Για την αναψηλάφηση της Δίκης των Εξ: Η τοποθέτηση του Τάκη Σαλκιτζόγλου

Την Τρίτη 6 Μαρτίου, ο νομικός Τάκης Σαλκιτζόγλου παρουσίασε το θέμα«Η ‘αθώωση’ των ενόχων της Μικρασιατικής Καταστροφής από τον Άρειο Πάγο»,  στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Ιστορίας που διοργανώνω στην Κηφισιά.

H παρουσίαση και η συζήτηση κάλυψαν ένα χρονικό διάστημα δύο ωρών και χαρακτηρίστηκαν από ιδιαίτερη ζωντάνια. Την ομιλία παρακολούθησαν μεταξύ των άλλων ο Αθανάσιος Λαγουδήμος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας (ΟΠΣΕ),  ο Χρήστος Γαλανίδης, πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, ο Παναγιώτης Λεσγίδης, μέλος του Συνδέσμου ν. Ελλάδας της Ομοσπονδίας των Ποντίων κ.ά. Αμέσως μετά την εισήγηση του κεντρικού ομιλητή έλαβε το λόγο ο δικηγόρος της ΟΠΣΕ, Κωσταντίνος Κατερινόπουλος. Η ΟΠΣΕ είχε προσπαθήσει, χωρίς επιτυχία να παραστεί ως πολιτικός ενάγων στην δίκη-παρωδία στον Άρειο Πάγο.  Το τελικό συμπέρασμα από τις παρουσιάσεις των δύο νομικών ήταν ότι όλη η δικονομική διαδικασία αποτέλεσε μια κακοστημένη και προμελετημένη φάρσα μιας μικρής ομάδας πολιτών και δικαστικών, οι οποίοι κατάφεραν να γελοιοποιήσουν το θεσμικό ρόλο του Άρειου Πάγου ακυρώνοντας -ως μη όφειλαν με βάση τα τυπικά στοιχεία- 90 χρόνια την απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου και παύοντας κάθε δίωξη κατά των κατηγορουμένων (Έξ) λόγω χρονικής παραγραφής. Η μηδέποτε «αθώωση» ήδη «πουλιέται» ως «αθώωση των Εξ» σε βιβλίο από τους κουτοπόνηρους δικαστικούς που εισηγήθηκαν τότε στο Ποινικό Τμήμα την περιβόητη Απόφαση… πουλώντας εκδούλευση σε αφελείς απογόνους και  ανόητους ρεβανσιστές φιλομοναρχικούς οπαδούς.  

Τα κυριώτερα μέρη της εισήγησης του Τάκη Σαλκιτζόγλου (όσα μπορέσαμε να έχουμε σε ηλεκτρονική μορφή) είναι τα εξής:

….Ευρύτατο πεδίο κριτικής παρέχει κατ’ αρχάς το ι σ τ ο ρ ι κ ό  π ρ ο ο ί μ ι ο της κρινομένης απόφασης (1675/2010), το οποίο αναπτύσσεται στην πρόταση του κ. αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η εισαγγελική αυτή πρόταση εκτείνεται στις 162 από τις 182 σελίδες της όλης απόφασης, γεγονός ασύνηθες στα δικαστικά χρονικά. Και εάν η 

εισαγγελική πρόταση επρόκειτο να εγκύψει στην επίλυση ακανθωδών νομικών προβλημάτων, που έχουν διχάσει την επιστήμη και τη νομολογία, θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί μια κάποια έκταση στην εισήγηση αυτή, οπωσδήποτε όμως όχι σε τέτοιο βαθμό. Αλλά ο κ. αντεισαγγελέας θεώρησε υποχρέωσή του να ενσωματώσει μέσα στην πρότασή του μια πολυσέλιδη ιστορική πραγματεία, τελείως αλυσιτελή και περιττή, στην οποία αναπτύσσει δια μακρών άσχετα γεγονότα και υποπίπτει επί πλέον σε πολλαπλά σφάλματα, κυριότερο των οποίων είναι η τελική γνώμη του ότι οι έξι καταδικασθέντες «είναι προφανώς αθώοι» (σελ. 162 της απόφασης). Είναι γνωστόν όμως ότι η παραγραφή ποτέ δεν αθωώνει τους κατηγορουμένους. Απλώς παύει την ποινική δίωξη και δεν επιτρέπει την έρευνα της υπαιτιότητάς τους. Προφανώς ο κ. αντεισαγγελέας παρεσύρθη στην έκφραση αυτής της νομικά άστοχης πρότασής του περί «αθωότητας» των Έξι, ελαυνόμενος από τις προσωπικές ιστορικές εκτιμήσεις του, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τον ποταμό των σελίδων της πρότασής του, όπου χωρίς λόγο μακρηγορεί και πλατειάζει.

Έτσι ο αναγιγνώσκων την πρότασή του δεν αντιλαμβάνεται τι σχέση έχουν με την κρινόμενη υπόθεση οι πολυσέλιδες αναφορές του στη Ρωσογερμανική σύγκρουση του 1914 για την Πρωσία (σελ. 12), στην κινηματογραφική ταινία του Μελ Γκίμπσον Gallipoli (σελ. 34), στον Έρνεστ Χεμινγουέι και τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936-1939 (σελ. 93-94), στην εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία (σελ. 101), στην ήττα των Γάλλων στο Ντιεν-Μπεν-Φού της Ινδοκίνας το 1954 (σελ. 157), ακόμα και στο ρόλο του … Ρασπούτιν κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση (σελ. 40), όπως επίσης και, λίαν περιέργως, στον……Τρωικό Πόλεμο (σελ. 106-107). Η μικρή αυτή σταχυολόγηση μερικών μόνο επιχειρημάτων του από την πλημμύρα των άχρηστων και άσχετων ιστορικών συμβάντων, τα οποία ματαίως προσπαθεί να συνδέσει ο συντάκτης της πρότασης με την προδοσία ή όχι των Έξι καταδικασθέντων, αποδεικνύει απλώς την επιδεικτική ιστοριομάθεια του κ. αντεισαγγελέα. Η πολυσέλιδη αυτή εισαγγελική πρόταση αναλίσκεται επίσης σε διεξοδική περιγραφή όλων σχεδόν των μαχών που έδωσε ο στρατός μας στη Μικρά Ασία, πράγμα βεβαίως περιττό, αφού κανείς δεν περιμένει να λάβει μαθήματα πολεμικής στρατηγικής από τα δικόγραφα των νομικών.

Όλα αυτά είναι απλώς περιττά και  α π ρ ο σ δ ι ό ν υ σ α και δεν συνάδουν με τη λακωνικότητα και την εύστοχη ακρίβεια που πρέπει να διακρίνει τις δικαστικές εισηγήσεις και αποφάσεις .

 – Εξάλλου ο συντάκτης της εισαγγελικής πρότασης παρεσύρθη και σε σοβαρές ιστορικές   π α ρ ε κ τ ι μ ή σ ε ι ς,   πράγμα αναμενόμενο από τη στιγμή που θέλησε να γίνει κριτής των συμβάντων της Ιστορίας. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν είναι πεδίον και ευκαιρία ανάπτυξης υποκειμενικών θεωριών επί θεμάτων αμφισβητουμένων ή και άλυτων, επί των οποίων η επιστήμη δεν έχει ακόμη κατασταλάξει, και ίσως ποτέ δεν θα το κατορθώσει, και που διαφεύγουν από το γνωστικό αντικείμενο των δικαστών. Διότι δεν περιμένουμε βεβαίως από τα δικαστήρια να αποφανθούν επί μεγάλων προβλημάτων, όπως π.χ. η ορθότης των θεωριών του Δαρβίνου, η παραδοχή ή  η απόρριψη της θεωρίας του Φρόϋντ, ακόμη και η ύπαρξη ή όχι Θεού. Η αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων είναι έργο των ιστορικών και όχι των δικαστών.
Διαφορετικά οδηγούμεθα σε μια επικίνδυνη  Δ ι κ α σ τ η ρ ι ο π ο ί η σ η  τ η ς  Ι σ τ ο ρ ί α ς  (Judiciarisation de l’ Histoire ).

Οι ιστορικές αυτές παρεκτιμήσεις αλλά και οι άσκοπες περιηγήσεις του κ. αντεισαγγελέα στην παγκόσμια ιστορία, είναι άπειρες. Γνωμοδοτεί περιέργως ότι «δεν ήταν ο εθνικός διχασμός εκείνος που άσκησε τη νομιζόμενη γενικώς επιβλαβή επιρροή στη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά άλλα γεγονότα ανεξάρτητα εκείνου» (σελ. 7). Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ο εθνικός διχασμός στα 1916 ήταν ….. επωφελής (!) για την Ελλάδα, αφού συνετέλεσε να καθυστερήσει η είσοδος της χώρας μας στο πλευρό της Αντάντ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (σελ. 41). Μας πληροφορεί το λίαν ενδιαφέρον γεγονός  (μόνο για τον ίδιο φυσικά) ότι ο Τσάρος προσέφερε 50.000 ρούβλια στο Ρώσο στρατιώτη που θα έμπαινε πρώτος στο Βερολίνο (σελ. 15), και το μεγάλης σημασίας (κατά τον κ. αντεισαγγελέα) γεγονός ότι ο Έρικ φον Φάλκενχαϊμ, που αντικατέστησε μετά τη μάχη του Μάρνη τον στρατάρχη φον Μόλτκε, ήταν «ένας κοντοκουρεμένος Γερμανός αξιωματικός με γκρίζο μουστάκι, με βλέμμα ψυχρό και ύφος στιβαρό» (σελ. 16 ), ότι η απόπειρα αυτονόμησης της Ιωνίας» δεν βρήκε ανταπόκριση από τους ντόπιους» (σελ. 125), ότι η αρχαιοελληνική λέξη «Οίκαδε», που έγινε τίτλος του πασίγνωστου άρθρου του Γ. Α. Βλάχου στην εφημερίδα «Καθημερινή» τον Αύγουστο του 1922, απασχολούσε τους στρατιώτες της Μικράς Ασίας » όπως τον  ομηρικό  Οδυσσέα η  ΙΘΑΚΗ »  (σελ. 134, πολύ περίεργη παρομοίωση ), ότι το » αποτέλεσμα της ήττας ήταν η μ ε τ α κ ί ν η σ η ενός τεραστίου πλήθους 1.500.000 προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην κυρίως Ελλάδα » (σελ. 143, έτσι ονομάζει το ξερίζωμα τόσων Ελλήνων από τις προαιώνιες πατρίδες του ο κ. αντεισαγγελέας, απλή μετακίνηση) κ.λ.π., παραδείγματα «ων ουκ έστι αριθμός». Εκφράζει δε και τη γνώμη ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να αποχωρήσει από την Ιωνία πολύ πριν από τις εκλογές της 1/11/1920 ( σελ. 63 ), χωρίς βεβαίως να αναλογισθεί ότι έτσι μόνη της η Ελλάδα θα καταπατούσε τη Συνθήκη των Σεβρών με απροσμέτρητες συνέπειες για τη χώρα μας και βεβαίως και για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι υπέφεραν από τους διωγμούς των Νεοτούρκων με συνέπεια σημαντικό τμήμα από αυτούς να έχουν καταφύγει ήδη πολύ προ του 1919, έντρομοι στην Ελλάδα. Διαφεύγει απολύτως της ιστοριομάθειας του κ. αντεισαγγελέα ότι η ελληνική κυβέρνηση, εκτός των άλλων, απεδέχθη την εντολή κατάληψης της Ιωνίας για να προστατεύσει τους Μικρασιάτες της Ανατολής από τη γενοκτονική βία των Νεοτούρκων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει περιγράψει αναλυτικά και κατά περιοχές τα μαρτύρια και τους διωγμούς των Μικρασιατών στις 416 σελίδες της Μαύρης Βίβλου που εξέδωσε το 1919.

– Θα μπορούσε κανείς να αλιεύσει πλείστα άλλα παρόμοια επιχειρήματα από την πρόταση του κ. αντεισαγγελέα. Μπορεί επί παραδείγματι να επισημάνει την α π ο σ ι ώ π η σ η πολλών κρισίμων ιστορικών περιστατικών, όπως την επανειλημμένη αγνόηση της εκπεφρασμένης ετυμηγορίας του ελληνικού λαού από τον Κωνσταντίνο, τη σαφώς φιλογερμανική στάση του, την παράδοση του Ρούπελ στον στρατό των γερμανοβούλγαρων, την αυτομόληση ολόκληρης ελληνικής μεραρχίας στους Γερμανούς (της γνωστής μεραρχίας του Γκέρλιτς), πράξεις οι οποίες δικαιολογήθηκαν στο βωμό της ουδετερότητας (ουσιαστικά γερμανοφιλίας) των βασιλικών κυβερνήσεων. Αποσιώπησε ο κ. αντεισαγγελέας ότι η εντολή του Μαΐου του 1919 προς τον Βενιζέλο να καταλάβει η Ελλάδα την Ιωνία δόθηκε επειδή οι Ιταλοί ετοιμάζονταν να καταλάβουν  αυτοί   τη Σμύρνη, και αν η Ελλάδα δεν δεχόταν την ιστορική αυτή ευκαιρία θα χανόταν ίσως δια παντός στο μέλλον η ελπίδα απελευθέρωσης των Μικρασιατών. Αποσιωπά ότι το οθωμανικό κράτος είχε κηρύξει ήδη από το 1914 απηνή διωγμό και κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, όπως αποδεικνύει η τακτική του με τα περιβόητα τάγματα εργασίας. Αποσιωπά επίσης τη σφοδρή αντίθεση των Συμμάχων προς το πρόσωπο του Κωνσταντίνου, τον οποίον θεωρούσαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους μετά τον Κάϊζερ και ότι η επαναφορά του στο θρόνο συνετέλεσε και αυτή στη μεταστροφή της μέχρι τότε ευνοϊκής προς την Ελλάδα πολιτικής τους.

Το ακόμη περιεργότερο είναι ότι ο κ. αντεισαγγελέας εξυμνεί τα αγαθά της ουδετερότητας που έπρεπε να τηρήσει τότε η ελληνική κυβέρνηση, επικαλούμενος το απαράδεκτο επιχείρημα ότι «οι προπαγανδιστές (της εξόδου στον πόλεμο) που εξήπταν τη φαντασία των νεαρών για ηρωικά κατορθώματα και δόξα ατελεύτητη παρέλειπαν να τους πουν, ότι ο Πόλεμος ούτε Πανήγυρη – ούτε Φιέστα – ούτε Χοροεσπερίδα – ούτε Πικ-νικ – ούτε Εκδρομή – ούτε Τουρισμός είναι. Είναι Αίμα, Δάκρυα, Θάνατος». Και προς επίρρωσιν του κηρύγματός του μας παρακινεί να διαβάσουμε το αντιπολεμικό έργο του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» (σελ. 39). Εδώ θα μας επιτραπεί να του υπενθυμίσουμε ότι  ε υ τ υ χ ώ ς που δεν είχαν τέτοιες ιδέες οι Έλληνες, όταν πολέμησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους και απελευθέρωσαν τόσα ελληνικά εδάφη ή όταν πήραν τα όπλα και έτρεξαν το 1940 στην Αλβανία. Διαφεύγει δε εντελώς από την ιστοριομάθεια του κ. αντεισαγγελέα ότι η πολιτική της ουδετερότητας μετά την παράδοση του οχυρού του Ρούπελ και της γνωστής μεραρχίας του Γκέρλιτς στους Γερμανοβούλγαρους, έθετε σε άμεσο κίνδυνο τα εδαφικά οφέλη που είχε κερδίσει η Ελλάδα στους Βαλκανικούς πολέμους.

– Αποσιωπά επίσης η εισαγγελική πρόταση το γεγονός ότι ο αρχιστράτηγος της Ήττας Χατζανέστης, αντί να σπεύσει επί τόπου στα πεδία των μαχών, επέμενε να διευθύνει τις επιχειρήσεις από τη Σμύρνη, δηλαδή από απόσταση 800 χιλιομέτρων, με μόνο μέσο επικοινωνίας έναν ασύρματο, ο οποίος και αυτός ήταν κακοσυντηρημένος και μισοχαλασμένος. Έτσι οι Τούρκοι υπέκλεψαν τη διαταγή της αντικαταστάσεώς του από τον αντιστράτηγο Νικ. Τρικούπη και ο νεοπροαχθείς εις αρχιστράτηγον Τρικούπης την πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, όταν συνελήφθη αιχμάλωτος ! Επονείδιστες στιγμές στην ελληνική ιστορία, για τις οποίες έπρεπε να πληρώσουν επιτέλους κάποιοι…

Αποσιωπά τέλος ο συντάκτης της σχοινοτενούς εισαγγελικής πρότασης τον απαράδεκτο νόμο 2870/1922 «περί απαγορεύσεως της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»(βλ. Φ.Ε.Κ. 119/20-7-1922 ). Με το νόμο αυτό η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, προβλέποντας το κύμα των προσφύγων που θα κατέκλυζε την κυρίως Ελλάδα μετά την αναμενόμενη ήττα, θέλησε να το εμποδίσει. Στην ουσία δηλαδή εγκατέλειπε τους Μικρασιάτες στη σφαγιαστική μανία των Τούρκων, διότι κατά βάθος ήθελε να αποφύγει την έλευση στην κυρίως Ελλάδα των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ιωνίας, της Αιολίδας, της Λυδίας κ.λ.π., οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφία τους βενιζελικοί και θα άλλαζαν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Δηλαδή προέταξαν το κομματικό τους συμφέρον και αδιαφόρησαν για την τύχη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας … 

– Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες παρεκτιμήσεις ή αποσιωπήσεις των ιστορικών γεγονότων της ταραγμένης εκείνης εποχής, τις οποίες διαπιστώνει ο επαρκής αναγνώστης της εισαγγελικής πρότασης. Ο επαρκής αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να μην διερωτηθεί πώς διέφυγε της προσοχής του κ. αντεισαγγελέα, ότι δεν είχε μπροστά του ούτε το κείμενο της προς αναψηλάφησιν απόφασης, ούτε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία (δηλαδή τις μαρτυρίες και τα έγγραφα που κατετέθησαν), ούτε καν τον αριθμό της απόφασης του Στρατοδικείου, πράγμα που δικαίως επεσήμαναν οι μειοψηφήσαντες δικαστές. Τούτο διότι, ως γνωστόν, ολόκληρη η δικογραφία έχει περιέργως εξαφανισθεί και μόνη πηγή από την οποία πληροφορούμεθα περί όλων αυτών είναι μερικές α ν ε ύ θ υ ν ε ς   ή  και   ύ π ο π τ ε ς  μεταγενέστερες δημοσιογραφικές δημοσιεύσεις.

Μόνη αυτή ή έλλειψη της δικογραφίας, στο πρωτότυπο ή έστω σε επίσημο αντίγραφο, θα έπρεπε να οδηγήσει τον κ. αντεισαγγελέα στην άρνηση διατύπωσης οποιασδήποτε γνώμης περί της ανάγκης ή όχι της επανάληψης της διαδικασίας (αναφηλάφησης). Και βεβαίως στην ίδια γνώμη θα έπρεπε να καταλήξει και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όπως ορθώς εισηγήθηκε η μειοψηφία. Θα ανέμενε δε ευλόγως ο αναγνώστης του σκεπτικού της αρεοπαγιτικής απόφασης  να ασχοληθουν  οι δικαστές  με την κριτική επεξεργασία των επιχειρημάτων τα οποία προέβαλε ο προτείνας την «αθώωση» των καταδικασθέντων κ. αντεισαγγελέας. Αντιθέτως η απόφαση του Αρείου Πάγου εμφανίζεται να ασπάζεται ασυζητητί τα επιχειρήματα αυτά, αφού υιοθέτησε καθ’ ολοκληρίαν την εισαγγελική πρόταση.

– Η επανάληψη της διαδικασίας ποινικής δίκης (αναψηλάφηση) διατάσσεται κατά το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας χωρίς κανένα χρονικό περιθώριο, δηλαδή οποτεδήποτε, αρκεί να αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο καθιστούν φανερή την αθωότητα του καταδικασθέντος. .

Και ευλόγως διερωτάται ο καθένας: – Αφού δεν είχε ο Άρειος Πάγος υπ’ όψη του τα γεγονότα και τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν στο Στρατοδικείο, πώς αποφαίνεται ότι οι σημερινές αποδείξεις ήταν άγνωστες στους δικάσαντες? Τόσο στην εισαγγελική πρόταση όσο και στο σκεπτικό της απόφασης κανένα νέο τέτοιο γεγονός δεν αναφέρεται. Το μόνο που αναγράφεται είναι κάποιες γνώμες πολιτικών, Ελλήνων και ξένων, που προέβλεπαν (για δικούς τους λόγους) την αποτυχία της εκστρατείας ή κείμενα συγγραφέων, που εκ των υστέρων βεβαίως, έγραψαν ότι η εκστρατεία στη Μικρά Ασία ήταν καταδικασμένη. Αυτά όμως δεν είναι νέα γεγονότα, που  π ρ ο ϋ π ή ρ ξ α ν  της καταδίκης και που παρέμειναν, για διαφόρους λόγους, άγνωστα στους δικάσαντες. Οπωσδήποτε δε οι νεότερες αυτές γνώμες καθόλου δεν συνάπτονται με την προδοτική ή όχι συμπεριφορά των Έξι καταδικασθέντων.

– Η απόφαση ελήφθη με ψήφους τρεις κατά δύο. Οι δύο εκ των πέντε δικαστών που συναποτελούσαν τη σύνθεση του Ζ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου διατύπωσαν την αντίθετη γνώμη τους σε ένα κείμενο ευσύνοπτο, που είναι θεμελιωμένο κυρίως στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι μειοψηφήσαντες αρεοπαγίτες (Κων/νος Φράγκος και Ανδρ. Ξένος) είχαν την ορθή, κατά την άποψή μας, γνώμη ότι έπρεπε να ανακληθεί η προηγουμένη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπ’ αρ. 1533/2009), αφ’ ενός μεν διότι δεν ήταν οριστική ( και το αιτιολογούν πειστικότατα αυτό), αφ’ ετέρου δε διότι θα έπρεπε να εξετασθεί εξ αρχής η υπόθεση παρουσία μάλιστα του αιτούντος, κυρίως δε : «διότι δεν βρέθηκε στα Αρχεία του Κράτους και δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ούτε η προσβαλλομένη από 15-11-1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ούτε τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβαν υπ’ όψιν τους οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο εκείνο (…….) και δεν δύνανται να συγκριθούν και να αξιολογηθούν προς όσα στοιχεία ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει στην αίτησή του (ο αιτών την αναψηλάφηση), ώστε να δύναται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ήταν ικανά να οδηγήσουν, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα γεγονότα που είχαν τεθεί υπ’ όψιν των δικαστών (του Στρατοδικείου) στην παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας».

Οι τρείς όμως πλειοψηφήσαντες δικαστές (Θεοδώρα Γκοΐνη, αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Παπαδόπουλος και Ιωάννης Γιαννακόπουλος, εισηγητής) απέρριψαν τη γνώμη της μειοψηφίας και έκαναν δεκτή την πρόταση του Αντεισαγγελέα κ. Νικολάου Τσάγγα. Έτσι ετάχθησαν αλληλέγγυοι με τα όσα η εισαγγελική αυτή εισήγηση προέτεινε και με όσες ιστορικές απόψεις διατυπώθηκαν σε αυτήν.

Η Ιστορία λοιπόν ερμηνεύθηκε και αξιολογήθηκε από δικαστές, ανωτάτου μεν επιπέδου, για την ιστορική όμως παιδεία και κατάρτιση των οποίων δικαιούται ο καθένας να έχει αντίθετη γνώμη.

Η καταδίκη των Έξι δεν ήταν παρά η κ ά θ α ρ σ η μιας εθνικής τραγωδίας. Ήταν η δυσάρεστη, οδυνηρή και αιματηρή εκτόνωση του λαϊκού και εθνικού αισθήματος εκείνων των τραγικών ημερών, μια στρόφιγγα από την οποία εκτονώθηκε η αγανάκτηση μιας νικημένης στρατιάς τουλάχιστον 100.000 στρατιωτών και ενός εκατομμυρίου ξεριζωμένων (και όχι απλώς….μετακινηθέντων, όπως τους θέλει η απόφαση) Μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι θρηνούσαν τουλάχιστον άλλα 500.000 θύματα σφαγών,   βιασμών, εμπρησμών, δηώσεων και κατακρεουργήσεων.

 Όσον αφορά τον ξεριζωμό και τον αφανισμό του ενός από τους δύο πνεύμονες με τους οποίους ανέπνεε και μεγαλουργούσε ο ελληνισμός, και που είναι η προαιώνια Μικρασιατική του πατρίδα, αυτό είναι ένα άλλο κολοσσιαίο κεφάλαιο, με το οποίο η κρινόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, και βεβαίως και ο προτείνας κ. αντεισαγγελέας δεν ασχολήθηκαν……………….

 

Δείτε τις παλιότερες σχετικές αναρτήσεις:

Δίκη των Εξ: Κάθαρση σε Τραγωδία

ΓΙΑΣΑΣΙΝ (ζήτω ο) ΓΟΥΝΑΡΗΣ

Η “αθώωση” των Εξ, ο Άρειος Πάγος και οι προσφυγικές οργανώσεις…

Εκπομπή για τη “Δίκη των Εξ” υπευθύνων…

Αυτοί έσωσαν την τιμή του προσφυγικού ελληνισμού

Ιδεολογικές αγκυλώσεις και η «δίκη των έξι»

The Trial of the Six: Our own Nuremberg Trial

Και πάλι για τη Δίκη των Εξ… και τους Πόντιους της Αμερικής!

Να αντιδράσουμε στην αναψηλάφηση της Δίκης των Εξ

5 comments so far

  1. […] προσφύγων στην Ελλάδα, -η Δίκη των Εξ και οι προσπάθειες κάποιων κύκλων για αναθεώρησή της….  Στην προηγούμενη (7η) εκπομπή παρουσιάστηκε το […]

  2. Efialtis on

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από το σωματείο με την επωνυμία «ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ» ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 1533/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου κατά το ελλείπον διατακτικό της.
    ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20.1.2008 (με αριθ. πρωτ. 1349/2008) αίτηση του …, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922, χωρίς γνωστό αριθμό, απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών.
    ΑΚΥΡΩΝΕΙ την παραπάνω απόφαση. Και ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των καταδικασθέντων με την ως άνω απόφαση Δημητρίου Γούναρη, Νικολάου Στράτου, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (παππού του αιτούντος), Νικολάου Θεοτόκη, Γεωργίου Χατζηανέστη, Ξενοφώντος Στρατηγού, Μιχαήλ Γούδα και Γεωργίου Μπαλτατζή για το ότι: 1. Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την επικράτειαν.
    2.
    Ο κατηγορούμενος Γ. Χατζανέστης, τέως αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας, εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13 Αυγούστου 1922 μέχρι της 23 ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ’ αυτού διοικούμενης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού.
    3.
    Οι. Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Ξενοφών Στρατηγός, Νικόλαος Θεοτόκης, Μιχαήλ Γούδας και Γεώργιος Μπαλτατζής, ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρό μεγάλα τμήματα στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ’ απάτης, πειθούς και φορτικότητος.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και

    Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010.

    Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

    http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=SQC57YK3HUUIP2WHM3T31BXKDB5MHC&apof=1675_2010

  3. Γιωρίκας on

    «Προδότης δεν είναι μόνο αυτός που φανερώνει τα μυστικά της πατρίδος στους εχθρούς, αλλά είναι και εκείνος που ενώ κατέχει δημόσιο αξίωμα, εν γνώση του δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων πάνω στους οποίους άρχει…»

    Θουκυδίδης (460-398 π.Χ.)

  4. H Mάφια των Δικαστών και Εισαγγελέων, του Ηλία Πετρόπουλου

    Aπόσπασμα του άρθρου του Η. Πετρόπουλου. Γράφτηκε στις 20/22-4-2001.

    Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο Κουραδοκόφτης, εκδόσεις Νεφέλη, 2002.

    Υποτίθεται πως το κράτος συγκροτείται απο τρεις Εξουσίες: την Νομοθετική, την Εκτελεστική, και τη Δικαστική – τουτέστιν, από τη Βουλή, την Κυβέρνηση και τη Δικαιοσύνη. Και υποτίθεται πως αυτές οι Εξουσίες είναι χωρισμένες και ανεξάρτητες. Ωστόσο, δεν υφίσταται παρά μόνο μία Εξουσία: η Κυβέρνηση. Είναι κάτι που το βλέπουμε πεντακάθαρα στην περίπτωση της όποιας Δικτατορίας, οπότε η Κυβέρνηση, αφού διαλύσει τη Βουλή, κατευθύνει σκαιώς τη Δικαιοσύνη.

    Κληρονομήσαμε το σύστημα των Τριών Εξουσιών από την Αγγλική, την Αμερικάνικη και τη Γαλλική Επανάσταση. Μέχρι τότε, ο Ηγεμών ήτο ταυτοχρόνως Νομοθέτης και Κυβερνήτης και Δικαστής. Θα υποδείξω ότι, αυτή η γραμμική παρουσίαση είναι απλοϊκή. Στην πραγματικότητα, εμφανίστηκαν και λειτουργούν κάποιες διαφορετικές εκδοχές, π.χ. η διπλή Βουλή (με την καθιέρωση της Γερουσίας), η ιδιάζουσα Βρετανική δικαιοσύνη (όπου ο Δικαστής δημιουργεί Δίκαιο), η Αυτοδιοίκηση κτλ. Κυρίως, όμως, λειτούργησαν εντόνως δύο άλλες Εξουσίες: εκ νέου η Εκκλησία, και, ο Τύπος.

    Η Εκκλησία ήτο, ανέκαθεν, μια καταπιεστική δύναμη, αλλά όχι μια αληθινή Εξουσία, αφού παρουσιαζότανε σαν μια δούλα (ακόμη και η Ιερή Εξέταση) του Ηγεμόνος. Τώρα πιά, η Εκκλησία είναι μια πραγματική Εξουσία, συνδεδεμένη συμφεροντολογικά και με τις Τρεις άλλες Εξουσίες, που έχουν ένα πολιτικό χρώμα. Η Εκκλησία αυτοπροσδιορίζεται σαν πνευματική οργάνωση. Αλλά, οι δεσποτάδες ζηλεύουν την πολιτική-κοσμική Εξουσία και γιαυτό κουρντίζουν στην κεφαλή τους μια χρυσή κορόνα. Οι απανταχού πατριάρχες ενισχύουν ποικιλοτρόπως τις Τρεις Εξουσίες. Οι πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης αγόραζαν τον τίτλο τους από τον σουλτάνο, που τον υπηρετούσαν πιστά. Οι τσάροι είχανε ως παραστάτη τον ρώσο πατριάρχη, αν και διατηρούσαν ορισμένες αποστάσεις μαζί του. Λόγου-χάρη, ο πατριάρχης δεν εδικαιούτο να στέψει τον τσάρο και την τσαρίνα (όπερ εμιμήθη, με την αυτοστέψη του, ο Ναπολέων). Ο καισαροπαπισμός της Αγγλίας εκφράζει την απέχθεια του Ηγεμόνα προς τις κοσμικές φιλοδοξίες της Εκκλησίας. Σήμερα, στην Ελλάδα, ο Αρχιεπίσκοπος καταπολεμά την Κυβέρνηση. Δηλαδή, η Εκκλησία-Εξουσία χτυπάει τον Πρωθυπουργό-Εξουσία. Σιχαίνομαι τους παπάδες, αλλά βρίσκω τη στάση του Αρχιεπισκόπου αυτόχρημα φιλολαϊκή, παρά τη δημαγωγική μεθοδολογία της Εκκλησίας. Η διάσταση μεταξύ των Εξουσιών ενισχύει την Δημοκρατία.

    Ο Τύπος αποκαλείται Τέταρτη Εξουσία. Ο Τύπος θα μπορούσε να αποβεί μια παντοδύναμη Εξουσία. Προτιμώ τον Γραπτό Τύπο, κι όχι τις βιαστικές μπουρδολογίες της Τηλεόρασης. Ο Γραπτός Τύπος σου δίνει χρόνο να σκεφτείς, ενώ η Τηλεόραση αποβλακώνει τον Όχλο. Η παλιού τύπου εφημερίδα (δηλαδή, η γαζέτα) είναι βενετσιάνικη εφεύρεση – πιθανότατα του Αρετίνου. Όμως, η γαζέτα δεν εξισούται με την σύγχρονη εφημερίδα, με την σημερινή έννοια του Τύπου. Οφείλουμε τον Τύπο, σαν πολιτικό όπλο, στους άγγλους. Σχεδόν όλες οι εφημερίδες της εποχής μας είναι πουλημένες στην Αστική Τάξη. Δεν είναι τυχαίο το ότι οι εξωτερικές ειδήσεις βασίζονται στα αμερικάνικα πρακτορεία ειδήσεων. Όσο για τις εσωτερικές ειδήσεις, ελέγχονται, εν πολλοίς, από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Οι πληροφορίες είναι εμπόρευμα. Η εξαγορά του Τυπου καλύπτεται, εντέχνως, από την τυχών αντι-κυβερνητική πολιτκή ορισμένων εφημερίδων – μια μικροκομματική πολιτκάντικη πολιτική. Καμιά εφημερίδα δεν χτυπάει την ρίζα του κακού: το καπιταλιστικό σύστημα. Το ίδιο συμβάινει και με τη δειλή στάση του Τύπου έναντι της Δικαιοσύνης. Κάποτε-κάποτε, οι εφημερίδες ξεσπάνε εναντίων κάποιων αποφάσεων κάποιων Δικαστηρίων. Ποτέ ο Γραπτός Τύπος δεν στρέφεται εναντίον της γαμημένης Δικαιοσύνης ως θεσμού.

    To ένα σκέλος της Δικαιοσύνης είναι οι νομικές διατάξεις (Σύνταγμα, Νόμοι, Διατάγματα και Διαταγές, Κώδικες, Νομολογία). Το άλλο σκέλος είναι το έμψυχο υλικό – δηλαδή οι Δικαστικοί που εφαρμόζουν τις νομιές διατάξεις. Παραδόξως οι Δικαστές και Εισαγγελείς αποκαλούνται λειτουργοί και το επάγγελμά τους λειτούργημα. Οι λέξεις αυτές είναι καλοδιαλεγμένες, για να υποβάλουν στον Λαό την υποβρύχια ιδέα πως οι Δικαστικοί είναι πρόσωπα, θεόθεν προορισμένα, να απονέμουν Δικαιοσύνη. Η ίδια η Δικαιοσύνη απεικονίζεται (διεθνώς) σαν μια θεά με κλειστά μάτια, που κρατάει την γνωστή ζυγαριά. Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς δεν είναι παρά δημόσιοι υπάλληλοι (ενίοτε, υπαλληλίσκοι), όπως ακριβώς οι δάσκαλοι και οι εφοριακοί. Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς δήθεν ανήκουν σε δύο χωριστά σώματα της Δικαιοσύνης. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς είναι φίδια της ίδιας συνομοταξίας. Η Μάφια της Δικαιοσύνης δεν έχει στεγανά.

    Η ιεραρχία των Δικαστών και Εισαγγελέων υποδηλώνει, αυτομάτως, την κατάταξή τους. Υπάρχουν μικροί και μεσαίοι και ανώτατοι Δικαστικοί. Υπάρχουν οι ασήμαντοι ειρηνοδίκες και οι πασάδες του Αρείου Πάγου. Υπάρχουν και οι ευνούμενοι, που δεν απομακρύνονται από την Αθήνα, και οι καταδικασμένοι στην παντοτινή εξορία των μακρινών κωμοπόλεων της Ελλάδας […] Προκειμένου περί Δικαστών και Εισαγγελέων, προέχει το θέμα της παιδείας των, καθώς και της νοσηρης ψυχοσύνθεσης που τους διακρίνει. Οι άθλιοι, που κρίνουν και καταδικάζουν, είναι παντελώς αμόρφωτοι. Και, ως εκ τούτου, αναιδέστατοι. Στις 18-12-1974 έγινε κάποια δίκη με κατήγορο τον Τσαρούχη όπου παρουσιαστήκαμε σαν μάρτυρες υπερασπίσεως ο Ταχτσής, ο Ακριθάκης, ο υποφαινόμενος κ.α. Πρόεδρος του Δικαστηρίου ήτανε ένας μπαστουνόβλαχος, με πάρεδρο τον Σαρτζετάκη. Αυτός ο άξεστος πρόεδρος σχεδόν καθύβρισε τον Καλλιγά, τέως διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης, μη ξέροντας ποιός είναι. Με ανάλογο τρόπο φέρθηκε σε άλλες προσωπικότητες που προσήλθαν στη δίκη. Ευτυχώς, ο Σαρτζετάκης, με παρεμβάσεις, εκτόνωσε την τεταμένη ατμόσφαιρα. Φυσικά, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου (όπως όλοι οι πρόεδροι, μέχρις εσχάτων) απήυθυνε τον λόγο στον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες στον ενικό αριθμό, και, με το πρέπον αγροίκον ύφος. Από την πλευρά τους απαξάπαντες οι Εισαγγελείς, φανταζόμενοι πως είναι σπουδαίοι ρήτορες, κλείνουν τον ρόλο τους στις δίκες, εξακοντίζοντας κατά των κατηγορουμένων διάφορους απαράδεκτους χαρακτηρισμούς. Οι Εισαγγελείς μας δεν μάθανε ποτέ ότι, ο Κατηγορούμενος, ώσπου να εκδοθεί η δικαστική απόφαση, είναι Υπόδικος, είναι Αθώος.

    Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς φέρονται με παρόμοια γαϊδουριά και κατά των Δικηγόρων. Οι Δικηγόροι είναι ανώτατοι Δικαστικοί. Οι Δικηγόροι είναι εφάμιλλοι των Δικαστών. Γι’ αυτό, οι Δικηγόροι, σε περίπτωση που θα διαπράξουν αδίκημα, δικάζονται σε Εφετείο. Οι Δικηγόροι, από νομικής και ηθικής απόψεως, υπερτερούν των Εισαγγελέων. Ο Εισαγγελέας, ως Προστάτης του Νόμου, στρέφεται κατά παντός παραβάτου, και, συνεπώς, είναι ο μέγας εχθρός του Κατηγορουμένου. Ο Δικηγόρος υποστηρίζει την αθωότητα του Κατηγορουμένου μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ή προσπαθεί να μειώσει την ποινική του ευθύνη. Είναι αυτονόητο πως κάθε ποινική δίκη ταλαντεύεται, καθότι ο Δικαστής κρίνει κατά 50% το αδίκημα και κατά 50% την προσωπικότητα του Κατηγορουμένου. Αποδώ ξεπηδούν οι αυθαιρεσίες των Δικαστών.

    Όταν ο Δικηγόρος είναι επιθετικός, ο Δικαστής τον τρομοκρατεί με την υποβολή μήνυσης ενώπιον του ακροατηρίου. Σ’ αυτή την περίπτωση διακόπτεται η δίκη, συγκροτείται νέο δικαστήριο, με δήθεν άλλη σύνθεση, και καταδικάζουν τον αντιρρησία Δικηγόρο. Σ’ άλλες περιπτωσεις, ένας Εισαγγελέας, που δέχεται στο γραφείο του την επίσκεψη κάποιου απαιτητικού Δικηγόρου, προσπαθεί να τον κάμψει με το υπεροπτικό του ύφος. […] Ως τώρα, οι Δικηγόροι ανέχονται τα καπρίτσια των Δικαστών και Εισαγγελέων, αφού τέτιο καθεστώς επικρατεί στην Ελλάδα. Η τρομερή δύναμη που παρέχει ο Νόμος (και η δικαστική πρακτική) στου Δικαστές και Εισαγγελείς, υπερβαίνει κατά πολύ τις προσωπικές τους ικανότητες. Οι Δικηγόροι δε φοβούνται τους Δικαστές και Εισαγγελείς. Απλώς, δε θέλουν να χάσουν τη δίκη, γιατί γνωρίζουν κάλλιστα την εκδικητικότητα των Δικαστών και Εισαγγελέων. Η περίπτωση του Νάσιουτζικ και η περίπτωση του Κοεμτζή αποτελούν δύο πρόσφατα παραδείγματα αυτής της τυφλής εκδικητικότητας. Ωστόσο, οι Δικηγόροι, κατέχοντας μιαν ισχυρή μερίδα της Βουλής, θα μπορούσαν – δια Νόμου – να γκρεμίσουν, τουλάχιστον, τους αλλαζονικούς Εισαγγελείς από την υψηλή έδρα τους. Παράλληλα ο γραπτος Τύπος θα έπρεπε να θεσπίσει την κριτική της Δικαιοσύνης. Δηλαδή, όλες οι εφημερίδες να καθιερώσουν μια τακτική στήλη, όπου να κρίνονται οι δικαστικές αποφάσεις επί της διαδικασίας και επί της ουσίας. Ο νομομαθής Κώστας Ε. Μπέης εδημοσίευσε (προ ετών στο Βήμα και τώρα στην Ελευθεροτυπία) μια σειρά άρθρων, νομικής-δικανικής υφής, αλλά δεν τόλμησε να κρίνει τις αποφάσεις (και τα βλάκώδη θέσφατα) των Δικαστών και Εισαγγελεών. Οίκοθεν νοείται πως, σε περίπτωση καθιέρωσης της Κριτικής της Δικαιοσύνης, οι αρμόδιες προϊστάμενες Δικαστικές Αρχές θα πρέπει να συλλέγουν τα σχετικά άρθρα και να τα επισυνάπτουν στους ατομικούς φακέλους των κρινομένων Δικαστών και Εισαγγελέων, ώστε να χρησιμοποιούνται σαν τεκμήρια για την περαιτέρω σταδιοδρομία τους.

    Οι Δικαστές και Εισαγγελείς εφαρμόζουν, κατά κόρον, την τακτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Όταν εμφανίζεται στο δικαστήριο κάνας κακομοίρης, τον αποπαίρνουν. Όταν ένας Κατηγορούμενος μακρηγορεί, του λένε: αυτό είναι εκτός θέματος. Όταν βλέπουν έναν υψηλά ιστάμενο, του γλείφουν τον κώλο. Όταν ένας νεαρός Δικηγόρος αγορεύει, τον διακόπτουν με το περίφημο συντομεύετε. Όταν καταθέτει ένας Αστυνομικός, τον ακούνε ευλαβώς. Όταν δικάζεται ένας Αστυνομικός, τον αθωώνουν ή τον απαλάσσουν. Όταν προσέρχεται στη έδρα του Δικαστηρίου μια γόησσα, οι Δικαστές σαλιαρίζουν. Όταν κάθεται στο εδώλιο κάνας αναρχικός, του γαμούν την Παναγία […] Συχνότατα, οι Δικαστές και Εισαγγελείς είναι, από νομικής απόψεως κουμπούρες. Γιαυτό, οσάκις αντιμετωπίζουν κάποιον καταρτισμένο Δικηγόρο, καταπίνουν την γλώσσα τους. Όταν ήμουνα φοιτητής, παρακολούθησα μερικές δίκες όπου αγόρευε ο νομομαθέστατος αστικολόγος Βιδάλης, ο οποίος αφου μίλαγε μόνο δυό-τρία λεπτά, κατέθετε στον καταφανώς αδαή πρόεδρο του Δικαστηρίου ένα σχετικό υπόμνημα, με τους αριθμούς των αναγκαίων άρθρων του Αστικού Κώδικα κτλ.

    Μιά μέρα, επί Χούντας, εκλήθην ως μάρτυρας σε κάποια δίκη οπότε ο πρόεδρος του Εφετείου (ένας αλλήθωρος πουστόγερος) με κάλεσε να ορκιστώ. Του απάντησα: είμαι άθεος και αρνούμαι να ορκιστώ. Ο Δικαστής, νομίζοντας πως θα με γονατίσει, άρχισε να ουρλιάζει, λέγοντας πως είμαι αναγκασμένος να ορκιστώ. Του ανταπάντησα, παγερά, ότι η Δικονομία προβλέπει τον όρκο των αθέων. Αυτό το ζώον πράγματι δεν ήξερε την ύπαρξη του σχετικού άρθρου. Υφίστανται, όμως, άλλοι Δικαστές που ξεχνούν, εκουσίως, διάφορες νομικές διατάξεις. Έτσι, όταν ο γιός του Ωνάση και ο Καραμαλής ετάφησαν παρανόμως εκτός νεκροταφείου (παρά το Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα) ουδείς Εισαγγελέας αντέδρασε. Και όταν μια εφοπλιστίνα έχτισε, προ μερικών δεκαετιών, στη Χίο ένα γυναικείο μοναστήρι, για να αποθέσει στη μέση του καθολικού τη μπαλσαμωμένη κόρη της, ο τοπικός Εισαγγελέας δεν μερίμνησε για τη μετακομιδή του άταφου πτώματος σε κάποιο κοιμητήριο. Παρομοίως, ο αρμόδιος Εισαγγελέας της Αθήνας επιτρέπει στο γνωστό μουσειάκι να διατηρεί σε γιάλες τα κομμένα κεφάλια των δυστυχισμένων ληστών, που τους είχανε σκοτώσει στις αρχές του περασμένου αιώνα. Κι αυτό, κόντρα σε κάθε έννοια χριστιανισμού…

    Οι Δικαστές και Εισαγγελείς είναι αρκετά πονηροί, ώστε να ξεγλιστρούν από τις επικίνδυνες περιπλοκές. Ειδικώς, οι Εισαγγελείς, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν εφόδους στα μπουντρούμια των φυλακών και της Αστυνομίας. Και ποτέ δεν μηνύουν αυτεπαγγέλτως τους βασανιστές της Αστυνομίας, μολονότι αρκετά θύματά τους καταθέτουν σχετικές ιατροδικαστικές εκθέσεις και φωτογραφίες. Διώκουν, όμως, κάποιους συγγραφείς που εδημοσίευσαν άσεμνα βιβλία, ενώ κάνουν πως δεν πήρανε χαμπάρι τα ερωτικά-πορνογραφικά περιοδικά. Προ διετίας, βρήκε τον μπελά του ο ηθοποιός Βασίλης Διαμαντόπουλος, γιατί έθιξε την ιερή σημαία. Την 1-12-2000, αποκάλεσα την υπο κατάργησιν σημαία μας μουνόπανο, αλλά κανείς Εισαγγελέας δεν εστράφη εναντίον μου. Εξάλλου, όταν ο Καραμαλής ήτο πρόεδρος της Δημοκρατίας, τον χαρακτήρισα, στα Νέα, ως πολιτικάντη αγνώστου εθνικότητος. Ο τότε Εισαγγελέας θεώρησε περιττό να τα βάλει με μιαν εφημερίδα του Λαμπράκη.

    Η έλλειψη αυτοπεποίθησης αποδυναμώνει τους Δικαστές και Εισαγγελείς. Η κούφια αυτοϊκανοποίηση αποτελεί το, κατ’ εξοχήν, τονωτικό τους. Η αυτοϊκανοποίηση τους αρχίζει από το διαβόητο Αλάθητον των αποφάσεών τους και τελειώνει στο φραγκολεβαντίνικο δήθεν-πορτρέτο (ποιός τον είδε;) του Εβραίου Ιησού, που είναι κρεμασμένο πάνω από τα κεφάλια των Δικαστών. Μικρή σημασία έχει το αν εφεσιβάλλονται οι αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Η υψηλή έδρα του Δικαστηρίου ενισχύει το επισφαλές κύρος των Δικαστών και Εισαγγελέων (- μα, γιατό κάθεται επί της έδρας και ο γραμματικός-πρακτικογράφος;). Η υψηλή έδρα των Δικαστών έχει καταργηθεί στη Ρωσία από την εποχή της μεγάλης Σοβιετικής Επανάστασης. Επίσης, έχει καταργηθεί, μεταπολεμικώς και στην Γερμανία. Οι στενογράφοι των αμερικάνικων Δικαστηρίων κάθονται σεμνά μπρος στην έδρα. Η εμφάνιση των νεοελλήνων Δικαστών, με τις τάχα-βυζαντινές στολές που καθιερώθηκαν προ ολίγων ετών, εγγίζει τα όρια του γελοίου. Στην Ελλάδα μαϊμουδίζουν κάθε τι το ευρωπαϊκό. Συν τοις άλλοις, και την εν σώματι έγερση του ακροατηρίου, οσάκις μπουκάρουν οι συνοφρυωμένοι Δικαστές. Όμως γιατί πρέπει να σηκώνονται όρθιοι οι ακροατές για να τιμήσουν, με το ζόρι, τους Δικαστές; Και προπάντων, σε ποιάν αντισυνταγματική διάταξη βασίζεται αυτή η υποχρεωτική ορθοστασία; Στην πραγματικότητα οι ακροατές μιας αποιασδήποτε δίκης είναι, συγχρόνως, και θεατές. Το Δικαστήριο κοπιάρει το Θέατρο, αφού διαθέτει: σκηνή και παρασκήνιο, πρωταγωνιστές και δευτερεύοντα πρόσωπα, αυστηρό τελετουργικό, κομπάρσους (κλητήρες και φρουρούς), και φιλοθεάμον κοινό. Το Δικαστήριο στερείται μουσικής.

    Ανέκαθεν, ήτο λίαν επικίνδυνο να περιπαίζεις την Δικαιοσύνη. Όμως οι νεοέλληνες ευθυμογράφοι και καρικατουρίστες έπραξαν το καθήκον τους. Και ελπίζω να συνεχίσουν δριμύτεροι. Ήδη απο τον 19 αιώνα, άρχισαν να εμφανίζοντια διάφορα κείμενα και σκίτσα, αρκετά ενοχλητικά για τους κυρίους Δικαστές και Εισαγγελείς. Συχνά, τα παλιά κείμενα και σκίτσα χρησιμοποιούσαν ένα προπέτασμα καπνού (π.χ. την αρχαία δίκη με τη γυμνή Φρύνη), ώστε οι συγγραφείς και γελοιγράφοι να γλιτώνουν από τις ποινικές κυρώσεις. Αλλά, αυτό το κόλπο δεν έπιανε πάντα. Πριν σαράντα χρόνια, ένας λυσσασμένος Εισαγγελέας εστράφη κατά του Καραγάτση και του Μπόστ. για τη δημοσίευση του (ιστορικής υπόθεσης) Σέργιου και Βάκχου. Προ αιώνος έδρασε ο αθεόφοβος Σταμ. Σταμ. που αμόλησε πολλά βέλη κατά της Δικαιοσύνης, του Κράτους και της Εκκλησίας. Στις επόμενες δεκαετίες, εδημοσιεύτηκαν διάφορες σειρές με ευθυμογραφήματα, του τύπου Η Θέμις έχει κέφια, καθώς και γελοιγραφίες με θέμα κάποιες υποθετικές δίκες, όπως του Μπόστ. (στον Ταχυδρόμο και στην Ελευθερία) και του Καναβάκη (στην Μεσημβρινή της Βλάχου). Οι καρικατουρίστες φοβούνται να αποτυπώσουν, με γνώριμο τρόπο, τα χαρακτηριστικά συγεκριμένων Δικαστών και Εισαγγελέων. Φροντίζουν, όμως, να σατιρίζουν επαρκώς τους Δικαστικούς, που τους παρουσιάζουν να έχουν αλλαζονικό τουπέ, να κάνουν καραγκιοζίστικες χειρονομίες κτλ. […]

    Τώρα οι Δικαστές και Εισαγγελείς μάχονται κατά της Εκτελεστικής Εξουσίας, για να αυξήσουν τη δικιά τους Εξουσία. Οι πολιτικάντηδες είναι επικίνδυνοι. Οι Δικαστικοί είναι επικινδυνωδέστεροι. Οι Δικαστικοί, όπως τους συμφέρει, υποβοηθούν την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση ξαπόστειλε την Αστυνομία για να δολοφονήσει, εν ψυχρώ, τον γιατρό Τσιρώνη. Η Δικαιοσύνη κάλυψε τότε το πολιτικό αυτό έγκλημα. Όμως αρνείται να καλύψει όλη την παράνομη δραστηριότητα της Κυβέρνησης, εφόσον δεν έχει ανάλογες αντιπαροχές. Οι εκάστοτε απειλές του προέδρου του Αρείου Πάγου, που βγάινουν στον αφρό δεν ειναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

    Kαι τώρα (που γράφω), άρχισε το χοντρό παιχνίδι. Υπαινίσσομαι τον φασιστικό Τρομονόμο και την υποχθόνια προσπάθεια διάλυσης του Συμβουλίου Επιρατείας – δύο πρωτοβουλίες της νεοχουντικής κυβέρνησης του Σιμίτη. Είμαι εναντίον του Τρομονόμου. Τάσσομαι υπέρ του Συμβουλίου Επικρατείας, γιατί αυτό είναι το μοναδικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το έσχατο έρεισμα της Δημοκρατίας. Η συνδυασμένη προσπάθεια Κυβέρνησης – Αρείου Πάγου ενέχει όλα τα στοιχεία μιας αντιδραστικής συνομωσίας. Αυτό δείχνει, πριν απ’ όλα, η εν σιγή Αναθεώρηση του Συντάγματος. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος δεν τόλμησε να ονειρευτεί τέτιες ανατροπές που πραγματοποιεί η σημερινή Κυβέρνηση. Και ενώ οργανώνεται ιεροκρυφίως ο πολιτειακός σεισμός, η Ελλάδα (της γκλαμουριάς κατι της μαλακίας) ροχαλίζει. Την ίδια ακριβώς στάση τηρεί ο πουλημένος Τύπος. Καμιά εφημερίδα δεν ανάθεσε σε νομομαθείς συντάκτες το γράψιμο μιας σειράς μεθοδικών άρθρων με θέμα την αντιδημοκρατική πολιτειακή ανατροπή που ήδη μπήκε σε τροχιά. Προφανώς η Κυβέρνηση θρέφει στους κόλπους της εκείνους τους σατανικούς υπουργούς που βυσσοδομούν κατά των λαϊκών ελευθεριών αυτής ταύτης της Αστικής Δημοκρατίας. Ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης (αν δεν είναι ο πρωτεργάτης της συνομωσίας) είναι ο μόνος υπεύθυνος. Είναι μπακάλης, δεν ξέρει τι είναι το Συμβούλιο Επικρατείας. Όμως ένας καθηγητής Νομικής γνωρίζει άριστα πως, το Συμβούλιο Επικρατείας κρίνει τις διοικητικές αποφάσεις, δηλαδή ελέγχει τη νομιμότητα των κυβερνητικών αποφάσεων και διαταγμάτων. Ο υπουργός Δικαιοσύνης ανακατεύεται με τα σκατά. Φρονώ πως στο τέλος θα φάει απ’ αυτά τα σκατά…

    Ο Άρειος Πάγος είναι μια μακάβρια σκοτεινή σπηλιά. Κανείς δεν ξέρει πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις από τους ανώτατους Δικαστές. Βέβαια τυπικά οι συνεδριάσεις είναι δημόσιες – αλλά οι αποφάσεις μαγειρεύονται σε κατάκλειστα δωμάτια. […] Ο Άρειος Πάγος ευθύς εξαρχής (από το 1887) μονοπωλούσε την απονομή Δικαιοσύνης, αλλά με την ίδρυση του Συμβουλίου Επικρατείας αναγκάστηκε να μοιραστεί της δικαιοδοσίες του. Ο Άρειος Πάγος κράτησε τις αστικές και ποινικές αρμοδιότητες, ενώ το Συμβούλιο Επιρατείας ανέλαβε τον συνταγματικό και νομικό έλεγχο της Διοίκησης. Εντεύθεν πηγάζει το θανάσιμο μίσος των αρεοπαγιτών κατά του Συμβουλίου Επικρατείας.

    Ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο Επικρατείας είναι δύο ισοδύναμα ανώτατα Δικαστήρια, με εντελώς διαφορετικό κύκλο αρμοδιοτητων και δικαιοδοσιών (- το Ελεγκτικό Συνέδριο κτλ βρίσκονται σε άλλο πλαίσιο). Τα όρια των καθ’ ύλην και κατά τόπων αρμοδιοτήτων των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων δεν είναι τελείως ξεκαθαρισμένα – όθεν οι σχετικές συγχύσεις και συγκρούσεις. Ο Άρειος Πάγος θέλει να καταπιεί το Συμβούλιο Επικρατείας, για να επανασυστήσει το φασιστικό μονοπώλιό του. Η Δημοκρατία, η Αστική Δημοκρατία, δυναμώνει όταν υπάρχουν πολλοί φορείς αλληλοσυγκρουωμένων εξουσιών, που μια ικανή Κυβέρνηση καταφέρνει να εξισορροπεί. Η κάθε Δικτατορία, αποβαίνοντας συγκεντρωτική Εξουσία, δένει χειροπόδαρα τον Λαό. Σε τελική ανάλυσηο Άρειος Πάγος είναι καταπιεστικό όργανο ενώ το Συμβούλιο Επικρατείας προστατεύει τα (έστω πενιχρά) λαϊκά πολιτικά δικαιώματα.

    Οι αμερικάνοι απαίτησαν τον Τρομονόμο και ο Σημίτης υπέκυψε. Ο Τρομονόμος (υποτίθεται ότι) στρέφεται κατά των σήμερα ανυπάρκτων τρομοκρατών. Οι αληθινοί τρομοκράτες είναι τα ειδικά Σώματα Ασφαλείας για την καταστολή των διαδηλώσεων. Η ενίσχυση της Αστυνομίας γίνεται βαθμιαία, μεθοδικά. Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε έναν αστείο υπουργό του να παραλάβει, μπρος στο Στάδιο, τα πρώτα πενήντα αυτοκίνητα της Αστυνομίας Πόλεων (τα γνωστά εκατό), κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ό,τι επακολούθησε: κλούβες, ειδικά γκλομπ, αφθονία δακρυγόνων, βάναυσο ξυλοφόρτωμα των διαδηλωτών, συστηματικό σπάσιμο βιτρινών από χαφιέδες, μπάτσοι μαυροντυμένοι και με μάσκες κτλ. Ο Λαός τα βλέπει όλα αυτά και αηδιασμένος, αποφεύγει να ψηφίσει. Η αποχή απέβη πολιτικό όπλο. Η αποχή είναι πιά το μόνο πολιτικό όπλο κατά των πολιτικάντηδων.

    Δεν τρέφω αυταπάτες. Μεσα σε τριάντα χρόνια, ο κάποτε μαχητικός ελληνικός Λαός μεταβλήθηκε σε έναν πολτό άβουλου Όχλου. Δεν μου διαφεύγει το ότι η αποχή από τις εκλογές αποτελεί μια μορφή αντίδρασης αλλά παθητικής αντίδρασης. Στην ουσία κανείς έλληνας δεν φρίττει από τα τεκτενόμενα. Όλοι γκρινιάζουν όμως δεν ξεσηκώνονται όπως άλλοτε. Η αριστερά του ΠΑΣΟΚ μάδησε. Οι κνίτες πέθαναν εδώ και δύο δεκαετίες. Οι ψευτο-αναρχικοί τσιλιμπουρδίζουν. Τα έντυπα της Αριστεράς φθίνουν. Ελάχιστοι αριστεροί διανοούμενοι διατηρούν την αξιοπρέπειά τους. Οι φοιτητικές οργανώσεις αδρανούν. Το κίνημα των μαθητών κατάντησε σκέτος κωλοπαιδισμός. Οι φεμινίστριες κατεποντίσθησαν. Οι ομοφυλόφιλοι ξεθυμαίνουν με εκδηλώσεις, όπου μας δείχνουν τον κώλο τους. Οι εχθροί της παγκοσμιοποίησης πηγαίναν εκδρομούλες σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης για να διακυρήξουν την αντίθεσή τους, αλλά τώρα κουράστηκαν. Τους αντιρρησίες συνείδησης τους έχουν τσουβαλιάσει για τα καλά.

    Καταλήγω να πιστεύω ότι ίσως η μόνη εναπομένουσα διέξοδος είναι η ανοιχτή διαμάχη μεταξύ των ποκιλωνύμων Εξουσιών. Μέχρι στιγμής αυτός ο πόλεμος διεξάγεται στα κρυφά. Και ουδείς δύναται να προφητέψει πού και πότε θα σπάσει το απόστημα. Αλλά όπως συνήθως συμβαίνει, το ρήγμα θα προκληθεί από κάποιο τυχαίο περιστατικό. Στη σημερινή Ελλάδα μόνον η Εκκλησία διαθέτει οργανωμένη δύναμη. Ωστόσο η Εκκλησία – σαν συντηρητική Εξουσία που είναι – δεν πρόκειται να υιοθετήσει μια ριζοσπατική πολιτική. Η στρατηγική της Εκκλησίας αποβλέπει στην διαρπαγή διαφόρων οικονομικών προνομίων. Η τακτική της Εκκλησίας είναι διακοσμημένη με μπόλικη δημαγωγική σάλτσα. Συνεπώς δεν περιμένω ότι οι παπάδες θα αρχίσουν να βαράνε τις καμπάνες για να διαφυλάξουν τις λαϊκές ελευθερίες.

    Κάποιος πολιτικάντης της Δεξιάς είχε αποκαλέσει τους λογοτέχνες λαπάδες. Όντως είναι λαπάδες και φέρονται σαν λαπάδες. Είμαι συγγραφέας και ως εκ τούτου δεν διαθέτω καμιά δύναμη, μήτε κοινωνική, μήτε πολιτική. Απλώς διαχωρίζοντας τη θέση μου από τους τυφλούς και μουγγούς λαπάδες, θέλω να κραυγάσω:

    Κάτω οι υποκριτές του Αρείου Πάγου!
    Σώστε τον θεσμό του Συμβουλίου Επικρατείας!

    http://www.respublica.gr/2015/04/column/petropoulos/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: