Είναι επίκαιρος ο Καρλ Μαρξ;

  • Ο θεμελιωτής της κοσμοαντίληψης του «επιστημονικού σοσιαλισμού», 130 χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζει να επηρεάζει, να εμπνέει, να γοητεύει.
    Αλλωστε το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα παράγει νέες,
    οξυμένες, κοινωνικές συγκρούσεις και
    ταξικές αντιθέσει
    ς.

    Η μαρξιστική θεωρία μπορεί να διακριθεί σε δύο μέρη. Αυτό που αφορά ιστορικά και πολιτικά γεγονότα και το δεύτερο, που αφορά την οικονομική θεώρηση. (Φωτ. Ass. Press)Η μαρξιστική θεωρία μπορεί να διακριθεί σε δύο μέρη. Αυτό που αφορά ιστορικά και πολιτικά γεγονότα και το δεύτερο, που αφορά την οικονομική θεώρηση. Οι απόψεις του Μαρξ ήταν αυτές που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή σκέψη του 20ού αιώνα και σφράγισαν τις πολιτικές εξελίξεις στη Γηραιά Ηπειρο. Μέχρι σήμερα, το έργο του προκαλεί την αντίδραση των αυταρχικών αντιλαϊκών καθεστώτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το «Κομμουνιστικό μανιφέστο» παραμένει απαγορευμένο στην Τουρκία, ως κατάλοιπο-επιβίωση της εθνικιστικής αντικομμουνιστικής κληρονομιάς του κεμαλισμού.

    Δημόκριτος και Επίκουρος

  • Ο Μαρξ σπούδασε νομικά, ιστορία και φιλοσοφία. Στο Βερολίνο συνδέθηκε με την ομάδα των αριστερών χεγκελιανών φοιτητών και καθηγητών του Μπρούνο Μπάουερ. Ο τίτλος της διδακτορικής του διατριβής ήταν «Για τη διαφορά της περί φύσεως φιλοσοφίας του Δημόκριτου και του Επίκουρου», όπου συγκρίνονταν οι διαφορές των ατομικών θεωριών των δύο αρχαίων φιλοσόφων. Από την ηλικία των 24 ετών άσκησε οξεία ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση ως διευθυντής της εφημερίδας «Rheinische Zeitung» (Εφημερίδα του Ρήνου), προκαλώντας την μήνιν των πρωσικών αρχών που είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της εφημερίδας. Το πολιτικό περιβάλλον εκείνη την εποχή χαρακτηριζόταν από τον ακραίο γερμανικό απολυταρχισμό, που καλυπτόταν από μια επίφαση ψευδοκοινοβουλευτισμού.Στη συνέχεια ο Μαρξ θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τους Γάλλους σοσιαλιστές και ενστερνίστηκε το σοσιαλισμό. Από την εποχή αυτή χρονολογείται η βαθιά φιλία με τον Φρίντριχ Ενγκελς.
  • Η δημόσια αντίθεσή του προς τον γερμανικό απολυταρχισμό θα επιφέρει την απέλασή του από τη Γαλλία. Θα εγκατασταθεί στις Βρυξέλλες, όπου θα εγκαταλείψει τη γερμανική υπηκοότητα και θα πάρει τη βελγική. Τότε (1845) θα συγγράψει με τον Ενγκελς τη μελέτη «Η γερμανική ιδεολογία». Το 1847 θα ασκήσει κριτική στις απόψεις του Προυντόν με το έργο «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» και λίγο πριν από τη μεγάλη αντι-απολυταρχική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 στο Παρίσι, θα συγγράψει με τον Ενγκελς το «Κομμουνιστικό μανιφέστο». Κυνηγημένος για τις δημοκρατικές του ιδέες στη Γαλλία και τη Γερμανία, ο Μαρξ θα εγκατασταθεί στο Λονδίνο το 1849. Εκεί θα συγγράψει τα δύο σημαντικότερα έργα του: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» και «Το κεφάλαιο» και θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία της «Διεθνούς Ενωσης των Εργατών» (1864).Μετά την καταστολή της Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή της εργατικής επαναστατικής κυβέρνησης που είχε δημιουργηθεί στο Παρίσι μετά την εξέγερση της εθνοφρουράς και των εργατών της πόλης (1871), θα συγγράψει το «Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία». .
  • Οι καταχρήσεις του μαρξισμού
  • Ο όρος «μαρξισμός» συμπεριλαμβάνει το σύνολο των θεωριών και των απόψεων που διατύπωσε ο Καρλ Μαρξ και απηχούν την προσωπική του θεώρηση, τις πνευματικές επιρροές του περιβάλλοντος χώρου και τις κοινωνιολογικές δυνατότητες που είχε η εποχή που έζησε. Η μαρξιστική θεωρία μπορεί να διακριθεί σε δύο μέρη. Αυτό που αφορά ιστορικά και πολιτικά γεγονότα και το δεύτερο, που αφορά την οικονομική θεώρηση.Για τον Μαρξ, η αντίληψη της Ιστορίας πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια διαρκής εξέλιξη, ως αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών που απορρέουν από τη σχέση που έχει η παραγωγή και η ανταλλαγή των αγαθών. Θεωρεί ότι οι κινητήριες δυνάμεις που επιφέρουν νομοτελειακές αλλαγές βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο στις οικονομικές σχέσεις που καθορίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Η ανάλυση της δομής του σύγχρονου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, με την κάρπωση της υπεραξίας που παράγουν οι εργάτες από τους κατέχοντες τα μέσα παραγωγής, αποτέλεσε μία από τις κυριότερες συμβολές του.
  • Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο μηχανισμός της αλλαγής είναι η πάλη των τάξεων, η διαρκής σύγκρουση των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που έχουν αποκλίνοντα συμφέροντα. Θεωρεί επίσης ότι το τελευταίο στάδιο της εξέλιξης θα χαρακτηρίζεται από τη «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλαδή την κυριαρχία εκείνης της παραγωγικής τάξης που διαμορφώνεται σε συνθήκες ωρίμανσης των κοινωνιών. Για τον Μαρξ δεν νοείται διαμεσολαβητής μεταξύ της εργατικής τάξης και της εξουσίας. Η αντίληψη της αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης με ένα οργανωμένο με ιεραρχικό και στρατιωτικό τρόπο κόμμα αποτελεί μια μεταγενέστερη ιδέα, του Βλαδίμηρου Ι. Λένιν (1903), που έτυχε σφοδρής κριτικής ως αντιμαρξιστική θεώρηση.Στις προσθήκες του Λένιν, που θα κωδικοποιηθούν στα βιβλία του «Τι να κάνουμε;» και «Ενα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω», θα ασκήσει σφοδρή κριτική η Ρόζα Λούξεμπουργκ με το κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας«, όπου ουσιαστικά θέτει το ερώτημα: Μαρξισμός ή λενινισμός.  Με το κείμενο αυτό θα προβλέψει με εξαιρετική οξύνοια τις επιπτώσεις των παραβιάσεων της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Θα γράψει: «Ο υπερσυγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι θετικό, ούτε δημιουργικό...».

    (*) Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

  • Το «Κεφάλαιο» της επικαιρότητας

  • Το 2008-2009, με το ξέσπασμα της νέας κρίσης, λέγεται ότι στη Γερμανία υπήρξε μεγάλη άνοδος των πωλήσεων των έργων του Μαρξ και ιδιαίτερα του έργου του «Το κεφάλαιο», ενώ η εικόνα του πρόβαλε στα εξώφυλλα των πιο έγκυρων περιοδικών. Κατά κοινή ομολογία, στο έργο του Μαρξ μπορούσε κανείς να δει γιατί εκδηλώνονται οι κρίσεις στον καπιταλισμό. Ακόμα και οι αστοί διάβαζαν Μαρξ…Πριν από 130 χρόνια, ο πιο πιστός φίλος και συνεργάτης του Μαρξ, ο Φρ. Ενγκελς, μιλώντας πάνω από τον τάφο του Μαρξ τον είχε χαρακτηρίσει μεγάλο επιστήμονα, γιατί με δύο μόνο ανακαλύψεις του διακρίθηκε από τους άλλους: πρώτον, θεμελίωσε την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας και, δεύτερον, αποκρυπτογράφησε το «μυστικό» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην απόσπαση της υπεραξίας. Ο Ενγκελς, όμως, θεωρεί ότι αυτή δεν είναι η κυριότερη πλευρά του Μαρξ, τονίζοντας ότι ο Μαρξ ήταν βασικά επαναστάτης: «Ο πραγματικός σκοπός της ζωής του ήταν να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο στην ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και των κρατικών θεσμών που αυτή έχει δημιουργήσει, να πάρει μέρος στην απελευθέρωση του σύγχρονου προλεταριάτου, που αυτός του έδωσε για πρώτη φορά συνείδηση της θέσης του και των αναγκών του, τη συνείδηση των όρων της χειραφέτησής του. Ο αγώνας ήταν το στοιχείο του. Και αγωνίστηκε με πάθος, με επιμονή, με επιτυχία, όσο λίγοι».Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε το έργο του Μαρξ ως τη βάση μιας θεωρίας του απελευθερωτικού κινήματος του προλεταριάτου, πρέπει να παραδεχτούμε ότι άνοιξε μια νέα σελίδα στη σύγχρονη εποχή, στην ιστορία συγκρότησης του εργατικού κινήματος, των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, των αποπειρών μετάβασης, αλλά και των παλινορθώσεων, των μεγάλων κρίσεων και συζητήσεων, των τεράστιων μαζικών κινημάτων σε ολόκληρο τον πλανήτη, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναφέρονται στον Μαρξ.Εχουν περάσει έτσι κι αλλιώς 130 χρόνια από το θάνατο του Μαρξ και έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Η επικαιρότητά του ύστερα από όλα αυτά δεν βρίσκεται απλώς στην οικονομική πλευρά του έργου του.Ο Λένιν σε ένα γράμμα του στην Ι. Αρμάντ θα σημειώσει: «Ολο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του απαιτεί να εξετάζουμε την κάθε θέση α) μόνο ιστορικά β) μόνο σε σύνδεση με άλλες θέσεις γ) μόνο σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη πείρα της Ιστορίας». Κάτι ανάλογο πρέπει να κάνουμε σήμερα σε σχέση με το μαρξισμό και την πορεία του, και δεν προκύπτει ακριβώς να φορτώσουμε όλα τα θετικά ή τα αρνητικά της πορείας του στο έργο του μεγάλου διανοητή.Η σκέψη, επομένως, του Μαρξ έθεσε τους ακρογωνιαίους λίθους μιας θεωρίας που έπρεπε να αναπτυχθεί προς όλες τις κατευθύνσεις για να μη μείνει πίσω από τη ζωή. Από πουθενά σε αυτήν τη διαρκή θεμελίωση και ανάπτυξη δεν μπορούσαν να χωρούν ή να αναπαράγονται έτοιμα πρότυπα. Χρειαζόταν μια διαρκής, μόνιμη, αυτοτελής επεξεργασία και δοκιμασία. Πόσες φορές δεν θα τονιστεί ότι η θεωρία αυτή δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση, ή ακόμα ότι «η ζωντανή ψυχή του μαρξισμού είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης»;
    .
    Από μια βαθιά χειραφετητική, απελευθερωτική θεωρία, όπως ήταν το έργο του Μαρξ, δεν μπορούσαν να λείπουν βαθιά ανθρωπολογικά και οντολογικά ζητήματα. Μια μεγάλη συνεισφορά του μαρξιστικού έργου είναι ότι φωτίζει από πολλές πλευρές το φαινόμενο της αλλοτρίωσης και ως προς αυτό συγκρούεται με κάθε μηχανιστική, στενή, περιοριστική, βαθιά οικονομίστικη αντίληψη. Θέτει τους όρους που συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις και τις αναγκαιότητες ενός σύγχρονου απελευθερωτικού κινήματος. Ακόμη και σήμερα που η εργατική τάξη, το προλεταριάτο δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτό που υπήρχε την εποχή της θεμελίωσης της θεωρίας του Μαρξ.Επομένως, η επικαιρότητα του Μαρξ, 130 χρόνια μετά το θάνατό του, έγκειται στην καθολικότητα και αφορά την παγκόσμια διάσταση των προβλημάτων που γεννά διαρκώς -και χωρίς ορατή διέξοδο- η διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, καθώς επίσης και τους σπασμούς και τις καταστροφές των παραγωγικών δυνάμεων μέσα σε αυτές τις συνθήκες (κρίσεις), αφορά επίσης τους αγώνες και τα εγχειρήματα μετάβασης και απαλλαγής από τα καπιταλιστικά δεσμά.Γίνεται, έτσι, επικαιρότητα του κομμουνισμού, ως πραγματικού κινήματος του σύγχρονου προλεταριάτου ή/και της κοινωνίας, που αλλάζει πραγματικά και ριζικά την κατάσταση πραγμάτων.(*) Εκδότης της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς», μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

 Η Ιστορία παραμένει ανοικτή στην επαναστατική πρόβλεψη του Μαρξ

  • Οταν το 1991, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, οι οπαδοί της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βιάστηκαν να διακηρύξουν την οριστική διάψευση του Μαρξ και το «τέλος της Ιστορίας», τα πράγματα φαίνονταν να τους δικαιώνουν. Δεν πέρασαν 20 χρόνια και η παγκόσμια οικονομική κρίση, της οποίας ελάχιστοι είχαν προβλέψει την έλευση και τη διάρκεια, επανέφερε τον Μαρξ στο προσκήνιο. Σήμερα, με την κρίση αισίως στον πέμπτο της χρόνο, σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν την αναφορικότητα και τη συνεισφορά του Μαρξ και λίγοι επιμένουν σε απαξιωτικές κρίσεις.

    Σε τι όμως συνίσταται αυτή η αναφορικότητα και η συνεισφορά;

    Ενα πρώτο ζωτικό στοιχείο είναι ότι, σε αντίθεση με τις τεχνικές αναλύσεις των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, ο Μαρξ ανέλυσε σε βάθος τις αντιθέσεις και τις ταξικές συγκρούσεις του καπιταλιστικού συστήματος, από τις οποίες αυτό, όπως βεβαίωνε και όπως δείχνει η πρόσφατη εμπειρία, δεν μπορεί ποτέ να απαλλαγεί.

    Ενα δεύτερο, εξίσου σημαντικό, αφορά την πρόγνωση του Μαρξ ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η τελική μορφή της ανθρώπινης κοινωνίας, ούτε τελικό όριο της Ιστορίας, και ότι όταν οι αντιφάσεις του γίνουν ανεπίλυτες, πρέπει να ξεπεραστεί από μια νέα, σοσιαλιστική δομή, την οποία θα επιφέρει η κοινωνική επανάσταση του προλεταριάτου.

    Η θεωρία του Μαρξ εμπεριέχει αυτές τις θεμελιώδεις παραδοχές. Στον Μαρξ όμως, σε αντίθεση με πολλούς μετέπειτα οπαδούς του, επρόκειτο για συναγωγές συνδεόμενες με μια βαθιά κριτική και αφομοίωση της προγενέστερης προοδευτικής σκέψης -αγγλική κλασική πολιτική οικονομία, Διαφωτισμός, γερμανική κλασική φιλοσοφία ώς τον Χέγκελ- και τη διαλεκτική βάσει αυτών επεξεργασία των προβλημάτων του καιρού του.

    Αυτή η φιλοσοφική, κοσμοθεωρητική διάσταση και ευρύτητα της σκέψης του Μαρξ, και του στενού συνεργάτη του Ενγκελς, θεμελιώνει και τη μακροχρόνια επιρροή του. Προωθήθηκε αργότερα προς διάφορες κατευθύνσεις από τους πιο επιφανείς μαθητές του, όπως οι Πλεχάνοφ, Κάουτσκι, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Μπουχάριν, Τρότσκι, Γκράμσι και Λούκατς, διαμορφώνοντας ένα ρεύμα ιδεών με ισχυρή απήχηση και πρακτικό αντίκτυπο στους κοινωνικούς αγώνες στον 20ό αιώνα.

    Πολλά ερωτήματα θα μπορούσαν, βέβαια, να τεθούν: η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν μια επιβεβαίωση ή διάψευση της πρόβλεψης του Μαρξ; Ο μαρξισμός γενικά και η ερμηνεία του από τον Λένιν συνδέονται ή όχι με τις μετέπειτα σταλινικές ωμότητες και μαζικές εκκαθαρίσεις εκατομμυρίων; Και είναι συμβατή η αντίληψη του Μαρξ για την ιστορία και το ρόλο της εργατικής τάξης με τα πολυποίκιλα και χαοτικά ριζοσπαστικά κινήματα των ημερών μας;

    Χωρίς να αποπειραθούμε μια απάντηση, σημειώνουμε μόνο ότι συχνά τα έχουν κακομεταχειριστεί οι πολέμιοι του Μαρξ, καταρρίπτοντας μια καρικατούρα της θεωρίας του.

    Εκείνο που μπορεί εύλογα να ειπωθεί είναι ότι σήμερα, 130 χρόνια από το θάνατό του, η Ιστορία παραμένει ανοικτή στην επαναστατική πρόβλεψη του συγγραφέα του «Κομμουνιστικού μανιφέστου» και του «Κεφαλαίου». Οι παράγοντες της κοινωνικής αναταραχής και αλλαγής που ανέδειξε ο Μαρξ, εξακολουθούν να υφίστανται.

    (*) Συγγραφέας, μέλος της Σ.Ε. της Μαρξιστικής Σκέψης

 

18 comments so far

  1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

    ΤΟΥ Ν. ΛΕΝΙΝ

    Μαρξισμός είναι το σύστημα των αντιλήψεων και της διδασκαλίας του Μαρξ. Ο Μαρξ είναι εκείνος που συνέχισε και ολοκλήρωσε με μεγαλοφυΐα τα τρία βασικά ιδεολογικά ρεύματα του XIX αιώνα, που άνηκαν στις τρεις πιο προοδευμένες χώρες της ανθρωπότητας: την κλασική γερμανική φιλοσοφία, την κλασική αγγλική πολιτική οικονομία και το γαλλικό σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τις γαλλικές επαναστατικές διδασκαλίες γενικότερα. Η αναγνωρισμένη, ακόμα και από τους αντιπάλους του Μαρξ αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεων του, που στο σύνολο τους μας δίνουν το σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σαν θεωρία και πρόγραμμα του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου, μας υποχρεώνει να προτάξουμε από την έκθεση του κύριου περιεχομένου του μαρξισμού, συγκεκριμένα της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ, μια σύντομη σκιαγραφία της κοσμοαντίληψης του γενικά.

    Ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

    Ο Μαρξ, από το 1844-1845, που αποκρυσταλλώθηκαν οι απόψεις του, ήταν υλιστής και ειδικά οπαδός του Λ. Φόυερμπαχ. Σχετικά με τον Φόυερμπαχ είχε τη γνώμη και αργότερα, ότι οι αδύνατες πλευρές του συνίστανται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο υλισμός του δεν ήταν αρκετά συνεπής και ολόπλευρος. Ό Μαρξ έβλεπε την κοσμοϊστορική σημασία του Φόυερμπαχ, που «άφησε εποχή», ακριβώς στην αποφασιστική του ρήξη με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ και τη διακήρυξη του υλισμού, που ακόμα «στο 18ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, ήταν αγώνας όχι μόνο ενάντια στους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, μα και ενάντια στη θρησκεία και στη θεολογία, όπως και ενάντια σε κάθε μεταφυσική» (με την έννοια της «εκστατικής θεώρησης» σε αντιδιαστολή απ’ τη «νηφάλια φιλοσοφία») («Ή αγία οικογένεια» στη «Φιλολογική Κληρονομιά»). «Για τον Χέγκελ —έγραφε ο Μαρξ—το προτσές της νόησης, που με το όνομα ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο, είναι ο δημιουργός του πραγματικού… Για μένα, αντίθετα, το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι» («Το Κεφάλαιο», Ι, πρόλογος στη 2η εκδ.) Συμφωνώντας απόλυτα με την υλιστική αυτή φιλοσοφία του Μαρξ και εκθέτοντας την ο Φρ. Ένγκελς έγραφε στο «Αντί—Ντύρινγκ»:—-ο Μαρξ διάβασε αυτό το έργο απ’ το χειρόγραφο—……H ενότητα του κόσμου δε συνίσταται στο είναι του, αλλά στην υλικότητά του, και η υλικότητα αυτή αποδείχνεται με μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και της φυσιογνωσίας… Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Ποτέ και πουθενά δεν υπήρξε και δεν μπορεί να ύπαρξη ύλη χωρίς κίνηση, κίνηση χωρίς ύλη… Αν βάλουμε το ερώτημα……. τι είναι νόηση και συνείδηση και από που προέρχονται, θα δούμε ότι είναι προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης, που αναπτύχθηκε μέσα στο δικό του περιβάλλον και μαζί με το δικό του περιβάλλον. Έτσι, είναι αυτονόητο ότι τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού, που σε τελευταία ανάλυση είναι επίσης προϊόντα της φύσης, δεν αντιφάσκουν με την υπόλοιπη αλληλουχία της φύσης, αλλά ανταποκρίνονται σ΄ αυτήν». «Ο Χέγκελ ήταν Ιδεαλιστής, με αλλά λόγια, γι’ αυτόν οι σκέψεις του μυαλού του δεν ήταν απεικονίσεις (κάποτε ο Έγκελς μιλάει για «έκτυπα») λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένες των πραγματικών αντικειμένων και γεγονότων, αλλά αντίθετα τα πράγματα και ή ανάπτυξη τους ήταν γι’ αυτόν οι πραγματοποιημένες απεικονίσεις της Ιδέας που υπήρχε κιόλας κάπου πριν από τον κόσμο». Στο έργο του «Λουδοβίκος Φόυερμπαχ», όπου ο Φρ. Ένγκελς εκθέτει τις απόψεις του και τις απόψεις του Μαρξ για την φιλοσοφία του Φόυερμπαχ και που ο Ένγκελς το έστειλε για εκτύπωση, αφού προηγούμενα διάβασε το παλιό χειρόγραφο που είχε γραφτεί από τον ίδιο και τον Μαρξ το 1844—1845 πάνω στο ζήτημα του Χέγκελ, του Φόυερμπαχ και της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας, ο Ένγκελς γράφει: «Το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας και ειδικά της νεότερης φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα της σχέσης νόησης και είναι πρόβλημα πνεύματος και φύσης και μεταξύ πνεύματος και φύσης… ποιο είναι το πρωταρχικοί το πνεύμα ή η φύση… Ανάλογα με τον τρόπο που απαντούσαν σ’ όλο το ερώτημα οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δύο μεγάλα στρατόπεδα. Όσοι ισχυρίζονταν ότι το πνεύμα υπήρχε πριν από τη φύση και συνεπώς αναγνώριζαν σε τελευταία ανάλυση τη δημιουργία του κόσμου…..αποτέλεσαν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι που θεωρούσαν σαν πρωταρχικά τη φύση, ανήκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού». Κάθε άλλη χρησιμοποίηση των εννοιών του (φιλοσοφικού) Ιδεαλισμού και υλισμού οδηγεί απλώς σε σύγχυση. Ο Μαρξ απόρριπτε κατηγορηματικά όχι μόνο τον ιδεαλισμό, που πάντα συνδεόταν έτσι είτε αλλιώς με τη θρησκεία-, αλλά και τη διαδομένη, Ιδιαίτερα στις μέρες μας, άποψη του Χιούμ και του Κάντ, τον αγνωστικισμό, τον κριτικισμό, τον θετικισμό, με τις διάφορες μορφές τους κάθε παρόμοια φιλοσοφία τη θεωρούσε «αντιδραστική» παραχώρηση στον Ιδεαλισμό και στην καλύτερη περίπτωση «ντροπαλή αποδοχή του υλισμού από την πίσω πόρτα και απάρνησή του μπροστά στα μάτια του κόσμου». Βλ. πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, εκτός από τα αναφερόμενα έργα του Ένγκελς και του Μαρξ, και το γράμμα του τελευταίου προς τον Ένγκελς της 12 του Δεκέμβρη 1868, όπου ο Μαρξ, σημειώνοντας την «πιο υλιστική» απ’ ότι συνήθως εκδήλωση του Τ. Χάξλεϋ και την ομολογία του ότι εφόσον «παρατηρούμε και νοούμε κατά τρόπο πραγματικό, δεν μπορούμε ποτέ να εγκαταλείψουμε το χώρο του υλισμού», τον ψέγει ότι ανοίγει ένα «παραθυράκι» στον αγνωστικισμό, στον χιουμισμό. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η άποψη του Μαρξ για τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα: «τυφλή είναι ή αναγκαιότητα μόνο όσο δεν έχει κατανοηθεί. Ελευθερία είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας» (Ένγκελς στο «Άντι—Ντύρινγκ») η αναγνώριση της αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης και της διαλεκτικής μετατροπής της αναγκαιότητας σε ελευθερία (παράλληλα με τη μετατροπή του αγνώστου, όμως γνώσιμου, «πράγματος καθ’εαυτού» σε «πράγμα για μας», της «ουσίας των πραγμάτων» σε «φαινόμενα»). Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν βασική ανεπάρκεια του «παλιού» υλισμού μαζί και του υλισμού του Φόυερμπαχ (και πολύ περισσότερο του «χυδαίου» υλισμού των Μπύχνερ – Φίχτε – Μολεσότ) το ότι ο υλισμός αυτός ήταν «κατ’ εξοχή μηχανιστικός» και δεν έπαιρνε υπόψη του την νεώτερη εξέλιξη της χημείας και της βιολογίας (και στις μέρες μας θα’ πρεπε ακόμα να προσθέσουμε: και της ηλεκτρικής θεωρίας της ύλης). Το ότι ο παλιός υλισμός ήταν Ιστορικός, δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια και ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης το ότι ή «ουσία του ανθρώπου» κατανοούνταν απ’ αυτούς αφηρημένα κι όχι σαν «σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» (καθορισμένων συγκεκριμένα—ιστορικά) και γι’ αυτό ο υλισμός αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να «εξηγεί» τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην «αλλαγή» του, με αλλά λόγια δεν καταλάβαινε τη σημασία της «επαναστατικής πραχτικής δράσης».

    Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

    Τη διαλεκτική του Χέγκελ – την πιο ολόπλευρη, πλουσιότατη σε περιεχόμενο και πολύ βαθιά διδασκαλία· για την εξέλιξη – ο Μαρξ και ο Ένγκελς τη θεωρούσαν το μεγαλύτερο απόkτημα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Κάθε άλλη διατύπωση της αρχής της ανάπτυξης, της εξέλιξης, τη θεωρούσαν μονόπλευρη, φτωχή σε περιεχόμενο, τη θεωρούσαν παραμόρφωση και διαστροφή της αληθινής πορείας ανάπτυξης (που συχνά συντελείται με άλματα,, καταστροφές και επαναστάσεις) στη φύση και στην κοινωνία. «Μπορεί να ειπωθεί ότι δ Μαρξ και εγώ ήμασταν οι μόνοι σχεδόν που βάλαμε μπροστά μας το καθήκον να σώσουμε» (από την καταστροφή του ιδεαλισμού, καθώς και του χεγκελιανισμού) «τη συνειδητή διαλεκτική και να τη μεταφέρουμε στην υλιστική αντίληψη της φύσης». «Η φύση είναι η επιβεβαίωση της διαλεκτικής και πρέπει να πούμε οι νεώτερες φυσικές επιστήμες δείχνουν ότι η επιβεβαίωση αυτή είναι ασυνήθιστα πλούσια» (αυτό έχει γραφτεί πριν ανακαλυφτούν το .ράδιο, τα ηλεκτρόνια, η μεταστοιχείωση κλπ.), «που συσσωρεύει καθημερινά ένα σωρό υλικό και αποδείχνει ότι σε τελευταία ανάλυση τα πράγματα στη φύση γίνονται διαλεχτικά και όχι μεταφυσικά».

    «Η μεγάλη θεμελιακή ιδέα—γράφει ο Ένγκελς—ότι τον κόσμο δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα από προτσές, όπου τα πράγματα, τα φαινομενικά σταθερά, καθώς και οι ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, οι έννοιες, βρίσκονται σε αδιάκοπη αλλαγή, πότε εμφανίζονται και πότε εκμηδενίζονται—η μεγάλη αυτή θεμελιακή ιδέα έγινε, ιδιαίτερα απ’ την εποχή του Χέγκελ, σε τέτοιο βαθμό κοινή συνείδηση, που είναι ζήτημα αν θα την αμφισβήτηση κανείς στη γενική της μορφή.

    Άλλο πράγμα όμως είναι να την παραδέχεσαι στα λόγια κι’ άλλο να την εφαρμογή σε κάθε χωριστή περίπτωση και σε κάθε δοσμένο στόχο ερευνάς». «Για τη διαλεκτική φιλοσοφία τίποτα δεν είναι μια για πάντα καθορισμένο, απόλυτο, Ιερό. Παντού και σε όλα η διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει τη σφραγίδα της αναπόφευγης πτώσης και τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της, έξω από το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης έξω από το ατελεύτητο ανέβασμα από μια κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη.Και η ίδια δεν είναι παρά μια απλή αντανάκλαση αυτού του προτσές στον σκεπτόμενο εγκέφαλο». Έτσι η διαλεκτική, σύμφωνα με τον Ένγκελς, είναι η «επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης, τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και της ανθρώπινης νόησης».

    Αυτή την πλευρά, την επαναστατική, της φιλοσοφίας του Χέγκελ την αποδέχτηκε και την ανάπτυξε ο Μαρξ. Ο διαλεκτικός υλισμός «δεν έχει ανάγκη από καμιά φιλοσοφία που να στέκεται πάνω από τις άλλες επιστήμες». Από την παλιά φιλοσοφία παραμένει μόνο «η διδασκαλία της νόησης και των νόμων της—η τυπική λογική και η διαλεκτική». Η διαλεκτική όμως, στην αντίληψη του Μαρξ, όπως και του Χέγκελ, περικλείνει μέσα της εκείνο που σήμερα ονομάζεται γνωσιοθεωρία, γνωσιολογία, που πρέπει να εξετάζει το αντικείμενο της εξίσου Ιστορικά, μελετώντας και γενικεύοντας την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης, το πέρασμα από τη μη γνώση στη γνώση.

    Στον καιρό μας η Ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, μπήκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην κοινωνική συνείδηση, μα μπήκε από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδέα αυτή με τη διατύπωση που της έδωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένη στο Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο απ’ ότι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σα να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που διάτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή—μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική—«διακοπές του βαθμιαίου» μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα—εσωτερικά κίνητρα της ανάπτυξης, που προέρχονται από την αντίθεση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σ’ ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία— αλληλοεξάρτηση και στενότατη αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία ανακαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει το ενιαίο, το νομοτελειακό παγκόσμιο προτσές της κίνησης—αυτά είναι ορισμένα γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της εξέλιξης. (Βλ. το γράμμα του Μαρξ προς τον Ένγκελς της 8 του Γενάρη 1868, όπου ειρωνεύεται τις «ανιαρές τριχοτομίες» του Στάϊν, που είναι παράλογο να τις μπερδεύει κανείς με την υλιστική διαλεκτική).

    Η επίγνωση της ασυνέπειας, της ατέλειας και του μονόπλευρου χαραχτήρα του παλιού υλισμού οδήγησε τον Μαρξ στην πεποίθηση ότι είναι ανάγκη «να εναρμονιστεί η επιστήμη της κοινωνίας με την υλιστική βάση και να ξαναφτιαχτεί πάνω σ’ αυτή τη δάση». Αν ο υλισμός γενικά εξηγεί τη συνείδηση ξεκινώντας από το είναι και όχι αντίστροφα, κατά την εφαρμογή του στην κοινωνική ζωή της ανθρωπότητας απαιτούσε να εξηγείται η κοινωνική συνείδηση ξεκινώντας από το κοινωνικό είναι. «Η τεχνολογία—λέει ο Μαρξ («Το Κεφάλαιο», Ι)—αποκαλύπτει την ενεργό στάση του ανθρώπου απέναντι στη φύση, το άμεσο προτσές παραγωγής της ζωής του και μ αυτό τον τρόπο και των κοινωνικών σχέσεων της ζωής του και των πνευματικών παραστάσεων που πηγάζουν απ’ αυτές». Στον πρόλογο του έργου του «Κριτική της πολιτικής οικονομίας» ο Μαρξ μας δίνει με τα παρακάτω λόγια μια ολοκληρωμένη διατύπωση των βασικών θέσεων του υλισμού που τον επεκτείνει στην ανθρώπινη κοινωνία και την Ιστορία της.

    Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις—σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων.

    Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση που πάνω της υψώνεται νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και, στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδηση τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξης τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή—ο,τι αποτελεί μοναχά τη νομική έκφραση αυτού ου πράγματος—με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις όποιες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται ή εποχή της κοινωνικής επανάστασης, Με την αλλαγή της οικονομικής δόσης ανατρέπεται, με αργούς ή γρήγορους ρυθμούς, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής, που μπορούμε να τη διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, με δυο λόγια τις Ιδεολογικές μορφές, με τις όποιες οι άνθρωποι αποχτούν συνείδηση αυτής της σύγκρισης και παλεύουν ως τη λύση της.

    Όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση της. Απεναντίας, τη συνείδηση αυτή πρέπει να την εξηγήσουμε από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, από τη σύγκρουση που συντελείται ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής…«Σε γενικές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος, ο αστικός τρόπος παραγωγής, μπορούν να χαρακτηριστούν σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού» (δηλ. τη σύντομη διατύπωση που δίνει ο Μαρξ στο γράμμα του προς τον Ένγκελς της 7 του Ιούλη 1866: «Η θεωρία μας για τον καθορισμό της οργάνωσης της εργασίας με τα μέσα παραγωγής»)

    ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ—Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

    Η ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας ή, πιο σωστά, η συνεπής συνέχιση και επέκταση του υλισμού στην περιοχή των κοινωνικών φαινομένων, εξάλειψε δυο βασικές ανεπάρκειες των προηγουμένων ιστορικών θεωριών.

    1ο) οι θεωρίες αυτές στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα Ιδεολογικά κίνητρα της Ιστορικής δράσης των ανθρώπων και δεν ερευνούσαν τί είναι εκείνο που γεννάει αυτά τα κίνητρα, δε συνελάμβαναν την αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, δεν έβλεπαν ότι οι σχέσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στο βαθμό ανάπτυξης της υλικής παραγωγής

    2ο) οι προηγούμενες θεωρίες δεν έπαιρναν υπόψη τους ίσα—ίσα τη δράση των μαζών του πληθυσμού, ενώ ο Ιστορικός υλισμός έδωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που χαρακτηρίζει τις φυσικοΐστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων. Η προμαρξική «κοινωνιολογία» και ιστοριογραφία δεν έκαναν στην καλύτερη περίπτωση τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν ακατέργαστα στοιχεία, μαζεμένα αποσπασματικά, και να απεικονίζουν ορισμένες πλευρές του Ιστορικού προτσές.

    Ο μαρξισμός έδειξε το δρόμο για μια καθολική, ολόπλευρη μελέτη του προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και της παρακμής των κοινωνικό—οικονομικών σχηματισμών, εξετάζοντας όλες τις αντιφατικές τάσεις στο σύνολο τους, ανάγοντας τες στους όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας — όρους που μπορούν να καθορισθούν με ακρίβεια — παραμερίζοντας τον υποκειμενισμό και την αυθαιρεσία στο ξεχώρισμα ορισμένων «επικρατέστερων» ιδεών ή στην ερμηνεία τους και αποκαλύπτοντας ότι όλες οι ιδέες και όλες οι διάφορες τάσεις έχουν, χωρίς εξαίρεση, τη ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. 0ι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι την Ιστορία τους τί είναι όμως εκείνο που καθορίζει τα κίνητρα των ανθρώπων και πιο ειδικά των ανθρώπινων μαζών, τί είναι εκείνο που προκαλεί τις συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιφατικές Ιδέες και τάσεις, ποιο είναι το σύνολο όλων αυτών των συγκρούσεων μέσα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ποιοί είναι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής της υλικής ζωής, που δημιουργούν τη βάση όλης της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, ποιος είναι ο νόμος ανάπτυξης αυτών των όρων — σε όλα αυτά τα προβλήματα έστρεψε την προσοχή του ο Μαρξ και έδειξε τα δρόμο για την επιστημονική μελέτη της ιστορίας, σαν προτσές ενιαίου, που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια πολυπλευρότητα και αντιφατικότητα του.

    ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ

    Το ότι οι επιδιώξεις ορισμένων μελών μιας κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις άλλων μελών της, το ότι η κοινωνική ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις, το ότι η ιστορία μας δείχνει την πάλη ανάμεσα στους λαούς και ανάμεσα στις κοινωνίες, καθώς και μέσα στους κόλπους τους, και, εκτός απ’ αυτό, και την εναλλαγή των περιόδων επανάστασης και αντίδρασης, ειρήνης και πολέμων, στασιμότητας και γοργής προόδου ή κατάπτωσης—όλ’ αυτά είναι γεγονότα πασίγνωστα. Ο μαρξισμός μας έδωσε το οδηγητικό νήμα, που μας επιτρέπει ανακαλύψουμε τη νομοτέλεια μέσα σ αυτό το φαινομενικό λαβύρινθο και χάος. Το νήμα αυτό είναι η θεωρία της ταξικής πάλης. Μόνο η μελέτη του συνόλου των επιδιώξεων όλων των μελών μιας κοινωνίας ή μιας ομάδας κοινωνιών επιτρέπει να καθοριστεί επιστημονικά το αποτέλεσμα αυτών των επιδιώξεων. Και πηγή των αντιφατικών επιδιώξεων είναι η διαφορά που υπάρχει στη θέση και στους όρους ζωής των τάξεων στις οποίες διασπάται κάθε κοινωνία. «Η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών—γράφει ο Μαρξ στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (με εξαίρεση την Ιστορία της πρωτόγονης κοινότητας—προσθέτει αργότερα ο Ένγκελς)—ήταν Ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με λίγα λόγια, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν έναν αδιάκοπο αγώνα, πότε σκεπασμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τέλειωνε κάθε φορά με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας η με την κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονται. Η σύγχρονη αστική κοινωνία, που πρόβαλε μέσα από την καταστροφή της φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν εξάλειψε τις ταξικές αντιθέσεις. Άλλαξε απλώς παλιές τάξεις με νέες, τους παλιούς όρους καταπίεσης με νέους, τις παλιές μόρο πάλης με νέες. Ωστόσο η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, ξεχωρίζει (το γεγονός ότι απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις: η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες η μια στην άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Από τον καιρό της μεγάλης γαλλικής επανάστασης ή ιστορία της Ευρώπης αποκάλυψε πολύ παραστατικά σε μια σειρά χώρες αυτό το πραγματικό υπό6αθι των γεγονότων, την πάλη των τάξεων. Και ήδη από την εποχή της παλινορθήσεις στη Γαλλία εμφανίστηκαν μια σειρά Ιστορικοί (Τιερί, Γκιζό, Μινιέ, Τιέρ που γενικεύοντας τα γεγονότα που συντελέστηκαν, δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν ότι η πάλη των τάξεων είναι το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της ιστορίας της Γαλλίας. Η νεότερη εποχή όμως, η εποχή της πλέριας νίκης της αστικής τάξης, των αντιπροσωπευτικών θεσμών, του πλατιού (αν όχι καθολικού) εκλογικού δικαιώματος, του φτηνού καθημερινού τύπου που φτάνει στις μάζες κλπ., η εποχή των ισχυρών και όλο και πιο πλατιών ενώσεων των εργατών και των ενώσεων των επιχειρηματιών κλπ, έδειξε ακόμα πιο παραστατικά (α και κάποτε με μορφή πολύ μονόπλευρη, «ειρηνική», «συνταγματική») ότι κινητήρας των γεγονότων είναι η πάλη των τάξεων. Το παρακάτω χωρίο από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ μας δείχνει ότι ο Μαρξ απαιτούσε από την κοινωνική επιστήμη μιαν αντικειμενική ανάλυση της θέσης κάθε τάξης στη σύγχρονη κοινωνία, σε σύνδεση με την ανάλυση των ορών ανάπτυξης κάθε τάξης:
    «Απ’ όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη πραγματικά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται κι’ εξαφανίζονται με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αντίθετα το προλεταριάτο είναι το πιο δικό της προϊόν, 0ι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικροέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για να σώσουν την ύπαρξη τους από τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς, δεν είναι επαναστατικές αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω είναι αντιδραστικές: προσπαθούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Και όταν είναι επαναστατικές, αυτό γίνεται εφόσον βρίσκονται μπροστά στο επικείμενο πέρασμα τους στις γραμμές του προλεταριάτου, εφόσον υπερασπίζουν όχι τα σημερινά, άλλά τα μελλοντικά του συμφέροντα, έφ’ όσον εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου».

    Σε μια σειρά Ιστορικά έργα ο Μαρξ έδωσε λαμπρά και βαθυστόχαστα πρότυπα υλιστικής ιστοριογραφίας, ανάλυσης της θέσης κάθε τάξης χωριστά και κάποτε των διαφόρων ομάδων ή στρώματος μέσα στην τάξη, δείχνοντας εξόφθαλμα γιατί και πώς «κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική». Το απόσπασμα που παραθέσαμε δείχνει παραστατικά πόσο σύνθετο είναι το δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων και των μεταβατικών βαθμίδων από τη μια τάξη στην άλλη, από το παρελθόν στο μέλλον, που αναλύει ο Μαρξ για να υπολογίσει τη συνισταμένη της ιστορικής εξέλιξης.

    Η πιο βαθιά, ολόπλευρη και λεπτομερειακή επιβεβαίωση και εφαρμογή της. θεωρίας του Μαρξ είναι η οικονομική του διδασκαλία.

    «Τελικός σκοπός του έργου μου—λέει ο Μαρξ στον πρόλογο του «Κεφαλαίου»—είναι η αποκάλυψη του οικονομικού νόμου κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας», δηλαδή της καπιταλιστικής, της αστικής κοινωνίας. (Η έρευνα των σχέσεων παραγωγής της δοσμένης, ιστορικά καθορισμένης, κοινωνίας στη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή τους—αυτό είναι το περιεχόμενο της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ. Στην καπιταλιστική κοινωνία κυριαρχεί ή παραγωγή εμπορευμάτων γι’ αυτό και ο Μαρξ αρχίζει την ανάλυση του από την ανάλυση της εμπορευματικής παραγωγής.

  2. Ακολουθεί το κείμενο του Β. Λένιν που δημοσιεύτηκε το 1915 στον 28 τόμο του Λεξικού «Γκρανάτ»:

    Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 του Μάη 1818, με το νέο ημερολόγιο, στην πόλη Τριρ (παραρήνια Πρωσία). Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, εβραίος· το 1824 ασπάστηκε τον προτεσταντισμό. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, καλλιεργημένη, όχι όμως επαναστατική. Αφού τέλειωσε το γυμνάσιο του Τριρ ο Μαρξ πήγε στο Πανεπιστήμιο, στην αρχή στη Βόνη και έπειτα στο Βερολίνο, και σπούδασε νομικά, προπαντός όμως ιστορία και φιλοσοφία. Τέλειωσε το Πανεπιστήμιο το 1841 με μια διδακτορική διατριβή για τη Φιλοσοφία του Επίκουρου. Όσο για τις αντιλήψεις του, ο Μαρξ εκείνη την εποχή ήταν ακόμη χεγκελιανός-ιδεαλιστής. Στο Βερολίνο ανήκε στον κύκλο των αριστερών-χεγκελιανών (Μπρούνο Μπάουερ κ.ά.), που προσπαθούσαν να βγάλουν από τη Φιλοσοφία του Χέγκελ αθεϊστικά και επαναστατικά συμπεράσματα.

    Όταν τέλειωσε το Πανεπιστήμιο, ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στη Βόνη, με σκοπό να γίνει καθηγητής του Πανεπιστημίου. Η αντιδραστική όμως πολιτική της κυβέρνησης, που το 1832 αφαίρεσε την έδρα από τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ και το 1836 αρνήθηκε να τον επαναφέρει στο Πανεπιστήμιο ενώ το 1841 απαγόρευσε στο νεαρό καθηγητή Μπρούνο Μπάουερ να διδάσκει στη Βόνη, ανάγκασε τον Μαρξ να εγκαταλείψει τη σταδιοδρομία του καθηγητή. Η εξέλιξη των ιδεών του αριστερού χεγκελιανισμού έκανε εκείνο τον καιρό πολύ γρήγορα βήματα στη Γερμανία. Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ άρχισε, ιδιαίτερα από το 1836, να επικρίνει τη θεολογία και να στρέφεται προς τον υλισμό, στον όποιο προσχωρεί οριστικά το 1841 (Η Ουσία του Χριστιανισμού)· το 1843 βγήκε το βιβλίο του Οι Βασικές Θέσεις της Φιλοσοφίας του Μέλλοντος. «Έπρεπε να υποστεί κανείς την απολυτρωτική επίδραση αυτών των βιβλίων» –έγραφε αργότερα ο Έγκελς για τα έργα αυτά του Φόιερμπαχ. «Εμείς» (δηλαδή οι αριστεροί χεγκελιανοί, ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Μαρξ) «γίναμε αμέσως φοϊερμπαχικοί». Εκείνο τον καιρό οι ριζοσπάστες αστοί της Ρηνανίας, που είχαν σημεία επαφής με τους αριστερούς χεγκελιανούς, ίδρυσαν στην Κολωνία μια αντιπολιτευόμενη εφημερίδα: την «Εφημερίδα του Ρήνου» (άρχισε να βγαίνει την 1 του Γενάρη του 1842). Ο Μαρξ και ο Μπρούνο Μπάουερ κλήθηκαν σαν κυριότεροι συνεργάτες· τον Οχτώβρη του 1842 ο Μαρξ ανέλαβε διευθυντής της εφημερίδας και μετοίκησε από τη Βόννη στην Κολωνία. Με τη διεύθυνση του Μαρξ η επαναστατική-δημοκρατική κατεύθυνση της εφημερίδας γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη· η κυβέρνηση στην αρχή επέβαλε στην εφημερίδα διπλή και τριπλή λογοκρισία και μετά την 1 του Γενάρη του 1843, αποφάσισε να την κλείσει εντελώς. Ο Μαρξ βρέθηκε τότε υποχρεωμένος να φύγει από διευθυντής, η αποχώρηση του όμως δεν έσωσε την εφημερίδα, που κλείστηκε το Μάρτη του 1843. Από τα πιο βαρυσήμαντα άρθρα του Μαρξ στην «Εφημερίδα του Ρήνου» ο Έγκελς σημειώνει, εκτός απ’ αυτά που αναφέρονται παρακάτω (βλ. τη Βιβλιογραφία)[1], και ένα άρθρο για την κατάσταση των αγροτών-αμπελουργών της κοιλάδας του Μόζε. Η δημοσιογραφική δουλιά έδειξε στον Μαρξ ότι δεν ήξερε αρκετά καλά την πολιτική οικονομία και γι’ αυτό καταπιάστηκε με ζήλο με τη μελέτη της.

    Το 1843 ο Μαρξ παντρεύτηκε στο Κρόιτσναχ την Τζένη φον Βεστφάλεν, παιδική του φίλη που την είχε αρραβωνιαστεί, όταν ήταν ακόμη φοιτητής. Η γυναίκα του προερχόταν από μια αντιδραστική αριστοκρατική οικογένεια της Πρωσίας. Ο μεγαλύτερος αδελφός της έγινε υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας σε μια από τις πιο αντιδραστικές εποχές, το 1850-1858. Το φθινόπωρο του 1843 ο Μαρξ πήγε στο Παρίσι για να εκδόσει στο εξωτερικό ένα ριζοσπαστικό περιοδικό μαζί με τον Άρνολντ Ρούγκε (1802-1880, αριστερός χεγκελιανός. Το 1825-1830 ήταν φυλακή, υστέρα από το 1848 εκπατρισμένος· στα 1866-1870 οπαδός του Μπίσμαρκ). Βγήκε μόνο το πρώτο τεύχος αυτού του περιοδικού με τον τίτλο «Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά». Το περιοδικό έπαψε να βγαίνει λόγω των δυσκολιών που παρουσίαζε η παράνομη κυκλοφορία του στη Γερμανία και λόγω διαφωνιών με τον Ρούγκε. Στα άρθρα του σ’ αυτό το περιοδικό ο Μαρξ παίρνει ήδη επαναστατική θέση, κηρύσσει «αμείλικτη κριτική σε καθετί που υπάρχει» και ιδιαίτερα «κριτική των όπλων» και κάνει έκκληση στις μάζες και το προλεταριάτο.

    Το Σεπτέμβρη του 1844 ήρθε στο Παρίσι για μερικές μέρες ο Φρίντριχ Έγκελς, που έγινε από τότε ο πιο στενός φίλος του Μαρξ. Μαζί έπαιρναν ενεργότατο μέρος στην τοτινή κοχλάζουσα ζωή των επαναστατικών ομάδων του Παρισιού (ιδιαίτερη σημασία είχε η θεωρία του Προυντόν, που ο Μαρξ την καταπολέμησε αποφασιστικά στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας το 1847) και επεξεργάστηκαν –παλεύοντας επίμονα ενάντια στις διάφορες θεωρίες του μικροαστικού σοσιαλισμού– τη θεωρία και την τακτική του επαναστατικού προλεταριακού σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού (μαρξισμού). Βλ. τα έργα του Μαρξ εκείνης της εποχής, του 1844-1848, στη Βιβλιογραφία που ακολουθεί. Το 1845, υστέρα από επιμονή της πρωσικής κυβέρνησης, ο Μαρξ απελάθηκε από το Παρίσι σαν επικίνδυνος επαναστάτης και πήγε στις Βρυξέλλες. Την άνοιξη του 1847 ο Μαρξ και ο Έγκελς προσχώρησαν σε μια μυστική προπαγανδιστική εταιρία, την Ένωση των Κομμουνιστών και πήραν μέρος στο II Συνέδριο αυτής της Ένωσης (Νοέμβρης 1847 στο Λονδίνο), όπου έπαιξαν εξέχοντα ρόλο. Με εντολή του συνεδρίου σύνταξαν το περίφημο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος που βγήκε το Φλεβάρη του 1848. Στο έργο αυτό εκτίθεται με μεγαλοφυή σαφήνεια και διαύγεια η νέα κοσμοαντίληψη, ο συνεπής υλισμός που αγκαλιάζει και την περιοχή της κοινωνικής ζωής, η διαλεκτική σαν η πιο ολόπλευρη και η πιο βαθιά διδασκαλία της εξέλιξης, η θεωρία της ταξικής πάλης και ο κοσμοϊστορικός επαναστατικός ρόλος του προλεταριάτου, του δημιουργού της νέας, της κομμουνιστικής κοινωνίας.

    Όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1848, ο Μαρξ απελάθηκε από το Βέλγιο. Ξαναγύρισε στο Παρίσι κι από κει, υστέρα από την επανάσταση του Μάρτη, πήγε στη Γερμανία και συγκεκριμένα στην Κολωνία. Εκεί άρχισε να βγαίνει από την 1 του Ιούνη 1848 ως τις 19 του Μάη 1849 η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου»· διευθυντής της εφημερίδας ήταν ο Μαρξ. Η νέα θεωρία επιβεβαιώθηκε περίλαμπρα από την πορεία των επαναστατικών γεγονότων του 1848-1849, όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα και από όλα τα προλεταριακά και δημοκρατικά κινήματα όλων των χωρών του κόσμου. Η αντεπανάσταση που νίκησε, στην αρχή παρέπεμψε τον Μαρξ σε δίκη (αθωώθηκε στις 9 του Φλεβάρη 1849) και μετά τον απέλασε από τη Γερμανία (στις 16 του Μάη 1849). Ο Μαρξ πήγε στην αρχή στο Παρίσι, απελάθηκε και από εκεί υστέρα από τη διαδήλωση της 13 του Ιούνη του Ι849 και πήγε στο Λονδίνο, όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του.

    Οι συνθήκες της ζωής του σαν εκπατρισμένου, όπως βγαίνει ανάγλυφα από την αλληλογραφία του με τον Έγκελς (εκδόθηκε το 1913) [2], ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Η ανέχεια έπνιγε κυριολεκτικά τον Μαρξ και την οικογένεια του. Αν δεν υπήρχε η αδιάκοπη, γεμάτη αυταπάρνηση οικονομική ενίσχυση του Έγκελς, ο Μαρξ όχι μόνο δεν θα μπορούσε να τελειώσει Το Κεφάλαιο, αλλά και θα χανόταν αναπόφευκτα από τη φτώχεια και τις στερήσεις. Εκτός απ’ αυτό, οι θεωρίες και τα ρεύματα του μικροαστικού και γενικότερα του μη προλεταριακού σοσιαλισμού που κυριαρχούσαν τότε, ανάγκαζαν τον Μαρξ να διεξάγει συνεχώς αμείλικτο αγώνα και κάποτε να αποκρούει τις πιο λυσσαλέες και άγριες προσωπικές επιθέσεις. Μένοντας μακριά από τους κύκλους των εκπατρισμένων, ο Μαρξ σε μια σειρά ιστορικές εργασίες (βλ. τη Βιβλιογραφία) επεξεργαζόταν την υλιστική του θεωρία, αφιερώνοντας τις δυνάμεις του κυρίως στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας. Την επιστήμη αύτη ο Μαρξ την επαναστατικοποίησε (βλ. παρακάτω τη διδασκαλία του Μαρξ) στα έργα του Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) και Το Κεφάλαιο (τόμ. Ι, 1867).

    Η εποχή της αναζωογόνησης των δημοκρατικών κινημάτων στα τέλη της δεκαετίας 1850-1860 και στη διάρκεια της δεκαετίας 1860-1870 κάλεσε ξανά τον Μαρξ στην πρακτική δράση. Το 1864 (28 του Σεπτέμβρη) ιδρύθηκε στο Λονδίνο η ονομαστή Ι Διεθνής, η Διεθνής Ένωση των Εργατών. Ο Μαρξ ήταν η ψυχή αυτής της οργάνωσης, ήταν εκείνος που έγραψε την πρώτη Διακήρυξη της και μια σειρά αποφάσεις, δηλώσεις και διακηρύξεις της. Ο Μαρξ, συνενώνοντας το εργατικό κίνημα των διαφόρων χωρών, προσπαθώντας να κατευθύνει στην κοίτη μιας κοινής δράσης τις διάφορες μορφές τού μη προλεταριακού, του προμαρξικοϋ σοσιαλισμού (Ματζίνι, Προυντόν, Μπακούνιν, αγγλικός φιλελεύθερος τρεϊντ-γιουνιονισμός, λασαλικές ταλαντεύσεις προς τα δεξιά στη Γερμανία κτλ.) και καταπολεμώντας τις θεωρίες όλων αυτών των αιρέσεων και μικροσχολών, σφυρηλάτησε μια ενιαία τακτική της προλεταριακής πάλης της εργατικής τάξης των διαφόρων χωρών. Ύστερα από την πτώση της Κομμούνας του Παρισιού (1871), που ο Μαρξ την έκρινε τόσο βαθυστόχαστα, τόσο εύστοχα, τόσο λαμπρά και από την άποψη ενός ανθρώπου της δράσης και ενός επαναστάτη (Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία του 1871), και υστέρα από τη διάσπαση της Διεθνούς από τους μπακουνιστές, έγινε αδύνατη η παραμονή της Διεθνούς στην Ευρώπη. Ο Μαρξ μετά το συνέδριο της Διεθνούς στη Χάγη (1872) εξασφάλισε τη μεταφορά του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη. Η Ι Διεθνής εκπλήρωσε έτσι τη διεθνή της αποστολή και παραχώρησε τη θέση της σε μια εποχή απροσμέτρητα πιο μεγάλης ανόδου του εργατικού κινήματος σε όλες τις χώρες του κόσμου, συγκεκριμένα στην εποχή της ανάπτυξης του σε πλάτος, στην εποχή της δημιουργίας μαζικών σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων στα πλαίσια κάθε εθνικού κράτους

    Η εντατική δράση στη Διεθνή και η ακόμη πιο εντατική απασχόληση του Μαρξ υπόσκαψαν οριστικά την υγεία του. Συνέχισε το ξαναδούλεμα της πολιτικής οικονομίας και την αποπεράτωση του Κεφαλαίου, συγκεντρώνοντας ένα σωρό καινούργιο υλικό και μελετώντας μια σειρά γλώσσες (λογουχάρη τη ρωσική), μα η αρρώστια δεν τον άφησε να τελειώσει το Κεφάλαιο.

    Στις 2 του Δεκέμβρη 1881 πέθανε η γυναίκα του. Στις 14 του Μάρτη 1883 ο Μαρξ αποκοιμήθηκε ήσυχα και για πάντα στην πολυθρόνα του. Τον έθαψαν δίπλα στη γυναίκα του, στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ του Λονδίνου. Από τα παιδιά του Μαρξ ορισμένα πέθαναν μικρά στο Λονδίνο, τότε που η οικογένεια δυστυχούσε πολύ. Οι τρεις κόρες του παντρεύτηκαν με σοσιαλιστές της Αγγλίας και της Γαλλίας: η Ελεονόρα Έβελιγκ, η Λάουρα Λαφάργκ και η Τζένη Λογκέ. Ο γιος της τελευταίας είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας.

    Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

    Μαρξισμός είναι το σύστημα των αντιλήψεων και της διδασκαλίας του Μαρξ. Ο Μαρξ είναι εκείνος που συνέχισε και ολοκλήρωσε με μεγαλοφυΐα τα τρία βασικά ιδεολογικά ρεύματα του 19ου αιώνα, που άνηκαν στις τρεις πιο προηγμένες χώρες της ανθρωπότητας: την κλασική γερμανική Φιλοσοφία, την κλασική αγγλική Πολιτική Οικονομία και το γαλλικό Σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τις γαλλικές επαναστατικές διδασκαλίες γενικότερα. Η αναγνωρισμένη ακόμη και από τους αντίπαλους του Μαρξ αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεων του, που στο σύνολο τους μας δίνουν το σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σαν θεωρία και σαν πρόγραμμα του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου, μας υποχρεώνει να προτάξουμε από την έκθεση του κύριου περιεχομένου του μαρξισμού, συγκεκριμένα της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ, μια σύντομη σκιαγραφία της κοσμοαντίληψης του γενικά.

    Ο Φιλοσοφικός Υλισμός

    Ο Μαρξ, από το 1844-1845, που αποκρυσταλλώθηκαν οι απόψεις του, ήταν υλιστής και ειδικά οπαδός του Λουδοβίκου Φόιερμπαχ. Σχετικά με τον Φόιερμπαχ είχε τη γνώμη και αργότερα, ότι οι αδύνατες πλευρές του συνίστανται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο υλισμός του δεν ήταν αρκετά συνεπής και ολόπλευρος. Ο Μαρξ έβλεπε την κοσμοϊστορική σημασία του Φόιερμπαχ, που «άφησε εποχή», ακριβώς στην αποφασιστική του ρήξη με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ και στη διακήρυξη του υλισμού, που ακόμη στο «18ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, ήταν αγώνας όχι μόνο ενάντια στους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, μα και ενάντια στη θρησκεία και στη θεολογία, όπως και… ενάντια σε κάθε μεταφυσική» (με την έννοια της «εκστατικής θεώρησης» σε αντιδιαστολή από τη «νηφάλια φιλοσοφία») (Η Αγία Οικογένεια στη Φιλοσοφική Κληρονομιά). «Για τον Χέγκελ –έγραφε ο Μαρξ– το προτσές της νόησης, που με το όνομα ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο, είναι ο δημιουργός του πραγματικού… Για μένα, αντίστροφα, το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, πρόλογος στη 2η έκδοση). Ο Φρ. Έγκελς, συμφωνώντας απόλυτα με την υλιστική αυτή Φιλοσοφία του Μαρξ και εκθέτοντας την έγραφε στο Αντιντίριγκ (βλ.): –ο Μαρξ διάβασε αυτό το έργο από το χειρόγραφο– «…Η ενότητα του κόσμου δεν συνίσταται στο Είναι του, αλλά στην υλικότητά του και η υλικότητα αυτή αποδείχνεται… με μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και της φυσιογνωσίας… Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Ποτέ και πουθενά δεν υπήρξε και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση, κίνηση χωρίς ύλη… Αν βάλουμε το ερώτημα… τί είναι νόηση και συνείδηση και από που προέρχονται, θα δούμε ότι είναι προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι προϊόν της Φύσης, που αναπτύχθηκε μέσα στη γνωστή φυσική κατάσταση και μαζί μ’ αυτήν. Έτσι είναι αυτονόητο ότι τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού, που σε τελευταία ανάλυση είναι επίσης προϊόντα της Φύσης, δεν αντιφάσκουν με την υπόλοιπη αλληλουχία της Φύσης, αλλά ανταποκρίνονται σ’ αυτήν». «Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής, με άλλα λόγια, γι’ αυτόν οι σκέψεις του μυαλού του δεν ήταν απεικονίσεις (Abbilder, κάποτε ο Έγκελς μιλάει για «έκτυπα») λιγότερο η περισσότερο αφηρημένες των πραγματικών αντικειμένων και γεγονότων, αλλά αντίθετα τα πράγματα και η ανάπτυξη τους ήταν γι’ αυτόν οι πραγματοποιημένες απεικονίσεις της ιδέας που υπήρχε κιόλας κάπου πριν από τον κόσμο». Στο έργο του Λουδοβίκος Φόιερμπαχ, όπου ο Φρ. Έγκελς εκθέτει τις απόψεις του και τις απόψεις του Μαρξ για τη Φιλοσοφία του Φόιερμπαχ και που ο Έγκελς το έστειλε για εκτύπωση, αφού προηγούμενα διάβασε το παλιό χειρόγραφο που είχε γραφεί από τον ίδιο και τον Μαρξ το 1844-1845 πάνω στο ζήτημα του Χέγκελ, του Φόιερμπαχ και της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ο Έγκελς γράφει: «Το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της νεότερης φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα της σχέσης νόησης και Είναι, πνεύματος και Φύσης… ποιό είναι το πρωταρχικό: το πνεύμα ή η Φύση… Ανάλογα με τον τρόπο που απαντούσαν σ’ αυτό το ερώτημα οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Όσοι ισχυρίζονταν ότι το πνεύμα υπήρχε πριν από τη Φύση και συνεπώς έτσι ή αλλιώς αναγνώριζαν τη δημιουργία του κόσμου… αποτέλεσαν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι που θεωρούσαν σαν πρωταρχικό τη Φύση άνηκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού». Κάθε άλλη χρησιμοποίηση των εννοιών του (φιλοσοφικού) ιδεαλισμού και υλισμού οδηγεί απλώς σε σύγχιση. Ο Μαρξ απόρριπτε κατηγορηματικά όχι μόνο τον ιδεαλισμό, που πάντα συνδεόταν έτσι είτε αλλιώς με τη θρησκεία, αλλά και τη διαδομένη, ιδιαίτερα στις μέρες μας, άποψη του Χιουμ και του Καντ, τον αγνωστικισμό, τον κριτικισμό, το θετικισμό, με τις διάφορες μορφές τους· κάθε παρόμοια φιλοσοφία την θεωρούσε «αντιδραστική» παραχώρηση στον ιδεαλισμό και στην καλύτερη περίπτωση «ντροπαλή αποδοχή από την πίσω πόρτα του υλισμού και απάρνησή του μπροστά στα μάτια του κόσμου». Βλέπε πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, εκτός από τα αναφερόμενα έργα του Έγκελς και του Μαρξ και το γράμμα του τελευταίου προς τον Έγκελς της 12 του Σεπτέμβρη 1868, όπου ο Μαρξ, σημειώνοντας την «πιο υλιστική», απ’ ό,τι συνήθως, εκδήλωση του γνωστού φυσιοδίφη Τ. Χάξλι και την ομολογία του ότι, εφόσον «παρατηρούμε και νοούμε κατά τρόπο πραγματικό, δεν μπορούμε ποτέ να εγκαταλείψουμε το έδαφος του υλισμού», τον κατηγορεί ότι ανοίγει ένα «παραθυράκι» στον αγνωστικισμό, στο χιουμισμό. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η άποψη του Μαρξ για τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα: «τυφλή είναι η αναγκαιότητα μόνο όταν δεν έχει κατανοηθεί. Ελευθερία είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας» (Έγκελς στο Αντιντίριγκ) = η αναγνώριση της αντικειμενικής νομοτέλειας της Φύσης και της διαλεκτικής μετατροπής της αναγκαιότητας σε ελευθερία (παράλληλα με τη μετατροπή του άγνωστου, όμως γνώσιμου, «πράγματος καθεαυτού» σε «πράγμα για μας», της «ουσίας των πραγμάτων» σε «φαινόμενα»). Ο Μαρξ και ο Έγκελς θεωρούσαν βασική ανεπάρκεια του «παλιού» υλισμού μαζί και του υλισμού του Φόιερμπαχ (και πολύ περισσότερο του «χυδαίου» υλισμού των Μπίχνερ-Φόχτ-Μολεσότ) (1) το ότι ο υλισμός αυτός ήταν «κυρίως μηχανιστικός» και δεν έπαιρνε : υπόψη του τη νεότερη εξέλιξη της χημείας και της βιολογίας (και στις μέρες μας θα έπρεπε ακόμη να προσθέσουμε: και της ηλεκτρικής θεωρίας της ύλης)· (2) το ότι ο παλιός υλισμός δεν ήταν ιστορικός, δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια και ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης· (3) το ότι η «ουσία του ανθρώπου» κατανοούνταν απ’ αυτούς αφηρημένα και όχι σαν «σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» (καθορισμένων συγκεκριμένα-ιστορικά) και γι’ αυτό ο υλισμός αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά «να εξηγεί» τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην «αλλαγή» του, με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε τη σημασία της «επαναστατικής πρακτικής δράσης».

    Η Διαλεκτική

    …………….
    ………………

  3. ……………..
    Ο Μαρξ και ο Έγκελς θεωρούσαν ότι η διαλεκτική του Χέγκελ, η πιο ολόπλευρη, πλουσιότατη σε περιεχόμενο και πολύ βαθιά διδασκαλία για την εξέλιξη, ήταν το μεγαλύτερο απόκτημα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Κάθε άλλη διατύπωση της αρχής της ανάπτυξης, της εξέλιξης, την θεωρούσαν μονόπλευρη, φτωχή σε περιεχόμενο, την θεωρούσαν παραμόρφωση και διαστροφή της πραγματικής πορείας ανάπτυξης (που συχνά συντελείται με άλματα, καταστροφές και επαναστάσεις) στη Φύση και στην κοινωνία. «Μπορεί να ειπωθεί ότι ο Μαρξ και εγώ είμασταν οι μόνοι σχεδόν που βάλαμε μπροστά μας το καθήκον να σώσουμε» (από την καταστροφή του ιδεαλισμού, καθώς και του χεγκελιανισμού) «τη συνειδητή διαλεκτική και να την μεταφέρουμε στην υλιστική αντίληψη της Φύσης». «Η Φύση είναι η επιβεβαίωση της διαλεκτικής και πρέπει να πούμε ότι οι νεότερες φυσικές επιστήμες δείχνουν ότι η επιβεβαίωση αύτη είναι ασυνήθιστα πλούσια» (αυτό έχει γραφεί πριν ανακαλυφθούν το ράδιο, τα ηλεκτρόνια, η μεταστοιχείωση κτλ.!), «που συσσωρεύει καθημερινά ένα σωρό υλικό και αποδείχνει ότι σε τελευταία ανάλυση τα πράγματα στη Φύση γίνονται διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά».

    «Η μεγάλη θεμελιακή ιδέα,–γράφει ο Έγκελς– ότι τον κόσμο δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα από προτσές, όπου τα πράγματα, τα φαινομενικά σταθερά, καθώς και οι ιδεατές απεικονίσεις στο κεφάλι μας, οι έννοιες, βρίσκονται σε αδιάκοπη αλλαγή, πότε εμφανίζονται και πότε εκμηδενίζονται –η μεγάλη αυτή θεμελιακή ιδέα έγινε, ιδιαίτερα από την εποχή του Χέγκελ, σε τέτοιο βαθμό κοινή συνείδηση, που είναι ζήτημα αν θα την αμφισβητήσει κανείς στη γενική της μορφή. Άλλο πράγμα όμως είναι να την παραδέχεσαι στα λόγια και άλλο να την εφαρμόζεις σε κάθε χωριστή περίπτωση και σε κάθε δοσμένο πεδίο έρευνας». «Για τη διαλεκτική φιλοσοφία τίποτε δεν είναι μια για πάντα καθορισμένο, απόλυτο, ιερό. Παντού και σε όλα η διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει τη σφραγίδα της αναπόφευκτης πτώσης και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της, εκτός από το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης, εκτός από το ατελεύτητο ανέβασμα από μια κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη. Και η ίδια δεν είναι παρά μια απλή αντανάκλαση αυτού του προτσές στον σκεπτόμενο εγκέφαλο». Έτσι η διαλεκτική, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι η «επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης, τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και της ανθρώπινης νόησης».

    Αυτή την πλευρά, την επαναστατική, της φιλοσοφίας του Χέγκελ την αποδέχτηκε και την ανάπτυξε ο Μαρξ. Ο διαλεκτικός υλισμός «δεν έχει ανάγκη από καμιά φιλοσοφία που να στέκεται πάνω από τις άλλες επιστήμες». Από την παλιά φιλοσοφία παραμένει μόνο «η διδασκαλία της νόησης και των νόμων της –η τυπική λογική και η διαλεκτική». Η διαλεκτική όμως, στην αντίληψη του Μαρξ, όπως και του Χέγκελ, περικλείνει μέσα της εκείνο που σήμερα ονομάζεται γνωσιοθεωρία, γνωσιολογία, που πρέπει να εξετάζει το αντικείμενο της εξίσου ιστορικά, μελετώντας και γενικεύοντας την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης, το πέρασμα από τη μη γνώση στη γνώση.

    Στον καιρό μας η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, μπήκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην κοινωνικήσυνείδηση, μα μπήκε από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ.

    Ωστόσο η ιδέα αυτή με τη διατύπωση που της έδοσαν ο Μαρξ και ο Έγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαβαίνει τις βαθμίδες που διέτρεξε, μα τις επαναλαβαίνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· –μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· –«διακοπές του βαθμιαίου»· μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα· –εσωτερικά κίνητρα της ανάπτυξης, που προέρχονται από την αντίθεση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· –αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία ανακαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει το ενιαίο, το νομοτελειακό παγκόσμιο προτσές της κίνησης –αυτά είναι ορισμένα γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της εξέλιξης. (Βλ. το γράμμα του Μαρξ προς τον Έγκελς της 8 του Γενάρη 1868, όπου ειρωνεύεται τις «ανιαρές τριχοτομίες» του Στάιν, που είναι παράλογο να τις συγχέει κανείς με την υλιστική διαλεκτική.)

    Η Υλιστική Αντίληψη της Ιστορίας

    Η επίγνωση της ασυνέπειας, της ατέλειας και του μονόπλευρου χαρακτήρα του παλιού υλισμού οδήγησε τον Μαρξ στην πεποίθηση ότι είναι ανάγκη «να εναρμονιστεί η επιστήμη της κοινωνίας με την υλιστική βάση και να ξαναφτιαχτεί πάνω σ’ αυτή τη βάση». Αν ο υλισμός γενικά εξηγεί τη συνείδηση, ξεκινώντας από το Είναι και όχι αντίστροφα, κατά την εφαρμογή του στην κοινωνική ζωή της ανθρωπότητας απαιτούσε να εξηγείται η κοινωνική συνείδηση, ξεκινώντας από το κοινωνικό Είναι. «Η τεχνολογία –λέει ο Μαρξ (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι)– αποκαλύπτει την ενεργό στάση του ανθρώπου απέναντι στη Φύση, το άμεσο προτσές παραγωγής της ζωής του και μ’ αυτό τον τρόπο και των κοινωνικών σχέσεων της ζωής του και των πνευματικών παραστάσεων που πηγάζουν απ’ αυτές». Στον πρόλογο του έργου του Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ο Μαρξ μας δίνει με τα παρακάτω λόγια μια ολοκληρωμένη διατύπωση των βασικών θέσεων του υλισμού που τον επεκτείνει στην ανθρώπινη κοινωνία και στην ιστορία της:

    «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις –σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων.

    Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό Είναι τους καθορίζει τη συνείδηση τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξης τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής –ή ό,τι αποτελεί μονάχα τη νομική έκφραση αυτού του πράγματος– με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις όποιες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται η εποχή της κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, με περισσότερο ή λιγότερο γρήγορους ρυθμούς, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή των οικονομικών ορών της παραγωγής, που μπορούμε να την διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές η φιλοσοφικές, με δυο λόγια τις ιδεολογικές μορφές, με τις όποιες οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση αυτής της σύγκρουσης και παλεύουν ως τη λύση της.

    Όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση της. Απεναντίας, τη συνείδηση αυτή πρέπει να την εξηγήσουμε από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, από τη σύγκρουση που συντελείται ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής…». «Σε γενικές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος, ο αστικός τρόπος παραγωγής, μπορούν να χαρακτηριστούν σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού». (Βλ. τη σύντομη διατύπωση που δίνει ο Μαρξ στο γράμμα του προς τον Έγκελς της 7 του Ιούλη 1866: «Η θεωρία μας για τον καθορισμό της οργάνωσης της εργασίας με τα μέσα παραγωγής»).

    Η ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ή, πιο σωστά, η συνεπής συνέχιση και επέκταση του υλισμού στην περιοχή των κοινωνικών φαινομένων, εξάλειψε δυο βασικές ανεπάρκειες των προηγούμενων ιστορικών θεωριών. 1. Οι θεωρίες αυτές στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων και δεν ερευνούσαν τί είναι εκείνο που γεννάει αυτά τα κίνητρα, δεν συλλαμβάνανε την αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, δεν έβλεπαν ότι οι σχέσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στο βαθμό ανάπτυξης της υλικής παραγωγής· 2. Οι προηγούμενες θεωρίες δεν έπαιρναν υπόψη τους τη δράση ακριβώς των μαζών του πληθυσμού, ενώ ο ιστορικός υλισμός έδοσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που χαρακτηρίζει τις φυσικοϊστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων. Η προμαρξική κοινωνιολογία και ιστοριογραφία δεν έκαναν στην καλύτερη περίπτωση τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν ακατέργαστα στοιχεία, μαζεμένα αποσπασμένα και να απεικονίζουν ορισμένες πλευρές του ιστορικού προτσές. Ο μαρξισμός έδειξε το δρόμο για μια καθολική, ολόπλευρη μελέτη του προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και της παρακμής των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, εξετάζοντας όλες τις αντιφατικές τάσεις στο σύνολο τους, ανάγοντάς τες στους όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας –όρους που μπορούν να καθοριστούν με ακρίβεια– παραμερίζοντας τον υποκειμενισμό και την αυθαιρεσία στον ξεχωρισμό ορισμένων «επικρατέστερων» ιδεών ή στην ερμηνεία τους και αποκαλύπτοντας ότι όλες οι ιδέες και όλες οι διάφορες τάσεις έχουν, χωρίς εξαίρεση, τη ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Οι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι την ιστορία τους, τί είναι όμως εκείνο που καθορίζει τα κίνητρα των ανθρώπων και πιο ειδικά των ανθρώπινων μαζών, τί είναι εκείνο που προκαλεί τις συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιφατικές ιδέες και τάσεις, ποιό είναι το σύνολο όλων αυτών των συγκρούσεων μέσα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ποιοί είναι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής της υλικής ζωής, που δημιουργούν τη βάση όλης της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, ποιός είναι ο νόμος ανάπτυξης αυτών των όρων –σε όλα αυτά τα προβλήματα έστρεψε την προσοχή του ο Μαρξ και έδειξε το δρόμο για την επιστημονική μελέτη της ιστορίας, σαν προτσές ενιαίου που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια πολυπλευρότητα και αντιφατικότητα του.

    …………………..
    …………………….

  4. ……………..
    Η Ταξική Πάλη

    Το ότι οι επιδιώξεις ορισμένων μελών μιας κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις άλλων μελών της, το ότι η κοινωνική ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις, το ότι η ιστορία μάς δείχνει την πάλη ανάμεσα στους λαούς και ανάμεσα στις κοινωνίες, καθώς και μέσα στους κόλπους τους και, εκτός απ’ αυτό και την εναλλαγή των περιόδων επανάστασης και αντίδρασης, ειρήνης και πολέμων, στασιμότητας και γοργής προόδου ή κατάπτωσης –όλα αυτά είναι γεγονότα πασίγνωστα. Ο μαρξισμός μας έδοσε το οδηγητικό νήμα, που μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε τη νομοτέλεια μέσα σ’ αυτό το φαινομενικό λαβύρινθο και το χάος, συγκεκριμένα: τη θεωρία της ταξικής πάλης. Μόνο η μελέτη του συνόλου των επιδιώξεων όλων των μελών μιας κοινωνίας ή μιας ομάδας κοινωνιών, επιτρέπει να καθοριστεί επιστημονικά το αποτέλεσμα αυτών των επιδιώξεων. Και πηγή των αντιφατικών επιδιώξεων είναι η διαφορά που υπάρχει στη θέση και στους όρους ζωής των τάξεων, στις όποιες διασπάται κάθε κοινωνία.

    «Η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών –γράφει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (με εξαίρεση την ιστορία της πρωτόγονης κοινότητας –προσθέτει αργότερα ο Έγκελς)– ήταν ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρώνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με λίγα λόγια, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν ένα αδιάκοπο αγώνα, πότε σκεπασμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τέλειωνε κάθε φορά με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονταν… Η σύγχρονη αστική κοινωνία, που πρόβαλε μέσα από τα σπλάχνα της καταστραμμένης φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν εξάλειψε τις ταξικές αντιθέσεις. Αντικατάστησε απλώς τις παλιές τάξεις με νέες, τους παλιούς όρους καταπίεσης με νέους, τις παλιές μορφές πάλης με νέες. Ωστόσο η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, ξεχωρίζει από το γεγονός ότι απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις: η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες η μια στην άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο».

    Από τον καιρό της μεγάλης γαλλικής επανάστασης η ιστορία της Ευρώπης αποκάλυψε πολύ παραστατικά σε μια σειρά χώρες αυτό το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, την πάλη των τάξεων. Και ήδη από την εποχή της παλινόρθωσης στη Γαλλία εμφανίστηκαν μια σειρά ιστορικοί (Τιερί, Γκιζό, Μινιέ, Τιερ) οι όποιοι, γενικεύοντας τα γεγονότα που συντελέστηκαν, δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν ότι η πάλη των τάξεων είναι το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της ιστορίας της Γαλλίας. Η νεότερη εποχή όμως, η εποχή της πλήρους νίκης της αστικής τάξης, των αντιπροσωπευτικών θεσμών, του πλατιού (αν όχι καθολικού) εκλογικού δικαιώματος, του φτηνού καθημερινού Τύπου που φτάνει στις μάζες κτλ., η εποχή των ισχυρών και όλο και πιο πλατιών ενώσεων των εργατών και των ενώσεων των επιχειρηματιών κτλ., έδειξε ακόμη πιο παραστατικά (αν και κάποτε με μορφή πολύ μονόπλευρη, «ειρηνική», «συνταγματική») ότι κινητήρας των γεγονότων είναι η πάλη των τάξεων.

    Το παρακάτω απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, μας δείχνει ότι ο Μαρξ απαιτούσε από την κοινωνική επιστήμη μια αντικειμενική ανάλυση της θέσης κάθε τάξης μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, σε σύνδεση με την ανάλυση των όρων ανάπτυξης κάθε τάξης:

    «Απ’ όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη πραγματικά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται και εξαφανίζονται με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας· αντίθετα, το προλεταριάτο είναι το δικό της προϊόν. Οι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για να σώσουν την ύπαρξη τους από τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς, δεν είναι επαναστατικές, αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές: προσπαθούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Και όταν είναι επαναστατικές, αυτό γίνεται εφόσον βρίσκονται μπροστά στο επικείμενο πέρασμα τους στις γραμμές του προλεταριάτου, εφόσον υπερασπίζουν όχι τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εφόσον εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου». Σε μια σειρά ιστορικά έργα (βλ. τη Βιβλιογραφία) ο Μαρξ έδοσε λαμπρά και βαθυστόχαστα πρότυπα υλιστικής ιστοριογραφίας, ανάλυσης της θέσης κάθε τάξης χωριστά και κάποτε των διαφόρων ομάδων ή στρωμάτων μέσα στην τάξη, δείχνοντας εξόφθαλμα γιατί και πώς «κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική».

    Το απόσπασμα που παραθέσαμε δείχνει παραστατικά πόσο σύνθετο είναι το δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων και των μεταβατικών βαθμίδων από τη μια τάξη στην άλλη, από το παρελθόν στο μέλλον, που αναλύει ο Μαρξ για να υπολογίσει τη συνισταμένη της ιστορικής εξέλιξης. Η πιο βαθιά, ολόπλευρη και λεπτομερειακή επιβεβαίωση και εφαρμογή της θεωρίας του Μαρξ είναι η οικονομική του διδασκαλία.

    Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

    Τελικός σκοπός του έργου μου –λέει ο Μαρξ στον πρόλογο του Κεφαλαίου– είναι η ανακάλυψη του οικονομικού νόμου κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας, δηλαδή της καπιταλιστικής, της αστικής κοινωνίας. Η έρευνα των σχέσεων παραγωγής της δοσμένης, ιστορικά καθορισμένης, κοινωνίας στη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή τους –αυτό είναι το περιεχόμενο της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ. Στην καπιταλιστική κοινωνία κυριαρχεί η παραγωγή εμπορευμάτων, γι’ αυτό και ο Μαρξ αρχίζει την ανάλυση του από την ανάλυση του εμπορεύματος.

    Η Αξία

    Το εμπόρευμα είναι, πρώτο, ένα πράγμα που ικανοποιεί οποιαδήποτε ανθρώπινη ανάγκη· είναι, δεύτερο, ένα πράγμα που ανταλλάσσεται με άλλο πράγμα. Η ωφελιμότητα ενός πράγματος το κάνει αξία χρήσης. Η ανταλλακτική αξία (η απλώς αξία) είναι πριν απ’ όλα μια σχέση, είναι η αναλογία που ορισμένος αριθμός από αξίες χρήσης ενός είδους ανταλλάσσεται με ορισμένο αριθμό από αξίες χρήσης άλλου είδους. Η καθημερινή πείρα μάς δείχνει ότι εκατομμύρια και δισεκατομμύρια τέτοιες ανταλλαγές εξισώνουν συνεχώς κάθε λογής αξίες χρήσης, ακόμη και τις πιο διαφορετικές και μη συγκρίσιμες μεταξύ τους.

    Τί το κοινό υπάρχει λοιπόν ανάμεσα σ’ αυτά τα διαφορετικά πράγματα, που εξισώνονται συνεχώς το ένα με το άλλο μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων; Το κοινό που υπάρχει ανάμεσα τους είναι ότι αποτελούν προϊόντα εργασίας. Ανταλλάσσοντας οι άνθρωποι τα προϊόντα εξισώνουν τα πιο διαφορετικά είδη εργασίας. Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων, όπου ο κάθε παραγωγός χωριστά δημιουργεί λογής-λογής προϊόντα (κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας) και όλα αυτά τα προϊόντα εξισώνονται το ένα με τ’ άλλο κατά την ανταλλαγή. Συνεπώς, το κοινό που υπάρχει σε όλα τα εμπορεύματα δεν είναι η συγκεκριμένη εργασία ενός ορισμένου κλάδου παραγωγής, δεν είναι η εργασία ενός ορισμένου είδους, αλλά η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, η ανθρώπινη εργασία γενικά. Όλη η εργατική δύναμη μιας δοσμένης κοινωνίας, που εκφράζεται στο άθροισμα των άξιών όλων των εμπορευμάτων, είναι μια και η ίδια ανθρώπινη εργατική δύναμη: αυτό το αποδείχνουν δισεκατομμύρια ανταλλαγές.

    Συνεπώς, κάθε χωριστό εμπόρευμα δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα ορισμένο μέρος του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Το μέγεθος της αξίας καθορίζεται από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας ή από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή ενός δοσμένου εμπορεύματος, μιας δοσμένης αξίας χρήσης. Εξισώνοντας στην ανταλλαγή το ένα με το άλλο τα διαφορετικά προϊόντα τους οι άνθρωποι εξισώνουν μεταξύ τους τις διάφορες εργασίες τους. Αυτό δεν το ξέρουν, μα το κάνουν. Η αξία είναι σχέση ανάμεσα σε δυο πρόσωπα, όπως είπε ένας παλιός οικονομολόγος.

    Θα έπρεπε μόνο να προσθέσει: σχέση καλυμμένη μ’ ένα υλικό περίβλημα. Μόνο από την άποψη του συστήματος των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων ενός καθορισμένου ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού και μάλιστα των σχέσεων οι οποίες εκδηλώνονται στο μαζικό φαινόμενο της ανταλλαγής που επαναλαβαίνεται δισεκατομμύρια φορές, μπορεί να καταλάβει κανείς τί είναι η αξία. «Σαν αξίες, τα εμπορεύματα είναι μόνο καθορισμένη μάζα στερεοποιημένου χρόνου εργασίας».

    Ο Μαρξ, αφού αναλύει λεπτομερειακά το διπλό χαρακτήρα της εργασίας που είναι ενσαρκωμένη στα εμπορεύματα, περνά στην ανάλυση της μορφής της αξίας και του χρήματος. Το βασικό καθήκον του Μαρξ εδώ είναι να μελετήσει την προέλευση της χρηματικής μορφής της αξίας, να μελετήσει το ιστορικό προτσές της εξέλιξης της ανταλλαγής, αρχίζοντας από τις μεμονωμένες, τυχαίες πράξεις ανταλλαγής («απλή, μεμονωμένη η τυχαία μορφή της αξίας»: ορισμένη ποσότητα ενός εμπορεύματος ανταλλάσσεται με ορισμένη ποσότητα ενός άλλου εμπορεύματος), ως τη γενική μορφή της αξίας, όπου μια σειρά διαφορετικά εμπορεύματα ανταλλάσσονται με ένα μόνο και καθορισμένο εμπόρευμα και ως τη χρηματική μορφή της αξίας, όπου το καθορισμένο αυτό εμπόρευμα, το γενικό ισοδύναμο, είναι ο χρυσός.

    Το χρήμα, σαν το ανώτατο προϊόν εξέλιξης της ανταλλαγής και της εμπορευματικής παραγωγής, συγκαλύπτει, σκεπάζει τον κοινωνικό χαρακτήρα των ατομικών εργασιών, την κοινωνική σύνδεση ανάμεσα στους χωριστούς παραγωγούς που ενώνονται μέσω της αγοράς. Ο Μαρξ υποβάλλει σε εξαιρετικά λεπτομερειακή ανάλυση τις διάφορες λειτουργίες του χρήματος κι’ εδώ (όπως και γενικά στα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου) έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι η αφηρημένη μορφή έκθεσης του θέματος, που καμιά φορά φαίνεται καθαρά απαγωγική, στην πραγματικότητα αναφέρει ένα τεράστιο υλικό γεγονότων από την ιστορία της εξέλιξης της ανταλλαγής και της εμπορευματικής παραγωγής.

    «Το χρήμα προϋποθέτει ένα ορισμένο βαθμό ανάπτυξης της εμπορευματικής ανταλλαγής. Οι διάφορες μορφές του χρήματος –απλό εμπορευματικό ισοδύναμο ή μέσο κυκλοφορίας ή μέσο πληρωμής, θησαυρός και παγκόσμιο χρήμα– δείχνουν, ανάλογα με τη διαφορετική έκταση της εφαρμογής της μιας ή της άλλης λειτουργίας, ανάλογα με τη σχετική επικράτηση μιας απ’ αυτές, πολύ διαφορετικές βαθμίδες του κοινωνικού προτσές της παραγωγής», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι).

    Η Υπεραξία

    Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής το χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Ο τύπος της εμπορευματικής κυκλοφορίας ήταν: Ε (εμπόρευμα) – Χ (χρήμα) – Ε (εμπόρευμα), δηλαδή πώληση ενός εμπορεύματος για την αγορά άλλου. Αντίθετα, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου είναι Χ – Ε – Χ, δηλαδή αγορά για πώληση (με κέρδος). Υπεραξία ονομάζει ο Μαρξ αυτή την αύξηση της αρχικής αξίας του χρήματος που μπαίνει στην κυκλοφορία. Το γεγονός της «αύξησης» αυτής του χρήματος στην καπιταλιστική κυκλοφορία είναι πασίγνωστο. Αυτή ακριβώς η «αύξηση» μετατρέπει το χρήμα σε κεφάλαιο, που είναι μια ιδιαίτερη, ιστορικά καθορισμένη, κοινωνική σχέση παραγωγής. Η υπεραξία δεν μπορεί να γεννηθεί από την εμπορευματική κυκλοφορία, γιατί η τελευταία ξέρει μόνο την ανταλλαγή ισοδύναμων, δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε και από την προσαύξηση της τιμής, γιατί οι αμοιβαίες ζημιές και κέρδη αγοραστών και πωλητών θα ισοφαρίζονταν, εδώ όμως πρόκειται ακριβώς για ένα μαζικό, μέσο, κοινωνικό φαινόμενο και όχι για ένα φαινόμενο ατομικό. Για να αποκτήσει υπεραξία, «ο κάτοχος χρημάτων πρέπει να βρει στην αγορά ένα εμπόρευμα, που η ίδια η αξία χρήσης του θα έχει το ιδιόμορφο γνώρισμα να είναι πηγή αξίας», ένα εμπόρευμα που το προτσές της χρήσης του να είναι ταυτόχρονα και προτσές δημιουργίας αξίας. Ένα τέτοιο εμπόρευμα υπάρχει. Είναι η εργατική δύναμη του άνθρωπου. Η χρήση της εργατικής δύναμης είναι η εργασία, μα η εργασία δημιουργεί αξία. Ο κάτοχος χρήματος αγοράζει την εργατική δύναμη στην αξία της, που καθορίζεται όπως και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή της (δηλαδή από την αξία της συντήρησης του εργάτη και της οικογένειας του). Αφού αγόρασε την εργατική δύναμη, ο κάτοχος χρήματος έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση της, δηλαδή να αναγκάσει τον εργάτη να δουλέψει ολόκληρη μέρα, ας πούμε 12 ώρες. Όμως ο εργάτης μέσα σε 6 ώρες («αναγκαίος» χρόνος εργασίας) δημιουργεί προϊόν που καλύπτει τα έξοδα συντήρησης του, ενώ στις υπόλοιπες 6 ώρες («πρόσθετος» χρόνος εργασίας) δημιουργεί ένα «υπερπροϊόν» ή την υπεραξία που δεν του την πληρώνει ο καπιταλιστής. Συνεπώς, από την άποψη του προτσές παραγωγής, πρέπει να διακρίνουμε δυο μέρη στο κεφάλαιο: το σταθερό κεφάλαιο, που ξοδεύεται για τα μέσα παραγωγής (μηχανές εργαλεία δουλειάς, πρώτες ύλες κτλ.) και που η αξία του περνά (μονομιάς είτε τμηματικά) χωρίς αλλαγές στο έτοιμο προϊόν, και το μεταβλητό κεφάλαιο που ξοδεύεται για την εργατική δύναμη. Η αξία αυτού του κεφαλαίου δεν μένει αμετάβλητη, αλλά αυξάνει μέσα στο προτσές εργασίας, δημιουργώντας την υπεραξία. Γι’ αυτό, για να εκφράσουμε το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, πρέπει να συγκρίνουμε την υπεραξία όχι με όλο το κεφάλαιο, αλλά μόνο με το μεταβλητό κεφάλαιο. Το ποσοστό της υπεραξίας, όπως ονομάζει ο Μαρξ αυτή τη σχέση, θα είναι λ.χ. στο παράδειγμα μας 6 προς 6, δηλαδή 100%.

    Ιστορική προϋπόθεση για τη γέννηση του κεφαλαίου είναι, πρώτο, η συσσώρευση ενός ορισμένου χρηματικού πόσου στα χέρια μερικών ατόμων σε συνθήκες ενός σχετικά υψηλού επιπέδου ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής γενικά και δεύτερο, η ύπαρξη εργάτη «ελεύθερου» με διπλή έννοια, ελεύθερου από κάθε λογής εμπόδια ή περιορισμούς στην πώληση της εργατικής του δύναμης και ελεύθερου από τη γη και γενικά από τα μέσα παραγωγής, εργάτη χωρίς νοικοκυριό, εργάτη «προλετάριου», που δεν έχει άλλα μέσα ύπαρξης εκτός από την πώληση της εργατικής του δύναμης.

    Η υπεραξία μπορεί να αυξηθεί με δυο βασικές μεθόδους: με την παράταση της εργάσιμης μέρας («απόλυτη υπεραξία») και με τον περιορισμό της αναγκαίας εργάσιμης μέρας («σχετική υπεραξία»). Αναλύοντας την πρώτη μέθοδο, ο Μαρξ ξετυλίγει μπροστά μας μια μεγαλειώδη εικόνα της πάλης της εργατικής τάξης για τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας και της επέμβασης της κρατικής εξουσίας υπέρ της παράτασης της εργάσιμης μέρας (14ος – 17ος αιώνας) και του περιορισμού της (εργοστασιακή νομοθεσία του 19ου αιώνα). Από τότε που είδε το φως Το Κεφάλαιο, η ιστορία του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου έδοσε χιλιάδες και χιλιάδες νέα γεγονότα που κάνουν πιο παραστατική αυτή την εικόνα.

    Ο Μαρξ, αναλύοντας την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας, ερευνά τα τρία βασικά ιστορικά στάδια αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας από τον καπιταλισμό: 1) τον απλό συνεταιρισμό, 2) τον καταμερισμό της εργασίας και τη μανιφατούρα και 3) τις μηχανές και τη μεγάλη βιομηχανία. Ως ποιο σημείο αποκαλύπτει ως το βάθος ο Μαρξ τα βασικά, τα τυπικά γνωρίσματα της εξέλιξης του καπιταλισμού, φαίνεται, ανάμεσα στ’ άλλα, κι’ από το γεγονός ότι οι έρευνες του πάνω στη λεγόμενη ρωσική «χειροτεχνική» βιομηχανία δίνουν πλουσιότατο υλικό για την παραστατική περιγραφή των δυο πρώτων από τα τρία παραπάνω στάδια. Η επαναστατική επίδραση όμως της μεγάλης μηχανοκίνητης βιομηχανίας, που την περιέγραψε ο Μαρξ στα 1867, εκδηλώθηκε μέσα στο μισό αιώνα που πέρασε από τότε σε μια σειρά νέες χώρες (Ρωσία, Ιαπωνία κ.ά.).

    Παρακάτω. Εξαιρετικά σπουδαία και νέα είναι στο έργο του Μαρξ η ανάλυση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή της μετατροπής ενός μέρους της υπεραξίας σε κεφάλαιο και της χρησιμοποίησης αυτού του μέρους όχι για τις ατομικές ανάγκες και τις ιδιοτροπίες του καπιταλιστή, αλλά για νέα παραγωγή. Ο Μαρξ έδειξε το λάθος όλης της προηγούμενης κλασικής πολιτικής οικονομίας (αρχίζοντας από τον Άνταμ Σμιθ) που είχε δεχτεί ότι όλη η υπεραξία, μετατρεπόμενη σε κεφάλαιο, πηγαίνει στο μεταβλητό κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα όμως η υπεραξία αυτή διαιρείται σε μέσα παραγωγής συν μεταβλητό κεφάλαιο. Τεράστια σημασία στο προτσές της εξέλιξης του καπιταλισμού και της μετατροπής του σε σοσιαλισμό έχει το γεγονός ότι το μέρος του σταθερού κεφαλαίου (μέσα στο συνολικό ποσό του κεφαλαίου) αυξάνει πιο γοργά σε σύγκριση με το μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου.

    Η συσσώρευση του κεφαλαίου, επιταχύνοντας την εκτόπιση των εργατών από τις μηχανές και δημιουργώντας στον ένα πόλο πλούτη και στον άλλο αθλιότητα, γεννά και το λεγόμενο «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό», το «σχετικό πλεόνασμα» εργατών ή τον «καπιταλιστικό υπερπληθυσμό», που παίρνει εξαιρετικά ποικίλες μορφές και δίνει στο κεφάλαιο τη δυνατότητα να διευρύνει εξαιρετικά γρήγορα την παραγωγή. Η δυνατότητα αυτή σε σύνδεση με τις πιστώσεις και τη συσσώρευση του κεφαλαίου σε μέσα παραγωγής δίνει, ανάμεσα στ’ άλλα, το κλειδί για την κατανόηση των κρίσεων υπερπαραγωγής, που στις καπιταλιστικές χώρες επέρχονται περιοδικά, στην αρχή κάθε 10 χρόνια κατά μέσο όρο και έπειτα σε πιο μακρόχρονα και λιγότερο καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Από τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που γίνεται πάνω στη βάση του καπιταλισμού, πρέπει να ξεχωρίσουμε τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση, δηλ. τη βίαιη απόσπαση του εργαζόμενου από τα μέσα παραγωγής, το διώξιμο των αγροτών από τη γη, την κλοπή της κοινοτικής γης, το σύστημα των αποικιών και των κρατικών χρεών, των προστατευτικών δασμών κτλ. Η «πρωταρχική συσσώρευση» δημιουργεί στον ένα πόλο τον «ελεύθερο» προλετάριο και στον άλλο τον κάτοχο χρήματος, τον καπιταλιστή.

    Την «ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης» ο Μαρξ την χαρακτηρίζει με τα παρακάτω βαρυσήμαντα λόγια: «Η απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών συντελείται με τον πιο αμείλικτο βανδαλισμό και με κίνητρο τα πιο άνομα, τα πιο βρομερά, τα πιο μικροπρεπή μισητά πάθη. Η ατομική ιδιοκτησία, που αποκτήθηκε με τη δουλειά του ιδιοκτήτη» (του αγρότη και του βιοτέχνη) και «που στηρίζεται, μπορεί να πει κανείς, στη σύμφυση του χωριστού ανεξάρτητου εργαζόμενου ατόμου με τους όρους της δουλειάς του, εκτοπίζεται από την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ξένης, μα τυπικά ελεύθερης εργασίας… Εκείνος που πρέπει να απαλλοτριωθεί τώρα δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο καπιταλιστής που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες. Αυτή η απαλλοτρίωση συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Ο κάθε καπιταλιστής ξεκάνει πολλούς άλλους καπιταλιστές. Χέρι με χέρι μ’ αυτή τη συγκεντροποίηση ή με την απαλλοτρίωση πολλών καπιταλιστών από λίγους αναπτύσσεται, σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα, η συνεργατική μορφή του προτσές εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας τέτοια, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από κοινού, η πραγματοποίηση οικονομιών σε όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίηση τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης κοινωνικής εργασίας, το μπλέξιμο όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ’ αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του καπιταλιστικού καθεστώτος. Παράλληλα με τη συνεχή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, μεγαλώνει ο όγκος της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά μαζί μεγαλώνει και η αγανάκτηση της εργατικής τάξης που διδάσκεται, συνενώνεται και οργανώνεται από τον ίδιο το μηχανισμό του προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ’ αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε σημείο που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με το καπιταλιστικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι).

    Εξαιρετικά σημαντική και νέα είναι σε συνέχεια η ανάλυση της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολο του, που δίνει ο Μαρξ στο II τόμο του Κεφαλαίου. Κι εδώ ο Μαρξ παίρνει όχι ένα ατομικό, μα ένα μαζικό φαινόμενο, όχι ένα πολλοστημόριο της οικονομίας της κοινωνίας, αλλά όλη αυτή την οικονομία στο σύνολο της. Διορθώνοντας το προαναφερόμενο λάθος των κλασικών, ο Μαρξ χωρίζει όλη την κοινωνική παραγωγή σε δυο μεγάλες υποδιαιρέσεις: Ι) παραγωγή μέσων παραγωγής και II) παραγωγή ειδών κατανάλωσης και εξετάζει λεπτομερειακά, με αριθμητικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί, την κυκλοφορία όλου του κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολο του, τόσο κατά την αναπαραγωγή με τις προηγούμενες διαστάσεις, όσο και κατά τη συσσώρευση. Στον III τόμο του Κεφαλαίου λύνεται το πρόβλημα του σχηματισμού του μέσου ποσοστού κέρδους με βάση το νόμο της αξίας. Μεγάλη πρόοδος που πραγματοποιήθηκε από την οικονομική επιστήμη χάρη στον Μαρξ είναι ότι η ανάλυση γίνεται απ’ τη σκοπιά μαζικών οικονομικών φαινομένων, του συνόλου της κοινωνικής οικονομίας και όχι απ’ τη σκοπιά ξεχωριστών περιπτώσεων ή της εξωτερικής όψης του συναγωνισμού, οπού περιορίζεται συχνά η χυδαία πολιτική οικονομία ή η σύγχρονη «θεωρία της οριακής ωφελιμότητας». Στην αρχή ο Μαρξ αναλύει την προέλευση της υπεραξίας και έπειτα περνάει πια στο χωρισμό της σε κέρδος, τόκο και γαιοπρόσοδο. Το κέρδος είναι η σχέση της υπεραξίας προς το σύνολο του κεφαλαίου που έχει τοποθετηθεί στην επιχείρηση. Ένα κεφάλαιο με «υψηλή οργανική σύνθεση» (δηλαδή με υπεροχή του σταθερού κεφαλαίου απέναντι στο μεταβλητό, σε κλίμακα ανώτερη από τον κοινωνικό μέσο όρο) δίνει ποσοστό κέρδους κάτω από το μέσο όρο. Ένα κεφάλαιο με «χαμηλή οργανική σύνθεση» δίνει ποσοστό κέρδους πάνω από το μέσο όρο. Ο συναγωνισμός ανάμεσα στα κεφάλαια, το ελεύθερο πέρασμα τους από τον ένα κλάδο στον άλλο, οδηγεί και στις δυο περιπτώσεις στο μέσο ποσοστό κέρδους. Το άθροισμα των αξιών όλων των εμπορευμάτων μιας ορισμένης κοινωνίας συμπίπτει με το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων, σε κάθε όμως επιχείρηση και σε κάθε κλάδο παραγωγής χωριστά τα εμπορεύματα, με την επίδραση του συναγωνισμού, δεν πωλούνται σύμφωνα με την αξία τους, αλλά σύμφωνα με τις τιμές παραγωγής (η παραγωγικές τιμές) που είναι ίσες με το κεφάλαιο που ξοδεύτηκε συν το μέσο κέρδος.

    Έτσι το πασίγνωστο και αδιαφιλονίκητο γεγονός της απόκλισης των τιμών από τις αξίες και της εξίσωσης των κερδών εξηγήθηκε πέρα για πέρα από τον Μαρξ με βάση το νόμο της αξίας, γιατί το άθροισμα των αξιών όλων των εμπορευμάτων συμπίπτει με το άθροισμα των τιμών. Η αναγωγή όμως της (κοινωνικής) αξίας σε (ατομικές) τιμές δεν γίνεται με τρόπο απλό και άμεσο, αλλά με πολύ πολύπλοκο τρόπο: είναι εντελώς φυσικό ότι σε μια κοινωνία σκόρπιων εμπορευματο-παραγωγών, που συνδέονται μόνο μέσω της αγοράς η νομοτέλεια δεν μπορεί να εκδηλώνεται παρά μόνο σαν μέση, κοινωνική, μαζική νομοτέλεια, με την αλληλοαπόσβεση των ατομικών αποκλίσεων προς τη μια ή την άλλη πλευρά.
    ……………………..
    ……………………..

  5. …………………..
    …………………..

    Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σημαίνει πιο γοργή αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με το μεταβλητό. Και επειδή η υπεραξία αποτελεί συνάρτηση μόνο του μεταβλητού κεφαλαίου, είναι ευνόητο ότι το ποσοστό κέρδους (η σχέση της υπεραξίας προς όλο το κεφάλαιο και όχι μόνο προς το μεταβλητό του μέρος) έχει τάση προς πτώση. Ο Μαρξ αναλύει λεπτομερειακά αύτη την τάση και μια σειρά περιστατικά που την καλύπτουν ή που αντιδρούν σ’ αυτήν. Χωρίς να σταθούμε στην ανάλυση των εξαιρετικά ενδιαφερόντων κεφαλαίων του III τόμου, που είναι αφιερωμένα στο τοκογλυφικό, στο εμπορικό και στο χρηματικό κεφάλαιο, θα περάσουμε στο πιο βασικό: στη θεωρία της γαιοπροσόδου. Επειδή η επιφάνεια της γης στις καπιταλιστικές χώρες κατέχεται όλη από χωριστούς ιδιοκτήτες και είναι περιορισμένη, η τιμή παραγωγής των γεωργικών προϊόντων καθορίζεται από τα έξοδα παραγωγής όχι στο μέσο έδαφος, αλλά στο χειρότερο έδαφος, όχι με βάση τις μέσες συνθήκες, αλλά με βάση τις χειρότερες συνθήκες που τα προϊόντα μεταφέρονται στην αγορά. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτή την τιμή και την τιμή παραγωγής στα καλύτερα εδάφη (ή τα εδάφη με τις καλύτερες συνθήκες) δίνει τη διαφορική γαιοπρόσοδο. Ο Μαρξ, αναλύοντάς την λεπτομερειακά, δείχνοντας ότι προέρχεται από τη διαφορά της γονιμότητας των διαφόρων κομματιών γης και από τη διαφορά στο μέγεθος των κεφαλαίων που τοποθετούνται στη γη, ξεσκέπασε πέρα για πέρα (βλ. και τις «Θεωρίες της υπεραξίας», όπου αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα η κριτική για τον Ρόντμπερτους) το λάθος του Ρικάρντο, που υποστηρίζει ότι τάχα η διαφορική γαιοπρόσοδος προκύπτει μόνο κατά το διαδοχικό πέρασμα από τα καλύτερα εδάφη στα χειρότερα. Αντίθετα, συμβαίνουν και αντίστροφα περάσματα, συμβαίνει εδάφη μιας ορισμένης κατηγορίας να μετατρέπονται σε εδάφη άλλης κατηγορίας (χάρη στην πρόοδο της αγροτεχνικής, χάρη στην ανάπτυξη των πόλεων κτλ.) και ο περιβόητος «νόμος της φθίνουσας γονιμότητας του εδάφους» αποτελεί μεγάλο λάθος, αποτελεί προσπάθεια να ρίξει κανείς στη Φύση τις ελλείψεις, τους περιορισμούς και τις αντιθέσεις του καπιταλισμού. Έπειτα, η ισότητα του κέρδους σ’ όλους τους κλάδους της βιομηχανίας και γενικά της εθνικής οικονομίας προϋποθέτει πλήρη ελευθερία συναγωνισμού, ελευθερία μετακίνησης του κεφαλαίου από τον ένα κλάδο στον άλλο. Η ατομική όμως ιδιοκτησία γης δημιουργεί ένα μονοπώλιο, ένα εμπόδιο γι’ αυτή την ελεύθερη μετακίνηση. Εξαιτίας αυτού του μονοπωλίου τα προϊόντα της αγροτικής οικονομίας, που χαρακτηρίζεται για πιο χαμηλή σύνθεση του κεφαλαίου και συνεπώς για ατομικά ανώτερο ποσοστό κέρδους, δεν πηγαίνουν στο εντελώς ελεύθερο προτσές της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους· ο ιδιοκτήτης της γης, σαν μονοπωλητής, αποκτά τη δυνατότητα να κρατήσει την τιμή πάνω από το μέσο όρο και αυτή η μονοπωλιακή τιμή δημιουργεί την απόλυτη γαιοπρόσοδο. Η διαφορική γαιοπρόσοδος δεν μπορεί να εξαλειφθεί όσο θα υπάρχει ο καπιταλισμός, ενώ η απόλυτη γαιοπρόσοδος μπορεί –λ.χ. με την εθνικοποίηση της γης, με το πέρασμα της σε ιδιοκτησία του κράτους. Ένα τέτοιο πέρασμα θα σήμαινε εξάλειψη του μονοπωλίου των ατομικών ιδιοκτησιών, θα σήμαινε πιο συνεπή και πιο ολοκληρωτική πραγματοποίηση της ελευθερίας συναγωνισμού στη γεωργία. Και γι’ αυτό οι ριζοσπάστες αστοί, τονίζει ο Μαρξ, διατύπωσαν επανειλημμένα στην ιστορία αυτό το προοδευτικό αστικό αίτημα της εθνικοποίησης της γης, που ωστόσο τρομάζει την πλειοψηφία της αστικής τάξης, γιατί «θίγει» καίρια και ένα άλλο μονοπώλιο, που στις μέρες μας είναι εξαιρετικά σπουδαίο και «ευαίσθητο»: το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής γενικά. (Με θαυμάσιο εκλαϊκευτικό, συνοπτικό και σαφή τρόπο εκθέτει ο ίδιος ο Μαρξ τη θεωρία του για το μέσο κέρδος του κεφαλαίου και για την απόλυτη γαιοπρόσοδο στο γράμμα του προς τον Έγκελς της 2 του Αυγούστου 1862. Βλ. «Αλληλογραφία», τόμ. III, σελ. 77-81. Σύγκρινε επίσης στο ίδιο μέρος το γράμμα της 9 του Αύγουστου 1862, σελ. 86-87). –Σχετικά με την ιστορία της γαιοπροσόδου έχει επίσης σημασία να τονίσουμε την ανάλυση του Μαρξ, που δείχνει τη μετατροπή της γαιοπροσόδου που ξεπληρώνεται με εργασία (όταν ο αγρότης με τη δουλιά του στη γη του τσιφλικά δημιουργεί υπερπροϊόν) σε γαιοπρόσοδο σε προϊόντα ή σε είδος (όταν ο αγρότης παράγει στη δική του γη το υπερπροϊόν και το δίνει στον τσιφλικά από «εξωοικονομικό εξαναγκασμό») και έπειτα σε γαιοπρόσοδο σε χρήμα (είναι η ίδια η γαιοπρόσοδος σε είδος που μετατράπηκε σε χρήμα –τα «δοσίματα» της παλιάς Ρωσίας– σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής) και, τέλος, σε καπιταλιστική γαιοπρόσοδο, όταν στη θέση του αγρότη εμφανίζεται ο επιχειρηματίας στη γεωργία, που καλλιεργεί τη γη, χρησιμοποιώντας μισθωτή εργασία. Σε σχέση μ’ αυτή την ανάλυση της γέννησης της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου πρέπει να τονιστούν μια σειρά βαθιές (και εξαιρετικά σπουδαίες για καθυστερημένες χώρες σαν την Ρωσία) σκέψεις του Μαρξ για την εξέλιξη του καπιταλισμού στη γεωργία. «Ο σχηματισμός μιας τάξης ακτημόνων μεροκαματιάρηδων, που μισθώνονται με χρήμα, δεν συνοδεύει μόνο αναπόφευκτα τη μετατροπή της γαιοπροσόδου σε είδος σε γαιοπρόσοδο σε χρήμα, αλλά και προηγείται απ’ αύτη τη μετατροπή. Γι’ αυτό στην περίοδο της γέννησης αυτής της τάξης, όταν η νέα αύτη τάξη δεν εμφανίζεται ακόμη παρά μόνο σποραδικά, αναπτύσσεται φυσιολογικά στους πιο ευκατάστατους αγρότες, που είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν δοσίματα, η συνήθεια να εκμεταλλεύονται για λογαριασμό τους μισθωτούς εργάτες γης, έτσι ακριβώς όπως στα χρόνια της φεουδαρχίας οι εύποροι δουλοπάροικοι αγρότες κρατούσαν οι ίδιοι με τη σειρά τους δουλοπάροικους. Οι αγρότες αυτοί αποκτούν έτσι βαθμιαία τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν κάποια περιουσία και να μετατρέπονται οι ίδιοι σε μελλοντικούς καπιταλιστές. Συνεπώς, μέσα στους παλιούς ιδιοκτήτες γης, που δουλεύουν οι ίδιοι τη γη, δημιουργείται ένα φυτώριο καπιταλιστών ενοικιαστών γης, που η ανάπτυξη τους καθορίζεται από τη γενική ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής έξω από την αγροτική οικονομία», (Το Κεφάλαιο, τόμ. III/2, σελ. 332)… «Η απαλλοτρίωση και το διώξιμο από το χωριό ενός μέρους του αγροτικού πληθυσμού δεν απελευθερώνει μόνο μαζί με τους εργάτες τα μέσα συντήρησης τους για το βιομηχανικό κεφάλαιο, αλλά δημιουργεί και την εσωτερική αγορά», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι /2, σελ. 778). Η εξαθλίωση και η καταστροφή του αγροτικού πληθυσμού παίζει με τη σειρά της ρόλο στη δημιουργία του εφεδρικού στρατού εργασίας για το κεφάλαιο. Σε κάθε καπιταλιστική χώρα «ένα μέρος του αγροτικού πληθυσμού γι’ αυτό το λόγο είναι συνεχώς έτοιμο να μεταπηδήσει στο προλεταριάτο της πόλης, δηλαδή της μανιφατούρας (μανιφατούρα εδώ εννοεί κάθε κλάδο όχι αγροτικό). Αυτή η πηγή του σχετικού υπερπληθυσμού αναβλύζει συνεχώς… Τον εργάτη γης τον κατεβάζουν συνεπώς στο κατώτερο επίπεδο μεροκάματου και βρίσκεται πάντα με το ένα του πόδι στο βάλτο του παουπερισμού», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι /2, σελ. 668). Η ατομική ιδιοκτησία του αγρότη πάνω στη γη που καλλιεργεί είναι η βάση της μικρής παραγωγής και η προϋπόθεση για την άνθηση της, για να πάρει την κλασική μορφή της. Αυτή όμως η μικρή παραγωγή συμβιβάζεται μόνο με τα στενά πρωτόγονα πλαίσια της παραγωγής και της κοινωνίας. Στον καπιταλισμό «η εκμετάλλευση των αγροτών διαφέρει από την εκμετάλλευση του βιομηχανικού προλεταριάτου μόνο κατά τη μορφή. Ο εκμεταλλευτής είναι ο ίδιος: το κεφάλαιο. Ο κάθε καπιταλιστής χωριστά εκμεταλλεύεται τον κάθε αγρότη με τις υποθήκες και την τοκογλυφία. Η τάξη των καπιταλιστών εκμεταλλεύεται την τάξη των αγροτών με τους κρατικούς φόρους», (Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία). «Ο μικρός κλήρος του αγρότη είναι μόνο το πρόσχημα, που επιτρέπει στον καπιταλιστή να βγάζει από τη γη κέρδος, τόκο και γαιοπρόσοδο, ενώ αφήνει τον ίδιο το γεωργό να κοιτάξει πώς θα μπορέσει να βγάλει το μεροκάματο του» (18η Μπριμέρ). Συνήθως ο αγρότης παραχωρεί ακόμη και στην καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή στην τάξη των καπιταλιστών, ένα μέρος από το μεροκάματο του, κατρακυλώντας «στο επίπεδο του ιρλανδού ενοικιαστή γης –κι όλα αυτά με το πρόσχημα ότι είναι ατομικός ιδιοκτήτης», (Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία). Πού βρίσκεται «μια από τις αιτίες του ότι στις χώρες όπου είναι κυρίαρχη η μικρή ιδιοκτησία των αγροτών στη γη, η τιμή του σταριού είναι χαμηλότερη απ’ ό,τι στις χώρες με καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής»; (Το Κεφάλαιο, τόμ. III/2, σελ. 340). Βρίσκεται στο ότι ο αγρότης παραχωρεί δωρεάν στην κοινωνία (δηλαδή στην τάξη των καπιταλιστών) ένα μέρος του υπερπροϊόντος. «Συνεπώς, αυτή η χαμηλή τιμή (του σταριού και των άλλων γεωργικών προϊόντων) είναι αποτέλεσμα της φτώχειας των παραγωγών και σε καμιά περίπτωση δεν είναι αποτέλεσμα της παραγωγικότητας της εργασίας τους», (Το Κεφάλαιο, τόμ. III/2, σελ. 340). Η μικρή ιδιοκτησία της γης, κανονική μορφή της μικρής παραγωγής, ξεπέφτει στον καπιταλισμό, καταστρέφεται και εξαφανίζεται. «Η μικρή ιδιοκτησία της γης από την ίδια τη φύση της αποκλείει: την ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, τις κοινωνικές μορφές εργασίας, την κοινωνική συγκεντροποίηση των κεφαλαίων, την κτηνοτροφία σε μεγάλη κλίμακα, την προοδευτική εφαρμογή της επιστήμης. Η τοκογλυφία και το φορολογικό σύστημα οδηγούν παντού αναπόφευκτα στην εξαθλίωση της. Η διάθεση κεφαλαίων για την αγορά γης αφαιρεί αυτά τα κεφάλαια από την καλλιέργεια. Ατέλειωτο κομμάτιασμα των μέσων παραγωγής και χωρισμός των ίδιων των παραγωγών· του ενός από τον άλλον». (Οι συνεταιρισμοί, δηλαδή οι ενώσεις των μικροαγροτών, αν και παίζουν προοδευτικό αστικό ρόλο, εξαιρετικά μεγάλο, το μόνο που κάνουν είναι ότι εξασθενίζουν αυτή την τάση, χωρίς να την εξαλείφουν. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι συνεταιρισμοί αυτοί δίνουν πολλά στους εύπορους αγρότες και πολύ λίγα, σχεδόν τίποτε, στη μάζα της φτωχολογιάς και έπειτα οι ενώσεις γίνονται οι ίδιες εκμεταλλευτές μισθωτής εργασίας). «Τεράστια διασπάθιση ανθρώπινων δυνάμεων. Προοδευτική χειροτέρευση των ορών παραγωγής και αύξηση της τιμής των μέσων παραγωγής είναι αναγκαίος νόμος της κομματιασμένης (μικρής) ιδιοκτησίας». Ο καπιταλισμός και στη γεωργία, όπως και στη βιομηχανία, μεταμορφώνει το προτσές παραγωγής μόνο με αντίτιμο το «μαρτυρολόγιο των παραγωγών». «Η διασπορά των εργατών γης σε μεγάλες εκτάσεις σπάει τη δύναμη αντίστασης τους, ενώ η συγκέντρωση των εργατών της πόλης μεγαλώνει αυτή τη δύναμη. Στη σύγχρονη, την καπιταλιστική γεωργία, όπως και στη σύγχρονη βιομηχανία, το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η μεγαλύτερη ευκινησία της εξαγοράζονται με την καταστροφή και την εξάντληση της ίδιας της εργατικής δύναμης. Έκτος απ’ αυτό, κάθε πρόοδος της καπιταλιστικής γεωργίας δεν είναι μόνο πρόοδος στην τέχνη της καταλήστευσης του εργάτη, αλλά και στην τέχνη της ληστρικής εκμετάλλευσης του εδάφους… Συνεπώς, η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές κάθε πλούτου: τη γη και τον εργάτη», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, τέλος του 13ου κεφαλαίου).

    Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

    Απ’ όσα ειπώθηκαν είναι φανερό ότι ο Μαρξ βγάζει το συμπέρασμα πως είναι αναπόφευκτη η μετατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική ολοκληρωτικά και αποκλειστικά από τον οικονομικό νόμο κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας. Η κοινωνικοποίηση της εργασίας, η οποία με χίλιες μορφές τραβάει μπροστά όλο και πιο γοργά και που στο μισό αιώνα που πέρασε από το θάνατο του Μαρξ εκδηλώνεται πολύ ανάγλυφα στην ανάπτυξη της μεγάλης παραγωγής, των καπιταλιστικών καρτέλ, συνδικάτων και τραστ, καθώς και στη γιγάντια αύξηση των διαστάσεων και της δύναμης του χρηματιστικού κεφαλαίου –αυτή είναι η κύρια υλική βάση για τον αναπόφευκτο ερχομό του σοσιαλισμού. Πνευματικός και ηθικός κινητήρας, φυσιολογικός εκτελεστής αυτής της μετατροπής είναι το προλεταριάτο, που διαπαιδαγωγείται από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ο αγώνας του ενάντια στην αστική τάξη, που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές όλο και πιο πλούσιες σε περιεχόμενο, γίνεται αναπότρεπτα αγώνας πολιτικός, ο οποίος αποβλέπει στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Η κοινωνικοποίηση της παραγωγής θα οδηγήσει αναπόφευκτα στο πέρασμα των μέσων παραγωγής στην ιδιοκτησία της κοινωνίας, στην απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών. Η τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ο περιορισμός της εργάσιμης ημέρας, η αντικατάσταση των υπολειμμάτων, των ερειπίων της μικρής, πρωτόγονης, κομματιασμένης παραγωγής με τη συλλογική τελειοποιημένη εργασία –να οι άμεσες συνέπειες αυτού του περάσματος. Ο καπιταλισμός κόβει οριστικά τη σύνδεση ανάμεσα στη γεωργία και τη βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως με την ανώτερη ανάπτυξή του προετοιμάζει νέα στοιχεία αυτής της σύνδεσης, της συνένωσης της βιομηχανίας με τη γεωργία, με βάση τη συνειδητή χρησιμοποίηση της επιστήμης και του συνδυασμού της συλλογικής εργασίας, στοιχεία καινούργιας κατανομής του πληθυσμού (βάζοντας τέλος τόσο στην εγκατάλειψη του χωριού, στην απόσπασή του από τον κόσμο και την εξαγρίωση του, όσο και στην αντιφυσιολογική συσσώρευση τεράστιων μαζών στις μεγάλες πόλεις). Οι ανώτατες μορφές του σύγχρονου καπιταλισμού προετοιμάζουν μια νέα μορφή οικογένειας, νέες συνθήκες για τη θέση της γυναίκας και τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς: η γυναικεία και η παιδική εργασία, η αποσύνθεση της πατριαρχικής οικογένειας από τον καπιταλισμό παίρνουν αναπόφευκτα μέσα στη σύγχρονη κοινωνία τις πιο φρικτές, τις πιο ολέθριες και τις πιο αποκρουστικές μορφές. Παρ’ όλα αυτά η «μεγάλη βιομηχανία» –χάρη στον αποφασιστικό ρόλο που παραχωρεί στις γυναίκες, στους νέους και στα παιδιά και των δυο φύλων μέσα στο κοινωνικά-οργανωμένο προτσές παραγωγής, έξω από τη σφαίρα της οικογενειακής εστίας– δημιουργεί την καινούργια οικονομική βάση για μια ανώτερη μορφή οικογένειας και σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα. Φυσικά είναι εξίσου ανόητο να θεωρεί κανείς απόλυτη τη χριστιανο-γερμανική μορφή οικογένειας, όπως και την αρχαία ρωμαϊκή ή την αρχαία ελληνική ή την ανατολική μορφή που άλλωστε αποτελούν, η μια με την άλλη, μια ενιαία ιστορική σειρά εξέλιξης. Είναι ολοφάνερο ότι η συγκρότηση συνδυασμένου εργατικού προσωπικού από πρόσωπα και των δυο φύλων και των πιο διαφορετικών ηλικιών, μ’ όλο που έχει την πρωτόγονη, κτηνώδη καπιταλιστική μορφή, όπου ο εργάτης υπάρχει για το προτσές παραγωγής και όχι το προτσές παραγωγής για τον εργάτη και είναι χολεριασμένη πηγή αφανισμού και σκλαβιάς, αντίθετα, θα μετατραπεί αναπόφευκτα, κάτω από τις αντίστοιχες συνθήκες, σε πηγή ανθρωπιστικής εξέλιξης», (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, τέλος του 13ου κεφαλαίου). Το εργοστασιακό σύστημα μάς δείχνει το «έμβρυο της αγωγής του μέλλοντος, τότε που για όλα τα παιδιά πάνω από ορισμένη ηλικία η παραγωγική εργασία θα συνδυάζεται με τη διδασκαλία και τη γυμναστική, όχι μόνο σαν μέθοδος για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγής, αλλά και σαν μοναδική μέθοδος για την κατάρτιση ολόπλευρα αναπτυγμένων ανθρώπων», (στο ίδιο). Πάνω στην ίδια ιστορική βάση, όχι μόνο με την έννοια της απλής εξήγησης του παρελθόντος, αλλά και με την έννοια της άφοβης πρόβλεψης του μέλλοντος και της τολμηρής πρακτικής δράσης που αποβλέπει στην πραγματοποίηση αυτού του μέλλοντος, τοποθετεί ο σοσιαλισμός του Μαρξ και το εθνικό πρόβλημα μαζί με το πρόβλημα του κράτους. Τα έθνη είναι αναπόφευκτο προϊόν και αναπόφευκτη μορφή της αστικής εποχής της κοινωνικής εξέλιξης. Και η εργατική τάξη δεν μπορούσε να δυναμώσει, να ανδρωθεί, να σχηματιστεί χωρίς «να συγκροτηθεί στα πλαίσια του έθνους», χωρίς να είναι «εθνική» («αν και διόλου με την έννοια που το καταλαβαίνει αυτό η αστική τάξη»). Η ανάπτυξη όμως του καπιταλισμού σπάει ολοένα και περισσότερο τους εθνικούς φραγμούς, εκμηδενίζει την εθνική απομόνωση και βάζει στη θέση των εθνικών ανταγωνισμών τους ταξικούς. Γι’ αυτό στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι απόλυτα αληθινό ότι «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» και ότι «η συνένωση των προσπαθειών» των εργατών τουλάχιστον των πολιτισμένων χωρών «είναι ένας από τους πρώτους όρους της απελευθέρωσης του προλεταριάτου» (Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Το κράτος, η οργανωμένη αυτή βία, γεννήθηκε κατά τρόπο αναπόφευκτο σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης της κοινωνίας, τότε που η κοινωνία διασπάστηκε σε ανειρήνευτες τάξεις, τότε που δεν μπορούσε πια να υπάρχει χωρίς «εξουσία», που φαινομενικά ήταν πάνω από την κοινωνία και ως ένα ορισμένο σημείο είχε χωριστεί απ’ αυτήν. Το κράτος, που γεννιέται μέσα από τις ταξικές αντιθέσεις, γίνεται το «κράτος της πιο ισχυρής, της οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που μ’ αυτό γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη κι έτσι αποκτά νέα μέσα για την υποταγή και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης. Έτσι το αρχαίο κράτος ήταν πριν απ’ όλα κράτος των δουλοκτητών για την υποταγή των δούλων, όπως το φεουδαρχικό κράτος ήταν όργανο των ευγενών για την υποταγή των δουλοπάροικων αγροτών και το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών από τους καπιταλιστές», (Έγκελς: Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, όπου εκθέτει τις απόψεις τις δικές του και του Μαρξ). Ακόμη και η πιο ελεύθερη και προοδευτική μορφή αστικού κράτους, η λαοκρατική δημοκρατία, δεν παραμερίζει καθόλου αυτό το γεγονός, αλλά απλώς αλλάζει τη μορφή του (σύνδεση της κυβέρνησης με το χρηματιστήριο, εξαγορά –άμεση και έμμεση– των υπαλλήλων και του Τύπου κτλ.). Ο σοσιαλισμός, οδηγώντας στην εκμηδένιση των τάξεων, οδηγεί έτσι και στην εκμηδένιση του κράτους. «Η πρώτη πράξη –γράφει ο Έγκελς στο Αντιντίριγκ– με την οποία το κράτος εμφανίζεται πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας –απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής προς όφελος όλης της κοινωνίας– είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του, σαν κράτους. Η επέμβαση της κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται περιττή στον ένα τομέα υστέρα από τον άλλο και σβήνει μόνη της. Τη διακυβέρνηση των ανθρώπων την αντικαθιστά η διαχείριση των πραγμάτων και η διεύθυνση του προτσές παραγωγής. Το κράτος δεν «καταργείται», απονεκρώνεται». «Η κοινωνία που οργανώνει την παραγωγή πάνω στη βάση μιας ελεύθερης και ίσης ένωσης των παραγωγών, βάζει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί που είναι η θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο αδράχτι και το μπρούντζινο τσεκούρι», (Έγκελς: Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους).

    Τέλος, για τη στάση του σοσιαλισμού του Μαρξ απέναντι στο μικροαγρότη, που θα μείνει στην εποχή της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε τη δήλωση του Έγκελς που εκφράζει τις σκέψεις του Μαρξ: «Όταν θα κατακτήσουμε την κρατική εξουσία, δεν θα σκεφτούμε καν να απαλλοτριώσουμε με τη βία τους μικροαγρότες (αδιάφορο αν με αποζημίωση ή χωρίς αποζημίωση), όπως θα είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτό με τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Το καθήκον μας απέναντι στο μικροαγρότη είναι πριν απ’ όλα να περάσουμε το ατομικό νοικοκυριό του και την ατομική του ιδιοκτησία σε συνεταιριστική όχι με τη βία, αλλά με το παράδειγμα και την παροχή κοινωνικής βοήθειας γι’ αυτό το σκοπό. Και τότε θα έχουμε βέβαια αρκετά μέσα για να δείξουμε στο μικροαγρότη όλα τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου περάσματος, πλεονεκτήματα που από τώρα κιόλας πρέπει να του τα εξηγήσουμε (Έγκελς: Το Αγροτικό Ζήτημα στη Δύση, εκδόσεις Αλεξέγεβα, σελ. 17, η ρωσική μετάφραση περιέχει λάθη. Το πρωτότυπο στη «Neue Zeit»).

    Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

    Αφού ξεκαθάρισε ακόμη από το 1844-1845 μια από τις βασικές ανεπάρκειες του παλιού υλισμού, ότι δηλαδή ο υλισμός αυτός δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τους όρους και να εκτιμήσει τη σημασία της επαναστατικής πρακτικής δράσης, ο Μαρξ σ’ όλη τη ζωή του, παράλληλα με τις θεωρητικές του εργασίες, έστρεψε αμείωτη την προσοχή του στα ζητήματα τακτικής της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Τεράστιο υλικό δίνουν απ’ αυτή την άποψη όλα τα έργα του Μαρξ και ιδιαίτερα η τετράτομη αλληλογραφία του με τον Έγκελς, που εκδόθηκε το 1913. Το υλικό αυτό δεν συγκεντρώθηκε ακόμη ολόκληρο, δεν τακτοποιήθηκε, δεν μελετήθηκε και δεν δουλεύτηκε. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να περιοριστούμε μόνο σε πολύ γενικές και σύντομες παρατηρήσεις, υπογραμμίζοντας ότι ο Μαρξ με το δίκιο του θεωρούσε τον υλισμό, χωρίς αυτή του την πλευρά, μεσοβέζικο, μονόπλευρο, χωρίς ζωή. Ο Μαρξ καθόρισε το βασικό καθήκον της τακτικής του προλεταριάτου σε πλήρη συμφωνία με όλες τις αφετηριακές αρχές της υλιστικής-διαλεκτικής του κοσμοαντίληψης. Μόνο ο αντικειμενικός υπολογισμός του συνόλου των αμοιβαίων σχέσεων όλων χωρίς εξαίρεση των τάξεων μιας δοσμένης κοινωνίας, συνεπώς και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων της αντικειμενικής βαθμίδας ανάπτυξης αυτής της κοινωνίας και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σ’ αυτή και τις άλλες κοινωνίες μπορεί ν’ αποτελέσει τη βάση μιας σωστής τακτικής της πρωτοπόρας τάξης. Παράλληλα όλες οι τάξεις και όλες οι χώρες δεν εξετάζονται από στατική, αλλά από δυναμική άποψη, δηλαδή όχι σε κατάσταση ακινησίας, αλλά σε κατάσταση κίνησης (που οι νόμοι της πηγάζουν από τους οικονομικούς όρους ύπαρξης κάθε τάξης). Η κίνηση με τη σειρά της δεν εξετάζεται μόνο από την άποψη του παρελθόντος, αλλά και από την άποψη του μέλλοντος, όχι με τη χυδαία αντίληψη των «εξελικτικών», που βλέπουν μόνο τις αργές αλλαγές, αλλά διαλεκτικά: «Στις μεγάλες ιστορικές εξελίξεις 20 χρόνια ισοδυναμούν με μια μέρα –έγραφε ο Μαρξ στον Έγκελς– αν και αργότερα μπορεί να έλθουν τέτοιες μέρες, που να συγκεντρώνουν μέσα τους 20 χρόνια», (τόμ. III, σελ. 127, Αλληλογραφία). Σε κάθε βαθμίδα ανάπτυξης, η τακτική του προλεταριάτου πρέπει κάθε στιγμή να υπολογίζει αυτή την αντικειμενικά αναπόφευκτη διαλεκτική της ιστορίας της ανθρωπότητας, χρησιμοποιώντας, από το ένα μέρος, τις εποχές της πολιτικής στασιμότητας ή της λεγόμενης «ειρηνικής» εξέλιξης με ρυθμό χελώνας, για ν’ αναπτύξει τη συνείδηση, τη δύναμη και τη μαχητική ικανότητα της πρωτοπόρας τάξης και διεξάγοντας, από το άλλο μέρος, όλη αυτή τη δουλιά με προσανατολισμό τον «τελικό σκοπό» της κίνησης της δοσμένης τάξης και τη δημιουργία μέσα σ’ αυτή την κίνηση της ικανότητας να δίνονται πρακτικές λύσεις στα μεγάλα προβλήματα στις μεγάλες μέρες, που «συγκεντρώνουν μέσα τους 20 χρόνια». Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα έχουν ξεχωριστή σημασία δυο συλλογισμοί του Μαρξ. Ο ένας είναι από την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας και αφορά τον οικονομικό αγώνα και τις οικονομικές οργανώσεις του προλεταριάτου και o άλλος από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και αφορά τα πολιτικά καθήκοντα του προλεταριάτου. Ο πρώτος λέει: «Η μεγάλη βιομηχανία συγκεντρώνει στο ίδιο μέρος ένα πλήθος ανθρώπους που δεν γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Ο συναγωνισμός προκαλεί διάσπαση στα συμφέροντα τους. Η περιφρούρηση όμως του μεροκάματου, το κοινό αυτό συμφέρον απέναντι στο αφεντικό τους, τους ενώνει σε μια κοινή σκέψη, τη σκέψη της αντίστασης, του συνασπισμού τους… Αν στην αρχή ο συνασπισμός αυτός γίνεται μεμονωμένα, κατόπιν σχηματίζονται ομάδες και η περιφρούρηση από τους εργάτες των συνδικάτων τους ενάντια στο κεφάλαιο, που διαρκώς ενώνεται, γίνεται γι’ αυτούς πιο απαραίτητη από την περιφρούρηση του μεροκάματου… Σ’ αυτό τον αγώνα –αληθινό εμφύλιο πόλεμο– ενώνονται και αναπτύσσονται όλα τα στοιχεία για την επερχόμενη μάχη. Όταν ο συνασπισμός φτάσει σ’ αυτό το σημείο, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα». Έχουμε εδώ μπροστά μας το πρόγραμμα και την τακτική του οικονομικού αγώνα και του συνδικαλιστικού κινήματος για μερικές δεκαετίες, για όλη τη μακρόχρονη εποχή της προετοιμασίας των δυνάμεων του προλεταριάτου για την «επερχόμενη μάχη». Κοντά σ’ αυτά πρέπει να αναφέρουμε και τις πολυάριθμες υποδείξεις του Μαρξ και του Έγκελς, όπου, παίρνοντας για παράδειγμα το αγγλικό εργατικό κίνημα, δείχνουν πώς η «άνθηση» της βιομηχανίας προκαλεί απόπειρες «εξαγοράς των εργατών», (τόμ. Ι, σελ. 136, Αλληλογραφία με τον Έγκελς) και απόσπασης τους από τον αγώνα· πώς η άνθηση αυτή γενικά «διαφθείρει τους εργάτες», (τόμ. II, σελ. 218)· πώς «αστοποιείται» το αγγλικό προλεταριάτο, πώς «το πιο αστικό απ’ όλα τα έθνη» (το αγγλικό) «θέλει, όπως φαίνεται, να οδηγήσει τελικά τα πράγματα σε σημείο, ώστε δίπλα στην αστική τάξη να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο», (τόμ. II, σελ. 290)· πώς εξαφανίζεται «η επαναστατική θέληση του», (τόμ. III, σελ. 124)· πώς θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο-πολύ μακρόχρονο διάστημα «για ν’ απαλλαγούν οι άγγλοι εργάτες από τη φανερή αστική τους μόλυνση»,(τόμ. III, σελ. 127)· πώς από το αγγλικό εργατικό κίνημα λείπει «η φλόγα των χαρτιστών», (1866, τόμ. III, σελ. 305)· πώς οι άγγλοι ηγέτες των εργατών διαμορφώνονται σύμφωνα μ’ έναν τύπο ενδιάμεσο «ανάμεσα σε ριζοσπάστη αστό και εργάτη» (για τον Χόλιοκ, τόμ. IV, σελ. 209)· πώς, λόγω του μονοπωλίου της Αγγλίας κι όσο το μονοπώλιο αυτό δεν θα έχει σπάσει, «δεν μπορείς να κάνεις τίποτε με τους βρετανούς εργάτες», (τόμ. IV, σελ. 433). Η τακτική του οικονομικού αγώνα σε σχέση με τη γενική πορεία (και την έκβαση) του εργατικού κινήματος εξετάζεται εδώ από μια εξαιρετικά πλατιά, ολόπλευρα διαλεκτική και αληθινά επαναστατική άποψη.

    Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μιλώντας για την τακτική του πολιτικού αγώνα, διατύπωσε τη βασική θέση του μαρξισμού: «οι κομμουνιστές αγωνίζονται για τους άμεσους σκοπούς και τα άμεσα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ταυτόχρονα όμως υπερασπίζουν και το μέλλον του κινήματος». Σύμφωνα μ’ αυτή τη θέση ο Μαρξ υποστήριζε το 1848 στην Πολωνία το κόμμα της «αγροτικής επανάστασης», «το ίδιο εκείνο κόμμα που προκάλεσε την εξέγερση της Κρακοβίας το 1846». Στη Γερμανία το 1848-1849, ο Μαρξ υποστήριζε την άκρα επαναστατική δημοκρατία και ποτέ αργότερα δεν ανακάλεσε όσα είχε πει τότε για την τακτική. Τη γερμανική αστική τάξη την θεωρούσε στοιχείο που «από την αρχή είχε την τάση να προδόσει το λαό» (μόνο μια συμμαχία με την αγροτιά θα έδινε στην αστική τάξη τη δυνατότητα να εκπληρώσει στο ακέραιο τα καθήκοντα της) «και να έλθει σε συμβιβασμό με τους εστεμμένους εκπροσώπους της παλιάς κοινωνίας». Αυτή είναι η γενική ανάλυση που έδοσε ο Μαρξ για την ταξική θέση της γερμανικής αστικής τάξης στην εποχή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ανάλυση που αποτελεί, ανάμεσα στ’ άλλα, πρότυπο υλισμού που εξετάζει την κοινωνία στην κίνηση της και μάλιστα όχι μόνο από την πλευρά της κίνησης που είναι στραμμένη προς τα πίσω: «…χωρίς πίστη στον ίδιο τον εαυτό της, χωρίς πίστη στο λαό· μουρμουρίζοντας προς τα πάνω, τρέμοντας προς τα κάτω·… φοβισμένη μπρος στην παγκόσμια θύελλα· καμιά ενεργητικότητα προς καμιά κατεύθυνση, λογοκλοπία προς όλες τις κατευθύνσεις·… χωρίς πρωτοβουλία·… ένας καταραμένος γέρος, καταδικασμένος να διευθύνει σύμφωνα με τα γεροντικά του συμφέροντα τις πρώτες νεανικές ορμές ενός ρωμαλέου λαού…», («Νέα Εφημερίδα του Ρήνου», 1848, βλ. Φιλολογική Κληρονομιά, τόμ. III, σελ. 212). Ύστερα από 20 περίπου χρόνια ο Μαρξ σε γράμμα του προς τον Έγκελς (III, 224) δήλωνε πώς η αιτία της αποτυχίας της επανάστασης του 1848 είναι το γεγονός ότι η αστική τάξη προτίμησε την ησυχία και τη σκλαβιά από την προοπτική και μόνο της πάλης για την ελευθερία. Όταν τέλειωσε η εποχή των επαναστάσεων του 1848-1849, ο Μαρξ ξεσηκώθηκε ενάντια σε κάθε παιχνίδι με την επανάσταση (Σάπερ-Βίλιχ και πάλη εναντίον τους) και απαιτούσε να γίνεται η δουλιά μυαλωμένα στην εποχή αυτή της νέας φάσης, που προετοίμαζε δήθεν «ειρηνικά» νέες επαναστάσεις. Η παρακάτω εκτίμηση της κατάστασης στη Γερμανία στα 1856, στην περίοδο της πιο μαύρης αντίδρασης, δείχνει με ποιο πνεύμα απαιτούσε ο Μαρξ να διεξάγεται αυτή η δουλιά: «Το παν στη Γερμανία θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα να υποστηριχτεί η προλεταριακή επανάσταση με μια δεύτερη έκδοση του πολέμου των χωρικών», (Αλληλογραφία με τον Έγκελς, τόμ. II, 108). Όσο η δημοκρατική (αστική) επανάσταση στη Γερμανία δεν είχε τερματιστεί, όλη η προσοχή του Μαρξ, στο ζήτημα της τακτικής του σοσιαλιστικού προλεταριάτου, συγκεντρωνόταν στην ανάπτυξη της δημοκρατικής θέλησης της αγροτιάς. Είχε τη γνώμη ότι η θέση του Λασάλ αποτελεί «αντικειμενικά προδοσία απέναντι στο εργατικό κίνημα προς όφελος της Πρωσίας» (τόμ. III, σελ. 210) ανάμεσα στ’ άλλα ακριβώς γιατί ο Λασάλ χαριζόταν στους τσιφλικάδες και τον πρωσικό εθνικισμό. «Είναι πρόστυχο», έγραφε ο Έγκελς το 1865, ανταλλάσσοντας σκέψεις με τον Μαρξ σχετικά με κάποια κοινή δήλωση που σχεδίαζαν να κάνουν στον Τύπο, «σε μια αγροτική χώρα να επιτίθεται κανείς εξ’ ονόματος του βιομηχανικού προλεταριάτου μόνο ενάντια στην αστική τάξη και να ξεχνά την πατριαρχική «εκμετάλλευση με τη μαγκούρα» του αγροτικού προλεταριάτου από τους φεουδάρχες ευγενείς» (τόμ. III, σελ. 217). Την περίοδο του 1864-1870, τότε που πλησίαζε στο τέλος της η εποχή του τερματισμού της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Γερμανία, η εποχή του αγώνα των εκμεταλλευτριών τάξεων της Πρωσίας και της Αυστρίας για τον ένα ή τον άλλο τρόπο τερματισμού αυτής της επανάστασης από τα πάνω, ο Μαρξ δεν καταδίκαζε μόνο τον Λασάλ που ερωτοτροπούσε με τον Μπίσμαρκ, μα και διόρθωνε τον Λίμπκνεχτ που είχε πέσει σε αυστροφιλία και υπεράσπιζε τον παρτικουλαρισμό· ο Μαρξ απαιτούσε μια επαναστατική τακτική, που να καταπολεμάει εξίσου αμείλικτα και τον Μπίσμαρκ και τους αυστρόφιλους, μια τακτική που να μην προσαρμόζεται στο νικητή, δηλαδή στον γιούνκερ της Πρωσίας, αλλά να ξαναρχίσει αμέσως τον επαναστατικό αγώνα εναντίον του και μάλιστα στο έδαφος που δημιούργησαν οι στρατιωτικές νίκες της Πρωσίας (Αλληλογραφία με τον Έγκελς, τόμ. III, σελ. 134, 136, 147, 179, 204, 210, 215, 418, 437, 440-441)98. Στην περίφημη έκκληση της Διεθνούς της 9 του Σεπτέμβρη 1870 ο Μαρξ συνιστούσε στο γαλλικό προλεταριάτο να προσέξει να μην αναλάβει μια πρόωρη εξέγερση, όταν όμως παρ’ όλα αυτά άρχισε η εξέγερση (το 1871), ο Μαρξ χαιρέτισε με ενθουσιασμό την επαναστατική πρωτοβουλία των μαζών «που έκαναν έφοδο στον ουρανό» (γράμμα του Μαρξ προς τον Κούγκελμαν). Μια ήττα της επαναστατικής πάλης μέσα σ’ αύτη την κατάσταση, όπως και σε πολλές άλλες, ήταν από την άποψη του διαλεκτικού υλισμού του Μαρξ μικρότερο κακό μέσα στη γενική πορεία και την έκβαση του προλεταριακού αγώνα, απ’ ό,τι η εγκατάλειψη της κατεχόμενης θέσης και η συνθηκολόγηση χωρίς μάχη: μια τέτια συνθηκολόγηση θα έσπαζε το ηθικό του προλεταριάτου και θα υπόσκαπτε την ικανότητα του για αγώνα. Ο Μαρξ εκτιμούσε πέρα για πέρα τη χρησιμότητα των νόμιμων μέσων πάλης στην εποχή της πολιτικής στασιμότητας και της κυριαρχίας της αστικής νομιμότητας, το 1877-1878, όμως, μετά την έκδοση του εκτάκτου νόμου ενάντια στους σοσιαλιστές, καταδίκασε αυστηρά την «επαναστατική φρασεολογία» του Μοστ, μα στρεφόταν με όχι λιγότερη, αν όχι περισσότερη, αυστηρότητα ενάντια στον οπορτουνισμό, που κυρίευσε τότε για ένα διάστημα το επίσημο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που δεν έδειξε αμέσως καρτερικότητα, σταθερότητα, επαναστατικότητα, απόφαση να περάσει σε παράνομο αγώνα σαν απάντηση στον έκτακτο νόμο (Γράμματα του Μαρξ στον Έγκελς, τόμ. IV, σελ. 397, 404, 418, 422, 424 102. Σύγκρινε επίσης τα γράμματα προς τον Ζόργκε).

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
    ———————–

    [1]. Η βιβλιογραφία υπάρχει στα «Άπαντα» του Λένιν, (τόμος 26ος, σελίδες 81-91). Μπροστά στην απειλή της τσαρικής λογοκρισίας η συντακτική επιτροπή του Λεξικού δεν δημοσίευσε πολλά κομμάτια από το «Σοσιαλισμό» και «Την Τακτική της Ταξικής Πάλης του Προλεταριάτου» και έκανε μια σειρά αλλαγές σ’ όλο το κείμενο του άρθου. «Η σύνταξη του Λέξικού, γράφει ο Λένιν σ’ ένα εισαγωγικό σημείωμά του στα «Άπαντα», αφαίρεσε το τέλος του άρθρου για τον Μαρξ, που ήταν αφιερωμένο στην έκθεση της επαναστατικής του τακτικής. Δυστυχώς, δεν έχω τη δυνατότητα να αποκαταστήσω εδώ αυτό το τέλος, γιατί το πρόχειρο έμεινε κάπου στην Κρακοβία ή στην Ελβετία…».

    [2]. Ο Λένιν έχει υπόψη του την έκδοση της αλληλογραφίας του Κ. Μαρξ και του Φρ. Έγκελς, που εκδόθηκε στη Γερμανία το Σεπτέμβρη του 1913 σε τέσσερεις τόμους με τον τίτλο: Η αλληλογραφία του Φρ. Έγκελς και Καρλ Μαρξ από το 1844 ως το 1883, που εκδόθηκε από τον Α. Μπέμπελ και τον Ε. Μπέρνσταϊν, Στουτγάρδη 1913. Η αλληλογραφία, που αριθμεί πάνω από 1500 γράμματα, αποτελεί σπουδαιότατο συστατικό μέρος της θεωρητικής τους κληρονομιάς. Η αλληλογραφία εκτός από τις πολύτιμες βιογραφικές πληροφορίες, περιέχει πλουσιότατο υλικό, που απεικονίζει την οργανωτική και θεωρητική δράση των θεμελιωτών του επιστημονικού κομμουνισμού…

  6. Η σύγχρονη εργατική τάξη

    Φοίβος Οικονομίδης

    Ο Μαρξ, προσπαθώντας να ενισχύσει τη θεωρία του για το αναπόφευκτο πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστική, προσπάθησε ν’ «ανακαλύψει» εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να πετύχουν αυτόν το στόχο.

    Λογικά κατέληξε ότι εκείνοι που δεν είχαν να χάσουν τίποτα άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους, οι προλετάριοι, η εργατική τάξη του 19ου αιώνα θα ήταν το αποφασιστικό όργανο ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης και των αστών. Οι εργάτες λοιπόν αναλάμβαναν, με την επαναστατική τους δράση, το ιστορικό καθήκον να μεταλλάξουν την κοινωνία της εκμετάλλευσης σε μια κοινωνία ισότητας, αδελφότητας και δικαιοσύνης.
    Αν και ο Μαρξ υποστήριξε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και ότι κάθε κοινωνική εποχή μοιάζει μ’ ένα σπιράλ όπου η μια δεν εφάπτεται με την άλλη, παρ’ όλα αυτά η ίδια η θεωρία του, ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, δείχνει ότι υπάρχουν και σοβαρές ομοιότητες στον ανθρώπινο παράγοντα που γράφει την ιστορία.

    Τόσο στη δουλοκτητική περίοδο όσο και στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία -σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες- συνεχίζεται ο αγώνας των εκμεταλλευομένων εναντίον των εκμεταλλευτών. Όμως λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του 20ού αιώνα τα δεδομένα φαίνεται ότι έχουν αλλάξει και, για να χτιστεί μια καινούρια, καλύτερη κοινωνία, πρέπει οι σύγχρονοι άνθρωποι να βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει για να βρουν τις απαντήσεις του καιρού τους.

    Τα γεγονότα στις Σκουριές στη Χαλκιδική, ο αγώνας αρκετών μεταλλωρύχων για ψωμί και δουλειά στο πλευρό της εργοδοσίας, η ισχυρή παρουσία της Χρυσής Αυγής σε λαϊκές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, όπως και της Μαρί Λεπέν στις εργατικές συνοικίες του Παρισιού, όπου κάποτε κυριαρχούσε το Κ.Κ. Γαλλίας, είναι ενδείξεις ότι δεν αρκούν οι παλιές συνταγές: χρειαζόμαστε να μελετήσουμε σοβαρά τα νέα δεδομένα για να μπορέσουμε να δώσουμε νέες πειστικές απαντήσεις. Με παλιά διαβατήρια δεν μπορείς να ταξιδέψεις στη νέα κοινωνία(συμπεριλαμβανομένου και του κεϊνσιανισμού).

    http://www.enetpress.gr/el/politiki/arthra/i-sygxroni-ergatiki-taksi.html

  7. Στα χρόνια της οικονομίας του χρέους η Κόλαση είναι η αιώνια οφειλή.

    Συνέντευξη του Μαουρίτσιο Λατσαράτο

    Την περασμένη εβδομάδα, ο ιταλός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μαουρίτσιο Λατσαράτο, ακτιβιστής τη δεκαετία του 1970 στις γραμμές της Εργατικής Αυτονομίας, βρέθηκε στην Αθήνα, προσκεκλημένος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, εγκαινιάζοντας τον κύκλο συζητήσεων «Από το χρέος και τη λιτότητα στη διεκδίκηση της δημοκρατίας», που διοργανώνει το Ινστιτούτο με τη στήριξη του δικτύου transform! Λίγες ώρες πριν από τη διάλεξή του, με τίτλο «Το χρέος ως τεχνική διακυβέρνησης», μας μίλησε για την «κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» (βλ. και το ομότιτλο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια), τη γενίκευση δηλαδή της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη, τη διαλεκτική κράτους-κεφαλαίου στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού και τις εργασιακές σχέσεις «νέας δουλείας». Λόγω και της καμπής στη διαπραγμάτευση κυβέρνησης-δανειστών, ένα μέρος της συζήτησης κινήθηκε αναπόφευκτα γύρω από την «πολιτική της αθωότητας», της άρνησης δηλαδή της ενοχής για το χρέος. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο RedNotebook (στην πλήρη της μορφή) και στα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής (σε συντομευμένη εκδοχή).

    Συνέντευξη του Μαυρίτσιο Λατσαράτο στον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο και τον Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου

    Στην Κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου παραθέτετε ένα ωραίο απόσπασμα από τη μελέτη του Ζακ Λε Γκοφ Το πουγκί και η ζωή, που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι του Μεσαίωνα θεωρούσαν τον έντοκο δανεισμό κλοπή: «Τι πουλάει αλήθεια [ο πιστωτής], αν όχι τον χρόνο που κυλάει ανάμεσα στη στιγμή κατά την οποία δανείζει και τη στιγμή κατά την οποία εξοφλείται με τόκο; Όμως ο χρόνος ανήκει μόνο στον Θεό». Στους νεότερους χρόνους, η «κλοπή της κληρονομιάς του Θεού» είναι η απόλυτη αρχή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής – ο καπιταλιστής δηλαδή έχει υποκαταστήσει πλήρως τον Θεό. Πώς συνέβη αυτό;

    Η Εκκλησία, πράγματι, καταδίκαζε την τοκογλυφία ως ιδιοποίηση, από τον πιστωτή, του χρόνου ανάμεσα στην πράξη του δανεισμού και την αποπληρωμή του δανείου. Σε κοινωνικό επίπεδο, ο δανεισμός είναι η κλοπή του μέλλοντος της κοινωνίας. Υπό την οπτική αυτή, δίνεται η εντύπωση μιας ζωής χωρίς χρόνο: χωρίς μέλλον. Η Εκκλησία έλεγε ότι ο χρόνος ανήκει στον Θεό. Εμείς λέμε ότι ο χρόνος ανήκει σε όλους. Στην Ελλάδα είναι φανερό από καιρό ότι το μέλλον έχει αφαιρεθεί από τους ανθρώπους: τα επόμενα δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια έχουν δεσμευτεί για την αποπληρωμή του χρέους.

    Η κλοπή αυτή του χρόνου συντελείται με έναν διαφορετικό τρόπο από ό,τι στα χρόνια που κυριαρχούσε η δουλειά στο εργοστάσιο. Στα χρόνια εκείνα, ο καπιταλιστής σου έκλεβε το χρόνο για όσες ώρες βρισκόσουν στο εργοστάσιο. Σήμερα, το αντικείμενο της κλοπής είναι ο χρόνος ως ορίζοντας δυνατοτήτων –ο χρόνος ως μέλλον. Η χρηματοπιστωτική οικονομία είναι μια οικονομία προσανατολισμένη προς το μέλλον, με τρόπο που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα να ορίσεις τον χρόνο.

    Στο βιβλίο, ωστόσο, ξεκινάτε με ένα απόσπασμα από τους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία: «Κάθε καινούριο δάνειο», γράφει εκεί ο Μαρξ, «έδινε στην αριστοκρατία ακόμα μια ευκαιρία να καταληστεύσει το κράτος, το οποίο, διατηρούμενο τεχνητά στο χείλος της χρεοκοπίας, ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες με τους πιο δυσμενείς όρους». Η κλοπή αυτή, λοιπόν, είναι μια παλιά ιστορία. Πού βρίσκεται η τομή γι’ αυτό που αποκαλείτε «οικονομία του χρέους»;

    Ήδη στα τέλη 19ου αιώνα, οι συγγραφείς με τους οποίους καταπιάνεται ο Λένιν στο βιβλίο του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σημειώνουν τη μετάβαση στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Στα 1902, ο Χόμπσον περιγράφει την Αγγλία και τη Γαλλία ως χώρες εισοδηματιών που πλουτίζουν από τους τόκους. Ασκώντας πολεμική στον Κάουτσκι, που ακόμα μιλά για «βιομηχανικό καπιταλισμό», ο ίδιος ο Λένιν υποστηρίζει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι πια, ήδη από εκείνα τα χρόνια, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ευθύνεται για δύο παγκοσμίους πολέμους, για να μη μιλήσω για τον φασισμό και τους εμφυλίους. Από το 1923, ως γνωστόν, ο Κέυνς είχε προτείνει την «ευθανασία του ραντιέρη» [1] και την απομείωση του δανεισμού σε απλό εργαλείο για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.

    Στις μέρες μας, βλέπουμε μια ριζική αλλαγή. Ο σημερινός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει αναδιοργανώσει πλήρως τις κοινωνίες, τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. Σήμερα δεν είναι νοητή η παρέμβαση που πρότεινε τότε ο Κέυνς. Το να προσπαθήσεις σήμερα να εξουδετερώσεις τη χρηματική πίστη, θα σήμαινε να καταστρέψεις τον καπιταλισμό.

    Εκείνη την εποχή, εξάλλου, μολονότι η χρηματοπιστωτική μερίδα του κεφαλαίου ήταν η κυρίαρχη, υπήρχε παράλληλα μια ισχυρή βιομηχανία. Αυτό που συμβαίνει τώρα, αντίθετα, είναι η εξάπλωση της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη, που επιδρά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Ο σημερινός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός είναι σαφώς πιο παρεμβατικός. Με μια απλή κάρτα τραπεζικών συναλλαγών, ο καθένας σήμερα είναι μέρος του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος. Αυτή η «παρεμβατικότητα» δεν υπήρχε τότε.

    Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι, λοιπόν, «πανταχού παρόν».

    Ακριβώς. Η σχέση πιστωτή-οφειλέτη δεν ήταν ποτέ τόσο ανεπτυγμένη όσο σήμερα. Ο Μαρξ έχει γράψει κάποιες σημειώσεις πάνω σ’ αυτήν, αλλά το σχετικό κείμενο έμεινε ανολοκλήρωτο.

    Η προβληματική του χρόνου είναι κεντρική στο έργο σας. Πριν από τη μετάβαση στις οικονομίες του χρέους, υποστηρίζετε, ο χρόνος ήταν «ανοιχτός» στις δυνατότητες: για τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες ανοιχτός στην πρόοδο, για τους κομμουνιστές ανοιχτός στην επανάσταση. Στα χρόνια της οικονομίας του χρέους, αντίθετα, ο χρόνος είναι «μπλοκαρισμένος»: δύσκολα διακρίνει κανείς έναν δρόμο για την κοινωνική αλλαγή. Ποιο ήταν το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής πριν; Και τελικά είναι δυνατό σήμερα να μιλάμε για μια τέτοια μεταβολή;

    Στην κλασική σύλληψη της επανάστασης, το υποκείμενο ήταν βεβαίως η εργατική τάξη –και είχε σαφή προέλευση: ερχόταν από την επιχείρηση, κυρίως από τη βιομηχανία. Το πρόβλημα με τη σύλληψη αυτή αναδείχθηκε με τον Μάη του 1968, όταν δηλαδή αναδύθηκε ένα κοινωνικό υποκείμενο πολύ πιο αρθρωμένο, που φυσικά προϋπήρχε. Ο Φουκώ μας έχει πει ότι η διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής τάξης, ακόμα και αυτής του 19ου αιώνα, είναι μια διαδικασία που εμπλέκει το σύνολο της κοινωνίας: προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την πειθάρχηση των γυναικών, των ψυχασθενών, των επαιτών -του συνόλου, εντέλει, της ζωής.

    Το πρόβλημα τίθεται σήμερα με νέους όρους, καθώς οι μορφές εκμετάλλευσης είναι τελείως διαφορετικές. Παλιότερα, η κεντρικότητα της εργατικής τάξης ή αργότερα του πρεκαριάτου, βρίσκονταν εκτός συζήτησης. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μιλήσουμε για τις μορφές της νέας δουλείας (neoschiavitù): το κεφάλαιο έχει οργανώσει την υπέρβαση των μισθωτών στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος, ακόμα και μέσω μορφών μισθωτής εργασίας. Σήμερα ο μισθωτός είναι πρεκάριος, ο χρόνος του γεμίζει ασφυκτικά από τη δουλειά του, ο ίδιος όμως είναι ένας εργαζόμενος φτωχός. Βλέπουμε να πολλαπλασιάζονται οι μορφές της μισθωτής σχέσης –έναν κατακερματισμό δηλαδή του κόσμου της εργασίας–, και ταυτόχρονα μορφές που παραπέμπουν στη δουλεία, όπως είναι τα συμβόλαια στα οποία κανείς δεν ξέρει πόσες ώρες θα πρέπει να δουλέψει μέσα στην εβδομάδα. Μπορεί να δουλεύει μία ώρα ή δώδεκα ώρες – πρέπει, πάντως, να είναι μονίμως διαθέσιμος για δουλειά.

    Η συνθήκη της τέλειας έλλειψης σταθερότητας για τη ζωή ενός ανθρώπου…

    Ακριβώς. Δεν είναι εύκολο, λοιπόν, να μιλήσεις σήμερα για το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής – ούτε και να κινητοποιήσεις τον κόσμο ξεκινώντας από την εργατική τάξη, όπως το προσπαθεί η παλιά Αριστερά. Δεν είναι εύκολο, αλλά όχι γιατί η εργατική τάξη «εξαφανίστηκε»: οι μισθωτοί και οι επισφαλώς εργαζόμενοι είναι σήμερα περισσότεροι απ’ ό,τι ήταν πολλές δεκαετίες πριν. Με την ανάδυση όμως της επισφαλούς εργασίας ως τρόπου διακυβέρνησης της εργατικής δύναμης, αλλά και με τις άλλες μορφές που περιέγραψα, αυτή η αναγκαία νέα σύνθεση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η εργατική τάξη «υπάρχει» κοινωνιολογικά, έχει όμως «εξαφανιστεί» πολιτικά, με την έννοια ότι ο κόσμος της εργασίας δεν έχει πια την κεντρικότητα που είχε παλιότερα.

    Κριτήριο για να προσδιορίσει κανείς την πολιτική ισχύ μιας κοινωνικής τάξης είναι τα αποτελέσματα που παράγει αυτή στην πολιτική σκηνή. Διαβάζοντας την Εισαγωγή στην Κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, διαπιστώνει κανείς ότι οι μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης στην Ευρώπη είναι λίγο-πολύ ίδιες παντού. Πώς εξηγείται τότε η τόσο μεγάλη διαφορά στη δύναμη της Αριστεράς ανάμεσα π.χ. στη Γερμανία και την Ελλάδα;

    Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι ιδιαίτερο. Ο ναζισμός κατέστρεψε μια από τις πιο ισχυρές εργατικές τάξεις και ένα από τα πιο σημαντικά σοσιαλιστικά κινήματα στην Ευρώπη μέχρι και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και μόνο ο όρος «εθνικο-σοσιαλισμός» είναι, νομίζω ενδεικτικός γι’ αυτό που συνέβη.

    Mιλώντας πιο γενικά, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα διεθνές σχέδιο, το οποίο όμως υλοποιείται σε διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Στη Γερμανία η επισφαλής εργασία έχει πράγματι αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό και η φτώχεια είναι πλέον μαζικό φαινόμενο. Το ίδιο συμβαίνει στην Ιταλία και την Ισπανία –με τη διαφορά ότι εκεί έχει επιδράσει επιπλέον η πολιτική διαχείριση του χρέους.

    Ο νεοφιλελευθερισμός έχει μεταφέρει το έδαφος της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο: αυτό της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη. Η δυναμική λοιπόν του κατακερματισμού της εργατικής τάξης, που βεβαίως είναι κοινή σε όλη την Ευρώπη, προσδιορίζεται από έναν καταλυτικό παράγοντα, όπως είναι το χρέος. Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται άμεσα το σύνολο της κοινωνίας, όχι μόνο οι εργαζόμενοι. Η καπιταλιστική προσταγή, λοιπόν, δεν επιβάλλεται μονοσήμαντα μέσα από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά και μέσω του χρέους.

    Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η επιτυχία της Αριστεράς στην Ελλάδα έρχεται σε μια χώρα όπου η οικονομία του χρέους έχει καταγράψει τα πιο σοβαρά «επιτεύγματα».

    Ακριβώς. Η οικονομία του χρέους έχει υποκαταστήσει την πολιτική για τους μισθούς, την εκπαίδευση ή την υγεία: το σύνθημα είναι ότι πριν από όλα αυτά πρέπει να ξεπληρώσουμε τους δανειστές. Αυτό το υπόδειγμα, η υπαγωγή δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας στη σχέση πιστωτή-οφειλέτη, βρίσκεται σήμερα σε κρίση –και η κρίση αυτή επιχειρήθηκε να μεταφερθεί στο σύνολο του πληθυσμού. Στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα επρόκειτο για ένα είδος νέου εμφυλίου πολέμου.

    Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία αυτός ο πόλεμος πήρε πιο έντονα χαρακτηριστικά. Η διαφορετική έκβαση του πολέμου μέχρι σήμερα έχει να κάνει, βεβαίως, με το πώς αντιμετωπίστηκε πολιτικά σε κάθε χώρα. Στην Ιταλία τον αποδέχτηκαν –δεν αντιστάθηκαν. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι δεν είναι αυτός υπεύθυνος για την κρίση: ότι η αιτία της κρίσης είναι ο μηχανισμός του χρέους, που αναπτύχθηκε σε βαθμό παραλογισμού, και όχι η κατάχρηση φαρμάκων ή κοινωνικών υπηρεσιών, όπως υποστήριζαν οι νεοφιλελεύθεροι. Από το σημείο αυτό διαρρήχθηκε η σχέση κυβερνώντων-κυβερνωμένων -και η διάρρηξη αυτή άνοιξε έναν ορίζοντα νέων δυνατοτήτων.

    Είπαμε ότι στα χρόνια της οικονομίας του χρέους, ο δανειστής έχει υποκαταστήσει πλήρως τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει μόνο ότι μπορεί να δανείζει, και έτσι να δεσμεύει τον χρόνο. Σημαίνει και ότι, ως Θεός, μπορεί να απειλεί να τιμωρήσει την «πολιτική της αθωότητας», όπως ονομάζετε την απόρριψη της ενοχής για το χρέος. Για τον Θεό του Μεσαίωνα, η απειλή ήταν η Κόλαση. Σήμερα ποια είναι η απειλή;

    Το άπειρο χρέος: ότι η οφειλή δεν θα είναι συγκυριακή, αλλά θα εκτείνεται στο διηνεκές. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι, πρώτα απ’ όλα, οικονομία του χρέους.

    Αν όμως το χρέος είναι εργαλείο για να επιταχυνθεί η αναμόρφωση της αγοράς εργασίας, γιατί να θεωρήσουμε σημαντικότερο το μέσο, και όχι τον στόχο, την ένταση δηλαδή της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης; Γιατί να μιλάμε για «οικονομία του χρέους» και όχι π.χ. για «οικονομία της υπερεκμετάλλευσης»;

    Ισχύουν και τα δύο. Υπάρχει προφανώς το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας, όμως η οικονομία του χρέους αποτελεί αφαίρεση σε ανώτερο επίπεδο. Όταν ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους, όλοι οι έλληνες, όλοι οι ιταλοί και όλοι οι ευρωπαίοι μετατράπηκαν από πολίτες σε οφειλέτες. Κι ενώ η επισφαλής εργασία πλήττει βάναυσα συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, το χρέος αφορά το σύνολο του πληθυσμού: τον μισθωτό, τον πρεκάριο, τον άνεργο, τον συνταξιούχο.

    Το χρέος, λοιπόν, γίνεται το εργαλείο με το οποίο ο νεοφιλελευθερισμός εθνικοποιεί το πολιτικό και κοινωνικό «σώμα».

    Περί αυτού πρόκειται. Είμαστε άνεργοι-οφειλέτες, εργαζόμενοι-οφειλέτες, συνταξιούχοι-οφειλέτες. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν εξαντλείται στην κλίμακα των εθνικών κρατών ή της Ευρώπης. Το χρέος είναι μέσο για τον έλεγχο αφρικανικών και ασιατικών χωρών: μια μηχανή καταστροφής που λειτουργεί ταυτόχρονα σε επίπεδο παγκόσμιο, τοπικό και κοινωνικό.

    Ένα τμήμα της Αριστεράς, στην Ελλάδα και όχι μόνο, αναβαθμίζει το ζήτημα του χρέους, «διαβάζοντας» την κρίση σε μια εθνική προοπτική, ως σύγκρουση δηλαδή της Ελλάδας και των «κρατών-οφειλετών» με τα «κράτη-δανειστές», κυρίως τη Γερμανία.

    Η γνώμη μου είναι ότι δεν μπορεί μια χώρα να ανακτήσει σήμερα την εθνική της κυριαρχία μέσω του νομίσματος. Αυτοί που υποστηρίζουν την άποψη της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ας δουν τι συνέβη σε μια χώρα όπως η Βραζιλία. Με την κρίση των επιτοκίων, τα κεφάλαια απλώς έφυγαν από τη χώρα και η Βραζιλία μπήκε σε κρίση.

    Σχολιάζοντας τις θέσεις του Φουκώ για τη σύγχρονη διακυβέρνηση, υποστηρίζετε την άποψη ότι σήμερα δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανείς ανάμεσα στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία· στο ίδιο κείμενο, αποδίδετε τη σημερινή ισχύ της Γερμανίας στη μεταπολεμική επαναθεμελίωση του κράτους. Όλη αυτή η ηθικολογία γύρω από το χρέος και την ενοχή των οφειλετών, στην οποία επιδίδονται χρόνια τώρα γερμανικά μέσα ενημέρωσης και κρατικοί αξιωματούχοι, είναι μέρος αυτής της διαδικασίας «επαναθεμελίωσης»;

    Πράγματι, στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού αλλάζει η σχέση κράτους-κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελεί τη μηχανή του πολέμου και το κράτος είναι ένα από τα στοιχεία αυτής της μηχανής. Μου φαίνονται ενδιαφέρουσες, ως προς αυτή τη μεταβολή, οι παρατηρήσεις του Φουκώ για τον γερμανικό «ορντο-φιλελευθερισμό».

    Ο καπιταλισμός είναι εξαρχής μια οικονομία-κόσμος. Αν χρειάστηκε το εθνικό κράτος, ήταν για να εδαφικοποιήσει την κυριαρχία του. Στον νεοφιλελευθερισμό αυτό δεν είναι πια απαραίτητο. Φυσικά το έθνος-κράτος είναι πάντα εκεί –υποταγμένο όμως στο κεφάλαιο.

    Πέρα όμως από την ανάλυση για τον ορντο-φιλελευθερισμό, ο Φουκώ έχει μια άποψη για τη διακυβέρνηση στην οποία έχω ασκήσει κριτική. Ο ίδιος βλέπει τον πόλεμο ως υπόδειγμα για την πολιτική, πράγμα που μου φαίνεται ενδιαφέρον. Αυτή η προσέγγιση, όμως, χάνεται όταν αντιλαμβάνεται τον νεοφιλελευθερισμό ως σύστημα που αυτορρυθμίζεται και αυτοκυβερνάται. Η σύγχρονη διακυβέρνηση είναι μια διακυβέρνηση που αποφασίζει: μια αυταρχική, συγκεντρωτική διακυβέρνηση. Η εξουσία δεν συγκεντρώνεται πια γύρω από το κράτος, αλλά γύρω από τους υπερεθνικούς οργανισμούς –τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς. Το κράτος γίνεται εργαλείο για την εφαρμογή πολιτικών που δεν αποφάσισε το ίδιο.

    Αν όμως το κράτος δεν αποφασίζει, ποιο θα ήταν το αντικείμενο μιας στρατηγικής της Αριστεράς σήμερα; Και ποια τύχη μπορεί να έχει μια αριστερή κυβέρνηση σε ένα τέτοιο κράτος;

    Δεν υποστηρίζω ότι το κράτος δεν αποφασίζει. Λέω ότι το κράτος είναι μέρος της καπιταλιστικής μηχανής –άρα ότι πρέπει να δούμε τα πράγματα στην πολυπλοκότητά τους. Δεν είναι δυνατό να επιστρέψουμε στο κλειστό κράτος του φορντισμού, όπου οι βασικές οικονομικές πολιτικές ήταν κρατικές πολιτικές.

    Το ελληνικό είναι το κατεξοχήν παράδειγμα: η νέα κυβέρνηση δυσκολεύεται να υλοποιήσει την πολιτική για την οποία εκλέχτηκε, γιατί η διεθνής χρηματοπιστωτική δομή την περιορίζει. Το ίδιο όμως ισχύει και για το ιταλικό, το γαλλικό ακόμα και το γερμανικό κράτος.

    Καθώς η κρίση βαθαίνει, η συνταγή που εξακολουθεί να προτείνει ο νεοφιλελεύθερος λόγος για τη διέξοδο είναι η ενθάρρυνση της καινοτομίας και η νεανική επιχειρηματικότητα ιδίως στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης (εταιρείες start-up κ.λπ). Θεωρείτε ότι η τάση αυτή επικυρώνει τις αναλύσεις σας για την άνοδο της διανοητικοποιμένης/«άυλης» εργασίας;

    Ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που επεξεργάστηκαν την έννοια της άυλης εργασίας πριν από είκοσι χρόνια. Δεν πιστεύω πια στην εγκυρότητά της –ούτε και νομίζω ότι αυτή είναι η διέξοδος από την κρίση. Είμαστε σε κρίση από τη δεκαετία του 1970: αυτό που αλλάζει είναι η έντασή της.

    Όταν αναφερόμαστε στην κρίση, μιλάμε για κρίση των ταξικών κοινωνικών σχέσεων. Χωρίς να μεταβληθούν ριζικά οι σχέσεις αυτές, δεν αρκεί μια καινοτομία για να οδηγήσει στη διέξοδο. Η διαχείριση της κρίσης κινήθηκε μέχρι σήμερα στον αντίποδα: στην εμβάθυνση δηλαδή των κοινωνικών ανισοτήτων.

    Δεν υπάρχει ορατή διέξοδος, γι’ αυτό και σήμερα ζούμε το βάθεμα της κρίσης και τη συρρίκνωση ακόμα και της εναπομείνασας δημοκρατίας. Δείτε το παράδειγμα των ΗΠΑ. Για μήνες ξόδευαν δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά η κρίση δεν ξεπεράστηκε. Σ’ αυτή τη ρευστή κατάσταση, με ρυθμούς ανάπτυξης που μετά βίας φτάνουν το 0,1-1,3%, το ενδεχόμενο ενός Grexit τους δημιουργεί φόβο. Δείτε από την άλλη πώς ξεπεράστηκε η κρίση του 1929: άλλαξε δραστικά ο ταξικός συσχετισμός.

    «Ή αυτοί ή εμείς», λοιπόν.

    Ακριβώς. Και, για την ώρα, εμείς έχουμε το πρόβλημα.

    Μια τελευταία ερώτηση: Στη θεωρητική παράδοση της Αυτονομίας και της μετα-Αυτονομίας, σημείο εκκίνησης κάθε ανάλυσης είναι ο τόπος που παράγεται η αξία. Με την κρίση να έχει θέσει εκτός παραγωγικής διαδικασίας εκατομμύρια εργαζόμενους, και τη φτώχεια να έχει μπλοκάρει την παραγωγή αξίας στη «βιομηχανία» του ελεύθερου χρόνου, τι μπορεί να μας προσφέρει σήμερα αυτή η μέθοδος;

    Καταρχάς δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος. Ο πρόεδρος της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης το είχε πει ωραία: «Τι πουλάει κάποιος που δουλεύει για την τηλεόραση; Πουλάει στις διαφημιζόμενες εταιρείες το χρόνο που διαθέτει κάποιος για να δει διαφημίσεις».

    Οι αναλύσεις αυτές της Αυτονομίας και της μετα-Αυτονομίας περί γνωσιακού καπιταλισμού δεν καταφέρνουν να συλλάβουν την πολλαπλότητα των κοινωνικών σχέσεων, πάνω στην οποία δομείται ο καπιταλισμός. Το όριο λοιπόν του μετα-εργατισμού είναι αυτός ο περιοριστικός τρόπος ανάλυσης με βάση τον οποίο θέτει ως κεντρική τη φιγούρα του γνωσιακού εργάτη, όπως παλιότερα συνέβαινε με τον φορντικό εργάτη.

    Να το εξηγήσω με ένα παράδειγμα από τη Γαλλία: οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες έκαναν σκληρούς αγώνες, δεν αυτοπροσδιορίστηκαν όμως ποτέ ως άυλοι εργαζόμενοι. Είπαν «εμείς είμαστε επισφαλώς εργαζόμενοι και θέλουμε να ενωθούμε με τους ανέργους και τους άλλους πρεκάριους». Η έννοια της «νέας δουλείας» (neoschiavitù) μου φαίνεται πιο γόνιμη, καθώς αναφέρεται σε περισσότερες κατηγορίες — περιλαμβάνει ας πούμε και τις «συμβάσεις μηδενικών ωρών» [2] και πολλές ακόμα κατηγορίες που σήμερα υφίστανται αυτή την απίστευτη εκμετάλλευση.

    Ευχαριστούμε θερμά για τη βοήθειά τους τον Σωτήρη Κοσκολέτο και την Ειρήνη Βλάχου.

    _________________

    Σημειώσεις

    [1] Ο Κέυνς έγραφε, για την ακρίβεια: «Είναι χειρότερο να προκαλέσουμε ανεργία μέσω του αποπληθωρισμού σε έναν κόσμο που ήδη υποφέρει από τη φτώχεια, από το να δυσαρεστήσουμε τον ραντιέρη που ζει από τους τόκους».

    [2] Zero-hour contract: Τύπος σύμβασης εργασίας που επιβλήθηκε λίγο μετά την κρίση, αρχικά στη Βρετανία. Προβλέπει την υποχρέωση του εργαζόμενου να βρίσκεται διαρκώς επί ποδός (on call), και να μεταβάλει το ωράριο εργασίας του σύμφωνα με τις απαιτήσεις -από τη μηδενική απασχόληση ως την πλήρη διαθεσιμότητα. Παρά τη διαρκή διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αμείβεται μόνο για τις ώρες που δούλεψε πραγματικά.

    http://rednotebook.gr/2015/05/synentefxi-maurizio/

  8. Τζορτζ Όργουελ

    Ο Μαρξ και η Ρωσία

    Observer, 15 Φεβρουαρίου 1948

    Μεταφράζει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

    Η λέξη «Κομμουνισμός», αντίθετα από τη λέξη «Φασισμός», ποτέ δεν έχει εκφυλιστεί σε έναν καταχρηστικό όρο χωρίς νόημα. Παρόλα αυτά, μια κάποια αμφισημία όντως συνδέεται με αυτήν, και σημαίνει τουλάχιστον δύο διαφορετικά πράγματα, συνδεόμενα μόνο με αδύναμο δεσμό: μια πολιτική θεωρία, και ένα πολιτικό κίνημα το οποίο δεν κάνει πράξη τη θεωρία με κάποιον ορατό τρόπο. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι πράξεις της Κομινφόρμ* μπορεί να φαίνονται πιο σημαντικές από τις προφητείες του Μαρξ, αλλά, όπως μας υπενθυμίζει ο κ. John Plamenatz στο πρόσφατο φυλλάδιό του**, το αρχικό όραμα του Κομμουνισμού δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί, αφού αποτελεί ακόμα τη γεννήτρια που τροφοδοτεί πίστη σε εκατομμύρια ακολούθους και έτσι τη δύναμη να δράσουν.

    Αρχικά, «Κομμουνισμός» σήμαινε μία ελεύθερη και δίκαια κοινωνία βασισμένη στην αρχή «ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του». Ο Μαρξ έκανε δυνατό αυτό το όραμα, κάνοντάς το μέρος μιας φαινομενικά αναπόφευκτης ιστορικής διαδικασίας. Η κοινωνία υποτίθεται ότι θα σμικρυνόταν σε μια μικρή τάξη εχόντων και μια τεράστια τάξη στερημένων, και μια μέρα, σχεδόν αυτόματα, οι στερημένοι θα αναλάμβαναν την εξουσία. Μερικές μόνο δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μαρξ ξέσπασε η Ρωσική Επανάσταση, και οι άνδρες που την καθοδηγούσαν αυτοανακηρύχθηκαν, και πίστευαν ότι είναι, οι πιο πιστοί μαθητές του Μαρξ. Αλλά η επιτυχία τους βασιζόταν στην πραγματικότητα στο να πετάξουν ένα σωρό από τα διδάγματα του δασκάλου τους στα σκουπίδια.

    Ο Μαρξ προέβλεψε ότι η επανάσταση θα ξεκινούσε στις υψηλά βιομηχανοποιημένες χώρες. Τώρα είναι προφανές ότι αυτό ήταν λάθος, αλλά είχε δίκιο με αυτήν την έννοια, ότι το είδος της επανάστασης που προείδε δεν θα μπορούσε να συμβεί σε μια οπισθοδρομική χώρα όπως η Ρωσία, όπου οι βιομηχανικοί εργάτες ήταν μια μειονότητα. Ο Μαρξ είχε οραματιστεί ένα υπερβολικά ισχυρό προλεταριάτο που θα παραμέριζε μια μικρή ομάδα αντιπάλων, και τότε θα κυβερνούσε δημοκρατικά, μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων. Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα, στη Ρωσία, ήταν η αρπαγή της εξουσίας από ένα μικρό σώμα αταξικών επαγγελματιών επαναστατών, που αξίωναν ότι αντιπροσώπευαν τον κοινό λαό αλλά δεν ήταν εκλεγμένοι από αυτόν ούτε ήταν πραγματικά υπόλογοι σε αυτόν.

    Για τον Λένιν αυτό ήταν αναπόφευκτο. Αυτός και η ομάδα του έπρεπε να μείνουν στην εξουσία, αφού μόνοι αυτοί ήταν οι πραγματικοί κληρονόμοι του Μαρξιστικού δόγματος, και ήταν φανερό ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν στην εξουσία δημοκρατικά. Η «δικτατορία του προλεταριάτου» έπρεπε να σημαίνει τη δικτατορία μιας χούφτας διανοούμενων, να κυβερνούν μέσω τρομοκρατίας. Η Επανάσταση είχε σωθεί, αλλά από τότε και στο εξής το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα εξελίχτηκε προς μια κατεύθυνση που ο Λένιν πολύ πιθανόν να αποδοκίμαζε αν είχε ζήσει περισσότερο.

    Καρεκλωμένοι όπως ήταν, οι Ρώσοι Κομμουνιστές αναγκαστικά εξελίχτηκαν σε μόνιμη κάστα εξουσίας, ή σε ολιγαρχία, κληρωτοί όχι από τη γέννα αλλά από υιοθεσία. Εφόσον δεν μπορούσαν να ριψοκινδυνεύσουν την ανάπτυξη της αντιπολίτευσης δεν μπορούσαν να επιτρέψουν την γνήσια κριτική, και από τη στιγμή που κατασίγασαν την κριτική έκαναν συχνά αποφευκτά λάθη: τότε, επειδή δεν μπορούσαν να αποδεχτούν ότι τα λάθη ήταν δικά τους έπρεπε να βρουν αποδιοπομπαίους τράγους, μερικές φορές σε τεράστια κλίμακα.

    Το αποτέλεσμα είναι ότι η δικτατορία έγινε πιο ερμητική όσο το καθεστώς γινόταν πιο ασφαλές, και ότι η Ρωσία είναι πιθανόν πιο μακριά από τον ισότιμο Σοσιαλισμό σήμερα από ό,τι ήταν 30 χρόνια πριν. Όμως, όπως σωστά μας προειδοποιεί ο κ. Plamenatz, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να φανταστούμε ότι η αρχική ζέση έχει ξεθωριάσει. Οι Κομμουνιστές μπορεί να έχουν διαστρεβλώσει τους στόχους τους, αλλά δεν έχουν χάσει τη γοητεία τους. Η πίστη ότι αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι σωτήρες της ανθρωπότητας είναι όσο ανενδοίαστη όσο ποτέ. Τα χρόνια 1935-39 και 1941-44 ήταν εύκολο να πιστεύει κανείς ότι η ΕΣΣΔ είχε εγκαταλείψει την ιδέα της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά τώρα είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν έτσι. Η ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ: έχει απλά παραλλαχθεί, με την «επανάσταση» να τείνει όλο και περισσότερο να σημαίνει «κατάκτηση».

    Αναπόφευκτα, σίγουρα, σε τόσο μικρό βιβλίο, ο κ. Plamenatz περιορίζει τον εαυτό του σε μία όψη του θέματός του, και λέει πολύ λίγα για τον ρόλο και τον χαρακτήρα των κομμουνιστικών κομμάτων έξω από την ΕΣΣΔ. Επίσης μετά βίας αγγίζει το ζήτημα του αν το Ρωσικό καθεστώς θα μετατραπεί, αν μπορεί καν, σε πιο φιλελεύθερο από μόνο του. Αυτό το τελευταίο ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, αλλά χωρίς να έχουμε προηγούμενο μπορούμε μόνο να μαντέψουμε την απάντηση.

    Εν τω μεταξύ, έχουμε μπροστά μας ένα παγκόσμιο πολιτικό κίνημα που απειλεί την ίδια την ύπαρξη του Δυτικού πολιτισμού, και που δεν έχει χάσει ίχνος από την ορμητικότητά του επειδή έχει κατά έναν τρόπο διαφθαρεί. Ο κ. Plamenatz φτάνει στο ζοφερό συμπέρασμα ότι αν και η ΕΣΣΔ δεν θα επισπεύσει αναγκαστικά επιθετικό πόλεμο με τη Δύση, οι κυβερνήτες της θεωρούν έναν αγώνα μέχρι θανάτου απαραίτητο, και ποτέ δεν θα φτάσουν σε πραγματική συμφωνία με εκείνους που θεωρούν φυσικούς εχθρούς τους. Προφανώς, όπως λέει ο Πλοίαρχος Stephen King-Hall στην Εισαγωγή του, αν θέλουμε να πολεμήσουμε τον κομμουνισμό πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε. Αλλά πέρα από την κατανόησή του υπάρχει η πιο δύσκολη προσπάθεια να γίνουμε κατανοητοί, και –ένα πρόβλημα που λίγοι φαίνεται να έχουν σκεφτεί σοβαρά- να βρούμε έναν τρόπο να γνωστοποιήσουμε τη γνώμη μας στον Ρωσικό λαό.

    * Συντονιστικό Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων

    ** Αναφέρεται στο βιβλίο του 1947, «What is Communism?» του John Petrov Plamenatz (1912-1975)

    http://eranistis.net/wordpress/2015/07/07/orwell-marx-russia/

  9. ε.σν... on

    «ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΜΠΡΟΣ ΘΑ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ»*
    Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ 1848 ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ*

    ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

    Αν εξαιρέσουμε λίγα μόνο κεφαλαία, κάθε σημαντικό μέρος από τα χρονικά της επανάστασης απ΄ το 1848 ως το 1849 έχει τον τίτλο: Ήττα της Επανάστασης!
    Σ’ αυτές τις ήττες δεν υπόκυπτε η επανάσταση. Υπόκυπταν οι προεπαναστατικές πατροπαράδοτες επιβιώσεις, αποτελέσματα των κοινωνικών σχέσεων που δεν είχαν ακόμα οξυνθεί σε έντονες ταξικές αντιθέσεις—πρόσωπα, αυταπάτες, παραστάσεις, σχέδια από τα οποία το επαναστατικό κόμμα δεν ήταν απαλλαγμένο πριν την επανάσταση του Φλεβάρη και από τα οποία δε μπορούσε να το απαλλάξει η νίκη του Φλεβάρη, μα μονάχα μια σειρά από ήττες.
    Με δυο λόγια: η επαναστατική πρόοδος άνοιξε το δρόμο της όχι με τις άμεσες κωμικο-τραγικές καταχτήσεις της, αλλά αντίθετα με τη δημιουργία μιας σφιχτοδεμένης ισχυρής αντεπανάστασης, με τη δημιουργία ενός αντίπαλου που μονάχα με τον αγώνα εναντίον του το κόμμα της ανατροπής ωρίμασε σ’ ένα πραγματικά επαναστατικό κόμμα.

    Έργο των σελίδων πού ακολουθούν, είναι να το αποδείξουν αυτό.

    Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΩΝ*

    altΎστερα από την επανάσταση του Ιούλη, όταν ο φιλελεύθερος τραπεζίτης Λαφίτ οδηγούσε στο δημαρχείο θριαμβευτικά τον Compère του (Σημ. Συντ: γαλλική λέξη με διφορούμενη έννοια: κουμπάρος ή συνεργός σε κάποια μηχανορραφία ή περιπέτεια), το δούκα της Ορλεάνης (Σημ.Συντ.: Ο δούκας της Ορλεάνης ανέβηκε στο θρόνο της Γαλλίας με το όνομα Λουδοβίκος Φίλιππος) άφησε να του ξεφύγουν οι λέξεις: «Από δω και μπρος θα κυριαρχούν οι τραπεζίτες». Ο Λαφίτ είχε προδώσει το μυστικό της επανάστασης.
    Στην εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν κυριαρχούσε η γαλλική αστική τάξη, αλλά μόνο μια ομάδα της, τραπεζίτες, βασιλιάδες του χρηματιστηρίου, βασιλιάδες των σιδηροδρόμων, ιδιοκτήτες ορυχείων, κάρβουνου και σίδερου, ιδιοκτήτες δασών, ένα μέρος των τσιφλικάδων πού συνενώθηκαν μ’ αυτούς—η λεγόμενη αριστοκρατία του χρήματος. Αυτή κάθισε στο θρόνο, αυτή υπαγόρευε τους νόμους στις βουλές, αυτή μοίραζε τις δημόσιες θέσεις, από το υπουργείο ως τα γραφεία των καπνών.
    Η καθαυτό βιομηχανική αστική τάξη αποτελούσε ένα μέρος της επίσημης αντιπολίτευσης, δηλ. δεν αντιπροσωπευόταν στις βουλές παρά σα μειοψηφία. Η αντιπολίτευσή της πρόβαλλε τόσο πιο αποφασιστικά, όσο πιο ξεκάθαρα αναπτυσσόταν η αποκλειστική κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος κι όσο περισσότερο αυτή η ίδια θεωρούσε εξασφαλισμένη την κυριαρχία της πάνω στην εργατική τάξη ύστερα από τις πνιγμένες στο αίμα εξεγέρσεις του 1832, 1834 και 1839. Ο Γκραντέν, εργοστασιάρχης από τη Ρουέν, το πιο φανατικό όργανο της αστικής αντίδρασης, τόσο μέσα στη συνταχτική όσο και στη νομοθετική εθνοσυνέλευση, ήταν, μέσα στη βουλή, ο δριμύτερος αντίπαλος του Γκιζό. Ο Λεόν Φωσέ, γνωστός αργότερα για τις ανήμπορες προσπάθειές του να αναδειχθεί σε Γκιζό της γαλλικής αντεπανάστασης, έκανε στο τελευταίο διάστημα της βασιλείας του Λουδοβίκου Φίλιππου δημοσιογραφικό αγώνα υπέρ της βιομηχανίας, ενάντια στην κερδοσκοπία και στο τσιράκι της, τη κυβέρνηση. Ο Μπαστιά προπαγάνδιζε στο όνομα του Μπορντώ κι όλης της οινοπαραγωγικής Γαλλίας ενάντια στο σύστημα που κυριαρχούσε.

    Η μικροαστική τάξη σ’ όλες τις διαβαθμίσεις της, όπως και η αγροτική τάξη είχαν αποκλειστεί ολότελα από την πολιτική εξουσία.

    Τέλος, μέσα στην επίσημη αντιπολίτευση ή ολότελα έξω από το «pays légal» (Σημ. Συντ. «pays légal» : ο κύκλος των ανθρώπων που είχαν εκλογικό δικαίωμα. Έτσι ονόμαζαν στο καθεστώς της μοναρχίας του Ιούλη την άρχουσα μειοψηφία που είχε δικαίωμα ψήφου, σε αντίθεση με τις πλατιές μάζες του πληθυσμού που είχαν στερηθεί αυτό το δικαίωμα) βρίσκονταν οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι και τα φερέφωνα των πιο πάνω τάξεων, οι σοφοί τους, οι δικηγόροι τους, οι γιατροί τους κλπ, με μια λέξη: Οι λεγόμενες «αξίες» τους.

    ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑΣ – ΚΥΡΙΑ ΠΗΓΗ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

    Δημοσιονομικές δυσχέρειες έκαναν τη μοναρχία του Ιούλη να είναι από την αρχή εξαρτημένη από τη μεγαλοαστική τάξη και η εξάρτησή της από τη μεγαλοαστική τάξη έγινε μια αστείρευτη πηγή για το μεγάλωμα των δημοσιονομικών δυσχερειών. Ήταν αδύνατο να υποταχθεί η διοίκηση του κράτους στο συμφέρον της εθνικής παραγωγής χωρίς ν’ αποκατασταθεί το ισοζύγιο στον προϋπολογισμό, το ισοζύγιο ανάμεσα στις κρατικές δαπάνες και τα κρατικά έσοδα. Και πως να αποκατασταθεί αυτό το ισοζύγιο δίχως την περιστολή των κρατικών δαπανών, δηλ. δίχως να θιχτούν συμφέροντα που αποτελούσαν ισάριθμα στηρίγματα του συστήματος που κυριαρχούσε και χωρίς να ξαναρυθμιστεί η κατανομή των φόρων, δηλ. χωρίς να ριχτεί ένα σημαντικό μέρος του φορολογικού βάρους στους ώμους της ίδιας της μεγαλοαστικής τάξης;
    altΑντίθετα, η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τις βουλές, είχε άμεσο συμφέρον στην καταχρέωση του κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα-ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα-πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μια καινούργια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεωκοπίας -και που ήταν υποχρεωμένο, να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους πιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μια ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της βουλής. Γενικά, η αστάθεια στην κατάσταση της κρατικής πίστης και η γνώση των κρατικών μυστικών, έδινε στους τραπεζίτες και στους συνεταίρους τους στις βουλές και στο θρόνο, τη δυνατότητα να προκαλούν εξαιρετικές, απότομες διακυμάνσεις στην τρέχουσα τιμή των κρατικών τίτλων, που δε μπορούσαν να έχουν κάθε φορά άλλο αποτέλεσμα παρά την καταστροφή μιας μάζας μικρότερων κεφαλαιούχων και το μυθικά γρήγορο πλουτισμό των μεγάλων παιχτών. Και μια που το κρατικό έλλειμμα ήταν το άμεσο συμφέρον της άρχουσας μερίδας της αστικής τάξης, εξηγείται γιατί οι έκτακτες κρατικές δαπάνες στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λουδοβίκου Φιλίππου ξεπέρασαν πολύ περισσότερο από το διπλάσιο τις έκτακτες κρατικές δαπάνες του Ναπολέοντα, κι έφτασαν μάλιστα περίπου τα 400 εκατομμύρια φράγκα το χρόνο, ενώ οι ετήσιες εξαγωγές της Γαλλίας σπάνια ανέβαιναν στο ύψος των 750 εκατομμυρίων φράγκων κατά μέσον όρο. Τα τεράστια ποσά που κυλούσαν έτσι μέσα από τα χέρια του κράτους, έδιναν επί πλέον ευκαιρίες για δόλια συμβόλαια προμηθειών, για δωροδοκίες, καταχρήσεις και για κάθε λογής μπαγαμποντιές. Η εξαπάτηση του κράτους, όπως γινόταν χοντρικά με τα δάνεια, επαναλαμβανόταν και λιανικά στα δημόσια έργα. Οι σχέσεις ανάμεσα στη βουλή και στην κυβέρνηση πολλαπλασιάζονταν σα σχέσεις ανάμεσα σε ξεχωριστές διαχειρίσεις και σε ξεχωριστούς εργολάβους.

    Η ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ «ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

    Η άρχουσα τάξη εκμεταλλευόταν την κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών με τον ίδιο τρόπο που εκμεταλλευόταν τις κρατικές δαπάνες γενικά και τα κρατικά δάνεια. Οι βουλές φορτώνανε στο κράτος τα κύρια βάρη και εξασφάλιζαν στην κερδοσκοπική αριστοκρατία του χρήματος τους χρυσούς καρπούς. Όλοι θυμούνται τα σκάνδαλα στη βουλή, όταν τυχαία ήρθε στο φως ότι στις ίδιες τις επιχειρήσεις των σιδηροδρομικών γραμμών ήταν μέτοχοι όλα τα μέλη της πλειοψηφίας μαζί κι ένα μέρος από τους υπουργούς, που φρόντισαν ύστερα σα νομοθέτες να εκτελεστούν οι γραμμές αυτές με έξοδα του κράτους.
    altΑντίθετα, και η πιο παραμικρή δημοσιονομική μεταρρύθμιση ναυαγούσε μπροστά στην επιρροή των τραπεζιτών. Έτσι έγινε λ.χ. με την ταχυδρομική μεταρρύθμιση. Ο Ρότσιλντ διαμαρτυρήθηκε. Είχε το κράτος το δικαίωμα να περιορίζει πηγές εισοδήματος από τις οποίες έπρεπε να πληρώνει τους τόκους του ολοένα αυξανόμενου χρέος του;
    Η μοναρχία του Ιούλη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μετοχική εταιρεία για την εκμετάλλευση του γαλλικού εθνικού πλούτου, που τα μερίσματά της μοιράζονταν ανάμεσα στους υπουργούς, τις βουλές, τους 240.000 εκλογείς και τα τσιράκια τους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος ήταν ο διευθυντής αυτής της εταιρίας: Ο Ροβέρτος Μακέρ στο θρόνο. (Σημ. Σύντ.: Robert Macaire. Τύπος διαβολεμένου επιχειρηματία που αποθανατίστηκε στις γελοιογραφίες του Ονορέ Ντομιέ. Η μορφή του Ροβέρτου Μακέρ ήταν μια τσουχτερή σάτιρα για την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος στην περίοδο της μοναρχίας του Ιούλη) Το εμπόριο, η βιομηχανία, η γεωργία, η ναυτιλία, τα συμφέροντα της βιομηχανικής αστικής τάξης, δε μπορούσαν παρά να μπαίνουν σε κίνδυνο και να ζημιώνουν διαρκώς κάτω άπ’ αυτό το σύστημα. Γι’ αυτό, η βιομηχανική αστική τάξη στις μέρες του Ιούλη είχε γράψει στη σημαία της: Φτηνή κυβέρνηση (gouvernement à bon marché ).
    Ενώ η αριστοκρατία του χρήματος έκανε τους νόμους, διεύθυνε το κράτος, είχε στη διάθεση της όλες τις οργανωμένες δημόσιες εξουσίες, και με βάση αυτά τα ίδια τα γεγονότα και με τον τύπο εξουσίαζε την κοινή γνώμη και ενώ σ’ όλες τις σφαίρες από την αυλή ως το Café Borgne (Σημ. Συντ: έτσι ονομάζουν στο Παρίσι τα κακόφημα καφενεία και καπελειά) συνεχιζόταν η ίδια πορνεία, η ίδια ξετσίπωτη απάτη, η ίδια μανία πλουτισμού, όχι με την παραγωγή, αλλά με το επιτήδειο τσέπωμα του ετοίμου πλούτου των άλλων, ξέσπασαν, ιδιαίτερα στις κορυφές της αστικής κοινωνίας, και επικράτησαν αχαλίνωτα νοσηρές και έκλυτες ορέξεις πού κάθε στιγμή έρχονταν σε σύγκρουση με τους ίδιους τους αστικούς νόμους — ορέξεις όπου πλούτος που προερχόταν απ’ το παιχνίδι γύρευε φυσικά την ικανοποίησή του εκεί που η απόλαυση γίνεται ακολασία, εκεί που γίνονται ένα το χρήμα, η βρωμιά και το αίμα. Η χρηματική αριστοκρατία, με τον τρόπο πλουτισμού της, όπως και με τις απολαύσεις της, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναγέννηση του κουρελοπρολεταριάτου στα ανώτατα στρώματα της αστικής κοινωνίας.
    Και οι ομάδες της γαλλικής αστικής τάξης που δε βρίσκονταν στην εξουσία, φώναζαν: «Διαφθορά!». Κι όταν το 1847, στις πιο υψηλές βαθμίδες της αστικής κοινωνίας παρουσιάζανε δημόσια τις ίδιες εκείνες σκηνές που οδηγούν κανονικά το κουρελοπρολεταριάτο στα πορνεία, στα φτωχοκομεία, στα τρελοκομεία, μπρος στο δικαστή, στα κάτεργα και στην κρεμάλα, ο λαός φώναζε: «Κάτω οι μεγάλοι κλέφτες, κάτω οι δολοφόνοι!». Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντα της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάχτηση, η λαϊκή φαντασία ήταν ξαναμμένη, το Παρίσι ήταν πλημμυρισμένο με λίβελους—«η δυναστεία των Ρότσιλντ», «οι τοκογλύφοι είναι βασιλιάδες της εποχής » κλπ— με τους οποίους, με περισσότερο ή λιγότερο πνεύμα, καταγγέλλανε και στιγματίζανε την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος.
    altΟύτε πεντάρα για τη δόξα! Η δόξα δε φέρνει κανένα κέρδος. Ειρήνη παντού και πάντα! Ο πόλεμος κάνει να πέφτουν οι τρέχουσες τιμές των χρεωγράφων των 3 και των 4%! Να τί είχε γράψει στη σημαία της η Γαλλία των τοκογλύφων του χρηματιστηρίου. Γι αυτό η εξωτερική της πολιτική χαντακώθηκε μέσα σε μια σειρά από ταπεινώσεις του γαλλικού εθνικού αισθήματος, που αντέδρασε με τη μεγαλύτερη ζωηρότητα όταν η αρπαγή της Πολωνίας ολοκληρώθηκε με την προσάρτηση της Κρακοβίας από την Αυστρία και όταν ο Γκιζό προσχώρησε ενεργά στο πλευρό της Ιερής Συμμαχίας, στον ελβετικό πόλεμο του Ζόντερμπουντ. Η νίκη των Ελβετών φιλελεύθερων σ’ αυτό τον ψευτοπόλεμο ανέβασε την αυτοπεποίθηση της αστικής αντιπολίτευσης στη Γαλλία, η αιματηρή εξέγερση του λαού στο Παλέρμο ενήργησε σαν ηλεκτρική εκκένωση πάνω στην παράλυτη λαϊκή μάζα και ξύπνησε τις μεγάλες επαναστατικές αναμνήσεις και τα επαναστατικά πάθη της.

    ΤΑ ΔΥΟ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ

    altΤο ξέσπασμα της γενικής δυσφορίας επιταχύνθηκε τελικά και η δυσθυμία ωρίμασε σε στάση χάρη σε δυο παγκόσμια οικονομικά γεγονότα.
    Η αρρώστια της πατάτας και οι κακές σοδιές του 1845 και του 1846 μεγάλωσαν το γενικό αναβρασμό στο λαό. Η ακρίβεια του 1847 προκάλεσε στη Γαλλία, όπως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη αιματηρές συγκρούσεις. Μπρος στα αναίσχυντα όργια της αριστοκρατίας του χρήματος, είχαμε την πάλη του λαού για τα πιο στοιχειώδη τρόφιμα! Στο Μπυζανσέ εκτελούσαν τους εξεγερμένους από την πείνα, ενώ στο Παρίσι η βασιλική οικογένεια αποσπούσε από τα δικαστήρια παραχορτάτους λωποδύτες.
    Το δεύτερο μεγάλο οικονομικό γεγονός πού επέσπευσε το ξέσπασμα της επανάστασης ήταν μια γενική εμπορική και βιομηχανική κρίση στην Αγγλία. Η κρίση αυτή, -που την προμηνούσε ακόμα απ’ το φθινόπωρο του 1845 η μαζική χρεωκοπία των κερδοσκόπων πάνω στις μετοχές των σιδηροδρόμων και αναχαιτίστηκε το 1846 από μια σειρά τυχαία περιστατικά, όπως από την επικείμενη κατάργηση των δασμών του σταριού- ξέσπασε τέλος το φθινόπωρο του 1847 με τις χρεοκοπίες των μεγαλεμπόρων αποικιακών προϊόντων του Λονδίνου, που τις ακολούθησαν κατά πόδας οι πτωχεύσεις των γεωργικών τραπεζών και το κλείσιμο των εργοστασίων στις εγγλέζικες βιομηχανικές περιοχές. Ο αντίχτυπος της κρίσης αυτής δεν είχε ακόμα εξαντληθεί στην ηπειρωτική Ευρώπη, όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη.
    Το ρήμαγμα του εμπορίου και της βιομηχανίας από την οικονομική επιδημία έκανε ακόμα πιο αφόρητη την αποκλειστική κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος. Η αντιπολιτευτική αστική τάξη ξεσήκωσε σ’ όλη τη Γαλλία την εκστρατεία των συμποσίων για την εκλογική μεταρρύθμιση που θα της επέτρεπε να καταχτήσει την πλειοψηφία στις βουλές και να ανατρέψει την κυβέρνηση του χρηματιστηρίου. Στο Παρίσι η βιομηχανική κρίση είχε ακόμα σαν ειδική συνέπεια να ρίξει στο εσωτερικό εμπόριο ένα πλήθος εργοστασιάρχες και μεγαλέμπορους που, κάτω από τις συνθήκες της στιγμής εκείνης, δε μπορούσαν πια να κάνουν καμία επιχείρηση στην αγορά του εξωτερικού. altΙδρύσανε μεγάλα καταστήματα που ο συναγωνισμός τους ρήμαζε κατά μάζες τους μπακάληδες και τους μαγαζάτορες. Έτσι εξηγούνται οι αναρίθμητες πτωχεύσεις στη μερίδα της παρισινής αστικής τάξης. Έτσι εξηγείται κι η επαναστατική εμφάνισή της το Φλεβάρη. Είναι γνωστό ότι ο Γκιζό και οι βουλές απάντησαν σ’ αυτές τις προτάσεις για μεταρρύθμιση μια ξεκάθαρη πρόκληση (Σημ. Μτφρ: Σε όλες αυτές τις προτάσεις ο Πρωθυπουργός Γκιζό απαντούσε: «πλουτίστε για να γίνετε εκλογείς»), ότι ο Λουδοβίκος Φίλιππος πολύ αργά αποφάσισε να σχηματίσει την κυβέρνηση Μπαρρό, ότι φτάσανε τα πράματα ως τις συμπλοκές ανάμεσα στο λαό και στο στρατό, ότι ο στρατός αφοπλίστηκε χάρη στην παθητική στάση της εθνοφρουράς, ότι η μοναρχία του Ιούλη αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη θέση της σε μια προσωρινή κυβέρνηση.

    ΤΟ ΠΑΡΙΣΙΝΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΟΔΗΓΕΙ ΤΗ ΧΩΡΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

    Η προσωρινή κυβέρνηση που πρόβαλε από τα οδοφράγματα του Φλεβάρη καθρέφτιζε αναγκαστικά στη σύνθεση της τα διάφορα κόμματα που μοιράστηκαν τη νίκη. Δε μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις διάφορες τάξεις που μαζί είχαν ανατρέψει το θρόνο του Ιούλη, που τα συμφέροντα τους όμως συγκρούονταν. Τη μεγάλη πλειοψηφία της την αποτελούσαν αντιπρόσωποι της αστικής τάξης. Η δημοκρατική μικροαστική τάξη αντιπροσωπευόταν από τον Λεντρύ-Ρολλέν και το Φλοκόν, η δημοκρατική αστική τάξη από τους ανθρώπους της «Νασιονάλ» (Σημ. Συντ. «National»: Η εφημερίδα που έβγαινε στο Παρίσι στα 1830-1851, όργανο του αστικού δημοκρατικού κόμματος) η δυναστική αντιπολίτευση από τους Κρεμιέ, Ντυπόν ντε λ’ Έρ κλπ. altΗ εργατική τάξη είχε δυο μόνο αντιπροσώπους, τον Λουί Μπλάν και τον Αλμπέρ. Τέλος, η συμμετοχή του Λαμαρτίνου στην προσωρινή κυβέρνηση δεν υποστήριζε άμεσα κανένα πραγματικό συμφέρον, καμιά ορισμένη τάξη: ήταν η ίδια η επανάσταση του Φλεβάρη, η κοινή εξέγερση με τις αυταπάτες της, την ποίησή της, το χιμαιρικό περιεχόμενό της και τις φράσεις της. Κατά τ’ αλλά, ο εκπρόσωπος της επανάστασης του Φλεβάρη, σύμφωνα με τη θέση του και τις απόψεις του, άνηκε στην αστική τάξη.
    Αν το Παρίσι χάρη στον πολιτικό συγκεντρωτισμό εξουσιάζει τη Γαλλία, οι εργάτες, σε στιγμές επαναστατικών κλονισμών, εξουσιάζουν το Παρίσι. Η πρώτη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης ήταν η προσπάθεια της ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν την συντριπτική επιρροή με μιαν έκκληση από το μεθυσμένο Παρίσι προς τη νηφάλια Γαλλία. Ο Λαμαρτίνος αμφισβήτησε στους μαχητές των οδοφραγμάτων το δικαίωμα ν’ ανακηρύξουν τη δημοκρατία. Αρμόδια γι’ αυτά, έλεγε, είναι μονάχα η πλειοψηφία των Γάλλων. Έπρεπε να περιμένουν την ψήφο της. Το παρισινό προλεταριάτο δεν έπρεπε να λερώσει τη νίκη του με ένα σφετερισμό. Η αστική τάξη επιτρέπει στο προλεταριάτο μονάχα ένα σφετερισμό—το σφετερισμό του αγώνα.
    Το μεσημέρι της 25 του Φλεβάρη η δημοκρατία δεν είχε ακόμα ανακηρυχθεί, ενώ αντίθετα είχαν κιόλας μοιραστεί όλα τα υπουργεία ανάμεσα στα αστικά στοιχεία της προσωρινής κυβέρνησης κι ανάμεσα στους στρατηγούς, τους τραπεζίτες και τους δικηγόρους της «Νάσιοναλ». Οι εργάτες όμως τη φορά αυτή ήταν αποφασισμένοι να μην ανεχθούν καμιάν απάτη σαν εκείνη του Ιούλη του 1830. Ήταν έτοιμοι να ξαναρχίσουν τον αγώνα και να επιβάλουν τη δημοκρατία με τη βία των οπλών. Μ’ αυτό το μήνυμα, ο Ρασπάιγ πήγε στο δημαρχείο. Στο όνομα του παρισινού προλεταριάτου πρόσταξε την προσωρινή κυβέρνηση να ανακηρύξει τη δημοκρατία. Αν δεν εκτελούσαν μέσα σε δυο ώρες την προσταγή αυτή του λαού, θα επέστρεφε επικεφαλής 200.000 ανδρών. Τα πτώματα αυτών που είχαν πέσει δεν είχαν καλά-καλά κρυώσει, τα οδοφράγματα δεν είχαν παραμεριστεί, οι εργάτες δεν είχαν αφοπλιστεί και η μοναδική δύναμη που μπορούσε να τους αντιμετωπίσει ήταν η εθνοφρουρά. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες εξαφανίστηκαν ξαφνικά οι σοφοί πολιτικοί δισταγμοί και οι νομικοί ενδοιασμοί της προσωρινής κυβέρνησης. Η δίωρη προθεσμία δεν είχε ακόμα λήξει και στους τοίχους του Παρισιού άστραφταν κιόλας οι γιγάντιες ιστορικές λέξεις:

    Γαλλική Δημοκρατία! Ελευθερία! Ισότητα! Αδερφοσύνη!

    *Οι τίτλοι και υπότιτλοι είναι της ΙΣΚΡΑ για το συγκεκριμένο απόσπασμα από το έργο του Καρλ Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1848-1850)

  10. Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση. Μια θέση για το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο,

    του Δημήτρη Μπελαντή

    1. Η μαρξική θεωρία για την εργατική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο

    Στον κλασικό μαρξισμό, η θεωρία του επαναστατικού υποκειμένου στον καπιταλισμό στηρίζεται σε μια παραδοχή ιδιαιτερότητας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) σε σχέση με τους προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η ιδιαιτερότητα ή ιδιομορφία του ΚΤΠ έγκειται στον συμβολαιακό οικονομικό/μη εξωοικονομικό καταναγκασμό της εργατικής τάξης ως της βασικής κυριαρχούμενης και εκμεταλλευόμενης τάξης ως προς την πώληση της εργατικής της δύναμης και την απόσπαση υπεραξίας/πλεονάσματος από αυτήν. Εδώ, το πλεόνασμα αποσπάται από την τάξη με την αξιοποίηση της εργατικής της δύναμης ως εμπορεύματος/αξίας ως αφηρημένης εργασίας, και την πώληση αυτού του εμπορεύματος στον καπιταλιστή, για λόγους που έχουν να κάνουν με την επιβίωση και την οικονομική αναπαραγωγή του εργάτη. Αντίθετα, στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, ο εκμεταλλευόμενος (δούλος, δουλοπάροικος, αγρότης στον ασιατικό τρόπο παραγωγής) έχει την νομή, το φυσικό έλεγχο των μέσων εργασίας – και χρειάζεται η άσκηση εξωοικονομικού καταναγκασμού (κυρίως δια της υλικής στρατιωτικής καταστολής, και λιγότερο διά της ιδεολογικής χειραγώγησης, όπως εν μέρει στην φεουδαρχία) για να υποχρεωθεί ο εκμεταλλευόμενος να παράσχει εργασία/υπερεργασία στον κυρίαρχο.

    Παρά το γεγονός ότι η οικονομική εκμετάλλευση στον καπιταλισμό συντελείται διά της «εξατομίκευσης» του εργάτη στην οικονομική σφαίρα, εξατομίκευσης που εκφράζεται και στην οικονομική ταξική πάλη (βλ. Ν. Πουλαντζάς, «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», τ.Α’, 1975), παρά το γεγονός ότι ο εργάτης ξεκινά από μια θέση ασθενέστερης οικονομικής ισχύος από τον εργαζόμενο στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, αφού δεν διαθέτει –ιδίως μετά την μανιφακτούρα– τα μέσα εργασίας υπό τον έλεγχό του, στην πραγματικότητα, ο εργάτης ως «ελεύθερος» νομικά και ως μη υποκείμενος στην υποδούλωση και την αναγκαστική στρατιωτική βία του κυρίαρχου, φαίνεται να είναι κατ’ αρχήν αντικειμενικά ισχυρότερος σε κοινωνική κλίμακα από τον υποδουλωμένο εργαζόμενο στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η ίδια η αστική οργάνωση της εκμετάλλευσης, αλλά και η επίτευξη της νομικής ισότητας και της κατάργησης τω «θεσμικών τάξεων» από τις αστικές επαναστάσεις τοποθετεί τον εργάτη ως ισότιμο και ελεύθερο μέλος της αστικής κοινωνίας. Αυτή η κατάσταση, όχι μόνο επιτρέπει την ταξική κινητικότητα, αλλά εγγράφει τον εργάτη ως ισότιμο τυπικά συμβαλλόμενο με τον καπιταλιστή. Η σχέση εκμετάλλευσης είναι πια μια ελεύθερη συμβατική σχέση, πόσω μάλλον που ο Μαρξ υποστηρίζει ότι το εμπόρευμα εργατική δύναμη, παρά τις διακυμάνσεις της τιμής του, πωλείται πράγματι στην αξία του.

    Παρά το γεγονός ότι αυτή η τυπική ισότητα ορθώς λοιδωρείται από τον μαρξισμό, η ισότητα του να είσαι πλούσιος ή φτωχός κατά τον Ανατόλ Φρανς, η ισότητα του να δειπνείς σε κοσμικά εστιατόρια ή να κοιμάσαι κάτω από τις γέφυρες, η ισότητα του να δουλεύεις 15 ώρες την ημέρα στη Βιομηχανική Επανάσταση, είναι ένα καθεστώς που δίνει συμβολική δύναμη στον εργάτη και θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την εξέγερσή του με μια μεγαλύτερη συμβολική ισχύ. Η επίτευξη της νομικής ισότητας θα μπορούσε να τροφοδοτήσει –όπως και έκανε– ένα σημαντικό βήμα προς την επίτευξη της κοινωνικής ισότητας: δεν είναι τυχαίος ο προβληματισμός του Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα» για την σχέση τυπικής νομικής ισότητας, πολιτικής ισότητας και κοινωνικής απελευθέρωσης. Όμως, η επίτευξη της νομικής ισότητας είναι δίκοπο μαχαίρι: δίνει κοινωνική δύναμη σε αυτόν που την κατέχει αλλά και τον εντάσσει συμβολικά και φαντασιακά στον ελεύθερο κόσμο του κεφαλαίου, στην «κοινότητα της εργασίας».

    Η θεωρία του επαναστατικού υποκειμένου δεν εδράζεται μόνο στην αφετηρία της νομικής/συμβολαιακής ισότητας. Εδράζεται και σε δύο ακόμη σοβαρούς παράγοντες. Κατ’ αρχήν, στον κοινωνικοποιημένο χαρακτήρα της εργασιακής διαδικασίας στον καπιταλισμό, και ιδίως στον ώριμο καπιταλισμό. Η ένταξη του εργάτη στο μεγάλο εργοστάσιο και η ανάπτυξη μιας μορφής καταμερισμού της εργασίας και ενός «συλλογικού εργάτη», ο οποίος μετέχει στην απόκτηση και διατήρηση εργασιακών δεξιοτήτων αλλά και στη στέρησή τους (ιδίως δια του ταιυλορισμού), η σύνδεση της εργασίας με την παραγωγή επιστημονικής γνώσης και τεχνικής, διαμορφώνει τρεις σημαντικές τάσεις:

    Κατά πρώτον, την ανάδυση ενός εργαζόμενου που αντιλαμβάνεται καλύτερα και συνολικότερα την κοινωνικοποιημένη παραγωγική διαδικασία και έχει γνώσεις και δεξιότητες για να την αναλάβει μέσα από τα συμβούλια και τον εργασιακό έλεγχο – ενός εργαζόμενου που αποσπά με αγώνες μορφές κατανόησης και διεύθυνσης της παραγωγικής διαδικασίας από τον διευθυντικό μηχανισμό του κεφαλαίου και οικοδομεί τον δικό της «συλλογικό εργάτη» και τον δικό της «συλλογικό διανοούμενο». Αυτή η διάσταση υπάρχει υπόρρητα αλλά όχι επαρκώς τονισμένη στο μαρξικό έργο (ιδίως στα «Grundrisse») και αναδεικνύεται ιδίως μέσα από την κριτική του ταιυλορισμού στην νεομαρξιστική κριτική του ’60 και του ’70. Αναδεικνύεται, ακόμη περισσότερο, μέσα την κριτική της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα προς την επιστημονική γνώση και τεχνική ως εργαλείο εξουσίας του κεφαλαίου και των διευθυντικών του μηχανισμών.

    Κατά δεύτερον –και εδώ ο Μαρξ παίζει σημαντικό ρόλο– στην κατανόηση μιας έντονα κοινωνικοποιητικής διαδικασίας, όπου το εργοστάσιο, σε αντίθεση με την ατομική ιδιοποίηση του πλεονάσματος, είναι το έμβρυο και ο προπομπός μιας εθνικής κοινωνικοποίησης και συγκέντρωσης της εργασιακής και παραγωγικής διαδικασίας, ο προπομπός του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Κατά τρίτον, η κοινωνικοποίηση της εργασίας στον βιομηχανικό καπιταλισμό ενισχύει την αντίσταση του εργατικού υποκειμένου και την ανάδυση μιας εργατικής αντιεξουσίας απέναντι σε αυτήν του κεφαλαίου και του διευθυντικού του μηχανισμού. Βεβαίως, η εμφάνιση αυτής της αντιεξουσίας, αρκετά υπαρκτή στα «Grundrisse», δεν φαίνεται να παίρνει έντονη μορφή στο ίδιο το «Κεφάλαιο». Επίσης, η αντιεξουσία συναρθρώνεται και με μια θετική «πειθάρχηση» και κοινωνικοποίηση της εργασίας μέσα στην «μεγάλη παραγωγή».

    Κατά τρίτον, έχω την γνώμη ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας της εργατικής τάξης θεμελιώνεται και σε μια διάσταση ιδιαίτερου θαυμασμού του Μαρξ προς τον καπιταλισμό ως την πιο προχωρημένη, κοινωνικά, επιστημονικά και θεσμικά μορφή της εκμεταλλευτικής ταξικής κοινωνίας. Αν ο καπιταλισμός είναι το «τέλος» της ταξικής κοινωνίας, δηλαδή ο εγελιανός σκοπός της ιστορικής κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή η πιο σύνθετη, ολοκληρωμένη, επιστημονικά σχεδιασμένη και πολιτικά νομιμοποιημένη μορφή της ταξικής κοινωνίας, τότε η εκμεταλλευόμενη τάξη στον καπιταλισμό μπορεί –αυτή και μόνο αυτή– να γίνει ο φορέας εξόδου από την ταξική κοινωνία στην κοινωνική απελευθέρωση και χειραφέτηση. Αυτή η θέση δεν μπορεί να κατανοηθεί εκτός της αντίληψης για τον βιομηχανικό ιδίως καπιταλισμό ως ένα απεχθές αλλά και θαυμαστό προϊόν του Διαφωτισμού. Αυτός ο θαυμασμός είναι υπαρκτός, αν και συνυπάρχει με την πιο οξεία κριτική του εργοστασιακού δεσποτισμού και της ταξικής εκμετάλλευσης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Μαρξ, στα αρχικά του κείμενα για την βρετανική επικυριαρχία στην Ινδία, παραβλέπει την καταστροφή του ίδιου του ινδικού καπιταλισμού από τους Βρετανούς αλλά και την βαθιά καταστροφή των κοινωνικών δομών και εστιάζει σε μια δήθεν προοδευτική και εκσυγχρονιστική δυναμική της παρέμβασης του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Αργότερα, ο Μαρξ θα διαπιστώσει τον αντιδραστικό χαρακτήρα του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ινδία αλλά και την πιθανή δυνατότητα παρέκβασης του καπιταλιστικού σταδίου στη Ρωσία.

    Όμως, αν η υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης ξεκινά από την αντικειμενική θέση της εργατικής τάξης στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία, φαίνεται να ενισχύεται από την σταδιακή πολιτική ενδυνάμωση της εργατικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά.

    2. Η πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και η διπλή διαλεκτική της: η αυταπάτη της εκλογικής δύναμης και ο μακροχρόνιος ταξικός συσχετισμός

    Πράγματι, η εργατική τάξη μέσα από τους αγώνες της στον 19ο αιώνα, μέσα από την ενεργή στήριξη των αστικών επαναστάσεων αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα της σοσιαλιστικής εξέγερσης/επανάστασης, όπως ο γαλλικός Ιούνης του 1848 ή η Κομμούνα στο Παρίσι του 1871, αποκτά σταδιακά πολιτικά δικαιώματα, γενόμενη ο βασικός παράγοντας μετεξέλιξης του ολιγαρχικού φιλελευθερισμού σε μια μορφή συμμετοχικής αστικής δημοκρατίας. Η διαδικασία αυτή ξεκινά από το 1830 και φτάνει οριακά ως την πέμπτη δεκαετία του 20ου αιώνα, με την επίτευξη της πολιτικής ελευθερίας και τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στην αστική δημοκρατία χάρη και στο ρόλο της στον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως είναι εύλογο, μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά και ιδίως μέσα από την αντιφασιστική εμπειρία του Β’ ΠΠ, η πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης αλλά και η ενεργός συμμετοχή της στις πολιτικές διεκδικήσεις εντός της αστικής δημοκρατίας, ωθεί στην απόκτηση των κοινωνικών/εργασιακών της δικαιωμάτων και στην συγκρότηση ενός φιλεργατικού κοινωνικού κράτους. Η πολιτική χειραφέτηση φέρνει την κοινωνική ενδυνάμωση.

    Όμως, η πολιτική χειραφέτηση και η κοινωνική ενδυνάμωση δεν επιφέρει αναγκαστικά, ή έστω ως βασική τάση, και την επαναστατική ρήξη. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Η θέση του Ένγκελς στον περίφημο πρόλογό του στο έργο του Μαρξ «Ταξικοί Αγώνες στην Γαλλία» το 1895, περί του τέλους της επαναστατικής βίας, και η συνακόλουθη θέση του Μπερνστάιν ότι η σταδιακή ενδυνάμωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό θα οδηγήσει στον σοσιαλισμό –παρά την τότε καταδίκη της από την μαρξιστική «ορθοδοξία» της Β’ Διεθνούς, από τον Κάουτσκυ και την Ρόζα–, υποδηλώνουν αυτό που ο Ρ. Μίχελς θα γράψει ανοιχτά: ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα, έχοντας γραφειοκρατικοποιηθεί, ολιγαρχοποιηθεί και ενταχθεί στις πολιτικές δομές της αστικής δημοκρατίας, στηρίζουν πια την κοινωνική μεταρρύθμιση και όχι την επανάσταση (Ρ. Μίχελς «Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη δημοκρατία-έρευνες γύρω από τις ολιγαρχικές τάσεις του ομαδικού βίου», 1997). Ο Μίχελς, η Ρόζα αλλά και ο Α. Πάνεκοκ καθώς και ο Ζ. Σορέλ στις «Σκέψεις πάνω στη βία» θα το καταγγείλουν, ο καθένας με τον ιδιαίτερο τρόπο του. Η συγκυρία του Αυγούστου του 1914, πέρα από το πάθος για την «εθνική άμυνα», στο οποίο προσχωρεί πλειοψηφικά και η εργατική τάξη, καταγράφει την οργανική ένταξη των μαρξιστών στο όνομα σοσιαλδημοκρατίας στο αστικό δημοκρατικό κράτος, την άνοδο της «εθνικής ενότητας» έναντι του ταξικού ανταγωνισμού. Το έθνος που υπερασπίζει πια η γαλλική, η βρετανική και η γερμανική εργατική τάξη είναι ένα συνταγματικό και δυνάμει κοινωνικό κράτος-έθνος, στο οποίο αυτές οι τάξεις κατ’αρχήν νιώθουν να εντάσσονται.

    Η θεώρηση του Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» για τις αιτίες του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού είναι μια πολύ περιορισμένη ερμηνεία, η οποία αδικεί τη συνήθη οξυδέρκειά του (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980, ιδίως σελ. 105-109). Προφανώς, η σοσιαλδημοκρατική και η συνδικαλιστική ηγεσία στην Δύση έχουν «εξαγορασθεί» εν πολλοίς από τον ιμπεριαλισμό/καπιταλισμό και τα υπερκέρδη του, καθώς και τις δυνατότητες συμβολικής εξουσίας που μπορεί να παράσχει. Όμως, αυτή η ερμηνεία δεν εξηγεί ικανοποιητικά γιατί σε μια συγκυρία κρίσης του συστήματος, όπως ο Α’ ΠΠ το 1914, μια μεγάλη, αν όχι πλειοψηφική τάση της εργατικής τάξης ακολουθεί την εξαγορασμένη ηγεσία, γιατί δεν διαφοροποιείται ικανοποιητικά από την κυριαρχία της και δεν αμφισβητεί την «Ιερή Συμμαχία». Δεν εξηγεί, επίσης, καθόλου, γιατί η εργατική τάξη στη Δύση, στην πλειοψηφία της, όντας ματωμένη, εξαντλημένη, φτωχή και απογοητευμένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και το σύστημα, δεν ακολουθεί με επιτυχία το επαναστατικό εγχείρημα στην Ευρώπη στην επαναστατική περίοδο που ακολουθεί τον Οκτώβρη, στην περίοδο 1918-1923. Γιατί δηλαδή ένα σημαντικό τμήμα της παραμένει απαθές ή και εντάσσεται στους στρατούς της αντεπανάστασης, από τα Freikorps ως την καταστολή της Κομούνας της Βουδαπέστης το 1919.

    Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία της ήττας στην περίοδο 1917-1923 (και σε Χ. Γκρούμπερ «Η επανάσταση στην Ευρώπη 1917-1923», Αθήνα 1986, Κομμούνα), και της συνακόλουθης μεγάλης ήττας που είναι η άνοδος του ναζισμού στην Γερμανία, είναι αρκετά σύνθετη και θέτει σε προβληματισμό την άποψη περί του μονοσήμαντα επαναστατικού ιστορικά ρόλου της εργατικής τάξης, οδηγώντας στη θέση του δυνάμει ή εν μέρει επαναστατικού της ρόλου. Στην πραγματικότητα, η εργατική τάξη είναι μια αντιφατική ιστορικά τάξη. Σε αυτήν συνυπάρχουν και η τάση προς την εξέγερση/επανάσταση (ρήξη με την κεφαλαιακή σχέση), για τους λόγους που αναπτύχθηκαν παραπάνω εντός της μαρξικής σκέψης, αλλά και η τάση προς την υπακοή/αφομοίωση στην κεφαλαιακή σχέση. Αυτό που κρίνει την τελική έκβαση ανάμεσα σε αυτές τις ανταγωνιστικές τάσεις είναι ο συνδυασμός του ΚΜΤΣ (κεντρικού μακροχρόνιου πολιτικού ταξικού συσχετισμού) με τον βραχυχρόνιο πολιτικό ταξικό συσχετισμό. Ο μακροχρόνιος ταξικός συσχετισμός είναι η έκβαση της ταξικής πάλης, ιδίως της πολιτικής και ιδεολογικής, στον «μακρό χρόνο» (εδώ χρησιμοποιω τον «μακρό χρόνο» της Ιστορίας με την έννοια του longue durée [μακρά διάρκεια] της σχολής των Annales, όπως ιδίως χρησιμοποιήθηκε από συγγραφείς όπως ο Μαρκ Μπλοχ, ο Λυσιέν Φεβρ ή ο Φερνάν Μπρωντέλ).

    Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε λακωνικά την αδυναμία της λενινιστικής θέσης για το κόμμα και τις μάζες έναντι της πιο αξιόπιστης λουξεμπουργκιστικής, ιδίως στο έργο της «Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα» (Αθήνα, 2007, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Στο μακρό χρόνο, η εξεγερτική τάση διαμορφώνεται, όπως στη Ρωσία από το 1905 ως το 1917 ή στην Κίνα από το 1927 ως το 1949, μέσα από μια άνοδο της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ισχύος της εργατικής τάξης, από μια άνοδο της πολιτικής της ταξικής συνείδησης, από μια άνοδο της συμμαχικής και ηγεμονικής της ικανότητας προς τις άλλες κυριαρχούμενες τάξεις, από μια ενίσχυση του ιδιαίτερου ενοποιητικού της κοινωνικού πολιτισμού. Αντίθετα, στον «μακρό χρόνο», η τάση αφομοίωσης/υποταγής διαμορφώνεται από την απτή εμπειρία της δυνατότητας κατάκτησης μεταρρυθμίσεων χωρίς το κόστος της πολιτικής βίας και ιδίως του εμφυλίου πολέμου, από μια άμβλυνση της ταξικής της συνείδησης, από μια σύγκλιση με τις «μεσαίες τάξεις» και από μια υποχώρηση των ριζοσπαστικών όψεων του κοινωνικού της πολιτισμού, πιθανόν και από τον φόβο μπρος στην βίαιη σύγκρουση ή και από την αφομοίωση των ιστορικών της ηττών. Ο Λένιν κατανοεί την τάση υπακοής/αφομοίωσης της μισθωτής εργασίας στο «Τι να κάνουμε», μιλώντας για την αυθόρμητα ρεφορμιστική ή αναρχοσυνδικαλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης, αλλά ελπίζει να την κατανικήσει με το Κόμμα Νέου Τυπου: στη Ρωσία το πετυχαίνει σε κάποιο βαθμό. Η τάση αφομοίωσης και υπακοής ως ανερχόμενη τάση είναι αυτό που συνέβη σταδιακά στην εργατική τάξη του Μεσοπολέμου και του Μεταπολέμου στη Δύση, είναι αυτό που συνέβη στην ελληνική εργατική τάξη στην μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, είναι αυτό που ως τάση μάλλον αυξάνεται, όσο ο καπιταλισμός επιβιώνει μέσα στην δομική του κρίση, αποποιούμενος το Διαφωτισμό. Είναι η τάση των «ομαλών περιόδων» του καπιταλισμού ή και της ομαλοποίησης του «κράτους-κρίσης». Ο δυνάμει επαναστατικός ρόλος ηττήθηκε στις περιπτώσεις αυτές από την δυνάμει τάση αφομοίωσης. Ουσιαστικά, πρόκειται για αυτό που ο Πουλαντζάς προσδιορίζει ως πολιτική ταξική τοποθέτηση της εργατικής τάξης, εκδιπλούμενο στον μακρό χρόνο, και εδώ ως αρνητική για την επανάσταση πολιτική εξέλιξη («Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό», Αθήνα 1990, Θεμέλιο, σελ. 16-17).

    Η θέση αυτή για την σχέση μακροχρόνιου και βραχυχρόνιου (βασικά πολιτικού) ταξικού συσχετισμού προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, μια ανάγνωση των κοινωνικών τάξεων και ιδίως της εργατικής και της αστικής ως τάξεων που συγκροτούνται μέσα και από την ταξική πάλη και δεν υπάρχουν πριν ή πέρα από αυτήν. Προϋποθέτει, επίσης, σε κάθε περίπτωση την προτεραιότητα της ταξικής πάλης έναντι των παραγωγικών δυνάμεων, σε αντίθεση με τον οικονομίστικο και εξελικτικιστικό μαρξισμό.
    …………………..
    ………………….

  11. ……………………..
    ……………………..
    Στα πλαίσια αυτά της μακροχρόνιας ριζοσπαστικής ενδυνάμωσης ή αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης, η τάξη λειτουργεί ως ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο που διαδρά με την αστική κοινωνία, με την αστική τάξη και τον κυρίαρχο πολιτισμό, με τις άλλες λαϊκές και ενδιάμεσες τάξεις, και τον ιδιαίτερο πολιτισμό και ιδεολογίες τους, και δεν είναι απλώς ένα εξάρτημα του επαναστατικού ή του ρεφορμιστικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αντίθετα, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η τάξη λειτουργώντας εξεγερτικά ή επιβιωτικά επιλέγει να χρησιμοποιήσει το πολιτικό υποκείμενο για τους σκοπούς της-σε μεγάλο βαθμό. Όμως, αυτό δεν σημαίνει καθόλου το ότι η ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος είναι κάτι το ασήμαντο στον μακρό ή και στο βραχύ χρόνο. Το επαναστατικό ή έστω ριζοσπαστικό κόμμα ή οργάνωση παίζει σημαντικό-αλλά όχι αποκλειστικό-ρόλο στην ενδυνάμωση του επαναστατικού ρόλου ως εκδοχής, στην ενδυνάμωση της πολιτικής και ιδεολογικής ταξικής συνείδησης και στην ενδυνάμωση του κοινωνικού εργατικού πολιτισμού. Ή αντίθετα, οι αδυναμίες του τροφοδοτούν την αντίρροπη τάση. Όμως, πρόκειται για έναν ρόλο συμβολής/συνδιαμόρφωσης και όχι για έναν ρόλο αποκλειστικό ή απόλυτα κυρίαρχο στην διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης και πρακτικής.

    Από την άλλη πλευρά, η επαναστατική τάση και οργάνωση μπορεί να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το βραχυχρόνιο ταξικό συσχετισμό δύναμης. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί είναι δυνατό ένας εξεγερσιακός μακροχρόνιος συσχετισμός (όπως στην Ισπανία του ’36 ή στην Πορτογαλία του ’74-75) να έχει απέναντί του ισχυρές αντίρροπες τάσεις ή και ισχυρές μακροχρόνιες τάσεις υπακοής και αφομοίωσης. Στην περίπτωση αυτήν, η ήττα μπορεί να αποδοθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, όταν αναπτύσσεται μια αντίρροπη μακροχρόνια ισορροπία, στην έκβαση του βραχυχρόνιου πολιτικού συσχετισμού. Οι αδυναμίες της επαναστατικής τάσης και οργάνωσης, όταν οι μακροχρόνιοι συσχετισμοί είναι ισόρροποι, μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο. Αυτό, κατά την γνώμη μου, σημάδεψε την μακροχρόνια επαναστατική κατάσταση στην Ιταλία του ‘70, όπου η μακροχρόνια επαναστατική τάση συμπλέχθηκε με μια μακροχρόνια τάση αφομοίωσης, συνδεδεμένη ιδίως με το ΙΚΚ και την θεσμική-κυβερνητική Αριστερά, και όπου δεν αναπτύχθηκε μια αντίστοιχη προς την συγκυρία επαναστατική οργάνωση μαρξιστική ή αναρχική στον βραχύ χρόνο.

    Τέλος, η βασική απόρριψη της ερμηνείας της «κρίσης επαναστατικής ηγεσίας» οδηγεί σε μια θεώρηση της εργατικής τάξης ως κοινωνικά προσδιορισμένου αλλά και αυτόνομου κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις δράσεις των αρχουσών τάξεων (που την καταπνίγουν, καταστέλλουν, χειραγωγούν, κλπ) ούτε από την «σοφία των ηγετών της» – συνεπώς, η επιλογή της να επαναστατήσει ή έστω να αντισταθεί έχει και μια σοβαρή ηθική και πολιτική διάσταση, μια διάσταση ηθικοπολιτικής αυτονομίας και υποκειμενικής ευθύνης. Η τάξη δεν είναι άθυρμα των ηγεσιών της, ακόμη και αποδεχόμενη την επιβιωτική προσαρμογή παραμένει ένα ηθικό πολιτικό συλλογικό υποκείμενο.

    Σε κάθε περίπτωση, θα ήθελα στο σημείο αυτό να επαναφέρω την θέση του Πέρυ Άντερσον το 1977 («Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», Αθήνα 1985, σελ. 30-33), ο οποίος υποστηρίζει ότι ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός του αστικού κράτους είναι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, παρά το ότι η αστική δημοκρατία έχει παραφθαρεί και αποδυναμωθεί/εκφυλισθεί αφάνταστα από το 1977 μέχρι σήμερα. Η αστική δημοκρατία, σε συνδυασμό με τους ανελθόντες μηχανισμούς των ΜΜΕ και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και ψυχαγωγία,ς στα 40 χρόνια που πέρασαν είναι ένα έδαφος –παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα– μάλλον γόνιμο για την αστική ηγεμονία και σχετικά αποδυναμωτικό για την εργατική αντιηγεμονία. Η αστική δημοκρατία, σε συνδυασμό και με το κοινωνικό κράτος αλλά και με την τάση προς τον ατομικισμό-καταναλωτισμό-ναρκισσισμό, παρά την προσωρινή κοινωνική ενδυνάμωση των εργατών, διαβρώνει μακροχρόνια την επαναστατική τάση, την καθιστά μια έντονα «εξαιρετική» τάση εντός της μισθωτής εργασίας. Ο Μαρκούζε, παρά τις υπερβολές του, έχει κάποιο εύλογο επιχείρημα στο «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» (1961), μιλώντας για την παρακμή του εργατικού επαναστατικού υποκειμένου μέσω του καταναλωτισμού και της εξατομίκευσης. Πάνω σε αυτό το μοτίβο, θα ήθελα να σταθώ στο ζήτημα των τριών επαναστατικών κύκλων που γνώρισε ο 20ος αιώνας. Τέλος, θα καταγράψω ορισμένες ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις της σύγχρονης μισθωτής εργασίας, όπως διαμορφώνονται πιο μακροχρόνια.

    3. Οι τρεις επαναστατικοί κύκλοι στην διάρκεια του 20ου αιώνα

    Πρώτος κύκλος Ο πρώτος επαναστατικός κύκλος είναι αυτός που ανοίγει η μεγάλη ρώσικη επανάσταση του 1917 και που κλείνει με την ήττα της ισπανικής επανάστασης στα 1936-1937 και την πορεία πια προς τον Β’ΠΠ. Ο κύκλος αυτός ξεκινά από μια χώρα, τη Ρωσία, που δεν έχει κοινοβουλευτική και ηγεμονική παράδοση κι όπου έχουν συμπυκνωθεί όλες οι εσωτερικές και οι διεθνείς καπιταλιστικές αντιθέσεις, όπως, επίσης, και όψεις καπιταλιστικής ανάπτυξης και καθυστέρησης μαζί. Σε αυτή την χώρα, η επανάσταση νικά το σάπιο και ασταθές καπιταλιστικό καθεστώς, αν και όχι αναίμακτα, όπως καμία φορά λέγεται, αλλά με έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς. Εξαπλωνόμενη στην Δύση, η επανάσταση ηττάται παντού, από την Γερμανία, ιδίως στα 1918-1923, ως την Ουγγαρία (1919), τη Βιέννη (1919), τη Φινλανδία (1918), την Πολωνία (1920). Οι μάζες σε αυτές τις χώρες διασπώνται με κρίσιμο τρόπο, μια ισχυρή μειοψηφία τάσσεται μέσα στις συνθήκες κατάρρευσης με την επανάσταση, μια μάλλον ασταθής πλειοψηφική τάση τάσσεται με την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία ή με τον ακραίο και φιλοφασιστικό αστικό εθνικισμό. Πρόκειται για την τάση προς την «παθητική επανάσταση», όπως θα την ονομάσει ο Γκράμσι. Δύο στρατόπεδα οργανώνονται εντός της εργατικής τάξης και ακόμη περισσότερο εντός των λαϊκών τάξεων, όπου οι χωρικοί και οι μικροαστοί τάσσονται μάλλον αποφασιστικά με το αντεπαναστατικό στρατόπεδο (απουσία ηγεμονικής ταξικής συμμαχίας και ιστορικού μπλοκ της επανάστασης, αντίθετα προς τη Ρωσία του 1917). Παρά το ότι η Κομμουνιστική Διεθνής αντιλαμβάνεται τη σταδιακή αλλαγή του συσχετισμού σε βάρος της επανάστασης και εισάγει ήδη στο Τρίτο Συνέδριό της (1921) την στρατηγική του Ενιαίου Μετώπου, αυτή ουσιαστικά ούτε εφαρμόζεται αποτελεσματικά ούτε καταφέρνει να αλλάξει πια τον συσχετισμό προς το ευμενέστερο για την επαναστατική εργατική μερίδα.

    Αξίζει να προσέξουμε ότι αυτός ο κύκλος είναι απόρροια του πολέμου, της εθνικής κρίσης και της σοβαρά τραυματισμένης συμμαχίας της αστικής τάξης με τις υποτελείς τάξεις στην Δυτική Ευρώπη. Ακόμη κι έτσι, όμως, παραμένει σημαντικό το γεγονός ότι μια σημαντική μερίδα των προλεταρίων προτιμά την καπιταλιστική σταθεροποίηση και μάλιστα σε ορισμένες χώρες σε μη αστικοδημοκρατικό και εθνικιστικό/φιλοφασιστικό προσανατολισμό. Επίσης, είναι σημαντικό ότι σε αυτές τις προσπάθειες δεν υφίσταται ηγεμονική συμμαχία των κυριαρχούμενων υπό την εργατική τάξη. Όπου η εργατική τάξη πολεμά κατά του συνόλου των λοιπών τάξεων, δηλαδή κατά της ηγεμονικής συμμαχίας αστών-μικροαστών-δημοσίων υπαλλήλων- αγροτών-τμήματος των εργατών, πάντοτε ηττάται. Στην ήττα της εργατικής τάξης, συμβάλλει και η παραδοσιακή αντίληψη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία και στη Β’ Διεθνή γενικότερα (Κάουτσκυ) ότι όλες οι λοιπές κυριαρχούμενες τάξεις αποτελούν μια αντιδραστική μάζα, συμφυόμενη με το κεφάλαιο. Η θέση αυτή θα παίξει ρόλο και στη Σοβιετικη Ένωση ως προς την αντιαγροτική ιδεολογική σημαίνουσα της αναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης του 1928-1932 (Σαρλ Μπετελέμ «Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ 1923-1930», τ.Β’, Αθηνα 1975, Ράππας). Τέλος, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ακόμη και σε αυτήν την τόσο λεπτή μεταπολεμική συγκυρία, όπου σε κάθε σχεδόν δυτική χώρα υπάρχει μια επαναστατική κίνηση, από μια σοβαρή απεργία ως μια καθαρή εξέγερση, η Βρετανία, παρά το ότι και εκεί αναπτύσσεται ένα ισχυρό εργατικό κίνημα συμπαράστασης στα σοβιέτ, παραμένει ουραγός της κίνησης. Η χώρα που είναι πρότυπο καπιταλιστικής ανάπτυξης και μια πιθανότατη χώρα για την εργατική επανάσταση στα μάτια του Μαρξ παραμένει σχεδόν σταθερά σε όλη την νεοτερικότητα εκτός του επαναστατικού τεραίν (με σοβαρή εξαίρεση το κίνημα των Χαρτιστών στις δεκαετίες του 1830 και του 1840). Η πραγματικότητα αυτή θέτει εν αμφιβόλω το κριτήριο της καπιταλιστικής ωριμότητας ως όρου της επανάστασης και ακόμη περισσότερο της βαθιάς ενσωμάτωσης και αποδοχής του καπιταλισμού του μεγάλου εργοστασίου από την εργατική τάξη.

    Έχει υποστηριχθεί συχνά η θέση ότι σε αυτές τις επαναστάσεις η επανάσταση ηττήθηκε λόγω του αδύναμου ρόλου του ΚΚ, της μη προετοιμασίας του με έναν τρόπο σαν το ρώσικο μπολσεβίκικο κόμμα, της μόλις τότε δημιουργίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Πρόκειται για θέση της κλασικής περιόδου της Κομμουνιστικής Διεθνούς αλλά και του τροτσκιστικού ρεύματος, ενώ η θέση αυτή εκφράσθηκε και στην κριτική της ΚΔ στην αποτυχημένη επαναστατική απόπειρα του KPD στην Γερμανία το 1923 ως αποτυχία της ηγεσίας του κόμματος (Χ. Μπράντλερ και Α.Ταλχάιμερ) και οδήγησε στην περίφημη «μπολσεβικοποίηση» των ΚΚ υπό την αιγίδα του ρώσικου κόμματος. Η θέση αυτή έχει ορισμένες αρετές αλλά δεν είναι απόλυτα πειστική. Ο επαναστατικός μαρξισμός ήταν μια ισχυρή παράδοση στη Γερμανία και μάλιστα συγκέντρωσε σημαντικά τμήματα ειδικευμένων, σχετικά καλοπληρωμένων και μορφωμένων εργατών («μαστόρων»), όπως ιδίως οι μεταλλωρύχοι του Ρουρ και της Ρηνανίας αλλά και οι ανθρακωρύχοι της Νότιας Γερμανίας (και D. Geary «Το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 193-200, για το γερμανικό εργατικό κίνημα και το φαινόμενο των επαναστατών μαστόρων). Βεβαίως, αν το ΚΚ είχε περισσότερα χρόνια προετοιμασίας ή αν η Ρόζα ζούσε, ίσως τα πράγματα να εξελίσσονταν διαφορετικά. Όμως, αυτό δεν εξηγεί γιατί ο πυρήνας που διαμόρφωσε εντός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας τον πρώιμο γερμανικό κομμουνισμό δεν αναπτύχθηκε περισσότερο μέσα στη λαίλαπα του Α’ ΠΠ και την κατάρρευση της αυτοκρατορικής Γερμανίας – η Ρόζα κατανοούσε το 1919 το ακόμη ασθενές υποκειμενικά στοιχείο του γεννώμενου γερμανικού κομμουνισμού. Η επιβιωτική τάση της φιλοσοσιαλδημοκρατικής εργατικής μερίδας, που πιθανόν δεν ήθελε να ζήσει έναν εμφύλιο της ρωσικής κλίμακας και μια όχι απιθανή στρατιωτική επέμβαση της Αντάντ, μέτρησε τελικά περισσότερο από το επαναστατικό και ηρωϊκό elan των κομμουνιστών εργατών.

    Ο πρώτος κύκλος κλείνει με την αποτυχία του ΛΜ στην Γαλλία και με την ισχυρή επαναστατική τάση στην Ισπανία του 1936-1937, την άνοδο και την καταστολή της. Έχω την γνώμη ότι παρά την ισχυρή αντικαπιταλιστική δυναμική του γαλλικού ΛΜ, ιδίως το καλοκαίρι του 1936, το ΛΜ ανήκει περισσότερο στο μεταρρυθμιστικό και λιγότερο στο επαναστατικό παράδειγμα, παρά την αντίθετη κυρίως τροτσκιστική φιλολογία. Η εμπέδωση κάποιων σημαντικών κατακτήσεων και όχι μόνο ο ρεφορμιστικός ρόλος του ΚΚ Γαλλίας οδήγησε στην αρχή της υποχώρησης του εργατικού κινήματος. Στην συνέχεια, η προδοσία της Ισπανίας από την κυβέρνηση Λεόν Μπλουμ με την πολιτική της «μη επέμβασης» και οι αντιφάσεις της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας –σε συνδυασμό και με τις αντιφάσεις του γαλλικού ΚΚ– έδωσαν το τελικό χτύπημα στο γαλλικό εργατικό κίνημα και οδήγησαν στη νίκη μιας Δεξιάς που προετοίμασε το Βισύ.

    Αντίθετα, η μεγάλη ισπανική επανάσταση, είναι η κεντρική πιθανότατα εργατική επανάσταση του 20ου αιώνα, καθώς ο πειραματισμός στις μορφές λαϊκής εξουσίας και εργατικού-κοινωνικού ελέγχου πηγαίνει πιο μακροχρόνια, πολύ βαθύτερα και πολύ μακρύτερα από τον πολύ περιορισμένο εργατικό έλεγχο στην Ρωσία του 1917-1918 και τα στη συνέχεια πλασματικά της συμβούλια. Η Ισπανία υπήρξε πιθανόν η αυθεντικότερη χώρα των εργατοαγροτικών συμβουλίων και σοβιέτ, η αυθεντικότερη χώρα του δυτικού κομμουνισμού ως κοινωνικοπολιτικής τάσης (βλ. ιδίως το έργο των Μπρουέ και Τεμίμ για τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Επανάσταση στην Ισπανία καθώς και πολλά άλλα). Στην περίπτωση της Ισπανίας του Μεσοπολέμου, το πρόβλημα δεν έγκειται κυρίως στην έλλειψη θετικού μακροχρόνιου ταξικού συσχετισμού ή στην έλλειψη ταξικής συνείδησης και βαθέος κοινωνικού και φαντασιακού πλούτου στην αυτοοργάνωση των μαζών. Όλα αυτά είναι απολύτως παρόντα και μάλιστα στην βάση μιας εργατικής τάξης, πρόσφατα αποχωρισμένης από τους τεχνίτες, που δεν έχει αφομοιώσει ούτε και θέλει να αφομοιώσει τον δεσποτισμό του μεγάλου εργοστασίου – σε αντίθεση με τις πιο αναπτυγμένες εργατικές τάξεις της Δύσης. Το πρόβλημα έγκειται στο επίπεδο της πολιτικής πρωτοπορίας. Αλλά από την αντίθετη πλευρά κυρίως, όχι από την πλευρά της επαναστατικής πρωτοπορίας αλλά από την πλευρά της αντεπαναστατικής πρωτοπορίας. Στην Ισπανία, η συμμαχία του σταλινικού ΚΚ με ένα ευρύ ρεύμα της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας (κυρίως την τάση Νεγκρίν-Πριέτο) και με τη δημοκρατική αστική τάξη διαμεσολαβεί έναν αρνητικό διεθνή συσχετισμό κατά της επανάστασης, έναν συσχετισμό που αντιστοιχεί στην γαλλλοαγγλική συμμαχία με την Σοβιετική Ένωση, το «Μέτωπο των Δημοκρατιών». Τον εκτελεστή της πολιτικής βούλησης αυτού του Μετώπου κατά της επανάστασης τον παίζει το ισπανικό ΚΚ και η GPU. Συνεπώς, αναπτύσσεται ένας βραχυχρόνιος ταξικός συσχετισμός σε αντεπαναστατική κατεύθυνση, ο οποίος ακυρώνει τον μακροχρόνιο θετικό ταξικό συσχετισμό, σε συνδυασμό και με τις παραδοσιοκρατικές και απολυταρχικές παραδόσεις των κυρίαρχων τάξεων.

    Η Ισπανία είναι μια από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις όπου υφίσταται όντως ζήτημα κρίσης επαναστατικής ηγεσίας, ένα σχήμα το οποίο συχνά χρησιμοποιείται για να αποδώσει τις μακροχρόνιες πολιτικές αδυναμίες του εργατικού κινήματος αποκλειστικά στην αδυναμία, την απουσία ή και την προδοσία της επαναστατικής οργάνωσης. Στην Ισπανία η τάση προς την επαναστατική οργάνωση υφίσταται και είναι ισχυρή, εντοπίζεται κυρίως στους αναρχικούς (CNT-FAI) και δευτερευόντως στο τροτσκίζον, αλλά όχι τροτσκιστικό, POUM. Όμως, στην κρίσιμη συγκυρία του 1936-1937, και στα πλαίσια ενός αντιφασιστικού συμφιλιωτισμού, οι οργανώσεις αυτές εξασθενίζουν παρά ενδυναμώνουν τον ηγετικό τους ρόλο πάνω στην επαναστατική τάση της εργατικής τάξης. Η ήττα του 1937 στην Βαρκελώνη και η απόσυρση στην συνέχεια της επαναστατικής τάσης στην Ισπανία είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτού του ασθενούς ηγετικού ρόλου και της σχεδόν εμπρόθετης απόσυρσης από αυτόν. Με την ισπανική ήττα τελειώνει και ο κύκλος της ρώσικης επανάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που νικιέται η επαναστατική τάση στην Ισπανία, η σταλινική αντεπανάσταση εκκαθαρίζει ένα σημαντικό τμήμα της επαναστατικής πρωτοπορίας του ’17, κλείνοντας και αυτή συμβολικά τον ρώσικο κύκλο. Η απόσταση από τη Μόσχα ως το Παρίσι, την Βαρκελώνη και το Μεξικό υπήρξε μάλλον μικρή στην πυκνή δεκαετία του ’30.

    Δεύτερος κύκλος Ο δεύτερος κύκλος είναι αυτός που σηματοδοτεί τα επαναστατικά κομμουνιστικά εγχειρήματα μετά τον Β’ ΠΠ στην Ευρώπη και διεθνώς, μέσα από το όχημα του ανταρτοπολέμου, αρχικά αντιφασιστικού και στην συνέχεια ταξικού/αντιιμπεριαλιστικού. Αυτός ο κύκλος έχει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον πρώτο-κοινό σημείο είναι η εθνική κρίση, η κατάρρευση των κοινωνιών και των εξουσιών από τον πόλεμο, η γενικευμένη πείνα και δυστυχία, μεγάλη διαφορά είναι η σύνδεση του ταξικού με το εθνικό. Προκύπτει, λοιπόν, ότι και ο δεύτερος κύκλος είναι προϊόν του πολέμου, ως ρήξης της ομαλότητας και της συνέχειας στον κοινωνικό σχηματισμό και ως ρήξης σε κάποιο βαθμό της ιστορικής συνέχειας με την αστική δημοκρατία. Όμως, εδώ η σχέση εθνικού-ταξικού τροποποιείται, καθώς δεν αντιτάσσεται απολύτως το ταξικό στο εθνικό, όπως στον Α’ ΠΠ, αλλά προσπαθεί να ασκήσει μια ηγεμονία πάνω στο αντιφασιστικό εθνικό μέτωπο. Η διπλή φύση του Β’ ΠΠ ως ιμπεριαλιστικού αλλά και ως αντιφασιστικού ταυτόχρονα πολέμου βάζει σαφώς την σφραγίδα της.

    Οι νικηφόρες επαναστάσεις αυτού του κύκλου γίνονται από σταλινοποιημένα ΚΚ, τα οποία σπάνε την γραμμή της Γιάλτας και αίρουν την σοβιετική καθοδήγηση επί αυτών και τις σφαίρες επιρροής του Ψυχρού Πολέμου. Είναι κυρίως το γιουγκοσλάβικο και το αλβανικό κόμμα στην Ευρώπη και το κινέζικο και το βιετναμέζικο στην Ασία. Τα κόμματα αυτά οδηγούν νικηφόρους εργατοαγροτικούς στρατούς στην κατάληψη της εξουσίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεν όψεις δυαδικοποίησης της εξουσίας (όπως τα σοβιέτ στην περίοδο της Μεγάλης Πορείας στην Κίνα) αλλά την ίδια στιγμή αυτή η δυαδικοποίηση της εξουσίας να είναι έντονα γραφειοκρατικοποιημένη στα πλαίσια του εν δυνάμει κράτους-κόμματος. Αυτό το «σοσιαλιστικό» κράτος-κόμμα που εγκαθιδρύεται μετά την νίκη της επανάστασης είναι εξαρχής μια γραφειοκρατικοποιημένη επαναστατική εμπειρία, παρά το ότι η ταξική πάλη στην Κίνα θα γνωρίσει υπό αυτήν την εξουσία συναρπαστικές καμπές και εξαρσεις. Μια εμπειρία μεταξύ του προτάγματος του εργατικού κράτους και της συχνής πικρής πραγματικότητας του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος κύκλος, ως συνισταμένη, είναι κοινωνικά πιο φτωχός και λιγότερο αυτόνομος ταξικά από τον πρώτο. Η σταλινική διαμεσολάβηση και πρόσληψη του Λένιν αμβλύνει τον αυτόνομο και εργατικό χαρακτήρα πάνω στην νέα εξουσία με την τάση να τον εξαφανίσει τελείως.

    Προφανώς, δεν περιλαμβάνω στο πλαίσιο των μεταπολεμικών επαναστάσεων τον κύκλο των χωρών που μετασχημάτισε με στρατιωτικό κυρίως τρόπο η σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν υπήρξαν ισχυρές στιγμές αυτόνομης παρέμβασης των εκεί εργατικών τάξεων στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Όμως, όπου έφτασαν πολύ μακρυά, οι παρεμβάσεις αυτές αντιμετωπίσθηκαν στρατιωτικά ως ‘αντεπαναστάσεις’ από τις «φυσικές επαναστατικές ηγεσίες» των ΚΚ.

    Στα πλαίσια των ηττημένων ή ματαιωμένων επαναστάσεων στην Δύση, η κύρια είναι η ελληνική ηττημένη επανάσταση, η «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» (βλ. και το ομώνυμο τετράτομο έργο του Θ. Χατζή, γραμματέα του ΕΑΜ, Αθήνα 1978, Δωδώνη), και οι πιο περιφερειακές η ιταλική και η γαλλική ματαιωμένη επανάσταση. Εδώ έχουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάρθρωση του εθνικοαπελευθερωτικού/αντιφασιστικού επιπέδου με το ταξικό/αντικαπιταλιστικό επίπεδο. Ο λαός, η συμμαχία των κυριαρχούμενων τάξεων, διεκδικεί ως ηγέτιδα τάξη το έθνος από την ηττημένη ηγεμονικά αστική τάξη, σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπου η δημοκρατική-εκλογική συμμετοχή του λαού στη Δύση έχει ήδη μετατρέψει το αρχικό αστικό έθνος σε μια ευρεία κοινότητα υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης (βλ. και σε Μ. Μανν «Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας», εκδόσεις Πόλις, τ. Β’ 1760-1914, «Η γέννηση των τάξεων και των εθνών-κρατών»). Η ελληνική επανάσταση μοιάζει σε κοινωνικό πλούτο και σε μορφές αυτοοργάνωσης αρκετά με την ρώσικη ή την ισπανική, χωρίς τον βαθμό υποκειμενικής αυτογνωσίας αυτών των επαναστάσεων. Οι αναγκαίες λαϊκομετωπικές και εθνικοαπελευθερωτικές στρατηγικές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ φτάνουν σε ένα ταξικό όριο, όπου τίθεται το ζήτημα της ταξικής εξουσίας, το ζήτημα της ρήξης με την «εθνική ενότητα»-άνοιξη του ‘44. Εδώ, η κεντρική ευθύνη για την λήψη απόφασης, της απόφασης υπέρ της «εθνικής ενότητας» βαρύνει το ΚΚΕ και την ηγεσία του, προφανώς, όμως, η απόφαση αυτή δεν αντανακλά μόνο την αστικοδημοκρατική γραμμή του ΚΚΕ από το 1934 (Α.Ελεφάντης «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης» ), την επιβολή της σοβιετικής συμφιλιωτικής γραμμής (Φ. Κλαουντίν «Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», Αθήνα 1980, τ. Β’, εν μέρει σωστά) ή και την ανικανότητα της ηγεσίας του (βλ. σε Ν. Ψυρρούκη «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας 1940-1974»). Αντανακλά και έναν ταξικό συσχετισμό εντός του ΕΑΜ και του ΚΚΕ υπέρ μικροαστικών και ρεφορμιστικών λύσεων, έναν συσχετισμό που αφορά όχι μόνο τις αστικές και μικροαστικές επιρροές μέσα στο ΕΑΜ-ΚΚΕ αλλά πιθανόν και επιβιωτικές/ρεφορμιστικές τάσεις μέσα στην εργατική τάξη (βλ. και την συχνά προβληματική ανάλυση , αλλά με σημαντικά στοιχεία, του Γ. Μαργαρίτη στην μελέτη του για τον «Εμφύλιο Πόλεμο», Αθήνα 2001, Βιβλιόραμα). Αυτή η αναντιστοιχία θα εκφραστεί και στην πλήρη αποδυνάμωση του εργατικού παράγοντα των πόλεων κατά τον Εμφύλιο του 1946-1949, σε μια μορφή σύγκρουσης των πόλεων με την ύπαιθρο.

    Στην Ιταλία και στην Γαλλία, ισχύει κατ’ αρχήν το σχήμα του Φ. Κλαουντίν για τον αρνητικό ρόλο των σταλινικών ΚΚ στην ματαίωση των επαναστατικών τάσεων. Όμως, το σχήμα αυτό έχει και ορισμένα προβλήματα, όπως και κάθε σχήμα που αφορά την κρίση ή απουσία επαναστατικής ηγεσίας. Για άλλη μια φορά, δεν απαντά στο γιατί η επαναστατική τάση δεν οικοδόμησε μια ηγεσία που να ξεπερνά την ρεφορμιστική παρέμβαση, ιδίως στην περίπτωση του ΙΚΚ, γιατί δεν προέκυψε μια ανοιχτή ρήξη εντός των ένοπλων ιταλών κομμουνιστών. Προφανώς, το σχήμα του Κλαουντίν πρέπει να ξαναμελετηθεί σε συνδυασμό με την υποκειμενική και αντικειμενική κατάσταση και τις τάσεις στην ιταλική εργατική τάξη εκείνης της περιόδου. Επίσης, το ζήτημα της αντιφασιστικής εθνικής ενότητας πρέπει να έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στον αφοπλισμό και υποχώρηση των επαναστατικών τάσεων.

    Ο τρίτος κύκλος Ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος του διεθνούς ’68, ο κύκλος της συμμαχίας εργατική τάξη- φοιτητική και εργατική νεολαία και μεσοαστική διανόηση. Ο κύκλος αυτός φτάνει στο υψηλότερο σημείο του στην Γαλλία τον Μάη και Ιούνη του ’68, στην Ιταλία της περιόδου 1968-1977 και στην Πορτογαλία το 1974-1975. Απόηχος αυτού του κύκλου είναι και η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον 11.1973 αλλά και ο πρώτος μεταπολιτευτικός ριζοσπαστισμός, εργοστασιακός και φοιτητικός. Μακρυνή αλλά υπαρκτότατη σχέση έχει και η χιλιανή επαναστατική και κοινοβουλευτική εμπειρία του Αλιέντε αλλά και το σύνολο των τριτοκοσμικών εθνικοαπελευθερωτικών και επαναστατικών εμπειριών όπως η Κούβα ή η Αλγερία ή το ύστερο Βιετνάμ. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ο τρίτος κύκλος δεν συνδέεται, όπως οι δύο πρώτοι με μια εθνική κρίση και έναν πόλεμο. Κατ’ αρχήν, ο πόλεμος υπάρχει στον τρίτο κύκλο, αν και δεν καταστρέφει άμεσα τις δυτικές κοινωνίες. Είναι ο πόλεμος του Βιετνάμ, αυτός που ενοποιεί εργατική και φοιτητική νεολαία και μεσοαστική διανόηση. Ιδίως στις ΗΠΑ, ο πόλεμος αυτός οδηγεί σε μια μορφή εθνικής διάσπασης και εθνικής κρίσης. Επιπλέον, όμως, η αντίσταση στον πόλεμο γιγαντώνεται χάρη σε μεγάλους εργατικούς αγώνες από το 1965 ως το 1980 και σε συνδυασμό με μια κρίση του καπιταλιστικού φορντιστικού μοντέλου, όπως αυτό λειτουργεί ως την δεκαετία του ’60. Τέλος, αν ο πρώτος κύκλος είναι ο κύκλος των ΚΚ ως επαναστατικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, ο δεύτερος κύκλος είναι ο κύκλος των «αιρετικών» ΚΚ ως ηγετικών ομάδων του κινήματος , ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος της επανάστασης κατά και εναντίον των ΚΚ ως παραδοσιακών πολιτικών εκπροσώπων της εργατικής τάξης στην Δύση, είναι ο κύκλος του κομμουνισμού εναντίον του κομμουνιστικού μαζικού κόμματος. Κόμμα και συμβούλια, κόμμα και «λαός» χωρίς συμβούλια, συμβούλια χωρίς ή και εναντίον του ιστορικού κόμματος.

    Δεν θα εμπλακώ στην πορτογαλική περίπτωση, γιατί είναι πολύ ιδιόμορφη (βλ. και πρόσφατα σε Φ. Μέηλερ «Η πορτογαλική επανάσταση των γαρυφάλλων», Αθήνα 2012). Θα αρκεστώ να επισημάνω ότι είχε έντονο το στοιχείο της αυτοοργάνωσης και της δυαδικότητας της εξουσίας καθώς και της διαίρεσης του αστικού στρατού, αλλά και το ότι ήταν και αυτή συνέπεια ενός πολέμου, του αποικιακού πολέμου της Πορτογαλίας. Το συμβολικό επίκεντρο του ’68 είναι ο σύντομος γαλλικός Μάης- ο οποίος είχε μια έντονα εκσυγχρονιστική τάση, σχετική με τα παραδοσιοκρατικά, ανελεύθερα και συντηρητικά στοιχεία του γαλλικού καπιταλισμού της γκωλικής περιόδου, αλλά και μια επαναστατική/ριζοσπαστική τάση, σχετική με την εργατονεολαιίστικη συμμαχία και την γενική απεργία, η οποία οδήγησε σε ένα σύντομο κενό ηγεμονίας και πιθανόν σε μια σύντομη προεπαναστατική ή και επαναστατική κατάσταση στα τέλη Μαϊου και αρχές Ιουνίου. Η επαναστατική τάση, ηττώμενη, οδήγησε σταδιακά σε έναν έντονο φιλεργατικό μεταρρυθμισμό –ιδίως στην δεκαετία του ‘80– ενώ η εκσυγχρονιστική τάση, μάλλον νικηφόρα, οδήγησε σταδιακά σε έναν μεταμοντέρνα φιλελεύθερο καπιταλισμό με σημαντικές αλλοιώσεις και μεταλλαγές της εργασιακής διαδικασίας, του παραγωγικού και πολιτισμικού ήθους και των αντιλήψεων για τα δικαιώματα και τις ταυτότητες στον όψιμο καπιταλισμό. Με αυτήν την έννοια, ο γαλλικός Μάης ηττήθηκε ως εργατική επανάσταση –στο βαθμό που κινήθηκε προς τα εκεί– και νίκησε ως καπιταλιστική επανάσταση (βλ. και σε L.Boltanski-E.Chapellot “The new spirit of capitalism” 2007). Όλη η πορεία των καπιταλιστικών μετασχηματισμών της εργασίας , του σπασίματος της ενιαίας ταξικής συνείδησης, της «ρηγμάτωσης» της εργατικής τάξης, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, συνδέεται πολιτισμικά στενά με τον γαλλικό Μάη.
    …………………………………………….
    …………………………………………….

  12. ………………………………..
    ………………………………..
    Η ιταλική εμπειρία είναι η πλουσιότερη κοινωνικά και πολιτικά εμπειρία του τρίτου κύκλου. Παράγει μια μεγάλη εργοστασιακή εξέγερση στον Βορρά ιδίως από τους «εγκατεστημένους» στον Βορρά προλετάριους του Νότου, μια πληθώρα εργατικών συνδικαλιστικών κατακτήσεων, πιθανόν τις υψηλότερες στην Δύση μαζί με τις σκανδιναβικές, μια κουλτούρα εξέγερσης στην νεολαία και σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης, μια προσμονή κομμουνιστικής διακυβέρνησης για τους πιο υπομονετικούς-τάση που καταλήγει στον ευρωκομμουνισμό- και μια προσμονή ένοπλης κομμουνιστικής εξέγερσης που καταλήγει στο μαζικό ένοπλο ρεύμα και στο ένοπλο κόμμα-οργάνωση αλλά και στο μαζικό κίνημα των 15.000 πολιτικών κρατουμένων τις δεκαετίες ’70 και ‘80. Παρά την προβοκατορολογική συζήτηση του ΙΚΚ για το ένοπλο ρεύμα, η μαζικότητα του ρεύματος αυτού (δεκάδες χιλιάδες μέλη και συμπαθούντες) και η μακροχρόνια ανάπτυξή του, όπως βεβαίως και η μακροχρόνια ανάπτυξη μαζικών μη ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων από το 1968 ως το 1980 αποδεικνύει ότι η Ιταλία υπήρξε το τελευταίο μεγάλο επαναστατικό εργαστήριο στην σύγχρονη Δύση, όπου ως το 1973 υπήρξε πιθανότατα μια πραγματική επαναστατική κατάσταση, σαν αυτήν που περιγράφει ο Λένιν στην «Χρεωκοπία της Δεύτερης Διεθνούς». Η Ιταλία παρήγαγε μια ισχυρή εργοστασιακή επαναστατική κουλτούρα –που τελειώνει με το κύμα απολύσεων στην ΦΙΑΤ το 1980– αλλά και μια διάχυτη νεολαιίστική και «κοινωνικά περιθωριακή» επαναστατική κουλτούρα, η οποία διακήρυξε μετά το 1975, και ιδίως το 1977-1978, το τέλος του κλασικού εργοστασιακού ριζοσπαστισμού. Με αυτήν την έννοια, η όψιμη ιταλική ριζοσπαστικότητα υπήρξε και μια πρώιμη μορφοποίηση ενός μετανεοτερικού κοινωνικού ριζοσπαστισμού (βλ. και την περίπτωση Νέγκρι).

    Και εδώ, όπως και στην μεσοπολεμική εμπειρία, η αποτυχία του επαναστατικού ρεύματος πολύ εν μέρει πρέπει να αποδοθεί στην απουσία ενός γνήσιου μαρξιστικού ή λενινιστικού κόμματος. Αντίθετα, η αδυναμία μεταστοιχείωσης των σημαντικών επαναστατικών ιταλικών οργανώσεων σε επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα είναι και αυτή αποτέλεσμα τους διφυούς και δισυπόστατου χαρακτήρα της εργατικής τάξης γενικά, αλλά και στη συγκυρία της επαναστατικής κατάστασης. Η τάξη χωρίσθηκε πάνω στην κρίση σε ένα ισχυρό ρεφορμιστικό ρεύμα με κοινοβουλευτικές προσδοκίες παγίωσης των κατακτήσεων του ’69 και σε ένα όχι ασήμαντο ρεύμα διεκδίκησης της εργατικής κρατικής εξουσίας. Η αδυναμία επαναστατικής συνένωσης αυτών των κομματιών οδήγησε το πρώτο στον Ιστορικό Συμβιβασμό και την παραίτηση και το δεύτερο στην μεταλλαγή του ένοπλου σε «τρομοκρατία» και στην νεολαιίστικη και κοινωνική αναχώρηση και περιθωριοποίηση. Για άλλη μια φορά, το θέμα του κόμματος συγκαθόρισε αλλά δεν καθόρισε αποκλειστικά την αμφιθυμία και το δισυπόστατο του εργατικού υποκειμένου.

    Από την ιστορία των τριών επαναστατικών κύκλων, μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα για τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης ή κοινωνικού μετασχηματισμού στην Δύση στον 20ο και, ενδεχομένως, τον 21ο αιώνα:

    Η δυνατότητα αλλά και η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης συνδέθηκε συχνότατα με την εκδίπλωση ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου και μιας βαθειάς εθνικής κρίσης, η οποία αποδυνάμωσε καίρια την αστική ηγεμονία στο «έθνος» και στην κοινωνία. Η ειρήνη και η ομαλότητα είναι συνθήκες που δεν ευνοούν υπό κανονικές συνθήκες την επανάσταση. Σημαντική εξαίρεση ως προς την συνδρομή ιμπεριαλιστικού πολέμου η Ισπανία του 1936-1937, όπου, όμως, εκτυλίσσεται ένας εμφύλιος πόλεμος μεγάλων διαστάσεων και όπου προετοιμάζεται ένας παγκόσμιος πόλεμος. Σημαντική, επίσης, εξαίρεση η αναταραχή του ’68, όπου πάντως υπάρχει ο πόλεμος του Βιετνάμ και όπου τίθεται εν αμφιβόλω το ως τότε εργασιακό και πολιτισμικό καθεστώς συσσώρευσης στις μητροπόλεις (με όψεις επίθεσης όχι μόνο στον ταιυλορισμό/φορντισμό αλλά και στις παραδοσιοκρατικές, πατριαρχικές/πουριτανικές και πρώιμες καταναλωτικές δομές).
    Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν συνδέεται αναλογικά προς την ιδεολογική εμπέδωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του δεσποτισμού του μεγάλου εργοστασίου. Η επανάσταση πετυχαίνει στον 20ο αιώνα βασικά εκτός της Δύσης. Στον ευρωπαϊκό 19o αιώνα αλλά και σε ιδιαίτερες όψεις του 20oυ (Ισπανία) μάλλον συνδέεται περισσότερο με την μη πλήρη εξέλιξη των ανεξάρτητων τεχνιτών σε εξαρτημένη μισθωτή εργασία και με την παράδοση ανεξαρτησίας τους, την αντίσταση σε μια βαθύτερη προλεταριοποίηση (βλ. τον Ιούνη του 1848 και την Κομμούνα αλλά ακόμη και την πρόσφατη αγροτική προέλευση των εργατών των μεγάλων εργοστασίων στην Ιταλία του Θερμού Φθινοπώρου). Αλλά και στον ύστερο 20ο αιώνα, όπου έχουμε μεγάλη αναταραχή, η τάση για την εργατική αντιεξουσία, αν και προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την οργάνωση και συγκέντρωση παραγωγικών δυνάμεων στην «μεγάλη παραγωγή», αντιτίθεται σαφώς πολιτισμικά και κοινωνικά σε αυτήν και συνεπάγεται μια τάση «άρνησης της εργασίας», η οποία αντιβαίνει έντονα στα σχήματα του παραδοσιακού μαρξισμού. Παρ’όλα αυτά, όμως, υπάρχει μια αντίφαση: η έξοδος του καπιταλισμού από το «μεγάλο εργοστάσιο» μετά το 1980 δεν ενισχύει την «άρνηση της εργασίας», συχνά το αντίθετο μάλιστα.
    Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης συνδέεται με την ύπαρξη ενός διακριτού και μη «απόλυτα μαζοποιημένου» (όπως στον πολύ ύστερο καπιταλισμό) εργατικού πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός έχει και οικουμενικά αλλά και βαθύτερα εθνικά χαρακτηριστικά σε κάθε κοινωνία. Στο παρόν, αν υπάρχει μια πιθανότητα ανάκτησης της ταξικής ανταγωνιστικότητας, αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην εμπειρία της οικονομικής εκμετάλλευσης, όσο σκληρή και αν έχει αυτή καταστεί-προϋποθέτει την ανάκτηση του εργατικού πολιτισμού.
    Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης φαίνεται να προϋποθέτει μια ηγεμονική ταξική συμμαχία της εργατικής τάξης –παλιότερα με την αγροτιά, πιο πρόσφατα με την μικροαστική τάξη, την δημοσιουπαλληλία, τμήματα της διανόησης, την νεολαία και τα μη ταξικά κοινωνικά κινήματα. Η αδυναμία αυτής της συμμαχίας οδηγεί σε μια συνθήκη του πολέμου της «τάξης εναντίον τάξης», μια συνθήκη που ποτέ δεν οδήγησε στη νίκη της σοσιαλιστικής/κομμουνιστικής κοινωνικής τάσης. Τάσεις όπως ο εργατίστικος σταλινισμός, ο τροτσκισμός αλλά και ο εργατισμός/αυτονομία τείνουν να παραβλέπουν αυτήν την αναγκαιότητα ή πάντως να την υποβαθμίζουν.
    Η εργατική τάξη δεν είναι μια απολύτως «συνεκτική» ταξική πρακτική. Εμπεριέχει ισχυρές αντιφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να επιλυθούν με πολύ διαφορετικούς τρόπους σε κάθε συγκυρία. Η εργατική τάξη είναι μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία των μερίδων της στην καλύτερη των περιπτώσεων.
    Το μαρξιστικό κόμμα του παρελθόντος/παρόντος , και πολύ περισσότερο τα πλατιά αριστερά κόμματα του ύστερου καπιταλισμού, δεν είναι αναγκαστικά οι «στρατηγοί» της επανάστασης ή έστω της φιλολαϊκής μεταρρύθμισης. Ούτε η παρουσία τους οδηγεί αναγκαστικά στην νίκη ούτε η απουσία τους ή η προδοσία τους στην ήττα. Η στρατηγική καθορίζεται από την τάξη και τις συμμαχίες της μακροχρόνια ως σύνολο και όχι μόνο από κάποια «ηγεσία». Όμως, ο ρόλος τους είναι υποβοηθητικός/ή και υπονομευτικός τόσο στον μακροχρόνιο όσο και στον βραχυχρόνιο ταξικό συσχετισμό.
    4. Τάξη δίχως ενιαία ταξική συνείδηση; προβλήματα της σύγχρονης εργατικής συγκρότησης

    Όπως έχω ήδη αναφέρει και περιγράψει στο βιβλίο μου «Αριστερά και Εξουσία» (Αθήνα 2014, Τόπος, σελ. 187-192), η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Δύση τροποποιείται πολύ σημαντικά στην σύγχρονη μεταφορντική ή νεοφιλελεύθερη ή κατ’ άλλους ολοκληρωτικοκαπιταλιστική φάση εντός του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ενώ η τεχνική σύνθεσή της εργατικής τάξης αντικειμενικά διευρύνεται, υπό την έννοια ότι αυτή περιλαμβάνει πια όχι μόνο τους εργαζόμενους στην κλασσική βιομηχανική μεταποίηση αλλά και στο εμπόριο και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθώς και σε σύγχρονους τομείς παραγωγής και εμπορίας άυλων εμπορευμάτων (όπως οι μεταφορές, η μικροηλεκτρονική και η βιοτεχνολογία, η υλική παραγωγή στο επίπεδο του αυτοματισμού και του σύγχρονου ομαδικού ατελιέ κλπ), η διεύρυνση αυτή της αντικειμενικά υφιστάμενης εργατικής τάξης μέσω της «τριτογενοποίησης» συμπίπτει με την αποδυνάμωση του «ανήκειν» και της συνείδησης, ρεφορμιστικής ή επαναστατικής, ένταξης σε μια κοινή τάξη. Ιδίως, η μεταφορά μεγάλου μέρους της κλασσικής μεταποίησης εκτός της Δύσης μεγαλώνει αυτήν την αντιφατική πολλαπλότητα στην Δύση.

    Δεν είναι απολύτως άστοχο αυτό που επισημαίνουν από την δική τους σκοπιά ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί (π.χ. ο Ντ. Σασσούν), ότι η διεύρυνση των εργαζομένων εκτός της κλασσικής μεταποίησης, των γυναικών που εργάζονται, του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού, των μεγάλων αναντιστοιχιών στο μορφωτικό/τεχνολογικό επίπεδο και στις δεξιότητες των σύγχρονων εργατών, διαμορφώνει μια πολύ πιο πολύμορφη και αντιφατική εικόνα για την εργατική τάξη, από αυτήν που υπήρχε όχι μόνο στο 1848 και στην εποχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» αλλά και στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Αυτή η αντιφατική αντικειμενική πραγματικότητα παράγει συχνά και κατά βάση και μια αντιφατική ταξική συνείδηση: δεν είναι πολύ εύκολο να πεισθεί ο κομπιουτεράς ή ο τραπεζικός υπάλληλος ή ακόμη και ο κατώτερος δημόσιος υπάλληλος (ο οποίος παράγει υπερεργασία αλλά όχι υπεραξία, παρά το ότι πουλά την εργατική του δύναμη) ότι ανήκει στην ίδια τάξη με τον αλλοδαπό εργάτη γης στην Μανωλάδα ή με τον εργάτη καθαρισμού των αστικών απορριμάτων. Η ιδεολογία των πολλαπλών πολιτισμικών φυλών εντός της μετανεοτερικότητας, η οποία ενισχύεται καθημερινά από τα επικοινωνιακά δίκτυα, ενισχύει αυτήν την υποκειμενική δυσκολία συγκρότησης ενιαίας ταξικής συνείδησης. Επίσης, η αντικειμενική πολυεθνοτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου εργάτη απαιτεί μια ιδιαίτερα προσεκτική και δύσκολη διαδικασία ενωτικής συγκρότησης.

    Η πρώτη βασική παραδοχή είναι το ότι από μια κομμουνιστική πολιτική θέση οφείλουμε να υποστηρίξουμε την ταξική ενότητα και την ενότητα ταξικών συμφερόντων αυτών των διαφορετικών κατηγοριών της εργατικής τάξης τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, αντιπαλεύοντας τόσο μια λογική εργατικής αριστοκρατίας (των πνευματικά δρώντων, των εχόντων υψηλές δεξιότητες κλπ) όσο και μια λογική που λέει ότι το άνω τμήμα της εργατικής τάξης ανήκει τελικά στις μεσαίες τάξεις και, άρα, η εργατική τάξη είναι κάτι που συνεχώς μικροαστικοποιείται και φθίνει (στην ίδια λογική της διεύρυνσης της εργατικής τάξης και οι μελέτες του Σ. Σακελλαρόπουλου τα τελευταία χρόνια, ιδίως η πρόσφατη μελέτη του για την «Κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα της κρίσης»).

    Η δεύτερη βασική παραδοχή, η οποία μπορεί να συνδυασθεί και με την θέση της εργατικής τάξης ως δυνάμει ιστορικού υποκειμένου της ανατροπής και όχι ως νομοτελειακού ιστορικού υποκειμένου, έρχεται σε σύγκρουση, τόσο με μια λογική εξελικτικισμού και νομοτελειακών σιδερένιων νόμων της κοινωνικής εξέλιξης (μηχανιστικός υλισμός σοβιετικού τύπου), όσο και με μια λογική για την ιστορική τάξη σαν τον Μεσσία, ο οποίος θα έρθει να αλλάξει τον κόσμο με όρους μιας ιστορικής αναγκαιότητας (μια μορφή εγελιανού ιστορικισμού). Απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις, η πολιτική και ιδεολογική ταξική πάλη της εργατικής τάξης και του κινήματός της εκφράζει μια θετική επαναστατική ενδεχομενικότητα και καμία σιδερένια βεβαιότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν υπάρχει μπροστά μας μόνο το ενδεχόμενο του σοσιαλισμού αλλά και αυτό της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και του Νέου Μεσαίωνα.

    Η τρίτη βασική παραδοχή είναι το γεγονός ότι μια τάξη μπορεί, μεταβατικά τουλάχιστον και για ένα υπολογίσιμο αλλά όχι απέραντο ιστορικό διάστημα, να μην συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη υποκειμενική ταξική συνείδηση ενιαίου τύπου (επαναστατική ή και ρεφορμιστική) και από μια ενιαία πολιτική εκπροσώπηση ορισμένου τύπου. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναλογία, που την χρησιμοποιούν ορισμένοι βρετανοί μαρξιστές ιστορικοί, όπως ιδίως ο Ste Croix («Οι ταξικοί αγώνες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο»), όπου υποστηρίζεται η θέση ότι μια κυριαρχούμενη τάξη, όπως οι δούλοι στην αρχαιότητα, συγκροτείται για αιώνες αντικειμενικά χωρίς να παραχθεί μια τάξη για τον εαυτό της. Βεβαίως, η θέση αυτή αντιστρατεύεται μια μαρξιστική ορθοδοξία, κατά την οποία η εργατική τάξη πρέπει συνεχώς και χωρίς ρωγμές να αναπαράγεται υποκειμενικά ως τάξη για τον εαυτό της, ως προλεταριάτο, όπως θα μας έλεγε ο Λούκατς του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση». Αυτή η θέση, παρά τις πανέμορφες και κομμουνιστικά θεολογικές διατυπώσεις της στον Λούκατς, δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Άρα, η αδυναμία για μια περίοδο της υποκειμενικής ταξικής συγκρότησης έχει ξανασυμβεί και μπορεί να συμβεί. Βεβαίως, αν αυτή η περίοδος κρατήσει υπερβολικά πολύ, κάτι δεν θα πηγαίνει καλά με όλες τις αφετηριακές μαρξιστικές υποθέσεις.

    Ακόμη, το ζήτημα της ταξικής συνείδησης και της πολιτικής οργάνωσης και εκπροσώπησης της εργατικής τάξης σήμερα οφείλει να συνδέεται με μια οπτική εργατικής ταξικής κεντρικότητας ως ενδιάθετης στάσης και στρατηγικής. Χωρίς κανείς να υποτιμά τα νέα κοινωνικά κινήματα (ήδη παλιά) που διαμορφώθηκαν μετά τον Μάη του ’68, και ιδίως το γυναικείο κίνημα, το περιβαλλοντικό κίνημα και τα κινήματα στην ταυτότητα και την διαφορά, έχει φανεί ότι τα κινήματα αυτά θα κατευθυνθούν προς έναν ταυτοτικό πολιτισμικό φιλελευθερισμό αργά ή γρήγορα, αν δεν ενταχθούν σε έναν δημοκρατικό και σοσιαλιστικό συνασπισμό, όπου αντικειμενικά η εργατική ταξική συγκρότηση θα έχει έναν ηγεμονικό και τελικά καθοριστικό ρόλο για τον όλο συνασπισμό. Όμως, η εργατική κεντρικότητα, δεν είναι ένα άγονο ταυτοτικό ζήτημα, ποιός είναι δηλαδή περισσότερο στα λόγια με την εργατική τάξη από τον άλλον. Ούτε εκφράζεται αποτελεσματικά με μια λογική, όπως ιδίως σε ορισμένα αναρχικά ρεύματα, που λέει ότι οι μικροαστοί, οι διανοούμενοι και οι αγρότες, αφού δεν είναι εργάτες, είναι –όπως θα έλεγε κάποτε ο Κάουτσκυ– μια ενιαία αντιδραστική μάζα, συμφυόμενη απολύτως με το κεφάλαιο και πάντοτε υπό διαρκή φασιστικοποίηση (θεωρία του «εθνικού κορμού»). Η εργατική τάξη, αν δεν συγκροτήσει μια ευρύτερη από αυτήν λαϊκή πολιτισμική τάση νέου τύπου, δεν θα μπορέσει να νικήσει.

    Τέλος, είναι εξαιρετικά αβέβαιο και αμφίβολο το αν η συγκρότηση της εργατικής τάξης σήμερα, και προφανώς και των ηγεμονικών συμμαχιών της με άλλες υποτελείς και ενδιάμεσες τάξεις και με τα νέα κοινωνικά κινήματα, μπορεί να υιοθετήσει τις οργανωτικές μορφές του παρελθόντος, και μάλιστα ενός παρελθόντος που δεν κατέληξε σε επιτυχή αποτελέσματα. Η πρώτη αβέβαιη οργανωτική είναι το συνδικάτο, όπως το ξέρουμε. Εδώ δεν αναφέρομαι στην ΓΣΕΕ, αυτό το ακραίο φαινόμενο εκφυλισμού της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά και σε αναγκαίες προσαρμογές ακόμη και στην συγκρότηση και λειτουργία των πρωτοβάθμιων σωματείων. Επίσης, ένας συνδικαλισμός που περιορίζεται στην εργατική αριστοκρατία και τον δημόσιο τομέα, δεν είναι και πολύ αξιόπιστος στα πλαίσια των συγχρόνων εργατικών αναγκών.

    Αλλά και η άλλη ιστορική μορφή του εργατικού κινήματος, το μαρξιστικό κόμμα, έχει υποστεί απίστευτη φθορά. Κατά την γνώμη μου, η αποκατάσταση αυτής της φθοράς, αν υποθέσουμε ότι είναι δυνατή, δεν οδηγεί στην επαναφορά στην αντίληψη και την πρακτική του κόμματος νέου τύπου.

    Πρώτον, γιατί το κόμμα νέου τύπου αναφέρεται σε μια πιο ομοιόμορφη και συνεκτική εργατική μορφοποίηση υπό την έννοια της τεχνικής σύνθεσης της τάξης.
    Δεύτερον, διότι το κόμμα νέου τύπου σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζει την εργατική τάξη σαν ένα εν μέρει υποκείμενο, το οποίο διαμορφώνει με μια εξωτερική παρέμβαση, και όχι ως έναν πολιτικά και ηθικά ώριμο και υπεύθυνο μακροχρόνιο παίκτη της ταξικής πάλης.
    Τρίτον, γιατί το κόμμα νέου τύπου ενέχει, ακόμη και στην δημοκρατική εκδοχή του συγκεντρωτισμού επί Λένιν, ισχυρά εξουσιαστικά, νεοαυταρχικά και πειθαρχικά στοιχεία.
    Τέταρτον και όχι πιο ασήμαντο, διότι το κόμμα νέου τύπου έχει φθαρεί ιστορικά στη συνείδηση των εργατών στη Δύση, σε μεγάλο βαθμό από την πολυετή σταλινική του κωδικοποίηση, εφαρμογή και ερμηνεία.
    5. Η ήττα του «νέου ρεφορμισμού» ως αντικειμενική ήττα της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης

    Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι η πρόσφατη ήττα της Ευρωαριστεράς ως προς την επαγγελία της να καταργήσει τον νεοφιλελευθερισμό και τα μνημόνια (κατάρρευση και προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ, υποχώρηση σχετική της ορμής των Podemos, αποδοχή του στρατιωτικού νόμου από το κόμμα Μελανσόν στην Γαλλία, αμφίβολης αξίας κυβερνητικό πείραμα μαζί με τους σοσιαλιστές στην Πορτογαλία για να πάρουμε ορισμένα σημαντικά παραδείγματα σε ευρωπαϊκή κλίμακα) δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια ήττα αποκλειστικά του ρεφορμισμού ή της σοσιαλφιλελεύθερης Αριστεράς, η οποία αφήνει αλώβητους τους «συνεπείς επαναστάτες» ή την υποτιθέμενη επαναστατικότητα σε διαρκή βάση της εργατικής τάξης. Είναι ανόητο να λέμε συνέχεια ότι η εργατική τάξη για άλλη μια φορά χειραγωγήθηκε, κοροϊδεύθηκε, διαψεύσθηκε κλπ, χωρίς να ορίζουμε ποιες ήταν οι αριστερές και κινηματικές αντιστάσεις σε αυτήν την πολιτική και γιατί και αυτές ηττήθηκαν ή διαψεύσθηκαν (λ.χ. ποιες είναι ακριβώς οι ευθύνες της αριστερής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ ως το καλοκαίρι του 2015). Όπως ακριβώς συνέβη και με το τείχος του Βερολίνου το ’89, δεν ηττήθηκε μια μορφή Αριστεράς ή κομμουνισμού με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις συνεπείς και επαναστατικές αριστερές φωνές και τάσεις. Το τείχος έπεσε ξανά στα κεφάλια όλων μας.

    Από αυτήν την άποψη, η ήττα της ρεφορμιστικής ή της σοσιαλφιλελεύθερης Αριστεράς στην Ελλάδα επικάθεται σωρευτικά πάνω στην αντικαπιταλιστική ή επαναστατική εκδοχή της Αριστεράς (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει), της πλακώνει το στήθος και αυξάνει το ιστορικό βάρος επί αυτής και επί της εργατικής τάξης συνολικότερα. Αυτό που καταγράφεται είναι για άλλη μια φορά το ότι η τάξη «προδόθηκε» από τους ηγέτες της, υπό συνθήκες, όμως, που ήταν αρκετά σαφείς και συνειδητές στο πιο προχωρημένο τμήμα της μορφωτικά, πολιτικά και οργανωτικά (όπως καταγράφηκε και στο δημοψήφισμα του Ιουλίου) και, συνεπώς, η αποτυχία αυτή χρεώνεται και στην αποτυχία ή ανωριμότητα ή απροθυμία αυτού του τμήματος του λαού να αντισταθεί οργανωμένα για να ανατρέψει αυτήν την πολύ δυσμενή εξέλιξη. Οι ευθύνες των ηγετών υπάρχουν αλλά δεν αρκούν. Κάθε άλλη εκδοχή είναι, κατά την γνώμη μου, υποτιμητική και «καποραλιστική» έναντι της πραγματικής εργατικής τάξης, είναι μια λογική μόνιμης εφηβοποίησης της εργατικής τάξης, υπό τον έλεγχο των πάντοτε σοφών ηγεσιών της.

    Όμως, το να ενισχυθεί και να ριζώσει στα εργατικά και λαϊκά στρώματα η αντίληψη ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης σε κυβερνητίστικη βάση ερήμην των αγώνων του κινήματος και ερήμην των πραγματικών ταξικών συσχετισμών μόνο με βάση την κοινοβουλευτική επικράτηση θα μπορούσε να είναι μια θετική ιστορική πρόκληση και ένα θετικό ιστορικό μάθημα μέσα από το έδαφος της ήττας. Και αυτό και μόνο αν προκύψει μεσοπρόθεσμα, θα είναι ένα σημαντικό πολιτικό κέρδος.

    6. Οι κομμουνιστές μετά το Διαφωτισμό;

    Η αποτυχία της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ και της Ευρωαριστεράς απέναντι στο πλέγμα κεφάλαιο-ΕΕ, η κρίση των δυτικών αξιών και η άνοδος φαινομένων οικουμενικού μηδενισμού όπως το ISIS ενισχύουν την ιστορική αίσθηση ότι «μπορεί» να βρισκόμαστε στο άκρο όριο μιας εξόδου από το Διαφωτισμό διεθνώς και μιας νεοβάρβαρης και σκοταδιστικής νεομεσαιωνικής περιόδου, στο όριο της οριστικής παρακμής της Δύσης. Στην περίοδο αυτήν, αν έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα, είτε ο καπιταλισμός θα γνώριζε μια αντιδιαφωτιστική και νεοβάρβαρη μετάλλαξή του είτε θα τον διαδεχόταν ένα άλλο νεοβάρβαρο κοινωνικό σύστημα, το οποίο δεν μπορούμε να φανταστούμε ακόμη (βλ. και τις αναλύσεις του Ιμ. Βαλλερστάιν). Βεβαίως, στο σημείο όπου είμαστε, όλα αυτά είναι ακόμη απλές ιστορικές υποθέσεις, που όμως πατάνε πάνω σε μια υπαρκτή ήδη στρέβλωση του Διαφωτισμού ως συστήματος που ζητά τον ανεξέλεγκτο έλεγχο/κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και την φύση αλλά και σε ένα ισχυρό αντιδιαφωτιστικό πολιτισμικό ρεύμα.

    Αν αυτή η εξέλιξη προχωρούσε, τότε πράγματι η ήδη όχι πολύ εύρωστη υπόθεση του καπιταλισμού ως εργαστηρίου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της επανάστασης των εργατών του θα κατέρρεε ολοκληρωτικά. Χωρίς την ισχυρή ιδέα της βελτίωσης ή και της εκ βάθρων αλλαγής της κοινωνίας η κοινωνική επανάσταση είναι αδύνατη ιστορικά, καθώς είναι μια ιδέα εγγεγραμμένη, ενύπαρκτη και εγγενής στο Διαφωτισμό, έστω ως η ακραία εκδοχή του.

    Επιπλέον, ο άγριος και αδιέξοδος σχετικά νεοφιλελευθερισμός, στον οποίο ζούμε, ως σύμπτωμα του κινδύνου εξόδου από τον Διαφωτισμό, εμπερικλείει κοινωνικά ως τάση και την καταστροφή ή διάλυση των κοινωνικών τάξεων ως συλλογικών οντοτήτων με μια ορατή υποκειμενική ταυτότητα, όπως άλλωστε και την καταστροφή των δημοκρατικών εθνών-κρατών, πράγμα που είναι πολύ αρνητικό αλλά και εννοιολογικά πολύ διάφορο από το περιορισμένο έθνος της αστικής τάξης (βλ. και σε Μ. Μανν τ. Β’ οπ.π., το έθνος-κράτος ως διαταξική πολιτική κοινότητα έπεται του περιορισμένου πληθυσμιακά αποκλειστικού «έθνους» των ιδιοκτητών). Η τάση αυτή αφορά πρωτίστως την εργατική τάξη. Τόσο στο επίπεδο της πληβειοποίησης ενός σημαντικού τμήματός της με την μαζική ανεργία και την μαζική καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και δεξιοτήτων. Όσο και στο επίπεδο της οριστικής δυνάμει κατάργησης του ιδιαίτερου πολιτισμού της μέσα από την «μαζοποίηση» και την εξατομικευτική/καταναλωτική λειτουργία των μηχανισμών μαζικής επικοινωνίας. Αλλά και οι λοιπές τάξεις , συχνά, μπαίνουν στην διαδικασία της πληβειοποίησης (από μια φιλελεύθερη σκοπιά, η έννοια της «πληβειοποίησης» ή «οχλοποίησης» ως κοινωνικού ξεριζώματος έχει περιγραφεί από την Χ. Άρεντ στο κλασσικό έργο της “Origins of totalitarianism”). Οι μικροαστικές και μεσαίες τάξεις στη σύγχρονη Ελλάδα καταστρέφονται μαζικά (δες το θέμα της άρσης της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας) χωρίς, ακριβώς, να προλεταριοποιούνται: μετατρέπονται βασικά σε έναν κοινωνικό χυλό και όχι σε μια συγκεκριμένη μορφή εργατικής τάξης, σε μια «μικροαστική σκόνη», που αύριο μπορεί να στηρίξει, όπως και στην Βαϊμάρη, κάθε δυνατό ολοκληρωτισμό, αν δεν προσχωρήσει σε μια εργατική συλλογικότητα. Επίσης, τμήμα των αρχουσών τάξεων στην Δύση βαίνει προς μια μαφιοζοποίηση/ εγκληματοποίηση, ενώ ένα τμήμα των αρχουσών και μεσαίων τάξεων μέσα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή «καταστρέφεται» και προσφυγοποιείται, χωρίς ακόμη να έχει προσδιορισθεί η αντικειμενική του ταξική θέση στις κοινωνίες της Δύσης, όπου και καταφεύγει.

    Όμως, ακόμη και σε αυτό το φουτουρολογικό σενάριο, της εξόδου από τον Διαφωτισμό, η ύπαρξη των κομμουνιστών σε πλανητική κλίμακα θα ήταν όχι μόνο δυνατή και υπερασπίσιμη αλλά και αναγκαία. Οι κομμουνιστές προυπήρξαν του διαφωτιστικού καπιταλισμού και μπορούν να υπάρξουν και μετά από αυτόν. Προυπήρξαν του καπιταλισμού και μπορούν να υπάρξουν και μετά από αυτόν. Πιθανόν και ως κοινωνικοπολιτικά δρώντες και όχι μόνο ως μια ακόμη θεολογική σέχτα. Κρατώντας και υπερασπίζοντας ότι θετικό έχει προσφέρει ο Διαφωτισμός (και ιδίως την ιδέα της εξισωτικής κοινωνίας), αντιπαλεύοντας και καταπολεμώντας τους μηχανισμούς της επελαύνουσας βαρβαρότητας, καπιταλιστικής ή μετακαπιταλιστικής. Ο ρόλος των κομμουνιστών, ακόμη και σε μια τέτοια τραγική ιστορική καμπή, θα ήταν –θέλω να πιστεύω- αναγκαίος και αναντικατάστατος.

    http://rednotebook.gr/2015/12/kommounistes-choris-epanastasi-mia-thesi-gia-to-sigchrono-epanastatiko-ipokimeno-tou-dimitri-belanti/

  13. Καρλ on

    Μάρξ: Τι είχε πει για τους λαθρομετανάστες!!!

    Υπήρξε ένας σπουδαίος φιλόσοφος που πάρα πολλοί τον γνωρίζουν και τον μνημονεύουν στην Ελλάδα αλλά δυστυχώς ελάχιστοι έχουν διαβάσει έστω και μια σελίδα από τα βιβλία του.

    Λέγεται Καρλ Μαρξ και για τους μετανάστες έχει γράψει μεταξύ άλλων τα εξής:

    .Η λαθρομετανάστευση χρησιμοποιείται αφ’ ενός ως απεργοσπαστικός μηχανισμός αφ’ ετέρου με τον εργατικό υπερπληθυσμό – πλεόνασμα που δημιουργεί ρίχνει το επίπεδο ζωής σε κατάσταση δουλοπάροικου.

    .Ο μετανάστης ανταγωνίζεται τον ντόπιο εργάτη και σιγά σιγά αναγάγει το μεροκάματο στο δικό του επίπεδο. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του κεφαλαίου.

    .Σκοπός της εισαγωγής ξένων εργατών είναι η διατήρηση της δουλείας και η ακύρωση όλων των διεκδικήσεων των ντόπιων εργατών για μισθούς και συνθήκες εργασίας.

    .Οι μεταναστευτικοί νόμοι είναι τα μανιφέστα των εργοστασιαρχών.

    .Η μετανάστευση διαιρεί την εργατική τάξη της χώρας υποδοχής σε τόσα εχθρικά στρατόπεδα όσες και οι εθνοφυλετικές ομάδες διότι η κάθε μία καταλαβαίνει μόνο τον εαυτό της.
    Έτσι αναστέλλεται η εργατική επανάσταση και διαιωνίζεται η καπιταλιστική κυριαρχία

    .Η Α’ Διεθνής Ένωση Εργατών έβαλε πρακτικά τέλος στις μεθοδεύσεις των βιομηχάνων και υποχρέωνε τα συνδικάτα να διώχνουν τους ξένους εργάτες πίσω στις χώρες τους με το πρώτο καράβι.

    Δυστυχώς στην Ελλάδα δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τον πρόσφυγα από τον μετανάστη, ακόμα και τον μετανάστη από τον λαθρομετανάστη.

    ΠΗΓΗ: Δημητρης Βάρος

    Επιμέλεια : Νικηφορος Λαμπιρης

  14. Καρλ Μαρξ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΕΛΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ
    Σε ό,τι άφορα τη Γερμανία, η κριτική της θρησκείας έχει κατά το ουσιώδες της μέρος τερματιστεί και η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση για κάθε κριτική.

    Η εγκόσμια ύπαρξη της πλάνης αμφισβητείται από τη στιγμή που η ουράνιά της oratorio pro aris et focis αναιρείται. O άνθρωπος που δεν θα έχει βρει στη φαντασμαγορική πραγματικότητα του ουρανού, όπου αναζητούσε έναν υπεράνθρωπο, παρά την αντανάκλαση του εαυτού του, δεν θα είναι πια διατεθειμένος να βρίσκει απλώς την ομοίωσή του, τον μη-άνθρωπο, εκεί όπου αναζητά, και υποχρεωτικά πρέπει να αναζητά, την αυθεντική του πραγματικότητα.

    Η βάση της αντιθρησκευτικής κριτικής είναι: ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο. Βέβαια, η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει βρει τον εαυτό του, η που τον έχει ξαναχάσει. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. O άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αυτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d’ honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμα του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσης του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. Πάλη λοιπόν ενάντια στη θρησκεία σημαίνει πάλη ενάντια στον κόσμο, που πνευματικό του άρωμα είναι η θρησκεία.

    Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λάου.

    Ξεπέρασμα της θρησκείας σαν απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει την απαίτηση της πραγματικής του ευτυχίας. Η απαίτηση να αρνηθεί τις αυταπάτες σχετικά με την κατάσταση του σημαίνει απαίτηση να αρνηθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν εν σπέρματι η κριτική της κοιλάδας αυτής των δακρύων, που η θρησκεία αποτελεί το φωτοστέφανό της.

    Η κριτική ξεγύμνωσε τις αλυσίδες από τα φανταστικά λουλούδια που τις σκέπαζαν, όχι για να κουβαλά ο άνθρωπος τις αλυσίδες χωρίς φαντασία, απελπισμένα, αλλά για να πετάξει τις αλυσίδες και να περισυλλέξει το ζωντανό ανθό. Η κριτική της θρησκείας καταστρέφει τις αυταπάτες του ανθρώπου για να μπορέσει (αυτός) να δράσει, να σκεφτεί, να διαμορφώσει την πραγματικότητα του σαν άνθρωπος απαλλαγμένος από τις αυταπάτες, που έχει φτάσει στην ηλικία του λόγου, για να μπορεί να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή γύρω από τον πραγματικό του ήλιο. Η θρησκεία δεν είναι παρά ο απατηλός ήλιος που περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο όσο ο άνθρωπος δεν περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.

    Στόχος της ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της αλήθειας, να καθιερώσει την αλήθεια του Ενθάδε. Κατ’ αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτο-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής.

    Το κείμενο που ακολουθεί -συμβολή σ’ αυτό το καθήκον- ασχολείται κατ’ αρχήν όχι με το πρωτότυπο, άλλα με το αντίγραφο, τη γερμανική φιλοσοφία του Κράτους και του δικαίου, επειδή και μόνο άφορα τη Γερμανία.

    Αν θέλαμε να ξεκινήσουμε από αυτό τούτο το γερμανικό status quo, και μάλιστα αν αυτό το κάναμε με το μόνο σωστό τρόπο, δηλαδή να το αρνηθούμε, το αποτέλεσμα θα παρέμενε πάντα ένας αναχρονισμός. Ακόμη και η άρνηση, η απόρριψη της τωρινής μας πολιτικής κατάστασης, είναι κιόλας μια σκονισμένη υπόθεση ριγμένη στο ιστορικό χρονοντούλαπο των σημερινών λαών. Αν αρνηθώ τις πουδραρισμένες περούκες, θα απομείνουν οι μη πουδραρισμένες. Όταν αρνούμαι την κατάσταση της Γερμανίας του 1843, θα βρεθώ, σύμφωνα με το γαλλικό ημερολόγιο, μόλις στα 1789, κι ακόμη λιγότερο στην καρδιά του σήμερα.

    Ναι, η γερμανική ιστορία καμαρώνει για μια εξέλιξη που δεν παραδειγματίστηκε από κανένα λαό στο ιστορικό στερέωμα και από την οποία δεν θα παραδειγματιστεί κανένας λαός. Πραγματικά, μοιραστήκαμε με τους σύγχρονους λαούς τις παλινορθώσεις τους χωρίς να μοιραστούμε τις επαναστάσεις τους. Γνωρίσαμε παλινορθώσεις πρώτα-πρώτα γιατί άλλοι λαοί τόλμησαν να κάνουν επανάσταση, και δεύτερον, γιατί σε άλλους λαούς έγινε αντεπανάσταση. Την πρώτη φορά γιατί οι αφεντάδες μας φοβούνταν, τη δεύτερη γιατί δεν φοβούνταν. Με τους ποιμένες μας επικεφαλής, δεν βρεθήκαμε ποτέ συντροφιά με την ελευθερία παρά μια φορά μόνο, την ήμερα του ενταφιασμού της.

    Υπάρχει μια σχολή που νομιμοποιεί τη σημερινή κατάπτωση με τη χθεσινή κατάπτωση, μια σχολή που χαρακτηρίζει σαν εξέγερση την παραμικρή κραυγή του σκλάβου ενάντια στο κνούτο, από τη στιγμή που το κνούτο είναι κνούτο με μακρά παράδοση, κνούτο παλιάς ράτσας, κνούτο ιστορικό· μια σχολή στην οποία η ιστορία δεν δείχνει -όπως ο Θεός του Ισραήλ στο δούλο του Μωυσή- παρά το a posteriori της: είναι η ιστορική σχολή του δικαίου. Μια σχολή που θα είχε εφεύρει τη γερμανική ιστορία αν η ίδια δεν ήταν εφεύρεση της γερμανικής ιστορίας. Είναι ο Σάιλοκ, ένας δούλος Σάιλοκ όμως που, για κάθε λίτρα σάρκας βγαλμένης από την καρδιά του λαού, ομνύει στη νομιμότητα της, στην ιστορική της νομιμότητα, στη γερμανο-χριστιανική της νομιμότητα.

    Υπάρχουν, από την άλλη μεριά, ενθουσιώδεις καλοκάγαθοι, αταβιστικά γερμανομανείς και αντανακλαστικά φιλελεύθεροι, που αναζητούν την ιστορία της ελευθερίας μας πέρα από την ιστορία μας, στα παρθένα δάση των τευτόνων. Σε τί όμως η ιστορία της ελευθερίας μας διακρίνεται από την ιστορία της ελευθερίας του αγριογούρουνου, αν την βρίσκουμε μέσα στα δάση; Άλλωστε, όπως είναι γνωστό σε όλους, η κραυγή μέσα στο δάσος ξανάρχεται πίσω σαν ηχώ. Κοιμηθείτε λοιπόν εν ειρήνη παρθένα τευτονικά δάση

    …………………………………
    …………………………………

  15. ……………………………..
    ……………………………..
    Πόλεμος ενάντια στην κατάσταση της Γερμανίας. Α ναι! Βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της ιστορίας, κάτω από κάθε κριτική, άλλα παραμένει αντικείμενο κριτικής, όπως ο εγκληματίας που βρίσκεται κάτω από το επίπεδο του άνθρωπου αλλά παραμένει αντικείμενο των φροντίδων του δήμιου. Όταν παλεύει ενάντια σ’ αύτη την κατάσταση, η κριτική δεν είναι πάθος της κεφαλής, είναι κεφαλή του πάθους. Δεν είναι νυστέρι, είναι όπλο. Το αντικείμενο της είναι ο εχθρός της, που θέλει όχι να τον αρνηθεί αλλά να τον εξολοθρεύσει. Γιατί το πνεύμα της κατάστασης αυτής έχει ήδη απορριφθεί. Καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή δεν είναι πια αντικείμενο άξιο διαλογισμού, αλλά μια πραγματική ύπαρξη, τόσο περιφρονούμενη όσο και άξια περιφρόνησης. Η κριτική δι’ εαυτή δεν έχει ανάγκη να ξεκαθαρίζει τα πράγματα σε σχέση με το αντικείμενο τούτο, γιατί οι σχέσεις της μ’ αυτό είναι διαμορφωμένες. Δεν παρουσιάζεται πια σαν σκοπός καθ’ εαυτός αλλά μόνο σαν μέσο. Το βασικό συναίσθημα που την εμπνέει είναι η αγανάκτηση, ο βασικός της στόχος η καταγγελία.

    Πρόκειται να περιγραφεί μια υποχθόνια αμοιβαία πίεση όλων των κοινωνικών σφαιρών· μια γενική και παθητική δυσαρέσκεια, μια στενότητα που αυτοαναγνωρίζεται στο βαθμό που αυτοπαραγνωρίζεται, όλα αυτά μέσα στα πλαίσια ενός συστήματος διακυβέρνησης που, επειδή ζει από τη συντήρηση όλων των μετριοτήτων, δεν είναι το ίδιο παρά η μετριότητα στην εξουσία.

    Τί θέαμα! Η ατέρμονη διαίρεση της κοινωνίας σ’ ένα πλήθος φυλών που αντιτίθενται η μια στην άλλη με τις μικροπρεπείς τους αντιπάθειες, την κακή τους συνείδηση και την ωμή τους μετριότητα, και που οι ηγέτες τους, ακριβώς εξ αίτιας της αμφίλογης και δύσπιστης στάσης της καθεμιάς απέναντι στις άλλες, τις μεταχειρίζονται όλες αδιάκριτα, αν και με διαφορετικές μορφές, σαν δοτές υπάρξεις. Και το γεγονός ακόμη ότι εξουσιάζονται, κυβερνώνται, κατέχονται, είναι υποχρεωμένες να το θεωρούν και να το διατυμπανίζουν σαν παραχώρηση του ουρανού. Κι από την άλλη μεριά, τί ηγεμόνες κι αυτοί, που η μεγαλοσύνη τους είναι αντίστροφα ανάλογη με τον αριθμό τους!.

    Η κριτική που έχει σαν αντικείμενο μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων είναι μια κριτική που έχει μπει στον καυγά, και στον καυγά δεν ενδιαφέρει αν ο αντίπαλος είναι ευπατρίδης, αν είναι το ίδιο ευγενικής καταγωγής με σένα, αν είναι ενδιαφέρων, σημασία έχει να τον χτυπήσεις. Σημασία έχει να μην παραχωρήσουμε στους Γερμανούς ούτε μια στιγμή αυταπάτης και εγκαρτέρησης. Πρέπει να κάνουμε την πραγματική καταπίεση ακόμη πιο καταθλιπτική, προσθέτοντας τη συνείδηση της καταπίεσης, να κάνουμε το αίσχος ακόμη πιο ατιμωτικό, δημοσιοποιώντας το. Πρέπει να περιγράψουμε κάθε σφαίρα της γερμανικής κοινωνίας σαν partie honteuse της γερμανικής κοινωνίας, πρέπει να εξαναγκάσουμε τις απολιθωμένες αυτές σχέσεις να μπουν στο χορό, τραγουδώντας τους τα τραγούδια τους. Πρέπει να μάθουμε στο λαό να φοβάται τον εαυτό του για να του δώσουμε courage. Θα ικανοποιήσουμε έτσι μια ανάγκη αδήριτη του γερμανικού λαού και οι ανάγκες των λαών είναι οι προσωποποιημένοι έσχατοι λόγοι για την ικανοποίηση τους.

    Και για τους σύγχρονους ακόμη λαούς, η πάλη αυτή ενάντια στο στενό περιεχόμενο του γερμανικού status quo δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον, γιατί αυτό το status quo είναι η φανερή ολοκλήρωση του encien regime και το encien regime είναι το κρυφό κουσούρι του σύγχρονου Κράτους. Η πάλη ενάντια στην τωρινή πολιτική κατάσταση της Γερμανίας είναι η πάλη ενάντια στο παρελθόν των σύγχρονων λαών, και οι επιβιώσεις του παρελθόντος αυτού έρχονται πάντοτε να τους ενοχλήσουν. Είναι διδακτικό, γι’ αυτούς, να βλέπουν το encien regime, που γνώρισε σ’ αυτούς την τραγωδία του, νά ‘ρχεται στη Γερμανία και να παίζει την κωμωδία του. Η ιστορία του ήταν τραγική όσο ήταν η προϋπάρχουσα εξουσία του κόσμου, όσο η ελευθερία ήταν μια προσωπική ιδέα, με μια λέξη, όσο πίστευε στον εαυτό του και ήταν υποχρεωμένο να πιστέψει στη δικαίωση του. Όσο το encien regime, σαν η υπάρχουσα τάξη του κόσμου, μαχόταν ενάντια σ’ έναν κόσμο που ήταν ακόμη εν τω γίγνεσθαι, εξέφραζε μια καθολική ιστορική πλάνη, όχι όμως προσωπική. Η πτώση του λοιπόν ήταν τραγική.

    Αντίθετα, το τωρινό γερμανικό καθεστώς, που είναι αναχρονισμός, σε έκδηλη αντίθεση με όλα τα καθολικά αναγνωρισμένα αξιώματα, ξεσκεπάζοντας το μηδέν του encien regime στα μάτια του κόσμου, φαντάζεται μονάχα ότι πιστεύει στον εαυτό του και καλεί τον κόσμο να συμμεριστεί την αυταπάτη του αυτή. Αν πίστευε στην ίδια του την ουσία, θα προσπαθούσε να την κρύψει κάτω από την επιφάνεια μιας ξένης ουσίας, θα γύρευε τη σωτηρία του στην υποκρισία και τη σοφιστική; Το encien regime της εποχής μας δεν είναι παρά ο κωμικός μιας πολιτικής τάξης πραγμάτων, της οποίας οι πραγματικοί ήρωες έχουν πεθάνει. Η ιστορία δουλεύει σε βάθος, περνά από πολλαπλές φάσεις όταν είναι να ξεθάψει ένα γερασμένο σχήμα. Η τελευταία φάση μιας ξεπερασμένης μορφής της παγκόσμιας ιστορίας είναι η κωμωδία της. Οι θεοί της Ελλάδας, που είχαν πια λαβωθεί θανάσιμα, τραγικά, στον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου, όφειλαν να υποστούν κι άλλον ένα θάνατο, κωμικό τη φορά αυτή, στους διάλογους του Λουκιανού. Γιατί η πορεία αυτή της ιστορίας; Για να μπορέσει η ανθρωπότητα να αποχωριστεί ξένοιαστα το παρελθόν της. Τον ιστορικό αυτό ρόλο της ξενοιασιάς διεκδικούμε για τις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας.

    Ωστόσο, από την ώρα που η σύγχρονη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα υποβάλλεται η ίδια στην κριτική, από την ώρα που η κριτική ανυψώνεται σε προβλήματα πραγματικά ανθρώπινα, βρίσκεται έξω από το γερμανικό status quo, αλλιώτικα θα έψαχνε για το αντικείμενο της κάτω από το ίδιο της το αντικείμενο. Ένα παράδειγμα: οι σχέσεις της βιομηχανίας, δηλ. γενικά του κόσμου του πλούτου, με τον πολιτικό κόσμο είναι ένα ουσιώδες πρόβλημα του καιρού μας. Με ποιά μορφή το πρόβλημα τούτο αρχίζει να απασχολεί τους Γερμανούς; Με τη μορφή του τελωνειακού προστατευτισμού, του απαγορευτικού συστήματος, της εθνικής οικονομίας. Η γερμανομανία παράτησε τον άνθρωπο για την ύλη, κι έτσι, ένα ωραίο πρωί, οι ιππότες μας του μπαμπακιού και οι ήρωες μας του σίδερου ξύπνησαν μεταμορφωμένοι σε πατριώτες. Αρχίζουν λοιπόν στη Γερμανία να αναγνωρίζουν την κυριαρχία του μονοπωλίου στο εσωτερικό παραχωρώντας του την κυριαρχία στο εξωτερικό. Αρχίζουν λοιπόν τώρα στην Γερμανία αυτό που βρίσκεται στο τέλος του στη Γαλλία και την Αγγλία. Η σκωληκόβρωτη παλιά κατάσταση πραγμάτων, ενάντια στην οποία οι χώρες αυτές βρίσκονται σε θεωρητική εξέγερση και που δεν την υποφέρουν πια παρά όπως υποφέρονται οι αλυσίδες, χαιρετίζεται στη Γερμανία σαν η ρόδινη αυγή ενός όμορφου μέλλοντος, που μόλις τολμά να περάσει από τη δόλια θεωρία στην πιο ανελέητη πρακτική. Ενώ το δίλημμα που τίθεται στην Αγγλία και Γαλλία είναι: πολιτική οικονομία ή κυριαρχία της κοινωνίας πάνω στον πλούτο, στη Γερμανία είναι: εθνική οικονομία ή κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στην εθνότητα. Στην Αγγλία και Γαλλία, πρόκειται για την εξάλειψη του μονοπωλίου που έχει φτάσει ως τις έσχατες συνέπειες του· στη Γερμανία, πρόκειται να πάνε ως τις έσχατες συνέπειες του μονοπωλίου. Εκεί, ψάχνουν για τη λύση, εδώ, βρίσκονται ακόμη στο πρόβλημα. Είναι τούτο επαρκές δείγμα της γερμανικής μορφής των σύγχρονων προβλημάτων· το παράδειγμα αυτό δείχνει πώς η ιστορία μας, παρόμοια με αδέξιο νεοσύλλεκτο, στόχο μέχρι τώρα δεν είχε άλλον από το να ξανακάνει μετά τους άλλους παλιωμένες ασκήσεις ιστορίας.

    Εφόσον η γερμανική εξέλιξη στο σύνολο της δεν ξεπερνά το επίπεδο της πολιτικής εξέλιξης της Γερμανίας, ένας Γερμανός θα μπορούσε να καταπιαστεί με τα σύγχρονα προβλήματα όπως θα μπορούσε να το κάνει κι ένας Ρώσος. Αλλά αν το επί μέρους άτομο δεν περιορίζεται από τα όρια του έθνους, το έθνος στο σύνολό του είναι πολύ λιγότερο ελεύθερο όταν ένα άτομο απελευθερώνεται. Το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγει έναν Σκύθη ανάμεσα στους φιλοσόφους της δεν σημαίνει ότι οι Σκύθες έκαναν κάποιο βήμα προς την ελληνική κουλτούρα.

    ……………………………………………….
    ……………………………………………….

  16. ……………………………..
    ……………………………..
    Ευτυχώς, εμείς οι Γερμανοί δεν είμαστε Σκύθες.

    Όπως οι λαοί της αρχαιότητας έζησαν την προϊστορία τους φανταστικά στη μυθολογία, έτσι κι εμείς οι Γερμανοί ζήσαμε τη μελλοντική μας ιστορία στη σκέψη, στη φιλοσοφία. Είμαστε σύγχρονοι με την επικαιρότητα στο φιλοσοφικό πεδίο χωρίς να είμαστε τέτοιοι και ιστορικά. Η γερμανική φιλοσοφία είναι η ιδεατή προέκταση της γερμανικής ιστορίας. Αν λοιπόν, αντί για τα oeuvres incompletes της πραγματικής μας ιστορίας, κάνουμε την κριτική των oeuvres posthumes της ιδεατής μας ιστορίας, δηλαδή της φιλοσοφίας, τότε η κριτική μας θα βρεθεί στο κέντρο των προβλημάτων, για τα όποια λέει η επικαιρότητα: That is the question. Αυτό που, στους προηγμένους λαούς, είναι πρακτική σύγκρουση με τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση, στη Γερμανία, όπου τέτοια κατάσταση δεν υπάρχει καν ακόμη, είναι κριτική σύγκρουση με τη φιλοσοφική αντανάκλαση μιας τέτοιας κατάστασης.

    Η γερμανική φιλοσοφία του δικαίου και του Κράτους είναι η μόνη γερμανική ιστορία που βρίσκεται al pari (στο επίπεδο) της σύγχρονης επίσημης πραγματικότητας. O γερμανικός λαός πρέπει λοιπόν να προσθέσει τη φανταστική αυτή ιστορία στην ντε φάκτο κατάσταση που γνωρίζει σήμερα και να υποβάλει στην κριτική όχι μόνο την υπάρχουσα κατάσταση αλλά και την αφηρημένη της προέκταση. Το μέλλον του δεν μπορεί να περιοριστεί, ούτε στην άμεση άρνηση της πραγματικής πολιτικής και νομικής του κατάστασης, ούτε στην άμεση πραγμάτωση της ιδεατής του κατάστασης, γιατί, όσον άφορα την άμεση άρνηση της πραγματικής του κατάστασης, αυτό έχει γίνει στην ιδεατή του κατάσταση· όσο για την άμεση πραγμάτωση της ιδεατής του κατάστασης, κι εδώ βρίσκεται πιο μπροστά, ενατενίζοντας τους γειτονικούς λαούς. Στη Γερμανία το πρακτικό πολιτικό κόμμα δικαιούται λοιπόν να απαιτήσει την άρνηση της φιλοσοφίας. Το σφάλμα του δεν είναι η απαίτηση αυτή, είναι να εμμείνει σε μια απαίτηση που δεν πραγματώνει, που δεν μπορεί σοβαρά να πραγματώσει. Πιστεύει ότι πραγματώνει την άρνηση αυτή γυρίζοντας την πλάτη στη φιλοσοφία και πετώντας της, με περιφρονητικό ύφος, μερικές οργίλες και χυδαίες φράσεις. Εξ αιτίας της στενότητας του ιστορικού του ορίζοντα, το κόμμα τούτο δεν θεωρεί τη φιλοσοφία σαν ένα μέρος της γερμανικής πραγματικότητας, ή την τοποθετεί κάτω από τη γερμανική πρακτική και τις θεωρίες που χρησιμοποιεί. Θέλετε να ξεκινήσουμε από πραγματικά σπέρματα ζωής, ξεχνάτε όμως ότι το πραγματικό σπέρμα ζωής του γερμανικού λαού γονιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα μόνο μέσα στο κεφάλι του. Με μια λέξη: δεν μπορείτε να ξεπεράσετε τη φιλοσοφία χωρίς να την πραγματώσετε.

    Το ίδιο σφάλμα, άλλα τη φορά αυτή με αντίστροφους παράγοντες, διαπράχθηκε από το θεωρητικό πολιτικό κόμμα, που σημείο εκκίνησης του ήταν η φιλοσοφία.

    Αυτό δεν είδε στην πάλη τούτη που διεξάγεται παρά μόνο την κριτική πάλη της φιλοσοφίας ενάντια στο γερμανικό κόσμο· δεν αντιλήφθηκε ότι η φιλοσοφία που μέχρι τώρα επικρατούσε αποτελούσε η ίδια μέρος αυτού του κόσμου και ήταν το συμπλήρωμά του, στο χώρο του ιδεατού βέβαια. Κριτική απέναντι στον αντίπαλό της, συμπεριφερόταν με μη κριτικό τρόπο απέναντι σ’ αυτή την ίδια ξεκινώντας από τις ίδιες προκείμενες με τη φιλοσοφία και μένοντας στα αποτελέσματα όπου είχε αυτή φτάσει, η παρουσιάζοντας απαιτήσεις και αποτελέσματα αντλημένα από αλλού σαν άμεσες απαιτήσεις και αποτελέσματα της φιλοσοφίας· ενώ τα τελευταία αυτά -αν δεχτούμε ότι είναι τεκμηριωμένα- δεν θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί παρά μόνο από την άρνηση της μέχρι τώρα υπάρχουσας φιλοσοφίας, της φιλοσοφίας σαν φιλοσοφίας. Επιφυλασσόμαστε να κάνουμε μια ακριβέστερη περιγραφή του κόμματος αυτού. Το κύριο μειονέκτημα του μπορεί να συνοψισθεί έτσι: Πίστεψε ότι μπορούσε να πραγματώσει τη φιλοσοφία χωρίς να την ξεπεράσει.

    Η κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας, του Κράτους και του Δικαίου, της οποίας ο Χέγκελ έδοσε τη συνεπέστερη, την πλουσιότερη και την τελευταία της έκδοση, είναι ταυτόχρονα η κριτική ανάλυση του σύγχρονου Κράτους και της αντίστοιχης πραγματικότητας, και η αποφασιστική άρνηση κάθε προηγούμενου τρόπου της γερμανικής πολιτικής και νομικής συνείδησης, συνείδηση της οποίας η θεωρητική φιλοσοφία, του δικαίου αποτελεί τη διαπρεπέστερη και την καθολικότερη έκφραση, φτασμένη στο επίπεδο επιστήμης. Μόνο στη Γερμανία μπορούσε να γεννηθεί η θεωρητική φιλοσοφία του δικαίου, ο αφηρημένος και υπερβατικός αυτός τρόπος στοχασμού πάνω στο σύγχρονο κράτος, του οποίου η πραγματικότητα παραμένει ένα «επέκεινα» (ακόμα κι αν το επέκεινα αυτό βρίσκεται άπλα και μόνο επέκεινα του Ρήνου)· αντίθετα όμως, η γερμανική αντίληψη για το σύγχρονο Κράτος, που κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου, δεν ήταν δυνατή παρά επειδή και στο βαθμό που το ίδιο το σύγχρονο Κράτος κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου ή που δεν ικανοποιεί τον ολοκληρωμένο άνθρωπο παρά με φανταστικό τρόπο. Στην πολιτική, οι Γερμανοί στοχάστηκαν αυτό που οι άλλοι έκαναν. Η Γερμανία ήταν η θεωρητική τους συνείδηση. Η αλαζονική αφαίρεση και μεταρσίωση της σκέψης συμπορεύτηκαν πάντα με τη στενότητα και τη φτήνια της γερμανικής πραγματικότητας. Αν το status quo του γερμανικού κρατικού συστήματος εκφράζει το encien regime στην τελειότητα του, -τελειότητα του αγκαθιού του χωμένου βαθιά στη σάρκα του σύγχρονου Κράτους-, το status quo της γερμανικής επιστήμης του Κράτους εκφράζει το σύγχρονο Κράτος στην ατέλεια του: εκφράζει την αρρώστια της ίδιας της σάρκας.

    Κι από μόνο το χαρακτήρα της, του ορκισμένου αντίπαλου της παλιάς μορφής της γερμανικής πολιτικής συνείδησης, η κριτική της θεωρητικής φιλοσοφίας του δικαίου δεν αναζητά στον εαυτό της το σκοπό της, αλλά κατευθύνεται προς στόχους, για τη λύση των οποίων μόνο ένας τρόπος υπάρχει: η πρακτική.

    Τίθεται τότε το ερώτημα: η Γερμανία μπορεί να φτάσει σε μια πρακτική a la hauteur des principes, δηλαδή σε μια επανάσταση που να την ανυψώσει όχι μόνο στο επίσημο επίπεδο των σύγχρονων λαών αλλά στο ύψος του ανθρώπου που θα είναι το άμεσο μέλλον των λαών αυτών;

    Αναμφίβολα, το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των οπλών, η υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο από την υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία γίνεται κι αυτή δύναμη αφότου κατακτήσει τις μάζες. Η θεωρία είναι ικανή να κατακτήσει τις μάζες όταν αποδεικνύει ad hominem και προβαίνει σε ad hominem αποδείξεις, αφότου γίνει ριζοσπαστική. Ριζοσπαστική σημαίνει να πιάνει τα πράγματα από τη ρίζα. Η ρίζα όμως για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Η φανερή απόδειξη του ριζοσπαστισμού της γερμανικής θεωρίας, άρα και της πρακτικής της δύναμης, είναι ότι έχει σαν αφετηρία την αποφασιστική και θετική εξάλειψη της θρησκείας. Η κριτική της θρησκείας οδηγεί στη διδαχή ότι ο άνθρωπος είναι το υπέρτατο όν για τον άνθρωπο, δηλαδή στην κατηγορική επιταγή της ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα όν ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο, σχέσεων που δεν θα μπορούσε κανείς καλύτερα να τις χαρακτηρίσει παρά με την αναφώνηση εκείνη ενός Γάλλου όταν πληροφορήθηκε την επιβολή φόρου στα σκυλιά: «Κακόμοιρα σκυλιά! Θέλουν να σας μεταχειριστούν σαν ανθρώπους!».

    Ακόμη και ιστορικά, η θεωρητική χειραφέτηση έχει για τη Γερμανία μια ειδικά πρακτική σημασία. Πραγματικά, το επαναστατικό παρελθόν της Γερμανίας έχει θεωρητικό χαρακτήρα, είναι η Μεταρρύθμιση. Όπως κάποτε στο μυαλό του μοναχού, έτσι και τώρα στο μυαλό του φιλόσοφου αρχίζει η επανάσταση.

    Αναμφίβολα ο Λούθηρος εξουδετέρωσε τη δουλεία από ευλάβεια αντικαθιστώντας την με τη δουλεία από πεποίθηση. Τσάκισε την πίστη στην εξουσία αποκαθιστώντας τήν εξουσία της πίστης.

    Μετάτρεψε τους παπάδες σε λαϊκούς μετατρέποντας τους λαϊκούς σε παπάδες. Απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την εξωτερική θρησκευτικότητα κάνοντας τήν θρησκευτικότητα συνείδηση του ανθρώπου. Απάλλαξε το σώμα από τις αλυσίδες του αλυσοδένοντας την καρδιά.

    Αν όμως ο προτεσταντισμός δεν ήταν η πραγματική λύση του προβλήματος, ήταν ο σωστός τρόπος να τεθεί το πρόβλημα. Από εκεί κι έπειτα δεν πρόκειται για την πάλη του λαϊκού ενάντια στον παπά, αλλά για την πάλη ενάντια στον παπά που έχει μέσα του, ενάντια στην παπαδοκρατική του φύση. Και όπως η μεταμόρφωση των λαϊκών σε παπάδες -έργο του προτεσταντισμού- χειραφέτησε τους λαϊκούς εκείνους Πάπες, τους ηγεμόνες, με ολόκληρη την κλίκα τους των προνομιούχων και των φιλισταίων, έτσι και η μεταμόρφωση από τη φιλοσοφία των παπαδοποιημένων Γερμανών σε ανθρώπους θα απελευθερώσει το λαό. Αλλά όπως και η χειραφέτηση δεν σταμάτησε στους ηγεμόνες, η εκκοσμίκευση των αγαθών δεν θα σταματήσει στην απογύμνωση της Εκκλησίας, που εφάρμοσε κυρίως η υποκριτική Πρωσία. Εκείνη την εποχή ο πόλεμος των χωρικών, το ριζοσπαστικότερο γεγονός της γερμανικής ιστορίας, απέτυχε προσκρούοντας στο εμπόδιο της θεολογίας. Σήμερα που η ίδια η θεολογία απέτυχε, το πιο ανελεύθερο γεγονός της γερμανικής ιστορίας, το status quo μας, θα συντριβεί πάνω στη φιλοσοφία. Την παραμονή της Μεταρρύθμισης, η επίσημη Γερμανία ήταν ο πιο υποτακτικός υπηρέτης της Ρώμης. Την παραμονή της Επανάστασης της, είναι ο πιο υποτακτικός υπηρέτης σε κάτι πολύ λιγότερο από τη Ρώμη, στην Πρωσία και την Αυστρία, υπηρέτης των μεγαλογαιοκτημόνων και των φιλισταίων. Φαίνεται ωστόσο ότι ένα ουσιαστικό εμπόδιο φράζει το δρόμο σε. μια ριζοσπαστική γερμανική επανάσταση.

    Οι επαναστάσεις έχουν ανάγκη από ένα παθητικό στοιχείο, μια υλική βάση. Η θεωρία δεν πραγματώνεται ποτέ σ’ ένα λαό παρά στο βαθμό που αποτελεί την πραγματοποίηση των αναγκών του. Το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις απαιτήσεις της γερμανικής σκέψης και τις απαντήσεις που της προμηθεύει η γερμανική πραγματικότητα θα έχει σαν επακόλουθο το διαζύγιο της κοινωνίας-των-ίδιωτών και του Κράτους καθώς και του εαυτού της; Οι θεωρητικές ανάγκες θα γίνουν άμεσα και πρακτικές; Δεν αρκεί να τείνει η σκέψη να πραγματωθεί, πρέπει και η πραγματικότητα να τείνει να γίνει σκέψη.

    Όμως η Γερμανία δεν ανέβηκε ταυτόχρονα με τους σύγχρονους λαούς τα ενδιάμεσα σκαλοπάτια της πολιτικής χειραφέτησης. Ακόμη κι αυτά που ξεπέρασε στη θεωρία, δεν τα έχει ακόμη φτάσει στην πράξη. Πώς θα δρασκελίσει, μ’ ένα μόνο επικίνδυνο άλμα, όχι μόνο τα ίδια της τα φράγματα, αλλά ταυτόχρονα και τα φράγματα που περιορίζουν τους σύγχρονους λαούς, φράγματα που θα πρέπει στην πραγματικότητα να της φαίνονται σαν η απελευθέρωση από τα πραγματικά της φράγματα και που συνεπώς θα πρέπει να προσπαθήσει να τα. φτάσει; Μια ριζική επανάσταση δεν μπορεί να είναι παρά η επανάσταση ριζικών αναγκών, για την οποία φαίνεται ακριβώς ότι λείπουν οι προϋποθέσεις και το κατάλληλο έδαφος.

    Αν όμως η Γερμανία περιορίζεται στο να ακολουθεί, με την αφηρημένη δραστηριότητα της σκέψης της, την εξέλιξη των σύγχρονων λαών, χωρίς να συμμετέχει ενεργά στις πραγματικές μάχες που σημάδεψαν την εξέλιξη αυτή, έχει από την άλλη πλευρά μοιραστεί τα βάσανα της εξέλιξης τούτης, χωρίς να έχει μοιραστεί και τις χαρές της, τη μερική ικανοποίηση. Στην αφηρημένη δράση από τη μια, αντιστοιχεί η αφηρημένη κακουχία από την άλλη. Έτσι η Γερμανία θα βρεθεί κάποια μέρα στο επίπεδο της ευρωπαϊκής παρακμής χωρίς να έχει ποτέ βρεθεί στο επίπεδο της ευρωπαϊκής χειραφέτησης. Θα συγκρίνεται μ’ ένα λάτρη του φετιχισμού που τον κατατρώνε οι αρρώστιες του χριστιανισμού.

    Αν εξετάσουμε κατ’ αρχήν τις γερμανικές κυβερνήσεις, θα βρούμε ότι οι περιστάσεις, η κατάσταση της Γερμανίας, η κατάσταση της γερμανικής κουλτούρας και, τέλος, ένα ευτυχές ένστικτο τις έχουν ωθήσει στο να συνδυάζουν τα πολιτισμένα μειονεκτήματα των σύγχρονων Κρατών -των οποίων τα πλεονεκτήματα δεν έχουμε- με τα βαρβαρικά μειονεκτήματα του encien regime -τα οποία απολαμβάνουμε στην πληρότητα τους. Έτσι λοιπόν η Γερμανία υποχρεώνεται να συμμετέχει όλο και πιο πολύ, αν όχι στον ορθολογισμό, τουλάχιστο στον παραλογισμό ακόμη και κρατικών μορφών που βρίσκονται πέρα από το δικό της status quo. Υπάρχει π.χ. άλλη χώρα στον κόσμο που να συμμερίζεται με τόση αφέλεια όλες τις αυταπάτες του συνταγματικού καθεστώτος χωρίς να παίρνει μέρος στις πραγματικότητές του, όσο η λεγόμενη συνταγματική Γερμανία; Ή μήπως δεν είναι αναγκαίο εύρημα μιας γερμανικής κυβέρνησης ο συνδυασμός της γέενας της λογοκρισίας μ’ αυτή των γαλλικών σεπτεμβριανών νόμων που προϋποθέτουν την ελευθερία του τύπου; Όπως στο ρωμαϊκό Πάνθεο μπορούσε κανείς να βρει τους θεούς όλων των εθνών, έτσι και στην Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μπορεί να βρει τα αμαρτήματα όλων των μορφών διακυβέρνησης. O εκλεκτικισμός αυτός θα φτάσει σ’ ένα επίπεδο αδιανόητο ως τώρα: εγγύηση γι’ αυτό είναι προπάντων η πολιτικοαισθητική λαιμαργία ενός γερμανού βασιλιά· ο μονάρχης αυτός ονειρεύεται να παίξει όλους τους ρόλους της βασιλείας, φεουδαλικής ή γραφειοκρατικής, απόλυτης ή συνταγματικής, αν όχι μέσω του λάου, τουλάχιστον μέσω του προσώπου του, αν όχι για το λαό, τουλάχιστον για τον εαυτό του. Η Γερμανία -δηλαδή η ενσάρκωση της ανεπάρκειας της παρούσας πολιτικής πραγματικότητας- δεν θα μπορέσει να γκρεμίσει τα ειδικά γερμανικά φράγματα χωρίς να γκρεμίσει και το γενικό φράγμα της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας.

    Ουτοπικό όνειρο για τη Γερμανία δεν είναι η ριζική επανάσταση, δεν είναι η καθολική ανθρώπινη χειραφέτηση, αλλά αντίθετα η μερική χειραφέτηση, η πολιτική μόνο επανάσταση, η επανάσταση που θα αφήσει όρθιους τους στύλους του οικοδομήματος. Ποιά είναι η βάση μιας μερικής, απλώς πολιτικής επανάστασης; Τούτη: ένα τμήμα της κοινωνίας-των-ίδιωτών χειραφετείται και κατορθώνει να εξουσιάσει το σύνολο της κοινωνίας, μια ορισμένη τάξη επιχειρεί, ξεκινώντας από την ιδιαίτερη κατάστασή της, τη γενική απελευθέρωση της κοινωνίας. Η τάξη αύτη απελευθερώνει την κοινωνία ολόκληρη, αλλά μόνο με τον όρο ότι η κοινωνία ολόκληρη βρίσκεται στην κατάσταση της τάξης αυτής, κατέχει π.χ. χρήμα και μόρφωση ή μπορεί να τα αποκτήσει αν θέλει.

    Καμιά τάξη της κοινωνίας-των-ίδιωτών δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αυτό χωρίς να προκαλέσει, σ’ αυτή την ίδια και στη μάζα, μια στιγμή ενθουσιασμού, μια στιγμή όπου συναδελφώνεται τότε με την κοινωνία γενικά και συναντιέται μ’ αυτή· συγχωνεύεται τότε με την κοινωνία, η κοινωνία νοιώθει και βλέπει σ’ αυτή τον καθολικό της εκπρόσωπο, τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις της είναι δικαιώματα και διεκδικήσεις της ίδιας της κοινωνίας· η τάξη αυτή είναι το κεφάλι και η καρδιά της κοινωνίας. Μόνο στο όνομα των γενικών δικαιωμάτων της κοινωνίας μια επί μέρους τάξη μπορεί να διεκδικήσει τη γενική κυριαρχία. Για να μπορέσει να καταλάβει με έφοδο τη θέση αυτή του ελευθερωτή, και από κει να καταφέρει να εκμεταλλευτεί πολιτικά όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας προς όφελος της δικής της, η επαναστατική δραστηριότητα και το αίσθημα της διανοητικής της αξίας δεν αρκούν. Για να εναρμονιστούν η επανάσταση ενός λάου και η χειραφέτηση μιας επί μέρους τάξης της κοινωνίας, για να μπορέσει ένα από τα κοινωνικά της σύνολα να περάσει για το σύνολο της κοινωνίας, πρέπει, αντίθετα, όλα τα ελαττώματα της κοινωνίας να συγκεντρώνονται σε μια άλλη τάξη, πρέπει ένα συγκεκριμένο στρώμα να είναι υποκείμενο γενικού σκανδάλου, η ενσάρκωση του γενικού φραγμού, πρέπει μια ιδιαίτερη κοινωνική σφαίρα να προσωποποιεί το διαβόητο έγκλημα ολόκληρης της κοινωνίας, έτσι ώστε απελευθέρωση από τη σφαίρα αυτή να φαίνεται και σαν αυτοαπελευθέρωση από τις αλυσίδες. Για να μπορέσει μια κοινωνική σφαίρα να γίνει η απελευθερωτική par excellence σφαίρα πρέπει, αντίστροφα, μια άλλη σφαίρα να είναι εκείνη που υποδουλώνει. O γενικός χαρακτήρας της γαλλικής αριστοκρατίας και του γαλλικού κλήρου ήταν η προϋπόθεση για τον γενικά θετικό χαρακτήρα της τάξης που βρισκόταν πιο κοντά και αντίθετα σ’ αυτούς: της αστικής τάξης.

    Όμως, σε κάθε επί μέρους τάξη στη Γερμανία, λείπει όχι μόνο η συνέπεια, η δηκτικότητα, το θάρρος και ο κυνισμός που θα μπορούσαν να τις κάνουν τους αρνητικούς εκπροσώπους της κοινωνίας. Λείπει ακόμη σε καθεμιά από αυτές η πλατύτητα εκείνη πνεύματος που θα της επέτρεπε να ταυτιστεί, έστω και για μια στιγμή, με την ψυχή του λαού, το πνεύμα εκείνο που εξυψώνει την υλική δύναμη και τη μετατρέπει σε πολιτική εξουσία, η επαναστατική εκείνη τόλμη που αυθαδιάζει κατάμουτρα στον αντίπαλο: Δεν είμαι τίποτα και θά ‘πρεπε να είμαι το πάν. Το κύριο στοιχείο της γερμανικής ηθικής και εντιμότητας, όχι μόνο των ατόμων άλλα και των τάξεων, είναι αντίθετα ο μετριοπαθής εγωισμός που περιφέρει τη στενότητα του και αφήνει να την χρησιμοποιούν ενάντια του. Οι σχέσεις των διαφόρων σφαιρών της γερμανικής κοινωνίας δεν είναι λοιπόν δραματικού αλλά επικού χαρακτήρα. Καθεμιά από αυτές αρχίζει ν’ αποκτά αυτοσυνείδηση και να εγκαθίσταται πλάϊ στις άλλες με τις ιδιαίτερες φιλοδοξίες της, όχι αφότου υποστεί μια πίεση αλλά αφότου οι περιστάσεις, χωρίς να επιδράσει αυτή καθόλου, δημιουργήσουν ένα άλλο χαμηλότερο στρώμα, πάνω στο όποιο μπορεί να ασκήσει πίεση. Ακόμη και η εμπιστοσύνη που τρέφει στον εαυτό της η γερμανική μεσαία τάξη, στο ηθικό πεδίο, δεν στηρίζεται παρά στη συνείδηση ότι είναι ο καθολικός εκπρόσωπος της φιλισταϊκής μετριότητας όλων των άλλων τάξεων. Δεν είναι μόνο οι Γερμανοί βασιλιάδες που ανεβαίνουν στο θρόνο mal a propos, όλες οι σφαίρες της κοινωνίας-των-ϊδιωτών γνωρίζουν την ήττα πριν γιορτάσουν τη νίκη τους, υψώνουν το φράγμα τους πριν ξεπεράσουν το φράγμα που τις σταματά, δείχνουν τη μετριότητα τους πριν μπορέσουν να δείξουν το μεγαλείο τους, έτσι ώστε ακόμη και η ευκαιρία να παίξουν ένα μεγάλο ρόλο έχει παρέλθει πριν ακόμη εμφανιστεί, έτσι ώστε κάθε τάξη, αμέσως μόλις αρχίσει την πάλη με την τάξη που βρίσκεται πάνω από αυτήν, έχει κιόλας εμπλακεί στην πάλη με την τάξη που βρίσκεται κάτω από αυτήν. Οι ηγεμόνες βρίσκονται σε πάλη με τη βασιλεία, ο γραφειοκράτης με την αριστοκρατία, ο αστός με όλους αυτούς, ενώ ο προλετάριος αρχίζει ήδη την πάλη με τους αστούς. Αμέσως μόλις τολμήσει η μεσαία τάξη να εγκολπωθεί την ιδέα της χειραφέτησης, η εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών και η πρόοδος της πολιτικής θεωρίας κάνουν φανερό ότι η ίδια αυτή η οπτική έχει ξεπεραστεί η έχει τουλάχιστο γίνει προβληματική.

    Στη Γαλλία, αρκεί να είσαι κάτι για να θέλεις να γίνεις το πάν. Στη Γερμανία πρέπει να μην είσαι τίποτα για να μην πρέπει να απαρνηθείς το παν. Στη Γαλλία, η μερική χειραφέτηση είναι η βάση της καθολικής χειραφέτησης. Στη Γερμανία, η καθολική χειραφέτηση είναι η condition sine qua non κάθε μερικής χειραφέτησης. Στη Γαλλία η ολική απελευθέρωση θα γεννηθεί από την πραγματικότητα μιας σταδιακής απελευθέρωσης, στη Γερμανία είναι αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο. Στη Γαλλία κάθε τάξη του λαού είναι ένας πολιτικός ιδεαλιστής και δεν αποκτά αυτοσυνείδηση σαν επί μέρους τάξη, άλλα σαν εκπρόσωπος των κοινωνικών αναγκών γενικά. Ο ρόλος του απελευθερωτή περνά, λοιπόν, μέσα από μια δραματική κίνηση, με τη σειρά στις διάφορες τάξεις του γαλλικού λάου, πριν φτάσει, τέλος, στην τάξη που πραγματώνει την κοινωνική ελευθερία, όχι πια υποθέτοντας σαν υπαρκτές μερικές εξωτερικές στον άνθρωπο (αν και διαμορφωμένες από την ανθρώπινη κοινωνία) προϋποθέσεις, αλλά αντίθετα οργανώνοντας όλους τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης ξεκινώντας από την κοινωνική ελευθερία. Στη Γερμανία, αντίθετα, όπου η πρακτική ζωή είναι τόσο στερημένη πνεύματος όσο η ζωή του πνεύματος είναι στερημένη πρακτικής, ούτε μια τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών δεν αισθάνεται την ανάγκη, ούτε έχει την ικανότητα, να προωθήσει την χειραφέτηση, πριν εξαναγκαστεί σ’ αυτό από την άμεσή της κατάσταση, από την υλική αναγκαιότητα, από τις ίδιες της τις αλυσίδες.

    Πού λοιπόν βρίσκεται η θετική δυνατότητα της γερμανικής χειραφέτησης;

    Απάντηση: στη διαμόρφωση μιας τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας τάξης της κοινωνίας-των-ιδιωτών που να μην είναι τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών, ενός κοινωνικού στρώματος που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μιας σφαίρας που να έχει χαρακτήρα καθολικότητας εξ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επί μέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επί μέρους αδικία άλλα την αδικία καθ’ εαυτή, που να μην μπορεί πια να επαίρεται για έναν ιστορικό τίτλο, αλλά μόνο για έναν τίτλο ανθρώπινο, που να μη βρίσκεται σε αποκλειστική αντίθεση με τις συνέπειες, αλλά σε συστηματική αντίθεση με τις προϋποθέσεις του γερμανικού πολιτικού καθεστώτος, μιας σφαίρας τέλος που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί απ’ όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ’ αυτό τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι, με μια λέξη, η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.

    Η διάλυση αυτή της κοινωνίας, πραγματωμένη σε μια επιμέρους τάξη, είναι το προλεταριάτο

    Το προλεταριάτο μόλις αρχίζει να σχηματίζεται στη Γερμανία, χάρη στις απαρχές της βιομηχανικής ανάπτυξης, γιατί δεν είναι η φτώχεια που προέρχεται από φυσικούς νόμους, αλλά η τεχνητά δημιουργημένη φτώχεια, δεν είναι η σύνθλιψη των κοινωνικών στρωμάτων που μηχανικά προκαλείται από το βάρος της κοινωνίας, αλλά η ανθρώπινη μάζα η προερχόμενη από τη βίαιη διάλυση της κοινωνίας αυτής, και, κατ’ αρχήν, από τη διάλυση των μεσαίων τάξεων, που συγκροτεί το προλεταριάτο, αν και σιγά-σιγά, όπως είναι αυτονόητο, οι από φυσικού τους φτωχοί και οι δουλοπάροικοι της γερμανοχριστιανικής κοινωνίας πυκνώνουν κι αυτοί τις γραμμές του.

    Αναγγέλλοντας τη διάλυση της προγενέστερης τάξης του κόσμου, το προλεταριάτο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει το μυστικό της ίδιας του της ύπαρξης, γιατί είναι η ντε φάκτο διάλυση της τάξης αυτής. Ζητώντας την άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας, το προλεταριάτο ανυψώνει σε αρχή της κοινωνίας εκείνο που η κοινωνία έθεσε σαν αρχή γι’ αυτό, αυτό που προσωποποιεί, χωρίς να έχει αυτό το ίδιο συμμετάσχει σε τούτο καθόλου, μια και είναι το αρνητικό αποτέλεσμα της κοινωνίας. O προλετάριος λοιπόν βρίσκεται, σε σχέση με τον κόσμο του μέλλοντος, να έχει το ίδιο δικαίωμα που έχει ο Γερμανός βασιλιάς σε σχέση με τον κόσμο του παρόντος, όταν λέει για το λαό πώς είναι ο λαός του, όπως λέει για το άλογο πώς είναι το άλογο του. Ο βασιλιάς, διακηρύσσοντας πώς ο λαός είναι ατομική του ιδιοκτησία, εκφράζει ταυτόχρονα και το ότι ο ατομικός ιδιοκτήτης είναι βασιλιάς.

    Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα, κι αμέσως μόλις η αστραπή της σκέψης θα χτυπήσει κατάκαρδα το παρθένο τούτο λαϊκό έδαφος, θα συντελεστεί η χειραφέτηση που θα κάνει τους Γερμανούς ανθρώπους.

    Ας συνοψίσουμε το συμπέρασμά μας:

    Η μόνη δυνατή απελευθέρωση της Γερμανίας στην πράξη είναι η απελευθέρωσή της από την άποψη της θεωρίας που διακηρύσσει ότι ο άνθρωπος είναι το υπέρτατο όν για τον άνθρωπο. Στη Γερμανία, απελευθέρωση από το μεσαίωνα δεν είναι δυνατή παρά αν υπάρξει ταυτόχρονα απελευθέρωση από τα μερικού χαρακτήρα ξεπεράσματα του μεσαίωνα. Στη Γερμανία καμιά μορφή δουλείας δεν μπορεί να συντριβεί χωρίς να συντρίβει κάθε μορφή δουλείας. Η Γερμανία που πηγαίνει στο βάθος των πραγμάτων, δεν μπορεί να επαναστατήσει χωρίς να κάνει επανάσταση συθέμελα. Χειραφέτηση του Γερμανού σημαίνει χειραφέτηση του ανθρώπου. Η κεφαλή της χειραφέτησης αυτής είναι η φιλοσοφία, καρδιά της το προλεταριάτο. Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει τη φιλοσοφία.

    Όταν όλες οι εσωτερικές προϋποθέσεις θα έχουν πληρωθεί, η μέρα της γερμανικής ανάστασης θα αναγγελθεί από το λάλημα του γαλατικού κόκορα.

    Γράφτηκε από τα τέλη του 1843 μέχρι το Γενάρη 1844

    Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Deutsch-Franzosische Jahrbucher

    Υπογραφή: Karl Marx

  17. Ο ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΞΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ:
    ——————————————————————————

    …….πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας.

    Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου.

    Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής.

    Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βικτόρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του.

    Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα.

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης…..

    https://kars1918.wordpress.com/2016/10/02/kastoriadis/

  18. […] Μαρξ και τον Φρειδερίκο Ένγκελς και έλαβε το όνομα «μαρξισμός». Ο μαρξισμός επιχείρησε να εξηγήσει τα ιστορικά […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: