Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»

100_1397

[Leninism or Marxism?]

.
Στις 21 Ιανουαρίου πέθανε ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν, ο άνθρωπος που σφράγισε τον 20ο αιώνα…. Μήπως όμως ήρθε η ώρα, οι έχοντες δημοκρατική αντίληψη της ζωής και της ιστορίας, να αποκαθηλώσουν την ιδέα του «πρωτοπόρου» Κόμματος Νέου Τύπου και τη λενινιστική λογική της αντιπροσώπευσης των εργατών από το ιερό Κόμμα;

Ένα σημαντικότατο άρθρο που έκανε κριτική στις απόψεις του Λένιν κατηγορώντας τες για υπερσυγκεντρωτισμό και χωροφυλακίστικο πνεύμα ήταν αυτό της Ρόζας Λούξεμπουργκ… Με το άρθρο η Λούξεμπουργκ περιέγραψε τις επιπτώσεις επί της κοινωνικής ζωής που θα είχαν οι απόψεις του Λένιν. Και δυστυχώς, η ζωή επιβεβαίωσε την ανάλυσή της απόλυτα

Luxemburg - Die Neue Zeit...

(Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit και Iskra, 1904. )

 

Ένα καθήκον άνευ προηγουμένου στην ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος έχει πέσει στους ώμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι το να αποφασίσει για το ποια είναι η καλύτερη σοσιαλιστική πολιτική τακτική σε μια χώρα όπου κυριαρχεί η απόλυτη μοναρχία. Θα ήταν λάθος να τραβήξουμε μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κατάστασης στη Ρωσία και αυτής της Γερμανίας στην περίοδο 1879-90, όπου ίσχυαν οι αντισοσιαλιστικοί νόμοι του Βίσμαρκ. Οι δυο καταστάσεις έχουν ένα κοινό- την αστυνομοκρατία. Αλλιώς δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση συγκρίσιμες.

Τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στο δρόμο της σοσιαλδημοκρατίας από την απουσία δημοκρατικών ελευθεριών είναι σχετικά δευτερεύουσας σημασίας. Ακόμη και στη Ρωσία, το λαϊκό κίνημα πέτυχε να ξεπεράσει τα εμπόδια που έθεσε το κράτος. Ο λαός κέρδισε ένα (έστω και επισφαλές) σύνταγμα μέσα από τις ταραχές στους δρόμους. Μένοντας στην πορεία αυτή, ο λαός της Ρωσίας θα πετύχει με τον καιρό ολική νίκη ενάντια στον αυταρχισμό.

Η βασική δυσκολία που αντιμετωπίζει η σοσιαλιστική δράση στη Ρωσία απορρέει από το γεγονός ότι στη χώρα αυτή η κυριαρχία της μπουρζουαζίας είναι καλυμμένη από το πέπλο της απολυταρχίας. Η κατάσταση αυτή δίνει στην σοσιαλιστική προπαγάνδα έναν αφηρημένο χαρακτήρα, ενώ η άμεση πολιτική δράση παίρνει ένα δημοκρατικό-επαναστατικό χαρακτήρα. Οι αντισοσιαλιστικοί νόμοι του Βίσμαρκ έθεσαν το κίνημα μας εκτός συνταγματικών ορίων και αυτό σε μια υψηλά αναπτυγμένη αστική κοινωνία, όπου οι ταξικοί ανταγωνισμοί είχαν ήδη φτάσει σε πλήρη άνθηση στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό (εδώ, παρεμπιπτόντως, φαίνεται και ο παραλογισμός της τακτικής του Βίσμαρκ). Η κατάσταση είναι διαφορετική στη Ρωσία. Το πρόβλημα είναι το πώς θα δημιουργήσουμε ένα σοσιαλδημοκρατικό κίνημα σε μια περίοδο που το κράτος δεν έχει έρθει ακόμη στα χέρια της μπουρζουαζίας.

Η κατάσταση αυτή έχει αντίκτυπο στην δράση μας, με την έννοια ότι πρέπει να μπολιάσουμε το ρωσικό έδαφος με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Επίσης, με έναν περίεργο και άμεσο τρόπο, μας φέρνει μπροστά στο ζήτημα της οργάνωσης του κόμματος.

Κάτω από συνηθισμένες συνθήκες, όπου δηλαδή η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει προηγηθεί της εμφάνισης του σοσιαλιστικού κινήματος, η ίδια η μπουρζουαζία ενσταλάζει στην εργατική τάξη τα πρώτα ίχνη πολιτικής αλληλεγγύης. Στο σημείο αυτό, διαβάζουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η ενοποίηση της εργατικής τάξης δεν προέρχεται ακόμη από τη δικιά της λαχτάρα για ενότητα, αλλά έρχεται σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητας της μπουρζουαζίας, «...η οποία προκειμένου να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους, είναι υποχρεωμένη να βάλει σε κίνηση το προλεταριάτο...».

Παρ’ όλα αυτά στη Ρωσία η σοσιαλδημοκρατία με τις δικές της προσπάθειες πρέπει να καλύψει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Πρέπει να οδηγήσει τους ρώσους προλετάριους από την τωρινή «εξατομικοποιημένη» κατάσταση, την οποία παρατείνει το αυταρχικό καθεστώς, σε μια ταξική οργάνωση που θα τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν τους ιστορικούς τους στόχους και θα τους προετοιμάσει στον αγώνα για την επίτευξή τους.

Οι ρώσοι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν το χτίσιμο μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς να έχουν τα οφέλη από μια τέτοια οργάνωση, χωρίς να έχουν τα οφέλη των τυπικών εγγυήσεων που συνήθως βρίσκονται μέσα στο αστικό-δημοκρατικό σκηνικό. Δεν διαθέτουν την πολιτική πρώτη ύλη, η οποία στις άλλες χώρες παρέχεται από την ίδια την αστική κοινωνία. Σαν να λέμε ότι σαν τον παντοδύναμο θεό πρέπει να δημιουργήσουν μια τέτοια οργάνωση από το κενό.

Πώς θα επιτύχουμε την μετάβαση από τον τύπο οργάνωσης τον χαρακτηριστικό για το προπαρασκευαστικό στάδιο του σοσιαλιστικού κινήματος –συνήθως μη συνδεμένες τοπικές ομάδες και όμιλοι με κύρια δράση την προπαγάνδα– στην ενότητα ενός μεγάλου, πανεθνικού σώματος, κατάλληλου για συγκεντρωμένη πολιτική δράση σε όλη την έκταση του ρωσικού κράτους; Αυτό είναι το συγκεκριμένο πρόβλημα που η ρωσική σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει εδώ και κάποιο καιρό.

Η αυτονομία και η απομόνωση είναι τα πιο χιλιοειπωμένα χαρακτηριστικά του παλιού τύπου οργάνωσης. Είναι λοιπόν κατανοητό το γιατί το σύνθημα όλων όσων θέλουν να δούνε μια περιεκτική πανεθνική οργάνωση θα έπρεπε να είναι «Συγκεντρωτισμός!».

Στο συνέδριο του κόμματος έγινε προφανές ότι ο όρος «συγκεντρωτισμός» δεν καλύπτει πλήρως το ζήτημα της οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Για μια ακόμη φορά μάθαμε ότι καμιά αυστηρή φόρμουλα δεν μπορεί να μας εφοδιάσει με τη λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα του κοινωνικού κινήματος.

Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» του Λένιν, ενός έξοχου μέλους της ομάδας της Ίσκρα, είναι μια μεθοδική έκθεση των ιδεών της υπερσυγκεντρωτικής τάσης στο ρωσικό κίνημα. Τα επιχειρήματα που στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με ασύγκριτη δύναμη και λογική, είναι αυτά του ανελέητου συγκεντρωτισμού. Σαν αρχή παρουσιάζεται η αναγκαιότητα της επιλογής και της συγκρότησης ως ξεχωριστό σώμα, όλων των ενεργών επαναστατών, σε διάκριση με την ανοργάνωτη, αν και επαναστατική, μάζα που πλαισιώνει αυτή την ελίτ.

Η άποψη του Λένιν είναι ότι η κεντρική επιτροπή του κόμματος θα πρέπει να έχει το προνόμιο να συγκροτεί όλες τις τοπικές επιτροπές του κόμματος. Θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διορίζει τα αποτελεσματικά όργανα όλων των τοπικών σωμάτων από τη Γενεύη ως τη Λιέγη και από το Τομσκ ως το Ιρκούτσκ. Πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να επιβάλει σε όλες τις επιτροπές τους δικούς της έτοιμους κανόνες διοίκησης του κόμματος. Πρέπει να έχει το δικαίωμα να καθορίζει χωρίς αμφισβήτηση ζητήματα όπως η διάλυση και η επανασύσταση των τοπικών οργανώσεων. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως τη βολεύει, τη σύνθεση των υψηλότερων οργάνων του κόμματος. Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της.

Ο Λένιν ισχυρίζεται ότι ο συνδυασμός του μαζικού σοσιαλιστικού κινήματος με έναν τόσο ισχυρά συγκεντρωτικό τύπο οργάνωσης είναι μια συγκεκριμένη αρχή του επαναστατικού μαρξισμού. Προκειμένου να στηρίξει την άποψη αυτή αναπτύσσει μια σειρά επιχειρημάτων, με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Μιλώντας γενικά, είναι αναμφισβήτητο το ότι κάποια ισχυρή τάση προς την συγκεντροποίηση είναι έμφυτη στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Η τάση αυτή πηγάζει από το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού που είναι βασικά ένας συγκεντρωτικός παράγοντας. Το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναπτύσσει τη δραστηριότητά του μέσα στο μεγάλο αστικό κέντρο. Η αποστολή του είναι να εκπροσωπήσει, μέσα στα όρια του εθνικού κράτους, τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου και να αντιπαραθέτει αυτά τα κοινά συμφέροντα με όλα τα τοπικά και συλλογικά συμφέροντα.

Έτσι η σοσιαλδημοκρατία είναι κατά κανόνα εχθρική σε κάθε εκδήλωση που προωθεί τον τοπικό ή ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Παλεύει για την ένωση όλων των εργατών και των εργατικών οργανώσεων σε ένα κόμμα ανεξαρτήτως εθνικών, θρησκευτικών ή επαγγελματικών διαφορών. Η σοσιαλδημοκρατία εγκαταλείπει την αρχή αυτή και υποχωρεί στον φεντεραλισμό μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως στην περίπτωση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας.

Είναι ξεκάθαρο ότι η ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν θα έπρεπε να οργανωθεί σαν ένα ομοσπονδιακό μόρφωμα πολλών εθνικών ομάδων. Πρέπει να γίνει ένα ενιαίο κόμμα για ολόκληρη την αυτοκρατορία. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αυτό το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε εδώ. Αυτό που μας απασχολεί είναι το σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητος ο συγκεντρωτισμός σ’ αυτό το ενοποιημένο ρωσικό κόμμα από την άποψη των ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στις οποίες το κόμμα αυτό πρέπει να λειτουργήσει.

Κοιτάζοντας το ζήτημα από τη σκοπιά των τυπικών καθηκόντων της σοσιαλδημοκρατίας, της δυναμικής της ως κόμμα του ταξικού αγώνα, φαίνεται κατ αρχήν ότι η δύναμη και η ενέργεια του κόμματος είναι χαρακτηριστικά ευθέως εξαρτημένα από την πιθανότητα να συγκεντροποιηθεί το κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, αυτά τα τυπικά καθήκοντα απαντώνται σε όλα τα ενεργά κόμματα. Στην περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας είναι λιγότερα σημαντικά από την επιρροή των ιστορικών συνθηκών.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι το πρώτο κίνημα στην ιστορία των ταξικών κοινωνιών που βασίζεται, σε όλες τις φάσεις και την πορεία του, στην οργάνωση και στην άμεση, ανεξάρτητη δράση των μαζών. Εξαιτίας αυτού η σοσιαλδημοκρατία δημιουργεί έναν οργανωτικό τύπο που είναι τελείως διαφορετικός από τους κοινούς ανάμεσα στα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, όπως των Γιακοβίνων και των υποστηρικτών του Μπλανκί.

Ο Λένιν φαίνεται να παραμερίζει το γεγονός αυτό όταν παρουσιάζει στο βιβλίο του την άποψη ότι ο επαναστάτης σοσιαλδημοκράτης δεν είναι τίποτε άλλο από «Γιακωβίνος ακατάλυτα δεμένος στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου».

Για τον Λένιν, η διαφορά μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του μπλανκισμού ανάγεται στην παρατήρηση ότι στη θέση μιας χούφτας συνωμοτών έχουμε το ταξικά-συνειδητό προλεταριάτο. Ξεχνά ότι η διάφορα αυτή επιβάλλει την ολική αναθεώρηση των ιδεών μας για την οργάνωση και συνεπώς μια τελείως διαφορετική αντίληψη του συγκεντρωτισμού και των σχέσεων μεταξύ του κόμματος και του αγώνα.

Ο μπλανκισμός δεν βασιζόταν στην άμεση δράση της εργατικής τάξης. Έτσι δεν χρειαζόταν να οργανώσει τον κόσμο για την επανάσταση. Ο κόσμος θα έπαιζε το ρόλο του μόνο εκείνη τη στιγμή της επανάστασης. Η προετοιμασία για την επανάσταση αφορούσε μόνο το μικρό τμήμα εκείνων των επαναστατών των οπλισμένων για το πραξικόπημα. Μάλιστα, για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επαναστατικής συνωμοσίας, θεωρούνταν συνετό να κρατούνται οι μάζες σε κάποια απόσταση από τους συνωμότες. Μια τέτοια σχέση θα μπορούσαν να τη συλλάβουν μόνο οι μπλανκιστές, αφού η συνωμοτική δραστηριότητα της οργάνωσής τους δεν είχε σχέση με τον καθημερινό αγώνα των λαϊκών μαζών.

Η τακτική και τα καθήκοντα των μπλανκιστών επαναστατών μόνο μικρή σχέση είχαν με τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Έτσι ήταν σχεδιασμένα ελεύθερα. Μπορούσαν να αποφασίζονται εκ των προτέρων και να παίρνουν τη μορφή ενός σχεδίου προς εκτέλεση. Σαν συνέπεια αυτού, τα απλά μέλη της οργάνωσης ήταν απλά εκτελεστικά όργανα, εκτελώντας τις εντολές ενός σχεδίου έξω από τη δικιά τους σφαίρα δραστηριοτήτων. Ήταν τα όργανα της κεντρικής επιτροπής. Εδώ συναντάμε ένα δεύτερο παράδοξο του συνωμοτικού συγκεντρωτισμού: την απόλυτη και τυφλή υποταγή όλων των κομματικών σχημάτων στη θέληση του κέντρου και την επέκταση της εξουσίας αυτής σε όλα τα μέρη της οργάνωσης.

Όμως η σοσιαλδημοκρατική δραστηριότητα διεξάγεται κάτω από ριζικά διαφορετικές συνθήκες. Προκύπτει ιστορικά από τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Εξαπλώνεται και αναπτύσσεται σύμφωνα με την ακόλουθη διαλεκτική αντίφαση. Ο προλεταριακός στρατός στελεχώνεται και συνειδητοποιεί τους στόχους του στην πορεία του αγώνα. Η δραστηριότητα της οργάνωσης του κόμματος, η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης των στόχων του αγώνα μέσα στους προλετάριους και ο ίδιος ο αγώνας δεν είναι πράγματα που χωρίζονται χρονολογικά και μηχανικά. Είναι μόνο διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα και έτσι για τη σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρχουν λεπτομερή σχήματα τακτικής με τα οποία η κεντρική επιτροπή μπορεί να εκπαιδεύσει τα μέλη με τον ίδιο τρόπο που εκπαιδεύονται οι στρατιώτες στα στρατόπεδα. Ακόμη, το εύρος της επιρροής του σοσιαλιστικού κόμματος συνεχώς παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογες μ’ αυτές του αγώνα μέσα στον οποίο η οργάνωση δημιουργείται και αναπτύσσεται.

Για το λόγο αυτό ο συγκεντρωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να βασιστεί στη μηχανική καθυπόταξη και την τυφλή υπακοή των μελών στο κέντρο του κόμματος. Για τον λόγο αυτό το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα δεν μπορεί να επιτρέψει τον αεροστεγή διαχωρισμό μεταξύ του ταξικά συνειδητού πυρήνα του προλεταριάτου που βρίσκεται μέσα στο κόμμα και του άμεσου λαϊκού περιβάλλοντος του, των μη κομματικών τμημάτων του προλεταριάτου.

Έτσι οι δυο αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο συγκεντρωτισμός του Λένιν είναι ακριβώς αυτές:

1. Η τυφλή καθυπόταξη, και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, όλων των οργάνων του κόμματος στο κέντρο του κόμματος που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα.

2. Ο αποφασιστικός διαχωρισμός του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από το κοινωνικό-επαναστατικό περιβάλλον τους.

Αυτός ο συγκεντρωτισμός είναι μια μηχανική μετάθεση των οργανωτικών αρχών του μπλανκισμού στο μαζικό κίνημα των σοσιαλιστών εργατών.

Σε συμφωνία με τη λογική ο Λένιν ορίζει τον επαναστάτη σοσιαλδημοκράτη «Γιακωβίνο δεμένο στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου».

Το γεγονός είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι δεμένη με την οργάνωση του προλεταριάτου. Είναι η ίδια προλεταριάτο. Και εξαιτίας αυτού, ο σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι βασικά διαφορετικός από τον μπλανκικό συγκεντρωτισμό. Μπορεί να είναι μόνο η συγκεντρωμένη θέληση των ατόμων και των αντιπροσωπευτικών ομάδων της εργατικής τάξης. Είναι σαν να λέμε ο «αυτό-συγκεντρωτισμός» των προχωρημένων τμημάτων του προλεταριάτου. Είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας μέσα στο κόμμα του.

Οι απαράβατοι όροι για την πραγμάτωση του σοσιαλδημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι:

1. Η ύπαρξη ενός μεγάλου αντιπροσωπευτικού τμήματος της εργατικής τάξης, εκπαιδευμένου στην ταξική πάλη.

2. Η δυνατότητα για τους εργάτες να αναπτύσσουν τη δικιά τους πολιτική δραστηριότητα μέσα από την άμεση επιρροή στην δημόσια ζωή, στον κομματικό τύπο, στις δημόσιες συγκεντρώσεις κ.λ.π.

Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως στη Ρωσία. Η πρώτη –μια προλεταριακή εμπροσθοφυλακή με συνείδηση των ταξικών συμφερόντων και ικανή να αυτοδιευθύνεται στην πολιτική δραστηριότητα– μόλις τώρα εμφανίζεται στη Ρωσία. Όλες οι προσπάθειες για σοσιαλιστική δράση και οργάνωση θα πρέπει να στοχεύουν στο να επιταχύνουν το σχηματισμό μιας τέτοιας εμπροσθοφυλακής. Η δεύτερη συνθήκη μπορεί να υπάρξει μόνο κάτω από καθεστώς πολιτικών ελευθεριών.

Με τα συμπεράσματα αυτά ο Λένιν διαφωνεί έντονα. Είναι πεισμένος ότι όλες οι αναγκαίες συνθήκες για το σχηματισμό ενός τέτοιου ισχυρού και συγκεντρωτικού κόμματος, υπάρχουν ήδη στη Ρωσία. Διακηρύσσει ότι: «Δεν είναι πια οι προλετάριοι, αλλά συγκεκριμένοι διανοούμενοι στο κόμμα μας που χρειάζονται εκπαίδευση στα θέματα της οργάνωσης και της πειθαρχίας». Μεγαλοποιεί την εκπαιδευτική επιρροή του εργοστασίου, το οποίο λέει ότι μαθαίνει στο προλεταριάτο «πειθαρχία και οργάνωση«.

Με το να λέει όλα αυτά, ο Λένιν δείχνει ξανά ότι η αντίληψή του για τη σοσιαλιστική οργάνωση είναι αρκετά μηχανιστική. Η πειθαρχία, που ο Λένιν έχει στο μυαλό του, δεν εμφυτεύεται στην εργατική τάξη μόνο από το εργοστάσιο αλλά και από το στρατό και την κρατική γραφειοκρατία, δηλαδή από ολόκληρο τον μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους.

Κακοποιούμε τις λέξεις και αυταπατόμαστε όταν χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο –την πειθαρχία– σε τόσο διαφορετικές καταστάσεις όπως:
α) η απουσία σκέψης και θέλησης σε ένα σώμα με χιλιάδες αυτόματα κινούμενα πόδια και χέρια, και
β) ο αυθόρμητος συνδυασμός της συνειδητής πολιτικής πράξης σε ένα σώμα ανθρώπων. Ποιο είναι το κοινό μεταξύ της συστηματικής υποταγής μιας καταπιεσμένης τάξης και την αυτό-πειθάρχηση και οργάνωση μιας τάξης που αγωνίζεται για τη χειραφέτηση της;

Η αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι καθόλου η αντικατάσταση της εξουσίας των αστών από την εξουσία της σοσιαλιστικής κεντρικής επιτροπής. Η εργατική τάξη θα επιζητήσει την αίσθηση μιας νέας πειθαρχίας, την ελεύθερα επιλεγμένη αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας, όχι σαν αποτέλεσμα της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το αστικό κράτος, αλλά με το να ξεριζώσει μέχρι την τελευταία ρίζα τις παλιές της συνήθειες της υπακοής και της δουλοπρέπειας.

Ο συγκεντρωτισμός, με τη σοσιαλιστική έννοια, δεν είναι κάτι απόλυτο που βρίσκει εφαρμογή σε κάθε φάση του εργατικού κινήματος. Είναι μια τάση που πραγματώνεται σε αναλογία με την ανάπτυξη και την πολιτική εκπαίδευση που οι εργαζόμενες μάζες κατακτούν στην πορεία του αγώνα τους.

Χωρίς αμφιβολία, η απουσία των αναγκαίων συνθηκών για την ολοκληρωτική πραγματοποίηση αυτού του είδους συγκεντρωτισμού στο ρωσικό κίνημα, είναι ένα τρομερό εμπόδιο.

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να αντικαταστήσουμε «προσωρινά» με την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής (που ενεργεί σαν «άτυπη εκπροσώπηση») τον ακόμη απραγματοποίητο ρόλο της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών μέσα στο κόμμα και μ’ αυτό τον τρόπο να αντικαταστήσουμε τον ανοιχτό έλεγχο των εργαζόμενων μαζών πάνω στα όργανα του κόμματος με τον αντίστροφο έλεγχο της κεντρικής επιτροπής πάνω στο επαναστατικό προλεταριάτο.

Η ιστορία του ρωσικού εργατικού κινήματος μας δείχνει την αναμφισβήτητη αξία ενός τέτοιου συγκεντρωτισμού. Ένα παντοδύναμο κέντρο με κύρος, όπως αυτό που θα είχε ο Λένιν, με το απεριόριστο δικαίωμα να ελέγχει και να παρεμβαίνει, θα ήταν ένας παραλογισμός εάν αυτή η εξουσία εφαρμοζόταν μόνο σε τεχνικά ζητήματα, όπως η διαχείριση των οικονομικών, η κατανομή καθηκόντων στους οργανωτές και τους προπαγανδιστές ή η μεταφορά και κυκλοφορία των έντυπων υλικών. Ένα όργανο με τέτοιες μεγάλες εξουσίες θα είχε πολιτικό λόγο ύπαρξης μόνο εάν αυτές οι εξουσίες εφαρμόζονταν για την επεξεργασία κοινού σχεδίου δράσης, εάν το κεντρικό όργανο αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την πλατιά επαναστατική δράση.

Ποια ήταν όμως η εμπειρία του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος μέχρι τώρα; Οι πιο σημαντικές και καρποφόρες αλλαγές στην τακτική πολιτική του κατά τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν επινοήσεις των πολλών ηγετών και πολύ περισσότερο ούτε κανενός κεντρικού οργανωτικού οργάνου. Ήταν πάντα το αυθόρμητο προϊόν του κινήματος σε κατάσταση βρασμού. Έτσι ήταν τα πράγματα για την πρώτη φάση ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε με την αυθόρμητη γενική απεργία στην Αγ. Πετρούπολη το 1896, ένα γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη μιας εποχής οικονομικού αγώνα από τον εργαζόμενο λαό της Ρωσίας. Έτσι ήταν επίσης και στην επόμενη περίοδο που ξεκίνησε με τις αυθόρμητες διαδηλώσεις των φοιτητών της Αγ. Πετρούπολης τον Μάρτη του 1901. Η γενική απεργία στο Ροστόβ του Ντον, το 1903, που σηματοδοτεί την επόμενη μεγάλη τακτική στροφή του ρωσικού προλεταριακού κινήματος, ήταν επίσης αυθόρμητη ενέργεια. «Από μόνη της» η απεργία επεκτάθηκε σε πολιτικές διαδηλώσεις, ζύμωση στους δρόμους και μεγάλες ανοιχτές συγκεντρώσεις που και ο πιο αισιόδοξος επαναστάτης δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί μερικά χρόνια πριν.

Η υπόθεση μας κέρδισε πολλά με τα γεγονότα εκείνα. Παρ’ όλα αυτά η πρωτοβουλιακή και συνειδητή ηγεσία των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων έπαιξε έναν ασήμαντο ρόλο στην ανάπτυξη αυτή. Είναι αλήθεια ότι οι οργανώσεις αυτές δεν ήταν προετοιμασμένες για γεγονότα σαν κι αυτά. Όμως ο ασήμαντος ρόλος που έπαιξαν οι επαναστάτες δεν μπορεί να εξηγηθεί έτσι. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στην έλλειψη αυτού του παντοδύναμου κομματικού κέντρου σαν κι αυτό που ζητάει ο Λένιν. Η ύπαρξη ενός τέτοιου καθοδηγητικού κέντρου πιθανώς θα αύξανε την αταξία των τοπικών επιτροπών με το να τονίζει τη διαφορά μεταξύ της σφοδρής επίθεσης των μαζών και της συνετής θέσης της σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο φαινόμενο –ο ασήμαντος ρόλος που η πρωτοβουλία των κεντρικών κομματικών οργάνων έπαιξε στην επεξεργασία τακτικής πολιτικής– μπορεί να παρατηρηθεί σήμερα και στη Γερμανία και άλλες χώρες. Γενικά, η τακτική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι κάτι που μπορεί να «εφευρεθεί». Είναι το προϊόν μιας σειράς μεγάλων δημιουργικών πράξεων του συχνά αυθόρμητου ταξικού αγώνα που αναζητά τον δρόμο του.

Το ασυνείδητο έρχεται πριν από το συνειδητό. Η λογική του ιστορικού προτσές έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπων που συμμετέχουν στο ιστορικό αυτό προτσές. Η τάση των διοικητικών οργάνων του σοσιαλιστικού κόμματος είναι να παίζουν έναν συντηρητικό ρόλο. Η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που το εργατικό κίνημα κερδίζει νέο έδαφος, τα όργανα αυτά το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Την ίδια στιγμή το μεταμορφώνουν σε ένα οχυρό, που καθυστερεί την προώθηση σε πλατύτερη κλίμακα.

Η τωρινή τακτική πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έχει κερδίσει καθολική εκτίμηση διότι είναι ευέλικτη αλλά και σταθερή. Αυτό είναι σημάδι της καλής προσαρμογής του κόμματος, στην παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινής του δραστηριότητας, στις συνθήκες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Το κόμμα έχει κάνει μια μεθοδική μελέτη όλων των πόρων που διαθέτει το έδαφος αυτό. Ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τους πόρους αυτούς χωρίς να τροποποιήσει τις αρχές του.

Όμως αυτή η τέλεια προσαρμογή έχει αρχίσει ήδη να κλείνει τους ορίζοντες για το κόμμα μας. Υπάρχει μια τάση στο κόμμα να θεωρείται η κοινοβουλευτική τακτική σαν η αμετάβλητη και συγκεκριμένη τακτική της σοσιαλιστικής δραστηριότητας. Αρνούνται, για παράδειγμα, να θεωρήσουν την πιθανότητα (που τίθεται από τον Πάρβους) να αλλάξουμε την τακτική πολιτική μας σε περίπτωση κατάργησης των γενικών εκλογών στη Γερμανία, μια πιθανότητα που δεν αποκλείεται εντελώς από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Η αδράνεια αυτή οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι είναι πολύ άβολο το να καθορίσει κανείς, μέσα στο κενό των αφηρημένων υποθέσεων, τις γραμμές και τις μορφές πολιτικών καταστάσεων που δεν υπάρχουν ακόμη. Προφανώς, το σημαντικό για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία δεν είναι η προετοιμασία ενός σχήματος οδηγιών για μελλοντικές πολιτικές. Είναι σημαντικό:
α) να προωθήσουμε μια σωστή ιστορική εκτίμηση των μορφών αγώνα που αντιστοιχούν σε δεδομένες συνθήκες και
β) να διατηρήσουμε την κατανόηση της σχέσης της τρέχουσας φάσης και της αναπόφευκτης ανόδου των επαναστατικών τάσεων καθώς πλησιάζουμε στον τελικό στόχο της ταξικής πάλης.

Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό, τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα. Αν η τακτική ενός σοσιαλιστικού κόμματος δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κεντρικής επιτροπής αλλά ενός ολόκληρου κόμματος ή ακόμη καλύτερα ενός ολόκληρου εργατικού κινήματος, τότε είναι ξεκάθαρο ότι οι κομματικές οργανώσεις και οι ομοσπονδίες χρειάζονται την ελευθερία στη δράση που μόνο αυτή μπορεί να τους επιτρέψει να αναπτύξουν την επαναστατική τους πρωτοβουλία και να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητες της κατάστασης. Ο υπερσυγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι πώς θα κάνει την δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα, το να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά να το ενώσει.

Στην παρούσα κατάσταση, ένα τέτοιο πείραμα θα ήταν διπλά επικίνδυνο για τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Στέκεται στην παραμονή των αποφασιστικών μαχών ενάντια στον τσαρισμό. Πρόκειται να μπει ή ήδη έχει μπει σε μια περίοδο εντατικής δημιουργικής δραστηριότητας, μέσα στην οποία θα πλατύνει (καθώς είναι συνηθισμένο σε μια επαναστατική περίοδο) τη σφαίρα επιρροής της και θα προωθηθεί αυθόρμητα μέσα από άλματα κι αναπηδήσεις. Το να επιχειρήσουμε να δέσουμε την πρωτοβουλία του κόμματος αυτή τη στιγμή, να το περικυκλώσουμε με συρματόπλεγμα, σημαίνει να το καταστήσουμε ανίκανο να εκπληρώσει το τεράστιο καθήκον της στιγμής.

Οι γενικές ιδέες που παρουσιάσαμε στο ζήτημα του σοσιαλιστικού συγκεντρωτισμού δεν είναι από μόνες τους ικανές για το σχηματισμό ενός θεσμικού σχεδίου που να ταιριάζει στο ρωσικό κόμμα. Τελικά, ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να καθοριστεί μόνο από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η δραστηριότητα της οργάνωσης σε μια δεδομένη εποχή. Το ζήτημα της στιγμής στη Ρωσία είναι το πώς θα καταφέρουμε να βάλουμε σε κίνηση μια μεγάλη προλεταριακή οργάνωση. Κανένα θεσμικό σχέδιο δεν μπορεί να αξιώσει το αλάνθαστο. Πρέπει μέσα στη φωτιά να αποδειχθεί σωστό.

Όμως από τη γενική μας αντίληψη για τη φύση της σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης, αισθανόμαστε δικαιολογημένοι να συμπεράνουμε ότι το πνεύμα αυτό απαιτεί –ιδίως στα πρώτα βήματα ενός μαζικού κόμματος– τον συντονισμό και την ενοποίηση του κινήματος και όχι την αυστηρή υποταγή σε ένα σύστημα κανονισμών. Αν το κόμμα είχε το χάρισμα της πολιτικής κινητικότητας, συμπληρωμένο με την ακλόνητη πίστη σε αρχές και με ενδιαφέρον για την ενότητα, μπορούμε όλοι να είμαστε βέβαιοι ότι κάθε ελάττωμα στη θεσμική οργάνωση του κόμματος θα διορθωθεί στην πράξη. Για μας δεν είναι το γράμμα, αλλά το ζωντανό πνεύμα που μεταφέρεται στην οργάνωση από τα μέλη αυτό που αποφασίζει για την αξία της μιας ή της άλλης οργανωτικής μορφής.

Μέχρι εδώ εξετάσαμε το πρόβλημα του συγκεντρωτισμού από τη σκοπιά των γενικών αρχών της σοσιαλδημοκρατίας, και σε ένα βαθμό, κάτω από το φως των ιδιαίτερων συνθηκών της Ρωσίας. Όμως ο στρατιωτικός υπερσυγκεντρωτισμός που αποζητά ο Λένιν και οι φίλοι του δεν είναι απλά προϊόν τυχαίων διαφορών στις απόψεις. Λένε ότι σχετίζεται με μια εκστρατεία ενάντια στον οπορτουνισμό που ο Λένιν εξαπολύει μέχρι και την παραμικρή οργανωτική λεπτομέρεια.

«Είναι σημαντικό», λέει ο Λένιν, «να σφυρηλατήσουμε ένα περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον οπορτουνισμό» (σελ. 52). Πιστεύει ότι ο οπορτουνισμός πηγάζει συγκεκριμένα από τη χαρακτηριστική στήριξη των διανοούμενων στην αποκέντρωση και την αποδιοργάνωση, από την αποστροφή τους απέναντι στην αυστηρή πειθαρχία και τη «γραφειοκρατία» που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του κόμματος.

Ο Λένιν λέει ότι οι διανοούμενοι παραμένουν ατομικιστές και τείνουν στον αναρχισμό ακόμα και αν έχουν ενταχθεί στο σοσιαλιστικό κίνημα. Σύμφωνα μ’ αυτόν, μόνο μεταξύ των διανοούμενων μπορούμε να συναντήσουμε την απέχθεια για την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής. Ο αυθεντικός προλετάριος, ισχυρίζεται ο Λένιν, βρίσκει, χάρη στο ταξικό του ένστικτο ένα είδος ηδονής στο να εγκαταλείψει τον εαυτό του στη μέγγενη μιας αυστηρής ηγεσίας και της ανελέητης πειθαρχίας. «Το να αντιπαραθέτουμε την γραφειοκρατία με τη δημοκρατία», γράφει ο Λένιν, «σημαίνει το να αντιπαραθέτουμε τις οργανωτικές αρχές της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στις μεθόδους της οπορτουνιστικής οργάνωσης».

Ισχυρίζεται ότι μια παρόμοια σύγκρουση μεταξύ των συγκεντρωτικών και των αυτονομιστικών τάσεων συμβαίνει σε όλες τις χώρες όπου ο ρεφορμισμός και ο επαναστατικός σοσιαλισμός έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο. Επικεντρώνεται στην πρόσφατη διαμάχη μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία πάνω στο ζήτημα του βαθμού ελευθερίας που πρέπει να παραχωρείται στους σοσιαλιστές εκπροσώπους του κόμματος στις νομοθετικές επιτροπές.

Aς εξετάσουμε τις διαχωριστικές γραμμές που τραβάει ο Λένιν.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να τονίσουμε ότι η μεγαλοποίηση της υποτιθέμενης ιδιοφυΐας των προλετάριων στο ζήτημα της οργάνωσης και η γενική δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους δεν είναι τα πιο βασικά σημάδια της «επαναστατικής μαρξιστικής» νοοτροπίας. Είναι πολύ εύκολο να καταδείξουμε ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι τα ίδια έκφραση οπορτουνισμού.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των καθαρών προλεταριακών στοιχείων και των μη-προλεταριακών διανοούμενων μέσα στο εργατικό κίνημα τίθεται ως ιδεολογικό ζήτημα από τις ακόλουθες τάσεις: τον μισοαναρχισμό των γάλλων συνδικαλιστών, των οποίων το σύνθημα είναι «φυλάξου από τον πολιτικό!», τον αγγλικό τρεϊντ-γιουνιονισμό που διακατέχεται από δυσπιστία απέναντι στους «οραματιστές σοσιαλιστές» και αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές, τον «αγνό οικονομισμό» που παρουσιάστηκε πρόσφατα μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία από την Ραμποτσαγια Μισλ, που τυπώθηκε μυστικά στην Αγ. Πετρούπολη.

Στα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης υπάρχει αναμφισβήτητα μια σύνδεση μεταξύ του οπορτουνισμού και των «διανοούμενων», όπως και μεταξύ του οπορτουνισμού και των αποκεντρωτικών τάσεων μέσα στο εργατικό κίνημα.

Τίποτε όμως δεν είναι περισσότερο αντίθετο στην ιστορική-διαλεκτική μέθοδο της μαρξιστικής σκέψης από το να διαχωρίσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα από το ιστορικό τους έδαφος και να παρουσιάζουμε τα φαινόμενα αυτά σαν αφηρημένες φόρμουλες που έχουν απόλυτη και γενική εφαρμογή.

Επιχειρηματολογώντας αφηρημένα, μπορούμε να πούμε ότι ο «διανοούμενος», ένα κοινωνικό στοιχείο που ξεπηδά από την μπουρζουαζία και άρα ξένο προς το προλεταριάτο, εντάσσεται στο σοσιαλιστικό κίνημα όχι από τη φυσική ταξική του κλίση, αλλά αντίθετα σ’ αυτή. Για το λόγο αυτό, είναι περισσότερο επιρρεπής στις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις απ’ ότι ο προλετάριος. Ο δεύτερος μπορούμε να περιμένουμε ότι θα βρει ένα ορισμένο σημείο στήριξης των ταξικών του συμφερόντων, αν δεν εγκαταλείψει το αυθεντικό του περιβάλλον, την εργαζόμενη μάζα. Η απόλυτη φόρμα όμως που εξάγεται από την τάση αυτή των διανοούμενων προς τον οπορτουνισμό και , πάνω απ’ όλα, ο τρόπος με τον οποίο η τάση αυτή εκδηλώνεται στα οργανωτικά θέματα εξαρτώνται κάθε φορά από το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον.

Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είναι εκείνη η κοινωνική βάση του φαινομένου που παρατηρεί ο Λένιν στο γερμανικό, το γαλλικό και το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα. Αυτός ο κοινοβουλευτισμός είναι ο τόπος της ανάπτυξης όλων των οπορτουνιστικών τάσεων που υπάρχουν σήμερα στη δυτική σοσιαλδημοκρατία.

Αυτός ο τύπος κοινοβουλευτισμού που σήμερα έχουμε στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία παρέχει το έδαφος για τις αυταπάτες του σημερινού οπορτουνισμού, όπως η υπερεκτίμηση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, της ταξικής και κομματικής συνεργασίας, της ελπίδας για μια ειρηνική ανάπτυξη προς το σοσιαλισμό κ.λ.π. Και το κάνει αυτό με το να βάζει τους διανοούμενους να ενεργούν για τους κοινοβουλευτικούς, πάνω από το προλεταριάτο και με το να χωρίζει τους διανοούμενους από τους προλετάριους μέσα στο ίδιο το σοσιαλιστικό κίνημα. Μαζί με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ο κοινοβουλευτισμός γίνεται ο βατήρας για τους πολιτικούς καριερίστες. Έτσι εξηγείται το ότι τόσοι φιλόδοξοι αποτυχημένοι της μπουρζουαζίας έρχονται κάτω από τα λάβαρα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Άλλη μια πηγή του σύγχρονου οπορτουνισμού είναι και τα σημαντικά υλικά μέσα καθώς και η επιρροή των μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων.

Το κόμμα λειτουργεί σαν κυματοθραύστης που προστατεύει το ταξικό κίνημα από τις παρεκκλίσεις προς τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Για να νικήσουν οι τάσεις αυτές πρέπει να καταστρέψουν τον κυματοθραύστη. Έτσι, πρέπει να διαλύσουν το ενεργό, ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του προλεταριάτου μέσα στην άμορφη μάζα των «εκλεκτόρων».

Έτσι προέκυψαν οι «αυτονομιστικές» και αποκεντρωτικές τάσεις μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά μας κόμματα. Τονίσαμε ότι οι τάσεις αυτές ταιριάζουν σε ορισμένους πολιτικούς στόχους. Δεν μπορούν να εξηγηθούν, όπως ο Λένιν προσπαθεί, με το να αναφερόμαστε στην ψυχολογία του διανοούμενου, στην υποτιθέμενη έμφυτη αστάθεια του χαρακτήρα του. Μπορούν να εξηγηθούν μόνο με το να λαμβάνουμε υπόψη τις ανάγκες του αστού κοινοβουλευτικού, δηλαδή από την οπορτουνιστική πολιτική.

Η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική στην τσαρική Ρωσία. Ο οπορτουνισμός στο ρωσικό εργατικό κίνημα δεν είναι, γενικά μιλώντας, το παραπροϊόν της δύναμης της σοσιαλδημοκρατίας ή της αποσύνθεσης της μπουρζουαζίας. Είναι το κύριο προϊόν της καθυστερημένης πολιτικής κατάστασης στην ρώσικη κοινωνία.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι διανοούμενοι στρατεύονται στο σοσιαλισμό στη Ρωσία είναι πολύ πιο υποβαθμισμένο και κατά πολύ λιγότερο αστικό απ’ ό,τι στη δυτική Ευρώπη. Μαζί με την ανωριμότητα του ρωσικού προλεταριάτου, η κατάσταση αυτή προωθεί την πλατιά θεωρητική περιπλάνηση, η οποία κυμαίνεται από την ολική άρνηση της πολιτικής οπτικής του εργατικού κινήματος μέχρι την ανεπιφύλακτη πίστη στις απομονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες ή ακόμη και το ολικά πολιτικά αδιάφορο ψάξιμο μέσα στους βάλτους του φιλελευθερισμού και του καντιανού ιδεαλισμού.

Όμως ο διανοούμενος μέσα στο ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα μπορεί μόνο να τραβηχτεί σε αποδιοργανωτική δράση. Αυτό είναι αντίθετο με το γενικό ύφος του περιβάλλοντος του ρώσου διανοούμενου. Δεν υπάρχει αστικό κοινοβούλιο στη Ρωσία για να ευνοήσει την τάση αυτή.

Ο δυτικός διανοούμενος που σήμερα πρεσβεύει τη «λατρεία του Εγώ» και χρωματίζει ακόμη και τα σοσιαλιστικά του σκιρτήματα με μια αριστοκρατική ηθική, δεν είναι χαρακτηριστικός της αστικής διανόησης «γενικά». Αντιπροσωπεύει μόνο μια συγκεκριμένη φάση της κοινωνικής ανάπτυξης. Είναι το προϊόν της αστικής παρακμής.

Οι Ναρόντνικοι του 1875 ανάγκασαν τη ρωσική διανόηση να χαθεί μέσα στην μάζα των χωρικών. Οι υπέρ-πολιτισμένοι οπαδοί του Τολστόι μιλάνε σήμερα για την διαφυγή προς τη ζωή του «απλού λαού». Παρόμοια, οι παρτιζάνοι του «καθαρού οικονομισμού» στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία μάς καλούνε να γονατίσουμε μπροστά στα «ροζιασμένα χέρια» των εργατών.

Εάν αντί να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε μηχανικά στη Ρωσία τις φόρμουλες που επεξεργάστηκαν στη δυτική Ευρώπη, προσεγγίσουμε το ζήτημα της οργάνωσης από τη σκοπιά των δεδομένων ρωσικών συνθηκών, φτάνουμε σε συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα από εκείνα του Λένιν.

Το να αποδίδουμε στον οπορτουνισμό μια σταθερή προτίμηση προς μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης, την αποκεντρωτική, σημαίνει το να χάνουμε την πραγματική ουσία του οπορτουνισμού.

Στο ζήτημα της οργάνωσης, όπως και σε κάθε άλλο ζήτημα, ο οπορτουνισμός γνωρίζει μόνο μια αρχή: την απουσία αρχών. Ο οπορτουνισμός διαλέγει τα μέσα δράσης του με σκοπό να ταιριάξει πιο καλά σε ορισμένες συνθήκες, με την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά φαίνεται να οδηγούν στην εκπλήρωση του αρχικού στόχου.

Εάν, σαν το Λένιν, ορίσουμε τον οπορτουνισμό σαν την τάση εκείνη που παραλύει το ανεξάρτητο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και το μετατρέπει σε ένα εργαλείο των φιλόδοξων αστών διανοούμενων, πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι στο αρχικό στάδιο του εργατικού κινήματος, ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με τον συγκεντρωτισμό παρά με την αποκέντρωση. Είναι εξαιτίας του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού που ένα νεαρό, ανεκπαίδευτο προλεταριακό κίνημα μπορεί να χειραγωγηθεί από τους διανοούμενους ηγέτες που στελεχώνουν μια κεντρική επιτροπή.

Στη Γερμανία, στην απαρχή του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, και πριν την εμφάνιση ενός συμπαγούς πυρήνα συνειδητών προλεταρίων και τακτικής πολιτικής βασισμένης στην εμπειρία, οι παρτιζάνοι των δυο τύπων οργάνωσης βρίσκονταν σε διαμάχη επίσης. Η «Γενική ένωση των γερμανών εργατών» που ιδρύθηκε από τον Λασάλ, υποστήριζε τον πλήρη συγκεντρωτισμό. Η αρχή της αυτονομίας υποστηριζόταν από το κόμμα που οργάνωσε το συνέδριο του Άιζεναχ με τη συνεργασία του Β. Λίμπκνεχτ και του Α. Μπέμπελ.

Η τακτική πολιτική των δεύτερων ήταν αρκετά μπερδεμένη. Όμως η συνεισφορά τους στο ξύπνημα της ταξικής συνείδησης των μαζών της Γερμανίας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των λασαλικών. Από την αρχή οι εργάτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο κόμμα αυτό (γεγονός που φαίνεται και από τον αριθμό των εργατικών εκδόσεων στις επαρχίες) και υπήρξε ταχεία ανάπτυξη του βεληνεκούς του κινήματος. Την ίδια στιγμή, οι λασαλικοί, παρά τα πειράματά τους με τους «δικτάτορες» οδηγούσαν τους οπαδούς τους από τη μια αναποδιά στην άλλη.

Γενικά οι οπορτουνιστές διανοούμενοι προτιμούν τον ανελέητο, δεσποτικό συγκεντρωτισμό σε περιόδους που τα επαναστατικά στοιχεία μέσα στους εργάτες δεν έχουν ακόμη συνοχή και το κίνημα ψάχνει το δρόμο του, όπως σήμερα στη Ρωσία. Σε μια επόμενη φάση, κάτω από ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς και σε συνδυασμό με ένα δυνατό εργατικό κόμμα, οι οπορτουνιστικές τάσεις των διανοούμενων εκφράζονται με την κλίση προς την «αποκέντρωση».

Αν δεχθούμε την άποψη που ο Λένιν αξιώνει ως δική του και φοβηθούμε την επιρροή των διανοούμενων πάνω στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το σχέδιο του Λένιν για την οργάνωση. Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, από αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θα ακινητοποιήσει τον κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, από την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θα αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοπεποίθησής τους.

Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.

Ας μην ξεχνάμε ότι η επανάσταση που σύντομα θα ξεσπάσει στη Ρωσία θα είναι αστική και όχι προλεταριακή. Αυτό τροποποιεί ριζικά όλες τις συνθήκες της σοσιαλιστικής πάλης. Οι ρώσοι διανοούμενοι, επίσης, γρήγορα θα διαποτιστούν από την αστική ιδεολογία. Η σοσιαλδημοκρατία είναι, προς το παρόν, ο μόνος οδηγός του ρωσικού προλεταριάτου. Όμως από την επόμενη μέρα της επανάστασης, η μπουρζουαζία και κυρίως οι αστικές μάζες θα είναι η γέφυρα προς την κυριαρχία τους.

Το παιχνίδι των αστών δημαγωγών στην παρούσα φάση θα γίνει ευκολότερο, αν η αυθόρμητη δράση, πρωτοβουλία και πολιτική αίσθηση των προχωρημένων τμημάτων της εργατικής τάξης εμποδιστούν στην ανάπτυξή τους και περιοριστούν από το προτεκτοράτο της αυταρχικής κεντρικής επιτροπής. Πολύ πιο σημαντικό είναι το θεμελιακό λάθος της ιδέας που διέπει τον ανεπιφύλακτο συγκεντρωτισμό, ότι δηλαδή ο δρόμος του οπορτουνισμού μπορεί να εμποδιστεί με τις παραγράφους του κομματικού καταστατικού.

Εντυπωσιασμένοι από τα πρόσφατα γεγονότα στα σοσιαλιστικά κόμματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες τείνουν να θεωρούν τον οπορτουνισμό σαν ένα ξένο συστατικό, που έρχεται στο εργατικό κίνημα από τους αντιπροσώπους της αστικής δημοκρατίας. Αν ήταν έτσι, καμία ποινή προβλεπόμενη από το καταστατικό δεν θα μπορούσε να σταματήσει την εισβολή αυτή. Αυτή η εισροή μη προλετάριων στο κόμμα του προλεταριάτου είναι το αποτέλεσμα βαθιών κοινωνικών αιτιών, όπως η οικονομική κατάρρευση των μικροαστών, η χρεοκοπία του αστικού φιλελευθερισμού και ο εκφυλισμός της αστικής δημοκρατίας. Είναι αφελές να ελπίζουμε να σταματήσουμε το ρεύμα αυτό με τα μέσα που παρέχει κάποια φόρμουλα γραμμένη στο καταστατικό.

Ένα εγχειρίδιο κανονισμών μπορεί να καθορίσει τη ζωή μιας σέκτας ή ενός ιδιωτικού κύκλου. Ένα ιστορικό ρεύμα, όμως, θα περάσει ακόμη κι από το κόσκινο της πιο προσεκτικά διατυπωμένης παραγράφου. Είναι επίσης λάθος να θεωρούμε ότι το να απωθούμε τα στοιχεία που σπρώχνονται στο σοσιαλιστικό κίνημα από την αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας σημαίνει ότι υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Η σοσιαλδημοκρατία πάντα περηφανευόταν ότι δεν εκφράζει μόνο τα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά όλους τους προοδευτικούς πόθους του συνόλου της σύγχρονης κοινωνίας. Ότι εκφράζει τα συμφέροντα όλων εκείνων που καταπιέζονται από την αστική ηγεμονία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλα αυτά τα συμφέροντα ενσωματώνονται ιδανικά στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Στη δυναμική της σαν πολιτικό κόμμα, η σοσιαλδημοκρατία, γίνεται το λιμάνι όλων των δυσαρεστημένων στοιχείων της κοινωνίας μας και έτσι ολόκληρου του κόσμου, σε αντιπαράθεση με την μικρή μειοψηφία των καπιταλιστών ηγεμόνων.

Οι σοσιαλιστές, όμως, πρέπει να ξέρουν πώς να καθυποτάσσουν την αγωνία, το μίσος και την ελπίδα αυτού του ετερογενούς αθροίσματος στον τελικό στόχο της εργατικής τάξης. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να περιορίσει την οργή των μη προλετάριων, των δυσαρεστημένων από την υπάρχουσα κοινωνία, μέσα στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου. Πρέπει να αφομοιώνει τα στοιχεία που προσχωρούν σ’ αυτή.

Αυτό είναι πιθανό μόνο αν η σοσιαλδημοκρατία περιέχει ήδη ένα δυνατό, πολιτικά εκπαιδευμένο προλεταριακό πυρήνα, τόσο ταξικά συνειδητοποιημένο που να μπορεί να τραβήξει πίσω του τα υποβαθμισμένα και τα μικροαστικά στοιχεία που εντάσσονται στο κόμμα. Στην περίπτωση αυτή, η μεγαλύτερη αυστηρότητα στην εφαρμογή της αρχής του συγκεντρωτισμού και η πιο σοβαρή πειθαρχία, μορφοποιημένη συγκεκριμένα στους εσωτερικούς κανόνες του κόμματος, μπορεί να είναι μια αποτελεσματική ασφάλεια απέναντι στον οπορτουνιστικό κίνδυνο. Ακριβώς έτσι, το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα στη Γαλλία υπερασπίσθηκε τον εαυτό του ενάντια στη ζωρεσική σύγχυση. Η τροποποίηση του καταστατικού της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν ένα πολύ επίκαιρο μέτρο.

Αλλά ακόμη και εδώ, δεν θα πρέπει να θεωρούμε το κομματικό καταστατικό σαν ένα όπλο, αρκετό από μόνο του. Μπορεί να είναι το πολύ ένα εργαλείο καταναγκασμού που θα επιβάλλει την θέληση της προλεταριακής πλειοψηφίας του κόμματος. Στην περίπτωση που η πλειοψηφία αυτή είναι απούσα, ακόμη και τα πιο τρομερά θεσπίσματα πάνω στο χαρτί δεν θα έχουν κανένα όφελος.

Όμως η εισροή αστικών στοιχείων μέσα στο κόμμα απέχει από το να είναι η μόνη αιτία για τις οπορτουνιστικές τάσεις που τώρα αρχίζουν να σηκώνουν κεφάλι στη σοσιαλδημοκρατία. Μια άλλη αιτία είναι η ίδια η φύση της σοσιαλιστικής δραστηριότητας και οι έμφυτες αντιφάσεις της.

Η διεθνής κίνηση του προλεταριάτου προς την ολική χειραφέτησή του είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία από την ακόλουθη άποψη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού, οι άνθρωποι εκφράζουν τη θέλησή τους συνειδητά και σε αντιπαράθεση με όλες τις άρχουσες τάξεις. Η θέληση αυτή όμως μπορεί να πραγματωθεί μόνο πέρα από τα όρια του υπάρχοντος συστήματος.

Σήμερα οι μάζες μπορούν να αποκτήσουν και να δυναμώσουν τη θέληση αυτή μέσα στην πορεία του καθημερινού αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη, μέσα όμως στα όρια της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Από τη μια μεριά έχουμε τις μάζες. Από την άλλη τον ιστορικό τους στόχο που εντοπίζεται πέρα από τα όρια αυτής της κοινωνίας. Από τη μια μεριά έχουμε τον καθημερινό αγώνα και από την άλλη την κοινωνική επανάσταση. Αυτοί είναι οι όροι της διαλεκτικής αντίφασης μέσα από την οποία πορεύεται το σοσιαλιστικό κίνημα.

Συμπεραίνουμε ότι το κίνημα αυτό, μπορεί καλύτερα να προχωρήσει με το να ελίσσεται ανάμεσα από τους δυο κινδύνους που συνεχώς το απειλούν. Δηλαδή από την απώλεια του μαζικού χαρακτήρα και την εγκατάλειψη του τελικού στόχου. Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος της επιστροφής στο χαρακτήρα της σέκτας, ο δεύτερος είναι αυτός του να καταντήσουμε ένα κίνημα αστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτός είναι ο λόγος που είναι αυταπάτη και αντίθετο στην ιστορική εμπειρία το να ελπίζουμε να θέσουμε μια και καλή τις κατευθύνσεις της επαναστατικής σοσιαλιστικής πάλης με τη βοήθεια τυπικών μέσων, που θα διασφαλίσουν το εργατικό κίνημα ενάντια σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης.

Η μαρξιστική θεωρία μας προσφέρει ένα αξιόπιστο εργαλείο που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και να πολεμάμε τις εκδηλώσεις του οπορτουνισμού. Το σοσιαλιστικό κίνημα, όμως, είναι ένα μαζικό κίνημα. Οι κίνδυνοί του δεν είναι προϊόν κάποιων ύπουλων μηχανορραφιών ατόμων ή ομάδων. Γεννιούνται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν μπορούμε να προφυλαχθούμε εκ των προτέρων απέναντι σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορούν να υπερνικηθούν μόνο από το ίδιο το κίνημα –ασφαλώς με τη βοήθεια της μαρξιστικής θεωρίας– αλλά μόνο αφότου οι κίνδυνοι αυτοί πάρουν χειροπιαστή μορφή στην πράξη.

Από αυτή την άποψη ο οπορτουνισμός φαίνεται να είναι ένα προϊόν και μια αναπόφευκτη φάση στην ιστορική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος.

Η ρωσική σοσιαλδημοκρατία έχει εμφανιστεί εδώ και λίγο καιρό. Οι πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες το προλεταριακό κίνημα αναπτύσσεται στη Ρωσία είναι κάπως ανώμαλες. Στη χώρα αυτή, ο οπορτουνισμός είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ένα παραπροϊόν της αναζήτησης και των πειραματισμών της σοσιαλιστικής δραστηριότητας που ψάχνει τον τρόπο να προωθηθεί σε ένα έδαφος που όμοιό του δεν υπάρχει στην Ευρώπη.

Από την άποψη αυτή, είναι εκπληκτικό το να ισχυριζόμαστε ότι είναι πιθανό να αποφύγουμε κάθε πιθανότητα εμφάνισης του οπορτουνισμού στο ρωσικό κίνημα με το να γράφουμε κάποιες λέξεις αντί για κάποιες άλλες στο καταστατικό του κόμματος. Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τον οπορτουνισμό με ένα κομμάτι χαρτί μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – όχι για τον οπορτουνισμό αλλά για το εργατικό κίνημα.

Εάν σταματήσεις τους φυσικούς παλμούς ενός ζωντανού οργανισμού, τον αποδυναμώνεις και μειώνεις την αντίσταση και το μαχητικό του πνεύμα – στην περίπτωση αυτή όχι μόνο απέναντι στον οπορτουνισμό, αλλά επίσης (και αυτό είναι το σημαντικό) απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Τα μέσα που προτείνονται στρέφονται ενάντια στο σκοπό που υποτίθεται ότι υπηρετούν.

Στην αγχωτική επιθυμία του Λένιν να θεμελιώσει τη φύλαξη μιας παντοδύναμης κεντρικής επιτροπής που ξέρει τα πάντα, με σκοπό να προφυλάξει ένα τόσο υποσχόμενο και ζωντανό εργατικό κίνημα απέναντι σε κάθε παραπάτημα, αναγνωρίζουμε τα συμπτώματα του ίδιου υποκειμενισμού που ήδη έχει κάνει αρκετά κόλπα στη σοσιαλιστική σκέψη στη Ρωσία.

Είναι διασκεδαστικό το να τονίσουμε τα περίεργα άλματα που το σεβαστό ανθρώπινο «Εγώ» ήταν αναγκασμένο να κάνει στην πρόσφατη ρωσική ιστορία. Ριγμένο στο έδαφος, σχεδόν ένα με τη σκόνη, από τη ρωσική απολυταρχία, το «Εγώ» παίρνει την εκδίκησή του με το να μετατρέπεται σε επαναστατική δραστηριότητα. Στο σχήμα μιας επιτροπής συνωμοτών, στο όνομα μιας ανύπαρκτης Θέλησης του Λαού, κάθεται σε κάποιο είδος θρόνου και διακηρύσσει την παντοδυναμία του. Το «αντικείμενο» όμως αποδεικνύεται δυνατότερο. Το μαστίγιο θριαμβεύει και ο τσαρισμός φαίνεται να είναι η «νόμιμη» έκφραση της ιστορίας.

Κάποια στιγμή βλέπουμε να μπαίνει στο προσκήνιο ένα πιο «νόμιμο» παιδί της ιστορίας – το ρωσικό εργατικό κίνημα. Για πρώτη φορά στο ρωσικό έδαφος εμφανίζονται οι βάσεις για το σχηματισμό μιας πραγματικής «λαϊκής θέλησης».

Εδώ όμως εμφανίζεται ξανά το «Εγώ» του ρώσου επαναστάτη! Κάνοντας πιρουέτες πάνω στο κεφάλι του, για μια φορά ακόμη ανακηρύσσει τον εαυτό του στον παντοδύναμο διευθυντή της ιστορίας – αυτή τη φορά με τον τίτλο της Αυτού Εξοχότητας της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ο σβέλτος ακροβάτης αποτυγχάνει να αντιληφθεί ότι το μόνο «υποκείμενο» που αξίζει τον ρόλο του διευθυντή, είναι το συλλογικό «Εγώ» της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη απαιτεί το δικαίωμα να κάνει τα λάθη της και να μάθει τη διαλεκτική της ιστορίας.

Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Ιστορικά, τα λάθη που διαπράττονται από ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα είναι απείρως περισσότερο καρποφόρα από το οποιοδήποτε αλάθητο της πιο έξυπνης κεντρικής επιτροπής.

 

Σημειώσεις
[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των Βέλγων εργατών του 1902 που χτυπήθηκε απάνθρωπα από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολικής κυβέρνησης και στην αποκορύφωσή της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος, στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.

https://www.marxists.org/ellinika/archive/luxembourg/1904/marxlen.htm
http://library.fes.de/cgi-bin/nzpdf.pl?dok=190304b&f=481&l=512

Luxamburg - Die Neue Zeit

Διαβάστε:

Η Επανάσταση των «Σπαρτακιστών» και η προδοσία του Λένιν
https://kars1918.wordpress.com/2014/01/21/freiheit-ist-immer-die-freiheit-der-anders-denkenden/

Luxemburg-tomb

 

 

Advertisements

22 Σχόλια

  1. […] σφοδρή κριτική η Ρόζα Λούξεμπουργκ με το κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας«, θέτει το ερώτημα: Μαρξισμός ή λενινισμός.  Με το […]

  2. Antonie Pannekoek:

    «….He was a sharp critic of anarchism, social-democracy and Vladimir Lenin and Leninism. During the early years of the Russian revolution, Pannekoek gave critical support to the Bolshevik regime, a position shared by fellow council communist Herman Gorter and Rosa Luxemburg. He expressed misgivings about the authoritarian tendencies of Leninism, fearing for the socialist character of the Russian Revolution unless it should find a rectifying support in a proletarian revolution in the West. His later analysis of the failure of the Russian revolution was that after Lenin and the Bolsheviks came to power, they crippled the soviets. Instead of workers’ councils, the Bolsheviks had instituted the rule of their party, which in Pannekoek’s view is what led to the institution of the Bolsheviks as a new ruling class. He put his views forward in his 1938 book Lenin als filosoof : een kritische beschouwing over de filosofische grondslagen van het Leninisme originally published under the pseudonym J. Harper, translated in English as Lenin as philosopher – a critical examination of the philosophical basis of Leninism (1948).…….»

    —————————–

    Τα έργα του Pannekoek, εδώ:

    https://www.marxists.org/archive/pannekoe/index.htm

  3. Πρωτοπορία- Κόμμα- Κράτος. Η Λενινιστική μετατόπιση
    No Comments Yet

    23/07/2016 ενθετο
    48 3 51
    Του Κώστα Σβόλη

    Δεν νομίζω πως είναι δυνατών να δούμε το θεωρητικό έργο του Λένιν ξέχωρα από την πολιτική του δράση. Απεναντίας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι θεωρητικές του αναζητήσεις υποτάσσονται στα καθήκοντα της άμεσης πολιτικής δράσης και τον συγκεκριμένων κάθε φορά στοχεύσεων του κόμματος των Μπολσεβίκων. Παρά όμως τις διαφοροποιήσεις που κάθε φορά επιχειρεί ο Λένιν σε σχέση με τους τακτικούς στόχους και τα μέτωπα που θέλει να αναδείξει συγκυριακά, μπορούμε να διακρίνουμε στον Λένιν μια στρατηγική μετατόπιση από τις θέσεις του Μαρξ, η οποία όμως πολλές φορές μείνει στην σκιά των τακτικών θεωρητικών του ελιγμών.

    Το «Κράτος και Επανάσταση» είναι ένα έργο ενταγμένο πλήρως σ’ αυτή την γραμμή. Γραμμένο μέσα στην φωτιά των επαναστατικών γεγονότων, μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη του 1917, είναι εύκολο κανείς να διακρίνει τον τακτικό στόχο της επίθεσης στις θέσεις της Σοσιαλδημοκρατίας και της Β’ Διεθνούς για την «ειρηνική μετάβαση» και να υποτιμήσει τις διακριτικές αιχμές απέναντι στην από τα αριστερά κριτική των μπολσεβίκων, από την Λούξεμπούργκ και τον Πάνεκουκ, οι οποίοι φωτογραφίζονται χωρίς να κατονομάζονται. Η μεγαλύτερη όμως αβλεψία θα ήταν να παραβλέψει την συγκαλυμμένη μεν, ουσιαστική δε, μετατόπιση απέναντι στις Μαρξικές θέσεις για ο κράτος και την επανάσταση, όπως αυτές καταγράφονται κυρίως στον «εμφύλιο πόλεμο στην Γαλλία», δηλαδή στο έργο του Μαρξ για την Κομμούνα. Αυτή η παράβλεψη είναι εύκολο να συμβεί γιατί ενώ ο Λένιν φαίνεται να αποδέχεται τις θέσεις του Μαρξ διολισθαίνει μεθοδικά προς την ανάδειξη μιας τελείως διαφορετικής θέσης για την αποδοχή της αναγκαιότητας της κατάληψης και διατήρησης του κράτους για όσο «καιρό χρειαστεί».

    Δεν είναι μόνο το θέμα του κράτους στο οποίο μπορούμε να διακρίνουμε αυτή την μετατόπιση. Η μετατόπιση αυτή έχει ήδη δρομολογηθεί στις αντιλήψεις που έχει ο Λένιν για την πρωτοπορία και το κόμμα, αντιλήψεις που αντανακλούν τον ίδιο τον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία του κόμματος των μπολσεβίκων. Όσο και αν ακούγεται παράταιρο η θέση του Λένιν για την πρωτοπορία και για το κόμμα νέου τύπου, έχει την αφετηρία της στις θέσεις του Κάουτσκι και της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ο Λένιν στο «τι να κάνουμε» (1901) αποδέχεται την θέση του Κάουτσκι ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να προχωρήσει από μόνη πέρα από τον οικονομικό αγώνα και ότι η «σοσιαλιστική συνείδηση» είναι κάτι που εισαχθεί στην εργατική τάξη από μια εξωτερική πρωτοπορία, η οποία θα κατέχει την βαθιά επιστημονική γνώση που αποτελεί βάση για την «σοσιαλιστική συνείδηση», φορέας αυτής της συνείδησης δεν μπορεί παρά να είναι ένα μέρος της αστικής διανόησης που αποσχίζεται από την τάξη του. Αυτό το συνειδητοποιημένο τμήμα αποσχίζεται από την τάξη του και συγκροτείται σε κόμμα επαγγελματιών επαναστατών.

    Αυτή η θέση του Κάουτσκι και του Λένιν έρχεται σε αντιδιαστολή με την θέση του Μαρξ όπως αυτή διατυπώνεται στο καταστατικό της πρώτης Διεθνούς και επαναλαμβάνεται σε αρκετά έργα του ότι: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο των ίδιων των εργατών».

    Αν για τον Μαρξ: «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα» για τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους γίνεται επιτακτική η δημιουργία ενός κόμματος που θα βασίζεται στους επαγγελματίες επαναστάτες, σε μια διαχωρισμένη πρωτοπορία, η οποία δεν θα προκύπτει μέσα από την οργανική της σχέσης με τους ταξικούς αγώνες, αλλά επενεργεί σε αυτούς ως εξωτερικό στοιχείο, ως από τα πριν διαμορφωμένης ηγεσίας που προέρχεται από τους κόλπους της αστικής διανόησης. Για να κατανοήσουμε αυτή την σημαντική μετατόπιση που ξεκίνησε με την Σοσιαλδημοκρατία και ολοκληρώνεται με τον Μπολσεβικισμό πρέπει να θυμηθούμε την θέση της Λούξεμπουργκ όπως αυτή εκφράζεται στο βιβλίο της «Ρώσικη Επανάσταση» (1918) κατά την οποία η συνείδηση της τάξης- άρα και η γνώση- προκύπτουν κατ΄ αρχάς από την πρακτική του αγώνα, από την εμπειρική δραστηριότητα της εργατικής τάξης.

    Θα πρέπει να λοιπών να αποσαφηνίσουμε ότι ο όρος κόμμα είναι τελείως διαφορετικός στον Μαρξ από ότι στον Λένιν. Αν στον πρώτο είναι η πολύμορφη πολιτική έκφραση που παίρνει κάθε φορά η συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη «δια εαυτό», στον Λένιν πρόκειται για μια σκληρά δομημένη μορφή που λειτουργεί με τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

    Τα παραπάνω θα μας βοηθήσουμε να επιχειρήσουμε μια ανάγνωση του «Κράτος και Επανάσταση», που να πηγαίνει πέρα από την προφανή πολεμική του Λένιν στους Σοσιαλδημοκράτες και του «κοινοβουλευτικού δρόμου». Μια ανάγνωση που θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει στις αντιλήψεις των μπολσεβίκων για το κράτος, το κόμμα και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ψήγματα του κρατικού καπιταλισμού στον οποίο αποκρυσταλλώθηκε η αντεπανάσταση μέσα στην Οκτωβριανή επανάσταση, όχι ως εξωτερική απειλεί ή πολεμικές ενέργειες των «Λευκών» αλλά ως η πολιτική επιβολή του «πολεμικού κομμουνισμού» και του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα».

    Στο «Κράτος και Επανάσταση» ο Λένιν ξεκινά αναλύοντας τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης της μιας τάξης από μια άλλη, μέσω του οποίου νομιμοποιεί και στεριώνει αυτή την καταπίεση μετριάζοντας την σύγκρουση των τάξεων. Το μονοπώλιο της βίας δια μέσου του στρατού και της αστυνομίας, η επιβολή των νόμων και τον φόρων είναι τα μέσα τα οποία επιτρέπουν στο κράτος να επιβάλετε ως διαχωρισμένη εξουσία πάνω στην κοινωνία. Όμως το κράτος περιγράφεται ως όργανο εν γένη ταξικής κυριαρχίας και όχι της κυριαρχίας της αστικής τάξης, ακριβώς προετοιμάζοντας την θέση του για το «προλεταριακό κράτος».

    Ο Λένιν επιχειρεί έναν διαχωρισμό μεταξύ αστικού κράτους και του «προλεταριακού κράτους» .Η σοσιαλιστική επανάσταση οφείλει να καταργήσει το πρώτο να εγκαθιδρύσει το δεύτερο το οποίο με έναν σχεδόν φυσικό και μηχανιστικό τρόπο θα αρχίσει να απονεκρώνεται. Η θέση αυτή του Λένιν προκύπτει από την άμεση προοπτική της κατάληψης της εξουσίας που έχει εμφανιστεί στο προσκήνιο της επαναστατική Ρωσίας. Από την μια πρέπει να αντικρούσει τις θέσεις της Σοσιαλδημοκράτης παράδοσης για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία αλλαγή, χωρίς άλματα, τομές και επαναστάσεις και από την άλλη να μην αφήσει χώρο στις Αναρχικές αντιλήψεις για μια επανάσταση που θα καταργήσει το κράτος.

    Για τον Λένιν «είναι ολοφάνερο ότι μια τέτοια αντικατάσταση της αστικής “ιδιαίτερης δύναμης” (βλέπε διαχωρισμένης εξουσίας), με μια άλλη προλεταριακή “ιδιαίτερη δύναμη” δεν μπορεί να γίνει με την μορφή της απονέκρωσης» αλλά της αντικατάστασης.

    Απέναντι στο «ελεύθερο λαϊκό κράτος» ως καρπό μακροχρόνιων κοινοβουλευτικών και οικονομικών αγώνων που είχε κριτικάρει ο Μαρξ από την εποχή του προγράμματος της Γκότα, ο Λένιν παραθέτει το προλεταριακό κράτος, καρπό της βίαιης επανάστασης . Ένα κράτος που ενώ θα είναι ανελεύθερο όπως κάθε κράτος, όπως ο ίδιος διαπιστώνει, θα οδηγείται στην απονέκρωση….

    Ο Λένιν απορρίπτει τον υπερταξικό χαρακτήρα που αποδίδουν στο κράτος οι μικροαστοί δημοκράτες και η Σοσιαλδημοκρατία, αντίθετα όμως βλέπει ότι το κράτος μπορεί να αλλάζει ταξικό πρόσημο. Το κράτος δεν ίπταται πάνω από τις ταξικές αντιθέσεις αλλά είναι εργαλείο της ταξική κυριαρχίας και ως τέτοιο κατά τον Λένιν το προλεταριάτο χρειάζεται την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης, την οργάνωση της βίας για να καταπνίξει την αντίσταση των εκμεταλλευτών, να καθοδηγήσει την αδαή μάζα και να διευθύνει τη σοσιαλιστική οικονομία.

    Το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος γιατί ποιο πριν έχει ήδη χρειαστεί το Εργατικό Κόμμα το οποίο διαπαιδαγωγεί την πρωτοπορία του προλεταριάτου να κατευθύνει, να οργανώσει, το νέο καθεστώς.

    Το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος ακριβώς γιατί στην αντίληψη των μπολσεβίκων η πολιτική επανάσταση μέσω της κατάληψης της εξουσίας προηγείται της κοινωνικής επανάστασης. Μέσω του κράτους οι τάξεις που υφίστανται εκμετάλλευση θα εξαλείψουν ολοκληρωτικά κάθε εκμετάλλευση. Όμως παρά την στιγμιαία εμφάνιση του προλεταριακού κράτους, το οποίο θα αρχίσει να απονεκρώνεται γιατί σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές αντιθέσεις το κράτος δε χρειάζεται, μπαίνει το ερώτημα αν η ύπαρξη του κράτους όχι μόνο προϋποθέτει την ύπαρξη των τάξεων αλλά την αναπαράγει ταυτόχρονα. Ιδιαίτερα στο βαθμό που ο συγκεντρωτικός του χαρακτήρας συγκροτεί έναν ιδιαίτερο μηχανισμό εξουσίας. Δεν αρκεί λοιπών η εργατική επανάσταση να μην μεταφέρει τον υπάρχοντα γραφειοκρατικό μιλιταριστικό μηχανισμό από το ένα χέρι στο άλλο, αλλά ούτε να συγκροτήσει έναν καινούργιο που θα αντικαταστήσει τον παλιό ως μορφή διαχωρισμένης εξουσίας.

    Γιατί ακριβώς το κράτος δεν αποτελεί μόνο φορέα των ταξικών συμφερόντων της εκμεταλλευτικής τάξης αλλά και μορφή συγκρότησης και ανασυγκρότησης της εκμεταλλευτικής τάξης. Οπότε είναι πολύ φυσικό από την άμεση απονέκρωση του «προλεταριακού κράτους» να περνάμε στην διατήρηση του «για ολόκληρη την ιστορική περίοδο που χωρίζει τον καπιταλισμό από τον κομμουνισμό» και στην πραγματικότητα στην διατήρηση των σχέσεων ταξικής εκμετάλλευση και κυριαρχίας.

    Η αναφορά του Λένιν στις θέσεις του Μαρξ για την Παρισινή κομμούνα, ενώ γίνεται για να «νομιμοποιήσει» την πολιτική στόχευση των μπολσεβίκων για την άμεση κατάληψη της εξουσίας, με μια ποιο προσεκτική ανάγνωση θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αυτοπαγίδευση του Λένιν, την οποία προσπαθεί να ξεπεράσει με τακτικούς ακροβατισμούς.

    Δεν είναι μόνο ο σχεδόν «αυθόρμητος» χαρακτήρας της Παρισινής Κομμούνας το κυρίαρχό στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με τις θεωρητικές παραδοχές του Λένιν, ούτε καν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο Παρίσι του 1871 απέχουν πολύ από τον κρατικομονοπολιακό καπιταλισμό τον οποίο ο Λένιν θεωρεί ως αντικειμενική βάση πάνω στην οποία θα βασιστεί η μετάβαση σε μια σοσιαλιστική οικονομία. Το βασικό στοιχείο της αντίθεσης είναι ότι είναι αναγκασμένος να αναφέρει όλα εκείνα τα στοιχεία της Κομμούνας τα οποία στην πραγματικότητα δεν συγκροτούν ένα «εργατικό κράτος», αλλά τείνουν άμεσα προς την κατάργηση του κράτους ως διαχωρισμένης μορφής εξουσίας, που συνδυάζουν ταυτόχρονα την κατάργηση του απολυταρχικού κράτους και της ταξικής κυριαρχίας. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θα απονεκρωθεί, αλλά για ένα κράτος υπό αίρεση, για ένα μη-κράτος, αφού όλες οι λειτουργίες του κράτους επιστρέφουν στο άμεσο έλεγχο της κοινωνίας.

    Ακόμα παραπέρα ο Λένιν είναι αναγκασμένος να αποδεχθεί ότι αν επικρατούσε η επανάσταση, πολιτική μορφή της Κομμούνας δεν θα έπαιρνε την μορφή ενός συγκεντρωτικού «εργατικού κράτους», αλλά ενός ομοσπονδιακού συστήματος Κομμούνων από άκρη σε άκρη της Γαλλίας.

    Εδώ ο Λένιν επιχειρεί ένα ακόμα ακροβατισμό, για να μπορέσει να επαναφέρει από το παράθυρο την ιδέα του προλεταριακού κράτους. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί στον «εμφύλιο πόλεμο» τον όρο συγκεντρωτισμό για να αποδώσει αυτό που θα λέγαμε κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Για τον Μαρξ τα μέσα παραγωγής πρέπει να είναι κτήμα της κοινωνίας συνολικά και όχι περιουσιακό στοιχείο της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ακριβώς για να μην ανασυσταθεί η ιδιοκτησία σε επίπεδο κοινότητας, για να μην στέκεται η μια κοινότητα απέναντι στην άλλη ως ιδιώτης.

    Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται από το γράμμα που έστειλε ο Ενγκελς στον Μπέμπελ, όπου επισημαίνει ότι όχι μόνο ότι η κομμούνα δεν ήταν κράτος, αλλά προτείνει όπου αυτός με τον Μαρξ έχουν χρησιμοποιήσει την λέξη κράτος αυτή να αντικατασταθεί από τη γερμανική λέξη Κοινότητα. Μάλιστα χρησιμοποιεί την Γερμανική λέξη gemeinwensen που σημαίνει σύστημα κοινοτήτων.

    Αντίθετα ο Λένιν μετατοπίζει αυτόν τον συγκεντρωτισμό στο πολιτικό επίπεδο εισάγοντας τον Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό. Ο οποίος επαναφέρει μια πυραμιδωτή ιεραρχία στο κομμουνιστικό πρόταγμα του Μαρξ, η οποία αναιρεί πλήρως τον χαρακτήρα της Κομμούνας.

    Αυτή η πρόσδεση του Λένιν σ’ ένα συγκεντρωτικό εργατικό κράτος, έχει να κάνει με την πρωτοκαθεδρία που δίνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κεντρικού σχεδιασμού ως προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός δεν προκύπτει ως κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της αποξένωσης του εργάτης από την ίδια του την δραστηριότητα και της αθλιότητας που αυτή παράγει, αλλά ως το αντικειμενικά διαδοχικό στάδιο της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής. Η μετάβαση δεν οφείλεται στην άρνηση του προλεταριάτου να αποδεχθεί της σχέσεις εκμετάλλευσης τις οποίες υφίσταται στον καπιταλισμό, αλλά στο ότι αυτές οι σχέσεις λειτουργούν ως όριο στην ανάπτυξη των μέσων παραγωγής.

    Ο Μαρξ βλέπει την κατάργηση του κράτους ως διαχωρισμένη εξουσία, στην μεταβίβαση όλων των πολιτικών αποφάσεων στην ίδια την κοινωνία μέσω των αιρετών και άμεσα ανακλητών εκπροσωπών και την κατάργηση κάθε προνομίου για κάθε «δημόσιο λειτουργό», στην μεταβίβαση των κοινών υποθέσεων στο σύνολο της κοινωνίας ως το συντακτικό σώμα που κρίνει, παίρνει και εκτελεί της αποφάσεις που το αφορούν.

    Αντίθετα ο Λένιν βλέπει την κατάργηση του κράτους, στην μετατροπή της πολιτικής σφαίρας σε μια σειρά διοικητικών απλοποιημένων, καταγραφικών και ποσοτικοποιημένων λειτουργιών οι οποίες μπορούν να εκτελεστούν από τον καθένα μηχανιστικά. Την διαχωρισμένη σφαίρα της πολιτικής δεν έρχεται να αντικαταστήσει μια αυτοθεσμισμένη και αυτοκυβερνούμενη κοινωνία, μια κοινωνία στα πρότυπα του τεϊλορικού εργοστασίου.

    Αν τα εργατικά συμβούλια και τα σοβιέτ αποτέλεσαν την είσοδο της πολιτικής σφαίρας μέσα στην παραγωγική διαδικασία και την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, εισάγοντας άλλες ποιότητες όχι μόνο στο ποιος αποφασίζει αλλά και με τι κριτήρια αποφασίζει, ο κρατικός καπιταλισμός διέχυσε τον τεϊλορισμό και την επιστημονική οργάνωση της εργασίας σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής ζωής.

    Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με τίτλο:

    «Με αφορμή το βιβλίο του Β.Ι. Λένιν : “Κράτος & Επανάσταση”», η οποία έγινε στις 22/4/2016 στο Αυτόνομο Στέκι στα πλαίσια του κύκλου συζητήσεων στην Αυτοδιαχειριζόμενη Δανειστική Βιβλιοθήκη.

    http://www.hitandrun.gr/protoporia-komma-kratos-leninistiki-metatopisi/

  4. Rosa Luxemburg

    Organizational Questions
    of the Russian Social Democracy
    [Leninism or Marxism?]

    https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1904/questions-rsd/

  5. […] Επίσης: «Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»» https://kars1918.wordpress.com/2016/01/22/luxemburg-lenin/ […]

  6. εξέγερση της Κροστάνδης

    Τον Μάρτιο του 1921 ο στόλος της Κροστάνδης, από τις κύριες δυνάμεις που στήριξαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, αμφισβήτησε το καθεστώς που διαμορφώθηκε από αυτήν. Ναύτες, στρατιώτες και πολίτες της Κροστάνδης απαίτησαν, μεταξύ άλλων, περισσότερες πολιτικές ελευθερίες, ελευθερία δράσης για τα μικρότερα σοσιαλιστικά κόμματα και περιορισμό των μέτρων κατά της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 7 Μαρτίου, ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε στην πόλη.
    Η Κροστάνδη είναι νησιωτική πόλη της βορειοδυτικής Ρωσίας. Βρίσκεται στο νησί Κότλιν, στο κέντρο του Κόλπου της Φινλανδίας. Το 1921 τη Ρωσία κυβερνούσε ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι και η χώρα βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Η βιομηχανική παραγωγή είχε μειωθεί κατά 20% σε σχέση με την τσαρική περίοδο ενώ ο πληθωρισμός είχε εκτοξευθεί στα ύψη.

    Τον Φεβρουάριο του 1921 οι εξεγέρσεις των αγροτών ξεπέρασαν τις εκατό, ενώ οι εργάτες στην Αγία Πετρούπολη απεργούσαν διαμαρτυρόμενοι για τη μείωση της ποσότητας του ψωμιού που μοιραζόταν κατά ένα τρίτο μέσα σε δέκα ημέρες.

    Στις 26 Φεβρουαρίου 1921 αντιπρόσωποι του στόλου της Κροστάνδης πήγαν στην Αγία Πετρούπολη για να εξετάσουν την κατάσταση.

    Στις 28 του μήνα, μετά την αναφορά των αντιπροσώπων που έκανε λόγο για κατάπνιξη των απεργιών από τους μπολσεβίκους, οι ναύτες των πολεμικών πλοίων «Petropavlovsk» και «Sevastopol» πραγματοποίησαν έκτακτη συνέλευση κατά την οποία ενέκριναν ένα ψήφισμα με 15 θέσεις:

    1. Άμεσα εκλογές στα Σοβιέτ. Τα τωρινά Σοβιέτ δεν εκφράζουν πλέον τη βούληση των εργαζομένων και των αγροτών. Οι νέες εκλογές θα πρέπει να διεξαχθούν με μυστική ψηφοφορία, και θα πρέπει να προηγηθεί δωρεάν εκλογική προπαγάνδα για όλους τους εργάτες και τους αγρότες πριν από τις εκλογές.

    2. Ελευθερία του λόγου και του Τύπου για τους εργάτες και τους αγρότες, για τους αναρχικούς, καθώς και για την αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα.

    3. Δικαίωμα του συνέρχεσθαι και ελευθερία για τα συνδικάτα και τις ενώσεις των αγροτών.

    4. Οργάνωση, το αργότερο στις 10 Μαρτίου 1921, μίας Διάσκεψης ανεξάρτητων εργατών, στρατιωτών και ναυτών της Αγίας Πετρούπολης, της Κροστάνδης και της περιφέρειας της Αγίας Πετρούπολης.

    5. Απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων των σοσιαλιστικών κομμάτων, καθώς και όλων των κρατουμένων εργατών και αγροτών, στρατιωτών και ναυτών που ανήκουν στην εργατική τάξη και σε αγροτικές οργανώσεις.

    6. Εκλογή μιας επιτροπής για να εξετάσει τους φακέλους όλων όσων κρατούνται σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης.

    7. Κατάργηση όλων των πολιτικών τμημάτων στις ένοπλες δυνάμεις. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν θα πρέπει να έχει προνόμια διάδοσης των ιδεών του, ή να λαμβάνει κρατικές επιδοτήσεις για το σκοπό αυτό. Στη θέση των πολιτικών τμημάτων θα πρέπει να συσταθούν διάφορες πολιτιστικές ομάδες, που θα λαμβάνουν πόρους από το κράτος.

    8. Άμεση κατάργηση αποσπασμάτων της πολιτοφυλακής που βρίσκονται μεταξύ των πόλεων και της επαρχίας.

    9. Εξίσωση των δελτίων τροφίμων για όλους τους εργαζόμενους, εξαιρουμένων εκείνων που ασχολούνται με επικίνδυνες ή ανθυγιεινές εργασίες.

    10. Κατάργηση των κομματικών πολεμικών μονάδων σε όλες τις στρατιωτικές ομάδες. Κατάργηση των πολιτικών φρουρών στα εργοστάσια και επιχειρήσεις. Αν απαιτείται φρουρά, θα πρέπει να ορίζεται με βάση τις απόψεις των εργαζομένων.

    11. Χορήγηση στους αγρότες της ελευθερίας της δράσης στα δικά τους εδάφη, καθώς και του δικαιώματος απόκτησης βοοειδών, υπό τον όρο ότι θα τα φροντίζουν οι ίδιοι και δεν θα απασχολούν μισθωτούς εργάτες.

    12. Ζητάμε όλες οι στρατιωτικές μονάδες και οι ομάδες εκπαιδευόμενων αξιωματούχων να υιοθετήσουν αυτό το ψήφισμα.

    13. Ζητάμε ο Τύπος να δώσει τη δέουσα δημοσιότητα σε αυτό το ψήφισμα.

    14. Απαιτούμε την δημιουργία εργατικών κινητών μονάδων ελέγχου.

    15. Απαιτούμε η παραγωγή χειροποίητων να επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δεν χρησιμοποιεί την μισθωτή εργασία.

    Την 1η Μαρτίου το ψήφισμα εγκρίθηκε από ανοιχτή γενική συνέλευση, στην οποία πήραν μέρος χιλιάδες ναύτες, στρατιώτες και πολίτες της Κροστάνδης.

    Έξι ημέρες αργότερα, στις 7 Μαρτίου, ο Λέων Τρότσκι έστειλε στην Κροστάνδη δύναμη 50.000 ανδρών από την Αγία Πετρούπολη. Υπό κανονικές συνθήκες, η κατάληψη του νησιού θα ήταν αδύνατη, δεδομένης της απόλυτης ναυτικής υπεροχής των εξεγερμένων. Ωστόσο, η παγωμένη θάλασσα έδωσε το πλεονέκτημα στον Κόκκινο Στρατό.

    Οι μάχες κράτησαν έως τις 17 Μαρτίου, όταν ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την πόλη με μεγάλες απώλειες (περίπου 10.000 στρατιώτες σκοτώθηκαν). Μεγάλος αριθμός από τους ναύτες της Κροστάνδης εκτελέσθηκε επί τόπου.

    Σύμφωνα με ιστορικούς 1.200 με 2.168 άτομα εκτελέσθηκαν, ενώ άλλοι τόσοι υπολογίζεται ότι φυλακίσθηκαν, οι περισσότεροι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία.

    Σύμφωνα με τα σοβιετικά αρχεία, ο Κόκκινος Στρατός έχασε 527 άνδρες, ενώ 3285 ήταν οι τραυματίες. Οι απώλειες για τους εξεγερμένους ανήλθαν σε 1000 νεκρούς και 2000 τραυματίες. 2500 συνελήφθησαν και 8000 διέφυγαν στη Φιλανδία.

    Η εξέγερση της Κροστάνδης ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην υιοθέτηση στις 21 Μαρτίου 1921 της λεγόμενης Νέας Οικονομικής Πολιτικής.

    http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B7-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B7%CF%82

  7. […] Τώρα λοιπόν, με το δικό της 20ο Συνέδριο, η ηγετική ομάδα που κατέχει τη σφραγίδα του ιστορικού κόμματος, επιστρέφει στις προς του σοβιετικού 20ου Συνεδρίου εποχές. Διακηρύσσει και πάλι τη ζαχαριαδική πολιτική του «όπλου παρά πόδας» και διερευνά τους τρόπους με τους οποίους η κυρίαρχη ομάδα θα μετατραπεί σε σύγχρονο Στάλιν επί του ελληνικού λαού. Στις “Θέσεις για το 20ό Συνέδριο” του ΚΚΕ, εκφράζεται και ο στόχος -μέσω του ΠΑΜΕ ως Δούρειου Ίππου. Στο ΠΑΜΕ λοιπόν και στις συναφείς μετωπικές οργανώσεις: «πρωτοπόρο ρόλο έχει το ΚΚΕ, (το οποίο) αγωνίζεται για την κατάκτηση της εργατικής λαϊκής εξουσίας. Για το ΚΚΕ η νέα εξουσία ταυτίζεται με την εργατική εξουσία, τη σοσιαλιστική, που ο επιστημονικός σοσιαλισμός την προσδιόρισε ως δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία αποτελεί τον αντίποδα της δικτατορίας της αστικής τάξης, του αστικού κράτους”. Για τα ξεπερασμένα και αποτυχημένα αυτά σχήματα του παρελθόντος που η ιστορία πέταξε στον σκουπιδοντενεκέ, αλλά τα ξαναζωντανεύει η κυρίαρχη ομάδα για τα ταπεινά εγωιστικά της οφέλη, διαβάστε την εξαιρετική ανάλυση μιας μεγάλης μαρξίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ:  «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» […]

  8. […] Τα ξεπερασμένα και αποτυχημένα αυτά σχήματα του παρελθόντος, που βασίζονται στην αντίληψη του «πρωτοπόρου Κόμματος», ξαναζωντανεύει η κυρίαρχη ομάδα για ταπεινά εγωιστικά οφέλη. Διαβάστε την εξαιρετική ανάλυση μιας μεγάλης μαρξίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ:  «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας».  […]

  9. […] και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατάγγειλε «τον υπερσυγκεντρωτισμό που υπερασπίζει ο Λένιν» και […]

  10. […] και η Ρόζα Λούξεμπουργ&… «τον […]

  11. […] Σκληρή κριτική στη λενινιστική αντίληψη θα κάνει η Ρόζα Λούξεμπουργκ θεωρώντας ότι ο Λενινισμός αντίκειται στο […]

  12. «Αν εξετάσει κανείς ένα επαναστατικό καθεστώς, όποιο στόχο κι αν θέτει, από όποιες ιδέες κι αν καθοδηγείται, από την υλική του σκοπιά, θα δει ότι όσο θα υφίσταται, δε θα είναι παρά ένα και μόνο πράγμα… ένα επαναστατικό καθεστώς. Επαναστατικό καθεστώς σημαίνει όμως δικτατορία των όπλων ή, για να το ορίσουμε καλύτερα, στρατιωτικό καθεστώς βίας, ακριβώς επειδή η κοινωνία κηρύσσεται από ένα μέρος της σε κατάσταση πολέμου… και μάλιστα από εκείνο το μέρος της που πήρε την εξουσία με την επανάσταση. Τι συμπεραίνουμε απ’ αυτό; Συμπεραίνουμε ότι εκείνος που στοχεύει σ’ ένα τέτοιο καθεστώς, που είναι από υλική σκοπιά ένα ανεξέλεγκτο καθεστώς βίας, στοχεύει σ’ ένα στρατιωτικό καθεστώς βίας. Η ιδέα που οδηγούσε τους επαναστάτες κι ο στόχος που είχαν θέσει, εξαφανίζονται τώρα εντελώς απ’ την κοινωνική πραγματικότητα, που τη διεκδικούν πια αποκλειστικά τα πολεμικά γεγονότα. Έτσι ξεπηδά από μια επαναστατική δικτατορία -κι αυτό τόσο περισσότερο, όσο πιο πολύ διαρκεί αυτή η δικτατορία- μια πολεμική κοινωνία δικτατορικού τύπου, με άλλα λόγια μια στρατιωτική κυριαρχία δια της βίας. Μα θα μπορούσε να ‘ναι και διαφορετικά; Αφού ποτέ δεν έγινε διαφορετικά. Δε γνωρίζω πολύ καλή Ιστορία, όμως όσα ξέρω, απλώς επι6ε6αιώνουν όσα λέω, και συνεχίζουν να τα επιβεβαιώνουν. Τι βγήκε απ’ τις πολιτικές αναταραχές της Ρώμης; Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η στρατιωτική της κυριαρχία δια της βίας. Τι βγήκε απ’ τη Γαλλική Επανάσταση; Ο Ναπολέων και η στρατιωτική του κυριαρχία δια της βίας. Και θα δείτε και μόνος σας τι θα βγει απ’ τη Ρωσική Επανάσταση… Κάτι που θα καθυστερήσει την πραγματοποίηση της ελεύθερης κοινωνίας επί δεκαετίες. Αλλά τι να περιμένει κανείς από ένα λαό αναλφάβητων και μυστικιστών;»

    Fernando Pessôa, «O BANQUEIRO ANARQUISTA» (Ο αναρχικός τραπεζίτης), πρώτη κυκλοφορία το 1922, Λισαβώνα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις εκδ. Εξάντας το 2006 σε μετάφραση Μ. Παπαδήμα.

  13. η αντίληψη του Λένιν για το κόμμα και τον ρόλο του έπασχε αφετηριακά. «Η εργατική τάξη από μόνη της δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο του τρεϊντγιουνιονισμού. Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω», έγραφε ο Λένιν.

    Και προσέθετε: «Η οργάνωση των επαναστατών πρέπει να αγκαλιάζει, πριν απ’ όλα και κυρίως, ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση και που θα καθοδηγούν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην όσο το δυνατόν συνωμοτική».

    Αυτή η στρατιωτική/συνωμοτική αντίληψη του Λένιν δεν προέρχεται προφανώς από τον Μαρξ (ο οποίος, άλλωστε, ελάχιστα πράγματα έγραψε για το κόμμα). Αντιθέτως, είναι γέννημα αφενός του απολυταρχικού καθεστώτος και της απουσίας δημοκρατικών θεσμών και παραδόσεων στην τσαρική Ρωσία, και αφετέρου των απόψεων περί επαναστατικής πρωτοπορίας μιας ακραίας εκδοχής γιακωβινισμού – απόψεων όπως αυτές που χαρακτήριζαν τη δράση του Μπλανκί στη Γαλλία ή των ναροντνίκων τον 19ο αιώνα στη Ρωσία.

    http://www.kathimerini.gr/932174/article/epikairothta/kosmos/h-oktwvrianh-epanastash

  14. Από: Κώστας Παπαιωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, μετ. Μπ. Λυκούδης, εκδ. Ύψιλον

    ……………………….

    «Ο Μαρξ γνώριζε καλά την ύβριν του σεκταρισμού: «Η σέκτα βρίσκει το λόγο ύπαρξής της στο σημείο αναφοράς της, και το σημείο αυτό αναφοράς της το αναζητά όχι σε ότι κοινό έχει με το ταξικό κίνημα, αλλά σε ένα επιμέρους σημείο που τη διαχωρίζει από το κίνημα»[1].

    Ο Λένιν πάλεψε όλη του τη ζωή για να εξαγάγει το «επιμέρους αυτό σημείο» που θα διέκρινε το κόμμα των «εξ επαγγέλματος επαναστατών» από την τάξη την οποία έπρεπε να «χειραφετήσουν», και θεώρησε ότι βρήκε αυτό το «σημείο αναφοράς» στη μαρξιστική «επιστήμη»: η «επιστήμη» είναι «προλεταριακή», η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου είναι το κέντρο από όπου ακτινιβολεί κάθε αλήθεια και κάθε φως, αλλά το προλεταριάτο τούτο, «αφημένο στον εαυτό του», μη εμμεσοποιημένο από το κόμμα, μοναδικό θεματοφύλακα της «επιστήμης», παραμένει βυθισμένο στα σκότη, παραστρατημένο στις ατραπούς της πλάνης.

    «Η σοσιαλιστική συνείδηση» λέει ο Λένιν «γεννήθηκε από τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες που τις επεξεργάστηκαν οι πεπαιδευμένοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, από τους διανοούμενους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, ήταν κι αυτοί, από την κοινωνική τους τοποθέτηση, αστοί διανοούμενοι. Το ίδιο και στη Ρωσσία, το θεωρητικό δόγμα της σοσιαλδημοκρατίας εμφανίστηκε εντελώς αναξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος΄ υπήρξε το φυσικό και αναπόφευκτο προϊόν της ανάπτυξης της σκέψης στους σοσιαλιστές επαναστάτες διανοούμενους.» [2]

    Πρόκειται εδώ για αναπάντεχη αντιστροφή μιας από τις θεμελιώδεις προτάσεις του μαρξισμού: δεν καθορίζει πια το είναι τη συνείδηση, οι ιδέες δεν είναι πια «αντανακλάσεις» της κοινωνικής κατάστασης, αλλά αναπτύσσονται αυθόρμητα, σύμφωνα με τη δική τους λογική, ανεξαρτήτως κάθε ταξικής ή άλλης κατάστασης, και καταλήγουν να καθορίζουν αυτές το είναι. Επιπλέον: το είναι του προλεταριάτου καθορίζεται τελικά από τη συνείδηση των διανοουμένων … Οι διανοούμενοι ανήκουν στη μικροαστική τάξη, κόκκινο πανί για το μαρξισμό˙ κι όμως, αυτοί μονάχα είναι σε θέση να στοχαστούν την κοινωνική ολότητα με βάση μια επαναστατική προοπτική, ενώ «η εργατική τάξη, αφημένη στον εαυτό της, μπορεί να φτάσει μόνο στην τρέιντ-γιουνιονίστικη συνείδηση» (σελ 197). Και αφού οι εργάτες, αφημένοι στον εαυτό τους, μόνο θολά και συγκεχυμένα μπορούν να σταχαστούν την ιστορική τους κατάσταση, άρα, κατά τον Λένιν, οι μικροαστοί διανοούμενοι είναι εκείνοι που, αφού μετατραπούν σε επαγγελματίες επαναστάτες, μέλλουν να συγκροτήσουν τον πυρήνα του κόμματος και να αναλάβουν την αποστολή να κομίσουν τη συνείδηση και την «προλεταριακή επιστήμη» στο προλεταριάτο.

    Η αλήθεια δεν είναι λοιπόν προλεταριακή με την έννοια ότι μόνο το προλεταριάτο μπορεί να τη συλλάβει. Αντίθετα, η αλήθεια ξεπερνά το προλεταριάτο, με την έννοια ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να τη συλλάβει παρά μόνο μέσω της διαμεσολάβησης των «σοσιαλιστών επαναστατών διανοουμένων», των μόνων ικανών να του τη μεταδόσουν: όπως ακριβώς οι υπάλληλοι του εγελιανού κράτους (που ο Μαρξ το θεωρούσε το nec plus ultra του «φετιχισμού» και της «πρόληψης»), έτσι και οι διανοούμενοι δεν ορίζονται εν σχέση προς την τάξη στην οποία ανήκουν, αλλά συνιστούν κατά κάποιον τρόπο την «καθολική τάξη», πέραν των τάξεων με την κύρια σημασία της λέξης.

    Μήπως η αλήθεια είναι προλεταριακή με την έννοια ότι μόνοι οι προλετάριοι μπορούν να την αφομοιώσουν; Ούτε αυτό συμβαίνει, απαντά ο Λένιν: αν είναι σωστό ότι καταρχήν «η εργατική τάξη έλκεται αυθόρμητα προς το σοσιαλισμό», είναι εξίσου αλήθεια ότι κυρίως «η αστική ιδεολογία επιβάλλεται αυθόρμητα στον εργάτη» (σελ. 208). Καθώς όμως η αιτία της υπεροχής αυτής της αστικής ιδεολογίας πάνω στην «προλεταριακή επιστήμη» – «μόνη αληθινή επιστήμη» – βρίσκεται στο ότι «η αστική ιδεολογία είναι παλιότερη και πιο ολοκληρωμένη από τη σοσιαλιστική ιδεολογία» (σελ. 207), μόνο μια μειοψηφία διανοουμένων που έχουν φανατιστεί από το μύθο της «προλεταριακής επιστήμης» θα μπορούσε να εξουδετερώσει την επιρροή της αστικής ιδεολογίας πάνω στο προλεταριάτο.

    Όσο πιο διογκωμένη ιδέα σχημάτιζε ο Λένιν για την «επιστήμη», τόσο περισσότερη δυσπιστία έτρεφε για τους πραγματικούς προλετάριους, που ήταν «ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινη» για να μπορούν να πετάξουν στα παγερά ύψη όπου φτεροκοπούσε η ιντελιγκέντσια.

    Το προλεταριάτο ήταν βέβαια η τάξη-μεσσίας που θα έσωζε την ανθρωπότητα – είχε όμως ανάγκη ενός κηδεμόνα που, μόνο αυτός, θα του επέτρεπε να αρθεί στο ύψος της «αποστολής» του. Επιπλέον: το προλεταριάτο είχε μια φυσική κλίση να «προδίδει την αποστολή του» και να επηρεάζεται από την μπουρζουαζία: «η αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος οδηγεί στην κυριάρχησή του από την αστική ιδεολογία. Γιατί αυθόρμητο εργατικό κίνημα είναι ο τρέιντ-γιουνιονισμός, ο οποίος όμως σημαίνει ακριβώς την ιδεολογική υποδούλωση των εργατών από την αστική τάξη» (σελ. 206).

    Μόνο μια μειοψηφία πρώην – «αστών διανοουμένων», με αυστηρό συγκεντρωτισμό και σιδερένια πειθαρχία μπορεί να επικρατήσει πάνω στην «αυθόρμητη» αυτή τάση που φέρνει το προλεταριάτο στην τροχιά της αστικής τάξης, και να μετατρέψει τους «τρέιντ-γιουνιονιστές» εργάτες σε επαναστάτες προλετάριους. Αν η ποσοτικά ασήμαντη αυτή μειοψηφία διακατέχεται σύψυχη από τη μεσσιανική ιδέα του προλεταριάτου, αν φτάνει σε έναν ορισμένο βαθμό ιδεολογικής ομογένειας και «μονολιθικής» πειθαρχίας, μπορεί να κάνει θαύματα, μπορεί να υπερνικήσει τόσο τα αντικείμενα όσο και τα υποκειμενικά εμπόδια που απορρέουν από την καθυστερημένη οικονομική κατάσταση: ανωριμότητα, «τρέιντ-γιουνιονίστικο» πνεύμα, μη επαναστατική συνείδηση των εργατών των ίδιων. «Δώστε μας οργάνωση επαναστατών» κραυγάζει ο Λένιν «και θα κάνουμε άνω κάτω τη Ρωσία». (ΙΙ, 278).

    [1] Μαρξ: Επιστολή στον J.B. Schweitzer (13-10-1868)
    [2] Λένιν: Τι να κάνουμε, 1902.

    —–
    <>

    ——-

  15. Λένιν:
    σελ 134 -απαντα-τόμος 6-τι να κάνουμε

    Για να έχει πλήρη κατάρτιση στα ζητήματα της δουλειάς του ο επαναστάτης εργάτης πρέπει επίσης να γίνει εξ επαγγέλματος επαναστάτης. …..
    Κάθε εργάτης διαφωτιστής, πού έχει κάποιο ταλέντο και <> δεν πρέπει να δουλεύει στο εργοστάσιο 11 ώρες. Πρέπει να φροντίσουμε ώστε να ζει από τους οικονομικούς πόρους του κόμματος, να μπορεί να περάσει έγκαιρα στην παρανομία, ν’ αλλάζει τον τρόπο δράσης του, γιατί διαφορετικά δε θ’ αποκτήσει μεγάλη πείρα, δεν θα πλατύνει τον ορίζοντά του, δε θα μπορέσει να κρατηθεί τουλάχιστο μερικά χρόνια στην πάλη ενάντια στους χωροφύλακες.

    Οσο πιο πλατιά και πιο βαθιά γίνεται η αυθόρμητη άνοδος των εργατικών μαζών τόσο περισσότερο οι μάζες αυτές αναδείχνουν όχι μόνο ιδιοφυείς διαφωτιστές μα και ιδιοφυείς οργανωτές και προπαγανδιστές και <> με την καλή ένννοια της λέξης (που τόσο λίγοι είναι μέσα στυς διανοούμενούς μας, που στο μεγαλύτερό τους μέρος κατά τη ρωσική συνήθεια είναι λιγάκι αμελείς και δυσκίνητοι). Οταν θα έχουμε τμήματα από δειδικά καταρτισμένους επαναστάτες εργάτες που θα έχουν περάσει από ένα πολύχρονο σοχλείο (εννοείται μάλιστα, επαναστάτες <>), καμιά πολιτική αστυνομία του κόσμου δε θα τα βγάλει πέρα μ’ αυτά τα τμήματα, γιατί αυτά τα τμήματα που θ’ αποτελούνται από ανθρώπους, απεριόριστα σφοσιωμένους στην επανάσταση, θα έχουν επίσης και την απεριόριστη εμπιστοσύνη των πιο πλατιών ενεργητικών μαζών. Και το άμεσο φταίξιμό μας είναι ότι πολύ λίγα κάνουμε για <> τους εργάτες σ’ αυτό τον δρόμο της επαγγγλεματικής επαναστατικής κατάρτισης, τον κοινό γι αυτούς και για τους <>, ότι πολύ συχνά τους τραβάμε προς τα πίσω με τους ανόητους λόγους μας για το ποιο είναι το <> στην εργατική μάζα στους <>

  16. Παππάς Ανδρέας

    Από τον Μπλανκί στον Γιωτόπουλο… μέσω Λένιν
    Οι βαθύτερες ρίζες της «17 Νοέμβρη»

    * Μπορεί οι μέθοδοι ενός σταλινικού ΚΚ και μιας τρομοκρατικής οργάνωσης να διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά αλλά το ίδιο όραμα(!) στοιχειώνει τις πολιτικές ονειροφαντασίες και των δύο

    Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε ασκήσει εντονότατη κριτική στον Λένιν και στους μπολσεβίκους για την εκ μέρους τους κατάλυση των λεγομένων αστικών πολιτικών ελευθεριών και των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας

    Πολλή κουβέντα γίνεται στις ημέρες μας ως προς το αν η «17 Νοέμβρη» (17Ν) αποτελεί ή όχι απόφυση της Αριστεράς και ποιου ειδικότερα ρεύματός της στον βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο. Να λοιπόν μια καλή ευκαιρία να θυμίσει κανείς πρόσωπα, γεγονότα και απόψεις που όχι μόνο άπτονται όλων αυτών αλλά και φωτίζουν γενικότερα το θέμα της τρομοκρατίας και της ιστορικής διαδρομής της.
    Και καλά τον Γιωτόπουλο. Τον γερο-Μπλανκί, όμως, τον θρυλικό enferme [τον «έγκλειστο», λόγω των 33(!) χρόνων που πέρασε στις γαλλικές φυλακές] του 19ου αιώνα, πού πήγα και τον θυμήθηκα; Μα με αφορμή μια φράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία είχε γράψει ότι ο Λένιν είναι «περισσότερο μπλανκιστής παρά μαρξιστής», θέλοντας ακριβώς να επικρίνει έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του λενινισμού: την άποψη ότι μια σφιχτή, δυναμική, έστω και ολιγομελής ομάδα μπορεί να αφυπνίσει μια ολόκληρη κοινωνία, «αποκαλύπτοντας» με τη δράση της την πραγματική φύση της κυρίαρχης τάξης και επομένως συμβάλλοντας καταλυτικά στην ανατροπή της.

    Αλλά ας αφήσουμε τα ίδια τα κείμενα του Λένιν να μιλήσουν και κυρίως το Τι να κάνουμε; (1902) και το Ενα βήμα μπροστά, δυο βήματα πίσω (1904):

    «Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω. Το πρώτο και επιτακτικό καθήκον είναι… η δημιουργία μιας οργάνωσης επαναστατών, ικανής να εξασφαλίσει σταθερότητα και συνέχεια στην πολιτική πάλη. Η οργάνωση αυτή πρέπει να αποτελείται πριν απ’ όλα και κυρίως από ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση. Δεν μπορεί, επομένως, να είναι πλατιά αλλά όσο το δυνατόν περισσότερο συνωμοτική…».

    Είναι προφανές ότι παρόμοιες απόψεις ελάχιστα εμπνέονται από τον Μαρξ, ο οποίος, ως γνωστόν, καταδίκαζε ρητά κάθε είδους «υποκατάσταση» της εργατικής τάξης από μια ομάδα αποφασισμένων επαναστατών, μιλώντας μάλιστα για «αλχημιστές» που «προσπαθούν να επισπεύσουν την επαναστατική διαδικασία» ή που «αυτοαναγορεύονται σε γενικό επιτελείο της επανάστασης».

    Δεν είναι λοιπόν ο Μαρξ αυτός από τον οποίον ο Λένιν και πολύ περισσότερο βέβαια η 17Ν άντλησαν τα βασικά στοιχεία της θεωρίας τους για την επαναστατική οργάνωση. Αν ήθελε κανείς να εντοπίσει τις ρίζες παρόμοιων απόψεων, θα έπρεπε μάλλον να πάει πιο πίσω, στις αντιλήψεις και στις πρακτικές της ομάδας του Μπλανκί στη Γαλλία, αλλά και της Ζεμλιά-ι-Βόλια (= Γη και Ελευθερία), προδρομικής οργάνωσης των ρώσων ναρόντνικων, η οποία χρησιμοποιούσε κατ’ εξοχήν τις μεθόδους εκείνες που σήμερα αποκαλούμε «τρομοκρατία». Στο Τι να κάνουμε; και πάλι ο Λένιν δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τις συνωμοτικές αρχές λειτουργίας των ζεμλιεβόλτσι, προσάπτοντάς τους μόνο ότι στηρίζονταν σε λάθος θεωρία: «Εκείνη η εξαίρετη οργάνωση που είχαν οι επαναστάτες του 1870-80 και που θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο για όλους μας».

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον μάλιστα παρουσιάζει σε αυτό το σημείο και ένα λιγότερο γνωστό γεγονός από την ιστορία των μπολσεβίκων. Το 1905-08 δρούσαν στον Καύκασο ένοπλα αποσπάσματα, με επικεφαλής τον Στάλιν, τα οποία πραγματοποιούσαν επιθέσεις κατά χρηματαποστολών και ένοπλες ληστείες (τις αποκαλούμενες «απαλλοτριώσεις») ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του κόμματος! Ιδού, λοιπόν, πεδίον δόξης λαμπρόν και για τη δική μας οργάνωση, θα σκέφτηκαν, φαντάζομαι, και ο Κουφοντίνας με την παρέα του.

    Η ακτινοβολία που προσέδωσε στον Λένιν και στο κόμμα του η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα να καθαγιαστεί και να αποκτήσει το κύρος της «επιβεβαιωμένης από την πράξη και τη ζωή» αλήθειας το (τόσο έντονα επηρεασμένο από τις ιδιαίτερες συνθήκες της Ρωσίας) μπολσεβίκικο μοντέλο. Και όμως ήδη από το 1918 η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που μόνο για «αστικές» ή «δεξιές» αποκλίσεις δεν θα μπορούσε να την κατηγορήσει κανείς, είχε ασκήσει εντονότατη κριτική στον Λένιν και στους μπολσεβίκους για την εκ μέρους τους κατάλυση των λεγομένων αστικών πολιτικών ελευθεριών και των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά και για την κατάπνιξη κάθε αντιπολιτευτικής ή ετερόδοξης φωνής. Αλλωστε, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβαινε στην τσαρική Ρωσία, στη Δυτική Ευρώπη υπήρχε μια βαθιά ριζωμένη, συχνά με σκληρούς αγώνες κατακτημένη, παράδοση δημοκρατικών ελευθεριών και κοινοβουλευτικών θεσμών που το προλεταριάτο και τα άλλα απαραίτητα για τις συμμαχίες της εργατικής τάξης στρώματα δεν είχαν καμιά διάθεση να την αναιρέσουν ή να την αποκηρύξουν· αντιθέτως, αν κάτι επιθυμούσαν, αυτό ήταν να εμπλουτίσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και να τους προσδώσουν νέο κοινωνικό περιεχόμενο.

    Αν θέλουμε πάντως να είμαστε απολύτως δίκαιοι, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στα παλιότερα εκείνα κινήματα ή ακόμη και στους μπολσεβίκους τουλάχιστον ένα «ελαφρυντικό»: όντας αναγκασμένοι να δρουν σε συνθήκες και σε κοινωνίες απ’ όπου απουσίαζαν σχεδόν εντελώς οι δημοκρατικοί θεσμοί, τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, είναι ερμηνεύσιμη – αν μη τι άλλο – η ευκολία με την οποία διολίσθησαν στην άποψη υπέρ μιας μικρής, σφιχτοδεμένης οργάνωσης «επαγγελματιών επαναστατών». Σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όμως ανάλογες με αυτές που επικρατούν στις χώρες της Δύσης, ό,τι πριν από 100 ή 150 χρόνια θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς λαθεμένος ή ολισθηρός δρόμος σήμερα καταλήγει κατά κανόνα όχι (δυστυχώς) σε φάρσα, κατά τη γνωστή ρήση του Μαρξ, αλλά σε τραγωδία της πιο αποτρόπαιης και εφιαλτικής μορφής.

    Κατά τα άλλα, υπάρχει αναμφισβήτητα ένα κοινό νήμα που διαπερνά όλες τις οργανώσεις της εν ευρεία εννοία κομμουνιστικής Αριστεράς. Είτε πρόκειται για ορθόδοξα ΚΚ είτε για τροτσκιστικά ή μαοϊκά γκρουπούσκουλα, είτε για τον Πολ Ποτ είτε για τη RAF, είτε για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες είτε για τη 17Ν, το φάντασμα του μπολσεβικισμού, και μέσω αυτού του μπλανκισμού και των ρώσων ναρόντνικων, πλανάται επάνω από τη θεωρητική – και όχι μόνο – σκευή τους. Μπορεί οι μέθοδοι ενός σταλινικού ΚΚ και μιας τρομοκρατικής οργάνωσης να διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά, αλλά το ίδιο όραμα(!) στοιχειώνει τις πολιτικές ονειροφαντασίες και των δύο: αυτό μιας επαναστατικής πρωτοπορίας, a priori ταγμένης και προορισμένης να οδηγήσει την κοινωνία στον σοσιαλιστικό παράδεισο, ο οποίος αναπόδραστα περιμένει στο τέρμα του δρόμου – μάλιστα, είτε η εκπεφρασμένη θέληση των πολιτών δηλοί ότι πράγματι αυτό επιθυμούν είτε όχι! Και ασφαλώς, για να προλάβω τυχόν παρεξηγήσεις και (υποκριτικές ή μη) διαμαρτυρίες, όλοι γνωρίζουμε ότι το θέμα των μεθόδων κάθε άλλο παρά δευτερεύον είναι στην πολιτική.

    Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής.

    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=145638

  17. […] και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατάγγειλε «τον υπερσυγκεντρωτισμό που υπερασπίζει ο […]

    ——————

    Μια κριτική στο λενινιστικό μοντέλο

    23/04/2018

    https://www.huffingtonpost.gr/entry/mia-kritike-sto-leninistiko-montelo_gr_5adda0d2e4b009869bfb1d35?utm_hp_ref=gr-homepage

  18. Η άποψη του Λένιν για την οικοδόμηση κόμματος νέου τύπου
    του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

    1. Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης
    Το περίφημο βιβλίο του Λένιν Τι να κάνουμε;, το οποίο προκάλεσε –και εξακολουθεί να προκαλεί– τόσο πολλές συζητήσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, πιστεύεται ότι αποτέλεσε τη θεωρητική και πολιτική βάση για την οικοδόμηση του μπολσεβίκικου κόμματος.
    Τι ήταν, τελικά, αυτό το περίφημο βιβλίο που, ακόμη και σήμερα, οδηγεί σε τόσο πολλές συζητήσεις, αντιπαλότητες και διαφωνίες; Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
    Από τις αρχές του 20ού αιώνα στο εσωτερικό του ρωσικού μαρξισμού έκαναν την εμφάνισή τους δύο ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο της διάσπασης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Οι Ρώσοι μαρξιστές υπό την πίεση της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας καλούνταν να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: ποιος τύπος κομματικής οργάνωσης θα ήταν ο προσφορότερος στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας, ο οποίος θα μπορούσε όχι μόνο να επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα στην πάλη που διεξήγαγε η εργατική τάξη, αλλά θα μπορούσε ταυτόχρονα να συντονίσει και να καθοδηγήσει πολιτικά με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την εργατική τάξη στον αγώνα της για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;
    Στο δεύτερο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ), το 1903, η απάντηση που δόθηκε σ’ αυτό το ζήτημα, από κάθε πλευρά, χώρισε τα μέλη του κόμματος σε μπολσεβίκους (πλειοψηφία) και σε μενσεβίκους (μειοψηφία). Εκφραστής της πρώτης φράξιας ήταν ο Λένιν και της δεύτερης ο Μάρτοφ. Η διάσπαση μεταξύ τους έγινε οριστική το 1912. Εντωμεταξύ είχαν γίνει αρκετές ενοποιήσεις, αλλά και συγκρούσεις των δύο φραξιών. Όμως, η βασικότερη διαφορά που χώριζε τις δύο πλευρές, δηλαδή για το ποια ήταν η πιο κατάλληλη οργάνωση και τακτική ενός επαναστατικού κόμματος σε συνθήκες παρανομίας εξακολουθούσε να υπάρχει και να βαθαίνει.
    Οι μπολσεβίκοι πίστευαν ότι στις συνθήκες απολυταρχίας που λειτουργούσε, το ΡΣΔΕΚ θα έπρεπε πιο πολύ να δρα ως κόμμα στελεχών αποτελούμενο από επαγγελματίες επαναστάτες αφοσιωμένους στην επανάσταση και με συνωμοτικούς κανόνες συμπεριφοράς, προκειμένου να αντέξουν στις επιθέσεις του τσαρικού καθεστώτος. Αντίθετα, οι μενσεβίκοι, χωρίς να αρνούνται τις παράνομες δραστηριότητες, πίστευαν ότι επειδή ο σκοπός του κόμματος ήταν η νόμιμη οργάνωση της εργατικής τάξης, κατά συνέπεια μέλη του θα έπρεπε να είναι όλες οι εργατικές ενώσεις.
    Όπως φάνηκε, βέβαια, από την πορεία των γεγονότων, οι μπολσεβίκοι ήταν πιο κοντά στη ρωσική πραγματικότητα, η οποία υπαγόρευε τον συνωμοτικό χαρακτήρα της οργάνωσης και χαρακτήριζε όλες τις προηγούμενες επαναστατικές οργανώσεις, ενώ η στάση των μενσεβίκων συγγένευε πιο πολύ με τις παραδόσεις των σοσιαλιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες για τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη Ρωσία ήταν ανέφικτο να εφαρμοστούν.2
    Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης αποτέλεσε αντικείμενο ενός από τα σημαντικότερα έργα του Λένιν, το οποίο γράφτηκε το 1901-02, με τον τίτλο Τι να κάνουμε;.
    Η βασική του θέση, η οποία έγινε και η οργανωτική αρχή των μπολσεβίκων είναι η εξής: «…η οργάνωση των επαναστατών πρέπει ν’ αγκαλιάζει πριν απ’ όλα και κυρίως ανθρώπους, που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση (γι’ αυτό άλλωστε μιλώ για οργάνωση επαναστατών, έχοντας υπόψη τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες). Μπροστά σ’ αυτό το κοινό γνώρισμα των μελών μιας τέτοιας οργάνωσης πρέπει να σβήνει τελείως κάθε διάκριση ανάμεσα στους εργάτες και στους διανοούμενους… Η οργάνωση αυτή κατ’ ανάγκην δεν πρέπει να είναι πολύ πλατιά και πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο συνωμοτική» (σ. 126).
    Σε άλλη παράγραφο περιγράφει παραστατικά τη διάρθρωση του κόμματος των εξ επαγγέλματος επαναστατών: «Ένας μικρός, συμπαγής πυρήνας από τους πιο σίγουρους, έμπειρους και ατσαλωμένους εργάτες, που έχει έμπιστους ανθρώπους στα κυριότερα διαμερίσματα και που συνδέεται σύμφωνα με όλους τους κανόνες της πιο αυστηρής συνωμοτικότητας με την οργάνωση των επαναστατών, θα μπορέσει να εκπληρώσει ολοκληρωτικά, με την πιο πλατιά βοήθεια της μάζας και χωρίς να πάρει μια ορισμένη μορφή, όλες τις λειτουργίες μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και, μάλιστα, θα τις εκπληρώσει ακριβώς έτσι, όπως το επιθυμεί η σοσιαλδημοκρατία. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πετύχουμε, στο πείσμα όλων των χωροφυλάκων, το στέριωμα και την ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού συνδικαλιστικού κινήματος» (σ. 133).

    2. Αυθόρμητο και συνειδητό
    Μια άλλη αντίληψη που προώθησε ο Λένιν στο εν λόγω έργο του είναι ότι οι εργάτες δεν γίνονται αυθόρμητα σοσιαλιστές, αλλά ρέπουν πιο πολύ προς τον συνδικαλισμό. Υπό αυτή την έννοια η σοσιαλιστική συνείδηση προσφέρεται στην εργατική τάξη απέξω, από τους επαναστάτες διανοούμενους οι οποίοι μάλιστα ξεπηδούν μέσα από την αστική διανόηση. Η άποψη αυτή, την οποία ουσιαστικά ο Λένιν δανείστηκε από τον Κάουτσκι,3 εκφράζεται χαρακτηριστικά από τις ακόλουθες παραγράφους: «Είπαμε ότι οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουνσοσιαλδημοκρατική συνείδηση. Αυτή μπορούσε να τους έρθει μόνο από τα έξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει ότι η εργατική τάξη με τις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις είναι σε θέση να επεξεργαστεί μόνο μια τρεϊντγιουνιονιστική συνείδηση, δηλαδή την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να συνενωθεί σε ενώσεις, να κάνει αγώνα ενάντια στους εργοδότες, να πετυχαίνει από την κυβέρνηση την έκδοση τούτων ή εκείνων των νόμων, που είναι απαραίτητοι για τους εργάτες κ.λπ. Η διδασκαλία όμως του σοσιαλισμού γεννήθηκε από κείνες τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των ιδιοχτητριών τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ανήκαν σύμφωνα με την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση. Το ίδιο ακριβώς και στη Ρωσία η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας παρουσιάστηκε τελείως ανεξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ξεπήδησε σαν το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της σκέψης της επαναστατικής σοσιαλιστικής διανόησης» (σ. 35-36).
    Η προαναφερθείσα αντίληψη του Λένιν πήγαζε από την αντιδιαστολή που έκανε μεταξύ αυθόρμητου και συνειδητού. Θεωρούσε ότι η αυθόρμητη ικανότητα της εργατικής τάξης, ενώ ήταν μια απαραίτητη δύναμη χωρίς την οποία καμιά επαναστατική αλλαγή δεν μπορούσε να επιτευχθεί, εντούτοις από μόνη της δεν μπορούσε να αναπτύξει μια επαναστατική ιδεολογία και γι’ αυτό υπήρχε ο κίνδυνος να περιπέσει στην αστική επιρροή. Έτσι, εκτιμούσε ότι ο παράγοντας που θα απέτρεπε μια τέτοια εξέλιξη ήταν το επαναστατικό κόμμα, το οποίο θα πρέπει να ενσαρκώνει το συνειδητό, δηλαδή να έχει την ικανότητα να φέρει τη σοσιαλιστική ιδεολογία στις εργατικές-λαϊκές μάζες, να μπορεί να οργανώσει και να προγραμματίζει τις κινήσεις του σύμφωνα με τις γενικές τάσεις της κοινωνικής αλλαγής, να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες, να προβλέπει τις κινήσεις του αντιπάλου και γενικά να αποτελεί το πιο προωθημένο τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο γι’ αυτό θα πρέπει να διαθέτει μια πνευματική και ηθική υπεροχή.4
    Βέβαια, με τα παραπάνω ο Λένιν δεν υποστήριζε ότι το επαναστατικό κόμμα αποτελεί την αφρόκρεμα ή την ελίτ του προλεταριάτου και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν επιδίωκε να δημιουργήσει μια εργατική αριστοκρατία ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα, θεωρούσε ότι αν και ο ρόλος του κόμματος είναι ιδιαίτερος, δεν μπορούσε να είναι ξεχωριστός από την εργατική τάξη, την οποία επιδίωκε να εκπροσωπήσει: «…η πρώτιστη, η πιο επιταχτική υποχρέωσή μας είναι να βοηθούμε να εξελιχθούν οι επαναστάτες εργάτες, που στα ζητήματα της κομματικής δράσης, να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τους διανοούμενους-επαναστάτες… Γι’ αυτό η κύρια προσοχή μας πρέπει να στρέφεται στο ν’ ανεβάζουμε τους εργάτες στο επίπεδο των επαναστατών και σε καμιά περίπτωση στο να κατεβαίνουμε οπωσδήποτε εμείς οι ίδιοι ως το επίπεδο της “εργατικής μάζας”, όπως θέλουν οι οικονομιστές, και οπωσδήποτε ως το επίπεδο του “μέσου εργάτη”, όπως θέλει η “Σβομπόντα”…» (σ. 146).

    3. Τάξη και κόμμα
    Ο Λένιν πάνω από όλα ήταν πολιτικός, ταυτισμένος με τα συμφέροντα του προλεταριάτου και γι’ αυτό σκεφτόταν πολιτικά. Η πολιτική για τον Λένιν είναι η τέχνη του δυνατού. Η θεωρία γι’ αυτόν δεν είναι μια αφηρημένη ενασχόληση, αλλά πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο του πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης.
    Η κριτική που προβαίνει στους διανοούμενους σχετικά μ’ αυτό είναι καταπέλτης. Εγκαλώντας τους, τους προτρέπει να μην επαναλαμβάνουν αυτά τα οποία ξέρουμε, αλλά «…να μας δίνουν περισσότερα από κείνα που ακόμα δεν ξέρουμε, από κείνα που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τα μάθουμε μόνοι μας με την εργοστασιακή και την “οικονομική” μας πείρα, δηλαδή: πολιτικές γνώσεις. Αυτές τις γνώσεις μπορείτε να τις αποχτήσετε εσείς οι διανοούμενοι και έχετε υποχρέωση να μας τις μεταδίδετε εκατό και χίλιες φορές περισσότερο, απ’ όσο το κάνατε ως τα τώρα και μάλιστα να μας τις μεταδίδετε όχι μονάχα με συλλογισμούς, βιβλιαράκια και άρθρα (που πολλές φορές είναι –με συγχωρείτε για την ειλικρίνεια!– βαρετά), αλλά οπωσδήποτε με ζωντανές αποκαλύψεις για κείνα ακριβώς που κάνουν στη δοσμένη στιγμή η κυβέρνησή μας και οι διευθύνουσες τάξεις μας σε όλους τους τομείς της ζωής» (σσ. 84-85).
    Βέβαια, θα ήταν λάθος, διαβάζοντας τα παραπάνω, να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι ο Λένιν υποτιμούσε τη θεωρία. Κάθε άλλο. Οι θεωρητικές του επεξεργασίες πάνω στα ζητήματα της ανάπτυξης του ρωσικού καπιταλισμού, του εθνικού ζητήματος, του διαλεκτικού υλισμού, του ιμπεριαλισμού και του κράτους επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Απλώς, ο μαρξισμός του Λένιν ήταν άμεσα συνδεμένος με το πολιτικό ζητούμενο, αποτελούσε μια συνεχή συλλογή στοιχείων και ιδεών, μέσω των οποίων προσπαθούσε να επεξεργασθεί θεωρητικά και να αναλύσει κάθε φορά τη συγκεκριμένη κατάσταση, να εκτιμήσει τις δυνατότητες και να καταλήξει σε αποτελεσματικό τρόπο δράσης. Ο μαρξισμός του Λένιν είναι εξαιρετικά ευέλικτος και όχι δογματικός, επειδή ακριβώς έπρεπε να αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη ρωσική πραγματικότητα. Γι’ αυτό στα μάτια των συμβατικών μαρξιστών οι πράξεις του ήταν ανορθόδοξες.
    Εν κατακλείδι από το Τι να κάνουμε; του Λένιν, διαφαίνονται δύο βασικές ιδέες, όπως επισημαίνει ο Daniel Bensaid. Η πρώτη έχει να κάνει με τη διάκριση μεταξύ του κόμματος και της εργατικής τάξης. Η δεύτερη σχετίζεται με ένα από τα πιο αμφισβητήσιμα χαρακτηριστικά του λενινισμού: τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Όσον αφορά την πρώτη διάκριση, μεταξύ του κόμματος και της τάξης, ο Λένιν αρνείται να ταυτίσει το κόμμα με την τάξη, διότι αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα του πολιτικού πεδίου, το οποίο διαθέτει τη δική του σχετική αυτονομία, τις δικές του σχέσεις δυνάμεων και τις δικές του έννοιες.5
    Κατά συνέπεια, το πολιτικό πεδίο, και πιο συγκεκριμένα το κόμμα, δεν αποτελεί απλά και μόνο μια αντανάκλαση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά «εκφράζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων (και της ταξικής πάλης) σε πολιτικούς όρους, με τις δικές του –όπως λένε οι ψυχαναλυτές– μεταθέσεις και συμπυκνώσεις» (D. Bensaid, 2002).
    Για τον Λένιν το κόμμα δεν είναι το υποκατάστατο της εργατικής τάξης, ούτε η ηγεσία του είναι το υποκατάστατο του ίδιου του κόμματος, σύμφωνα με τις κριτικές που του ασκούσαν ο Τρότσκι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για υποκαταστατισμό, όπως θα δούμε παρακάτω. Αλλά, όπως λέει ο Ν. Μουσούρος (1979, σσ. 38-39): «Το κόμμα [σύμφωνα με τον Λένιν] είναι η οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης, ο καθοδηγητικός-υποβοηθητικός μοχλός της σχέσης μάζες-επανάσταση. Ούτε υποκαθιστά την εργατική τάξη, ούτε την ακολουθεί, ούτε συγχέεται μ’ αυτήν. Ξεχωρίζει απ’ αυτήν και γιατί είναι αυτόνομη οργάνωση και γιατί πολιτικοϊδεολογικά είναι ο πιο συνειδητός εκφραστής των αντικειμενικών ταξικών συμφερόντων της τάξης αυτής. Είναι η οργανωμένη και συνειδητή πρωτοπορία της εργατικής τάξης».
    Αυτή η διάκριση μεταξύ πολιτικού και κοινωνικού, μεταξύ κόμματος και τάξης, μας δίνει να καταλάβουμε αυτό που αναφέραμε προηγουμένως: Ότι εφόσον το επαναστατικό κόμμα δεν αντανακλά το σύνολο της εργατικής τάξης –και δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι η τάξη δεν είναι ενιαία– τότε μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί η εργατική τάξη μπορεί να εκπροσωπηθεί από πολλά κόμματα, και άρα προκύπτει η αναγκαιότητα του ενιαίου εργατικού μετώπου δράσης. Ο Τρότσκι σχετικά μ’ αυτό έγραφε τα εξής: «Η εξέλιξη της τάξης προς την αυτοσυνείδησή της, δηλαδή η οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος που έλκει πίσω του το προλεταριάτο, είναι ένα αντιφατικό και σύνθετο προτσές. Η τάξη δεν είναι ομοιογενής. Τα διάφορα τμήματά της αποκτούν συνείδηση από διαφορετικούς δρόμους και σε διαφορετικές χρόνους. Η μπουρζουαζία συμμετέχει ενεργητικά σ’ αυτό το προτσές. Δημιουργεί τα όργανά της μέσα στην εργατική τάξη ή χρησιμοποιεί τα όργανα που υπάρχουν, αντιτάσσοντας ορισμένα στρώματα εργατών σε άλλα. Στους κόλπους του προλεταριάτου δρουν ταυτόχρονα διαφορετικά κόμματα. Γι’ αυτό παραμένει πολιτικά διασπασμένο κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ιστορικής του πορείας.Από δω απορρέει –σε μερικές περιόδους με εξαιρετική οξύτητα– το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου.
    Το κομμουνιστικό κόμμα –με μιαν ορθή πολιτική– εκφράζει τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Καθήκον του είναι να κατακτήσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου: μόνον έτσι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι δυνατή.
    …Για την πάλη του το προλεταριάτο έχει ανάγκη από την ενότητα των γραμμών του. Κι αυτή η ενότητα χρειάζεται τόσο για τους μερικούς οικονομικούς αγώνες, στην περιοχή μιας επιχείρησης, όσο και για τους “εθνικούς” πολιτικούς αγώνες, όπως η άμυνα εναντίον του φασισμού. Η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν είναι, συνεπώς, κάτι το συμπτωματικό και το τεχνητό, δεν είναι μια οποιαδήποτε δόλια μανούβρα – όχι, βγαίνει ολοκληρωτικά από τις αντικειμενικές συνθήκες της εξέλιξης του προλεταριάτου».6
    Στην προκειμένη περίπτωση, το διακυβευόμενο για το επαναστατικό κόμμα είναι να βρει τους τρόπους, μέσω της ανάδειξης του πολιτικού στοιχείου, να κατακτήσει την ηγεμονία, προσπαθώντας να εκπροσωπήσει τα συνολικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Έτσι, το ότι η σοσιαλιστική συνείδηση προσφέρεται στην εργατική τάξη «απέξω», δεν σημαίνει ότι αυτές οι ιδέες βρίσκονται έξω από την πραγματική κοινωνική ζωή και τους όρους ύπαρξης της εργατικής τάξης, αλλά, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Λένιν, στο Τι να κάνουμε;, σημαίνει «…έξω από τον οικονομικό αγώνα, έξω από τη σφαίρα των σχέσεων των εργατών με τους εργοδότες. Ο μοναδικός τομέας απ’ όπου μπορούμε ν’ αντλήσουμε αυτή τη γνώση είναι ο τομέας των σχέσεων όλων των τάξεων και των στρωμάτων προς το κράτος, προς την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων» (σ. 90).
    Μια παρόμοια κριτική προς τον οικονομισμό, δηλαδή την αντίληψη ότι η οικονομική πάλη οδηγεί στην προλεταριακή πολιτική, διατύπωσε και ο Τρότσκι, στην περίφημη μπροσούρα του «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα». Εκεί, αφού αντιπαρατίθεται στην αντίληψη ότι η συνείδηση της εργατικής τάξης αναπτύσσεται αυθόρμητα μέσα από τις σχέσεις μεταξύ εργοδοσίας-κεφαλαίου, υποστηρίζει ότι «…οι συνθήκες που ωθούν το προλεταριάτο σε μια συλλογική πάλη δεν βρίσκονται απλώς στο εργοστάσιο αλλά κυρίως στους γενικούς όρους της ύπαρξής του».7
    Η ουσιώδης διαφωνία του Λένιν με τον Τρότσκι, το 1904, βρίσκεται στον πολιτικό συμφιλιωτισμό του δεύτερου με τους μενσεβίκους και στην επιμονή του πρώτου να δημιουργήσει ένα κόμμα, το οποίο θα αναπτύσσει τη συνείδηση της εργατικής τάξης, θα της εξασφαλίζει την πολιτική της ανεξαρτησία από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και τις πολιτικές της εκπροσωπήσεις, κόβοντας«…όλα τα νήματα που διαρκώς πλέκει η αστική τάξη ανάμεσα στο προλεταριάτο, …και την αστική “κοινή γνώμη”» (Σ. Μιχαήλ),8 και θα την καθιστά ηγεμονική δύναμη όλων των καταπιεσμένων.
    Βέβαια, παρά την προσχώρησή του, το 1917, στον μπολσεβικισμό και την παραδοχή του ότι όσον αφορά τη συγκρότηση του επαναστατικού κόμματος το δίκιο ήταν με το μέρος του Λένιν, εντούτοις όπως λέει ο Σ. Μιχαήλ, «…ο Τρότσκυ συνέχιζε να προβληματίζεται με την έμφαση που είχε δοθεί στο “Τι να κάνουμε;” στη “συνείδηση που μπαίνει από τα έξω”. Ακόμα και στα Τετράδια του 1933-1935 τη συγκαταλέγει στα “λάθη” που έκανε ο Λένιν…
    Ο προβληματισμός του Τρότσκι είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την καουτσκική καταγωγή της έννοιας. Στον Κάουτσκι η αντίληψη ότι “ο σοσιαλισμός αναπτύσσεται από την αστική διανόηση που έρχεται σε ρήξη με την τάξη της και μπαίνει από τα έξω στο εργατικό κίνημα” δενόταν με την πατερναλιστική στάση της πνευματικής ελίτ της σοσιαλδημοκρατίας, που ολοένα αποξενωνόταν από την εργατική τάξη και κάλυπτε ιδεολογικά τις ιεραρχικές σχέσεις της διογκούμενης ρεφορμιστικής γραφειοκρατίας.
    …Η κοινωνιολογική ερμηνεία, που βλέπει το θέμα απλώς μέσα από τη σχέση διανόησης – εργατικής τάξης, καταλήγει να θέτει το πρόβλημα με όρους εξωτερικούς τον έναν στον άλλο και με μηχανική συσχέτιση μεταξύ τους. Πολιτικά μπορεί να οδηγήσει είτε στον διανοουμενίστικο ελιτισμό και τον πολιτικό “υποκαταστατισμό” είτε στον αντιδιανοουμενισμό και τον οικονομίστικο εργατισμό, είτε στον συνδυασμό και των δύο, όπως έγινε στην περίπτωση των σταλινικών Κομμάτων. Μέσα από αυτή την οπτική θα παραμείνει γρίφος και η θέση του ίδιου του Λένιν στο “Τι να κάνουμε;” ότι μέσα στο επαναστατικό Κόμμα η διάκριση διανοουμένων – εργατών εξαλείφεται».9

    …………………………………………………………

  19. ……………………………………………….

    4. Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης.
    Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός
    4.1. Η λενινιστική αντίληψη της θεωρίας του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού
    Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι απ’ όλες τις συμβολές του Λένιν στη μαρξιστική σκέψη, η θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι εκείνη που έχει δεχθεί την πιο ισχυρή αμφισβήτηση και την πιο δριμεία κριτική στο εσωτερικό της Αριστεράς.
    Πολλοί έχουν συνδέσει την αντίληψη του Λένιν για την κομματική οικοδόμηση με τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό και τις διοικητικές-κατασταλτικές μεθόδους της σταλινικής περιόδου, θεωρώντας ότι περιέχει στη βάση της τον σκληρό πυρήνα της γραφειοκρατικής λογικής.10Όμως, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά. Απεναντίας, ο Λένιν λειτουργούσε με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο και δεν χρησιμοποιούσε καμία οργανωτική φόρμα για να καταπνίξει τις διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος. Μάλιστα, το 1903, έγραφε ότι είναι απαραίτητο να ανοίξουμε «…φιλόξενα τις στήλες του κομματικού οργάνου σε ανταλλαγή γνωμών…», εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα σε ομάδες μέσα στο κόμμα που έχουν διαφορετικές απόψεις να τις εκθέτουν συστηματικά. Και για να γίνει αυτό θεωρούσε ότι το σύνολο του κόμματος είναι αναγκαίο να έχει στη διάθεσή του «…απολύτως όλο το υλικό για την αξιοποίηση των κάθε λογής διαφωνιών, των επιστροφών στον αναθεωρητισμό, των παραβάσεων της πειθαρχίας κ.λπ.».

    Τονίζει δε, αμέσως παρακάτω, ότι εκείνο που δεν πρέπει να κάνουμε ώστε να μην προκληθεί διάσπαση είναι να έχουμε «περισσότερη εμπιστοσύνη στην αυτοτελή κρίση όλης της μάζας των κομματικών στελεχών: αυτά και μόνο αυτά είναι ικανά να μετριάσουν την υπερβολική έξαψη των ομάδων που έχουν την τάση προς τη διάσπαση…

    …να μην κρύβουμε από το κόμμα τις αφορμές της διάσπασης που εμφανίζονται και μεγαλώνουν, να μην κρύβουμε τίποτε από τα περιστατικά και τα γεγονότα που αποτελούν αυτές τις αφορμές. Κάτι περισσότερο, να μην τα κρύβουμε όχι μόνο από το κόμμα, αλλά, όσο είναι δυνατόν, και από το κοινό που είναι ξένο προς αυτά… Πλατιά δημοσιότητα – να το πιο σωστό και μοναδικά ασφαλές μέσο για να αποφευχθούν όσες διασπάσεις μπορούν ν’ αποφευχθούν, για να περιοριστεί στο minimum η ζημιά από τις διασπάσεις εκείνες που έχουν γίνει αναπόφευκτες.

    …Οι εργάτες θα πάψουν να μας καταλαβαίνουν και θα μας εγκαταλείψουν σαν επιτελείο χωρίς στρατό, σε περίπτωση διασπάσεων για ασήμαντες διαφωνίες… Και για να μην μπορούν οι εργάτες να πάψουν να μας καταλαβαίνουν, για να διδαχτούμε κάτι κι εμείς, οι “καθοδηγητές”, από την πείρα που αυτοί απόχτησαν μέσα στην πάλη και από το προλεταριακό τους αισθητήριο – για όλα αυτά είναι ανάγκη οι οργανωμένοι εργάτες να μαθαίνουν να παρακολουθούν τις εμφανιζόμενες αφορμές της διάσπασης…».11

    Βέβαια, παρ’ ότι η θεωρία του κόμματος νέου τύπου δεν ταυτίζεται με τη θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, εντούτοις η θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αποτελεί μέρος της θεωρίας του κόμματος νέου τύπου. Επιπρόσθετα, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι ο Λένιν δεν έχει γράψει καμία θεωρητική μελέτη για το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αλλά η αντίληψή του αυτή βρίσκεται διάσπαρτη μέσα σε διάφορα κείμενά του, τα οποία όμως θα πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη, κάθε φορά, με βάση την ιστορική συγκυρία κατά την οποία διατυπώθηκαν.
    Σε γενικές γραμμές η αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έχει δύο σκέλη: το δημοκρατικό, όπου αφορά το δικαίωμα του κάθε μέλους να συζητά, να αμφισβητεί και να ασκεί κριτική στην πολιτική γραμμή της ηγεσίας ή του κόμματος και το συγκεντρωτικό, όπου η μειοψηφία θα πρέπει να πειθαρχεί στις αποφάσεις της πλειοψηφίας, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί κατόπιν δημοκρατικής συζήτησης, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων στη δράση.
    Εντούτοις, η μόνη συνοπτική αναφορά του Λένιν σχετικά με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό είναι το κεφάλαιο με τίτλο «Οι οργανωτικές βάσεις του κόμματος», το οποίο περιέχεται στο άρθρο«Η πλατφόρμα τακτικής για το ενωτικό Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ»,12 όπου για πρώτη φορά έμπαινε στο καταστατικό του ενωμένου κόμματος η μπολσεβίκικη διατύπωση για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.
    Σύμφωνα με την άποψη του Ν. Μουσούρου, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ως οργανωτικό σχήμα εμφανίζεται μετά την επανάσταση του 1905, παρ’ ότι η σταλινική αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έχει παρουσιάσει τα βιβλία του Λένιν, Τι να κάνουμε;, καθώς επίσης το Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, ως τα αποκλειστικά κείμενά του σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Όμως, σ’ αυτά τα δύο βιβλία το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δεν τίθεται καθόλου. Απεναντίας, αν κάτι καινούριο εγκαινιάζει ο Λένιν σ’ αυτά είναι η αντίληψή του για το κόμμα νέου τύπου. Ο λόγος που το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δεν είχε τεθεί πριν από την επανάσταση του 1905 είναι, όπως πάλι επισημαίνει ο Μουσούρος, επειδή ο Λένιν δεν είχε ξεφύγει από την αντίληψη της μικρής ομάδας, της σχετικά αποκομμένης από τις μάζες, ένδειξη του ότι «…η αναγκαιότητα και ο ρόλος του μαζικού επαναστατικού κόμματος, ο ρόλος των μαζών, δεν έχει ακόμη συνειδητοποιηθεί από τον Λένιν. Η αφορμή για τη συνειδητοποίηση αυτή ήταν η επανάσταση του 1905, κατά τη διάρκεια της οποίας το ρωσικό κόμμα αύξησε φοβερά τη στρατολογία και επιρροή του και δέθηκε στενά με τις μάζες».13
    Αν δεχτούμε τα προαναφερθέντα, τότε είναι δυνατό να συμπεράνουμε ότι αν για κάποιο λόγο θα μπορούσαμε, σήμερα, να επικαλεστούμε το οργανωτικό σχήμα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, θα ήταν με την προϋπόθεση να υπάρχει ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα στενά δεμένο με τις μάζες. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η επίκληση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ως εσωτερικού οργανωτικού καθεστώτος, από τις μικρές και αποκομμένες από την εργατική τάξη οργανώσεις της Αριστεράς, μόνο ως φάρσα μπορεί ιδωθεί. Διότι απλά αποκαλύπτεται ότι δεν έχουν καταλάβει τον ρόλο και τον λόγο της ύπαρξής τους, ο οποίος δεν είναι παρά προπαρασκευαστικός με σκοπό τη διαφώτιση, τη συζήτηση, την προπαγάνδα και την ταξική ενότητα και αλληλεγγύη.
    Όσον αφορά δε το Τι να κάνουμε;, ο ίδιος ο Λένιν στο κείμενό του με τίτλο «Πρόλογος στη συλλογήΜέσα σε 12 χρόνια»14 έλεγε ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να αναγάγει τις διατυπώσεις αυτού του βιβλίου σε ένα είδος προγράμματος που να συνοψίζει ιδιαίτερες αρχές.15 Συγκεκριμένα, ο Λένιν, στον εν λόγω Πρόλογο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «Το βασικό λάθος εκείνων που κάνουν σήμερα πολεμική ενάντια στο “Τι να κάνουμε;” είναι ότι αποσπούν τελείως αυτό το έργο από τη σύνδεσή του με μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, από τη σύνδεσή του με μια ορισμένη περίοδο ανάπτυξης του κόμματός μας, που τώρα από καιρό πέρασε στο παρελθόν» (σ. 107). Γι’ αυτό παρακάτω αναφέρει χαρακτηριστικά πως χρησιμοποίησε την έκφραση «…παραλυγίσαμε τη βέργα». Για να συμπληρώσει αμέσως μετά ότι «Στο “Τι να κάνουμε;” ισιώνεται η βέργα που τη στράβωσαν οι “οικονομιστές”,… και γι’ αυτό δεν είναι σωστό να εξετάζει κανείς το περιεχόμενο της μπροσούρας έξω από το καθήκον αυτό»(σ. 114). Κατά τον M. Lowy, ο Λένιν το 1921 θεωρούσε «ανεπιθύμητη» τη μετάφραση του εν λόγω βιβλίου σε ξένες γλώσσες, απαιτώντας η κάθε μετάφραση να συνοδεύεται τουλάχιστον από «ένα καλό σχόλιο ώστε να αποφευχθούν οι λαθεμένες εφαρμογές» (αναφέρεται στο Ν. Μουσούρου, 1979, σ. 47, στην υποσημείωση).
    4.2. Η κριτική της λενινιστικής θεωρίας της κομματικής οικοδόμησης από τον Τρότσκι και ιδιαίτερα από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ
    Η πιο σκληρή κριτική στη λενινιστική οργανωτική φόρμα προήλθε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, αλλά και από τον ίδιο τον Τρότσκι, ο οποίος συμπύκνωσε την πολεμική του προς τον Λένιν, λέγοντας ότι οι μέθοδοί του «…οδηγούν στο εξής: η οργάνωση του κόμματος υποκαθιστά το κόμμα, η κεντρική επιτροπή υποκαθιστά την οργάνωση του κόμματος και τελικά ένας “δικτάτορας” υποκαθιστά την κεντρική επιτροπή…».16
    Η εν λόγω άποψη του Τρότσκι πήγαζε, όπως λέει ο D. Hallas, επειδή ήταν καχύποπτος απέναντι στο συντηρητισμό του κόμματος, ενώ αντίθετα πίστευε στην αυθόρμητη δράση της εργατικής τάξης. Θεωρούσε δε ότι αυτό το αυθόρμητο σάρωμα της επανάστασης είναι η μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη που μπορεί να σκοτώσει την κομματική ρουτίνα και να καταστρέψει το συντηρητισμό του κόμματος.17
    Όσον αφορά την κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία ουσιαστικά πρωτοδιατυπώθηκε το 1904 στο κείμενό της «Συγκεντρωτισμός και Δημοκρατία ή Οργανωτικά ζητήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας», ξεκίνησε κάνοντας κριτική στο βιβλίο του Λένιν, Ένα βήμα Εμπρός, Δύο Βήματα Πίσω.
    Η Λούξεμπουργκ εκτιμούσε ότι ο Λένιν ήθελε να φέρει τις οργανωτικές μορφές των ιακωβίνων και των μπλανκιστών στο σοσιαλιστικό κίνημα. «Το σοσιαλιστικό κίνημα είναι το πρώτο, στην ιστορία των κοινωνιών που θεμελιώνονται στον ταξικό ανταγωνισμό, το οποίο βασίζεται στην οργάνωση και στην άμεση και αυτόνομη δράση των μαζών σε όλες τις φάσεις και σε όλη την πορεία του.
    Στη βάση αυτής της σχέσης η σοσιαλιστική δημοκρατία δημιουργεί έναν εντελώς διαφορετικό τύπο οργάνωσης από εκείνον των προγενέστερων σοσιαλιστικών κινημάτων, π.χ. των κινημάτων ιακωβινο-μπλανκικού τύπου.
    Ο Λένιν φαίνεται πως υποτιμά αυτό το ιστορικό γεγονός…»18.
    Βέβαια, η Λούξεμπουργκ δεν αμφισβητεί το γεγονός πως «…σε γενικές γραμμές υπάρχει μια συναφής προς τη σοσιαλδημοκρατία τάση συγκεντρωτισμού». Αλλά, όπως εξηγεί αυτό είναι απόρροια του καπιταλισμού, ο οποίος είναι συγκεντρωτικός από την ουσία του και γι’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία«…έχοντας να αγωνισθεί εντός των πλαισίων της μεγάλης συγκεντροποιημένης αστικής πόλης είναι κατά βάθος εχθρική σε κάθε εκδήλωση ατομικισμού ή εθνικού φεντεραλισμού. Με αποστολή την έκφραση, στο χώρο ενός κράτους, των κοινών συμφερόντων του προλεταριάτου, ως τάξη, και την αντιπαράθεση αυτών των γενικών συμφερόντων σε όλα τα ιδιαίτερα ή ομαδικά συμφέροντα, η σοσιαλδημοκρατία έχει τη φυσική τάση να συνενώσει σε ένα μοναδικό κόμμα όλες τις ομαδοποιήσεις εργατών παρά τις υφιστάμενες διαφορές εθνικής, θρησκευτικής ή επαγγελματικής φύσης μεταξύ των μελών της ίδιας τάξης.
    …Τίθεται όμως ένα διαφορετικό ζήτημα, εκείνο του βαθμού του συγκεντρωτισμού που είναι κατάλληλος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, για την εσωτερική λειτουργία της μοναδικής και ενοποιημένης ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» (σσ. 39-40).19
    Από τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι η Λούξεμπουργκ ερμηνεύει διαφορετικά τον συγκεντρωτισμό απ’ ό,τι ο Λένιν, τον οποίο κατηγορεί ότι ο δικός του συγκεντρωτισμός είναι «…η απόλυτη και τυφλή υποταγή των τμημάτων του κόμματος στο κεντρικό όργανο και η επέκταση της εξουσίας του ως την εξώτερη περιφέρεια της οργάνωσης» (σ. 41). Ο σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός, υποστηρίζει η Λούξεμπουργκ, «…δεν θα έπρεπε να βασίζεται ούτε στην τυφλή υπακοή, ούτε σε μια μηχανική υπακοή των αγωνιστών προς το κέντρο του κόμματος. Άλλωστε, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη στεγανών διαχωριστικών μεταξύ του συνειδητού προλεταριακού πυρήνα, σταθερά ενταγμένου στο κόμμα, και των περικείμενων στρωμάτων του προλεταριάτου…
    …Στην πραγματικότητα η σοσιαλδημοκρατία δεν συνδέεται με την οργάνωση της εργατικής τάξης.Είναι το ίδιο το κίνημα της εργατικής τάξης. Άρα, ο συγκεντρωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να είναι ουσιαστικά διαφορετικής φύσης από τον συγκεντρωτισμό των μπλανκιστών. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από την επιτακτική συγκεντροποίηση της θέλησης της συνειδητής και μαχητικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης σε σχέση με τα άτομα και τις ομάδες της. Είναι, τρόπος του λέγειν, ένας “αντισυγκεντρωτισμός” του διευθύνοντος στρώματος του προλεταριάτου, είναι η βασιλεία της πλειοψηφίας στο εσωτερικό του δικού του κόμματος» (σ. 43).20
    Όμως, η Λούξεμπουργκ δεν κατηγορεί τον Λένιν μόνο για τον υπερσυγκεντρωτισμό που θέλει να επιβάλει στο κόμμα, αλλά και για «…τη μηχανική του αντίληψη για τη σοσιαλιστική οργάνωση». Αυτή η κατηγορία της Λούξεμπουργκ στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο Λένιν εκθειάζει την παιδαγωγική επιρροή του εργοστασίου, που συνηθίζει το προλεταριάτο στην πειθαρχία και την οργάνωση.
    Η Λούξεμπουργκ θεωρεί ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να οργανωθεί κατά τα πρότυπα της συγκεντρωτικής και ιεραρχικής αστικής κοινωνίας, ούτε η απελευθερωτική δράση της μπορεί να στηρίζεται στην τυφλή πειθαρχία της βάσης προς την ηγεσία. Διότι μια τέτοια λειτουργία ουσιαστικά αναπαράγει την ήδη υπάρχουσα ταξική υποταγή του προλεταριάτου στο κεφάλαιο και δεν διαφέρει σε τίποτα από το πλαίσιο που καθορίζει η αστική εξουσία. Όπως παρατηρεί με πολύ καυστικό τρόπο η Λούξεμπουργκ, «Η πειθαρχία, όπως την αντιλαμβάνεται ο Λένιν, εντυπώνεται στο προλεταριάτο όχι μόνο μέσα από το εργοστάσιο, αλλά και από το στρατόπεδο και το σύγχρονο γραφειοκρατισμό, εν συντομία, από όλον τον μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους.
    …Τι κοινό μπορεί να υπάρχει μεταξύ της καλορυθμισμένης ευπείθειας μιας καταπιεζόμενης τάξης και της οργανωμένης εξέγερσης μιας τάξης αγωνιζόμενης για την ολοκληρωτική της χειραφέτηση;
    Η εργατική τάξη δεν θα μπορέσει να αποκτήσει την αντίληψη μιας νέας πειθαρχίας, της αυτοπειθαρχίας ελεύθερης αποδοχής της σοσιαλδημοκρατίας, αν ξεκινήσει από την επιβαλλόμενη από το καπιταλιστικό κράτος πειθαρχία στο προλεταριάτο (υποκαθιστώντας απλώς την αυθεντία της αστικής τάξης με εκείνη μιας σοσιαλιστικής κεντρικής επιτροπής). Θα το κατορθώσει μόνον αν ξεριζώσει και την τελευταία ρίζα αυτών των συνηθειών υπακοής και δουλοπρέπειας.
    Από τα προηγούμενα, άλλωστε, συνάγεται ότι ο συγκεντρωτισμός με τη σοσιαλιστική σημασία, δεν θα μπορούσε να είναι απόλυτη έννοια, εφαρμοσμένη σε οποιαδήποτε φάση του εργατικού κινήματος. Θα πρέπει μάλλον να θεωρείται ως τάση, που γίνεται πραγματικότητα στο μέτρο και στο βαθμό της ανάπτυξης και της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των εργατικών μαζών κατά τη διάρκεια του αγώνα τους» (σ. 44-45).21
    Αυτή η διεισδυτική ανάλυση της Λούξεμπουργκ, όταν προσεγγίζει Τα οργανωτικά ζητήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας, καταλήγει στην εξίσου διεισδυτική θέση που αφορά όχι μόνο τον συντηρητισμό και το «αλάθητο» των ηγεσιών, αλλά και το δικαίωμα που έχει η εργατική τάξη να δρα και να μαθαίνει μέσα από τα λάθη της: «Σ’ αυτή την προερχόμενη από φόβο επιθυμία εγκαθίδρυσης της κηδεμονίας μιας παντογνώστριας και παντοδύναμης κεντρικής επιτροπής, για την προφύλαξη ενός ακμαιότατου και πλήρους υποσχέσεων εργατικού κινήματος από μερικά σφάλματα, πιστεύουμε πως διακρίνονται τα συμπτώματα του ίδιου εκείνου υποκειμενισμού, που εμφανίστηκε αρκετές φορές στη σοσιαλιστική σκέψη της Ρωσίας.
    … Αλλά να που το Εγώ του Ρώσου επαναστάτη δεν καθυστερεί να κάνει πιρουέτες πάνω στο κεφάλι του και για μια ακόμη φορά αυτοανακηρύσσεται σε πανίσχυρο ιθύνοντα της ιστορίας και αυτή τη φορά στο πρόσωπο αυτής της υψηλότητας της κεντρικής επιτροπής του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κινήματος. Ο επιδέξιος ακροβάτης δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι το μόνο “υποκείμενο” στο οποίο ανήκει ο ρόλος του ηγέτη είναι το συλλογικό “εγώ” της εργατικής τάξης, που διεκδικεί αποφασιστικά για τον εαυτό της το δικαίωμα να υποπίπτει σε σφάλματα και να μαθαίνει τη διαλεκτική της ιστορίας.
    Και τέλος, ας το πούμε χωρίς περιστροφές: Τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης “κεντρικής επιτροπής”» (σσ. 63-64).22
    4.3. Ποιο είναι το διακύβευμα σχετικά με τη θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού
    Το ερώτημα, όμως, που τίθεται σχετικά με την αποδοχή ή όχι ενός δημοκρατικοσυγκεντρωτικού συστήματος λειτουργίας, είναι το εξής: τι γίνεται στην περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές πολιτικές διαφωνίες και έχει ξεσπάσει κρίση στις γραμμές του κόμματος;
    Πάντως, η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι καμία επίκληση της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όσο σαφής κι αν είναι διατυπωμένος στα καταστατικά των διαφόρων πολιτικών μορφωμάτων της Αριστεράς, δεν σώζει τα κόμματα και τις οργανώσεις από διασπάσεις και αποχωρήσεις, παρά μόνο η ανοχή στη διαφορετική άποψη, η οποία μπορεί να εκφραστεί μέσω ιδεολογικών τάσεων και φραξιών. Επιπλέον, η πίστωση χρόνου ούτως ώστε να φανεί στην πράξη ποια πλευρά έχει δίκιο ή άδικο και η θέληση να συζητηθούν δημοκρατικά οι διαφωνίες, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να μείνει μια οργάνωση ενωμένη.
    Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες αστικής δημοκρατίας, η έμφαση στη δημοκρατική πλευρά των πραγμάτων είναι θεμελιώδης. «Αν, μετά από ελεύθερη συζήτηση, δεν υφίσταται συλλογική προσπάθεια και αμοιβαία εμπλοκή στο να βάλουμε όλες τις αποφάσεις στη δοκιμασία της πράξης, η δημοκρατία μιας οργάνωσης παραμένει τυπική “κοινοβουλευτική”. Περιορίζεται σε μια ανταλλαγή γνωμών χωρίς πραγματικές συνέπειες όπου ο καθένας συμμετέχει με τις πεποιθήσεις του χωρίς μια κοινή πρακτική δοκιμασίας της εγκυρότητας ενός πολιτικού προσανατολισμού» (D. Bensaid 2002).
    Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα μπορούμε να πούμε ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν είναι πανάκεια και δεν προσφέρει καμιά έτοιμη λύση για τα πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα, καθώς επίσης και για τα ζητήματα τακτικής που προκύπτουν κάθε φορά. Όπως πάλι λέει ο Ν. Μουσούρος (1979) «…ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εξασφαλίζει το μάξιμουμ της αποτελεσματικότητας χάρη στο ότι προβλέπει την ενιαία δράση του κόμματος ως αποτέλεσμα της ιδεολογικής διαπάλης που διεξάγεται αέναα ανάμεσα στα ρεύματα, τις αποχρώσεις και τις αντιλήψεις που νομοτελειακά ενυπάρχουν σ’ ένα κόμμα μαζών. Ενιαία δράση ως αποτέλεσμα ιδεολογικής διαπάλης σημαίνει επίτευξη του μάξιμουμ συνειδητής δράσης. Ενιαία δράση ως αποτέλεσμα ιδεολογικής διαπάλης σημαίνει όμως επίσης την εξασφάλιση (από οργανωτικής πλευράς) της εγγύησης ότι η άποψη που πλειοψήφησε, και τελικά εφαρμόζεται στην πράξη από όλους, είναι και η άποψη η πιο σωστή, η πιο κοντά στα προβλήματα και τις επιθυμίες των μαζών.
    …το ρωσικό κόμμα επί Λένιν είναι κόμμα ζωντανό. Για τον Λένιν είναι σαφές ότι ένα κόμμα που θέλει να εκφράζει την εργατική τάξη και αποτελείται το ίδιο από χιλιάδες μέλη (αντίθετα με το μύθο που μιλάει για “μια φούχτα μπολσεβίκους που έκαναν την επανάσταση του 1917”, πρέπει να ειπωθεί ότι ο αριθμός των μελών του ρωσικού κόμματος απ’ το 1905 μέχρι το 1917, παρ’ όλη την παρανομία και τις διασπάσεις του, ποτέ δεν κατέβηκε κάτω απ’ τις 10.000) θα έχει αναπόφευκτα στο εσωτερικό του τάσεις και ρεύματα. Θα έχει, επομένως, διαρκώς προβλήματα. Προβλήματα που για να μην προξενήσουν τη διάλυση ή το μαρασμό επιβάλλουν την ύπαρξη στην κορυφή του κόμματος μιαςηγεσίας. Ηγεσίας ικανής να παίξει τον ρόλο όχι αστυνομικής ή διοικητικής αρχής αλλά ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ» (σ. 132).
    «…Η τήρηση του καταστατικού απαιτεί μέλη συνειδητά, απαιτεί στην κορυφή του κόμματος καθοδήγηση επαναστατικού κόμματος και όχι μόνιμους υπαλλήλους, απαιτεί κόμμα αυτόνομο και όχι εξαρτημένο» (σ. 136).

    5. Το κεκτημένο του λενινισμού
    Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι οι συνθήκες παρανομίας στις οποίες λειτουργούσε το μπολσεβίκικο κόμμα, αλλά και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, λόγω του απολυταρχικού τσαρικού καθεστώτος, οδήγησαν σε μια υπερτίμηση του ρόλου του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη, του πολιτικού απέναντι στο κοινωνικό, του συνειδητού απέναντι στο αυθόρμητο.
    Ωστόσο, θα ήταν άδικο να παραβλέψουμε τα ιστορικά όρια μέσα στα οποία διαμορφώθηκε η άποψη του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και να παραγράψουμε την πολιτική συνεισφορά του στην οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος, η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής:Καταρχάς στην αδιάλλακτη επιμονή του για τη συγκρότηση κόμματος ομοϊδεατών επαναστατών, ανεξάρτητου από την αστική ιδεολογία. Δεύτερον, για τον Λένιν το κόμμα αποτελεί το μέσο και η κοινωνική αλλαγή τον σκοπό (Π. Παπακωνσταντίνου, 2000). Είναι το εργαλείο που θα βοηθήσει προς την επαναστατική ανατροπή του αστικού συστήματος. Αν το εργαλείο δεν κάνει, τότε ή το πετάμε ή το αντικαθιστούμε ή το παραμερίζουμε μέχρι να το χρειαστούμε ξανά. Αλλιώς μπαίνει στο μουσείο.
    Βέβαια, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της γραφειοκρατικοποίησης του κόμματος. Σχετικά μ’ αυτό δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις, παρά μόνο ότι χρειάζεται πάντα η επαγρύπνηση των μελών, το συνεχές ανέβασμα του μορφωτικού τους επιπέδου και η εξέταση σε κάθε στιγμή, κριτικά, της πορείας του κόμματος.
    Τέλος, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι απόψεις του Λένιν για την οικοδόμηση επαναστατικού κόμματος και η (κακοποιημένη από τον σταλινισμό θεωρία του για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό), παρά τις επικρίσεις που έχουν δεχθεί, αποτελούν ένα ιστορικό κεκτημένο για την Αριστερά. Υπό αυτή την έννοια, με αφορμή το Τι να κάνουμε;, θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση στο εσωτερικό της Αριστεράς, όλων των συνιστωσών, για το πώς συγκροτείται το κόμμα νέου τύπου, δηλαδή το επαναστατικό κόμμα, και ποιος τύπος οργάνωσης θα ήταν προσφορότερος στις σημερινές συνθήκες. Διότι, σε κάθε φάση του καπιταλισμού αντιστοιχεί και ένα ανάλογο οργανωτικό μοντέλο, επειδή ακριβώς «…κάθε νέα φάση του συστήματος σημαίνει τη μερική ή ολική αποτυχία των προηγούμενων μορφών οργάνωσης και πάλης της εργατικής τάξης».23
    Τι σημαίνει αυτό; Ας το δούμε εν τάχει
    Στις αρχές του 20ού αιώνα, το βιομηχανικό προλεταριάτο προκειμένου να αντιπαρατεθεί στο κεφάλαιο οικοδόμησε μια οργάνωση σύμφωνα με τα πρότυπα λειτουργίας του χώρου παραγωγής: του εργοστασίου.
    Αυτό, λοιπόν, που αποκαλούμε λενινιστική αρχή κομματικής οικοδόμησης δεν είναι ανεδαφικά επινοημένες αντιλήψεις. Απεναντίας είναι απόρροια κριτικής ανάλυσης μιας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη και την πείρα του εργατικού κινήματος αλλά και τις πολιτικές συνθήκες της εποχής (τσαρισμός κ.λπ.). Κατά συνέπεια, η αντίληψη του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και το κόμμα νέου τύπου από αυτήν ακριβώς την εμπειρία πήγαζε: δηλαδή από το δεσποτισμό του εργοστασίου και του κράτους και την πειθαρχία που οι συνθήκες αυτές επέβαλλαν στον αγώνα του προλεταριάτου.
    Όμως, αν λάβουμε υπόψη ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε διαφορετική ιστορική φάση από αυτήν των αρχών του 20ού αιώνα, τότε θα πρέπει να αναλύσουμε ποια είναι η σημερινή πραγματικότητα, ώστε κατόπιν να δούμε πώς επανατίθεται και το οργανωτικό ζήτημα.
    Είναι γεγονός ότι η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης του συστήματος, όχι απλώς εκτοπίζει σταδιακά ένα μέρος της χειρωνακτικής εκτελεστικής εργασίας από την παραγωγή, αλλά και αλλάζει ολόκληρη τη μορφή οργάνωσης της εργασίας. Ταυτόχρονα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση ενώ από τη μια συγκεντρώνει την παραγωγή σε λίγα χέρια, καταστρέφοντας τις λιγότερο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, από την άλλη αρχίζει σιγά-σιγά να «σπάει» την παραγωγική διαδικασία και να την αποσυγκεντροποιεί μέσω π.χ. ομάδων εργασίας, οριζόντιας συνεργασίας, υπέρβασης της εξειδίκευσης, συμμετοχής στην οργάνωση της εργασίας, δημιουργίας μικρών και ευέλικτων οικονομικών μονάδων με τη μέθοδο της υπεργολαβίας ή του φασόν κ.λπ.24 Υπάρχει, δηλαδή, μια τάση αμφισβήτησης του άκαμπτου και ιεραρχικά δομημένου συστήματος παραγωγής.
    Η Αριστερά αντί να μελετήσει τις επιπτώσεις από την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας λόγω και της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, καθώς επίσης και τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην οργάνωση της εργασίας και στη σύνθεση της εργατικής τάξης, μοιάζει να έχει τρομάξει από όλες αυτές τις εξελίξεις. Όμως, «η συστηματική μελέτη των εξελίξεων στο χώρο της παραγωγής μπορούν να μας διαφωτίσουν και για τον τρόπο οργάνωσης του πολιτικού και συνδικαλιστικού φορέα της εργατικής τάξης, για τον τρόπο οργάνωσης της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας».25
    Εν κατακλείδι, δεν μπορεί οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων να λειτουργούν κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο από την τάση που διαφαίνεται στην οικονομική βάση. Πόσο, μάλλον, που αυτό ισχύει περισσότερο για τις ομάδες και οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, των οποίων οι μοναχικές πορείες είναι κυριολεκτικά αναντίστοιχες με τις απαιτήσεις των καιρών και με την τάση που διαφαίνεται στην κοινωνική τους βάση –που αφορά και όλους αυτούς οι οποίοι, κατά καιρούς, εγκατέλειψαν το τρένο των μικρών περιχαρακωμένων οργανώσεων– η οποία επιμένει να φωνάζει (σιωπηρά ή φανερά) με αγωνία: «επιτέλους, ας αρχίσει μια διαδικασία ενοποίησης ή έστω ενότητας αυτών των δυνάμεων».26
    Με βάση, λοιπόν, τη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, τις εξελίξεις στο χώρο της παραγωγής και τις εμπειρίες που έχουμε αποκομίσει από τη μακρά πορεία του Αριστερού κινήματος είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης επαναστατικής οργάνωσης και ποιο το ανάλογο οργανωτικό μοντέλο που της αντιστοιχεί.
    Σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά και το οργανωτικό μοντέλο μιας επαναστατικής οργάνωσης θα πρέπει να περιλαμβάνουν την οριστική απεμπλοκή από την αντίληψη της μονολιθικότητας, το ξεπέρασμα της ιστορικά παγιωμένης αντίληψης περί δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, την υιοθέτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας με αιρετούς και τακτικά εναλλασσόμενους αντιπροσώπους, την αναγνώριση των τάσεων, τη δημοσιοποίηση των απόψεων της μειοψηφίας και τη μη υποχρεωτική υλοποίηση αποφάσεων της πλειοψηφίας (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μειοψηφία μπορεί να δρα αυτόνομα υλοποιώντας μόνο τις δικές της απόψεις), την πληροφόρηση και τη θεωρητική κατάρτιση σε όλα τα επίπεδα, καθώς τέλος θα μπορούσαν να οργανώνονται προσυνεδριακές συζητήσεις με βάση όχι μόνο τα εισηγητικά κείμενα των οργάνων αλλά και με προτεινόμενη βιβλιογραφία.27
    Κατά συνέπεια, ο σκοπός, σήμερα, των δυνάμεων που αναφέρονται στον κριτικό μαρξισμό δεν είναιμόνο να διατυπώσουν μια γενική θεωρία περί πολιτικού κόμματος, αλλά να βρουν πρωτίστως τους τρόπους συμπόρευσης και κοινής δράσης των δυνάμεων που τοποθετούν τον εαυτό τους στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, όταν μάλιστα έχουμε ως δεδομένο ότι αυτή είναι πολυδιασπασμένη και παραδομένη σε διαιρέσεις και συνεχείς έριδες.
    Απέναντι, λοιπόν, στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, θεωρώ ως αναγκαίο καθήκον, καταρχάς, τηδημιουργία ενός Κέντρου Επιχειρήσεων, το οποίο θα αγωνίζεται με συνέπεια, προσπαθώντας νασυγκεντρώσει και να συντονίσει τις σκόρπιες δυνάμεις και να προσανατολίσει την εργατική τάξη σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, μακριά από τα δεινά που της επιφυλάσσει ο καπιταλισμός.
    Ταυτόχρονα, η σύσταση μιας Μαρξιστικής Τάσης μέσα στο εργατικό κίνημα, είναι μια αναγκαία συνθήκη προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ενότητα, αρχικά, των δυνάμεων που αναφέρονται στον κριτικό μαρξισμό, ως ένα πρώτο βήμα μιας νέας ηγεμονίας, δηλαδή ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού-διεθνιστικού μορφώματος της Αριστεράς.28
    Δυστυχώς, η ελληνική Αριστερά αρέσκεται πιο πολύ να πολιτικολογεί παρά να σκύβει στην ιστορία της και να τη μελετά. Έτσι, χάνει τις ευκαιρίες που τις δίνονται, έστω και με αφορμή κάποιες ιστορικές επετείους, να συζητά μεταξύ της θεωρητικά ζητήματα. Μάλλον, κατά πώς φαίνεται, έχει «λύσει» τα ζητήματα της θεωρίας.

    Βιβλιογραφία
    Bensaid D., «Ο λενινισμός στον 21ο αιώνα» (συνέντευξη), περιοδικό Σπάρτακος,
    Απρίλιος 2002, τεύχος 64 και http://www.okde.org
    Dixon K., Οι ευαγγελιστές της αγοράς, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000.
    Ζήρας Α., Η συνάντηση Λέον Τρότσκι-Αντρέ Μαλρώ. Ένα χρονικό, εκδόσεις
    Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003.
    Ζιούτος Γ., «Η ιδεολογική πορεία του Ζωρές», στον συλλογικό τόμο, Γ. Ζιούτος
    (1903-1967), Επιμέλεια έκδοσης: Κατερίνα Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου, εκδόσεις Παρασκήνιο και Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, Αθήνα 2000.
    Hallas D., O Μαρξισμός του Τρότσκι, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, δεύτερη
    έκδοση, Αθήνα 1996.
    Κατσορίδας Δ., «Κράτος, κόμμα, κοινωνία και η συντηρητική εξέλιξη των εργατικών
    κομμάτων», περιοδικό Σπάρτακος, Ιούλιος 1995, τεύχος 42.
    Κατσορίδας Δ., Νέες τεχνολογίες και απασχόληση. Οι μεταβολές στην παραγωγική και
    εργασιακή διαδικασία, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Ρωγμή, Αθήνα 1998.
    Κατσορίδας Δ., «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα. Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της
    μαρξιστικής Αριστεράς. Για ένα νέο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (πρόταση για διάλογο)», περιοδικό Σπάρτακος, Δεκέμβριος-Ιανουάριος 1999, τεύχος 54.
    Λένιν, Τι να κάνουμε;, εκδόσεις Kλασσικά Kείμενα, χ.χ.έ.
    Λένιν, «Γράμμα προς τη Σύνταξη της “Ίσκρα”. Γράμμα προς τη Συνταχτική
    Επιτροπή», Άπαντα, τόμος 8, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα, χ.χ.έ.
    Λένιν, «Η πλατφόρμα τακτικής για το ενωτικό Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ», Άπαντα, τόμος
    12, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
    Λένιν, «Πρόλογος στη συλλογή “Μέσα σε 12 χρόνια”», Άπαντα, τόμος 16, εκδόσεις
    Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα 1978.
    Μαξίμοφ Μ., «Ο ρόλος του επαναστάτη σε συνθήκες αντεπανάστασης. Η υπαρξιακή
    διάσταση της κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος», περιοδικό Ουτοπία, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2001, τεύχος 46.
    Μαυρουδέας Σ., «Να φέρουμε τον Λένιν στον 21ο αιώνα», εφημερίδα Πριν,
    9/1/2000.
    Μηλιός Γ., Ο Μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων. Τέσσερα παραδείγματα Ελλήνων
    μαρξιστών: Κορδάτος, Μάξιμος, Λεκατσάς, Πουλαντζάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Δοκίμια 5, Αθήνα 1996.
    Μιχαήλ Σ., Ο Τρότσκυ ως φιλόσοφος, εκδόσεις Λέων, Αθήνα 2001.
    Μουσούρος Γ. Ν., Η θεωρία του Λένιν για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, εκδόσεις
    Αγώνας, Αθήνα 1979.
    Παπακωνσταντίνου Π., «Λένιν, πολιτική και Οκτώβρης», εφ. Πριν, 5/11/2000.
    Ράιχ Β., Ταξική συνείδηση και σεξουαλική χειραφέτηση, έκδοση τρίτη, εκδόσεις
    Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1972.
    Τζόνστοουν Μ., Σοσιαλισμός, δημοκρατία και μονοκομματικό σύστημα, εκδόσεις
    Αγώνας, Αθήνα χ.χ.έ,
    Τρότσκι Λ., Και τώρα;, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978.
    Χάγιου Νόρα, «Οι αλλαγές στην παραγωγή και ο ρόλος της εργασίας», Πριν,
    12/1/1992.

    1 Το 2002 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την έκδοση του Τι να κάνουμε;, και το 2004 80 χρόνια από το θάνατο του Λένιν. Με αφορμή αυτές τις δύο επετείους γράφτηκε το παρόν κείμενο.
    2 Όπως επισήμαινε ο Λένιν «…αν αρχίσουμε με μια στέρεα θεμελιωμένη γερή οργάνωση επαναστατών, θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε τη σταθερότητα του κινήματος στο σύνολό του και να πραγματώσουμε και τους σοσιαλδημοκρατικούς και τους ειδικά τρεϊντγιουνιονιστικούς σκοπούς. Αν όμως αρχίσουμε με τη δήθεν “προσιτή” στη μάζα πλατιά εργατική οργάνωση (που στην πραγματικότητα όμως είναι πιο προσιτή στους χωροφύλακες και κάνει τους επαναστάτες πιο προσιτούς στην αστυνομία), τότε δεν θα πραγματώσουμε ούτε τούτους ούτε κείνους τους σκοπούς…». Βλ. Λένιν, Τι να κάνουμε;, σ. 134, εκδόσεις κλασικά κείμενα (χ.χ.έ.).
    3 Περισσότερα σχετικά μ’ αυτό βλ. την άποψη του Κάουτσκι που παραθέτει ο ίδιος ο Λένιν στο προαναφερθέν βιβλίο του στη σ. 45.
    4 Λένιν, Τι να κάνουμε;, ό.π., σ. 46.
    5 Για περισσότερα βλέπε Daniel Bensaid D., «Ο λενινισμός στον 21ο αιώνα» (συνέντευξη), περιοδικό Σπάρτακος, Απρίλιος 2002, τεύχος 64 και http://www.okde.org
    6 Λ. Τρότσκι, Και τώρα;, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σσ. 36-37.
    7 Αναφέρεται στο Σ. Μιχαήλ, Ο Τρότσκυ ως φιλόσοφος, εκδόσεις Λέων, Αθήνα 2001, σ. 109.
    8 Σ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 112.
    9 Σ. Μιχαήλ, ό.π., σσ. 114-115.
    10 Ενδιαφέρουσα είναι η αντίθετη άποψη που προβάλλει ο Τζόνστοουν απέναντι στις αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι η καταπίεση που επακολούθησε επί Στάλιν ήταν η λογική συνέπεια των απόψεων του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και το κόμμα νέου τύπου. Ο Τζόνστοουν αποδεικνύει με επιχειρήματα και παραδείγματα ότι στις επαναστατικές του απόψεις, τον Λένιν τον ενέπνεαν οι ίδιες δημοκρατικές και αντιελιτίστικες αρχές που ενέπνεαν τους Μαρξ και Ένγκελς, τις οποίες εφάρμοσε σε όλη του τη ζωή και όταν ακόμη ήταν ηγέτης του σοβιετικού κράτους. Για περισσότερα βλέπε Μ. Τζόνστοουν, Σοσιαλισμός, δημοκρατία και μονοκομματικό σύστημα, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα χ.χ.έ,
    11 Λένιν, «Γράμμα προς τη Σύνταξη της “Ίσκρα”. Γράμμα προς τη Συνταχτική Επιτροπή», Άπαντα, τόμος 8, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, χ.χ.έ., σσ. 94-95.
    12 Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20/3/1906 και περιλαμβάνεται στο Λένιν, Άπαντα, τόμος 12, σσ. 221-238, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
    13 Ν. Μουσούρου, Η θεωρία του Λένιν για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα 1979, σ. 66-69. Βλέπε επίσης και σ. 45.
    14 Περισσότερα σχετικά με αυτό το κείμενο βλέπε Λένιν, Άπαντα, τόμος 16, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα 1978, σs. 101-120.
    15 Λένιν, Άπαντα, ό.π., σ. 114.
    16 Τρότσκι, «Τα πολιτικά μας καθήκοντα». Αναφέρεται στο D. Hallas, O Μαρξισμός του Τρότσκι, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1996, σ. 80.
    17 Για περισσότερα βλέπε D. Hallas, ό.π., σ. 80-81.
    18 Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία (Οργανωτικά προβλήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας), εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα, χ.χ.έ., σ. 40.
    19 Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.
    20 Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.
    21 Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.
    22 Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.
    23 Σ. Μαυρουδέας, «Να φέρουμε τον Λένιν στον 21ο αιώνα», εφημερίδα Πριν, 9/1/2000.
    24 Σχετικά με τις μεταβολές στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία βλέπε Δ. Κατσορίδας, Νέες τεχνολογίες και απασχόληση, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Ρωγμή, Αθήνα 1998, σσ. 77-90.
    25 Περισσότερα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια σύγχρονη επαναστατική οργάνωση, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη της τις αλλαγές που συντελούνται στην παραγωγή, δες το ενδιαφέρον άρθρο της Νόρας Χάγιου, «Οι αλλαγές στην παραγωγή και ο ρόλος της εργασίας», Πριν, 12/1/1992.
    26 Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, κατακερματισμένη και ασυντόνιστη, αδυνατεί να συγκροτήσει έναν υπολογίσιμο πόλο έλξης, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα δοκιμασμένο και πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να είναι η βάση για ένα νέο ξεκίνημα.
    27 Σχετικά με κάποιες εναλλακτικές καταστατικές προτάσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες λειτουργίας μιας πολιτικής οργάνωσης βλέπε Δ. Κατσορίδας, «Κράτος, κόμμα, κοινωνία και η συντηρητική εξέλιξη των εργατικών κομμάτων», περιοδικό Σπάρτακος, Ιούλιος 1995, τεύχος 42.
    28 Για περισσότερα βλέπε Δ. Κατσορίδας, «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα. Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της μαρξιστικής Αριστεράς. Για ένα νέο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (πρόταση για διάλογο)», περιοδικό Σπάρτακος, Δεκέμβριος-Ιανουάριος 1999, τεύχος 54.
    http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=880&Itemid=29

  20. […] ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΥ …» Τότε η Λούξεμπουργκ αμφισβήτησε για άλλη μια φορά τις καινοφανείς θεωρίες του Λένιν για την υπεροχή και […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: