Για το σλαβομακεδονικό ζήτημα….

Πόσες «Μακεδονίες» υπάρχουν ή  ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

Το σύγχρονο «πρόβλημα» -όπως και δεκάδες άλλα- ήρθε στην επιφάνεια με την κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου. Όταν δηλαδή οι περίεργες ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες βρέθηκαν ξαφνικά στον δικό τους 19ο αιώνα και προσπαθησαν να επιλύσουν τις διαφορές τους με τον κλασικό και γνώριμο τρόπο: εμφύλιες και διεθνοτικές συρράξεις, ανταλλαγές πληθυσμών, αλυτρωτισμοί και μεγαλοϊδεατικές ονειρώξεις. Οι κροατο-σερβικοί πόλεμοι, η Βοσνία, η Τσετσενία, το Ναγκόρνο Καραμπάχ ορίζουν μια ιστορική κατηγορία θεμάτων εντός της οποίας ανήκει και το ζήτημα της Σλαβομακεδονικής συγκρότησης έθνους-κράτους (με αλβανικό το -περίπου- 25% του πληθυσμού της χώρας!!!)

 

Μακεδονία Ιστορική
Οι τρεις Μακεδονίες (ελληνική, σερβική-γιουγκοσλαβική και βουλγαρική) που πήραν τη θέση της ενιαίας Οθωμανικής Μακεδονίας μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους
(1912-1913)

Ακριβώς αυτή την κατάσταση βίωσαν και εξέφρασαν καθαρά -με τη σοβιετική κατάρρευση- και οι Σλαβομακεδόνες γείτονές μας.
.

Μ’ έναν άγαρμπο μετασοβιετικό εθνικισμό, προκαλώντας σε πρώτη φάση τον τρόμο στους από την άλλη πλευρά των συνόρων, τη δυτική (με την γεωπολιτική έννοια) και αναγκάζοντάς τους να λειτουργήσουν με έναν αφελή τρόπο….
.

Βέβαια οι παράμετροι είναι πολλές, όπως και οι Μακεδονίες.

 

Μακεδονία-Βιλαέτι Θεσσαλονίκης

Βιλαέτι Θεσσαλονίκης. Κατά την οθωμανική εποχή ΔΕΝ υπήρχε ενιαία επαρχία του οθωμανικού κράτους με το όνομα «Μακεδονία».

Το πρόβλημα του ονόματος και η πατριδοκαπηλεία

Ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» που έως το 1912 κατεχόταν αποκλειστικά και μόνο από τους Οθωμανούς, στη συνέχεια μοιράστηκε σε τρία κράτη: Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία… Από τη σερβική Μακεδονία προήλθε -στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας- η αντίστοιχη Σοσιαλιστικη Δημοκρατία. Από τη διάλυσή της Γιουγκοσλαβίας προήλθε ως εθνικό κράτος των Σλαβομακεδόνων η FYROM-ΠΓΔΜ. Oι Σλαβομακεδόνες προσπάθησαν να οικειοποιηθούν απολύτως το ιστορικό εθνικό όνομα «Μακεδόνες», αλλά μάλλον δεν τους βγήκε τελικά…

Η επόμενη περίοδος έχει ενδιαφέρον και πιστεύω ότι το σλαβομακεδονικό ζήτημα θα μπορέσει να λυθεί οριστικά με το σεβασμό όλων των μερών και βεβαίως με το σεβασμό της ιστορίας…

Με αφορμή τη συζήτηση που γίνεται για την επίλυση του ζητήματος εμφανίστηκε στην ελληνική πλευρά μια ακραία άποψη που αρνείται τη χρήση του όρου «Μακεδονία» σ’ ένα σύνθετο όνομα για το γειτονικό έθνος. Ούτε καν «Νovamachedonia» ή «Gortsamachedonia» ή «Slavomachedonia». Αγνοώντας βεβαίως ότι η σημερινή προσωρινά επίσημη ονομασία είναι F.Y.R.O.Macedonia (ΠΓΔΜ). Και ότι η ΠΓΔΜ έχει διπλωματικές σχέσεις με 167 κράτη και διαθέτει διπλωματική εκπροσώπηση σε 38 από αυτά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αντίστοιχη ακραία ελληνική συμπεριφορά δεν έχει παρατηρηθεί για τον όρο «Θράκη», που τον μοιράζονται Έλληνες, Βούλγαροι και Τούρκοι.  Η άποψη που υποστηρίζει την πλήρη εθνικοποίηση του γεωγραφικού όρου «Μακεδονία» είναι ποιοτικά το ακριβές αντίστοιχο της σλαβομακεδονικής προσπάθειας οικειοποίησης. Γενικά είναι μια παράλογη και αντιιστορική άποψη, εφόσον πάρα πολλά τοπωνύμια που δημιουργήθηκαν ή διασώθηκαν στον ιστορικό χρόνο διαμέσου των Ελλήνων σήμερα χρησιμοποιούνται αδιαμαρτύρητα από άλλες εθνικές ομάδες. Τέτοια ονόματα είναι Σόφια (Βουλγαρία, από τη λέξη «σοφία), Ιζμίρ (Σμύρνη-Τουρκία), Ιστανμπουλ (Εις την Πόλι), Τραμπζόν (Τραπεζούντα-Τουρκία), Σινόπ (Σινώπη-Τουρκία), Μουντανιά (Μουδανιά-Τουρκία), Νάπολι (Νεάπολη-Ιταλία), Τρίπολι (Λιβύη), Τιρέμπολου (Τρίπολη-Τουρκία),  και πολλά άλλα.

Παρόμοια ακραία συμπεριφορά παρατηρήθηκε και στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος σε κάποιους πολίτες και ομάδες που επέλεξαν τη στάση της πλήρους αποδοχής της σλαβομακεδονικής θεώρησης με την πλήρη παράδοση του όρου «Μακεδονία» στο νέο εθνικό κράτος που δημιουργούταν στον μετακομμουνιστικό κόσμο.

Η τάση αυτή κινήθηκε με πραγματική  περιφρόνηση προς τον ελληνομακεδονικό πληθυσμό  που έβλεπε με πραγματική ανησυχία την συγκρότηση ενός επιθετικού και αλυτρωτικού εθνικισμού μόλις 60 χλμ. Βόρεια της Θεσσαλονίκης. Για να υποστηρίξει αυτή την αντιλαϊκή και εθελόδουλη στάση χρησιμοποίησε μια σειρά αυθαίρετων ιστορικών επιχειρημάτων για να δικαιώσει το σλαβομακεδονικό εθνικισμό. Ένα από αυτά ήταν  η «επανάσταση του Ίλιντεν» το 1903 και η απόδοση «αναρχοσοσιαλιστικών» χαρακτηριστικών στους εμπνευστές της του VMRO. Η καλύτερη απάντηση σ’ αυτή την ιστορική αυθαιρεσία  δόθηκε από το μπλογκ Π&Α, απ’ όπου αναδημοσιεύεται το παρακάτω απόσπασμα:

Η προϊστορία του «μακεδονισμού»

Το VΜRΟ εξαρχής υπήρξε εθνικά βουλγαρικό και εξέφραζε τον εθνοφυλετισμό, ο οποίος διεκδικούσε να εγκαθιδρύσει μια βουλγαρική εθνική επικράτεια στη θέση της πολυεθνικής Μακεδονίας .  Χαρακτηριστικές είναι οι διατυπώσεις του Γκότσε Ντέλτσεφ του ιδρυτή και ιδεολογικού πατέρα του   VΜRΟ, ο οποίος μιλά για την  “…  άνοδο του βουλγαρικού ήλιου της ελευθερίας πέρα από τη Μακεδονία…”  και αλλού διατρανώνει περήφανα το γεγονός ότι: «..δεδομένου ότι είμαστε Βούλγαροι»,  «…κοινή Βουλγαρική πατρική γη».

Είναι αλήθεια ότι το βουλγαρικό κομιτάτο  επεδίωξε να κρύψει την εθνικιστική του πρόθεση και γι αυτό προέβαλε το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες«, εννοώντας βέβαια όλους τους κατοίκους της Μακεδονίας, ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, σλαβόφωνους, αλβανόφωνους κ.λπ.  και όχι τους Σλαβομακεδόνες, όπως προσπαθούν να οικειοποιηθούν το σύνθημα αυτό οι σύγχρονοι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές και αλυτρωτιστές.

Αλλά η πραγματικότητα των προθέσεων του VMRO ήταν άλλη και την περιγράφει με σαφήνεια ο Χρίστο Τατάρτσεβ, ιδρυτικό στέλεχος της οργάνωσης: «Μιλήσαμε για πολύ ώρα [Σημ.: το 1893 στην Θεσσαλονίκη] για τους στόχους αυτής της οργάνωσης και τελικά καταλήξαμε σε αυτονομία της Μακεδονίας με προτεραιότητα στο Βουλγαρικό στοιχείο. Δεν μπορούσαμε να δεχτούμε την θέση της απευθείας ένωσης με την Βουλγαρία [Σημ.: Ανεξάρτητη χώρα με την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου από το 1878] γιατί είδαμε ότι θα αντιμετωπίζαμε μεγάλες δυσκολίες με τις Μεγάλες Δυνάμεις και τις φιλοδοξίες των γειτονικών μικρών χωρών [Σημ.: Σερβία και Ελλάδα] και της Τουρκίας. Πέρασε από τις σκέψεις μας ότι μια αυτόνομη Μακεδονία θα μπορούσε ευκολότερα να ενωθεί με την Βουλγαρία αργότερα ή στην χειρότερη περίπτωση να παίξει έναν ρόλο ενωτικό για μια ομοσπονδία Βαλκανικών λαών.»

Επίσης δείτε τι έλεγε ένα για την απάτη του μακεδονισμού ένα από τα πρωτοκλασάτα στελέχη των κομιτατζήδων, ο Βασίλ Τσακαλάρωφ από τη  Καστοριά:

«Αν και είχαμε πει να είμαστε κρυφά, παρ’ όλα αυτά όλοι μας κατάλαβαν, ακόμα-ακόμα και ο γραικομάνος παπάς Γκέρμαν ζήτησε να έρθει σε μας. Του επιτρέψαμε να έρθει. Αυτός ο αδελφός σε τέτοιο βαθμό είχε εξελληνιστεί, που άρχισε να μας μιλά και μια βουλγαρική λέξη έλεγε και δύο ελληνικές. Αναφερθήκαμε στο ζήτημα της εθνικότητάς του, αυτός προσπάθησε με κάθε τρόπο να μας αποδείξει ότι είμαστε Έλληνες! Αφού απέτυχε να παρουσιάσει τα στοιχεία που του ζητήσαμε, άρχισε να αναπτύσσει την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, ότι δεν είμαστε ούτε Έλληνες ούτε Βούλγαροι, αλλά είμαστε Μακεδόνες, χωρίς να σκεφτεί ότι στη Μακεδονία έχει και Τούρκους και Εβραίους και πολλά άλλα έθνη. Κάποιος που δεν γνωρίζει την ιστορία και αρχίσει να σου κάνει κήρυγμα για αυτήν είναι πολύ αστείο! Δεν θέλαμε να μπούμε σε περισσότερες διαμάχες μαζί του και γι’ αυτό τον σταματήσαμε».

Επί πλέον, αυτό που δεν κατανοείται στη συγκεκριμένη προσέγγιση που αποτελεί προσφιλή αφήγηση των Σλαβομακεδόνων, Βούλγαρων και Ελλήνων εθνικιστών -ο καθένας για πάρτι του βέβαια- είναι ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1903 ήταν διαφορετική απ’ αυτήν του 1821 και βρισκόταν σε ένα δρόμο εκδημοκρατισμού και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σε όλους τους λαούς. Η εξέλιξη αυτή ήταν απόρροια του Τανζιμάτ και ειδικά το νόμου Χάτι Χουμαγιούν που τέθηκε σε εφαρμογή το 1856.

Κατά συνέπεια ότι υπονόμευε τη διαδικασία εκδημοκρατισμού αντιπροτείνοντας εκ νέου τον εθνικισμό και τα εθνικά κράτη ως διάδοχο σχήμα, ήταν αντιδραστική πρόταση και εγκληματική για τους λαούς που η κυρίαρχη ελίτ τους  ΔΕΝ θα νικούσε και ΔΕΝ θα μπορούσε να εκκαθαρίσει εθνικά τον κατακτημένο χώρο. Η αντιδραστική δύναμη εκείνης της εποχής ήταν ο νεοφανής βουλγαρικός εθνικισμός ο οποίος υπονόμευσε με τη Μεγάλη Ιδέα του παμβουλγαρισμού την εσωτερική οθωμανική διαδικασία εκδημοκρατισμού και ενίσχυσε τις πλέον αντιδραστικές ρατσιστικές μιλιταριστικές δυνάμεις στο εσωτερικό του οθωμανικού στρατού ως αντίβαρο.

Ακριβώς γι αυτό η λεγόμενη «επανάσταση του Ίλιντεν» υπήρξε μια αντιδραστική χριστιανική εξέγερση ενός όχι καλά κρυμμένου βουλγαρικού εθνικισμού… που υπονόμευσε τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού…..

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, την πιο θετική στάση εκείνη την εποχή την κράτησαν οι Έλληνες και η Ελλάδα. Κατ’ αρχάς οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υποστήριξαν όσο κανείς άλλος τη διαδικασία εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, ως ένα μέσο προστασίας των πληθυσμών από τη διαίρεση και την  τυφλή εθνικιστική βία που αναπόφευκτα θα ξεσπούσε όταν άρχιζαν οι εθνικές συγκρούσεις. Ακριβώς γι αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο -εκφράζοντας μια υπερεθνική προνεωτερική οικουμενικότητα- θα αντιδράσει σφοδρά στη διαδικασία της εθνικής διαίρεσης και της ανάπτυξης του εθνικισμού και θα εκδόσει το 1872 ειδική Συνοδική Καταδίκη του Εθνοφυλετισμού (ρατσισμού), όπου ο «φυλετισμός» χαρακτηρίζεται αίρεση και οι πιστοί καλούνται να τον καταπολεμήσουν. Η  εγκύκλιος αυτή θα ενοχλήσει σφόδρα όλους τους εθνικιστές της περιοχής, τους Βούλγαρους, τους Ρουμάνους αλλά και τους ελλαδικούς Έλληνες, οι οποίοι παρανόμως (με βάση το εκκλησιαστικό δίκαιο)  είχαν κηρύξει το 1833 το Αυτοκεφάλο της Ελλαδικής Εκκλησίας….»

Eπίλογος

Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες,  θα επιτρέψει την ψύχραιμη αποτίμηση του παρελθόντος. Παράλληλα, θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα περιορίσει τον  ένθεν κακείθεν εθνικιστικό εξτρεμισμό,  θα επιδράσει ευνοϊκά στις  ανθρώπινες κοινότητες που παραμένουν μέχρι σήμερα και   διεκδικούν και στις δύο χώρες τα στοιχειώδη δικαιώματα, όσον αφορά το σεβασμό της ταυτότητάς τους…

———————————

Διαβάστε επίσης:

.

1) Οι Ελληνες στη FYROM (Π.Γ.Δ.Μακεδονίας)
 
https://kars1918.wordpress.com/2010/01/13/fyrom-greeks/
.
2) «Macedonia timeless»
https://kars1918.wordpress.com/2009/01/18/macedonia-timeless/
 .

Παντελής Μ. Νίγδελης, Η Ρωμαϊκή Μακεδονία (168 π.Χ. – 284 μ.Χ.)

http://www.imma.edu.gr/imma/history/03.html

.
Για την Οθωμανική Μακεδονία (τέλη ΙΔ’ – τέλη ΙΖ’ αιώνα)
διαβάστε το κείμενο του Φωκίωνα Κοτζαγεώργη:
http://www.imma.edu.gr/imma/history/06.html
.
Μακεδονία Βιλαέτια Μακεδονίας

Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, το βιλαέτι Σκοπίων (Κόσόβου) υπάγεται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της τουρκικής κρατικής διοίκησης, στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Η Μακεδονία περιλάμβανε λοιπόν την εποχή αυτή τα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηριού και του Κοσόβου.

http://yaunatakabara.blogspot.gr/2014/04/blog-post_22.html

Advertisements

24 Σχόλια

  1. MIA ENDIAFEROYSA APOCH APO THN FYROM
    ——————————————————————–

    Σκόπια: Δηλαδή, θα πούμε αντίο στο Πιρίν και στο Αιγαίο;

    Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017 http://www.echedoros-a.gr (Στοιχεία από novamakedonija.com.mk, από το άρθρο του Πάντε Κολεμισέφσκι)

    Πρέπει η «Μακεδονία» να υποταχθεί στην σκληρή πραγματικότητα που δεν την ευνοεί; Θα αλλάξει το Σύνταγμά της με όλους τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την αλλαγή;

    Αλλά, το μεγάλο ερώτημα είναι εάν αντί της Σολούν, του Κουκούς, του Βόντεν και της Λερίν, θα αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε επίσημα μόνο ελληνικά τοπωνύμια: δηλαδή, Θεσσαλονίκη, Κιλκίς, Έδεσσα και Φλώρινα;

    Σε τι θα πρέπει οι πολίτες μας να είναι έτοιμοι από την υπογραφή των συμφωνιών με τη Βουλγαρία και την Ελλάδα;

    Πρώτον,

    είναι αναμφισβήτητο ότι η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» θα λάβει ένα νέο όνομα που θα συμφωνηθεί και από τις δύο πλευρές, με την ανιδιοτελή βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ, που πρόκειται για ένα ήδη συμφωνημένο όνομα.

    Η νέα ονομασία θα είναι για ευρύτερη διεθνή χρήση προς όλους και για όλα- erga omnes. Η τρέχουσα άποψη είναι ότι δεν θα αλλάξει το σύνταγμά μας γιατί αποτελεί κόκκινη γραμμή, αν και η εμπειρία έχει δείξει ότι αυτές οι κόκκινες γραμμές έχουν ξεθωριάσει.

    Το δίλημμα παραμένει ανοικτό αν είναι δυνατόν για μια τόσο δραματική αλλαγή στο όνομα, να μην αλλάξει το Σύνταγμα του κράτους.

    Σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες και αξιώσεις, η χώρα μας μπορεί να διασφαλίσει ότι το Σύνταγμα δεν θα αλλάξει, σύμφωνα με άλλους, είναι αδύνατον το νέο όνομα να μην υποδηλώνει μια σειρά αλλαγών, τόσο στο Σύνταγμα όσο και σε μια σειρά νόμων.

    Η υπόθεση είναι ότι στο παιχνίδι μπορεί να παρουσιασθεί ένας διπλός τύπος- ένα όνομα για εξωτερική χρήση και ένα εγχώριο, αλλά οι περισσότερες πηγές λένε ότι αυτό είναι απαράδεκτο για την Ελλάδα.

    Δεύτερον,

    θεωρείται ιστορικά και συναισθηματικά μια θαμμένη ιστορία, στους αιώνες των αιώνων, αφού το όνειρό μας για μια ενωμένη Μακεδονία, η συγχώνευση δηλαδή των τριών τμημάτων, του Βαρδάρη, του Πιρίν και της Μακεδονίας του Αιγαίου και αυτή τη φορά θεωρείται ως μια σοβαρή λανθασμένη αντίληψη (εξέλιξη), για την οποία άνθρωποι σάπισαν στις φυλακές.

    Τρίτον,

    έρχεται το τέλος του συνθήματος «Σολούν ε μας» [η Θεσσαλονίκη είναι δική μας], που από τις φαντασιώσεις πολιτικών κερδοσκόπων και πολιτικών είχε αναστηθεί (το σλόγκαν) κατά τη διάρκεια της ανεξαρτησίας μας, μάλλον έφερε βλάβη παρά όφελος.

    Τέταρτον,

    η συμφωνία με την Ελλάδα, εκτός από την αντιμετώπιση και οριστική παύση των ιστορικών συνεπειών του εμφυλίου πολέμου και την έξοδο των «Μακεδόνων» [Σλάβων) από την Μακεδονία του Αιγαίου, θα υπάρξει ένα πιθανόν ζήτημα, το οποίο δεν είναι γνωστό πως θα λυθεί και για το οποίο από τα την πλευρά μας κανείς δεν άνοιξε.

    Δεν σχετίζεται με το όνομα, όσο με τη γλώσσα και την ταυτότητα και με τα πράγματα που προκύπτουν από αυτό. Με βαριά καρδιά μπορεί να ειπωθεί ότι η γλώσσα δεν είναι πρόβλημα σε γενικές γραμμές, ούτε το όνομα σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα θα είναι πως θα καθορισθούν τα πραγματικά τοπωνύμια, οι πόλεις και τα χωριά.

    Για παράδειγμα, στα σχολεία μας, σε όλες τις επίσημες ομιλίες, σε όλες τις εφημερίδες της χώρας μας, στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και σε όλα τα γραπτά κείμενα, τα μέρη και οι τοποθεσίες στην Ελλάδα θα πρέπει να καθορίζονται με σλαβικά ή ελληνικά ονόματα;

    Θα έχουμε το δικαίωμα τη Σολούν να τη λέμε Σολούν ή να την λέμε Θεσσαλονίκη, το Κουκούς να το λέμε Κουκούς ή ως Κιλκίς, τα Βόντεν ως Έδεσσα, τη Λερίν ως Φλώρινα;

    Το ίδιο ισχύει και τα τα τοπωνύμια στα οποία γεννήθηκαν χιλιάδες Σλάβοι, τώρα πολίτες μας, ή απόγονοί τους, ή βρίσκονται στη διασπορά.

    Θα απαγορευθεί η εγγραφή του όρου ‘Μακεδονία του Αιγαίου» και θα χρησιμοποιείται με την τοπολογία ‘Βόρεια Ελλάδα’, ή θα υπάρξει λύση να γράφονται και τα δύο ονόματα και το ένα σε παρένθεση;

    Αναμφισβήτητα, το νέο πολιτικό δόγμα στα Βαλκάνια είναι να αφεθεί το παρελθόν στην ιστορία και όλα τα βλέμματα να στραφούν προς το μέλλον.

    Είναι, επίσης, αμφίβολο ότι η πραγματικότητα είναι από την πλευρά του ισχυρότερου.

    …Βούλγαροι και Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, μιλούν συχνά, για δίκαιες λύσεις στην αντιμετώπιση των σχέσεων.

    Πράγματι, τι θα ήταν δίκαιο;

    Θα ήταν καλύτερο για τη Βουλγαρία και την Ελλάδα να αναγνωρίσουν τη χώρα μας με το συνταγματικό της όνομα, να αναγνωρίσουν την ταυτότητα και την αυτονομία του «μακεδονικού» λαού, να αναγνωρίσουν τη γλώσσα και να επιβεβαιώσουμε ότι τα σημερινά σύνορα είναι καθοριστικά.

    Αυτός είναι ο ευκολότερος τρόπος για να επιλυθεί το μακεδονικό ζήτημα και όλα τα σχετικά με αυτό. Μετά θα μπορούσαν να επιλυθούν όλα, αλλά υπάρχει τίποτε που είναι δίκαιο στην πολιτική;

    (Στοιχεία από novamakedonija.com.mk, από το άρθρο του Πάντε Κολεμισέφσκι)

    http://www.anixneuseis.gr/?p=183044

  2. http://www.protothema.gr/stories/article/752551/to-makedoniko-zitima-apo-to-1941-os-to-1945/

    Το Μακεδονικό Ζήτημα από το 1941 ως το 1945
    Μιχάλης Στούκας20/01/2018

    Το «Μακεδονικό Ζήτημα» από τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως το 1939
    Η τριπλή κατοχή της Μακεδονίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η δράση των ανταρτών – Η δημιουργία της «Μακεδονίας» από τον Τίτο – Η στάση του Κ.Κ.Ε.

    Όπως είδαμε στο άρθρο μας για το μακεδονικό ζήτημα την προηγούμενη εβδομάδα, ήδη από το 1934 το Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας σχεδίαζε την ίδρυση στο μέλλον «Μακεδονικού» Κομμουνιστικού Κόμματος στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας. Το ίδιο έτος, εισάγεται και η θεωρία περί «(Σλαβο)μακεδονικού έθνους».

    Να σημειώσουμε εδώ, ότι και ο όρος Σλαβομακεδόνες όπως γράφει ο Σαράντος Καργάκος στο βιβλίο του «Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην Εμπλοκή των Σκοπίων», είναι ιστορικά αστήρικτος.
    Τον όρο «Σλαβομακεδόνες», εισήγαγε ο πανσερβιστής ιστορικός και γεωγράφος Γιοβάν Σβίγιτς, καθηγητής πανεπιστημίου στο Βελιγράδι, στο έργο του «La Peninsule Balkanique” («Η Βαλκανική Χερσόνησος»), Παρίσι 1918.

    Επίσης, σε όσα γράψαμε για την προπολεμική ονομασία της FYROM, να προσθέσουμε ότι πριν ονομαστεί Vardarska Banovina, ονομάζονταν Νότια Σερβία…

    Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Η κατοχή της Μακεδονίας από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους

    Με την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, το μακεδονικό ζήτημα ήρθε πάλι στην επιφάνεια. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι Γερμανών και Ιταλών, επιδίωξαν να λυθεί το ζήτημα, με βάση τα συμφέροντά τους.

    Βουλγαρικά στρατεύματα

    Μετά την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα την άνοιξη του 1941, η επιβολή της νέας τάξης πραγμάτων, καθορίστηκε μετά από διαπραγματεύσεις των Ribbentrop και Ciano στη Βιέννη.

    Με τη συμφωνία της 24ης Απριλίου 1941, οι αλβανόφωνες περιοχές Tetovo, Gostirar, Kicevo, Debar και Struga, η λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών, πέρασαν στην κατοχή της Ιταλίας.

    Το υπόλοιπο τμήμα της σερβικής «Μακεδονίας» δόθηκε στη Βουλγαρία, η οποία σε αντιστάθμισμα για τις περιοχές που δόθηκαν στην Ιταλία, πήρε τις σερβικές περιοχές του Pirot και του Yranje, όπως και το ορυχείο χρωμίου βόρεια του Ljuboten. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σερβικής «Μακεδονίας» και του Μαυροβουνίου, προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτελούσαν τμήματα της «Μεγάλης Αλβανίας».

    Είναι βέβαια παράδοξο το γεγονός ότι η Αλβανία δεν έχασε εδάφη μεταπολεμικά, καθώς ήταν σύμμαχος των δυνάμεων του Άξονα. Και με ιταμό τρόπο σήμερα, προβάλλει ανιστόρητες διεκδικήσεις και προς την χώρα μας… Άλλο ένα επίτευγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής…

    Ο νομός Καστοριάς, τα Γρεβενά, η Σιάτιστα και μέρος του νομού Φλωρίνης, βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή. Η Κεντρική Μακεδονία (και η Θεσσαλονίκη), η Φλώρινα και τμήμα του νομού Κοζάνης ήταν υπό γερμανική κατοχή, ενώ ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία υπό βουλγαρική κατοχή.

    Η Βουλγαρία, έδωσε χαρακτήρα προσάρτησης στις νέες περιοχές. Χωρίστηκε σε 4 διοικητικές περιφέρειες (Σόφιας, Σκοπίων, Μοναστηρίου και Ξάνθης). Παράλληλα, διεκδικούσε τη Θεσσαλονίκη και τη Φλώρινα και ανέπτυξε μια έντονη βουλγαρική προπαγάνδα στη Δυτική Μακεδονία, με ορμητήριο τη βουλγαρική Λέσχη που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 24/5/1941 και το γραφείο του Βούλγαρου στρατιωτικού συνδέσμου στον Γερμανό στρατιωτικό Διοικητή Θεσσαλονίκης – Αιγαίου Kurt von Krensky, συνταγματάρχη Ivanov.

    Ο Krensky, προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι απαγόρευσε τη λειτουργία βουλγαρικών σχολείων και εκκλησιών στη Δυτική Μακεδονία.

    Ο ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία – Η Ιταλική αντίδραση

    Στα τέλη του 1942 – αρχές του 1943, έκαναν την εμφάνισή τους στη Δυτική Μακεδονία, οι πρώτες αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, που αποτελούσαν απειλή και για τους ίδιους τους Ιταλούς.

    Στην Καστοριά, είχε εγκατασταθεί το ιταλικό σύνταγμα «Pinerolo», που είχε δύναμη 4.000 άνδρες.

    Τους αντάρτες βοηθούσαν οι Έλληνες της Μακεδονίας και οι ελληνόφρονες Σλαβόφωνοι και Βλαχόφωνοι, ενώ άρχισαν να προσχωρούν σ’ αυτούς και οι ελληνικές αστυνομικές δυνάμεις. Θορυβημένοι οι Ιταλοί, ζήτησαν τη βοήθεια των ντόπιων «Βουλγαρίζοντων» Σλαβόφωνων, οι οποίοι, έχοντας πλέον και την ιταλική υποστήριξη, μπορούσαν να στραφούν εναντίον όχι μόνο του ελληνικού πληθυσμού αλλά και κατά των ελληνόφρονων Σλαβόφωνων.

    Από τις αρχές του 1943, οι Ιταλοί άρχισαν τις εκτελέσεις Ελλήνων στη Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα, ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους στην Καστοριά και άρχισαν να διανέμουν όπλα στους βουλγαρίζοντες.

    Στις 5 Μαρτίου 1943, ιδρύθηκε στην Καστοριά «Βουλγαρικό – Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο» ,με πρόεδρο τον Παντελή Μακρή (Pando Makriev), από τη Μεσοποταμία και αντιπρόεδρο τον Λουκά Διαμανίδη (Luka Dimanov) από την Κρανιώνα Καστοριάς.
    Σκοπός του ήταν η καθοδήγηση της ένοπλης δράσης των βουλγαριζόντων. Σύντομα, ζήτησε από τη βουλγαρική κυβέρνηση την ένωση με τη Βουλγαρία. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Filovio, o υπουργός Πολέμου Daskalov και ο υπουργός Εξωτερικών Popov, φάνηκαν επιφυλακτικοί.

    Τα μέλη του κομιτάτου, εξοπλίστηκαν από τους Ιταλούς. Στα μέσα Απριλίου 1943, 1600 «βουλγαρίζοντες» συγκρότησαν την Οχράνα, ένα είδος αστυνομικής δύναμης. Τα μέλη της Οχράνα χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες, στα μετακινούμενα και τα αμετακίνητα αποσπάσματα, φορούσαν δίκωχο με τα αρχικά «IBK – SIM» – Italo Balgarski Komitet, Svoboda ili Smart (Ιταλο-Βουλγαρικό Κομιτάτο, «Ελευθερία ή Θάνατος»). Αποστολή τους ήταν η καταδίωξη των ελληνικών ένοπλων τμημάτων στο νομό, σύντομα ωστόσο μετατράπηκαν και σε καταδότες Ελλήνων και «γραικομάνων» (σλαβόφωνοι της Μακεδονίας που δεν συντάσσονταν με τις βουλγαρικές απαιτήσεις), με αντιστασιακή δράση.

    Έτσι, το χωριό Αγία Κυριακή με 80 σπίτια και 420 κατοίκους, ισοπεδώθηκε από την ιταλική αεροπορία και το πυροβολικό μετά από υπόδειξη των Οχρανιτών. Ακολούθησαν και άλλα χωριά. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Γερμανοί κατέλαβαν τις περιοχές που βρίσκονταν υπό ιταλική διοίκηση.

    Η Οχράνα, που βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης ανασυγκροτήθηκε και συνέχισε τη δράση της.

    Οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν στους Βουλγάρους να προσαρτήσουν επίσημα τα τμήματα της Μακεδονίας που είχαν καταλάβει. Η γερμανική εφημερίδα «Neues Winer Tageblatt» έγραφε στις 16/1/1943:

    «Μολονότι οι περιοχές του Αιγαίου και της βόρειας Μακεδονίας (που ανήκε στη Γιουγκοσλαβία από το 1913) τέθηκαν υπό βουλγαρική διοίκηση… οποιαδήποτε οριστική διευθέτηση αφέθηκε για το μέλλον».

    Ωστόσο, οι Βούλγαροι θεωρούσαν τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία τμήμα της χώρας τους. Τη χώρισαν σε δύο επαρχίες, των Σκοπίων και του Μοναστηρίου και έστειλαν αξιωματούχους για να τις διοικήσουν. Η συμπεριφορά τους προς τους κατοίκους των περιοχών αυτών ήταν τόσο απάνθρωπη που ακόμα και ο βουλγαρικός Τύπος επέκρινε τη σκληρότητά τους.

    Όπως γράφει η Elizabeth Barker στο βιβλίο της «Η Μακεδονία στις Διαβαλκανικές Σχέσεις και Συγκρούσεις», «ο πληθυσμός της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας δεν προέβαλε αρχικά αντίσταση στη βουλγαρική κατοχή. Πιθανότατα ορισμένοι κάτοικοι ικανοποιήθηκαν από την έλευση των Βουλγάρων. Σε αντάλλαγμα για τη στάση του αυτή, οι βουλγαρικές αρχές κατοχής υιοθέτησαν σχετικά μετριοπαθή πολιτική. Ωστόσο, ο πληθυσμός απογοητεύτηκε σταδιακά από τη βουλγαρική κατοχή, ίσως λόγω του υπερβολικού εθνικισμού που διέκρινε τον μέσο Βούλγαρο αξιωματικό του στρατού ή διοικητικό υπάλληλο». Και παρακάτω:

    «Δε χωρά αμφιβολία ότι οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής συμπεριφέρθηκαν πολύ σκληρότερα στην ελληνική Ανατολική Μακεδονία, όπου το σλαβομακεδονικό στοιχείο ήταν μηδαμινό απ’ ότι στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Σύμφωνα με Βρετανό παρατηρητή, τους πρώτους μήνες της κατοχής οι Βούλγαροι εξόντωναν τον ελληνικό πληθυσμό των βορειανατολικών επαρχιών και στα τέλη του 1942 παγίωναν τον εκβουλγαρισμό της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης δημεύοντας τις γαίες όσων Ελλήνων εγκατέλειπαν τη χώρα και επιστρατεύοντας ή μεταφέροντας ως ομήρους όσους έμεναν πίσω.

    Σύμφωνα εξάλλου με εμπεριστατωμένες ελληνικές αναφορές, οι Βούλγαροι προκάλεσαν σοβαρές υλικές καταστροφές πριν από την αποχώρησή τους το 1944. Μετά την αλλαγή στρατοπέδου της Βουλγαρίας, τον Σεπτέμβριο του 1944, η βουλγαρική κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου αρνήθηκε τις κατηγορίες αυτές».

    Και φυσικά, ούτε η Βουλγαρία πλήρωσε το τίμημα για τη σύμπλευσή της με τις δυνάμεις του Άξονα και όσα δεινά προκάλεσε στους Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης…
    Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, «η μοναδική ελληνική εθνικιστική ομάδα που δρούσε» (E. Barker) είχε ως αρχηγό τον Αντών Τσαούς (Αντώνης Φωστερίδης 1912-1979), που αγωνιζόταν για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και της Θράκης και ήταν αρνητικός απέναντι στους Γερμανούς, τους Βουλγάρους και τους Έλληνες κομμουνιστές. Ξεκίνησε τη δράση του στα τέλη του 1943, έχοντας υποστήριξη από τους Βρετανούς.

    Βέβαια, το ΕΑΜ κατηγόρησε τον Φωστερίδη (ο οποίος μεταπολεμικά εκλέχθηκε βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό) για συνεργασία με τους Βούλγαρους .
    Κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε ,όμως οι κατηγορίες επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα.

    Ο Αντώνης Φωστερίδης

    Το ΚΚΕ και το «Μακεδονικό» ζήτημα από το 1941 ως το 1945 – Η ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας»

    Το ΚΚΕ που είχε εν μέρει απαλλαγεί από το «βάρος» του «Μακεδονικού» κατόρθωσε να αποφύγει την εμπλοκή του ως το καλοκαίρι του 1943. Στην προσπάθειά του όμως να οργανώσει αντίσταση στην (ελληνική) Μακεδονία, βρέθηκε αντιμέτωπο με την οργάνωση Υ.Β.Ε. («Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος»), η οποία μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Π.Α.Ο. («Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση»).

    Το ΕΑΜ κατηγόρησε την οργάνωση αυτή για συνεργασία με τους Γερμανούς. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943 κατόρθωσε να εξουδετερώσει τις δυνάμεις του Π.Α.Ο. Επίσης, εξουδετέρωσε και ορισμένες άλλες οργανώσεις μικρότερης «εμβέλειας».

    Στο μεταξύ, στο τέλος Φεβρουαρίου 1943, έφτασε στη γιουγκοσλαβική «Μακεδονία» ο απεσταλμένος του Τίτο, Μαυροβούνιος Σφέτοζαρ Βουκμάνοβιτς γνωστός στο ανταρτικό κίνημα ως «Τέμπο». Αμέσως, έστειλε επιστολή στα μέλη του «μακεδονικού» τμήματος του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, προτρέποντας να συγκροτηθούν αντάρτικες ομάδες καθώς και προς τα μέλη του «Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού της Μακεδονίας», ο οποίος μαζί με τους αντίστοιχους στρατούς της υπόλοιπης Γιουγκοσλαβίας και όλων των Βαλκανίων θα αγωνιστεί για την άνευ όρων εθνική απελευθέρωση του μακεδονικού λαού».

    Μετά την αναδιοργάνωση του ανταρτικού κινήματος στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ο Τέμπο ήρθε σε επαφή με τους Αλβανούς αντάρτες του Εμβέρ Χότζα και στη συνέχεια ήρθε στην Ελλάδα όπου συναντήθηκε με μέλη του Κ.Κ.Ε.

    Στόχος του «Τέμπο», ήταν να πείσει τους Έλληνες Κομμουνιστές να αναγνωρίσουν στους Σλαβομακεδόνες το δικαίωμα να οργανώσουν χωριστές αντάρτικες ομάδες, υπό κομμουνιστική ηγεσία. Τα μέλη του Κ.Κ.Ε. συμφώνησαν, έχοντας κάποιες επιφυλάξεις. Έτσι δημιουργήθηκε το SNOF («Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο»). Η ίδρυση του SNOF, δεν δημοσιοποιήθηκε παρά αρκετούς μήνες αργότερα. Στη θέση του στρατιωτικού ηγέτη των μονάδων του SNOF, διορίστηκε ένας «Σλαβομακεδόνας», ο Goci ή Goce (Ηλίας Δημάκης), ενώ ένας κομμουνιστής από τη Μακεδονία, ο Ανδρέας Τζήμας, ενεργούσε ως κύριος αξιωματικός σύνδεσμος μεταξύ του SNOF και των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Ο ρόλος που διαδραμάτισε το βουλγαρικό ΚΚ στην ίδρυση του SNOF, δεν είναι ξεκάθαρος.

    Ο Ανδρέας Τζήμας

    Ας δούμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον Ηλία Δημάκη της SNOF.

    Γεννήθηκε, πιθανότατα το 1909, στη Φλώρινα ή την Καστοριά. Ήταν αρτεργάτης, επιρρεπής στο κρασί και χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις σε κάποιον τομέα.

    Τον Σεπτέμβριο του 1944, ήταν διοικητής ενός «σλαβομακεδονικού» τάγματος του ΕΛΑΣ, που ενισχύθηκε μυστικά με άνδρες των βουλγαρικών σωμάτων ασφαλείας. Στις 4 Οκτωβρίου 1944, μονάδες του SNOF, υπό την ηγεσία του, κήρυξαν τη Δυτικά Μακεδονία ως ανεξάρτητο κράτος. Το Κ.Κ.Ε. δεν αναγνώρισε την ενέργεια αυτή και ο Δημάκης με 800 άνδρες κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

    Στο μεταξύ, οι σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και του SNOF ήταν τεταμένες, ήδη από την άνοιξη του 1944. Οι ηγέτες του SNOF, στρέφονταν αναζητώντας πολιτικά στελέχη, περισσότερο στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, παρά στο ΚΚΕ. Το καλοκαίρι του 1944, μονάδες του SNOF υπό την ηγεσία του Goce συγκρούστηκαν, τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις με δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

    Στις 2 Αυγούστου 1944, κατά την 41η επέτειο από την εξέγερση του Ίλιντεν, πραγματοποιήθηκε στο μοναστήρι Πρόχορ Πτσίνσκι κοντά στο Κουμάναβο, η πρώτη αντιφασιστική συνέλευση της «Μακεδονίας» (ΑΣΝΟΜ), η οποία έβαλε τις βάσεις για την ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και την ένταξή της στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

    Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944, η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, αφού ήδη είχε ολοκληρωθεί η αποχώρηση του γερμανικού στρατού από τη Βουλγαρία, η κυβέρνηση της χώρας υπό τον Muraviev, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 ο σοβιετικός στρατός εισήλθε στη Βουλγαρία.

    Στο μεταξύ, οι Γερμανοί διέλυσαν την Οχράνα, τα μέλη της οποίας διασκορπίστηκαν. Κάποιοι εντάχθηκαν στον SNOF.

    Όπως γράφει ο καθηγητής Σπυρίδων Σφέτας, η ίδρυση του SNOF είχε συζητηθεί τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1943, ανάμεσα στον Λεωνίδα Στρίγκο (ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ) και τον πολιτικό επίτροπο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας Cvetko Uzunovski (γνωστό με το ψευδώνυμο Abbas).

    Ο Λεωνίδας Στρίγκος

    Η «Μακεδονία» του Τίτο, όπως φαίνεται, δεν περιλάμβανε μόνο το γιουγκοσλαβικό τμήμα. Στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη Γιουγκοσλαβία, μπήκαν στην ελληνική Μακεδονία και προπαγάνδιζαν ότι ο «μακεδονικός λαός» στην Ελλάδα, δεν πρέπει να αγωνιστεί για ισοτιμία, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, αλλά για αυτοδιάθεση και συνένωση, για μια «Λαϊκή δημοκρατία της Μακεδονίας», κατά το γιουγκοσλαβικό πρότυπο.

    Ιδιαίτερη δράση, ανέπτυξε ο Πασχάλης Μητρόπουλος, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενέργειες του, τα σλαβόφωνα τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ μετονομάστηκαν το 1944 (Μάρτιος), σε ΣΝΟΒ (slavomakedonska narodna osloboditelna vojska – σλαβομακεδονικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός). Τον Μάιο του 1944, η SNOF διαλύθηκε και εντάχθηκε στο ΕΑΜ.

    Στις 20 Ιουνίου 1944, ο Ανδρέας Τζήμας ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ έφτασε στο στρατηγείο του Τίτο και απέκτησε επαφή με την σοβιετική αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο στρατηγός Korneev.

    Σε έκθεσή του προς τον Korneev (29/6/1944), δεν δέχεται τις κατηγορίες που εξαπέλυαν οι Γιουγκοσλάβοι προς το ΚΚΕ και επισημαίνει τον κίνδυνο να «χαθεί» η στήριξη του ελληνικού λαού προς το ΚΚΕ με την επιμονή του Τίτο για την ίδρυση ανεξάρτητης μακεδονικής δημοκρατίας.

    Τον Ιούνιο του 1944, η ΚΕ του ΚΚΕ, επέτρεψε την επάνοδο των σλαβόφωνων που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία, με τον όρο να κάνουν την αυτοκριτική τους.
    Στις 16 Ιουνίου 1944, ιδρύθηκε ξεχωριστό σλαβομακεδονικό τάγμα στην περιοχή Αριδαίας – Έδεσσας στα πλαίσια του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, είχε ο Μάρκος Βαφειάδης, με ενέργειες του οποίου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εξέδωσε τη σχετική διαταγή , παρά την αντίθετη άποψη του Μακεδονικού Γραφείου. Η ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και η ανάδειξη στην ηγεσία της, ατόμων που επιδίωκαν την συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την κεντρική γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, δημιούργησε νέα δεδομένα.

    Ο Μάρκος Βαφειάδης

    Θορυβημένο το ΚΚΕ, αποφάσισε να σταματήσει τη στρατολόγηση των Σλαβομακεδόνων (Σερβομακεδόνες είναι ο όρος που χρησιμοποιεί το ΚΚΕ στα έγγραφα της εποχής), Άνδρες του Goce (Ηλία Δημάκη) και το σλαβόφωνο Τάγμα Αριδαίας – Έδεσσας, με δύναμη 545 ανδρών, έφυγαν κρυφά για τη Γιουγκοσλαβία. Από αυτούς, συγκροτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1944 στο Μοναστήρι η «Πρώτη Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», σκοπός της οποίας ήταν η «απελευθέρωση της Μακεδονίας του Αιγαίου».

    Διοικητής της ήταν ο Ηλίας Δημάκης (Ilija Dimovsk -Goce), υποδιοικητής ο Ναούμ Πέγιος (Naum Pejor), πολιτικός επίτροπος ο Μιχάλης Κεραμιτζής (Mijailo Keramidziev) και υποεπίτροπος ο Βαγγέλης Αγιάννης (Vangel Ajanovski-Oce). Στα στρατόπεδα του Stip και των Σκοπίων, εισέρρεαν μετανάστες στη Βουλγαρία από την ελληνική Μακεδονία κατά το Μεσοπόλεμο και εμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές, δήλωναν πρόθυμοι να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

    Τα σχέδια αυτά, είχαν τη στήριξη του προέδρου της γιουγκοσλαβικής «Μακεδονίας» Metodija Andonov-Cento και του Γενικού Στρατηγείου της (Apostolski-Uzunovski ). Θορυβημένος ο Τίτο, κάλεσε τον Νοέμβριο του 1944 τον Πασχάλη Μητρόπουλο στο Βελιγράδι, για να του επισημάνει ότι είναι πρόωρο το ζήτημα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Παρά τις οδηγίες του Τίτο, ο Μητρόπουλος προχώρησε στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στη συγκρότηση της «Πολιτικής Επιτροπής της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στην Αθήνα, είχαν ξεκινήσει τα Δεκεμβριανά. Η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» ετοιμαζόταν να κατέβει στην Ελλάδα για να πολεμήσει ως «μακεδονικός στρατός» μαζί με τον ΕΛΑΣ εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο.

    Η Αιγαιακή Ταξιαρχία

    Ο Ανδρέας Τζήμας, βλέποντας ότι αν η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» ερχόταν στην Ελλάδα, θα καταλάμβανε πόλεις της Μακεδονίας και θα στρεφόταν εναντίον του ΕΛΑΣ, πήγε στο Μοναστήρι (14/12/1944), και δήλωσε ότι η Ταξιαρχία ή θα πρέπει να παραδώσει τον οπλισμό της στον ΕΛΑΣ ή να διαλυθεί και να κατέλθει στην Ελλάδα για να πολεμήσει στο πλευρό του ΕΛΑΣ, εναντίον του Ζέρβα.

    Καθοριστική ήταν η παρέμβαση του αρχηγού της βρετανικής αποστολής στη Γιουγκοσλαβία Maclean προς τον Τίτο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι καμία στρατιωτική δύναμη δεν θα περάσει τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα για να κατέβει στη χώρα μας. Έτσι, η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», διαλύθηκε στις 6 Μαΐου 1945 και εντάχθηκε στον γιουγκοσλαβικό στρατό.

    Παράλληλα ο Τίτο, άρχισε να αποκτά τον απόλυτο έλεγχο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε, ήταν και η καταδίκη σε θάνατο όσων δεν επιθυμούσαν την ένταξη στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, αλλά την ανεξαρτητοποίηση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Ο πρώτος πρόεδρός της Μ. Α. Cento, ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που εκτελέστηκαν.

    Ο Τίτο

    Επίλογος

    Τα αυτονομιστικά κινήματα, των «Σλαβομακεδόνων» της ελληνικής Μακεδονίας, υποδαυλίστηκαν κυρίως από στρατιωτικούς συνδέσμους που δρούσαν στην περιοχή και είχαν πολύ μικρή απήχηση.

    Ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, αναφέρονται επίσης στην αυτονομιστική προπαγάνδα των Γιουγκοσλάβων πρακτόρων στη Μακεδονία. Άλλοι (Λ. Στρίγκος, Μ. Βαφειάδης), ρίχνουν ευθύνες στους Βρετανούς, κατηγορώντας τους για ενθάρρυνση αλυτρωτικών βλέψεων των Σλαβομακεδόνων σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Πρόκειται όμως μάλλον για απόψεις που πηγάζουν από τις προσωπικές τους προκαταλήψεις για τον ρόλο των Βρετανών.

    Ο Άγγλος λοχαγός P.H.Evans, στρατιωτικός σύνδεσμος στη Δυτική Μακεδονία (Μάρτιος – Δεκέμβριος 1944), είναι σαφής, στην απόρρητη έκθεση απολογισμού των δραστηριοτήτων του (1/12/1944), ότι δεν μπορεί να υπάρξει «ανεξάρτητη Μακεδονία» («There can be no independent Macedonia»).

    Στη διάρκεια της Κατοχής, το ΚΚΕ έδειξε ευαισθησία στο Μακεδονικό Ζήτημα. Το μεγάλο του λάθος, ήταν η αναγνώριση ύπαρξης «μακεδονικού έθνους». Και όπως γράφει ο Σπυρίδων Σφέτας:

    «Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη Βάρκιζα και ο εμφύλιος πόλεμος, έφεραν την ηγεσία του ΚΚΕ μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις και κατέστησαν το Μακεδονικό την αχίλλειο πτέρνα του».

    Πηγές:
    ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΦΕΤΑΣ, «ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ, 2010
    ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΜΠΑΡΚΕΡ, «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΑ», Εκδόσεις Παρατηρητής, 1996
    Β. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ», Αθήνα 1992
    ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ», εκδόσεις GUTENBERG, 1992
    «ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΜΟΣ: Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ 1944-2006», ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, εκδόσεις ΕΦΕΣΟΣ 2007 (διαθέσιμο και στο διαδίκτυο)

  3. Περί Σλαβομακεδόνων

    Ο όρος «Σλαβομακεδόνες» εφευρέθηκε κυρίως για να χρησιμοποιηθεί ως φερετζές για να κρυφθεί η προνεωτερική εθνοτική (ethnic) βουλγαρική ταυτότητα των «σλαβόφωνων» κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας. (…)

    Το 1860 ο Βέρκοβιτς δημοσίευσε τα τραγούδια που συνέλεξε σε ένα βιβλίο με τίτλο “Narodne Pesme Makedonski Bugara” («δημοτικά τραγούδια των Μακεδόνων Βουλγάρων») και δικαιολόγησε τον τίτλο στον πρόλογο του βιβλίου λέγοντας «ονόμασα αυτά τα τραγούδια Βουλγαρικά και όχι Σλαβικά διότι εάν ρωτήσεις σήμερα έναν Σλαβομακεδόνα «τί είσαι;» θα σου απαντήσει ευθύς αμέσως «είμαι Βούλγαρος [Bolgarin] και η γλώσσα μου είναι Βουλγαρική [Bolgarski]». (…)

    Από τα τραγούδια που συνέλεξε ο Verković (και τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ) έχουν ενδιαφέρον αυτά που έχουν σαν θέμα «τα τρία κορίτσια» από την Μακεδονία εκ των οποίων μία είναι Ρωμιά (Grkinka), η άλλη Βλάχα (Vlahinka) και η τρίτη είναι η «Θοδώρα η Βουλγάρα» (Todora Bulgarka) που εμφανίζεται και μόνη της σε άλλα τραγούδια όπου επαινείται για την ομορφιά της.

    (…)

    o Τούρκος Αλί ζητά την Βουλγάρα Γκίνα να «τουρκέψει» (ασπαστεί το Ισλάμ), να γίνει γυναίκα του και να πάρει το τούρκικο όνομα Αΐσα,

    (…)

    Ανάλογα παραδοσιακά τραγούδια συνέλεξαν και οι αδελφοί Μιλαντίνωφ (Dimitar & Konstantin Miladinov) από την Στρούγγα της Οχρίδας. Ο τίτλος με την οποία οι Μιλαντίνωφ ονόμασαν την συλλογή τους είναι “Bugarski narodne pesni” (= «Βουλγαρικά Παραδοσιακά Τραγούδια»). Την συλλογή των τραγουδιών των Μιλαντίνωφ μπορείτε να την διαβάσετε εδώ. Στα τραγούδια αυτά διαβάζουμε για τις Βουλγαρες κοπέλες (Bugarskite momi) που έχουν κατακόκκινα μάγουλα σαν το μήλο της Οχρίδας (Ohritsko jabolko).

    (…)

    O Enicherev περιγράφει πως στον Πρίλαπο (Prilep) του 1867, οι μόνοι που είχαν πάψει να φορούν παραδοσιακές φορεσιές και είχαν υιοθετήσει ευρωπαϊκού τύπου ενδυμασία («ρούχα ραμμένα σε φραγγοράφτη» τα λέγαμε παλιά στην ελληνική, frank-tersi έλεγαν οι Βούλγαροι τον φραγγοράφτη, τερζής = ράφτης στα τούρκικα) ήταν «δύο Βούλγαροι, δυο Βλάχοι, δυο Τούρκοι και οι δύο «Γραικοί» δάσκαλοι».

    (…)

    Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που προκύπτουν διαβάζοντας τις 155 ιστορίες του Marko Cepenkov. H γλώσσα της διήγησης είναι η μητρική διάλεκτος του συγγραφέα, δηλαδή η σλαβομακεδονική διάλεκτος του Πριλάπου, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει Bugarcki («Βουλγαρική») και Našincki («η δικιά μας»). Σε πολλές ιστορίες παρουσιάζονται άτομα που δεν μιλάνε βουλγαρικά/σλαβομακεδονικά και ο Τσεπένκωφ παραθέτει φράσεις από την τουρκική, ελληνική, βλαχική και αλβανική γλώσσα. Ο Τσεπένκωφ επίσης αποδίδει λεπτομερώς τις διαλεκτικές ποικιλίες της Βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή τα λόγια ενός Šop αποδίδονται στην Šopski διάλεκτό του, τα λόγια ενός Βουλγάρου/σλαβομακεδόνα από το Mariovo στην τοπική διάλεκτο του Mariovo κοκ. Στην εθνοτική ορολογία του Τσεπένκωφ, ο όρος Bugarin («Βούλγαρος») αποδίδεται MONON στους ορθόδοξους σλαβομακεδόνες (θυμηθείτε το παρακάτω όταν θα διαβάσετε το γράμμα του Kuzman Shapkarev) ! Οι Βουλγαρόφωνοι πληθυσμοί που ζούσαν στο Σιοπλούκι (Šopluk) ονομάζονται «Σιόπηδες» (Šopi) και συχνά αντιπαραβάλλονται στους “Bugari”! Οι μουσουλμάνοι σλαβομακεδόνες επίσης δεν θεωρούνται “Bugari”, αλλά εν γένει Πομάκοι και “Torbeši” αν ήταν από την περιοχή της Δίβρας.

    (…)

    Οι Μακεδόνες Βούλγαροι της εποχής χρησιμοποιούν τρεις ποικιλίες της λέξης «Βούλγαρος» για τον αυτοπροσδιορισμό τους: Bugarin, Bolgarin και Bălgarin.

    (…)

    Ο Partenij Zografski από το Galičnik λ.χ. χρησιμοποίησε τον όρο “dolnobolgarski” («κάτω Βουλγαρική») για τις μακεδονικές διαλέκτους (και χαρακτήρισε την Μακεδονία σαν Stara Bolgaria «παλαιά Βουλγαρία»), ενώ ο Kuzman Šapkarev από την Οχρίδα σε γράμμα του στον Βούλγαρο γλωσσολόγο Marin Drinov το 1888 γράφει πως «ο απλός κόσμος [δυτικά του Αξιού] δεν γνωρίζει τον όρο «Μακεδόνες» που εισάχθηκε πρόσφατα όχι από δικούς μας λόγιους, αλλά από έξω, αλλά γνωρίζει τον παραδοσιακό όρο “Bugari” τον οποίο θεωρεί αποκλειστικά δικό του και ανεφάρμοστο στους άλλους Βούλγαρους τους οποίους ονομάζει “Šopi” και ονομάζει την γλώσσα του “Bugarski”, ενώ τις λοιπές βουλγαρικές διαλέκτους τις ονομάζει “Šopski”.

    (…)

    Το τραγούδι “Makedonija Stara Bălgaria” («Μακεδονία Παλαιά Βουλγαρία») τραγουδήθηκε και στην εξέγερση του Ίλιντεν την οποία οι σημερινοί εθνικά Μακεδόνες διδάσκονται ως «μακεδονική» εξέγερση (στην πραγματικότητα στο «παμμακεδονικό» κάλεσμα των Βουλγάρων αγωνιστών απάντησαν μόνο μερικοί Βλάχοι, όπως ο Pitu Guli που αναφέρεται στον εθνικό ύμνο της γειτονικής χώρας χωρίς να διδάσκεται ότι ο γιος του Στέριος αυτοκτόνησε μόλις έμαθε ότι οι παρτιζάνοι του Τίτο έδιωξαν τους Βούλγαρους «κατακτητές» το 1944).

    (…)

    Σε κάποια στιγμή, οι μακεδόνες Βούλγαροι λόγιοι τα έσπασαν με τους «μαυροθαλασσίτες» στο θέμα της κοινής βουλγαρικής γλώσσας. Οι μαυροθαλασσίτες πίστευαν αμετακίνητα ότι η δική τους διάλεκτος έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την κοινή βουλγαρική. Η πρόταση των μακεδόνων για επιλογή μιας μέσης βουλγαρικής διαλέκτου των κεντρικών βαλκανίων που θα ισαπείχε από τα δύο άκρα δεν έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός αισθήματος μακεδονικού τοπικισμού, το οποίο όμως, αντίθετα με αυτά που ισχυρίζονται μερικοί, δεν οδήγησε σε αποβολή της βουλγαρικής ταυτότητας. Όπως γράφει και ο Loring Danforth: «η αίσθηση ότι είναι Μακεδόνες και μόνο Μακεδόνες ήταν ακόμη φρέσκια το 1950» και, κατά συνέπεια, ήρθε μετά την ίδρυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

    (…)

    Βέβαια το χαρτί του «Μακεδονισμού» το έπαιξαν και οι τρεις μνηστήρες (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία). Η Ελλάδα και η Σερβία χρησιμοποίησαν τον όρο «σλαβομακεδόνες», για να αποκρύψουν τον βουλγαρικό χαρακτήρα του πληθυσμού, ενώ η Βουλγαρία εφηύρε τα συνθήματα «η Μακεδονία για τους Μακεδόνες», «η Θράκη για τους Θράκες» και «η Ντόμπρουτζα για τους Ντομπρουτζάνους» έτσι ώστε να φαίνεται λιγότερο απαιτητική στις επιδιώξεις της, αλλά και για να διατηρήσει την ολότητα του βουλγαρικού στοιχείου σε αυτές τις περιοχές. Χαρακτηριστικά, ο ιδρυτής της Εσωτερικής Θρακικής Επαναστατικής Οργάνωσης Τάνε Νικολώφ, φώναζε «η Θράκη για τους Θράκες» στο πατρικό του Χάσκοβο, μέχρι που κατέληξε «βοεβόδας» στην περιοχή Φλώρινας-Μοναστηρίου.
    Συχνά, το πιο δύσκολο προς κατανόηση είναι γιατί η αυτόνομη Μακεδονία βόλευε την Βουλγαρία (όταν η μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου έγινε απραγματοποίητο όνειρο).

    (…)

    Με άλλα λόγια, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα και η Σερβία προτιμούσαν τον διαμελισμό αυτής της ευρύτερης Μακεδονίας και την μετέπειτα αφομοίωση των θραυσμάτων του παραδοσιακού βουλγαρικού πληθυσμού, η αυτονομία της Μακεδονίας τουλάχιστον θα διατηρούσε την ακεραιότητα του βουλγαρικού της στοιχείου.
    Έτυχε να αναφέρω προηγουμένως ότι στο «παμμακεδονικό» κάλεσμα των Βουλγάρων για το Ίλιντεν απάντησαν μόνο μερικοί Βλάχοι. Ο ανθρωπολόγος Keith Brown δήλωσε ότι αισθάνθηκε έκπληξη όταν συνειδητοποίησε ότι οι Βλάχοι του Κρουσόβου μέχρι και τη δεκαετία του 1990, όταν μιλούσαν στη γλώσσα τους δεν διαχώριζαν μεταξύ «εθνικά Μακεδόνων» και Βουλγάρων, αλλά χρησιμοποιούσαν τον όρο «Βίργκαρι» («Βούλγαροι») και για τους δύο.

    Εγώ προσωπικά δεν εξεπλάγην αφενώς διότι ξέρω ότι το παραδοσιακό εξωνύμιο των Ρωμιών της Μακεδονίας για τους «Σλαβομακεδόνες» ήταν «οι Βουργάρ΄» και «τα βουργάρ΄κα» για τη γλώσσα τους, εφετέρου δε διότι την πληροφορία του Keith Brown την πρωτοδιάβασα στην ιστοσελίδα του Αστέριου Κουκούδη:
    Οι Βλάχοι είχαν και έχουν μέχρι και σήμερα σαφείς όρους για τον προσδιορισμό και υπόλοιπων κατοίκων των Βαλκανίων. Με την ίδια βιωματική πολιτική αντίληψη οι Βλάχοι χαρακτήριζαν ως Τούρκους όλους τους Βαλκάνιους μουσουλμάνους. Αν και ανάμεσα στους διάφορους μουσουλμάνους αναγνώριζαν κάποιες μη τουρκόφωνες γλωσσικές ομάδες, όπως τους αλβανόφωνους Τουρκαλβανούς – Αρναούτηδες, τους σλαβόφωνους Πομάκους και Καρατζοβαλήδες, τους ελληνόφωνους Βαλαάδες και τους μουσουλμάνους Βλαχομογλενίτες της Νώτιας. Όσον αφορά τους σλαβόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς γείτονές τους, αναγνώριζαν την ύπαρξη Βουλγάρων και Σέρβων, αλλά και αυτή των σλαβόφωνων “γραικομάνων”. Χαρακτηριστική είναι η καταγραφή πως μέχρι και σήμερα οι βλάχικης καταγωγής κάτοικοι του Κρουσόβου στην π.Γ.Δ.Μ. ονομάζουν “Βίργκαρι”, δηλαδή Βούλγαρους, τους συμπολίτες τους που έχουν καταγωγή από σλαβόφωνες οικογένειες. Οι Αρβανίτες, δηλαδή οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί, ονομάζονται από τους Βλάχους “Αρμπινέσι”. Αυτό είναι και το όνομα με το οποίο κάνουν την πρώτη μεσαιωνική τους εμφάνιση οι πρόγονοι των σημερινών Αλβανών.

    (…)
    Τρία πρόσωπα που σήμερα λατρεύονται από τον Μακεδονικό εθνικισμό είναι ο Georgi Pulevski, o Krste Petkov Misirkov και ο Dimitrija Čupovski.
    O Pulevski εκεί που δούλευε ως πετράς στο Βελιγράδι, έγραψε συγγράμματα τα οποία εκδόθηκαν με έξοδα της σερβικής κυβέρνησης και στα οποία μιλάει για «μακεδονική» γλώσσα και για «μακεδονικό» έθνος που κατοικεί στην Μακεδονία. Περιέργως, ο Πούλεφσκι κατέληξε στη Βουλγαρία, αυτοπροσδιοριζόμενος σαν Βούλγαρος στα μετέπειτα γραπτά του και θεωρώντας την μακεδονική ως διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας. Σήμερα είναι θαμμένος στη Σόφια. Ο Μίσιρκωφ από την άλλη, σπούδασε στο Βελιγράδι και, ενώ βρισκόταν με σερβική υποτροφία στην Αγία Πετρούπολη έγραψε το «Περί Μακεδονικών Θεμάτων» όπου παραθέτει τα σχέδια δημιουργίας ενός Μακεδονικού έθνους και την κωδικοποίηση μιας Μακεδονικής γλώσσας βασισμένης στις διαλέκτους της Πελαγονίας έτσι ώστε να απέχει όσο το δυνατόν περισσότερο από την πρότυπο βουλγαρική και την πρότυπο σερβική γλώσσα. Ξανά περιέργως, ο μακεδονισμός του Μίσιρκωφ διέρκησε λιγότερο από δέκα χρόνια και επέστρεψε σε φανατικά βουλγαρική θέση ισχυριζόμενος μερικά χρόνια μετά τα «Μακεδονικά Ζητήματα» ότι «εμείς [οι (Σλαβο-)Μακεδόνες] είμαστε Βούλγαροι, περισσότερο Βούλγαροι και από τους ίδιους τους Βούλγαρους της Βουλγαρίας» (“Ние сме българи, повече българи и от самите българи в България“, Misirkov, 1924). Σήμερα είναι θαμμένος στη Σόφια και συν τοις άλλοις διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Μουσείου της Βουλγαρίας.
    Τέλος ο Τσούποφσκι, όσο ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, σχεδίασε μεν το χάρτη της «Μεγάλης Μακεδονίας» που τα γειτονόπουλα βλέπουν σήμερα πάνω από τους πίνακές τους, αλλά αυτό που δεν τους λέει κανείς είναι ότι όταν επέστρεψε στην Μακεδονία για να κηρύξει τον μακεδονισμό διώχθηκε κακήν κακώς από τον συντοπίτη του Ivan Naumov Alyabaka σαν «αντι-βούλγαρος προπαγανδιστής».

    Θα κλείσω με ένα ενδιαφέρον θέμα. Ο Καναδός ιστορικός Chris Kostov έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την εξέλιξη της εθνοτικής συνείδησης των σλαβομακεδόνων μεταναστών στον Καναδά. Μέρος των στοιχείων που χρησιμοποίησε για την έρευνά του ήταν οι μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις των πρώτων αυτών μεταναστών. Σύμφωνα με τον Κώστωφ, οι πρώτοι μετανάστες είχαν ξεκάθαρη Βουλγαρική ταυτότητα αν και κάποιοι από αύτούς είχαν ελληνική. Η μακεδονική ταυτότητα έγινε δημοφιλής στον Καναδά μετά το 1960 όταν μεγάλος αριθμός «Γιουγκο-μακεδόνων» έφτασε στη χώρα φέρνοντας μαζί τους την μακεδονική ταυτότητα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Στην περίπτωση του Καναδά, οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί αφομοιώθηκαν από τους νεοφερμένους. Το αντίθετο συνέβη στην Αμερική, όπου σύμφωνα με τον Loring Danforth, οι παλαιότεροι (φιλο-)βουλγαρικοί πληθυσμοί κατάφεραν να διατηρήσουν το πάνω χέρι.
    Στην συνέντευξη που έδωσε στην Λίλιαν Πετρώφ ο Αναστάς Πετρώφ (από τους πρώτους Μακεδόνες Βούλγαρους του Καναδά που αργότερα απέκτησε Μακεδονική εθνική συνείδηση) αναγνώρισε σαν ηγέτες της «εθνικά μακεδονικής» κοινότητας στον Καναδά τους John Grudeff και Δρ. Μάλιντσεφ. «Όλα καλά», γράφει ο Κώστωφ, «αρκεί να συνειδητοποίησουμε ότι στο μυαλό του Πετρώφ ο όρος «εθνικά Μακεδόνας» είναι ταυτόσημος του όρου «Βούλγαρος». Και οι δύο αυτοί «ηγέτες»που ανέφερε ήταν Βούλγαροι της Βουλγαρίας (ο Μάλιντσεφ γεννημένος στο χωριό Vrachesh κοντά στο Botevgrad και ο Grudeff γεννημένος στο μαυροθαλασσίτικο Γραμματίκοβο κοντά στο Burgas).

    Ο Γκρούντεφ έφυγε από το Γραμματίκοβο και ήρθε στην Θεσσαλονίκη όπου φοίτησε στο Αμερικανικό Σχολείο. Όταν ερωτήθηκε από την Ειρήνη Μαρκώφ που του έπαιρνε την συνέντευξη αν οι «σλαβομακεδόνες» συμμαθητές του ήταν εθνικά Μακεδόνες, ο Γκρούντεφ απάντησε: «Δεν υπήρχαν Μακεδόνες τότε! Είμασταν όλοι Βούλγαροι. Εγώ ήμουν ο μόνος Βούλγαρος από τη Βουλγαρία και οι άλλοι ήταν Βούλγαροι από τη Μακεδονία».

    (…)

    Σε μια επίσκεψή του στον Πρίλαπο τo 1912, ο τότε Σέρβος πρίγκηπας Αλέξανδρος (αργότερα βασιλιάς) ρώτησε ένα εγχώριο μικρό κοριτσάκι «ποια ήταν η εθνικότητά του». Το αθώο και απονήρευτο κοριτσάκι απάντησε «Βουλγάρα» και σφαλιαρίστηκε δημόσια από τον διάδοχο Αλέξανδρο ! Η ιστορία έγινε γνωστή στον κόσμο το 1935 από τον Μακεδόνα Βούλγαρο Στόγιαν Χρίστωφ (Stoyan Christowe) από το Κονόμλατι Καστοριάς (Konomladi, σημερινό Μακροχώρι), του οποίου οι κάτοικοι που αποφάσισαν να φύγουν στην Βουλγαρία με τις «εκούσιες» ανταλλαγές πληθυσμών όπου ίδρυσαν το Νέο Κονόμλατι (Novo Konomladi) στο Πετρίτσι της Βουλγαρίας.

    Η ειρωνία της ιστορίας ήταν ότι τα εγγόνια του σφαλιαρισμένου κοριτσιού σήμερα γράφουν στους τοίχους με σπρέι «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες. Θάνατος στους Βούλγαρους!» (Makedonija na Makedoncite. Umrete Bugari !).
    Το δε τέλος του Αλεξάνδρου που έδωσε το χαστούκι στον Πρίλαπο, για όσους δεν το γνωρίζετε, είναι το παρακάτω. Δολοφονήθηκε στην Γαλλία από τον Βούλγαρο Vlado Chernozemski.

    https://smerdaleos.wordpress.com/2014/05/17/περί-σλαβομακεδόνων/

  4. Smerdaleos said
    21 Ιανουαρίου, 2018 στις 17:29
    @34

    Για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει πως αυτοπροσδιορίζονταν και πως αποκαλούσαν παραδοσιακά τη γλώσσα τους όλοι οι Σλαβομακεδόνες (από Κορυτσά μέχρι Νευροκόπι κι από Χρούπιστα μέχρι Κουμάνοβο) μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, παραθέτω τα εξής.

    1) Η Βουλγάρα κοινωνική ανθρωπολόγος Magdalena Elchinova έκανε λίγα χρόνια πριν μια συνέντευξη (δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ethnologia Europea, Vol. 46:1) με την σλαβομακεδονική κοινότητα Κωνσταντινούπολης (γνωστή τοπικά στους Τούρκους ως η Βουλγαρική κοινότητα Κων/πόλεως), η οποία αποτελείται από εγγόνια Σλαβομακεδόνων που κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, έφυγαν από τη Μακεδονία και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους μεγάλωσαν χωρίς να έχουν εκτεθεί ούτε στην Ελληνική, ούτε στην Βουλγαρική, ούτε στην Μακεδονική εθνική ιδεολογία. Ό,τι ξέρουν για την ταυτότητά τους αυτοί μου μίλησαν στην ερευνήτρια είναι αυτά που ήξεραν από τους παππούδες τους.

    Ορίστε:

    https://imgur.com/a/mmR33

    2) Οι σλαβομακεδονικές κοινότητες της Αλβανίας επίσης έχουν επηρεαστεί λιγότερο από τις σύγχρονες εθνικές ιδεολογίες (σε σχέση με την υπόλοιπη ευρύτερη γεωγραφική Μακεδονία) αλλά, σε αντίθεση μετην κοινότητα |Κων/πόλεω, λόγω γειτνίασης, υπάρχει κάποια επίδραση (Μακεδονική ή Ελληνική). Παράδειγμα η κοινότητα στο Golo Brdo (αμέσως δυτικά των συνόρων Αλβανίας-[βάλτε ό,τι όνομα θέλετε για τη χώρα που όλως ο υπόλοιπος κόσμος ξέρει ως Δημοκρατία της Μακεδονίας]).

    https://en.wikipedia.org/wiki/Gollobord%C3%AB

    [02:50]

    – Τί είναι το Golo Bordo;
    – (εγχώριος) είναι περιοχή με χωριά που μιλάνε τη Βουλγαρική γλώσσα (Bugarski jazik).

    [06:23]

    -[Ερώτηση προς τη μπάμπω]: Εσύ μιλάς βουλγάρικα ή κάτι άλλο;
    – [μπάμπω]: Βουλγάρικα [μιλάω], τα αλβανικά δεν τα ξέρω («Bugarski … ne znam albansko» και λίγο παρακάτω ξαναλέει «ne albansko … samo Bugarsko (όχι αλβανικά … μόνο Βουλγάρικα (μιλάω/γνωρίζω)»).

    3) Ο Marko Cepenkov στα μέσα του 19ου αιώνα έγραψε 155 ιστορίες από τις εμπειρίες που είχε δουλεύοντας ως τσαγκάρης στην Πελαγονία. Η διάλεκτος στην οποία έγραψε τις ιστορίες είναι η σημερινή (σλαβο)μακεδονική διάλεκτος Πριλάπου. Η εθνοτική ταυτότητα και ορολογία που χρησιμοποιεί περιγράφονται στην παρακάτω σελίδα (η σλαβομακεδονική είναι πάντα Bugarcki ή Našicki, οι χριστιανοί σλαβομακεδόνες είναι πάντα Bugari, ενώ οι μουσουλμάνοι σλαβομακεδόνες είναι Πομάκοι ή «Τούρκοι» (Turčin) [ο όρος Torbeš χαρακτηρίζει μόνο τον μουσουλμάνο σλαβομακεδόνα από την περιοχή της Δίβρας] και ,τέλος, οι ανατολικότεροι (μη μακεδόνες) Βούλγαροι είναι «Σιώπηδες» (Šopi).

    https://en.wikipedia.org/wiki/Marko_Cepenkov

    4) Ο Loring Danforth το 1989 πήρε συνέντευξη στην Αυστραλία τον γέρο πλέον John Markov. Όταν έδωσε την συνέντευξη ήταν εδώ και πολλά χρόνια πια εθνικά Μακεδόνας. Όταν όμως επί Μεταξά ήταν μικρό παιδί στη Φλώρινα και τον έδερναν οι έλληνες χωροφύλακες, ο Μάρκοφ λέει ότι τότε πίστευε ότι μιλούσε «Βουλγαρικά, που σήμερα μπορείς να τα πεις και Μακεδονικά» (Bulgarian, or Macedonian as you can call it now).

    https://imgur.com/a/Jt7pl

    5) Κλείνω με μια συνομιλία γέρου Σλαβομακεδόνα από την Βέργη (Μπόμπιστα, κοντα στη Βλαχοκλεισούρα) με Βούλγαρο από το «Odrinsko» (μέρη Αδριανουπόλεως):

    [01:10]

    Πως σας συμπεριφέρθηκαν οι «Γραικοί» (η ελληνική πολιτεία);

    – Όχι πολύ καλά (ne mnogu dobre). Δεν μας άφηναν να μιλάμε Βουλγαρικά (ne govorim Bulgarski) και μας έστειλαν με το ζόρι στο Ελληνικό σχολείο (grckoto učilište), όπου ο δάσκαλος (učitel) μας χτυπούσε (?) όταν μιλούσαμε Βουλγαρικά ή -όπως τα λένε τώρα- Μακεδονικά.

  5. BERARD VICTOR, «ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», Τροχαλία, 1987

    «Αν τώρα στην ερώτηση «Τι είσαι;» ο πρώτος τυχών αγρότης της Αχρίδας ή του Περλεπέ θα σας απαντήσει «Για σαμ Μπουγκάριν (είμαι Βούλγαρος)», αυτό συμβαίνει…» (σελ. 252)
    «το αποφασιστικό επιχείρημα: ρωτήστε ένα Μακεδόνα και θα σας αποκριθεί «Για σαμ Μπουγκάριν, Είμαι Βούλγαρος». Οι Σλαβομακεδόνες αυτοχαρακτηρίζονται Βούλγαροι κι έναν αιώνα τώρα λένε πάντοτε ότι είναι Βούλγαροι.» (σελ.264)

    [Το πρώτο είναι από βιβλίο Σέρβου προπαγανδιστή και το δεύτερο από βιβλίο Βούλγαρου].

    ——————————-

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=65&pageid=-1&id=10559&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=&CropPDF=0

    ————————————

    «Μιλάνε μια γλώσσα που’ ναι παρακλάδι Σλαβικό, με πολλά Τούρκικα και Ρωμέικα στοιχεία […] Τούτοι εδώ μιλάνε μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν και οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι».

    Στρατής Μυριβήλης Η Ζωή εν Τάφω

    ———————————-

  6. T.M. on

    Αποψη: Η καλύτερη και η χειρότερη λύση για το Σκοπιανό
    ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΓΚΛΗΣ*

    Τα 25 χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1992-93 και το «Μακεδονικό» δεν ήταν «ανέξοδα» για εμάς. Η Ελλάδα θα βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση σήμερα αν το ζήτημα της ονομασίας είχε επιλυθεί από τότε. Ο ακατονόμαστος γείτονας θα είχε ενταχθεί στην Ε.Ε. το 2007 μαζί με Βουλγαρία και Ρουμανία και στο ΝΑΤΟ το αργότερο το 2009. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική διεύρυνση των βορείων συνόρων μας με χώρες τής Ε.Ε., ταχύτερη ανάπτυξη των οδικών μεταφορών με την Κεντρική Ευρώπη, μείωση κόστους για τις εξαγωγές μας, περισσότερες αφίξεις τουριστών στη Β. Ελλάδα, λόγω υψηλότερου ατομικού εισοδήματος των γειτόνων. Αλλωστε, όχι για πρώτη φορά στη διπλωματική μας ιστορία, σήμερα διεκδικούμε αυτό που τότε απορρίπταμε.

    Ας δούμε, όμως, την ουσία της διαφωνίας. Η σύνθετη ονομασία προβάλλεται σήμερα ως ένας «έντιμος συμβιβασμός», δηλαδή, πιστεύουμε ότι, κακώς χρησιμοποιούν τον όρο «Μακεδονία», αλλά «κάνουμε λίγο πίσω» από ρεαλισμό έναντι της αναγνώρισης που έχουν με αυτό το όνομα. Είναι όμως η σύνθετη ονομασία έναντι όλων η «δεύτερη καλύτερη λύση»; Κατά τη γνώμη μου δεν είναι η δεύτερη αλλά είναι η καλύτερη λύση. Μέσα σε 25 χρόνια μη λύσης, τα Σκόπια κατάφεραν να τους αποκαλεί η πλειονότητα των κρατών «Μακεδονία», αλλά δεν κατάφεραν να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αυτό, αν και οξύμωρο, είναι λογικό. Ευρώπη και κόσμος δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την ονοματολογική διένεξη δύο χωρών, αλλά και δεν ξανάγραψαν τα επιστημονικά τους βιβλία, σύμφωνα με τα οποία η Μακεδονία είναι μέρος του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαιοελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς σήμερα.

    Αν λοιπόν αύριο το πρωί κλείσουμε το θέμα με την ονομασία «Ανω» ή «Βόρεια» Μακεδονία, αυτό δεν είναι εις βάρος μας, αλλά υπέρ μας, αφού η ελληνικότητα της μακεδονικής κληρονομιάς δεν αμφισβητείται από κανένα, μήτε και από τους ίδιους τους Σκοπιανούς. Ενα κράτος με εσωτερική αστάθεια (Αλβανοί, Τούρκοι κ.λπ.) έχει μεγάλη ανάγκη εθνικής ολοκλήρωσης, οικοδόμησης συλλογικής ταυτότητας αλλά και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σε αυτές τις επιδιώξεις η Ελλάδα είναι ο «φυσικός προορισμός». Η πρόσδεση του κράτους αυτού στη χώρα μας θα ερχόταν εκ των πραγμάτων, αρκεί βέβαια να την ενθαρρύναμε και εμείς. Σήμερα άγονται και φέρονται ανάμεσα σε ΗΠΑ, Γερμανία αλλά και κάθε συγκυριακό σύμμαχο βρίσκεται στον δρόμο τους.

    Χωρίς τη λάμψη της «μακεδονικής» κληρονομιάς, η γεωπολιτική υπόσταση των Σκοπίων, ως σλαβικού και ορθόδοξου κρατιδίου στην πολυτάραχη βαλκανική χερσόνησο, θα την οδηγούσε να κοιτάει προς τη Σερβία ή/και προς τη Ρωσία. Η καταπίεση αρκετών δεκαετιών, όμως, από τη Σερβία, έκανε τους γείτονές μας σήμερα να «σιχτιρίζουν» αυτή την προοπτική, δημιουργώντας για εμάς ένα ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας. Η πολλαπλάσια γεωγραφική, οικονομική και πολιτιστική υπεροχή μας έναντι των γειτόνων, που θέλουν να απαλλαγούν από το κομμουνιστικό τους παρελθόν, θα τους έκανε να βρουν σε εμάς καταφύγιο. Η συζήτηση περί αλυτρωτικών βλέψεων των «Ανωμακεδόνων» είναι το συντομότερο ανέκδοτο. Τα Σκόπια δεν έχουν καμία δυνατότητα και κυρίως συμφέρον σήμερα ή στο μέλλον, να μας απειλήσουν. Πλην της Κύπρου, τα Σκόπια είναι το πλέον «όμορο» με τη χώρα μας κρατίδιο του πλανήτη σήμερα. Ο μικρής έκτασης εγχώριος εθνικισμός τους, «Σερβοσλαβικής λεβεντιάς» τροφοδοτείται επί 25 χρόνια τώρα από την εχθρότητα της δικής μας πλευράς και θα μπορούσε να μετατραπεί, με τρόπο και όχι με κόπο, σε «αδελφότητα του δικού μας πατριωτισμού». Ελάχιστη προϋπόθεση, όμως, είναι η δική μας αποδοχή. Οι «Ανωμακεδόνες» είναι αδέλφια μας, τίποτα περισσότερο, ενώ αντί να μιλούν τα άσχετα με τη Μακεδονία βουλγαροσλάβικα, θα τους βοηθήσουμε να μάθουν τη «μητρική» τους γλώσσα. Επιπλέον, η αναγνώριση ως «Ανω Μακεδονία» θα επιτάχυνε τη δική τους προσαρμογή στην πραγματικότητα, δηλαδή στην ελληνικότητα της ταυτότητάς τους, που άλλωστε είναι ασύγκριτα ελκυστικότερη από την έτερη και «δοτή» σλαβική ταυτότητα. Οι ψυχροπολεμικές σχέσεις λειτούργησαν υποβοηθητικά στην αυτοπεριχαράκωσή τους μέσα στον «μύθο» τους. Το όνομα «Σλαβομακεδονία» δεν είναι καλύτερο, καθώς εμπεριέχει ένα «μη ελληνικό» συνθετικό που δεν διευκολύνει τον «εξελληνισμό» τους.

    Η σύγχρονη Ελλάδα, παρά τα προβλήματά της, παραμένει ηγέτιδα δύναμη στην περιοχή. Διαθέτει πολύ περισσότερες ευκαιρίες, πενταπλάσιο κατά κεφαλήν εισόδημα, απείρως καλύτερο κλίμα και τρόπο ζωής, μοναδικό πολιτισμό και ισχυρό brand name. Σήμερα, λοιπόν, και αφού πέρασε ένα τέταρτο του αιώνα, πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς φόβο στην πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων. Αυτή τη γραμμή προσεταιρισμού ακολουθεί τον τελευταίο χρόνο η Βουλγαρία, χωρίς όμως να μπορεί να προσφέρει τίποτα σημαντικό σε αυτούς, καθώς αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, κλάσμα της Ελλάδας σε όλους τους στρατηγικούς και διεθνοπολιτικούς δείκτες.

    Με βάση την παραπάνω ανάλυση, ο γεωγραφικός προσδιορισμός στην ονομασία των Σκοπίων είναι η καλύτερη λύση, καθώς διευκολύνει την πρόσδεση της «Ανω Μακεδονίας» στη «μαμά Μακεδονία». Η πρόσδεση αυτή ξεκινάει με το πλήρες άνοιγμα των σχέσεων, ανάπτυξη συνεργασιών σε υψηλή, χαμηλή και θεματική διπλωματία, επιτάχυνση της ενταξιακής τους πορείας προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, κοινό σχεδιασμό για υποδομές που θα θωρακίσουν την ευρύτερη περιοχή μας έναντι των μεγάλων αγορών της Κεντρικής Ευρώπης. Ηδη, τον πρώτο χρόνο υλοποίησης αυτής της πολιτικής θα δούμε περισσότερους «Ανωμακεδόνες» να έρχονται στη χώρα μας και να μαθαίνουν τα ελληνικά, που έχουν ήδη μεγάλη διάδοση στην ευρύτερη περιοχή. Για την πλειονότητα των κατοίκων της «Ανω Μακεδονίας» η Θεσσαλονίκη είναι πιο κοντά από τα Σκόπια που βρίσκονται στο βόρειο άκρο του κρατιδίου, ενώ βεβαίως έχει πολλαπλάσια ενδιαφέροντα. Το συμπαθές κρατίδιο θα γίνει μέσα σε λίγα χρόνια ζωτική ενδοχώρα για τη Βόρειο Ελλάδα, ενώ η ένταξη στην Ε.Ε., μαζί βέβαια και με εγχώριες πολιτικές «εξελληνισμού» θα τους φέρει κοντά μας από όλες τις απόψεις.

    Σε μια τέτοια στόχευση θα έπρεπε να συμμετέχει ενεργά και η Εκκλησία της Ελλάδος. Θα χρειαζόταν υποπολλαπλάσια προσπάθεια να εντάξει στους κόλπους της, σε καθεστώς «ημιαυτονομίας», την επί δεκαετίας «άστεγη» και απομονωμένη «αυτοκέφαλη Σλαβομακεδονική Εκκλησία» των Σκοπίων, αντί να επιτείνει με τη στάση της την εθνική μας μισαλλοδοξία. Το μοντέλο της ημιαυτόνομης εκκλησίας της Κρήτης και της οργανικής σχέσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι δοκιμασμένο – πετυχημένο μοντέλο για ένα τέτοιο στόχο. Ηδη, προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η Εκκλησία της Βουλγαρίας καθώς, μόλις προ δύο μηνών, προχώρησε σε αναγνώριση της «Εκκλησίας της Μακεδονίας».

    Προσωπικά χειρίστηκα το θέμα της ονομασίας για περισσότερο από 10 χρόνια στα όργανα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και άλλα διεθνή φόρα πριν καταλήξω σε αυτή την ανάλυση. Αντίθετα, αν με ένα μαγικό τρόπο πείθαμε σήμερα λαό και ηγεσία των Σκοπίων να ονομαστεί π.χ. Δημοκρατία του Βαρδάρη (δηλαδή να ονομάσουν το κράτος τους σύμφωνα με ένα… ποτάμι), θα έπρεπε να επαναχαράξουν την εθνική τους ταυτότητα, αλληθωρίζοντας αναγκαστικά προς τη Σερβία, τη Βουλγαρία ή προς τη Ρωσία, αφού ο εξαλβανισμός και ο εκτουρκισμός δεν φαντάζουν εξαιρετική προοπτική, η Ελλάδα «δεν τους θέλει» και 51η πολιτεία των ΗΠΑ θα ήταν λίγο δύσκολο να γίνουν. Θα ήταν αυτό προς το συμφέρον μας;

    * Ο δρ Μιχάλης Πεγκλής διετέλεσε σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και του προέδρου της Ν.Δ. Κυριάκου Μητσοτάκη.

    http://www.kathimerini.gr/944372/article/epikairothta/politikh/apoyh-h-kalyterh-kai-h-xeiroterh-lysh-gia-to-skopiano

  7. T.M. on

    ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΌ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ALTER EGO ΤΩΝ ΑΚΡΟΔΕΞΙΩΝ
    ————————————————————————————————-

    Η Δημοκρατία της Μακεδονίας έχει όνομα, ας τελειώνουμε και με το παρατσούκλι

    Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα

    ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΟ 1991-92, όταν ξέσπασε η κρίση για την ονομασία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η άποψή μας ήταν ότι η γειτονική χώρα έπρεπε να αναγνωριστεί με το συνταγματικό της όνομα, αυτό το οποίο το ελληνικό κράτος είχε αποδεχτεί πριν από δεκαετίες, όταν η Μακεδονία αποτελούσε αυτόνομη δημοκρατία στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας.

    Θεωρούσαμε ότι για όλη την εθνικιστική διένεξη που προέκυψε την ευθύνη είχε η Ελλάδα, η οποία, με πρωταγωνιστή τον τότε υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, καλλιέργησε πολεμικό κλίμα, με θηριώδη συλλαλητήρια, εμπρηστική προπαγάνδα από τα ΜΜΕ, ακόμα και σχέδια διαμελισμού της γειτονικής χώρας από κοινού με την… ομόδοξη Σερβία.

    Γι’ αυτή τη θέση μας υπέστημεν συλλήψεις, διώξεις, δίκες και καταδίκες, όπως και άλλες αριστερές οργανώσεις (ΟΑΚΚΕ, ΣΕΚ). Επρόκειτο για έναν απολύτως επιθετικό εθνικισμό εκ μέρους του ελληνικού κράτους, ο οποίος εκτός από τις προφανείς πολιτικές σκοπιμότητες είχε και αντίστοιχες οικονομικές, όπως αποδείχτηκε από την ιμπεριαλιστική οικονομική διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου όχι μόνο στη Δημοκρατία της Μακεδονίας αλλά και στις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες.

    Γνωρίζαμε ότι το ελληνικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα είχε επιδοθεί σε μια βίαιη επιχείρηση εξελληνισμού των ντόπιων Μακεδόνων, με εκτοπίσεις, δημεύσεις περιουσιών, αλλαγές επωνύμων και τοπωνυμίων, απαγόρευση της μακεδονικής γλώσσας και της δημόσιας έκφρασης των ποικίλων εθνικών ιδιαιτεροτήτων τους. Με αυτή την έννοια, δεν είχαμε την παραμικρή αμφιβολία ότι η κυρίαρχη ελληνική αφήγηση περί το Μακεδονικό βρίθει ψευδών και κατασκευών – παρ’ όλες τις απαγορεύσεις ενός αιώνα, τη δεκαετία του 1990 σε κωμοπόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας τα μακεδονικά ήταν η καθημερινή γλώσσα και για αρκετούς ηλικιωμένους η μοναδική.

    Προφανώς, όπως κάθε έθνος-κράτος χτίζει τον μύθο του, έτσι και το νεοσύστατο μακεδονικό έφτιαξε τον δικό του με μπόλικο Μέγα Αλέξανδρο και Βεργίνα. Μάλιστα, αυτός ο εθνικιστικός μύθος συγκροτήθηκε πολιτικά στο σοβινιστικό VMRO, το οποίο επί χρόνια προσέφερε τα καλύτερα προπαγανδιστικά επιχειρήματα στους εχθρούς-ομοϊδεάτες του Ελληνες υπερπατριώτες, ρασοφόρους, φασίστες, ένστολους, φουστανελάδες και κοσμικούς. Ετσι λοιπόν, και επειδή μας ενοχλεί η επιστράτευση του εθνικισμού στις γειτονικές χώρες ως άλλοθι για την ανάπτυξη του εθνικισμού στη δική μας χώρα (το οποίο αποτελεί θέση μας και στο Κυπριακό και στην αναγνώριση των δικαιωμάτων της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη), θεωρούσαμε και θεωρούμε αναγκαία την αναγνώριση της γειτονικής χώρας χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

    ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης των Σκοπίων συζητείται το ενδεχόμενο κοινά αποδεκτής σύνθετης ονομασίας της γειτονικής χώρας. Αν η μακεδονική κυβέρνηση για τους δικούς της λόγους (φυσικά, το ότι η σχετική συζήτηση γίνεται υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ μάς βρίσκει αντίθετους) επιδιώκει έναν συμβιβασμό περί το όνομα και πιστεύει ότι μπορεί να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των υπηκόων της και αν η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να κάνει αυτό το ελάχιστο βήμα χωρίς εθνικιστικές υπαναχωρήσεις και απαιτήσεις ταπείνωσης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, «ευπρόσδεκτος», αν και πολιτικά προβληματικός, καθώς θα αφήσει πολλές εθνικιστικές «ουρές» – τα εθνικιστικά συλλαλητήρια των ημερών μας το αποδεικνύουν.

    Ομως, επειδή κανείς συμβιβασμός δεν επιλύει το πρόβλημα, απλώς αποτελεί αναβολή της επίλυσής του, το ελληνικό κράτος, πέραν των απαιτήσεων για αλλαγή ονομάτων αεροδρομίων, ρίψη αγαλμάτων και τροποποίηση σχολικών βιβλίων, οφείλει στα «μέτρα εμπιστοσύνης» να περιλάβει τουλάχιστον το δικαίωμα της επιστροφής των «ανιθαγενών» Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων του 1949 και των οικογενειών τους, τη δυνατότητα ελεύθερης χρήσης και εκμάθησης της μακεδονικής γλώσσας, καθώς και την απρόσκοπτη κυκλοφορία εντύπων. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι το μέλλον των Βαλκανίων εξαρτάται αποκλειστικά από τον σεβασμό όλων των μειονοτήτων, τον τερματισμό των εθνικισμών και του επεκτατισμού των «μητέρων πατρίδων», εν τέλει τη φιλία και την αλληλεγγύη των λαών της Χερσονήσου του Αίμου, και όχι του αίματος…

    https://www.efsyn.gr/arthro/i-dimokratia-tis-makedonias-ehei-onoma-teleionoyme-kai-me-paratsoykli

  8. Βρίθει αλυτρωτικών αναφορών το σύνταγμα της ΠΓΔΜ

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

    Το σύνταγμα της ΠΓΔΜ βρίθει αλυτρωτικών αναφορών, παρά τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις τις οποίες έχει υποστεί, με πιο πρόσφατη αυτή του 2011. Ο αλυτρωτισμός είναι ευκρινής ήδη από το προοίμιο του συντάγματος, το οποίο, μάλιστα, έχει τροποποιηθεί και βελτιωθεί έναντι της αρχικής μορφής του. Εκεί γίνεται λόγος για «τις παραδόσεις της πολιτειακής κατάστασης και νομιμότητας της Δημοκρατίας του Κρουσόβου και των αποφάσεων της Αντιφασιστικής Συνέλευσης της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας, και το δημοψήφισμα της 8ης Σεπτεμβρίου 1991», ως θεμέλια της απόφασης για δημιουργία της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», αλλά και του συντάγματος της χώρας.

    Η Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας, γνωστή με το ακρωνύμιο ASNOM, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ως βασικό στόχο την «ενοποίηση» της γεωγραφικής Μακεδονίας, παρουσιάζοντας τα τμήματά της που ανήκαν τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στα υπόλοιπα κράτη ως υπό κατοχή. Στο άρθρο 3, το οποίο προσδιορίζει τα σύνορα της ΠΓΔΜ ως «απαραβίαστα», έχει γίνει μια προσθήκη η οποία αναφέρει ότι η χώρα «δεν έχει εδαφικές αξιώσεις έναντι οποιουδήποτε γειτονικού κράτους». Ωστόσο τονίζεται ότι τα σύνορα μπορεί να αλλάξουν μόνο σε συμφωνία με το σύνταγμα «και στην αρχή της ελεύθερης βούλησης, όσο και σε συμφωνία με τους γενικά αποδεκτούς διεθνείς κανόνες».

    Τα άρθρα 4 και 7 του συντάγματος είναι εκείνα που προσδιορίζουν ως «μακεδονική» την ιθαγένεια και τη γλώσσα των Σλαβομακεδόνων της ΠΓΔΜ. Το άρθρο 49 του συντάγματος είναι, επίσης, μια κατ’ εξοχήν επίδειξη αλυτρωτισμού. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «η Δημοκρατία ενδιαφέρεται για το καθεστώς και τα δικαιώματα εκείνων των προσώπων που ανήκουν στον Μακεδονικό Λαό σε γειτονικές χώρες καθώς και για τους εκπατρισμένους Μακεδόνες, βοηθά την πολιτισμική ανάπτυξη και προωθεί τους δεσμούς μεταξύ τους». Επ’ αυτού, στην τελευταία αναθεώρηση έγινε μια προσθήκη (Addendum) όπου αναφέρεται ότι «στην άσκηση αυτής της μέριμνας η Δημοκρατία δεν θα παρεμβαίνει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών ή στις εσωτερικές υποθέσεις τους».

    Τα άρθρα 130 και 131 περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει συνταγματική αναθεώρηση στη γείτονα και, εν πολλοίς, σκιαγραφούν τα εμπόδια της Ελλάδας στην πορεία για μια συμφωνία erga omnes. Στο άρθρο 130 τονίζεται ότι αλλαγή στο σύνταγμα μπορεί να γίνει α) με πρόταση του προέδρου (δηλαδή του εκ του VMRO προερχόμενου Γκιόργκι Ιβάνοφ), β) με κυβερνητική πρωτοβουλία 30 βουλευτών ή γ) με 150.000 υπογραφές. Στο άρθρο 131 ορίζεται ότι «για να αρχίσει» η διαδικασία αλλαγής του συντάγματος, απαιτούνται τα δύο τρίτα (δηλαδή 80 από τους 120 βουλευτές) της Βουλής. Επ’ αυτού έχει γίνει μια ενδιαφέρουσα προσθήκη το 2005, όπου η πλειοψηφία των ψήφων στη Βουλή θα πρέπει να ανταποκρίνεται όχι επί του συνόλου του πληθυσμού της ΠΓΔΜ αλλά επί κοινοτήτων που την απαρτίζουν.

    http://www.kathimerini.gr/944868/article/epikairothta/politikh/vri8ei-alytrwtikwn-anaforwn-to-syntagma-ths-pgdm

  9. ΕΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ
    http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1590868/h-diamahh-gia-to-onoma-makedonia-kai-h-parexhghsh.html
    ——————————————————————

    Η διαμάχη για το όνομα Μακεδονία και η «παρεξήγηση»

    Αν η Ελλάδα αναγνωρίσει τη γείτονα με το όνομα «Μακεδονία», αυτό δεν σημαίνει ότι απεμπολεί τα δικαιώματά της στην ιστορικο-πολιτιστική οντότητα της Μακεδονίας. Γράφει ο Τ. Μίχας.

    Δημοσιεύθηκε: 24 Ιανουαρίου 2018 –

    Του Τάκη Μίχα

    Η διαμάχη που συγκλονίζει για πολλοστή φορά την Ελλάδα σχετικά με το όνομα της γείτονος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μία παρεξήγηση: Στη λανθασμένη άποψη ότι η αναγνώριση εκ μέρους χώρας Α του ονόματος μιας χώρας Β σημαίνει κατ’ ανάγκη αναγνώριση μιας πολιτικο-ιστορικής πραγματικότητας στην οποία το όνομα αναφέρεται. Αν, με άλλα λόγια, η Ελλάδα αναγνωρίσει τη γείτονα με το όνομα «Μακεδονία», αυτό στην ουσία σημαίνει ότι απεμπολεί τα δικαιώματά της στην ιστορικό-πολιτιστική οντότητα της Μακεδονίας.

    Η άποψη αυτή είναι λάθος.

    Η αναγνώριση εκ μέρους χώρας Α του ονόματος της χώρας Β ούτε κατά διάνοια σηματοδοτεί αναγνώριση μιας πολιτικο-ιστορικής οντότητας στην οποία αυτό το όνομα αναφέρεται. Η αναγνώριση απλά σημαίνει ότι το κράτος Α αναγνωρίζει κυριαρχικά δικαιώματα στην κυβέρνηση της χώρας Β, ένα εκ των οποίων είναι το δικαίωμα της ονοματοδοσίας της χώρας.

    Αν, με άλλα λόγια, η Ελλάδα αναγνώριζε τη γείτονα με το όνομα «Μακεδονία», αυτό δεν σημαίνει ότι η «Μακεδονία» είναι η Μακεδονία. Σημαίνει απλά ότι αναγνωρίζει στην κυβέρνηση της γειτονικής χώρας το κυριαρχικό δικαίωμα της επιλογής του ονόματος της χώρας την οποία κυβερνά.

    Το πόσο λίγη σχέση έχει το όνομα με κάποια πραγματικότητα στην οποία το όνομα υποτίθεται ότι αναφέρεται γίνεται προφανές από το ακόλουθο παράδειγμα:

    H Eλλάδα αναγνωρίζει μία οντότητα που φέρει το όνομα «Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας». Όμως αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Ελλάδα δέχεται ότι το όνομα αυτό αντανακλά ή αναφέρεται σε κάποια πραγματικότητα. Οποιοσδήποτε αξιωματούχος του ΥΠΕΞ αναμφίβολα θα επιβεβαιώσει ότι η «Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας» δεν είναι ούτε «Λαϊκή», ούτε «Δημοκρατία», αλλά ούτε και «Κορέα».

    Αν το όνομα θα έπρεπε να αναφέρεται σε κάποια πραγματικότητα, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε να ζητήσει από την οντότητα αυτή να αλλάξει το όνομά της σε «Οικογενειοκρατική Δικτατορία της Βόρειας Κορέας». Κάτι φυσικά το οποίο η ελληνική κυβέρνηση δεν έπραξε. Και πολύ σωστά. Διότι πολύ απλά αναγνώριση του ονόματος μιας χώρας είναι μια συμβατική φορμαλιστική πράξη και δεν συνεπάγεται επ’ ουδενί λόγω την ύπαρξη μιας «πραγματικότητας» στην οποία αναφέρεται το όνομα.

    Γι’ αυτό τόσο οι πολέμιοι της ονομασίας «Μακεδονία» για τη γειτονική χώρα όσο και οι υποστηρικτές της στην ουσία αρθρώνουν όλη την επιχειρηματολογία τους σε τελείως λανθασμένες βάσεις.

    • ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΟΥ ΣΧΌΛΙΟ ΣΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΚΕΙΜΕΝΟ
      —————————————————————————–

      «Νομίζω ότι η Κορέα ανήκει σε διαφορετική θεματική κατηγορία. Όλοι οι κάτοικοι είναι κοινής καταγωγής, απλώς οι Βόρειοι έχουν κομμουνιστικό καθεστώς και οι Νοτιοι καπιταλιστικό.

      Στη δικιά μας περίπτωση, τα έθνη που βρίσκονται στον πυρήνα της κρατικης συγκρότησης είναι ανταγωνιστικά και αυτή είναι η πραγματική βάση του προβλήματος. Πιθανόν να μην υπήρχε κανένα πρόβλημα εάν δεν υπήρχαν ελληνομακεδόνες, ούτε και περιφέρεια της Ελλάδας που ειχε το ίδιο όνομα καθώς και αν είχε εξαφανιστεί ο μεγαλοϊδεατισμός των Σλαβομακεδόνων.

      Νομίζω ότι ιστορικά είχε επιλυθεί το θέμα με τον όρο Σλαβομακεδόνες, που ήταν εντελώς ακριβής. Κάτι που εξέφραζε και τους ίδιους. Αλλά η λογική της κατασκευής μιας εθνικής ταυτότητας μαζί με επεκτατικές βλέψεις της Κομιντέρν κατ’ αρχάς και του τιτοϊκού καθεστώτος στη συνέχεια, οδήγησαν στην προσπάθεια τεχνητής και αυταρχικής αποσλαβοποίησης των Σλαβομακεδόνων και κατά συνέπεια την προσπάθεια δημουργίας ενός άλλου ιστορικού παρελθόντος.»

  10. Για την εξέγερση του Ilinden:

    The British journalist of the Balkans H. N. Brailsford wrote in his book «Macedonia: Its Races and Their Future»: The moment for which the Bulgarian population had been preparing for ten years, arrived on the festival of the Prophet Elijah’s day — the evening of Sunday, August the 2nd, 1903.»

    *H. N. Brailsford (1906), Macedonia: Its Races and their future, London: New York, Arno Press, pp. 148

  11. Ευτύχης Μπιτσάκης Τετάρτη, 31 Ιανουάριος, 2018

    Το πρόβλημα δεν είναι σημερινό και ο ελληνικός εθνικισμός δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Εθνικισμός σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, των Μουσουλμάνων και των Πομάκων της Θράκης. Οξύνθηκε όμως τελευταία με την επιμονή των Σλαβομακεδόνων της FYROM να ονομάζουν τους εαυτούς τους Μακεδόνες και το κράτος τους Μακεδονία. Λοιπόν;

    Ο αριστερός αντιεθνικιστής θα αντιτείνει: Κάθε λαός έχει δικαίωμα να επιλέγει το όνομα του έθνους ή της κρατικής του υπόστασης. Σύμφωνοι. Όμως με μια προϋπόθεση: ότι δεν θα πλαστογραφεί την ιστορία, δεν θα διεκδικεί τίτλους ή εδάφη που δεν του ανήκουν, και δεν θα απειλεί γειτονικούς λαούς. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι υπάρχει έθνος Σλαβομακεδόνων (επ’ αυτού φαντάζομαι έχουν γνώμη οι ιστορικοί). Το έθνος αυτό δικαιούται να επιλέξει όποιο όνομα θέλει, σεβόμενο τα αυτονόητα τα οποία σημείωσα.

    Τι γίνεται λοιπόν με τη γειτονική Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη FYROM; Κατ’ αρχάς, στη FYROM συνυπάρχουν δύο εθνότητες: οι Σλαβομακεδόνες και οι Αλβανοί. Ας αγνοήσουμε όμως τις μεταξύ τους διαφορές και ας ασχοληθούμε μόνο με την ισχυρότερη εθνότητα: τους Σλαβομακεδόνες. Επίσης ας αναγνωρίσουμε το καθεστώς του έθνους σε αυτή την εθνότητα. Και ρωτάμε: Πότε εμφανίστηκαν οι Σλάβοι στον ελληνικό χώρο, και ειδικά στην ιστορική Μακεδονία; Γνωστό: τον 6ο, 7ο, 8ο αιώνα μ.Χ. Δηλαδή χίλια χρόνια περίπου μετά το Μακεδονικό βασίλειο και τον Αλέξανδρο. Δεν πάσχω από κανένα είδος προγονοπληξίας. Οι Μακεδόνες εξάλλου θεωρούνταν βάρβαροι από τους κατοίκους της Νότιας Ελλάδας. Είναι γνωστό ότι τα σλαβικά φύλα έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο και βαθμιαία αφομοιώθηκαν. Έμειναν βεβαίως τα τοπωνύμια, που πολλά επιβιώνουν μέχρι και σήμερα, παρ’ όλες τις μετονομασίες στις οποίες προχώρησε το ελληνικό κράτος. Όμως συμπαγείς σλαβικοί πληθυσμοί, πλειοψηφικοί, υπήρχαν μόνο σε ορισμένες περιοχές της βόρειας ελληνικής Μακεδονίας, και κυρίως στη βόρειο Μακεδονία, στη σημερινή FYROM. Πού στηρίζεται λοιπόν ο σλαβομακεδονικός, όψιμος και ανιστορικός εθνικισμός και ο συνακόλουθος αλυτρωτισμός;

    Σημείωσα ότι η ιστορία δεν είναι σημερινή. Ένα παράδειγμα: Στη Γυάρο, στη δεκαετία του ’40 προς ’50, εκτός από Έλληνες, είχε και πολλούς Σλαβομακεδόνες κρατούμενους. Οι σχέσεις Ελλήνων-Σλαβομακεδόνων ήταν άψογες. Όμως οι τελευταίοι ήταν κάπως κλεισμένοι στον εαυτό τους, πράγμα κατανοητό αν σκεφτούμε και τα δικά τους μαρτύρια (διωγμοί, φυλακίσεις, εκτελέσεις) από το εθνικόφρον ελληνικό κράτος. Ως εδώ καλά. Όμως οι συμπαθείς Σλαβομακεδόνες ονόμαζαν από τότε τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Τι εννοούσαν μ’ αυτό;

    (Μια προσωπική παρένθεση. Το 1948-49 ήμουν στη Γυάρο, στα «ανήλικα». Διαφώνησα με την 9η Ολομέλεια του ΚΚΕ για τους Σλαβομακεδόνες και εισέπραξα την πρώτη μου απομόνωση. Τέλος η παρένθεση).

    Πώς φτάσαμε λοιπόν στη σημερινή διαμάχη; Είναι γνωστό ότι επί Τουρκοκρατίας στη Βαλκανική ζούσε ένα μωσαϊκό λαών: Έλληνες, Σλάβοι, Αλβανοί, Βλάχοι, Εβραίοι, Σαρακατσαναίοι κ.λπ. Παρά τις διαφορές, εθνοτικές και θρησκευτικές, οι λαοί αυτοί συνυπήρχαν, ειρηνικά κατ’ αρχάς, στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι ο Ρήγας οραματιζόταν μια ομοσπονδία λαών στη Βαλκανική. Η σχετική ωρίμανση της εθνικής συνείδησης των υπόδουλων είχε ως συνέπεια μια σειρά επαναστάσεις και τη συγκρότηση εθνικών κρατών. Αλλά η «οριστική» ρύθμιση της Βαλκανικής έγινε με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ως αποτέλεσμα των συμφερόντων των «μεγάλων δυνάμεων» και γενικότερα των τότε συσχετισμών δύναμης. Ο χώρος που αντιστοιχούσε στην, ας πούμε, ιστορική Μακεδονία κόπηκε στα τρία: Ελληνική Μακεδονία, Βουλγαρική και Βόρεια. Ανταλλαγή πληθυσμών, μεταναστεύσεις, διωγμοί, η Ελληνική Μακεδονία έγινε Ελληνική, η Βουλγαρική έγινε Βουλγαρική, και οι Σλαβομακεδόνες περιορίστηκαν κυρίως στη μετέπειτα FYROM.

    Ήτανε δίκαιη η κατάτμηση της Βαλκανικής; Η απάντηση είναι γνωστή: Η Μακεδονία κόπηκε στα τρία. Η Βόρεια Ήπειρος δόθηκε στην Αλβανία, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου στην πολυεθνική Γιουγκοσλαβία, η Ανατολική Θράκη στην Τουρκία. Η «πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων» εφοδιάστηκε με νέα πυρίτιδα.

    Δηλαδή: Οι αντιθέσεις μεταξύ των συγκροτημένων πλέον εθνών παγιώθηκαν. (Το έθνος δεν είναι «κατασκευή», αλλά το εθνικό κράτος συμβάλλει με τους μηχανισμούς του στην ολοκλήρωση της εθνικής συνείδησης.) Παρά ταύτα η Βαλκανική πέρασε μια μακρά περίοδο χωρίς πολέμους. Η «σοσιαλιστική» Γιουγκοσλαβία ειδικά κατόρθωνε να εξισορροπεί τις εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των εθνοτήτων της. Ως προς την τότε «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», το όνομά της δεν δημιουργούσε πρόβλημα για την Ελλάδα επειδή, πρώτον, η δημοκρατία αυτή δεν αποτελούσε κράτος και, δεύτερον, από την ονομασία προέκυπτε ότι επρόκειτο για μέρος της άλλοτε ενιαίας (ποιας ενιαίας;) Μακεδονίας.

    Πώς ανατράπηκε λοιπόν η ασταθής έστω ισορροπία στη Βαλκανική; Ποιος έβαλε τη θρυαλλίδα στην μπαρουταποθήκη; Και πώς αντέδρασαν τότε πολλοί από τους αριστερούς αντιεθνικιστές μας;

    Θυμίζω τα γεγονότα: Πρώτος πόλεμος (1991) με επικεφαλής τις ΗΠΑ «υπέρ της ελευθερίας των Κροατών και των Σλοβένων». Δεύτερος πόλεμος (1999) «υπέρ των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου». Οι τρομοκράτες του UCK, χρηματοδοτούμενοι και εξοπλισμένοι από τις ΗΠΑ, άλλοτε ονομάζονταν από τους Αμερικανούς τρομοκράτες και άλλοτε προστατευόμενοι και σύμμαχοι. Αποτέλεσμα: η καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας, η ραδιενέργεια από το απεμπλουτισμένο ουράνιο, η απόσχιση της Κροατίας και της Σλοβενίας το 1991 και της Βοσνίας το 1992. Η πολυεθνική Γιουγκοσλαβία δεν υπήρχε πλέον (κατά τον Κλαρκ, οι Αμερικανοί σχεδίαζαν τη διάλυσή της από τη δεκαετία του ’80).

    Και οι τότε (και νυν;) αντιεθνικιστές μας; Υποστήριξαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας χάριν της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των Κοσοβάρων.

    Αλλά επί Τίτο το Κόσοβο ήταν αυτόνομο. Και οι ΗΠΑ αργότερα σαμπόταραν συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία για την αυτονομία του Κοσόβου στα πλαίσια της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας. Γιατί;

    Ο ανθρωπισμός των αντιεθνικιστών μας είναι αντιφατικός και τυφλός: Αντιεθνικιστές αυτοί, υποστήριξαν τις εθνικιστικές συμμορίες του UCK. Δέχτηκαν όλη τη χαλκευμένη προπαγάνδα εναντίον των Σέρβων και δεν διέκριναν τα κίνητρα των επιδρομέων. Και η κατάληξη: Η πολυεθνική Γιουγκοσλαβία ανήκει στο παρελθόν. Στο «απελευθερωμένο» Κόσοβο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, η πείνα και η πορνεία. Και οι ΗΠΑ εγκατέστησαν μεγάλη στρατιωτική βάση στο Κόσοβο, το οποίο προστέθηκε στον κατάλογο των προτεκτοράτων που δημιουργούν οι ΗΠΑ, οξύνοντας και τροφοδοτώντας υπαρκτές αντιθέσεις στην Ευρώπη, στην Ασία και όχι μόνο. Τι λένε σήμερα οι αριστεροί αντιεθνικιστές μας για τα τότε; Και τι λένε για την αποδοχή, εκ μέρους τους, του σχεδίου Ανάν για τη διχοτόμηση της Κύπρου;

    Και η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας; Η Ελλάδα ορθώς δέχτηκε την προσωρινή ονομασία Πρώην… Γιατί όμως τα δύο μεγάλα κόμματα (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) δεν αξιοποίησαν το πακέτο Πινέιρο (1992) ώστε να επιτύχουν τότε μια αμοιβαία δεκτή ονομασία, τότε που η FYROM ήταν σχεδόν ανύπαρκτη διεθνώς; Επειδή το μικροκομματικό συμφέρον υπερίσχυσε του εθνικού, όπως συνήθως. Έκτοτε η FYROM αναγνωρίσθηκε ως Μακεδονία περίπου από 100 κράτη. Οι συνέπειες είναι γνωστές. Δηλαδή: Κατά την επίσημη και ανεπίσημη προπαγάνδα, οι Σλαβομακεδόνες είναι οι Μακεδόνες, απόγονοι του Αλεξάνδρου, απόγονοι των αρχαίων, ιδιοκτήτες του ήλιου της Βεργίνας, τον Αλέξανδρο τον έκαναν αεροδρόμιο, σε διάφορες χώρες παρελαύνουν ντυμένοι σαν αρχαίοι Έλληνες (όπως κάνουν και οι «δικοί μας» αρχαιόπληκτοι…). Κατά την προπαγάνδα τους οι «Μακεδόνες» (Σλαβομακεδόνες) είναι γηγενείς, ενώ οι Έλληνες έχουν υποσαχάρια καταγωγή. Αλλά θα αντιτείνει κανείς ότι αυτά είναι ανεπίσημη προπαγάνδα. Λάθος! Η αδιαλλαξία του Γκρουέφσκι είναι γνωστή: μόνο όνομα, Μακεδονία. Ο ίδιος άλλωστε έχει θέσει πρόβλημα «μακεδονικής μειονότητας» στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, αριστεροί αντιεθνικιστές κατηγορούν την Ελλάδα ότι δεν αναγνωρίζει τη «μακεδονική» και την τουρκική μειονότητα. Οι χάρτες και τα σχολικά εγχειρίδια επίσης δεν είναι ιδιωτική υπόθεση και οι χάρτες περιλαμβάνουν και την ελληνική Μακεδονία. Οι ΗΠΑ τούς αναγνώρισαν ως Μακεδονία, και φυσικά οι αμερικανοτραφείς που κυβερνούν αυτή τη χώρα ελπίζουν στη στήριξη των ΗΠΑ για να καμφθεί η ελληνική κυβέρνηση. Κυβέρνηση, ΜΜΕ, ιεράρχες, αγωνίζονται υπέρ ιερών και οσίων. Χάρτες που περιλαμβάνουν όλη τη Μακεδονία, ο επικεφαλής της «Μακεδονικής Εκκλησίας» Στέφανος ζητάει τη Θεσσαλονίκη, κ.λπ., κ.λπ.

    Λοιπόν; Στην Ελλάδα υπάρχουν εθνικιστές: μέρος της πολιτικής ηγεσίας και της εκκλησίας (Άνθιμος εναντίον Στεφάνου…), απόγονοι των χουντικών, ακροδεξιοί του παρακράτους και, φυσικά, τα πιο καθυστερημένα στρώματα της κοινωνίας μας. Αλλά η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα και το «πατριωτικό» ελληνικό κεφάλαιο συνεργάζεται επωφελώς με τους «Σκοπιανούς» εκμεταλλευόμενο τη φτηνή εργατική δύναμη και τις αγορές τους, σε βάρος της ελληνικής εργατικής τάξης. Λοιπόν; Κατά τον 19ο αιώνα περίπου ολοκληρώθηκε κατά κάποιον τρόπο η εθνογένεση στα Βαλκάνια. Να δεχτούμε ότι οι Σλαβομακεδόνες αποτελούν έθνος. Γιατί όμως οι Σλαβομακεδόνες διεκδικούν τίτλους και εδάφη που δεν τους ανήκουν; Επειδή η συγκρότησή τους σε κράτος ήταν προϊόν ξένης επέμβασης και της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η πρώην και νυν (προπαντός η τελευταία) πολιτική «ελίτ» για να σωθεί έπαιξε –τι άλλο;– το χαρτί του εθνικισμού. Ταυτόχρονα επιδιώκει την είσοδο στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ με την απροσχημάτιστη βοήθεια των ΗΠΑ. Να υπάρξει λοιπόν, μετά το Κόσοβο, και δεύτερο προτεκτοράτο των ΗΠΑ στην περιοχή μας. Να δημιουργηθεί και εκεί δεύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ, ορμητήριο για νέους πολέμους «υπέρ της Δημοκρατίας».

    Οι αριστεροί αντιεθνικιστές μας βλέπουν μόνο τον ελληνικό εθνικισμό. Δεν βλέπουν τα στρατηγικά παιχνίδια των ΗΠΑ πίσω από τις γελοιότητες των Σλαβομακεδόνων. Να εργαστούμε για τη συνεργασία των δύο λαών. Αυτό πρέπει να κάνουν οι αριστεροί, αντί να υποστηρίζουν έναν όψιμο εθνικισμό, χειραγωγούμενο από τις ΗΠΑ και ο οποίος αποβλέπει στην ενσωμάτωση αυτής της χώρας στην ΕΕ και στην πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ. Να οργανώνουμε συναντήσεις και συνέδρια με Σλαβομακεδόνες. Τους ρώτησαν όμως οι οργανωτές ποια είναι η θέση τους για τη «Μακεδονία», την ΕΕ και το ΝΑΤΟ;

    Οι αριστεροί είναι διεθνιστές και γι’ αυτό πατριώτες. Η ελληνική Αριστερά ήταν πάντα πατριωτική. Απόδειξη: ο ρόλος της στην Κατοχή, οπότε μάλιστα το πατριωτικό επικάλυψε το ταξικό, με τις γνωστές συνέπειες. Αλλά οι αριστεροί αντιεθνικιστές φαίνεται ότι συγχέουν τον εθνικισμό με τον πατριωτισμό. Για μερικούς από αυτούς, εξάλλου, το έθνος είναι κατασκευή, η ιστορία απλή αφήγηση, και όμως οι ίδιοι, σε αντίφαση με τις γενικότερες ιδέες τους, υποστηρίζουν τον όψιμο και αμερικανοκινούμενο εθνικισμό των Σλαβομακεδόνων. Οι όψιμοι νεο-εθνικιστές της FYROM δημιουργούν και αυτοί τη «μυθολογία» τους, αναζητώντας (όπως όλοι οι εθνικιστές) ανύπαρκτους τίτλους καταγωγής και εδάφη στα οποία κάποτε κατοίκησαν, αλλά όπου δεν ήταν ούτε γηγενείς ούτε πλειοψηφία. Αυτός ο όψιμος, παραληρηματικός εθνικισμός δεν ενοχλεί τους αντιεθνικιστές μας, που προτείνουν να αναγνωρίσουμε το Μακεδονικό έθνος, την ταυτότητα και τη γλώσσα του; Γενικότερα: Οι νέοι εθνικισμοί, Κροάτες, Σλοβένοι, Κοσοβάροι, Αλβανοί, Σλαβομακεδόνες, Τσάμηδες, είναι μόνο εκδήλωση υπαρκτών προβλημάτων; Είναι άσχετοι με τη στρατηγική των ΗΠΑ στα Βαλκάνια; Οι Σλαβομακεδόνες προφανώς δεν θα μας κάνουν πόλεμο. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα;

    Και η επίσημη ελληνική Αριστερά; Να αγωνιστεί εναντίον του αντιδραστικού ελληνικού εθνικισμού, και για την ειρηνική συμβίωση και συνεργασία των δύο λαών. Όνομα; Το μόνο αντίστοιχο με την υπαρκτή πραγματικότητα: Βόρεια Μακεδονία. Η FYROM είναι αυτό ακριβώς: Το βόρειο τμήμα της ιστορικής Μακεδονίας. Και η ελληνική κυβέρνηση; Με το βέτο, και χωρίς να το θέλει, προσφέρει υπηρεσία στον λαό της FYROM: τους γλιτώνει, επί του παρόντος, από την ενσωμάτωση την ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Αλλά: αν οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ θελήσουν να στηρίξουν την Αθήνα ως προς το όνομα, επειδή δεν θα το κάνουν από αντικειμενική κρίση, θα ζητήσουν ίσως από τη ΝΔ περαιτέρω στήριξη και εμπλοκή στα έργα τους στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ κ.λπ. «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Αλλά τι ήταν οι Δαναοί μπροστά στα αμερικανικά βομβαρδιστικά;

    Τέλος: αριστερή εφημερίδα, αφού ορθώς καταγράφει τα εγκλήματα των «ιμπεριαλιστών» κ.λπ., ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα με την πολιτική της θα σπρώξει τους «Μακεδόνες» στην αγκαλιά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, «όπως η πολιτική του Μιλόσεβιτς έσπρωξε τους Κοσοβάρους στην αγκαλιά του Μπους». Μα οι «Μακεδόνες» μας διεκδικούν με πάθος αυτή την αγκαλιά, όπως την ποθούσαν και οι Κοσοβάροι και παλαιότερα οι Κροάτες. Δεν χρειάζεται λοιπόν ελληνικό «σπρώξιμο». Βούλγαροι, Κροάτες, Σέρβοι, Κοσοβάροι, Αλβανοί, όλοι αγωνίζονται να ενταχθούν στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Τι σημαίνει αυτός ο έρωτας; Πρώτον, είναι μια απόδειξη της αποτυχίας να οικοδομηθούν σε αυτές τις χώρες σοσιαλιστικές κοινωνίες και σοσιαλιστική συνείδηση. Δεύτερο, οι πολιτικές ηγεσίες έπαιξαν το χαρτί του εθνικισμού. Οι ΗΠΑ με τις επεμβάσεις τους όξυναν τις υπαρκτές αντιθέσεις και με τον πόλεμο αποσταθεροποίησαν τα Βαλκάνια. Οι Σλαβομακεδόνες έγιναν Μακεδόνες. Οι Αλβανοί εργάζονται σιωπηρά και συστηματικά για τη Μεγάλη Αλβανία. Και οι αντιεθνικιστές μας υποστηρίζουν αυτούς τους όψιμους και ως έναν βαθμό αμερικανοκίνητους εθνικισμούς αντιφάσκοντας με την ίδια την ιδεολογία τους.

    Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/apopsin/mpitsakis-gia-makedonia-oi-aristeroi-antiethnikistes-vlepoyn-mono-ton-elliniko-ethnikismo#ixzz562BrCBTL
    Follow us: @alfavita on Twitter | alfavita.gr on Facebook

  12. ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΩΗΝ ΠΡΕΣΒΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

    Ολες οι ενδείξεις ενισχύουν την πεποίθηση μας πως τα Σκόπια, ό,τι και αν δεχθούν να πουν η να κάνουν για να μπουν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, δεν θα εγκαταλείψουν το επεκτατικό τους ιδεολόγημα. Θα συνεχίσουν, κατά συνέπεια , να το προβάλλουν χρησιμοποιώντας το όνομα «Μακεδονία», έστω και αν σε αυτό προστεθεί γεωγραφικός, εθνικός η χρονικός προσδιορισμός. Διότι ένα γεωγραφικό προσδιορισμό οι Σκοπιανοί θα τον μεταχειρίζονται για να προωθούν την προπαγάνδα τους περί διηρημένης Μακεδονίας που θα πρέπει να επανενωθεί με διεύρυνση του κράτους των Σκοπίων. Ενας τέτοιος προσδιορισμός (Ανω Μακεδονία, Βόρεια Μακεδονία) θα επιτρέπει στους Σκοπιανούς να επιμένουν πως είναι οι μόνοι πραγματικοί Μακεδόνες, με δικό τους ελεύθερο μακεδονικό κράτος, ενώ «τα αλλα τμήματα της Μακεδονίας», το «ελληνικό» και το «βουλγαρικό», έχουν υποστεί κατάληψη η/και εθνοκάθαρση. Ενας εθνικός η χρονικός προσδιορισμός ,εξάλλου, θα παραπέμπει στην πλαστή ιστορία περί των Σλάβων που δήθεν αναμίχθηκαν με τους Αρχαίους Μακεδόνες και γέννησαν τους σημερινούς Σκοπιανούς. Τα ίδια ισχύουν και για μικτούς προσδιορισμούς, π.χ. Γκορναμακεντόνια=Ανω Μακεδονία η Nov_m_kedonij_.

    Θα πρέπει όλοι να θυμούνται την επίσημη κρατική εγκύκλιο-προειδοποίηση του άλλοτε Υπουργού των ΗΠΑ Stettinius της 26ης Δεκεμβρίου 1944 που έγκαιρα, μόλις δημιουργήθηκε από τον Τίτο το τεχνητό μόρφωμα του «Μακεδονισμού», έλεγε μεταξύ άλλων επί λέξει: «Η Κυβέρνηση μας (των ΗΠΑ) εκτιμά ότι αναφορές σε «Μακεδονικό Εθνος», «Μακεδονική Πατρίδα» η «Μακεδονική Εθνική Ταυτότητα» συνιστούν αβάσιμη δημαγωγία, που δεν αντιπροσωπεύει εθνική η πολιτική πραγματικότητα, και διαβλέπει στην σημερινή αναζωογόνηση τους ένα προπέτασμα για επιθέσεις εναντίον της Ελλάδος.»

    Η πολιτιστική ενότητα που δημιούργησε η δράση του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφερε τον Ελληνικό Πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα, ως «κοινή», από την Ευρώπη μέχρι τα σύνορα της Κίνας, επί αιώνες. Κανένας δεν μπορεί να καπηλεύεται το πραγματικό αυτό γεγονός και είμαστε βέβαιοι ότι αυτή την μοναδική προσφορά του Ελληνισμού στον κόσμο καμιά ελληνική υπογραφή δεν θα σβήσει σήμερα.
    Για τους λόγους αυτούς, ποτέ δεν πρέπει να συναινέσουμε σε όνομα των Σκοπίων που να περιέχει την λέξη Μακεδονία, ο,τι και αν κάνουν άλλες χώρες, ώστε να μη νομιμοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι ιμπεριαλιστικές επιθέσεις εναντίον της πατρίδας μας και χάλκευση της Ιστορίας, ελληνικής και παγκόσμιας.-

    ΑΘΗΝΑ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018 Υπογράφουν

    ΑΛΙΑΓΑΣ ΣΠΥΡΟΣ
    ΔΟΚΙΑΝΟΣ ΣΠΥΡΟΣ
    ΚΟΡΑΝΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
    ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
    ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
    ΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ
    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
    ΠΑΠΑΣΛΙΩΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
    ΠΑΤΣΙΚΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
    ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
    ΣΠΕΤΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ
    ΣΤΟΦΟΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ
    ΤΡΙΤΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ

    ΠΗΓΗ : https://professors-phds.com/10802-2/11489-2/

  13. Π on

    Αντώνης Ζαΐρης Διδάκτωρ Οικονομικής Κοινωνιολογίας. Μέλος της Ενωσης Αμερικάνων Οικονομολόγων (ΑΕΑ) – Αντιπρόεδρος του ΣΕΛΠΕ

    Ανάκληση μνήμης και Σκοπιανό διέξοδο
    ………………………….
    ………………………….
    Αν τελικώς επιδιωχθεί αυτή τη φορά λύση να δοθεί λύση, να δοθεί υπό προϋποθέσεις και με εγγυήσεις από πλευράς Πολιτικής ότι πρόκειται περί συμφέρουσας λύσης, λύσης που δεν δημιουργεί νικητές και ηττημένους, λύση erga omneς

    Ας δούμε όμως το ισοζύγιο μεταξύ των οπαδών της άρνησης της σύνθετης ονομασίας και των υπερθεματιστών της σύνθετης ονομασίας έναντι όλων.

    Στην πρώτη εκδοχή έχουμε τα εξής:

    Θα συνεχίσουν να ονομάζονται ΠΓΔΜ Μακεδονίας ενώ στο Σύνταγμα θα αναφέρονται ως Δημοκρατία της Μακεδονίας

    Θα ενισχύονται οι αλυτρωτικές βλέψεις με εργαλειοθήκη το Σύνταγμα, την ονοματολογία, το εκπαιδευτικό σύστημα κα.

    Θα αναγνωριστούν πιθανόν και από άλλες χώρες πέρα των 140 σήμερα

    Θα ενισχυθούν πιθανόν αποσταθεροποιητικές τάσεις που προσβλέπουν στη διάλυση του κρατιδίου πχ από εθνικιστές Αλβανούς ( αντιπροσωπεύουν σήμερα στα Σκόπια το 40% του πληθυσμού, ενώ το 55% περίπου είναι Σλάβοι και το υπόλοιπο 5% Τούρκοι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Ρομά) και εθνικιστές Κοσοβάρους.

    Στην δεύτερη εκδοχή έχουμε αντίστοιχα τα εξής:

    Σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό ή χρονικό/θεματικό προσδιορισμό όπως θα συμφωνηθεί

    Συνταγματική αλλαγή με απαλοιφή αλυτρωτικών βλέψεων

    Ενίσχυση της διεθνούς αξιοπιστίας και του ηγετικού ρόλου της χώρας μας στην ευρύτερη περιοχή, ισχυροποίηση του διεθνούς κύρους (Ελλάδα παράγων σταθερότητας και ειρήνης )

    Εξασφάλιση σχέσεων καλής γειτονίας, δημιουργία σταθερού συμμάχου και απομείωση αποσταθεροποιητικού κλίματος ( έλεγχος ρωσικής διείσδυσης στην περιοχή που σημειωτέον η Ρωσία έχει αναγνωρίσει από τους πρώτους τα Σκόπια ως Μακεδονία)

    Έλεγχος του τουρκικού επεκτατισμού στη συγκεκριμένη περιοχή

    Επέκταση και διεύρυνση οικονομικών συνεργασιών και ανάπτυξη επιχειρηματικών σχέσεων (υπάρχουν χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις στα Σκόπια που επηρεάζονται άμεσα. Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι οι ελληνικές εξαγωγές το πρώτο εξάμηνο 2017 στα Σκοπιά ανήλθαν στα 650 εκατομμύρια ευρώ ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές στα 180 εκατομμύρια ευρώ).

    Συμπεριλαμβανομένων όλων των δυναμικών εθνικών παραμέτρων του ζητήματος, τηρουμένων των συνταγματικών προϋποθέσεων και λαμβανομένης υπόψη της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας μας καθώς και της πιθανής αστάθειας που είναι δυνατό να προκύψει στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που θα «γεννήσει» νέα προβλήματα, οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και αν τελικώς επιδιωχθεί αυτή τη φορά λύση να δοθεί λύση, να δοθεί υπό προϋποθέσεις και με εγγυήσεις από πλευράς Πολιτικής ότι πρόκειται περί συμφέρουσας λύσης, λύσης που δεν δημιουργεί νικητές και ηττημένους, λύση ergaomneς, καθώς η ιστορική ανασκόπηση έχει δείξει ότι οποιαδήποτε πρόταση επίλυσης στο μέλλον είναι χειρότερη από αυτή του παρελθόντος. Ενας επιπρόσθετος λόγος που πρέπει να συνυπολογισθεί είναι και η εξομάλυνση της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών που τροφοδοτείται από την αλυτρωτική προπαγάνδα των Σκοπίων και που επιτρέπει την έκφραση ζωηρών ανησυχιών για εθνικιστικούς στόχους από πλευράς Αθηνών. Έχει επίσης κατασπαταληθεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο με μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις που δεν οδήγησε τόσα χρόνια πουθενά.

    Αξίζει βεβαίως να γίνει μνεία και στο άρθρο 6 της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 όπως χαρακτηριστικά ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Ευάγγελος Βενιζέλος που προβλέπει ότι τα Σκόπια δηλώνουν επίσημα ότι τίποτα στο Σύνταγμά τους και ιδιαίτερα στο άρθρο 3 δεν μπορεί η δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι θα αποτελέσει ποτέ βάση οποιασδήποτε διεκδίκησης από τα Σκόπια οποιασδήποτε περιοχής που δεν περιλαμβάνεται στα σημερινά του σύνορα.

    Επίσης στο άρθρο 49 ότι επίσης δεν αποτελεί ή δεν θα αποτελέσει βάση για επέμβαση των Σκοπίων στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους προκειμένου να προστατεύσει το καθεστώς και τα δικαιώματα οποιωνδήποτε προσώπων σε άλλα κράτη που δεν είναι πολίτες των Σκοπίων. Στην όποια τελικά απόφαση επικρατήσει ευχή είναι να κυριαρχήσει η πολιτική ωριμότητα και ο ρεαλισμός, και όχι οι παρορμητικές και θερμές αντιδράσεις, με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα καθώς η ικανότητα του Κυβερνήτη να αντιλαμβάνεται επερχόμενα γεγονότα και καταστάσεις και δι αυτού του τρόπου να διαμορφώνει τη Στρατηγική του , είναι βασικό συστατικό Ηγεσίας σε περίοδο Κρίσης.

    Ακούστηκαν μέχρι σήμερα πολλά και από πολλούς για το μακεδονικό ζήτημα αλλά το πιο εύστοχο, αναφορικά με το momentum, τη χρονική στιγμή επίλυσης το είπε ο Αινστάιν, δια στόματος του μεσολαβητή για το Σκοπιανό Μάθιου Νίμιτς: «O λόγος που υπάρχει ο χρόνος είναι ότι δεν μπορούν τα πάντα να γίνονται σε μια στιγμή».

    http://www.huffingtonpost.gr/entry/anaklese-mnemes-kai-skopiano-diexodo_gr_5a79743ce4b00f94fe94a1a5?utm_hp_ref=gr-homepage

  14. Μακεδονικό: Μια ψύχραιμη ανάλυση των προτάσεων Νίμιτς

    Του Βασίλη Σαραφίδη

    Τα περισσότερα κράτη του κόσμου έχουν αναγνωρίσει τη γείτονα χώρα με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Οι υπόλοιπες χώρες, ευθυγραμμιζόμενες με την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ το ‘93, την έχουν αναγνωρίσει ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση για την Ελλάδα, η ονομασία περιλαμβάνει έναν επιθετικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «δημοκρατία».

    Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι όσον αφορά την ταυτότητα της γείτονος, η λέξη «δημοκρατία» (και ό,τι άλλο υπάρχει πριν από αυτήν) παραλείπεται και επικρατεί σκέτο το «Μακεδονία», «Μακεδόνας», «μακεδονική» γλώσσα.

    Όσοι από εμάς ζούμε στο εξωτερικό, γνωρίζουμε καλά ότι για τους περισσότερους ξένους, η λέξη «Μακεδονία» επ’ ουδενί σχετίζεται με την Ελλάδα. Σε κάποιες ευνοϊκές για εμάς περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν επισκεφτεί για τουρισμό τη βόρεια Ελλάδα, γινόμαστε συχνά αποδέκτες της (κατά τ’ άλλα καλοπροαίρετης) ερώτησης: «Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Έλληνας ή Μακεδόνας;»

    Με βάση το υπόβαθρο αυτό, ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα ωφέλιμος για την Ελλάδα επειδή δίνεται η ευκαιρία στη χώρα μας να οριοθετήσει τους γείτονές της έτσι ώστε να σταματήσει η πλήρης οικειοποίηση της γεωγραφίας και της ιστορίας.

    Προφανώς, η επίτευξη ενός συμβιβασμού προϋποθέτει ότι η καινούργια ονομασία θα γίνει αποδεκτή και από τις δύο πλευρές, όχι μόνο από την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι όποια ονομασία και να συμφωνηθεί, θα συμπεριλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία». Υπό τις σημερινές συνθήκες και σύμφωνα με τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία 25 χρόνια (όπως περιγράψαμε παραπάνω) οποιαδήποτε άλλη πρόταση είναι απολύτως ανέφικτη.

    Φυσικά, η παραπάνω λογική διαπίστωση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να δεχτεί αβίαστα οποιαδήποτε σύνθετη ονομασία. Κάποιες προτάσεις είναι σαφώς καλύτερες από τις υπόλοιπες, άσχετα αν δεν είναι ιδανικές για εμάς. Συνεπώς, οι προτάσεις αυτές μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν βάση διαπραγμάτευσης για την Ελλάδα.

    Στα πλαίσια αυτά, το παρόν άρθρο αναλύει και αξιολογεί τις 5 προτάσεις του κ. Νίμιτς για την ονομασία της γείτονας χώρας, όπως τουλάχιστον αυτές διέρρευσαν πρόσφατα στον διεθνή τύπο.

    Συνοπτικά, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να εμμείνει σε μια ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Ο όρος «Νέα Μακεδονία» βασίζεται σε έναν χρονολογικό προσδιορισμό που έχει αμφίσημη ερμηνεία. Συνεπώς δεν εξυπηρετεί στον ίδιο βαθμό τα εθνικά μας συμφέροντα.

    Oι 5 προτάσεις του κ. Νίμιτς, χωρίς συγκεκριμένη σειρά, έχουν ως εξής:
    1. Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια) [αγγλ. Republic of Macedonia (Skopje)],
    2. Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη [αγγλ. Republic of Macedonia of Vardar],
    3. Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας [αγγλ. Republic of North Macedonia],
    4. Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας [αγγλ. Republic of Upper Macedonia],
    5. Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας [αγγλ. Republic of New Macedonia].

    Για την αξιολόγηση των παραπάνω προτάσεων χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα τρία βασικά κριτήρια:

    Α. Διεθνές προηγούμενο. Σε ποιόν βαθμό η προτεινόμενη ονομασία έχει ως βάση τη διεθνή εμπειρία που υπάρχει όσον αφορά την ονοματοδοσία ενός έθνους-κράτους;
    Β. Σαφής οριοθέτηση και διαφοροποίηση. Σε ποιόν βαθμό η προτεινόμενη ονομασία εξασφαλίζει σαφή οριοθέτηση και διαφοροποίηση ανάμεσα στις δύο χώρες, σεβόμενη την ιστορία και την κληρονομιά τους;
    Γ. Το ζήτημα της ταυτότητας. Ποιές είναι οι προεκτάσεις που έχει η προτεινόμενη ονομασία όσον αφορά την εθνοτική ταυτότητα και τη γλώσσα των Μακεδονοσλάβων;

    Το πρώτο κριτήριο είναι σημαντικό επειδή οι περισσότεροι από εμάς τείνουμε να κάνουμε συγκρίσεις και εν τέλει να ταυτίζουμε ονομασίες με παραδείγματα που είμαστε εξοικειωμένοι. Τα επόμενα δυο κριτήρια είναι σημαντικά επειδή αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την οριοθέτηση της γείτονας χώρας και την αντιμετώπιση του αλυτρωτισμού/επεκτατισμού που έχει αδιαμφισβήτητα καλλιεργηθεί από επίσημους θεσμικούς παράγοντες της πΓΔΜ τις τελευταίες δεκαετίες.

    1. Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια) [αγγλ. Republic of Macedonia (Skopje)]

    Καμία χώρα στον κόσμο δεν έχει ονομασία που βρίσκεται εν μέρει μέσα σε παρένθεση. Συνεπώς, δεν υφίσταται διεθνές προηγούμενο με το οποίο να είναι εξοικειωμένη η παγκόσμια κοινότητα. Επιπλέον, για πολλούς ανθρώπους, η παρένθεση υποδηλώνει ότι το όρισμα μέσα στην παρένθεση δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό και συνεπώς επιτρέπεται να παραλειφθεί για λόγους συντομίας. Αυτό σημαίνει ότι στην καθομιλουμένη είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει σκέτο το «Μακεδονία», «Μακεδόνας» κλπ. Με αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται τα τρία κριτήρια που έχουμε θέσει.

    2. Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη [αγγλ. Republic of Macedonia of Vardar]

    «Βαρδάρης» είναι η σλαβική ονομασία του Αξιού ποταμού, ο οποίος πηγάζει από την οροσειρά του Σκάρδου στα σύνορα πΓΔΜ-Σερβίας, διασχίζει την πρωτεύουσα Σκόπια, και χύνεται στον Θερμαϊκό κόλπο, λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν αρκετές χώρες στον κόσμο που έχουν λάβει το όνομα τους από ένα ποτάμι (βλ. εδώ). Στα Βαλκάνια, έχουμε το παράδειγμα της Βοσνίας. Παρόλα αυτά, καμία χώρα στον κόσμο δεν συνδυάζει στην ονομασία της δύο διακριτά γεωγραφικά ονόματα, δηλ. ένα τοπωνύμιο («Μακεδονία») και το όνομα ενός ποταμού.

    Επιπλέον, σε αντίθεση με τον ποταμό Μπόσνα, ο Βαρδάρης/Αξιός μοιράζεται και από τις δύο χώρες. Συνεπώς, ο συγκεκριμένος όρος δεν διαφοροποιεί επαρκώς τις δύο περιοχές.

    Όσον αφορά την εθνοτική ταυτότητα που προκύπτει, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος εύλογα ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητας που ενέχει η συγκεκριμένη ονομασία, στην πράξη ενδέχεται να επικρατήσουν σκέτοι οι όροι «Μακεδονία», «Μακεδόνας» (αντί για «Μακεδόνας του Βαρδάρη») και «μακεδονική γλώσσα» (αντί για «γλώσσα της Μακεδονίας του Βαρδάρη»). Με αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται τα τρία κριτήρια που έχουμε θέσει.

    3. Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας [αγγλ. Republic of North Macedonia]

    Τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας παρέμειναν ρευστά ανά τους αιώνες. Για παράδειγμα, στην κλασική εποχή η λεγόμενη Άνω Μακεδονία κάλυπτε γεωγραφικά τη σημερινή Δυτική Μακεδονία, καθώς και περιοχές βόρεια αυτής, γύρω από τα ελληνικά σύνορα καθώς και στο έδαφος της σημερινής πΓΔΜ και της Αλβανίας (βλ. πχ. εδώ). Στα ρωμαϊκά χρόνια ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας επεκτάθηκε στα βόρεια και τα δυτικά. Σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι ο «ιστορικός» χώρος της Μακεδονίας εκτείνεται σε πολλά κράτη (βλ. π.χ. Livieratos, E. and C. Paliadeli (2012), «European Cartography & Politics: The Case of Macedonia”, Ziti Publications). Το μεγαλύτερο τμήμα του βρίσκεται εντός των ελληνικών συνόρων.

    Ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» θέτει συγκεκριμένα όρια στους γείτονές μας. Ουσιαστικά, αποτρέπει άμεσα την οικειοποίηση της γεωγραφίας, αποσαφηνίζοντας εξ ορισμού ότι αναφερόμαστε σε ένα κράτος, η επικράτεια του οποίου περιλαμβάνει –μεταξύ άλλων περιοχών– μόνο ένα βόρειο τμήμα του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Υπό μία έννοια, η συγκεκριμένη ονομασία αναδεικνύει στον υπόλοιπο κόσμο (ο οποίος δεν γνωρίζει, βλ. το διεθνές status quo που περιγράψαμε στην εισαγωγή) ότι ένα μεγάλο τμήμα του «ιστορικού» χώρου της Μακεδονίας βρίσκεται σήμερα εκτός της πΓΔΜ.

    Ταυτόχρονα, καθώς όλοι οι σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι που αφορούν τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας (στη Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία), ο συγκεκριμένος γεωγραφικός προσδιορισμός ορίζει με σαφήνεια το ποιοί είναι κληρονόμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ποιοί όχι.

    Η διεθνής εμπειρία προσφέρει αρκετά παραδείγματα με τα οποία μπορεί κάποιος εύκολα να συνθέσει τον όρο «Βόρεια Μακεδονία». Προφανώς κάθε παράδειγμα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση και έχει τις ιδιαιτερότητες του. Παρόλα αυτά, υπάρχουν σημαντικά χαρακτηριστικά που είναι κοινά στις δυο περιπτώσεις.

    Για παράδειγμα, έχουμε την «Αφρική» και τη «Νότια Αφρική» (Africa vs South Africa). Ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ολόκληρη ήπειρο, δηλ. έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, ενώ ο δεύτερος για να προσδιορίσει μία συγκεκριμένη χώρα που βρίσκεται στο νότιο τμήμα της ηπείρου. Ο κάτοικος της Νότιας Αφρικής αυτοπροσδιορίζεται ως «South African» και όχι σκέτο «African». Ο όρος «Αφρικανός» έχει σαφή γεωγραφική έννοια και χαρακτηρίζει όλους τους κατοίκους της αφρικανικής ηπείρου ανεξάρτητα από την εθνότητα τους.

    Άλλα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεστεί κάποιος είναι: (α) το νησί Τιμόρ που χωρίζεται στο «Ανατολικό Τιμόρ» (ανεξάρτητο κράτος) και στο «Δυτικό Τιμόρ» (επαρχία της Ινδονησίας). (β) το «Σουδάν» και το «Νότιο Σουδάν», δύο ανεξάρτητες χώρες που συνορεύουν. Παρά το γεγονός ότι το Νότιο Σουδάν αποτελούσε μέρος του Σουδάν και ανεξαρτητοποιήθηκε μόλις το 2011, ο όρος «South Sudanese», ως προσδιορισμός που διακρίνει τον υπήκοο του Νότιου Σουδάν, είναι σήμερα ευρέως διαδεδομένος.

    Με βάση την παραπάνω ανάλυση, συμπεραίνουμε ότι ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» πληροί τις βασικές προϋποθέσεις για να ικανοποιήσει για να ικανοποιήσει τις λογικές ανησυχίες της ελληνικής πλευράς.

    Δύο ζητήματα που προκύπτουν με τον όρο «Βόρεια Μακεδονία»

    Πρώτον, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» πρόκειται να βρει την αντίθεση της Βουλγαρίας δεδομένου ότι ένα τμήμα που βρίσκεται εντός βουλγαρικών συνόρων (η «Μακεδονία του Πιρίν») βρίσκεται επίσης στα βόρεια του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι στην αγγλική γλώσσα υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ «north» και «northern», «south» και «southern». Συγκεκριμένα, η λέξη south π.χ. χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό για να καθορίσει την επίσημη ονομασία της χώρας Νότια Αφρική (South Africa) ενώ η λέξη southern (δηλ. southern Africa) χαρακτηρίζει οποιοδήποτε τμήμα βρίσκεται στα νότια της ηπείρου, χωρίς απαραίτητα αυτό να ανήκει στην Νότια Αφρική.

    Δεύτερον, θα μπορούσε να επικαλεστεί κάποιος τις περιπτώσεις της Δυτικής/Ανατολικής Γερμανίας, Βόρειας/Νότιας Κορέας για να ισχυριστεί ότι ο συγκεκριμένος γεωγραφικός προσδιορισμός δεν αμβλύνει απαραίτητα τον αλυτρωτισμό εκ μέρους των Σκοπίων καθότι δημιουργεί ελπίδες ή δίνει εντυπώσεις μιας ενδεχόμενης μελλοντικής «ενοποίησης». Εξάλλου, είναι γνωστοί σε όλους μας οι αλυτρωτικοί χάρτες της «Ενωμένης Μακεδονίας», οι οποίοι μάλιστα αποτελούν μέρος της διδακτικής ύλης των σχολείων της πΓΔΜ.

    Παρ’ όλα αυτά, με μια δεύτερη ματιά μπορεί εύκολα να διακρίνει κάποιος ότι τα παραπάνω παραδείγματα δεν έχουν σχέση με την περίπτωση της Μακεδονίας, για τον εξής λόγο: οι Δυτικογερμανοί και οι Ανατολικογερμανοί αποτελούσαν το ίδιο έθνος, και η διάσπαση της χώρας οφειλόταν αποκλειστικά σε έναν πόλεμο. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τη Βόρεια και Νότια Κορέα. Οι Νοτιοκορεάτες (ειδικά όσοι βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία) θεωρούν τους Βορειοκορεάτες ως ομοεθνή λαό. Συνεπώς, το παράδειγμα της Αφρικής/Νότιας Αφρικής είναι πολύ πιο σχετικό εδώ.

    4. Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας [αγλ. Republic of Upper Macedonia]

    Βασικό μειονέκτημα της συγκεκριμένης πρότασης είναι ότι δεν υπάρχει καμία χώρα στον κόσμο σήμερα που να περιλαμβάνει τον όρο «Άνω» (Upper) στην ονομασία της. Η πιο πρόσφατη περίπτωση χώρας με τον όρο αυτό είχε την επίσημη ονομασία «Republic of Upper Volta», αλλά μετονομάστηκε σε «Burkina Faso» («Land of Incorruptible People» στην τοπική διάλεκτο) το 1984.

    Καθώς λοιπόν ο όρος «upper» δεν είναι συνηθισμένος, ενδέχεται να δημιουργήσει την εντύπωση σε πολλούς ξένους ότι πρόκειται για έναν τεχνικό όρο άνευ σημασίας που δόθηκε απλά για να ξεμπλοκάρουν ορισμένες πολιτικές διαδικασίες. Η αντίληψη αυτή με τη σειρά της θα διευκόλυνε την αφαίρεση του όρου «upper» στην καθομιλουμένη με αποτέλεσμα να επικρατήσουν και πάλι σκέτοι οι όροι «Μακεδόνας» και «μακεδονική γλώσσα» (στην αγγλική «Macedonian» αντί «Upper Macedonian», «Macedonian language» έναντι «Upper Macedonian language»).

    Με αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται τα τρία βασικά κριτήρια που έχουμε θέσει.

    5. Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας [αγλ. Republic of New Macedonia]

    Πρόκειται για τη μοναδική πρόταση η οποία βασίζεται σε χρονολογικό προσδιορισμό αντί ενός γεωγραφικού. Υπάρχουν δύο χώρες στον κόσμο που περιλαμβάνουν τον όρο «νέα» στην ονομασία τους, η Νέα Ζηλανδία και η Παπούα Νέα Γουινέα (η Νέα Καληδονία ανήκει στη Γαλλία).

    Οι δύο χώρες αποτελούν διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ τους. Η Παπούα Νέα Γουινέα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος που βρίσκεται στο ανατολικό κομμάτι της νήσου της Νέας Γουινέας. Άρα, είναι η λέξη «Παπούα» αυτή που διακρίνει το συγκεκριμένο κράτος από το υπόλοιπο νησί και όχι ο όρος «Νέα».

    Από την άλλη μεριά, η Ζηλανδία ως γνωστόν αποτελεί επαρχία της Ολλανδίας. Άρα η ονομασία Νέα Ζηλανδία έχει καθαρά αποικιακό χαρακτήρα (στη διάλεκτο των Μαορί η χώρα ονομάζεται «Αοτεαρόα»).

    Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι καθότι οι Σλάβοι εποίκησαν τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας «μόλις» τον 7ο αιώνα μ.Χ. (σε σύγκριση πάντα με τους αρχαίους μακεδόνες που ήταν ελληνικό φύλο), η πρόταση «Νέα Μακεδονία» έχει μία βάση. Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά: οι Σλάβοι, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, δεν έφυγαν από έναν τόπο που λεγόταν Μακεδονία για να ιδρύσουν την Νέα Μακεδονία, αντιθέτως εποίκησαν έναν χώρο που λεγόταν ήδη Μακεδονία. Συνεπώς, δεν υπάρχει διεθνές προηγούμενο όσον αφορά την πρόταση «Νέα Μακεδονία».

    Όσον αφορά τα κριτήρια της διαφοροποίησης και ταυτότητας, φοβάμαι ότι η ονομασία «Νέα Μακεδονία» έχει αμφίσημη έννοια. Μία ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί είναι ότι ο όρος «Νέα Μακεδονία» υποδηλώνει κάτι καινούργιο που δεν υπήρχε στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο ισχύει στην πραγματικότητα δεδομένου ότι η πΓΔΜ δημιουργήθηκε το 1944 και έγινε ανεξάρτητο κράτος για πρώτη φορά το 1991. Υπό την έννοια αυτή, η πρόταση φαίνεται ότι οριοθετεί το σλαβικό στοιχείο και προσδίδει μια σαφή χρονολογική διάκριση μεταξύ των Σλάβων και των αρχαίων μακεδόνων.

    Υπάρχει όμως και η αντίθετη ερμηνεία, η οποία βασίζεται στον απλό λογισμό ότι στην πράξη είθισται το «νέο» να διαδέχεται το «παλιό», και πολλές φορές το «νέο» αποτελεί συνέχεια και βελτιωμένη έκδοση κάτι πεπερασμένου. Προφανώς, η ερμηνεία αυτή δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα.

    Κάτι παρόμοιο ισχύει όσον αφορά την ταυτότητα και τη γλώσσα των Μακεδονοσλάβων. Συγκεκριμένα, από την μία πλευρά, οι όροι «New Macedonian» και «New Macedonian language» θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως έννοιες καινούργιες που δεν υπήρχαν στο μακρινό παρελθόν και συνεπώς όταν π.χ. αναφέρεται ένας ξένος σε «New Macedonian language» να εννοεί ότι η γλώσσα αυτή δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική διάλεκτο που μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες. Από την άλλη μεριά όμως, όπως η νέα ελληνική γλώσσα αποτελεί συνέχεια των αρχαίων ελληνικών, έτσι για κάποιους η «νέα μακεδονική γλώσσα» μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της γλώσσας που μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες.

    Συμπερασματικά, κατά τη γνώμη του γράφοντος, η μόνη ονομασία από το σύνολο των 5 προτάσεων του κ. Νίμιτσ η οποία ικανοποιεί επαρκώς τα τρία κριτήρια και συνεπώς πρέπει να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά και να αποτελέσει βάση διαπραγμάτευσης για τη συνέχεια είναι ο όρος «Βόρεια Μακεδονία».

    Προφανώς, καμία ονομασία δεν είναι αρκετή από μόνη της για να εξασφαλίσει την επίτευξη μιας βιώσιμης λύσης που θα επιτρέψει στους δύο λαούς να ζήσουν σε ένα περιβάλλον αμοιβαίας ειρήνης και φιλίας, τόσο εντός των Βαλκανίων όσο και στη Διασπορά, αποβάλλοντας κάθε αλυτρωτική, επεκτατική ή αποσχιστική διεκδίκηση από πλευράς των Σκοπίων.

    Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση το πακέτο της συμφωνίας οφείλει: (α) να διασφαλίζει ότι η καινούργια ονομασία θα ισχύει έναντι όλων, (β) να εξασφαλίζει την αποκαθήλωση των μνημείων και την αλλαγή του αλυτρωτικού εκπαιδευτικού υλικού στο εσωτερικό της γείτονας χώρας, (γ) να εξασφαλίζει εγγυήσεις ότι οι αλλαγές που θα συμφωνηθούν θα είναι πάγιες και δεν θα εξαρτώνται από τη στάση της εκάστοτε κυβέρνησης, και (δ) να προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις σε περίπτωση που η απέναντι πλευρά αθετήσει μέρος της συμφωνίας.

    * Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι διοικητικό στέλεχος του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Μακεδονικών Σπουδών, συνεκδότης του περιοδικού Macedonian Studies Journal, και αναπληρωτής καθηγητής Οικονομετρίας.

    http://www.capital.gr/me-apopsi/3268320/makedoniko-mia-psuxraimi-analusi-ton-protaseon-nimits

  15. Για την αστυνόμευση της γλώσσας και το πώς μπορούμε να την υπερβούμε

    Δημοσίευση: 04 Φεβρουαρίου 2018 19:00
    Το καυτό ζήτημα που όλοι αποφεύγουν να αγγίξουν είναι η ταυτότητα ενός έθνους που εξακολουθεί να προσπαθεί να διατηρήσει το δικαίωμα που απέκτησε στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και το οποίο της είχε υποσχεθεί η Κομιντέρν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

    Της Κατερίνα Κολόζοβα*

    Η Δημοκρατία της Μακεδονίας βρέθηκε σε περίεργους και επισφαλείς καιρούς: τα χρόνια της πολιτικής κρίσης που ξεκίνησαν ως εξέγερση των μαζών ενάντια στην αυταρχική διακυβέρνηση του κυβερνώντος συνασπισμού Γκρούεφσκι- Αχμέτι κατέληξαν σε κάτι το οποίο μια σειρά από διεθνή Μέσα αποκάλεσε απειλή για την ασφάλεια της χώρας και την ίδια την επιβίωσή της. Παραδόξως, η έξοδος από την κρίση ξεκίνησε με μια μεταρρυθμιστική ατζέντα για τη χάραξη εξωτερικής, και όχι εσωτερικής, πολιτικής.

    Η πίεση που ασκήθηκε τον τελευταίο χρόνο ήταν κυρίως από το εσωτερικό: τα εθνοτικά αλβανικά κόμματα στη χώρα διεκδίκησαν την επίλυση ζητημάτων με τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, αλλά και των δικών τους ζητημάτων ως κόμματα που εκπροσωπούν τη μεγαλύτερη μειονότητα στη χώρα – υπό την πατρωνία, όμως, του πρωθυπουργού της Αλβανίας. Επομένως, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό δεχτήκαμε έντονες πιέσεις να επιλύσουμε μια σειρά θεμάτων που αφορούν τη γλώσσα, την ιστορία, την Εκκλησία, την πολιτισμική κληρονομιά της εθνοτικής πλειοψηφίας αλλά και το πώς αυτή ονομάζεται. Η «Πλατφόρμα των Τιράννων», που γράφτηκε από τα εθνοτικά αλβανικά κόμματα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας υπό την προεδρία του Έντι Ράμα, του πρωθυπουργού της Αλβανίας, μας ώθησε βεβιασμένα σε αυτές τις διαδικασίες που έχουν όλες έναν μοναδικό κοινό παρονομαστή: «το ζήτημα της μακεδονικής εθνικής ταυτότητας».

    Το καυτό ζήτημα που όλοι αποφεύγουν να αγγίξουν είναι η ταυτότητα ενός έθνους που εξακολουθεί να προσπαθεί να διατηρήσει το δικαίωμα που απέκτησε στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και το οποίο της είχε υποσχεθεί η Κομιντέρν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν ο κομμουνισμός και η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσαν, καθεμία από τις γειτονικές χώρες αυτού του κράτους δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν το δικαίωμα ύπαρξης ενός τέτοιου έθνους. Ας αγγίξουμε λοιπόν αυτό το καυτό ζήτημα και ας μην προσποιούμαστε ότι καταπιανόμαστε, για αμιγώς τεχνικούς λόγους, με θέματα διάκρισης, όπως ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής, ενός κράτους, ενός έθνους. Ας καταπιαστούμε με αυτό το θέμα χωρίς να συμπεριφερόμαστε σαν θύματα, σε όποια πλευρά κι αν ανήκουμε, αλλά σαν ενεργοί και κυρίαρχοι δρώντες: με τι έχουν να κάνουν οι ελληνικοί φόβοι περί αλυτρωτισμού και πώς μπορούμε να τους κατευνάσουμε; Φυσικά δεν πιστεύουν ότι μπορούμε να κατακτήσουμε εδάφη της Ελλάδας, εμείς, ένα κράτος ευάλωτο και μέχρι πέρυσι υπό κατάρρευση. Είναι μήπως οι υποτιθέμενες βλέψεις για κομμάτια της Ιστορίας και της πολιτισμικής κληρονομιάς που προκαλούν αυτούς τους φόβους; Να είστε βέβαιοι πως οι Μακεδόνες δεν έχουν ταυτιστεί με τη Μακεδονική Αρχαιότητα και το αίτημα αναγνώρισης που διατυπώνουν εδώ και ενάμιση αιώνα είναι αίτημα αναγνώρισης ενός σλαβικού έθνους μεταξύ άλλων σλαβικών εθνών. Φυσικά, υπήρξε η μετά το 2008 αλλόκοτη καινοτομία της λεγόμενης «αρχαιοποίησης» που εισήγαγε η κυβέρνηση Γκρούεφσκι, για την οποία εξακολουθώ να αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να αλλάξει χιλιάδες χρόνια προφορικής ιστορίας ενός σλαβικού λαού και γλώσσας. Είναι μήπως ο φόβος ότι υπάρχουν άνθρωποι στην ελληνική Μακεδονία που προσδιορίζονται ως εθνοτικοί Μακεδόνες, είναι σλαβόφωνοι και οι οποίοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν προσάρτηση ή κάτι αντίστοιχο; Μια τέτοια ιδέα θα ήταν λίγο παρανοϊκή: είμαστε στον 21ο αιώνα και βρισκόμαστε στην Ευρώπη, αν και στο περιθώριό της.

    Εντούτοις, αν αυτές είναι οι ανησυχίες της ελληνικής πλευράς, η μακεδονική οφείλει να δρομολογήσει μια συμφωνία όμοια με εκείνη που έγινε με τη Βουλγαρία, αντιμετωπίζοντας όλα αυτά τα ζητήματα, προσφέροντας διαβεβαιώσεις στην Ελλάδα και φυσικά εγκαταλείποντας κάθε αξίωση προς την ελληνική αρχαιότητα, ακόμα και αν αποκαλείται «Μακεδονική». Δεν γνωρίζουμε αν ο Αλέξανδρος ήταν Έλληνας όπως το κατανοούμε σήμερα [Greek], όμως γνωρίζουμε ότι έφερε την ταυτότητα του Έλληνα [Hellene] και συνιστά μια από τις πιο επιφανείς μορφές της ελληνικής και ευρωπαϊκής αρχαιότητας: η σύγχρονη Μακεδονία δεν έχει καμία κυριότητα επί της πολιτισμικής κληρονομιάς που συνδέεται με την αρχαία μακεδονική περίοδο και τον Μέγα Αλέξανδρο. Οι σύγχρονοι Μακεδόνες είναι Σλάβοι και αναζητούν αναγνώριση ως σλαβικό και βαλκανικό έθνος, νεότερο συγκριτικά με εκείνο των γειτόνων, όμως αρκετά παλαιό, ώστε να έχει κάμποσες γενιές που προσδιορίζονται εθνικά και εθνοτικά ως Μακεδόνες (κάτι που είναι πολύ διαφορετικό από τη γεωγραφική ταύτιση).

    Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό είναι αναφαίρετο, και εγώ προσδιορίζομαι ως Μακεδόνισσα. Όχι αρχαία Μακεδόνισσα, αλλά σύγχρονη, Σλάβα και Μακεδόνισσα. Γνωρίζω πως η ταυτότητά μας, η γλώσσα και η Ιστορία μας, είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη βουλγαρική, αλλά μολαταύτα διακριτή και δεν έχω άλλη επιλογή από το να αναγνωρίσω τον εαυτό μου ως Μακεδόνισσα – με αυτήν την ταυτότητα γεννήθηκα. Οποιοσδήποτε άλλος προσδιορισμός, αν ενδίδαμε στο ελληνικό αίτημα για επανακαθορισμό της ταυτότητάς μας (διά της απαγόρευσης να χρησιμοποιούμε το επίθετο), θα είναι κάτι στο οποίο θα υποταχτώ, το οποίο θα εξαναγκαστώ να υπομείνω, θα το υπομείνω αλλά ποτέ δεν θα ταυτιστώ. Θα λέω «είμαι Κεντρο-βαλκάνια», όπου και όταν θα χρειαστεί να πω κάτι τέτοιο, αλλά δεν θα ταυτίζομαι με αυτό. Η καταπιεσμένη ταυτότητα θα δημιουργήσει μια υποβόσκουσα αίσθηση του ανήκειν και ίσως κινήματα. Μια τόσο βίαιη απώθηση της υπάρχουσας αντίληψης της εθνικής ταύτισης μπορεί να αποτελέσει την πηγή πραγματικού αλυτρωτισμού συνδεδεμένου με την ιστορία και την πολιτισμική κληρονομιά – ενώ τώρα αυτός ο αλυτρωτισμός είναι κυρίως φαντασιωσικός και εντάσσεται στην κατηγορία μιας υποθετικής περίπτωσης, αν όχι παράνοιας, και όχι της πραγματικής απειλής.

    Εν ολίγοις, ας επιλύσουμε αυτά τα θέματα, ας μιλήσουμε για το καυτό ζήτημα που όλοι αποφεύγουν να αγγίξουν, ας συζητήσουμε για ό,τι δεν συζητιέται ποτέ λόγω του πολιτικά μη ορθού· ας συζητήσουμε για τις κοινές ανησυχίες περί ταυτότητας, για την Ιστορία και τον πολιτισμό, ας τα επιλύσουμε και ας εγγυηθούμε ο ένας στον άλλον την αποφυγή κάθε είδους απειλής και τότε το όνομα του κράτους θα καταστεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Ας συμφωνήσουμε για τις έννοιες πίσω από τα ονόματα, εφόσον αυτό είναι που μας απασχολεί. Ας μην καταπιαστούμε με γλωσσολογικές τεχνικότητες σχεδόν κωμικής φύσης (όπως φερ’ ειπείν το «Makedonija», γραμμένο σε φωνητικό αλφάβητο, με απαγορευμένη μετάφραση σε άλλα κράτη και γλώσσες) και μάλιστα με έλλειψη της επίγνωσης ότι η γλώσσα δεν μπορεί να ελεγχθεί, να αστυνομευτεί και ότι ακολουθεί τους δικούς της εσωτερικούς νόμους. Ο Στάλιν ήταν θερμός υποστηριχτής της γλωσσολογίας, ρύθμισε προσωπικά τη γλώσσα και έγραψε γλωσσολογικές πραγματείες ή αναθεώρησε εκείνες της Όλγας Φράιντενμπεργκ. Ας αποφύγουμε τέτοιου είδους ολοκληρωτικές παρορμήσεις και ας αφήσουμε τη γλώσσα στον δικό της δρόμο. Η γλώσσα δεν πρέπει να ελεγχθεί. Ας μιλήσουμε και ας συμφιλιωθούμε με τις ιδέες που πυροδοτούνται από τα ονόματα και ας εγγυηθούμε ο ένας στον άλλον ότι θα τα επιλύσουμε ώστε να γίνουμε σύμμαχοι και όχι εχθροί.

    *Η Κατερίνα Κολόζοβα είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Σπουδών Φύλου στα Σκόπια και συγγραφέας του βιβλίου The Cut of the Real: Subjectivity in Poststructuralist Philosophy (Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 2014)

    Μετάφραση: Έλενα Ψυλλάκου

    http://www.avgi.gr/article/10811/8688796/gia-ten-astynomeuse-tes-glossas-kai-to-pos-mporoume-na-ten-yperboume

  16. Β... on

    Η Μεγάλη Παραχάραξη της Ιστορίας:
    Μύθος του «μακεδονικού» έθνους

    Οι περισσότεροι της ανθρωπότητας είναι γενικά αγνοούν το γεγονός ότι υπήρξε μια επανερμηνεία της βαλκανικής ιστορίας, της παραχάραξης των ιστορικών μύθων, και τεχνητά την εθνικότητα και τη γλώσσα από το «Sclavineaes».

    Επιπλέον, οι περισσότεροι αγνοούν ότι οι Μακεδόνες ήταν μέρος του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Αυτό αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, σε συνδυασμό με την γλωσσική ανάλυση και την ανακάλυψη μεγάλου αριθμού ελληνικών επιγραφών με ένα ευρύ φάσμα των ελληνικών ονομάτων αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε πολιτιστική, τη γλώσσα ή την ιστορία διάλειμμα στην ενότητα των Μακεδόνων με τους υπόλοιπους Έλληνες . Πράγματι, η διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο από τον Μέγα Αλέξανδρο παρέχει την πιο αδιάψευστη επιβεβαίωση αυτού. Η ενότητα των Μακεδόνων και το υπόλοιπο των Ελλήνων αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά με τα ευρήματα που έφερε στο φως στα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία της Βεργίνας, της Πέλλας, Σίνδου και το Δίον, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, Φλώρινα, Χαλκιδική, την Έδεσσα, και πολλές άλλες περιοχές .

    Αυτό που δεν γνωρίζουν ότι τα ιστορικά στοιχεία και τα αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη της Ελληνικής μιλούσαν οι κάτοικοι των βουνών της Βόρειας Πίνδου κατά την περίοδο 2200-2100 π.Χ. Οι ελληνικές αρχαιότητες που χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ., ειδικά το ελεφαντόδοντο πορτρέτο του Φιλίππου και Ο Αλέξανδρος, από τον τάφο της Βεργίνας. Όλα τα ευρήματα αποδεικνύουν την τέχνη επιτεύχθηκε στη Μακεδονία κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ελληνιστικής εποχής κατακτήσεις του εισαγάγει.

    Μακεδονία, ακόμη και κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία, συνέχισε να είναι μια ελληνική-γη κάτω από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και για περίπου δύο αιώνες ήταν ο πυρήνας των μεγαλύτερων κρατικών μονάδων κυβερνάται από Μακεδόνων βασιλέων.

    Μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο, το ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ., όταν διάφορες σλαβικές φυλές, οι Δραγουβίτες, Στρουμωνίτες, Sagoudates, και άλλοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή της Μακεδονίας. Με την άδεια των βυζαντινών αρχών, αυτές οι φυλές σχηματίζονται τα μικρά σλαβικά θύλακες είναι γνωστή ως «Sclavineae».

    Τον 14ο αιώνα, η σερβική αυτοκρατορία του Στέφαν Ντούσαν εξαπλώθηκε στη Μακεδονία. Ωστόσο, αυτή η βραχύβια αυτοκρατορία δεν είχε καμία πραγματική επίπτωση στην εθνολογική φύση της Μακεδονίας. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι ακόμα και κάτω από την οθωμανική κυριαρχία στη Μακεδονία, δεν υπήρχε κανένα περιφερειακό τμήμα που ονομάζεται «Μακεδονία».

    Τα σχέδια των Σλάβων, περιλαμβάνει ένα γεωπολιτικό υπολογισμό και την αναζήτηση για μια διέξοδο στο Αιγαίο. Όπως, ήταν το σχέδιο κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και στις μεταπολεμικές δεκαετίες, ο Τίτο κατασκεύασε ένα τεχνητό εθνικότητα, τη «μακεδονική» εθνικότητα. Το έργο ήταν δύσκολο, διότι η νέα ιθαγένεια δεν έχουν τα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι απαραίτητα για την ίδρυσή του ως τέτοια. Προκύπτει λοιπόν ότι αυτά τα στοιχεία έπρεπε να ανακαλυφθεί ή εφευρεθεί.

    Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εθνικότητας ήταν η γλώσσα του. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η γλώσσα που ομιλείται από τους Σλάβους της Μακεδονίας είναι μια διάλεκτος της βουλγαρικής. Προκειμένου να διακόψει την ουσιαστική γλωσσική δεσμό μεταξύ των Μακεδόνων Σλάβων και των Βουλγάρων, ένα ξεχωριστό «Μακεδονικό», γραπτή γλώσσα έπρεπε να εφευρεθεί. Αυτό έγινε με την αξιοποίηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και με δανεισμό από σερβικές και άλλες σλαβικές γλώσσες. Ωστόσο, παρά τις μεγάλες προσπάθειες των σαράντα χρόνια, η νέα γλώσσα παραμένει ένα παρακλάδι της βουλγαρικής.

    Εδώ επανερμήνευσε την ιστορία των Βαλκανίων, από τα πιο αρχαία χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο θα ήταν δυνατό να εξηγηθεί σε ύπαρξη τον μύθο του «μακεδονικού έθνους».

    αμέτρητα παραδείγματα τους θα έπρεπε να αρκεί για να καταστήσει σαφή την έκταση αυτής της εκστρατείας της παραποίησης, και αυτά τα ιστορικά τους μύθους και στρέβλωση ιστορικών παρερμηνειών έχουν γίνει αποδεκτές από ανθρώπους με απόλυτη άγνοια της ιστορίας, που πήγαν χέρι-χέρι με την απόλυτη ανοχή.

    Πρέπει να προσθέσω ότι εμείς, ως Έλληνες, δεν πρέπει να χάσει την αίσθηση της ιστορίας, των απ ‘όπου ήρθαμε, για το ποιοι είμαστε και τι είμαστε όλο.

    Είναι δυνατόν σήμερα στην Αμερική, όπου αποτελεί μια εύπορη, πολιτικά ισχυρή, και υψηλού μορφωτικού επιπέδου Ελληνικής Διασποράς, ότι γνωρίζουμε τόσα λίγα για κάτι τόσο απλό αλλά και τόσο μοιραία σημαντική για το μύθο της «μακεδονικής» έθνος.

    Είναι ένα θέμα μεγάλης εθνικής σημασίας για τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδα και τον Ελληνισμό, που είναι το εθνικό μας καθήκον να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια ότι η σκοπιμότης, τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα συνεχίζουν να κατηγορείτε και να παραχαράξει την ιστορία μας. Καθήκον μας είναι μόνιμη επαγρύπνηση για τη διατήρηση των εθνικών μας ακεραιότητα και τη διασφάλιση της ειρήνης.

    Νικόλαος Λ. Μωραίτης. Ph.D.
    Διεθνείς Σχέσεις-Συγκριτική πολιτική-
    Εξωτερική Πολιτική Των ΗΠΑ.
    Καλιφόρνια, ΗΠΑ

    Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ελληνικών (ΗΠΑ)

  17. DIALOGUE / OPINION

    Skopje’s identity crisis

    People carry banners and wave flags during a protest against the change of the country’s name, in downtown Skopje, FYROM, Sunday, March 4, 2018. Several thousand protesters have gathered Sunday at FYROM’s main square in capital Skopje, demanding government to call off ongoing talks with neighboring Greece over a decades long name dispute. Photo: AAP via AP /Boris Grdanoski

    Alexander Galitsky
    19 March 2018 11:35am

    Facebook Twitter: @NeosKosmos Instagram
    In 1983, Benedict Anderson developed a theory of nationalism known as the imagined community. Put simply, Anderson sought to establish how people who would likely never meet each other, and separated by vast distances, could consider themselves part of the same ‘nation’.

    For Anderson literacy was key. Prior to the advent of print capitalism, the official language of most European kingdoms and empires was Latin – a language reserved for the educated ruling and ecclesiastical elite. Latin was the language of law, religion, education, and publication. However, ordinary civilians were rarely educated in this sacred language. Most spoke vernacular variants of Latin (and other root languages) that over time evolved into regionally distinct languages. With the development of the printing press in the 15th century, the printing industry surged – requiring expansion into new markets to support this increased capacity. Latin, as a finite market, was entirely superseded by cheap vernacular editions of texts for consumption by the masses.

    This ascendance of the vernacular around the 16th century also roughly coincided with political upheaval in Europe that saw the weakening of the Roman Catholic Church’s influence. As rulers sought to distance themselves from the hegemony of the Church, they began to use vernacular, rather than Latin, as languages of administration – what Anderson described as “linguistic nationalism”.

    As such, nationalism developed naturally alongside the evolution of language as a means of distinguishing and delineating national communities. Through this print revolution, people across vast distances became aware of their belonging to a common national community, with common histories, cultural practices and origin myths.

    According to Anderson, this process was unself-conscious in that nationalisation was not imposed upon the population. A modern example of this would be the nation-building of Israel. More than half a century before the establishment of the modern state of Israel, Zionists had established the restoration of the Hebrew language as an essential pre-requisite for national restoration. Hebrew, and its intimate connection with the Jewish faith, served as a symbolic means of establishing a distinct Israeli linguistic identity while standardising the common history, mythology, and experience to promote common linkages between Jewish people internationally.

    Conversely, nationalisation fails when it does not evolve naturally – imposed from above by ‘cultural entrepreneurs’ who seek to use language and culture as means of asserting power. This has been the case of the Former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM). From its inception, FYROM has been involved in four complimentary disputes surrounding the credibility of its national identity; with Serbia over religion, Bulgaria over language, Albania over territory, and Greece over culture. It is no coincidence that the young Balkan state has issues with all of its neighbours – cultural entrepreneurs drew directly from surrounding influences to construct and legitimise the modern syncretic ‘Macedonian identity’.

    Present-day FYROM was under the control of the Ottoman Empire from the 15th century, however it wasn’t until the tail end of the 19th century that the inhabitants of the region began to construct a separate identity. Rather than evolving out of a clear linguistic or cultural distinction from neighbouring powers, FYROM’s “Macedonian” nationalism was the product of regional power-balancing between Serbia, Greece and Bulgaria during a time in which each were engaged in protracted national liberation campaigns against the Ottoman Turks.

    Serbia, Greece, and Bulgaria sought to undermine each other’s efforts to claim the territory now known as FYROM by deliberately promoting versions of “Macedonian nationalism” that incorporated aspects of their own national identities. The Bulgarians sought to utilise century-old ties with the territory to encourage annexation and the integration of the “Macedonian (FYROM) Church” into the Bulgarian Orthodox Exarchate (which was at the time vying for its own ecclesiastical independence). The Serbians, on the other hand, provided support to FYROM nationalists as a means of establishing a buffer against Bulgaria, recognising Slavic Macedonians as ethnically and linguistically distinct from Bulgaria. Other powers, including Greece and the Austro-Hungarian Empire, also recognised the existence of a distinct “Slavic-Macedonian” (SlavoFyromian) identity as a means of preventing other Balkan powers from assuming control over the region.

    A consequence of this political chess game was the promulgation of a “Slavic-Macedonian” nationalism that became entrenched over the next half century. Throughout the first and second World Wars, the region of FYROM fell under the control of both Bulgaria and Serbia before later joining Yugoslavia. With the ever-present threat of defection to Bulgaria remaining, Yugoslavian elites were amongst the most ardent supporters of Macedonian nationalism.

    The Macedonian (FYROM) Orthodox Church was formed as a distinct entity under the authority of the Serbian Orthodox Church, and it was at this time that the myth of ethnic continuity from the times of Alexander the Great to the present day became enshrined in the national imagination of the Slavic Macedonian people. This consolidation of nationalism heralded some unintended consequences for the Serbian elite, including the Macedonian Church’s unilateral declaration of autocephaly (or, ecclesiastical independence) from the Serbian Orthodox Church in 1967.

    FYROM’s ultimate declaration of independence from Yugoslavia saw an extreme proliferation in the attempt to crystallise its national identity and assert its independence in a time of regional political limbo. It did so primarily through antiquisation – an attempt to legitimise the politically-charged Yugoslavian narrative of continuity from the Ancient Hellenic Macedonians to the modern Slavic inhabitants of the region. Examples of this included the erection of statues celebrating Alexander the Great and Phillip II of Macedon, the use of the Vergina Sun on the nation’s flag, and the naming of airports, highways, town squares and other major pieces of infrastructure after Ancient Greek figures. The need to establish these cultural boundaries was made clear when Bulgaria, the first country to formally recognise FYROM’s independence, refused to recognise the FYROM people and language as distinct from Bulgarian, instead categorising it as a linguistic subgroup of the Bulgarian nation.

    The complaints by Bulgaria, which persist to this day, were mirrored by the Serbs over the still-unrecognised FYROM Orthodox Church, and the Greeks over cultural forgery and implicit irredentist claims over the Macedonian region of Greece. This political dispute with Greece has led to the further crystallisation of the “Macedonian” identity, as years of Greece’s vetoing the nation’s integration into Europe’s economic and security architecture have provided nationalists with a scapegoat for the nation’s poor political and economic performance.

    The other ongoing issue is the treatment of the nation’s Albanian minority, which represents more than 25 per cent of the country’s population. Albanians have long desired autonomy in the region and have viewed the nation-building exercises by Yugoslavian and later FYROM elite as an attempted erasure of the region’s Albanian history. In 2001, Albanian nationalists were engaged in a violent insurgency that left tens of thousands displaced, with low-scale insurgency continuing in Albanian-majority regions since. In what were classed ‘illegal referendums’ by Skopje, a clear majority of FYROM Albanians voted for autonomy. Ongoing issues regarding human rights and equality persist.

    This phenomenon of authoritarian identities – nationalism imposed from above – has manifested itself elsewhere in the world, perhaps most effectively in Azerbaijan.

    Like FYROM, Azerbaijan did not exist as a distinct ethnic group until the late 19th to early 20th centuries. Similarly, the formation of a distinct Azeri identity was promoted by Turkey – an ethnic kin state – that sought to sow the seeds of division in Persia, where the Azeri people resided. In actuality, Azeris were a Turkic people who had come under the control of the Persian Empire, adopting aspect of cultural practice while maintaining their Turkic language and majority Shi’a religion.

    Implicit in the construction of the Azeri identity was territorial expansionism in the form of pan-Turkism, the desire to create an uninterrupted Turkic belt from Anatolia to Central Asia. The only inhibiting factor was the Armenian nation – an ethnic group that had resided in the region for in excess of 3,000 years. Over the course of the 20th century the Azeri state began to target Armenia, not only through physical persecution and economic isolation, but through cultural appropriation. This began, like the “Slavic Macedonians”, with claims of regional ethnogenesis. This was followed by attempts to claim Armenian national cultural icons as ethnically Azeri, and eventually blatant territorial claims over historically Armenian land.

    Today, according to the Council of Europe, an entire generation of Azeris have been brought up on an officialised anti-Armenian rhetoric, with Armenians barred entry from Azerbaijan on the basis of ethnicity, and Armenian sympathisers routinely detained on politically motivated charges.

    As such, there is an inherent danger with the emergence of these authoritarian identities. As they tend to be relatively new and ungrounded in history, they require the suppression of competing ethnicities as a means of maintaining cultural hegemony.

    In the case of FYROM, this has resulted in the abuse of the rights of minorities that had historically resided in the region – including Serbs, Bulgarians, Roma, and Greeks, amongst others.

    Examples include the European Court of Human Rights condemnation of FYROM’s dissolution of a Bulgarian political association for violating Article 11 of the European Convention of Human Rights on the basis of “national and religious intolerance”. Similar claims were laden against FYROM for the repeated detention and harassment of Jovan Vraniskovski, a Serbian Orthodox bishop seeking the reunification of the FYROM Church with the Serbian Church. Amnesty International found bishop Jovan to be a prisoner of conscience, and the US Mission to the OSCE expressed concern over the FYROM government’s violation of religious freedoms.

    The naming dispute may appear to be trivial on the surface, but behind nationalist showboating by both sides there exists the genuine risk that appeasement would only embolden a nation that has repeatedly proven its willingness to resort to authoritarian practices in the defence of its constructed national identity.

    Alexander Galitsky is a recent graduate of Political, Economic and Social Sciences (Hons) at the University of Sydney. He currently works in public affairs and political advocacy.

    https://neoskosmos.com/en/112478/skopjes-identity-crisis/

  18. http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/h-deyteri-ektelesi-toy-nikoy-mpelogianni

    ………………

    «Η απόσχιση μέρους εκ του όλου της ελληνικής επικράτειας»

    Σχετικά με το ζήτημα της απόσπασης μέρους εκ του όλου της Ελληνικής επικράτειας που επί της ουσίας άπτεται του θέματος της Μακεδονίας, ο Ν. Μπελογιάννης ανέφερε τα παρακάτω: « Η Μακεδονία έχει περίπου 1, 3 εκατομ. Πληθυσμό. Ο πληθυσμός αυτός, εκτός από ένα μικρό ποσοστό, είναι ελληνικός και κανείς από μας δεν ζήτησε ποτέ την αυτονόμηση της Μακεδονίας». Στη συνέχεια αναφερόμενος στο σύνθημα της «Μακεδονίας του Αιγαίου , το αποδίδει στην: «προσπάθεια του Τίτο να εκμεταλλευτεί το μικρό ποσοστό Σλαβομακεδόνων που κατοικούσαν στην Ελληνική Μακεδονία» (4). Αλλά πέρα από τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του Μπελογιάννη η κατηγορία καταρρίπτεται από τον ίδιο τον Τίτο, ο οποίος στα απομνημονεύματά του αναφέρει τα εξής με αφορμή συνάντηση κομμουνιστικών στελεχών από χώρες των Βαλκανίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής : «Στη διάρκεια της συζήτησης έγινε φανερό ότι υπάρχουν πολύ ανώμαλες σχέσεις ανάμεσα στους ‘’Μακεδόνες’’ και τους Έλληνες συντρόφους. Υπήρχαν αμοιβαίες κατηγορίες. Οι ‘’Μακεδόνες’’ κατηγορούν τους Έλληνες ότι απαγόρευσαν οποιαδήποτε συγκρότηση μακεδονικών παρτιζάνικων συγκροτημάτων στην Ελληνική Μακεδονία. Ισχυρίζονται ότι απαγόρευσαν ακόμη και τη μακεδονική γλώσσα. Δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ζήτημα εθνικής μειονότητας για τους ‘’Μακεδόνες’’ της Ελλάδας» (5)………………….
    ……………………………………………….

    4. Σ. Σακελλαρόπουλος. Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα. Πλήρη πρακτικά και ιστορικά των δικών Μπελογιάννη. Τα σήματα Βαβούδη. Σελ 191-192. Εκδόσεις Τόπος. Αθήνα 2016.σελ. 193-194.
    5. Τίτο. Αυτοβιογραφικές αναμνήσεις. Τόμος 1ος. , σελ.374-375,Εκδόσεις Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1984
    …………………………….

  19. ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ 12/6/2018

    ΠΓΔΜ
    ΕΝΦΙΑ-ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ
    ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
    ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ-ΤΡΑΠΕΖΕΣ
    ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
    ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠ ΟΙΚ-ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ
    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
    ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΥΠΕΝ
    ΑΥΞΗΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
    ΕΔΟΕΑΠ
    ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΡΟΜΑ
    ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

    Για την ΠΓΔΜ

    1. Από το Διάγγελμα του Αλ. Τσίπρα

    Συμφώνησαν να αλλάξουν τη συνταγματική τους ονομασία για όλες τις χρήσεις και έναντι όλων. Συμφώνησαν να μετονομάσουν τη χώρα τους σε Δημοκρατία της Severna Makedonija (Σεβέρνα Μακεντόνιγια), δηλαδή στη γλώσσα μας σε Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Η αλλαγή του ονόματος θα υλοποιηθεί τόσο σε ό,τι αφορά τις διεθνείς και διμερείς τους σχέσεις όσο όμως και στο εσωτερικό. Με δύο λόγια, το όνομα αυτό θα ισχύει erga omnes – έναντι όλων, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι γείτονές μας ανέλαβαν την υποχρέωση να αναθεωρήσουν σχετικά το Σύνταγμά τους. Με τον τρόπο αυτό και υπό τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία, οι 140 χώρες που σήμερα αναγνωρίζουν τους γείτονες μας ως Μακεδονία, θα τους αναγνωρίζουν εφεξής με το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Έτσι επιτυγχάνεται ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ της ελληνικής Μακεδονίας και των Βόρειων Γειτόνων μας και μπαίνει οριστικό τέλος στον αλυτρωτισμό που ενέχει η σημερινή Συνταγματική τους ονομασία.
    Την ίδια στιγμή στη Συμφωνία που καταλήξαμε, για πρώτη φορά προβλέπεται ότι οι Βόρειοι Γείτονές μας δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας.
    Στο ίδιο πλαίσιο, η Συμφωνία αναγνωρίζει τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ από το 1977 για την καταγραφή της γλώσσας των γειτόνων μας ως Μακεδονικής γλώσσας, με την πρόσθετη, όμως, και σαφή διατύπωση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών, γεγονός που, όπως ρητά αναγνωρίζεται, τη διαχωρίζει απολύτως από την ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
    Η Συμφωνία, επίσης, προβλέπει ότι η υπηκοότητα που θα αναγράφεται στα ταξιδιωτικά έγγραφα των γειτόνων μας δεν θα είναι: Μακεδόνας σκέτο, όπως μέχρι σήμερα, αλλά: Μακεδόνας / Πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας. Η Ελλάδα θα αναγνωρίζει την υπηκοότητα των γειτόνων πολιτών ως «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας».
    Αλλά πέραν αυτών, μεγάλη σημασία έχει και το γεγονός ότι συμφωνήσαμε οι γείτονές μας στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση να αναλάβουν την υποχρέωση να αφαιρέσουν από το Σύνταγμα τους οποιαδήποτε αναφορά θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αλυτρωτική.
    Συγκεκριμένα:
    Απαλείφονται οι αναφορές σε Μακεδονική Μειονότητα, καθώς και στην ανάγκη προστασίας της.
    Αντικαθίσταται το άρθρο για την προστασία των συνόρων με απάλειψη των προβληματικών σημερινών αναφορών.
    Τέλος, αφαιρούνται οποιεσδήποτε έστω και έμμεσα ιστορικές – αλυτρωτικές αναφορές από το προοίμιο του Συντάγματός τους.
    Με τον κ. Ζάεφ καταλήξαμε, επίσης, σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την υπογραφή – κύρωση και θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. Η Συμφωνία, αφού υπογραφεί από τους υπουργούς Εξωτερικών, θα πρέπει να κυρωθεί από τη Βουλή των γειτόνων μας. Στη συνέχεια, η Ελλάδα θα υποστηρίξει απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας, με την Ε.Ε. στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Και ταυτόχρονα θα υποστηρίξει την αποστολή πρόσκλησης από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ένταξή της στον οργανισμό. Και οι δύο αυτές προσκλήσεις θα τελούν υπό την αίρεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που κατοχυρώνει τη χρήση του ονόματος έναντι όλων. Με απλά λόγια, εφόσον η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ευδοκιμήσει τότε αυτοδικαίως ακυρώνεται η πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν εκκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε.
    Η Ελλάδα, τέλος, θα κυρώσει τη μεταξύ μας Σύμβαση στο ελληνικό κοινοβούλιο θέτοντας την σε ισχύ, καθώς και το Πρωτόκολλο ένταξης των γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα. Με τον τρόπο αυτό η χώρα μας διασφαλίζει πλήρως και απόλυτα τα συμφέροντα της και δεν απεμπολεί το σχετικό διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα.

    Δείτε συνημμένο ολόκληρο το Διάγγελμα

    2. Από το άτυπο κυβερνητικό σημείωμα

    Η συμφωνία ανταποκρίνεται απόλυτα στην εθνική γραμμή για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για χρήση erga omnes, που διατηρεί η χώρα εδώ και 20 χρόνια.
    Η αποδοχή της χρήσης erga omnes αποτελεί μεγάλη διπλωματική επιτυχία για την Ελλάδα, δεδομένου ότι στο παρελθόν αυτό δεν είχε γίνει αποδεκτό ούτε ως βάση συζήτησης. Αυτό σημαίνει ότι οι γείτονές μας όχι μόνο θα χρησιμοποιούν το συμφωνηθέν όνομα στις διεθνείς τους σχέσεις, στους διεθνείς οργανισμούς, στα διεθνή fora και στα διεθνή έγγραφα, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.
    Το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», που θα αναγνωρίζεται στη χώρα μας ως «Severna Makedonja» βάζει τέλος στον αλυτρωτισμό που ενείχε η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας», το οποίο αποτελούσε τη συνταγματική ονομασία της γείτονος και με το οποίο είχε ήδη αναγνωριστεί από περισσότερα από 140 κράτη σε διμερές επίπεδο, μεταξύ των οποίων τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα.
    Η κυβέρνηση ωστόσο πέτυχε όχι μόνο την αποδοχή του erga omnes αλλά και την υποχρέωση της γείτονος να προχωρήσει άμεσα σε συνταγματική αναθεώρηση.
    Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί τεράστια νίκη της Ελλάδας, δεδομένου ότι δεν περιλαμβανόταν στην εθνική γραμμή, όπως αυτή διαμορφώθηκε τα τελευταία 20 χρόνια και ακολουθήθηκε από όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά αποτέλεσε κόκκινη γραμμή της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και ότι ουδέποτε στο παρελθόν έχει συμφωνήσει χώρα σε αλλαγή του Συντάγματός της βάσει διεθνούς συμφωνίας.
    Η συμφωνία προβλέπει πως η Ελλάδα θα προχωρήσει σε κύρωση μόνο αφού ολοκληρωθεί η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα. Η μεν πρόσκληση στο ΝΑΤΟ και το άνοιγμα κεφαλαίων της ΕΕ θα πραγματοποιηθούν με την κύρωση από το κοινοβούλιο της πΓΔΜ της σύμβασης, η ένταξή της και στους δυο οργανισμούς θα γίνει όμως μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, καθώς στην πρόσκληση θα προβλέπεται ρητά πως είναι άκυρη εάν δεν πληρωθεί ο όρος της αναθεώρησης.

    ΔΕΙΤΕ ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

    Για την τακτική της ΝΔ σε σχέση με την πΓΔΜ (από τον Ν. Κοτζιά)

    Η Νέα Δημοκρατία έχει κυβερνήσει, από τότε που προέκυψε αυτό το κράτος, δέκα χρόνια με επτά Υπουργούς. Αυτοί οι Υπουργοί έχουν διατυπώσει σχεδόν δυο ονόματα ο καθένας τους, δηλαδή ας πούμε 14-15 ονόματα. Εμείς ρωτάμε εδώ και μέρες και εγώ προσωπικά ρωτάω: ας μας πει η ίδια η Νέα Δημοκρατία ποια ονόματα διαπραγματεύτηκε και ποιο επελέγη.
    – Ένα κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας ντρέπεται για την περίοδο που διαπραγματευόταν, ένα άλλο και ντρέπεται, αλλά και δεν ξέρει τι συνέβη και ένα τρίτο σου λέει «ό,τι κι αν έγινε, ό,τι έχω να ντραπώ, καλαμπούρια κάνω στην εξωτερική πολιτική». Δείτε συνημμένη ολόκληρη τη συνέντευξη του Ν. Κοτζιά.

    …………………
    ………………..

  20. Π on

    Georgios Bartzoudis said

    «ΝΤΟΠΙΟΙ και ΠΡΟΣΦΥΓΟΓΕΝΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

    Αυτές τις μέρες, με αφορμή έναν φιλοσκοπιανό σύλλογο που ιδρύθηκε στην Ηράκλεια, έχουν γραφεί, ως αντίλογος, μερικά πράγματα που δεν ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια, ειδικά μάλιστα για την περιοχή Σερρών

    (α) Ντόπιοι Μακεδόνες ελληνόφωνοι
    Σε διαδικτυακή δημοσίευση, με τίτλο «ΠΟΠΣΜ: Συλλογος στην Ηρακλεια ονειρευεται «Μακεδονικη» μειονοτητα», αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Στην Ανατολική Μακεδονία ….οι γηγενείς Μακεδόνες επέστρεψαν αυτοβούλως στην ελληνοφωνία χάρη στις 3 αιματοβαμμένες βουλγαρικές κατοχές. Οι ανατολικομακεδόνες επέλεξαν να ΜΗ μιλούν τη Γλώσσα (παλαιά Βουλγαρική την ονομάζουν οι Βούλγαροι) που μιλούσαν και οι Βούλγαροι σφαγείς των προγόνων τους και στράφηκαν στην ΠΛΗΡΗ ελληνοφωνία ΑΥΤΟΒΟΥΛΩΣ….».
    Η παραπάνω άποψη είναι ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ (για να μην πω …ενδοτική) και αναρωτιέμαι από πού μπορεί να έχει αντληθεί: Στην Ανατολική Μακεδονία και ιδιαίτερα στο Νομό Σερρών οι γηγενείς Μακεδόνες μιλούσαν ελληνικά ΑΝΤΑΝ ΜΠΑΜΠΑΝΤΑΝ, και γι’ αυτό δεν χρειάστηκε να «επιστρέψουν στην ελληνοφωνία». Όποιος δεν πιστεύει …εμένα, τον παραπέμπω στον …Βούλγαρο Καντσώφ, ο οποίος περί το 1900 ήταν επιθεωρητής (βουλγαρικών) Σχολείων στη Μακεδονία, όπως την εννοούσαν τότε οι Βούλγαροι. Αυτός ο Καντσώφ έγραψε ένα βιβλίο που το ονομάζει Εθνογραφία και Στατιστική της Μακεδονίας. Φυσικά, ο Βούλγαρος «επιθεωρητής» φουσκώνει όσο μπορεί τους Βουλγαρόφωνους. Παρά ταύτα, από την όλη «εργασία» του προκύπτει ότι οι παρακάτω περιοχές του σαντζακιού Σερρών ήταν Ελληνόφωνες: 1) περιοχή Παγγαίου. 2) Νταρνακοχώρια. 3) πόλη των Σερρών (κατά συντριπτική πλειοψηφία). 4) περιοχή Νιγρίτας. (5) Ομοίως κατά τον Καντσώφ υπήρχαν Ελληνόφωνοι θύλακες (πλειοψηφούντες ή μειοψηφούντες) στο Ντεμίρ Χισσάρ, στο Μελένικο στο Πετρίτσι, στη Στρώμνιτσα, στη Γευγελή κλπ, κλπ. Στους ελληνόφωνους ντόπιους Μακεδόνες κατατάσσονται βεβαίως και οι Σαρακατσιαναίοι.

    (β) Ντόπιοι Μακεδόνες δίγλωσσοι
    – Οι βλαχόφωνοι-δίγλωσσοι Έλληνες έχουν ισχυρή παρουσία στην περιοχή Σερρών από αμνημονεύτων χρόνων είτε ως νομάδες είτε ως μονίμως εγκατεστημένοι (περιοχές Ηρακλείας, Πορροϊων, Χιονοχωρίου κλπ.).
    – Αρκετοί είναι και οι βουλγαρόφωνοι (για την ακρίβεια δίγλωσσοι) ντόπιοι συμπατριώτες μας. Στην περίοδο της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης (1870-1908) οι περισσότεροι από αυτούς ήταν «Πατριαρχιακοί» (και ελληνόφρονες!). Είναι αυτοί που οι Βούλγαροι τους αποκαλούσαν υβριστικά «Γραικομάνους» (Ελληνομανείς). Να αναφέρω μερικούς που αγωνίστηκαν ή/και έχυσαν το αίμα τους για τη Μακεδονία: Πρώτος και καλλίτερος ο Καπετάν Μητρούσης. Επίσης, οι Παντσαίοι από την Καμήλα, οι Κεπάδες και οι Λιονταίοι από το Βαμβακόφυτο, ο Πέτρος Ιακώβου από την Ορεινή (επανειλημμένως εκλεγείς βουλευτής Σερρών) και αρκετοί άλλοι. Όλοι αυτοί οι δίγλωσσοι ντόπιοι Μακεδόνες είναι ακραιφνείς Έλληνες (Γραικομάνοι) που παρέμειναν στην πατρίδα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών (συνθήκη του Νεϋγί, 1919) και τις «3 αιματοβαμμένες βουλγαρικές κατοχές». Οι Βουλγαρομακεδόνες ντόπιοι έχουν φύγει στην πατρίδα τους τη Βουλγαρία (καλή τους ώρα!).

    (γ) Προσφυγογενείς Μακεδόνες από Μικρασία-Πόντο-Θράκη
    Είναι οι νεώτεροι, αλλά διόλου νέοι, Μακεδόνες. Πάνε 100 χρόνια που οι ξερριζωμένοι πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, εδώ και τρεις γενιές. Οι πατεράδες και οι παππούδες τους έχουν χύσει το αίμα τους για να υπερασπίσουν τη Μακεδονία, και όλη την Ελλάδα, από επίδοξους κατακτητές. Προς …γνώση και συμμόρφωση, αναφέρεται ότι τόσο οι Βούλγαροι (και οι συν αυτοίς Σκοπιανοί) όσο και οι Σέρβοι (παλαιότερα) στήριζαν τα «δικαιώματά τους» στη Μακεδονία στα Βασίλειά τους που ισχυροποιήθηκαν στον Βαλκανικό χώρο επί 100 μεσαιωνικά χρόνια (χονδρικά από το 1350 μέχρι το 1450 μ.Χ, και οι δύο μαζί). Ε! λοιπόν οι Έλληνες προσφυγογενείς Μακεδόνες βρίσκονται στη Μακεδονία επίσης για 100 χρόνια και μάλιστα στα πιο πρόσφατα και σύγχρονα!»

  21. Ο Μανώλης Γλέζος έχει γράψει τα εξής περί έθνους στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση 1940-1945, εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 2006:

    «Αντικειμενικά κανένα έθνος δεν γεννιέται σήμερα. Υπάρχει από πολύν καιρό πριν. Η διαδρομή του στον χρόνο, η ιστορία του, αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο της ύπαρξής του. Έθνη, χωρίς μνήμη δεν υπάρχουν. Έθνη χωρίς ιστορία είναι ανύπαρκτα. Αλλά η εθνική ιστορία, η συλλογική μνήμη ενός έθνους, παρά τις αλληλεπιδράσεις, είναι ξεχωριστή για κάθε εθνική ολότητα. Η μνήμη επίσης ενός έθνους πρέπει να είναι καταγεγραμμένη με την πιο πιστή υπογραφή των γεγονότων κατ’ αρχήν που την συγκροτούν και αρκούντως αναλυμένη, με όλες τις ερμηνείες που υπάρχουν, γιατί αποτελεί ανεκτίμητη εθνική κληρονομιά. Τα πιστοποιητικα ύπαρξης του έθνους. Τα στοιχεία της ταυτότητάς του».

    Επισης ο Νίκος Πουλαντζάς είχε γράψει για το έθνος ότι αποτελεί «μια ιδιαίτερη ενότητα αναπαραγωγής του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, πολύ πριν τον καπιταλισμό.»

  22. 14.06.2018

    Αγγ. Συρίγος: Εντιμος συμβιβασμός η συμφωνία Ελλάδας – ΠΓΔΜ

    «Έντιμο συμβιβασμό σε γενικές γραμμές» χαρακτηρίζει τη συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ‘Αγγελος Συρίγος, υποστηρίζοντας ότι ένα σημείο στο οποίο αυτή πάσχει είναι η χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους κατοίκους των Σκοπίων. Ο ίδιος διερωτάται κατά πόσο θα είναι δυνατό ο πρωθυπουργός της πΓΔΜ, Ζόραν Ζάεφ, να προχωρήσει πράγματι, υπό τις παρούσες συνθήκες, στη συνταγματική αναθεώρηση, για την ψήφιση της οποίας χρειάζεται διευρυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο της χώρας του.

    Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού Πρακτορείου ο κ. Συρίγος επισημαίνει: «σε γενικές γραμμές η συμφωνία αποτελεί έναν έντιμο συμβιβασμό, υπό την έννοια ότι είχαμε εδώ και χρόνια καταλήξει στο ότι θα υπάρχει σύνθετο όνομα για τη γειτονική χώρα. Αυτό το καλύπτει η συμφωνία. Το όνομα του κράτους θα εφαρμόζεται μεταφρασμένο σε όλες τις περιπτώσεις στο εσωτερικό και εξωτερικό. Το αρνητικό σημείο είναι η χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τον προσδιορισμό της ιθαγένειας/υπηκοότητας των κατοίκων της πΓΔΜ. Δεχόμαστε ότι η ιθαγένεια του γειτονικού μας κράτους θα είναι «μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Στην πραγματικότητα, όμως, κανένας δεν πρόκειται να πει ποτέ όλα αυτά. Θα λέει είμαι «Μακεδόνας».

    Ένα δεύτερο αρνητικό στοιχείο σχετίζεται, σύμφωνα με τον κ.Συρίγο, με την αναγνώριση της εθνοτικής ταυτότητας. «Μέσα στο Σύνταγμα των Σκοπίων υπάρχουν τουλάχιστον πέντε άρθρα, τα οποία αναφέρονται σε εθνοτική ταυτότητα Μακεδόνα, τα οποία εμμέσως πλην σαφώς τα δεχόμαστε. Το πώς θα αυτοπροσδιορίζεται κάποιος είναι δικό του δικαίωμα και αφορά στην εθνοτική του ταυτότητα. Είναι όμως διαφορετική η εθνοτική ταυτότητα, όπου κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ελεύθερα με την υπηκοότητα/ιθαγένεια του κράτους, που ορίζεται αποκλειστικώς από το κράτος. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Βελγίου. Στο Βέλγιο κατοικούν δύο εθνοτικές ομάδες: οι Φλαμανδοί και οι Βαλόνοι. Είναι αποκλειστικό δικαίωμα του πολίτη του Βελγίου να αυτοπροσδιορισθεί εθνοτικά ως Βαλόνος ή Φλαμανδός. Ο νομικός δεσμός του όμως είναι με το κράτος. Θα πάρει την ιθαγένεια του Βελγίου είτε του αρέσει το όνομα είτε δεν του αρέσει».

    Το λογικό θα ήταν, σύμφωνα με τον κ.Συρίγο, αφού η χώρα θα λέγεται Βόρεια Μακεδονία, οι κάτοικοί της να αποκαλούνται Βορειομακεδόνες και η γλώσσα τους βορειομακεδονική. «Δεν μας πολυαρέσει, αλλά εκεί θα ήταν ο πραγματικά έντιμος συμβιβασμός. Τώρα έχουμε μια κατάσταση στην οποία η χώρα λέγεται Βόρεια Μακεδονία και οι κάτοικοί της λέγονται Μακεδόνες. Και στη νότια Μακεδονία ποιοι μένουν; Οι ‘Ελληνες. Προκύπτει αυτομάτως το ερώτημα γιατί δεν μένουν Μακεδόνες στη νότια Μακεδονία; Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε έναν όρο προχθές, Ελληνομακεδόνες. Είναι λίγο αδόκιμος, αλλά θα περιμέναμε κατ’ αντιστοιχία να χρησιμοποιήσει τον όρο Βορειομακεδόνες. Ουσιαστικά, δηλαδή, επιβεβαιώνουμε το ιδεολόγημα του Μακεδονισμού, το οποίο λέει ότι υπάρχει μια ενιαία χώρα, η Μακεδονία, η οποία είναι διαμελισμένη σε τρία κράτη. Στο ένα κράτος μένουν Μακεδόνες, στα άλλα δύο δεν μένουν Μακεδόνες. Φοβούμαι ότι όλη αυτή η προσπάθεια κουβαλά μέσα της τον σπόρο της αστάθειας. Θα μου πείτε, θα έχουμε άμεσο πρόβλημα; ‘Οχι βέβαια! Ακούγεται αστείο. Δυστυχώς, όμως, αυτά τα πράγματα διαιωνίζονται. Το πρόβλημα δεν λύνεται. Παραμένει πίσω ως αγκάθι και ίσως κάποια στιγμή το βρούμε μπροστά μας στο μέλλον», υπογραμμίζει.

    Σε ό,τι αφορά τα επόμενα στάδια της συμφωνίας, σε σχέση με τη γειτονική χώρα, ο κ.Συρίγος επισημαίνει ότι το ένα από τα στάδια είναι το δημοψήφισμα. Το επόμενο είναι η συνταγματική αναθεώρηση. Αυτή θα γίνει μετά το δημοψήφισμα. Εκεί απαιτείται πλειοψηφία 2/3 της Βουλής. «Δεδομένου ότι δεν θα έχουμε εκλογές και το κοινοβούλιο θα παραμένει το ίδιο πάνω- κάτω, αναρωτιέμαι κατά πόσο είναι δυνατόν ο Ζάεφ να προχωρήσει πράγματι στη συνταγματική αναθεώρηση, γιατί θα χρειαστεί τα 2/3, αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο. Στο δημοψήφισμα ίσως τα βγάλει πέρα. Το ερώτημα είναι τι θα γίνει στη συνέχεια, όταν πάει στη Βουλή όπου παραμένει ίδια η εσωτερική ισορροπία».

    Ο ίδιος υπενθυμίζει πως η χώρα έχει δύο εθνότητες. «Το 25% είναι Αλβανοί, αυτοί θα ψηφίσουν υπέρ. Έχουμε και το 75% που είναι Σλαβομακεδόνες. Αυτοί ψηφίζουν τα κύρια κόμματα των Σκοπίων. Ο Ζάεφ προσπαθεί να αποσπάσει από τους Σλαβομακεδόνες το 1/3 για να έχει πλειοψηφία. Ακόμη και κάτι τέτοιο να συμβεί, ο όγκος των Σλαβομακεδόνων θα παραμένει αρνητικός κατά το δημοψήφισμα. Ελπίδα του Ζάεφ, ώστε να πείσει για την ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης, είναι να επιτύχει ένα συντριπτικό αποτέλεσμα υπέρ της συμφωνίας της τάξης του 70%-80%. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να πείσει τους βουλευτές της αντιπολίτευσης να ψηφίσουν υπέρ. Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν το θεωρώ πιθανό κάτι τέτοιο» κατέληξε.

    http://www.kathimerini.gr/969401/article/epikairothta/politikh/agg-syrigos-entimos-symvivasmos-h-symfwnia-elladas—pgdm


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: