Μπορεί να εξισωθεί ο κομμουνισμός με το ναζισμό; Ποιά είναι η ελληνική εμπειρία;

Η μετασοβιετική Ανατολική Ευρώπη διέρχεται μια περίοδο ιδεολογικής παράκρουσης σε σχέση με την παλιά κοινή ένταξη στο σοβιετικό μπλοκ. Στην αιχμή αυτής της ολοκληρωτικής αποδόμησης βρίσκονται οι Βαλτικές χώρες, η Κροατία, η Πολωνία κ.ά.   Οι νέες ελίτ που αναδύθηκαν μετά την κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και οι παλιοί εμιγκρέδες που ένα μέρος τους προερχόταν από τις φιλοναζιστικές δυνάμεις που αναγκάστηκαν να διαφύγουν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπαθούν να διαμορφώσουν νέα πρότυπα και να γράψουν την ιστορία με τον ιδιαίτερο δικό τους τρόπο…

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία που είχαν την περίοδο του σταλινισμού γενικεύεται και μετατρέπεται σε μια αντικομμουνιστική υστερία και αυτό ακριβώς είναι η στόχευση του ιδεολογικοποιημένου συνεδρίου που θα λάβει χώρα στην Εσθονία και έχει ως τίτλο:  «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα»

Θα μπορούσε όμως να ταυτιστεί ο κομμουνισμός με το ναζισμό;

Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινοκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά». 

Κομμουνιστικές, δηλαδή κοινοκτημονικές υπήρξαν οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες. Πάνω σ’ αυτή την αντίληψη από πλευράς οργάνωσης και σχέσεων παραγωγής, λειτουργούν σήμερα τα πάμπολλα χριστιανικά μοναστήρια. Ο αγώνας του χριστιανικού κινήματος για ισότητα και εξάλειψη της καταπίεσης ήταν τόσο έντονος που διαβάζουμε στα Ευαγγέλια τέτοιου τύπου ρήσεις:   «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.
ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.
(Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Λκ 12,51-53. 14,26-27)

 

Υπό τον όρο «Αριστερά» περιγράφηκαν διάφορα κινήματα, όπως  οΡεπουμπλικανισμός κατά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Σοσιαλισμός και ηΣοσιαλδημοκρατία, ο Κομμουνισμός και ο Αναρχισμός.   Η επικρατέστερη αυτών, υπήρξε μια καλά επεξεργασμένη θεωρία από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρειδερίκο Ένγκελς και έλαβε το όνομα «μαρξισμός». Η αντίληψη του Μαρξ βασιζόταν στην πλήρη δημοκρατία και αποδεχόταν ουσιαστικά όλες τις δημοκρατικές κατακτήσεις που είχε πετύχει η ανθρωπότητα έως εκείνη τη στιγμή. Με την εμφάνιση του Λένιν ο μαρξισμός θα αμφισβητηθεί και θα αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά που πρότασσαν και μετέτρεπαν σε Ιερό Δισκοπότηρο το Κόμμα. Σκληρή κριτική στη λενινιστική αντίληψη θα κάνει η Ρόζα Λούξεμπουργκ θεωρώντας ότι ο Λενινισμός αντίκειται στο Μαρξισμό….

Όπως και νάχουν τα πράγματα, το ιδεολογικό αυτό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια επιθυμία του ανθρώπου για ισότητα και ελευθερία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κάποιες ακραίες εκδοχές του -όπως ο σταλινισμός- κατέληξαν στην πιο μεγάλη καταπίεση. Ο σταλινισμός, εκτός από την καταστροφή του εξισωτικού κομμουνιστικού ονείρου (ή ουτοπίας) για μια δίκαιη κοινωνία, δημιούργησε τις συνθήκες της διάλυσης της κοινωνικής δομής με την καταστροφή της αγροτικής τάξης (με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση) και έθεσε τους λαούς της ΕΣΣΔ στο έλεος των οιονδήποτε ανεξέλεγκτων αποφάσεων του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ.  Όλη η παλιά φρουρά των μπολσεβίκων θα κατηγορηθεί με ανυπόστατα στοιχεία και θα εκτελεστεί. Αποτελεί τραγική εθιρωνία το γεγονός ότι οι κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τον Στάλιν ήταν πολλοί περισσότεροι από αυτούς που εκτελέστηκαν από τον Χίτλερ. 

Παράλληλα ο σταλινισμός είναι ο βασικός υπεύθυνος της πολιτιστικής γενοκτονίας που υπέστη ο σοβιετικός ελληνισμός, μαζί με άλλες μικρές εθνικές οντότητες, των εκτελέσεων της φυσικών του ηγετών και την υποχρεωτική μαζική μετεγκατάσταση στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Η αντιλαϊκή και τρομοκρατική συμπεριφορά των σταλινικών, κατάστρεψε έναν μεγαλειώδη σοβιετικό ελληνικό πολιτισμό που άνθισε το Μεσοπόλεμο και μαζί μ’ αυτόν και την τελευταία ελπίδα των Ποντίων που παρέμειναν στη Μαύρη Θάλασσα να συγκροτηθούν και να αναπτυχθούν μαζί με τους σύνοικους λαούς σε μια αυτόνομη ελληνική συνιστώσα. 

ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ο ναζισμός προέρχεται ακριβώς από την αντίθετη παράδοση. Αυτήν της διάκρισης των ανθρώπων, της καταπίεσης του ενός από τον άλλον της απόλυτης εκμετάλλευσης της αντίληψης ότι μια ομάδα «εκλεκτών» μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στους πολλούς. Προέρχεται δηλαδή από τον πιο ακραίο και απάνθρωπο ρατσισμό.

Γι αυτό η σύγκριση του κομμουνισμού με τον ναζισμό είναι το λιγότερο άτοπη.

Όμως, θα μπορούσε να συζητηθεί και να γίνει δεχτεί μια ερμηνευτική προσέγγιση που θα σύγκρινε τον ναζισμό με το σταλινισμό στη βάση των φρικαλεοτήτων των δύο ολοκληρωτικών συστημάτων. Αλλά και γι αυτό ακόμα, επιφανείς μελέτες του σταλινικού ολοκληρωτισμού έχουν καταθέσει την αντίθεσή τους, όπως ο Ισαάκ Ντόιτσερ που έγραψε:   «….ο Στάλιν δεν μπορεί να μπει στην ίδια μοίρα με τον Χίτλερ, ανάμεσα στους τυράννους που τα έργα τους είναι χωρίς αξία και περιεχόμενο: μάταια. Ο Χίτλερ ήταν ο ηγέτης μιας στείρας αντεπανάστασης, ενώ ο Στάλιν υπήρξε και ο ηγέτης κι ο εκμεταλλευτής μιας τραγικής αυτο-αντιφάσκουσας, αλλά δημιουργικής επανάστασης….»

Η ελληνική εμπειρία

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ελληνική εμπειρία για το φαινόμενο αυτό και ειδικά η εμπειρία του ποντιακού ελληνισμού που έζησε στο κέντρο του σοβιετικού πειράματος. Δεν είναι το παρόντος για να συζητηθούν θέματα όπως η συμμετοχή των Ελλήνων στα διάφορα ρωσικά επαναστατικά κινήματα, ή η Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ ή οι επιπτώσεις του ρωσικού εμφυλίου πολέμου. Τα περισσότερα από αυτά έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Θα αρκεστούμε σε δύο θέματα: στην εντυπωσιακή πολιτισμική άνθιση του ελληνισμού την περίοδο 1917-1937 και την καταστροφή που επέφερε ο σταλινισμός…

Στην ΕΣΣΔ είχαν παραμείνει δεκάδες χιλιάδες Ελληνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την πλήρη επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Από νωρίς είχε διαμορφωθεί μια νέα ελληνική μπολσεβικική ηγεσία, η οποία προσπάθησε με κάθε τρόπο να αναπτύξει πολιτισμικά και πολιτικά τις ελληνικές κοινότητες.Διαμορφώθηκε έτσι ένας σημαντικός και πολυάνθρωπος σοβιετικός ελληνισμός, πλήρως αυτονομημένος από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της «μητέρας-πατρίδας». Ο ελληνισμός αυτός συγκροτήθηκε σε ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο, απέκτησε εσωτερική ζωή και ενδιαφέρουσες δομές, υπήρξε το καταφύγιο και το αποκούμπι των κυνηγημένων αριστερών από την «αστική Ελλάδα», συνομίλησε ισότιμα με το σοβιετικό περιβάλλον, υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού. Τη σοβιετική κυριαρχία επί των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων εξασφάλιζαν οι ελληνικές κομματικές οργανώσεις, οι οποίες με αυτόν τον τρόπο ασκούσαν την εξουσία και υλοποιούσαν και τις πιο τολμηρές πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις.

Μια από τις πιο σημαντικές εκφράσεις της ελληνικής παρουσίας κατά την πρώτη σοβιετική περίοδο ήταν η δημιουργία Αυτόνομων Περιοχών, στις περιοχές που υπήρχε πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού. Το σύστημα διοικητικής διαίρεσης της Σοβιετικής Ενωσης ευνοούσε την ανάδειξη αυτόνομων ελληνικών περιοχών.

Ως το 1938 είχαν δημιουργηθεί τέσσερις αυτόνομες ελληνικές περιοχές στην ΕΣΣΔ, με τάση επέκτασης σε όλες τις περιοχές όπου κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός.Αρχικά, στις αρχές του 1928, δημιουργήθηκαν τρεις Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές στη νότια Ουκρανία, στο Ντονιέτσκ και στη Μαριούπολη. Η απόφαση πάρθηκε από την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας. Ομως η σημαντικότερη και καλύτερα μελετημένη δημιουργήθηκε στην αριστερή όχθη του ποταμού Κουμπάν, στη νότια Ρωσία, στις 27 Φεβρουαρίου 1930, με διαταγή της Εκτελεστικής Επιτροπής Περιοχής του Κόμματος (Krai Is Polkom).

Η ονομασία ήταν «Ελληνική Περιοχή» (Gretseski Rayion), είχε ως κέντρο την ελληνική κωμόπολη Κριμσκ και περιελάμβανε τριάντα δύο οικισμούς. Στην περιοχή επικρατούσε η ελληνική γλώσσα, ενώ οι επιγραφές των δρόμων, των δημοσίων καταστημάτων, των σχολείων, των αστυνομικών τμημάτων ήταν στα ελληνικά.Η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν Ελληνες, οι οποίοι υπολογίζονταν σε 60.000. Η ίδρυση της Ελληνικής Περιοχής λειτούργησε ως μαγνήτης για τους Ελληνες οι οποίοι συνέρρεαν σε αυτήν. Εκεί θα εγκατασταθούν αρκετά από τα μέλη του ΚΚΕ που είχαν διαφύγει στην ΕΣΣΔ για να σωθούν από τις αντικομμουνιστικές διώξεις που είχαν αρχίσει στην Ελλάδα.Το σύνολο της κομματικής ηγεσίας της Ελληνικής Περιοχής (Πόντιοι και ελλαδικοί) θα συλληφθεί με τις σταλινικές διώξεις του 1937-38. Τα περισσότερα στελέχη θα καταδικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και θα εκτελεστούν.

Ο σταλινισμός έβαλε την ταφόπλακα σ’ αυτό το εκπληκτικό ελληνικό πείραμα.

Θεωρείται ότι περισσότεροι από  20.000 Έλληνες θα χάσουν τη ζωή τους

κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων του 1937-38. Η ελληνική κομμουνιστικη ηγεσία των Ποντίων και των Μαριουπολιτών θα κατηγορηθεί ότι εργαζόταν για τη διάλυση της ΕΣΣΔ προς όφελος των Βρετανών, των Γερμανών και των  Ιαπώνων (sic). Η πλειονότητά τους -και μαζί μ’ αυτούς και τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ΅που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ- θα εκτελεστεί. Χιλιάδες άλλοι θα χάσουν τη ζωή τους στα γκουλάγκ της Σιβηρίας. Οι διώξεις θα ολοκληρωθούν τη δεκαετία του ’40 με  τη μαζική και βίαιη εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων γυναικόπαιδων στις στέπες της Κεντρικής Ασίας.

Ακριβώς γι αυτό, το Δ’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (1997) αποφάσισε: «Την ανακήρυξη της 13ης Ιουνίου ως Ημέρας Μνήμης για τα θύματα των σταλινικών διώξεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση, εφόσον την ημέρα αυτή, το 1949, πραγματοποιήθηκε η βίαιη εκτόπιση των ποντιακών πληθυσμών από τον Καύκασο στην Κεντρική Ασία.»

 

Οι δηλώσεις Κοντωνή

Με βάση την πραγματική ιστορία οι πρόσφατες δηλώσεις Κοντονή βρίσκονται κοντύτερα στην ιστορική αλήθεια από την πολιτική χρήση μιας τραγικής ιστορίας για μικροκομματικούς λόγους  της ελλαδικής  πολιτικής ζωής. Η πλήρης δήλωση είναι η εξής: «Η πρωτοβουλία σας να διοργανώσετε στο πλαίσιο της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα» μας προκάλεσε εύλογα ερωτηματικά. Ειδικά σε μία περίοδο, που οι θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητούνται ανοιχτά από την άνοδο των ακροδεξιών κινημάτων και των νεοναζιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, η προαναφερθείσα πρωτοβουλία είναι πολύ ατυχής.

Η Ιστορία δεν μπορεί να παραχαραχθεί παρόλο που μπορεί να γράφεται κυρίως από τους νικητές ή να αξιολογείται διαφορετικά από την οπτική των κρατών. Παρ’όλα αυτά, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, κατέγραψαν τον στρατό της ΕΣΔΔ ως τον απελευθερωτή της Ευρώπης και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ως λυτρωτή από την φρίκη του Ολοκαυτώματος.

Στη σκέψη και στη συνείδησή μας, το ναζιστικό καθεστώς, δηλαδή εκείνο το  πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει τον ρατσισμό, το μίσος τη μισαλλοδοξία και τη μαζική δολοφονία ως τον πυρήνα της ιδεολογίας του δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση να συγκριθεί με τον κομμουνισμό, με την πολιτική ιδεολογία που αυτός αντιπροσωπεύει, ή να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο, απλούστατα διότι η ανθρωπότητα δεν έχει αντιμετωπίσει τίποτε παρόμοιο με τον ναζισμό και ελπίζουμε πως δε θα το κάνει στο μέλλον. 

Η φρίκη που γνωρίσαμε μέσω του Ναζισμού είχε μία και μόνη εκδοχή, αυτή που περιγράψαμε παραπάνω. Ο κομμουνισμός, αντίθετα, γέννησε δεκάδες ιδεολογικά ρεύματα, ένα εκ των οποίων υπήρξε ο ευρωκομμουνισμός, ο οποίος γεννήθηκε μέσα σε κομμουνιστικό καθεστώς, την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας με στόχο να παντρέψει τον σοσιαλισμό με την Δημοκρατία και την ελευθερία. Αυτό το ιδεολογικό ρεύμα μπόλιασε έκτοτε την πολιτική σκέψη όλης της Δυτικής Ευρώπης, έθεσε ζητήματα αναζήτησης, αποτέλεσε ένα μεγάλο εργαστήρι θεωρητικών επεξεργασιών, διαμορφώνοντας μια κουλτούρα διαλόγου, που το κατέστησαν έναν οργανισμό ζωντανό.

Θεωρούμε πως η πρωτοβουλία διοργάνωσης ενός συνεδρίου με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τίτλο, στέλνει ένα λανθασμένο και επικίνδυνο πολιτικό μήνυμα, το οποίο είναι προϊόν των Συμφωνιών που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναβιώνει το ψυχροπολεμικό κλίμα που τόσα δεινά έφερε στην Ευρώπη, αντίκειται στις αξίες της ΕΕ και σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει την οπτική της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, η οποία είναι πως ο ναζισμός και ο κομμουνισμός δε θα μπορούσαν ποτέ να υπάρχουν ως τα δύο μέρη της ίδιας εξίσωσης. 

Έχει γίνει σαφές ότι η Γενική Γραμματεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν πρόκειται να συμμετάσχει στο εν θέματι Συνέδριο»

 

Η ελληνική παραδοσιακή στάση

Εξάλλου ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί από αυτούς που προσφατα θυμήθηκαν την τραγική ιστορία των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ του Μεσοπολέμου, τους χαρακτήριζαν ως «ελληνοποιημένους», όταν τα δραματικά γεγονότα της σοβιετικής κατάρρευσης τους έφεραν στην Ελλάδα.  Και καλό θα είναι να γνωρίζουμε ότι οι ευθύνες του κατεστημένου για την αντιμετώπιση των Ελλήνων προσφύγων από τη Ρωσία και την ΕΣΣΔ ήταν από προβληματική έως εγκληματική.

Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπιση από τις ελλαδικές αρχές  των θυμάτων του σταλινισμού που επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Ελλάδα ή των γυναικοπαίδων (25.000 άτομα περίπου)  που απέλασαν οι Σοβιετικοί το 1939. Ήδη από το 1928 η τότε ελληνική κυβέρνηση είχε απαγορεύσει την ομαδική κάθοδο των Ποντίων προσφύγων που είχαν εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ, παρότι εντάσσονταν στη Συνθήκη Ανταλλαγής των Πληθυσμών που είχε υπογραφεί στη Λωζάννη.Το πρόσχημα τότε ήταν η αδυναμία της Ελλάδας να υποδεχτεί νέους πρόσφυγες και η υπόθεση ότι οι πρόσφυγες αυτοί εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες. Ο Μεταξάς συνέχισε την προηγούμενη πολιτική με την οποία απαγορευόταν να εκδίδονται για τους πρόσφυγες άδειες καθόδου (βίζες) στην Ελλάδα από την ελληνική πρεσβεία της Μόσχας- πλην ελάχιστων περιπτώσεων. Η συμπεριφορά αυτή επί της ουσίας συνιστούσε παραβίαση της Συνθήκης της Λοζάνης για τους πρόσφυγες. Η πολιτική αυτή των πάσης μορφής Eλλαδιτών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένου και του Μεταξά, εγκλώβισε στη Σοβιετική Ένωση, δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από το μικρασιατικό Πόντο. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η ελληνική εθνότητα θρήνησε μεγάλο αριθμό  θυμάτων την περίοδο των μεγάλων σταλινικών διώξεων του 1937-1938, παρότι από τις αρχές του ’38 -ενώ είχαν ξεκινήσει οι μαζικές διώξεις-  λόγω των πιέσεων των προσφυγικών οργανώσεων στην  Ελλάδα είχαν αρχίσει να χορηγούνται άδειες εξόδου σ’ αυτούς που επιθυμούσαν να διαφύγουν.

Η μεταξική κυβέρνηση, που επί των ημερών της άρχισαν οι μεγάλες διώξεις κατά Ελλήνων υπηκόων που διαβιούσαν στην ΕΣΣΔ, δεν προέβη σε τέτοια διαβήματα διαμαρτυρίας που απαιτούσαν τα τραγικά γεγονότα, ούτε χρησιμοποίησε τις σταλινικές διώξεις ως αντικομμουνιστικό επιχείρημα στη σκληρή καταστολή που ασκούσε κατά των κομμουνιστών της Ελλάδας. Ουσιαστικά αποδέχτηκε και συγκάλυψε τις σταλινικές διώξεις.

Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά προς τους πρόσφυγες του 1938-39. Δηλαδή προς τα 25.000 γυναικόπαιδα κυρίως, που απέλασαν στην Ελλάδα οι σταλινικές αρχές. Αναγκαστικά η μεταξική δικτατορία αποδέχτηκε τους απελαθέντες. Όπως θυμούνται οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου, οι ελληνικές αρχές τους αντιμετώπιζαν ως ύποπτους. Το αποκορύφωμα αυτής της στάσης ήταν η υποχρεωτική απομάκρυνση, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τον Άξονα, των «ρωσοπροσφύγων», όπως τους αποκαλούσαν, από τη Χαλκίδα, όπου υπήρχε η στρατηγικής σημασίας γέφυρα. Οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Πολλοί διέμεναν αρχικά κάτω από στέγαστρα για καπνά. Η κρατική μέριμνα από το δικτατορικό καθεστώς ήταν ανύπαρκτη και οι πρόσφυγες περνούσαν βασανιστικά την πρώτη περίοδο. Ένα μεγάλο μέρος τους είχε αφήσει πίσω συλληφθέντες από το σταλινικό καθεστώς, για τους οποίους ουδεμία μέριμνα σε επίπεδο διπλωματικής παρέμβασης έδειξε το τότε αντικομμουνιστικό καθεστώς, παρόλες τις εκκλήσεις των προσφυγικών οργανώσεων να δραστηριοποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση για να σωθούν οι «… χιλιάδες των φυλακισμένων συμπατριωτών».

Ίσως η πιο χαρακτηριστική και αποκαλυπτική εικόνα για το πώς το ελληνικό συντηρητικό κατεστημένο αντιμετώπισε τους Έλληνες ομογενείς της Σοβιετικής Ένωσης κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων, προέρχεται από τη σύσκεψη που έγινε το στο ελληνικό  Υπουργείο Εξωτερικών το Σεπτέμβριο του 1949, μετά τις μαζικές βίαιες εκτοπίσεις των χιλιάδων Ποντίων του Καυκάσου (Ελλήνων υπηκόων) στην Κεντρική Ασία.  Μια από τις ιδέες που κατατέθηκαν ως «Η μόνη πρακτική απομένουσα, οδός αύτη ενεργείας…» ήταν: «…δέον να καταβληθεί υστάτη προσπάθεια… παρά τη Γαλλική Κυβερνήσει ίνα χορηγήσει αύτη άδειαν να μεταφερθούν οι εις άλλας περιοχάς της Ρωσίας ευρισκόμενοι Έλληνες,  εις Μαρόκον

————————————————-

Ένα έργο του José Clemente Orozco, κριτική στη βία
που παράγεται στο όνομα των ιδεολογιών

José Clemente Orozco.

Advertisements

21 Σχόλια

  1. Αγροφυλακας on

    Πως προεκυψε ολη αυτή η φιλοσοφικη συζητηση για το ποιος ηταν χειρότερος ο Ναζισμος η ο Κομουνισμος την στιγμη που το Συνεδρειο στην Εσθονια αφορουσε μονο τον Κομουνισμο?

    • Επισκέπτης on

      To συνέδριο στην Εσθονία αφορούσε στην καταδίκη των εγκλημάτων τού κομμουνισμού και τού ναζισμού. Αργότερα, επειδή διάφοροι αντέδρασαν περίπου όπως ο Κοντονής,, μετονομάστηκε σε «Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων«.

    • Επισκέπτης on

      Κύριε Αγτζίδη,

      Μία παράκληση: Κάντε κάτι ώστε να φαίνονται οι σύνδεσμοι. Στο παραπάνω σχόλιό μου, η φράση «Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων» είναι σύνδεσμος, αλλά δεν φαίνεται, εκτός κι αν κατά τύχην οδηγήσει κανείς τον κέρσορα πάνω της.
      Ευχαριστώ.

      • Επισκέπτης on

        Ευχαριστώ, κύριε Αγτζίδη. Τώρα φαίνεται ότι είναι σύνδεσμος.

  2. Κοντονής: «Ανιστόρητοι και φανατικοί οι αντικομμουνιστές»

    «Το πρόσφατο συνέδριο στην Εσθονία ανέδειξε τελικά την περιθωριοποίηση εκείνων των δυνάμεων, τόσο στην Ελλάδα, όσο κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες επιθυμούν να ανοίξουν με ρεβανσιστική διάθεση έναν νέο κύκλο αντικομμουνιστικών και αντιμαρξιστικών ιδεολογικών αφηγήσεων. Και αυτό προκύπτει ευθέως, όχι μόνο από τη μειωμένη συμμετοχή υπουργών της Ε.Ε., αλλά κυρίως από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν ακόμη και στο εσωτερικό της φιλοξενούσας χώρας», αναφέρει ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Σταύρος Κοντονής, σε άρθρο του που δημοσιεύεται σήμερα σε εφημερίδα.

    «Νεοσυντηρητικές, κεντροδεξιές αλλά και ακροδεξιές δυνάμεις επιδιώκουν να ταυτίσουν τον ναζισμό/φασισμό με την κομμουνιστική ιδεολογία και τα χειραφετητικά κινήματα της Αριστεράς σε όλο τον 20οαιώνα, τον αγώνα των εργαζομένων και των απλών ανθρώπων του λαού για δημοκρατία, κοινωνική αναδιανομή και για έναν σοσιαλισμό ελεύθερο και δημοκρατικό. Προσπαθούν να προκαλέσουν ιστορική απελπισία και αίσθημα ματαιότητας, να ταυτίσουν την πάλη για την πρόοδο της ανθρωπότητας και την κοινωνική δικαιοσύνη κατά του απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος με τα μοναδικά στην Ιστορία εγκλήματα των ναζί σε βάρος των Εβραίων, των κομμουνιστών, των δημοκρατών, σε βάρος λαών ολόκληρων με γενοκτονικό τρόπο. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός, ο οποίος δίνει πανευρωπαϊκά ένα σωρό ελαφρυντικά στους δωσίλογους και τους συνεργάτες των ναζί, εκφέρεται ειδικά στην Ελλάδα από τη Νέα Δημοκρατία και άλλα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα, όπως και από επιφανή στελέχη της εγχώριας Σοσιαλδημοκρατίας. Σε μια χώρα δηλαδή όπου το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς και η συνέχειά του, η επτάχρονη δικτατορία, δεν στήθηκαν από τους «οπαδούς του κομμουνισμού», αλλά αντίθετα από τους οπαδούς του πιο ξέφρενου ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού, που ακριβώς επικαλούνταν τον νεφελώδη «κομμουνιστικό κίνδυνο» για να οργανώσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους αριστερούς και δημοκρατικούς πολίτες, αναμορφωτήρια, συνεχές κυνηγητό στην Αριστερά, ξερονήσια και καθεστώς διαρκών αποκλεισμών και διακρίσεων» τονίζει ο κ. Κοντονής και προσθέτει:

    «Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο γνώρισε έναν αντικομμουνιστικό ανάπηρο κοινοβουλευτισμό και μια στυγνή αντικομμουνιστική δικτατορία. Αυτά τα θυμάται, άραγε,n ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και των άλλων συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων κομμάτων; Ή μήπως έχουν γυρίσει σε έναν αντικομμουνισμό, τον οποίο ακόμη και οι πρώην ηγέτες της Ν.Δ. είχαν εξοβελίσει από τον πολιτικό λόγο της συντηρητικής παράταξης μετά το 1974;».

    Στη συνέχεια του άρθρου του σημειώνει:

    «Οι σημαιοφόροι ενός όψιμου αντικομμουνισμού δείχνουν υποκριτικά να αγνοούν το γνωστό τοις πάσι, ότι ο χώρος της κομμουνιστικής και ευρύτερης μαρξιστικής Αριστεράς ποτέ, εδώ και δεκαετίες τουλάχιστον, δεν μονοπωλήθηκε από φιλοσταλινικές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Αντίθετα, υπήρξαν και υπάρχουν και άλλες παραδόσεις και ρεύματα, όπως το ευρωκομμουνιστικό, το διεθνιστικό κομμουνιστικό, τάσεις αριστερές και ριζοσπαστικές στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό ρεύμα.

    Το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα στην Ευρώπη, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ήδη από τη δεκαετία του 1950 είχε σταματήσει να είναι σταλινικό και πάντοτε ασκούσε κριτική στα καθεστώτα του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού». Το ίδιο συνέβη στην Ελλάδα από το 1968 με τη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού».

    «Θα πρέπει λοιπόν να γνωρίζουν οι φίλοι μας στην Ανατολική Ευρώπη, και αν το γνωρίζουν καλό είναι να μην το αποσιωπούν, ότι στη Δυτική Ευρώπη τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου τα κόμματα της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς άσκησαν αταλάντευτη κριτική στο ΚΚΣΕ για τις φρικαλεότητες που γεννούσε το αυταρχικό και αντιδημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης που λειτούργησε στη Σοβιετική Ένωση.Ήταν τα ΚΚ της Δύσης αυτά που με λαϊκές κινητοποιήσεις και ψηφίσματα διαμαρτύρονταν για τις σοβιετικές επεμβάσεις στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν, για τη δικτατορία του Γιαρουζέλσκι, για τη σφαγή στην Τιενανμέν. Οι κομμουνιστές της ανανέωσης και όχι η Δεξιά. Οι κομμουνιστές της ανανέωσης ήταν αυτοί που δεν δίστασαν να έλθουν σε σύγκρουση με τη Μόσχα και να προβάλουν το αίτημα του σοσιαλισμού με ελευθερία, δημοκρατία και ανθρώπινο πρόσωπο, που γεννήθηκε το 1968 στην Πράγα από τον λαό της Τσεχοσλοβακίας και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Σήμερα, λοιπόν, πάει πολύ να μας κατηγορεί η Δεξιά για σταλινισμό. Αποτελεί προσβολή της ιστορικής μνήμης του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και του παρόντος της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.

    Αυτά δεν τα αναφέρω εξισορροπητικά στον σύγχρονο αντικομμουνισμό και στους φορείς του. Ο καθένας έχει τη διαδρομή του, πολύ περισσότερο είναι γνωστές οι διαδρομές των πολιτικών φορέων που υπηρετήσαμε. Τα τονίζω για να δείξω πόσο ανιστόρητες και φθηνές είναι οι αντικομμουνιστικές αιτιάσεις και αφηγήσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης, οι οποίες εσχάτως ταυτίζουν ακόμη και το «Κεφάλαιο» του Μαρξ με το «Ο Αγών» μου του Χίτλερ. Αυτές οι ακρότητες αποδεικνύουν ότι οι δυνάμεις αυτές εμφορούνται από έναν ιδεολογικό φανατισμό και μια αδιαλλαξία, που μόνο κακό στη χώρα και στη Δημοκρατία μπορούν να προκαλέσουν. Για την Ανανεωτική Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ ισχύουν πάντα τα λόγια του Νίκου Πουλαντζά:«Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει». Όπως το ’68, έτσι και σήμερα», υπογραμμίζει στο άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής ο υπουργός Δικαιοσύνης.

    http://www.zougla.gr/politiki/article/kontonis-anistoriti-ke-fanatiki-i-antikomounistes

  3. Ιδεολογίες, ολοκληρωτισμοί, ομοιότητες και διαφορές

    ΔΕΥΤΕΡΑ, 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

    Του Σωτήρη Βανδώρου

    Τώρα που κατακάθισε ο κουρνιαχτός από την «Εσθονιάδα» ίσως έχει νόημα να διατυπώσουμε δυο-τρεις σκέψεις για τη σχέση κομμουνισμού και ναζισμού, πέραν από μικροκομματικές σκοπιμότητες, τακτικισμούς και συνθήματα. Πηγαίνοντας κατευθείαν στο ψαχνό, αυτό που βρίσκουμε ότι δημιουργεί σύγχυση (στους καλοπροαίρετους) και ευκαιρία εργαλειακής αξιοποίησης σε μια προσπάθεια να κατατροπωθεί ο πολιτικός αντίπαλος (για τους στρεψόδικους) είναι κυρίως ότι μοιράζονται μια θεμελιώδη ομοιότητα αλλά ταυτόχρονα και μια θεμελιώδη διαφορά. Ως καθεστώτα υπήρξαν ολοκληρωτικά, ως ιδεολογίες είναι η μέρα με τη νύχτα. Εάν αυτή η διάκριση δεν γίνεται ή εάν στρεβλώνεται η σχέση που διέπει την ιδεολογία με το καθεστώς, τότε αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε σημαντικές παρανοήσεις. Ας προειδοποιήσουμε λοιπόν τον αναγνώστη μας. Δεν θέλουμε να στρατευθούμε υπέρ κάποιου σκοπού ούτε να κάνουμε ιδεολογικό κήρυγμα. Η πρόθεσή μας είναι απλή και περιορισμένη: ένα ξεκαθάρισμα εννοιών.

    H μαρξική θεώρηση περί κομμουνισμού εγγράφεται στην κληρονομιά του Διαφωτισμού, παράγεται από τη μήτρα του κι εκφράζει ιδεώδη του. Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός ως ιδεολογία των Μαρξ και Ένγκελς πιστεύει στην πρόοδο και την ειρήνευση, αξιοποιεί τον Ορθολογισμό, και αξιώνει σχέσεις ελευθερίας και ισότητας μεταξύ όλων των ανθρώπων.

    Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με την ιδεολογική διάσταση. Εδώ, στην περίπτωση του κομμουνισμού και προκειμένου να μην διατηρούμε έναν διασταλτικό ορισμό που θα περιέπλεκε αχρείαστα τα πράγματα για το αντικείμενό μας, μπορούμε να θεωρήσουμε ως αφετηρία και ως ουσιώδη κι απαραμείωτη αναφορά του το έργο των Μαρξ και Ένγκελς. Αν επιζητούμε για συμβολικούς λόγους μια ιδρυτική στιγμή αυτή θα μπορούσε να είναι η έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου το 1848 (αν και δεν πρόκειται για το πρώτο γραπτό τους). Ασφαλώς δεν θα προβούμε σε μια συνολική παρουσίαση των ιδεών τους. Μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε ως προς τι εναντιώνονται στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και ποιες αξίες και αρχές πραγματώνει η ριζικά διαφορετική κομμουνιστική κοινωνία που οραματίζονται να την αντικαταστήσει. Βρίσκουν, λοιπόν, ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι βαθύτατα κι ανεξάλειπτα άνισες, ανελεύθερες (ακόμη κι αν αυτοσυστήνονται ως κατεξοχήν σχέσεις ελευθερίας), άδικες κι εκμεταλλευτικές. Η άρχουσα, αστική τάξη ιδιοποιείται, ως μη όφειλε, τον κοινωνικό πλούτο που παράγεται από την εργασία των προλετάριων. Σε αντιδιαστολή, η κομμουνιστική κοινωνία του μέλλοντος (προβλέπουν κι αγωνίζονται προς αυτή την προοπτική) θα είναι αταξική, που θα πει ότι οι άνθρωποι δεν θα διακρίνονται σε τάξεις ανάλογα με τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία. Δεν θα υπάρχουν, δηλαδή, ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (η αστική τάξη στον καπιταλισμό) και όσοι δεν διαθέτουν παρά την εργατική τους δύναμη, δηλαδή την ικανότητά τους προς εργασία (οι προλετάριοι στον καπιταλισμό). Αντίθετα, θα εγκαθιδρυθεί η κοινοκτημοσύνη. Ελλείψει τάξεων και ατομικής ιδιοκτησίας, θα επέλθει ουσιώδης ισότητα μεταξύ των ανθρώπων οι οποίοι, μην έχοντας πλέον τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους, θα αναπτύξουν σχέσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας. Θα καταστούν έτσι πραγματικά ελεύθεροι και ίσοι. Εδώ, λοιπόν, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η μαρξική θεώρηση περί κομμουνισμού εγγράφεται στην κληρονομιά του Διαφωτισμού, παράγεται (όπως κι άλλα ιδεολογικά ρεύματα) από τη μήτρα του κι εκφράζει (σε μια συγκεκριμένη εκδοχή) ιδεώδη του. Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός ως ιδεολογία των Μαρξ και Ένγκελς πιστεύει στην πρόοδο και την ειρήνευση, αξιοποιεί τον Ορθολογισμό, και αξιώνει σχέσεις ελευθερίας και ισότητας μεταξύ όλων των ανθρώπων.

    Ο ναζισμός, από την άλλη, εδράζεται σε μια θεμελιωδώς αντι-διαφωτιστική θεώρηση. Μεταξύ άλλων, αρνείται απολύτως και χαρακτηριστικά τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, ενώ στον Ορθολογισμό αντιτείνει τα πάθη και τις ορμές. Έχει ως αφετηρία το αξίωμα ότι αποτελεί ανεξάλειπτη συνθήκη της ανθρώπινης κατάστασης ο υπαρξιακός αγώνας για την επιβίωση μεταξύ των ανθρώπινων φυλών. Οι φυλές, ως κλειστά βιολογικά σύνολα ανθρώπων, φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τις διέπουν ως «ουσίες», δηλαδή είναι σταθερά κι απαράλλακτα. Αυτά τα (μη τροποποιήσιμα με πολιτισμικά και κοινωνικά μέσα) χαρακτηριστικά τους προσδίδουν στην κάθε φυλή και την αντίστοιχη θέση σε μια άκαμπτη ιεραρχία που διακρίνει αυτές που είναι αντίστοιχα παραγωγοί, φορείς ή καταστροφείς του πολιτισμού. Το πρόβλημα, για τον ναζισμό, είναι ότι η γερμανική φυλή-έθνος έχει υποστεί επιμειξίες κυρίως από τη φυλή των Εβραίων οι οποίοι, για την ακρίβεια, δεν θεωρείται ότι αποτελούν καν εντελή φυλή, έστω και κατώτερη, αλλά υπολειμματικό ανθρώπινο τύπο. Κατά προέκταση, λογίζονται ως υπάνθρωποι. Αυτές οι επιμειξίες έχουν εκ-φυλίσει το γερμανικό σώμα και είναι οι αιτίες των δεινών του. Επομένως, το ζητούμενο, που εκφράζεται με ένα πρόταγμα παλιγγενεσίας, είναι η αποκατάσταση της βιολογικής καθαρότητας της Άριας φυλής, δηλαδή της ανώτερης (της οποίας τα γερμανικά φύλα είναι η αρτιότερη έκφραση). Αυτός ο αγώνας λαμβάνει δραματική και υπαρξιακή διάσταση – συνθηματικά, «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Κοντολογίς, η μάχη μέχρις εσχάτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για έναν κόσμο ειρηνευμένο, ο οποίος όμως θα είναι ένας εξαριανισμένος κόσμος. Δηλαδή, οι Άριοι με επικεφαλής τους Γερμανούς θα έχουν επιβάλλει την παγκόσμια κυριαρχία τους μέσω της εξολόθρευσης των Εβραίων, της υποδούλωσης των κατώτερων φυλών και τη διασφάλιση προνομιακών συνθηκών διαβίωσης για τις ανώτερες. Ακόμη όμως και για τους προνομιούχους Άριους η ύπαρξή τους ως ατόμων δεν λογίζεται αυτοτελώς από τη φυλή τους προς την οποία οφείλουν πλήρη υποταγή μέχρι αυτοθυσίας, ακριβώς διότι η ένταξή τους σε αυτήν τους καθιστά αυτό που είναι και δεν είναι τίποτα χωρίς αυτήν.

    wire fence near guard towerΠαρατηρούμε, λοιπόν, ότι στη ναζιστική ιδεολογία ως τέτοια εγγράφεται ένα χαρακτηριστικά αντι-ανθρωπιστικό ιδεώδες κατά δυο τρόπους. Πρώτον, δεν υφίσταται ένα καθολικό ιδεώδες για το σύνολο της ανθρωπότητας και, δεύτερον, η ατομικότητα ισοπεδώνεται από τη συλλογικότητα, κατά την έννοια ότι η ατομική ανθρώπινη ύπαρξη δεν αποτελεί αξία και θεωρείται αναλώσιμο μέσο. Είναι δε επιπλέον προφανές, νομίζουμε, ότι η φονική βία και η πρόθεση εξολόθρευσης εκλαμβάνονται ως θεμελιώδεις. Αν κάνουμε ένα νοητικό πείραμα κι αφαιρέσουμε τη βίαιη διάσταση της ιδεολογίας του ναζισμού, αυτός θα καταστεί αγνώριστος. Με άλλα λόγια, χωρίς βία δεν υφίσταται – αυτή εμπεριέχεται στον ίδιο του τον πυρήνα.

    Καταλήγουμε, επομένως, σε μια θεμελιώδη ασυμμετρία μεταξύ των ιδεολογιών του κομμουνισμού και του ναζισμού. Ο πρώτος είναι ανθρωπιστικός, ο δεύτερος χαρακτηριστικά αντι-ανθρωπιστικός. Ας πούμε, στο Ο Αγών μου (1925-26) του Χίτλερ, που μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις αυθεντικότερες εκδοχές της ιδεολογίας του ναζισμού, βρίσκουμε έναν σκαιότατο αντισημιτισμό. Αντίθετα, πουθενά δεν θα βρούμε στα γραπτά των Μαρξ και Ένγκελς ανάλογα εχθροπαθείς αναφορές για τους «αστούς». Δεν κατηγορούνται ως ηθικά πρόσωπα, ούτε ως ζητούμενο τίθεται η εξολόθρευσή τους. Μάλιστα, αναγνωρίζεται και μια προοδευτική διάσταση στον καπιταλισμό και στην αστική τάξη υπό την έννοια ότι διαλύουν τον στατικό κόσμο της φεουδαρχίας κι αυξάνουν σε απαράμιλλο βαθμό την παραγωγικότητα των μέσων παραγωγής. Αποδίδοντας το πρόβλημα της αδικίας και της εκμετάλλευσης στις κοινωνικές σχέσεις και στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι προσδεδεμένοι στα υλικά τους συμφέροντα, οι Μαρξ και Ένγκελς προσδοκούν ότι στην κομμουνιστική κοινωνία οι πρώην, πλέον, αστοί θα ασπαστούν κι αυτοί τις αξίες της κι επομένως είναι ενσωματώσιμοι και καλοδεχούμενοι.

    Στο επίπεδο της ιδεολογίας, λοιπόν, κομμουνισμός και ναζισμός απέχουν παρασάγγας μεταξύ τους. Η εξομοίωσή τους στερείται νοήματος όχι μόνο λόγω των εντελώς διαφορετικών περιεχομένων τους, αλλά και σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, με βάση τα ανθρωπιστικά κριτήρια που θέσαμε.

    Στο επίπεδο της ιδεολογίας, λοιπόν, κομμουνισμός και ναζισμός απέχουν παρασάγγας μεταξύ τους. Η εξομοίωσή τους στερείται νοήματος όχι μόνο λόγω των εντελώς διαφορετικών περιεχομένων τους, αλλά και σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, με βάση τα ανθρωπιστικά κριτήρια που θέσαμε. Όσον αφορά την καθεστωτική διάσταση, τα πράγματα αλλάζουν. Ασφαλώς, το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς του Γ’ Ράιχ εφαρμόζει ή τείνει να εφαρμόζει πιστά την ιδεολογία του ναζισμού – άλλωστε ο Χίτλερ είναι ταυτόχρονα ηγέτης και ιδεολόγος. Πρόκειται αναγκαστικά για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Μείζονα χαρακτηριστικά του αποτελούν ο παντοδύναμος ηγέτης του οποίου η θέληση υπερκερνά οποιοδήποτε θεσμό και νόμο, η απόλυτη εξουσία του κράτους (ακριβέστερα, του κράτους-κόμματος καθώς τα δυο τους συμφύρονται), η χειραγώγηση των μαζών και η υποχρεωτική τους κατήχηση στην ιδεολογία του καθεστώτος η οποία προπαγανδίζεται μέσω του κρατικού μονοπωλίου των μέσων ενημέρωσης, η κατάρρευση της διάκρισης δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, η αστυνομοκρατία κι ο εκφοβισμός, και, βεβαίως, η ανηλεής καταδίωξη των εσωτερικών εχθρών (ή απλώς των υπόπτων) οι οποίοι εξολοθρεύονται με συνοπτικές διαδικασίες σε ένα πλαίσιο πλήρους απουσίας των εγγυήσεων του Κράτους Δικαίου. Αυτή η αφηρημένη περιγραφή, ωστόσο, ταιριάζει και στο σταλινισμό, το αρχέτυπο του ολοκληρωτικού κομμουνισμού. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αντι-κομμουνιστής (ό,τι κι αν εννοεί καθένας με αυτό) προκειμένου να το παραδεχθεί. Και καμία παράλληλη «δήλωση» περί ναζισμού δεν μπορεί να «απαιτείται». Να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται: μπορώ να καταδικάζω όσο θέλω τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων, χωρίς να δικαιούται κανείς να με ψέξει γιατί παρέλειψα να καταδικάσω τα εγκλήματα του ναζισμού. Φανταστείτε τη λογική προέκταση μιας τέτοιας απαίτησης. Δεν μπορώ, στ’ αλήθεια, να πω και να κάνω τίποτα. Κατ’ αναλογία είναι σα να μου λέει κάποιος «Μα λες να βοηθήσουμε τα προσφυγόπουλα, χωρίς να πεις κουβέντα για τα Ελληνόπουλα που υποφέρουν απ’ την οικονομική κρίση; Μάλλον δεν είσαι αρκετά πατριώτης».

    hitler vs stalin smallΣε κάθε περίπτωση, διανοητική και πολιτική εντιμότητα επιβάλλουν να μη «φορτώσουμε» το σταλινισμό στους Μαρξ και Ένγκελς και, κατά προέκταση, να μην ταυτίζουμε την κομμουνιστική ιδεολογία, όπως αυτή συνελήφθη από τους ιδρυτές του μαρξισμού, με τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Εάν το κάναμε, στην καλύτερη περίπτωση θα ήμασταν υπόλογοι για αναχρονισμό. Θα παραγνωρίζαμε, δηλαδή, την ιστορικότητα των φαινομένων και θα διαβάζαμε στρεβλά το (απώτερο) παρελθόν με τα γυαλιά του παρόντος (ή του πιο πρόσφατου παρελθόντος). Απλούστερα, εάν ο Στάλιν διέπραξε φρικώδη εγκλήματα στο όνομά τους, δεν είναι εύλογο ως εκ τούτου και μόνο να τους θεωρήσουμε υπεύθυνους ή να τους καταλογίσουμε εγκληματική πρόθεση.

    Αυτή, όμως, δεν μπορεί να είναι και η τελευταία κουβέντα μας για το θέμα. Διότι η συζήτηση οφείλει να μείνει ανοικτή. Ως προς τι; Ας πούμε, για το εάν, παρά τις αγαθές προθέσεις Μαρξ και Ένγκελς, η θεώρησή τους παρουσιάζει θεμελιώδη προβλήματα τα οποία ενδέχεται κατά την εκτύλιξη του κομμουνιστικού σχεδίου να το βραχυκυκλώσουν και να μπλοκάρουν την έλευση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Μια σχετική γραμμή κριτικής διατυπώθηκε ήδη από τον σύγχρονό τους Μιχαήλ Μπακούνιν ο οποίος εκτίμησε ότι εάν η επαναστατική υπόθεση ανατροπής του καπιταλισμού (που τη συμμεριζόταν) αναληφθεί υπό την ηγεσία ενός κόμματος το οποίο θα εγκαθιδρύσει τη λεγόμενη «δικτατορία του προλεταριάτου» ως μεταβατικό στάδιο μέχρι τον οριστικό «μαρασμό» του κράτους και την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής κοινωνίας (όπως προέβλεπαν Μαρξ και Ένγκελς), τότε το αποτέλεσμα θα είναι να μπουν νέοι εξουσιαστές στη θέση των παλιών και η κομμουνιστική κοινωνία να μην έρθει ποτέ. Οφείλουμε, για παράδειγμα, να μπορούμε να αναρωτηθούμε, με βάση την ιστορική εμπειρία, «γιατί παντού τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέληξαν αυταρχικά ή ολοκληρωτικά; Μπορεί ο Μπακούνιν να έχει κάποιο δίκιο;» χωρίς να εισπράξουμε την κατηγορία περί «αντι-κομμουνιστικής προπαγάνδας». Το θέμα έχει τη σημασία του, αν αναλογιστεί κάποιος την ευκολία με την οποία πολλοί ξεπετάνε το ερώτημα με μια βολική απάντηση του τύπου «μια χαρά το σχέδιο στη σύλληψή του, στην εφαρμογή στράβωσε» χωρίς πολλά-πολλά. Ή, αν σκεφτούμε για πόσους ο Φιντέλ Κάστρο, που κατσικώθηκε στην εξουσία για πάνω από μισό αιώνα, δεν εξελίχθηκε στ’ αλήθεια σε δικτάτορα, αλλά παρέμεινε αγνός επαναστάτης.

    * Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

    https://bookpress.gr/stiles/dimosia-sizitisi/totalitarianism-ideologies?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

  4. Απάντηση του Εσθονού υπουργού Δικαιοσύνης στον Κοντονή

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

    «Οι δικές μας αξίες είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία και το κράτος Δικαίου, στα οποία δεν βλέπω να υπάρχει καμία εναλλακτική», σημειώνει ο Εσθονός υπουργός Δικαιοσύνης Ούρμας Ρεϊνσάλου.

    Σε υψηλούς τόνους ήταν η απάντηση του Εσθονού υπουργού Δικαιοσύνης, Ούρμας Ρεϊνσάλου, στην επιστολή του Ελληνα ομολόγου του Σταύρου Κοντονή, με την οποία τον ενημέρωνε για τους λόγους μη συμμετοχής της Ελλάδας στο πρόσφατο συνέδριο για τα πεπραγμένα των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη.

    Στην απαντητική του επιστολή, ο κ. Ρεϊνσάλου ισχυρίζεται ότι δεν θέλει να μπει «σε μία συζήτηση για την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα». Παρ’ όλα αυτά, στις παραγράφους που ακολουθούν ανατρέχει στην ταραχώδη πρόσφατη ιστορία της χώρας του για να αντικρούσει την επιχειρηματολογία Κοντονή (τον οποίο προσφωνεί «αγαπητέ Σταύρο»). «Βάσει των εμπειριών της χώρας μου και του λαού μου, διαφωνώ σθεναρά με τον ισχυρισμό σου ότι ο κομμουνισμός είχε και θετικές πτυχές», γράφει.

    Σημειώνεται ότι ο κ. Ρεϊνσάλου το 2013, ως υπουργός Αμυνας, απηύθυνε χαιρετισμό στη συνάντηση της Ενωσης Εσθονών Μαχητών για την Ελευθερία, που αποτελείται από βετεράνους που πολέμησαν κατά της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (πολλοί στο πλευρό των ναζί). Η Εσθονία μνημονεύει όλους τους πεσόντες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ανεξαρτήτως με ποιο στρατόπεδο πολέμησαν. Στον χαιρετισμό του τότε, ο Εσθονός υπουργός σημείωνε ότι η χώρα τους έχει «επανειλημμένως και απερίφραστα καταδικάσει τις καταπιεστικές πολιτικές της Σοβιετικής Ενωσης και της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας».

    Η επιστολή αναφέρει ότι «η μοίρα των δύο κρατών μας στον 20ό αιώνα υπήρξε διαφορετική», και περιέχει τον ισχυρισμό ότι ο μέσος Εσθονός γνωρίζει τι υπέστη η Ελλάδα από τους ναζί επειδή έχει μεταφραστεί στα εσθονικά «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και πολλοί έχουν παρακολουθήσει την κινηματογραφική μεταφορά του (το μυθιστόρημα εστιάζει στην ιταλική κατοχή της Κεφαλονιάς). Γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, που έγραψε το αριστούργημά του, «Το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», στην Εσθονία, ως φιλοξενούμενος του Αρνολντ Σούσι, υπουργού της ελεύθερης Εσθονίας στον μεσοπόλεμο – «κάτι που ήταν έγκλημα στα μάτια της κομμουνιστικής μυστικής αστυνομίας».

    Ο κ. Ρεϊνσάλου γράφει ότι παρότι η Σοβιετική Eνωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας, «ο Κόκκινος Στρατός δεν απελευθέρωσε την Ανατολική Ευρώπη ώστε οι χώρες και οι λαοί της που είχαν βρεθεί υπό ναζιστική κατοχή να μπορέσουν να καθορίσουν το πεπρωμένο τους». Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Κοντονής, στη δική του επιστολή, είχε γράψει ότι τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα «κατέγραψαν τον στρατό της ΕΣΔΔ ως τον απελευθερωτή της Ευρώπης και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ως λυτρωτή από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος».

    Το ύφος στη συνέχεια γίνεται ακόμα πιο έντονο. Μιλώντας για τις μαζικές εκτοπίσεις Εσθονών επί Στάλιν και άλλα δεινά, ο κ. Ρεϊνσάλου επαναλαμβάνει τη φράση «γνωρίζω περί τίνος ομιλώ», σχετικά με την κάθετη απόρριψη του κομμουνισμού. «Eχει επιχειρηθεί σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου και με κάθε είδους εθνικιστικά συνθήματα», τονίζει. «Eχει πάντα καταλήξει σε οικονομική καταστροφή και τη σταδιακή συντριβή του κράτους δικαίου. Αλλά υπάρχουν χώρες και λαοί για τους οποίους το τίμημα του διδάγματος περί κομμουνισμού ήταν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί αυτό».

    «Καμία διαφορά»

    «Οι δικές μας αξίες είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, στα οποία δεν βλέπω να υπάρχει καμία εναλλακτική», σημειώνει ο Εσθονός αξιωματούχος. «Γι’ αυτό και εναντιώνομαι σε οποιαδήποτε ιδεολογία ή πολιτικό κίνημα που ακυρώνει αυτές τις αξίες ή που τις καταπατά όταν βρεθεί στην εξουσία. Από αυτήν την άποψη δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ ναζισμού, φασισμού και κομμουνισμού. Oλες αυτές οι ιδεολογίες διεκδίκησαν το δικαίωμα, στο όνομα του διεστραμμένου τους οράματος για το μέλλον, να διαλύσουν ολόκληρα έθνη και κοινωνικές ομάδες, και να κηρύξουν άλλες ομάδες ως ανάξιες ή ακατάλληλες για το ουτοπικό μέλλον, με αποτέλεσμα αυτοί οι λαοί και οι ομάδες να υποστούν επανεκπαίδευση και να υποφέρουν μέσα στη δυστυχία χωρίς ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, ή να εξοριστούν σε μη κατοικήσιμες ερημιές».

    Ο κ. Ρεϊνσάλου κάνει ειδική αναφορά στον ρόλο των υπουργών Δικαιοσύνης. «Η καταδίκη των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας πρέπει να είναι ιδιαίτερης σημασίας για εμάς», παρατηρεί, «αφού η αποστολή μας είναι η υπεράσπιση του νόμου και της δικαιοσύνης». Η στάση αυτή, σημειώνει, δεν πρέπει να εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους έγιναν αυτά τα εγκλήματα ή από την ταυτότητα των θυμάτων.

    Στο τέλος της επιστολής, ο κ. Ρεϊνσάλου επισυνάπτει το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί «ευρωπαϊκής συνείδησης και ολοκληρωτισμού» (Απρίλιος 2009), στο οποίο απευθύνεται κάλεσμα για την ανάδειξη της 23ης Αυγούστου (επετείου της συμφωνίας Ρίμπεντροπ-Μολότοφ) σε «πανευρωπαϊκή ημέρα μνήμης» για τα θύματα των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων. Η «Κ» επικοινώνησε με το ελληνικό υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο δεν προέβη σε σχόλιο, καθώς ανέμενε έως αργά χθες την επίσημη μετάφραση της επιστολής.

    http://www.kathimerini.gr/924620/article/epikairothta/politikh/apanthsh-toy-es8onoy-ypoyrgoy-dikaiosynhs-ston-kontonh

  5. «Ο ναζισμός δεν μπορεί να εξισωθεί με τίποτα!»

    Κρυσταλία Πατούλη

    «Όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα έχουν κάποια κοινά σημεία, αλλά ο ναζισμός δεν μπορεί ούτε να ταυτιστεί, ούτε να συγκριθεί, ούτε να εξισωθεί με κανένα άλλο ολοκληρωτικό σύστημα. Δεν μπορεί να εξισωθεί με τίποτα!». Ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Λυών και είναι ιατρικός υπεύθυνος του Οίκου Εφήβων της Λυών, μιλά στην δημοσιογράφο και σύμβουλο ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλία Πατούλη για το Tvxs, με αφορμή το «αποτυφλωτικό», όπως το ονομάζει, συνέδριο της Εσθονίας και τις προσπάθειες εξίσωσης ναζισμού και κομμουνισμού.

    Στην ανάλυσή του ξεκαθαρίζει: «Οι δικτατορίες μοιάζουν, παντού, γιατί κυνηγούν τους αντιπάλους τους, και καταργούν την ελευθερία. Έχουν ένα καταδιωκτικό σύνδρομο όλες οι δικτατορίες. Αλλά ο ναζισμός δεν ήταν, απλά, μια δικτατορία. Δεν ήταν καν μόνο δικτατορία. Ήταν ένα σύστημα μαζικής καταστροφής. Ένα μοναδικό σύστημα μαζικής καταστροφής τής – και κάθε – ανθρώπινης διάστασης!».

    Κρ.Π: Με αφορμή το συνέδριο της Εσθονίας υπήρξε προσπάθεια να εξισωθεί ο κομμουνισμός με τον ναζισμό.

    Κ. Ν.: Κατ’ αρχάς, αυτή η τάση εξίσωσης κομμουνισμού και ναζισμού δεν είναι σημερινό φαινόμενο, αλλά κάτι που έχει ξανασυμβεί. Απλά, αυτή τη φορά έγινε οργανωμένα από ένα κράτος που μπήκε τώρα μπήσε στο ΝΑΤΟ και νιώθει μια ασφάλεια, και που όντως υπέστη τα δεινά του σταλινικής μπότας. Σε κάθε περίπτωση αυτή η εξίσωση είναι μια πολιτική πράξη, συνήθως από δεξιούς πολιτικούς οργανισμούς, οι οποίοι προσπαθούν να εξομοιώσουν τα «δύο άκρα», όπως λένε, υποστηρίζοντας, βέβαια, μ’ αυτόν τον τρόπο τις δικές τους θέσεις.

    Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή για να αντιληφθούμε βαθύτερα πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η εξίσωση. Στον αρχαίο κόσμο, οι νόμοι, οι θεσμοί, οι αξίες, η δικαιοσύνη, ό,τι δηλαδή αφορούσε τα κοινά – που επηρέαζαν την προσωπική ζωή των ανθρώπων – προερχόντουσαν από μία θεοκεντρική σκέψη και από τους αντιπροσώπους των θεοτήτων που ήταν οι κυβερνώντες, όπως για παράδειγμα ήταν οι Φαραώ στην Αίγυπτο.

    Έτσι, βλέπουμε τον Πλάτωνα στην «Πολιτεία» – το έργο του που αφορά ιδιαίτερα την πολιτική και την κοινή ζωή – να μη λέει πολύ διαφορετικά πράγματα: o λαός, το πλήθος, όπως λέει, ζει στο βάθος μιας σπηλιάς, και πάνω, στην άκρη αυτής της σπηλιάς, εκεί που έρχεται το φως, μπαίνουν και οι ιδέες, που όμως το πλήθος δεν γνωρίζει την πηγή τους.

    Άρα, κατά τον Πλάτωνα, οι ιδέες έρχονται από κάπου που κανείς δεν μπορεί να δει. Αυτές οι ιδέες του Πλάτωνα, που γεννιούνται μέσα στην Αθηναϊκή δημοκρατία και μετά τη ρήξη των προσωκρατικών σε σχέση με τη θεοκρατική εξήγηση της απαρχής του σύμπαντος, της ζωής και της κοινωνικής οργάνωσης, φαίνεται να κρατούν μέσα τους τη θεοκεντρική προέλευση των θεσμών και των νόμων.

    Αλλά και πολύ αργότερα από τον Πλάτωνα, ο Μακιαβέλι, γράφει στον «Πρίγκιπα», πως αυτοί που κυβερνούν πρέπει να είναι «πεφωτισμένοι» σε διαφορά με τους «πληβείους» που καθοδηγούνται από τα βαθύτερα ένστικτά τους!

    Ο Πλάτωνας λοιπόν πρέσβευε, ότι οι κυβερνώντες πρέπει να έχουν έναν φιλόσοφο για σύμβουλο που να τούς φέρνει τις ιδέες και να τους «φωτίζει». Έβαλε αυτή τη σκέψη σε πράξη με τον Διονύσιο, τον τύραννο των Συρακουσών, του οποίου και έγινε σύμβουλος. Τελικά ο δικτάτορας Διονύσιος διαφώνησε με τις ιδέες του και τον πούλησε ως σκλάβο στην αγορά, όπου κάποιος, γνωστός τού Πλάτωνα, τον αναγνώρισε, τον αγόρασε και του χάρισε την ελευθερία.

    Κρ.Π.: Δηλαδή, ο Πλάτωνας προσπάθησε να ξεφύγει από τη θεοκρατική αντίληψη.

    Κ.Ν.: Πήγε να ξεφύγει, αλλά πρέσβευε πως οι ιδέες έπρεπε να προέρχονται από κάτι πεφωτισμένο, άρα ήταν ένα σκαλοπάτι λίγο παρακάτω από την προηγούμενη θεοκρατική αντίληψη. Μετά την εμπειρία του στις Συρακούσες, κατάλαβε ότι οι τύραννοι είναι τύραννοι κι όσο κι αν τους δίνουμε κάποιες ιδέες, αυτοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα, γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η τυραννία. Aργότερα, στο τελευταίο του σύγγραμμα, αισθάνθηκε την ανάγκη να βελτιώσει αυτά που είχε γράψει στην Πολιτεία και έγραψε ένα βιβλίο για τους Nόμους. Εκεί έκανε μια στροφή σε σχέση με τις ουρανοκατέβατες ιδέες και θεώρησε, πλέον, ότι οι Νόμοι θα πρέπει συντάσσονται από την πλειονότητα του λαού. Πλησίασε, έτσι, περισσότερο την έννοια της δημοκρατίας.

    Ανέφερα το παράδειγμα του Πλάτωνα, γιατί είναι σημαντικό επειδή κατέληξε στη θέση πως μόνο μέσα από μια δικτατορία κάποιος μπορεί να επιβάλλει τις ιδέες του. Μια ιδεολογία που θέλει να επιβάλλει τις ιδέες της, είτε αυτές προέρχονται από τον… ουρανό, είτε από κάποιον «πεφωτισμένο» φιλόσοφο, θα καταλήξει σε δικτατορία, σε τυραννία.

    O Αριστοτέλης, που ήταν μαθητής του Πλάτωνα, τοποθετήθηκε (μέσα από ένα εξαιρετικό σύγγραμμα, τα Ηθικά Νικομάχεια, που δείχνουν όλη αυτή τη σχέση της ηθικής με την πολιτική) διαφορετικά από το δάσκαλό του:

    Μια ιδέα, όσο πεφωτισμένη κι αν είναι, δεν μπορεί να επιβληθεί από έναν και μόνο άνθρωπο γιατί, τελικά, ο καθένας έχει τις ιδέες του και όλες οι ιδέες χρειάζεται να συνυπάρχουν. Μπορούν μόνο να προσπαθούν να μεταμορφωθούν σε κοινωνική πράξη μέσα από το διάλογο και την πειθώ. Και όταν λέμε «πειθώ» εννοούμε τη δράση του λόγου ανάμεσα σε ίσους πολίτες και όχι π.χ. ανάμεσα σε πατέρα και γιο ή μητέρα και κόρη, κλπ., που δεν μπορούν να είναι ίσοι. Η έννοια της πειθούς μεταξύ ίσων πολιτών, εμπεριέχει την αρχή τού πως μια ιδέα δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι ή με τη βία, ως πολιτική πράξη.

    Κρ.Π.: Θα πρέπει να γίνει μια σύνθεση των ιδεών.

    Κ.Ν.: Σύνθεση, κατανόηση, επικράτηση των ιδεών που η πλειοψηφία των πολιτών νομίζει πως εξυπηρετούν καλύτερα το κοινό καλό. Η βίαιη επιβολή των ιδεών φτάνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και στις δικτατορίες όπως o κομμουνισμόs και ο ναζισμόs, που όμως επιμένω ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η ομοιότητά τους, είναι ότι έδρασαν ολοκληρωτικά, δικτατορικά.

    Το Μανιφέστο του Μαρξ με τον Έγκελς έγινε το 1848. Πριν από τον Μαρξ, υπήχαν κι άλλοι πολλοί σημαντικοί διανοητές, που δεν έγιναν τόσο γνωστοί, όπως ο Προυντόν, εδώ στη Γαλλία, ο οποίος θεωρείται ως ο πρώτος διανοητής της αναρχοσοσιαλιστικής σκέψης, όχι με την έννοια της Αναρχίας όπως ίσως την καταλαβαίνουμε σήμερα, αλλά κατά τής κάθε Αρχής, όπως π.χ. της φεουδαρχίας που υπήρχε τότε στη Γαλλία.

    Υπήρχαν μεγάλα κινήματα λόγω της μεγάλης καταπίεσης των εργατών, όπως ήταν η Κομμούνα του Παρισιού – η οποία δεν είχε σχέση με τον Μαρξισμό – όπου οι εργάτες κατάλαβαν πως πρέπει να συνενωθούν για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

    Για τον Μαρξ, η κοινωνική ταυτότητα που έχει ο καθένας, είναι το αποτέλεσμα της ταξικής συνείδησης, της τάξης στην οποία ανήκει. H άλλη μεγάλη έννοια που ανέπτυξε, αυτός ο υλιστής φιλόσοφος, είναι εκείνη της υπεραξίας, ότι δηλαδή κανένας δεν πλουτίζει με την εργασία του, αλλά από την υπεραξία, το κέρδος που βγάζει από την εργασία των άλλων που εργάζονται για τον κάτοχο της γης ή του εργοστασίου, γι’ αυτόν δηλαδή που διέθεσε ένα κεφάλαιο για να γίνει ιδιοκτήτης του «μέσου παραγωγής». Κάπως έτσι μπορούμε να περιγράψουμε με δυο λόγια τη βάση του καπιταλισμού.

    Οι θεωρίες του Μαρξ και του Ένγκελς, προσφέρουν μια βαθειά ανάλυση τόσο της οικονομικής δόμησης της κοινωνίας, όσο και των ανθρώπινων συνειδήσεων. Aν δεν βρισκόταν ο Λένιν να τις μετατρέψει σε εφαρμοσμένες πολιτικές προτάσεις, ίσως να είχαν άλλη θέση σήμερα στις πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις.

    Τι έγινε όμως; Κάπου στο 1910 οι μεγάλες απεργίες στην Αγία Πετρούπολη και σε άλλες βιομηχανικές πόλεις της Ρωσίας εμπεριείχαν τις διαστάσεις της γαλλικήs Κομμούναs χωρίς να έχουν καμία σχέση με το μαρξισμό. H Αγία Πετρούπολη είχε γίνει ένα μεγάλο κέντρο εργατικής κίνησης.

    Ο Λένιν, ήταν ένας πάρεργος που έμενε στην Ευρώπη γιατί τον είχε διώξει ο Τσάρος. Πήγε λοιπόν κι ανακατεύτηκε εκεί με την εργατική κίνηση που είχε συγκρούσεις με τον στρατό και που ήδη είχε κερδίσει αρκετές από αυτές. Περνώντας αδιάφορος για μεγάλο διάστημα, σιγά σιγά πέρασε την ιδέα ότι έπρεπε οι εργάτες να πάρουν την εξουσία για να ελευθερωθούν. Και για να πάρουν την εξουσία, θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από μία φάση δικτατορίας, τη «δικτατορία του προλεταριάτου». Και εδώ εντοπίζεται η μεγάλη στροφή του μαρξισμού.

    Ο Μαρξ πρέσβευε ένα κομμουνιστικό καθεστώς ιδεαλιστικό και ουτοπιστικό. Η δικτατορία του προλεταριάτου το έκανε εφαρμογή, όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία εναντίων των Μενσεβίκων. Οι νέοι εξουσιαστές, όσο προλετάριοι κι αν ήταν, όσο κι αν έκαναν τα κολχόζ μοιράζοντας τη γη, τελικά ήταν δικτάτορες.

    Ο Καστοριάδης στη «Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας», λέει ότι όσο κι αν ιδεολογικά θέλανε να αλλάξουνε εντελώς και να ζήσουνε σε μια κοινότητα ίσων μελών, τελικά κάνανε με άλλα λόγια και με άλλο σκεπτικό, αυτό που συνέβαινε πριν: ένα νέο είδος τσαρισμού! Τελικά η δικτατορία του προλεταριάτου έγινε μια δικτατορία, που η τελική της μορφή ήταν ο Σταλινισμός:

    Όποιοs διαφωνούσε, ή υπήρχε υποψία ότι διαφωνούσε, τον εξόντωναν (κάτι το οποίο γίνεται σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπου όταν υποψιάζονται κάποιον ως αντίπαλο θέλουν να τον εξοντώσουν πριν ακόμα προλάβει να οργανωθεί), και τελικά έτσι έγιναν τα Γκουλάγκ, κλπ. (Ένα πλήρες δικτατορικό σύστημα, είναι ένα παρανοϊκό σύστημα το οποίο υποψιάζεται συνεχώς αντιπάλους).

    Κρ.Π.: Συγχρόνως, όμως, με την προσπάθεια για ισότητα…

    Κ.Ν.: Ναι, συγχρόνως προσπαθούσαν να βάλουν σε εφαρμογή όλα αυτά τα ιδεώδη της ισότητας των πολιτών μπροστά στην Υγεία, την Παιδεία, την καλλιέργεια της γης, κλπ. Το θέμα είναι – και αυτό το αναπτύσσει κυρίως η Χάνα Άρεντ – ότι τελικά έθεσαν το ιδεώδες της ισότητας ως μοναδικό ιδεώδες και εξαφάνισαν το ιδεώδες της ελευθερίας, της ελεύθερης έκφρασης και της διαφωνίας. Και εδώ βρίσκεται το παραστράτημα του Σταλινισμού. Eνώ με το Λένιν, με τους Μπολσεβίκους και τους Μενσεβίκους, και βέβαια με τον Τρότσκι, άρχισε να παίζεται κάποια δυνατότητα αντιλόγου, όλοι αυτοί οι αντίπαλοι του Στάλιν στάλθηκαν, άμεσα ή έμμεσα στην εκτέλεση, στην εξορία, στα Γκουλάγκ.

    Η αρχή της ελευθερίας και της ελεύθερης έκφρασης εξαφανίστηκε. Έγινε ένα παρανοϊκό σύστημα καταδιωκόμενο και καταδιώκοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους αλλά και τους μεγάλους του ποιητές όπως ο Μαγιακόφσκι ή ο Μάντελσταμ που πέθανε στην εξορία. Κάθε έκφραση έπρεπε να είναι υποταγμένη στο κόμμα και στην ολοκληρωτική αρχή με τα ιδεώδη της ισότητας.

    Tο ιδεώδες αυτό κυριαρχεί στον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Ο κομμουνισμός, όπως τον είχε φανταστεί ο Μαρξ, είναι κοντά στον Πλατωνισμό. Είναι οι ιδέες της τέλειας ανθρώπινης ζωής. Αλλά ο μαρξισμός μετατρεμμένος από τον Λένιν με τη δικτατορία του προλεταριάτου και μετά από το Στάλιν στην ολοκληρωτική δικτατορία έγινε άλλο πράγμα. Έγινε μια παρανοϊκή δικτατορία, με κάποια εφαρμογή των ιδανικών της ισότητας και με πλήρη εξαφάνιση του ιδανικού της ελευθερίας. Αυτά για τον Σταλινισμό.

    Η διαφορά όμως με τον Ναζισμό, είναι τεράστια. Όπως το ανέπτυξα και στο βιβλίο μου «Εξορίες Γλώσσας», ο ναζισμός έχει ρίζες στον γερμανικό Ρομαντισμό. Σε προηγούμενες φάσεις, π.χ. το 1817, καίγονται ήδη βιβλία από μια οργάνωση νεολαίας που λεγόταν Αδελφότητα, που επανεμφανίζεται στο Ναζισμό και που βασιζόταν στα ιδανικά που καλλιέργησε ο Ρομαντισμός εκείνο τον καιρό, της πλήρους δηλαδή ταύτισης του ανθρώπου με τη φύση και κυρίως με τις ρίζες του. Καίνε λοιπόν τότε βιβλία Εβραίων και διανοουμένων που κατά τη γνώμη τους δεν ανήκουν στην αυθεντική άρια γερμανική φυλή, που δεν έχουν καθαρόαιμες ρίζες. Και τότε ο Χάινε -μεγάλος ποιητής εβραϊκής καταγωγής- λέει το 1817, ότι «Εκεί που καίνε βιβλία κάποια μέρα θα κάψουν ανθρώπους».

    Οι αυτοκρατορικές τάσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας εκείνου του καιρού, προκάλεσαν τον μεταξύ τους πόλεμο, το 1870, κάτι που συνεχίστηκε στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο από το 1914 έως το 1918, πόλεμο που χάνει τελικά η Γερμανία με τεράστιες απώλειες. Το 1920 στη Γερμανία υπάρχει μια μεγάλη ηθική και υλική κατάπτωση και μέσα σε αυτή τη μαύρη κρίση της, βγαίνει σιγά σιγά το κόμμα του Χίτλερ πρεσβεύοντας το όραμα τού να ξαναβρεί η Γερμανία τη βασική της διάσταση, εκείνη της άριας φυλής και της χώρας που λάμπει και κυβερνάει όλο τον κόσμο.

    Την παλιά μεταρομαντική φάση, την ξαναπιάνει το κόμμα του Χίτλερ, που πρεσβεύει, όπως γράφει ο ίδιος και στο βιβλίο του «Ο αγών μου», ότι πρέπει μόνο μια φυλή να παραμείνει πάνω στη γη, η φυλή των αρίων, που είναι η μόνη που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέλειας φυλής, κι όλες οι άλλες φυλές πρέπει να καταστραφούν.

    Για την αριανή σκέψη του Χίτλερ, η άρια φυλή τότε ήταν μολυσμένη από το …παράσιτο των εβραίων (επειδή οι Εβραίοι ήταν σε διασπορά και μην έχοντας δικαίωμα ιδιοκτησίας είχαν επενδύσει όλα τα επιστημονικά και οικονομικά επαγγέλματα). Οπότε, αφενός, έπρεπε να καθαριστεί η αριανή φυλή από τα παράσιτά της και αφετέρου, να καταλάβει όλη τη γη για να την κυβερνήσει, διότι ήταν η μόνη φυλή που είχε τέλεια χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό οι ναζί είχαν φτιάξει και οίκους αναπαραγωγής αρίων παιδιών.

    Εδώ είμαστε σε μια εντελώς τρελή σκέψη, εντελώς έξω από τις ανθρώπινες διαστάσεις, κατά την οποία πρέπει να εξαφανιστεί ότι το μη τέλειο. Κι αυτό είναι το παρανοϊκό όλης της ναζιστικής ιδεολογίας, το οποίο μπήκε σε εφαρμογή από τον Χίτλερ, με την τάση να εξαφανίσει ότι θεωρούσε παράσιτο: Τους εβραίους, τους τσιγγάνους, αλλά και οποιουσδήποτε άλλους τού αντιστέκονταν.

    Οπότε η ιδεολογία, αν μπορούμε να την πούμε ιδεολογία, είχε μία εντελώς παρανοϊκή δόμηση, την οποία επέβαλε το ναζιστικό κόμμα έτσι ώστε να μην υπάρχει καμιά άλλη δυνατότητα σκέψης, αντίληψης, διαφωνίας : Η επιβολή του τέλειου και του ιδανικού, ήταν ο μόνος σκοπός της κομματικής μηχανής των ναζί, αναφερόμενος στον μόνον τέλειο, τον Φύρερ. Έτσι ο Χίτλερ με τους υποστηρικτές του, έφτιαξαν το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα που κέρδισε τις εκλογές το 1933, και μετά έκαψαν τη βουλή, γιατί δεν είχαν ανάγκη από μία βουλή πλέον.

    Όλο το ναζιστικό κόμμα έγινε μια μηχανή καταστροφής, αυτό που έχουμε πει και παλιότερα, κάθε υποκειμενικότητας. Μόνο ο Φύρερ επιτρεπόταν να σκεφτεί, ο οποίος όντας παρανοϊκός, το μόνο που σκεφτότανε ήταν πως θα καταστρέψει τους αντιπάλους του και το πώς θα επιβάλλει την άρια φυλή σ’ όλη τη γη.

    Ως προέκταση αυτής της ναζιστικής μηχανής πραγματοποιήθηκε όλη αυτή η απάνθρωπη μεταχείριση όλων των μειονοτήτων. H ναζιστική μηχανή, που δεν επέτρεπε καμία υποκειμενικότητα, ανέπτυξε όλες αυτές τις μηχανές καταστροφής της ανθρώπινης διάστασης, όπως ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα κρεματόρια.

    Κι αυτό είναι ένα φαινόμενο μοναδικό στην Ιστορία, να φτιάξεις ένα είδος μηχανής μαζικής καταστροφής της υποκειμενικότητας και της ανθρώπινης διάστασης. Γι’ αυτό, τελικά, ο ναζισμός δεν έχει καμία σχέση με τον σταλινισμό, ακόμα και στην πιο κακή μορφή τού τελευταίου.

    Κρ.Π.: Και δεν μιλάμε για έναν κόσμο πριν από τον Χίτλερ και τον Στάλιν, που ήταν αγγελικά πλασμένος, αν θυμηθούμε π.χ. την καταστροφή εκατομμυρίων Ινδιάνων, ή τόσα θύματα των εγκλημάτων της αποικιοκρατίας, κλπ.

    Κ.Ν.: Η ανάδυση του Χίτλερ είναι στο τέλος των αποικιοκρατιών, που αναπτύχθηκαν πάνω σε μια θεώρηση ανώτερων και κατώτερων ανθρώπων. Αλλά δε φτάνουν στο σημείο του ναζισμού, δηλαδή να κάνουμε τους κατώτερους στάχτη, βιομηχανική καταστροφή. Τους έκαναν δούλους, κι όποιος αντιστεκόταν τιμωρούνταν ή δολοφονούνταν. Έτσι καθάρισαν τους Ινδιάνους της Αμερικής, γιατί αντιστεκόντουσαν, αλλά δεν θεωρούσαν εξαρχής ότι πρέπει να τους εξαφανίσουν.

    Κρ.Π.: Ότι είναι «κομμάτια», δηλαδή, όπως έλεγαν τους εβραίους οι ναζί.

    Κ.Ν.: Ακριβώς. Για τους ναζί δεν ήταν άνθρωποι, ήταν κομμάτια/αντικείμενα. Όπως έχουμε κομμάτια σε μία βιομηχανική παραγωγή. Δεν υπάρχουν υποκείμενα, αλλά αντικείμενα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ναζιστικής μηχανής: Να καταστρέψει την υποκειμενικότητα.

    Ενώ ο Στάλιν, ήθελε να εξαφανίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η διαφορά είναι τεράστια. Και είναι τεράστια η διαφορά, γιατί επί σταλινισμού, όσο κι αν ήταν εξιδανικευμένος ο Στάλιν, ως ο «πατερούλης» του λαού, υπήρχε ένας σχετικός διάλογος, μια σχετική σκέψη, ή η υποστήριξη των κομμουνιστικών κομμάτων σε άλλες χώρες. Και τα ιδανικά της ισότητας, όπως και της επιστήμης, της έρευνας, παρέμειναν, παρά τη δικτατορική μορφή του σταλινισμού. Το μόνο που εξαφανίστηκε, ήταν η ελευθερία. Δεν υπάρχει στον σταλινισμό αυτή η μαζική καταστροφή της ανθρώπινης διάστασης που παράγει ο ναζισμός, με το τέλειο μοντέλο του τέλειου αρίου, το οποίο είναι μια τεράστια παράνοια, που δεν έχει καμία ανθρώπινη πιθανότητα ή λογική.

    Κρ.Π.: Οπότε, αν κάποιος προσπαθεί να εξισώσει το ναζισμό με τον κομμουνισμό…

    Κ.Ν.: Αυτή η εξίσωση, όπως είπαμε στην αρχή, είναι μια πολιτική συμπεριφορά, ανθρώπων της δεξιάς οι οποίοι στέλνουν το μήνυμα πως ο σοσιαλισμός, ο ναζισμός, και όλα τα -ισμός, πρέπει να είναι αποφευκτέα, και το μόνο καλό σύστημα είναι αυτό που πρεσβεύουν οι ίδιοι. Είναι μια στάση καθαρά πολιτική.

    Και η ελληνική κυβέρνηση έκανε καλά που δεν συμφώνησε να συμμετάσχει σε ένα τέτοιο αισχρό συνέδριο. Ένα συνέδριο, θα έλεγα, αποτυφλωτικό και αποπλανητικό, διότι δημιουργεί μια πλάνη, τελικά, σε πολλές έννοιες: Στην έννοια του μαρξισμού, στην έννοια του κομμουνισμού, στην έννοια του σταλινισμού, στην έννοια του ναζισμού, στην έννοια των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Δημιουργεί μια πλάνη, κάνοντάς τα όλα… ίσωμα. Μεγάλη πλάνη! Γιατί αν όλα αυτά τα κάνεις ένα, το μόνο που παραμένει διαφορετικό είναι ο καπιταλισμός, και τότε δεν υπάρχει σκέψη, δεν υπάρχουν πολιτικές αποχρώσεις.

    Κρ.Π.: Είναι ένα άλλο είδος ολοκληρωτισμού.

    Κ.Ν.: Ναι, γι’ αυτό λέω ότι είναι ένα παραπλανητικό, ένα αποτυφλωτικό, ένα διαστρεβλωτικό συνέδριο.

    Κρ.Π.: Επιπλέον, ο κομμουνισμός ως ιδέα…

    Κ.Ν.: Ως ιδέα είναι εξαιρετική, τρομερή.

    Κρ.Π.: Κι όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν για τον κομμουνισμό και ενέπνευσαν παγκοσμίως τον ανθρωπισμό και τα ιδεώδη της ισότιμης συνύπαρξης…

    Κ.Ν.: Ο μαρξισμός, η σκέψη του Μαρξ, εμπεριέχει την κομμουνιστική ουτοπία, η οποία, χωρίς να φτάνει ποτέ να γίνει πραγματικότητα, θρέφει τη σκέψη όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων με μια τάση κοινωνικής δικαιοσύνης. Χωρίς βέβαια να ξεχνούμε τη διάσταση της ελευθερίας, δηλαδή πως αυτή η τάση δεν επιβάλλεται δικτατορικά. Οπότε αυτή η μάχη για κοινωνική δικαιοσύνη, είναι ένα βαθύτατο κίνητρο πολλών κοινωνικών τάξεων μέσα στην Ιστορία, κι όχι μόνο των προλετάριων.

    Οι ιδέες, λοιπόν, του Μάρξ, είναι καταπληκτικές και μας επιτρέπουν να καταλάβουμε την ανθρώπινη εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Και δίνουν κάποιες προεκτάσεις στο πως μπορεί να βελτιωθεί η κοινωνική ζωή με μεγαλύτερη διάσταση δικαιοσύνης. Το θέμα είναι, πώς αυτή η προέκταση στην πολιτική εφαρμογή, μπορεί να γίνει πραγματικότητα; Μέσα από τη δικτατορία του προλεταριάτου ή μέσα από συνεχή διεκδίκηση και συνεχή πειθώ;

    Κρ.Π.: Και μην πάμε μακριά, διότι περηφανευόμαστε ότι είμαστε ο λαός που ενέπνευσε την έννοια της δημοκρατίας, αλλά εμείς σήμερα έχουμε 300 αντιπροσώπους σε ένα κοινοβούλιο (που ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποιοι που δεν πιστεύουν καν στη δημοκρατία). Θα μπορούσε για παράδειγμα, να λειτουργεί η δημοκρατία με συνεχή δημοψηφίσματα;

    Κ.Ν.: Οι δημοκρατίες έχουν διάφορα στάδια τελειοποίησης και η προβληματική γύρω απ’ αυτήν την αντιπροσώπευση είναι μεγάλη σε σχέση με αυτό που λέτε: Τελικά ο λαός πότε εκφράζεται; Μόνο κάθε 4 χρόνια;

    Κρ.Π.: Πλέον υπάρχει η τεχνολογία, η οποία δίνει τη δυνατότητα να εκφράζονται οι λαοί κάθε λεπτό και να συμμετέχουν σε κάθε πολιτική απόφαση που λαμβάνεται, και όχι να πραγματοποιείται οτιδήποτε ερήμην τους.

    Κ.Ν.: Θα θυμάστε όταν μιλούσαμε στην «Έρευνα για την κρίση», που έλεγα ότι κάθε πολίτης θα έπρεπε να ενημερώνεται για το πόσο, π.χ. στοιχίζει ένας δρόμος, ή ένα οποιοδήποτε έργο, για να ξέρει που πάνε οι φόροι του και να έχει γνώμη. Αλλά οι δημοκρατίες που φτιάξαμε είναι πολύ ατελείς. Οι δημοκρατίες που εφαρμόζονται σε διάφορα μέρη του κόσμου, έχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης.

    Το θέμα είναι ότι η εξουσία, είναι μια άλλη προβληματική γι’ αυτούς που είναι στην εξουσία και που σε ένα βαθμό, θα έλεγα, τους διαφθείρει. Η εξουσία από μόνη της δημιουργεί μια τάση αντιδημοκρατική!

    Κρ.Π.: Από πού κι ως που, αυτός που έχει εκλεγεί από τον λαό ως αντιπρόσωπός του, κι έχει την ευθύνη να κάνει ότι του λέει η πλειοψηφία, να έχει εξουσία; Πως έγινε αυτή η διαστρεβλωση;

    Κ.Ν.: Κάπως έτσι είναι. Οι αρχαίοι Αθηναίοι, εκλέγανε με κλήρωση, για να υπάρχει η διάσταση του τυχαίου και να ανήκει στον καθέναν η δυνατότητα να αντιπροσωπεύει το λαό, και να αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη, και πάλι, για μικρό διάστημα. Αλλά οι δημοκρατίες, όπως ήδη είπα, είναι ατελή συστήματα και χρειάζονται συνεχή βελτίωση. Τέλεια δημοκρατία δεν θα υπάρχει ποτέ.

    Κρ.Π.: Τι θα λέγατε για την εξίσωση του ναζισμού με οποιοδήποτε άλλο σύστημα;

    Κ.Ν.: Ο ναζισμός δεν έχει τον ίσο του, δεν έχει τον εταίρο του. Δεν μπορεί να συγκριθεί. Όσο κι αν οι διάφορες δικτατορίες και αποικιοκρατίες έκαναν εγκλήματα, ο ναζισμός είναι ένα μοναδικό φαινόμενο. Οι διάφορες δικτατορίες έχουν κάνει εγκλήματα ή διάφορες εθνοκαθάρσεις, όπως στη Ρουάντα, στη Γιουγκοσλαβία, στη Γκαμπότζη, που ήταν αιμοβόρες και στυγνές, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με το ναζισμό. Γιατί όλες οι δικτατορίες θέλουν να εξαφανίσουν τους αντιπάλους τους. Ο ναζισμός θέλησε να εξαφανίσει την ανθρώπινη διάσταση και όλους τους ανθρώπους επί της γης, ώστε να παραμείνει μόνο μία φυλή. Όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα έχουν κάποια κοινά σημεία, αλλά ο ναζισμός δεν μπορεί ούτε να ταυτιστεί, ούτε να συγκριθεί, ούτε να εξισωθεί με κανένα άλλο ολοκληρωτικό σύστημα. Δεν μπορεί να εξισωθεί με τίποτα! Οι δικτατορίες μοιάζουν, παντού, γιατί κυνηγούν τους αντιπάλους τους, και καταργούν την ελευθερία. Έχουν ένα καταδιωκτικό σύνδρομο όλες οι δικτατορίες. Αλλά ο ναζισμός δεν ήταν, απλά, μια δικτατορία. Δεν ήταν καν μόνο δικτατορία. Ήταν ένα σύστημα μαζικής καταστροφής. Ένα μοναδικό σύστημα μαζικής καταστροφής τής – και κάθε – ανθρώπινης διάστασης! –

    http://tvxs.gr/news/i-apopsi-mas/o-nazismos-den-mporei-na-eksisothei-me-tipota

  6. Το άρθρο αυτό προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις.

    Πρώτα από τους ακροδεξιούς, αλλά και τους απλώς δεξιούς, στο διαδίκτυο, οι οποίοι διακατέχονται ακόμα από το εμφυλιοπολεμικό σύνδρομο και είναι διατεθειμένοι μπρος στην καταδίκη και τη δαιμονοποίηση του κομμουνισμού να αποδεχτούν το οτιδήποτε… Οι αντιδράσεις τους συνήθως περιορίζονταν σε ακραίες ύβρεις, που περιλάμβαναν όχι μόνο πολιτικούς αφορισμούς αλλά και προσωπικές ακατανόμαστες επιθέσεις… Η εντονότερη τέτοια εμπειρία μου ήταν στη σελίδα του Σάκη Μουμτζή.

    Αντίστοιχες συμπεριφορές είχαμε και από την άλλη άκρη του φάσματος, από τους νεόκοπους σταλινοειδείς του ΚΚΕ που ως νεοφώτιστοι γενίτσαροι γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Να ένα παράδειγμα: https://antivaro-for-marx-and-lenin.blogspot.gr/2017/08/blog-post_28.html

  7. ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΤΑΛΙΝ
    Ερευνα:

    Τι πιστεύουν οι Ελληνες για ναζισμό και κομμουνισμό -Τρεις στους τέσσερις συμφωνούν με τη διερεύνηση των εγκλημάτων του σταλινισμού

    Ερευνα: Τι πιστεύουν οι Ελληνες για ναζισμό και κομμουνισμό -Τρεις στους τέσσερις συμφωνούν με τη διερεύνηση των εγκλημάτων του σταλινισμού

    Σε ποσοστό 74,5%, οι Έλληνες (τρεις στους τέσσερις) συμφωνούν ότι πρέπει να γίνει δικαστική διερεύνηση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα, κατά το πρότυπο της διερεύνησης των εγκλημάτων του ναζισμού που έγινε αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Αυτό προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησε για λογαριασμό του iefimerida.gr το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για τον ολοκληρωτισμό και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, στον απόηχο του θορύβου που προκλήθηκε από την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να μην πάρει μέρος στη διάσκεψη της Εσθονίας, κατά την οποία 8 κράτη-μέλη της ΕΕ ζήτησαν τη δικαστική διερεύνηση των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων, εξομοιώνοντάς τα κατά κάποιο τρόπο με τον ναζισμό.

    Από την έρευνα προκύπτει επίσης ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Έλληνες (σε ποσοστό 96%, από τα υψηλότερα στην Ευρώπη) θεωρούν ότι το ναζιστικό καθεστώς δεν σεβόταν την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια και θεωρούν επίσης (σε ποσοστό 98,5%) ότι προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς.

    Επίσης υψηλά είναι και τα ποσοστά της αρνητικής αποτίμησης του σταλινισμού, έστω κι αν δεν φθάνουν αυτά του ναζισμού. Τρεις στους τέσσερις ερωτώμενους (76%) απάντησαν ότι η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν δεν σεβόταν την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια, ένα 78,5% θεωρεί ότι και ο σταλινισμός προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (72,5%) διατυπώνει την άποψη ότι γενικώς τα ανά τον κόσμο κομμουνιστικά καθεστώτα ευθύνονται για τον βίαιο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων.

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι τοποθετήσεις των ερωτώμενων σε ό,τι αφορά τη σύγκριση μεταξύ των ναζιστικών (και φασιστικών) καθεστώτων και των κομμουνιστικών. Ένας στους τρεις (33%) απάντησε ότι ναζιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, ενώ ένα 46% δηλώνει ότι έχουν ομοιότητες αλλά έχουν και διαφορές, διαμορφώνοντας τελικά ένα σημαντικό 80% που βρίσκει ομοιότητες (πολλές ή λιγότερες) μεταξύ ναζισμού και κομμουνιστικών καθεστώτων.

    Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί ότι η ελληνική κοινωνία στην πλειονότητά της δείχνει να μη γνωρίζει σημαντικές πτυχές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ερώτηση της έρευνας «το έτος 1940 η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ και η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν ήταν σύμμαχοι ή σε πόλεμο;», ένα εντυπωσιακό 57,5% απάντησε ότι τα δύο κράτη ήταν σε πόλεμο και μόλις το 29% είπε το σωστό, ότι δηλαδή ήταν σύμμαχοι! Και το ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι η άγνοια μεταξύ των νεότερων ηλικιών ερωτώμενων είναι απαισιόδοξα πολύ μεγαλύτερη…

    Πηγή: Ερευνα: Τι πιστεύουν οι Ελληνες για ναζισμό και κομμουνισμό -Τρεις στους τέσσερις συμφωνούν με τη διερεύνηση των εγκλημάτων του σταλινισμού | iefimerida.gr

    http://www.iefimerida.gr/news/360761/ereyna-ti-pisteyoyn-oi-ellines-gia-nazismo-kai-kommoynismo-treis-stoys-tesseris

  8. Αγροφυλακας on

    Το συνεδρειο στο ΤΑΛΙΝ ειχε σαν αφετηρια τα εγκληματα του κομμουνισμου. Όλα τα αλλα περι συγκρισεως, ταυτισμου, και εξισωσης του κομμουνισμου με τον ναζισμο είναι φτηνη προσπαθεια των κομμουνιστων, και των συνοδειπορων τους, να κρυψουν την γυμνεια τους πισω από τον ναζισμο. Το κοκκινο πραγματι δεν είναι εμφανες όταν κρυβεται πισω από το μαυρο.

    • Κατά αρχάς μεγάλο μέρος αυτών που αντέδρασαν ΔΕΝ ήταν κομμουνιστές ή υπήρξαν ευρωκομμουνιστές (δηλαδή αντίπαλοι του σοβιετικού ολοκληρωτισμού)..

      Απλώς γνώριζαν την ιστορία των ιδεών και δεν επιθυμούσαν την ταύτιση του κομμουνισμού με μια ολοκληρωτική, αυταρχική εκδοχή. Πιστεύω ότι με τον ίδιο τρόπο θα αντιδρούσαν, εάν κάποιοι επιχειρούσαν ένα συνέδριο με θέμα «Τα εγκλήματα το Χριστιανισμού κατά το Μεσαίωνα» ή «…..στη Νότια Αμερική»…

      Υπήρξαν εξαιρετικοί διανοούμενοι κομμουνιστές [δηλαδή υποστηρικτες της (ουτοπικής) κοινωνίας της ισότητας], που δεν ενέκριναν ούτε είχαν κάποια σχέση με τη μορφή που επιβλήθηκε στην Ανατολική Ευρώπη.

      Εξάλλου, οι Βαλτικές χώρες συνδέονται με την σταλινική εκδοχή του κομμουνιστικού πειράματος και θα έπρεπε να περιοριστούν σ’ αυτή την εκδοχή.

      Το να διακρίνονται οι σημασίες και οι ιστορικες φάσεις είναι υποχρέωση αυτού που διατυπώνει δημόσιο λόγο. Εκτός εάν όλα τσουβαλιάζονται ιδεοληπτικώς….

      Επίσης η διατύπωσή σας «Το κοκκινο πραγματι δεν είναι εμφανες όταν κρυβεται πισω από το μαυρο¨ είναι αρκετά ακραία, δεδομένου ότι κόκκινοι υπήρξαν από τη Λούξεμπουργκ και τον Κερέσνκι, έως και δεκάδες χιλιάδες αντίπαλοι του σταλινισμού, αλλά και του Λένιν, που έχασαν τη ζωή τους σε γκουλάγκ…

      Προσωπικά μου προκάλεσε εντύπωση το πώς ένα ιστορικό φαινόμενο που ανήκει στον 20ο αιώνα και θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης των ιστορικών, συνεγείρει σε Ιερούς ιδεολογικούς Πολέμους τόσους αντιπάλους του -λες και αποτελεί παρούσα πραγματικότητα- με τρόπο που θα τον ζήλευαν ακόμα και οι Εσθονοί…

    • Επισκέπτης on

      @ Αγροφυλακας on 11/09/2017

      Την 02/09/2017, σού παρέθεσα τι ακριβώς γράφει η ιστοσελίδα του εσθνονικού υπουργείου δικαιοσύνης. Εσύ πού βασίζεις την άποψή σου;

      • Οι Εσθονοί βλέποντας τις αντιδράσεις της δημοκρατικής δυτικής Αριστεράς απέναντι στην ισοπεδωτική μετακομμουνιστική αντίληψη αυτών των νέων καθεστώτων, νέρωσαν αρκετά το κρασί τους σε σχέση με τις αρχικές τους απολυτότητες. Όχι όμως τόσο αρκετά, ώστε να γίνουν πιστευτοί. Για παράδειγμα, στη σελίδα του υπουργείου τους μετά το συνεδριο γραφουν: Also it was noted in the resolution that “the Europe will not be united unless it is able to form a common view of its history, recognises Nazism, Stalinism and Fascist and Communist regimes as a common legacy and brings about an honest and thorough debate on their crimes in the past century”.

        Estonia has historically experienced the occupations of two totalitarian regimes, both the Communist as well as the Nazi regime. Similar experience has been shared by Latvia, Lithuania, Poland and several other European countries.

        Ενώ ξεχωρίζουν τις διάφορες μορφές ολοκληρωτισμού και διαφοροποιούν τον κομμουνισμό από το σταλινισμό, στη συνέχεια επανέρχονται στην ταύτιση αυτή.

        Νομίζω ότι το στοίχημα για τη δημοκρατική Δύση είναι να βάλει στις σωστές τους διαστάσεις τα διάφορα φαινόμενα και όχι να συρθεί πίσω από τις (δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες) ιδεοληψίες και εξισώσεις των μετασοβιετικών

  9. Λεωνίδας on

    http://www.pare-dose.net/4894
    Η κύρια διαφορά ανάμεσα στους δύο ολοκληρωτισμούς, συνίσταται στο ότι η κτηνωδία στον Ναζισμό είναι κυνική και απροκάλυπτη, ενώ στον Κομμουνισμό είναι καμουφλαρισμένη με ιδεολογικά φτιασίδια.

  10. https://i2.wp.com/kars1918.files.wordpress.com/2017/08/ceb5cf83ceb8cebfcebdceafceb1-cf81cf89cf83ceafceb1.jpg?ssl=1&w=450

    https://kars1918.files.wordpress.com/2017/08/ceb5cf83ceb8cebfcebdceafceb1-cf81cf89cf83ceafceb1.jpg?ssl=1&w=450

    Νέος Ψυχρός Πόλεμος καθοδηγούμενος από το… Ταλίν

    Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα*

    Εδώ και λίγο καιρό έχει ξεσπάσει στην Ελλάδα μια μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τα «εγκλήματα του Κομμουνισμού» γενικώς και του Σταλινισμού ειδικότερα και τη θέση της Ελλάδας έναντι αυτών. Το θέμα πυροδοτήθηκε μετά την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να συμμετάσχει σε σχετικό συνέδριο που διοργάνωσε η Εσθονία αξιοποιώντας τη θέση της ως προεδρεύουσα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Ο γράφων δεν έχει απολύτως καμία διάθεση να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση ή συζήτηση για ιδεολογικούς λόγους ή για αμιγώς ιστορικά ζητήματα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι ιδεολογικό, είναι εξόχως γεωπολιτικό και σχετίζεται άμεσα με τις σημερινές στρατηγικές επιλογές της Ευρώπης και της Ελλάδας, και όχι με το παρελθόν. Και, απ’ ότι φαίνεται, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος, των ΜΜΕ, των ηγετικών ελίτ της χώρας αλλά και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης επέλεξαν (;) να ταυτιστούν με τα πιο ακραία, μισαλλόδοξα και ρωσοφοβικά κομμάτια της ευρωπαϊκής πολιτικής, οδηγώντας τις προοπτικές των ελληνορωσικών σχέσεων στα Τάρταρα.

    Επίθεση στο παρελθόν αλλά και στο παρόν

    Για να ξεκινήσουμε μια στοιχειωδώς ρεαλιστική ανάλυση του ζητήματος, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, όταν οι Εσθονοί και οι πέριξ αυτών μιλάνε για «εγκλήματα του κομμουνισμού» ή έστω για «εγκλήματα του Στάλιν» εννοούν «εγκλήματα της Ρωσίας». Κι αυτό όχι για λόγους αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας ή, έστω, ενός ιστορικού ρεβανσισμού αλλά για να επιβάλουν στην υπόλοιπη Ευρώπη, στο ΝΑΤΟ και γενικότερα στο δυτικό κόσμο μια ακραία πολωτική σχέση με τη Ρωσία, την οποία θεωρούν ότι εξυπηρετεί τα εθνικά το συμφέροντα τους.

    Συγκεκριμένα, η Εσθονία – όπως και οι άλλες δημοκρατίες της Βαλτικής – εκτιμά ότι βρίσκονται υπό διαρκή απειλή από τη Ρωσία και γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να αντισταθεί παρά μόνο για μερικές ώρες σε περίπτωση που οι ρωσικές δυνάμεις επιτέθουν στα εδάφη της. Επιπροσθέτως, ανησυχεί και για την πιθανότητα εφαρμογής εναντίον της κάποιου είδους υβριδικών επιχειρήσεων από πλευράς Μόσχας, οι οποίες θα επιδιώκουν να κινηθούν «κάτω από το κατώφλι» της αυτοματοποιημένης αντίδρασης του ΝΑΤΟ. Έτσι, κρίνει ότι μόνο μια ξεκάθαρα και απόλυτα εχθρική σχέση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, που θα διασφάλιζε ότι σε περίπτωση οιασδήποτε ρωσικής δράσης εναντίον της, οι ΗΠΑ θα ήταν απολύτως πρόθυμες «να θυσιάσουν τη Νέα Υόρκη για να σώσουν το Ταλίν», οδηγούμενες σε ολοκληρωτικό πόλεμο, μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή αποτροπή έναντι της «ρωσικής επιθετικότητας».

    Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η Εσθονία και οι άλλες δημοκρατίες της Βαλτικής επιδιώκουν μια δαιμονοποίηση της Ρωσίας και σε αυτήν τους την προσπάθεια επενδύουν και σε μια επιλεκτική ανάγνωση του ιστορικού παρελθόντος, στοχεύοντας τα χρόνια του Υπαρκτού Σοσιαλισμού. Και αυτό γιατί για τη Ρωσία η σοβιετική εποχή αποτελεί μέρος της συλλογικής της ταυτότητας. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς από τη στιγμή που τα έθνη έχουν ιστορική συνέχεια, ανεξαρτήτως των πολιτικών συστημάτων, ιδεολογιών και πολιτευμάτων που έχουν υπάρξει στην πορεία τους μέσα στον χρόνο. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε ένα σημερινό ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος για να δει τη συνέχεια αυτή να αποτυπώνεται συμβολικά, με την εικόνα του Αγίου Γεωργίου να σκοτώνει τον δράκο στο κάθετο σταθερό και τα κόκκινα αστέρια στην πτέρυγα. Έτσι, η σταλινική περίοδος, μαζί με τα ζοφερά στοιχεία της, αποτελεί και μια περίοδο αυτοθυσιαστικής δόξας και μεγαλείου για τη Ρωσία και τον ρωσικό λαό. Η σημερινή εθνική εορτή της Ρωσίας είναι η Ημέρα της Νίκης ενάντια στη ναζιστική Γερμανία, την οποία επέτυχε ο Κόκκινος Στρατός υπό την ηγεσία του Στάλιν. Τόσο απλά. Άρα, η επίθεση στο κομμουνιστικό παρελθόν της Ρωσίας, αποτελεί επίθεση στη ρωσική ιστορική συνέχεια, άρα και στη σημερινή Ρωσία. Άλλωστε, αν το θέμα ήταν πράγματι τα «εγκλήματα του κομμουνισμού» ή του σταλινισμού, οι κατεξοχήν αρμόδιοι για να μιλήσουν για αυτά θα ήταν οι ίδιοι οι Ρώσοι, οι οποίοι υπέστησαν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των συνεπειών εκείνης της περιόδου.

    Ιδεολογικές ή ψυχρές γεωπολιτικές επιλογές;

    Εδώ, βέβαια, μπορεί να προκύψει η οργισμένη παρατήρηση ότι, εκτός από τους Ρώσους, υπήρξαν και άλλες χώρες, λαοί και εθνότητες που υπέστησαν πλήθος δεινών επί Υπαρκτού Σοσιαλισμού, ιδιαίτερα δε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσον αφορά στις κεντροευρωπαϊκές χώρες, τους επεβλήθη ένα αυταρχικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα και τέθηκαν δια της βίας υπό τη σοβιετική κυριαρχία, οι δημοκρατίες της Βαλτικής έχασαν την ανεξαρτησία τους και ενσωματώθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, ενώ εθνικές ομάδες, όπως οι Έλληνες της Ρωσίας, υπέστησαν διωγμούς, θεωρούμενοι ως αναξιόπιστοι, εξαιτίας των εθνικών τους δεσμών με την Ελλάδα, η οποία αποτελούσε μέρος μιας εχθρικής Δύσης.

    Ο γράφων δεν έχει απολύτως καμία διάθεση να δικαιολογήσει οτιδήποτε από αυτά, πολλώ δε μάλλον να τα αμφισβητήσει. Το πρόβλημα είναι ότι η σημερινή συζήτηση δεν εξετάζει τα ζητήματα αυτά από ιστορική σκοπιά, αλλά, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, τα εντάσσει στο πλαίσιο μιας σύγχρονης αντιρωσικής στρατηγικής, την ίδια ώρα που αγνοεί το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν όλες αυτές οι επιλογές. Έτσι, η ύπαρξη μιας ζώνης ασφαλείας προς δυσμάς αποτελούσε παραδοσιακά κρίσιμης σημασίας στοιχείο της ρωσικής γεωστρατηγικής και, φυσικά, μόλις ο Στάλιν βρήκε την ευκαιρία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τη δημιούργησε. Δεν ήταν, δηλαδή, μια ενέργεια που έγινε στο πλαίσιο της κομμουνιστικής ιδεολογίας, αλλά μια ψυχρή γεωπολιτική απόφαση, την οποία θα την υλοποιούσε οποιοδήποτε καθεστώς.

    Η δε απορρόφηση των βαλτικών δημοκρατιών αποτελούσε μέρος αυτής της προσπάθειας. Αρκεί να ρίξει μια ματιά στον χάρτη για να δει που βρίσκεται το τότε Λένιγκραντ και σημερινή Αγία Πετρούπολη για να κατανοήσει τη γεωπολιτική λογική της επιλογής αυτής. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι βαλτικές δημοκρατίες αποτελούσαν μέρος της ρωσικής επικράτειας ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα και κέρδισαν τη σύντομη ανεξαρτησία τους μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης. Δηλαδή επί κομμουνισμού… Αν είχε διατηρηθεί το τσαρικό καθεστώς, πολύ δύσκολα θα επετύγχαναν κάτι τέτοιο, ενώ αν δεν είχε ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πιθανόν να μην είχαν απολέσει εκ νέου την εθνική ανεξαρτησία τους. Και σίγουρα για το ξεκίνημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η ευθύνη δε βαραίνει τη Ρωσία αλλά άλλο ευρωπαϊκό κράτος.

    Πάνω στο δυτικό άρμα

    Σε κάθε περίπτωση, είναι απλώς αδιέξοδο και άκρως αντιπαραγωγικό να ψάχνουμε για «καλούς» και για «κακούς» σήμερα στην Ευρώπη, με βάση τα πεπραγμένα του παρελθόντος. Η ταραχώδης ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου εξασφαλίζει ότι υπάρχει επαρκές υλικό για να δαιμονοποιήσουν σχεδόν όλοι όλους, αν πράγματι επενδύσουν σε αυτήν τη λογική.

    Βέβαια, οι λαοί των βαλτικών χωρών είναι αξιοθαύμαστοι για τους αγώνες τους να κερδίσουν και να διατηρήσουν την εθνική κυριαρχία τους έναντι του πανίσχυρου γείτονά τους. Το θέμα είναι αν η υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως η Ελλάδα θέλουν πράγματι τόσο πολύ να ταυτιστούν μαζί τους, επιλέγοντας μια απόλυτα εχθρική σχέση με τη Ρωσία. Αφήνοντας κατά μέρος θέματα ιδεολογίας, ιστορικής δικαίωσης, «καλών» και «κακών», θυτών και θυμάτων, το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι πολύ απλό: είναι πιο σημαντικό το Ταλίν από τη Μόσχα για την Ελλάδα; Και απ’ ότι φαίνεται, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πολιτικού και μιντιακού συστήματος και οι ηγετικές ελίτ της χώρας έχουν δώσει απάντηση. Γιατί δεν μπορεί όλο αυτό το μένος να έχει μόνο εσωτερικές πολιτικές στοχεύσεις. Δεν μπορεί να υπάρχει τόσο μεγάλη γεωπολιτική απαιδευσία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα που να μην κατανοεί ότι το ζήτημα αυτό ξεπερνά κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα και δεν εντάσσεται στην αντιπολιτευτική στρατηγική αλλά αποτελεί στρατηγική επιλογή της Ελλάδας όσον αφορά τις σχέσεις της με τη Μόσχα. Απορίας άξιον είναι δε πως με τόση άνεση έσπευσαν να ταυτιστούν με τις επιλογές αυτές, πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα που μέχρι χθες εμφανίζονταν ως θιασώτες της ενίσχυσης των ελληνορωσικών σχέσεων.

    Κατά την άποψη του γράφοντος, και με κίνδυνο να ολισθήσει στη συνωμοσιολογία, όλο αυτό το θέμα ενδέχεται να αποτελεί συνειδητή επιλογή κάποιων κύκλων ώστε να επιβάλλουν τον αντιρωσισμό στην ελληνική κοινωνία και να πακτώσουν την ελληνική γεωπολιτική λειτουργία πάνω στο δυτικό άρμα. Βλέποντας ότι η επικοινωνιακή στρατηγική περί «δικτάτορα» και «ομοφοβικού» Πούτιν, «μη δημοκρατικής» και «επιθετικής» Ρωσίας και όλα τα συναφή, δεν είχε το αντίκρισμα που ήθελαν στον ελληνικό λαό, επενδύουν τώρα στα «εγκλήματα του κομμουνισμού» και στους διωγμούς των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από τον Στάλιν, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός έμμεσου πλην ξεκάθαρου αντιρωσισμού υπό το προκάλυμμα του αντικομμουνισμού.

    Νέα σύγκρουση στην Ευρώπη

    Και εν πάση περιπτώσει, αν το ζήτημα ήταν μια εκ νέου επιβεβαίωση του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν» με ορθολογικούς γεωστρατηγικά όρους, θα μπορούσε ίσως η επιλογή αυτή να γίνει κάπως κατανοητή. Το θέμα είναι σε ποια Δύση θέλουμε να ανήκουμε. Σε μια Δύση που θα κυριαρχείται από ψυχρές γεωπολιτικές αναγνώσεις και θα χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό ή σε μια φοβική και παράλογη Δύση έτοιμη να αυτοκαταστραφεί για να «σωθεί». Γιατί δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτός ο πολωτικός και άκαμπτος αντιρωσισμός αποτελεί στρατηγική επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν επιβάλλεται «από τα κάτω», από χώρες όπως η Εσθονία, σε συνεργασία φυσικά και με τα πιο φονταμενταλιστικά και ανορθολογικά τμήματα του αμερικανικού κατεστημένου.

    Άρα, λοιπόν, άντε να δεχθούμε την εκ νέου ολοκληρωτική υπαγωγή της Ελλάδας στην κυριαρχία των ΗΠΑ, στο πλαίσιο μιας στοιχειώδους ρεαλιστικής ανάγνωσης της πραγματικότητας που έβαλε κάτω τα υπέρ και τα κατά για τη χώρας μας και έβγαλε κρίση. Είμαστε όμως όντως βέβαιοι ότι θέλουμε τη μετατροπή της Ελλάδας σε εξάρτημα της πολιτικής της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας; Και είμαστε πράγματι σίγουροι ότι θέλουμε να αποτελέσουμε μέρος αυτής της νέας γεωπολιτικής σύγκρουσης στην Ευρώπη; Γιατί αυτή η αντιπαράθεση θα είναι πάρα πολύ πιο επικίνδυνη απ’ ότι στο παρελθόν.

    Πιο συγκεκριμένα, αν πράγματι επιβληθεί αυτός ο οξύς αντιρωσισμός που επιδιώκουν οι βαλτικές δημοκρατίες, με σκοπό να εξασφαλίσουν ότι σε περίπτωση ρωσικής δράσης εναντίον τους θα υπάρξουν αρμαγεδδωνικές συνέπειες, όπως προαναφέρθηκε και πιο πάνω, τότε θα δημιουργηθεί μια κατάσταση πολύ πιο επικίνδυνη για τον πλανήτη από ότι ίσχυε ακόμη και στα πιο ζοφερά χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Το γιατί και πως συμβαίνει κάτι τέτοιο ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια αυτού του κειμένου, μπορούμε, ωστόσο, να πούμε ότι αποτελεί συνέπεια των νέων και πιο «ευέλικτων» πυρηνικών δογμάτων που ισχύουν σήμερα σε σχέση με την ψυχροπολεμική εποχή, της πολύ πιο εύθραυστης γεωγραφίας ισχύος που έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη. Κομβικό κομμάτι της οποίας είναι η ίδια η αντίληψη από πλευράς της Μόσχας των βαλτικών δημοκρατιών ως επιθετικού προγεφυρώματος της Δύσης μέσα στο ζωτικό χώρο της Ρωσίας, οι μεθοδολογίες του υβριδικού πολέμου, που «θολώνουν» τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου και συνεπακόλουθα δημιουργούν επικίνδυνες ασάφειες και για τη λειτουργία της πυρηνικής αποτροπής και μια σειράς άλλων αιτίων.

    Άρα λοιπόν, η αντιρωσική στρατηγική επιλογή που διαμορφώνεται σήμερα, στο όνομα του αντικομμουνισμού, από πλευράς των ελληνικών ελίτ – δυστυχώς και από μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, που μέχρι χθες φωνασκούσε υπέρ του Πούτιν – μπορεί να συμπυκνωθεί στην ακόλουθη φράση: Είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε κάποια στιγμή, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, να διακινδυνεύσουμε να θυσιάσουμε την Αθήνα για να σώσουμε το Ταλίν;

    Αν πράγματι έχουμε απαντήσει θετικά σε αυτήν την ερώτηση τότε όντως μπορούμε να συνεχίσουμε χαρούμενοι να προβάλουμε τα «εγκλήματα του κομμουνισμού», καθώς και την «ομοφοβία» του Πούτιν και όλα τα συναφή και να μηδενίσουμε τις ελληνορωσικές σχέσεις. Αν όχι, τότε θα πρέπει να μη συμμετάσχουμε στη μετατροπή των εγκλημάτων και των αδικιών του παρελθόντος σε εργαλεία διαμόρφωσης μιας επικίνδυνης και αδιέξοδης γεωπολιτικής πραγματικότητας για ολόκληρη την Ευρώπη και για την Ελλάδα ειδικότερα.

    (*) Ο Δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 9-9-2017

  11. Helena on

    ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

    Κι ύστερα ήρθαν οι μπολσεβίκοι

    ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.10.2017 :

    Αχ αυτή η Οκτωβριανή Επανάσταση. Μας έφαγε τα νιάτα μας. Τις σκηνές με το καροτσάκι στα σκαλοπάτια της Οδησσού ή το σκουληκιασμένο κρέας στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν» τις παρακολουθούσαμε με θρησκευτική ευλάβεια. Σιωπή στην κατάμεστη αίθουσα της Αλκυονίδας ή του Στούντιο. «Κάτι, αλήθεια, συμβαίνει εδώ», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος. Οι πιο υποψιασμένοι προσπαθούσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε τους κώδικες των Cahiers du Cinema ή του ημετέρου «Σύγχρονου Κινηματογράφου» για να ξεθάψουμε την κρυμμένη ιδεολογία των σημείων. «Σημειολογία και Οκτωβριανή Επανάσταση» ήταν η πνευματική μας τροφή με αρκετές δόσεις φροϋδισμού. Μάης του ’68 γαρ. Ποιος τολμούσε να ομολογήσει ότι δεν έχει διαβάσει τουλάχιστον το πρώτο βιβλίο από το «Κεφάλαιο»; Και το «Κράτος και Επανάσταση» του Λένιν;

    «Κι ύστερα ήρθαν οι μπολσεβίκοι και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Ποιος από εμάς δεν θα ήθελε να είναι κάπου εκεί, έξω από τα χειμερινά ανάκτορα; Τρότσκι, Μπουχάριν, Κάμενεφ, αλίμονό σου αν δεν ήξερες τις θέσεις τους, τις διαφορές τους. Ησουν υποχρεωμένος να φας την πίτσα σου, να πιεις το χύμα κόκκινο και να ακούς τους υπόλοιπους να αγορεύουν. Το τελευταίο μετρό το είχες χάσει και τα βλέμματα των κοριτσιών ήταν προσηλωμένα στους θεωρητικούς της παρέας. Ηταν κι εκείνα τα μουστάκια που μύριζαν επανάσταση από μακριά και πρόσθεταν κύρος. Μερικοί τα κράτησαν για ενθύμιο, ώσπου ανακάλυψαν ότι τους ήταν χρήσιμα στα χρόνια του ελληνικού σοσιαλισμού.

    Αχ αυτή η Οκτωβριανή Επανάσταση. Εκατό χρόνια γιορτάζει σήμερα η αλήστου μνήμης και τη θυμούνται ακόμη. Τι λέω, τη θυμούνται; Τη νοσταλγούν. Η πρώτη κομμουνιστική επανάσταση της Ιστορίας. «Στην πραγματικότητα, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που πέρασε απαρατήρητο στην πλειοψηφία των κατοίκων της Πετρούπολης», γράφει ο ιστορικός Orlando Figes. Και ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Ο μύθος υπήρξε τόσο ανθεκτικός που στοίχισε περισσότερες ζωές από όσες ο Β΄ Παγκόσμιος. Η απομυθοποίησή του υπήρξε μακρά και επίπονη.

    Οφείλουμε να αναρωτηθούμε στα σοβαρά για τους λόγους της αντοχής του μύθου. Πώς είναι δυνατόν να επηρέασε σχεδόν όλες τις γενιές του εικοστού αιώνα, με τελευταία τη δική μου; Hταν η αδίστακτη περιφρόνηση της ανθρώπινης συνθήκης στο όνομα κάποιου φαντασιακού προορισμού της Ιστορίας; Μπορεί. Η ολοκληρωτική σκέψη γοητεύει διότι δεν έχει δισταγμούς. Oπως οι χρήσιμοι ή άχρηστοι ηλίθιοι που ακόμη κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

    http://www.kathimerini.gr/931032/opinion/epikairothta/politikh/ki-ystera-hr8an-oi-mpolsevikoi

  12. Helena on

    ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

    Το οκτωβριανό πραξικόπημα

    15.10.2017

    Τ​​ο μεγαλύτερο fake news του 20ού αιώνα ήταν δύο λέξεις: «Οκτωβριανή Επανάσταση» ή με κομμουνιστικότερους όρους «Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση».

    Και αυτό διότι τον Οκτώβριο του 1917 (Νοέμβριο με το δικό μας ημερολόγιο) δεν έγινε καμιά ρωσική επανάσταση. Αυτή είχε γίνει τον Φεβρουάριο (Μάρτιο) του ίδιου έτους. Τον Οκτώβριο/Νοέμβριο, η κόκκινη φρουρά της Πετρούπολης κατέλαβε διά της βίας το κεντρικό τηλεγραφείο, τις γέφυρες, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, την Κρατική Τράπεζα και τελευταία τα Χειμερινά Ανάκτορα. Δεν υπήρξε καμιά λαϊκή επανάσταση όπως έγινε τον Φεβρουάριο/Μάρτιο του 1917. Αντιθέτως, μια μειοψηφική δύναμη κατέλαβε διά των όπλων την εξουσία, κάτι που αρχικώς μεταφράστηκε «Οκτωβριανό πραξικόπημα» («περέβοροτ» στα ρωσικά) και αφού κατίσχυσε πλήρως, μεταφράστηκε σε «Οκτωβριανή Επανάσταση».

    Είναι χαρακτηριστικό ότι στις πρώτες και μόνες (έστω μερικώς) ελεύθερες εκλογές που έγιναν δύο εβδομάδες μετά τη στρατιωτική επικράτηση των μπολσεβίκων, το κόμμα του Λένιν ήρθε δεύτερο με 24%. Πρώτο ήταν το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Βίκτορ Τσέρνοφ, που πήρε 40,4%. Πύρρειος… ήττα για τους μπολσεβίκους, διότι δύο μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1918, διέλυσαν το Κοινοβούλιο. Στις 18 Ιανουαρίου το σώμα αρνήθηκε την πρόταση του Λένιν για μετατροπή της Ρωσίας σε «Σοβιετική Δημοκρατία» και στις 19 Ιανουαρίου το εκλεγμένο από τον λαό σώμα έπαψε να υπάρχει. Μέχρι το τέλος του 1918 ένα… έμεινε το κόμμα. Ολα τα άλλα απαγορεύτηκαν και τα ηγετικά τους στελέχη δολοφονήθηκαν ή αυτοεξορίστηκαν.

    Οι γυναίκες στο Πέτρογραδ

    Το ιστορικό της σύντομης ρωσικής επανάστασης (Φεβρουάριος-Οκτώβριος 1917) είναι θυελλώδες. Ξεκινά με μια γνήσια λαϊκή εξέγερση των γυναικών στην Πετρούπολη. Συνόψισε πριν από δέκα χρόνια ο συνάδελφος Μιχάλης Κατσίγερας: «Στις 8 Μαρτίου 1917 (23 Φεβρουαρίου με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο), στο Πέτρογραδ, πρωτεύουσα της Ρωσίας, εργάτριες των υφαντουργείων και νοικοκυρές ξεχύθηκαν στους δρόμους με την ευκαιρία της διεθνούς ημέρας της γυναίκας. Ζητούσαν ψωμί και επιστροφή των ανδρών τους από το ανθρωποβόρο μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αβάσταχτη πείνα που θέρισε τον ρωσικό πληθυσμό τον χειμώνα του 1916-17, σε συνδυασμό με τον θάνατο περισσότερων των 1.500.000 στρατιωτών στο μέτωπο, είχε οδηγήσει τις γυναίκες της Ρωσίας στην απελπισία της εξανάστασης. Οι διαδηλώτριες της 8ης Μαρτίου πήγαν στα μεταλλουργεία Πουτίλοφ και παρέσυραν τους εργάτες στο να αγνοήσουν τις οδηγίες των μπολσεβίκων, να ενωθούν με αυτές και έτσι να εγγραφεί στην Ιστορία των Ευρωπαίων η πρώτη ημέρα της Φεβρουαριανής Επανάστασης, της ρωσικής. Οι εξελίξεις ήσαν γοργές. Υστερα από συγκρούσεις δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών και στρατού, με προϊούσα την κατάπτωση του ηθικού της φρουράς του Πέτρογραδ, και ενώ εργάτες και στρατιώτες συγκρότησαν το πρώτο σοβιέτ, σχηματίστηκε κυβέρνηση πολιτικά φιλελεύθερης χροιάς υπό τον πρίγκιπα Γκεόργκι Γιεβγένιεβιτς Λβοφ. Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ παρητήθη. Τα πρώτα μέτρα ήσαν δηλωτικά μιας μελλοντικής δημοκρατικής ευφορίας: καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, δόθηκε εκλογικό δικαίωμα στις γυναίκες, θεσπίστηκε η οκτάωρη ημερήσια εργασία και σταμάτησαν τα πογκρόμ εναντίον των Εβραίων. Δεν ικανοποιήθηκαν όμως τα δύο καίρια επαναστατικά αιτήματα: η άμεση ειρήνη και η αναδιανομή της γης. Ο Αλεξάντρ Φιοντόροβιτς Κερένσκι, που διαδέχθηκε τον Λβοφ στην πρωθυπουργία τον Ιούλιο, ήταν ανίκανος να αντισταθεί στη λαίλαπα της Επανάστασης, η οποία με την πραξικοπηματικού τύπου κατάληψη των κομβικών κτιρίων και εγκαταστάσεων του Πέτρογραδ έφερε στην εξουσία τον Λένιν και τους μπολσεβίκους του. Για να αρχίσει λίγα χρόνια αργότερα ο κύκλος της βαρβαρότητας…» («Καθημερινή» 8.03.2007).

    Το αστείο είναι ότι στην πραγματική επανάσταση του Φεβρουαρίου οι μπολσεβίκοι, ως κόμμα, δεν συμμετείχαν. Η ηγεσία τους θεώρησε πως επρόκειτο για τις συνήθεις ταραχές που γίνονταν για ψωμί. Οπως γράφει ο σαφώς επηρεασμένος από κομμουνιστικές αντιλήψεις ιστορικός Κέβιν Μέρφι στο αριστερό περιοδικό Jacobin, «παρόλο που αγωνιστές μπολσεβίκοι έπαιξαν κρίσιμο ρόλο όλες τις μέρες της επανάστασης, συχνά το έκαναν κόντρα στην ηγεσία τους. Οι γυναίκες-μέλη της υφαντουργίας είχαν απεργήσει τον Φλεβάρη παρά τις αντιρρήσεις των κομματικών ηγετών που θεωρούσαν τη στιγμή “ακόμη ανώριμη” για μαχητική δράση… Στις 22 Φλεβάρη, ο μπολσεβίκος Καγιούροφ μίλησε σε μια συγκέντρωση γυναικών του Βίμποργκ, παρακινώντας τες να μην απεργήσουν τη Μέρα της Γυναίκας και να ακούσουν “τις οδηγίες του κόμματος”. Προς απογοήτευση του Καγιούροφ (…) το επόμενο πρωί απέργησαν πέντε υφαντουργεία…» («Η Ιστορία της Φεβρουαριανής Επανάστασης», στα ελληνικά Rproject.gr 15.04.2017).

    Η επιστροφή του Λένιν

    Τον Απρίλιο του 1917 και ενώ η επανάσταση έχει κυριαρχήσει και αποκαθιστά τα δικαιώματα των Ρώσων, επιστρέφει ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ, γνωστός ως Λένιν, από την Ελβετία όπου ήταν εξόριστος. Η μετάβασή του έγινε με σφραγισμένο τρένο που πέρασε μέσα από τη Γερμανία με τις ευλογίες του Κάιζερ. Ο τελευταίος, φυσικά, δεν πίστευε ότι ο Λένιν θα γινόταν ποτέ αρχηγός κράτους και δη κομμουνιστικού. Ηλπιζε ότι με τη δράση του θα δημιουργούσε προβλήματα στην επαναστατική κυβέρνηση, η οποία συνέχιζε τον πόλεμο στα ανατολικά της Γερμανίας. Κι αυτό έκανε. Μόλις επέστρεψε ο Λένιν εξέδωσε τις «Θέσεις του Απρίλη», κηρύσσοντας ότι «στη στάση μας απέναντι στον πόλεμο, που από την πλευρά της Ρωσίας και με τη νέα κυβέρνηση του Λβοφ και Σία παραμένει αναμφισβήτητα ληστρικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος εξαιτίας του καπιταλιστικού χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης…». Παράλληλα ξεκίνησε την υπονόμευση της επαναστατικής κυβέρνησης γράφοντας: «Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή κυβέρνηση. Να εξηγούμε τον ολότελα ψεύτικο χαρακτήρα όλων των υποσχέσεών της. (…) Ξεσκέπασμα, αντί της απαράδεκτης “απαίτησης” –που σπέρνει αυταπάτες– να πάψει η κυβέρνηση αυτή, κυβέρνηση κεφαλαιοκρατών, να είναι ιμπεριαλιστική… Ανάληψη πρωτοβουλίας για δημιουργία επαναστατικής Διεθνούς, μιας Διεθνούς ενάντια στους σοσιαλ-σοβινιστές και ενάντια στο “κέντρο”».

    Σε επαναστατικές περιόδους γίνονται πολλά πράγματα και γρήγορα. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια της αργοκίνητης Δημοκρατίας, για να μελετηθούν, να συζητηθούν, να ψηφιστούν τα επόμενα βήματα. Αντιθέτως, στροβιλίζονται ελπίδες, διαψεύσεις, φιλοδοξίες, δημαγωγίες και πολλά όπλα. Γι’ αυτό και συνήθως οι επαναστάσεις καταλήγουν σε πραξικοπήματα και δικτατορίες, κάποιες εκ των οποίων μπορεί να διαρκέσουν και 70 χρόνια.

    Info: «Η μεγάλη ουτοπία», Ντοκιμαντέρ παραγωγής του 2017. Σκηνοθεσία Φώτος Λαμπρινός.
    http://www.kathimerini.gr/930681/opinion/epikairothta/politikh/to-oktwvriano-pra3ikophma
    Έντυπη


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: