Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»

100_1397Στις 21 Ιανουαρίου πέθανε ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν, ο άνθρωπος που σφράγισε τον 20ο αιώνα…. Μήπως όμως ήρθε η ώρα, οι έχοντες δημοκρατική αντίληψη της ζωής και της ιστορίας, να αποκαθηλώσουν την ιδέα του «πρωτοπόρου» Κόμματος Νέου Τύπου και τη λενινιστική λογική της αντιπροσώπευσης των εργατών από το ιερό Κόμμα;

Ένα σημαντικότατο άρθρο που έκανε κριτική στις απόψεις του Λένιν κατηγορώντας τες για υπερσυγκεντρωτισμό και χωροφυλακίστικο πνεύμα ήταν αυτό της Ρόζας Λούξεμπουργκ… Με το άρθρο η Λούξεμπουργκ περιέγραψε τις επιπτώσεις επί της κοινωνικής ζωής που θα είχαν οι απόψεις του Λένιν. Και δυστυχώς, η ζωή επιβεβαίωσε την ανάλυσή της απόλυτα

(Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit και Iskra, 1904. )

 

Ένα καθήκον άνευ προηγουμένου στην ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος έχει πέσει στους ώμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι το να αποφασίσει για το ποια είναι η καλύτερη σοσιαλιστική πολιτική τακτική σε μια χώρα όπου κυριαρχεί η απόλυτη μοναρχία. Θα ήταν λάθος να τραβήξουμε μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κατάστασης στη Ρωσία και αυτής της Γερμανίας στην περίοδο 1879-90, όπου ίσχυαν οι αντισοσιαλιστικοί νόμοι του Βίσμαρκ. Οι δυο καταστάσεις έχουν ένα κοινό- την αστυνομοκρατία. Αλλιώς δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση συγκρίσιμες.

Τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στο δρόμο της σοσιαλδημοκρατίας από την απουσία δημοκρατικών ελευθεριών είναι σχετικά δευτερεύουσας σημασίας. Ακόμη και στη Ρωσία, το λαϊκό κίνημα πέτυχε να ξεπεράσει τα εμπόδια που έθεσε το κράτος. Ο λαός κέρδισε ένα (έστω και επισφαλές) σύνταγμα μέσα από τις ταραχές στους δρόμους. Μένοντας στην πορεία αυτή, ο λαός της Ρωσίας θα πετύχει με τον καιρό ολική νίκη ενάντια στον αυταρχισμό.

Η βασική δυσκολία που αντιμετωπίζει η σοσιαλιστική δράση στη Ρωσία απορρέει από το γεγονός ότι στη χώρα αυτή η κυριαρχία της μπουρζουαζίας είναι καλυμμένη από το πέπλο της απολυταρχίας. Η κατάσταση αυτή δίνει στην σοσιαλιστική προπαγάνδα έναν αφηρημένο χαρακτήρα, ενώ η άμεση πολιτική δράση παίρνει ένα δημοκρατικό-επαναστατικό χαρακτήρα. Οι αντισοσιαλιστικοί νόμοι του Βίσμαρκ έθεσαν το κίνημα μας εκτός συνταγματικών ορίων και αυτό σε μια υψηλά αναπτυγμένη αστική κοινωνία, όπου οι ταξικοί ανταγωνισμοί είχαν ήδη φτάσει σε πλήρη άνθηση στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό (εδώ, παρεμπιπτόντως, φαίνεται και ο παραλογισμός της τακτικής του Βίσμαρκ). Η κατάσταση είναι διαφορετική στη Ρωσία. Το πρόβλημα είναι το πώς θα δημιουργήσουμε ένα σοσιαλδημοκρατικό κίνημα σε μια περίοδο που το κράτος δεν έχει έρθει ακόμη στα χέρια της μπουρζουαζίας.

Η κατάσταση αυτή έχει αντίκτυπο στην δράση μας, με την έννοια ότι πρέπει να μπολιάσουμε το ρωσικό έδαφος με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Επίσης, με έναν περίεργο και άμεσο τρόπο, μας φέρνει μπροστά στο ζήτημα της οργάνωσης του κόμματος.

Κάτω από συνηθισμένες συνθήκες, όπου δηλαδή η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει προηγηθεί της εμφάνισης του σοσιαλιστικού κινήματος, η ίδια η μπουρζουαζία ενσταλάζει στην εργατική τάξη τα πρώτα ίχνη πολιτικής αλληλεγγύης. Στο σημείο αυτό, διαβάζουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η ενοποίηση της εργατικής τάξης δεν προέρχεται ακόμη από τη δικιά της λαχτάρα για ενότητα, αλλά έρχεται σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητας της μπουρζουαζίας, «...η οποία προκειμένου να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους, είναι υποχρεωμένη να βάλει σε κίνηση το προλεταριάτο...».

Παρ’ όλα αυτά στη Ρωσία η σοσιαλδημοκρατία με τις δικές της προσπάθειες πρέπει να καλύψει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Πρέπει να οδηγήσει τους ρώσους προλετάριους από την τωρινή «εξατομικοποιημένη» κατάσταση, την οποία παρατείνει το αυταρχικό καθεστώς, σε μια ταξική οργάνωση που θα τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν τους ιστορικούς τους στόχους και θα τους προετοιμάσει στον αγώνα για την επίτευξή τους.

Οι ρώσοι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν το χτίσιμο μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς να έχουν τα οφέλη από μια τέτοια οργάνωση, χωρίς να έχουν τα οφέλη των τυπικών εγγυήσεων που συνήθως βρίσκονται μέσα στο αστικό-δημοκρατικό σκηνικό. Δεν διαθέτουν την πολιτική πρώτη ύλη, η οποία στις άλλες χώρες παρέχεται από την ίδια την αστική κοινωνία. Σαν να λέμε ότι σαν τον παντοδύναμο θεό πρέπει να δημιουργήσουν μια τέτοια οργάνωση από το κενό.

Πώς θα επιτύχουμε την μετάβαση από τον τύπο οργάνωσης τον χαρακτηριστικό για το προπαρασκευαστικό στάδιο του σοσιαλιστικού κινήματος –συνήθως μη συνδεμένες τοπικές ομάδες και όμιλοι με κύρια δράση την προπαγάνδα– στην ενότητα ενός μεγάλου, πανεθνικού σώματος, κατάλληλου για συγκεντρωμένη πολιτική δράση σε όλη την έκταση του ρωσικού κράτους; Αυτό είναι το συγκεκριμένο πρόβλημα που η ρωσική σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει εδώ και κάποιο καιρό.

Η αυτονομία και η απομόνωση είναι τα πιο χιλιοειπωμένα χαρακτηριστικά του παλιού τύπου οργάνωσης. Είναι λοιπόν κατανοητό το γιατί το σύνθημα όλων όσων θέλουν να δούνε μια περιεκτική πανεθνική οργάνωση θα έπρεπε να είναι «Συγκεντρωτισμός!».

Στο συνέδριο του κόμματος έγινε προφανές ότι ο όρος «συγκεντρωτισμός» δεν καλύπτει πλήρως το ζήτημα της οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Για μια ακόμη φορά μάθαμε ότι καμιά αυστηρή φόρμουλα δεν μπορεί να μας εφοδιάσει με τη λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα του κοινωνικού κινήματος.

Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» του Λένιν, ενός έξοχου μέλους της ομάδας της Ίσκρα, είναι μια μεθοδική έκθεση των ιδεών της υπερσυγκεντρωτικής τάσης στο ρωσικό κίνημα. Τα επιχειρήματα που στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με ασύγκριτη δύναμη και λογική, είναι αυτά του ανελέητου συγκεντρωτισμού. Σαν αρχή παρουσιάζεται η αναγκαιότητα της επιλογής και της συγκρότησης ως ξεχωριστό σώμα, όλων των ενεργών επαναστατών, σε διάκριση με την ανοργάνωτη, αν και επαναστατική, μάζα που πλαισιώνει αυτή την ελίτ.

Η άποψη του Λένιν είναι ότι η κεντρική επιτροπή του κόμματος θα πρέπει να έχει το προνόμιο να συγκροτεί όλες τις τοπικές επιτροπές του κόμματος. Θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διορίζει τα αποτελεσματικά όργανα όλων των τοπικών σωμάτων από τη Γενεύη ως τη Λιέγη και από το Τομσκ ως το Ιρκούτσκ. Πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να επιβάλει σε όλες τις επιτροπές τους δικούς της έτοιμους κανόνες διοίκησης του κόμματος. Πρέπει να έχει το δικαίωμα να καθορίζει χωρίς αμφισβήτηση ζητήματα όπως η διάλυση και η επανασύσταση των τοπικών οργανώσεων. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως τη βολεύει, τη σύνθεση των υψηλότερων οργάνων του κόμματος. Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της.

Ο Λένιν ισχυρίζεται ότι ο συνδυασμός του μαζικού σοσιαλιστικού κινήματος με έναν τόσο ισχυρά συγκεντρωτικό τύπο οργάνωσης είναι μια συγκεκριμένη αρχή του επαναστατικού μαρξισμού. Προκειμένου να στηρίξει την άποψη αυτή αναπτύσσει μια σειρά επιχειρημάτων, με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Μιλώντας γενικά, είναι αναμφισβήτητο το ότι κάποια ισχυρή τάση προς την συγκεντροποίηση είναι έμφυτη στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Η τάση αυτή πηγάζει από το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού που είναι βασικά ένας συγκεντρωτικός παράγοντας. Το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναπτύσσει τη δραστηριότητά του μέσα στο μεγάλο αστικό κέντρο. Η αποστολή του είναι να εκπροσωπήσει, μέσα στα όρια του εθνικού κράτους, τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου και να αντιπαραθέτει αυτά τα κοινά συμφέροντα με όλα τα τοπικά και συλλογικά συμφέροντα.

Έτσι η σοσιαλδημοκρατία είναι κατά κανόνα εχθρική σε κάθε εκδήλωση που προωθεί τον τοπικό ή ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Παλεύει για την ένωση όλων των εργατών και των εργατικών οργανώσεων σε ένα κόμμα ανεξαρτήτως εθνικών, θρησκευτικών ή επαγγελματικών διαφορών. Η σοσιαλδημοκρατία εγκαταλείπει την αρχή αυτή και υποχωρεί στον φεντεραλισμό μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως στην περίπτωση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας.

Είναι ξεκάθαρο ότι η ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν θα έπρεπε να οργανωθεί σαν ένα ομοσπονδιακό μόρφωμα πολλών εθνικών ομάδων. Πρέπει να γίνει ένα ενιαίο κόμμα για ολόκληρη την αυτοκρατορία. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αυτό το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε εδώ. Αυτό που μας απασχολεί είναι το σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητος ο συγκεντρωτισμός σ’ αυτό το ενοποιημένο ρωσικό κόμμα από την άποψη των ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στις οποίες το κόμμα αυτό πρέπει να λειτουργήσει.

Κοιτάζοντας το ζήτημα από τη σκοπιά των τυπικών καθηκόντων της σοσιαλδημοκρατίας, της δυναμικής της ως κόμμα του ταξικού αγώνα, φαίνεται κατ αρχήν ότι η δύναμη και η ενέργεια του κόμματος είναι χαρακτηριστικά ευθέως εξαρτημένα από την πιθανότητα να συγκεντροποιηθεί το κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, αυτά τα τυπικά καθήκοντα απαντώνται σε όλα τα ενεργά κόμματα. Στην περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας είναι λιγότερα σημαντικά από την επιρροή των ιστορικών συνθηκών.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι το πρώτο κίνημα στην ιστορία των ταξικών κοινωνιών που βασίζεται, σε όλες τις φάσεις και την πορεία του, στην οργάνωση και στην άμεση, ανεξάρτητη δράση των μαζών. Εξαιτίας αυτού η σοσιαλδημοκρατία δημιουργεί έναν οργανωτικό τύπο που είναι τελείως διαφορετικός από τους κοινούς ανάμεσα στα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, όπως των Γιακοβίνων και των υποστηρικτών του Μπλανκί.

Ο Λένιν φαίνεται να παραμερίζει το γεγονός αυτό όταν παρουσιάζει στο βιβλίο του την άποψη ότι ο επαναστάτης σοσιαλδημοκράτης δεν είναι τίποτε άλλο από «Γιακωβίνος ακατάλυτα δεμένος στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου».

Για τον Λένιν, η διαφορά μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του μπλανκισμού ανάγεται στην παρατήρηση ότι στη θέση μιας χούφτας συνωμοτών έχουμε το ταξικά-συνειδητό προλεταριάτο. Ξεχνά ότι η διάφορα αυτή επιβάλλει την ολική αναθεώρηση των ιδεών μας για την οργάνωση και συνεπώς μια τελείως διαφορετική αντίληψη του συγκεντρωτισμού και των σχέσεων μεταξύ του κόμματος και του αγώνα.

Ο μπλανκισμός δεν βασιζόταν στην άμεση δράση της εργατικής τάξης. Έτσι δεν χρειαζόταν να οργανώσει τον κόσμο για την επανάσταση. Ο κόσμος θα έπαιζε το ρόλο του μόνο εκείνη τη στιγμή της επανάστασης. Η προετοιμασία για την επανάσταση αφορούσε μόνο το μικρό τμήμα εκείνων των επαναστατών των οπλισμένων για το πραξικόπημα. Μάλιστα, για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επαναστατικής συνωμοσίας, θεωρούνταν συνετό να κρατούνται οι μάζες σε κάποια απόσταση από τους συνωμότες. Μια τέτοια σχέση θα μπορούσαν να τη συλλάβουν μόνο οι μπλανκιστές, αφού η συνωμοτική δραστηριότητα της οργάνωσής τους δεν είχε σχέση με τον καθημερινό αγώνα των λαϊκών μαζών.

Η τακτική και τα καθήκοντα των μπλανκιστών επαναστατών μόνο μικρή σχέση είχαν με τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Έτσι ήταν σχεδιασμένα ελεύθερα. Μπορούσαν να αποφασίζονται εκ των προτέρων και να παίρνουν τη μορφή ενός σχεδίου προς εκτέλεση. Σαν συνέπεια αυτού, τα απλά μέλη της οργάνωσης ήταν απλά εκτελεστικά όργανα, εκτελώντας τις εντολές ενός σχεδίου έξω από τη δικιά τους σφαίρα δραστηριοτήτων. Ήταν τα όργανα της κεντρικής επιτροπής. Εδώ συναντάμε ένα δεύτερο παράδοξο του συνωμοτικού συγκεντρωτισμού: την απόλυτη και τυφλή υποταγή όλων των κομματικών σχημάτων στη θέληση του κέντρου και την επέκταση της εξουσίας αυτής σε όλα τα μέρη της οργάνωσης.

Όμως η σοσιαλδημοκρατική δραστηριότητα διεξάγεται κάτω από ριζικά διαφορετικές συνθήκες. Προκύπτει ιστορικά από τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Εξαπλώνεται και αναπτύσσεται σύμφωνα με την ακόλουθη διαλεκτική αντίφαση. Ο προλεταριακός στρατός στελεχώνεται και συνειδητοποιεί τους στόχους του στην πορεία του αγώνα. Η δραστηριότητα της οργάνωσης του κόμματος, η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης των στόχων του αγώνα μέσα στους προλετάριους και ο ίδιος ο αγώνας δεν είναι πράγματα που χωρίζονται χρονολογικά και μηχανικά. Είναι μόνο διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα και έτσι για τη σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρχουν λεπτομερή σχήματα τακτικής με τα οποία η κεντρική επιτροπή μπορεί να εκπαιδεύσει τα μέλη με τον ίδιο τρόπο που εκπαιδεύονται οι στρατιώτες στα στρατόπεδα. Ακόμη, το εύρος της επιρροής του σοσιαλιστικού κόμματος συνεχώς παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογες μ’ αυτές του αγώνα μέσα στον οποίο η οργάνωση δημιουργείται και αναπτύσσεται.

Για το λόγο αυτό ο συγκεντρωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να βασιστεί στη μηχανική καθυπόταξη και την τυφλή υπακοή των μελών στο κέντρο του κόμματος. Για τον λόγο αυτό το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα δεν μπορεί να επιτρέψει τον αεροστεγή διαχωρισμό μεταξύ του ταξικά συνειδητού πυρήνα του προλεταριάτου που βρίσκεται μέσα στο κόμμα και του άμεσου λαϊκού περιβάλλοντος του, των μη κομματικών τμημάτων του προλεταριάτου.

Έτσι οι δυο αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο συγκεντρωτισμός του Λένιν είναι ακριβώς αυτές:

1. Η τυφλή καθυπόταξη, και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, όλων των οργάνων του κόμματος στο κέντρο του κόμματος που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα.

2. Ο αποφασιστικός διαχωρισμός του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από το κοινωνικό-επαναστατικό περιβάλλον τους.

Αυτός ο συγκεντρωτισμός είναι μια μηχανική μετάθεση των οργανωτικών αρχών του μπλανκισμού στο μαζικό κίνημα των σοσιαλιστών εργατών.

Σε συμφωνία με τη λογική ο Λένιν ορίζει τον επαναστάτη σοσιαλδημοκράτη «Γιακωβίνο δεμένο στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου».

Το γεγονός είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι δεμένη με την οργάνωση του προλεταριάτου. Είναι η ίδια προλεταριάτο. Και εξαιτίας αυτού, ο σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι βασικά διαφορετικός από τον μπλανκικό συγκεντρωτισμό. Μπορεί να είναι μόνο η συγκεντρωμένη θέληση των ατόμων και των αντιπροσωπευτικών ομάδων της εργατικής τάξης. Είναι σαν να λέμε ο «αυτό-συγκεντρωτισμός» των προχωρημένων τμημάτων του προλεταριάτου. Είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας μέσα στο κόμμα του.

Οι απαράβατοι όροι για την πραγμάτωση του σοσιαλδημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι:

1. Η ύπαρξη ενός μεγάλου αντιπροσωπευτικού τμήματος της εργατικής τάξης, εκπαιδευμένου στην ταξική πάλη.

2. Η δυνατότητα για τους εργάτες να αναπτύσσουν τη δικιά τους πολιτική δραστηριότητα μέσα από την άμεση επιρροή στην δημόσια ζωή, στον κομματικό τύπο, στις δημόσιες συγκεντρώσεις κ.λ.π.

Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως στη Ρωσία. Η πρώτη –μια προλεταριακή εμπροσθοφυλακή με συνείδηση των ταξικών συμφερόντων και ικανή να αυτοδιευθύνεται στην πολιτική δραστηριότητα– μόλις τώρα εμφανίζεται στη Ρωσία. Όλες οι προσπάθειες για σοσιαλιστική δράση και οργάνωση θα πρέπει να στοχεύουν στο να επιταχύνουν το σχηματισμό μιας τέτοιας εμπροσθοφυλακής. Η δεύτερη συνθήκη μπορεί να υπάρξει μόνο κάτω από καθεστώς πολιτικών ελευθεριών.

Με τα συμπεράσματα αυτά ο Λένιν διαφωνεί έντονα. Είναι πεισμένος ότι όλες οι αναγκαίες συνθήκες για το σχηματισμό ενός τέτοιου ισχυρού και συγκεντρωτικού κόμματος, υπάρχουν ήδη στη Ρωσία. Διακηρύσσει ότι: «Δεν είναι πια οι προλετάριοι, αλλά συγκεκριμένοι διανοούμενοι στο κόμμα μας που χρειάζονται εκπαίδευση στα θέματα της οργάνωσης και της πειθαρχίας». Μεγαλοποιεί την εκπαιδευτική επιρροή του εργοστασίου, το οποίο λέει ότι μαθαίνει στο προλεταριάτο «πειθαρχία και οργάνωση«.

Με το να λέει όλα αυτά, ο Λένιν δείχνει ξανά ότι η αντίληψή του για τη σοσιαλιστική οργάνωση είναι αρκετά μηχανιστική. Η πειθαρχία, που ο Λένιν έχει στο μυαλό του, δεν εμφυτεύεται στην εργατική τάξη μόνο από το εργοστάσιο αλλά και από το στρατό και την κρατική γραφειοκρατία, δηλαδή από ολόκληρο τον μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους.

Κακοποιούμε τις λέξεις και αυταπατόμαστε όταν χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο –την πειθαρχία– σε τόσο διαφορετικές καταστάσεις όπως:
α) η απουσία σκέψης και θέλησης σε ένα σώμα με χιλιάδες αυτόματα κινούμενα πόδια και χέρια, και
β) ο αυθόρμητος συνδυασμός της συνειδητής πολιτικής πράξης σε ένα σώμα ανθρώπων. Ποιο είναι το κοινό μεταξύ της συστηματικής υποταγής μιας καταπιεσμένης τάξης και την αυτό-πειθάρχηση και οργάνωση μιας τάξης που αγωνίζεται για τη χειραφέτηση της;

Η αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι καθόλου η αντικατάσταση της εξουσίας των αστών από την εξουσία της σοσιαλιστικής κεντρικής επιτροπής. Η εργατική τάξη θα επιζητήσει την αίσθηση μιας νέας πειθαρχίας, την ελεύθερα επιλεγμένη αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας, όχι σαν αποτέλεσμα της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το αστικό κράτος, αλλά με το να ξεριζώσει μέχρι την τελευταία ρίζα τις παλιές της συνήθειες της υπακοής και της δουλοπρέπειας.

Ο συγκεντρωτισμός, με τη σοσιαλιστική έννοια, δεν είναι κάτι απόλυτο που βρίσκει εφαρμογή σε κάθε φάση του εργατικού κινήματος. Είναι μια τάση που πραγματώνεται σε αναλογία με την ανάπτυξη και την πολιτική εκπαίδευση που οι εργαζόμενες μάζες κατακτούν στην πορεία του αγώνα τους.

Χωρίς αμφιβολία, η απουσία των αναγκαίων συνθηκών για την ολοκληρωτική πραγματοποίηση αυτού του είδους συγκεντρωτισμού στο ρωσικό κίνημα, είναι ένα τρομερό εμπόδιο.

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να αντικαταστήσουμε «προσωρινά» με την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής (που ενεργεί σαν «άτυπη εκπροσώπηση») τον ακόμη απραγματοποίητο ρόλο της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών μέσα στο κόμμα και μ’ αυτό τον τρόπο να αντικαταστήσουμε τον ανοιχτό έλεγχο των εργαζόμενων μαζών πάνω στα όργανα του κόμματος με τον αντίστροφο έλεγχο της κεντρικής επιτροπής πάνω στο επαναστατικό προλεταριάτο.

Η ιστορία του ρωσικού εργατικού κινήματος μας δείχνει την αναμφισβήτητη αξία ενός τέτοιου συγκεντρωτισμού. Ένα παντοδύναμο κέντρο με κύρος, όπως αυτό που θα είχε ο Λένιν, με το απεριόριστο δικαίωμα να ελέγχει και να παρεμβαίνει, θα ήταν ένας παραλογισμός εάν αυτή η εξουσία εφαρμοζόταν μόνο σε τεχνικά ζητήματα, όπως η διαχείριση των οικονομικών, η κατανομή καθηκόντων στους οργανωτές και τους προπαγανδιστές ή η μεταφορά και κυκλοφορία των έντυπων υλικών. Ένα όργανο με τέτοιες μεγάλες εξουσίες θα είχε πολιτικό λόγο ύπαρξης μόνο εάν αυτές οι εξουσίες εφαρμόζονταν για την επεξεργασία κοινού σχεδίου δράσης, εάν το κεντρικό όργανο αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την πλατιά επαναστατική δράση.

Ποια ήταν όμως η εμπειρία του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος μέχρι τώρα; Οι πιο σημαντικές και καρποφόρες αλλαγές στην τακτική πολιτική του κατά τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν επινοήσεις των πολλών ηγετών και πολύ περισσότερο ούτε κανενός κεντρικού οργανωτικού οργάνου. Ήταν πάντα το αυθόρμητο προϊόν του κινήματος σε κατάσταση βρασμού. Έτσι ήταν τα πράγματα για την πρώτη φάση ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε με την αυθόρμητη γενική απεργία στην Αγ. Πετρούπολη το 1896, ένα γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη μιας εποχής οικονομικού αγώνα από τον εργαζόμενο λαό της Ρωσίας. Έτσι ήταν επίσης και στην επόμενη περίοδο που ξεκίνησε με τις αυθόρμητες διαδηλώσεις των φοιτητών της Αγ. Πετρούπολης τον Μάρτη του 1901. Η γενική απεργία στο Ροστόβ του Ντον, το 1903, που σηματοδοτεί την επόμενη μεγάλη τακτική στροφή του ρωσικού προλεταριακού κινήματος, ήταν επίσης αυθόρμητη ενέργεια. «Από μόνη της» η απεργία επεκτάθηκε σε πολιτικές διαδηλώσεις, ζύμωση στους δρόμους και μεγάλες ανοιχτές συγκεντρώσεις που και ο πιο αισιόδοξος επαναστάτης δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί μερικά χρόνια πριν.

Η υπόθεση μας κέρδισε πολλά με τα γεγονότα εκείνα. Παρ’ όλα αυτά η πρωτοβουλιακή και συνειδητή ηγεσία των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων έπαιξε έναν ασήμαντο ρόλο στην ανάπτυξη αυτή. Είναι αλήθεια ότι οι οργανώσεις αυτές δεν ήταν προετοιμασμένες για γεγονότα σαν κι αυτά. Όμως ο ασήμαντος ρόλος που έπαιξαν οι επαναστάτες δεν μπορεί να εξηγηθεί έτσι. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στην έλλειψη αυτού του παντοδύναμου κομματικού κέντρου σαν κι αυτό που ζητάει ο Λένιν. Η ύπαρξη ενός τέτοιου καθοδηγητικού κέντρου πιθανώς θα αύξανε την αταξία των τοπικών επιτροπών με το να τονίζει τη διαφορά μεταξύ της σφοδρής επίθεσης των μαζών και της συνετής θέσης της σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο φαινόμενο –ο ασήμαντος ρόλος που η πρωτοβουλία των κεντρικών κομματικών οργάνων έπαιξε στην επεξεργασία τακτικής πολιτικής– μπορεί να παρατηρηθεί σήμερα και στη Γερμανία και άλλες χώρες. Γενικά, η τακτική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι κάτι που μπορεί να «εφευρεθεί». Είναι το προϊόν μιας σειράς μεγάλων δημιουργικών πράξεων του συχνά αυθόρμητου ταξικού αγώνα που αναζητά τον δρόμο του.

Το ασυνείδητο έρχεται πριν από το συνειδητό. Η λογική του ιστορικού προτσές έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπων που συμμετέχουν στο ιστορικό αυτό προτσές. Η τάση των διοικητικών οργάνων του σοσιαλιστικού κόμματος είναι να παίζουν έναν συντηρητικό ρόλο. Η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που το εργατικό κίνημα κερδίζει νέο έδαφος, τα όργανα αυτά το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Την ίδια στιγμή το μεταμορφώνουν σε ένα οχυρό, που καθυστερεί την προώθηση σε πλατύτερη κλίμακα.

Η τωρινή τακτική πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έχει κερδίσει καθολική εκτίμηση διότι είναι ευέλικτη αλλά και σταθερή. Αυτό είναι σημάδι της καλής προσαρμογής του κόμματος, στην παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινής του δραστηριότητας, στις συνθήκες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Το κόμμα έχει κάνει μια μεθοδική μελέτη όλων των πόρων που διαθέτει το έδαφος αυτό. Ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τους πόρους αυτούς χωρίς να τροποποιήσει τις αρχές του.

Όμως αυτή η τέλεια προσαρμογή έχει αρχίσει ήδη να κλείνει τους ορίζοντες για το κόμμα μας. Υπάρχει μια τάση στο κόμμα να θεωρείται η κοινοβουλευτική τακτική σαν η αμετάβλητη και συγκεκριμένη τακτική της σοσιαλιστικής δραστηριότητας. Αρνούνται, για παράδειγμα, να θεωρήσουν την πιθανότητα (που τίθεται από τον Πάρβους) να αλλάξουμε την τακτική πολιτική μας σε περίπτωση κατάργησης των γενικών εκλογών στη Γερμανία, μια πιθανότητα που δεν αποκλείεται εντελώς από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Η αδράνεια αυτή οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι είναι πολύ άβολο το να καθορίσει κανείς, μέσα στο κενό των αφηρημένων υποθέσεων, τις γραμμές και τις μορφές πολιτικών καταστάσεων που δεν υπάρχουν ακόμη. Προφανώς, το σημαντικό για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία δεν είναι η προετοιμασία ενός σχήματος οδηγιών για μελλοντικές πολιτικές. Είναι σημαντικό:
α) να προωθήσουμε μια σωστή ιστορική εκτίμηση των μορφών αγώνα που αντιστοιχούν σε δεδομένες συνθήκες και
β) να διατηρήσουμε την κατανόηση της σχέσης της τρέχουσας φάσης και της αναπόφευκτης ανόδου των επαναστατικών τάσεων καθώς πλησιάζουμε στον τελικό στόχο της ταξικής πάλης.

Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό, τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα. Αν η τακτική ενός σοσιαλιστικού κόμματος δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κεντρικής επιτροπής αλλά ενός ολόκληρου κόμματος ή ακόμη καλύτερα ενός ολόκληρου εργατικού κινήματος, τότε είναι ξεκάθαρο ότι οι κομματικές οργανώσεις και οι ομοσπονδίες χρειάζονται την ελευθερία στη δράση που μόνο αυτή μπορεί να τους επιτρέψει να αναπτύξουν την επαναστατική τους πρωτοβουλία και να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητες της κατάστασης. Ο υπερσυγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι πώς θα κάνει την δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα, το να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά να το ενώσει.

Στην παρούσα κατάσταση, ένα τέτοιο πείραμα θα ήταν διπλά επικίνδυνο για τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Στέκεται στην παραμονή των αποφασιστικών μαχών ενάντια στον τσαρισμό. Πρόκειται να μπει ή ήδη έχει μπει σε μια περίοδο εντατικής δημιουργικής δραστηριότητας, μέσα στην οποία θα πλατύνει (καθώς είναι συνηθισμένο σε μια επαναστατική περίοδο) τη σφαίρα επιρροής της και θα προωθηθεί αυθόρμητα μέσα από άλματα κι αναπηδήσεις. Το να επιχειρήσουμε να δέσουμε την πρωτοβουλία του κόμματος αυτή τη στιγμή, να το περικυκλώσουμε με συρματόπλεγμα, σημαίνει να το καταστήσουμε ανίκανο να εκπληρώσει το τεράστιο καθήκον της στιγμής.

Οι γενικές ιδέες που παρουσιάσαμε στο ζήτημα του σοσιαλιστικού συγκεντρωτισμού δεν είναι από μόνες τους ικανές για το σχηματισμό ενός θεσμικού σχεδίου που να ταιριάζει στο ρωσικό κόμμα. Τελικά, ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να καθοριστεί μόνο από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η δραστηριότητα της οργάνωσης σε μια δεδομένη εποχή. Το ζήτημα της στιγμής στη Ρωσία είναι το πώς θα καταφέρουμε να βάλουμε σε κίνηση μια μεγάλη προλεταριακή οργάνωση. Κανένα θεσμικό σχέδιο δεν μπορεί να αξιώσει το αλάνθαστο. Πρέπει μέσα στη φωτιά να αποδειχθεί σωστό.

Όμως από τη γενική μας αντίληψη για τη φύση της σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης, αισθανόμαστε δικαιολογημένοι να συμπεράνουμε ότι το πνεύμα αυτό απαιτεί –ιδίως στα πρώτα βήματα ενός μαζικού κόμματος– τον συντονισμό και την ενοποίηση του κινήματος και όχι την αυστηρή υποταγή σε ένα σύστημα κανονισμών. Αν το κόμμα είχε το χάρισμα της πολιτικής κινητικότητας, συμπληρωμένο με την ακλόνητη πίστη σε αρχές και με ενδιαφέρον για την ενότητα, μπορούμε όλοι να είμαστε βέβαιοι ότι κάθε ελάττωμα στη θεσμική οργάνωση του κόμματος θα διορθωθεί στην πράξη. Για μας δεν είναι το γράμμα, αλλά το ζωντανό πνεύμα που μεταφέρεται στην οργάνωση από τα μέλη αυτό που αποφασίζει για την αξία της μιας ή της άλλης οργανωτικής μορφής.

Μέχρι εδώ εξετάσαμε το πρόβλημα του συγκεντρωτισμού από τη σκοπιά των γενικών αρχών της σοσιαλδημοκρατίας, και σε ένα βαθμό, κάτω από το φως των ιδιαίτερων συνθηκών της Ρωσίας. Όμως ο στρατιωτικός υπερσυγκεντρωτισμός που αποζητά ο Λένιν και οι φίλοι του δεν είναι απλά προϊόν τυχαίων διαφορών στις απόψεις. Λένε ότι σχετίζεται με μια εκστρατεία ενάντια στον οπορτουνισμό που ο Λένιν εξαπολύει μέχρι και την παραμικρή οργανωτική λεπτομέρεια.

«Είναι σημαντικό», λέει ο Λένιν, «να σφυρηλατήσουμε ένα περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον οπορτουνισμό» (σελ. 52). Πιστεύει ότι ο οπορτουνισμός πηγάζει συγκεκριμένα από τη χαρακτηριστική στήριξη των διανοούμενων στην αποκέντρωση και την αποδιοργάνωση, από την αποστροφή τους απέναντι στην αυστηρή πειθαρχία και τη «γραφειοκρατία» που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του κόμματος.

Ο Λένιν λέει ότι οι διανοούμενοι παραμένουν ατομικιστές και τείνουν στον αναρχισμό ακόμα και αν έχουν ενταχθεί στο σοσιαλιστικό κίνημα. Σύμφωνα μ’ αυτόν, μόνο μεταξύ των διανοούμενων μπορούμε να συναντήσουμε την απέχθεια για την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής. Ο αυθεντικός προλετάριος, ισχυρίζεται ο Λένιν, βρίσκει, χάρη στο ταξικό του ένστικτο ένα είδος ηδονής στο να εγκαταλείψει τον εαυτό του στη μέγγενη μιας αυστηρής ηγεσίας και της ανελέητης πειθαρχίας. «Το να αντιπαραθέτουμε την γραφειοκρατία με τη δημοκρατία», γράφει ο Λένιν, «σημαίνει το να αντιπαραθέτουμε τις οργανωτικές αρχές της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στις μεθόδους της οπορτουνιστικής οργάνωσης».

Ισχυρίζεται ότι μια παρόμοια σύγκρουση μεταξύ των συγκεντρωτικών και των αυτονομιστικών τάσεων συμβαίνει σε όλες τις χώρες όπου ο ρεφορμισμός και ο επαναστατικός σοσιαλισμός έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο. Επικεντρώνεται στην πρόσφατη διαμάχη μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία πάνω στο ζήτημα του βαθμού ελευθερίας που πρέπει να παραχωρείται στους σοσιαλιστές εκπροσώπους του κόμματος στις νομοθετικές επιτροπές.

Aς εξετάσουμε τις διαχωριστικές γραμμές που τραβάει ο Λένιν.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να τονίσουμε ότι η μεγαλοποίηση της υποτιθέμενης ιδιοφυΐας των προλετάριων στο ζήτημα της οργάνωσης και η γενική δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους δεν είναι τα πιο βασικά σημάδια της «επαναστατικής μαρξιστικής» νοοτροπίας. Είναι πολύ εύκολο να καταδείξουμε ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι τα ίδια έκφραση οπορτουνισμού.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των καθαρών προλεταριακών στοιχείων και των μη-προλεταριακών διανοούμενων μέσα στο εργατικό κίνημα τίθεται ως ιδεολογικό ζήτημα από τις ακόλουθες τάσεις: τον μισοαναρχισμό των γάλλων συνδικαλιστών, των οποίων το σύνθημα είναι «φυλάξου από τον πολιτικό!», τον αγγλικό τρεϊντ-γιουνιονισμό που διακατέχεται από δυσπιστία απέναντι στους «οραματιστές σοσιαλιστές» και αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές, τον «αγνό οικονομισμό» που παρουσιάστηκε πρόσφατα μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία από την Ραμποτσαγια Μισλ, που τυπώθηκε μυστικά στην Αγ. Πετρούπολη.

Στα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης υπάρχει αναμφισβήτητα μια σύνδεση μεταξύ του οπορτουνισμού και των «διανοούμενων», όπως και μεταξύ του οπορτουνισμού και των αποκεντρωτικών τάσεων μέσα στο εργατικό κίνημα.

Τίποτε όμως δεν είναι περισσότερο αντίθετο στην ιστορική-διαλεκτική μέθοδο της μαρξιστικής σκέψης από το να διαχωρίσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα από το ιστορικό τους έδαφος και να παρουσιάζουμε τα φαινόμενα αυτά σαν αφηρημένες φόρμουλες που έχουν απόλυτη και γενική εφαρμογή.

Επιχειρηματολογώντας αφηρημένα, μπορούμε να πούμε ότι ο «διανοούμενος», ένα κοινωνικό στοιχείο που ξεπηδά από την μπουρζουαζία και άρα ξένο προς το προλεταριάτο, εντάσσεται στο σοσιαλιστικό κίνημα όχι από τη φυσική ταξική του κλίση, αλλά αντίθετα σ’ αυτή. Για το λόγο αυτό, είναι περισσότερο επιρρεπής στις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις απ’ ότι ο προλετάριος. Ο δεύτερος μπορούμε να περιμένουμε ότι θα βρει ένα ορισμένο σημείο στήριξης των ταξικών του συμφερόντων, αν δεν εγκαταλείψει το αυθεντικό του περιβάλλον, την εργαζόμενη μάζα. Η απόλυτη φόρμα όμως που εξάγεται από την τάση αυτή των διανοούμενων προς τον οπορτουνισμό και , πάνω απ’ όλα, ο τρόπος με τον οποίο η τάση αυτή εκδηλώνεται στα οργανωτικά θέματα εξαρτώνται κάθε φορά από το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον.

Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είναι εκείνη η κοινωνική βάση του φαινομένου που παρατηρεί ο Λένιν στο γερμανικό, το γαλλικό και το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα. Αυτός ο κοινοβουλευτισμός είναι ο τόπος της ανάπτυξης όλων των οπορτουνιστικών τάσεων που υπάρχουν σήμερα στη δυτική σοσιαλδημοκρατία.

Αυτός ο τύπος κοινοβουλευτισμού που σήμερα έχουμε στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία παρέχει το έδαφος για τις αυταπάτες του σημερινού οπορτουνισμού, όπως η υπερεκτίμηση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, της ταξικής και κομματικής συνεργασίας, της ελπίδας για μια ειρηνική ανάπτυξη προς το σοσιαλισμό κ.λ.π. Και το κάνει αυτό με το να βάζει τους διανοούμενους να ενεργούν για τους κοινοβουλευτικούς, πάνω από το προλεταριάτο και με το να χωρίζει τους διανοούμενους από τους προλετάριους μέσα στο ίδιο το σοσιαλιστικό κίνημα. Μαζί με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ο κοινοβουλευτισμός γίνεται ο βατήρας για τους πολιτικούς καριερίστες. Έτσι εξηγείται το ότι τόσοι φιλόδοξοι αποτυχημένοι της μπουρζουαζίας έρχονται κάτω από τα λάβαρα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Άλλη μια πηγή του σύγχρονου οπορτουνισμού είναι και τα σημαντικά υλικά μέσα καθώς και η επιρροή των μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων.

Το κόμμα λειτουργεί σαν κυματοθραύστης που προστατεύει το ταξικό κίνημα από τις παρεκκλίσεις προς τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Για να νικήσουν οι τάσεις αυτές πρέπει να καταστρέψουν τον κυματοθραύστη. Έτσι, πρέπει να διαλύσουν το ενεργό, ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του προλεταριάτου μέσα στην άμορφη μάζα των «εκλεκτόρων».

Έτσι προέκυψαν οι «αυτονομιστικές» και αποκεντρωτικές τάσεις μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά μας κόμματα. Τονίσαμε ότι οι τάσεις αυτές ταιριάζουν σε ορισμένους πολιτικούς στόχους. Δεν μπορούν να εξηγηθούν, όπως ο Λένιν προσπαθεί, με το να αναφερόμαστε στην ψυχολογία του διανοούμενου, στην υποτιθέμενη έμφυτη αστάθεια του χαρακτήρα του. Μπορούν να εξηγηθούν μόνο με το να λαμβάνουμε υπόψη τις ανάγκες του αστού κοινοβουλευτικού, δηλαδή από την οπορτουνιστική πολιτική.

Η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική στην τσαρική Ρωσία. Ο οπορτουνισμός στο ρωσικό εργατικό κίνημα δεν είναι, γενικά μιλώντας, το παραπροϊόν της δύναμης της σοσιαλδημοκρατίας ή της αποσύνθεσης της μπουρζουαζίας. Είναι το κύριο προϊόν της καθυστερημένης πολιτικής κατάστασης στην ρώσικη κοινωνία.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι διανοούμενοι στρατεύονται στο σοσιαλισμό στη Ρωσία είναι πολύ πιο υποβαθμισμένο και κατά πολύ λιγότερο αστικό απ’ ό,τι στη δυτική Ευρώπη. Μαζί με την ανωριμότητα του ρωσικού προλεταριάτου, η κατάσταση αυτή προωθεί την πλατιά θεωρητική περιπλάνηση, η οποία κυμαίνεται από την ολική άρνηση της πολιτικής οπτικής του εργατικού κινήματος μέχρι την ανεπιφύλακτη πίστη στις απομονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες ή ακόμη και το ολικά πολιτικά αδιάφορο ψάξιμο μέσα στους βάλτους του φιλελευθερισμού και του καντιανού ιδεαλισμού.

Όμως ο διανοούμενος μέσα στο ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα μπορεί μόνο να τραβηχτεί σε αποδιοργανωτική δράση. Αυτό είναι αντίθετο με το γενικό ύφος του περιβάλλοντος του ρώσου διανοούμενου. Δεν υπάρχει αστικό κοινοβούλιο στη Ρωσία για να ευνοήσει την τάση αυτή.

Ο δυτικός διανοούμενος που σήμερα πρεσβεύει τη «λατρεία του Εγώ» και χρωματίζει ακόμη και τα σοσιαλιστικά του σκιρτήματα με μια αριστοκρατική ηθική, δεν είναι χαρακτηριστικός της αστικής διανόησης «γενικά». Αντιπροσωπεύει μόνο μια συγκεκριμένη φάση της κοινωνικής ανάπτυξης. Είναι το προϊόν της αστικής παρακμής.

Οι Ναρόντνικοι του 1875 ανάγκασαν τη ρωσική διανόηση να χαθεί μέσα στην μάζα των χωρικών. Οι υπέρ-πολιτισμένοι οπαδοί του Τολστόι μιλάνε σήμερα για την διαφυγή προς τη ζωή του «απλού λαού». Παρόμοια, οι παρτιζάνοι του «καθαρού οικονομισμού» στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία μάς καλούνε να γονατίσουμε μπροστά στα «ροζιασμένα χέρια» των εργατών.

Εάν αντί να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε μηχανικά στη Ρωσία τις φόρμουλες που επεξεργάστηκαν στη δυτική Ευρώπη, προσεγγίσουμε το ζήτημα της οργάνωσης από τη σκοπιά των δεδομένων ρωσικών συνθηκών, φτάνουμε σε συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα από εκείνα του Λένιν.

Το να αποδίδουμε στον οπορτουνισμό μια σταθερή προτίμηση προς μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης, την αποκεντρωτική, σημαίνει το να χάνουμε την πραγματική ουσία του οπορτουνισμού.

Στο ζήτημα της οργάνωσης, όπως και σε κάθε άλλο ζήτημα, ο οπορτουνισμός γνωρίζει μόνο μια αρχή: την απουσία αρχών. Ο οπορτουνισμός διαλέγει τα μέσα δράσης του με σκοπό να ταιριάξει πιο καλά σε ορισμένες συνθήκες, με την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά φαίνεται να οδηγούν στην εκπλήρωση του αρχικού στόχου.

Εάν, σαν το Λένιν, ορίσουμε τον οπορτουνισμό σαν την τάση εκείνη που παραλύει το ανεξάρτητο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και το μετατρέπει σε ένα εργαλείο των φιλόδοξων αστών διανοούμενων, πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι στο αρχικό στάδιο του εργατικού κινήματος, ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με τον συγκεντρωτισμό παρά με την αποκέντρωση. Είναι εξαιτίας του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού που ένα νεαρό, ανεκπαίδευτο προλεταριακό κίνημα μπορεί να χειραγωγηθεί από τους διανοούμενους ηγέτες που στελεχώνουν μια κεντρική επιτροπή.

Στη Γερμανία, στην απαρχή του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, και πριν την εμφάνιση ενός συμπαγούς πυρήνα συνειδητών προλεταρίων και τακτικής πολιτικής βασισμένης στην εμπειρία, οι παρτιζάνοι των δυο τύπων οργάνωσης βρίσκονταν σε διαμάχη επίσης. Η «Γενική ένωση των γερμανών εργατών» που ιδρύθηκε από τον Λασάλ, υποστήριζε τον πλήρη συγκεντρωτισμό. Η αρχή της αυτονομίας υποστηριζόταν από το κόμμα που οργάνωσε το συνέδριο του Άιζεναχ με τη συνεργασία του Β. Λίμπκνεχτ και του Α. Μπέμπελ.

Η τακτική πολιτική των δεύτερων ήταν αρκετά μπερδεμένη. Όμως η συνεισφορά τους στο ξύπνημα της ταξικής συνείδησης των μαζών της Γερμανίας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των λασαλικών. Από την αρχή οι εργάτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο κόμμα αυτό (γεγονός που φαίνεται και από τον αριθμό των εργατικών εκδόσεων στις επαρχίες) και υπήρξε ταχεία ανάπτυξη του βεληνεκούς του κινήματος. Την ίδια στιγμή, οι λασαλικοί, παρά τα πειράματά τους με τους «δικτάτορες» οδηγούσαν τους οπαδούς τους από τη μια αναποδιά στην άλλη.

Γενικά οι οπορτουνιστές διανοούμενοι προτιμούν τον ανελέητο, δεσποτικό συγκεντρωτισμό σε περιόδους που τα επαναστατικά στοιχεία μέσα στους εργάτες δεν έχουν ακόμη συνοχή και το κίνημα ψάχνει το δρόμο του, όπως σήμερα στη Ρωσία. Σε μια επόμενη φάση, κάτω από ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς και σε συνδυασμό με ένα δυνατό εργατικό κόμμα, οι οπορτουνιστικές τάσεις των διανοούμενων εκφράζονται με την κλίση προς την «αποκέντρωση».

Αν δεχθούμε την άποψη που ο Λένιν αξιώνει ως δική του και φοβηθούμε την επιρροή των διανοούμενων πάνω στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το σχέδιο του Λένιν για την οργάνωση. Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, από αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θα ακινητοποιήσει τον κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, από την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θα αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοπεποίθησής τους.

Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.

Ας μην ξεχνάμε ότι η επανάσταση που σύντομα θα ξεσπάσει στη Ρωσία θα είναι αστική και όχι προλεταριακή. Αυτό τροποποιεί ριζικά όλες τις συνθήκες της σοσιαλιστικής πάλης. Οι ρώσοι διανοούμενοι, επίσης, γρήγορα θα διαποτιστούν από την αστική ιδεολογία. Η σοσιαλδημοκρατία είναι, προς το παρόν, ο μόνος οδηγός του ρωσικού προλεταριάτου. Όμως από την επόμενη μέρα της επανάστασης, η μπουρζουαζία και κυρίως οι αστικές μάζες θα είναι η γέφυρα προς την κυριαρχία τους.

Το παιχνίδι των αστών δημαγωγών στην παρούσα φάση θα γίνει ευκολότερο, αν η αυθόρμητη δράση, πρωτοβουλία και πολιτική αίσθηση των προχωρημένων τμημάτων της εργατικής τάξης εμποδιστούν στην ανάπτυξή τους και περιοριστούν από το προτεκτοράτο της αυταρχικής κεντρικής επιτροπής. Πολύ πιο σημαντικό είναι το θεμελιακό λάθος της ιδέας που διέπει τον ανεπιφύλακτο συγκεντρωτισμό, ότι δηλαδή ο δρόμος του οπορτουνισμού μπορεί να εμποδιστεί με τις παραγράφους του κομματικού καταστατικού.

Εντυπωσιασμένοι από τα πρόσφατα γεγονότα στα σοσιαλιστικά κόμματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες τείνουν να θεωρούν τον οπορτουνισμό σαν ένα ξένο συστατικό, που έρχεται στο εργατικό κίνημα από τους αντιπροσώπους της αστικής δημοκρατίας. Αν ήταν έτσι, καμία ποινή προβλεπόμενη από το καταστατικό δεν θα μπορούσε να σταματήσει την εισβολή αυτή. Αυτή η εισροή μη προλετάριων στο κόμμα του προλεταριάτου είναι το αποτέλεσμα βαθιών κοινωνικών αιτιών, όπως η οικονομική κατάρρευση των μικροαστών, η χρεοκοπία του αστικού φιλελευθερισμού και ο εκφυλισμός της αστικής δημοκρατίας. Είναι αφελές να ελπίζουμε να σταματήσουμε το ρεύμα αυτό με τα μέσα που παρέχει κάποια φόρμουλα γραμμένη στο καταστατικό.

Ένα εγχειρίδιο κανονισμών μπορεί να καθορίσει τη ζωή μιας σέκτας ή ενός ιδιωτικού κύκλου. Ένα ιστορικό ρεύμα, όμως, θα περάσει ακόμη κι από το κόσκινο της πιο προσεκτικά διατυπωμένης παραγράφου. Είναι επίσης λάθος να θεωρούμε ότι το να απωθούμε τα στοιχεία που σπρώχνονται στο σοσιαλιστικό κίνημα από την αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας σημαίνει ότι υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Η σοσιαλδημοκρατία πάντα περηφανευόταν ότι δεν εκφράζει μόνο τα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά όλους τους προοδευτικούς πόθους του συνόλου της σύγχρονης κοινωνίας. Ότι εκφράζει τα συμφέροντα όλων εκείνων που καταπιέζονται από την αστική ηγεμονία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλα αυτά τα συμφέροντα ενσωματώνονται ιδανικά στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Στη δυναμική της σαν πολιτικό κόμμα, η σοσιαλδημοκρατία, γίνεται το λιμάνι όλων των δυσαρεστημένων στοιχείων της κοινωνίας μας και έτσι ολόκληρου του κόσμου, σε αντιπαράθεση με την μικρή μειοψηφία των καπιταλιστών ηγεμόνων.

Οι σοσιαλιστές, όμως, πρέπει να ξέρουν πώς να καθυποτάσσουν την αγωνία, το μίσος και την ελπίδα αυτού του ετερογενούς αθροίσματος στον τελικό στόχο της εργατικής τάξης. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να περιορίσει την οργή των μη προλετάριων, των δυσαρεστημένων από την υπάρχουσα κοινωνία, μέσα στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου. Πρέπει να αφομοιώνει τα στοιχεία που προσχωρούν σ’ αυτή.

Αυτό είναι πιθανό μόνο αν η σοσιαλδημοκρατία περιέχει ήδη ένα δυνατό, πολιτικά εκπαιδευμένο προλεταριακό πυρήνα, τόσο ταξικά συνειδητοποιημένο που να μπορεί να τραβήξει πίσω του τα υποβαθμισμένα και τα μικροαστικά στοιχεία που εντάσσονται στο κόμμα. Στην περίπτωση αυτή, η μεγαλύτερη αυστηρότητα στην εφαρμογή της αρχής του συγκεντρωτισμού και η πιο σοβαρή πειθαρχία, μορφοποιημένη συγκεκριμένα στους εσωτερικούς κανόνες του κόμματος, μπορεί να είναι μια αποτελεσματική ασφάλεια απέναντι στον οπορτουνιστικό κίνδυνο. Ακριβώς έτσι, το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα στη Γαλλία υπερασπίσθηκε τον εαυτό του ενάντια στη ζωρεσική σύγχυση. Η τροποποίηση του καταστατικού της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν ένα πολύ επίκαιρο μέτρο.

Αλλά ακόμη και εδώ, δεν θα πρέπει να θεωρούμε το κομματικό καταστατικό σαν ένα όπλο, αρκετό από μόνο του. Μπορεί να είναι το πολύ ένα εργαλείο καταναγκασμού που θα επιβάλλει την θέληση της προλεταριακής πλειοψηφίας του κόμματος. Στην περίπτωση που η πλειοψηφία αυτή είναι απούσα, ακόμη και τα πιο τρομερά θεσπίσματα πάνω στο χαρτί δεν θα έχουν κανένα όφελος.

Όμως η εισροή αστικών στοιχείων μέσα στο κόμμα απέχει από το να είναι η μόνη αιτία για τις οπορτουνιστικές τάσεις που τώρα αρχίζουν να σηκώνουν κεφάλι στη σοσιαλδημοκρατία. Μια άλλη αιτία είναι η ίδια η φύση της σοσιαλιστικής δραστηριότητας και οι έμφυτες αντιφάσεις της.

Η διεθνής κίνηση του προλεταριάτου προς την ολική χειραφέτησή του είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία από την ακόλουθη άποψη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού, οι άνθρωποι εκφράζουν τη θέλησή τους συνειδητά και σε αντιπαράθεση με όλες τις άρχουσες τάξεις. Η θέληση αυτή όμως μπορεί να πραγματωθεί μόνο πέρα από τα όρια του υπάρχοντος συστήματος.

Σήμερα οι μάζες μπορούν να αποκτήσουν και να δυναμώσουν τη θέληση αυτή μέσα στην πορεία του καθημερινού αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη, μέσα όμως στα όρια της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Από τη μια μεριά έχουμε τις μάζες. Από την άλλη τον ιστορικό τους στόχο που εντοπίζεται πέρα από τα όρια αυτής της κοινωνίας. Από τη μια μεριά έχουμε τον καθημερινό αγώνα και από την άλλη την κοινωνική επανάσταση. Αυτοί είναι οι όροι της διαλεκτικής αντίφασης μέσα από την οποία πορεύεται το σοσιαλιστικό κίνημα.

Συμπεραίνουμε ότι το κίνημα αυτό, μπορεί καλύτερα να προχωρήσει με το να ελίσσεται ανάμεσα από τους δυο κινδύνους που συνεχώς το απειλούν. Δηλαδή από την απώλεια του μαζικού χαρακτήρα και την εγκατάλειψη του τελικού στόχου. Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος της επιστροφής στο χαρακτήρα της σέκτας, ο δεύτερος είναι αυτός του να καταντήσουμε ένα κίνημα αστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτός είναι ο λόγος που είναι αυταπάτη και αντίθετο στην ιστορική εμπειρία το να ελπίζουμε να θέσουμε μια και καλή τις κατευθύνσεις της επαναστατικής σοσιαλιστικής πάλης με τη βοήθεια τυπικών μέσων, που θα διασφαλίσουν το εργατικό κίνημα ενάντια σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης.

Η μαρξιστική θεωρία μας προσφέρει ένα αξιόπιστο εργαλείο που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και να πολεμάμε τις εκδηλώσεις του οπορτουνισμού. Το σοσιαλιστικό κίνημα, όμως, είναι ένα μαζικό κίνημα. Οι κίνδυνοί του δεν είναι προϊόν κάποιων ύπουλων μηχανορραφιών ατόμων ή ομάδων. Γεννιούνται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν μπορούμε να προφυλαχθούμε εκ των προτέρων απέναντι σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορούν να υπερνικηθούν μόνο από το ίδιο το κίνημα –ασφαλώς με τη βοήθεια της μαρξιστικής θεωρίας– αλλά μόνο αφότου οι κίνδυνοι αυτοί πάρουν χειροπιαστή μορφή στην πράξη.

Από αυτή την άποψη ο οπορτουνισμός φαίνεται να είναι ένα προϊόν και μια αναπόφευκτη φάση στην ιστορική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος.

Η ρωσική σοσιαλδημοκρατία έχει εμφανιστεί εδώ και λίγο καιρό. Οι πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες το προλεταριακό κίνημα αναπτύσσεται στη Ρωσία είναι κάπως ανώμαλες. Στη χώρα αυτή, ο οπορτουνισμός είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ένα παραπροϊόν της αναζήτησης και των πειραματισμών της σοσιαλιστικής δραστηριότητας που ψάχνει τον τρόπο να προωθηθεί σε ένα έδαφος που όμοιό του δεν υπάρχει στην Ευρώπη.

Από την άποψη αυτή, είναι εκπληκτικό το να ισχυριζόμαστε ότι είναι πιθανό να αποφύγουμε κάθε πιθανότητα εμφάνισης του οπορτουνισμού στο ρωσικό κίνημα με το να γράφουμε κάποιες λέξεις αντί για κάποιες άλλες στο καταστατικό του κόμματος. Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τον οπορτουνισμό με ένα κομμάτι χαρτί μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – όχι για τον οπορτουνισμό αλλά για το εργατικό κίνημα.

Εάν σταματήσεις τους φυσικούς παλμούς ενός ζωντανού οργανισμού, τον αποδυναμώνεις και μειώνεις την αντίσταση και το μαχητικό του πνεύμα – στην περίπτωση αυτή όχι μόνο απέναντι στον οπορτουνισμό, αλλά επίσης (και αυτό είναι το σημαντικό) απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Τα μέσα που προτείνονται στρέφονται ενάντια στο σκοπό που υποτίθεται ότι υπηρετούν.

Στην αγχωτική επιθυμία του Λένιν να θεμελιώσει τη φύλαξη μιας παντοδύναμης κεντρικής επιτροπής που ξέρει τα πάντα, με σκοπό να προφυλάξει ένα τόσο υποσχόμενο και ζωντανό εργατικό κίνημα απέναντι σε κάθε παραπάτημα, αναγνωρίζουμε τα συμπτώματα του ίδιου υποκειμενισμού που ήδη έχει κάνει αρκετά κόλπα στη σοσιαλιστική σκέψη στη Ρωσία.

Είναι διασκεδαστικό το να τονίσουμε τα περίεργα άλματα που το σεβαστό ανθρώπινο «Εγώ» ήταν αναγκασμένο να κάνει στην πρόσφατη ρωσική ιστορία. Ριγμένο στο έδαφος, σχεδόν ένα με τη σκόνη, από τη ρωσική απολυταρχία, το «Εγώ» παίρνει την εκδίκησή του με το να μετατρέπεται σε επαναστατική δραστηριότητα. Στο σχήμα μιας επιτροπής συνωμοτών, στο όνομα μιας ανύπαρκτης Θέλησης του Λαού, κάθεται σε κάποιο είδος θρόνου και διακηρύσσει την παντοδυναμία του. Το «αντικείμενο» όμως αποδεικνύεται δυνατότερο. Το μαστίγιο θριαμβεύει και ο τσαρισμός φαίνεται να είναι η «νόμιμη» έκφραση της ιστορίας.

Κάποια στιγμή βλέπουμε να μπαίνει στο προσκήνιο ένα πιο «νόμιμο» παιδί της ιστορίας – το ρωσικό εργατικό κίνημα. Για πρώτη φορά στο ρωσικό έδαφος εμφανίζονται οι βάσεις για το σχηματισμό μιας πραγματικής «λαϊκής θέλησης».

Εδώ όμως εμφανίζεται ξανά το «Εγώ» του ρώσου επαναστάτη! Κάνοντας πιρουέτες πάνω στο κεφάλι του, για μια φορά ακόμη ανακηρύσσει τον εαυτό του στον παντοδύναμο διευθυντή της ιστορίας – αυτή τη φορά με τον τίτλο της Αυτού Εξοχότητας της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ο σβέλτος ακροβάτης αποτυγχάνει να αντιληφθεί ότι το μόνο «υποκείμενο» που αξίζει τον ρόλο του διευθυντή, είναι το συλλογικό «Εγώ» της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη απαιτεί το δικαίωμα να κάνει τα λάθη της και να μάθει τη διαλεκτική της ιστορίας.

Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Ιστορικά, τα λάθη που διαπράττονται από ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα είναι απείρως περισσότερο καρποφόρα από το οποιοδήποτε αλάθητο της πιο έξυπνης κεντρικής επιτροπής.

 

Σημειώσεις
[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των Βέλγων εργατών του 1902 που χτυπήθηκε απάνθρωπα από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολικής κυβέρνησης και στην αποκορύφωσή της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος, στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.

https://www.marxists.org/ellinika/archive/luxembourg/1904/marxlen.htm

Διαβάστε:

Η Επανάσταση των «Σπαρτακιστών» και η προδοσία του Λένιν
https://kars1918.wordpress.com/2014/01/21/freiheit-ist-immer-die-freiheit-der-anders-denkenden/

Luxemburg-tomb

3 comments so far

  1. […] σφοδρή κριτική η Ρόζα Λούξεμπουργκ με το κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας«, θέτει το ερώτημα: Μαρξισμός ή λενινισμός.  Με το […]

  2. Antonie Pannekoek:

    «….He was a sharp critic of anarchism, social-democracy and Vladimir Lenin and Leninism. During the early years of the Russian revolution, Pannekoek gave critical support to the Bolshevik regime, a position shared by fellow council communist Herman Gorter and Rosa Luxemburg. He expressed misgivings about the authoritarian tendencies of Leninism, fearing for the socialist character of the Russian Revolution unless it should find a rectifying support in a proletarian revolution in the West. His later analysis of the failure of the Russian revolution was that after Lenin and the Bolsheviks came to power, they crippled the soviets. Instead of workers’ councils, the Bolsheviks had instituted the rule of their party, which in Pannekoek’s view is what led to the institution of the Bolsheviks as a new ruling class. He put his views forward in his 1938 book Lenin als filosoof : een kritische beschouwing over de filosofische grondslagen van het Leninisme originally published under the pseudonym J. Harper, translated in English as Lenin as philosopher – a critical examination of the philosophical basis of Leninism (1948).…….»

    —————————–

    Τα έργα του Pannekoek, εδώ:

    https://www.marxists.org/archive/pannekoe/index.htm

  3. Πρωτοπορία- Κόμμα- Κράτος. Η Λενινιστική μετατόπιση
    No Comments Yet

    23/07/2016 ενθετο
    48 3 51
    Του Κώστα Σβόλη

    Δεν νομίζω πως είναι δυνατών να δούμε το θεωρητικό έργο του Λένιν ξέχωρα από την πολιτική του δράση. Απεναντίας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι θεωρητικές του αναζητήσεις υποτάσσονται στα καθήκοντα της άμεσης πολιτικής δράσης και τον συγκεκριμένων κάθε φορά στοχεύσεων του κόμματος των Μπολσεβίκων. Παρά όμως τις διαφοροποιήσεις που κάθε φορά επιχειρεί ο Λένιν σε σχέση με τους τακτικούς στόχους και τα μέτωπα που θέλει να αναδείξει συγκυριακά, μπορούμε να διακρίνουμε στον Λένιν μια στρατηγική μετατόπιση από τις θέσεις του Μαρξ, η οποία όμως πολλές φορές μείνει στην σκιά των τακτικών θεωρητικών του ελιγμών.

    Το «Κράτος και Επανάσταση» είναι ένα έργο ενταγμένο πλήρως σ’ αυτή την γραμμή. Γραμμένο μέσα στην φωτιά των επαναστατικών γεγονότων, μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη του 1917, είναι εύκολο κανείς να διακρίνει τον τακτικό στόχο της επίθεσης στις θέσεις της Σοσιαλδημοκρατίας και της Β’ Διεθνούς για την «ειρηνική μετάβαση» και να υποτιμήσει τις διακριτικές αιχμές απέναντι στην από τα αριστερά κριτική των μπολσεβίκων, από την Λούξεμπούργκ και τον Πάνεκουκ, οι οποίοι φωτογραφίζονται χωρίς να κατονομάζονται. Η μεγαλύτερη όμως αβλεψία θα ήταν να παραβλέψει την συγκαλυμμένη μεν, ουσιαστική δε, μετατόπιση απέναντι στις Μαρξικές θέσεις για ο κράτος και την επανάσταση, όπως αυτές καταγράφονται κυρίως στον «εμφύλιο πόλεμο στην Γαλλία», δηλαδή στο έργο του Μαρξ για την Κομμούνα. Αυτή η παράβλεψη είναι εύκολο να συμβεί γιατί ενώ ο Λένιν φαίνεται να αποδέχεται τις θέσεις του Μαρξ διολισθαίνει μεθοδικά προς την ανάδειξη μιας τελείως διαφορετικής θέσης για την αποδοχή της αναγκαιότητας της κατάληψης και διατήρησης του κράτους για όσο «καιρό χρειαστεί».

    Δεν είναι μόνο το θέμα του κράτους στο οποίο μπορούμε να διακρίνουμε αυτή την μετατόπιση. Η μετατόπιση αυτή έχει ήδη δρομολογηθεί στις αντιλήψεις που έχει ο Λένιν για την πρωτοπορία και το κόμμα, αντιλήψεις που αντανακλούν τον ίδιο τον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία του κόμματος των μπολσεβίκων. Όσο και αν ακούγεται παράταιρο η θέση του Λένιν για την πρωτοπορία και για το κόμμα νέου τύπου, έχει την αφετηρία της στις θέσεις του Κάουτσκι και της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ο Λένιν στο «τι να κάνουμε» (1901) αποδέχεται την θέση του Κάουτσκι ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να προχωρήσει από μόνη πέρα από τον οικονομικό αγώνα και ότι η «σοσιαλιστική συνείδηση» είναι κάτι που εισαχθεί στην εργατική τάξη από μια εξωτερική πρωτοπορία, η οποία θα κατέχει την βαθιά επιστημονική γνώση που αποτελεί βάση για την «σοσιαλιστική συνείδηση», φορέας αυτής της συνείδησης δεν μπορεί παρά να είναι ένα μέρος της αστικής διανόησης που αποσχίζεται από την τάξη του. Αυτό το συνειδητοποιημένο τμήμα αποσχίζεται από την τάξη του και συγκροτείται σε κόμμα επαγγελματιών επαναστατών.

    Αυτή η θέση του Κάουτσκι και του Λένιν έρχεται σε αντιδιαστολή με την θέση του Μαρξ όπως αυτή διατυπώνεται στο καταστατικό της πρώτης Διεθνούς και επαναλαμβάνεται σε αρκετά έργα του ότι: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο των ίδιων των εργατών».

    Αν για τον Μαρξ: «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα» για τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους γίνεται επιτακτική η δημιουργία ενός κόμματος που θα βασίζεται στους επαγγελματίες επαναστάτες, σε μια διαχωρισμένη πρωτοπορία, η οποία δεν θα προκύπτει μέσα από την οργανική της σχέσης με τους ταξικούς αγώνες, αλλά επενεργεί σε αυτούς ως εξωτερικό στοιχείο, ως από τα πριν διαμορφωμένης ηγεσίας που προέρχεται από τους κόλπους της αστικής διανόησης. Για να κατανοήσουμε αυτή την σημαντική μετατόπιση που ξεκίνησε με την Σοσιαλδημοκρατία και ολοκληρώνεται με τον Μπολσεβικισμό πρέπει να θυμηθούμε την θέση της Λούξεμπουργκ όπως αυτή εκφράζεται στο βιβλίο της «Ρώσικη Επανάσταση» (1918) κατά την οποία η συνείδηση της τάξης- άρα και η γνώση- προκύπτουν κατ΄ αρχάς από την πρακτική του αγώνα, από την εμπειρική δραστηριότητα της εργατικής τάξης.

    Θα πρέπει να λοιπών να αποσαφηνίσουμε ότι ο όρος κόμμα είναι τελείως διαφορετικός στον Μαρξ από ότι στον Λένιν. Αν στον πρώτο είναι η πολύμορφη πολιτική έκφραση που παίρνει κάθε φορά η συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη «δια εαυτό», στον Λένιν πρόκειται για μια σκληρά δομημένη μορφή που λειτουργεί με τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

    Τα παραπάνω θα μας βοηθήσουμε να επιχειρήσουμε μια ανάγνωση του «Κράτος και Επανάσταση», που να πηγαίνει πέρα από την προφανή πολεμική του Λένιν στους Σοσιαλδημοκράτες και του «κοινοβουλευτικού δρόμου». Μια ανάγνωση που θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει στις αντιλήψεις των μπολσεβίκων για το κράτος, το κόμμα και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ψήγματα του κρατικού καπιταλισμού στον οποίο αποκρυσταλλώθηκε η αντεπανάσταση μέσα στην Οκτωβριανή επανάσταση, όχι ως εξωτερική απειλεί ή πολεμικές ενέργειες των «Λευκών» αλλά ως η πολιτική επιβολή του «πολεμικού κομμουνισμού» και του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα».

    Στο «Κράτος και Επανάσταση» ο Λένιν ξεκινά αναλύοντας τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης της μιας τάξης από μια άλλη, μέσω του οποίου νομιμοποιεί και στεριώνει αυτή την καταπίεση μετριάζοντας την σύγκρουση των τάξεων. Το μονοπώλιο της βίας δια μέσου του στρατού και της αστυνομίας, η επιβολή των νόμων και τον φόρων είναι τα μέσα τα οποία επιτρέπουν στο κράτος να επιβάλετε ως διαχωρισμένη εξουσία πάνω στην κοινωνία. Όμως το κράτος περιγράφεται ως όργανο εν γένη ταξικής κυριαρχίας και όχι της κυριαρχίας της αστικής τάξης, ακριβώς προετοιμάζοντας την θέση του για το «προλεταριακό κράτος».

    Ο Λένιν επιχειρεί έναν διαχωρισμό μεταξύ αστικού κράτους και του «προλεταριακού κράτους» .Η σοσιαλιστική επανάσταση οφείλει να καταργήσει το πρώτο να εγκαθιδρύσει το δεύτερο το οποίο με έναν σχεδόν φυσικό και μηχανιστικό τρόπο θα αρχίσει να απονεκρώνεται. Η θέση αυτή του Λένιν προκύπτει από την άμεση προοπτική της κατάληψης της εξουσίας που έχει εμφανιστεί στο προσκήνιο της επαναστατική Ρωσίας. Από την μια πρέπει να αντικρούσει τις θέσεις της Σοσιαλδημοκράτης παράδοσης για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία αλλαγή, χωρίς άλματα, τομές και επαναστάσεις και από την άλλη να μην αφήσει χώρο στις Αναρχικές αντιλήψεις για μια επανάσταση που θα καταργήσει το κράτος.

    Για τον Λένιν «είναι ολοφάνερο ότι μια τέτοια αντικατάσταση της αστικής “ιδιαίτερης δύναμης” (βλέπε διαχωρισμένης εξουσίας), με μια άλλη προλεταριακή “ιδιαίτερη δύναμη” δεν μπορεί να γίνει με την μορφή της απονέκρωσης» αλλά της αντικατάστασης.

    Απέναντι στο «ελεύθερο λαϊκό κράτος» ως καρπό μακροχρόνιων κοινοβουλευτικών και οικονομικών αγώνων που είχε κριτικάρει ο Μαρξ από την εποχή του προγράμματος της Γκότα, ο Λένιν παραθέτει το προλεταριακό κράτος, καρπό της βίαιης επανάστασης . Ένα κράτος που ενώ θα είναι ανελεύθερο όπως κάθε κράτος, όπως ο ίδιος διαπιστώνει, θα οδηγείται στην απονέκρωση….

    Ο Λένιν απορρίπτει τον υπερταξικό χαρακτήρα που αποδίδουν στο κράτος οι μικροαστοί δημοκράτες και η Σοσιαλδημοκρατία, αντίθετα όμως βλέπει ότι το κράτος μπορεί να αλλάζει ταξικό πρόσημο. Το κράτος δεν ίπταται πάνω από τις ταξικές αντιθέσεις αλλά είναι εργαλείο της ταξική κυριαρχίας και ως τέτοιο κατά τον Λένιν το προλεταριάτο χρειάζεται την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης, την οργάνωση της βίας για να καταπνίξει την αντίσταση των εκμεταλλευτών, να καθοδηγήσει την αδαή μάζα και να διευθύνει τη σοσιαλιστική οικονομία.

    Το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος γιατί ποιο πριν έχει ήδη χρειαστεί το Εργατικό Κόμμα το οποίο διαπαιδαγωγεί την πρωτοπορία του προλεταριάτου να κατευθύνει, να οργανώσει, το νέο καθεστώς.

    Το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος ακριβώς γιατί στην αντίληψη των μπολσεβίκων η πολιτική επανάσταση μέσω της κατάληψης της εξουσίας προηγείται της κοινωνικής επανάστασης. Μέσω του κράτους οι τάξεις που υφίστανται εκμετάλλευση θα εξαλείψουν ολοκληρωτικά κάθε εκμετάλλευση. Όμως παρά την στιγμιαία εμφάνιση του προλεταριακού κράτους, το οποίο θα αρχίσει να απονεκρώνεται γιατί σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές αντιθέσεις το κράτος δε χρειάζεται, μπαίνει το ερώτημα αν η ύπαρξη του κράτους όχι μόνο προϋποθέτει την ύπαρξη των τάξεων αλλά την αναπαράγει ταυτόχρονα. Ιδιαίτερα στο βαθμό που ο συγκεντρωτικός του χαρακτήρας συγκροτεί έναν ιδιαίτερο μηχανισμό εξουσίας. Δεν αρκεί λοιπών η εργατική επανάσταση να μην μεταφέρει τον υπάρχοντα γραφειοκρατικό μιλιταριστικό μηχανισμό από το ένα χέρι στο άλλο, αλλά ούτε να συγκροτήσει έναν καινούργιο που θα αντικαταστήσει τον παλιό ως μορφή διαχωρισμένης εξουσίας.

    Γιατί ακριβώς το κράτος δεν αποτελεί μόνο φορέα των ταξικών συμφερόντων της εκμεταλλευτικής τάξης αλλά και μορφή συγκρότησης και ανασυγκρότησης της εκμεταλλευτικής τάξης. Οπότε είναι πολύ φυσικό από την άμεση απονέκρωση του «προλεταριακού κράτους» να περνάμε στην διατήρηση του «για ολόκληρη την ιστορική περίοδο που χωρίζει τον καπιταλισμό από τον κομμουνισμό» και στην πραγματικότητα στην διατήρηση των σχέσεων ταξικής εκμετάλλευση και κυριαρχίας.

    Η αναφορά του Λένιν στις θέσεις του Μαρξ για την Παρισινή κομμούνα, ενώ γίνεται για να «νομιμοποιήσει» την πολιτική στόχευση των μπολσεβίκων για την άμεση κατάληψη της εξουσίας, με μια ποιο προσεκτική ανάγνωση θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αυτοπαγίδευση του Λένιν, την οποία προσπαθεί να ξεπεράσει με τακτικούς ακροβατισμούς.

    Δεν είναι μόνο ο σχεδόν «αυθόρμητος» χαρακτήρας της Παρισινής Κομμούνας το κυρίαρχό στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με τις θεωρητικές παραδοχές του Λένιν, ούτε καν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο Παρίσι του 1871 απέχουν πολύ από τον κρατικομονοπολιακό καπιταλισμό τον οποίο ο Λένιν θεωρεί ως αντικειμενική βάση πάνω στην οποία θα βασιστεί η μετάβαση σε μια σοσιαλιστική οικονομία. Το βασικό στοιχείο της αντίθεσης είναι ότι είναι αναγκασμένος να αναφέρει όλα εκείνα τα στοιχεία της Κομμούνας τα οποία στην πραγματικότητα δεν συγκροτούν ένα «εργατικό κράτος», αλλά τείνουν άμεσα προς την κατάργηση του κράτους ως διαχωρισμένης μορφής εξουσίας, που συνδυάζουν ταυτόχρονα την κατάργηση του απολυταρχικού κράτους και της ταξικής κυριαρχίας. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θα απονεκρωθεί, αλλά για ένα κράτος υπό αίρεση, για ένα μη-κράτος, αφού όλες οι λειτουργίες του κράτους επιστρέφουν στο άμεσο έλεγχο της κοινωνίας.

    Ακόμα παραπέρα ο Λένιν είναι αναγκασμένος να αποδεχθεί ότι αν επικρατούσε η επανάσταση, πολιτική μορφή της Κομμούνας δεν θα έπαιρνε την μορφή ενός συγκεντρωτικού «εργατικού κράτους», αλλά ενός ομοσπονδιακού συστήματος Κομμούνων από άκρη σε άκρη της Γαλλίας.

    Εδώ ο Λένιν επιχειρεί ένα ακόμα ακροβατισμό, για να μπορέσει να επαναφέρει από το παράθυρο την ιδέα του προλεταριακού κράτους. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί στον «εμφύλιο πόλεμο» τον όρο συγκεντρωτισμό για να αποδώσει αυτό που θα λέγαμε κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Για τον Μαρξ τα μέσα παραγωγής πρέπει να είναι κτήμα της κοινωνίας συνολικά και όχι περιουσιακό στοιχείο της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ακριβώς για να μην ανασυσταθεί η ιδιοκτησία σε επίπεδο κοινότητας, για να μην στέκεται η μια κοινότητα απέναντι στην άλλη ως ιδιώτης.

    Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται από το γράμμα που έστειλε ο Ενγκελς στον Μπέμπελ, όπου επισημαίνει ότι όχι μόνο ότι η κομμούνα δεν ήταν κράτος, αλλά προτείνει όπου αυτός με τον Μαρξ έχουν χρησιμοποιήσει την λέξη κράτος αυτή να αντικατασταθεί από τη γερμανική λέξη Κοινότητα. Μάλιστα χρησιμοποιεί την Γερμανική λέξη gemeinwensen που σημαίνει σύστημα κοινοτήτων.

    Αντίθετα ο Λένιν μετατοπίζει αυτόν τον συγκεντρωτισμό στο πολιτικό επίπεδο εισάγοντας τον Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό. Ο οποίος επαναφέρει μια πυραμιδωτή ιεραρχία στο κομμουνιστικό πρόταγμα του Μαρξ, η οποία αναιρεί πλήρως τον χαρακτήρα της Κομμούνας.

    Αυτή η πρόσδεση του Λένιν σ’ ένα συγκεντρωτικό εργατικό κράτος, έχει να κάνει με την πρωτοκαθεδρία που δίνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κεντρικού σχεδιασμού ως προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός δεν προκύπτει ως κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της αποξένωσης του εργάτης από την ίδια του την δραστηριότητα και της αθλιότητας που αυτή παράγει, αλλά ως το αντικειμενικά διαδοχικό στάδιο της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής. Η μετάβαση δεν οφείλεται στην άρνηση του προλεταριάτου να αποδεχθεί της σχέσεις εκμετάλλευσης τις οποίες υφίσταται στον καπιταλισμό, αλλά στο ότι αυτές οι σχέσεις λειτουργούν ως όριο στην ανάπτυξη των μέσων παραγωγής.

    Ο Μαρξ βλέπει την κατάργηση του κράτους ως διαχωρισμένη εξουσία, στην μεταβίβαση όλων των πολιτικών αποφάσεων στην ίδια την κοινωνία μέσω των αιρετών και άμεσα ανακλητών εκπροσωπών και την κατάργηση κάθε προνομίου για κάθε «δημόσιο λειτουργό», στην μεταβίβαση των κοινών υποθέσεων στο σύνολο της κοινωνίας ως το συντακτικό σώμα που κρίνει, παίρνει και εκτελεί της αποφάσεις που το αφορούν.

    Αντίθετα ο Λένιν βλέπει την κατάργηση του κράτους, στην μετατροπή της πολιτικής σφαίρας σε μια σειρά διοικητικών απλοποιημένων, καταγραφικών και ποσοτικοποιημένων λειτουργιών οι οποίες μπορούν να εκτελεστούν από τον καθένα μηχανιστικά. Την διαχωρισμένη σφαίρα της πολιτικής δεν έρχεται να αντικαταστήσει μια αυτοθεσμισμένη και αυτοκυβερνούμενη κοινωνία, μια κοινωνία στα πρότυπα του τεϊλορικού εργοστασίου.

    Αν τα εργατικά συμβούλια και τα σοβιέτ αποτέλεσαν την είσοδο της πολιτικής σφαίρας μέσα στην παραγωγική διαδικασία και την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, εισάγοντας άλλες ποιότητες όχι μόνο στο ποιος αποφασίζει αλλά και με τι κριτήρια αποφασίζει, ο κρατικός καπιταλισμός διέχυσε τον τεϊλορισμό και την επιστημονική οργάνωση της εργασίας σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής ζωής.

    Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με τίτλο:

    «Με αφορμή το βιβλίο του Β.Ι. Λένιν : “Κράτος & Επανάσταση”», η οποία έγινε στις 22/4/2016 στο Αυτόνομο Στέκι στα πλαίσια του κύκλου συζητήσεων στην Αυτοδιαχειριζόμενη Δανειστική Βιβλιοθήκη.

    http://www.hitandrun.gr/protoporia-komma-kratos-leninistiki-metatopisi/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: