12 βιβλία για την Οκτωβριανή Επανάσταση

Η Επανάσταση που έγινε τον Οκτώβριο του 1917 στη Ρωσία διαμόρφωσε το περιβάλλον εντός του οποίου εξελίχθηκαν οι παγκόσμιες σχέσεις καθ’ όλο τον 20ο αιώνα. Ακόμα και σήμερα -παρότι έχουν περάσει 26 χρόνια από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης- η μετασοβιετική ισορροπία δεν έχει πλήρως διαμορφωθεί.

Ουσιαστικά τότε ένα από τα ρεύματα του επαναστατικού κινήματος, το μπολσεβικικό, αποφάσισε να ανατρέψει τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Κερένσκι. Έτσι κι αλλιώς, η τσαρική απολυταρχία είχε ανατραπεί μετά από μια πραγματικά λαϊκή επανάσταση επτά μήνες πριν, τον Φεβρουάριο του 1917.   

Το τι ακριβώς εξέφρασε η Οκτωβριανή Επανάσταση και το πως εξελίχθηκε, δεν είναι απολύτως σαφές σε πολλούς πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που θεωρούν ότι γνωρίζουν ιστορία. Γι αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο το κείμενο του  Ίκαρου Μπαμπασάκη στο bookpress.gr, όπου επιλέγει και παρουσιάζει 12 σχετικά βιβλία. Κάποια ζητήματα έχουν θιγεί σε δικά μου κείμενα με αφορμή τόσο τη λενινιστικη αντίληψη, όσο και την υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ μεταξύ μπολσεβίκων και Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανο-αυστριακοί, Νεότουρκοι):
Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»
Μια κριτική στο λενινιστικό μοντέλο
Η Επανάσταση των «Σπαρτακιστών» και η προδοσία του Λένιν
Η μοιραία αλλά άγνωστη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ

alt

 

100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Ρωσική Επανάσταση, σας προτείνουμε μια επιλογή 11 + 1 βιβλίων που κυκλοφορούν ή κυκλοφόρησαν στα ελληνικά. Ορισμένα ίσως είναι πλέον δυσεύρετα αλλά αξίζει να προσπαθήσει κανείς να τα βρει και να τα μελετήσει.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

altE.H. Carr, Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Πατάκης).
Εξαιρετικά χρήσιμο πόνημα, με συμπυκνωμένο έναν πελώριο όγκο πληροφοριών, μεθοδικά μονταρισμένο, ώστε ο αναγνώστης να σκεφτεί όχι μόνον τα γεγονόταν που οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και αυτών που ακολούθησαν. Ο Edward Hallet Carr (1892-1982) θεωρείται αδιαμφισβήτητη αυθεντία στην ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, και το πολυσέλιδο εννεάτομο έργο του A History of Soviet Russia, του οποίου ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1950 και ο ένατος το 1978, είναι κορυφαίο, ίσως και μοναδικό στο είδος του.

 

altVictor Serge, Έτος Ένα της Ρωσικής Επανάστασης (μτφρ. Παρασκευάς Ψάνης, Μαρξιστικό Βιβλιoπωλείο). 
Μια αφήγηση όπου το πάθος ανταλλάσσει χειραψίες με την κριτική στάση, όπου τα μάτια μένουν ορθάνοιχτα και δεν αμβλύνεται η οξεία παρατήρηση και καταγραφή των γεγονότων. Ο Victor Serge (1890–1947), αρχικά αναρχικός, προσχώρησε στους μπολσεβίκους τον Μάιο του 1919, εν συνεχεία εντάχθηκε στην Αριστερή Αντιπολίτευση, διεγράφη από το κόμμα το 1927, συνελήφθη και φυλακίστηκε το 1928, για τρεις μήνες. Συνελήφθη εκ νέου το 1933, και εξορίστηκε για τρία χρόνια. Το 1936 απελάθηκε από την Σοβιετική Ρωσία, έζησε στη Μασσαλία, και τελικά εγκαταστάθηκε στο Μεξικό, όπου πέθανε, πένης αλλά πάντα παθιασμένος επαναστάτης. Το βιβλίο κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Red Marks, σε μετάφραση Φοίβου Αρβανίτη.

 

altLeon Trotsky, Ιστορία της Ρωσικής Επαναστασης (μτφρ. Μιχάλης Λίλλης, Παρασκήνιο). 
Δίτομο μνημειώδες έργο ενός πρωταγωνιστή των γεγονότων. Με το ύφος που πείσμονος επαναστάτη, συνδυαζόμενο με την εντυπωσιακή ευρυμάθεια και την άνεση στο γράψιμο αυτού του μεγάλου άνδρα, το βιβλίο είναι το ανεκτίμητο έπος της επανάστασης.

 

 

.

altRosa LuxemburgΡωσική Επανάσταση (μτφρ. Άγις Στίνας, εκδ. ύψιλον/βιβλία). 
Σειρά κριτικών άρθρων που έγραψε η Κόκκινη Ρόζα (1871–1919) την άνοιξη του 1918, έγκλειστη στις φυλακές του Μπρεσλάου, και τα οποία είδαν το φως της δημοσιότητας στα τέλη του 1921. Από τα πρώτα κριτικά από τα αριστερά κείμενα για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Άλλωστε, κάποιοι σύντροφοι της Ρόζας επιχείρησαν να καταστρέψουν τα χειρόγραφα, ενώ ήδη είχαν αρνηθεί να τα εκδώσουν, φοβούμενοι ότι θα «μπορούσαν να επισκιάσουν την αχτινοβολία της Ρωσικής Επανάστασης».

 

altVsevolod Mikhailovich Eikhenbaum (γνωστός ως Volin), Η Άγνωστη Επανάσταση (μτφρ. Σεραφείμ Ζάκκας, Διεθνής Βιβλιοθήκη).
Σημαντικό κριτικό, από τη μεριά του αναρχισμού, δίτομο έργο για την επανάσταση μέσα στην επανάσταση, για κρυφές, επισκιασμένες στιγμές του επαναστατικού ρεύματος. Άδολη και ευγενέστατη μορφή, ο Volin (1882–1945), έζησε τη ζωή του ανάμεσα σε επαναστικές εκρήξεις, σε εξορίες, σε κρυψώνες.

 

altIda MettΚομμούνα της Κρονστάνδης (μτφρ. Άγις Στίνας, Διεθνής Βιβλιοθήκη).
Εδώ ιστορείται ο κρίσιμος ρόλος των ξακουστών ναυτών της Κρονστάνδης, τόσο στη ρωσική επανάσταση όσο και μετά τον Οκτώβρη και την εξέγερσή τους κατά του καθεστώτος των μπολσεβίκων. Η Ida Mett (1901-1973), συμμετείχε ενεργά στο αναρχικό κίνημα, ιδίως στη Μόσχα, συνελήφθη και εντέλει εξορίστηκε στην Πολωνία, το Βερολίνο και κατόπινά το Παρίσι, το 1926, όπου συνέχισε την δράση της.

 

altΓιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης(1917-1991), (Gutenberg).

Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην ιστόρηση των γεγονότων της Ρωσικής Επανάστασης και των συνεπειών της.

altΈλλη Παππά, Μύθος και Ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση(Άγρα).
Στον λίαν ενδιαφέροντα αυτόν τόμο ιστορείται όχι τόσο η αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στον Οκτώβρη, όσο η «ρωσική περιπέτεια της μαρξιστικής σκέψης», όπως διευκρινίζει η ίδια η Έλλη Παππά (1922-2009), κορυφαία ιστορική και ηρωική μορφή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

 

altLars T. Lih, Βλαντιμίρ Λένιν (μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Μεταίχμιο).
Ευσύνοπτη, περιεκτική και πλούσια σε πληροφορίες βιογραφία του Λένιν, γραμμένη από έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς του μαρξισμού. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον Λένιν από τα φοιτητικά του χρόνια και τις πρώτες συγκρούσεις του με το αυταρχικό τσαρικό καθεστώς μέχρι τις εμφύλιες διαμάχες που διαδέχτηκαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Το ιστορικό πορτρέτο του επαναστάτη πολιτικού ολοκληρώνεται με αναφορές στην προσωπική και την κοινωνική του ζωή. Η απλή γλώσσα και η ξεκάθαρη δομή του βιβλίου αλλά και η απουσία ιδεολογικά φορτισμένων κλισέ το καθιστούν προσιτό σε κάθε αναγνώστη. Η έκδοση συμπληρώνεται από εικονογραφικό υλικό. O Lih (γεννημένος το 1947) είναι σημαντικός μελετητής των μαρξιστικών ρευμάτων, και στο εν λόγω πόνημα παρουσιάζει ανάγλυφα τις προσπάθειες του Λένιν να καθοδηγήσει το επαναστατικό ρεύμα ίσαμε τον τελικό θρίαμβο του Οκτώβρη.

 

altHelène Carrère d’Encausse, Λένιν (μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, Εστία).


Πολυσέλιδη, συμβατική αλλά αξιοπρεπής, βιογραφία του Λένιν από την Γαλλίδα ιστορικό Helène Carrère d’Encausse (γεννημένη το 1929).

altΈλλη Παππά, Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου (εκδ. Άγρα). 
Εξόχως χρήσιμο πόνημα για την αποσταλινοποίηση της σκέψης και της δράσης του ίδιου του Λένιν που η γενιά της Παππά γνώρισε «κυρίως μέσω του Στάλιν», που σημαίνει λογοκριμένον από τον Στάλιν, ο οποίος μετέτρεψε τις ιδέες του Λένιν σε «ιερό και απαραβίαστο δόγμα». Το βιβλίο «πετάχτηκε στον κάδο με τα μη ανακυκλώσιμα επικίνδυνα υλικά» αμέσως μόλις υποβλήθηκε στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τον Φεβρουάριο του 1991.

AlexandreiaΣυλλογικό,Αναρχικοί και μπολσεβίκοι στην Ρωσική Επανάσταση (εκδ. Αλεξάνδρεια)

Μόλις κυκλοφόρησε, το βιβλίο αυτό που περιλαμβάνει κείμενα πολλών διανοητών, έρχεται να καλύψει ένα κενό, ειδικά σε ό,τι αφορά την συμμετοχή των αναρχικών στην Ρωσική Επανάσταση και τη σχέση τους με τους μπολσεβίκους. Κείμενα: Πολ Άβριτς, Βολίν, Έμμα Γκόλντμαν, Πιότρ Κροπότκιν, Γκριγκόρι Μαξίμοφ, Νέστορ Μαχνό, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Αλεξάντερ Σαπίρο, Φρανκ Χάρισον – Μετάφραση: Γιόλα Μπαλή,Γιάννης Ιωαννίδης, Ροζίνα Μπέρκνερ, Μάκης Κορακιανίτης

 

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

 

Advertisements

7 Σχόλια

  1. ΒΟΛΙΝ
    Διάβαζα απόσπασμα από γράμμα του γενναίου συντρόφου μας Αλφόνσο Πετρίνι1που βρίσκεται στην Ε.Σ.Σ.Δ., εκτοπισμένος άγνωστο πού. Ενώ διάβαζα, το βλέμμα μου έπεσε στις ακόλουθες γραμμές: «Μας φυλακίζουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον. Οι αληθινοί επαναστάτες δεν έχουν καμία ελευθερία στη Ρωσία. Η ελευθερία του Τύπου και η ελευθερία του λόγου έχουν εξαλειφθεί και επομένωςκαμία διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον Στάλιν και τον Μουσολίνι».

    Σκόπιμα υπογράμμισα την τελευταία φράση, επειδή εκφράζει επακριβώς την αλήθεια. Ωστόσο, προκειμένου να αντιληφθούμε την ακρίβεια αυτής της σύντομης φράσης και τον ωμό ρεαλισμό της, είναι ουσιαστικό να κατανοήσουμε σε βάθος και με σαφήνεια τον φασισμό – σε μεγαλύτερο βάθος και με μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ όσο γενικά συνηθίζεται στους αριστερίστικους κύκλους.

    Με βάση την κατανόηση αυτή, ο αναγνώστης δεν θα ερμηνεύσει τη δήλωση του Πετρίνι σαν ένα σύνθημα, αλλά ως την ακριβή έκφραση ενός εξαιρετικά θλιβερού γεγονότος. Πριν από δώδεκα χρόνια, όταν το κίνημα του Μουσολίνι –ο ιταλικός φασισμός– κατάφερε να επικρατήσει, η γενική πεποίθηση ήταν ότι επρόκειτο για ένα εντοπισμένο, πρόσκαιρο φαινόμενο δίχως προοπτική.

    Από τότε ο «φασισμός» όχι μόνο εδραιώθηκε στην Ιταλία, αλλά συγγενικά κινήματα αναδύθηκαν και επικράτησαν σε μια σειρά από άλλες χώρες. Οπουδήποτε πλέον, με τη μία ή την άλλη μορφή, ο «φασισμός» αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο ρεύμα σκέψης. Ο ίδιος ο όρος, κάποτε ολοσχερώς εντοπισμένος τοπικά, τώρα είναι ευρέως διαδεδομένος και οικουμενικός.

    Η κατάσταση αυτή μας ωθεί στο εξής συμπέρασμα: το αποκαλούμενο «φασιστικό» κίνημα πρέπει να έχει γερά, βαθιά ριζωμένα, εκτεταμένα ιστορικά θεμέλια. Ποια μπορεί λοιπόν να είναι αυτά τα θεμέλια; Ποιοι μπορεί να είναι οι κύριοι παράγοντες που στηρίζουν τη γέννηση και πάνω απ’ όλα την επιτυχία του φασισμού;

    Από τη δική μου σκοπιά έχω καταλήξει ότι τρεις είναι οι παράγοντες που συνολικά εξασφαλίζουν τη βάση αυτής της επιτυχίας.

    1. Ο οικονομικός παράγοντας. Αυτός είναι ευρέως κατανοητός και σαφής. Να περί τίνος πρόκειται με λίγα λόγια: ο ιδιωτικός καπιταλισμός (που η οικονομική του βάση είναι ο ελεύθερος ανταγωνισμός της ζήτησης με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους και η πολιτική του έκφραση είναι η αστική δημοκρατία) βρίσκεται υπό κατάρρευση και χρεοκοπία. Καθώς δέχεται τις βίαιες επιθέσεις όλων των εχθρών του, των οποίων ο αριθμός αυξάνει, βυθίζεται στη χυδαιότητα, στο έγκλημα και στην παραλυσία. Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, ολόκληροι στρατοί ανέργων, εξαθλιωμένες μάζες, σε αντίθεση με τον άφθονο υλικό πλούτο και την απεριόριστη δυνατότητα να δημιουργηθεί επιπλέον πλούτος, αποκαλύπτουν πόσο ανίκανος είναι ο ιδιωτικός καπιταλισμός να δώσει λύση στα οικονομικά προβλήματα της εποχής μας. Στις μέρες μας αυξάνει ολοένα περισσότερο η επίγνωση του επιθανάτιου ρόγχου του και του επικείμενου θανάτου του. Έτσι, είτε ενστικτωδώς είτε συνειδητά, η σκέψη στρέφεται στην αντικατάστασή του με ένα νέο είδος καπιταλισμού, με την ελπίδα ότι αυτός ο τελευταίος θα μπορέσει «να μας σώσει». Ωστόσο δεν είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία που η σκέψη έλκεται από τον «ευγενή σκοπό» ενός αποτελεσματικού, παντοδύναμου Κράτους βασισμένου σε μια δικτατορία. Η ιδέα αφορά έναν κρατικό καπιταλισμό κατευθυνόμενο από μια δικτατορία, η οποία «είναι υπεράνω των ιδιωτικών συμφερόντων». Αυτό το νέο είδος καπιταλισμού αποτελεί το στήριγμα του φασισμού από οικονομικής πλευράς.

    2. Ο κοινωνικός παράγοντας. Κι αυτός είναι πολύ καθαρά και ευρύτατα κατανοητός. Η αποτυχία του ιδιωτικού καπιταλισμού, με όλες τις τρομερές επιπτώσεις της, έχει φέρει στο προσκήνιο μια ολοφάνερα επαναστατική κατάσταση. Οι μάζες, ολοένα περισσότερο δυστυχισμένες, βρίσκονται σε αναβρασμό. Τα επαναστατικά ρεύματα κερδίζουν έδαφος. Οργανωμένοι εργαζόμενοι κάνουν ολοένα και πιο δραστήριες προετοιμασίες προκειμένου να ξεκινήσουν έναν πόλεμο εναντίον ενός συστήματος που τους συνθλίβει προς όφελος μιας συμμορίας ληστών. Η εργατική τάξη, ελεύθερα και μαχητικά οργανωμένη (σε πολιτική, συνδικαλιστική και ιδεολογική βάση), γίνεται σε αυξανόμενο βαθμό ένα αγκάθι, μια απειλή για τις ιδιοκτήτριες τάξεις. Οι τελευταίες έχουν συνειδητοποιήσει πόσο αβέβαιη είναι η κατάστασή τους. Και τρέχουν έντρομες. Έτσι, ενστικτωδώς ή συνειδητά, αναζητούν διέξοδο. Παλεύουν με κάθε τίμημα να παραμείνουν προσκολλημένες στην προνομιακή θέση τους, που βασίζεται στην εκμετάλλευση των ανθρώπων του μόχθου. Αυτό που, πάνω από όλα, τις ενδιαφέρει είναι πώς οι εργαζόμενες μάζες θα εξακολουθήσουν να είναι ένα μισθοσυντήρητο κοπάδι που το απομυζάνε οι αφέντες του.

    Εάν το ισχύον μοντέλο εκμετάλλευσης δεν μπορεί να διατηρηθεί, θα χρειαστεί μια αλλαγή του μοντέλου (τίποτα το εξαιρετικό) προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υποκείμενη κατάσταση δεν θα αλλάξει. Τα σημερινά αφεντικά μπορούν να παραμείνουν όπως είναι, εάν και εφόσον συμφωνήσουν να γίνουν μέλη μιας ευρύτερης οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και ουσιαστικά κρατιστικής ηγετικής ομάδας. Για να γίνει λοιπόν πραγματικότητα αυτή η νέα κοινωνική δομή, απαιτείται, πέρα από οτιδήποτε άλλο, ένα παντοδύναμο κράτος επικεφαλής του οποίου να βρίσκεται ένας ισχυρός άντρας, με σιδερένια πυγμή, ένας δικτάτορας, ένας Μουσολίνι, ένας Χίτλερ! Αυτό είναι το νέο είδος καπιταλισμού με το οποίο ο φασισμός τροφοδοτείται από κοινωνικής πλευράς.

    Εάν ο φασισμός βασιζόταν μόνο σε αυτούς τους δύο παράγοντες –που συγκροτούν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλιά του– δεν θα είχε ποτέ κερδίσει τη δύναμη που γνωρίζουμε ότι κατέχει. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό: οι οργανωμένες μάζες των εργαζομένων γρήγορα θα είχαν ορθώσει μια για πάντα εμπόδια στον δρόμο του. Πράγματι, τα μέσα με τα οποία η εργατική τάξη μάχεται εναντίον του καπιταλισμού θα εξυπηρετούσαν, με μικρές αναπροσαρμογές, εξίσου αποτελεσματικά τον αγώνα εναντίον της αντίδρασης και του φασισμού. Και ο αγώνας αυτός θα αποτελούσε μάλλον το τελευταίο κεφάλαιο στη μεγάλη ιστορική πάλη των εργαζομένων εναντίον των εκμεταλλευτών τους. Πόσες φορές στη διάρκεια της ιστορίας ο εχθρός δεν ακολούθησε ένα άλλο μονοπάτι, δεν φόρεσε μια καινούργια μάσκα, ή δεν άλλαξε τα όπλα του! Καμιά από αυτές όμως δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει τους εργαζομένους από το να συνεχίσουν τον αγώνα τους, δίχως να χάσουν την ισορροπία τους, ή την εμπιστοσύνη τους, δίχως να αφεθούν να υπονομευτούν από τους τακτικούς ελιγμούς και τις παλινωδίες του εχθρού.

    Ερχόμαστε τώρα σε ένα κομβικό σημείο. Ενώ θα έπρεπε να εκληφθεί ως ένα νέο (επιθετικό και αμυντικό) τέχνασμα του καπιταλισμού, ο φασισμός, όπου έχει πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του, έχει σημειώσει τέτοιες εντυπωσιακές, ασυνήθιστες και υπερβολικές επιτυχίες ώστε ο αγώνας της εργατικής τάξης – ολωσδιόλου ξαφνικά και οικουμενικά, κι αυτό ισχύει είτε αναφερόμαστε στη Γερμανία είτε στην Αυστρία είτε οπουδήποτε αλλού– έχει αποδειχθεί όχι απλώς δύσκολος, αλλά απολύτως ανίσχυρος και αναποτελεσματικός. Όχι μόνο η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία απέτυχε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αλλά το ίδιο συνέβη με τον σοσιαλισμό, τον μπολσεβικικό κομμουνισμό, το συνδικαλιστικό κίνημα κ.λπ. Απέτυχαν απολύτως να σταθούν όρθιοι απέναντι σε έναν καπιταλισμό, που με την πλάτη στο τοίχο έκανε έναν τακτικό ελιγμό για να σώσει το τομάρι του. Όχι μόνο όλες αυτές οι δυνάμεις δεν κατάφεραν να διεξάγουν νικηφόρα αντίσταση εναντίον ενός καπιταλισμού που ανασύνταξε τις κλονισμένες γραμμές του, αλλά επιπλέον ήταν αυτός ο τελευταίος που γρήγορα αναδιατάχθηκε και συνέτριψε όλους τους εχθρούς του.

    Ο σοσιαλισμός, τόσο ισχυρός στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ιταλία, αποδείχθηκε αδύναμος. Ο «κομμουνισμός», από μόνος του πολύ ισχυρός, ιδιαίτερα στη Γερμανία, αποδείχθηκε σαθρός. Τα συνδικάτα αποδείχθηκαν ανίσχυρα. Πώς μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα αυτά;

    Ένα ήδη ιδιαίτερα σύνθετο πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εάν αναλογιστούμε την τωρινή κατάσταση στην Ε.Σ.Σ.Δ. Όπως γνωρίζουμε, εκεί υφίσταται ένας εξουσιαστικός κρατικός κομμουνισμός (ο μπολσεβικισμός) ο οποίος πέτυχε μια εκπληκτική και μάλλον εύκολη νίκη στα γεγονότα του 1917. Τώρα στις μέρες μας, σχεδόν δεκαεπτά χρόνια μετά τη νίκη, όχι μόνον ο κομμουνισμός αποδεικνύεται ανίκανος να αντιταχθεί στον φασισμό στο εξωτερικό, αλλά ολοένα και πιο συχνά, σε ό,τι αφορά το ίδιο το καθεστώς στο εσωτερικό της Ε.Σ.Σ.Δ., περιγράφεται συνειδητά ως «κόκκινος φασισμός». Συγκρίσεις γίνονται μεταξύ του Στάλιν και του Μουσολίνι. Επισημαίνεται η θηριώδης καταπίεση των εργαζόμενων μαζών από ένα κυρίαρχο σύστημα αποτελούμενο από ένα εκατομμύριο προνομιούχους, όπως παρεμπιπτόντως συμβαίνει και οπουδήποτε αλλού, οι οποίοι νέμονται όλες τις στρατιωτικές και πολιτικές εξουσίες. Υπογραμμίζεται η έλλειψη κάθε μορφής ελευθερίας, όπως και οι αδιάκοπες και αυθαίρετες διώξεις.

    Και αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτές οι αποκαλύψεις, ή οι μαρτυρίες, δεν προέρχονται από αστικούς κύκλους, αλλά κυρίως από τις γραμμές των επαναστατών… των σοσιαλιστών, των συνδικαλιστών, των αναρχικών, ακόμη και μέσα από τις γραμμές της κομμουνιστικής (τροτσκιστικής) αντιπολίτευσης που, παραμένοντας στην ίδια γραμμή πλεύσης, «συνεχίζει τον αγώνα για τη χειραφέτηση» και προωθεί την Τέταρτη Διεθνή.

    Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι πάρα πολύ ανησυχητικά. Μας οδηγούν αναπόφευκτα στο ακόλουθο συμπέρασμα που μπορεί να φαίνεται παράδοξο: ακόμη και στην Ε.Σ.Σ.Δ., μολονότι κάτω από διαφορετικό μανδύα, είναι ο φασισμός που έχει νικήσει. Δηλαδή είναι ένας νέος καπιταλισμός που κατέχει την εξουσία – κρατικός καπιταλισμός με επικεφαλής έναν δικτάτορα με σιδερένια πυγμή, τον Στάλιν.

    Πώς να τα εξηγήσουμε όλα αυτά;

    Υπάρχει κάποιο άλλο στοιχείο, κάποια άλλη βάση, κάποιο άλλο raison d’ être (λόγος ύπαρξης) που τροφοδοτούν τον φασισμό με αυτή την ασυνήθιστη δύναμη κρούσης; Στο ερώτημα αυτό η απάντησή μου είναι: ναι, υπάρχει. Και εδώ έχουμε τον τρίτο παράγοντα. Αυτόν που τώρα θα εξετάσω και που τον θεωρώ τον πιο σημαντικό από όλους. Αλλά και τον πιο πολύπλοκο και λιγότερο καταληπτό. Είναι όμως αυτός που μας δίνει τη δυνατότητα να τα εξηγήσουμε όλα.

    3. Ο ψυχολογικός (ή ιδεολογικός!) παράγοντας. Ο υποφώσκων παράγοντας που συντελεί στις επιτυχίες των φασιστών και στην παραλυσία των δυνάμεων της χειραφέτησης είναι, όπως εγώ το βλέπω, η δηλητηριώδης έννοια της δικτατορίας per se (αυτής καθεαυτήν). Θα πάω ακόμη πιο πέρα. Υπάρχει μια ιδέα τόσο διαδεδομένη, που έχει μετατραπεί σε αξιωματική αλήθεια. Εκατομμύρια επί εκατομμυρίων ανθρώπων, ακόμη και σήμερα, θα έμεναν εμβρόντητοι εάν τύχαινε αυτή η ιδέα να τεθεί υπό διερώτηση. Ακόμη χειρότερα: πολυάριθμοι αναρχικοί και συνδικαλιστές δεν βλέπουν τίποτα το ύποπτο σε αυτήν. Μιλώντας για λογαριασμό μου, θεωρώ αυτή την ιδέα τελείως λανθασμένη και παραπλανητική. Κάθε ψευδής ιδέα που έχει γίνει αποδεκτή ως γεγονός αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τον σκοπό που επηρεάζει. Η υπό διερώτηση ιδέα έχει ως εξής: προκειμένου να νικήσουν στον αγώνα τους και να επιτύχουν τη χειραφέτησή τους, οι μάζες των εργαζομένων πρέπει να οδηγηθούν και να κατευθυνθούν από μια «ελίτ», από μια «διαφωτισμένη μειονότητα», από κάποιους «διορατικούς» ανθρώπους που βρίσκονται ένα σκαλοπάτι πιο πάνω από αυτές τις μάζες.

    Το γεγονός ότι οι εκμεταλλεύτριες τάξεις πουλάνε αυτή τη θεωρία –που εγώ τη βλέπω ως μια πιο εκλεπτυσμένη έκφραση της έννοιας της δικτατορίας, αφού στην πράξη αφαιρεί από τις μάζες την ελευθερία της δράσης και την ατομική πρωτοβουλία– μου φαίνεται απολύτως κατανοητό. Είναι όμως από τα πιο παράδοξα φαινόμενα που έχει να επιδείξει η ιστορία, το γεγονός ότι αυτή η θεωρία έχει αγκυροβολήσει στα μυαλά εκείνων που σκοπεύουν να είναι οι απελευθερωτές και οι επαναστάτες. Και αυτό επειδή εμένα μου φαίνεται αυτονόητο ότι οι μάζες, εάν πρόκειται να ξεπεράσουν την εκμετάλλευση, πρέπει να πάψουν να καθοδηγούνται. Οι άνθρωποι του μόχθου θα απαλλαγούν από κάθε μορφή εκμετάλλευσης μόνο όταν βρουν τον τρόπο να απαλλαγούν από κάθε κηδεμονία, όταν αναλάβουν μόνοι τους τη φροντίδα του εαυτού τους, χρησιμοποιώντας τη δική τους πρωτοβουλία, επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα, με την αρωγή των δικών τους αυθεντικών μορφών ταξικής αντιπροσώπευσης –συνδικαλιστικών ενώσεων, συνεταιρισμών κ.λπ.– συνενωμένων μεταξύ τους με βάση την ομοσπονδιακή αρχή.2

    Η έννοια της δικτατορίας –είτε ασκείται με σιδερένια πυγμή είτε με βελούδινο γάντι– καθώς παίρνει οικουμενικές διαστάσεις και γίνεται γενικά αποδεκτή, ανοίγει τον δρόμο στη φασιστική ψυχολογία, στη φασιστική ιδεολογία και δράση.

    Αυτή η ψυχολογία διεισδύει, δηλητηριάζει και διαλύει όλο το εργατικό κίνημα και το κατευθύνει σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Εάν εκτιμάμε ότι απαιτείται μια δικτατορία που θα καθοδηγεί τον αγώνα της εργατικής τάξης για χειραφέτηση, τότε στην πραγματικότητα μετατρέπουμε αυτόν τον αγώνα σε έναν ανταγωνισμό ανάμεσα σε δικτάτορες. Έτσι στην ουσία ο σκοπός αυτού του αγώνα γίνεται η αναζήτηση του ποιος θα είναι ο νικητής που θα διατηρήσει ή θα κερδίσει, τον αποφασιστικό έλεγχο των μαζών. Κατά συνέπεια το αποτέλεσμα της διαμάχης, από όποια πλευρά και αν το δούμε, εξαρτάται από μάλλον συμπτωματικές περιστάσεις. Ο Χ δικτάτορας επικρατεί εδώ, ο Ψ ή ο Ζ παραπέρα. Ο καθένας από αυτούς μπορεί να διακηρύττει πολύ διαφορετικά, αληθινά αντιφατικά ιδεώδη.

    Δεν αλλάζει όμως το γεγονός ότι, αντί της απελευθερωτικής, αποφασιστικής δράσης των ίδιων των μαζών, είναι ο νικητής ο οποίος θα διαφεντεύει τις μάζες, που θα είναι εξαναγκασμένες να τον ακολουθούν αν δεν θέλουν να υποστούν την ωμή καταστολή. Πρέπει να γίνει σε όλους μας ξεκάθαρο ότι η προοπτική αυτή δεν μπορεί να έχει απολύτως καμία σχέση με την απελευθέρωση των εργαζόμενων μαζών.

    Η έννοια της δικτατορίας, της ηγεσίας που ασκεί μια ελίτ, αναπόφευκτα οδηγεί στον σχηματισμό πολιτικών φραξιών: κομματικών μεσαζόντων που εκτρέφουν και στηρίζουν τον μελλοντικό δικτάτορα. Στο τέλος μία από αυτές τις φράξιες επικρατεί επί των υπολοίπων. Και τότε όλοι μπαίνουν κάτω από τον ζυγό της απολυταρχικής εξουσίας της. Δεν έχει σημασία ποια φράξια θα είναι. Γρήγορα θα διορίσει τους δικούς της ανθρώπους και τελικά ένα προνομιούχο κοινωνικό στρώμα θα εμφανιστεί. Καθώς θα υποτάξει τις μάζες στη θέλησή της, καθώς θα τις καταπιέσει και θα τις εκμεταλλευτεί, βαθιά μέσα της θα γίνει υποχρεωτικά φασιστική.

    Συνεπώς η αντίληψη που έχω για τον φασισμό είναι απολύτως ελαστική. Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, κάθε σχολή σκέψης που προωθεί την αυταρχική διακυβέρνηση –είτε αυτή είναι ολοκληρωτική είτε με το γάντι, είτε ανήκει στη «δεξιά» είτε στην «αριστερή» πτέρυγα του πολιτικού φάσματος– είναι βαθιά μέσα της, αντικειμενικά και ουσιαστικά, φασιστική. Στα μάτια μου ο φασισμός είναι κατά βάση η ιδέα των μαζών που έχουν ανάγκη καθοδήγησης από κάποια «μειονότητα», από κάποιο πολιτικό κόμμα, από κάποιον δικτάτορα. Με ψυχολογικούς και ιδεολογικούς όρους ο φασισμός ενυπάρχει στην έννοια της αυταρχικής καθοδήγησης, στην ιδέα κάθε μορφής δικτατορίας. Αυτή η ιδέα, διατυπωμένη, διαδεδομένη ή εφαρμοσμένη από τις ιδιοκτήτριες τάξεις, γίνεται εύκολα κατανοητή από τον καθέναν. Τη στιγμή όμως που η ίδια αυτή ιδέα υιοθετείται και εφαρμόζεται από ιδεολόγους προερχόμενους από την εργατική τάξη και παρουσιάζεται σαν ο δρόμος προς την απελευθέρωση, τότε πρέπει να κρίνεται ως μια δηλητηριώδης παρέκκλιση, μια μυωπική, γελοία ανοησία, μια επικίνδυνη εκτροπή.

    Γιατί αυτή η ιδέα, με το να είναι ουσιαστικά φασιστική, όταν μπαίνει σε εφαρμογή, οδηγεί αναπόδραστα σε μια βαθιά φασιστική κοινωνική οργάνωση. Αυτή η αλήθεια έχει επιβεβαιωθεί από τη «ρωσική εμπειρία» με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο. Η έννοια της δικτατορίας σαν μέσου χειραφέτησης της εργατικής τάξης μπήκε στη χώρα αυτή σε εφαρμογή. Η υλοποίησή της έχει παραγάγει ένα αποτέλεσμα το οποίο στις μέρες μας γίνεται ολοένα και πιο φανερό και το οποίο ακόμη και οι πιο αδαείς, κοντόφθαλμοι και ξεροκέφαλοι θα αναγκαστούν να το αναγνωρίσουν: αντί να οδηγήσει στην απελευθέρωση της εργατικής τάξης, η νικηφόρα επανάσταση βασικά και παρ’ όλες τις θεωρητικοποιήσεις περί δικτατόρων-απελευθερωτών, γέννησε την πληρέστερη και πιο ωμή υποδούλωση και εκμετάλλευση αυτής της εργατικής τάξης στα χέρια μιας νέας προνομιούχας άρχουσας τάξης.

    Αυτά λοιπόν για τον τρίτο και πρωταρχικό παράγοντα της ειδικής εξουσίας του φασισμού. Τροφοδοτείται κυρίως από τη βαθιά φασιστική –και ασυνείδητα φασιστική– ιδεολογία μιας μάζας ανθρώπων οι οποίοι θα ήταν οι πρώτοι που θα εκπλήσσονταν και θα εξοργίζονταν εάν τους κατηγορούσαν ότι είναι φασίστες. Η ιδεολογία αυτή, που έχει διεισδύσει παντού, ακόμη και στις τάξεις των «απελευθερωτών» και των ίδιων των εργαζομένων, δηλητηριάζει το εργατικό κίνημα καθιστώντας το πλαδαρό και οδηγώντας το στην κατάρρευση. Σκοτώνει την αυθεντική δράση των μαζών και αποδυναμώνει τους αγώνες τους και μάλιστα την ικανότητά τους να επιτύχουν οτιδήποτε, πολύ περισσότερο μια νίκη κατά του φασιστικού φαινομένου. Αυτός –αλίμονο!– είναι ο λόγος για τον οποίο ο Πετρίνι έχει δίκιο. «Καμία διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον Στάλιν και τον Μουσολίνι». Γι’ αυτό ο «κόκκινος φασισμός» δεν είναι ένα σύνθημα, αλλά μια ακριβής έκφραση ενός πολύ θλιβερού γεγονότος.

    Εντούτοις υπάρχει παρηγοριά. Οι μάζες μαθαίνουν από την άμεση χειροπιαστή εμπειρία. Και η εμπειρία είναι εδώ. Στο ένα έκτο του πλανήτη αποτελεί ένα καθημερινό γεγονός. Ολοένα πιο ακριβείς λεπτομέρειες έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και ευρύτερα γνωστές. Πρέπει να αναμένουμε από τις μάζες των εργαζομένων σε κάθε χώρα, την κατάλληλη στιγμή, να αντλήσουν από αυτό το γεγονός τα ζωτικά διδάγματα για την επιτυχία των μελλοντικών αγώνων τους.

    Κατά πόσο αυτή η ελπίδα θα επαληθευτεί, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά εκείνων που έχουν ήδη καταλάβει. Έχουν το καθήκον να κάνουν τις πιο δραστήριες προσπάθειες για να βοηθήσουν το τεράστιο πλήθος των ανθρώπων του μόχθου να αναγνωρίσουν τα αρνητικά διδάγματα της ρωσικής εμπειρίας.

    Εμείς οι αναρχικοί, που φτάσαμε να καταλάβουμε, οφείλουμε να κινηθούμε δραστήρια και να εντείνουμε την προπαγάνδα μας, διατηρώντας ταυτόχρονα αυτή την εμπειρία στο επίκεντρο της σκέψης μας. Εάν πράξουμε το καθήκον μας, εάν βοηθήσουμε τις μάζες να καταλάβουν εγκαίρως, τότε ο «κόκκινος φασισμός» της Ε.Σ.Σ.Δ., από ιστορική σκοπιά μιλώντας, θα έχει προσφέρει μια χρήσιμη υπηρεσία: καθώς εμείς θα εκδηλώσουμε την οργή μας και την αηδία μας γι’ αυτόν, θα έχουμε δώσει στην έννοια της δικτατορίας τη χαριστική βολή.

    1934

    Μετάφραση: Μάκης Κορακιανίτης

    [Σ.τ.Μ.]

    1. Αλφόνσο Πετρίνι: Αναρχικός, γεννημένος στην Ανκόνα, καταδικασμένος ερήμην από ιταλικό δικαστήριο σε 17 χρόνια φυλάκιση για την υποτιθέμενη συμμετοχή του στον φόνο του καραμπινιέρου Αντέι στη διάρκεια των επαναστατικών ταραχών στην Ανκόνα το 1920.

    2. Για την οργάνωση και τον συντονισμό της οικονομίας με βάση την ομοσπονδιακή αρχή διαφωτιστική είναι η περιγραφή του Ντιέγκο Αμπάντ Ντε Σαντιγιάν, αναρχοσυνδικαλιστή-μέλους της C.N.T.-F.A.I., η οποία ενσωματώνει και την εμπειρία από το τεράστιο πείραμα κοινωνικής αναδιοργάνωσης που επιχείρησαν οι Ισπανοί αναρχικοί, παράλληλα με τον εμφύλιο πόλεμο εναντίον των φασιστικών δυνάμεων του στρατηγού Φράνκο την περίοδο 1936-1939 : «Η δομή της νέας οικονομίας ήταν απλή: κάθε εργοστάσιο διευθυνόταν από τους δικούς του τεχνικούς και εργάτες. Τα εργοστάσια της ίδιας βιομηχανίας και της ίδιας τοποθεσίας οργανώνονται σε τοπική ομοσπονδία. Όλες οι τοπικές ομοσπονδίες οργανώνονται σε τοπικά οικονομικά συμβούλια, όπου αντιπροσωπεύονται όλα τα κέντρα παραγωγής και υπηρεσιών […]. Οι τοπικές ομοσπονδίες κάθε βιομηχανίας και τα τοπικά οικονομικά συμβούλια κατά περιοχές και στην κλίμακα ολόκληρου του έθνους σε παράλληλες εθνικές ομοσπονδίες βιομηχανίας και εθνικές οικονομικές ομοσπονδίες»· «Γιατί χάσαμε τον πόλεμο», Μπουένος Άιρες, 1940, σ. 82· από το βιβλίο του Sam Dolgoff, Αναρχικές Κολλεκτίβες, Η Εργατική Αυτοδιεύθυνση στην Ισπανική Επανάσταση, μετ. Νίκος Ποταμιάνος, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1982.

    Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Αναρχικοί και μπολσεβίκοι στη Ρωσική Επανάσταση», των εκδόσεων αλεξάνδρεια.

  2. 29.10.2017 :
    Η Οκτωβριανή Επανάσταση
    ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΠΑΣ*

    Ο Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν απευθύνεται στο δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Ο ρόλος του στα γεγονότα του 1917 τον κατέστησε τον σημαντικότερο επαναστάτη του 20ού αιώνα.

    Τι ήταν η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους στις 25 Οκτωβρίου/7 Νοεμβρίου του 1917; Ιδού ένα ερώτημα που δεν θα πάψει ποτέ να τίθεται. Πάντως, λαϊκή επανάσταση με την έννοια της δυναμικής συμμετοχής και εμπλοκής μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν ήταν. H περιώνυμη κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων ήταν ένα μάλλον εύκολο εγχείρημα, καθώς το κτίριο ήταν ουσιαστικά αφρούρητο. H εξέγερση ήταν κυρίως –αν όχι και αποκλειστικά– έργο κάποιων αποφασισμένων εργατών και στρατιωτών καθοδηγούμενων από τους Μπο­λσεβίκους. Μάλιστα, οι περισσότεροι κάτοικοι της Πετρούπολης –και πολλώ μάλλον, βέβαια, της υπόλοιπης Ρωσίας– ούτε καν είχε αντιληφθεί την επόμενη μέρα ότι κάτι σημαντικό είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, καθώς η κυβέρνηση Κερένσκι αδυνατούσε ουσιαστικά να επιβάλει τον έλεγχό της στη χώρα, η εξουσία ήταν «αδέσποτη», στους δρόμους, έτοιμη να περάσει στα χέρια μιας ομάδας επαναστατών αποφασισμένων και καλά προετοιμασμένων για κάτι τέτοιο. Την ίδια στιγμή, ιδίως μετά την αποτυχημένη επίθεση του Ιουλίου στη Γαλικία και το πραξικόπημα-φιάσκο του Κορνίλοφ, οι μονάδες του ρωσικού στρατού, που θα μπορούσαν θεωρητικά να υπερασπιστούν την κυβέρνηση Κερένσκι, διαλύονταν η μία μετά την άλλη, με τους άνδρες τους να λιποτακτούν και να γυρίζουν, κατά κανόνα, στα χωριά τους.

    Εκλογές για τα μέλη της Συντακτικής

    Τις αμέσως επόμενες μέρες οι Μπολσεβίκοι σχημάτισαν δική τους κυβέρνηση (για την ακρίβεια, Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού/Σοβναρκόμ) με επικεφαλής τον Λένιν. Ηταν μια κυβέρνηση της οποίας η εξουσία περιοριζόταν αρχικά στην Πετρούπολη, και μόνο σταδιακά επεκτεινόταν στην υπόλοιπη Ρωσία. Μία από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν, πάντως, να προτείνει ανακωχή και να αρχίσει συνομιλίες με τους Γερμανούς, οι οποίες θα συνεχίζονταν έως τον Μάρτιο του 1918.

    Ενα από τα ακανθώδη για το νέο καθεστώς προβλήματα ήταν και η ανειλημμένη υποχρέωση για εκλογή Συντακτικής Συνέλευσης, Σώματος στο οποίο τόσες ελπίδες και προσδοκίες είχαν επενδυθεί ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την παραίτηση του Τσάρου. Οι εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης έγιναν πράγματι στις 12 Νοεμβρίου. Και πάλι τα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά ευνοϊκά ήταν για τους μπολσεβίκους, παρότι ο Λένιν και το κόμμα του είχαν ήδη αρχίσει να ελέγχουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Από τα 707 μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης οι Μπολσεβίκοι είχαν μόνον 175 έδρες, περίπου το 25%. Οι Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι), που ήταν με διαφορά το πρώτο κόμμα, είχαν 410 έδρες, ενώ υπήρχαν επίσης 16 μενσεβίκοι, 17 συνταγματικοί δημοκράτες (Καντέ), καθώς και αρκετοί ανεξάρτητοι. Ακόμα και μετά τη διάσπαση του κόμματος των Εσέρων, την οποία προκάλεσαν εν πολλοίς οι Μπολσεβίκοι, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες δεν ήλεγχαν παρά μόνο 40 από τις αρχικές 410 έδρες του κόμματος στη Συντακτική Συνέλευση.

    Η εκλογή και η επικείμενη σύγκληση της Συντακτικής έφερναν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας: από τη μια η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων και το υπό τον έλεγχό τους Συμβούλιο των Σοβιέτ, από την άλλη η Συντακτική Συνέλευση. Με άλλα λόγια, σύμφωνα τουλάχιστον με την πολιτική αντίληψη και κουλτούρα των Μπολσεβίκων, η Συντακτική έπρεπε πλέον «ή να υποκύψει ή να διαλυθεί».

    Ο ναύτης Ζελεζνιάκοφ και ο «λεγκαλισμός»

    Αφού προηγουμένως είχαν ήδη συλληφθεί ορισμένα από τα ηγετικά στελέχη των Εσέρων, στις 5 Ιανουαρίου συνήλθε τελικά η Συντακτική Συνέλευση. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, όταν μια πρότασή τους απορρίφθηκε, οι Μπολσεβίκοι αποχώρησαν από την αίθουσα. Λίγο αργότερα η συνεδρίαση διακόπηκε για να συνεχιστεί την επόμενη μέρα. Επόμενη μέρα, όμως, δεν επρόκειτο να υπάρξει για τη Συντακτική Συνέλευση. Η κεντρική επιτροπή των Μπολσεβίκων, που συνεδρίαζε σε διπλανή αίθουσα, έδωσε εντολή στον επικεφαλής της φρουράς, τον ναύτη Ζελεζνιάκοφ, να ανακοινώσει στον πρόεδρο του Σώματος ότι οι συνεδριάσεις θα διακοπούν γιατί «η φρουρά είναι κουρασμένη»! Παράλληλα, μια διαδήλωση υπέρ της Συντακτικής την ώρα που αυτή συνεδρίαζε είχε διαλυθεί βιαίως, αφήνοντας μάλιστα πίσω της νεκρούς και τραυματίες. Οπως είχαν διαμορφωθεί τα πράγματα, η Συντακτική Συνέλευση ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να δώσει στη χώρα Σύνταγμα. Ετσι ή αλλιώς, τα διακυβεύματα ήταν πλέον εν πολλοίς άλλα, άμεσα συνδεδεμένα κυρίως με τον συσχετισμό δυνάμεων. Και όμως, η διάλυση της Συντακτικής ήταν πολιτική πράξη τεράστιας σημασίας, κυρίως στο συμβολικό επίπεδο, αλλά και ως δείγμα του τρόπου με τον οποίο το καθεστώς των Μπολσεβίκων σκόπευε να ασκήσει την εξουσία. Στο εξής, οποιοδήποτε εμπόδιο συναντούσαν το κόμμα και το καθεστώς στον δρόμο τους θα το εξαφάνιζαν ακόμα και με δυναμικά μέσα, αποκαλώντας μάλιστα την τήρηση των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού «λεγκαλιστικές αυταπάτες» και τον σεβασμό προς τους θεσμούς «λεγκαλισμό». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ την κριτική της στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στον Λένιν την έγραψε την άνοιξη του 1918, κλεισμένη στις γερμανικές φυλακές, όταν έμαθε τα νέα για τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης. Εγραφε, λοιπόν, η Ρόζα: «Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή σε όλους τους δημόσιους θεσμούς ξεψυχάει, γίνεται επιφανειακή, και η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο». Και πιο κάτω: «Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος, όσο πολυάριθμα και αν είναι αυτά, δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντα ως ελευθερία για αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά».

    Το ερώτημα του χαρακτήρα του καθεστώτος

    Υπήρξε, άραγε, ο Στάλιν αυτός που οδήγησε το σοβιετικό σύστημα στην εκτροπή του από την αρχική του κοίτη και από τα αρχικά του προτάγματα; Ασφαλώς οι «αμαρτίες περί την διάπλασιν» του συστήματος παροξύνθηκαν και επιτάθηκαν επί Στάλιν, ο οποίος υπήρξε από κάθε άποψη κυνικός και αδίστακτος. Και όμως, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι ο Στάλιν δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να ωθήσει στην ακραία της συνέπεια τη λογική τού «ο [σοσιαλιστικός] σκοπός αγιάζει τα μέσα», ιδρυτική αρχή του μπολσεβικισμού. Μήπως τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν, αντί του Στάλιν, είχε επικρατήσει μετά τον θάνατο του Λένιν ο Τρότσκι; Πιστεύω ότι οι αρχές λειτουργίας του συστήματος είχαν ήδη εμπεδωθεί και δεν επρόκειτο να αλλάξουν ριζικά όποιος και αν επικρατούσε στον αγώνα για τη διαδοχή. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο Τρότσκι ήταν αυτός που επέμενε ότι έπρεπε να πνιγεί στο αίμα η εξέγερση των (ιστορικά οπαδών του κόμματος) ναυτών της Κρονστάνδης, το 1921. Επίσης, ο ίδιος αυτός Τρότσκι, λίγα χρόνια αργότερα, δήλωνε: «Δεν μπορείς να έχεις δίκιο κόντρα στις αποφάσεις του κόμματος. Δίκιο μπορείς να έχεις μόνο διά του κόμματος και εντός του κόμματος»!

    Παιχνίδια εξουσίας

    Ολα αυτά θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στη γενική διαπίστωση ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων και το καθεστώς που αυτό δημιούργησε συνιστούσαν τον απόλυτο θρίαμβο, το «βασίλειο» των παιχνιδιών εξουσίας (power politics) βασισμένων στην κυνική διαμόρφωση και αξιοποίηση πολιτικών συσχετισμών, και αυτό τόσο ως προς τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων όσο και ως προς την αντιμετώπιση των εσωκομματικών αντιπάλων. Ετσι, ο Στάλιν συμμάχησε με τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ για να εξουδετερώσει τον Τρότσκι, αλλά και με τον Μπουχάριν και τη «δεξιά» πτέρυγα του κόμματος αργότερα προκειμένου να απομονώσει τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ. Οπως, άλλωστε, και οι Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να συμμαχήσουν με τον Τρότσκι, τον χθεσινό τους εχθρό, όταν κατάλαβαν ότι ο Στάλιν ετοιμαζόταν να τους παραμερίσει, και κατ’ επέκταση να τους εξουδετερώσει οριστικά.

    Οι ρίζες του σοβιετικού αδιεξόδου

    Πού βρίσκονταν, άραγε, οι ρίζες του αδιεξόδου στο οποίο θα κατέληγε ένα καθεστώς το οποίο, αφού πρώτα «διαχειρίστηκε τα όνειρα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (όπως τα «διαχειρίστηκε»), διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη εβδομήντα χρόνια αργότερα; Πολλές ήταν οι εσφαλμένες παραδοχές και εκτιμήσεις που αποτέλεσαν τις βάσεις του τόσο φιλόδοξου και μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος. Αν ήθελε κάποιος να σταθεί σε ορισμένες από αυτές, θα μπορούσε να επισημάνει τα εξής: Ηδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα το θεωρητικό οικοδόμημα του μαρξισμού είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ούτε οι προλετάριοι ήταν πια σε κατάσταση που να μην έχουν να χάσουν «παρά τις αλυσίδες τους», ούτε ο αριθμός τους αυξανόταν με τέτοιο ρυθμό ώστε να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.

    Αντιθέτως, ο καπιταλισμός αφενός γεννούσε –και συνεχίζει να γεννά– όλο και πολυπληθέστερα μικροαστικά στρώματα και αφετέρου αποδεικνυόταν ικανός να δίνει στους εργάτες πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανταζόταν ο Μαρξ – άλλωστε, η αυξημένη αγοραστική τους δύναμη ήταν απαραίτητη για την αναπαραγωγή του. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου ρεφορμισμού, και όχι βέβαια σε κάποια θρυλούμενη «προδοσία» της Σοσιαλδημοκρατίας.

    Στη Δυτική Ευρώπη

    Επιπλέον, στη Δυτική Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβαινε στην τσαρική Ρωσία, υπήρχε βαθιά ριζωμένη και συχνά με αγώνες κατακτημένη παράδοση πολιτικών ελευθεριών, κοινοβουλευτικών θεσμών και δημοκρατικής κουλτούρας, που τόσο το προλεταριάτο όσο και τα απαραίτητα για τις συμμαχίες της εργατικής τάξης στρώματα δεν ήταν διατεθειμένα να απαρνηθούν ή να αποκηρύξουν. Αντιθέτως, επιθυμούσαν να εμπλουτιστούν αυτοί οι θεσμοί και αυτές οι παραδόσεις, αποκτώντας και νέο, κοινωνικό περιεχόμενο. Τέλος, η αντίληψη του Λένιν για το κόμμα και τον ρόλο του έπασχε αφετηριακά. «Η εργατική τάξη από μόνη της δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο του τρεϊντγιουνιονισμού. Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω», έγραφε ο Λένιν. Και προσέθετε: «Η οργάνωση των επαναστατών πρέπει να αγκαλιάζει, πριν απ’ όλα και κυρίως, ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση και που θα καθοδηγούν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην όσο το δυνατόν συνωμοτική». Αυτή η στρατιωτική/συνωμοτική αντίληψη του Λένιν δεν προέρχεται προφανώς από τον Μαρξ (ο οποίος, άλλωστε, ελάχιστα πράγματα έγραψε για το κόμμα). Αντιθέτως, είναι γέννημα αφενός του απολυταρχικού καθεστώτος και της απουσίας δημοκρατικών θεσμών και παραδόσεων στην τσαρική Ρωσία, και αφετέρου των απόψεων περί επαναστατικής πρωτοπορίας μιας ακραίας εκδοχής γιακωβινισμού – απόψεων όπως αυτές που χαρακτήριζαν τη δράση του Μπλανκί στη Γαλλία ή των ναροντνίκων τον 19ο αιώνα στη Ρωσία.

    Σε τελική ανάλυση, ο μπολσεβικισμός υπήρξε γέννημα της ιδιότυπης όσο και παρά φύσιν σύζευξης ενός ακραίου ντετερμινισμού (η ανθρωπότητα πορεύεται νομοτελειακά προς τον σοσιαλισμό) με έναν ακραίο βολονταρισμό (η δύναμη που θα «σπρώξει» την Ιστορία προς τον νομοτελειακό προορισμό της δεν μπορεί παρά να είναι κάποιοι αποφασισμένοι επαναστάτες, οι οποίοι δρουν στο όνομα και προς το συμφέρον της εργατικής τάξης). Και βέβαια, από τη στιγμή που είχε υιοθετηθεί η αρχή της υποκατάστασης, μέσω διαδοχικών υποκαταστάσεων (της τάξης από το κόμμα, του κόμματος από το πολιτικό γραφείο, του πολιτικού γραφείου από τον γραμματέα) ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τον «πατερούλη» Στάλιν και τους επιγόνους του, οι οποίοι, «γνωρίζοντας» ποια είναι τα συμφέροντα των όπου Γης καταπιεσμένων, θα μεριμνούσαν γι’ αυτά, όπως εκείνοι έκριναν.

    * Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το 1977 είχε κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις Υποδομή, σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, 1917-1923», τόμος 1. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, επίσης σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης».

    http://www.kathimerini.gr/932174/article/epikairothta/kosmos/h-oktwvrianh-epanastash

  3. Η Ρωσική Επανάσταση «σαν μυθιστόρημα»

    27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017

    Του Γιώργου Σιακαντάρη

    Τα βιβλία που έχουν γραφεί για την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι πάρα πολλά. Στο παράρτημα μάλιστα του παρουσιαζόμενου εδώ βιβλίου, ο συγγραφέας μάς παραδίδει ορισμένες ακόμη προτάσεις από τη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ και ο μεταφραστής Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο οποίος έχει μεταφράσει πολλά βιβλία που αφορούν τον υπαρκτό σοσιαλισμό, καταθέτει τις δικές του προτάσεις από την ελληνική βιβλιογραφία.

    Δύο διαφορές

    Υπάρχουν όμως εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με άλλα βιβλία για τη Ρωσική Επανάσταση.

    Πρώτον, δεν είναι γραμμένο από έναν «επαγγελματία επιστήμονα» ιστορικό, αλλά από έναν συγγραφέα που έχει κερδίσει τρία βραβεία Άρθουρ Κλαρκ, δύο βραβεία Βρετανικής Φαντασίας, ένα Locus, ένα Hugo και διάφορα άλλα μικρότερης εμβέλειας, τα οποία παραπέμπουν σε συγγραφέα που κινείται στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο Τσάινα Μίεβιλ, κάτοχος διδακτορικού στις Διεθνείς Σχέσεις από το London School of Economics, είναι επίσης ριζοσπάστης σοσιαλιστής που υποστηρίζει το τροτσκιστικής κατεύθυνσης Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Αγγλίας. Είναι επίσης μέλος της συντακτικής ομάδας του αριστερού περιοδικού Salvage. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί και το νουάρ αστυνομικό φαντασίας Η πόλη και η πόλη (εκδ. Anubis).

    Ο συγγραφέας γράφει μια ιστορία που μοιάζει με μυθιστόρημα ή ακριβέστερα με κινηματογραφικό σενάριο. Έχουμε εδώ την ατμόσφαιρα της εποχής, των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, των αγωνιών τους, των διλημμάτων, των μεταστροφών των πολιτικών γραμμών και όλα αυτά προβάλλουν μέσα από άπειρους διαλόγους και συζητήσεις μεταξύ πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών.

    Υπάρχει και μια δεύτερη διαφορά. Τα περισσότερα βιβλία που έχουν γραφεί για την Οκτωβριανή Επανάσταση εστιάζουν στις εξελίξεις του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου και στέκονται πολύ λίγο στο ενδιάμεσο. Αντιθέτως ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενέστερα στο τι προηγήθηκε των δυο επαναστάσεων και εστιάζει ιδιαίτερα στους μήνες μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου. Στο τι συνέβη μεταξύ της πρώτης επανάστασης που ανέτρεψε τον τσάρο και της δεύτερης του Οκτώβρη που ανέτρεψε την κυβέρνηση Κερένσκι, την για πρώτη φορά κυβέρνηση της «αστικής δημοκρατίας».

    Μια αυγή που έγινε σούρουπο

    Ο συγγραφέας γράφει μια ιστορία που μοιάζει με μυθιστόρημα ή ακριβέστερα με κινηματογραφικό σενάριο. Έχουμε εδώ την ατμόσφαιρα της εποχής, των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, των αγωνιών τους, των διλημμάτων, των μεταστροφών των πολιτικών γραμμών και όλα αυτά προβάλλουν μέσα από άπειρους διαλόγους και συζητήσεις μεταξύ πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών. Είναι σπαρταριστές οι σελίδες που ο φιλελεύθερος πολιτικός Βλαντιμίρ Νικολάγιεβιτς Λβοφ, απεσταλμένος του πρωθυπουργού Κερένσκι στον στρατηγό Κορνίλοφ, για να τους φέρει σε συνεννόηση και συμφωνία, «κατόρθωσε» να πείσει τον στρατηγό ότι ο Κερένσκι θέλει να τον διώξει και τον πρωθυπουργό ότι ο Κορνίλοφ σχεδιάζει πραξικόπημα. Έτσι με τις αδέξιες κινήσεις του, όπως πολλές φορές συμβαίνει με τους ενδιάμεσους, προκάλεσε μια σύγκρουση τον Αύγουστο του ’17 μεταξύ Κορνίλοφ και Κερένσκι, η οποία διευκόλυνε τα σχέδια των μπολσεβίκων. Επίσης σενάριο κινηματογραφικής ταινίας διεκδικούν και οι σελίδες στις οποίες περιγράφεται η επιστροφή, τον Μάρτιο μέσω Γερμανίας, του Λένιν στη Ρωσία, στο λεγόμενο «σφραγισμένο τρένο», αλλά και η διαφυγή του τον Αύγουστο στη Φινλανδία με ένα άλλο τρένο στο οποίο παρουσιάστηκε ως θερμαστής, ξυρισμένος και με περούκα.

    Η ιστορία του Οκτώβρη έχει τη δική της προϊστορία. Ο Μίεβιλ ξεκινά με ένα ποίημα του Όσιπ Μαντελστάμ, όπου ο ποιητής γράφει για «της λευτεριάς το αμυδρό φως». Η λέξη «σουμέρκι» που χρησιμοποιεί ο ποιητής σημαίνει μούχρωμα. Ο Μίεβιλ αναφέρεται στις παρατηρήσεις του Άγγλου μεταφραστή, ο οποίος αναρωτιέται αν ο ποιητής εννοεί «το φως της ελευθερίας που σβήνει και χάνεται ή της ελευθερίας το πρώτο φωτερό τρεμόπαιγμα». Ο Μίεβιλ, με τη σειρά του, εμφανώς εκλαμβάνει ως φωτεινό γεγονός την πραγματοποίηση της Επανάστασης του Οκτώβρη. Μάλλον όμως από τα γραφόμενά του στο τέλος φαίνεται να την αντιμετωπίζει ως φως που τελικά χάθηκε, έγινε σούρουπο.

    Επανάσταση πολλών πισωγυρισμάτων και η «γκρίζα μουντζαλιά» της

    Η ιστορία αρχίζει με μια μυθιστορηματική καταγραφή της απόφασης του Μεγάλου Πέτρου να κτίσει την Αγία Πετρούπολη πάνω σ’ ένα έλος. Στο χτίσιμό της χάθηκαν πολλές ζωές. Γι’ αυτό και ονομάστηκε «πόλη κτισμένη πάνω σε κόκκαλα». Σ’ αυτή την πόλη έμελλε να πραγματοποιηθεί η Επανάσταση του Οκτώβρη που θα άλλαζε τον κόσμο. Ο συγγραφέας κάνει μια σύντομη περιδιάβαση από τον Πέτρο ως τον τελευταίο Τσάρο Νικόλαο Β΄ αναδεικνύοντας πλευρές μιας χώρας, της Ρωσίας, που κινούνταν ανάμεσα στην καθυστέρηση της υπαίθρου και στην ανάπτυξη των υποδομών, της βιομηχανίας και του κεντρικού κράτους, ανάμεσα στην ευημερία των λίγων και την εξαθλίωση των πολλών.

    Παρακολουθούμε τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του Λένιν. Άλλος είναι ο Λένιν την περίοδο της πρώτης Επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917 που ταλαντεύεται ανάμεσα στην υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης και τη μετριοπαθή αντιπολίτευση σ’ αυτήν, άλλος των «θέσεων του Απρίλη» που ζητά όλη την εξουσία στα Σοβιέτ, άλλος πάλι αυτός του Μαΐου που ζητά συμβιβασμούς και άλλος αυτός μετά τα γεγονότα των καυτών ημερών του Ιουλίου που περνά από το όλη η εξουσία στα σοβιέτ στο όλη η εξουσία στο προλεταριάτο και τανάπαλιν.

    Σ’ αυτές τις συνθήκες γεννήθηκαν οι ναρόντνικοι, οι αναρχικοί, οι τρομοκράτες, οι λεγκαλιστές μαρξιστές, οι οικονομιστές, το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ) και με τη διάσπασή του στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1902, οι μενσεβίκοι και οι μπολσεβίκοι. «Τα χρόνια κυλάνε, και οι μενσεβίκοι και οι μπολσεβίκοι πότε συγκλίνουν και πότε αποκλίνουν από τη σχετική ενότητά τους. Ο μεγάλος όγκος των κομματικών μελών θεωρούν εαυτούς απλώς “σοσιαλδημοκράτες” έως και το 1917. Ακόμη και τότε, ο Λένιν θα χρειαστεί κάποιο διάστημα για να πειστεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση πισωγυρίσματος».

    Και όμως η Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης είναι μια ιστορία πισωγυρισμάτων (κυβιστήσεις θα το λέγαμε σήμερα) του Λένιν, ο οποίος διαρκώς κινούταν από την προτεραιότητα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, στην οποία οι μπολσεβίκοι θα έχουν ρόλο αντιπολίτευσης, προς την προτεραιότητα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης την οποία όμως θα φέρουν σε πέρας οι μπολσεβίκοι και μετά «ανακάλυπτε» πάλι την προτεραιότητα της ρωσικής προλεταριακής επανάστασης ως προάγγελο της παγκόσμιας επανάστασης της εργατικής τάξης που θα οδηγούσε στη μονοκομματική κυριαρχία των μπολσεβίκων. Βασίλειο σταθερών θέσεων.

    Παρακολουθούμε τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του Λένιν. Άλλος είναι ο Λένιν την περίοδο της πρώτης Επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917 που ταλαντεύεται ανάμεσα στην υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης και τη μετριοπαθή αντιπολίτευση σ’ αυτήν, άλλος των «θέσεων του Απρίλη» που ζητά όλη την εξουσία στα Σοβιέτ, άλλος πάλι αυτός του Μαΐου που ζητά συμβιβασμούς και άλλος αυτός μετά τα γεγονότα των καυτών ημερών του Ιουλίου που περνά από το όλη η εξουσία στα σοβιέτ στο όλη η εξουσία στο προλεταριάτο και τανάπαλιν. Αυτός ο Λένιν δεν δίσταζε –κατά τον συγγραφέα– να υφαρπάζει θέσεις από τους αντιπάλους του και να τις παρουσιάζει ως δικές του. Από το ναι/όχι στην Προσωρινή τον Μάρτιο στο φανατισμένο όχι τον Απρίλιο, από εκεί στο ναι των συμβιβασμών του Μαΐου και τούμπαλιν στο όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Τελικός στόχος; Όλη η εξουσία στους μπολσεβίκους. Όλη η εξουσία που σαν ώριμο φρούτο προσφέρεται στους μπολσεβίκους από τα λάθη του Κερένσκι αλλά και των εσέρων και των μενσεβίκων. Μια επανάσταση που γι’ όσους αναρωτιούνται αν ήταν μια πάνδημη λαϊκή επανάσταση, απαντούν οι περιγραφές του Μίεβιλ. Γι’ αυτόν οι δύο μέρες, 24 και 25 Οκτωβρίου, ήσαν δυο συνηθισμένες μέρες που οι πολίτες πήγαν στις δουλειές τους, τα τραμ κυκλοφορούσαν και τα εργοστάσια δούλευαν, ενώ εκτός Πετρούπολης λίγα πράγματα γίνονταν. Οι επαναστάτες κατέλαβαν μια εξουσία την οποία κυριολεκτικά εγκατέλειψαν οι αντίπαλοί τους. Αλλά δεν υπήρξε λαϊκή επανάσταση. Ο Μίεβιλ βεβαίως δεν υποστηρίζει και ότι ήταν μόνο ένα πραξικόπημα.

    Ο «μοιραίος» Κερένσκι, προσπαθώντας να παίξει ένα παιχνίδι ισορροπιών, αποξενώθηκε από τους φίλους και τους συμμάχους του. Ο κατά τον συγγραφέα «γεννημένος θεατρίνος», ο Δον Κιχώτης της πολιτικής, δεν θα μπορούσε να εκπροσωπήσει τον αστισμό και δεν τα κατάφερε. Ο Τρότσκι είναι ο μόνος σταθερός υποστηρικτής της Διαρκούς Επανάστασης που σημαίνει υπέρ της άμεσης κατάληψης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, κάτι για το οποίο ο Λένιν αμφιταλαντευόταν. Βεβαίως ο Τρότσκι και η τάση του, οι «μεσραγιόντσυ» (διακτιδικοί η κατά λέξη μετάφραση από τα ρωσικά, συμφιλιωτές ή ενδιάμεσοι σύμφωνα με την πολιτική τους θέση), μπήκαν μόλις το 1918 στο κόμμα. Ο Στάλιν το εκμεταλλεύτηκε αργότερα αυτό.

    Σύμφωνα με τον Νικολάι Σουκάνοφ, υπήρχε και μια «γκρίζα μουντζαλιά» που εδοξάσθη κρυπτόμενη, ακολουθώντας το ρεύμα. Αυτή η «μουντζαλιά» άλλες φορές τάχθηκε κατά του Λένιν […] και άλλες υπέρ του. Το όνομα αυτής της μουντζαλιάς ήταν Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.

    Σύμφωνα με τον σοσιαλιστή συγγραφέα Νικολάι Σουκάνοφ υπήρχε και μια «γκρίζα μουντζαλιά» που εδοξάσθη κρυπτόμενη, ακολουθώντας το ρεύμα. Αυτή η «μουντζαλιά» άλλες φορές τάχθηκε κατά του Λένιν, όταν νόμιζε ότι ο Λένιν βρίσκεται στους χαμένους, και άλλες υπέρ του. Το όνομα αυτής της μουντζαλιάς ήταν Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν. Ορισμός του καιροσκόπου που γίνεται ηγέτης αφού χρησιμοποίησε τους πάντες στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου και λαμβάνοντας θέση υπέρ του νικητή μόνο και πάντα όταν ο νικητής είχε ήδη εδραιωθεί. Για παράδειγμα, ο Στάλιν τον Μάρτιο του ’17 υποστήριξε τη θέση του δεξιού Μενσεβίκου Τσερετέλι για συνένωση των μπολσεβίκων με τους μενσεβίκους, θέση ευρισκόμενη σε ευθεία σύγκρουση με την άποψη του Λένιν. Αλλά και τον Οκτώβριο κατέκρινε τη σκληρή στάση του Λένιν έναντι των Κάμενεφ-Ζηνόφιεβ, οι οποίοι είχαν ταχθεί κατά της άμεσης εξέγερσης. Αυτό δεν τον εμπόδισε την επόμενη της επικράτησης της επανάστασης να υποστηρίξει ότι ήταν πάντα στο πλευρό του Λένιν. Αλλά, όπως μας δείχνει ο Μίεβιλ, ούτε καν ο Λένιν δεν ήταν πάντα «στο πλευρό του Λένιν», μια που έδειχνε συνεχή «ευλυγισία» στην εναλλαγή θέσεων.

    Ο Μίεβιλ συμπαθεί την επανάσταση αλλά δεν κρύβει την απογοήτευσή του απ’ αυτήν. Έχουμε εδώ μια πραγματική πρωτότυπη και συναρπαστική περιγραφή της Ρώσικης Επανάστασης, μιας «επανάστασης των τρένων» σύμφωνα με τον συγγραφέα, αλλά κατά τη γνώμη μου μια όχι και τόσο βαθιά προσέγγισή της. Αλλά είπαμε, άλλες είναι οι αρετές αυτού του βιβλίου.

    * Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και διδάκτωρ κοινωνιολογίας.

    Απόσπασμα από το βιβλίο

    «Καθώς κάθε κατάλοιπο από την κουλτούρα διαλόγου και δημοκρατίας εξανεμίζεται, οι γραφειοκράτες γίνονται οι φύλακες μιας εκ των άνω προς τα κάτω εξέλιξης προς μια τερατωδία που τη βαφτίζουν “σοσιαλισμό”. Και ο Στάλιν, η “γκρίζα μουντζούρα” στην καρδιά του μηχανισμού στήνει τα θεμέλια της εξουσίας του, το ίδιο το κύρος ως πιο ίσου από όλους».

    https://www.bookpress.gr/kritikes/istoria/mieville-china-metaichmio-oktobris-siakantaris?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

  4. 1917: ύμνοι και κατάρες
    Αναρτήθηκε από Kilkis24 on Δευτέρα, 8 Ιανουάριος, 2018 · Σχολιάστε

    Του Τάσου Παππά.
    Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το ρωσικό 1917 γράφτηκαν πολλά. Αλλα μονόπλευρα υμνητικά (τα λιγότερα), άλλα μονόπλευρα αποδομητικά (τα περισσότερα και από διαφορετικές αφετηρίες) και κάποια λίγα ισορροπημένα και με τον δέοντα σεβασμό απέναντι σ’ ένα γεγονός για το οποίο ο γνωστός ιστορικός Ε.Χ. Καρ (δεν ήταν μαρξιστής) έγραψε: «Η Ρωσική Επανάσταση ασφαλώς και δεν κατάφερε να πετύχει τους στόχους που αρχικά είχε θέσει, να ανταποκριθεί στις ελπίδες που είχε γεννήσει.

    »Ενας απολογισμός της θα μπορούσε να εντοπίσει ουκ ολίγες ατέλειες και αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως από όλα τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα ήταν αυτό που είχε τις πιο βαθιές και τις πιο παρατεταμένες συνέπειες σε παγκόσμια κλίμακα» («Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης», εκδόσεις Πατάκη).

    Η απόσταση που χωρίζει τους υμνητές του εγχειρήματος χωρίς αστερίσκους από εκείνους που τοποθετούνται κριτικά απέναντι σ’ αυτό, κυρίως από το 1924 και μετά, είναι μεγάλη, αλλά η συζήτηση γίνεται εντός των τειχών. Ούτε οι μεν, πολύ περισσότερο ούτε όμως και οι δε μιλούν για πραξικόπημα των μπολσεβίκων.

    Οι πρώτοι κλείνουν τα μάτια στις βαναυσότητες και τα μαζικά εγκλήματα, πιστεύουν ότι όλα αυτά ήταν απλώς παρεκκλίσεις που δεν δυσφημούν το σοσιαλιστικό ιδεώδες, ότι ο σταλινισμός ήταν η φυσιολογική συνέχεια του λενινισμού, οι δεύτεροι θεωρούν ότι ο Στάλιν ήταν ο νεκροθάφτης της επανάστασης.

    Οπως αναφέρει ο Αλμπέρ Καμί στον πρόλογο για του βιβλίο τού Αλφρέντ Ροσμέρ «Η Μόσχα του Λένιν» (εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο), «η δυσκολία έγκειται πράγματι στο να παρακολουθεί κανείς τις παρεκτροπές μιας επανάστασης, χωρίς ωστόσο να χάσει την πίστη του στην αναγκαιότητα της επανάστασης… Μπορούμε να εξαγάγουμε τα απαραίτητα διδάγματα από την παρακμή των επαναστάσεων, μόνο αν υποφέρουμε απ’ αυτήν την παρακμή τους, όχι να χαιρόμαστε γι’ αυτήν».

    Οσοι όμως περιγράφουν το ρωσικό ’17 ως ένα ιστορικό ατύχημα με δραματικές συνέπειες δεν στέκονται καθόλου στη μάχη που διεξήχθη στο εσωτερικό του μπολσεβίκικου κόμματος για την εξέλιξη της επανάστασης. Χρεώνουν τον Στάλιν στον Λένιν (ξεχνώντας ή υποτιμώντας τις σφοδρές αντιρρήσεις που είχε ο Λένιν για την υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του Στάλιν ζητώντας την αντικατάστασή του – το έγραψε και στην πολιτική διαθήκη του) και οι πιο επιθετικοί ενοχοποιούν τον ίδιο τον Μαρξ για όσα συνέβησαν στη Σοβιετική Ενωση (αδιαφορώντας προφανώς για τις ισχυρές επιφυλάξεις που είχε διατυπώσει ο Μαρξ για τον χαρακτήρα και την πορεία των εξεγέρσεων στις καθυστερημένες οικονομικά και πολιτικά χώρες).

    Υποστηρίζουν ότι ο κομμουνισμός είναι μια ειδυλλιακή κατασκευή στο χαρτί και σε συνθήκες εργαστηρίου όπου όλα λειτουργούν άψογα, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε μια φονική ουτοπία εξίσου αποκρουστική με τον ναζισμό.

    Τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των ολοκληρωτικών στοιχείων που είχαν τα δύο συστήματα, επιχειρείται μια συμμετρική θεώρηση ναζισμού-κομμουνισμού. Η προσφιλέστερη μέθοδος σύγκρισης του ναζισμού με τον κομμουνισμό επιστρατεύει μια σειρά από γεγονότα: τον αριθμό των θυμάτων, τις ομοιότητες στις μεθόδους τις οποίες μετήλθαν για να επιβληθούν και να διοικήσουν, τον μεσσιανικό χαρακτήρα της επίσημης αφήγησης, τη λατρεία του αρχηγού, την ταύτιση του κόμματος με το κράτος, τον εξοστρακισμό των διαφωνούντων, τη φυσική εξόντωση των «αιρετικών», τον επεκτατισμό.

    Γκουλάγκ και ψυχιατρεία από τη μια μεριά, Νταχάου και Αουσβιτς από την άλλη. Φυλετικό μίσος για τους Εβραίους, τους Σλάβους και τους Τσιγγάνους από τον ναζισμό, ταξικό μίσος για τους αστούς, τους κουλάκους και τους ρεφορμιστές από τον μπολσεβικισμό. Στην πιο ακραία εκδοχή της, αυτή η ανάλυση ισχυρίζεται πως ο ναζισμός ήταν η απάντηση στον μπολσεβικισμό (ο σύγχρονος εκπρόσωπος αυτής της σχολής είναι ο Γερμανός ιστορικός Ερνστ Νόλτε).

    Φτάνουν αυτά για να μιλήσουμε για τις δύο όψεις του φαινομένου του ολοκληρωτισμού; Φτάνουν και περισσεύουν κατά την άποψη των οπαδών της θεωρίας των δύο άκρων. Ο Ραϊμόν Αρόν περιόριζε τις αποκλίσεις σε ήσσονος σημασίας ζητήματα: «Ο κομμουνισμός οδηγούσε τους αντιπάλους του σε στρατόπεδα εργασίας, ενώ ο ναζισμός σε στρατόπεδα θανάτου.

    »Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η επιδίωξη να δημιουργηθεί ένας νέος τύπου ανθρώπου, στην άλλη η δαιμονική βούληση εξολόθρευσης μιας φυλής» («Η μαύρη βίβλος του κομμουνισμού», Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Στοχαστές που δεν είναι απολογητές του σοβιετικού καθεστώτος αντιτείνουν στη συμψηφιστική λογική πως, ενώ στην περίπτωση του κομμουνισμού είχαμε μια τραγική αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, στην περίπτωση του ναζισμού η καταστροφικότητα των μέσων συμπίπτει απολύτως με την καταστροφικότητα του σκοπού:

    «Η σήψη ενός σχεδίου δεν είναι το ίδιο πράγμα με το σχέδιο. Ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός ήταν το ίδιο το σχέδιο ως διαστροφή» (Ζακ Ντεριντά, «Τα Νέα», 2-10-2005). Οπως και να το κάνουμε, όποιες ιδεολογικές αποσκευές κι αν κουβαλάμε, δεν επιτρέπεται να εντάξουμε στην ίδια κατηγορία τους Στάλιν, Μάο, Κιμ Ιλ Σουνγκ, Πολ Ποτ με τους Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Κάουτσκι, Μάρτοφ, Ντούμπτσεκ, Μπερλινγκουέρ, Καρίγιο, Αλιέντε. Ολοι στον Μαρξ αναφέρονταν, όλοι τον Μαρξ επικαλούνταν για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Σινικά τείχη τούς χωρίζουν.

    Άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

  5. Μια επιστολή «κεραυνός» για τους μπολσεβίκους

    Η Οκτωβριανή Επανάσταση βρίσκει τον Πασαλίδη στη Γεωργία, εκλεγμένο βουλευτή με τους μενσεβίκους και επί της ουσίας υπουργό Υγείας. Όταν το 1921 εισβάλλουν τα σοβιετικά στρατεύματα, καταφεύγει στο Βερολίνο. Από εκεί, στις 7 Φεβρουαρίου του ’22, ως πληρεξούσιος της Γεωργιανής Δημοκρατίας, απευθύνεται στη συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης και «κατακεραυνώνει» τον Λένιν και τους μπολσεβίκους.

    Στο σχετικό χειρόγραφο, που διασώζεται, ο Πασαλίδης αμφισβητεί ανοικτά ότι εκπροσωπούν τον ρωσικό λαό και θέτει το εξής ρητορικό ερώτημα στους εκπροσώπους της συνδιάσκεψης: «Αυτοί (σ.σ.: οι μπολσεβίκοι) που με την τετράχρονη δικτατορία τους ρημάξανε αλύπητα την πλούσια χώρα της Ρωσίας και μεταβάλανε σε ερείπια, που καπνίζουνε ακόμη, τις ανθισμένες πόλεις της, θα έχουν την αξίωση τούτη της αναγνώρισης;».

    Για την εισβολή δε στη Γεωργία και τα όσα ακολούθησαν, καθώς και για τα όσα αντίστοιχα συνέβησαν στο Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία γίνεται φανερό ότι θεωρεί υπεύθυνο τον Λένιν, τον οποίο κατηγορεί ανοικτά για «κακουργήματα», ενώ κατηγορεί τους μπολσεβίκους για «μακελειό» και «τρομοκρατία».

    «Τι του έφταιξε (σ.σ.: του Λένιν) ένας λαός: 2,5 – 3 εκατομμύρια και του καταπάτησε την ελευθερία; Μήπως την εφθόνησε (σ.σ.: τη Γεωργία) και ηθέλησε να την κάνη κι αυτήνε όμοια με τη μεγάλη Ρωσία;» αναφέρει χαρακτηριστικά και ζητά ειδικά από την ελληνική αντιπροσωπεία να υποστηρίξει «το ζήτημα του αδειάσματος της Γεωργίας από τα στρατεύματα του Λένιν».

    Το σχετικό χειρόγραφο φέρει τίλτο «Οι μπολσεβίκοι της Ρωσίας και η Γεωργιανική Δημοκρατία». Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλη διαμάχη για την εισβολή στη Γεωργία ξέσπασε και στους κόλπους των μπολσεβίκων. Ωστόσο στελέχη του αντιδικτατορικού αγώνα δεν εκπλήσσονται που ο Πασαλίδης τα βάζει με τον Λένιν και όχι με τον Στάλιν στην υπόθεση της Γεωργίας.

    Για τους μενσεβικικούς εχθρός ήταν ο Λένιν εκείνη την εποχή και του χρέωναν όλα τα κακά του μπολσεβικισμού, ακόμη και αυτά για τα οποία δεν ευθυνόταν. Ο Τρ. Μηταφίδης υποστηρίζει από την πλευρά του πως ο Λένιν όχι μόνο άσκησε σκληρή κριτική στον Στάλιν για την εισβολή στη Γεωργία, αλλά για πρώτη φορά έθεσε θέμα διαγραφής του, στην Κ.Ε. του ΚΚΣΕ.

    Διαβάζοντας ωστόσο την επιστολή Πασαλίδη γίνεται εμφανές πως δεν ήταν υπέρ των ένοπλων αγώνων, αλλά των δημοκρατικών διαδικασιών και της αυτοδιάθεσης των λαών. Παρά τις διαφωνίες του με τους μπολσεβίκους, ως νέος βουλευτής στην Ελλάδα πια, το 1923, ζήτησε η ελληνική πολιτεία να αναγνωρίσει την ΕΣΣΔ.

    http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/prosopiko-arxeio-g-pasalidi-exoyme-megalytero-komma-kai-megalytero-kefali

  6. Η επανάσταση προ των πυλών,

    του Σλάβοϊ Ζίζεκ

    Η άμεση αντίδραση στην ιδέα της επανενεργοποίησης του Λένιν είναι, φυσικά, μια έκρηξη σαρκαστικού γέλιου. Ο Μαρξ είναι ΟΚ – σήμερα, ακόμη και στη Wall Street, υπάρχουν άνθρωποι που τον λατρεύουν: ο Μαρξ ποιητής των εμπορευμάτων, που πρόσφερε τέλειες περιγραφές της καπιταλιστικής δυναμικής, ο Μαρξ των Cultural studies, ο οποίος έκανε το πορτραίτο της αλλοτρίωσης και της πραγμοποίησης που βιώνουμε καθημερινά. Αλλά ο Λένιν – όχι, δεν μπορεί να είστε σοβαροί! Δεν είναι ο Λένιν υπεύθυνος ακριβώς για την αποτυχία να θέσει το Μαρξισμό στην πράξη, για τη μεγάλη καταστροφή που άφησε το σημάδι της σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, για το Υπαρκτό Σοσιαλιστικό πείραμα που κατέληξε σε μια οικονομικά μη αποτελεσματική δικτατορία; Έτσι, εάν υπάρχει μια συμφωνία στην (ό,τι απομένει) σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά είναι πως, προκειμένου να επανέλθει στη ζωή το ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα, πρέπει να αφήσουμε πίσω μας την κληρονομιά του Λένιν: την ανηλεή εμμονή του στην ταξική πάλη, το Κόμμα ως την προνομιακή μορφή οργάνωσης, τη βίαιη επαναστατική κατάληψη της εξουσίας, την ακόλουθη «δικτατορία του προλεταριάτου»… Δεν είναι όλα αυτά «ζόμπι-έννοιες» προς εγκατάλειψη, εάν η Αριστερά θέλει να έχει οποιαδήποτε τύχη στις συνθήκες του «μεταβιομηχανικού» ύστερου καπιταλισμού;

    Το πρόβλημα με αυτό το καταρχήν πειστικό επιχείρημα είναι πως πολύ εύκολα αποδέχεται τη κληροδοτημένη εικόνα του Λένιν ως του σοφού επαναστάτη ηγέτη, ο οποίος, αφού μορφοποίησε τις βασικές συντεταγμένες της σκέψης του και της πρακτικής του στο Τι να κάνουμε; , απλώς τις ακολούθησε ανηλεώς από κει και πέρα. Εάν, όμως, υπάρχει μια άλλη ιστορία να ειπωθεί σχετικά με τον Λένιν; Είναι αλήθεια πως η σημερινή Αριστερά βιώνει μια διαλυτική εμπειρία: το προοδευτικό κίνημα υποχρεούται να εφεύρει από την αρχή το συνολικό του πρόγραμμα. Αυτό που μοιάζει να ξεχνιέται, όμως, είναι πως μια παρόμοια εμπειρία οδήγησε στο Λενινισμό. Σκεφτείτε το σοκ του Λένιν όταν, το φθινόπωρο του 1914, όλα τα Ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, με την εξαίρεση των Σέρβων, ακολούθησαν την «πατριωτική γραμμή». Πόσο δύσκολο ήταν, σε μια περίοδο όπου οι στρατιωτικές συγκρούσεις είχαν κόψει την Ευρωπαϊκή ήπειρο στη μέση, να μην παίρνεις την πλευρά κανενός. Σκεφτείτε πόσοι υποτιθέμενα ανοιχτόμυαλοι διανοούμενοι, συμπεριλαμβανομένου του Φρόιντ, υπέκυψαν, έστω προσωρινά, στον εθνικιστικό πειρασμό.

    Το 1914 ένας ολόκληρος κόσμος εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του όχι μόνο την αστική πίστη στην πρόοδο, αλλά και το σοσιαλιστικό κίνημα που ήταν συνδεμένο μ΄ αυτή. Ο Λένιν (ο Λένιν του Τι να κάνουμε;) ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του -δεν υπήρξε, στην απελπισμένη του αντίδραση, καμιά αίσθηση ικανοποίησης, καμιά επιθυμία να πει «Εγώ σας τα έλεγα». Την ίδια στιγμή, η καταστροφή έκανε δυνατό το καίριο Λενινιστικό Συμβάν: την υπέρβαση του εξελικτικού ιστορικισμού της Β΄ Διεθνούς. Ο πυρήνας της Λενινιστικής «ουτοπίας» -η ριζική παρώθηση για συντριβή του αστικού κράτους και εφεύρεση μιας νέας κοινωνικής μορφής τύπου κομμούνας χωρίς στρατό, αστυνομία ή γραφειοκρατία, στην οποία όλοι θα μπορούσαν να παίρνουν μέρος στη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων- προέκυψε άμεσα από τις στάχτες του 1914. Δεν ήταν ένα κοινωνικό πρόταγμα για κάποιο μακρινό μέλλον: τον Οκτώβριο του 1917 ο Λένιν ισχυρίστηκε πως «μπορούμε με τη μία να θέσουμε σε κίνηση έναν κρατικό μηχανισμό που θα αποτελείται από 10, αν όχι 20, εκατομμύρια ανθρώπους». Αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε είναι η «τρέλα» (με την έννοια του Κίρκενγκωρ) αυτής της ουτοπίας -σ΄ αυτό το πλαίσιο, ο Σταλινισμός φαίνεται ως επιστροφή στην κοινή λογική. Το εκρηκτικό δυναμικό του Κράτος και Επανάσταση δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί: στις σελίδες του, όπως έγραψε ο Νηλ Χάρντιγκ στον Λενινισμό (1996), το λεξιλόγιο και η γραμματική της Δυτικής παράδοσης της πολιτικής κατέστησαν αίφνης άχρηστα». Αυτό που ακολούθησε θα μπορούσε να αποκληθεί, κάνοντας χρήση του τίτλου από το κείμενο του Αλτουσέρ για τον Μακιαβέλι, la solitude de Lenine: μια στιγμή όπου έστεκε μόνος, παλεύοντας ενάντια στο ρεύμα μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Όταν, στις Θέσεις του Απρίλη το 1917, ο Λένιν αναγνώρισε την Augenblick, την μοναδική συγκυρία για επανάσταση, η αρχική αντίδραση από μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας των συντρόφων του στο κόμμα ήταν είτε κατάπληξη είτε περιφρόνηση. Κανείς εξέχων Μπολσεβίκος ηγέτης δεν υποστήριξε το κάλεσμα στην επανάσταση και η συντακτική ομάδα της Πράβδα προχώρησε στο ασυνήθιστο βήμα να διαχωρίσει την ίδια και το κόμμα από τις προτάσεις του Λένιν. Ο Μπογκντάνοφ χαρακτήρισε τις Θέσεις του Απρίλη ως «το ντελίριο ενός τρελού». Η Ναντέζντα Κρούπσκαγια συμπέρανε: «φοβάμαι πως φαίνεται σαν ο Λένιν να έχει τρελαθεί».

    Αυτός είναι ο Λένιν από τον οποίο έχουμε ακόμη κάτι να μάθουμε. Το μεγαλείο του Λένιν ήταν πως μέσα σε αυτήν την καταστροφική κατάσταση, αυτός δεν φοβήθηκε να πετύχει –σε αντίθεση με το αρνητικό πάθος που διακρίνει τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Αντόρνο, για τους οποίους η υπέρτατη αυθεντική πράξη είναι η παραδοχή της αποτυχίας που φέρνει την αλήθεια της κατάστασης στο φως…

    Πουθενά αυτό το μεγαλείο δεν είναι περισσότερο εμφανές από όσο στα γραπτά του Λένιν που καλύπτουν την περίοδο από το Φεβρουάριο του 1917, όταν η πρώτη επανάσταση κατάργησε το τσαρισμό και εγκαθίδρυσε ένα δημοκρατικό καθεστώς, μέχρι τη δεύτερη επανάσταση του Οκτώβρη. Το πρώτο κείμενο αυτής της περιόδου («Γράμματα από μακριά») φανερώνει την αρχική σύλληψη από το Λένιν της μοναδικής επαναστατικής ευκαιρίας, ενώ το τελευταίο (οι σημειώσεις για τη «Συνάντηση του Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων του Πέτρογκραντ») διακηρύσσει την κατάκτηση της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους….

    ……………………………….

  7. …………………..

    Τον Φεβρουάριο του 1917 ο Λένιν ήταν ένας σχεδόν ανώνυμος πολιτικός εμιγκρές, πεταμένος στη Ζυρίχη, χωρίς αξιόπιστους δεσμούς με τη Ρωσία, μαθαίνοντας σχετικά με τα γεγονότα κυρίως μέσα από τον ελβετικό τύπο. Τον Οκτώβριο του 1917 οδηγούσε την πρώτη επιτυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση: τι συνέβη στο ενδιάμεσο; Τον Φεβρουάριο ο Λένιν αντιλήφθηκε την επαναστατική ευκαιρία, το αποτέλεσμα των μοναδικών αστάθμητων συνθηκών – εάν η στιγμή δεν αρπάζονταν, η ευκαιρία για την επανάσταση θα χάνονταν, ίσως για δεκαετίες. Στην ξεροκέφαλη επιμονή του πως έπρεπε να πάρουν το ρίσκο και να συνεχίσουν στο επόμενο στάδιο –δηλαδή, να επαναλάβουν την επανάσταση- ήταν μόνος, λοιδωρούμενος από την πλειοψηφία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ίδιου του του κόμματος…. Ο Λένιν πέτυχε επειδή η έκκλησή του, ενώ υπερέβαινε τον κομματικό μηχανισμό, έγινε αντιληπτή στο μικρο-επίπεδο της επαναστατικής πολιτικής: τοπικές επιτροπές είχαν εγκαθιδρυθεί σε όλες τις ρωσικές μεγαλουπόλεις, τείνοντας να αγνοούν της εξουσία της «νόμιμης» κυβέρνησης και να παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους. Αυτή είναι η ανείπωτη ιστορία της Οκτωβριανής Επανάστασης, η αντιστροφή του μύθου για μια μικρή ομάδα σκληρών και αφοσιωμένων επαναστατών που υλοποίησαν ένα coup d’etat.

    Την άνοιξη του 1917, ο Λένιν ήταν σε πλήρη γνώση του παράδοξου της κατάστασης: τώρα που η Επανάσταση του Φεβρουαρίου είχε συντρίψει το τσαρικό καθεστώς, η Ρωσία ήταν η δημοκρατικότερη χώρα στην Ευρώπη μ΄ έναν χωρίς προηγούμενο βαθμό μαζικής κινητοποίησης , ελευθερίας της οργάνωσης και του τύπου – κι, ακόμη, αυτή η ελευθερία έκανε τα πάντα αμφίβολα και ασταθή. Αν υπάρχει ένα κοινό νήμα που διατρέχει όλα τα κείμενα του Λένιν μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου, είναι η επιμονή του στο χάσμα που χωρίζει τον πολιτικό αγώνα από τους ρητούς στόχους του: άμεση ειρήνη, αναδιανομή της γης και , φυσικά, την απόδοση «όλης της εξουσίας στα σοβιέτ», δηλαδή την συντριβή των υπαρχόντων κρατικών μηχανισμών και την αντικατάστασή τους από νέες, τύπου κομμούνας, μορφές της κοινωνικής διεύθυνσης. Αυτό είναι το χάσμα μεταξύ της επανάστασης με την έννοια της φαντασιακής έκρηξης ελευθερίας και της υψηλής στιγμής της καθολικής αλληλεγγύης όταν «τα πάντα φαίνονται δυνατά» και την σκληρή δουλειά της κοινωνικής ανοικοδόμησης που πρέπει να υλοποιηθεί αν είναι αυτή η έκρηξη ν’ αφήσει τα όποια ίχνη της.

    Αυτό το χάσμα -που παραπέμπει στο διάστημα μεταξύ 1789 και 1793 της Γαλλικής Επανάστασης- είναι ο χώρος της μοναδικής παρέμβασης του Λένιν. Το θεμελιώδες μάθημα του επαναστατικού υλισμού είναι πως η επανάσταση πρέπει να ξεσπάσει δυο φορές. Δεν είναι πως η πρώτη στιγμή έχει τη μορφή μιας επανάστασης, που μέλλει να αποκτήσει το περιεχόμενό της αργότερα, αλλά μάλλον το αντίθετο: η πρώτη επανάσταση διατηρεί τον παλιό τρόπο σκέψης, την πίστη πως ελευθερία και δικαιοσύνη μπορούν να κατακτηθούν εάν απλώς χρησιμοποιήσουμε την ήδη-υπάρχουσα κρατική μηχανή και τους δημοκρατικούς της μηχανισμούς , πως το «καλό» κόμμα μπορεί να κερδίσει σε ελεύθερες εκλογές και να ολοκληρώσει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό «νόμιμα». (Η καθαρότερη έκφραση αυτής της αυταπάτης είναι η θέση του Κάουτσκι, διατυπωμένη το 1920, πως η λογική μορφή του πρώτου σταδίου της πορείας από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό θα ήταν ένας κοινοβουλευτικός συνασπισμός αστικών και προλεταριακών κομμάτων). Αυτοί που ταλαντεύονται και φοβούνται να κάνουν το δεύτερο βήμα υπέρβασης των παλιών μορφών, είναι όσοι (με τα λόγια του Ροβεσπιέρου) θέλουν μια «επανάσταση χωρίς επανάσταση».

    Στα γραπτά του 1917 ο Λένιν φυλάει την πιο οξεία ειρωνεία για όσους επιδίδονται σε μια μάταιη αναζήτηση κάποιου είδους εγγύησης για την επανάσταση είτε στη μορφή μιας πραγμοποιημένης ιδέας κοινωνικής αναγκαιότητας («είναι πολύ νωρίς για την σοσιαλιστική επανάσταση, η εργατική τάξη δεν είναι ακόμη ώριμη») είτε μιας κανονιστικής, δημοκρατικής νομιμότητας («Η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν είναι μαζί μας, επομένως η επανάσταση δεν θα ήταν δημοκρατική»). Είναι σαν ο επαναστατικός φορέας να ζητούσε την άδεια κάποιου αντιπροσώπου του Άλλου πριν διακινδυνεύσει την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας. Για το Λένιν, όπως και για το Λακάν, η επανάσταση δεν δέχεται αυθεντία άλλη από τον εαυτό της («ne s’ autorise que d’ elle-meme»). Η ανησυχία μήπως καταληφθεί η εξουσία σε ανώριμη στιγμή, η αναζήτηση κάποιας εγγύησης, είναι μια έκφραση του φόβου μπροστά στην άβυσσο. Αυτό είναι που ο Λένιν επανειλημμένα απορρίπτει ως «οπορτουνισμό»: μια συμφυώς εσφαλμένη τοποθέτηση κρύβει το φόβο πίσω από ένα προστατευτικό πέτασμα υποτιθέμενων αντικειμενικών γεγονότων, νόμων και κανόνων. Το πρώτο βήμα στη μάχη είναι να διακηρυχθεί καθαρά: «Τι, λοιπόν, να κάνουμε; Εμείς πρέπει Aussprechen was ist, ‘να τοποθετήσουμε τα γεγονότα’, να αποδεχτούμε πως υφίσταται μια τάση, ή μια γνώμη, στην κεντρική μας επιτροπή…».

    Κι άλλα στοιχεία της Λενινιστικής τομής διατηρούν τη δύναμή τους σήμερα: η κριτική του στον «Αριστερισμό ως παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», για παράδειγμα, και η στάση του έναντι του οικονομισμού. Είχε επίγνωση πως ο πολιτικός «εξτρεμισμός» ή ο «υπερβάλλων ριζοσπαστισμός» πρέπει να κατανοηθεί ως στοιχείο μιας ιδεολογικοπολιτικής μετατόπισης, που δείχνει τους περιορισμούς αυτού που μπορούσε πραγματικά να επιτευχθεί. Η προσφυγή των Γιακωβίνων στον Τρόμο ήταν μια υστερική αντίδραση, στοιχείο της αδυναμίας τους να παραβιάσουν τα θεμέλια της οικονομικής τάξης (ατομική ιδιοκτησία κλπ). Οι σημερινές «υπερβολές» της πολιτικής ορθότητας παρόμοια φανερώνουν μια αδυναμία υπέρβασης των πραγματικών αιτίων του ρατσισμού και του σεξισμού. Ίσως ήρθε η ώρα να αμφισβητήσουμε την πεποίθηση πολλών σύγχρονων αριστερών πως ο πολιτικός αριστερισμός προκύπτει κάπως από την πρωτοκαθεδρία που αναγνωρίζεται στην υλική παραγωγή και την τεχνολογία έναντι των ανθρώπινων σχέσεων και της κουλτούρας. Κι αν ισχύει ακριβώς το αντίθετο; Εάν ο πολιτικός «τρόμος» είναι ακριβώς το σημάδι πως η σφαίρα της υλικής παραγωγής καθυποτάσσεται στην πολιτική; Ίσως, στην πράξη, ο πολιτικός «τρόμος», από τους Γιακωβίνους στην Μαοϊκή Πολιτιστική Επανάσταση, προϋποθέτει την μετατόπιση της παραγωγής στο εσωτερικό του πεδίου της πολιτικής σύγκρουσης. Η αντίθεση του Λένιν στον οικονομισμό είναι κρίσιμη σήμερα δεδομένων των αντιθετικών οπτικών σχετικά με τις οικονομικές υποθέσεις σε (ότι απομένει από τους) ριζοσπαστικούς κύκλους: από τη μια μεριά, οι πολιτικοί εγκαταλείπουν την οικονομία ως περιοχή πάλης και παρέμβασης, ενώ, από την άλλη, οι οικονομολόγοι, ενθουσιασμένοι από τη λειτουργία της σημερινής πλανητικής οικονομίας, αποκλείουν κάθε δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης. Φαίνεται πως χρειαζόμαστε τις ενοράσεις του Λένιν περισσότερο από ποτέ: ναι, η οικονομία είναι το καθοριστικό πεδίο –η έκβαση της πάλης θα κριθεί εκεί. Πρέπει να διαλύσουμε τα μάγια του παγκόσμιου καπιταλισμού – αλλά η παρέμβαση πρέπει να είναι κυρίως πολιτική, όχι οικονομική. Σήμερα που ο καθένας είναι αντι-καπιταλιστής –ακόμη και στο Χόλυγουντ, όπου πολλές ταινίες με θέμα συνομωσίες ( από το Enemy of the State μέχρι το The Insider) έχουν πρόσφατα παραχθεί στις οποίες ο εχθρός είναι η μεγάλη εταιρία και το βάναυσο κυνήγι του κέρδους- η έννοια έχει χάσει το ανατρεπτικό της κέντρισμα.

    Η φιλελεύθερη δημοκρατία, στ΄ αλήθεια, είναι η πολιτική θέσμιση υπό την οποία το κεφάλαιο δουλεύει με τον βέλτιστο τρόπο γι αυτό. Αυτό είναι το τελικό μάθημα του Λένιν: είναι μόνο με την απόρριψη της πρόσδεσής μας στην φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την ατομική ιδιοκτησία, που μπορούμε να γίνουμε αποτελεσματικοί αντικαπιταλιστές. Η αποσύνθεση του «κομμουνισμού» το 1990 επιβεβαίωσε την «χυδαία» μαρξιστική θέση πως η οικονομική βάση της πολιτικής δημοκρατίας είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο καπιταλισμός με τις σχετικές ταξικές διαιρέσεις. Η πρώτη έγνοια μετά από την εισαγωγή της πολιτικής δημοκρατίας ήταν η ιδιωτικοποίηση, η φρενιτιώδης προσπάθεια να βρεθούν –σε οποιαδήποτε τιμή, με οποιονδήποτε τρόπο- νέοι ιδιοκτήτες για την περιουσία που είχε εθνικοποιηθεί όταν οι κομμουνιστές κατέλαβαν την εξουσία: πρώην απαράτσνικ, μαφιόζοι, ο οποιοσδήποτε, μόνο να δημιουργηθεί μια «βάση» για τη δημοκρατία. Αλλά όλα αυτά συνέβαιναν πολύ αργά –ακριβώς την ώρα, που στις πρώτες παγκόσμιες μεταβιομηχανικές κοινωνίες η ατομική ιδιοκτησία είχε αρχίσει να χάνει τον κεντρικό ρυθμιστικό της ρόλο.

    ***

    Στον εντελώς τετριμμένο τους χαρακτήρα, οι λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή των μπολσεβίκων το 1917 και τα χρόνια που ακολούθησαν κάνουν φανερή την διαφορά τους από την Σταλινική νομενκλατούρα. Φεύγοντας από το διαμέρισμά του στο Ινστιτούτο Σμόλνι, το απόγευμα της 24ης Οκτωβρίου του 1917, ο Λένιν πήρε το τραμ και ρώτησε την εισπράκτορα αν έγιναν καθόλου μάχες στο κέντρο κατά τη διάρκεια της μέρας. Στα χρόνια αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση τις περισσότερες φορές κυκλοφορούσε με ένα αυτοκίνητο με μόνο τον οδηγό και τον σωματοφύλακά του, τον Ζιλ. Μια φορά δέχτηκαν πυροβολισμούς, τους σταμάτησε η αστυνομία και τους συνέλαβε (οι αστυνομικοί δεν αναγνώρισαν το Λένιν). Μιαν άλλη φορά, μετά από μια επίσκεψη σε σχολείο στα προάστια, ληστές ντυμένοι αστυνομικοί τους έκλεψαν το αυτοκίνητο και ο Λένιν με τον Ζιλ έπρεπε να περπατήσουν μέχρι το κοντινότερο τμήμα για να δηλώσουν την κλοπή. Στις 30 Αυγούστου του 1918 ο Λένιν πυροβολήθηκε ενώ μιλούσε σε εργάτες έξω από ένα εργοστάσιο που είχε επισκεφθεί. Ο Ζιλ τον οδήγησε στο Κρεμλίνο, όπου δεν υπήρχαν γιατροί, και η Κρούπσκαγια πρότεινε να πεταχτεί κάποιος στο κοντινότερο μανάβικο για να φέρει ένα λεμόνι.

    ***

    Στις 7 Νοεμβρίου του 1920, στην τρίτη επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, μια αναπαράσταση της Επίθεσης στα Χειμερινά Ανάκτορα παρουσιάστηκε στην Πετρούπολη. Μυριάδες εργατών, στρατιωτών, φοιτητών και καλλιτεχνών δούλεψαν με ακρίβεια ρολογιού, ζώντας με κάσια (άγευστος ζωμός), τσάϊ και κατεψυγμένα μήλα, για να προετοιμάσουν την παράσταση, που δόθηκε τελικά ακριβώς όπου το πραγματικό συμβάν είχε λάβει χώρα. Η δουλειά τους οργανώθηκε από αξιωματικούς του στρατού, όπως επίσης από πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, μουσικούς και σκηνοθέτες, από τον Μάλεβιτς μέχρι τον Μέγερχολντ. Αν και επρόκειτο για θέατρο και όχι για «πραγματικότητα» οι στρατιώτες κι οι ναύτες που πήραν μέρος έπαιξαν τον εαυτό τους. Πολλοί απ΄ αυτούς όχι μόνο είχαν συμμετάσχει το 1917, αλλά και την περίοδο της παράστασης πολεμούσαν στον εμφύλιο – η Πετρούπολη ήταν υπό πολιορκία το 1920 κι υπέφερε από σοβαρότατες ελλείψεις τροφίμων. Ένας συγκαιρινός σχολίασε: « Ο μελλοντικός ιστορικός θα καταγράψει πως, διαμέσου μιας από τις αιματηρότερες και πιο βίαιες επαναστάσεις, όλη η Ρωσία έπαιζε». Ο Φορμαλιστής θεωρητικός Βίκτωρ Σκλόφσκι σημείωσε πως «κάποιο είδος στοιχειακής διαδικασίας συμβαίνει εκεί όπου η ζωντανή πράξη της ζωής μετασχηματίζεται σε θεατρική». Τέτοιες παραστάσεις –ιδιαίτερα σε αντίστιξη με τις πανηγυρικές πρωτομαγιάτικες παρελάσεις της εποχής του Στάλιν- είναι τεκμήριο πως η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ήταν πραξικόπημα μιας μικρής ομάδας μπολσεβίκων, αλλά ένα γεγονός που απελευθέρωσε ένα κολοσσιαίο χειραφετητικό δυναμικό.

    Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου Revolution at the Gates (Verso, 2002). Το απόσπασμα είχε δημοσιευτεί στο αφιέρωμα για τη Ρωσική Επανάσταση του ενθέτου Εντός Εποχής το 2007.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: