-Οι Ελληνες στη FYROM (Π.Γ.Δ.Μακεδονίας)

 

Στο συλλογικό έργο «Οι δρόμοι των Ελλήνων» συνέγραψα το κείμενο για τους Έλληνες στην Π.Γ.Δ.Μακεδονίας.

Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες,  θα επιτρέψει την ψύχραιμη αποτίμηση του παρελθόντος. Παράλληλα, θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα περιορίσει τον  ένθεν κακείθεν εθνικιστικό εξτρεμισμό,  θα επιδράσει ευνοϊκά στις  ανθρώπινες κοινότητες που παραμένουν μέχρι σήμερα και   διεκδικούν και στις δύο χώρες τα στοιχειώδη δικαιώματα, όσον αφορά το σεβασμό της ταυτότητάς τους. Παρακάτω παραθέτω το πλήρες κείμενο όπως το κατέθεσα στους εκδότες.

Οι  Έλληνες της FYROM

Ένα από τα πλέον άγνωστα τμήματα των εκτός Ελλάδας Ελλήνων, είναι αυτό που κατοικεί στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το πολιτικό αδιέξοδο στις σχέσεις με την Ελλάδα, η ιδεολογία του μακεδονισμού και η παραδοσιακή έλλειψη ενδιαφέροντος τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από την ακαδημαϊκή κοινότητα, συνέβαλαν στην άγνοια της ιστορίας τους αλλά και της σύγχρονης παρουσίας τους.

Κατά το 19ο αιώνα, πριν την έλευση των εθνών-κρατών και την επικράτηση των εθνικισμών, ο πληθυσμός αυτός κατοικούσε κατά πλειονότητα στην περιοχή της Πελαγονίας, που περιλαμβάνει την Οχρίδα (Αχρίδα), το Μοναστήρι, τη Γευγελή, και τη Στρώμνιτσα. Τα βόρεια όριά του, που ταυτίζονταν με τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας, ήταν το Κρούσοβο και το Πρίλαπο. Οι πρώτες εθνικές συγκρούσεις άρχισαν το 1870, με τη δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχείας και με την απόπειρα των Βούλγαρων εθνικιστών να αποσπάσουν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς από την επιρροή του ελληνόφωνου Οικουμενικού  Πατριαρχείου. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διασπάστηκε. Ένα μέρος προσχώρησε στην Εξαρχία, ενώ ένα άλλο σημαντικό παρέμεινε πιστό στην παραδοσιακή Ρωμιοσύνη.

«Ελληνική Αστική Σχολή Σκοπίων»: Το σχολείο της ελληνικής κοινότητας.
Σ’ αυτό φοίτησε και ο Νίκος Ζαχαριάδης, γενικός γραμματέας του ΚΚΕ,  την περίοδο την παραμονής της οικογένειας  στα Σκόπια (1905-1908, 1910-1912). Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του » Στα 1905 ο πατέρας μου μετατέθηκε στα Σκόπια της Μακεδονίας, πάντα σαν εξπέρ της Ρεζί. Στα Σκό­πια πρωτοπήγα στο σχολείο της Ελληνικής κοινότητας…» (το αυτοβιογραφικό σημείωμα έγραψε τον Αύγουστο του 1946 και παρέδωσε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο:   “Υπέρ βωμών και εστιών, Άπαντα τα δημοσιευμένα (1946-1947)”, επιμ. Πετρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2013.)

 Οι βασικές ομάδες του  ελληνισμού της Πελαγονίας ήταν οι πατριαρχικοί σλαβόφωνοι, οι Βλάχοι που τους αποκαλούσαν Γκραικομάνους και οι ελληνόφωνοι Σαρακατσάνοι. Ο Σλαβομακεδόνας ιστορικός Krste Bitoski αναφέρει: «Aυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητρόπολης της Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής endeiktikon-SkopionΙδέας. Οι ναοί και τα σχολεία του Μοναστηρίου ήταν σε ελληνικά χέρια κατά τα μέσα του 19ου αιώνα…»

Στο Υπόμνημα που απέστειλε η Ελληνική Κοινότητα της Πελαγονίας το 1903 προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, περιγράφεται με σαφήνεια η πολιτιστική και εθνική κατάσταση: «…λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί αλλ’ αυδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν’ αμφισβητεί προς ημάς τούτο.»

Η ένταση των εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή φαίνεται και από τη μαρτυρία του Michel Pailares: «Στο Μοναστήρι, όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μια μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους…»

Μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) η κατάσταση χειροτέρευσε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν μια πολιτική εκσλαβισμού και εκσερβισμού. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετωνόμασε τους κατοίκους σε «παλιούς Σέρβους» (starii Srbrji). Η πολιτική αυτή αντικαταστάθηκε με την πολιτική εκβουλγαρισμού κατά τη διάρκεια τόσο της περιόδου 1916-1918, όταν η περιοχή κατελήφθη από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια θα επανέλθει στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία θα oνομαστεί Vardarska. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα υποστεί τη γερμανική Κατοχή. Τότε θα επιστρέψουν και οι Βούλγαροι στην περιοχή και θα συνεχίσουν την πολιτική εκβουλγαρισμού. Αυτή την πολιτική θα προσπαθήσει να ακυρώσει ο Τίτο στη συνέχεια, εφευρίσκοντας το ιδεολόγημα του μακεδονισμού.

Κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο οι Έλληνες των Σκοπίων υπέστησαν την πολιτική της μακεδονοποίησης, που ακολούθησαν όλες οι γιουγκοσλαβικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αυτή θα βρει την πλήρη αποθέωση μετά τη διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, όταν στη νέο κράτος της FYROM θα επικρατήσουν οι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να ακυρώσουν τη σλαβική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων  και να εμφυσήσουν στους πληθυσμούς  -πλην Αλβανών- τη βεβαιότητα ότι υπήρχε από την αρχαιότητα το έθνος των Μακεδόνων, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τους Έλληνες.

Τα πληθυσμιακά μεγέθη

Ο αριθμός των Ελλήνων δεν είναι εξακριβωμένος και οι διάφορες εκτιμήσεις έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους. Οι Έλληνες της περιοχής προέρχονται κυρίως από Βλάχους, Σαρακατσάνους και πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου.

(Ο ναός Αγίου Νικολάου Κρουσόβου. Μητροπολιτικός ναός της Μητρόπολης Πεσπών και Αχρίδας)

Το δεδομένο είναι ότι στην πλέον πρόσφατη απογραφή του 2002, δήλωσαν ελληνική καταγωγή 422 άτομα. Είναι βέβαιο ότι το τεταμένο κλίμα στις σχέσεις Ελλάδας-FYROM, επηρέασε τον ελληνικό πληθυσμό στο να αποκαλύψει την εθνική του ταυτότητα. Στην προηγούμενη απογραφή του 1994 είχαν δηλωθεί 349 Έλληνες και 8.300 Βλάχοι  ως ξεχωριστή εθνική ομάδα.

Τα έως τώρα ρεαλιστικότερα δεδομένα προέρχονται είτε από μια δήλωση του Ν. Γκλιγκόροφ, πρώτου προέδρου  της FYROM, είτε από αμερικανικές εκτιμήσεις , είτε από επεξεργασία των παλαιότερων απογραφικών στοιχείων, είτε από εκτιμήσεις των ίδιων των Ελλήνων του κράτους αυτού. Ο Κίρο Γκλιγκόροφ, έκανε την δήλωσή του κατά την περίοδο των πρώτων  συνομιλιών για την επίτευξη συμφωνίας για το όνομα του νέου κράτους. Στη δήλωση αυτή στην τσεχική εφημερίδα Cesny Denik τον Ιούνιο του ‘92, ανέφερε την ύπαρξη 100.000 πολιτών ελληνικής καταγωγής. Η δήλωση αυτή είναι μέρος μιας ευρύτερης συνέντευξης και απάντηση στην παρακάτω ερώτηση:

[CESKY DENIK]  Macedonia itself has not solved its own minority problems.  Apart from Turks, Serbs, Greeks, and Romanians, there are also Albanians. According to the official figures, 21 percent of people in Macedonia are of Albanian origin. Ismet Ramadani, chairman of the Club of Deputies of the Albanian Labor Party in the Macedonian Parliament told us that these figures were not valid, and that Albanians form a third, if not more.

[Gligorov] Look, it is not in our interest to make the number of Albanians smaller than it actually is. What are these estimates that there are 30, or even 50 percent Albanians in our country based on?  Are they private estimates saying so much or so little? In the Balkans, many nations compete as regards numbers, and they all present themselves as the largest. The Greeks say that there are 250,000 Greeks here, while according to the statistics, there are only 100,000. (εφημ. Cesny Denik, Πράγα, 10 Ιουνίου 1992, σελ. 5)

H εκτίμηση αυτή του Γκλιγκόροφ αναδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Μεσημβρινή» της 16-6-1993.

Κάποιες από δηλώσεις των ιδίων των Ελλήνων της χώρας, αυτής διπλασιάζουν την εκτίμηση Γκλιγκόροφ, ενώ ανεπιβεβαίωτες πηγές που δημοσιεύτηκαν στον αντιπολιτευόμενο Τύπο, ισχυρίζονται ότι στην απογραφή του 1991 –στην οποία βασίζεται και ο Γκλιγκόροφ- περι τις 200.000 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνική συνείδηση. Σε έκθεση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για τα δικαιώματα των μειονοτήτων που δημοσιεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 1995, έκανε λόγο για «καταπιεζόμενη ελληνική μειονότητα». Στην επίσημη ιστοσελίδα της CIA, αναφέρεται ότι το 2002 στη χώρα αυτή ζουν  Σλαβομακεδόνες (αναφέρονται ως Macedonian), 25.2% Αλβανοί, 3.9% Τούρκοι, 2.7% Ρομά, 1.8% Σέρβοι,  2.2% άλλοι .

Αδιευκρίνιστος παραμένει ο βαθμός ταύτισης της δήλωσης «Βλάχος» με το «Έλληνας». Ο Κωσταντίνος Χολέβας αφού αναφέρει την εκτίμηση του σερβικού περιοδικού «Zabavnik» (Δεκέμβριος ’88) της εφημερίδας Politika ότι στην περιοχή των Σκοπίων υπήρχαν 150.000 «Βλαχόφωνοι ή Τσίντσαροι», υποστηρίζει: «Ως προς τους Ελληνοβλάχους, η απογραφή του 1948 τους υπολόγιζε σε 148.000. Στη στατιστική υπηρεσία των Σκοπίων φαίνεται ότι το 1953 αναγνώριζαν 80-100.000 Βλάχους, όπως τους έλεγαν, προσπαθώντας  πονηρά να αποκόψουν  τους Βλαχόφωνους Έλληνες από την ελληνική τους ρίζα και να τους μετατρέψουν σε ξεχωριστή μειονότητα. Οι Βλάχοι όμως, και στην Αλβανία και στα Σκόπια, δε δέχτηκαν ποτέ την Αλβανοποίηση ή Σκοπιανοποίηση, αλλά επειδή φοβούνταν να πουν «Έλληνας», κράτησαν τον όρο «Βλάχος» ως την τελευταία γραμμή άμυνας του ελληνισμού».

Ενδιαφέρον έχουν παλιότερες εκτιμήσεις.  Το 1913, όταν η περιοχή περιήλθε στη σερβική κατοχή, στο Μοναστήρι κατοικούσαν 14.000 Έλληνες σε σύνολο 42.000. Στο Κρούσοβο κατοικούσαν 3.218 Έλληνες σε σύνολο 4.918. Το Μεγάροβο ήταν αμιγές ελληνικό με 2.410 κατοίκους όπως και η Μιλοβίστα με 2.150, καθώς και η Νιζόπολη με 1890, το Τίρνοβο με 2.430, το Μπούκοβο με 1474, το Ντράγκος με 717, η Ρέσνα με 1000 κ.ά. Ακόμα και στα Σκόπια, σε κείμενο διαμαρτυρίας για τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) συγκεντρώθηκαν 10.000  υπογραφές.

(Τελειόφοιτες δασκάλες του Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου το 1910. Στο μέσον διακρίνεται η Έλενα Βενιζέλου)

Ενδιαφέρον επίσης έχει και η απογραφή που έκαναν το 1941 οι Γερμανοί κατακτητές. Απ’ αυτήν προκύπτει ότι σε σύνολο 800.000, το 12%, δηλαδή 100.000, ήταν Έλληνες.

Στη συνέχεια, την τιτοϊκή εποχή, στην απογραφή του 1951 θα απογραφούν 158.000 Έλληνες στην περιοχή. Απ’ αυτούς οι 25.000 ήταν γηγενείς Έλληνες κάτοικοι Μοναστηρίου, 100.000 βλαχόφωνοι και 32.000 πολιτικοί πρόσφυγες. Σε σύνολο 900.000 οι ελληνικής συνείδησης κάτοικοι ανέρχονταν στο 18%. Στη συνέχεια, οι αρχές θα εκπονήσουν πολιτική μείωσης του αριθμού των Ελλήνων. Αυτό θα το πετύχουν με την υποχρεωτική καταγραφή των Βλάχων ως «Αρομούνων» ή ως «Μακεδόνων». Αντίστοιχα θα επιχειρήσουν και με τους πολιτικούς πρόσφυγες, μικρό μέρος των οποίων προερχόταν από το σλαβομακεδονικό αυτονομιστικό κίνημα. Ο διωγμός των ελληνικής συνείδησης κατοίκων της περιοχής αυτής της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, πήρε το χαρακτήρα της υποχρεωτικής τους διάσπασης σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες: Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Μακεδόνες, Γιουγκοσλάβοι.

(Μαθητές της σχολής Μοναστηρίου)

Γι αυτό και οι απογραφές του 1961 και του 1971 δίνουν τελείως ασαφή στοιχεία.  Με μια έννοια, μόνο με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κατά την εποχή της δημοκρατικής ευφορίας και πριν επικρατήσουν οι ακραίοι εθνικιστές, που ανήγαγαγαν το μακεδονισμό σε κυρίαρχη και αποκλειστική ιδεολογία του νέου κράτους, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε ελεύθερη διατύπωση του εθνικού συναισθήματος. Και αυτό συνέβη μόνο στην απογραφή του 1991, στην οποία βασίστηκε ο Γκλιγκόροφ για να δημοσιοποιήσει την προσωπική του εκτίμηση.

Πάντως σήμερα δημιουργούνται σε αρκετές πόλεις ιδιωτικά φροντιστήρια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Οι Σαρακατσάνοι, ως πλέον τολμηροί, έχουν ιδρύσει από το 2003 στα Σκόπια ένα σύλλογο με την επωνυμία «Το Χελιδόνι», ο οποίος έχει έως σήμερα 320 μέλη. Ο πρόεδρος του συλλόγου Δημήτρης Αποστολου  περιέγραψε ως εξής την κατάσταση:  «Εδώ υπάρχουν πολλές οικογένειες Σαρακατσάνων και πολλά νέα παιδιά, που θέλουν να μάθουν την ελληνική γλώσσα, αλλά δεν έχουμε δάσκαλο.
Τόσα χρόνια, υποσχέσεις μόνο στα λόγια. Σβήνουμε. Μην εκπλαγείτε αν δείτε Σαρακατσάνους με βουλγαρική υπηκοότητα. Η απόγνωση θα οδηγήσει πολλούς στην αγκαλιά της Βουλγαρίας…. Μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 10.000 πολίτες της ΠΓΔΜ, έλαβαν την βουλγαρική υπηκοότητα, μεταξύ των οποίων και ο τέως πρωθυπουργός της χώρας (1998-2002) Λιούπσο Γκεοργκιέφσκι…. Ζητάμε από την Ελλάδα να μας παραχωρήσει διπλή υπηκοότητα, όπως έγινε με τους Βορειοηπειρώτες. Είμαστε Έλληνες και θέλουμε να παραμείνουμε Έλληνες, στα χώματα που γεννηθήκαμε. Γέφυρα φιλίας της Ελλάδας με τα Σκόπια»

Η ιστορία των κοινοτήτων

[από τον «Ατλαντα της ελληνικής διασποράς»]

Μοναστήρι

«Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι… Είναι μια μεγάλη πολιτεία σερβική, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες…Μιλάνε ψιθυριστα, περπατάνε τρομαγμένα..»

Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω

Το Μοναστήρι υπήρξε η γεωγραφική και πνευματική καρδιά της Πελαγονίας. Η σύσταση του πληθυσμού της κατά την οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική. Κατοικούσαν Έλληνες, Βούλγαροι, Οθωμανοί ποικίλων εθνοτικών καταγωγών, Τσιγγάνοι, Αρμένιοι. Θρησκευτικά υπήρχαν χριστιανοί (ορθόδοξοι, λίγοι ουνίτες και  διαμαρτυρόμενοι), εβραίοι και μουσουλμάνοι. Ο περιηγητής Victor Berar περιγράφει το Μοναστήρι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα: «Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα και τα τζάμια, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του έλληνα στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα, μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη.

(Γυμναστικές επιδείξεις του Παρθεναγωγείου του Μοναστηρίου)

Μουσουλμανικό το Μοναστήρι στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα ξενοδοχεία της ανατολής, στους πύργους της Ανατολής, τους πύργους του Άιφελ, στα μπαλκόνια με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρελαίου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο. Αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε στα μάτια μας…».

Το Μοναστήρι (Μπίτολα το ονομάζουν σήμερα) είναι χτισμένο δίπλα στον ποταμό Δραγόρα, στους πρόποδες του όρους Περιστέρι το 349 π.χ. Ο Φίλιππος ίδρυσε την πολιτεία της Ηράκλειας, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στη σημερινή πόλη. Στα μεσαιωνικά χρόνια συναντάται ως «Βουτόλιον». Σημαντική ημερομηνία είναι το 972 μ.Χ. όταν ο Βούλγαρος τσάρος Συμεών κυριεύει την πόλη. Είχε προηγηθεί η συντριβή των Βυζαντινών στρατευμάτων από τον Κρούμο σε μια περιοχή που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Sare Grek» δηλαδή «Τόπος καταστροφής των Ελλήνων».

Οι Βυζαντινοί του Βασιλείου του Β’ επανακτούν την πόλη, η οποία θα περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών το 1382. Από τότε εμφανίζεται η ονομασία «Μοναστήρι», εξαιτίας ενός μοναστηριού που υπήρχε κοντά και ήταν η έδρα του μητροπολίτη Πελαγονίας και Άνω Μακεδονίας.

Η χρυσή εποχή της πόλης θα είναι μετά τα ορλωφικά, όταν μετά την καταστολή της ελληνικής επανάστασης  του 1770, πλήθη Ηπειρωτών και Δυτικομακεδόνων προσφύγων θα κατακλύσουν την πόλη.  Το 1830 η πόλη θα έχει 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων τα 2/3 θα είναι Έλληνες, κυρίως βλαχόφωνοι.

Με την εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού και τον ανταγωνισμό των εθνικών ομάδων στη Μακεδονία, το Μοναστήρι θα μετατραπεί από το 1870 στο σημαντικότερο ελληνικό πολιτικό κέντρο.

Η τελευταία οθωμανική απογραφή του 1910 αναφέρει πληθυσμό 40.000 ατόμων, ενώ οι επίσημες εκτιμήσεις της ελληνικής Μητρόπολης του 1912 θα μιλούν για 43.000.

Η μοίρα της πόλης, που απέχει μόλις 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα, θα κριθεί στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όταν στις 5 Νοεμβρίου του 1912 θα καταληφθεί από τα σερβικά στρατεύματα. Οι Σέρβοι θα ακολουθήσουν πολιτική εθνικής καταπίεσης των Ελλήνων και εποικισμού της περιοχής από φιλικούς σλαβικούς πληθυσμούς. Η περιοχή του Μοναστηρίου θα υποστεί τις γνωστές σκληρές διαδικασίες αλλοίωσης της εθνικής φυσιογνωμίας που επέφερε η εποχή του έθνους-κράτους και άλλαξε ριζικά το παλιό πολυεθνικό πρόσωπο των κοινωνιών.

Υπολογίζεται ότι έως το 1935 θα εγκατασταθούν στην περιοχή 19.000 οικογένειες Σέρβων  και Βόσνιων, ενώ περισσότερες από 8.000 ελληνικές κατοικίες θα δημευτούν προς όφελος των εποίκων. Το ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου θα κλείσει το 1923 ενώ το 1924 θεσπίζεται απαγόρευση ομιλίας της ελληνικής γλώσσας σε δημόσιο χώρο, καθώς και η ανάρτηση ελληνικών επιγραφών στα καταστήματα. Πέντε χρόνια αργότερα θα κλείσουν τα ελληνικά σχολεία.

Χιλιάδες Έλληνες θα πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς και θα καταφύγουν στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη.

Στρώμνιτσα

Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο θα συναντήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες». Το «Μαρτύριον των αγίων ιε’ μαρτύρων της Τιβεριουπόλεως», μας παραδίδεται από ένα και μόνο χειρόγραφο (το χφ. Barocc.gr.197) του 14ου αιώνα (1343/1344). Στον πρόλογο του έργου  Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης του Θεοφύλακτου Αχρίδος αναγράφεται: «Οι άγιοι ιε’ μάρτυρες υπέστησαν το μαρτύριο κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές πηγές και τους βυζαντινούς χρονογράφους, εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών της Μ. Ασίας (περιοχής Νίκαιας) και της Μακεδονίας (περιοχής Αχρίδας), ειδικότερα εκείνων που κατέστρεφαν τους ειδωλολατρικούς ναούς. Τα ονόματα των ιε’ Μαρτύρων αναφέρονται στο κείμενο, στο οποίο περιγράφονται η φυγή των τεσσάρων από τη Νίκαια προς την Τιβεριούπολη, που τους ακολούθησαν και οι υπόλοιποι ένδεκα, η σύλληψη και η καταδίκη τους.

(Η εκκλησία της Θεοτόκου Ελεούσας του 1080. Στην είσοδο υπάρχει ελληνική κτητορική επιγραφή)

Η Τιβεριούπολη δέχτηκε τα νεκρά σώματά τους και εδώ, σύμφωνα με την αφήγηση του Θεοφύλακτου, αποδεικνύονται θαυματουργοί άγιοι. Φαίνεται ότι για ένα μεγάλο διάστημα, μετά την καταστροφή του τάφου τους κατά τους σκοτεινούς χρόνους, οι άγιοι ιε μάρτυρες επανεμφανίζονται όταν οι Βούλγαροι ασπάζονται τον χριστιανισμό και αναμιγνύονται, σύμφωνα με τις έρευνες της Ν. Dragova (Starobulgarskite izvori na zitijeto za petnadeset Tiveriupolski momci of Teofilact Ochridski, «Studia Balcanica» 1(1970) 105-131) με πρωτοβουλγαρικές παραδόσεις για την ανακάλυψη των λειψάνων στη Στρώμνιτσα τη μετακομιδή τους στην Bregalnica και την πολιτικοθρησκευτική επιλογή του βασιλιά Βόριδος να δεχτεί ο ίδιος και ο λαός του τον Χριστιανισμό, γνωρίζοντας τη θαυματουργική επίδραση των αγίων προσωπικά και παρατηρώντας τα θαύματα τους σε πιστούς που επιδίωκαν τη μετακομιδή των λειψάνων στους τόπους τους.»

Επικεφαλής των δεκαπέντε μαρτύρων ήταν ο Θεόδωρος, μέλος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας και πρώτος επίσκοπος της Στρώμνιτσας.

Από τη βυζαντινή περίοδο σώζονται  σημαντικές εκκλησίες. Η Στρώμνιτσα θα ακολουθήσει τη μοίρα της περιοχής, θα καταληφθεί από τους Οθωμανούς και θα πορευτεί στους σκοτεινούς αιώνες της ισλαμικής οθωμανικής κυριαρχίας. Με βάση την οθωμανική στατιστική του 1905, στη Στρώμνιτσα κατοικούσαν 5.617  Έλληνες ορθόδοξοι, 4.138 μουσουλμάνοι, 1100 Βούλγαροι εξαρχικοί και 720 Εβραίοι.

Μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα υποστεί το περιβάλλον και τις συνέπειες που διαμορφώνουν στην ευρύτερη περιοχή οι εθνικισμοί. Θα καταληφθεί αρχικά από το βουλγαρικό στρατό το 1912 κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στη συνέχεια, κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, θα καταληφθεί στις 24 Ιουνίου του 1913 από τον  ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες της πόλης θα νοιώσουν ελεύθεροι για 30 ακριβώς ημέρες. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου  η Στρώμνιτσα περνά οριστικά στο σερβικό έλεγχο.

(Από την κατάληψη της Στρώμνιτσας από τον ελληνικό στρατό κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο)

Εντυπωσιακά είναι τα γεγονότα που ακολούθησαν. Μόλις μαθεύτηκε το νέο, οι Έλληνες Στρωμνιτσιώτες συγκεντρώθηκαν  στη Μητρόπολη και επέλεξαν να εγκαταλείψουν την πατρίδας τους. Στις 13 Αυγούστου 1913 πυρπόλησαν οι ίδιοι τα σπίτια τους, πήραν μαζί τους την εικόνα των Δεκαπέντε Μαρτύρων και διέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές. Οι εναπομείναντες υπέστησαν τη σερβική πολιτική εκσλαβισμού. Το 1925 έκλεισαν τα εναπομείναντα ελληνικά σχολεία. Στην απογραφή του 1945 δεν αναφέρονται Έλληνες στην πόλη.

Οχρίδα ή Αχρίδα

Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή. Το όνομα Οχρίδα εμφανίζεται από το 10ο αιώνα. Η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βουλγαρικού βασιλείου και έδρα της Αρχιεπισκοπής.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα, όπως λέγεται σήμερα, είναι ένα μεγάλο ελληνικό κέντρο. Κάποιες μαρτυρίες που αναδημοσιεύουμε από τον «Άτλαντα της ελληνικής διασποράς» είναι χαρακτηριστικές. Ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει «ακρόπολη του ελληνισμού» ενώ ο Ρώσος Victor Grigorovitch, γράφει το 1844: «Δεν κατέστη δυνατόν δι’ εμέ να συναντήσω ούτε έναν στην Αχρίδα, ο οποίος θα ηδύνατο να εννοεί την μεγάλην Σλαβικήν γραφήν.  Αντιθέτως, πολλοί ήσαν εξασκημένοι στην ανάγνωση ελληνικών βιβλίων, από αρχαία χειρόγραφα».

Οι μαρτυρίες περιηγητών δίνουν το πραγματικό στίγμα της πόλη: Ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους, ομολογεί ότι «η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία».  Ο Γάλλος συγγραφέας Victor Berard, μας πληροφορεί: «Το 1850, οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πολύ πλούσιοι.  Είχαν εις χείρας των ένα μέγα εμπόριον γουναρικών…  Τα βαρύτιμα γουναρικά των Τούρκων, ως επίσης και τα γουναρικά των γυναικών των Χριστιανών και των Εβραίων, σχεδόν όλα προήρχοντο από την Αχρίδα…  Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι ιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες στην ψυχή.  Οι νέοι μετέβαιναν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.  Ουδείς ωμίλει την βουλγαρικήν».

Σύμφωνα με ελληνικές στατιστικές του 1913, στην πόλη κατοικούσαν 2.800 Έλληνες, 2.500 Βούλγαροι και 6.500 μουσουλμάνοι και Εβραίοι.  Από το έτος αυτό θα αρχίσει η συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας.

Κρούσοβο

Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους. Το 1885 ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω μετανάστευσης και έφτασε τις 14.000. Το 1903, λίγο πριν την καταστροφήτου, στο Κρούσοβο κατοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες.

Το Κρούσοβο καταστράφηκε ως αντίποινα για τη βουλγαρική εθνικιστική εξέγερση του Ίλιντεν. Την εξέγερση αυτή προκάλεσε η Εσωτερική Μακεδονοαδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση (Ε.Μ.Ε.Ο.), που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1893 και ήταν ο βασικότερος και μαχητικότερος φορέας των βουλγαρικών συμφερόντων στη Μακεδονία.  Το Γενικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα», όπου αναφέρονται οι συνθήκες της καταστροφής της πόλης: «…πεκόπησαν ες μεγάλην κτασιν τά τηλεγραφικά καλώδια, τά νώνοντα τό Μοναστήριον μέ τήν Θεσσαλονίκην, τόν Περλεπέν καί τήν χρίδα καί ξετελέσθησαν πολλαί δολιοφθοραί ες γεφύρας καί σιδηροδρομικάς γραμμάς. Ο πράκτορες τς Ε.Μ.Ε.Ο. ρχισαν μέσως νά πισκέπτωνται τά χωρία, νά συγκεντρώνουν τούς κατοίκους ες τάς κκλησίας καί νά κηρύσσουν τήν πανάστασιν. Κατά τούς κφωνουμένους λόγους λεγον πρός τούς χωρικούς τι α μεταρρυθμίσεις εχον ποτύχει καί τι μόνον πανάστασις θά τούς ξησφάλιζεν τήν ποθητήν λευθερίαν, θά τούς πήλασσεν πό τούς φόρους καί τήν δεκάτην, θά διένειμεν ες ατούς τούς γρούς τν μεγάλων τσιφλικίων. Τούς προέτρεπον νά λάβουν τά πλα καί νά νισχύσουν τήν πανάστασιν ξερχόμενοι ες τά ρη. πέσχοντο πίσης τι θά βοηθοντο πό τς Βουλγαρίας καί τς Ρωσίας, ς καί πό το λληνικο Στρατο….»

Την 20η Ιουλίου 1903 άρχισε η εξέγερση με επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά οθωμανικών στρατιωτικών στόχων. Σε τρία προπύργια του του βλαχόφωνου ελληνισμού, στη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), στην Κλεισούρα και στο Κρούσοβο οι κομιτατζήδες κατάφεραν να παραμείνουν μερικές ημέρες πριν εκδιωχθούν από τα οθωμανικά στρατεύματα.   Όμως στο Κρούσοβο, όπου η εξέγερση έλαβε μεγάλη έκταση, συνέπραξαν με τους κομιτατζήδες στην αντιοθωμανική τους εξέγερση –παρά την αρνητική θέση της Ελλάδας-  λίγοι βλαχόφωνοι Έλληνες υπό τον Πίτο Γιούλη. Βουλγαρόφρονες και ελληνόφρονες κατέλαβαν το Κρούσοβο και εγκατέστησαν δική τους «επαναστατική κυβέρνηση».

Σύντομα η εξέγερση κατεστάλη και Οθωμανοί, μαζί με άτακτους, κατέστρεψαν τα χωριά των βλαχόφωνων Ελλήνων που θεωρήθηκε ότι έλαβαν μέρος. Την εκδικητική μανία και την πολιτική του ΕΜΕΟ θα πληρώσουν ακριβά το Κρούσοβο, η Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας) και η Κλεισούρα.

Στις 30 Ιουλίου 1903, ό επικεφαλής των τακτικών και ατάκτων οθωμανικών δυνάμεων Μπαχτιάρ πασάς μπήκε στο Κρούσοβο και άρχισε τις σφαγές και τις καταστροφές. Με ιδιαίτερο μένος κατεστράφη η ελληνική συνοικία, ενώ η βουλγαρική διασώθηκε. Πυρπολήθηκαν 366 οικίες και 203 καταστήματα. Πολλοί κάτοικοι της κωμόπολης θα εγκατασταθούν στην Καστοριά, τη Φλώρινα και στη Θεσσαλονίκη. Το βλαχόφωνο ελληνικό στοιχείο θα μειωθεί κατά πολύ και θα φτάσει στα 5.400 άτομα. Οι Βούλγαροι εξαρχικοί θα είναι 2.160 και οι ρουμανίζοντες Βλάχοι 650.

Γευγελή

Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Μετά την Επανάσταση του 1821, η οθωμανική διοίκηση μετέφερε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την Ανατολία για να δημιουργήσει φιλικούς προς αυτής πληθυσμιακούς θύλακες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε 10.000 κατοίκους από τους οποίου 6-7.000 ήταν Έλληνες. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1902, στη  Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.

Η οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας της επέτρεψε να ιδρύσει ευαγή ιδρύματα και σχολεία. Πριν την Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία που ονομάζονταν «Μακεδονική  Φάλαγγα» και «Τσούλφειος Σχολή». Υπήρχαν επίσης και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις με την ονομασία «Αδελφότης Κυριών» και «Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών».

Στις αρχές του 20ου αιώνα στην πόλη λειτουργούσαν  5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 βουλγαρικό. Το 1903 εγκαινιάζεται το κτίριο της «Αστικής Σχολής Γευγελής» με πρώτο διευθυντή τον Στρωμνιτσιώτη εκπαιδευτικό Ιωάννη Κωνσταντινίδη.

Η κατάληψη της Γευγελής από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Η καταπίεση συνεχίστηκε και κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Με σχετικό νόμο όρισαν ως ποινικό αδίκημα τα να πλησιάζουν τα σύνορα σε απόσταση μικρότερη των 70 χιλιομέτρων. Το 1963-68, περίπου 4.000 Σαρακατσάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων καταγόταν από τη Γευγελή, εκδιώκεται για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.

Μεγάροβο

Το Μεγάροβο ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη, κατοικούμενοι αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες. Μετά την καταστολή της επανάστασης της Ηπείρου του 1767 που καταπνίγηκε δυο χρόνια αργότερα από τον Σιλιχτάρ Πασά, αρκετοί Ηπειρώτες –κυρίως από περιοχές της Βορείου Ηπείρου- κατέφυγαν στο Μεγάροβο. Εκείνη την εποχή αναφέρονται ως σλαβόφωνες, μόνο τρεις οικογένειες. Όλες οι άλλες είναι βλαχόφωνες και ελληνόφωνες. Το 1913 υπήρχαν 328 ελληνικές οικογένειες με σύνολο 2.417 άτομα.

Σε επιστολή της Κοινότητας Μεγάροβου στις 12 Ιουνίου 1907, που υπογράφεται από τους ιερείς και 102 οικογένειες, περιγράφεται με ακρίβεια η ταυτότητα της: ««… η δική μας κοινότητα, θεωρεί ιερό της καθήκον να ενώσει μαζί με των άλλων αδελφών μας και τις δικές μας διαμαρτυρίες.  Δεν αποτελούμε χωριστή ομάδα από το ελληνικό γένος…  Λεγόμαστε Βλάχοι… οι πόθοι μας, τα αισθήματά μας, είναι συνταυτισμένα, αιώνες τώρα, με των ελληνοφώνων αδελφών μας…  Είμασταν και θα είμαστε Έλληνες» (ακολουθούν οι υπογραφές των ιερέων και 102 οικογενειών).

Η συνέχεια αυτής της κοινότητας ήταν πανομοιότυπη και των υπόλοιπων της FYROM. Εθνικές διώξεις από τους Σέρβους μετά το 1913 και επιβολή της σλαβοποίησης και του εκμακεδονισμού από τις γιουγκοσλαβικές αρχές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

(Επιστολή προκρίτων  του Μεγάροβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την εμφάνιση του σερβικού και  βουλγαρικού εθνικισμού   «Προφανούς πανταχόθεν επαπειλούντος τα πατρώα και πάτρια ημών κινδύνου και δη από των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου….» Καταλήγει «…αίρομεν κραυγήν βαθείας οδύνης, κραυγήν αντλουμένην εκ της βαθείας συναισθήσεως της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής…»

Βελεσσά

Η πόλη αυτή που σήμερα είναι γνωστή ως Tito Veles, βρίσκεται χτισμένη πάνω στην αρχαία ελληνική πόλη Βυλάζωρα. Η κάθοδος των Σλάβων και άλλων λαών στη Χερσόνησο του Αίμου, αλλοιώνει το πολιτισμικό τοπίο της περιοχής από τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Η οθωμανική κατάκτηση ολοκληρώνει τις αλλαγές. Mετά τη Συνθήκη Αυστρίας- Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 1718, θα εγκατασταθούν στην πόλη αρκετοί Έλληνες από τις νότιες περιοχές. Η οικονομική ευημερία των Ελλήνων εμπόρων θα οδηγήσει και σε πνευματική άνθιση. Σύμφωνα με μια εκτίμηση που ελέγχεται, το 1890 στην πόλη κατοικούσαν περί τους 3.000 βλαχόφωνους Έλληνες.

Κατά τον 19ο αιώνα θα αναπτυχθεί η ελληνική εθνική συνείδηση ως αντίβαρο στις προσπάθειες εκβουλγαρισμού. Αγγλικές προξενικές πηγές αναφέρουν βίαιες αντιδράσεις Ελλήνων στις προσπάθειες Βούλγαρων εξαρχικών να καταλάβουν ελληνορθόδοξες εκκλησίες.

Από το 1913, το ελληνικό στοιχείο αντιμετωπίζει τον βίαιο σερβικό εθνικισμό και από το 1945 τις πολιτικές  της «μακεδονοποίησης» που θα ενταθούν μετά την ανεξαρτητοποίηση της FYROM τo 1992.

Τύρνοβο

Οι τοπικές παραδόσεις αναφέρουν ότι οη μικρή αυτή πόλη χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα από βλαχόφωνους δυτικομακεδόνες και ηπειρώτες αποκλειστικά. Η βλαχοφωνία τους κάνει ιδιαιτέρως σημαντική τη μαρτυρία του επιθεωρητή των ρουμανικών σχολείων της Μακεδονίας Lazaresco Lecanta. Σε υπόμνημά του (1901) προς τον υπουργό Δημόσιας Εκπαίδευσης της Ρουμανίας αναφέρει: «Είχα την περιέργεια να πάω στο Τύρνοβο, που το είχα επισκεφτεί και πέρυσι… Αλίμονο.  Διαπίστωσα ότι το ρουμανικό σχολείο φυτοζωεί, με τον ίδιο αριθμό μαθητών: 15 αγόρια και κορίτσια.  Αντίθετα, τα τρία ελληνικά σχολεία έχουν το επιβλητικό σύνολο των 375 μαθητών.  Είναι σημαντικό επίσης ότι αυτά τα ιδρύματα συντηρούνται από τον κουτσοβλαχικό πληθυσμό, που πληρώνει τους δασκάλους και τις δασκάλες προσφέροντας 5.500 φράγκα κάθε χρόνο.  Δεν παίρνουν ούτε μία πεντάρα από το Φανάρι ή την Αθήνα… Στους 3.000 κατοίκους, οι φιλορουμάνοι δεν ξεπερνούν τους 30.  Οι υπόλοιποι είναι Έλληνες».

Στην πόλη θα ανεγερθεί ναός το 1815 και εντυπωσιακά σχολεία. Μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η ελληνική κοινότητα του Τυρνόβου είχε να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση του βουλγαρικού με το σερβικό εθνικισμό, τη τρομοκρατία που ασκούν οι βουλγαρικές παρακρατικές ομάδες (κομιτατζήδες) και  τη ρουμανική προπαγάνδα.

Το 1913, όταν περνά στον οριστικό έλεγχο των Σέρβων, στην πόλη θα κατοικούν 2.430 άτομα ή 338 οικογένειες. Η συνέχεια θα είναι η ίδια στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν: εθνική καταπίεση και προσπάθεια αφομοίωσης όσων παρέμειναν και  δεν προσφυγοποιήθηκαν.

(Επιστολή προκρίτων   του Τύρνοβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται επίσης οι κίνδυνοι από την εμφάνιση του σερβικού και του βουλγαρικού εθνικισμού :  «Οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι κάτοικοι της κωμοπόλεως Τυρνόβου επαρχίας Πελαγονίας, διαβλέποντες εις τας αντιξόους ενεργείας των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου, δολίως εκμεταλλευομένων την άκρα αγαθότητα και δικαιοσύνην της ελληνικής φυλής , διαβλέπομεν κίνδυνον μέγιστον και δη όλεθρον επισειόμενον κατά της εθνικής ημών καταγωγής…» Καταλήγει  η Επιστολή: «Διακηρύττομεν όθεν, οικειοθελώς και εν βαθεία συναισθήσει της εξ  Ελλήνων  ημών καταγωγής, ότι θα εμμένωμεν εις τα πάτρια και ότι η βία και η πίεσις εκ μέρους των εθνικών ημών πολεμίων ως δεν κατόρθωσαν, ουδέ θα κατορθώσωσι ποτε να κλονίσωσι τας εθνικάς ημών πεποιθήσεις…»)

Bιβλιογραφία

-Χρήστος Ανδρεάδης, «Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τύρνοβου», περ. Μακεδονικά, εκδ. Εταιρεία ΜακεδονικώνΣπουδών, τομ. 21, σελ. 309-318, 1981

-Θεοφύλακτος Αχρίδος, Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης, μετάφραση Π. Βλαχάκος, εκδ. Ζήτρος, 2008

-Παναγιωτοπούλου, Άννα Α., Από τη Θεσσαλονίκη στο Κρούσοβο. Ιδεολογία, οργάνωση, και δράση της Ε.Μ.Ε.Ο. (1893-1903), μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φ.Λ.Σ., Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1993,

-Κrste Bitoski, Makedonija I knezevstvo Bugarija (1893-1903), Σκόπια, 1977.

https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/mk.html#People

-Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στην Μακεδονία, εκδόσεις Κυριακίδη, 1993

-Κωσταντίνος Χολέβας, «Ο ελληνισμός της περιοχής των Σκοπίων», Πρακτικά Α΄Συνεδρίου Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού περιφέρειας Ευρώπης, Λευκωσία, 1997,  σελ. 221-225.

-Σωτηρίου Στέφανος Μειονότητες και αλυτρωτισμός, εκδ. «Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1991.

-Σωτηρίου Στέφανος, Οι βλαχόφωνοι του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου, εκδ. «Πελασγός» Αθήνα 1998.

-Δημήτρης Τσούτσας, κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο λαός του Αλμυρού», 4 Μαρτίου 2008.

-Τζινίκου-Κακουλή Αθηνά, Γιατροί στο μακεδονικό αγώνα, εκδ. «Μαίανδρος», Θεσσαλονίκη 1996.

-Χρυσανθόπουλος Μιχαήλ, Οι Έλληνες στη Βόρειο Μακεδονία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1997.

-Andonovski H, Makedonia I Vojvodin (Η Μακεδονία και η Βοϊβοντίνα), Beograd 1959.

-Ilic Tanasije, Privredne I drustvene prilike u Zemunu, 1770-1820 (Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στο Σεμλίνο, 1779-1820), Spomenica Zemunske biblioteke, Zenum 1966.

-Pankovic Dusan, Sprske bibliografije (Σερβικές βιβλιογραφίες), Beograd 1982.

-Popovic Dusan, Beograd pre 200 godina (Το Βελιγράδι πριν από 200 χρόνια), Beograd 1935.

-Popovic Dusan, O Cincrima (Περί Κουτσοβλάχων), Beograd 1927.

-Stajic V., Cincari u Novom Sadu» (Οι Κουτσόβλαχοι του Νόβι Σαντ), Glasnik Istoriskog Drustva, u Novom Sadu, 1936.

-Terzic Slavenko, Srbja I Grcka 1856-1903 (Η Σερβία και η Ελλάδα μεταξύ 1856-1903»), Sanu, Beograd 1992.

-Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Το Κρούσοβο πέρα από την ιστορία και τη μνήμη 1845-1903, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 2004

21 comments so far

  1. […] Οι Ελληνες στη FYROM (Π.Γ.Δ.Μακεδονίας) Του Βλάση Αγτζίδη […]

  2. ΤΟΑΥΤΟΝΟΗΤΟ on

    To άρθρο δείχνει το που έχουμε φτάσει, υπό την δικτατορία των φανατικών “διανοούμενων” της εθνοαποδόμησης και της υποχρεωτικής και βίαιης πολυπολιτισμικότητας, των τελευταίων ετών…… Η πολυπληθής Ελληνική μειονότητα των Σκοπίων,σύμφωνα με έκθεση των ΗΠΑ του 1995 δεν αναφέρεται πουθενά πλέον ούτε καν από το Ελληνικό κράτος και αντίθετα συρόμαστε αργά αλλά σταθερά να αναγνωρίσουμε “μακεδονική” μειονότητα στην Ελλάδα…….
    ΝΑ σημειώσουμε πως στην Πιερία υπάρχουν εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες πολίτες, βλάχοι και μη, που κατάγονται από το Μοναστήρι και άλλες περιοχές των σημερινών Σκοπίων. Ένας μάλιστα ανήκει στην συντακτική ομάδα του ιστολογίου μας.
    Συγχαρητήρια.Με την άδειά σας το δημοσιεύσαμε εδώ:

    http://toaftonoito.blogspot.com/2010/01/blog-post_7046.html

  3. Συγχαρητήρια.Με την άδειά σας το δημοσιεύσαμε:
    http://www.bestpress.gr/articles_view.php?aid=126

  4. Ν-ΦΡΑΓΚΛΙΝΟΣ.Π on

    φίλε , σ’ ευχαριστώ για την τεκμηρίωση , του μικρού αλλά περιεκτικότατου άρθρου ΄΄ για τους ‘ελληνες της Π.Γ.Δ.Μακεδονίας ΄΄ , όταν διαβάζω τέτοια κείμενα διαισθάνομαι τον ξεπεσμό του λαού της χώρας αυτής και την πτώση της πνευματικής του ηγεσίας «….λέει ο ΗΛ.Πετρόπουλος :[ ένας λαός φιλοτομαριστής που πολλές φορές πουλάει και το τομάρί του – κατάπτυστος…..] ένας λαός που δεν μπορεί να αντισταθεί και ανήμπορος παρακολουθεί- χειροκροτώντας για την καταστροφή του ( ανέχεια , νέοι χωρίς ελπίδα και όνειρα ..) από λογής -λογής ερασιτέχνες πολιτιτικούς ( όχι ηγέτες).Το πρόβλημα είναι τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους ; που γράφει και ο Καβάφης

  5. Σ on

  6. Mατσουκάτες on

    Δανιήλ Μοσχοπολίτης

    Ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης (1754 – 1825) υπήρξε γνωστός Βλάχος λόγιος από την Μοσχόπολη, μαθητής του Θεόδωρου Καβαλιώτη, καθηγητή και διευθυντή της Νέας Ακαδημίας Μοσχοπόλεως. Ο Δανιήλ υπήρξε ιδιαίτερα γνωστός ως λόγιος και καθηγητής της Νέας Ακαδημίας, του περίφημου εκπαιδευτικού ιδρύματος που λειτουργούσε στην Μοσχόπολη τον 18ο αιώνα. Ήταν επίσης ο πρώτος που συνέγραψε τετράγλωσσο λεξικό (ελληνικό, βουλγαρικό, βλάχικο και αλβανικό) το 1794. Το έργο αυτό αποσκοπούσε στον εξελληνισμό μη ελληνόφωνων πληθυσμών των Βαλκανίων. Στο προοίμιο του έργου χαρακτηριστικά αναφέρει:

    Aλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, αλλόγλωσσοι χαρήτε
    κι’ ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε
    βαρβαρικήν αφήνοντας γλώσσαν, φωνήν και ήθη…
    Δεν είναι πλέον δύσκολο να μάθετε Ρωμαϊκά
    και να μην βαρβαρίζετε με λέξεις πέντε δέκα…
    Ξυπνήσατε από τον βαθύν ύπνον της αμαθείας
    Ρωμαϊκά γλώσσα μάθετε, μητέρα της Σοφίας…

    Το 1802 ανέλαβε διευθυντής του σχολείου της Μοσχόπολης.

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AE%CE%BB_%CE%9C%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

    ————————————————————————-

    Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια

    http://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1770-1830.ethika-valkania_kitomilidis.htm

    Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια

    γλωσσική πολυμορφία και εθνοτικές ομάδες, (σελ. 59-62)

    Την αναγνώριση του γεγονότος ότι η βαλκανική Ορθοδοξία απαρτιζόταν από εθνοτικά ποικιλόμορφες συλλογικότητες, με κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο τη γλώσσα τους, μαρτυρεί η δημοσίευση εγχειριδίων γραμματικής και λεξικών που επιχειρούσαν να κωδικοποιήσουν μια γραπτή μορφή της καθομιλούμενης γλώσσας ορισμένων από τις ομάδες αυτές. Απόπειρες για την παραγωγή ενός γραπτού οργάνου των μορφών αυτών καθομιλουμένης, η προσπάθεια δημιουργίας αλφαβήτου και κωδικοποίησης της γραμματικής και του λεξιλογίου τους αποτελούν αναγνώριση της ύπαρξης γλωσσικά προσδιορισμένων εθνοτικών διαφορών ανάμεσα στους Ορθοδόξους των Βαλκανίων. Έτσι, Αλβανοί, Βλάχοι και Βούλγαροι τέθηκαν στην πορεία της αναγνώρισης και του αυτοπροσδιορισμού ως συλλογικές κατηγορίες χάρη στις γλωσσικές τους ιδιαιτερότητες. Η έκδοση του ελληνοβλαχοαλβανικού λεξικού από τον Θεόδωρο Καβαλλιώτη το 1770 παρέχει την πιο πρώιμη ένδειξη του γεγονότος αύτου. Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν πήγαζαν πάντως από κάποια εθνικιστική λογική. Αυτό γίνεται σαφές από την πρόθεση πολιτισμικού ευαγγελισμού που αναδύεται από το λεξικό πού εκδόθηκε το 1802 από τον Δανιήλ Μοσχοπολίτη. Στον πρόλογο του ελληνοβλαχοβουλγαροαλβανικού λεξικού ο συγγραφέας προσκαλεί τους Ορθοδόξους που δεν μιλούσαν ελληνικά να εξελληνιστούν γλωσσικά και πολιτισμικά με το επιχείρημα ότι αυτή η μεταμόρφωση θα άνοιγε λεωφόρους κοινωνικής κινητικότητας.
    Αυτές οι πρώιμες καταγραφές γλωσσικής πολυμορφίας, και η παρεπόμενη έμμεση αναγνώριση εθνοτικών διακρίσεων, αποτελούσαν αναπόσπαστα συστατικά μιας διαδικασίας Διαφωτισμού με την πιο στοιχειώδη και κυριολεκτική έννοια: εμφανίστηκαν σχεδόν σαν ανεπαίσθητα και αθέλητα παράγωγα πρωτοβουλιών που σκοπό είχαν να φέρουν τα αγαθά της εκπαίδευσης και της πολιτισμικής αλλαγής σε μη εγγράμματες ομάδες, ορισμένες από τις οποίες βρίσκονταν ακόμη σε ημινομαδική κοινωνική κατάσταση. Ο εθνοτικός προσδιορισμός και, τελικά, ο εθνικισμός ήταν τα απώτερα προϊόντα της νέας εθνογραφίας πού εισήχθη στο πλαίσιο τής προσπάθειας να υψωθεί το λάβαρο του πολιτισμού και να μεταφερθούν τα φώτα της μάθησης μέσα στις συνθήκες οπισθοδρόμησης και προσκόλλησης στην παράδοση πού επικρατούσαν στη βαλκανική ενδοχώρα.
    Τη διαπλοκή μεταξύ Διαφωτισμού, γλώσσας και εθνικότητας την ανέπτυξε πλήρως κατά τη δεκαετία του 1780 ο Δημήτριος Καταρτζής, αξιωματούχος στην αυλή της Βλαχίας και ένας από τούς πρώτους θεωρητικούς για τη χρήση της καθομιλούμενης γλώσσας στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό στα Βαλκάνια τής εποχής του. Ο Καταρτζής εξύμνησε τις αρετές τής ελληνικής καθομιλουμένης, όπως τη μιλούσαν οι σύγχρονοι του στα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και υποστήριξε ότι ως μέσο επικοινωνίας και έκφρασης ήταν ισάξια της κλασικής ελληνικής και κατά πολύ ανώτερη από κάθε άλλη γλώσσα. Επισήμανε ακόμη ότι η καλλιέργεια της καθομιλουμένης μέσω της συγγραφής βιβλίων στη γλώσσα αυτή ισοδυναμούσε με την καλύτερη μορφή εκπαίδευσης για το «έθνος». Ό Καταρτζής, πιθανώς πρώτος από τους συγγραφείς που έγραψαν στα νέα ελληνικά, χρησιμοποίησε την ελληνική λέξη έθνος για να περιγράψει τη συλλογικότητα που οριοθετείται από τη γλώσσα και την πολιτιστική της κληρονομιά. Η έννοια ενός νεοελληνικού έθνους που προσδιορίζεται από την καθομιλούμενη γλώσσα του διατρέχει τα κείμενα του Καταρτζή και αποτελεί το βασικότερο αξίωμα της επιχειρηματολογίας του υπέρ της γλωσσικής μεταρρύθμισης που θα ανύψωνε την ομιλούμενη νέα ελληνική σε μια από τις κυριότερες γλώσσες του πολιτισμού. Η υπερηφάνεια για τη γλώσσα αντανακλούσε μια βαθύτερη υπερηφάνεια για το έθνος, το οποίο, τόνιζε ο Καταρτζής, υπήρχε αναμφίβολα ως μια ξεχωριστή «πολιτική κοινωνία» με τους πολιτικούς της νόμους και εκκλησιαστικούς θεσμούς και μετείχε μέσω των προνομίων της Εκκλησίας του στην άσκηση εξουσίας μέσα στην αυτοκρατορία στην οποία ήταν υποταγμένο. Έτσι, στη μομφή ορισμένων «Φράγκων» ότι οι Έλληνες δεν είχαν δική τους πατρίδα, ο Καταρτζής αντέτεινε ότι στην πραγματικότητα οι Έλληνες πληρούσαν τα κριτήρια του ορισμού του Αριστοτέλη για τον πολίτη και, επομένως αποτελούσαν έθνος, το όποιο, μάλιστα, μπορούσε να υπερηφανεύεται για μια εξαιρετικά λαμπρή ιστορική γενεαλογία. Μέσα στην πολυεθνική αυτοκρατορία των Οθωμανών οι Έλληνες συνυπήρχαν με άλλες εθνικές κοινότητες, ανάμεσα στις όποιες ο Καταρτζής ξεχώριζε τούς Βλάχους και τους Μολδαβούς, για τους οποίους πρότεινε προγράμματα πολιτισμικών μεταρρυθμίσεων αντίστοιχα με εκείνα των Ελλήνων. Στην κοινωνική σκέψη του Καταρτζή λοιπόν, τα έθνη στα Βαλκάνια, όπως προσδιορίζονταν από τη γλώσσα τους, προστέθηκαν στην ευρύτερη εικόνα του κόσμου των εθνών που συνέθετε τον πολιτισμό τής νεότερης Ευρώπης.
    Έτσι, σε ένα θεμελιώδες επίπεδο, ό Διαφωτισμός απαρτίστηκε κατ’ ουσίαν από ενδείξεις ότι η εθνογραφία των Βαλκανίων αποκτούσε έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα στο νου της επιτόπιας διανόησης. Η παλαιότερη σύλληψη μιας ενιαίας ορθόδοξης χριστιανικής κοινωνίας, που προσδιόριζε τα αλλότρια στοιχεία σε θρησκευτική βάση, είχε ήδη χάσει έδαφος με τη βαθμιαία συγκρότηση ενός αισθήματος διαφορετικής ιστορικής ταυτότητας ανάμεσα σε σερβόφωνους και ρουμανόφωνους διανοουμένους σε περιοχές που συνόρευαν με την αυτοκρατορία των Αψβούργων και ανάμεσα σε Έλληνες της διασποράς και των εμπορικών αστικών κέντρων τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτές οι εκδηλώσεις εθνικής ταυτότητας παρείχαν μερικές από τις πιο εύγλωττες αποδείξεις για την επίδραση του Διαφωτισμού στη βαλκανική σκέψη. Η αναγνώριση, επίσης, άλλων γλωσσικών ομάδων υπήρξε πρόσθετη ένδειξη του βαθμιαίου προσανατολισμού τής κοινωνικής σκέψης προς το εθνικό ζήτημα.

    Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια», στο Βερέμης Θάνος (επιμ.) Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα, 2003, ΜΙΕΤ, σελ. 59-62

    η διαδικασία συγκρότησης του έθνους και το κράτος, (σελ. 73- 76)

    Με αυτό το πρίσμα, η οικοδόμηση του έθνους υπήρξε μια δυναμική διαδικασία όχι «εθνικής αφύπνισης» αλλά σφυρηλάτησης συλλογικής ταυτότητας στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός αισθήματος κοινότητας που ήταν απαραίτητο για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στα νέα εθνικά κράτη του 19ου αιώνα. Αυτό, φυσικά, δεν αποτελεί κάποια βαλκανική ιδιομορφία. Συνέβη σε ολόκληρη την Ευρώπη την ίδια περίοδο, ακόμη και μέσα στα παλαιότερα ανεξάρτητα εθνικά κράτη όπως ή Γαλλία. Αυτό ακριβώς ήταν το πρότυπο οικοδόμησης του έθνους το όποιο ο Fichte προέτρεψε τους Γερμανούς συμπατριώτες του να ακολουθήσουν όταν τόνιζε τους δεσμούς γλώσσας και εθνικής παιδείας ως τα συστατικά μέρη για τη συγκρότηση της εθνικής κοινότητας. Είναι άσκοπο λοιπόν να επιμένει κανείς, όπως ο Ernest Gellner, ότι ο εθνικισμός είναι δύναμη κοινωνικής εντροπίας που εκδηλώνεται ως ανταπόκριση στις ανάγκες κοινωνικής επικοινωνίας στη βιομηχανική κοινωνία. Απεναντίας, ο εθνικισμός εμφανίστηκε ως μια κατεξοχήν πολιτική δύναμη στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία του σύγχρονου κράτους —φαινόμενα που δεν συμπίπτουν κατά κανόνα με την εκβιομηχάνιση.
    Ένα σχετικό παράδειγμα, πού θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να διαφωτίσει το ρόλο του κράτους στην ανάπτυξη του εθνικισμού στα Βαλκάνια, είναι εκείνο του ελληνικού εθνικισμού κατά τον 19ο αιώνα. Επιχειρήματα και προσδοκίες όπως εκείνα τα όποια ό Νεόφυτος Δούκας είχε εσφαλμένως απευθύνει προς την «Ορθόδοξη Εκκλησία, μια και δεν συμβιβάζονταν με τις αρχές της, έλαβαν υψηλή σειρά προτεραιότητας στο πρόγραμμα του νέου ανεξάρτητου κράτους που αναδύθηκε το 1830, έπειτα από δεκαετή απελευθερωπικό αγώνα. Η αποστολή την οποία δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει η Ορθόδοξη Εκκλησία, λόγω του παραδοσιακού χαρακτήρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής της, μάλλον εναρμονιζόταν με τους σκοπούς του σύγχρονου κράτους. Η καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας αποτέλεσε, επομένως, προσδιοριστικό τμήμα της εσωτερικής διακυβέρνησης και της εξωτερικής του πολιτικής. Μολονότι μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει παράλληλες εξελίξεις στην Ιστορία των άλλων βαλκανικών κρατών —της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και, τέλος, της Αλβανίας— η διαδικασία άρχισε στην Ελλάδα πολύ νωρίτερα και εκτυλίχτηκε έχοντας δύο διαστάσεις. Η μία ήταν εσωτερική και περιλάμβανε στάδια και πρωτοβουλίες που συνέτειναν στην καλλιέργεια της εθνικής συνοχής μέσα στο ανεξάρτητο βασίλειο της Ελλάδας. Η άλλη ήταν εξωτερική και αφορούσε τον προσανατολισμό του ελληνικού κράτους προς τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί που θεωρούνταν αναπόσπαστα τμήματα της ιστορικής κληρονομιάς του Ελληνισμού, θα επιθυμούσα να προτείνω την υπόθεση ότι η δυναμική αλληλεπίδραση των δύο αυτών διαδικασιών ήταν εκείνη που ουσιαστικά οδήγησε στη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού αυτοπροσδιορισμού.
    Η εξέταση του σχηματισμού εθνικής συνείδησης με αυτούς τους όρους, εκτός από το ότι παρέχει τον μίτο της Αριάδνης σε μια αναλυτική αποσαφήνιση του προβλήματος του εθνικισμού, προσφέρει επίσης μια επιπλέον θεωρητική ευκαιρία: μια ευκαιρία για την αποκατάσταση του πολιτικού ρόλου του σύγχρονου κράτους, τον όποιο η πρόσφατη έρευνα για το κράτος τείνει να θυσιάζει στο βωμό της πολιτικής οικονομίας. Πρόκειται για μια πτυχή των θεωριών για τον εθνικισμό την οποία η θεωρία του κράτους μπορεί επωφελώς να διερευνήσει. Ακριβώς ο πολιτικός ρόλος του κράτους, καθώς παγιώνει και νομιμοποιεί την εξουσία του, είναι εκείνος πού αναδύεται με τη μεγαλύτερη ενάργεια από την εξέταση των δύο διαστάσεων τής συγκρότησης του έθνους στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
    Η εσωτερική διαδικασία οικοδόμησης έθνους επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο νέο κράτος που ξεπρόβαλε στην ανεξάρτητη Ελλάδα και την παραδοσιακή κοινωνία πάνω στην όποια οι θεσμοί του σύγχρονου κράτους έπρεπε να ασκήσουν τον έλεγχο τους. Η οικοδόμηση έθνους, με την έννοια της καλλιέργειας μιας ομοιογενούς εθνικής ταυτότητας, έπρεπε επίσης να συγκεράσει επειγόντως τις κοινωνικές αντιθέσεις τις οποίες η ανεξάρτητη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το παρελθόν της και από τις συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ένας από τους πιο προβληματικούς τομείς, ο όποιος αμέσως έθεσε σε δοκιμασία την εξουσία των θεσμών του νεοσύστατου κράτους, ήταν η προσπάθεια να πειθαρχηθούν οι άτακτοι που είχαν πολεμήσει στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και να ενσωματωθούν στον εθνικό στρατό. Η στρατιωτική εκπαίδευση και μεταμόρφωση σε πειθαρχημένες μονάδες ένοπλων ομάδων που είχαν να επιδείξουν σημαντικό ληστρικό παρελθόν δεν εξαντλεί το πρόβλημα. Περιλάμβανε το πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα του κεντρόφυγου τοπικισμού, που είχε αποτελέσει το κοινωνικό υπόβαθρο των επανειλημμένων εμφύλιων πολέμων που είχαν σχεδόν καταστρέψει τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-28). Το πρόβλημα αντιμετώπισαν τόσο ο πρώτος κυβερνήτης του ανεξάρτητου κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο όποιος πλήρωσε με τη ζωή του την αποφασιστική του απόπειρα να επιβάλει την κρατική εξουσία πάνω στα τοπικιστικά συμφέροντα, όσο και η βαυαρική αντιβασιλεία πού τον διαδέχτηκε. Η εξουδετέρωση των τοπικών συμφερόντων και η συγκρότηση τακτικού στρατού αποτέλεσαν ένα από τα κυριότερα συστατικά της διακυβέρνησης της αντιβασιλείας και της πολιτικής του Όθωνα μετά την ενηλικίωση του. Στο πλαίσιο αυτό κατέστη επιτακτική η διαμόρφωση ενός ιδεολογικού κώδικα που θα συνένωνε τις εθνικές αξίες και θα μπορούσε να παράσχει το κανονιστικό πλαίσιο για την υπαγωγή τής κοινωνίας υπό τον έλεγχο του νέου κράτους. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα της «Ανεξαρτησίας οι εμβρυώδεις κεντρικές αρχές του επαναστατικού κράτους είχαν επανειλημμένα απευθύνει εκκλήσεις υπέρ μιας «μεγάλης πατρίδας» αντί της προσήλωσης των αγωνιστών στους τοπικούς δεσμούς με τις, συχνά αμοιβαία ανταγωνιστικές, επαρχίες τους. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία μια εθνικιστική ρητορική και οι επικλήσεις της κοινής πατρίδας, του νέου ελληνικού έθνους, θα συνέθεταν τον κανονιστικό λόγο των νέων κρατικών θεσμών. Με τα χρόνια, ο εθνικός στρατός θα εξελισσόταν σε έναν από τους κυριότερους διαύλους μέσω των οποίων η ελληνική κοινωνία θα γινόταν κοινωνός των άξιων του εθνικισμού.

    Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια», στο Βερέμης Θάνος (επιμ.) Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα, 2003, ΜΙΕΤ, σελ. 73-76

    το Πατριαρχείο και τα εθνικά ζητήματα, (σελ. 107)

    Οι πιο πρώιμες εκδηλώσεις της αντίθεσης μπορούν να εντοπιστούν στη σύγκρουση της Εκκλησίας με τους θιασώτες της πολιτισμικής και ιδεολογικής αλλαγής που συνδεόταν με τον Διαφωτισμό. Η σύγκρουση εκδηλώθηκε ξεκάθαρα μετά το 1789, όταν οι παραδοσιακοί θρησκευτικοί ηγέτες αντιλήφθηκαν σαφώς που οδηγούσαν οι πνευματικές αλλαγές και οι φιλελεύθερες αρχές του Διαφωτισμού. Η ενεργός αντίθεση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ιδίως κατά τις τρεις πατριαρχείες του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (1797-98, 1806-8, 1818-21), κατά της διάδοσης του Διαφωτισμού στην ελληνική εκπαίδευση και παιδεία, και κατά του ελληνικού εθνικού κινήματος που πήγασε από αυτόν, αποτελεί το σαφέστερο δείγμα της αντινομίας μεταξύ Ορθοδοξίας και εθνικισμού. Ο Γρηγόριος Ε’ καταδίκασε, προσφεύγοντας στις αρχές του ορθόδοξου δόγματος, τόσο τα ριζοσπαστικά δημοκρατικά κηρύγματα του Ρήγα Βελεστινλή το 1798 όσο και την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Η κλασική διατύπωση της θέσης της Εκκλησίας περιέχεται στο μαχητικό συντηρητικό φυλλάδιο Πατρική διδασκαλία (1798), που αποδίδεται στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμο στ΄ (1788-1808), αλλά μάλλον έχει γραφεί από τον ίδιο τον Γρηγόριο Ε’. Ο συγγραφέας του κειμένου αυτού συμβούλευε τους πιστούς να υποτάσσονται στην οθωμανική εξουσία και προειδοποιούσε για τις ολέθριες συνέπειες των επαναστατικών ιδεών για τις ψυχές των πιστών

    η Εκκλησία της Ελλάδας και το Πατριαρχείο, (σελ. 109)

    Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι ή Εκκλησία της Ελλάδος υπήρξε η πρώτη που αποσχίστηκε από το υπό ελληνικό έλεγχο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, δίνοντας έτσι το παράδειγμα που ακολούθησαν οι μη ελληνικές Εκκλησίες στα βόρεια Βαλκάνια. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, την ανεξαρτησία της Εκκλησίας της ελεύθερης Ελλάδας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είχε από αρκετά νωρίς συστήσει ο κορυφαίος πολιτικός διανοητής του ελληνικού Διαφωτισμού. Ο Αδαμάντιος Κοραής επέμενε ότι ήταν αδιανόητο για τον κλήρο της ελεύθερης Ελλάδας να υπάγεται και να υπακούει στις εντολές ενός Πατριάρχη που παρέμενε δέσμιος των καταπιεστών του έθνους. Το επιχείρημα του Κοραή αποκρυστάλλωνε τη σύγκρουση ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον εθνικισμό, που θα μαινόταν στον ορθόδοξο κόσμο, και ιδίως στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα το επανέλαβαν οι Ρουμάνοι, στην προσπάθεια τους να ιδρύσουν τη δική τους αυτοκέφαλη εκκλησία.
    Ενώ, λοιπόν, οι περιφερειακές εκκλησίες των βαλκανικών κρατών αποκτούσαν εθνικό χαρακτήρα, καθώς γίνονταν συστατικά στοιχεία της σύγχρονης διοικητικής δομής του εθνικού κράτους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κρατούσε αποστάσεις από το νέο φαινόμενο του εθνικισμού. Η στάση του αυτή έθετε σοβαρά εμπόδια σε όσους επιχειρούσαν να προωθήσουν τη συγκρότηση τής νέας εθνικής ταυτότητας μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.

    Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια», στο Βερέμης Θάνος (επιμ.) Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα, 2003, ΜΙΕΤ, σελ. 107, 109

  7. Mατσουκάτες on

    Το τετράγλωσσο λεξικό του Δανιήλ Μοσχοπολίτη, μέρος τρίτο, στίχοι 432- 612

    English (Ιγκλέσικα)
    Leake
    Ρωμαίικα
    Βλάχικα
    Βουλγάρικα
    Αλβανίτικα

    432
    Whoever loves
    Όποιος αγαπά
    Καρετζητώ βà
    Κώη λούμπητ
    Κούσσ τώ
    433
    to frequent
    να συχνάζει
    σέ ούρτινa

    434
    the church
    εις την Εκκλησίαν
    λα μπaσιάρικa
    νά τζàρκφατα
    μπà κύσσ
    435
    it behoves him to have
    πρέπει να έχει
    πριψιάστε σε αΐμπa
    πρίλεκατ τά ίματ
    γκιάν τà κέτ
    436
    the fear of God
    τον φόβον του θεού
    φρίκα αλ τουμνιτζàου
    στράχοτ νά γόσποτ
    φρίκανα περaντίσa
    437
    and not to go
    και να μη πηγαίνει
    σσή σέ νού σετούκa
    ή τά νέ χότητ
    εδέ τà μόσ βέη
    438
    empty,
    άδειος
    κολλου
    πράζνεν
    μπράζητ
    439
    but to take a wax-candle
    αμή να πάρει κηρί
    μά σέ λλιά τζιάρa
    τόκου τα ζέμητ σφέστα
    πώ τà μάρ κερί
    440
    and light it
    και να το ανάψει
    σσή σε ο απρίντa
    ή τά γώ ζάπαλητ
    εδέ τà ντέζνε
    441
    before the saint
    ομπροστά του αγίου
    τενέντια α άγλουη
    πρέτ σφέτετζουτ
    πραοάρα σσέντητ
    442
    ant to carry
    και να φέρει
    σσή σέ ατούκα
    ή τά τώνεσητ
    εδέ τà σίελ
    443
    to the priest
    εις τον παπάν
    λά αφέντουλου
    νά πόποτ
    ντà πρήφτου
    444
    offerings
    προσφοραίς
    πισκούρου
    πρόσκουρη
    μέσσρα
    445
    that he may pray
    διά να παρακαλεί
    τρα σέ πaλακρaσιάσκα
    ζά τά μόλητ
    κή τà λιούτετ
    446
    to God
    εις τον θεόν
    λά τουμνητζàου
    νά κώσποτ
    ντà περaντήτ
    447
    for (his) sins
    διά ταις αμαρτίαις του
    τρà στιάψηλλε αλούη
    ζά νέκωητε κρέχωη
    πρa γκιουνάχετ ατή
    448
    and take
    και να πάρει
    σσή σέ λλιά
    ή τά ζέμητ
    εδέ τà μάρ
    449
    antìdhoro
    αντίδωρον
    νάφουρα
    νάφωρα
    ναφέρ
    450
    and ìpsoma.
    και ύψωμα.
    σσή πaναγίε.
    ή ύψωμα.
    εδέ υψώμ.
    451
    The sìmandro
    Το σήμανδρον
    Τωάκα
    Κλεπάλωτο
    Τόκα
    452
    strike
    να το κτυπάς
    σέ ο αγκουτέστη
    τά κώ μπίεσσ
    τά μπίεσσ
    453
    with hammers
    με σφυρία
    κού τζόκουρη
    σώ τζενκάνητε
    μέ τζεκύτζητ
    454
    new
    καινούργια
    νάω
    νόβη
    τàr ρήνν
    455
    that there may be collected
    διά να μαζωχθούν
    τρά σέ ατούννa
    ζά τά σεμπέραετ
    κή τa μπλίδεννα
    456
    all (persons) under the (church) roof
    όλοι εις την στέγην
    τότζη τρά στριάχα.
    σφήτε βώ στρέχατα.
    γκίθα μπà στρέχ.
    457
    and afterwards
    και ύστερα
    Σση τεαπόια
    Ή σέτνε
    Εδέ πασαντάη
    458
    go
    ας εμβαίνουν
    λά σέ ίντρα
    νέκα βλώζαετ
    έ tà χούιννα
    459
    to the seats
    εις τα στασίδια
    τρού σκάμνε
    βώ στόλωητε
    μπà θρόνντa
    460
    to play
    διά να προσευχηθούν.
    τρά σέ σεγκλίννα.
    ζά τά σεμόλιαετ
    κή τà φάλεν.
    461

    Όμως πρώτα
    Μά μανaΐντε
    Τόκου νάπρετ
    Πώ πaρπάρα
    462

    να βάλεις
    σέ μπάτζη
    τά λάασσ
    τà βέσσ
    463

    κανένα δούλον
    βέρου ιουσμικιάρου
    νέκση χούζμικιαρ
    ντοννή χουζμικιάρ
    464

    διά να φουκαλίσει
    τρà σέ αρνιάσκa
    ζά τά μέτητ
    κή τà φσίενν
    465

    όλαις ταις γωνίαις.
    τούτε κιόσσιλε.
    σφήτε κιόσσηννια
    γκηθ κιόσσετ
    466

    Και τα παράθυρα
    Σσή πιντζέρa
    ή πεντζέρητε
    εδέ πεντζέρετ
    467

    να τα κολλήσεις
    σέ λέ αληκκέστη
    τά ή λέπησσ
    τή γκίτζ
    468

    με ζουμί
    κού τζάμα
    σώ σώκ
    με λεγκ
    469

    από πίτυρα
    τέ τέρτζε
    οτ τρίτζητε
    πέ κρούντεσσ
    470

    διά να ξεκολλήσουν.
    τρά σενού σετεσλικιάσκα
    ζά τά νέ ότλεπατ.
    κήτα μέσ σκολίτεν.
    471
    Grieve not
    Να μη λυπηθείς
    σέ νού τενβιρίνη
    Τά νέ σεούζαλβησ
    Τà μές χελμίεσσ
    472
    because you have not gained
    διατί δεν εκέρδησες
    κατρατζή νού αμηντάσση
    ζάστω νέ καζάντισα
    ωέ νούκα φητόβε
    473
    this road (journey)
    αυτήν την στράταν
    αΐστε κάλλε.
    όβοη πάτ.
    κaτà ούδα.
    474
    for again
    ότι το κέρδος
    Κά αμιντάτεκλου
    Ότι καζαντισέννετε
    Σέ φυτίμη
    475
    and loss
    και η ζημία
    σση ζνία
    ή ζάροτοτ
    εδέ ζαράρη
    476
    walk together;
    περιπατούν μαζύ.
    ίμνa τεατούνου.
    χότατ ζάετνω.
    έτζaινa μπάσκa.
    477
    but rejoice,
    Αμή να χαίρησαι
    Μά σετεχaρισέστη
    Τόκου τασεράτβης
    Πώ τa κaζόχες
    478
    because
    διατί
    κατρaτζή
    ζάστω νέ καζάντισα
    ψέ
    479
    you have found your house
    ηύρες το σπήτι σου
    αφλάσση κάσα ατά
    νàητε τφόιτα κού
    γκέτε σταπήνa τέντε
    480
    entire
    ακέραιο.
    ντριάκa.
    τζέλα.
    τaτέρα.
    481
    and (that) have escaped
    Και εγλύτωσαν
    Σσή σκaπάρε
    Ή οτκίναα
    εδέ σπιτούανa
    482
    your children
    τα παιδία σου
    φιτζόρλλη ατέη
    τέτζατα τφόη
    δγιέμτα τιού
    483
    from the measles
    από την αστράκαν
    τέ προυχουγίτζα
    οτ σήπανιτζα.
    γκά φρούδη
    484
    from the small-pox.
    από την ευλογιάν.
    τέ μaλτζιάτζε.
    οτ καζάμακοτ
    γκά λία.
    485

    Η γυναίκες
    Μουλλέρε
    Ζένητε
    Γκράτa
    486

    και η νύμφαις
    σσή νβέστιλλε
    ή νεβέστητε
    εδέ νούσετ
    487

    και τα κορήτζια
    σσή φέτλε
    ή τζούπητε
    εδέ τζούπατ
    488

    ας γνέθουν
    λά σέ τσάρκa
    νέκα πρέταετ
    λέ τaτίρνa
    489

    με την ρόκαν
    κού φούρκου
    σώ φούρκατα.
    μέ φούρκα
    490

    με το αδράκτι.
    κού φούτλου.
    τώ βρετώωτα.
    μέ μπόστητ.
    491

    Και το μετάξι
    Σσή σύρμα
    Ή κοπρίνατα
    Εδέ μαντάφσση
    492

    και το βαμβάκι
    τσή πουμπάκλου
    ή πάμπουλοτ
    εδέ φυτίλη
    493

    ας το υφαίνουν.
    λά σέ λουτζάσa.
    νέκα κώ τκάϊατ.
    λέ τά μπàηνα ντέ βέκαητ.
    494
    Thieves
    Οι κλέπται
    Φούρλλοι
    Χαραμίητε
    Χαραμίτa
    495
    rob in the night
    κλέπτουν την νύκτα.
    φούρa νοάπτια.
    χράταετ νόκιατα.
    βγιέδινa νάτaνa.
    496
    robbers
    Και οι λησταί
    Σσή χaρaμίσλλη
    Ή χαραμίητε
    Εδέ κουρàρaτε
    497
    issue out in the day
    ευγαίνουν την ημέραν
    έσου τζούα
    ιζλέζαετ τέννια
    ντάλληνa τήτaνa
    498
    and walk
    και πατούν
    σσή κάλπa
    ή κάζαετ
    εδέ σκέλληνa
    499
    the high-ways.
    τα καρβάνια.
    κaρβένλεε.
    καρβάνητε.
    καρβάνατ.
    500
    The judges (Kadìs)
    Αμή οι κρηταί
    Άμ κaτάσλλη
    Τόκου
    Πώ κατηλάρατ
    501
    and Pashas
    και οι πασάδες
    σσή πaσaλάρλλη
    ή πασάητε
    εδέ πάσαλάρaτ
    502
    strip
    γυμνώνουν
    τισποάλλε
    ουγόλβαατ
    σβέσσννa
    503
    the word (public),
    τον κόσμον.
    τουννιάια.
    σφότοτ.
    γιέτaνa.
    504
    and the Archons
    Και οι άρχοντες
    σσή άρχονσζιλλ
    Ή άρχόντιτε
    Εδέ κοτζαπάσσιτa
    505
    artfully
    με καλήν τέχνην
    κού μπούνα ζaνάτε
    σώ χάρεν ζάνατ
    μέ τaμήρ ζανάτ
    506
    drink the blood
    πίνουν το αίμα
    μπιά σέντζηλε
    πίατ κàρφοτ
    πίννα γιάκνa
    507
    of the poor;
    των πτωχών.
    α οάρφaνλορ.
    νά σήρομασητε.
    εβάρφaρετ.
    508
    for this
    Διά ετούτο
    Τρà aΐστa
    Τά τώα
    Παντάε
    509
    is angry
    θυμώνεται
    σενa αϊάστε
    σελιούητ
    ζaμaρώετa
    510
    God
    ο θεός
    τουμνητζàου
    γόσποτ
    περaντία
    511
    and chastises us
    και μας παιδεύει
    σσή νά πιδιψιάστε
    ή νέ μάτζητ
    εδέ νέ μουντών
    512
    with sickness
    μα ασθένειαις
    κού λaγκόρη
    σώ μπόλλεστη
    μέ σaμούνταρα
    513
    with plague
    με πανούκλαν
    κού πούσλλε
    σώ τζούμα
    μέ μουρτάϊε
    514
    with contagion
    με λοιμικήν
    κού ννιάτζε
    σώ μπωΐτζα
    μέ λιαγκήμ
    515
    with sudden
    με αιφνήδιον
    κού έξαφνa
    σώ νέζναεννω
    μέ πρàννιερα
    516
    death.
    θάνατον.
    μοάρτε.
    ουμίραννε.
    μόρτ.
    517
    When rises
    Όταν ανατείλει
    Κάντου λουτζιάστε
    Κώκα ούγρεητ
    Κούρ ντέλλ
    518
    the sun
    ο ήλιος
    σοάρλε
    σàνζετo
    τιέλλη
    519
    open
    να ανοίγεις
    σέ τεσφάτζη
    τά ότφορησσ
    τà χάπωσσ
    520
    your windows.
    ταις θύραις σου
    ούσσιλε ατάλλε
    βράτητε τφόη
    ντούερτ ετούα
    521

    με τον σύρτην
    κού κaτaλάχτουλου
    σώ κλάπατα ζαβάρωιτζα
    μέ λός
    522

    και έτζι
    σσή ασσήτζε
    ή τάκα
    εδέ αστιού
    523

    δεν παθαίνεις τίποτε.
    νού πάτζη τζιβά.
    νέ πάτησσ νίστω
    νούκa πaσών γκικάφσ.
    524

    Όταν έχεις
    Κàντου άη
    Κώκα ίμασσ
    κούρ κκέ
    525

    σπυρία εις τον ώμον
    καρίτζa πρε νούμερε
    ζàρια νά ράμωτο
    κέκκιε μπà κράχατ
    526

    να φτιάνεις
    σε αντάρη
    τà νάπραησσ
    τà ντaρτόνσσ
    527

    αλοιφήν
    μεγλέμε
    μέχλεμ
    μεγλέμ
    528

    και να αλοίφησαι
    σσή τέ ούντζη
    ή τά σεμάσκασσ
    εδέ τa λιούεννσ
    529

    με μυελόν
    κού μaντούa
    σώ μόζοκ
    μέ τριού
    530

    διά να σου φύγει
    τρà σε σφούκa
    ζά τά τυπόπεγνατ
    κή τà ταΐκαν
    531

    εκείνη η βρόμα.
    ατζιά μπουτοάρε.
    τοΐα σμàρτα.
    αϊώ κελπaσίρa.
    532
    The itch
    Και η ψώρα
    Σσή ρàννια
    Ή κράστατα
    Εδέ σκέπεα
    533
    is driven away
    διώχνεται
    σέ αγουνιάστε
    σέ τέρατ
    δπώετa
    534
    with cinders
    με την στάκτην
    κού τζιούσσa
    σώ πέλπελτα
    μέ χύ
    535
    but only
    μόνον
    μά
    τόκου
    πώ
    536
    when sets
    όταν να βασιλεύσει
    κàντου σεσκάπιτa
    κώκα τάζα ίτητ
    κούρ τà περaντόν
    537
    the sun (at sun-set).
    ο ήλιος.
    σοάρλε.
    σàντζετο.
    ντίελλη.
    538
    The branch
    Το κλωνάρι
    Τρέμμα
    Βέτκατα
    Τέκκα
    539
    of the rose
    του τριανταφύλλου
    ατρανταφύλλουη
    οτ τριαντάφυλοτ
    η τρανταφύλaσa
    540
    has thorns
    έχει αγκάθια
    άρρε σκίννη
    ίματ τàρνιεε
    κα γκεμπα
    541
    but puts forth
    μόνον ευγάζει
    μά σκοάτε
    τόκου ίζβαατ
    πώ νιζιέρ
    542
    beautiful fruit (flower)
    εύμορφον καρπόν
    μουσσάτου πόμμου
    χάρεν ρώτ
    μπούκουρ πέμμα
    543
    and smells well;
    και μυρίζει καλά.
    σσή ανουρζιάστε κήνε.
    ή μύρισατ χάρνω.
    εδέ μπήε έρρa μίρa.
    544

    Από το λινάρι
    Τέ λίννου
    Οτ λένοτ
    Πέ λλή
    545

    και από το κανάβι
    σσή τέ κά ιπa
    ή οτ κόνοποτ
    εδέ πέ κàρπητ
    546

    ευγαίνουν στουπιά
    έσου τζιούκη
    ιζλέκβαατ κάλιζηστα
    τάληνa στούππα
    547

    αμή απομένει
    μά αρaμάννε
    τόκου όστανητ
    πώ μπέτ
    548

    τό άλλο καθαρό
    αλάντε σπaστρίτa.
    τρούκατα τζίστα.
    σχιάτaρα εκιρούαρ.
    549
    (Thus) there are some
    Έτζη είναι μερικοί
    Ασσήτζε σούντου νaσκàντζη
    Τάκα σέ έτνη
    Αστιού ιάνα τζά
    550
    of bad race
    από κακήν γενεάν
    τέ ράω φàρa
    οτ κλώσσ φάρα
    πέ σaκaέκε φάρa
    551
    and these turn out
    και αυτοί ευγαίνουν
    σσή ατζέλλη έσου
    ή τόε ιζλέκβαετ
    εδέ ατά τάλληνa
    552
    clever;
    προκομένοι.
    προκοψίτζη.
    προκόψαννοι.
    τaπροκόψουρa
    553
    for this
    Διά ετούτο
    Τρà αΐστε
    Ζά τώα
    Πράν τάη
    554
    examine not
    να μη κοιτάζεις
    σέ νού πρέστη
    τά νέ κλέασσ
    τà μόσ βουστρώνσσ
    555
    the race,
    το γένος
    φάρα
    άρατα
    φάρaνα
    556
    but consider (take care)
    αμή να στοχασθείς
    μά σε τεμηντουέστη
    τόκου τά σεούμησσ
    πώ τaμιντόνεσσ
    557
    to place
    να βάλεις
    σέ μπάτζη
    τà κλάασσ
    τà βέσσ
    558
    a prudent man
    γνωστικόν άνθρωπον
    μιντιμέν όμμου
    ούμεν τζόεκ
    τaμέντζημ ννερή
    559
    in your house.
    εις το σπήτι σου.
    τρού κάσσα ατά.
    νά φτόετα κούκια
    μπά στριπή τέντε.
    560

    Η αρίδα
    Σφρέτινλε
    Σφαρτέλωτο
    Τρούελλι
    561

    τρυπάει
    σπριτούντε
    τούπητ
    σπών
    562

    τα σανήδια.
    σκàντουρλε.
    στήτζητε
    ταράσατ.
    563

    Και το κουρσσούμι
    Σσή φaντέκλου
    Ή κούρσσουμοτ
    Εδέ κορσσούμι
    564

    λαβώνει
    πλικουιάτε
    κώ ράνισατ
    πλιακώσ
    565

    το κορμί.
    τρούπλου.
    τρούποτ. Σνάγατα
    τρούπνa.
    566

    Και ο λόγος
    Σσή κριάηλου
    Ή σπόροτ
    Εδέ φχιάλια
    567

    ο αχαμνός
    ουρούτου
    λώσσιοτ
    ελίγκa
    568

    λυπεί
    νβιρίνa
    ούζαλβητ
    χελμών
    569

    τον άνθρωπον.
    όμλου.
    τζόεκοτ
    ννιερίνa.
    570

    Αμή εσύ
    Μά τύνε
    Τόκου τύ
    Πώ τύ
    571
    In order not suffer
    δια να μη πάθεις
    τρά σέ νού πάτζη
    ζά τά νέ πάτης
    κή τά μόσ πaσόνσσ
    572
    any thing,
    τίποτε.
    τζιβά.
    νίστω.
    γκικάφσσ.
    573
    and not to be enchanted (by spells)
    Και να μη βασκανθείς
    Σσή σενού λέη τεόκλλιου
    Ή τά νέ σεζέμασσ οτ οκ
    Εδε τaμόσ μέρεσσ πεσιού
    574
    fasten
    να κολλήσεις
    σέ αλικέστη
    τά ζάλεπησσ
    σά γκίτσσ
    575
    to the lintel
    εις το ανώφλι
    τρού πριάκλου τεσούπρa
    νά κόρνιοτ πριάκ
    μπά πριά τaσίπaρμη
    576
    and threshold
    και εις το κατώφλι
    σσή τρού πριάκλη τεκιόσου
    ή νά τόλνιωτ
    εδέ μπà τaπρaπόσμιτ πρέ
    577
    a branch
    από ένα κλωνάρι
    κάτε ούνa τρέμμα
    πώ έτνα βέτκα
    γκά ννή τένa
    578
    of bay
    από δάφνην
    τέ ταφήνa
    οτ τάφηνα
    πέ ταφήνε
    579
    and cedar
    και από κέδρον
    σσή τέ τζουνάπινε
    ή οτ σμρέκα
    εδέ πέ τελλήνε
    580
    and thus you drive away
    διά να διώξεις
    τρά σέ αγουνέστη
    ζά τά τέρασσ
    κή τà δπόνστ
    581
    all misfortunes.
    όλα τα κακά.
    τούτε ράλλε.
    σφήτε λώσσητε
    γκίθα τaκàκιατ.
    582

    Όταν να φτιάνεις
    Κàντου σέ ατάρη
    Κώκα τά νάπραησσ
    Κούρ τà ντaρτόσσ
    583

    φορέματα
    στραννέ
    ρούμπητε. Χάλιστατα
    ρώμπε
    584

    να προσέχεις
    σέ άη κaστίνa
    τά ίμασσ βούμε
    τà κκέσσ κουϊτέσσ
    585

    διά να τα κάμεις
    τρά σέ λεφάτζη
    ζά τά ή τζίνησσ
    κή τυμπàνσο
    586

    φαρδέα
    λάρτζη
    σσίρωκη
    τaγκέρα
    587

    και να μη είναι κοντά.
    σσή σέ νού χίπα σκούρτε
    ή τά νέ μπίταετ κούσση.
    εδέ τa μόσ τάνa σκούρτομα.
    588

    Ότι να κάμεις
    Κά σέ φάτζη
    Ότι τά τζίνησσ
    Σέ τà μπàνσσ
    589

    φαρδύ φόρεμα
    λάρκα στράννε
    σσίρωκα
    τaγέρa ρώμπα
    590

    βαστάει πολύν καιρόν.
    αραύτa μούλτε ζaμάνε
    τραητ μνόκου ζάμαν.
    ρων σούμμa ζαμάν.
    591

    Και να ράψεις
    σσή σέ κόσση
    Ή τά σίεσσ
    Εδέ τά κέπηνε
    592

    στενό καβάδι
    στρίμπτου κaπλaμà
    τέσνα σάϊα
    εγκούστα καπλαμà
    593

    ογλίγωρα σχίζεται.
    κουρούντου σεαρούπε.
    πάργω σεΐσκινβητ
    κa τa τζάσσ γκρίσε.
    594

    Και το μακρύ υποκάμισο
    Σσή λούγκα κμιάσσa
    Ή τάλκα κόσσουλια
    εδέ εγκέρα κaμίσσα
    595

    σε κάμνει
    τεφάτζε
    τετζίνητ
    τaμπàνν
    596

    να πεδουκλώνεσαι.
    σε τεγκιάτητζ.
    τά σεσώπιησσ
    τà πεγκόεσσ.
    597

    Μόνο να πασχίσεις
    Μά σε τζιλιχτισέστη
    Τόκου τα πέτζαλησσ
    Πω τaτζιαληστήσσ
    598

    διά να ενδυθείς
    τρά σέ τενβέστη
    ζά τά σεόπλετζησσ
    κή τà βίσεσσ
    599

    με ρούχα τιμημένα
    κού βέστε τυννισίτε
    σώ σφίτα τζέσνα
    μέ τζόχaρα ντέρουμα
    600

    και αν σχίζωνται
    σσή σέ αρούψιρε
    ή άκω σέ ισκίναετ
    εδέ ντa ουγκρίσιa
    601

    πουθενά
    ιουβά
    νέγτε
    γκιακούντ
    602

    να τα μπαλώνεις
    σε λεμπέτιτζη
    τά ή πρέκαρπησσ
    τή αρaνόσσ
    603

    μέ ράματα γερά.
    κού χίρε σa aτοάσε.
    σώ κόντζη στράβη
    μέ πέννια τaσaντόσσ.
    604
    The hail
    Το χαλάζι
    Κρàντιννια
    Κράτ
    Μπρέσσηρι
    605
    the hoar-frost
    η πάχνη
    μπρούμμα
    σλάνα
    μπρούμμα
    606
    where it falls
    οπού να πέσει
    ιουτζητώ σέ κάτa
    κάτε τά πάτνητ
    τέκ τà μπγιέρ
    607
    destroys the leaves
    χαλνάει τά φύλλα
    ασπάρτζε φρàντζιλλε
    ράσηπετ
    πρήσσ φλέτa
    608
    and the fruit,
    και τον καρπόν.
    σσή πόμλοου.
    ή ρώτοτ.
    εδέ πέμνa.
    609
    but the dew
    Αμή η δροσιά
    Μά ράωα
    τόκου ρώσα
    Πώ βέσσα
    610
    gives strength
    δίδει δύναμιν
    τà βaρτούτε
    τάβατ κούβετ
    έτ φουκκή
    611
    and enters into the root
    και εμβαίνει εις την ρίζαν
    σσή ίντρa τρού ρaτaτζήνa
    ή βλέζητ βώ κόρενοτ
    εδέ χίνν ντà ρàννετ
    612
    that it be not dried up.
    διά να μη ξηρανθεί.
    τρά σέ νού σεουσούκα.
    ζά τα νέ ίσιουσσην.
    κή τà θάετà.

  8. Δης on

    Έχουμε την πρώτη αναφορά στους Αρωμανικούς πληθυσμούς στα μέσα του 6ου αιώνα από τον Ιωάννη Λυδό

    » (Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας, Ι Λυδού) ο οποίος αναφέρει εκλατινισμένους πληθυσμούς Ελλήνων στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία και ιδίως στα όρη της Πίνδου και στις γύρω πεδιάδες :

    « Νόμος αρχαίος ήν, πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα δε και παρά ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν. ου παραβαθέντος, ως είρηται, τα της ελαττώσεως προύβαινε. τα δε περί την Ευρώπην πρατόμενα, πάντα την αρχαιότητα διεφύλαξεν εξ ανάγκης δια το τους αυτής οικήτορας, και περ Έλληνας εκ του πλείστου όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή, και μάλιστα τους δημοσιεύοντας..»

    ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ (ΒΛΑΧΩΝ Ή ΑΡΩΜΑΝΩΝ)
    http://vlahofonoi.blogspot.gr/2011/04/blog-post_17.html

    • Αλή Σουλιότι on

      Το παραπάνω κείμενο δεν αναφέρεται στους Αρωμούνους/Βλάχους. Οι Έλληνες επιμένουν να ομιλούν για γλωσσικό και πολιτισμικό εκλατινισμό Ελλήνων, από τους οποίους προέκυψαν οι Βλάχοι. Λοιπόν, ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490–565 μ.Χ.), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει «τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται» (δηλαδή «τότε οι Ρωμαίοι θα χάσουν την τύχη τους, όταν θα χάσουν την πατρώα γλώσσα τους»). Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές που στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μιλούσαν τα λατινικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) – λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε τον χρησμό: «συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή» (δηλαδή «Μαζί με τη γλώσσα των Ρωμαίων η εξουσία απέβαλε και την τύχη της»). (Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324–1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.)

      Ο εξελληνισμός επομένως της κρατικής και της διοικητικής εξουσίας (λόγω και της πλειονότητας των κατοίκων στη βαλκανική χερσόνησο και στη Μικρά Ασία που ήταν κυρίως Ελληνόφωνοι) ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΜΟΣ απασχολεί τον Λαυρέντιο Λυδό.

      Δεν αρνούμαστε ότι υπήρξαν πληθυσμοί που λατινοφώνησαν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτοί οι πληθυσμοί έγιναν Βλάχοι. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι όσοι έμαθαν τη λατινική γλώσσα επί της ρωμαϊκής εποχής, είναι οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων. Τον γλωσσικό εκλατινισμό ορισμένων Ελλήνων αποδέχεται ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu, ο οποίος γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου εκλατινίσθηκαν ή τουλάχιστον είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφομένη όσο και η ελληνική γλώσσα.» (Une enigme et un miracle historique: le people roumain, Bucarest 1942, 67)

      Ο ανθρωπολόγος Carleton Coon είπε: «Η σημερινή βλάχικη γλώσσα, ενώ βασικά λατινική, μοιράζεται με την αλβανική βασικές δομικές ιδιομορφίες, οι οποίες πρέπει να προέρχονται από τα θρακικά ή τα ιλλυρικά, και την ίδια στιγμή περιέχει ένανμεγάλο αριθμό από σλαβικές ρίζες.» (Carleton Stevens Coon, The Races of Europe, chapter-XII, section 16)

      Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα που εκμεταλλεύεται η ελληνική εθνικιστική νομενκλατούρα. Γλωσσικός εκλατινισμός έγινε για παράδειγμα σε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλίας, όπως επιβεβαιώνεται από λατινικό επιγραφικό υλικό της Πελασγιώτιδας και Περραιβίας. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του 2ου Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly γράφει: «Από τις επιγραφές προκύπτει ότι από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα: Σαλβία, Σεκούνδα, Μαρκος, Σεβήρος. Την ίδια εποχή πολλοί φέρουν ονόματα λατινικών γενών· δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα, που νικούν σε διαγωνισμούς επιγράμματος ή σε παραδοσιακά αγωνίσματα, που απελευθερώνουν δούλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κοινού…, φαίνεται ότι σταδιακά συγκροτήθηκε όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο μια κατηγορία Θεσσαλών βαθύτερα επηρεασμένη από τη λατινική γλώσσα. Αυτή η επίδραση θα έπρεπε ίσως να συσχετισθεί με την ύπαρξη αυτοκρατορικών κτήσεων στις Φέρες και ασφαλώς και στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Ολύμπου και της Πίνδου, στα σύνορα της επαρχίας. Εκεί ακριβώς βρέθηκαν οι περισσότερες λατινικές επιγραφές της Θεσσαλίας, οριοθετικές επιγραφές, μιλιάρια-επίσημα κείμενα βέβαια, το περιεχόμενο όμως των οποίων ήταν σημαντικό για την καθημερινή ζωή των κατοίκων.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 6, σελ. 183)

      Τί λέει η ελληνική προπαγάνδα; Λοιπόν, η περιοχή της Θεσσαλίας αλλά και της Φθιώτιδας αποκλήθηκε «Μεγάλη Βλαχία» όπως είδαμε. Άρα λένε οι Έλληνες, οι Βλάχοι είναι απόγονοι αυτών των Θεσσαλών που είχαν λατινοφωνήσει παλαιότερα, άρα οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Λοιπόν, ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)). Τον όρο ‘Μεγάλη Βλαχία’ για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

      Ποιοι είναι οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία όμως; Είναι αυτόχθονες; Από πού προέρχονται; Όπως εξήγησα και πριν, ο Νικήτας Χωνιάτης, Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός, είπε για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841)

      Οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία λοιπόν, είναι Μυσοί ή Δάκες, προέρχονται από τη Μυσία και τη Δακία, βορείως και νοτίως του Δούναβη.

      Τί άλλο λέει το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους; «…από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα… δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα…» κ.α. Οι Έλληνες λοιπόν της Θεσσαλίας που φέρνουν ελληνικά ονόματα, δεν κατάγονται από την Ιταλία όπως λέει το απόσπασμα. Άρα κατά τους Έλληνες εθνικιστές, οι Βλάχοι της Μεγάλης Βλαχίας (Θεσσαλίας) είναι αυτόχθονες. Το απόσπασμα αυτό όμως αναφέρεται στον 1ο αιώνα π.Χ., πριν την κάθοδο των Βλάχων από τις παραδουνάβιες περιοχές. Επιπλέον όπως είδαμε, ο Χωνιάτης και ο Γεώργιος Ακροπολίτης ονομάζουν την περιοχή αυτή ως ‘Μεγάλη Βλαχία’ μόλις τον 13ο αιώνα.

      Αυτοί οι Έλληνες που πήραν λατινικά ονόματα, δε σημαίνει ότι είναι οι πρόγονοι των Βλάχων. Ο μη Ρωμαίος ελάμβανε το όνομα του Ρωμαίου πολίτη που τον ελευθέρωνε. Όταν για παράδειγμα ο Μάρκος Αυρήλιος Καρακάλλας έδωσε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα/πολιτεία σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας, το όνομα «Μάρκος Αυρήλιος» έγινε το πιο συχνό λατινικό όνομα στην αυτοκρατορία.

      Ας θυμηθούμε κάτι ακόμα. Γλωσσικός εκλατινισμός ατόμων ή και πληθυσμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έγινε όπως είδαμε. Παρόλα αυτά, οι υποστηριχτές της αυτοχθονίας των Βλάχων, ξεχνάνε να πούνε ότι από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι σήμερα μεσολάβησε μία χιλιόχρονη (και περισσότερο) Βυζαντινή Αυτοκρατορία η οποία αν και αρχικά ήταν λατινόφωνη, στη συνέχεια έγινε Ελληνόφωνη. Εξελληνίστηκαν λοιπόν στη συνέχεια πληθυσμοί στο Βυζάντιο.

      Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του γράφει ότι ο πατέρας του Βασίλειος εκρωμάισε τα Σκλαβικά έθνη «γραικώνοντάς» τα, τιμώντας τα με το βάπτισμα και θέτοντας τα υπό αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο: «Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.» (Τακτικά, 18.95)

      Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα εξελληνισμού και όχι εκλατινισμού. Στην ‘Ιστορία’ του Μιχαήλ Ατταλειάτη διαβάζουμε: «Αφού κυρίευσαν και την ακρόπολη οι Ρωμαίοι, μεσιτεύοντας στα πράγματα ένας άνδρας ‘Ασσύριος’ μεν στο γένος, γέννημα της μεγάλης Αντιόχειας, άκρως δε εξασκημένος στην Ρωμαϊκή σοφία και παίδευση …». Τί λέει ο Ατταλειάτης λοιπόν; Μας αναφέρει για έναν άντρα Ασσύριο από την Αντιόχεια – προφανώς εννοεί συριακής καταγωγής και καταχρηστικά τον αποκαλεί Ασσύριο – ο οποίος όμως είχε εξασκηθεί στη ρωμαϊκή/βυζαντινή (δηλαδή ελληνόγλωσση) σοφία και παιδεία. Δηλαδή είχε εξελληνισθεί.

      Ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα και η κληρονομιά των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλών και διάφορων κοινωνικών και φυλετικών προελεύσεων. Τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του πνεύματος σε όλη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (τη λεγόμενη ‘Βυζαντινή’) και με την επικράτηση του χριστιανισμού, απέβησαν ο στύλος του εξελληνισμού στην αυτοκρατορία. Πολλοί υψηλοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, ακόμα και αυτοκράτορες, δεν ήταν ελληνικής καταγωγής, όμως η απαραίτητη προϋπόθεση της ανόδου τους ήταν η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική γλώσσα. Επομένως την ρωμαϊκή εποχή και τον εκλατινισμό ακολούθησε μία χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία και ο εξελληνισμός. H ρωμαϊκή παράδοση είχε αρχίσει από τον 7o κιόλας αιώνα να καταρρέει, λόγω των αραβικών κατακτήσεων και, γενικότερα, του σταδιακού περιορισμού της Αυτοκρατορίας σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ελληνόφωνοι, και να παραχωρεί πλέον τη θέση της στον Ελληνισμό και στην Εκκλησία, που θα συσπειρώσουν και θα ανασυγκροτήσουν όσα στοιχεία της Αυτοκρατορίας είχαν απομείνει.

      Γράφει χαρακτηριστικά ο H. G. Wells: «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν ανανέωση της παραδόσεως του Αλεξάνδρου…Το Ανατολικό κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικό, ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, αποτελούσε δε συνέχεια, αν και όχι εντελώς αγνή, της ελληνικής παραδόσεως…Tο κράτος αυτό ήταν ελληνικό και όχι λατινικό. Oι Ρωμαίοι είχον έλθει και είχον φύγει πάλιν» (Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σ. 636-637.)

      Τα πράγματα βεβαίως δεν ήταν έτσι ακριβώς όπως τα λέει ο Wells. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζαντινή ονομάστηκε από τους Ευρωπαίους πολύ αργότερα) δεν ήταν εθνικά ελληνική αλλά μόνο γλωσσικά. Πολλές φυλές και λαοί κατοικούσαν στην αυτοκρατορία, αλλά η πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση που υπέστησαν – μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης εκλησσίας όπως είπαμε – ήταν πολύ μεγάλη. Εξάλλου, η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ήταν από τον 7ο κιόλας αιώνα η ελληνική, ενώ η κυριαρχία της είχε αναγνωριστεί έναν αιώνα νωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός, στο προοίμιο μιας «Νεαράς», ομολογούσε ότι η ελληνική προτιμήθηκε έναντι της λατινικής ως περισσότερο κατανοητή από τους υπηκόους: «Και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι…», (Ιουστινιανού, Νεαραί, 52, 32-35)

      Να σημειωθεί ότι από το 397 μ.Χ. είχε ήδη επιτραπεί να εκδίδουν τα δικαστήρια αποφάσεις στα ελληνικά και από το 439 να συντάσσονται στα ελληνικά οι διαθήκες κ.α. (Κωνσταντίνου Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, 1939, σελ. 52.)

      Ο εξελληνισμός και η αφομοιωτική πορεία συνεχίστηκε για χρόνια, ακόμα και την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο πληθυσμός ήταν διαχωρισμένος στα λεγόμενα μιλλέτια, με βασικό διαχωριστικό κριτήριο τη θρησκεία:

      «Το κυρίαρχο μιλλέτι μέσα στην Αυτοκρατορία ήταν αποτελούμενο από τους μουσουλμάνους. Το επόμενο στη σημασία ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό ‘μιλλέτ-ι Ρουμ’ ή ‘ελληνικό’ μιλλέτ, όπως ήταν γνωστό. Υπήρχε επίσης ένα Αρμενικό, ένα Ιουδαϊκό, ένα Ρωμαιο-καθολικό, και ακόμα, τον 19ο αιώνα, ένα Προτεσταντικό μιλλέτι. Παρόλο που η αρχή του, το οικουμενικό πατριαρχείο, ήταν αναπόφευκτα ελληνικής προέλευσης, ο όρος ‘ελληνικό μιλλέτ’ ήταν ένα είδος ακυρολεξίας, επειδή συμπεριείχε, εκτός από τους Έλληνες, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, και σημαντικούς αραβικούς πληθυσμούς. Με την άνοδο του εθνικισμού τον 18ο και 19ο αιώνα, τα μη ελληνικά μέλη του ‘ελληνικού’ μιλλέτ άρχισαν όλο και περισσότερο να αντιδρούν στον ελληνικό ασφυκτικό κλοιό στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσω της οποίας διοικούνταν το μιλλέτ.» (Encyclopædia Britannica)

    • Αλή Σουλιότι on

      Οι Έλληνες επιμένουν να ομιλούν για γλωσσικό και πολιτισμικό εκλατινισμό Ελλήνων, από τους οποίους προέκυψαν οι Βλάχοι. Λοιπόν, ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490–565 μ.Χ.), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει «τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται» (δηλαδή «τότε οι Ρωμαίοι θα χάσουν την τύχη τους, όταν θα χάσουν την πατρώα γλώσσα τους»). Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές που στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μιλούσαν τα λατινικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) – λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε τον χρησμό: «συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή» (δηλαδή «Μαζί με τη γλώσσα των Ρωμαίων η εξουσία απέβαλε και την τύχη της»). (Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324–1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.)

      Ο εξελληνισμός επομένως της κρατικής και της διοικητικής εξουσίας (λόγω και της πλειονότητας των κατοίκων στη βαλκανική χερσόνησο και στη Μικρά Ασία που ήταν κυρίως Ελληνόφωνοι) ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΜΟΣ απασχολεί τον Λαυρέντιο Λυδό.

      Δεν αρνούμαστε ότι υπήρξαν πληθυσμοί που λατινοφώνησαν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτοί οι πληθυσμοί έγιναν Βλάχοι. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι όσοι έμαθαν τη λατινική γλώσσα επί της ρωμαϊκής εποχής, είναι οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων. Τον γλωσσικό εκλατινισμό ορισμένων Ελλήνων αποδέχεται ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu, ο οποίος γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου εκλατινίσθηκαν ή τουλάχιστον είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφομένη όσο και η ελληνική γλώσσα.» (Une enigme et un miracle historique: le people roumain, Bucarest 1942, 67)

      Ο ανθρωπολόγος Carleton Coon είπε: «Η σημερινή βλάχικη γλώσσα, ενώ βασικά λατινική, μοιράζεται με την αλβανική βασικές δομικές ιδιομορφίες, οι οποίες πρέπει να προέρχονται από τα θρακικά ή τα ιλλυρικά, και την ίδια στιγμή περιέχει ένανμεγάλο αριθμό από σλαβικές ρίζες.» (Carleton Stevens Coon, The Races of Europe, chapter-XII, section 16)

      Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα που εκμεταλλεύεται η ελληνική εθνικιστική νομενκλατούρα. Γλωσσικός εκλατινισμός έγινε για παράδειγμα σε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλίας, όπως επιβεβαιώνεται από λατινικό επιγραφικό υλικό της Πελασγιώτιδας και Περραιβίας. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του 2ου Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly γράφει:

      «Από τις επιγραφές προκύπτει ότι από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα: Σαλβία, Σεκούνδα, Μαρκος, Σεβήρος. Την ίδια εποχή πολλοί φέρουν ονόματα λατινικών γενών· δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα, που νικούν σε διαγωνισμούς επιγράμματος ή σε παραδοσιακά αγωνίσματα, που απελευθερώνουν δούλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κοινού…, φαίνεται ότι σταδιακά συγκροτήθηκε όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο μια κατηγορία Θεσσαλών βαθύτερα επηρεασμένη από τη λατινική γλώσσα. Αυτή η επίδραση θα έπρεπε ίσως να συσχετισθεί με την ύπαρξη αυτοκρατορικών κτήσεων στις Φέρες και ασφαλώς και στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Ολύμπου και της Πίνδου, στα σύνορα της επαρχίας. Εκεί ακριβώς βρέθηκαν οι περισσότερες λατινικές επιγραφές της Θεσσαλίας, οριοθετικές επιγραφές, μιλιάρια-επίσημα κείμενα βέβαια, το περιεχόμενο όμως των οποίων ήταν σημαντικό για την καθημερινή ζωή των κατοίκων.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 6, σελ. 183)

      Τί λέει η ελληνική προπαγάνδα; Λοιπόν, η περιοχή της Θεσσαλίας αλλά και της Φθιώτιδας αποκλήθηκε «Μεγάλη Βλαχία» όπως είδαμε. Άρα λένε οι Έλληνες, οι Βλάχοι είναι απόγονοι αυτών των Θεσσαλών που είχαν λατινοφωνήσει παλαιότερα, άρα οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Λοιπόν, ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)) Τον όρο ‘Μεγάλη Βλαχία’ για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

      Ποιοι είναι οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία όμως; Είναι αυτόχθονες; Από πού προέρχονται; Όπως εξήγησα και πριν, ο Νικήτας Χωνιάτης, Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός, είπε για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία.» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841)

      Οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία λοιπόν, είναι Μυσοί ή Δάκες, προέρχονται από τη Μυσία και τη Δακία, βορείως και νοτίως του Δούναβη.

      Τί άλλο λέει το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους; «…από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα… δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα…» κ.α. Οι Έλληνες λοιπόν της Θεσσαλίας που φέρνουν ελληνικά ονόματα, δεν κατάγονται από την Ιταλία όπως λέει το απόσπασμα. Άρα κατά τους Έλληνες εθνικιστές, οι Βλάχοι της Μεγάλης Βλαχίας (Θεσσαλίας) είναι αυτόχθονες. Το απόσπασμα αυτό όμως αναφέρεται στον 1ο αιώνα π.Χ., πριν την κάθοδο των Βλάχων από τις παραδουνάβιες περιοχές. Επιπλέον όπως είδαμε, ο Χωνιάτης και ο Γεώργιος Ακροπολίτης ονομάζουν την περιοχή αυτή ως ‘Μεγάλη Βλαχία’ μόλις τον 13ο αιώνα. Αυτοί οι Έλληνες που πήραν λατινικά ονόματα, δε σημαίνει ότι είναι οι πρόγονοι των Βλάχων. Ο μη Ρωμαίος ελάμβανε το όνομα του Ρωμαίου πολίτη που τον ελευθέρωνε. Όταν για παράδειγμα ο Μάρκος Αυρήλιος Καρακάλλας έδωσε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα/πολιτεία σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας, το όνομα «Μάρκος Αυρήλιος» έγινε το πιο συχνό λατινικό όνομα στην αυτοκρατορία.

      Ας θυμηθούμε κάτι ακόμα. Γλωσσικός εκλατινισμός ατόμων ή και πληθυσμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έγινε όπως είδαμε. Παρόλα αυτά, οι υποστηριχτές της αυτοχθονίας των Βλάχων, ξεχνάνε να πούνε ότι από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι σήμερα μεσολάβησε μία χιλιόχρονη (και περισσότερο) Βυζαντινή Αυτοκρατορία η οποία αν και αρχικά ήταν λατινόφωνη, στη συνέχεια έγινε Ελληνόφωνη. Εξελληνίστηκαν λοιπόν στη συνέχεια πληθυσμοί στο Βυζάντιο.

      Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του γράφει ότι ο πατέρας του Βασίλειος εκρωμάισε τα Σκλαβικά έθνη «γραικώνοντάς» τα, τιμώντας τα με το βάπτισμα και θέτοντας τα υπό αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο: «Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.» (Τακτικά, 18.95)

      Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα εξελληνισμού και όχι εκλατινισμού. Στην ‘Ιστορία’ του Μιχαήλ Ατταλειάτη διαβάζουμε: «Αφού κυρίευσαν και την ακρόπολη οι Ρωμαίοι, μεσιτεύοντας στα πράγματα ένας άνδρας ‘Ασσύριος’ μεν στο γένος, γέννημα της μεγάλης Αντιόχειας, άκρως δε εξασκημένος στην Ρωμαϊκή σοφία και παίδευση …». Τί λέει ο Ατταλειάτης λοιπόν; Μας αναφέρει για έναν άντρα Ασσύριο από την Αντιόχεια – προφανώς εννοεί συριακής καταγωγής και καταχρηστικά τον αποκαλεί Ασσύριο – ο οποίος όμως είχε εξασκηθεί στη ρωμαϊκή/βυζαντινή (δηλαδή ελληνόγλωσση) σοφία και παιδεία. Δηλαδή είχε εξελληνισθεί.

      Ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα και η κληρονομιά των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλών και διάφορων κοινωνικών και φυλετικών προελεύσεων. Τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του πνεύματος σε όλη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (τη λεγόμενη ‘Βυζαντινή’) και με την επικράτηση του χριστιανισμού, απέβησαν ο στύλος του εξελληνισμού στην αυτοκρατορία. Πολλοί υψηλοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, ακόμα και αυτοκράτορες, δεν ήταν ελληνικής καταγωγής, όμως η απαραίτητη προϋπόθεση της ανόδου τους ήταν η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική γλώσσα. Επομένως την ρωμαϊκή εποχή και τον εκλατινισμό ακολούθησε μία χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία και ο εξελληνισμός. H ρωμαϊκή παράδοση είχε αρχίσει από τον 7o κιόλας αιώνα να καταρρέει, λόγω των αραβικών κατακτήσεων και, γενικότερα, του σταδιακού περιορισμού της Αυτοκρατορίας σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ελληνόφωνοι, και να παραχωρεί πλέον τη θέση της στον Ελληνισμό και στην Εκκλησία, που θα συσπειρώσουν και θα ανασυγκροτήσουν όσα στοιχεία της Αυτοκρατορίας είχαν απομείνει.

      Γράφει χαρακτηριστικά ο H. G. Wells: «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν ανανέωση της παραδόσεως του Αλεξάνδρου…Το Ανατολικό κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικό, ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, αποτελούσε δε συνέχεια, αν και όχι εντελώς αγνή, της ελληνικής παραδόσεως…Tο κράτος αυτό ήταν ελληνικό και όχι λατινικό. Oι Ρωμαίοι είχον έλθει και είχον φύγει πάλιν.» (Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σ. 636-637.)

      Τα πράγματα βεβαίως δεν ήταν έτσι ακριβώς όπως τα λέει ο Wells. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζαντινή ονομάστηκε από τους Ευρωπαίους πολύ αργότερα) δεν ήταν εθνικά ελληνική αλλά μόνο γλωσσικά. Πολλές φυλές και λαοί κατοικούσαν στην αυτοκρατορία, αλλά η πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση που υπέστησαν – μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης εκλησσίας όπως είπαμε – ήταν πολύ μεγάλη. Εξάλλου, η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ήταν από τον 7ο κιόλας αιώνα η ελληνική, ενώ η κυριαρχία της είχε αναγνωριστεί έναν αιώνα νωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός, στο προοίμιο μιας «Νεαράς», ομολογούσε ότι η ελληνική προτιμήθηκε έναντι της λατινικής ως περισσότερο κατανοητή από τους υπηκόους: «Και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι…», (Ιουστινιανού, Νεαραί, 52, 32-35)

      Να σημειωθεί ότι από το 397 μ.Χ. είχε ήδη επιτραπεί να εκδίδουν τα δικαστήρια αποφάσεις στα ελληνικά και από το 439 να συντάσσονται στα ελληνικά οι διαθήκες κ.α. (Κωνσταντίνου Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, 1939, σελ. 52.)

      Ο εξελληνισμός και η αφομοιωτική πορεία συνεχίστηκε για χρόνια, ακόμα και την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο πληθυσμός ήταν διαχωρισμένος στα λεγόμενα μιλλέτια, με βασικό διαχωριστικό κριτήριο τη θρησκεία:

      «Το κυρίαρχο μιλλέτι μέσα στην Αυτοκρατορία ήταν αποτελούμενο από τους μουσουλμάνους. Το επόμενο στη σημασία ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό ‘μιλλέτ-ι Ρουμ’ ή ‘ελληνικό’ μιλλέτ, όπως ήταν γνωστό. Υπήρχε επίσης ένα Αρμενικό, ένα Ιουδαϊκό, ένα Ρωμαιο-καθολικό, και ακόμα, τον 19ο αιώνα, ένα Προτεσταντικό μιλλέτι. Παρόλο που η αρχή του, το οικουμενικό πατριαρχείο, ήταν αναπόφευκτα ελληνικής προέλευσης, ο όρος ‘ελληνικό μιλλέτ’ ήταν ένα είδος ακυρολεξίας, επειδή συμπεριείχε, εκτός από τους Έλληνες, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, και σημαντικούς αραβικούς πληθυσμούς. Με την άνοδο του εθνικισμού τον 18ο και 19ο αιώνα, τα μη ελληνικά μέλη του ‘ελληνικού’ μιλλέτ άρχισαν όλο και περισσότερο να αντιδρούν στον ελληνικό ασφυκτικό κλοιό στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσω της οποίας διοικούνταν το μιλλέτ.» (Encyclopædia Britannica)

    • Αλή Σουλιότι on

      Ο Ιωάννης Λυδός δεν αναφέρεται σε Αρωμούνους/Βλάχους. Οι Έλληνες επιμένουν να ομιλούν για γλωσσικό και πολιτισμικό εκλατινισμό Ελλήνων, από τους οποίους προέκυψαν οι Βλάχοι. Λοιπόν, ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490–565 μ.Χ.), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει «τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται» (δηλαδή «τότε οι Ρωμαίοι θα χάσουν την τύχη τους, όταν θα χάσουν την πατρώα γλώσσα τους»). Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές που στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μιλούσαν τα λατινικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) – λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε τον χρησμό: «συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή» (δηλαδή «Μαζί με τη γλώσσα των Ρωμαίων η εξουσία απέβαλε και την τύχη της»). (Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324–1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.)

      Ο εξελληνισμός επομένως της κρατικής και της διοικητικής εξουσίας (λόγω και της πλειονότητας των κατοίκων στη βαλκανική χερσόνησο και στη Μικρά Ασία που ήταν κυρίως Ελληνόφωνοι) ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΜΟΣ απασχολεί τον Λαυρέντιο Λυδό.

      Δεν αρνούμαστε ότι υπήρξαν πληθυσμοί που λατινοφώνησαν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτοί οι πληθυσμοί έγιναν Βλάχοι. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι όσοι έμαθαν τη λατινική γλώσσα επί της ρωμαϊκής εποχής, είναι οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων. Τον γλωσσικό εκλατινισμό ορισμένων Ελλήνων αποδέχεται ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu, ο οποίος γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου εκλατινίσθηκαν ή τουλάχιστον είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφομένη όσο και η ελληνική γλώσσα.» (Une enigme et un miracle historique: le people roumain, Bucarest 1942, 67)

      Ο ανθρωπολόγος Carleton Coon είπε: «Η σημερινή βλάχικη γλώσσα, ενώ βασικά λατινική, μοιράζεται με την αλβανική βασικές δομικές ιδιομορφίες, οι οποίες πρέπει να προέρχονται από τα θρακικά ή τα ιλλυρικά, και την ίδια στιγμή περιέχει ένανμεγάλο αριθμό από σλαβικές ρίζες.» (Carleton Stevens Coon, The Races of Europe, chapter-XII, section 16)

      Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα που εκμεταλλεύεται η ελληνική εθνικιστική νομενκλατούρα. Γλωσσικός εκλατινισμός έγινε για παράδειγμα σε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλίας, όπως επιβεβαιώνεται από λατινικό επιγραφικό υλικό της Πελασγιώτιδας και Περραιβίας. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του 2ου Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly γράφει:

      «Από τις επιγραφές προκύπτει ότι από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα: Σαλβία, Σεκούνδα, Μαρκος, Σεβήρος. Την ίδια εποχή πολλοί φέρουν ονόματα λατινικών γενών· δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα, που νικούν σε διαγωνισμούς επιγράμματος ή σε παραδοσιακά αγωνίσματα, που απελευθερώνουν δούλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κοινού…, φαίνεται ότι σταδιακά συγκροτήθηκε όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο μια κατηγορία Θεσσαλών βαθύτερα επηρεασμένη από τη λατινική γλώσσα. Αυτή η επίδραση θα έπρεπε ίσως να συσχετισθεί με την ύπαρξη αυτοκρατορικών κτήσεων στις Φέρες και ασφαλώς και στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Ολύμπου και της Πίνδου, στα σύνορα της επαρχίας. Εκεί ακριβώς βρέθηκαν οι περισσότερες λατινικές επιγραφές της Θεσσαλίας, οριοθετικές επιγραφές, μιλιάρια-επίσημα κείμενα βέβαια, το περιεχόμενο όμως των οποίων ήταν σημαντικό για την καθημερινή ζωή των κατοίκων.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 6, σελ. 183)

      Τί λέει η ελληνική προπαγάνδα; Λοιπόν, η περιοχή της Θεσσαλίας αλλά και της Φθιώτιδας αποκλήθηκε «Μεγάλη Βλαχία» όπως είδαμε. Άρα λένε οι Έλληνες, οι Βλάχοι είναι απόγονοι αυτών των Θεσσαλών που είχαν λατινοφωνήσει παλαιότερα, άρα οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Λοιπόν, ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)) Τον όρο ‘Μεγάλη Βλαχία’ για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

      Ποιοι είναι οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία όμως; Είναι αυτόχθονες; Από πού προέρχονται; Όπως εξήγησα και πριν, ο Νικήτας Χωνιάτης, Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός, είπε για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία.» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841)

      Οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία λοιπόν, είναι Μυσοί ή Δάκες, προέρχονται από τη Μυσία και τη Δακία, βορείως και νοτίως του Δούναβη.

      Τί άλλο λέει το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους; «…από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα… δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα…» κ.α.

      Οι Έλληνες λοιπόν της Θεσσαλίας που φέρνουν ελληνικά ονόματα, δεν κατάγονται από την Ιταλία όπως λέει το απόσπασμα. Άρα κατά τους Έλληνες εθνικιστές, οι Βλάχοι της Μεγάλης Βλαχίας (Θεσσαλίας) είναι αυτόχθονες. Το απόσπασμα αυτό όμως αναφέρεται στον 1ο αιώνα π.Χ., πριν την κάθοδο των Βλάχων από τις παραδουνάβιες περιοχές. Επιπλέον όπως είδαμε, ο Χωνιάτης και ο Γεώργιος Ακροπολίτης ονομάζουν την περιοχή αυτή ως ‘Μεγάλη Βλαχία’ μόλις τον 13ο αιώνα. Αυτοί οι Έλληνες που πήραν λατινικά ονόματα, δε σημαίνει ότι είναι οι πρόγονοι των Βλάχων. Ο μη Ρωμαίος ελάμβανε το όνομα του Ρωμαίου πολίτη που τον ελευθέρωνε. Όταν για παράδειγμα ο Μάρκος Αυρήλιος Καρακάλλας έδωσε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα/πολιτεία σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας, το όνομα «Μάρκος Αυρήλιος» έγινε το πιο συχνό λατινικό όνομα στην αυτοκρατορία.

      Ας θυμηθούμε κάτι ακόμα. Γλωσσικός εκλατινισμός ατόμων ή και πληθυσμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έγινε όπως είδαμε. Παρόλα αυτά, οι υποστηριχτές της αυτοχθονίας των Βλάχων, ξεχνάνε να πούνε ότι από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι σήμερα μεσολάβησε μία χιλιόχρονη (και περισσότερο) Βυζαντινή Αυτοκρατορία η οποία αν και αρχικά ήταν λατινόφωνη, στη συνέχεια έγινε Ελληνόφωνη. Εξελληνίστηκαν λοιπόν στη συνέχεια πληθυσμοί στο Βυζάντιο.

      Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του γράφει ότι ο πατέρας του Βασίλειος εκρωμάισε τα Σκλαβικά έθνη «γραικώνοντάς» τα, τιμώντας τα με το βάπτισμα και θέτοντας τα υπό αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο: «Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.» (Τακτικά, 18.95)

      Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα εξελληνισμού και όχι εκλατινισμού. Στην ‘Ιστορία’ του Μιχαήλ Ατταλειάτη διαβάζουμε: «Αφού κυρίευσαν και την ακρόπολη οι Ρωμαίοι, μεσιτεύοντας στα πράγματα ένας άνδρας ‘Ασσύριος’ μεν στο γένος, γέννημα της μεγάλης Αντιόχειας, άκρως δε εξασκημένος στην Ρωμαϊκή σοφία και παίδευση …». Τί λέει ο Ατταλειάτης λοιπόν; Μας αναφέρει για έναν άντρα Ασσύριο από την Αντιόχεια – προφανώς εννοεί συριακής καταγωγής και καταχρηστικά τον αποκαλεί Ασσύριο – ο οποίος όμως είχε εξασκηθεί στη ρωμαϊκή/βυζαντινή (δηλαδή ελληνόγλωσση) σοφία και παιδεία. Δηλαδή είχε εξελληνισθεί.

      Ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα και η κληρονομιά των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλών και διάφορων κοινωνικών και φυλετικών προελεύσεων. Τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του πνεύματος σε όλη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (τη λεγόμενη ‘Βυζαντινή’) και με την επικράτηση του χριστιανισμού, απέβησαν ο στύλος του εξελληνισμού στην αυτοκρατορία. Πολλοί υψηλοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, ακόμα και αυτοκράτορες, δεν ήταν ελληνικής καταγωγής, όμως η απαραίτητη προϋπόθεση της ανόδου τους ήταν η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική γλώσσα. Επομένως την ρωμαϊκή εποχή και τον εκλατινισμό ακολούθησε μία χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία και ο εξελληνισμός. H ρωμαϊκή παράδοση είχε αρχίσει από τον 7o κιόλας αιώνα να καταρρέει, λόγω των αραβικών κατακτήσεων και, γενικότερα, του σταδιακού περιορισμού της Αυτοκρατορίας σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ελληνόφωνοι, και να παραχωρεί πλέον τη θέση της στον Ελληνισμό και στην Εκκλησία, που θα συσπειρώσουν και θα ανασυγκροτήσουν όσα στοιχεία της Αυτοκρατορίας είχαν απομείνει.

      Γράφει χαρακτηριστικά ο H. G. Wells: «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν ανανέωση της παραδόσεως του Αλεξάνδρου…Το Ανατολικό κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικό, ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, αποτελούσε δε συνέχεια, αν και όχι εντελώς αγνή, της ελληνικής παραδόσεως…Tο κράτος αυτό ήταν ελληνικό και όχι λατινικό. Oι Ρωμαίοι είχον έλθει και είχον φύγει πάλιν.» (Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σ. 636-637.)

      Τα πράγματα βεβαίως δεν ήταν έτσι ακριβώς όπως τα λέει ο Wells. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζαντινή ονομάστηκε από τους Ευρωπαίους πολύ αργότερα) δεν ήταν εθνικά ελληνική αλλά μόνο γλωσσικά. Πολλές φυλές και λαοί κατοικούσαν στην αυτοκρατορία, αλλά η πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση που υπέστησαν – μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης εκλησσίας όπως είπαμε – ήταν πολύ μεγάλη. Εξάλλου, η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ήταν από τον 7ο κιόλας αιώνα η ελληνική, ενώ η κυριαρχία της είχε αναγνωριστεί έναν αιώνα νωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός, στο προοίμιο μιας «Νεαράς», ομολογούσε ότι η ελληνική προτιμήθηκε έναντι της λατινικής ως περισσότερο κατανοητή από τους υπηκόους: «Και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι…», (Ιουστινιανού, Νεαραί, 52, 32-35)

      Να σημειωθεί ότι από το 397 μ.Χ. είχε ήδη επιτραπεί να εκδίδουν τα δικαστήρια αποφάσεις στα ελληνικά και από το 439 να συντάσσονται στα ελληνικά οι διαθήκες κ.α. (Κωνσταντίνου Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, 1939, σελ. 52.)

      Ο εξελληνισμός και η αφομοιωτική πορεία συνεχίστηκε για χρόνια, ακόμα και την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο πληθυσμός ήταν διαχωρισμένος στα λεγόμενα μιλλέτια, με βασικό διαχωριστικό κριτήριο τη θρησκεία:

      «Το κυρίαρχο μιλλέτι μέσα στην Αυτοκρατορία ήταν αποτελούμενο από τους μουσουλμάνους. Το επόμενο στη σημασία ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό ‘μιλλέτ-ι Ρουμ’ ή ‘ελληνικό’ μιλλέτ, όπως ήταν γνωστό. Υπήρχε επίσης ένα Αρμενικό, ένα Ιουδαϊκό, ένα Ρωμαιο-καθολικό, και ακόμα, τον 19ο αιώνα, ένα Προτεσταντικό μιλλέτι. Παρόλο που η αρχή του, το οικουμενικό πατριαρχείο, ήταν αναπόφευκτα ελληνικής προέλευσης, ο όρος ‘ελληνικό μιλλέτ’ ήταν ένα είδος ακυρολεξίας, επειδή συμπεριείχε, εκτός από τους Έλληνες, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, και σημαντικούς αραβικούς πληθυσμούς. Με την άνοδο του εθνικισμού τον 18ο και 19ο αιώνα, τα μη ελληνικά μέλη του ‘ελληνικού’ μιλλέτ άρχισαν όλο και περισσότερο να αντιδρούν στον ελληνικό ασφυκτικό κλοιό στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσω της οποίας διοικούνταν το μιλλέτ.» (Encyclopædia Britannica)

  9. bk on

    Poly kalo kai katatopistiko keimeno.
    Oso gia to Vlaxiko zhthma den prepei na agnohthoun ta ekseis:

    1) Diadikh Zappa

    2) Eisxorhsh Vatikanou se Valkania (to thema borei na epektathei kai stis prospathies twn Italikwn kataxikwn stratevmatvn to idrythei to Vlaxiko Prigipato sthn Pindo.. Sto opoio kai oi Gemanoi htan andithetei

    3) H prospathia idryseis Tourkikhs Dhmokratias thn Makedonias (metaksh Valkanikwn kai a’PP polemwn) otan navagei me thn apoxorisei twn Pomakwn.

    4) Oi teleftees Balkanikes dienekseis 1991 – 1995, opou h Bosnia stirizete apo HPA se varos ton Servwn, xwris na provlithoun ta adikhmata twn UZTAZI

    bk

  10. […] Έλληνες στη FYROM του Βλάση Αγτζίδη […]

  11. […] Έλληνες στη FYROM του Βλάση Αγτζίδη […]

  12. Οχριδα

    Ιδρύθηκε την εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός. Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τηΒόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού. Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή. Το όνομα Οχρίδα εμφανίζεται από το 10οαιώνα. Η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βουλγαρικού βασιλείου και έδρα της Αρχιεπισκοπής.

    Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα, όπως λέγεται σήμερα, είναι ένα μεγάλο ελληνικό κέντρο. Κάποιες μαρτυρίες που αναδημοσιεύουμε από τον «Άτλαντα της ελληνικής διασποράς» είναι χαρακτηριστικές. Ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει “ακρόπολη του ελληνισμού” ενώ ο Ρώσος Victor Grigorovitch, γράφει το 1844: «Δεν κατέστη δυνατόν δι’ εμέ να συναντήσω ούτε έναν στην Αχρίδα, ο οποίος θα ηδύνατο να εννοεί την μεγάλην Σλαβικήν γραφήν. Αντιθέτως, πολλοί ήσαν εξασκημένοι στην ανάγνωση ελληνικών βιβλίων, από αρχαία χειρόγραφα».

    Οι μαρτυρίες περιηγητών δίνουν το πραγματικό στίγμα της πόλη: Ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους, ομολογεί ότι “η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία”. Ο Γάλλος συγγραφέας Victor Berard, μας πληροφορεί: «Το 1850, οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πολύ πλούσιοι. Είχαν εις χείρας των ένα μέγα εμπόριον γουναρικών… Τα βαρύτιμα γουναρικά των Τούρκων, ως επίσης και τα γουναρικά των γυναικών των Χριστιανών και των Εβραίων, σχεδόν όλα προήρχοντο από την Αχρίδα… Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι ιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες στην ψυχή. Οι νέοι μετέβαιναν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ουδείς ωμίλει την βουλγαρικήν».

    Σύμφωνα με ελληνικές στατιστικές του 1913, στην πόλη κατοικούσαν 2.800 Έλληνες, 2.500 Βούλγαροι και 6.500 μουσουλμάνοι και Εβραίοι. Από το έτος αυτό θα αρχίσει η συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας.

    Filolaos_Picheon
    Φιλόλαος Πηχεών
    Από την Οχρίδα κατάγεται ο Φιλόλαος Πηχεών (1873-1947), Μακεδονομάχος κι έδρασε στην περιοχή του Μοριχόβου ως υπαρχηγός του φίλου και συναδέλφου του Βασιλείου Παπά (ψευδώνυμο καπετάν Βρόντας), ο οποίος είχε την γενική αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή του Μοριχόβου με το ψευδώνυμο, καπετάν Λαύρας. Έλαβε μέρος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του στην απελευθέρωση της Καστοριάς.

    Anastasios-Picheon
    Αναστάσιος Πηχιών
    Ακόμη ένας Μακεδονομάχος που κατάγεται από την Οχρίδα είναι ο Αναστάσιος Πηχιών (1836 – 1913). Γεννήθηκε στην Αχρίδα της Πελαγονίας την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από γονείς Βλάχους καταγόμενους από την περιοχή της Μοσχόπολης. Τις εγκύκλιες σπουδές του τις έκανε στην Αχρίδα και το Μοναστήρι. Είχε την τύχη να έχει δάσκαλο τον Μαργαρίτη Δήμιτσα, στο ιδιωτικό σχολείο του οποίου, στο Μοναστήρι, δίδαξε επί ένα χρονικό διάστημα και βοήθησε τον δάσκαλό του στην συγγραφή των διαφόρων μελετών του. Ο Δήμιτσας τον προέτρεψε να μεταβεί, το 1856, στην Αθήνα, να τελειώσει εκεί το Γυμνάσιο και να εγγραφεί στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1859 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να καλύπτει τα έξοδα των σπουδών του αντέγραφε διάφορα έγγραφα και συγγράμματα και από το δεύτερο χρόνο των σπουδών του έλαβε υποτροφία από το Βελλίειο κληροδότημα. Συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις κινητοποιήσεις των φοιτητών, τόσο για το Μακεδονικό ζήτημα όσο και τις αντικαθεστωτικές κατά της βασιλείας του Ὀθωνα. Για τη δράση του αυτή, μετά τη στάση της φρουράς του Ναυπλίου το 1862, συνελήφθηκε με τον αδελφό του Πέτρο και κλείστηκε στις φυλακές Γαρμπολά. Μετά την αποφυλάκισή τους οι αδελφοί Πηχιών απεφάσισαν να μεταβούν στην Αχρίδα γιατί παρακολουθούνταν στενά από την Αστυνομία. Εκεί πληροφορήθηκε ο Αναστάσης ότι το Πανεπιστήμιο θα έμενε κλειστό για ένα χρόνο, λόγω της πολιτειακής αναταραχής και ως εκ τούτου δεν θα είχε τα έσοδα του Βελλιείου κληροδοτήματος. Έτσι έληξε η πανεπιστημιακή μόρφωσή του. Το 1863 δέχθηκε τη θέση του ελληνοδιδασκάλου στην Κλεισούρα όπου δίδαξε για δύο χρόνια. Από εκεί αρχίζει και η εθνική του δράση. Ανέτρεψε τα προπαγανδιστικά σχέδια και τις ενέργειες των πρακτόρων της Ρουμανικής προπαγάνδας, οι οποίοι με αρχηγό τον Απόστολο Μαργαρίτη δρούσαν στην περιοχή. Οι ρουμανίζοντες όμως Κλεισουριώτες επεκράτησαν των ελληνοφρόνων και έτσι μετά την διετή θητεία του στη Κλεισούρα δεν ανανέωσαν την σύμβαση του. Το 1865 υπέγραψε σύμβαση με την κοινότητα της Καστοριάς και διορίσθηκε ελληνοδιδάσκαλος στο Ελληνικό σχολείο. Στην Καστοριά υπηρέτησε ως δάσκαλος μέχρι το 1875 και τα επόμενα δύο χρόνια, 1876-1878 υπηρέτησε στη Κοζάνη ως διευθυντής του εκεί ημιγυμνασίου. Το 1878 αναδιορίσθηκε στη διδασκαλική του θέση στη Καστοριά. Το 1867 νυμφεύθηκε την Καστοριανή Αικατερίνη Κωνσταντίνου Παπάζογλου και με τον γάμο του αυτό συνδέθηκε στενά με πολλές καστοριανές οικογένειες. Με τη σύζυγό του απέκτησαν οκτώ παιδιά, πέντε κόρες και τρεις γυιούς. Στη Καστοριά εργάστηκε σκληρά για την αντιμετώπιση των πρώτων βουλγαρικών ενεργειών στην επαρχία, οι οποίες άρχισαν στην περιοχή της Καστοριάς και ιδιαίτερα στα Κορέστια από το 1860. Όταν το 1872 ιδρύθηκε στη Καστοριά ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Καστοριάς αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του στην πρόοδο και επίτευξη των σκοπών του Συλλόγου. Όταν το 1878, με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας ξεσηκώθηκαν οι Ἕλληνες της Μακεδονίας και πραγματοποίησαν έντονες διαμαρτυρίες προς τις μεγάλες Δυνάμεις. Ο Αναστάσης Πηχιών από τη Κοζάνη όπου βρίσκονταν την περίοδο εκείνη, κινητοποίησε, με εντολή του προξένου Μοναστηρίου, τους συνεργάτες του στην Καστοριά και βορειοτέρα και συγκέντρωσαν υπογραφές διαμαρτυρίας. Ταυτόχρονα με τον Κοζανίτη προύχοντα Ιωάννη Γκοβεδάρο και τον αρχηγό των επαναστατών της Δυτικής Μακεδονίας Ιωσήφ Λιάτη, κηρύσσουν την επανάσταση στη Δυτική Μακεδονία, στο όρος Μπούρινο, και σχηματίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση της Επαρχίας Ελιμείας. Το 1867 ιδρύει την μυστική οργάνωση ¨ Νέα Φιλική Εταιρεία¨ μαζί με τους Νικόλαο Φιλιππίδη από το Μοναστήρι, τον Ιωάννη Αργυροπουλο από τη Κλεισούρα και τον Θωμά Πασχίδη από την Ἤπειρο. Το 1882 παραιτήθηκε από την διδασκαλική του θέση και αφιερώθηκε αποκλειστικά στο εθνικό του έργο. Ἦταν εκπρόσωπος του Συλλόγου, ειδικός γραμματέας του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Καστοριάς και του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, στενός συνεργάτης ( πράκτορας ) του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου και της μυστικής Επιτροπής Καστοριάς. Ήταν συντονιστής της δραστηριότητας των ελληνικών ανταρτικών ομάδων της Δυτικής Μακεδονίας, και με δικές του ενέργειες ενισχύονταν και υποστηρίζονταν, από τους τοπικούς εθνικούς παράγοντες, και είχαν εθνοπρεπή και εθνοφελή δράση οι ανταρτικές ομάδες των οπλαρχηγών Αθανασίου Μπρούφα και Καραναούμη. Είχε οργανώσει ολόκληρο δίκτυο μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών από την ελεύθερη Ελλάδα και είχε εργαστήριο κατασκευής φυσιγγίων στην Καστοριά. Για την όλη εθνική του δράση η Ελληνική Κυβέρνηση τον παρασημοφόρησε με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος. Είχε πάρει ήδη την Ελληνική υπηκοότητα από τα φοιτητικά του χρόνια. Η εθνική του δράση δεν διέλαθε της προσοχής των τουρκικών αρχών, σε αυτό δε βεβαίως βοήθησαν πολύ και οι πράκτορες της Ρουμανικής προπαγάνδας Απόστολος Μαργαρίτης και ο ηγούμενος της μονής των Λαζαριστών στο Μοναστήρι, Φαβεριάλ. Τον Ιανουάριο του 1887 οι τουρκικές αρχές έκαμαν έρευνα στο σπίτι του Πηχιών, βρήκαν ορισμένα ενοχοποιητικά έγγραφα και τον συνέλαβαν. Τον μετέφεραν στις φυλακές του Μοναστηρίου όπου παρέμεινε έγκλειστος τρία χρόνια. Ταυτόχρονα συνελήφθηκαν και μεταφέρθηκαν στις φυλακές του Μοναστηρίου και πολλοί άλλοι Έλληνες πρόκριτοι από όλο το χώρο της Δυτικής Μακεδονίας. Στη δίκη του Πηχιώνα, που επακολούθησε δαπιστώθηκε ότι οι Ἕλληνες των περιοχών της Κλεισούρας, Χρούπιστας, Νέβεσκας, Βλάστης, Καστοριάς, Φλώρινας, Μοναστηρίου, Μεγάροβου, Αχρίδας, Κορυτσάς και όλου του Δυτικομακεδονικού χώρου είχαν δημιουργήσει μία μυστική επαναστατική οργάνωση η οποία βρίσκονταν σε στενές επαφές με το προξενείο του Μοναστηρίου και τον Σύλλογο. Αποκαλύφθηκε επίσης , στη δίκη, ότι τον σημαντικότερο ρόλο στη μυστική αυτή οργάνωση είχε ο Αναστάσης Πηχιών. Το στρατοδικείο του Μοναστηρίου τον καταδίκασε σε πενταετή κάθειρξη σε φρούριο, να εκτίσει δε την ποινή του στο φρούριο της Πτολεμαϊδος της Συρίας. Μεταφέρθηκε στο εκεί φρούριο με τη συνοδεία ενός Τούρκου λοχία τον Ιούνιο του 1890 και παρέμεινε εκεί έγκλειστος μέχρι τον Σεπτέμβριο του αυτού έτους. Κατόρθωσε να δραπετεύσει, με μυθιστορηματικό τρόπο, από το φρούριο και τη Συρία και έφθασε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1890. Στην Αθήνα αντιμετώπισε την αδιαφορία της Ελληνικής κυβερνήσεως και των ιθυνόντων οι οποίοι όλο του υπόσχοντο ότι θα τον διορίσουν κάπου για να έχει τα προς το ζειν. Το 1892 παρουσιάσθηκε θέση παιδονόμου στη Ριζάρειο Σχολή την οποία και κατέλαβε, κατόπι από ενέργειες φίλων του. Στη Ριζάρειο Σχολή υπηρέτησε από τον Φεβροάριο του 1892 μέχρι τον Ιούλιο του 1908, όποτε και συνταξιοδοτήθηκε. Τον αυτό μήνα, Ιούλιο του 1908, εξερράγη η επανάσταση των Νεοτούρκων και μετά την επικράτησή της δόθηκε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς καταδίκους. Ἔτσι μπόρεσε να επανέλθει στην Καστοριά, πλησίον της οικογένειάς του, γιατί ως τότε εθεωρείτο φυγόδικος. Στην Καστοριά επανήλθε την 20η Οκτωβρίου του 1908 και έζησε εκεί μέχρι την 24η Μαρτίου του 1913. Πέθανε ευχαριστημένος γιατί είδε τους κόπους, τους αγώνες και τις θυσίες του εκπληρωμένες. Αξιώθηκε με την ύψιστη τιμή να ιδεί την Ελληνική σημαία να ανυψώνεται στην κορυφή του λόφου της Καστοριάς από τον πρωτότοκο γυιό του Φιλόλαο, ανθυπίλαρχο του Ελληνικού στρατού, οπλαρχηγό του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος προτιμήθηκε από τον διοικητή της ταξιαρχίας του ιππικού, που κατέλαβε την Καστοριά, να είναι αυτός ο πρώτος Ἕλληνας αξιωματικός, ως Καστοριανός, για να μπει και να διακηρύξει την απελευθέρωση της γενέτειρας πόλης του και όλης της Μακεδονίας, Η ταφή του Αναστάση Πηχιών στην Καστοριά ήταν πάνδημος. Του απεδώθηκαν στρατιωτικές τιμές από τον Εθνικό Στρατό, που βρίσκονταν στην Καστοριά, και το φέρετρό του σκέπαζε η τιμημένη και δοξασμένη, από τις πρόσφατες νίκες Ελληνική Σημαία. (πηγή βιογραφικού από τον εγγονό του Α. Πηχιών)

    Mihail_Potlis
    Μιχαήλ Ποτλής
    Από την Οχρίδα κατάγεται επίσης και ο Μιχαήλ Ποτλής (1810-1863) που γεννήθηκε στη Βιέννη και σπούδασε νομικά. Οι γονείς του ήταν Μακεδόνες από την Οχρίδα. Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και εισήλθε στον δικαστικό κλάδο. Στη συνέχεια διορίστηκε πρώτος καθηγητής εκκλησιαστικού δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών. Διετέλεσε Βουλευτής του Πανεπιστημίου στην βουλευτική περίοδο του 1860. Στην θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι και το 1863, έτος το οποίο εγκατέλειψε την Ελλάδα λόγω της έξωσης του βασιλιά Όθωνα.

    Επίσης ο Μαργαρίτης Δήμιτσας (Αχρίδα, 1829 – Αθήνα, 1903) ήταν Έλληνας εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Στα 1851 με πρωτοβουλία του δημιουργείται στο Μοναστήρι ιδιωτικό σχολείο.[1] Διετέλεσε σχολάρχης στο ελληνικό σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδος του και το 1868 προσκλήθηκε και ανέλαβε το έργο της διεύθυνσης της ελληνικής σχολής στη Θεσσαλονίκη, που εκείνη την περίοδο είχε αναβαθμιστεί σε γυμνάσιο και είχε καταστεί το ανώτατο ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στη Μακεδονία. Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ίδρυσε εκπαιδευτήριο και δίδαξε γεωγραφία στο Αρσάκειο. Σύζυγός του ήταν η Μαρία Δούκα.

    http://diasporic.org/mnimes/archives/ochrida

  13. Αλή Σουλιότι on

    Δεν αναφέρετε όλες τις πηγές. Θέλετε να αυξήσετε τον πληθυσμό των Ελλήνων της Οχρίδας.

    Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο. Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. (V. Berard, σ.152-157)

    Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις. (V. Berard, σ.152-157)

    Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας- με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα – έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)

  14. Αλή Σουλιότι on

    Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα; Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης! Ζουν Έλληνες στη χώρα αυτή, αλλά όχι τόσοι πολλοί ώστε να σχηματίζουν μία ευμεγέθη μειονότητα.

  15. Κατάδεσμος της Πέλλας
    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

    Ο κατάδεσμος της Πέλλας: καθ. Radcliffe G. Edmonds III, Bryn Mawr College

    Ο κατάδεσμος της Πέλλας είναι μια κατάρα (αρά) ή μαγική επωδός γραμμένη σε φύλλο μολύβδου και χρονολογείται στον 4ο ή 3ο αιώνα Π.Κ.Ε.. Βρέθηκε στην Πέλλα το 1986 και δημοσιεύτηκε στο Hellenic Dialectology Journal το 1993.

    Περιγραφή και ιστορική τοποθέτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
    Είναι ερωτική μαγική επωδός από μια γυναίκα, πιθανώς ονόματι Δαγίνα, της οποίας ο εραστής Διονυσοφών επρόκειτο να νυμφευθεί την Θετίμα («εκείνη που τιμά τους θεούς». Στην Αττική διάλεκτο το όνομά της θα έπρεπε να είναι Θεοτίμη. Επικαλείται τον «Μάκρωνα και τους δαίμονες» (παρκαττίθεμαι μάκρωνι και τοις δαίμοσι, [Αττικ. παρακατατίθεμαι) να μεταστρέψουν τον Διονυσοφώντα (το φως του Διονύσου) να παντρευτεί εκείνην αντί της Θετίμας, και ποτέ να μην παντρευτεί άλλη γυναίκα εκτός αν η ίδια ξετυλίξει τον κατάδεσμο.

    Η γλώσσα αναγνωρίζεται ως Βορειοδυτική Ελληνική ή Δωρική Ελληνική και το χαμηλό κοινωνικό status της συγγραφέως, όπως φαίνεται από το λεξιλόγιό της και την πίστη της στη μαγεία, υπονοεί ότι μια διακριτή μορφή της Δωρικής ομιλείτο στην Πέλλα στην εποχή που γράφτηκε η πινακίδα. Οι Brixhe και Panayotou (1994:209) τη θεωρούν Μακεδονικής προέλευσης, αλλά υποδεικνύουν ότι ο πληθυσμός της Πέλλας δεν ήταν ομογενώς αυτόχθων και προτιμούν να αναμένουν την ανακάλυψη ενός δεύτερου ευρήματος πριν προβούν σε οριστικές δηλώσεις.

    Ακόμη και πριν την ανακάλυψη του κατάδεσμου της Πέλλας το 1986 έχει καταγραφεί ότι η Δωρική Ελληνική ομιλείτο πιθανώς στην προελληνιστική Μακεδονία ως δεύτερη διάλεκτος.[1]

    Η πινακίδα χρονολογήθηκε από τους αρχικούς ερευνητές της στα μέσα του 4ου αι. Π.Κ.Ε. ή ενωρίτερον (γράμματα, συλλαβισμός). Την χρονολόγηση αμφισβητεί ο καθ. Έντμοντς του Bryn Mawr College, που αντιπροτείνει τον 3ο αιώνα Π.Κ.Ε.

    Στην άποψη περί 4ου αι. συγκατατίθεται το Κλασικό Λεξικό της Οξφόρδης, στο οποίο ο καθ. Ολιβιέ Μασσόν (Olivier Masson_ γράφει: «Αντίθετα από προγενέστερες απόψεις που θεωρούσαν την Μακεδονική Αιολική διάκετο (O.Hoffmann) θα πρέπει να σκεφτούμε πλέον ότι υφίσταται σχέση με τη Βορειοδυτική Ελληνική (Λοκρική, Αιτωλική, Φωκιδική, Ηπειρωτική). Τούτη η άποψη υποστηρίζεται από μια πρόσφατη ανακάλυψη ενός κατάδεσμου του 4ου αι. Π.Κ.Ε. στην Πέλλα, που θα μπορούσε να είναι το πρώτο μαρτυρημένο ‘Μακεδονικό’ κείμενο (δημοσίευση E. Voutyras, βλ. Bulletin Epigraphique in Rev. Et. Grec. 1994, no.413). Το κείμενο περιλαμβάνει το επίρρημα οπόκα, το οποίο δεν είναι θεσσαλικό.» (OCD, 1996, pp 905, 906).

    Της ίδιας άποψης[2] είναι ο Τζέιμς Λ. Ο’Νιλ (James L. O’Neil του πανεπιστήμιου του Σίδνεϊ). Στην παρουσίαση της επιγραφής το 2005 στο Συνέδριο της Αυστραλασιατικής Εταιρείας Κλασσικών Σπουδών, με τίτλο «Δωρικές Μορφές σε Μακεδονικές Επιγραφές» (abstract) γράφει: «Ένας κατάδεσμος του 4ου Π.Κ.Ε. αι. από την Πέλλα υποδεικνύει τύπους καθαρά Δωρικούς, αλλά σε μια διαφορετική μορφή της Δωρικής από όλες τις δυτικές διαλέκτους των περιοχών που συνόρευαν με τη Μακεδονία. Άλλες τρεις, πολύ σύντομες, επιγραφές του 4ου αι. είναι αναμφίβολα Δωρικές. Δείχνουν ότι ομιλείτο στην Μακεδονία μια δωρική διάλεκτος, από τους δυτικούς τύπους των ελληνικών ονομάτων που βρέθηκαν στην Μακεδονία. Ωστόσο, μεταγενέστερες μακεδονικές επιγραφές είναι γραμμένες στην Κοινή, στην οποία αποφεύγονται τόσο οι δωρικοί τύποι όσο και η μακεδονική προφορά των συμφώνων. Η αυτόχθων μακεδονική διάλεκτος φαίνεται πως έγινε ακατάλληλη για γραπτά κείμενα.»

    Κείμενο και μετάφραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
    1. [ΘΕΤΙ]ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΑΜΟΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΤΑΝ ΑΛΛΑΝ ΠΑΣΑΝ ΓΥ 1. Για τον γάμο της [Θετί]μας και του Διονυσοφώντα γράφω την κατάρα, και για όλες τις άλλες γυ-
    2. [ΝΑΙΚ]ΩΝ ΚΑΙ ΧΗΡΑΝ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΔΕ ΘΕΤΙΜΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΚΑΤΤΙΘΕΜΑΙ ΜΑΚΡΩΝΙ ΚΑΙ 2. [ναίκ]ες, χήρες και παρθένες, άλλα για την Θετίμα περισσότερο, και αναθέτω στον Μάκρωνα και
    3. [ΤΟΙΣ] ΔΑΙΜΟΣΙ ΚΑΙ ΟΠΟΚΑ ΕΓΟ ΤΑΥΤΑ ΔΙΕΛΕΞΑΙΜΙ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΟΙΗΝ ΠΑΛLΙΝ ΑΝΟΡΟΞΑΣΑ 3. [τους] δαίμονες ότι μόνον όταν ξεθάψω και ξετυλίξω και ξαναδιαβάσω
    4. [ΤΟΚΑ] ΓΑΜΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΑ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΔΕ ΜΗ ΜΗ ΓΑΡ ΛΑΒΟΙ ΑΛΛΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΛΛ Η ΕΜΕ 4. [τότε] να παντρευτούν τον Διονυσοφώντα και όχι πριν και είθε να μην παντρευτεί άλλη γυναίκα, παρά μόνον εμένα
    5. [ΕΜΕ Δ]Ε ΣΥΝΚΑΤΑΓΗΡΑΣΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΙ ΚΑΙ ΜΗΔΕΜΙΑΝ ΑΛΛΑΝ ΙΚΕΤΙΣ ΥΜΩΝ ΓΙΝΟ 5. και είθε να γεράσω με τον Διονυσοφώντα και κανέναν άλλο. Ικέτιδά σου είμαι:
    6. [ΜΑΙ ΦΙΛ]ΑΝ ΟΙΚΤΙΡΕΤΕ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΦΙΛ[Ο]Ι ΔΑΓΙΝΑΓΑΡΙΜΕ ΦΙΛΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΡΗΜΑ ΑΛΛΑ 6. δείξτε ευσπλαχνία στην [ευνοούμενή] σας, αγαπημένοι δαίμονες, την Δαγίνα (;), γιατί με εγκατέλειψαν όλοι οι αγαπημένοι μου
    7. [….]Α ΦΥΛΑΣΣΕΤΕ ΕΜΙΝ Ο[Π]ΩΣ ΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΑ[Υ]ΤΑ ΚΑΙ ΚΑΚΑ ΚΑΚΩΣ ΘΕΤΙΜΑ ΑΠΟΛΗΤΑΙ 7. παρακαλώ φυλάξτε με αυτά να μη συμβούν και με τρόπο κακό να χαθεί η Θετίμα
    8. [….]ΑΛ[-].ΥΝΜ .. ΕΣΠΛΗΝ ΕΜΟΣ ΕΜΕ ΔΕ [Ε]Υ[Δ]ΑΙΜΟΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΑΝ ΓΕΝΕΣΤΑΙ 8. και σε μένα δώστε ευδαιμονία και μακαριότητα.

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%82

    —————————————————

    Ηλικίας 2.400 ετών
    Κατάρες σε ανταγωνιστές εξαπολύει ταβερνιάρης σε αρχαία πινάκια
    Κατάρες σε ανταγωνιστές εξαπολύει ταβερνιάρης σε αρχαία πινάκια
    Πινάκιο με χαραγμένη κατάρα (πηγή φωτογραφίας: Τζέσικα Λαμόντ)

    4
    22
    Αθήνα
    Κατάρες κατά ιδιοκτητών ταβερνών βρίσκονται χαραγμένες σε αρχαία πινάκια -ηλικίας 2.400 ετών- που βρέθηκαν σε τάφο γυναίκας στον Πειραιά.

    Επιστήμονες εκτιμούν ότι οι κατάρες ίσως να είναι έργο ανταγωνιστή ταβερνιάρη.

    Σε τέσσερα από τα πέντε πινάκια που βρέθηκαν ήταν χαραγμένες κατάρες που επικαλούνταν τα ονόματα θεοτήτων του Κάτω Κόσμου και τους ζητούσαν να κάνουν κακό σε τέσσερα ζευγάρια ιδιοκτητών ταβέρνας της εποχής.

    Το πέμπτο πινάκιο -σύμφωνα με την ιστοσελίδα Live Science- ήταν κενό. Πιθανότατα, η κατάρα λεγόταν προφορικά πάνω από το πινάκιο.

    Και τα πέντε πινάκια βρίσκονταν μέσα στον τάφο της γυναίκας. Πιθανότατα, έτσι θεωρούσαν όσοι τα τοποθέτησαν εκεί ότι οι κατάρες θα βρουν το δρόμο τους προς τις χθόνιες θεότητες που θα έκαναν πραγματικότητα τις κατάρες.

    Μία από τις κατάρες αναφέρει: «Εξαπολύστε το μίσος σας κατά της Φαναγόρας, του Δημήτριου και της ταβέρνας τους και της περιουσίας τους και των υπαρχόντων τους. Θα δέσω τον εχθρό μου το Δημήτριο και τη Φαναγόρα με αίμα και στάχτες, μαζί με όλους τους νεκρούς».

    «Εγώ θα σε δέσω Δημήτριε με τέτοιο δέσιμο, όσο γίνεται πιο δυνατό, και θα σου βάλω έναν κυνωτό στη γλώσσα σου». Κυριολεκτικά, η λέξη κυνωτός σημαίνει «το αυτί του σκύλου» που χρησιμοποιείτο για να δηλώσει τη χειρότερη ζαριά.

    Σύμφωνα με την Τζέσικα Λαμόντ, υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου John Hopkins στη Βαλτιμόρη, η χρήση της λέξης «κυνωτός» αφήνει να εννοηθεί ότι οι τοπικές ταβέρνες χρησιμοποιούνταν και ως χώροι που συγκεντρώνονταν οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας για να παίξουν τυχερά παιχνίδια.

    Η περιοχή που βρέθηκε ο τάφος βρίσκεται βορειοανατολικά του Πειραιά. Οι ανασκαφές είχαν πραγματοποιηθεί το 2003. Τα πινάκια βρίσκονται στο Μουσείο Πειραιά.

    Η Λαμόντ ισχυρίζεται ότι είναι πιθανό τις κατάρες να τις έγραψε ένας… ειδικός, καθώς είναι πολύ καλογραμμένες, ενώ σημειώνει ότι ίσως να παρείχε και άλλες υπηρεσίες, όπως ξόρκια.

    http://news.in.gr/culture/article/?aid=1500069810

  16. 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 1903: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΕΙΜΕΝΗΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ!

    Ο πρώτος νεκρός του Μακεδονικού Αγώνα ήταν ο Γεώργιος Σεϊμένης, 22 χρόνων, από την Ανώπολη Σφακίων, τον οποίο συνέλαβαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες και αφού τον κατακρεούργησαν, το έκαψαν στην Κλεισούρα, στις 23 Ιουλίου 1903, ενώ ο αδελφός του Γιάννης Σεϊμένης σκοτώθηκε στο Μοναστήρι (27 Μαρτίου 1906), προσπαθώντας να δραπετεύσει από τις φυλακές.

    Αξίζει να αναφέρουμε και δύο πράκτορες που τελικά επέζησαν. Ο Μιχαήλ Φρατζεσκάκης από το Βάμο Χανίων, με το ψευδώνυμο Μανώλης Καφετζόπουλος, που υπηρέτησε και ως διευθυντής της Δημοτικής Σχολής Μπελκαμένης (Δροσοπηγής) και ως επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων Πρεσπών. Στις ενέργειές του αργότερα ως διαπρεπούς δικηγόρου οφείλεται η ένταξη των Κρητικών Βρακοφόρων στην Προεδρική Φρουρά.

    Και, τέλος, ο Δημήτρης Λαμπράκης, επίσης από το Βάμο Χανίων, που προσέφερε εξαιρετικές εθνικές υπηρεσίες ως πράκτορας, στο Κομιτάτο του Μακεδονικού Αγώνα. Πρόκειται για τον μετέπειτα ιδρυτή και εκδότη των εφημερίδων «Βήμα»(1922), «Τα Νέα»,κ.ά. Και οι δύο φυλακίστηκαν από τους Τούρκους στο Μοναστήρι.

    Το πρώτο ελληνικό αντάρτικο σώμα που μπήκε στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία αποτελούσαν οι: Γεώργιος Πέρρος, Ευθύμιος Καούδης, Γεώργιος Δικώνυμος- Μακρής , Λαμπρινός Βρανάς, Γεώργιος Σεϊμένης, Γεώργιος Ζουρίδης, Γεώργιος Στρατινάκης, Ευστράτιος Μπονάτος, Μανούσος Κατουνάτος, και Νικόλαος Λουκάκης.

    Πηγή: panmacedonian.info http://e-mesara.gr/index.php/2015-02-25-08-38-01/11732-23-1903

  17. β.Α., on

    Απίθανος Βούλγαρος καθηγητής ξετινάζει τους Σκοπιανούς
    26/08/2013 02:25 | Κατηγορίες: Featured,Εξωτερική Πολιτική Αποστολή με email Αποστολή με email |
    Print Friendly Print Get a PDF version of this webpage PDF

    Σε συνέντευξή του στο κανάλι των Σκοπίων ο Βούλγαρος καθηγητής ιστορίας, Μπότζινταρ Ντιμίτροφ- Божидар Димитров, απάντησε σε ορισμένες ενδιαφέρουσες ερωτήσεις του νοτιοσλάβου -των Σκοπίων- δημοσιογράφου Μάριαν Νικολόφσκι.

    Του ενδιαφέροντος ιστοχώρου «http://www.echedoros-a.gr»

    Διανθίζουμε μερικές από αυτές, όπως τις παρουσιάζει το βουλγαρικό πρακτορείο Φόκους:

    Ερώτηση: Κάθε δημόσια εμφάνισή σας σχετικά με τα Σκόπια προκαλεί σάλο. Γιατί προκαλείτε το ‘μακεδονικό έθνος’;

    Димитров: Ποτέ δεν αποκάλεσα ‘μακεδονικό έθνος’, ούτε σε πολιτικούς, ούτε σε «ιστορικούς» και σε δημοσιογράφους. Είναι διασκεδαστικό να αντικρούω αυτές της ανοησίες.

    Ερώτηση: Πως μπορείτε να καθορίσετε το «μακεδονικό έθνος» και τον «μακεδονικό λαό»;

    Димитров: Η απόφαση της Κομιντέρν το 1934 αναφέρει ότι βουλγαρικός λαός ζούσε στο βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και συνέχιζε να ζει στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία μετά το 1944. Η ιδέα του ‘Μακεδονισμού’ ήταν του Σέρβου πολιτικού Στ. Νοβάκοβιτς από το 1889 που κυνικά έγραψε: «Κάθε προσπάθεια των Βουλγάρων της Μακεδονίας να ενωθούν με τη Βουλγαρία έχει αποτύχει. Έτσι, αφήστε τους να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα άλλο έθνος εκτός της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Έτσι θα αποκοπούν από το βουλγαρικό έθνος και θα δημιουργήσουν ένα άλλο, μικρότερο και αδύναμο, εύκολο στην υποδούλωση».

    Ερώτηση: Υπάρχουν Σκοπιανοί στη Βουλγαρία;

    Димитров: Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή περίπου 5.000 άτομα.

    Ερώτηση: Τι φοβάται η Βουλγαρία για να την αναγνωρίσει ως μειονότητα;

    Димитров: Ποιος ηλίθιος σας είπε ότι η Βουλγαρία δεν την αναγνωρίζει ως μειονότητα;

    Ερώτηση: Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Βούλγαρος, Έλληνας ή Σλάβος-‘Μακεδόνας’;

    Димитров: Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατία. Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο πατέρας του, ο Φίλιππος της Μακεδονίας, παρουσιάζονται στις δημόσιες εμφανίσεις τους ως Έλληνες. Η πολιτική τους φιλοδοξία ήταν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ελληνικό κράτος. Κανείς Κόπανος* δεν μπορεί μετά από 2.400 χρόνια να τους δώσει άλλη ταυτότητα. Η αλλαγή της εθνικής ταυτότητας των νεκρών, όπως του βασιλιά Σαμουήλ ή του Γκότσε Ντέλτσεφ είναι ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα του μακεδονισμού, αφού οι άνθρωποι είναι νεκροί και δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Στον πολιτισμένο κόσμο αυτή η πρακτική ονομάζεται Λεηλασία. Στους στρατούς όλου του κόσμου η Λεηλασία τιμωρείται με θάνατο.

    Ερώτηση: Ο τσάρος Σαμουήλ ήταν Βούλγαρος;

    Димитров: Εκείνη την εποχή οι Βούλγαροι είχαν έναν ισχυρό άνδρα που ονομάζονταν «Σαμουήλ», έτσι γράφει σερβικό χειρόγραφο του 12ου αιώνα. Σε βυζαντινά, αραβικά, αρμενικά και λατινικά χειρόγραφα για την εποχή του Σαμούλ αναγράφεται ως Σαμουήλ τσάρος-βασιλιάς της Βουλγαρίας που διαχειρίζεται το βασίλειο της Βουλγαρίας. Στην μακεδονική πόλη Μοναστήρι, σε αρχαιολογικές ανασκαφές βρέθηκε μια επιγραφή που γράφει «στον τσάρο Ιβάν Βλαντισλάβ αυτοκράτορα των Βουλγάρων που έκτισε το φρούριο στη Μπίτολα για να σώσει τις ζωές των Βουλγάρων» [ η επιγραφή:„Аз цар Иван Владислав самодържец (цар) Български, българин родом … построих крепостта Битоля за спасение на живота на българите”].

    Ο Ιβάν Βλαντισλάβ ήταν ανεψιός του Σαμουήλ. Εγώ προσφέρω ένα εκατομμύριο σε όποιον βρει αρχαίο κείμενο που να γράφει ο Σαμουήλ ήταν Σλάβος-«Μακεδόνας».

    * τη λέξη тъпанар εκτός από κόπανος οι Βούλγαροι τη χρησιμοποιούν και ως βλάκας ή μαλάκας

    http://www.defence-point.gr/news/?p=82785

  18. Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας

    Aρθρο του Γεώργιου Τσότσου στο περιοδικό NEMECIS (2001)

    Τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται γνωστό στην ελληνική κοινή γνώμη, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, ότι στο νότιο τμήμα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (FYROM) υπάρχει ελληνική μειονότητα. Η μειονότητα αυτή στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν πλειονότητα σε μιά εδαφική λωρίδα βόρεια των ελληνικών συνόρων, στην περιοχή που περιλαμβάνει την Αχρίδα, το Μοναστήρι, την Γευγελή και την Στρώμνιτσα, με όρια προς Βορράν το Κρούσοβο και τον Πρίλαπο (τουρκ. Περλεπέ, σλαβ. Πρίλεπ).

    Εκεί ακριβώς βρίσκονται και τα όρια της ιστορικής και γεωγραφικής Μακεδονίας [1], διότι γεωγραφική Μακεδονία, ως όρος ανεξάρτητος και διάφορος από την ιστορική, δεν υφίσταται. Την διαφοροποίηση των όρων «γεωγραφική» και «ιστορική» Μακεδονία επέβαλαν οι Βούλγαροι εθνικιστές μετά το βουλγαρικό εκκλησιαστικό σχίσμα του 1870, θεωρώντας ως γεωγραφική Μακεδονία το σύνολο των εδαφών που μέχρι το 1912 ανήκαν στα βιλαέτια Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης καθώς και στο νότιο τμήμα του βιλαετίου Κοσόβου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τρόπο ώστε η δική τους Μακεδονία να συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατό μεγαλύτερες εκτάσεις στο εσωτερικό της Βαλκανικής Χερσονήσου, οι οποίες κατοικούντο από Σλάβους, για να αποδείξουν έτσι την υπεροχή του σλαβικού (κατ’ αυτούς βουλγαρικού) πληθυσμού, έναντι του ελληνικού στο σύνολο του μακεδονικού χώρου. Έτσι οι Βούλγαροι έβαλαν την Μακεδονία στην κλίνη του Προκρούστη, προεκτείνοντας τα όριά της βόρεια των Σκοπίων για να εξυπηρετήσουν τις επιδιώξεις τους και προετοίμασαν το έδαφος για την επινόηση από τον Τίτο του «μακεδονικού» έθνους το 1944.
    Η περιοχή του Μοναστηρίου είναι γνωστή, από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι και σήμερα, με το όνομα Πελαγονία. Κατά την αρχαία (κλασική) εποχή περιλάμβανε τις επαρχίες Πελαγονίας (σημ. περιοχή Πριλάπου – Μοριχόβου), Λυγκηστίδας (σημ. περιοχή Μοναστηρίου – Φλώρινας) και Δερριόπου ή Δευριοπίας (σημ. περιοχή Κρουσόβου) του μακεδονικού βασιλείου [2].

    Από την περιοχή αυτή της Βόρειας Μακεδονίας, που σήμερα αποτελεί τμήμα της ΠΓΔΜ, κατάγονταν οι στρατηγοί του Μ. Αλεξάνδρου Λεοννάτος, Πείθων (σατράπης της Μηδίας) και Εύδαμος (διοικητής της Ινδίας) [3], ενώ σημαντικότερη πόλη ήταν η Ηράκλεια της Λυγκηστίδας, τα ερείπια της οποίας σώζονται νότια του Μοναστηρίου.

    Οι βλαχόφωνοι της Πελαγονίας

    Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα οι χριστιανοί της Πελαγονίας διακρίνονταν σε δύο γλωσσικές ομάδες: τους σλαβόφωνους, οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοκτηνοτρόφοι και τους βλαχόφωνους που προέρχονταν από την περιοχή της Μοσχόπολης της Βορείου Ηπείρου, απ’ όπου είχαν μεταναστεύσει μαζικά κατά τον 18ο αιώνα, εξαιτίας των αλβανικών καταπιέσεων [4].
    Η παιδεία, η εκκλησία και η κουλτούρα στην βόρεια αυτή μακεδονική ζώνη ήταν σε ελληνικά χέρια και η εθνική συνείδηση, όταν υπήρχε, ήταν ελληνική. Στο σύνολό τους οι χριστιανοί κάτοικοι είχαν το βλέμμα στραμμένο προς τον ελληνισμό και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ειδικότερα, οι βλαχόφωνοι είχαν παρουσιάσει σημαντική οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, ασκώντας τις τέχνες, τις επιστήμες και το εμπόριο και διατηρώντας σημαντικούς εμπορικούς οίκους στην Κεντρική Ευρώπη αλλά και στα άλλα κέντρα δράσης του ελληνισμού στην Μεσόγειο (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια κ.α.) [5].
    Η δημιουργία βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην Πελαγονία, όπως και γενικότερα στον χώρο της Μακεδονίας, άρχισε με ρωσική πρωτοβουλία και οργάνωση, από το 1846 [6] και εντάθηκε μετά το 1870, οπότε η βουλγαρική Εκκλησία (Εξαρχία) αποσπάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
    Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διχάστηκε: άλλοι παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και στην ελληνική ιδέα και άλλοι θεώρησαν εαυτούς Βουλγάρους και προσχώρησαν στην Εξαρχία.
    Οι βλαχόφωνοι, όμως, παρέμειναν στο σύνολό τους φανατικοί Έλληνες, παρά την ύπαρξη και δράση ισχυρής ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία συνεπικουρούμενη από τον ρωσοκίνητο βουλγαρικό εθνικισμό και το οθωμανικό κράτος, προσπαθούσε να προσεταιρισθεί τους Βλάχους του Μοναστηρίου, του Κρουσόβου και της Αχρίδας [7].
    Την προσήλωση των Βλάχων της Πελαγονίας στον ελληνισμό επισημαίνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Krste Bitoski, ο οποίος αναφέρει ότι:
    «Αυτοί οι Βλάχοι, κατά πλειοψηφία φανατικοί Γκραικομάνοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου ήταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα σε ελληνικά χέρια…».[8]
    Παρόμοια είναι και η μαρτυρία του Γάλλου δημοσιογράφου Michel Paillares, ο οποίος περιηγήθηκε την Μακεδονία το 1904:
    «Στο Μοναστήρι, ρουμανικό κέντρο δράσης, όλοι οι Κουτσόβλαχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μιά μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους…». [9]

    H κηδεία του Θεόδωρου Μόδη στο Μοναστήρι της Πελαγονίας το 1903

    Η εποχή του Μακεδονικού Αγώνα

    Ισχυρή παρουσία είχε ο βλαχόφωνος ελληνισμός, εκτός από το Μοναστήρι, στις πόλεις Σκόπια, Βελεσσά, Αχρίδα, στην κωμόπολη Κρούσοβο και στα χωριά του βουνού Περιστέρι (δυτικά του Μοναστηρίου), Μεγάροβο, Τύρνοβο, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μπούκοβο, Μηλόβιστα κ.ά.
    Οι σλαβόφωνοι κάτοικοι που παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και διατήρησαν ελληνική εθνική συνείδηση βρίσκονταν κατά μήκος των ελληνικών συνόρων στις περιοχές Μοναστηρίου Γευγελής και Στρώμνιτσας. Εναντίον αυτών των σλαβοφώνων στράφηκε κυρίως η βουλγαρική προπαγάνδα και στρατιωτική δράση κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1908), η οποία τους ονόμασε «Γκραικομάνους», δηλαδή μανιακούς Έλληνες. Ιδιαίτερα σθεναρή ήταν η στάση των χωρικών της περιοχής Μοριχόβου, ορεινής περιοχής βόρεια του βουνού Βόρας (Καϊμακτσαλάν). Παρ’ όλο που οι Μοριχοβίτες ήταν αποκλειστικά σλαβόφωνοι, προτίμησαν να υποστούν μύρια όσα δεινά από τις βουλγαρικές συμμορίες κομιτατζήδων, παρά να απαρνηθούν τον ελληνισμό.
    Στο Μορίχοβο έδρασαν κατά την διάρκεια της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γ. Κονδύλης, ο δημοσιογράφος Δ. Λαμπράκης και πολλοί Κρητικοί οπλαρχηγοί [10].

    Η μακροχρόνια, συστηματική, μεθοδική και οργανωμένη δράση της βουλγαρικής προπαγάνδας, καθώς και η στρατιωτική δράση των ενόπλων Βουλγάρων κομιτατζήδων είχαν σημαντικά αποτελέσματα στον γεωγραφικό χώρο της σημερινής ΠΓΔΜ. Οι Βούλγαροι, με υπομονή και επιμονή, παρά το αντίθετο λαϊκό αίσθημα που συναντούσαν στις εστίες του ελληνισμού, χάρη στην συμπαράσταση των Ρώσων, αλλά και των άλλων Δυνάμεων (κυρίως της Αγγλίας), όπως και του Πάπα, και κυρίως με τα άφθονα χρήματα της Σόφιας για δημιουργία σχολείων και εξαγορά συνειδήσεων, κατόρθωσαν να περιορίσουν ουσιαστικά το ελληνικό στοιχείο εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε.
    Στα Σκόπια, μετά την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), συγκεντρώθηκαν σε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των Μεγάλων Δυνάμεων 10.000 ελληνικές υπογραφές. Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε δύο εκκλησίες, ημιγυμνάσιο, παρθεναγωγείο, δημοτικό σχολείο με περισσότερους από 850 μαθητές [11]. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης των Σκοπίων περιορίστηκαν σε 2.000-3.000. Το 1892, οι ελληνικές εκκλησιαστικές Αρχές στα Σκόπια και την Αχρίδα καταργήθηκαν με σουλτανικό φιρμάνι και αντικαταστάθηκαν με βουλγαρικές. Το ίδο συνέβη στα Βελεσσά, το 1894. Το 1896, οι Σέρβοι κατέλαβαν το μεγάλο ελληνικό ναό των Σκοπίων. Έτσι ο ελληνισμός στην πόλη αυτή είχε ουσιαστικά εκμηδενισθεί μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

    Αχρίδα

    Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αποτελεί η υποχώρηση του ελληνικού στοιχείου στην ιστορική πόλη της Αχρίδας. Η Αχρίδα είναι κτισμένη στην θέση της αρχαίας πόλης Λύχνου ή Λυχνιδού, στο βορειοανατολικό άκρο της ομώνυμης λίμνης.
    Κατά την μεσαιωνική περίοδο ήταν εστία του βλαχόφωνου ελληνισμού και από τον 11ο αιώνα έδρα ομώνυμης Αρχιεπισκοπής. Ακόμα και ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους κατά το β’ μισό του 19ου αιώνα, ομολογεί ότι «η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία» (das Bollwerk des Hellenismus είναι ο ακριβής όρος που χρησιμοποιεί) [12], ενώ ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει «ακρόπολη του ελληνισμού» [13].
    Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα ήταν μεγάλο εμπορικό κέντρο με 25.000 κατοίκους, από τους οποίους 8.000 χριστιανοί, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι και ελληνόφωνοι, όλοι με ελληνική εθνική συνείδηση και παιδεία. Από την Αχρίδα καταγόταν ο Αναστάσιος Πηχεών, βασικός πρωταγωνιστής των επαναστατικών κινημάτων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας κατά τον 19ο αιώνα [14] και ο Μαργαρίτης Δήμιτσας, κορυφαίος ιστορικογεωγράφος της αρχαίας Μακεδονίας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, ο οποίος με τις έρευνές του την ίδια περίοδο κατέδειξε την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού στην Μακεδονία [15].

    Το αρχοντικό της οικογένειας Ρόμπη στην Αχρίδα.
    Σήμερα χρησιμοποιείται ως αρχαιολογικό μουσείο.

    Από το 1870 η βουλγαρική προπαγάνδα περιόρισε το ελληνικό στοιχείο, το οποίο (και για οικονομικούς λόγους) μετανάστευσε στο εξωτερικό ή προσχώρησε στον βουλγαρισμό, κατά τρόπον, ώστε το 1890 να έχουν απομείνει μόνο 20-30 ελληνικές οικογένειες [16].
    Ενδεικτικές της ακμής του ελληνισμού της Αχρίδας στα μέσα στου 19ου αιώνα και της προϊούσας κατάπτωσης μέχρι το τέλος του ίδιου αιώνα, είναι οι μαρτυρίες ξένων επιστημόνων της ίδιας εποχής. Ο Ρώσος καθηγητής Πανεπιστημίου και πρωτεργάτης της δημιουργίας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην περιοχή της Αχρίδας, Victor Grigorovic γράφει ότι το 1845 στην Αχρίδα κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, η βουλγαρική ομιλείτο μόνο σε στενό οικογενειακό κύκλο, ενώ δεν υπήρχε ούτε ένας που να μπορούσε να διαβάσει σλαβική γραφή [17]. Κατά την επίσκεψή του στην Αχρίδα, ο Grigorovic μετέπεισε τους Ελληνοδιδασκάλους αδελφούς Μηλαδυνίδη (μετέπειτα Μιλαντίνωφ) να γίνουν απόστολοι του βουλγαρισμού. Μάλιστα ο ένας από αυτούς, πριν προσχωρήσει στις περί πανσλαβισμού ιδέες των Ρώσων, είχε μεταφράσει με τους μαθητές του τον Πλούταρχο στην νεοελληνική γλώσσα, ενώ στην αλληλογραφία του χρησιμοποιούσε την αρχαϊζουσα της εποχής. Το παράδειγμα αυτό του προσηλυτισμού στο βουλγαρικό κομιτάτο έξυπνων, καλλιεργημένων και εξεχόντων διγλώσσων Ελλήνων δεν είναι το μοναδικό στον βορειοελλαδικό χώρο. Παρόμοια ήταν η περίπτωση του ποιητή Γρηγόριου Σταυρίδη από την Στρούγκα της Αχρίδας, ο οποίος, ενώ κέρδισε βραβείο στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό στην Αθήνα το 1860 με το ποίημά του «Ο Αρματολός», εν τούτοις λίγο αργότερα μεταμορφώθηκε σε φανατικό Βούλγαρο, με το όνομα Παρλίτσεφ (ή Πιρλίτσεφ).
    Χαρακτηριστικότερα όμως για τη μεταστροφή των Ελλήνων σε Βουλγάρους κάτω από την πίεση της βουλγαρικής προπαγάνδας και καταπίεσης, στην περιοχή της Αχρίδας, είναι τα όσα διηγείται ο Γάλλος συγγραφέας και καθηγητής Πανεπιστημίου Victor Berard, ο οποίος περιηγήθηκε την Βορειοδυτική Μακεδονία το 1890 [18] : «Το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήταν πάμπλουτοι…το σχολείο ήταν ελληνικό…οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιός μιλούσε τότε για Βουλγαρία; Πριν τριάντα χρόνια ακόμη, η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια…οι Έλληνες εκτοπίστηκαν σιγά-σιγά από τους Βουλγάρους…». Ο ίδιος συγγραφέας γράφει επίσης ότι ένας ξενοδόχος από την Ρέσνα (πόλη μεταξύ Μοναστηρίου και Αχρίδας) τού εξομολογήθηκε σε καθαρά ελληνικά: «Οι πατεράδες μας ήσαν Έλληνες και κανείς δεν έλεγε τότε τα περί Βουλγάρων. Γινάμενοι Βούλγαροι κερδίσαμε, ο Τούρκος μας σέβεται και η Ευρώπη μας υποστηρίζει. Αν πρέπει να είμαστε Σέρβοι, καμιά αντίρρηση. Για τώρα όμως είναι καλύτερα Βούλγαροι».[19]
    Η τελευταία αφήγηση περιγράφει σε λίγα απλά λόγια όλη την ουσία του μακεδονικού ζητήματος: Πολλοί σλαβόφωνοι της Βόρειας Μακεδονίας (του τμήματος εκείνου που ανήκει σήμερα στη ΠΓΔΜ), για να γλιτώσουν τις καταπιέσεις έγιναν Βούλγαροι, έχοντας πάντα ρευστή εθνική συνείδηση, πράγμα που απέδειξαν το 1944, αλλάζοντας την βουλγαρική με την «μακεδονική» εθνικότητα και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πολύ εύκολο να την ξαναλλάξουν και πάλι με την βουλγαρική. Προσφέρει επίσης η αφήγηση αυτή του 1890, πειστικά επιχειρήματα σε όσους υποστηρίζουν ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται: Μετά από εκατό χρόνια οι Σλάβοι των Σκοπίων μεταμφιεζόμενοι σε «Μακεδόνες» βγήκαν κερδισμένοι («ο Τούρκος τους σέβεται και η Ευρώπη (τώρα προστίθεται και η Αμερική) τους υποστηρίζει», κατά την ίδια ακριβώς έκφραση του ξενοδόχου της Ρέσνας του 1890.

    Μοναστήρι – Κρούσοβο

    Ο ελληνισμός μπορεί να μειώθηκε μέχρις εξαφανίσεως στο νοτιοδυτικό άκρο της ΠΓΔΜ (Αχρίδα) και στο βόρειο (Σκόπια), παρέμεινε όμως ισχυρός καθ’ όλην την διάρκεια του 20ού αιώνα στην περιοχή της Πελαγονίας με βασικά προπύργια το Μοναστήρι και το Κρούσοβο.

    Στο Μοναστήρι από το 1870 μέχρι το 1912 οργίαζαν ποικίλες εθνικές προπαγάνδες: βουλγαρική, σερβική, ρουμανική. Επίσης δρούσαν Γάλλοι Λαζαριστές, Παπικοί Ουνίτες, Ιησουίτες, Ιταλοί και Αυστριακοί πρόξενοι, όλοι φιλοβούλγαροι και όλοι επιστήμονες του ανθελληνισμού. Όμως, οι βλαχόφωνοι Έλληνες του Μοναστηρίου παρουσίασαν πρωτοφανή οικονομική, πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, η οποία τους επέτρεψε να χρηματοδοτήσουν εκκλησίες, σχολεία κάθε είδους, συλλόγους και επιτροπές αγώνα, με τα οποία μπόρεσαν να αντέξουν στις ξένες πιέσεις για στροφή προς την βουλγαρική και ρουμανική εθνική συνείδηση.
    Πλειοψηφώντας στον χριστιανικό πληθυσμό έναντι των βουλγαριζόντων, διατήρησαν την οικονομική και πολιτιστική τους υπεροχή μέχρι το 1912. Ενδεικτικό της οικονομικής ακμής του μοναστηριώτικου ελληνισμού είναι το γεγονός ότι η ελληνική κοινότητα Μοναστηρίου εξέδωσε και δικό της νόμισμα [20], ενώ χαρακτηριστικό του εθνικού αυτοπροσδιορισμού της ίδιας κοινότητας είναι το υπόμνημα που απηύθυναν προς τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1903, το οποίο κατέληγε: «…λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί, αλλ’ ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν’ αμφισβητεί προς ημάς τούτο».[21]
    Στο Κρούσοβο, ορεινή βλαχόφωνη κωμόπολη βόρεια του Μοναστηρίου, ο ελληνισμός είχε ανέκαθεν συντριπτική πλειοψηφία. Οι Κρουσοβίτες ασχολήθηκαν με το εμπόριο [22] και ανέπτυξαν την Παιδεία σε τέτοιο βαθμό ώστε ανέδειξαν πέντε καθηγητές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης [23], μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Σβώλος. Αποκορύφωμα της εθνικής προσφοράς του Κρουσόβου υπήρξε το ολοκαύτωμα του 1903, κατά την ψευδοεπανάσταση του Ήλιντεν, που ήταν μια κλασική προβοκάτσια των Βουλγάρων κομιτατζήδων για να εκθέσουν τους οικισμούς – προπύργια του ελληνισμού στα τουρκικά αντίποινα. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν και έκαψαν το Κρούσοβο, εκτός από την βουλγαρική συνοικία που έμεινε άθικτη [24]. Η καταστροφή του Κρουσόβου αποτέλεσε το έναυσμα για την εθνική αφύπνιση στην Αθήνα και την κινητοποίηση επιτροπών ιδιωτών αλλά και του κράτους, με αποτέλεσμα την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προς τους αγωνιζόμενους Μακεδόνες και την έναρξη της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908).

    Παραδοσιακό αρχοντικό στο Κρούσοβο

    Η στάση του ελληνικού κράτους 1850-1912

    Αξίζει να τονιστεί η στάση και η πολιτική του ελληνικού κράτους για τον ελληνισμό της Πελαγονίας στο διάστημα 1850-1904: Πλήρης αδιαφορία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις περί άλλων μεριμνούσαν και ετύρβαζαν. Απασχολημένες με τα «εθνικά σπορ» της ομφαλοσκόπησης, του κομματισμού και της ρουσφετολογίας, ενδιαφέρονταν, απ’ όλα τα εξωτερικά θέματα, μόνο για το Κρητικό Ζήτημα. Την Κρήτη όμως κανένας δεν διεκδικούσε από το οθωμανικό κράτος, ενώ την Μακεδονία εποφθαλμιούσαν Βούλγαροι και Σέρβοι, οι οποίοι εργάζονταν συστηματικά για τον σκοπό αυτό.
    Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλή Καζάζη με τα οποία στηλίτευε την αδιαφορία της Αθήνας για το Μακεδονικό: «…η πρωτεύουσα του ελευθέρου και του αλυτρώτου ελληνισμού, η νέα Βαβυλών διεσκέδαζε κατατριβομένη εις συγκρούσεις πολιτικάς και κοινωνικήν ευθυμίαν. Προς τας επικρεμαμένας μεγάλας συμφοράς του ελληνισμού ελάχιστοι παρείχον προσοχήν (και ούτοι εχλευάζοντο, αν μη κατεφρονούντο. Το πολύ των κατοίκων συνεζήτει μετ’ αδιαφορίας περί των δυναμένων να συμβώσι… θα καταστεί η Μακεδονία βουλγαρική. Εκ τούτου τι θέλομεν απολέσει ημείς οι κοσμοπολίται της πρωτευούσης του ελευθέρου κράτους;» [25], ενώ ο ίδιος σε άλλο σημείο τόνιζε: «Αίσχος εις λαόν διασκεδάζοντα, μίαν μόνην απόλαυσιν αισθανόμενον, τον παρασιτισμόν εις βάρος του δημοσίου ταμείου!».
    Αν δεν υπήρχε η αντίσταση των ντόπιων Μακεδόνων στον σλαβισμό, με την συμπαράσταση ορισμένων ιδιωτών από την Αθήνα (Νοτιοελλαδιτών και αποδήμων Μακεδόνων), η Μακεδονία θα είχε χαθεί για την Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα, πριν καλά-καλά το αντιληφθεί το επίσημο κράτος, όπως ακριβώς έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία το 1906.

    Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ελληνικά σχολεία στην Πελαγονία, όπως και σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια, ήταν ιδιωτικά, συντηρούμενα από τις χρηματοδοτήσεις των ελληνικών κοινοτήτων και από κληροδοτήματα ευεργετών, χωρίς το ελληνικό κράτος να πληρώσει ούτε δραχμή γι’ αυτά. Οι σλαβόφωνες και βλαχόφωνες οικογένειες με ελληνική εθνική συνείδηση προτιμούσαν να πληρώνουν για να φοιτούν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία, παρά να τα στέλνουν στα αντίστοιχα βουλγαρικά και ρουμανικά, παρ’ όλο που στα τελευταία η φοίτηση ήταν δωρεάν, επειδή αυτά χρηματοδοτούντο πλουσιοπάροχα από τις βουλγαρικές και ρουμανικές
    κυβερνήσεις.

    Από το 1904 ως το 1908 ανταρτικά σώματα εθελοντών προερχόμενα από το ελεύθερο ελληνικό κράτος (κυρίως Κρητικοί) έδρασαν και στην Πελαγονία, στηρίζοντας έτσι τον αγώνα των ντόπιων ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και του τουρκικού στρατού.

    Γενικά στον χώρο της ΠΓΔΜ και για την χρονική περίοδο από τα μέσα του 19ου αιώνα ως το 1912, η έκβαση της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων για το ζήτημα της επιρροής στους σλαβόφωνους κατοίκους, ήταν ευνοϊκή για τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατόρθωσαν όχι μόνο να επικρατήσουν στο θέμα της αναζήτησης εθνικής ταυτότητας των σλαβοφώνων, εις βάρος των Σέρβων και των Ελλήνων, αλλά και να περιορίσουν ουσιαστικά την ελληνική παρουσία. Εξαίρεση αποτέλεσε, όπως παραπάνω τονίστηκε, η περί το Μοναστήρι περιοχή της Πελαγονίας, όπου ο βλαχόφωνος πληθυσμός στην ολότητά του και ο σλαβόφωνος στην πλειονότητά του, διατήρησαν την ελληνική εθνική συνείδηση και παιδεία.

    Παλιό ελληνικό αρχοντικό στην πόλη του Μοναστηρίου

    Η περίοδος 1912-1945

    Μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό το 1912 και την υπαγωγή της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, που αργότερα ονομάστηκε Γιουγκοσλαβία, η κατάσταση του ελληνισμού στον χώρο της ΠΓΔΜ άλλαξε προς το χειρότερο. Οι Σέρβοι έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες και απαγόρευσαν την χρήση της ελληνικής γλώσσας και οποιαδήποτε εκδήλωση εθνικής συνείδησης, πλην της σερβικής.
    Μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Πελαγονίας μετανάστευσε στο ελληνικό έδαφος, κυρίως στην Φλώρινα και στην Θεσσαλονίκη, ενώ οι Σέρβοι μετέφεραν Βόσνιους και Κροάτες στην Πελαγονία με στόχο την εθνολογική αλλοίωση της περιοχής [26].
    Παρόμοια ήταν η πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους και για τη βουλγαρική πλειοψηφία του σλαβικού πληθυσμού στον χώρο της ΠΓΔΜ (τότε Vardarska Banovina): Έκλεισαν τα βουλγαρικά σχολεία, διώχθηκαν οι Βούλγαροι δάσκαλοι και ιερείς και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του βουλγαρικού Τύπου [27].
    Γενικά το γιουγκοσλαβικό κράτος με ποικίλες πιέσεις προσπάθηκε επί σχεδόν τριάντα χρόνια (1913-1941) να πείσει τους Βουλγάρους, Αλβανούς και Έλληνες κατοίκους της σημερινής ΠΓΔΜ ότι είναι «Παλαιοί Σέρβοι» (Stari Srbji), οι οποίοι είχαν χάσει την εθνική τους ταυτότητα [28]. Παράλληλα, κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους (1916-18 και 1941-44), οι βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις επιδόθηκαν και πάλι σε προσπάθεια εκβουλγαρισμού του ελληνικού στοιχείου.
    Χαρακτηριστικές των αλλεπάλληλων σερβικών και βουλγαρικών καταπιέσεων επί των ελληνικών πληθυσμών της Πελαγονίας, υπήρξαν οι διαδοχικές αλλαγές των ελληνικών επωνύμων: ο Παναγιωτίδης, λ.χ. μετονομάστηκε από τους Σέρβους το 1913 σε Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1916 Παναγιώτωφ, από τους Σέρβους το 1919 πάλι Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1941 Παναγιώτωφ και τέλος από τους (Σλαβο-) «Μακεδόνες» του Τίτο το 1945 Παναγιωτόφσκυ. Η κατάληξη των ελληνικών επωνύμων σε -σκυ υιοθετήθηκε από το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων, ως μιά ουδέτερη, σλαβικού χαρακτήρα, κατάληξη, εφ’ όσον η κατάληξη -ωφ θύμιζε Βουλγαρία και η κατάληξη -ιτς Σερβία. Μέχρι και σήμερα τα επώνυμα των ελληνικής καταγωγής κατοίκων της ΠΓΔΜ φέρουν την κατάληξη -σκυ, με πρώτο συνθετικό το παλιό ελληνικό επώνυμο.

    Η σημερινή κατάσταση

    Το επίσημο ελληνικό κράτος, πιστό στην πατροπαράδοτη έλλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής πολιτικής για τις ελληνικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες (Β.Ήπειρος, Κων/πολη, Ίμβρος – Τένεδος), αδιαφόρησε πλήρως και για την προσπάθεια αφελληνισμού της Πελαγονίας από τους Σέρβους στο διάστημα 1913-1941, όπως είχε κάνει και κατά την εποχή της πρώιμης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1904) και όπως έμελλε να κάνει απέναντι στην προσπάθεια οριστικής εξαφάνισης του ελληνισμού της Πελαγονίας από το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων από το 1945 μέχρι και σήμερα.
    Αποτέλεσμα της μακροχρόνιας και συστηματικής σλαβικής προπαγάνδας και καταπίεσης, ήταν η προοδευτική προσχώρηση των σλαβοφώνων Ελλήνων της Πελαγονίας (που είχαν αγωνιστεί για την ελληνικότητά τους κατά το Μακεδονικό Αγώνα 1870-1912) στην «μακεδονική» εθνότητα. Όμως η πολύχρονη πλύση εγκεφάλου που υπέστησαν οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ για εμπέδωση της «μακεδονικής εθνότητας» δεν πέρασε στους βλαχόφωνους κατοίκους της Πελαγονίας. Το μεγαλύτερο μέρος των Βλάχων του Μοναστηρίου και του Κρουσόβου μιλούν ακόμη τα ελληνικά και διατηρούν την ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμη και όταν φοβούνται να την εκδηλώσουν ανοιχτά (κυρίως από το 1990 και εντεύθεν).
    Οι κυβερνήσεις της ανεξάρτητης πλέον ΠΓΔΜ, γνωρίζοντας το γεγονός αυτό, αποδύθηκαν πρόσφατα σε μιά προσπάθεια προσεταιρισμού των βλαχοφώνων, χρησιμοποιώντας την παλιά μέθοδο της ρουμανοποίησης: Ισχυρίζονται ότι οι Βλάχοι της ΠΓΔΜ δεν είναι Έλληνες αλλά ιδιαίτερη εθνότητα, συγγενής προς την ρουμανική, γι’ αυτό και ενθαρρύνουν την δημιουργία βλαχικών πολιτιστικών σωματείων, με στόχο την απόσπασή τους από την προσήλωση προς τον ελληνισμό.

    Οι στατιστικές του κράτους των Σκοπίων δεν αναφέρουν ελληνική μειονότητα. Παραδέχονται βέβαια πως υπάρχει βλαχική μειονότητα, στην οποία καταλογίζουν λίγες χιλιάδες μόνον κατοίκους της ΠΓΔΜ [29]. Είναι πολύ πιθανό ότι οι Έλληνες στο γειτονικό κράτος ανέρχονται σε περισσότερους από 100.000, χωρίς να είναι δυνατή ακριβής εκτίμηση. Ελάχιστοι απ’ όσους έχουν ελληνική καταγωγή τολμούν να εκδηλωθούν ανοιχτά, επειδή υπάρχει ένας απέραντος φόβος και η βεβαιότητα ότι το ελληνικό κράτος δεν πρόκειται να τους προστατεύσει.

    Αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής παρουσίας του ελληνισμού στον χώρο της Πελαγονίας είναι τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά μνημεία, κοσμικά και εκκλησιαστικά. Στην Αχρίδα, το αρχοντικό Ρόμπη (σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο) είναι το κόσμημα της παραδοσιακής συνοικίας της πόλης. Χτίστηκε από την οικογένεια Ρόμπη, ένα μέρος της οποίας προσχώρησε αργότερα στον βουλγαρισμό και μετονομάστηκε σε Robev και ένα μέρος παρέμεινε πιστό στον ελληνισμό. Απόγονοι του τελευταίου κλάδου ζουν σήμερα στην Φλώρινα.
    Στο Κρούσοβο, σώζονται επίσης ορισμένα από τα παλιά ελληνικά αρχοντικά της εποχής της ακμής του 19ου αιώνα [30].
    Η παρουσία του ελληνισμού είναι εντονότερη στο Μοναστήρι, όπου σώζονται πολλά νεοκλασικά κτίρια του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
    Μεγαλύτερη ιστορική σημασία έχουν τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, υφίστανται συστηματική παραχάραξη κατά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και στον ελληνικό Τύπο, γίνονται καταστροφές σε ελληνικά νεκροταφεία [31]. Ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν επίσης η κατεδάφιση μέρους της (πρώην ελληνικής) Μονής του Οσίου Ναούμ Αχρίδας και η ανέγερση ξενοδοχείου στη θέση της, καθώς και οι μετατροπές που γίνονται στον ναό του Αγίου Δημητρίου Μοναστηρίου, πρώην ναό της πατριαρχικής ελληνικής κοινότητας (πριν το 1913) [32].

    Συμπεράσματα

    Αν στην Αχρίδα και σε άλλες πόλεις της ΠΓΔΜ ο ελληνισμός έχει προ πολλού περιορισθεί σε λίγες οικογένειες, ωστόσο στο Μοναστήρι και στα άλλα βλαχόφωνα κέντρα της Πελαγονίας εξακολουθεί να υπάρχει, επιδεικνύοντας πρωτοφανή καρτερικότητα, σε πείσμα της νεοελληνικής άγνοιας και αδιαφορίας.
    Η πλήρης εγκατάλειψή του από το ελληνικό κράτος μετά το 1913 υπήρξε εθνική παράλειψη, που παρόμοιά της δεν θα βρει κανείς στην ιστορία των γειτονικών λαών Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών και Τούρκων, όσο και αν ψάξει. Το πατροπαράδοτο εθνικό δόγμα τού «δεν διεκδικούμε τίποτα» και η νεοελληνική ανεμελιά τού «ου φροντίς Ιπποκλείδη» βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις παλαιότερων και σύγχρονων πολιτικών που έδειξαν ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό, χωρίς όμως να προκύψουν ουσιαστικά αποτελέσματα.
    Πρόκειται όμως για τους ίδιους Έλληνες ομογενείς [33], οι οποίοι σε όλη την ιστορική τους πορεία στάθηκαν άξιοι της ελληνικότητάς τους, την οποία δεν εγκατέλειψαν ούτε στην σύγχρονη εποχή της πτώσης των ιδεολογιών και της παγκοσμιοποίησης. Την απέδειξαν δε, στο παρελθόν, τόσο με την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που επέδειξαν, όσο και με την συμμετοχή τους στους εθνικούς αγώνες. Ουσιαστικά εφάρμοσαν στην πράξη την αρχαία ρήση «Πυθαγόρας ερωτηθείς πως δει αγνωμονούση πατρίδι προσφέρεσθαι, είπεν ως μητρί». Η ελληνική μειονότητα της Πελαγονίας (και γενικά της ΠΓΔΜ) είναι η πιο αδικημένη, η πιο λησμονημένη, η πιο αγνοημένη από όλες τις ελληνικές μειονότητες και παροικίες του εξωτερικού. Φυσικά, είναι και η πιο ανοργάνωτη.
    Όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα, το κενό του ενδιαφέροντος για την μειονότητα της ΠΓΔΜ προσπαθούν να καλύψουν ορισμένοι ιδιωτικοί φορείς και μεμονωμένα άτομα, με στόχο την πολιτιστική συνεργασία με ανάλογους φορείς τής εκεί μειονότητας, ενεργώντας με προσοχή και σύνεση.
    Η ανάκτηση, βέβαια, των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των χιλιάδων Ελλήνων της ΠΓΔΜ αποτελεί μακρινό όνειρο. Οι ομογενείς της Πελαγονίας με πικρία διαπιστώνουν ότι το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και οι μεγαλοστομίες περί «προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών» ισχύουν για πολλούς άλλους, αλλά όχι γι’ αυτούς.

    Επίσκεψη παιδιών από την Πελαγονία στην Ελλάδα

    Η ελληνική μειονότητα της Πελαγονίας θα μπορούσε να παίξει σημαίνοντα ρόλο στην επιχειρούμενη επαναπροσέγγιση Ελλάδας – ΠΓΔΜ, με δεδομένο το ενδιαφέρον των κατοίκων των παραμεθορίων προς την Ελλάδα περιοχών του γειτονικού κράτους για εισροή ελληνικών επενδύσεων και για αύξηση του τουριστικού ρεύματος από την Ελλάδα, όπως γινόταν πριν το 1991. Απομένει στους πολιτικούς και τους άλλους φορείς του ελληνικού κράτους και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας, να επιχειρήσουν την προσέγγιση της μειονότητας, κατά τρόπο ώστε να υπάρξει αμοιβαίο οικονομικό όφελος για τα δύο κράτη, αλλά και αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας, με σεβασμό των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και επίδειξη αμοιβαίας (και όχι μονόπλευρης) ειλικρινούς διάθεσης για συνεργασία.

    Παραπομπές

    [1]. Απ. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988, σ.1. Το ίδιο παραδέχονται και Σλάβοι ιστορικοί όπως ο J. Cvijic: Remarques sur l’ ιthnographie de Macedoine, Paris 1907, σ. 6.

    [2]. Ν.G.L. Hammond: «Ίδρυση και εδραίωση του μακεδονικού βασιλείου», στο «Μακεδονία 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982, σ. 70.

    [3]. Δ. Κανατσούλης: «Η Δυτική Μακεδονία κατά τους Αρχαίους Χρόνους», Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 13.

    [4]. Γ. Τσότσος: «Οι μετοικεσίες Βλαχοφώνων από την Βόρειο Ήπειρο στην Δυτική
    Μακεδονία», Δυτικομακεδονικά Γράμματα 7 (1996), Κοζάνη, σσ. 324-338.

    [5]. Κων. Βακαλόπουλος: Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 158-167.

    [6]. Αντ. – Αιμ. Ταχιάος: Η Εθνική Αφύπνισις των Βουλγάρων και η Εμφάνισις Βουλγαρικής Εθνικής Κινήσεως εν Μακεδονία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1974.

    [7]. Ν. Γεωργιάδης: Όσα έγραψα στο Μοναστήρι 1903-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 102-106.

    [8]. Κ. Βitoski: Dejnosta na Pelagoniskata Mitropolija 1878-1912, Skopje 1968, σσ. 35-43.

    [9]. M. Paillares: Η Μακεδονική Θύελλα (μετάφρ. Β. Καρδιόλακα), εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1994, σ. 493 (πρωτότ. τίτλος L’ imbroglio Macedonien).

    [10]. Γ. Μόδης: Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεότερη Μακεδονική Ιστορία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σσ. 304-319.

    [11]. Μ. Χρυσανθόπουλος: Οι Έλληνες στην Βόρειο Μακεδονία: Η Πορεία του Ελληνισμού στο κράτος των Σκοπίων, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 106.

    [12]. C. Jirecek: Geschichte der Bulgaren, New York 1977 (α’ εκδ. Prag 1876), σ. 211.

    [13]. H. Wendel: Der Kampf der Sudslaven um Freiheit und Einheit, Frankfurt 1825, σ. 35. Σχετ. βλέπε και Χρ. Νάλτσας: Τα Ελληνοσλαυικά Σύνορα: Αι προς Βορράν Εθνικαί μας Διεκδικήσεις, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1946, σ. 60.

    [14]. Κων. Βακαλόπουλος: Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την Πρώιμη Φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894): Απομνημονεύματα Αναστασίου Πηχεώνα, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1983.

    [15]. Μ. Δήμιτσας: Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας, Αθήναι 1870 και Μ. Δήμιτσας: Η Μακεδονία εν Λίθοις Φθεγγομένοις και Μνημείοις Σωζομένοις, Αθήναι 1896.

    [16]. Κων. Βακαλόπουλος: Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 176.

    [17]. Αντ. – Αιμ. Ταχιάος, όπ. π., σ. 29.

    [18]. V. Berard: Τουρκία και Ελληνισμός: Οδοιπορικό στην Μακεδονία (μετάφρ. Μ. Λυκούδης), εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1987, σσ. 155-156 (πρωτότ. τίτλος: La Turquie et l’ Hellenisme contemporain).

    [19]. V. Berard, όπ. π., σ. 169.

    [20]. Β. Σμυρνιού – Παπαθανασίου: Μοναστήρι: Ιστορική Περιπλάνηση στην Πάτρια Γη, εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 10.

    [21]. «Μηνιαία εθνική ανασκοπή: Η κατάστασις εν Μακεδονία», Ελληνισμός, έτος 6ο, φυλλ. 9ο (1903), σ. 717.

    [22]. Γ. Τσότσος: «Το Κρούσοβο, προκεχωρημένο φυλάκιο του ελληνισμού στην Βόρεια Μακεδονία», Δυτικομακεδονικά Γράμματα 4 (1993), Κοζάνη, σσ. 308-324.

    [23]. Κ. Βαβούσκος: Η Συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την Ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 10.

    [24]. Ν. Μπάλλας: Ιστορία του Κρουσόβου, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1962.

    [25]. Ν. Καζάζης: Η πατρίς εν κινδύνω, Αθήναις 1904, σ. 9.

    [26]. Δ. Ζάγκλης: Η Μακεδονία του Αιγαίου και οι Γιουγκοσλαύοι, Αθήνα 1975, σσ. 70-71.

    [27]. Χ. Τσιρκινίδης: Σύννεφα στην Μακεδονία… Το Μακεδονικό μέσα από τα Γαλλικά Αρχεία, εκδ. Κυριακίδη – Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 246-248.

    [28]. Δ. Ζάγκλης: όπ. π., σ. 128 κ.ε. Βλ. και Ε. Κωφός: «Ο Μακεδονικός Αγώνας στην γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία», στο «Ο Μακεδονικός Αγώνας», Συμπόσιο, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 279-317.

    [29]. Μ. Χρυσανθόπουλος: όπ.π., σσ. 75-90. Για τις κρατούσες ονομασίες των βαλκανικών μειονοτήτων βλ. και V. Coufoudakis – H. Psomiades – A. Gerolymatos (ed.): Greece and the New Balkans – Challenges and Opportunities, Pella, New York 1999, σ. 219, όπου η βλαχική μειονότητα αναφέρεται ως ρουμανική.

    [30]. Γ. Τσότσος: «Ο ελληνισμός του Κρουσόβου και της Αχρίδος εκ των σωζομένων αρχιτεκτονικών μνημείων», στο Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία – Πελαγονία, Θεσσαλονίκη 25-29/9/1996.

    [31]. Τα στοιχεία υπάρχουν και είναι στην διάθεση των ενδιαφερομένων.

    [32]. Ερώτηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο του βουλευτή κ. Ευγ. Χαϊτίδη, εφημ. «Μακεδονία» 7-5-99, «Απογευματινή» 7-5-99 και «Ελεύθερος Τύπος», 7-5-99.

    [33]. Η μοναδική ελληνική ομογένεια που δεν εκπροσωπείται στο ΣΑΕ.

    http://vlahofonoi.blogspot.gr/2013/02/blog-post_3.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: