι ας ήμασταν αδέρφια τους»

    Κωνσταντίνα Κοντού (γεννήθηκε σε οικογένεια προσφύγων στη Στυλίδα)

    «Απ’ τη ζωή μου, παιδί μου, θυμάμαι τις δυσκολίες τις πολλές και τις κακουχίες που βρήκαν οι γονείς μου απ’ τους ντόπιους, όταν ήρθαν στη Στυλίδα. Ήρθαν σαν ξένοι πρόσφυγες από τα Βουρλά της Μ.Ασίας στη Στυλίδα και η ζωή τους έγινε αβάσταχτη, όταν μετά το 1924 που γεννήθηκα εγώ γεννήθηκαν το 1926 και το 1930 τα δυο μου αδέρφια. Για να τα βγάλει πέρα ο πατέρας μου, που ήταν χτίστης, πήγαινε και στην Πελασγία ακόμα, με τα πόδια για να δουλέψει.

    Θυμάμαι ότι τότε ένα αβγό το χωρίζαμε στα τρία για να φτάσει για όλους μας. Δεκάρα δεν είχαμε και τα χρέη μας πνίγαν ως το λαιμό. Χρωστάγαμε και πολλά νοίκια. Η σπιτονοικοκυρά μας εξαγριωμένη που δεν την πληρώναμε ,ανέβηκε επάνω στη σκεπή του σπιτιού και άρχισε να βγάζει όλα τα κεραμίδια για να γιομίσουμε νερά και χιόνια και να της αδειάσουμε έτσι μια ώρα αρχύτερα τη γωνιά.

    Ένα άλλο που θυμάμαι ήταν οι κακές σχέσεις που είχαν οι ντόπιοι με τους πρόσφυγες. Μας φέρθηκαν χειρότερα κι από ζώα κι ας ήμασταν αδέρφια τους. Βλέπω τώρα πώς καλοδέχονται τους Αλβανούς για να μαζέψουν τις ελιές τους κι ανατριχιάζω. Για κάθε κακό που γινόταν στη Στυλίδα εμάς τους πρόσφυγες κατηγορούσαν. Τα παιδιά των προσφύγων τα χτύπαγαν ,ενώ τα δικά τους τα φοβέριζαν ότι αν δεν ήταν φρόνιμα θα τα έδιναν στους πρόσφυγες να τα φάνε. Οι ντόπιοι μας φωνάζανε «τουρκόσπορους» και μας καίγανε στην καρδιά. Εμείς είχαμε ξεριζωθεί από την πατρίδα και οι ντόπιοι μας ξερίζωναν κι απ’ τον εαυτό μας. Το μίσος αυτό έμεινε για πολλά χρόνια. Το 1948 ο Δήμαρχος της Στυλίδας , διορισμένος, έκρινε σωστό να κλείσει με συρματόπλεγμα τον προσφυγικό συνοικισμό έξω από τη Στυλίδα για να μας πάρουν οι αντάρτες. Αλλά εμείς τρέχαμε να πάμε στους αντάρτες.

    «Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε»

    Τασία Χρυσάφη-Ακερμανίδου(Γεννήθηκε εν πλω στο καράβι της προσφυγιάς το οποίο τους μετέφερε στον Πειραιά)

    «Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι δεν λέγανε, “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε».

    Ο Γιώργος Σεφέρης στο έργο του «Ἕξι νύχτες στὴν Ἀκρόπολη» και αναφερόμενος στον διωγμό της Σμύρνης περιγράφει: «Ἄκουσα σήμερα ἀπὸ ἕναν πρόσφυγα τοῦτο: Βγῆκαν κυνηγημένοι σ’ ἕνα ἑλληνικὸ νησί. Μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα, ἔκλεισαν ὅλα μονομιᾶς. Αὐτὸς μὲ τὴν γυναίκα του μέσα στὸ κοπάδι. Τὸ μωρὸ ἕξι μέρες νὰ τραφεῖ· ἔκλαιγε, χαλνοῦσε τὸν κόσμο. Ἡ γυναίκα παρακαλοῦσε γιὰ νερό. Τέλος ἀπὸ ἕνα σπίτι τῆς ἀποκρίθηκαν: ‘Ενα φράγκο τὸ ποτήρι’. Κί ὁ πατέρας συνεχίζει: ‘Τί νὰ κάνω, κύρ-Στράτη, ἔφτυσα μέσα στὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ μου γιὰ νὰ τὸ ξεδιψάσω’». Σύμφωνα με πληροφορίες, το νησί στο οποίο αναφέρεται ο Σεφέρης ήταν η Χίος.
    ………………………………………

  33. ………………………………

    Επιθέσεις και δολοφονίες

    Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι γηγενείς επιτίθονταν σε πρόσφυγες Έλληνες φτάνοντας ακόμα και στη δολοφονία τους.

    Σε ένα άρθρο της Παμπροσφυγικής» από το 1924 αναφέρεται σχετικά με την δολοφονία ενός πρόσφυγα στη Νιγρίτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απολεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη, τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων διά την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».

    Ορισμένες φορές υπήρχαν γενικευμένες επιθέσεις κατά προσφύγων, όπως συνέβη το 1928 στο χωριό Ασβεσταριό κοντά στα Γιαννιτσά, όταν συνεπλάκησαν μεταξύ τους ομάδες ντόπιων και προσφύγων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό είκοσι ανθρώπων.

    Συχνά, οι ντόπιοι οργάνωναν ξαφνικές επιθέσεις κατά των προσφύγων με σκοπό να τους διώξουν οριστικά με το μέρος τους. Τον Νοέμβριο του 1924 οι κάτοικοι του χωριού Αετός της επαρχίας Ξηρομερίου επιτέθηκαν κατά των προσφύγων του οικισμού Αγιος Νικόλαος, ενώ στο χωριό Ροδολίβος στη Μακεδονία ντόπιοι απειλούσαν ότι «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαιρών και ροπάλων».

    Τον Νοέμβριο του 1924, η εφημερίδα «Αθήναι» αναφέρει ότι στο χωριό Κοντσικιώτη στα Γρεβενά «βλαχοποιμένες επετέθησαν εναντίον προσφύγων ποιμένων […] τραυματίσαντες δύο εξ αυτών ως και τον αγροφύλακα. Οι δράσται δεν συνελήφθησαν εισέτι».

    Στην Αττική, σημειώνονται ανάλογες επιθέσεις. Στο Μενίδι στον Ποδονίφτη (στο σημερινό τέρμα Πατησίων) οι χωρικοί εξεγείρονται γιατί οι πρόσφυγες θέλησαν να καλλιεργήσουν χωράφια που είχαν απαλλοτριωθεί για την κατασκευή προσφυγικού συνοικισμού.

    Τον Νοέμβριο του 1924 σημειώνονται αιματηρά, γενικευμένα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ (Πρώτη) Σερρών, τα οποία τελικά προκάλεσαν την πρώτη μεγάλη συζήτηση στη Βουλή για το προσφυγικό. Τότε, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, οπλισμένες ομάδες γηγενών «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς…».

    Προσφυγόπουλο
    Στην εφημερίδα «Αθήναι» (φ. της 9/11/1924) διαβάζουμε ότι μετά τα γεγονότα η Παμπροσφυγική Ομοσπονδία Σερρών μετέβη στη Θεσσαλονίκη και «επιρρίπτει μέγα μέρος της ευθύνης εις τον προϊστάμενον του Γραφείου Εποικισμού Σερρών, προσθέσασα ότι τη εγκρίσει τούτου και του επιθεωρητού εποικισμού Μοζέρ αφηρέθησαν από τους πρόσφυγας του συνοικισμού Καβακλή 340 στρέμματα γαιών, τα οποία είχαν εκχωρηθή εις αυτούς. Αι γαίαι αύται, αίτινες είχον σπαρή υπό των προσφύγων, εδόθησαν εις εκμεταλλευτάς μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με την γεωργίαν».

    Στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή, ο τότε πρωθυπουργός Α. Μιχαλακόπουλος ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε την απομάκρυνση του καταγγελλόμενου διευθυντή του εκεί Επισιτιστικού Γραφείου, για να παρέμβει «εις πληρεξούσιος (λέγοντας): Είνε αξιωματικός του Γκαίρλιτς» (Πρακτικά των Συνεδριάσεων, ό.π., σελ. 121) (σημ. το Γκέρλιτς ήταν γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι αιχμάλωτοι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί διαβίωναν σε πολύ καλύτερες συνθήκες σε βάρος των στρατιωτών που εθεωρούντο «βενιζελικοί»).

    Αξίζει παράλληλα, να σημειωθεί ότι το αντιπροσφυγικό μένος αποτυπώνεται στο σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες», που κυριαρχεί σε συλλαλητήριο των μοναρχικών στις 9 Νοεμβρίου 1923 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

    Ο ρόλος του Τύπου

    Ένα μεγάλο μέρος του Τύπου εκείνης της εποχής δεν στήριξε ποτέ την έλευση και την φροντίδα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Με την χώρα να είναι βαθιά διχασμένη μεταξύ Βενιζελικών (που υποστήριζαν τους πρόσφυγες) και Αντιβενιζελικών (που προτιμούσαν την μικρή πλην τίμια Ελλάδα), η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στον Τύπο.

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος, βαθιά αντιβενιζελικός, ο οποίος έγραψε το πασίγνωστο άρθρο με τίτλο «Οίκαδε» στις 14 Αυγούστου 1922 μία μέρα μετά την έναρξη της επίθεσης του Κεμάλ Ατατούρκ. Σε αυτό καλούσε την ελληνική κυβέρνηση και το στρατό να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου. Ο Βλάχος ακόμη και το 1928 όταν έγραφε ή μιλούσε για τους πρόσφυγες χρησιμοποιούσε δύο λέξεις: «Αγέλη προσφύγων».

    Ακόμη, ο Νίκος Κρανιωτάκης, ο φιλομοναρχικός εκδότης της εφημερίδας «Πρωινός Τύπος», το 1933 ζητούσε επιτακτικά να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες! Σημειωτέον ότι ο Κρανιωτάκης προηγήθηκε ακόμα και των ναζιστών, οι οποίοι εφάρμοσαν την διάκριση των Εβραίων με ένα περιβραχιόνιο με το κίτρινο άστρο.

    Ο αντιβενιζελικός τύπος δεν συγχώρησε ποτέ την επανεκλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου θεωρώντας υπεύθυνους γι’ αυτό τους πρόσφυγες, οι οποίοι εξάλλου στήριζαν σύσσωμοι την Κρητικό πολιτικό. Σε προεκλογικό κύριο άρθρο του «Εμπρός» (14.9.1928) οι πρόσφυγες κατηγορούνται για ακούσια νοθεία των εκλογών: «Οι πρόσφυγες ελθόντες ενταύθα θύματα μιας τραγικής καταστροφής δεν εδιδάχθησαν πως πρέπει να έχουν και αυτοί γνώμην επί των κοινών, εκλέγοντες ομού μετά των άλλων τους ανθρώπους οι οποίοι θα τους διοικούν, αλλά πώς να νοθεύουν την γνώμην των άλλων. Δεν εδιδάχθησαν πώς να ψηφίζουν ως ελεύθεροι πολίται, αλλά πώς να αλλοιώνουν την ψήφον των άλλων».

    Η ίδια εφημερίδα αντιπαραβάλλει «πρόσφυγες» κι «ελληνικό λαό», ως διαφορετικές -κι αντίπαλες- κατηγορίες χαρακτηρίζοντάς τους… «ευνοηθέντας υπό της τύχης»: «Οι Βενιζελικοί γνωρίζουν ότι ο ελληνικός λαός τους θεωρεί πραγματικούς εχθρούς του, χυδαίους απατεώνας και αγύρτας και ουδέποτε θα εκδηλώση προς αυτούς την εμπιστοσύνην του, δια τούτο δε στηρίζουν τας ελπίδας τους μόνον εις τους ευνοηθέντας υπό της τύχης και της ιδικής μας νομιμότητος πρόσφυγας» (5.8.1928).

    Στις 31.7.28 η εφημερίδα «Σκριπ» γράφει: «Ητο επόμενον ο Βενιζέλος να γίνη υποτελής εις τους πρόσφυγας. Ο μέγας αρχηγός κατήντησε να αναγνωρίζη ως αρχηγόν τον κύριον εις -ίδην και -όγλου».

    Η Καθημερινή στις 20.7.1928 «προειδοποιεί» τους γηγενείς: «Οι γηγενείς είτε βενιζελικοί είναι είτε αντιβενιζελικοί είτε δημοκράται ή βασιλόφρονες πρέπει να γνωρίζουν ένα και το αυτό: Οτι εφ’ όσον ψηφίζουν Βενιζέλον, ψηφίζουν κατ’ ανάγκην πρόσφυγας και εφ’ όσον ψηφίζουν πρόσφυγας ψηφίζουν την αρπαγήν και την απώλειαν της αγροτικής χθές, της κτηματικής σήμερον, της αστικής αύριον περιουσίας των. Οι ατυχείς πρόσφυγες κατά τούτο δεν πταίουν. Διότι κατεστράφησαν και θέλουν να ζήσουν, οπωασδήποτε, είτε εις βάρος του ενός είτε εις βάρος του άλλου. Ημείς όμως, οι γηγενείς, τι πταίομεν;… Διατί να υφιστάμεθα την υπέρ των προσφύγων καθολικήν αυτήν απαλλοτρίωσιν της Ελλάδος;»

    Στο κύριο άρθρο της επομένης συνεχίζεται η ίδια ρητορική:

    «Αλλά τα συμφέροντα των προσφύγων, κατά μοιραίαν τραγικήν δυσμένειαν, είναι ως γνωστόν τελείως αντίθετα προς τα συμφέροντα των γηγενών. Το Κράτος αφ’ ενός μεν βρίσκεται εις αθλιεστάτην κατάστασιν, την οποίαν γνωρίζομεν -φευ- πάντες, και αφ’ ετέρου η ανάγκη της αποκαταστάσεως και αποζημιώσεως των προσφύγων καθίσταται ημέρα τη ημέρα μάλλον επιτακτική. Τι θα συμβή άρα; Ο Βενιζελισμός, ευρισκόμενος προ τραγικού διλήμματος, θα στραφή κατά της περιουσίας των γηγενών και θέτων επ’ αυτής βαρείαν την χείραν, θα διαμοιράση αυτήν εις τους πρόσφυγας. Αι οικίαι και τα αστικά εν γένει κτήματα των γηγενών θα καταστούν βορά των προσφύγων.

    Ζαΐμη πρωθυπουργούντος, Τουρκοβασίλη ιθύνοντος τα της Δικαιοσύνης, ο παρακαθήμενος αυτούς Κύρκος ήρξατο του έργου της αρπαγής. Αρχήν ποιούμενος απαλλοτριώσεως των αστικών κτημάτων των γηγενών υπέρ των προσφύγων έφθασεν ουχί πλέον εις τα πρόθυρα της πόλεως, αλλ’ εις αυτήν την καρδίαν της. Οικόπεδα γηγενών προσφύγων κείμενα εις την οδόν Αχαρνών απηλλοτριώθησαν υπέρ προσφύγων.

    Επικρατούντος εκλογικώς του βενιζελισμού και εγκαθισταμένης της βενιζελικής δικτατορίας είναι εύκολον να φαντασθή τις τι πρόκειται να πράξη ο μέλλων Κύρκος. Θρήνος και κλαυθμός θα επακολουθήση άγριος, οικίαι και οικόπεδα δια μιας μονοκονδυλιάς θα μεταβάλλωσιν ιδιοκτήτων και ενώ οι γηγενείς οδυρόμενοι θα εξέρχωνται άστεγοι εις τας οδούς, οι πρόσφυγες θ’ αποκτώσιν αστικάς εγκαταστάσεις».

    Στις 30.7.1928, η Καθημερινή εκφράζει τη συμπάθεια της για το δράμα των προσφύων, αλλά…

    «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα».

    Η Καθημερινή… εξεγείρεται όταν οι πρόσφυγες προσπαθούν να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το λαϊκόν κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; […] Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του λαϊκού κόμματος» (19.7.1928).

    Η φροντίδα της πολιτείας

    Ωστόσο, την στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του γηγενή πληθυσμού αντιμετώπιζε τους πρόσφυγες με ρατσιστικό τρόπο, η πολιτεία με τα πενιχρά μέσα που διέθετε μπόρεσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσε. Πολλοί ιστορικοί μάλιστα θεωρούν ότι η αποκατάσταση και αφομοίωση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε το μεγαλύτερο ειρηνικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους.

    Το ήδη πολιτικά διχασμένο ελληνικό κράτος και οικονομικά κατεστραμμένο ελληνικό κράτος με τους περίπου 5 εκατ. κατοίκους, δέχεται ένα κύμα προσφύγων που ο αριθμός τους αγγίζει το 1,5 εκατομμύριο ανατρέποντας όλη τη δομή του. Έτσι, στο τέλος του 1922 γίνεται αναμόρφωση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 1922-23 (ΦΕΚ Α’ 286 27-12-1922) και στο υπουργείο Περιθάλψεως διατίθενται επιπλέον 77 εκατομμύρια δραχμές, από τα οποία τα περισσότερα θα καλύψουν προσφυγικές ανάγκες. Συγκεκριμένα, για «επιδόματα (είχε προβλεφθεί η χορήγηση στους πρόσφυγες ενός εφάπαξ ποσού 500 δραχμών), συσσίτια, ειδικά και έκτακτα βοηθήματα προσφύγων ή και δαπάνη τη εν ασύλοις ενδιαίτησιν προσφύγων, ως και έξοδα νοσηλείας εν γένει» προβλέφθηκαν 55 εκατ. δραχμές.

    Προσφυγόπουλα την ώρα του μαθήματος σε σχολείο του συνοικισμού Βύρωνα
    Πιο αναλυτικά, ο ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος αναφέρει: «Παρά τις καθυστερήσεις, τις ταλαιπωρίες, τις ελλείψεις και τις αδικίες, τελικά επιτεύχθηκαν οι πολλαπλοί –ανθρωπιστικοί, εθνικοί και κοινωνικοί– στόχοι που επιδιώχθηκαν. Σώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες υπάρξεις και τους δόθηκε η δυνατότητα ν’ αρχίσουν μια νέα ζωή. Μετά την Καταστροφή, ο Βενιζελισμός έγινε από την πρώτη στιγμή ο μοναδικός φορέας της ενσωμάτωσης και αποκατάστασης των προσφύγων στο πλαίσιο της ελλαδικής κοινωνίας, όπως και ο μοναδικός προστάτης τους απέναντι στην εχθρότητα των γηγενών. Τον ιστορικό αυτόν ρόλο ο Βενιζελισμός ανέλαβε πρόθυμα και προσπάθησε στη συνέχεια να μονοπωλήσει όσο έμεινε στην εξουσία, δηλαδή ουσιαστικά μέχρι το 1933. Μόνο χάρη στον Βενιζελισμό απέκτησαν οι πρόσφυγες όσα απέκτησαν: περίθαλψη, σπίτια, χωράφια, αποζημιώσεις, αλλά και πλήρη πολιτικά δικαιώματα Ελλήνων πολιτών. Μόνο χάρη στον Βενιζελισμό κατορθώθηκε υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) η σύναψη των προσφυγικών δανείων και η συγκρότηση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) για την αξιοποίησή τους. Είναι λοιπόν μύθος και πελώριο ψέμα αυτά που ακούγονται συχνά σήμερα για δήθεν παραμέληση και εγκατάλειψη γενικά των προσφύγων από το ελληνικό κράτος. Αυτά ισχύουν μόνο για μια μικρή μειονότητά τους. Το μεγαλύτερο μέρος (83%) ειδικά της αγροτικής προσφυγικής αποκατάστασης πραγματοποιήθηκε σε τρία μόλις χρόνια. Η αγροτική αποκατάσταση, όπως τη συνέλαβε και τη σχεδίασε η ΕΑΠ, είχε στόχο τον εφοδιασμό κάθε προσφυγικής οικογένειας με επαρκή γη, ζώα, εργαλεία και σπίτι. Μέχρι τα μέσα του 1926, 551.936 αγρότες πρόσφυγες είχαν εγκατασταθεί οριστικά. Το 1930, ο αριθμός αυτός είχε αυξηθεί σε 578.844 άτομα (ή 145.758 οικογένειες). Το 1938, σε 668.316 άτομα (ή 167.079 οικογένειες), που μπορεί να θεωρηθεί τελική εκτίμηση. Περίπου 90% του συνόλου εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη.

    »Αντίθετα, η αστική αποκατάσταση προχώρησε με πολύ βραδύτερο ρυθμό. Αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τη χορήγηση κατοικιών, που κτίστηκαν κυρίως σε συμπαγείς συνοικισμούς γύρω από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα και προπαντός γύρω από την Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, όπου συγκεντρώθηκε το 60% των «αστών» προσφύγων. Μέχρι το 1926, μόνο 72.230 «αστοί» πρόσφυγες είχαν στεγαστεί και γίνει οικονομικά ανεξάρτητοι, σε σύγκριση με τους 551.936 αγρότες πρόσφυγες την ίδια περίοδο. Παρά την κατασκευή περίπου 52.000 κατοικιών μέχρι το 1930, περισσότερες από 30.000 προσφυγικές οικογένειες έμεναν ακόμη σε αυτοσχέδιες παράγκες. Το 1952 υπήρχαν ακόμη 35.248 προσφυγικές οικογένειες που δικαιούνταν αστική αποκατάσταση και ανάμεσά τους 14.241 που ζούσαν σε άθλιες παραγκουπόλεις. Παρόλο που οι παράγκες κατεδαφίστηκαν λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1978 φαίνεται ότι απέμεναν ακόμη (!) τουλάχιστον 3.000 προσφυγικές οικογένειες που δικαιούνταν αστική αποκατάσταση, δηλαδή στέγαση.

    »Το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμού συγκεντρώθηκε οριστικά μέσα στα ασφαλή σύνορα του εθνικού του κράτους – ασφαλή στο μέτρο ακριβώς που επιτεύχθηκε εθνική ομοιογένεια. Ειδικά στην ελληνική Μακεδονία και ειδικότερα στις παραμεθόριες περιοχές της, μόνο ο συστηματικός προσφυγικός εποικισμός εξασφάλισε την απόκρουση πολλαπλών απειλών στο μέλλον. Από τους κοινωνικούς στόχους της αποκατάστασης των προσφύγων, αρκεί να αναφερθεί επιγραμματικά ο σπουδαιότερος: να γίνουν το ταχύτερο ιδιοκτήτες μικροαστοί της πόλης και του χωριού, στηρίγματα του αστικού καθεστώτος, και όχι προλετάριοι ανατροπείς του. Και αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε για την πλειονότητα των προσφύγων. Υπήρξαν βέβαια οι εξαιρέσεις, οι αδικημένοι ή και ολότελα ξεχασμένοι της προσφυγικής αποκατάστασης. Δεν ήσαν ωστόσο αρκετοί για μια επιτυχημένη κοινωνική επανάσταση – ούτε τότε, ούτε αργότερα. Άλλωστε, η κοινωνική επανάσταση που δεν έγινε τότε από τους πρόσφυγες είχε γίνει πριν από αυτούς και για χάρη τους: ήταν η απόφαση που υπέγραψε ο Πλαστήρας στις 14 Φεβρουαρίου 1923, με την οποία επιτράπηκε η κατάληψη ακινήτων και πριν από την καταβολή αποζημίωσης. Στη Νεότερη Ελλάδα, ποτέ άλλοτε δεν παραβιάστηκε σε τέτοιο βαθμό το «ιερό» δικαίωμα της ιδιοκτησίας!».

  34. Ανδρέας on

    Η «ΥΠΟΔΟΧΗ» ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΗΓΕΝΕΙΣ

    ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ (POWER POINT) ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ, Πανεπιστημιακού δασκάλου και συγγραφέα, στη ημερίδα της Ο.Π.Σ.Ε (Ομοσπονδία Μικρασιατικών Συλλόγων Ελλάδας), στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Μνήμης για τα 97 χρόνια από τη Μικρασιατική τραγωδία. Ο τίτλος της είναι «Η “υποδοχή” των Μικρασιατών προσφύγων από τον γηγενή πληθυσμό». Η ανακοίνωση και τα συμπεράσματα της βασίζονται σε ντοκουμέντα της εποχής και, κυρίως, στις εφημερίδες και αποτυπώνουν το διάχυτο ρατσισμό μιας μεγάλης μερίδας της «γηγενούς» κοινωνίας απέναντι στους μικρασιάτες πρόσφυγες. ΔΙΑΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ότι η προσφυγιά δαιμονοποιούνταν συχνά σαν αιτία κάθε κακού: από την οικονομική δυσπραγία του μεσοπολεμικού δημοσίου που «τους φορτώθηκε» ή την «έκρηξη της εγκληματικότητας» μέχρι την αυξημένη ανεργία των ντόπιων, το ρόλο τους σαν φτηνός «εφεδρικός στρατός» στη διάθεση των εργοδοτών ή σαν όργανα νοθείας των εκλογών, ακόμη και σαν παρακρατικοί τραμπούκοι.

    ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ:

    1. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ……
     Το τέλος του μεγαλοϊδεατισμού και η έναρξη μιας νέας εποχής για το ελληνικό κράτος σημαδεύτηκαν και εκβιάστηκαν από την τραγωδία της Μικράς Ασίας.
     Η τραγωδία που τερμάτισε τον εξαετή πόλεμο που διεξήγαγε η Ελλάδα στο πλευρό των συμμάχων της Entente.
     Το αποτέλεσμα της τραγωδίας αυτής ήταν η βίαιη εκρίζωση των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής. Κάτω από τις γνωστές τραγικές συνθήκες συγκεντρώθηκαν στην Ελλάδα 1.500.000 περίπου πρόσφυγες, οι οποίοι προσδοκούσαν την άμεση και οργανωμένη βοήθεια του κράτους για να σταθούν στα πόδια τους.
     Οι πρόσφυγες αυτοί, που στερούνταν τα πάντα και εικόνιζαν στα πρόσωπά τους την προηγηθείσα συμφορά, ήταν κατά ποσοστό 45% περίπου αγρότες και κατά 55% αστοί.
     Η αποκατάσταση των προσφύγων και η απορρόφηση αυτών στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας απετέλεσαν μια βασανιστική διαδικασία για ένα κράτος όπως το ελληνικό του 1922, αλλά, όμως, και μια εποποιία μοναδική στην Ιστορία.

    2. Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ…
     Το ελληνικό κράτος, που εξήλθε τραυματισμένο και οικονομικά βεβαρυμμένο από τον υπερδεκαετή πόλεμο, δε διέθετε ούτε τα οικονομικά μέσα, ούτε τις αντίστοιχες οργανωμένες υπηρεσίες για ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως αυτό της αποκατάστασης των προσφύγων.
     Στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στο έργο αυτό κατέφυγε στον εξωτερικό και εσωτερικό δανεισμό, ώστε να εξεύρει τα κεφάλαια. Έτσι, εκτός από τα προσφυγικά δάνεια που σύναψε με φορείς του εξωτερικού, εξέδωσε και έξι δάνεια στο εσωτερικό της χώρας μεταξύ των ετών 1923-1928.
    Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ)29 Σεπτεμβρίου 1923 υπεγράφη ανάμεσα στην κυβέρνηση και της ΚΤΕ συμφωνία για την ίδρυση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ)Πρώτος πρόεδρος ήταν ο Herny Morgenthau. Δάνεια (1 εκατομ. λιρών + το «προσφυγικό δάνειο» 12,3 εκατομ. λιρών) Η ΕΑΠ άρχισε να λειτουργεί στις 11 Νοεμβρίου 1923 και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το Δεκέμβριο του 1930

    3. Η Ε.Α.Π…. Στη σύντομη αυτή καταγραφή του προσφυγικού ζητήματος θα παραλείψουμε τις διαδικασίες και ενέργειες που έγιναν για την αποκατάσταση των προσφύγων.

    4. ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ….
     Η μαζική αυτή άφιξη δεν απετέλεσε μόνο ένα βαρύ φορτίο για την ήδη βεβαρυμένη και υπανάπτυκτη ελληνική οικονομία αλλά και κινητήριο μοχλό και προϋπόθεση για την ανάκαμψή της.
     Η ίδια η προσπάθεια αποκατάστασης των προσφύγων, σε συνθήκες ύφεσης του διεθνούς εμπορίου και διεθνούς κρίσεως, λειτούργησε σαν ένας μηχανισμός για την υπέρβαση της ύφεσης και για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.
    Τόπος εγκατάστασης προσφύγων: Μακεδονία52,2% – Στερεά Ελλάδα 25,1% Θράκη8,8% Νησιά Αν. Αιγαίο 6% Θεσσαλία 8% Κρήτη 3% Πελοπόννησος 3% Ήπειρος 7% Κυκλάδες 4% Ιόνια νησιά3%.

    5. Η ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ….
     Αυτό οφειλόταν στις οικονομικές διαδικασίες που ενεργοποιούσε η αποκατάσταση και στη διακίνηση μεγάλων οικονομικών μεγεθών που αυτή απαιτούσε.
     Η στέγαση των προσφύγων, τα αποξηραντικά έργα, η οδοποιία, οι επικοινωνίες, η παραγωγή υφαντουργικών ειδών πρώτης ανάγκης εμφανίστηκαν, αφενός, ως επείγοντες και επιτακτικοί στόχοι κοινωνικής πολιτικής και λειτούργησαν, αφετέρου, ως προσοδοφόροι τομείς για τις ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις.
     Οι δραστηριότητες αυτές συνέβαλαν με τη σειρά τους στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.

    6. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ……….
     Ταυτόχρονα, η άφιξη των προσφύγων εξανάγκασε στην επιτάχυνση του προγράμματος της αγροτικής μεταρρύθμισης, που νομοθετήθηκε το 1917, καθώς η πίεση της αγροτικής αποκατάστασης μεγάλου μέρους αυτών ήταν άμεση και έντονη.
     Έτσι, σταδιακά δημιουργήθηκε η νέα μορφή ιδιοκτησίας της γης στην ελληνική ύπαιθρο, που ήταν ο μικρός οικογενειακός αγροτικός κλήρος, γεγονός ευεργετικό για την ανάπτυξη της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό της χώρας.
    Αγροτική αποκατάσταση Απορρόφησε το 86% των συνολικών πόρων. Δημιουργία οικισμών. Εγκατάσταση οικογενειών. Το 1928 στο σύνολο αγροτών, οι περισσότεροι ήταν νέοι ιδιοκτήτες (πρόσφυγες και ακτήμονες)

    7. ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑ……
     Σημαντική, τέλος, ήταν η συμβολή του προσφυγικού κόσμου στο μετασχηματισμό και τον εκσυγχρονισμό του βορειοελλαδικού χώρου.
     Η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού προσφύγων στη βόρεια Ελλάδα συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση εθνικής ομοιογένειας «των νέων ελληνικών χωρών».
     Η Μακεδονία στην οποία το ελληνικό στοιχείο αριθμούσε στο 42% περίπου του συνόλου του πληθυσμού το έτος 1913, έφθασε το 1926 το ποσοστό του 90% περίπου αμιγούς ελληνικού πληθυσμού. Στη Θράκη τα παραπάνω ποσοστά ήταν 17% και 62% αντίστοιχα.
     Τα στοιχεία αυτά και μόνον δείχνουν ότι ο βορειοελλαδικός χώρος καθορίσθηκε κατά κάποιο τρόπο από τις συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής και από την επακόλουθη ανταλλαγή των πληθυσμών.

    8. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ….Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφει ο Munkman : «Ένας καθυστερημένος αγροτικός πληθυσμός που ζούσε πρωτόγονα με περιορισμένες επαφές με τον κόσμο ήρθε ξαφνικά σε επαφή με μια μεγάλη, αστικοποιημένη , εμπορευόμενη ομάδα.» Αν και υπάρχει κάποια υπερβολή στην άποψη αυτή, φαίνεται, εντούτοις, η συμβολή των προσφύγων στη νέα πορεία του ελληνικού κράτους.

    9. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ Η άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα και η συνακόλουθη επιχείρηση αποκατάστασης αυτών απετέλεσαν μια εποποιία, όπως προαναφέρθηκε, για την υπανάπτυκτη, αδύναμη και λαβωμένη από τους συνεχείς πολέμους Ελλάδα.

    10. ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ«ΑΥΤΟΙ ΦΑΝΤΑΖΑΝ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ.» Η φράση που χαρακτήρισε την υποδοχή των προσφύγων από τον γηγενή πληθυσμό.

    11.«Εφημερίς των Βαλκανίων»:
     Από το 1916 αρχίζουν να έρχονται πρόσφυγες, 400.000 περίπου χριστιανοί Έλληνες του Πόντου που ζητάνε τη βοήθεια της μητέρας Πατρίδας. Τι έγινε λοιπόν με αυτούς; Ήταν τα πρώτα δείγματα.
     Ας δούμε μια ανταπόκριση της εποχής από την εφημερίδα «Εφημερίς των Βαλκανίων»: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους, Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»

    12. Υπάρχουν, όμως, και άλλα δείγματα:
     Γρηγόρης Δαφνής: «Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»»

    13. ΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ…..
     Αστική προσφυγική ταυτότητα: Περιχαράκωση στο χώρο. Παραμέληση από το κράτος. Εχθρική αντιμετώπιση από ντόπιους. Έντονη θρησκευτικότητα. Πρόσδεση με τους ιδιαίτερους τόπους καταγωγής. Αίσθηση ανωτερότητας.

    14. ΕΧΘΡΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ….
     «Οι Τούρκοι μας έδιωξαν σαν Έλληνες και οι Έλληνες μας δέχτηκαν σαν Τούρκους» Αυτό χαρακτηρίζει τις εφιαλτικές στιγμές της υποδοχής. Όπως τότε, όταν ξεριζωμένοι, ταλαιπωρημένοι και κυνηγημένοι προσδοκούσαν κάποιο χέρι να τους βοηθήσει. Και περίμεναν το χέρι του συμπατριώτη τους, του Έλληνα. Δεν ήθελαν ελεημοσύνη, ζεστή καρδιά ήθελαν.

    15. ΑΙΤΙΕΣ…
     Έντονος διαχωρισμός ντόπιων – προσφύγων στο Μεσοπόλεμο. Οι πρόσφυγες ως οικονομική «απειλή» για τους ντόπιους. Η διάκριση ντόπιοι-πρόσφυγες είχε οιωνεί εθνοτικά χαρακτηριστικά. Πρόσδεση προσφύγων στον Βενιζελισμό. Φόβος ριζοσπαστικοποίησης προσφύγων.

    16. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
     Οι πρόσφυγες θα συνεχίσουν για χρόνια να αντιμετωπίζουν τη βία των μοναρχικών ντόπιων, ως πραγματικοί ή υποτιθέμενοι βενιζελικοί.
     Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 περιγράφεται ως εξής από το Σπύρο Λιναρδάτο:
     «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»

    17. ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ…
     Δύσκολες εποχές. Οι πρόσφυγες αναζητούσαν κάποιο καταφύγιο, αναζητούσαν μια στέγη, ένα πιάτο φαγητό, προσπαθούσαν να επιβιώσουν.
     Παράγκες και χαμόσπιτα παντού στις γειτονιές των προσφύγων. Ένα χέρι υποστήριξης ζητούσαν. Να πιαστούν, να κρατηθούν.
     Στη Σμύρνη τα πλοία των «συμμάχων» τους έριχναν καυτό νερό για να τραβήξουν τα απλωμένα χέρια τους. Τους έκαιγαν τα χέρια, για να μην πιαστούν. Στην Ελλάδα τους έκαιγαν τις καρδιές, για να μην ορθοποδήσουν.

    18. ΒΡΑΔΙΝΗ…
     Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Βραδινής, στις 3 Δεκέμβρη του 1923. Πρώτη – πρώτη σελίδα φιλοξενούσε άρθρο, υπογεγραμμένο από συντάκτη με ψευδώνυμο, Πρωτέας.
     Μια μαχαιριά στην καρδιά των προσφύγων. Ένα βαθύ τραύμα στην αξιοπρέπεια τους, ένα βαθύ ρήγμα στον πατριωτισμό τους. Κυρίως, όμως, ένα κακό μήνυμα στους ελλαδίτες.
     Το κατάπτυστο και ρατσιστικό αυτό άρθρο αναφερόταν στους μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα. Και τους έκρινε για τον τρόπο εγκατάστασης, τον πρόχειρο τρόπο, σαν να ήταν στο χέρι τους ή να υπήρχε και άλλος τρόπος. Σαν να μην ήθελαν εκείνοι κάτι καλύτερο.

    19. «ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝΟΥΠΟΛΙΣ»…
     Είχε τίτλο «Αφγανιστανούπολις», υποστηρίζοντας πως σε τέτοια είχαν μετατρέψει οι μικρασιάτες πρόσφυγες την Αθήνα. Ούτε καν Έλληνες τους θεωρούσαν. «Οι τουρκόσποροι με τους ναργιλέδες που μας φορτωθήκανε!» Έλεγαν.

    20. ΘΛΙΒΕΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ… ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ: …….
     «Η πολυανθρωπία έφερε και την ασχημίαν μαζί της. Η παράγκα, η οποία το πολύ να ενεφανίζετο άλλοτε εις τα άκρα της πόλεως ευδοκιμεί εις τα κέντρα μας, όσον ούτε οι καμέλιες εις φιλανθή οίκον. Αν τουλάχιστον επρόκειτο περί κομψού παραπήγματος, περί απλουστάτου παραπήγματος εις μορφήν και σχήμα. …….Πολλά είχομεν επιτύχει εις την πόλιν μας, αν και υπήρχον δι’ αυτήν οι πλέον δυσμενέστεροι όροι. Και προ παντώς είχομεν πραγματοποιήσει κάποια τάξιν, ευπρέπειαν, ανθρωπισμόν. Κουρελόπανα δεν ενεφανίζοντο εις το κέντρον της πρωτευούσης».

    21. ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ…… .Συνέχεια
    « Ένα από τα αναρίθμητα κατορθώματα της μεγαλειώδους εκείνης εποχής, η οποία έκαμε την μεγάλην Ελλάδαν εντός των Αθηνών και του Πειραιώς, είνε και η εμποροπανηγυροποίησις των κέντρων της πρωτευούσης. Τζιεράκια τηγανίζονται εις αυτά, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλλίτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παληοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικωτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβάνς εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχον αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν, τσόκαρα κροτούν εις τα κέντρα και κραυγαί χωρίων αντηχούν εις τας πλατείας»

    22. ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ!! ΑΓΝΟΟΥΝ ΤΟ ΚΑΛΟ…
     «Την στιγμήν, όπου η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της, επήλθεν η αρρυθμία, η τσαπατσουλωσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότις και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα και ευπρεπή μέρη της. Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν.»

    23. ΛΑΙΜΟΔΕΤΗΝ….
     «Εφθάσαμεν ούτω να γίνωμεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είνε αρετή. Συνηθίσαμεν τόσον εις τας αθλιότητας ταύτας ως την κανονικήν εκδήλωσιν του αθηναϊκού βίου, ώστε νομίζω ότι θα πρέπει να θεωρώμεν ως αντινομίαν την εμφάνισιν των αρμοδίων χωρίς σαρίκι. Προτείνομεν, λοιπόν να φορέσουν τούτο όλοι οι δημοτικοί μας άρχοντες, αλλά και μπουρνούζια με το μαρκούτσι του ναργιλέ εις το χέρι. Τι διάβολο άρχοντες της αφγανιστανουπόλεως είναι ούτοι φορούντες λαιμοδέτην και καπέλο.»

    24. ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ…..
     Στο άρθρο αυτό διαπιστώνουμε ότι οι πρόσφυγες ήταν ξένο σώμα.
     Τόσο αυτοί όσο κι οι συνοικισμοί τους περιγράφονταν σαν κάτι ολοκληρωτικά ξένο από την «αυθεντικά ελληνική» κοινωνία των γηγενών, σαν «εισβολείς» που έχουν έρθει να καταστρέψουν τον «ελληνικό τρόπο ζωής» της παραδοσιακής «μικράς πλην εντίμου» Ελλάδας.

    25. ΕΞΙΛΑΣΤΗΡΙΑ ΘΥΜΑΤΑ….
     Και αυτό φόβιζε και ανησυχούσε Προετοιμάζονταν ένα τέτοιο κλίμα για να φορτώσουν όλα τα κακά στους πρόσφυγες. Από αρρώστιες, επιδημίες ως εγκληματικές ενέργειες. Κάτι σαν εξιλαστήρια θύματα δηλαδή μιας κοινωνίας που φυτοζωούσε. Όπως συνήθως γίνεται.

    26. ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ…..
     Οι πρόσφυγες ήταν αντιμέτωποι με το διάχυτο ρατσισμό μιας μεγάλης μερίδας της «γηγενούς» κοινωνίας. Ο «Τύπος» πρωτοστατούσε στη διαρκή αναζωπύρωση του ρατσισμού.
     Η προσφυγιά δαιμονοποιούταν συχνά σαν αιτία κάθε κακού, από την οικονομική δυσπραγία του μεσοπολεμικού δημοσίου που «τους φορτώθηκε» ή την «έκρηξη της εγκληματικότητας», μέχρι την αυξημένη ανεργία των ντόπιων, το ρόλο τους σαν φτηνός «εφεδρικός στρατός» στη διάθεση των εργοδοτών ή σαν όργανα νοθείας των εκλογών, ακόμη και σαν παρακρατικοί τραμπούκοι.

    27. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ 1….
     Γκιαούρηδες ή Ρωμιοί στη Μικρασία, Τούρκοι ή Τουρκόσποροι στην Ελλάδα. Ήταν οι Τουρκόσποροι, οι γιαουρτοβαφτισμένοι, οι ογλούδες, οι πρόσφυγκες, οι Σμυρνιές και οι παστρικές.

    28. ΑΚΡΑΙΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ….
     Οι αντιλήψεις αυτές ενθαρρύνουν ακραίες συμπεριφορές. Ρατσιστικές πρακτικές αναδύονται, όπως η απαίτηση φασιστικών ομάδων να επιβληθεί στους πρόσφυγες διακριτικό σήμα, για να τους αναγνωρίζουν οι Έλληνες και να τους αποφεύγουν. Ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, φορτώνονται εγκληματικές ενέργειες και θεωρούνται υπαίτιοι πολλών κακών.

    29. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ 2.
     Ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουμπουλής θα πει το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι «οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι πιο Ρωμιοί από σας», ενώ ο Νίκος Κρανιωτάκης, μοναρχικός εκδότης του «Πρωινού Τύπου», θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να φορέσουν οι πρόσφυγες κίτρινα περιβραχιόνια για να τους ξεχωρίζουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες.

    30. «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες».
     Το παραμύθι της ογλοκρατίας, θα καταλήξει ένα χρόνο μετά την Καταστροφή στο να ζητούνται πογκρόμ για να καθαρίσει η Αθήνα από τους Τουρκόσπορους, όπως λέγανε τους πρόσφυγες οι μοναρχικοί.
     Στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός το 1923 λοιπόν, ακούγεται το μάλλον προβλέψιμο «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες».
     Αυτή τη στάση δεν την κράταγαν μόνο οι αμόρφωτοι οπαδοί του Βασιλιά, αλλά και ο εκδότης της γνωστής μας Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, ο οποίος ακόμα και το 1928, κάποια χρόνια πριν καλωσορίσει τους Γερμανούς στην Αθήνα χαρακτήριζε τους πρόσφυγες «προσφυγική αγέλη».31. 31

    31. ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΝΑΥΑΓΙΑ….
     Για τον αθηναίο μικροαστό, τα «ανθρώπινα ναυάγια» της Μικρασίας που συνωστίζονται στους δημόσιους χώρους της πρωτεύουσάς «του», της δικής του πρωτεύουσας, έχουν χάσει μια για πάντα τη σχέση τους με τον «ανθρώπινο πολιτισμό», έχοντας μετατραπεί σε άγρια ζώα.

    32. Η ΕΛΠΙΔΑ……
     Και όμως οι πρόσφυγες συνέχιζαν να παλεύουν με αξιοπρέπεια και εντιμότητα και να στρώνουν τη ζωή τους. Και πρόσφεραν. Μέσα από την κατάρρευση γεννιόταν η ελπίδα, από τη στάχτη ο φοίνικας. Οικοδομούσαν λιθαράκι – λιθαράκι το αύριο. Και τα κατάφερναν. Και τότε έγιναν αντικείμενο ζηλοφθονίας!!!

    33. ΚΑΙ Η ΖΗΛΟΦΘΟΝΙΑ…..
     Όταν προχωρούσαν μπροστά παρά τις αντιξοότητες προκαλούσαν το φθόνο των ντόπιων. Με τον καιρό, η απέχθεια για τους «εισβολείς» μετατρέπεται σε δυσφορία για την υποτιθέμενη «άλωση» της πόλης απ’ αυτό το «ξένο στοιχείο», καθώς τα «ναυάγια» ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους, προκαλώντας νέα άγχη στους νοσταλγούς της «μικράς πλην εντίμου» κοινωνίας που παρήλθε ανεπιστρεπτί.

    34. ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ…
     Και πολιτικά. Τον τυφλό και ανερμάτιστο βενιζελισμό και αντιβενιζελισμό τον πλήρωναν και πάλι οι πρόσφυγες. Επαγγελματίες ψηφοφόρους τους έλεγαν οι αντιδραστικοί γηγενείς, ότι η ψήφος τους τάχα νοθεύει την πραγματική βούληση του εκλογικού σώματος.

    35. ΕΚΛΟΓΕΣ 1928……
     Η εφημερίδα «Καθημερινή», γνωστή και από το παρελθόν της, δημοσιεύει προεκλογικά στις 14 Ιουλίου του 1928 κύριο άρθρο με το χαρακτηριστικό τίτλο «Και πάλιν ο ‘λεπρός’», όπου κάποιος φανταστικός ανώνυμος πρόσφυγας εξηγεί στους αντιβενιζελικούς το μάταιο της προεκλογικής τους καμπάνιας.

    36. Ο ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ!!!!
     ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ: «Αισθάνομαι την ανάγκην να κάμω και πάλιν μίαν προδοσίαν. Εγώ ο πρόσφυξ, ο χθεσινός πολίτης του Ελληνικού Κράτους, τολμώ να σας δώσω αυτήν την συμβουλήν εις σας τους γηγενείς…… Σας συμβουλεύω λοιπόν ν’ απόσχετε από τας εκλογάς. Δεν πρέπει να έχετε την εσφαλμένην ιδέαν ότι ημείς οι πρόσφυγες είμεθα σύμμαχοι του βενιζελισμού. Δεν είμεθα καν ελεύθεροι πολίται. Είμεθα αιχμάλωτοι του βενιζελισμού. Δεν θα εκπλαγήτε βεβαίως αν σας ειπώ ότι ο κάθε πρόσφυξ έχει εφοδιασθή με τριπλά και τετραπλά βιβλιάρια, ότι θα έχη εις τα χέρια του τριπλά και τετραπλά ψηφοδέλτια, δια να μη σας είπω περισσότερα. Αυτό είναι το κύριον επάγγελμά μας. Ο κάθε πρόσφυξ έχει βεβαίως ένα δεύτερον επάγγελμα, αλλά το κύριον επάγγελμά του, αυτό από το οποίον αποζή, αυτό που αποτελεί την υπόστασίν του, είναι ψηφοφόρος του βενιζελισμού».

    37. ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΟΛΗ…..
     Και άλλο δημοσίευμα: «Οι γηγενείς είτε βενιζελικοί είναι είτε αντιβενιζελικοί είτε δημοκράται ή βασιλόφρονες πρέπει να γνωρίζουν ένα και το αυτό, ότι εφ’ όσον ψηφίζουν Βενιζέλον, ψηφίζουν κατ’ ανάγκην πρόσφυγας και εφ’ όσον ψηφίζουν πρόσφυγας ψηφίζουν την αρπαγήν και την απώλειαν της αγροτικής χθές, της κτηματικής σήμερον, της αστικής αύριον περιουσίας των. Διατί να υφιστάμεθα την υπέρ των προσφύγων καθολικήν αυτήν απαλλοτρίωσιν της Ελλάδος;»

    38. ΟΙ ΑΡΠΑΓΕΣ….
     Οι «ατυχείς» πρόσφυγες ήταν άρπαγες και υπεύθυνοι της απαλλοτρίωσης της Ελλάδας!!!

    39. ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΑΡΘΡΟ……
     Στο κύριο άρθρο της επόμενης το κάνει πιο σαφές για όσους δεν το είχαν καταλάβει. Το δηλητήριο ρίχνεται όλο μαζί.

    40. ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ…
     «Δεν κινδυνεύει εκ της ενδεχομένης επικρατήσεως του βενιζελισμού μόνον το πολιτικόν καθεστώς. Εγκαθισταμένης της πολιτικής Δικτατορίας του βενιζελισμού εν Ελλάδι, θα έχωμεν αναποτρέπτως ανάλογον προς αυτήν οικονομικήν δικτατορίαν ασκουμένην εις βάρος των γηγενών κατοίκων της χώρας. Στηριζόμενος σχεδόν αποκλειστικώς επί των προσφύγων ο βενιζελισμός, διαθέτων ως μόνην σχεδόν εκλογικήν δύναμιν τα δεκαπλά κατ’ άτομον εκλογικά βιβλιάρια των προσφύγων, βασίζων επί του προσφυγικού κόσμου την πολιτικήν του υπόστασιν, οφείλει κατ’ ανάγκην να προσοικειωθή τα συμφέροντα των οπαδών του και να ικανοποιήση αυτά καθ’ όλην την δυνατήν κλίμακα. Αλλά τα συμφέροντα των προσφύγων, κατά μοιραίαν τραγικήν δυσμένειαν, είναι ως γνωστόν τελείως αντίθετα προς τα συμφέροντα των γηγενών. Αι οικίαι και τα αστικά εν γένει κτήματα των γηγενών θα καταστούν βορά των προσφύγων……..».

    41. ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ…….
     «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα».

    42. ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ…
     Η εφημερίδα «Εμπρός» στην ίδια συγχορδία κατακεραύνωνε με ένα ρατσιστικό παραλήρημα τους πρόσφυγες σαν ανθρώπους μιας κατώτερης φυλής.

    43. ΚΑΙ ΑΓΥΡΤΕΣ!!!
     «Οι πρόσφυγες ελθόντες ενταύθα θύματα μιας τραγικής καταστροφής δεν εδιδάχθησαν πως πρέπει να έχουν και αυτοί γνώμην επί των κοινών, εκλέγοντες ομού μετά των άλλων τους ανθρώπους οι οποίοι θα τους διοικούν, αλλά πώς να νοθεύουν την γνώμην των άλλων. Δεν εδιδάχθησαν πώς να ψηφίζουν ως ελεύθεροι πολίται, αλλά πώς να αλλοιώνουν την ψήφον των άλλων. Οι βενιζελικοί γνωρίζουν ότι ο ελληνικός λαός τους θεωρεί πραγματικούς εχθρούς του, χυδαίους απατεώνας και αγύρτας και ουδέποτε θα εκδηλώση προς αυτούς την εμπιστοσύνην του, δια τούτο δε στηρίζουν τας ελπίδας τους μόνον εις τους ευνοηθέντας υπό της τύχης και της ιδικής μας νομιμότητος πρόσφυγας»

    44. ΣΤΟΧΟΠΟΙΗΣΗ……
     Παραλήρημα εναντίον ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Στοχοποίηση και τρομοκρατία που ξεπερνούσαν το συνηθισμένο πλαίσιο.

    45. ΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ!!!
     Για την αντιβενιζελική προπαγάνδα, ο κομματικός εχθρός ταυτίζονταν με τον «εθνοτικό» εχθρό. Και το εννοούσαν. Το τελικό διακύβευμα ήταν η ζωή και η περιουσία των ντόπιων Ελλήνων που εποφθαλμιούν οι «εισβολείς»!!! Έτσι τους ονόμαζαν τώρα: εισβολείς. O προσφυγικός ελληνισμός με την επωνυμία «εισβολείς».

    46. ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ…
     Και η προπαγάνδα φούντωνε καθημερινά. Ο τύπος στην πρώτη γραμμή. Οι πρόσφυγες παρακολουθούσαν άναυδοι τα συνεχή υβριστικά δημοσιεύματα.

    47. ΓΙΑΤΙ;
     Γιατί τα έκαναν όλα αυτά; Με έναν σμπάρο δύο τρυγόνια. Και τον ρατσισμό τους εκφράζουν και τον Βενιζέλο χτυπούν. Κυρίως, όμως, θέλουν να τρομοκρατήσουν τον φτωχό λαό. Να μην διανοηθεί να σηκώσει κεφάλι.

    48. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΥ….
     Οι πρόσφυγες ήταν ακόμη η δύναμη του Βενιζελισμού. Δεν έπιναν πλέον νερό στο όνομα του, αλλά ίσως από κεκτημένη ταχύτητα, ίσως από συνήθεια, ίσως, επειδή δεν έβλεπαν κάτι άλλο, ίσως από απόγνωση συνέχιζαν να υποστηρίζουν τον Λευτεράκη, όπως τον αποκαλούσαν. Η προτίμηση τους αυτή τους στοίχιζε.

    49. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ……
     Εξάλλου ο προσφυγικός ελληνισμός αποτελούσε ένα τεράστιο εκλογικό σώμα. Το εκλογικό αυτό σώμα ήταν ο στόχος της άθλιας αυτής προπαγάνδας. Το σώμα αυτό έβγαζε κυβέρνηση. Έπρεπε κάτι να κάνουν γι’ αυτό. Και προσπαθούσαν.

    50. ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ….
     Δεν ήταν όμως αργότερα έτσι. Άλλαξαν τα πράγματα. Το κύκνειο άσμα της υποστήριξης του Βενιζέλου ήταν οι εκλογές του 1928. Με κρύα καρδιά και σε αυτή την αναμέτρηση οι πρόσφυγες ψήφισαν Βενιζέλο. Όχι όλοι, αλλά ένας μεγάλος αριθμός.

    51. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ…….
     Τα ανάθεμα και η μεταστροφή ξεκίνησαν δύο χρόνια μετά τις εκλογές, μετά τη συμφωνία της Άγκυρας για την ανταλλαγή των περιουσιών.
     Τότε επιβεβαιώθηκε η πολιτική φιλοσοφία του Βενιζέλου για τη νέα εξωτερική πολιτική που ήδη είχε χαραχθεί μετά τη συνθήκη της Λοζάνης :
     «Όσον αφορά τας σχέσεις προς τους γείτονάς μας, επιθυμώ να επαναλάβω και την εσπέραν ταύτην ότι η Ελλάς αποδέχεται ειλικρινώς και ανεπιφυλάκτως τας συνθήκας της ειρήνης, δια των οποίων ετερματίσθη ο μεγάλος πόλεμος.»

    52. «ΆΝΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ»
     Τότε ο προσφυγικός ελληνισμός δέχθηκε την πρώτη μαχαιριά. Συνέχιζε όμως να ζει στις ψευδαισθήσεις του, με την ελπίδα της επιστροφής στα σπίτια τους. «Άντε και καλή πατρίδα» έλεγαν.

    53. ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ….
     Ο Βενιζέλος εκτός από τις προσδοκίες έφερνε και τους εφιάλτες του παρελθόντος. Εξάλλου ποιος μπορεί να σβήσει με μια γόμα το παρελθόν, ιδιαίτερα όταν οι πληγές είναι ακόμα ανοιχτές; Δεν γίνεται. Και αυτό το γνώριζαν καλά όλοι αυτοί που προσπαθούσαν να το θολώσουν. Δεν μπόρεσαν.

    54. ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ……
     Γρήγορα ο προσφυγικός ελληνισμός θα άλλαζε πολιτικό στρατόπεδο. Η μεταστροφή αυτή φάνηκε στις επόμενες εκλογές, το 1933, όπου οι προσφυγικές συνοικίες της Αττικής έδωσαν πρωτόγνωρα υψηλά ποσοστά για την εποχή στο ΚΚΕ, που ξεπερνούσαν το διψήφιο νούμερο!!! Μεταξύ των συνοικιών αυτών και η Κοκκινιά που έδωσε 12% στο ΚΚΕ.

    55. Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ…..«ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ.»
     Από την άλλη πλευρά ο προσφυγικός ελληνισμός δεν υπέστειλε τη σημαία της ελπίδας. Η μεγάλη χίμαιρα… «Άντε και καλή πατρίδα.» Η πρόποση και η ευχή των προσφύγων. Όνειρο απατηλό από τότε, από την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάνης. Δεν μπορούσαν να αποδεχθούν τον ξεριζωμό, την οριστική διαγραφή των τόπων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Δεν ήταν δα και εύκολο. Ζούσαν με την προσδοκία της επιστροφής.

  35. Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες
    Τάσος Κωστόπουλος
    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»
    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.
    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.
    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.
    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.
    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.
    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».
    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.
    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).
    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).
    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.
    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.
    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:
    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.
    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».
    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:
    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».
    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.
    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.
    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).
    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.
    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.
    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.
    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):
    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.
    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.
    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι» προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.
    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:
    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»
    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»
    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».
    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.
    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).
    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:
    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]
    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.
    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.
    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.
    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.
    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.
    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.
    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.
    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:
    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.
    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:
    ▸ Τρελλός είσαι;
    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;
    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:
    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.
    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».
    ………………………………….
    …………………………………

  36. ………………..
    Αποτροπές και απαγορεύσεις
    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.
    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).
    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).
    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:
    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).
    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).
    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.
    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.
    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.
    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:
    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).
    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:
    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:
    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων

    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.
    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.
    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».
    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).
    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.
    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).
    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.
    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).
    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.
    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.
    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.
    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.
    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: