Μια κριτική στο λενινιστικό μοντέλο

26 χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης

Παρότι επιφανειακά, η λενινιστική αντίληψη φαίνεται να καθορίζεται από μια διαλεκτική υλιστική αντίληψη, εν τούτοις η δομή της -όπως εκφράζεται με το Κόμμα Νέου Τύπου και με την κρατική και κοινωνική οργάνωση της ΕΣΣΔ- είναι καταπληκτικά όμοια με τις αντιλήψεις των μεταφυσικών φιλοσόφων. Η ιδεατή Πολιτεία του Πλάτωνα είναι δομικά ταυτόσημη με την κομματική και κρατική αντίληψη που εξέφρασε και εφάρμοσε ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Ουλιάνοφ:

 

Η κριτική στο λενιστικό μοντέλο έγινε από πολλούς και εγκαίρως. Αναδημοσιεύω από το βιβλίο μου «Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.  Οι συνέπειες για τον ελληνισμό», που  γράφτηκε τους τελευταίους μήνες ύπαρξης της ΕΣΣΔ (φθινόπωρο του 1991) και εκδόθηκε το Γενάρη του 1992, λίγες μόλις μέρες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Έγραφα τότε:

 »    Ο Πλεχάνωφ ήταν ένας από τους ηγέτες των μενσεβίκων (μειοψηφικών) του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας. Από το 1903 έκανε σκληρή κριτική στις απόψεις του Β.Ι.Λένιν. Ο Πλεχάνωφ υποστήριζε ότι πρώτα θα γινόταν η αστική δημοκρατική επανάσταση, στην οποία θα οδηγούσε η φιλελεύθερη μεσαία τάξη. Διαφώνησε με την μπολσεβίκικη άποψη για το Κόμμα και κατηγόρησε τον Λένιν ότι με τις απόψεις του δημιουργεί «κατάσταση πολιορκίας» και επιβάλλει στο σοσιαλισμό την «πειθαρχία των στρατώνων«.

     Αλλη σημαντική διαφωνία του Πλεχάνωφ με τον Λένιν ήταν η «δικτατορία του προλεταριάτου«. Ο Πλεχάνωφ κατηγόρησε τον Λένιν ότι κάνει σύγχυση μεταξύ της δικτατορίας του προλεταριάτου και της  δικτατορίας πάνω στο προλεταριάτο. Κατάγγειλε παράλληλα τις μεθόδους του Λένιν ως «κακέκτυπο της τραγικής αδιαλαξίας του γιακωβινισμού» και πρόβλεψε ότι οι απόψεις που εκφράζονται από τον Λένιν, ανοίγουν το δρόμο στους επίδοξους δικτάτορες.

     Με τις απόψεις του Πλεχάνωφ τάχθηκε και ο Τρότσκι, ο οποίος έγραψε:

     «Η οργάνωση του Κόμματος θα πάρει τη θέση του ίδιου του Κόμματος, η Κεντρική Επιτροπή τη θέση της Οργάνωσης και τέλος ο δικτάτορας θα πάρει τη θέση της Κεντρικής Επιτροπής

   Όμως ο Τρότσκι, στα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν το 1917, συντάχθηκε απόλυτα με τους επαγγελματίες επαναστάτες, επωμιζόμενος με αυτό τον τρόπο μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις εξελίξεις που οδήγησαν λίγο αργότερα στη σκληρή σταλινική τυραννία, στην εξόντωση της πλειοψηφίας των πρώτων μπολσεβίκων και τελικά στη δολοφονία του ίδιου. Συμφώνησε το Σεπτέμβριο του 1918  με τους Λένιν και Στάλιν για την απαγόρευση των αντιπολιτευτικών οργανώσεων. Ως αρχηγός του Κόκκινου Στρατού κατάστειλλε την αντι-κομματική εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης, το μαχνοβίτικο κίνημα των φτωχών αγροτών της Νότιας Ουκρανίας και επέβαλλε με τη βία τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του «πολεμικού κομμουνισμού», που καταστρεψαν την αγροτική παραγωγή και οδήγησαν τη Ρωσία στο λιμό.

  Δριμεία κριτική στην πολιτική αυτή άσκησε και ο Π.Α.Κροπότκιν. Εγραφε:

  «…Εγιναν τεράστια λάθη, που πληρώθηκαν με το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και με την καταστροφή ολόκληρων περιοχών»  και αναρωτιόταν:

  «Πως οι κήρυκες μιας νέας ζωής και μιας νέας κοινωνίας μπορεί να καταφεύγουν σε τέτοια όπλα για να αμυνθούν απέναντι στους εχθρούς τους;«

  Ο Κροπότκιν προειδοποιούσε:

     «Η προσπάθεια να θεμελιώσετε μια καινούργια κοινωνία με μέσο τη δικτατορία είναι μοιραία καταδικασμένη σε αποτυχία… Αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, ακόμα και η λέξη «σοσιαλισμός» θα καταντήσει κατάρα..

 Επίσης και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατάγγειλε «τον υπερσυγκεντρωτισμό που υπερασπίζει ο Λένιν» και παραλλήλιζε το πνεύμα που επικράτησε με «το στείρο πνεύμα του νυχτοφύλακα.»

  Έγραφε η Ρόζα Λούξεμπουργκ:

     «Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία είναι το μόνο ενεργό στοιχείο… Υπάρχει λοιπόν στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι αλήθεια, …η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών.» 

            O Πλεχάνωφ, ο Κροπότκιν, η Λούξεμπουργκ δικαιώθηκαν πολύ γρήγορα. Η δικτατορία των, ιδεαλιστών αρχικά, επαγγελματιών επαναστατών πάνω στο προλεταριάτο γρήγορα εξελίχθηκε σε στυγνή δικτατορία μιας γραφειοκρατικής τάξης πάνω στο λαό….»

————————————————————————————–

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Από το βιβλίο:

    Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Γκράμσι και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς, εκδ. «ΚΨΜ», Αθήνα 2011.

    …………………………….

    ΙΙ. Η διαφοροποίηση του Λένιν στο θέμα του «κοινωνικού είναι» και της «συνείδησης»

    Ο Λένιν, σ’ αντίθεση με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οδηγώντας στ’ άκρα τη λογική της αυτενέργειας του ανθρώπου ως δημιουργού της ιστορίας, εκφράζει στην ανάλυσή του για το αυθόρμητο και για τη συνείδηση του προλεταριάτου την άποψη ότι, καθοριστικό και πρωτογενή ρόλο παίζει η συνείδηση του ανθρώπου και ότι, η επαναστατική συνείδηση του προλεταριάτου, δηλαδή η συνειδητοποίηση και η ανάδειξη της «ιστορικής αποστολής του», δεν παράγεται απ’ το ίδιο, αλλά εισάγεται σ’ αυτό απ’ έξω, απ’ την επαναστατική αστική διανόηση. Το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να υψωθεί πάνω από τα συνδικαλιστικά συμφέροντά του, ν’ αναπτύξει την ταξική συνείδηση και την ιδεολογία του, ώστε να προχωρήσει με την βούλησή του στην κοινωνική επανάσταση. «Μια αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος», ισχυρίζεται ο Λένιν, «δεν οδηγεί παρά στην καθυπόταξή του στην αστική ιδεολογία». Όσο δηλαδή η συνείδηση του ανθρώπου δεν αλλάζει από αστική σε σοσιαλιστική (επαναστατική), ούτε οι παραγωγικές σχέσεις μπορούν ν’ αλλάξουν, μα ούτε οι παραγωγικές δυνάμεις κατά συνέπεια. Δεν υπάρχει δηλαδή αυτοματισμός που να συνδέει διαλεκτικά αυτά τα δύο.

    Η σοσιαλιστική συνείδηση, λέει ο Λένιν «γεννήθηκε απ’ τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες που τις επεξεργάστηκαν οι πεπαιδευμένοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, απ’ τους διανοούμενους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, ήταν κι αυτοί, απ’ την κοινωνική τοποθέτησή τους, αστοί διανοούμενοι. Το ίδιο και στη Ρωσία, η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας εμφανίστηκε εντελώς ανεξάρτητα απ’ την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Υπήρξε το φυσικό και αναπόφευκτο προϊόν της ανάπτυξης της σκέψης στους σοσιαλιστές επαναστάτες διανοουμένους». Οι θέσεις αυτές του Λένιν έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την θεωρία του Μαρξ για την πρωτοκαθεδρία που διαθέτει το «κοινωνικό είναι» έναντι της «συνείδησης».

    Ο Λένιν δεν αναλύει το περιεχόμενο της συνείδησης, πιθανόν αποδεχόμενος τις θέσεις του Μαρξ και του Ένγκελς στο ζήτημα αυτό. Τον ενδιαφέρουν βασικά οι φορείς αυτής της συνείδησης, που τους χαρακτηρίζει αστούς, επαναστάτες διανοουμένους, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο η συνείδηση αυτή επηρεάζει και δραστηριοποιεί την εργατική τάξη, χωρίς ωστόσο η ίδια να την παράγει. Κι’ εδώ βέβαια υπάρχει ο αντίλογος, με την έννοια ότι, μια τέτοια συνείδηση δεν θα ήταν δυνατό ν’ αναπτυχθεί και στους ίδιους τους αστούς διανοουμένους επαναστάτες (ο Μαρξ και ο Λένιν, και πολύ περισσότερο ο ΄Ενγκελς, ήταν απ’ αυτούς), εάν δεν υπήρχαν οι υλικοί όροι. Είναι κι’ αυτό ένα θεωρητικό θέμα προς έρευνα.

    Έτσι επανερχόμαστε στο αρχικό ερώτημα, που θέλουμε να το εκφράσουμε εκλαϊκευτικά και κατανοητά για τον καθένα. Ποιο υπήρξε πρώτο: το αυγό ή η κότα! Ποιο υπήρξε πρώτο; Το «κοινωνικό είναι» ή «η συνείδηση». Και φυσικά στην περίπτωση αυτή δεν μπαίνει το ερώτημα, αν το αυγό ή η κότα είναι κάτι άυλο ή υλικό.

    Ο Κώστας Παπαϊωάννου, που ασχολήθηκε διεισδυτικά και εμπεριστατωμένα με τον μαρξισμό – λενινισμό, σχολιάζοντας την ανωτέρω θέση του Λένιν, διατυπώνει την ακόλουθη κριτική και συνάμα ρηξικέλευθη άποψη: «Πρόκειται εδώ γι’ αναπάντεχη αντιστροφή μιας απ’ τις θεμελιώδεις προτάσεις του Μαρξισμού: δεν καθορίζει πια το είναι την συνείδηση, οι ιδέες δεν είναι πια ‘αντανακλάσεις’ της κοινωνικής κατάστασης, αλλά αναπτύσσονται αυθόρμητα, σύμφωνα με τη δική τους λογική, ανεξαρτήτως κάθε ταξικής ή άλλης κατάστασης, και καταλήγουν να καθορίζουν αυτές το είναι. Επιπλέον: το είναι του προλεταριάτου καθορίζεται τελικά απ’ τη συνείδηση των διανοουμένων».

    Αυτήν τη σχέση ανάμεσα στην συνείδηση και στο είναι, ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, την διατυπώνει ο Παναγιώτης Νούτσος ως εξής: «Ο ιστορικός υλισμός χρεώνεται με την εξακρίβωση αυτής της σχέσης του υποκειμένου με το αντικείμενο, που συνίσταται στη σχέση του ‘εποικοδομήματος’ με τη ‘βάση’ και στην ιδιαίτερη γλώσσα της πολιτικής μεταφράζεται στην εξασφάλιση ενός ‘μηχανισμού ηγεμονίας’ για τη μεταρρύθμιση των συνειδήσεων και των μεθόδων της γνώσης».
    Οι διανοούμενοι, οι οποίοι ανήκουν σαφώς στην αστική ή στην μικροαστική τάξη, είναι εκείνοι τελικά που βρίσκονται σε θέση ικανή για να στοχαστούν και να συλλάβουν την ιστορική εξέλιξη και την επαναστατική διαδικασία της ιστορίας, ενώ η εργατική τάξη, αφημένη στον εαυτό της, μπορεί να φτάσει μόνο στην συνδικαλιστική συνείδηση, στην τρεϊντ-γιουνιονίστικη συνείδηση, όπως λέει ο Λένιν.

    Η ταξική πάλη, κατά τον ίδιο, δεν αποτελεί αυτοματισμό, ο οποίος τίθεται σε λειτουργία από μόνος του. Για να το πούμε πιο απλά και κατανοητά: Οι τάξεις μπορεί να υπάρχουν, όμως η ταξική πάλη να μη λαμβάνει χώραν. Γι’ αυτό και τονίζει: «Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς πως, οι επαναστατικές τάξεις έχουν πάντα αρκετή δύναμη για να πραγματοποιήσουν την επανάσταση, όταν αυτή η επανάσταση έχει ωριμάσει πέρα για πέρα, λόγω των συνθηκών της κοινωνικο-οικονομικής εξέλιξης. Όχι, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι συγκροτημένη τόσο έλλογα και τόσο ‘βολικά’ για τα πρωτοπόρα στοιχεία. Η επανάσταση μπορεί να ωριμάσει, ενώ οι δυνάμεις των επαναστατών δημιουργών αυτής της επανάστασης μπορεί να φανούν ανεπαρκείς για την εκτέλεσή της». Μ’ αυτό ο Λένιν, αν κατανοούμε σωστά τη θέση του, δηλώνει απλούστατα ότι δεν υπάρχει αναγκαστική σχέση ανάμεσα στις αντικειμενικές συνθήκες και στο επαναστατικό υποκείμενο, ενώ θα «πρέπει» να δημιουργηθεί αυτή η σχέση, για να προέλθει, τρόπον τινά, απ’ την ένωσή τους επαναστατική έκρηξη, για να το διατυπώσουμε μ’ έναν όρο της επιστήμης της Χημείας.

    Η ανεπάρκεια, στην οποία αναφέρεται ο Λένιν, έχει άμεση σχέση με την ιδεολογική (πολιτισμική) ηγεμονία, για την οποία μιλάει ο Γκράμσι, όπως θ’ αναλύσουμε παρακάτω.

    Ένας τέτοιος στοχασμός ωστόσο, που θέτει και το πρόβλημα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης σε διαφορετική βάση εκ μέρους του Λένιν, δεν εξέφραζε τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι υποστήριζαν σταθερά την ίδια βασική θέση, ότι δηλαδή οι οικονομικές συνθήκες είναι εκείνες που καθορίζουν τελικά (σε τελευταία ανάλυση, όπως λέει ο Ένγκελς) τα κοινωνικά δρώμενα και όχι οι πράξεις των ανθρώπων, ως απόρροια συνειδητών επιλογών. Κι’ ας προσπαθεί ο Ένγκελς απεγνωσμένα και μ’ επιχειρήματα, που δεν αντέχουν σε αυστηρά κριτική σκέψη, να τη διαφοροποιήσει. Υπάρχει σ’ αυτήν την άποψη, πέρα απ’ την αυθαίρετη επιχειρηματολογία, μια αιτιοκρατία, «ένας ντετερμινισμός», που δεν αφήνει περιθώρια γι’ άλλες, διαφορετικές σκέψεις και επιχειρήματα, για παρέκκλιση απ’ την οικονομική νομοτελειακή πραγματικότητα, όσο κι’ αν προσπαθούν πολλοί απ’ τους επιγόνους να πείσουν ότι γίνεται παραποίηση της αλήθειας ή ότι υπάρχει αδυναμία κατανόησης και αποδοχής της αντικειμενικής πραγματικότητας.

    Κι’ όμως ορισμένοι επαναστάτες, μετά από την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής κατέληξαν στο συμπέρασμα που εκφράζει ο γνωστός Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο): «Αλλά καθώς κανένας ντετερμινισμός δεν διέπει την κοινωνική εξέλιξη,-ποιοτικά διαφορετική από εκείνη της φύσης και του ανθρώπου, ως βιολογικό ον- είναι φυσικό να υπάρχουν σήμερα, έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Μαρξ, νέα προβλήματα, στα οποία ο Μαρξ δεν είχε δώσει, δεν θα μπορούσε να δώσει συγκεκριμένη, ικανοποιητική απάντηση».

    Τελικά, η προσπάθεια του Μαρξ και του Ένγκελς να κατοχυρωθεί το «αξίωμα» του Μαρξ με επιστημονικούς όρους, φαίνεται πως αποτυγχάνει, διότι δεν υπάρχουν τ’ αποδεικτικά στοιχεία, που να εδραιώνουν με λογικό τρόπο παρόμοιους διαλογισμούς, που ούτε η κατοπινή ιστορική εξέλιξη επιβεβαίωσε. Το αντίθετο μάλιστα συνέβη.

    Πολλές φορές επανέρχεται ο Μαρξ, αλλά κυρίως ο Ένγκελς, στην πιο πάνω επιχειρηματολογία, η οποία σε τελική ανάλυση καταλήγει, όπως τονίσαμε επανειλημμένα, στη γνωστή θέση ότι, «το κοινωνικό είναι» καθορίζει τη «συνείδηση» του ανθρώπου. Αυτό το «κοινωνικό είναι» αποτελεί τη βάση, πάνω στην οποία οικοδομείται η συνείδηση και που χαρακτηρίζεται μ’ άλλον όρο ως εποικοδόμημα ή ως υπερδομή, την οποία εμείς, με μια εννοιολογική «διεύρυνση», θα την εντάσσαμε στην έννοια του πολιτισμού, ο οποίος διαμορφώνει και τη συνείδηση μιας κοινωνίας.

    Ισχυρίζεται επιπλέον ο Μαρξ ότι, με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Δεν είναι όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός παράλογος; Πώς μπορεί να καταστραφεί πρώτα η βάση ενός οικοδομήματος και μετά ολόκληρο το οικοδόμημα; Και πού και πότε κατάφερε και άλλαξε ένας οικοδόμος τα θεμέλια ενός κτιρίου, για ν’ ανατρέψει μετά (αργά η γρήγορα) το εποικοδόμημα; Αυτό τουλάχιστον μας λέει κι’ ο ίδιος ο Μαρξ σ’ άλλες περιπτώσεις. Επικαλούμαστε πάλι ένα παράδειγμα απ’ την ανάλυσή του: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία: «Η πολιτική κυριαρχία του παραγωγού δεν μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τη διαιώνιση της κοινωνικής υποδούλωσής του. Γι’ αυτό η Κομμούνα θα έπρεπε να χρησιμεύει σαν μοχλός, για ν’ ανατραπούν οι οικονομικές βάσεις, που πάνω τους στηρίζεται η ύπαρξη των τάξεων και επομένως η ταξική κυριαρχία. Όταν θα έχει πια χειραφετηθεί η εργασία, κάθε άνθρωπος γίνεται εργάτης και η παραγωγική δουλειά παύει ν’ αποτελεί ταξική ιδιότητα».

    Εδώ ως πολιτική κυριαρχία εννοείται η κυβέρνηση της εργατικής τάξης, δηλαδή η νομική και πολιτική μορφή αυτής της εξουσίας, που σύμφωνα με τον Μαρξ και τον Έγκελς, αποτελούν καθοριστική μορφή του εποικοδομήματος ή της συνείδησης. Η πολιτική κυριαρχία της Κομμούνας θα έπρεπε να θέσει τις καινούργιες οικονομικές βάσεις, καταργώντας τις παλιές, που σημαίνει σ’ αυτήν την περίπτωση ότι η συνείδηση καθορίζει το κοινωνικό είναι.

    Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτήν τη δήλωση του Μαρξ, αλλά και από παρόμοιες του ΄Ενγκελς και του Λένιν στο θέμα της προτεραιότητας της πολιτικής εξουσίας, ο Κώστας Παπαϊωάννου διατυπώνει την καινοτόμο και ριζοσπαστική άποψη, που λέει ότι «δεν είναι βέβαια οι οικονομικές σχέσεις αυτές που προσδιορίζουν τις πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, αλλά αντίθετα, οι πολιτικές σχέσεις διαμορφώνουν τις ταξικές και μεταφράζονται, επί του οικονομικού πεδίου, μέσα στις παραγωγικές σχέσεις».
    Αξιοπρόσεκτο στην περίπτωση της επιχειρηματολογίας του Μαρξ είναι και ο ρηματικός προσδιορισμός που χρησιμοποιεί, λέγοντας «θα έπρεπε». Τι σημαίνει αυτό; Απλούστατα ότι δεν υπάρχει αδήριτος νόμος που να χρησιμεύει ως ηθικός μοχλός, αλλά ότι αυτό επαφίεται στην ελεύθερη συνείδηση και στην βούληση της Κομμούνας. Αυτό σημαίνει «θα έπρεπε», όπως εξηγήσαμε στα προηγούμενα. Αλλιώς η διατύπωση στο σχετικό χωρίο θα όφειλε να ήταν διαφορετική, αν επρόκειτο γι’ αδήριτη και αναπότρεπτη αναγκαιότητα, δηλαδή: «Γι’ αυτό η Κομμούνα θα χρησιμεύσει…», που σημαίνει αναγκαστικά ότι θα χρησιμεύσει σαν φυσικός νόμος και όχι «θα έπρεπε…».

    Θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν και άλλα παραδείγματα, που έχουν να κάνουν μ’ αυτό το βασικό ζήτημα του «κοινωνικού είναι» και της «συνείδησης», όμως και μόνον αυτά αρκούν για ν’ αποδεχτούμε τουλάχιστον ότι, όχι μόνον το κοινωνικό είναι του ανθρώπου καθορίζει την συνείδησή του, αλλά κι’ η συνείδησή του καθορίζει το κοινωνικό είναι του, άσχετα με το οντολογικό θέμα εάν η συνείδηση είναι πνευματική ή υλική, δηλαδή προϊόν της ύλης. Δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση στο θέμα αυτό.
    Το πρόβλημα βασικά βρίσκεται αλλού, στον καθορισμό της διαλεκτικής αλληλεπίδρασής τους, μ’ άλλα λόγια πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η μία καθορίζει την άλλη, γιατί το γεγονός της αλληλεπίδρασης δεν το αρνείται κανείς. Το τονίζει και ο ίδιος ο ΄Ενγκελς. Αν θέλουμε ν’ απλουστεύσουμε ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό αυτόν, θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε τη βάση σαν τις ρίζες ενός δέντρου και το εποικοδόμημα σαν τον κορμό, τα κλαδιά και τα φύλλα του. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς τις ρίζες το δέντρο δεν μπορεί να επιβιώσει, αλλά χωρίς τα φύλλα και τα κλαδιά δεν θα επιζούσαν και οι ρίζες.

    Θα πρέπει συμπληρωματικά να τονίσουμε ότι η μαρξιστικής θεωρία έχει έναν έντονο εξελικτικό χαρακτήρα, τον οποίο μας αναλύει ο Νίκος Μουζέλης: «Όπως οι περισσότερες κοινωνιολογικές θεωρίες του 19ου αιώνα, ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ βλέπει το κοινωνικό γίγνεσθαι με έναν εξελικτικό τρόπο. Σε μερικά μέρη του μαρξιστικού έργου, αυτός ο εξελικτικισμός παίρνει μια έντονα ντετερμινιστική μορφή: οι ανθρώπινες κοινωνίες περνούν από καθορισμένα στάδια ανάπτυξης, ενώ κάθε στάδιο χαρακτηρίζεται απ’ την κυριαρχία ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής με τη σειρά του καθορίζει το πολιτικό και πολιτιστικό εποικοδόμημα κατά μηχανιστικό τρόπο, δηλαδή ανεξάρτητα από το πώς τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες δρουν μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Τέλος η μετάβαση από το ένα εξελικτικό στάδιο στο άλλο, γίνεται λίγο πολύ αυτόματα, δηλαδή σύμφωνα με οικονομικές αντιθέσεις (π.χ. την αντίθεση μεταξύ μέσων και σχέσεων παραγωγής) που κατά νομοτελειακό τρόπο οδηγούν στην κατάρρευση του καπιταλισμού και στον τελικό θρίαμβο του σοσιαλισμού – κομμουνισμού».

    Πριν κλείσουμε το θεμελιακό αυτό κεφάλαιο της σχέσης «κοινωνικού είναι» και «συνείδησης», έτσι όπως την εννοούσε ο Μαρξ και έτσι όπως διεξοδικά την αναλύσαμε, θα επικαλεστούμε και τον προβληματισμό πάνω στο θέμα του Παναγιώτη Κονδύλη, ενός μεγάλου Έλληνα στοχαστή, φιλοσόφου, που το απαύγασμα της θεωρητικής του έρευνας διατυπώνει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Ενώ η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας διέγραφε μια λίγο πολύ ευθύγραμμη πρόοδο με ηθικά φορτισμένη κατάληξη και με άμεσο φορέα το οικονομικό στοιχείο, η θεώρηση της ιστορίας από τη σκοπιά του πολιτικού στοιχείου έδειχνε μια ανακύκλωση παρόμοιων μηχανισμών (όχι αναγκαία συμβάντων), δίχως έσχατο ηθικό ή άλλο νόημα και δίχως επιστημονικά διακριβώσιμη μόνιμη προτεραιότητα του οικονομικού, του ιδεολογικού, του φυλετικού και εθνικού ή οποιουδήποτε άλλου παράγοντα. Η αποκοπή από την εσχατολογία, η οποία ψυχολογικά δεν με δυσκόλεψε πολύ, είχε ως λογική της συνέπεια την αναίρεση κάθε ευθύγραμμης σύλληψης του ιστορικού γίγνεσθαι. Άλλωστε η σύλληψη αυτή διατυπωνόταν πάντοτε με σκοπό την κατοχύρωση κάποιας εσχατολογίας. Όμως και το πρωτείο της οικονομίας μέσα στο μαρξιστικό σχήμα κατέτεινε επίσης, όσο κι’ αν αυτό φαίνεται παράδοξο, στην κατοχύρωση της εσχατολογίας με επιστημονικά επιχειρήματα. Γιατί η αναγκαιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η αναγκαιότητα της προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις φαινόταν να κάνουν αναπόδραστο το happy end της ιστορίας, δηλαδή την αταξική κοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση, ανεξάρτητα ακόμη κι’ από την ατομική ηθική των ανθρώπων. Έτσι η άρνηση της εσχατολογίας συνεπέφερε και την άρνηση του πρωτείου της οικονομίας, τουλάχιστον, όπως το εννοούσε ο μαρξισμός».

    Ο Μαρξ, όπως συμπληρώνει την ανωτέρω επιχειρηματολογία ο Ανδρέας Παπανδρέου, «ταύτισε δηλαδή τον κοινωνικό μετασχηματισμό με τον μετασχηματισμό της οικονομικής βάσης μόνον, παραγνωρίζοντας τα υπόλοιπα επίπεδα».

    Πριν να κλείσουμε την σύντομη αυτή περιγραφή της θεμελιακής φιλοσοφικής θεωρίας του Μαρξ, επιθυμούμε να θυμίσουμε με δυο λόγια, αυτό που τόνισε ο Ένγκελς ως την ουσιαστική προσφορά του στην ανθρωπότητα: «Αυτές τις δύο μεγάλες ανακαλύψεις: την υλιστική αντίληψη της ιστορίας και την αποκάλυψη του μυστικού της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής με την υπεραξία, τις χρωστάμε στον Μαρξ».

    Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη αποτελεί τον λόγο που υποχρεώνει τον Έγκελς να επιμένει πάντοτε ότι οι οικονομικοί όροι είναι οι καθοριστικοί. Αν δεν δινόταν αυτή η ερμηνεία θα κατέρρεε αυτομάτως ο ιστορικός υλισμός. Και αυτό είναι αυτονόητο. Γι’ αυτό, τονίζουμε, η «εναγώνια» προσπάθεια ν’ αποφευχθεί η παρεξήγηση ή η παρερμηνεία, όταν τονίζεται και η επίδραση της συνείδησης πάνω στην οικονομική βάση. Η κάθε φορά επαναφορά στον ισχυρισμό ότι τελικά (σε τελευταία ανάλυση) οι υλικοί όροι είναι το πρωταρχικό, «σώζει» την θεωρία του ιστορικού υλισμού, δεν αλλάζει όμως την πραγματικότητα, η οποία μπορεί να είναι τελείως ή μερικώς διαφορετική απ’ ό,τι την καθορίζει η θεωρία.

    Πολύ σημαντική είναι η ίδια η ομολογία του Μαρξ, για τη δική του προσφορά στην ιστορία, που δίνει αφορμή να κριθεί αυτή η προσφορά στη συγκεκριμένη αντικειμενική πραγματικότητα και οφείλουμε παρεμπιπτόντως να διευκρινίσουμε.

    Στο γράμμα του στον Βαϊντερμάγιερ με ημερομηνία 5.3.1852 εκφράζει τ’ ακόλουθα αποκαλυπτικά: «Όσο για εμένα, δεν μου ανήκει η τιμή ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την πάλη ανάμεσά τους. Πολύ πριν από εμένα, αστοί ιστορικοί είχαν περιγράψει την ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονομολόγοι – την οικονομική ανατομία των τάξεων. Ό,τι καινούργιο έκαμα εγώ ήταν ν’ αποδείξω: 1. ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες ιστορικές φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής (historischen Entwicklungsphasen der Produktion), 2. ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου 3. ότι αυτή η ίδια η δικτατορία αποτελεί απλώς το πέρασμα προς την κατάργηση όλων των τάξεων και προς μιαν αταξική κοινωνία…».

    Το κατά πόσον οι αποδείξεις του Μαρξ επαληθεύτηκαν απ’ την πραγματικότητα, η οποία κατά τους μαρξιστές αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της αλήθειας, θα το αναλύσουμε στα επόμενα. Προκαταβολικά όμως δηλώνουμε ότι, η πράξη δεν επαλήθευσε τα συμπεράσματα του Μαρξ, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά την Τρίτη θέση και οι λεγόμενες «αποδείξεις» του στο θέμα αυτό αποτελούν ζητούμενο, για να μην ισχυριστούμε ότι η ιστορία απέδειξε στην πράξη πολλές απ’ αυτές ως λανθασμένες, όπως π.χ. τ’ ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου και τελικά στη χειραφέτησή της.
    Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν εμφανίστηκε πουθενά και δεν οδήγησε στον κομμουνισμό. Εκείνη αντιθέτως που εμφανίστηκε ήταν η δικτατορία μιας γραφειοκρατικής κάστας επί του προλεταριάτου (με τον υπαρκτό σοσιαλισμό).

    Πολύ αποκαλυπτικά είναι στο θέμα αυτό τα λόγια του Γάλλου φιλοσόφου Αλλέν Μπαντιού: «Η κομμουνιστική ιδέα στην αρχική και θεμελιακή της έννοια είναι η ιδέα της καθολικής απελευθέρωσης» και προσθέτει: «Γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι το πιο σκοτεινό στην παράδοση της Αριστεράς, εκεί όπου οι εμπειρίες του περασμένου αιώνα, είναι ξεκάθαρα αρνητικές. Τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν στη Σοβιετική ΄Ενωση, την Κίνα και αλλού, δεν εξελίχτηκαν σε μορφές χειραφέτησης, ούτε προς τον περίφημο μαρασμό του κράτους. Το αντίθετο. Οδηγήθηκαν στη γιγάντωση ενός πανίσχυρου μηχανισμού κρατικής ισχύος»

    ——————————————

    1. Αντιλαμβανόμαστε τη συνείδηση ως τον κατ’ εξοχήν διανοητικό χώρο, ο οποίος περιλαμβάνει όλες της εκφάνσεις του εποικοδομήματος.
    2, Πολλοί μελετητές μιλούν δικαιολογημένα για «βολονταρισμό» του Λένιν, που έχει σχέση με την έννοια της «συνείδησης».
    3. Βλ. Λένιν, Τι να κάνουμε, στο Λένιν Άπαντα, τόμ. 5, σ. 379. Η ανωτέρω θέση του Λένιν είναι παρμένη απ’ τα προλεγόμενα του Καρλ Κάουτσκι στο σχέδιο προγράμματος του Αυστριακού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το 1901. Εκεί μάλιστα προσθέτει ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα, που ασπάζεται ο Λένιν, και τα εξής: «Η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση μπορεί να γεννηθεί μόνο πάνω στη βάση της βαθιάς επιστημονικής γνώσης». Στους εργάτες οι σοσιαλιστική συνείδηση «εισάγεται απ’ έξω (von aussen hineingetragen)». Ο.π., σ. 387,
    4. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παραθέσουμε μιαν άλλη άποψη, που αποτελεί τοποθέτηση της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Θέσεις»: «Παρουσιάζεται ο Λένιν ως βολονταριστής, ενώ σε αυτόν χρωστάμε μια υλιστική θεωρία της συγκυρίας, δηλαδή του σύνθετου και επικαθορισμένου χαρακτήρα των κοινωνικών συγκρούσεων ως αντικειμενικών διαδικασιών».
    5. Βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, εκδ. «Ύψιλον/βιβλία, σ. 30-31.
    6. Παναγιώτης Νούτσος, «Gramsci: ένας ανυποψίαστα υποψιασμένος κριτικός της σκέψης και της πράξης του Λένιν», Oυτοπία, αρ. 11 (Mάιος – Iούν. 1994), σ. 116.
    7. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Η τελευταία λέξη της ισκρικής τακτικής, στο Λένιν, Άπαντα, τόμ. 9, σ. 354. Βλ. και Δαμιανός Βασιλειάδης, Κοινωνικοποίηση της εξουσίας και σοσιαλισμός, στο: Δημοκρατικός Σοσιαλισμός, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2006, σελ. 106 – 111.

    8. Βλ. Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), Αυτοδιαχείριση – Σοσιαλισμός, πολιτικά κείμενα, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2006, σ. 162. Βλ. για το ίδιο θέμα και Δαμιανός Βασιλειάδης, Δημοκρατικός Σοσιαλισμός ή το όραμα του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η εφαρμογή του στην πράξη, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2006, σ. 92-94.
    9. Κι’ εδώ ακόμη ο Μαρξ μιλάει για «έπρεπε». Χαρακτηριστική είναι κι’ η φράση του ΄Ενγκελς: «Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας όλο και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους, δημιουργεί τη δύναμη εκείνη, που υποχρεώνεται να κάνει την ανατροπή, αν δεν θέλει να αφανιστεί». Βλ. Φρίντριχ ΄Ενγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού, στο Κ. Μαρξ –Φ. Έγκελς, , Διαλεχτά έργα, τόμ. ΙΙ, σ. 165. Τι νόημα έχει η λέξη «υποχρεώνεται» και το υποθετικό «αν δεν θέλει», εφόσον ισχύουν οι σιδερένιοι νόμοι της αναγκαιότητας; Στους νόμους της φυσικής δεν υπάρχει ούτε πρέπει, ούτε «υποχρεώνεται», ούτε «αν θέλει ή δεν θέλει», λέξεις τις οποίες επανειλημμένα χρησιμοποιούν ο Μαρξ και ΄Ενγκελς. Να τις χρησιμοποιούσαν άραγε, χωρίς συνείδηση της σημασίας τους, του τι δηλαδή πραγματικά εκφράζουν; Είναι ένα ερώτημα! Πάντως ένας επιστήμονας δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις λέξεις και τις έννοιες αυθαίρετα ή με άλλο νόημα από το σημαινόμενο, χωρίς να δώσει τουλάχιστον τις απαραίτητες εξηγήσεις.
    10. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, στο Κ. Μαρξ – Φ. Έγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. Ι, ό.π., σ. 625.
    11. Κώστας Παπαϊωάννου, Ο μαρξισμός σαν ιδεολογία, εκδ. «Κομμούνα/Θεωρία» 11», Αθήνα 1998. σ. 194.
    12. Νίκος Μουζέλης, «Πόσο φταίει άραγε ο Μαρξ», ό.π. Παρ’ όλα αυτά, όπως και ο ίδιος ο Νίκος Μουζέλης παραθέτει, η θεωρία του Μαρξ δεν ήταν ενιαία. Υπήρχαν στο έργο του και μη ντετερμινιστικές απόψεις, που δημιουργούσαν τις αντιφάσεις, στις οποίες αναφερθήκαμε στα προηγούμενα.
    13. Βλ. Συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη στo περιοδικό «Διαβάζω, τ. 384, Απρίλιος 1998, , με τίτλο «Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου». Εμείς πάντως συμφωνούμε μαζί του.
    14. Βλ. Α. Γ. Παπανδρέου, «Ο Μαρξ, ο Λένιν και η ‘Δικτατορία του Προλεταριάτου’», εφημ. «Εξόρμηση», 26.9.1975, σ.13.
    15. Φ. Έγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού, στο Κ. Μαρξ – Φ. Έγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμ. ΙΙ, ό.π., σ. 148.
    16. Ο Μαρξ στον Βάϊντεμάγιερ, στο Κ. Μαρξ -Φ. Έγκελς, Διαλεκτά Έργα, τόμ. ΙΙ, σ. 530.
    17. Bλ. δήλωση του Μαρξ: « Ότι η κυρίαρχη μεγαλοαστική τάξη εκπλήρωσε την ιστορική της αποστολή, ότι δεν είναι πια σε θέση να καθοδηγεί την κοινωνία και ότι μάλιστα γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής…». Στο Κ. Μαρξ – Φ. ΄Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. ΙΙ, σ. 183. Από πού βγαίνει άραγε το αυθαίρετο αυτό συμπέρασμα;

    18. Βλ. Αλλέν Μπαντιού, συνέντευξη στην εφημ. «Καθημερινή», 29/11/2009, με τίτλο: «Η επιστροφή της μεγάλης ιδέας».

  2. Κ on

    H ΑΥΓΗ › ΑΠΟΨΕΙΣ › ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ›
    Απόψεις Αρθρογραφία
    Μια κριτική στο λενινιστικό μοντέλο

    Αγτζίδης Βλάσης
    Δημοσίευση: 18 Μαΐου 2017 19:00

    http://www.avgi.gr/article/10811/8159393/mia-kritike-sto-leninistiko-montelo

  3. […] ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» –Μια κριτική στο λενινιστικό μοντέλο –Η Επανάσταση των «Σπαρτακιστών» και η προδοσία […]

  4. Δ.B. on

    … Ένα τέρας ένας εκ γενετής ηθικά ηλίθιος, ο Λένιν έδειξε στο απόγειο της δράσης του στον κόσμο κάτι τρομακτικό, κάτι συγκλονιστικό∙ κατέστρεψε την μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο και σκότωσε μερικά εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά παρόλα αυτά ο κόσμος έχει τόσο τρελαθεί που μέρα μεσημέρι συζητούν αν είναι ή όχι ευεργέτης της ανθρωπότητας.

    Ιβάν Μπούνιν, [απόσπασμα από ομιλία του στο Παρίσι το 1924]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: