Στις «Ανιχνεύσεις» του Π. Σαββίδη

Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης

Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες εκπομπές λόγου στη ελληνική τηλεόραση είναι οι «Ανιχνεύσεις» του Παντελή Σαββίδη στην ΕΡΤ-3.  Η εκπομπή λαμβάνει χώρα κάθε Τετάρτη στην 11 μ.μ. Η σημερινή εκπομπή θα είναι αφιερωμένη στο ιστορικό Τραύμα και τη διαχείριση της Μνήμης με αφορμή την έκδοση του σχετικού συλλογικού έργου με τον Γιώργο Κόκκινο και την Έλλη Λεμονίδου. Στο διαδικτυακό τόπο των «Ανιχνεύσεων» αναφέρονται τα εξής:

«Με αφορμή την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων (19 Μαίου), οι “Ανιχνεύσεις” θα παρουσιάσουν την Τετάρτη 18 Μαίου μια εκπομπή- συζήτηση γύρω απο το θέμα: Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης. Το θέμα της εκπομπής είναι ο τίτλος βιβλίου το οποίο συνέγραψαν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γιώργος Κόκκινος, η κ. Έλλη Λεμονίδου λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας και ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης.» 

   

Για το βιβλίο μπορείτε να δείτε στις παρακάτω αναρτήσεις:

Το νέο μας βιβλίο: για το Τραύμα και τη Μνήμη

Μνήμη και Τραύμα: Η τοποθέτηση του Γιώργου Κόκκινου  

Πίσω από το “τραύμα” και τις λέξεις…

“Μνήμη και Τραύμα”: μια βιβλιοπαρουσίαση (16-2-2011)

Καβάλα: Εκδηλώσεις, στα “Σήματα Καπνού” και στη Χρυσούπολη

         

     

  1. Η μνήμη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ακόμα φλεγμαίνει

    Ο πληθωρισμός της μνήμης που χαρακτηρίζει την εποχή μας, κυρίως μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και το λεγόμενο «τέλος των μεγάλων αφηγημάτων» της προόδου, της ελευθερίας και της παγκόσμιας χειραφέτησης, οδηγεί τις δυτικές κοινωνίες (κατά βάση, αλλά όχι μόνο) στην αναψηλάφηση του πρόσφατου παρελθόντος και σε συμβολικούς / εικονικούς πολέμους για την ερμηνεία του τόσο στο εσωτερικό των κρατών όσο και στη διεθνή σκηνή. Είναι προφανές ότι οι αντιτιθέμενες ερμηνείες και αποτιμήσεις, οι αποσιωπήσεις και ο πληθωρισμός, δεν σχετίζονται τόσο με το ίδιο το παρελθόν όσο με το παρόν. Είναι δηλαδή διαμάχες για την ιδεολογική ηγεμονία, για την πολιτική κυριαρχία, και πολύ λιγότερο για την ιστορική αλήθεια και την ηθική δικαίωση των θυμάτων.

    Γερμανία

    Η επεξεργασία του τραύματος του Ολοκαυτώματος σχετίζεται κατ’ εξοχήν με τον ρόλο της Γερμανίας ως θύτη και δημιουργού των περισσότερων δεινών που έπληξαν την Ευρώπη στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

    Όμως η επώδυνη μνήμη του «οριακού» ή «μοναδικού» αυτού ιστορικού γεγονότος και ο καταλογισμός ευθυνών γι’ αυτό δεν αφήνουν αλώβητες και αρκετές άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες οι οποίες συνέπραξαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τους γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές.
    Η αναμέτρηση με το «σκοτεινό παρελθόν», αυτή η «εργασία πένθους», που είναι αναγκαία για την ιστορική αυτοσυνειδησία της Ευρώπης και ολόκληρης της ανθρωπότητας, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Μάλιστα, σε ορισμένες χώρες, τώρα μόλις αρχίζει.

    Την επαύριο του τέλους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και για τις δύο τουλάχιστον δεκαετίες που ακολούθησαν (έως την εξέγερση της γενιάς του ’68), η ηττημένη και κατακερματισμένη Γερμανία απώθησε το τραύμα των ευθυνών της για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Επέβαλε στον πληθυσμό της ένα αίσθημα ντροπής σε συνδυασμό με μια οδυνηρή σιωπή, μορφή ψυχαναγκαστικής λήθης. Δεν προχώρησε, όπως όφειλε, σε ριζική αποναζιστικοποίηση του κράτους (βλέπε περιπτώσεις Hans Globke και Kurt-Georg Kiesinger), καθώς και στην οδυνηρή «εργασία πένθους» που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αυτό μάλιστα συνέβη υπό την υψηλή επίνευση και με τις ευλογίες των Αμερικανών, οι οποίοι επεδίωξαν, συγκαλύπτοντας τη γερμανική ενοχή, να εξυπηρετήσουν τις σκοπιμότητες του σοβούντος Ψυχρού Πολέμου. Για τις ΗΠΑ, ο εχθρός δεν ήταν πλέον η ηττημένη Γερμανία, αλλά το «σιδηρούν παραπέτασμα»: η Σοβιετική Ένωση και τα κράτη-δορυφόροι της. Αντί της γενναίας παραδοχής της ενοχής ή της ευθύνης, που οι συντηρητικοί και οι εθνικιστές Γερμανοί εξέλαβαν ως «εθνικό μαζοχισμό», και αντί της αναγκαίας συλλογικής επεξεργασίας του χαίνοντος τραύματος, οι γερμανοί πολιτικοί, η γερμανική διανόηση και η γερμανική κοινωνία (στην πλειοψηφία τους) επέλεξαν να δημιουργήσουν μια «επουλωτική» εθνική μυθολογία. 

    Αυτή θα διαδραμάτιζε ρόλο αντισταθμιστικό: κατ’ αρχάς, θα βοηθούσε τον λαό-θύτη να αυτο-μετασχηματιστεί σε λαό-θύμα α) μιας δράκας παρανοϊκών που τον παραπλάνησαν, β) των καταστροφικών βομβαρδισμών των Συμμάχων σε βάρος αμάχων και γ) του διαμελισμού της γερμανικής επικράτειας. Στη συνέχεια, η αυτο-θυματοποίηση του λαού-θύτη θα του επέτρεπε να ζητήσει αναγνώριση των δεινών που υπέστη και ο ίδιος (συμψηφισμός δεινών), ενδεχομένως και υλική αποκατάσταση των ζημιών. Επομένως, αποκαθαρμένος πλέον από το «μίασμα» της ενοχής, ο γερμανικός λαός θα ήταν σε θέση να ατενίσει εκ νέου με ιστορική αισιοδοξία το μέλλον του.

    Η παραπλανημένη, αλλά «ηθικά υγιής» εντέλει Γερμανία διαχωρίστηκε λοιπόν τεχνηέντως από τον εθνικοσοσιαλισμό με την κατασκευή ενός συμπαγούς και αδιαπέραστου σημασιολογικού συνόρου. Αντιμετωπίστηκαν δηλαδή οι Γερμανοί και οι εθνικοσοσιαλιστές σαν δύο διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους οντότητες και εννοιολογικές κατηγορίες. Απόρροια της διάζευξης αυτής ήταν ο ρητός διαχωρισμός του δήθεν αμόλυντου από την εθνικοσοσιαλιστική παθογένεια τακτικού γερμανικού στρατού (Werhmacht) από τα SS και το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, καθώς και η αναγόρευση του πολέμου στα τελευταία του στάδια τουλάχιστον σε αμιγώς πατριωτικό. Χρειάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η περιοδεύουσα Έκθεση για τα εγκλήματα του γερμανικού στρατού (που οργάνωσε το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Αμβούργου) και η κατάδειξη της ουσιαστικής εμπλοκής του γερμανικού τακτικού στρατού στις γενοκτονικές πρακτικές στα Βαλκάνια, την ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση για να επέλθει, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση που προκλήθηκε, η αναγκαία συλλογική επίγνωση και επομένως η μερική κάθαρση από το άγος.

    Σουηδία

    Στα τέλη Ιανουαρίου 2000 συγκλήθηκε στην Στοκχόλμη με πρωτοβουλία της σουηδικής κυβέρνησης σύνοδος 43 αρχηγών κρατών, καθώς και υπουργών εξωτερικών, οι οποίοι σε συνεργασία με επιφανείς ιστορικούς και παιδαγωγούς, αναζήτησαν πρόσφορα μέτρα και μέσα για την αναζωπύρωση της αρνητικής μνήμης του εθνικοσοσιαλισμού, κεντρικό στοιχείο της οποίας αποτελεί η μνήμη του Ολοκαυτώματος, αρνητικού γεγονότος – ορόσημου με οικουμενική σημασία. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η πρωτοβουλία αυτή ανήκει στην Σουηδία, την οποία και βάραινε το γεγονός πως, παρά την ουδετερότητά της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν αποφάσισε να διακόψει τις κερδοφόρες εμπορικές της σχέσεις με τη Γερμανία, ούτε και όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά τα πρωτόγνωρα μαζικά εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Είναι γνωστό ότι η Σουηδία συμμετείχε στην τροφοδοσία της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας σε σιδηρομετάλλευμα σε ποσοστό 40%. Όπως είναι ευνόητο, επρόκειτο, από την πλευρά της Σουηδίας για έναν εύσχημο τρόπο αναμέτρησης με το «σκοτεινό παρελθόν», επιλογή στρατηγικής σημασίας για την αυτοεικόνα του σουηδικού λαού. Στην πραγματικότητα η πρωτοβουλία αυτή ανάγεται στο χρονικό διάστημα 1996-1997 όταν ο τότε σουηδός πρωθυπουργός αποφάσισε να συνεργαστεί με το Παγκόσμιο Εβραϊκό Κογκρέσσο (World Jewish Congress, WJC) με σκοπό να διερευνηθεί το ζήτημα της ευθύνης και της ενοχής της χώρας του. Το WJC, από την πλευρά του, είχε ήδη αρχίσει παγκόσμια εκστρατεία για να αναγνωριστεί η ουσιαστική εμπλοκή της Ελβετίας στην κλοπή και στον σφετερισμό των εβραϊκών περιουσιών. Στο πλαίσιο της συνεργασίας Σουηδίας – WJC, ο σουηδός πρωθυπουργός Göran Persson έδωσε εντολή να εκτυπωθούν και να μοιραστούν στα σχολεία (γραμμένα όχι μόνο στη σουηδική, αλλά και στην αραβική και την περσική γλώσσα) εκατομμύρια αντίτυπα ενός εγχειριδίου με θέμα το Ολοκαύτωμα. Στη Διάσκεψη της Στοκχόλμης αποφασίστηκε και η ίδρυση της “Task Force for International Cooperation on Holocaust Education, Remembrance and Research”, με αρμοδιότητα τη χάραξη ενιαίας πολιτικής μνήμης και τον συντονισμό ενεργειών μεταξύ των 30 και περισσότερων κρατών που συμμετείχαν στη Διάσκεψη. Το πρώτο μέλημά τους υπήρξε η καθιέρωση το 2004 της 27ης Ιανουαρίου ως Ημέρας Μνήμης του Ολοκαυτώματος, σε ανάμνηση της απελευθέρωσης από τον σοβιετικό στρατό των 7.000 εξαθλιωμένων και ημιθανών εγκλείστων που είχαν απομείνει στο Άουσβιτς επειδή δεν μπορούσαν καν να σύρουν τα πόδια τους, σε αντίθεση με τους 58.000 συντρόφους τους που οι δεσμώτες τους είχαν αποφασίσει να εκκενώσουν λίγες μέρες ενωρίτερα τον τόπο του μαρτυρίου τους. Το 2005 και ο ΟΗΕ επικύρωσε τη σχετική πρωτοβουλία δίνοντας στην επέτειο παγκόσμιο χαρακτήρα.

    Αυστρία

    Το 1985 ξεσπά το σκάνδαλο Kurt Waldheim (1918-2007) κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του πρώην γενικού γραμματέα του ΟΗΕ (1972-1981) για την εκλογή του στον προεδρικό θώκο της χώρας του, στον οποίο και αναρριχήθηκε τελικώς το 1986 παραμένοντας αρχηγός του αυστριακού κράτους έως το 1992. Ο Waldheim κατηγορήθηκε από γιουγκοσλαβικούς, εβραϊκούς και ισραηλινούς κύκλους ως εγκληματίας πολέμου διότι είχε αποκρύψει τεχνηέντως στην αυτοβιογραφία του ότι για διάστημα τριών ετών υπηρέτησε ως αξιωματικός της Wermacht σε εμπόλεμες ζώνες όπου ο γερμανικός στρατός επιδόθηκε σε όργια βίας εναντίον Εβραίων, Σέρβων, Βοσνίων, Ελλήνων, Ιταλών κ.ά. Μάλιστα, αποκαλύφθηκε ότι είχε υπηρετήσει στη Θεσσαλονίκη κατά το κρίσιμο διάστημα της «εκκαθάρισης» της πόλης από τον εβραϊκό της πληθυσμό.

    Η Αυστρία αρνήθηκε σθεναρά όχι μόνο να αναγνωρίσει τις ευθύνες της, αλλά και να προβεί είτε σε πολεμικές επανορθώσεις είτε στην ηθική αποκατάσταση των θυμάτων της. Για να συμβεί όμως αυτό έπρεπε να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι οι Hitler και Eichmann είχαν αυστριακή καταγωγή, καθώς επίσης ότι ποσοστό 75% των διοικητών ναζιστικών στρατοπέδων είχαν γεννηθεί στην Αυστρία. Έπρεπε παράλληλα να αποσιωπηθεί ότι η προσάρτηση της Αυστρίας στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία είχε συναντήσει την αποδοχή του μεγαλύτερου τμήματος του αυστριακού πληθυσμού, στις τάξεις του οποίου συμπεριλαμβάνονταν ακόμα και σοσιαλιστές και ακόμα ότι το αυστριακό Εθνικο-σοσιαλιστικό Κόμμα αριθμούσε περισσότερα από 700.000 μέλη.

    Υπεύθυνες για την βολική επινόηση του μύθου του «αθώου θύματος του εθνικοσοσιαλισμού» ήταν όμως και οι ΗΠΑ στην προσπάθειά τους, ήδη από το 1943, να εξυπηρετήσουν τις σκοπιμότητες του επερχόμενου Ψυχρού Πολέμου.

    Το σκάνδαλο Waldheim αντί να παροτρύνει τους Αυστριακούς να αναλογιστούν το μερίδιο της ενοχής και της συλλογικής τους ευθύνης επανεξετάζοντας το επίμαχο και τραυματικό παρελθόν της χώρας τους κατά την περίοδο 1938-1945, απεναντίας τους έσπρωξε στην ασφαλή αγκάλη του παραδοσιακού αντισημιτισμού και της συνωμοσιολογίας. Άλλωστε, μεταπολεμικά η βίαιη «εκκαθάριση» της χώρας από τον εβραϊκό πληθυσμό της εξακολουθούσε να χαίρει μεγάλης αποδοχής και χαρακτηριζόταν από πολλούς Αυστριακούς ως «λύτρωση».
    Στις 28 Απριλίου 1987, θέλοντας να αμβλύνει τις ολέθριες εντυπώσεις που προκάλεσε στους επιζώντες του Ολοκαυτώματος, στους επιγόνους τους και στους πολεμίους του φασισμού σε όλο τον κόσμο, η επίσκεψή του, με παρότρυνση του γερμανού καγκελάριου Helmut Kohl, στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Bitburg, όπου είχαν ενταφιαστεί τόσο στρατιώτες της Wermacht όσο και μαχητές των SS, ο αμερικανός πρόεδρος Ronald Reagan αποφάσισε να μην επιτρέψει την είσοδο του Waldheim στην αμερικανική επικράτεια. Η απαγόρευση αυτή θα διαρκούσε, όπως αποφάσισε, έως ότου ειδική επιτροπή νομικών εμπειρογνωμόνων και ιστορικών αποφαινόταν για τη βασιμότητα των καταγγελιών εναντίον του. Πράγματι, η επιτροπή έκρινε τον Waldheim ένοχο εγκλημάτων πολέμου και συνένοχο για τον εκτοπισμό Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, τα ελληνικά νησιά και την περιοχή της Banja Luka στα εθνικοσοσιαλιστικά στρατόπεδα θανάτου. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι ο Waldheim πρόσκειτο ιδεολογικά ήδη από τα νεανικά του χρόνια στον εθνικοσοσιαλισμό και ότι είχε αποτελέσει μέλος τόσο των ναζιστικών φοιτητικών οργανώσεων όσο και των Ταγμάτων Εφόδου (SA).

    Ενώ εξελισσόταν το σκάνδαλο Waldheim, το 43% των Αυστριακών δήλωνε ότι ο ναζισμός είχε «και καλές και κακές πλευρές», το 31% δεν ήθελε να έχει γείτονα εβραϊκής καταγωγής και, τέλος, το 50% θεωρούσε ότι «οι ίδιοι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για τα δεινά που τους έπληξαν». Υπό το πρίσμα αυτό, μόνο ως άλλοθι μπορεί να θεωρηθεί η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος στην Αυστρία, το επιφανέστερο θύμα της οποίας υπήρξε ο David Irving, ο οποίος και εγκλείστηκε στις αυστριακές φυλακές το 2005 για να εκτίσει ποινή δέκα μηνών.

    Ωστόσο, από το 1989 άρχισαν να σημειώνονται ορισμένα δειλά βήματα αλλαγής της συλλογικής αυτοεικόνας. Έτσι, αν και ο καγκελάριος Βρανίτσκι και ο πρόεδρος Κλέστιλ αντιμετώπισαν ως ιστορική αναγκαιότητα την αναδιάταξη του επίσημου κανόνα της αυστριακής ιστορίας και του περιεχομένου της συλλογικής μνήμης, εντούτοις εξακολούθησαν να αρνούνται να κάνουν λόγο για συλλογική ενοχή και ευθύνη.

    Ελβετία

    Η παροιμιώδης «βουκολική ηρεμία» των Ελβετών άρχισε να διαταράσσεται μόλις το 1996-1997. Τότε η Ελβετία -και μάλιστα μετά από εξωγενείς κυρίως πιέσεις- ξύπνησε από τον «ύπνο του δικαίου».
  2. Ήδη από το 1943 οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί είχαν προειδοποιήσει, χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα, τους ελβετούς αξιωματούχους για τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την χώρα τους, παρά τη διακηρυγμένη ουδετερότητά της, η συστηματική οικονομική συνεργασία με τους γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές.
    Το 1981 έκανε την εμφάνισή της και στην ελβετική κοινωνία η επώδυνη διαδικασία της ανάδυσης του απωθημένου παρελθόντος με μια κινηματογραφική ταινία, όπως άλλωστε είχε συμβεί και στην Γαλλία το 1969 με την ταινία του Marcel Ophyls, «Le chagrin et la pitié». Επρόκειτο για την ταινία του ελβετού σκηνοθέτη Markus Imhoof με τον μεταφορικό τίτλο «Η βάρκα είναι γεμάτη» (The Boat is Full). Θέμα της ταινίας είναι η επίμονη άρνηση των ελβετικών αρχών να επιτρέψουν την είσοδο και την παραμονή στην ελβετική επικράτεια εβραίων φυγάδων από τη Γερμανία, οι οποίοι προσπαθούσαν να γλιτώσουν από την αρπάγη του εθνικοσοσιαλιστικού εξοντωτικού μηχανισμού. Όπως είναι γνωστό, 10.000 περίπου εβραίοι φυγάδες που αναζητούσαν άσυλο στην Ελβετία, συνελήφθησαν με το «επιχείρημα» ότι οι ελβετικοί νόμοι δεν παρείχαν άσυλο παρά μόνο σε πολιτικούς πρόσφυγες. Παραδόθηκαν στη συνέχεια από τις ελβετικές αρχές στους εθνικοσοσιαλιστές γερμανούς διώκτες τους για να καταλήξουν, σύντομα και αναπόφευκτα, στα στρατόπεδα θανάτου.

    Το 1989 και το 1996 ο αμερικανός ιστορικός Arthur Smith εκδίδει το βιβλίο του Hitler’s Gold, στο οποίο αποδεικνύει με πλήθος στοιχείων την εμπλοκή και την ενοχή της Ελβετίας.

    Το 1998 ο επιφανής ελβετός κοινωνιολόγος, ακαδημαϊκός δάσκαλος και βουλευτής Jean Ziegler εκδίδει το βιβλίο του Οι Ελβετοί, ο χρυσός και οι νεκροί, στις σελίδες του οποίου κατηγορεί ευθέως τις ελβετικές τράπεζες ότι επωφελήθηκαν από τον εβραϊκό χρυσό που κατέθεσαν σε αυτές οι γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές. Τις κατηγορεί επίσης ότι με τους πόρους αυτούς χρηματοδοτήθηκε η πολεμική μηχανή του γερμανικού κράτους και έτσι επιμηκύνθηκε η περίοδος του πολέμου επιφέροντας πολλαπλάσια δεινά στην Ευρώπη και την ανθρωπότητα ολόκληρη. 

    Πιο συγκεκριμένα, ο Ziegler κάνει λόγο:
    α) για το «ξέπλυμα» του χρυσού, τον οποίο είχαν κλέψει οι γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές από το Βέλγιο, την Πολωνία και την Αυστρία, όπως και από τους εκτοπισμένους και τους εξοντωθέντες στα «εργοστάσια θανάτου», ο οποίος μετατρεπόταν σε συνάλλαγμα στις ελβετικές τράπεζες για να αγοραστούν με αυτό στη συνέχεια πρώτες ύλες που θα εξυπηρετούσαν τη γερμανική πολεμική μηχανή από χώρες, όπως η Σουηδία, η Τουρκία και η Πορτογαλία•
    β) για την πώληση με πίστωση ελβετικών όπλων στην Γερμανία•
    γ) για την υποβοήθηση με το αζημίωτο εθνικοσοσιαλιστών να διαφύγουν στη Λατινική Αμερική και στη νότια Αφρική•
    δ) για την ιδιοποίηση ακίνητων λογαριασμών Εβραίων•

    και τέλος, ε) για τη σθεναρή άρνηση των ελβετικών τραπεζών να αποδώσουν τα κλεμμένα χρηματικά ποσά ή τα πολύτιμα είδη και τα καλλιτεχνικά έργα στους κατόχους τους ή στα επιζήσαντα μέλη των οικογενειών τους.
    Παρ’ όλα αυτά και παρά την αφθονία στοιχείων, αφενός μεν θεσμικά κέντρα, αφετέρου δε ένα ευρύ τμήμα της ελβετικής κοινής γνώμης αντέδρασαν με σφοδρές επιθέσεις εναντίον του εβραϊκού lobby, πράγμα που έγινε και στην Αυστρία, κάνοντας λόγο για «συνωμοσία» του διεθνούς εβραϊσμού εναντίον του ελβετικού κράτους.
    Τελικά, μόλις το 2002 εδέησε το ελβετικό κράτος να δρομολογήσει διαδικασίες προσαρμογής στις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί από την αποκάλυψη της αλήθειας.

    Γαλλία

    Στη Γαλλία η σύγχρονη εμμονή στην αρνητική μνήμη του Καθεστώτος του Vichy και του Ολοκαυτώματος, που σηματοδοτεί και την «αποκαθήλωση» της μνήμης της αντιφασιστικής συστράτευσης και της πάνδημης και ενιαίας εθνικής αντίστασης (δεσπόζουσα ανάγνωση του παρελθόντος που διαμόρφωσε η γκωλλική ιδεολογική ηγεμονία σε αγαστή συνεργασία με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κατά την περίοδο 1958-1970), συνδέεται οπωσδήποτε και με την παρατεταμένη κρίση της σημερινής γαλλικής κοινωνίας• μια κρίση που οφείλεται στα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αλλά και στην τουλάχιστον άστοχη διαχείριση των ζητημάτων της πολιτισμικής ετερότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, εξαιτίας της οποίας ωθούνται στο περιθώριο και την παραβατικότητα μεγάλα τμήματα της νεολαίας στα περίχωρα του Παρισιού.

    Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας ο Nicolas Sarkozy επιχείρησε να παρέμβει καθοριστικά στη δημόσια διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος εκδιπλώνοντας μια δισυπόστατη και συμψηφισματική πολιτική μνήμης και έχοντας την πρόθεση να εμφανιστεί ενώπιον του γαλλικού λαού σαν συνεχιστής και ανανεωτής, ταυτόχρονα, του έργου του προκατόχου του Jacques Chirac: δηλαδή ως ο «ειρηνοποιός» στον αμείλικτο συμβολικό πόλεμο των αλληλοσυγκρουόμενων μνημών, ως ο πολιτικός που θα μπορέσει να εξασφαλίσει μια νέα συναίνεση για το επίμαχο παρελθόν, ένα νέο κανόνα, μια νέα, πολιτικά ορθή, περιεκτική και συγχρόνως συνεκτική συλλογική μνήμη, που δεν θα διχάζει, αλλά θα ενώνει τον γαλλικό λαό βοηθώντας τον να αντιμετωπίσει με ιστορική αισιοδοξία το μέλλον. Υλοποιώντας την πολιτική αυτή έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα ακόλουθα ζητήματα: α) στην κεντρική σημασία της Εθνικής Αντίστασης και του Ολοκαυτώματος και β) στην άμβλυνση των τριβών που εξακολουθούν να προκαλούν στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας τόσο το δουλεμπόριο, η αποικιοκρατία και η μετανάστευση, όσο και η στάση μονάδων του γαλλικού στρατού κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Συγκεκριμένα, ο Σαρκοζί προσπάθησε να επιβάλει εκ των άνω, χωρίς ωστόσο μεγάλη επιτυχία (δεδομένου ότι συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους εκπαιδευτικούς, τους παιδαγωγούς και τους ιστορικούς, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για πολιτικο-ιδεολογική εργαλειοποίηση του παρελθόντος), την υποχρεωτική ανάγνωση στα Λύκεια της χώρας, δίχως όμως αναφορά στα ιστορικά της συμφραζόμενα, της τελευταίας επιστολής ενός νεαρού αντιστασιακού, του Guy Moquet, ο οποίος τουφεκίστηκε από τους Γερμανούς. Παράλληλα, και χωρίς να αντιλαμβάνεται τις ψυχολογικές συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας, απαίτησε κάθε παιδί της τελευταίας τάξης του Δημοτικού Σχολείου να «υιοθετήσει τη μνήμη και το όνομα» ενός από τα 11.000 παιδιά εβραϊκής καταγωγής που εκτοπίστηκαν από τη Γαλλία και βρήκαν το θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτωσης. Από την άλλη πλευρά, σε λόγο που εκφώνησε στις 26 Ιουλίου 2007 στο Πανεπιστήμιο του Dakar άμβλυνε την καταπιεστική και εκμεταλλευτική διάσταση της αποικιοκρατίας κάτω από το επίχρισμα που του πρόσφερε ο υπερθεματισμός της υψηλής εκπολιτιστικής αποστολής της Γαλλίας. Τέλος, στις αρχές της δεύτερης εβδομάδας του Νοεμβρίου 2008, με την ευκαιρία του εορτασμού της 90ής επετείου από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το γαλλικό κράτος, δια στόματος και πάλι του προέδρου Νικολά Σαρκοζί, εδέησε να αποκαταστήσει (δημόσια και πολιτικά, αλλά όχι και νομικά) τη μνήμη των 600 γάλλων στρατιωτών που εκτελέστηκαν το 1917 για παραδειγματισμό, με την κατηγορία του στασιασμού και της προδοσίας, επειδή αρνήθηκαν να συνεχίσουν να πολεμούν θέτοντας ουσιαστικά την ατομική τους ύπαρξη υπεράνω της «μαχόμενης πατρίδας». Ο Σαρκοζί υποστήριξε ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να «επανενταχθούν πλήρως στην εθνική συλλογική μνήμη» της Γαλλίας τα «παραστρατημένα τέκνα της», αποσιωπώντας όμως ότι η πράξη τους αυτή υπήρξε έμπρακτη εκδήλωση και του αντιπολεμικού τους φρονήματος και όχι απλώς αποτέλεσμα της διανοητικής «παράλυσης» που τους προκάλεσε η υπέρβαση των σωματικών και ηθικών αντοχών τους εξαιτίας της μακρόχρονης καθήλωσής τους στην κόλαση των χαρακωμάτων.

    Τις τελευταίες δεκαετίες η ιστοριογραφία και η ιστορική κουλτούρα εισήλθαν σε παγκόσμια κλίμακα σε μια φάση δικαστικής αναψηλάφησης του τραυματικού και επίμαχου ιστορικού παρελθόντος. Η αναψηλάφηση αυτή συνίσταται στον καταλογισμό ευθυνών σε κράτη ή σε αξιωματούχους τους για ειδεχθή εγκλήματα που συντελέστηκαν στον 20ό κυρίως αιώνα και σε βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών, εθνοτικών, θρησκευτικών ή φυλετικών ομάδων (εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες, δουλεμπόριο). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρατηρείται το φαινόμενο της ποινικοποίησης της ιστορικής μνήμης, η οποία εκφράζεται με την ψήφιση από το γαλλικό Κοινοβούλιο μιας σειράς νόμων που αφορούν τραυματικά και επίμαχα ιστορικά γεγονότα. Με τον τρόπο αυτόν, η αξιολόγηση του ιστορικού παρελθόντος μετατρέπεται σε κρατική αρμοδιότητα, και η αποτίμηση του ιστορικού παρελθόντος εναπόκειται αποκλειστικά και μόνο στη δικαστική εξουσία. Πρόκειται για μια «μνημονική υστερία», η οποία ωστόσο ανακόπτεται από το 2005 και εξής, χάρη στη συντονισμένη κινητοποίηση των ιστορικών, της γαλλικής διανόησης, αλλά και μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, που θέλησε να υπερασπιστεί την ανάγκη αυτονομίας της ιστορικής έρευνας από την προγραμματική χειραγώγηση και τις ιδεολογικές αναγνώσεις του παρελθόντος.
    Στις 13 Ιουλίου 1990 ψηφίζεται ο νόμος Jean-Claude Gayssot για την καταπολέμηση του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και της ξενοφοβίας στη Γαλλία, ενώ στις 19 Ιανουαρίου 2001, θεσπίζεται νόμος με τον οποίο η Γαλλία προβαίνει στην αναγνώριση της γενοκτονίας του αρμενικού λαού από τον τουρκικό στρατό, το 1915. Ο Νόμος Taubira της 21ης Μαΐου 2001, προβαίνει στην αναγνώριση των γενοκτονικών πρακτικών του δουλεμπορίου και της δουλείας των Μαύρων από τον 15ο αιώνα και εξής –μόνο όμως όσες αφορούν τη γαλλική και την ευρωπαϊκή ιστορία- προσδίδοντάς τους μάλιστα απαράγραπτο χαρακτήρα. Τέλος, στις 23 Φεβρουαρίου 2005 θεσπίζεται ο νόμος Hamlaoui Mekachera σχετικά με την καταδίκη της αποικιοκρατίας, αλλά και την παράλληλη αναγνώριση του «θετικού» ιστορικού ρόλου των Γάλλων εποίκων στη βόρεια Αφρική (pieds-noirs) και όσων Αλγερινών με γαλλικό εθνικό φρόνημα (harkis) επαναπατρίστηκαν μετά την κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος.

  3. Πολωνία

    Oι «χρυσοί αιώνες» της πολωνικής ιστορίας, της ανεξαρτησίας του πολωνικού κράτους, είναι ο 16ος, ο 17ος και ο 18ος. Η Πολωνία θα γίνει και πάλι ανεξάρτητο κράτος μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα διατηρήσει την ανεξαρτησία της έως το 1939, ενώ από το 1944 και έως το 1990, παρά την κατοχύρωση της εθνικής της ανεξαρτησίας, θα είναι δέσμια της σοβιετικής κυριαρχίας.

    Η Πολωνία έχει ίσως τη μεγαλύτερη πληθώρα μνημονικών τόπων στον κόσμο αναφορικά με το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας είναι διάχυτη μια αίσθηση μαρτυρολογίου.

    Αν από το 1945 έως τον Ιούνιο του 1989 κυριάρχησε η αρνητική μνήμη των ναζιστικών θηριωδιών στην Πολωνία, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» απέκτησε κυριαρχικό ρόλο η αρνητική μνήμη της κομμουνιστικής εμπειρίας. Δίπλα σε αυτές απλώνεται και η αρνητική μνήμη της εξόντωσης των Εβραίων της Πολωνίας.

    Το πρώτο τραύμα, ωστόσο, της πολωνικής ιστορίας είναι ο διαμελισμός της χώρας και η ολοκληρωτική προσάρτηση των εδαφών της στην Πρωσία, τη Ρωσία και την Αυστρία το 1795. Χωρίς να μπορεί να ακολουθήσει τον δρόμο της συγκρότησης έθνους-κράτους, της διάκρισης κράτους-εκκλησίας, της εκκοσμίκευσης και του εκσυγχρονισμού, η υπόδουλη Πολωνία αναγκάστηκε να ταυτίσει την εθνική ιδέα με τη θρησκευτική πίστη, καθιστώντας ουσιαστικά την Καθολική Εκκλησία κιβωτό της συλλογικής ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης. Επρόκειτο για μια ταύτιση με έντονα τα στοιχεία του μαρτυρολογίου και της θυματοκεντρικής σύλληψης της ιστορίας. Ο αναγεννώμενος φοίνικας έγινε το εθνικό πολωνικό σύμβολο (όπως άλλωστε και στην Ελλάδα) και η Πολωνία ταυτίστηκε με την ιδέα της διαχρονικής αντίστασης στους κατακτητές της.

    Το δεύτερο τραύμα της πολωνικής ιστορίας είναι η συμφωνία Μολότοφ-Ρίμπεντροπ του 1939, που σηματοδότησε ένα νέο διαμοιρασμό των εδαφών της Πολωνίας και δρομολόγησε μια διαδοχή αδιανόητων δεινών, όπως το Ολοκαύτωμα, δεδομένου ότι στην Πολωνία υπήρξε η μεγαλύτερη εγκατάσταση εβραϊκού πληθυσμού πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Το τρίτο τραύμα προέρχεται από το γεγονός ότι στο έδαφός της δημιουργήθηκαν τα πιο τερατώδη στρατόπεδα θανάτωσης, με επιτομή το Άουσβιτς. Από την άποψη αυτή, η Πολωνία είναι η κοιτίδα της εβραϊκής τραυματικής μνήμης, ο ίδιος ο τόπος του μαρτυρίου, χωρίς μάλιστα αυτό να το έχει θελήσει ο ίδιος ο πολωνικός λαός.
    Όμως, ούτε η Πολωνία είναι αγνή και αδιάβροχη ως προς τον αντισημιτισμό. Ακόμα και μεταπολεμικά, στις 4 Ιουλίου 1946, στην πόλη Kielce, στη νοτιο-κεντρική Πολωνία, μια υπόθεση «συκοφαντίας αίματος» (blood-libel accusation) κατέληξε στη θανάτωση 42 επιζώντων Εβραίων του Ολοκαυτώματος. Η αντισημιτική δολοφονική προκατάληψη υπήρξε έντονη και κατά τη γερμανική κατοχή. Συγκεκριμένα, στις 10 Ιουλίου 1941, στην πόλη Jedwabbe, στη βορειοανατολική Πολωνία, πυρπολήθηκαν, έγκλειστοι σε μια σιταποθήκη, από χέρι Πολωνών πάνω από 1.600 Πολωνοεβραίοι.

    Μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες περιόδους στη μεταπολεμική διαχείριση της πολωνικής τραυματικής μνήμης:
    1. 1945-1950: χαρακτηρίζεται από την καταλυτική παρουσία της τραυματικής εμπειρίας όλου του πολωνικού λαού. Tο κομμουνιστικό καθεστώς δίνει ήδη από το 1947 ιδιαίτερη σημασία στην απελευθέρωση του Άουσβιτς από το σοβιετικό στρατό στις 27/1/1945, αποσιωπώντας όμως την εβραϊκή καταγωγή της συντριπτικής πλειονότητας των θυμάτων.
    2. 1950-1980: αμνησία και ιδεολογική χειραγώγηση. Συνύπαρξη επίσημης και ανεπίσημης μνήμης, ρήγμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών, σταδιακή προσκόλληση της κοινωνίας των πολιτών στην ανεπίσημη και μη χειραγωγημένη μνήμη.
    3. 1980-1989: βαθμιαία επανένταξη περιθωριοποιημένων ή μη ανεκτών ιστορικών αναγνώσεων ή βιωμάτων, αλλά και ενεργοποίηση του κινηματογράφου και της ιστορικής επιστήμης για τη διερεύνηση της περιόδου της σοβιετικής κατοχής, του Ολοκαυτώματος και της εξόντωσης στο δάσος του Katyn. Κάνει την εμφάνισή του ο μαζικός εορτασμός απαγορευμένων επετείων. Για την κατανόηση της περιόδου αυτής, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής γεγονότα: η συμφωνία του Gdansk (Aλληλεγγύη, Lech Walesa), καθώς και η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου το 1981, που όμως δεν μπόρεσε να ανακόψει τη διαδικασία απομυθοποίησης της σοβιετικής κυριαρχίας.
    4. 1989 – έως σήμερα: κυριαρχεί το αίτημα της κάθαρσης και της ανασυγκρότησης της επίσημης ιστορικής μνήμης. Το 1990 ο Lech Walesa εκλέγεται για πρώτη φορά με ελεύθερες εκλογές πρόεδρος της Πολωνίας, ιδρύοντας την Γ’ Πολωνική Δημοκρατία (η Β’ Δημοκρατία διήρκεσε από το 1918 ως το 1939). Εορτάζονται πλέον επίσημα οι εθνικές επέτειοι της 3ης Μαίου (αφορά τη θέσπιση του πρώτου πολωνικού συντάγματος το 1791) και της 11ης Νοεμβρίου (αφορά την ίδρυση του πρώτου πολωνικού κράτους το 1918). Στην τέταρτη αυτή φάση, ενώ εξομαλύνονται οι σχέσεις Πολωνίας-Γερμανίας και Πολωνίας-Ισραήλ, οι σχέσεις Πολωνίας-Ρωσίας δεν μπορούν να ξεπεράσουν την αμοιβαία καχυποψία και εχθρότητα, κυρίως επειδή η ρωσική πλευρά δεν δείχνει καμιά διάθεση συγγνώμης και μεταμέλειας. Ωστόσο, δεν εξομαλύνονται τα ζητήματα που αφορούν τις μειονότητες.

    Ρωσία

    Κατά τη ρευστή περίοδο της κυριαρχίας του Γκορμπατσόφ, στη ρωσική κοινωνία αναδύθηκαν νέοι τρόποι προσέγγισης του παρελθόντος, προπλάσματα μιας νέας μορφής μετακομμουνιστικής ιστορικής συνείδησης. Οι χαρακτηριστικότερες μορφές αυτού του προπλάσματος ιστορικής συνείδησης, στο οποίο εμπλέκονται τόσο οι ιστορικοί επιστήμονες και η διανόηση, όσο και ο πολιτικός κόσμος και οι πολίτες, είναι οι ακόλουθες:
    1) η ριζική απόρριψη του κομμουνιστικού παρελθόντος, η δαιμονοποίησή του και η σαδομαζοχιστική εμμονή με την παθολογία του,
    2) η νοσταλγία για την προεπαναστατική, τσαρική περίοδο και η άμβλυνση των σκοτεινών της πτυχών που φτάνει μέχρι τον εξωραϊσμό και την εξιδανίκευση,
    3) η ευρωπαϊκότητα της προεπαναστατικής Ρωσίας και η υποτίμηση του πολυεθνοτικού χαρακτήρα του σοβιετικού και του ρωσικού κράτους,
    4) η εξαφάνιση από το ιστορικό λεξιλόγιο κεντρικής σημασίας (για το προηγούμενο ιδεολογικό σύστημα) εννοιών και όρων ή η ριζική τους ανασημασιοδότηση, όπως οι έννοιες επανάσταση, κοινωνική τάξη, πρόοδος, ιμπεριαλισμός,
    5) η κεντρική σημασία που αποδίδεται στα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα,
    6) η κατάφωρα ανιστορική, ιδεολογικοποιημένη και μανιχαϊστική θεώρηση ιστορικών διεργασιών ακόμα και από ειδικούς ιστορικούς που εσκεμμένα αγνοούν την ιστοριογραφική παράδοση,
    7) η κατασκευή μονοδιάστατων προσεγγίσεων του παρελθόντος,
     η εμμονή στις χαμένες ευκαιρίες, στους ματαιωμένους εναλλακτικούς δρόμους που θα επέτρεπαν παραδείγματος χάριν τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό της ρωσικής κοινωνίας εάν δεν επικρατούσε η μπολσεβίκικη επανάσταση και δεν εδραιωνόταν το ολοκληρωτικό κράτος του σταλινικού τρόμου.

  4. Διαχείριση της μνήμης του Ολοκαυτώματος στις ΗΠΑ

    Στις ΗΠΑ, η διαδικασία της αναγωγής του Ολοκαυτώματος σε άξονα της συλλογικής μνήμης εξελίχθηκε σε τέσσερα στάδια, που κλιμακώνονται ως εξής:
    α) από την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε η αμερικανική ηγεσία ήθελε να αποφύγει να εκληφθεί η συμμετοχή της στην πολεμική αναμέτρηση ως παρέμβαση για την προστασία των διωκόμενων Εβραίων της Ευρώπης, έως την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου•
    β) από την αρχή της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, περίοδος κατά την οποία έλειψαν σχεδόν παντελώς οι αναφορές στο Ολοκαύτωμα προκειμένου να μη δυσαρεστηθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ώστε να παραμείνει το μέτωπο των Δυτικών συμμάχων εναντίον του κομμουνισμού ισχυρό και αρραγές, επιλογή που ενισχυόταν από την υπόνοια της αριστερής πολιτικής τοποθέτησης πολλών Εβραίων•
    γ) από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οπότε αρχίζουν να πυκνώνουν οι αναφορές στο Ολοκαύτωμα (τόσο ως πραγματικότητας όσο και ως ειδικού όρου για την περιγραφή της ιστορικής μοναδικότητας του γεγονότος), να συγκροτούνται βάσεις προφορικών μαρτυριών επιζώντων, να έρχονται στο φως αυτοβιογραφικές σημειώσεις και ημερολόγια, γενικότερα να χαράσσονται ερευνητικές στρατηγικές, να κινητοποιείται η διανόηση και η κοινή γνώμη, ειδικά μάλιστα μετά τη σύλληψη και τη δίκη του Eichmann, την αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος από αραβικούς και ακροαριστερούς κύκλους και την στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ να ταυτίσουν τα συμφέροντά τους με αυτά του Ισραήλ με ορόσημο τον Πόλεμο των Έξι ημερών το 1967•
    τέλος, δ) από το 1978 έως σήμερα. Το εναρκτήριο ορόσημο αυτής της τελευταίας φάσης υπήρξε η τηλεοπτική προβολή της σειράς «Ολοκαύτωμα» και οι ισχυρότατοι συναισθηματικοί κραδασμοί που δημιούργησε στην αμερικανική και στην ευρωπαϊκή κοινωνία, ειδικά βεβαίως σε αυτήν της Δυτικής Γερμανίας. Στη διάρκεια της τέταρτης αυτής φάσης η κεντρική σημασία του Ολοκαυτώματος έδωσε μεγάλη ώθηση στην ιστορική έρευνα οδηγώντας στην ακαδημαϊκή θεσμοποίηση ενός νέου γνωστικού πεδίου, αυτού των Holocaust Studies, παράλληλα όμως και στην εμπλοκή της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

    Κίνα και Ιαπωνία

    Στη Σφαγή του Νανκίνγκ (Δεκέμβριος 1937 με 200.000 θύματα) δίνεται κεντρική σημασία στο πλαίσιο της «επίσημης» κινεζικής ιστορίας μετά την αιματηρή καταστολή της φοιτητικής εξέγερσης στην πλατεία Tiananmen (3-4 Ιουνίου 1989), δεδομένου ότι μόλις από το 1987 θεωρείται εθνική επέτειος. Αντίθετα, στην Ιαπωνία, μόνο σπασμωδικά και σταδιακά αναγνωρίζονται οι ιστορικές ευθύνες του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, τουλάχιστον από ένα μέρος της ιαπωνικής ιστοριογραφίας, της κοινότητας των εκπαιδευτικών και της κοινής γνώμης στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, παρά τις ισχυρές αντιδράσεις της πλειονότητας του ιαπωνικού λαού και του πολιτικού κατεστημένου, που παρέμειναν προσηλωμένοι στην εικόνα της Ιαπωνίας ως περιούσιου έθνους και θύματος μάλλον παρά ως θύτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Έχει ενδιαφέρον και η μετατόπιση της αμερικανικής κοινής γνώμης από μία μάλλον ρατσιστική θεώρηση των Ιαπώνων ως θυτών των μαζικών ανθρωποθυσιών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μία ηπιότερη προσέγγιση, μετά την γνωστοποίηση των τραγικών συνεπειών που προκλήθηκαν από την ρίψη των δύο αμερικανικών ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Καθώς η κοινή γνώμη των Η.Π.Α. αντιμετώπιζε το δίλημμα της ανάληψης ή μη των ευθυνών του εν λόγω πυρηνικού ολέθρου, η αναφορά στη Σφαγή του Nanking χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συμψηφισμού των δεινών που προξένησαν όλες οι πλευρές κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Ισραήλ

    Αποτελεί άραγε ειρωνεία της Ιστορίας ή αυτο-τύφλωση ορισμένων θεσμών και προσώπων στο Ισραήλ το γεγονός ότι οι απόγονοι των κατ’ εξοχήν θυμάτων της εθνικοσοσιαλιστικής γενοκτονικής πρακτικής, δέσμιοι της ισραηλινής κυρίαρχης ιδεολογίας της αιωνιότητας, της ιστορικής μοναδικότητας, της ανωτερότητας και της θυματοκεντρικής σύλληψης του εβραϊκού έθνους, φέρονται να έχουν παραλάβει επάξια τη σκυτάλη του επιστημονικοφανούς βιολογισμού από τους θύτες τους; Όπως επισημαίνει σχετικά ο Shlomo Sand σε άρθρο του στην Monde Diplomatique, που αναδημοσίευσε η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία («Βιβλικές αλήθειες και το άλλοθι του εβραϊκού λαού»), στις 12 Οκτωβρίου 2008, «Οι φορείς αυτής της γραμμικής και αδιαίρετης αφήγησης δεν στηρίζονται μόνο στη διδασκαλία της ιστορίας. Επικαλούνται επιπλέον και τη βιολογία. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, μια σειρά “επιστημονικών” ερευνών στο Ισραήλ προσπαθεί να αποδείξει με κάθε μέσο τη γενετική συγγένεια μεταξύ των απανταχού επί γης Εβραίων. Η “έρευνα πάνω στην προέλευση των πληθυσμών” αποτελεί πλέον [στο ισραηλινό κράτος] έναν θεμιτό και δημοφιλή τομέα της μοριακής βιολογίας, ενώ το αρσενικό χρωμόσωμα Υ αποκτά τιμητική θέση δίπλα σε μια εβραία Κλειώ, στο πλαίσιο μιας ξέφρενης αναζήτησης της κοινής καταγωγής του “εκλεκτού λαού”».

    Eλλάδα

    Η ύπαρξη ενός μεγάλου προσφυγικού κύματος προς την Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή δημιούργησε μεγάλες εσωτερικές ρήξεις και ανισορροπίες στην κοινωνική δομή. Η εποχή του Μεσοπολέμου υπήρξε μια εποχή αντιπαράθεσης των προσφύγων με τις συντηρητικές κυρίως δυνάμεις του κράτους.

    Το προσφυγικό πρόβλημα δημιουργήθηκε από την τελική κατάληξη του εσωτερικού εθνικού προβλήματος που υπήρχε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Νεότουρκοι εθνικιστές κατέλαβαν την αρχή το 1908 και επέβαλαν τη δική τους πολιτική ατζέντα που είχε ως στόχο την εξόντωση των χριστιανικών ομάδων και τον εκτουρκισμό της πολυεθνικής οθωμανικής κοινωνίας.

    Το κίνημα των Νεότουρκων υπήρξε ένα μιλιταριστικό εθνικιστικό κίνημα που «κρύφτηκε» στην αρχή πίσω από τα φιλελεύθερα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης και καταχρηστικά μετονόμασε την παλιά Πλατεία Ολύμπου σε Πλατεία Ελευθερίας. Πολύ νωρίς όμως αποκάλυψε τις πραγματικές του προθέσεις. Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα». Έτσι, ο τουρκικός εθνικισμός, με κέντρο δράσης του την οθωμανική Θεσσαλονίκη, αποφάσισε το 1911 την επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των γηγενών χριστιανικών εθνοτήτων. Τελικά, ο στόχος επετεύχθη! Οι γηγενείς χριστιανικές εθνότητες της Ανατολίας, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, εξοντώθηκαν ή εκδιώχθηκαν. Στην Πλατεία Ελευθερίας ξεκίνησαν οι διαδικασίες που λίγα χρόνια μετά οδήγησαν στις μεγάλες γενοκτονίες της Ανατολής. Στην πολιτική τους αυτή οι Νεότουρκοι συνεργάστηκαν με τον γερμανικό μιλιταρισμό, ο οποίος με την ναζιστική του μορφή λίγες δεκαετίες αργότερα θα προκαλέσει την καταστροφή της Ελλάδας με τη σκληρή Κατοχή του 1940-1944 και θα επιφέρει μεγάλη αιμορραγία στον ελληνικό πληθυσμό.

    Συνεχιστής της πολιτικής των Νεότουρκων μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ο Μουσταφά Κεμάλ. Η πιο συμβολική στιγμή της πολιτικής του ήταν η συνειδητή καταστροφή της Σμύρνης και η σφαγή του χριστιανικού της πληθυσμού μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Είχε προηγηθεί η συστηματική εξόντωση του ελληνισμού στο μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο από κεμαλικές συμμορίες, όπως αυτή του Τοπάλ Οσμάν. Ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση είναι αυτή του Ουϊνστον Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του: “Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού”. Αργότερα στην Ελλάδα, ο εγκωμιασμός του Κεμάλ Ατατούρκ υπήρξε βασικό στοιχείο του φασιστικού καθεστώτος του Ι. Μεταξά και συνδέθηκε με τη ρατσιστική αντιπροσφυγική πολιτική που ακολουθήθηκε το Μεσοπόλεμο.

    Η προαποφασισμένη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών θα ξεκινήσει από τα μέσα του 1914. Ο πρώτος στόχος θα είναι οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η Γενοκτονία των Αρμενίων και από το 1916 θα έρθει και η σειρά των Ελλήνων του μικρασιατικού Βορρά, των Ποντίων.

    Συνολικά, από τα περίπου 2,3 εκατομμύρια που ήταν ο ελληνικός πληθυσμός σ’ όλη τη μικρασιατική χερσόνησο και την Αν. Θράκη πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα διασωθούν 1.5 εκατομ. που θα καταφύγουν στην Ελλάδα. Η διαχείριση της Μνήμης των προσφυγικών πληθυσμών θα είναι εξαιρετικά αρνητική. Η πολιτική της εξουσίας(και όχι μόνο) θα είναι η εξαφάνιση της ιστορικής Μνήμης των προσφυγικών πληθυσμών. Το αντιπροσφυγικό συναίσθημα στην Ελλάδα ιστορικά θα βρει τον εκφραστή του στην πολιτική του Ιωάννη Μεταξά, της Μοναρχίας και του Λαϊκού Κόμματος. Όμως το κλίαμ αυτή θα διαμορφώσει και τη συμπεριφορά της νεοελληνικής ιστοριογραφίας σε σχέση με την ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής. Μελετώντας την νεοελληνική ιστοριογραφία, τον τρόπο πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος. Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία και στην Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες. Δεν υπάρχει γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους, γιατί απλώς η πολιτική των Νεότουρκων συγκροτούσε «νόμιμη αντίδραση». Δεν αντιμετωπίζεται η επόμενη μέρα της οθωμανικής κατάρρευσης ως ευκαιρία επίλυσης του εσωτερικού εθνικού ζητήματος, γιατί απλώς οι χριστιανικές κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως συλλογικά υποκείμενα με πολιτικά δικαιώματα.

    Αυτή η αντιμετώπιση θα αμφισβητηθεί πολύ αργότερα. Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση και από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν εμφανίζεται πλέον η κοινωνία των πολιτών, θα αρχίσουν να τίθενται επί τάπητος τα ζητήματος της τραυματικής ιστορικής εμπειρίας. Έτσι θα θεσπιστούν δύο Επίσημες Επέτειοι για τη Γενοκτονία και θα οριστούν ως Ημέρες Μνήμης η 19η Μαϊου για τον Πόντο και η 14η Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων και μια νέα ιστοριογραφική σχολή. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση της παραδοσιακής ιστοριογραφίας –των «νέων ιστορικών» συμπεριλαμβανομένων- οι οποίοι θα κινηθούν μ’ ένα σπασμωδικό τρόπο καταγγελίας και αμφισβήτησης της νέας αυτής τάσης. Η ενόχλησή τους θα είναι τόσο έντονη, ώστε θα καταφύγουν και σε μεθόδους συνειδητής παραχάραξης και παρανόησης, ακόμα και διεθνών νομικών όρων, όπως αυτός της«γενοκτονίας», προκειμένου να υποστηρίξουν την παραδοσιακή φιλοκεμαλική τους εκδοχή. Όπως επίσης και αποσιώπησης σημαντικών αποφάσεων διεθνών οργανισμών, όπως αυτό της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars), που εντάσσει τις γενοκτονίες των Ελλήνων της Ανατολής στις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα.

    Η μεγάλη κινητοποίηση της προσφυγικής βάσης θα επιφέρει και ένα σημαντικό κίνημα δημιουργίας τόπων Μνήμης, όπως μνημείων και μουσείων

    Παράλληλα με αυτές τις θετικές διεργασίες που ευνοούσαν την πλήρη ανάγνωση της πρόασφατης ελληνικής ιστορίας και καταξίωναν τα ιστορικά γεγονότα, εμφανίστηκε και μια αναθεωρητική σχολή αρνητών της Γενοκτονίας, που επανέφερε στο προσκήνιο –με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο- τις παλιές αντιπροσφυγικές προκαταλήψεις.

    Οι προσπάθειες αναθεώρησης της Ιστορίας και αναίρεσης των κατακτήσεων του ποντιακού, αλλά και του ευρύτερου προσφυγικού ελληνισμού φαίνεται ότι συστηματοποιούνται πλέον από ένα διακριτό και πολύμορφο ρεύμα σκέψης, εκφράζονται έντονα και διαμορφώνουν ένα κλίμα αμφισβήτησης. Σήμερα βρισκόμαστε σ’ ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό σημείο. Αυτό που αποκαλούμε “προσφυγική ιστοριογραφική σχολή” είναι πολύ κοντά στους νέους αντικεμαλικούς Τούρκους ιστορικούς και συνδιαλέγεται μαζί τους. Αντιθέτως, οι αρνητές της Γενοκτονίας είναι κοντύτερα στην επίσημη καθεστωτική κεμαλική ιστοριογραφια.

 

5 comments so far

  1. К 5 on

  2. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    Κε’καλάτσεψες οψε πολλά κ.Αγτζίδη, χρόνος κε’κανέθεν))) Τη Σοβιετικής τη λογαρίαν ριτά εδέβεσατο, απάν κι’έπσσες))) Τσακ μπαμ κι’εδέβεν , πάμε σα επόμενα)))

    Έξες ντο είπεν ο Μπουτάρης ξαν, ασην Πόλην;http://infognomonpolitics.blogspot.com/2011/05/blog-post_19.html

    Πότε θα συνειδητοποιήσουμε οτι η Ελλάδα ΔΕΝ ΚΥΒΕΡΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΕΣ; ΠΟΤΕ;

  3. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    Πρέπει πλεον να ονοματίζουμε τους αρνητές της Γενοκτονίας,εκείνους που με ύποπτο τρόπο, σαν τον Ααρόν του Σκαϊ, σε ολόκληρη την εκπομπή του δεν ανέφερε ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΗ ΛΕΞΗ «ΠΟΝΤΟΣ».
    ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ, ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΠΟΝΤΙΣΜΟΣ.

    ΥΓ.Εδέβασα και έναν σχόλιον το οποίον εμμέσως πλην σαφώς,δεν αναφέρονταν με τα καλύτερα λόγια στους καλεσμένους, και πραγματικά πικράθηκα (έαν πράγματι προέρχεται απο Πόντιο)
    Γιατί ενω σε ολόκληρο τον κόσμο, όπου πήγαμε, προοδεύσαμε, στην Ελλάδα βγάλαμε και εξακολουθούμε να βγάζουμε ανέκδοτα; Γιατί συμβαίνει αυτό; Δυο ομοσπονδίες, ο καθένας θέλει δικό του χώρο, να κάνει εκδηλώσεις, ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Επαγγελματίες Πόντιοι.Κατηγορίες εκατέρωθεν.Απαράδεκτα πράγματα.
    Θα μπορούσαμε αν είμαστε ενωμένοι, να αλλάξουμε τον ρου της ιστορίας, αλλά προτιμούμε τον ρόλο του κομπάρσου, επιδοτούμενου απο το κράτος, το ΚΡΥΠΤΟΙΟΥΔΑΪΚΟ, ΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟ κράτος.

  4. ΓΙΩΡΓΟΣ on

    Ατέ η κ.Λεμονίδου οψέ ετουτούρεψεν ατο,10 λεπτά για τον κινηματόγραφον, ))) Καλόν γάρη, στά, )))) ετελέθεν ο χρόνος, θα τσουπούται το κυκλωμαν, ασ’τον άνθρωπον να λέει)))

    Κι πρέπ να έχουμε έναν τεμέτερον τηλεοπτικόν κανάλι; Και να τρέχουμε σα στούντια, απα δα και απ’εκει (χωρίς να θέλω να υποτιμήσω, ισα ισα, οι Ανιχνεύσεις και ο Π.Σαββίδης, είναι η καλύτερη και με διαφορά εκπομπή της Ελληνικής τηλεόρασης) αλλά- ο ήχον εφτάει επιστροφήν-και ο χρόνος κι κανείται, και απ’τις 00:30, και μετά πρέπει να κλείσει η εκπομπή γιατί πρεπει να πληρωθούν τα υπερωρίας…. Εντροπής πράματα, να μην έχουμε έναν τεμέτερον τηλεοπτικόν κανάλι Πανελλήνιας εμβέλειας. Τόσοι επιχειρηματίες, αρ ας σερέβουμε χρήματα και χτίζουμε έναν.

  5. ΛΟΥΚΙΑ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΔΑΠΕΡΓΟΛΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ on

    ΣΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ,…ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΥΜΕ..ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΛΗΤΕΥΟΥΝ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΝΙΩΘΟΥΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ-ΕΞΟΙΚΕΙΩΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ…ΔΟΥΛΕΨΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΤΟ 3 Δ.ΣΧ. ΓΙ ΑΥΤΟ,ΚΙ ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΞΕΝΟΙ…ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑ…ΑΠΑΙΣΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ…ΤΟ ΝΑ ΜΗ ΜΙΛΑΣ…ΤΙ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: