Mιλώντας για κάποιες πλευρές του 1821

Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας (Ιωνία, Πόντος…),
της Θράκης και της Μακεδονίας
στην Επανάσταση του 1821

 

Παρότι η Επανάσταση του 1821 έχει μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό, εν τούτοις διάφορες παράμετροι που σχετίζονται με το ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και γεωγραφικό πλαίσιο, παραμένουν ακόμα άγνωστοι. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνεται και η συμμετοχή των Ελλήνων που κατοικούσαν σε περιοχές που είτε δεν εντάχθηκαν από την αρχή στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, είτε χάθηκαν οριστικά για τον ελληνικό κόσμο μετά το 1922.   Η συμβολή των εθελοντών στα επαναστατικά γεγονότα φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά μεγάλη. Ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος γράφει: “Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στο μεγάλο στρατόπεδο που είχε σχηματιστεί έξω από την Ακρόπολη στις αρχές του 1827, μόνο 1500 από τους 11.000 συνολικά άντρες κατάγονταν  από τη Νότια Ελλάδα. Οι υπόλοιποι, “ίσως και μαχιμώτεροι”, ήταν Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, Θρακιώτες, Μικρασιάτες, Επτανήσιοι και Κρητικοί

Πόντος

Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Υψηλαντών, η οποία, όπως και η άλλη οικογένεια των Μουρούζηδων, έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα.  Η οικογένεια των Υψηλαντών καταγόταν από το μικρασιατικό Πόντο. Από τα τέλη του 17ου αιώνα μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη αλλά ποτέ δεν λησμόνησε την ποντιακή της καταγωγή. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπήρξε χρηματοδότης της ανέγερσης του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντος.

Οι Υψηλάντηδες   ενσάρκωσαν με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων των Ελλήνων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης του υπόδουλου γένους.   Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την Γενική Αρχηγεία της Φιλικής Εταιρείας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 πέρασε τον Προύθο επικεφαλής μερικών μόνο αντρών. Στις 24 Φεβρουαρίου κήρυξε την Επανάσταση. Η κρίσιμη μάχη έγινε στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου. Η ηρωϊκή αντίσταση και η θυσία του “Ιερού Λόχου” με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, σήμαναν την καταστολή της εξέγερσης. Περισσότεροι από 200 Ιερολοχίτες έπεσαν στη μάχη και 37 αιχμαλωτίστηκαν για να αποκεφαλιστούν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Σώθηκαν 136, οι οποίοι θα καταλήξουν στις ρωσικές φυλακές.>

Στη συνέχεια, πολλοί νέοι Πόντιοι κατέβηκαν μέσω Ρωσίας και Ρουμανίας στην Ελλάδα και εντάχθηκαν στα επαναστατικά στρατεύματα.

Ιωνία  

Κατά τους σκοτεινούς αιώνες της μουσουλμανικής οθωμανικής κυριαρχίας, η Ιωνία υπήρξε χώρος μεγάλης οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων. Η Σμύρνη αποτελούσε το δεύτερο εθνικό κέντρο μετά την Κωνσταντινούπολη. Τα σχολεία της, όπως και αυτά των Κυδωνιών (Αϊβαλί), υπήρξαν εστίες με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία. Ένας από τους κορυφαίους εμπνευστές της 0019__ελληνικής πολιτικής αναγέννησης, ο Αδαμάντιος Κοραής, ήταν Σμυρνιός. Το κίνημα της Φιλικής Εταιρείας είχε βρει γόνιμο έδαφος στην Ιωνία. Πολλοί Έλληνες της Ιωνίας έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να πολεμήσουν τους κατακτητές.  Οι παραθαλάσσιες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έδιναν σημαντική βοήθεια στους επαναστάτες, προκαλώντας την οργή των Οθωμανών. Η ανατίναξη ενός οθωμανικού πλοίου από μπουρλοτιέρηδες στο λιμάνι της Ερεσσού, στα τέλη του Μαϊου του 1821, έδωσε την αφορμή για την καταστροφή του Αϊβαλιού και των 30.000 Ελλήνων κατοίκων του.

Οι διωγμοί δεν τελείωσαν με την καταστροφή του Αϊβαλιού αλλά συνεχίστηκαν ως το Δεκέμβριο στη Σμύρνη και στο Κουσάντασι. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιωνία και να καταφύγει στην Ελλάδα.  Το 1826 ο Σμυρνιός Ιωάννης Καρόγλου συγκροτεί στην Πελοπόννησο την “Ιώνιο Φάλαγγα”. Εφεξής, ένα μέρος των Ιώνων, θα συμμετέχουν συγκροτημένα στην Επανάσταση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σχετικό δημοσίευμα της “Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος” στις 24 Ιουλίου 1826, συγκροτήθηκε στο Ναύπλιο δύο μήνες μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Σκοπός της Φάλαγγας ήταν“… η εις εν σώμα ένωσις των εις την ελευθέραν Ελλάδα ευρισκομένων και υπό διαφόρους αρχηγούς διεσπαρμένων Ιώνων… δια να κατασταθώσιν ούτω χρησιμώτεροι εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερού ελληνικού αγώνα

Θράκη  

Η Θράκη, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη υπήρξε μια σημαντική κοιτίδα του ελληνισμού. Η γειτνίασή της με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και τη Ρωσία, καθώς και η εκτεταμένη θρακική παραλία της Μαύρης Θάλασσας μετέτρεψαν την Ανατολική και Βόρεια Θράκη σε μεγάλο αιμοδότη των αγώνων.

Επαναστατική κινητοποίηση παρατηρήθηκε σ’ όλο θρακικό χώρο. Κυρίως στις περιοχές της Βόρειας και Ανατολικής Θράκης και κάποιες της Δυτικής: Φιλιππούπολη, Αδριανούπολη, Βάρνα, Αγχίαλος, Σωζόπολη, Μεσημβρία, Μάκρης, Μαρώνειας και Κεσάνης, καθώς και στα ελληνικά χωριά του κόλπου του Σάρου. Θράκες επαναστάτες κινούνταν για να προκαλέσουν μεγαλύτερη εξέγερση κατά των Οθωμανών. Στις 17 Απριλίου 1821 επαναστάτησε η Σωζόπολη. Οι αριθμητικά υπέρτερες δυνάμεις των Οθωμανών κατανίκησαν τους ανοργάνωτους επαναστάτες. Στις 25 Απριλίου η Σωζόπολη καταλήφθηκε από τον οθωμανικό στρατό. Οι Έλληνες πρόκριτοι μαζί με τον μητροπολίτη, απαγχονίστηκαν στην κεντρική πλατεία.

Στις αρχές του Μαϊου του 1821 παρατηρήθηκε μεγάλη επαναστατική κίνηση στην Αίνο, λίγο ανατολικότερα τςη Αλεξανδρούπολης, όταν οι Αινίτες κατέλαβαν το κάστρο και αιχμαλώτισαν την οθωμανική φρουρά. Η συμβολή της Αίνου στο ναυτικό αγώνα υπήρξε πολύτιμη, εφόσον η δύναμή της το 1821 ανερχόταν σε 300 καράβια. Αινίτικα καράβια ενίσχυσαν τους Μακεδόνες επαναστάτες στη Χαλκιδική και στον Όλυμπο, αποκλείοντας τα παράλια της Μακεδονίας. Μετά την ανακατάληψη της Αίνου από τους Οθωμανούς, πολλοί κάτοικοι κατέφυγαν στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Μακεδονία

Κατά τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης πολυάριθμοι Μακεδόνες είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Επίσης, το Άγιο Όρος, με τα 20 μοναστήρια και τους 10.000 περίπου μοναχούς την εποχή εκείνη, αποτελούσε τον πνευματικό φάρο του υπόδουλου Ελληνισμού.

Εμμανουήλ Παππάς

Στις 16 Μαΐου 1821, μια ημέρα πριν από την ορισθείσα ημερομηνία για την εκδήλωση της επανάστασης, η τοπική οθωμανική φρουρά του Πολυγύρου, εκτοξεύοντας απειλές για γενική σφαγή, άρχισε βιαιοπραγίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν και εξόντωσαν τη φρουρά. Η εξέγερση του Πολυγύρου είχε σοβαρό αντίκτυπο.

Στη Θεσσαλονίκη τα νέα από την Χαλκιδική προκάλεσαν την οργή των Οθωμανών και ένα κύμα τρομοκρατίας. Οι όμηροι δολοφονήθηκαν. Σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο μητροπολίτης Κίτρους Ιωσήφ και οι πρόκριτοι Χριστόδουλος Μπαλάνος και Αναστάσιος Κυδωνιάτης, αποκεφαλίσθηκαν. Επιπλέον, 2.000 Έλληνες της Θεσσαλονίκης τέθηκαν υπό κράτηση στην αυλή του μητροπολιτικού ναού και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία.

Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη. Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά».

Η επανάσταση της Χαλκιδικής έληξε οριστικά με την παράδοση του Αγίου Όρους, τον Ιανουάριο του 1822. Οι όροι που επιβλήθηκαν στους μοναχούς ήταν βαρύτατοι. Μεταξύ αυτών ήταν η αποστολή ομήρων στην Κωνσταντινούπολη, η εγκατάσταση τουρκικής φρουράς και η καταβολή διπλάσιων των καθυστερημένων φόρων. Το τέλος της επανάστασης έβρισκε τη Χαλκιδική ερειπωμένη. Συνολικά 78 χωριά και 59 αγιορείτικα μετόχια καταστράφηκαν. Ο ηρωικός αγώνας όμως δεν πήγε χαμένος.

1821 Olympios_giorgakis

Γιωργάκης Ολύμπιος

Οι επαναστάτες επί έξι περίπου μήνες απασχόλησαν μεγάλο αριθμό τουρκικών δυνάμεων. Έτσι δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για να εδραιωθεί η Επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο.

Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, οι Οθωμανοί συνέλαβαν πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλαν τους επαναστάτες και έσφαξαν τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.

Οι διασωθέντες κατέβηκαν στην Νότια Ελλάδα, όπου οι  Μακεδόνες, μαζί με  Θράκες και με Θεσσαλούς, συγκρότησαν το στρατιωτικό σώμα των Θρακομακεδόνων με επικεφαλής τον Στέφο Βούλγαρη.

Από τον εορτασμό στην Τιφλίδα της Γεωργίας το 1986 της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης. Από αριστερά προς δεξιά: Ερ. Σαρμαζανίδου, μέλος του δ.σ. του Συλλ. Ελληνικής Νεολαίας, Μ. Στεφανίδου, β' αντιπρ. του Συλλόγου, Γ. Μπαραμίτζε, γραμματέας της Κ.Ε. του Κομσομόλ της Τιφλίδας, Γ. Καρυπίδης, πρ. του Συλλ., Γ. Ατζαμίδης, α' αντιπρ. του Συλλόγου, Λ. Παπαζαχαριάδης, πολιτικός-πρόσφυγας, καθηγητής ελληνικής γλώσσας, Γ. Μουρατίδης, ιατρός, και o Ηρ. Παπουνίδης, χοροδιδάσκαλος-καλλιτεχνικός διευθυντής

Από τον εορτασμό στην Τιφλίδα της Γεωργίας το 1986 της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης.
Από αριστερά προς δεξιά: Ερ. Σαρμαζανίδου, μέλος του δ.σ. του Συλλ. Ελληνικής Νεολαίας, Μ. Στεφανίδου, β’ αντιπρ. του Συλλόγου, Γ. Μπαραμίτζε, γραμματέας της Κ.Ε. του Κομσομόλ της Τιφλίδας, Γ. Καρυπίδης, πρ. του Συλλ., Γ. Ατζαμίδης, α’ αντιπρ. του Συλλόγου, Λ. Παπαζαχαριάδης, πολιτικός-πρόσφυγας, καθηγητής ελληνικής γλώσσας, Γ. Μουρατίδης, ιατρός, και o Ηρ. Παπουνίδης, χοροδιδάσκαλος-καλλιτεχνικός διευθυντής.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. «Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας»

    Αναφορά στη Σμύρνη τις πρώτες ημέρες τις Επανάστασης όπως την εξιστορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης :

    Ότε εν τη βασιλική καθέδρα (Κωνσταντινούπολη) εχέετο ποταμηδόν και ανηλεώς το αίμα του ιερού κλήρου, των αρχόντων, των εμπόρων, των τεχνιτών και αυτού του όχλου· ότε διά μόνης της φυγής, και αυτής επί θανατική ποινή απηγορευμένης, οι μεν άνδρες ήλπιζαν ν’ αποφύγωσι τας βασάνους και τον θάνατον, αι δε γυναίκες την ατιμίαν· ότε τα άγια των αγίων εμιαίνοντο, και ό,τι εσέβετο και επροσκύνει ο Χριστιανός εσυντρίβετο, εποδοπατείτο ή εχλευάζετο· ότε αι οικίαι επατούντο και αι ιδιοκτησίας ηρπάζοντο· ότε όλα ταύτα επράττοντο υπό τας όψεις των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών αυλών και τα πλείστα διά των διαταγών αυτού του σουλτάνου, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας αιματοχυσίας και τα παντός είδους παθήματα των δυστυχών Ελλήνων κατά τα άλλα μέρη της τουρκικής αυτοκρατορίας. Όπου Τούρκοι και Έλληνες, εκεί και σφαγαί και αρπαγαί και ατιμίαι· εκορυφούντο δε τα κακά ταύτα όπου τυχόν συνηθροίζοντο και στρατεύματα.

    Η Σμύρνη, η δευτερεύουσα πόλις του κράτους, εκινδύνευσε να χαθή όλη τον καιρόν εκείνον. Οι κάτοικοι της πόλεως Τούρκοι, οι διά την ησυχίαν και ασφάλειάν της αφοπλισθέντες προ πολλού, εξωπλίσθησαν όλοι, έτοιμοι αφορμής δοθείσης να καταστρέψωσι τους Χριστιανούς. Ό,τι δε ερριψοκινδύνευσεν έτι μάλλον την πόλιν ήτον η συρροή πλήθους ενόπλων Τούρκων εις τα πέριξ, επί σκοπώ να πέσωσιν εκείθεν όπου εξερράγη η επανάστασις. Ο ένοπλος ούτος όχλος, αίσχος πάσης κυβερνήσεως και θανάσιμος πληγή πάσης κοινωνίας, εζήτει αναφανδόν την γενικήν σφαγήν των εν Σμύρνη Χριστιανών· αλλ’ οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες εν τη πόλει τας οικογενείας των και μη φοβούμενοι τους Χριστιανούς, αόπλους όντας, δεν επέτρεψαν την είσοδον αυτού εις την ειρηνικήν πόλιν. Αλλ’ ούτος επί τη απαγορεύσει ταύτη εξηγριώθη και έπεσεν εις τα πέριξ της πόλεως χωρία, όπου, μηδενός εναντιουμένου, εσφάζοντο οι απροστάτευτοι χωρικοί ως πρόβατα, ητιμάζοντο αι γυναίκες και ηρπάζετο η περιουσία. Εντός δε της πόλεως, αν και ήτον ικανή εκτελεστική δύναμις οθωμανική, φόνοι σποράδην και αταξίαι συνέβαιναν καθ’ ημέραν, και καθ’ ημέραν φόβος ήτο γενικής σφαγής. Ουδείς Χριστιανός ετόλμα ν’ αντείπη προς Τούρκον ό,τι και αν ήκουεν, ούτε να εξέλθη την νύκτα της οικίας ό,τι και αν εχρειάζετο.

    Οι Τούρκοι θεωρούντες εαυτούς εμπολέμους (σεφερλίδας) ενόμιζαν ότι όλα ήσαν συγχωρητά. Τόσον δε εθρασύνθησαν, ώστε δεν εσυστάλησαν να εξυβρίσωσι και κρατήσωσιν υπό φύλαξιν ολονυκτίως και αυτόν τον αρχηγόν της γαλλικής μοίρας και δύο αξιωματικούς συναπαντηθέντας καθ’ οδόν υπό της εκτελεστικής δυνάμεως την νύκτα παρά την διαταγήν, αν και εφόρουν την στολήν των· αλλ’ η θρασύτης αύτη τοις απέβη εις κακόν. Τολμηροί και αλαζόνες ενώπιον αόπλων, εφάνησαν δειλοί και ουτιδανοί ενώπιον ολίγων ευρωπαίων ενόπλων. Ο αρχηγός της γαλλικής μοίρας, απαιτών την επιούσαν ικανοποίησιν δι’ όσα έπαθεν, έφερε το πλοίον του απέναντι του διοικητηρίου έτοιμον εις προσβολήν. Η πολεμία αύτη επίδειξις ήρκεσε μόνη και τους επ’ ανδρία επαιρομένους Τούρκους να βάλη όλους εις φόβον και πολλούς εις φυγήν, και η ζητηθείσα ικανοποίησις εν τω άμα να δοθή. Αλλ’ ο κίνδυνος των δυστυχών Χριστιανών εφαίνετο καθ’ ημέραν εγγύτερος.

    Οσάκις τα πνεύματα είναι ηρεθισμένα και επιρρεπή εις φόβον, μικρά αφορμή αρκεί να φέρη το παν άνω κάτω.

    Την νύκτα της 30 μαρτίου έπεσε κατά περίστασιν εν τη πόλει τουφεκία. Φωναί ηκούσθησαν εν τω άμα λέγουσαι «έ β α λ α ν – σ π α θ ί». Αι φωναί αύται επανελήφθησαν, επιστεύθησαν, και όλοι οι κάτοικοι Χριστιανοί εχύθησαν εις το παραθαλάσσιον προς διάσωσιν εις τα πλοία· τινές δε εξ αιτίας του κυριεύοντος αυτούς φόβου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και επνίγησαν, ως αν τους κατεδίωκαν τω όντι φονείς· αλλ’ η πόλις διεσώθη ως εκ θαύματος κατ’ εκείνην την περίστασιν.»
    «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης»

  2. Ομιλία για την 25η Μαρτίου
    της Ειρήνης Παξιμαδάκη
    Τι ακριβώς γιορτάζουμε σήμερα; Τι είναι αυτό που είναι ανάγκη και ηθική επιταγή να μνημονεύουμε κάθε χρόνο τέτοια ημέρα; Τιμούμε την επανάσταση ενός λαού που τόλμησε με ιταμότητα να διεκδικήσει την ελευθερία του αψηφώντας τη λογική, κόντρα στις πιθανότητες κι ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, κυνηγώντας, όπως αρκετοί πίστευαν, μια χίμαιρα. Η καθιέρωση αυτού του εορτασμού, της επετείου δηλαδή της ελληνικής επανάστασης κι όχι της ίδρυσης του ελληνικού κράτους που αυτή πέτυχε, θυμίζει λίγο ως πολύ και την καθιέρωση της έτερης εθνικής μας επετείου, αυτή της 28ης Οκτωβρίου. Φαίνεται πως, σε αντίθεση με άλλους λαούς, οι Έλληνες γιορτάζουμε τις επαναστάσεις, τις αρνήσεις, τα μεγάλα ΟΧΙ, τις αντιστάσεις, την έναρξη του αγώνα κι όχι την αίσια έκβασή του. Δεν γιορτάζουμε, λοιπόν, σήμερα την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ύστερα από αιώνες οθωμανικής κατοχής, αλλά συμβολικά τη θρυαλλίδα που προκάλεσε την έκρηξη του λαού και έφερε την πολυπόθητη ανεξαρτησία.
    Για αιώνες οι Έλληνες και οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί, όπως ακόμα και οι ίδιοι οι τουρκικής καταγωγής αλλά χαμηλού εισοδήματος και παιδείας πληθυσμοί, υπέφεραν από ένα τυραννικό και απολυταρχικό καθεστώς. Μέσα στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος οι υπόδουλοι Έλληνες, αν και απογυμνωμένοι από την πνευματική ηγεσία και ουσιαστικά χωρίς την ύπαρξη αυτού που σήμερα ονομάζουμε πολιτική ηγεσία, κατόρθωσαν τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο, να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά του έθνους: τη γλώσσα, τη θρησκεία τα ήθη και τα έθιμα• παράγοντες που βοήθησαν να παραμείνει στην ψυχή η ανάμνηση της καταγωγής και να διατηρείται άσβεστη η ελπίδα της ελευθερίας και της δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους.
    Θρυλείται πως η σπίθα του Αγώνα άναψε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά είναι προφανές ότι δεν μεταδόθηκε αστραπιαία σε όλη την επικράτεια. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της επανάστασης οι πρώτες επιτυχημένες επαναστατικές κινήσεις σημειώθηκαν το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821. Ως το τέλος Μαρτίου η επανάσταση γενικεύθηκε στην Πελοπόννησο και στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Ακολούθησαν τον Απρίλιο τα νησιά, τον Μάιο η Χαλκιδική, το Πήλιο, η Αιτωλία, η Κρήτη και η Ήπειρος. Η 25η Μαρτίου θεωρήθηκε συμβολική και προτάθηκε ως επέτειος από τον Ιωάννη Κωλέττη και σ’ αυτήν συγχωνεύθηκαν όχι μόνο οι επέτειοι των κατά τόπους εξεγέρσεων στον ελλαδικό χώρο αλλά και στη Μολδοβλαχία. Ο εορτασμός στις 25 Μαρτίου προτιμήθηκε και για τη σημειολογία της ημέρας, τη χριστιανική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, καθώς το χαρμόσυνο μήνυμα του Θεού προς στην Παναγία συμβολίζει και τις ελπίδες που γέννησε η έναρξη της Επανάστασης στις ψυχές των Ελλήνων.
    Η Ελληνική Επανάσταση συνέπεια ως ένα βαθμό της ωρίμανσης των αντικειμενικών συνθηκών, αλλά προπαντός συνέχιση και κορύφωση της εθνικής επαναστατικής παράδοσης με την επίδραση των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, είναι το ενδοξότερο και σπουδαιότερο γεγονός της Ιστορίας του Νεότερου ελληνισμού. Καθοριστικό ρόλο στη διάχυση και διάδοση των ιδεών του Ευ¬ρωπαϊκού διαφωτισμού θα διαδραματίσουν οι λόγιοι, οι οποίοι αποτελούν τους ιμά¬ντες μεταβίβασης των διαφωτιστικών ιδεών με σκοπό την καλλιέργεια συνείδησης για ελευθερία στους Έλληνες. Υποβοηθήθηκε βέβαια κι από το κίνημα του φιλελληνισμού, που γεννήθηκε στην Ευρώπη κυρίως από τον θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
    Η Ελληνική Επανάσταση, προετοιμασμένη και αποφασισμένη από τη Φιλική Εταιρεία, που εξέφρασε τότε με πίστη και τόλμη την έφεση του Έθνους για απελευθέρωση, πέτυχε ύστερα από εννιάχρονο επικό αγώνα εναντίον ενός αντιπάλου συντριπτικά ισχυρότερου να πραγματοποιήσει, έστω μερικώς, τον σκοπό της με τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. «Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με τα σιταροκάραβα βατσέλια». Αλλά, ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπό και εκάμαμε την επανάσταση», θα παραδεχθεί ο Κολοκοτρώνης στον λόγο που εκφώνησε στην Πνύκα.
    Είθισται στις εορταστικές ομιλίες να αρκούμαστε σε στομφώδεις κι εγκωμιαστικές αναφορές στις αρετές και στο μεγαλείο της φυλής μας, για να λειτουργούν αυτές ως ενέσεις εθνικής υπερηφάνειας. Θεωρώ όμως ότι αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που οδήγησαν στην απελευθέρωση, γιατί η ιστορία είναι η μόνη αλήθεια, δεν χρειάζεται σχόλια για να αναδείξει το έπος του 1821 και είναι η μόνη που λειτουργεί ως οδηγός για το μέλλον και την αποφυγή των ίδιων λαθών.
    Το 1821, λοιπόν, ενώ η αυτοκρατορία είναι ακόμα ισχυρότατη κι ενώ στην Ευρώπη επικρατεί το πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας, οι Έλληνες αρχίζουν τον αγώνα για την απελευθέρωσή τους• ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κηρύττει στο Ιάσιο την Ελλ. Επανάσταση και δημιουργεί πολεμικό μέτωπο στη Μολδοβλαχία, σπουδαίο αντιπερισπασμό για τον πόλεμο στην ηπειρωτική Ελλάδα και μετά από ένα μήνα ξεσπά η επανάσταση στην Ελλάδα.
    Ο Αγώνας στη Μολδοβλαχία κρατάει επτά μήνες. Οι δυνάμεις των επαναστατών συντρίβονται. Στήνουν όμως και ηθικά τρόπαια: στο Δραγατσάνι με τη θυσία του Ιερού λόχου, στη Μονή Σέκου, με τη θυσία του Φαρμάκη και του δικού μας Γεωργάκη Ολύμπιου.
    Στην Ελλάδα η επανάσταση ευδοκιμεί. Ύστερα από πολυάριθμες συγκρούσεις στη στεριά και στη θάλασσα και ιδίως τις νίκες στη Γραβιά, στο Βαλτέτσι, στην Ερεσό, στο Μακρυνόρος, στα Βασιλικά και άλλες, ελευθερώνονται μεγάλες περιοχές.
    Στο τέλος του 1821 η Επανάσταση εδραιώνεται στη Νότια Ελλάδα. Την 1η Ιανουαρίου του 1822 διακηρύσσεται στην Επίδαυρο η Πολιτική ύπαρξη και ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους.
    Μάλιστα στις 8 Μαρτίου 1822 κηρύσσεται η Επανάσταση στον Όλυμπο και στα Πιέρια Όρη, όπου πρωτοστατούν οι μηλιώτες πρωτοξάδερφοι Τόλιος και Δήμος Λάζος, ο πύργος των οποίων σώζεται ακόμα και σήμερα στην Άνω Μηλιά, υπόμνηση της παρουσίας τους και της ηρωικής τους δράσης.
    Κατά το 1822 και 1823, με τη συντριβή της στρατιάς του Δράμαλη από τον Κολοκοτρώνη, την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη και πολλές άλλες νίκες, η Επανάσταση φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί, παρά τις μεγάλες απώλειες στη Χίο, στο Πέτα, στη Νάουσα και το Σούλι.
    Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο εύκολα.
    Από το 1824 αρχίζει η κάμψη της Επανάστασης εξαιτίας κυρίως δύο εμφυλίων πολέμων −στους οποίους συμμετείχαν μεγάλες προσωπικότητες της επανάστασης χωρισμένες σε ομάδες διεκδίκησης της εξουσίας− και των συντονισμένων επιχειρήσεων Τούρκων και Αιγυπτίων. Παρά την ηρωική αντίσταση, σβήνει κι ο αγώνας στην Κρήτη, καταστρέφονται η Κάσος και τα Ψαρά. Το 1825 αποβιβάζεται ο Ιμπραήμ με ισχυρές δυνάμεις και καταλαμβάνει συστηματικά την Πελοπόννησο.
    Τον επόμενο χρόνο αρχίζει η συγκλονιστική πολιορκία του Μεσολογγίου. Η πτώση του και η ηρωική έξοδος, εμπνέουν τον Διονύσιο Σολωμό και τον οδηγούν να γράψει τη μεγαλόπνοη σύνθεση των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Ο περίφημος στίχος του «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπο ενδοξότερο από αυτό το αλωνάκι», συνοψίζει τον θαυμασμό που ενέπνευσε σε όλο τον κόσμο ο εκ προοιμίου χαμένος αγώνας των Μεσολογγιτών. Όλα αυτά προσθέτουν δόξα στον ελληνικό αγώνα, αλλά οι στρατιωτικές συνέπειες είναι βαρύτατες.
    Έτσι, το 1827 η καταστροφή του Καραϊσκάκη στο Φάληρο και η παράδοση της Ακρόπολης σημαίνουν και την απώλεια της Στερεάς Ελλάδας. Ο λαός λιμοκτονεί, η διοίκηση έχει παραλύσει και η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται σε έσχατο σημείο εξάντλησης. Όμως, με την παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων σώζεται η κατάσταση. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου κρίνει τα πάντα μέσα σε λίγες ώρες και δίνει πνοή σε ένα έθνος που είχε επαναστατήσει μεν, αλλά την ίδια ώρα αλληλοσπαράσσεται από μίση, έριδες και πάθη. Τα τοκογλυφικά δάνεια από τους Ευρωπαίους και οι όροι αποπληρωμής τους δίνουν τελικά την ελευθερία σε έναν λαό που φαίνεται να μην ακούει τον Μπάιρον να συμβουλεύει:
    «Απ’ τον άπιστο Φράγκο λευτεριά μη ζητάτε.
    Εκεί ζουν ηγεμόνες που πουλούν κι αγοράζουν.
    Με δικό σας τουφέκι και σπαθί πολεμάτε:
    εδώ θά ’βρετ’ ελπίδα, κι ό,τι θέλουν ας τάζουν.»
    μια συμβουλή που ηχεί ανατριχιαστικά επίκαιρη.
    Έτσι, η τάξη και η ευνομία αποκαθίστανται, και το 1830 αναγνωρίζεται ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με το περίφημο Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Η βραχύβια διακυβέρνηση του Καποδίστρια αναπτερώνει τις ελπίδες, τερματίζεται όμως απότομα με τη δολοφονία του και φαντάζει σήμερα σαν την τελευταία μεγάλη χαμένη ευκαιρία για το έθνος μας.
    Η ελληνική Επανάσταση τελειώνει με νίκη, έχει στοιχίσει όμως βαρύτατα. Εκατοντάδες χιλιάδες ελλήνων χάθηκαν στα πεδία των μαχών και το επίτευγμα της εξασφάλισης ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας προβάλλει ως ιστορική εποποιία και ως θρίαμβος της ελευθερίας.
    Το ελληνικό κράτος όμως είναι πολύ μικρό, φτάνουν τα σύνορά του μέχρι τη γνωστή γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού. Γι’ αυτό και οι αγώνες των Ελλήνων, δεν σταματούν εκεί. Χρειάστηκαν πάνω από 120 ακόμα χρόνια αγώνων και διπλωματικών ζυμώσεων για να ενσωματωθούν στον εθνικό κορμό όλες οι περιοχές του σημερινού ελληνικού κράτους: τα Επτάνησα το 1864, η Θεσσαλία και η Ήπειρος το 1881, η Μακεδονία το 1912, η Κρήτη το 1913, η Θράκη το 1920 και τελευταία τα Δωδεκάνησα το 1947.
    Το μικρό αυτό ιστορικό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να τελειώσει χωρίς να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τις αρετές και τις αδυναμίες μας, τις ίδιες που μας ακολουθούν από την αρχαιότητα και μας χαρακτηρίζουν και σήμερα. Η ομόνοια και η γενναιοψυχία απέναντι στον κοινό κίνδυνο και την επιδίωξη κοινού στόχου μάς έχουν βγάλει νικητές από πολλές και ποικίλες περιπέτειες. Ταυτόχρονα, η αδελφοκτόνος ζήλεια, το καταστροφικό εγωιστικό μας πείσμα, η εθνική έπαρση, το αίσθημα κατατρεγμού, η αδυναμία παραδοχής λαθών και η αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες, έφεραν πολλές φορές τη διχόνοια και την καταστροφή.
    Σήμερα διανύουμε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας μας. Παρά την αδιαμφισβήτητη ανεξαρτησία μας, έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολλαπλές απειλές, μια διαφορετική κατοχή, πολλούς, μα καλά κρυμμένους, εχθρούς. Αυτές τις στιγμές ας ηχεί στα αυτιά μας η περίφημη παρότρυνση του Μακρυγιάννη, ενός ανθρώπου αρχέτυπου του πατριώτη: Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ».
    Ας θυμόμαστε όμως και τον Ρήγα τον Θεσσαλό, τον Βελεστινλή, αυτόν τον μεγάλο οραματιστή του ομοσπονδιακού παμβαλκανικού κράτους, να γράφει στον Θούριο, στο «ιερότερο άσμα της φυλής μας», όπως χαρακτηρίστηκε:
    Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
    για την πατρίδα όλοι, να ‘χωμεν μια καρδιά.
    Στην πίστιν του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη,
    στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

    Βουλγάροι κι Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
    Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
    για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
    πως είμαστ’ αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή

    [κι] Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
    στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθη τώρα πιά.
    Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
    Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.

    Σκόπευα να τελειώσω την ομιλία μου εδώ, με την αναφορά στον Ρήγα, στον μεγάλο πρωτοπόρο οραματιστή να κηρύττει τη συναδέλφωση και να καλεί μέσα από τον Θούριο όλους τους λαούς των Βαλκανίων σε έναν κοινό αγώνα εναντίον του Οθωμανικού ζυγού. Όμως η επικαιρότητα με κατηύθυνε προς ένα διαφορετικό κλείσιμο: στην αναφορά σε μια άλλη προσωπικότητα της Επανάστασης, τον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον προοδευτικό κι ανήσυχο οπλαρχηγό της Ελληνικής Επανάστασης, που οι περισσότεροι τον γνωρίζουμε με το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος». Αυτός ο ανδρείος στρατηγός, που η γενναιότητά του στη μάχη συνδυάστηκε με μια απλή και ταπεινή ζωή, ονομάστηκε έτσι επειδή σε μια μάχη σκότωσε πολλούς Τούρκους. Στην πορεία της ζωής του ο επονομαζόμενος Νικηταράς φυλακίστηκε από τους Βαυαρούς, βασανίστηκε και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τυφλός και άρρωστος, κατάντησε ζητιάνος για να ζήσει. Αυτός ακριβώς ο άνθρωπος στέλνει το 1823 μια επιστολή στον Παπαφλέσσα:
    «Επειδή και εις την ανθρωπότητα το πρώτον αγαθόν πράγμα είναι η παιδεία, καθώς προς τούτοις εις την ιδίαν, ιερώτατον και η υπεράσπισις των πτωχών ασθενών, μάλιστα δε των στρατιωτών, ζητώ δια του παρόντος μου μέσον του Υπουργείου τούτου παρά της Υπερτάτης Διοικήσεως, ίνα δοθώσιν εις την εξουσίαν μου, πρώτον το τζαμί του Αγαπασά μεθ΄όλα του τα περιεχόμενα εργαστήρια, ίνα χρησιμεύση δια θέατρον, δεύτερον την μεγάλην οικίαν ευρισκομένην εις το πλάτωμα απέναντι του τζαμίου, ίνα χρησιμεύση δια σχολείον μεθ΄ όλα του τα περιεχόμενα εργαστήρια, και τρίτον, ένα οσπίτιον μεγάλον κατά τα Πέντε Αφέλφια , ίνα χρησιμεύση δια Νοσοκομείον, δια τα οποία αφού μου δοθεί η άδεια, αφήνω επίτροπον δια να τα τελειώσει, παρακαλώντας την Υπερτάτην δια να ήθελεν να διορίση έναν επιστάτην της, ίνα μετά του ειδικού μου λαμβάνωσι τα εισοδήματα, και κάμνωσι τα έξοδα και χρονικώς δίδωσι λογαριασμόν.
    Όθεν και να έχω την απόκρισιν, προσκυνώ και μένω.
    Εκ Ναυπλίου τη 25η Σεπτεμβρίου 1823
    Νικήτας Σταματελόπουλος»
    Αυτό ήταν το όραμά του, η παιδεία, η συναδέλφωση, ο πολιτισμός, όχι το τυφλό μίσος και ο ρατσισμός.

    Ειρήνη Παξιμαδάκη
    Κατερίνη, Μάρτιος 2019

  3. Οι δρόμοι του μπαρουτιού
    του 1821:

    Από την Σμύρνη έφτασε
    μπαρούτι φορτωμένο…

    Του Φώτη Καραλή,
    προέδρου της Ένωσης Βουρλιωτών Μ. Ασίας

    Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ένα καράβι φορτωμένο μπαρούτι και μολύβι από την Σμύρνη φτάνει στο λιμανάκι του Αλμυρού, στη Βέργα. Το φορτίο με άκρα μυστικότητα θα μεταφερθεί στην μονή Μαρδακίου στην Αλαγονία για να διανεμηθεί στους επαναστάτες…
    Η ελληνική επανάσταση του 1821 θεωρείται από πολλούς θέμα εξαντλημένο. Υπήρξε, ωστόσο, καταλυτική όχι μόνο για την ιστορία της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Με την ευκαιρία του εορτασμού της παλιγγενεσίας του ελληνικού Έθνους, θα μπορούσα να αναφερθώ εκτενώς σε πάμπολλες σχετικές μελέτες και ομιλίες, καθώς η σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία είναι ιδιαίτερα εκτενείς και αναλυτικές. Οι μελετητές έχουν αναλύσει λεπτομερώς όχι μόνο τις ηρωικές στιγμές, αλλά και τη μιζέρια της εμφύλιας διχόνοιας των Ελλήνων, όχι μόνο τις δόξες, αλλά και τις δίκες των πρωταγωνιστών, τις πολιτικές διαπλοκές και τις δολοφονίες των αγωνιστών. Χαρά, περηφάνια αλλά και λύπη είναι όσα νιώσαμε για όλα όσα έχουμε κάνει, ενώ παράλληλα, είναι αδύνατον να μην έχουμε προβληματιστεί για εκείνα που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει, έχοντας ομόνοια, αν επιδιώκαμε τους κοινούς μας σκοπούς και κατορθώναμε να ξεπεράσουμε την εθνική μας κατάρα, τη διχόνοια, που «βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή καθενός χαμογελάει, παρ’ το λέγοντας και συ», όπως λέει και ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής.
    Είναι γεγονός, πως όλες οι αναφορές στην ελληνική επανάσταση του ’21 αναφέρονται στον κυρίως κορμό της Ελλάδας, ήτοι την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και το νησιωτικό της τμήμα. Εκτενής είναι η αναφορά σε Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιους, νησιώτες και άλλους στο πλαίσιο των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στις προαναφερθείσες περιοχές. Είναι παντελής, ωστόσο, -πλην ελάχιστων περιπτώσεων- η έλλειψη αναφορών στη συμβολή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι έδωσαν με σθένος και παλικαριά ό,τι μπορούσαν για την ελευθερία της Ελλάδας, θυσιάστηκαν στο βωμό των γεγονότων πολεμώντας και δίνοντας τη ζωή τους για να ζήσουν οι απόγονοί τους λεύτερη πατρίδα.
    Οι πόλεις της Μικράς Ασίας από πολύ νωρίς έγιναν αποδέκτες των μηνυμάτων για οργάνωση, ακολουθώντας τον ξεσηκωμό του Γένους. Η Φιλική Εταιρεία εξαπλώθηκε ταχέως και σε ευρέα στρώματα, τόσο στην Κωνσταντινούπολη, όσο και στη Σμύρνη, στις Κυδωνίες, στην χερσόνησο της Ερυθραίας, στην Καππαδοκία και τον Πόντο. Ας σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι είχε συσταθεί στη Σμύρνη η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», τα κέρδη της οποίας διετίθεντο υπέρ της ελευθερίας της Πατρίδος, για »αγορά και προώθηση πολεμοφοδίων στην Ελλάδα» κατ’ εντολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπως θα επεξηγήσουμε ακολούθως.
    Στις Κυδωνίες, το σημερινό Αϊβαλί, περισσότερα από 600 άτομα ήταν μυημένα στην Εταιρεία, προερχόμενοι από όλες τις τάξεις, όπως περιγράφει ο Ευστράτιος Πίσσας, μετέπειτα αγωνιστής που προήχθη στο βαθμό του Υποστρατήγου.

    Είναι αναγκαίο σε αυτό το σημείο να τονίσουμε το γεγονός πως οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας αποτελούσαν πάντα θύματα του Οθωμανικού κράτους και πλήρωναν με τη ζωή τους κάθε κρίση ή σύγκρουση των Ελλήνων με τους Τούρκους. Αναφέρομαι στα Ορλωφικά (1770-74), στην επανάσταση του 1821, αλλά και αργότερα στον ατυχή πόλεμο του 1897, στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε η μεγάλη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) αρχικά από τους Νεότουρκους αρχικά και στη συνέχεια από τον Κεμάλ, φτάνοντας στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όταν και επήλθε ο ξεριζωμός του ελληνισμού στη Μικρά Ασία.
    Πολλοί αναρωτιούνται γιατί οι Μικρασιάτες δεν επαναστάτησαν όταν ξεκίνησε η επανάσταση από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας – με τη γνωστή άτυχη κατάληξη – ή όταν πραγματοποιήθηκε η διακήρυξη των Οπλαρχηγών της Επανάστασης στις 23 Μαρτίου 1821 στο ναό των Αγίων Αποστόλων της Καλαμάτας. Η απάντηση τίθεται σε γεωγραφικούς λόγους, την εγγύτητα προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά ακόμη περισσότερο στην αποκάλυψη του «Μερικού περί Κωνσταντινουπόλεως Σχεδίου» του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, και τον εμπρησμό του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη, ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα τον αποκεφαλισμό του επικεφαλής της κινήσεως, Κωνσταντίνου Γκιούστου, Πλοιάρχου του τουρκικού στόλου, καθώς και άλλων ναυτικών, καταλήγωντας στην αποτυχία του συγκεκριμένου εγχειρήματος.

    Σχετικά με τον Κωνσταντίνο Γκιούστο να αναφέρουμε τα κάτωθι:
    Υπήρξε Κυβερνήτης της τουρκικής ναυαρχίδας και αρχηγός των Υδραίων στον οθωμανικό στόλο. Στο απόγειο της Επανάστασης, ο Κωνσταντίνος Γκιούστος ήταν επικεφαλής 50 Υδραίων μελλάχηδων στον Ναύσταθμον της Κωνσταντινούπολης. Οι μελλάχηδες, αποτελούσαν ναύτες που παρείχε η Ύδρα στον Οθωμανικό Στόλο, πριν την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. Η ονομασία τους οφείλεται στην επιδέξια ναυτοσύνη τους. Παράλληλα, να σημειώσουμε, ότι η Ύδρα είχε παράσχει στον Στόλο και μικρό αριθμό Υδρέικων πλοίων. Σημειώνεται ότι λόγω των ειδικών προνομίων που είχαν οι Υδραίοι ναυτικοί από τον Καπουδάν Πασά (τον Υπουργό Ναυτικών ή Αρχιναύαρχο της Πύλης), πολλοί από αυτούς ανέβαιναν τα σκαλοπάτια της ναυτικής ιεραρχίας και έφταναν στο βαθμό του Πλοιάρχου ή και του Ναυάρχου.
    Πιο συγκεκριμένα, το 1821, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, Διευθυντής της Οθωμανικής Ναυαρχίας ήταν ο ικανότατος και εμπειρότατος Υδραίος ναύαρχος Κωνσταντίνος Γκιούστος, ένας πατριώτης με έναν μόνο πόθο και καημό: την ελευθερία της Ελλάδας από τον ξένο ζυγό. Όταν επαναστάτησαν οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπό τον Υψηλάντη και έφτασαν τα νέα του ξεσηκωμού των νησιών της Ελλάδας (Μύκονος, Ψαρά, Σπέτσες, Ύδρα, κ.λπ.), με τα νησιά το ένα μετά το άλλο να ξεσηκώνονται και να στέλνουν τα πλοία τους σε ναυτικές επιχειρήσεις, ο Κωνσταντίνος Γκιούστος δεν έκρυβε τη χαρά του και ανέλαβε να εκτελέσει το μεγαλειώδες αλλά συνάμα παράτολμο σχέδιο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.Να πυρπολήσει τον οθωμανικό στόλο εντός του Ναυστάθμου.

    ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ.

    Πιθανότατα αν τα είχαν καταφέρει η Οθωμανική αυτοκρατορία θα κατέρρεε και η Ελληνική Επανάσταση θα είχε επικρατήσει από τον πρώτο χρόνο της εκδήλωσής της. Δυστυχώς όμως,από άγνωστο μέχρι σήμερα πληροφοριοδότη,ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε το σχέδιο των Υδραίων και διέταξε άμεσα τη θανάτωση του Υδραίου κυβερνήτη της τουρκικής ναυαρχίδας, Κωνσταντίνου Γκιούστου. Ταυτόχρονα οι Τούρκοι προχωρούσαν ανελέητα σε σφαγές στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, του Αϊβαλιού και άλλες πόλεις με ελληνικό πληθυσμό ως αντίποινα για την Ελληνική Επανάσταση.1
    Ας περάσουμε τώρα στις περιπτώσεις δύο πόλεων, των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, τις Κυδωνίες και τη Σμύρνη, καθώς και σε μία σημαντική μικρασιατική προσωπικότητα, τον Γιαννακό Καρόγλου.

    Οι Κυδωνίες υπήρξε η μόνη αμιγής ελληνική πόλη, η οποία δεν είχε ούτε καν τουρκική διοίκηση ή αστυνόμευση, γεγονός που αξίζει να αναφερθεί στο πλαίσιο του τουρκοκρατούμενου περιβάλλοντος που επικρατούσε στη Μικρά Ασία. Με την έναρξη της Επανάστασης, οι Κυδωνίες αριθμούσαν 30.000 έως 40.000 κατοίκους, μόνο Έλληνες . Η ανάπτυξή της περιοχής οφείλεται στον Ιωάννη Δημητρακέλλη-Οικονόμου, ο οποίος είχε εξασφαλίσει σουλτανικό φιρμάνι το 1773 από τον Χασάν Πασά, κατά ένα μυθιστορηματικό τρόπο. Συγκεκριμένα, μετά την καταστροφή του τουρκικού στόλου υπό τον Χασάν Πασά από τον ρωσικό στόλο στη ναυμαχία της Κρήνης (Τσεσμέ) το 1770, ο Τούρκος Ναύαρχος κατέφυγε αρχικά στη χερσόνησο της Ερυθραίας. Αφού περιπλανήθηκε κατέληξε στον ευρύτερο χώρο των Κυδωνίων, όπου και τον περιμάζεψε ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, ο οποίος τον περιέθαλψε,του πρόσφερε τα αναγκαία είδη ρουχισμού και τροφίμων και τον φυγάδεψε στην Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα απέσπασε από τον Χασάν Πασά την υπόσχεση να του πραγματοποιήσει ό,τι ζητούσε σε μεταγενέστερο χρόνο, αν αυτό ήταν δυνατό και είχε την εξουσία. Ως αποτέλεσμα, μετά τη νικηφόρο ναυμαχία του τουρκικού στόλου κατά των Ρώσων το 1773 και την ανάδειξη του Χασάν Πασά ως Γαζή (νικητή) και Μέγα Βεζύρη του Οθωμανικού κράτους, ο Οικονόμου μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και απέσπασε φιρμάνι από τον Χασάν Πασά, το οποίο απαγόρευε την παρουσία Τούρκων στις Κυδωνίες.

    Ο Οικονόμου, όντας ένας από τους πιο πετυχημένους ηγέτες, αναδιοργάνωσε τις Κυδωνίες, την πόλη των ψαράδων και του λαδιού, σε πρότυπο πόλεως. Στις Κυδωνίες είχε ιδρυθεί Ακαδημία στην οποία δίδασκαν διαπρεπείς επιστήμονες του κινήματος του δυτικού διαφωτισμού, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, υπήρχαν 10 χριστιανικοί ναοί, θαυμαστά πετρόκτιστα σπίτια, πολλά από τα οποία ήταν με δύο ορόφους, αρχιτεκτονική που επέτρεπε τη φυσική άμυνα σε περίπτωση ανάγκης, διατηρώντας, παράλληλα, ένοπλο σώμα 1.000 περίπου ανδρών και τοπική αστυνομία. Οι διάδοχοί του Οικονόμου, παρότι δεν ακολουθούσαν διαδοχικά την ηγετική του προσωπικότητα, διαχειρίστηκαν καλά τις υποθέσεις της πόλεως, η οποία υπήρξε μία ακμάζουσα πόλη κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής περιόδου, και ως τέτοια είχε προκαλέσει το φθόνο των γειτονικών τουρκο-κατοικούμενων περιοχών, όχι μόνο λόγω της ανόδου που σημείωναν οι Κυδωνίες σε κάθε τομέα, αλλά ιδιαίτερα για τα ένοπλα τμήματα και την ελληνικότητα που διατηρούσαν.

    Όπως αναμενόταν, οι κάτοικοι των Κυδωνιών αγκάλιασαν ομόθυμα την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί Κυδωνιείς εντάχθηκαν στα ένοπλα επαναστατικά σώματα, ενώ, παράλλληλα, προετοιμάζονταν για τη δική τους επανάσταση. Οι ενέργειές τους, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσαν τον σουλτάνο Μαχμούτ Β να λάβει δραστικά μέτρα διατάσσοντας τον Ιμπραχίμ Πασά της Προύσας να επέμβει και να καταστείλει τις επαναστατικές αυτές ενέργειες. Την ίδια χρονική περίοδο (αρχές Μαΐου του 1821) μία μοίρα του ελληνικού στόλου κατέλαβε τα Μοσχονήσια, στην είσοδο του κόλπου των Κυδωνιών, παρακινώντας ουσιαστικά τους Αϊβαλιώτες σε εξέγερση.
    Στις 3 Ιουνίου 1821 διαδραματίστηκαν έντονες μάχες, με οχυρωμένους Κυδωνιείς στα σπίτια τους, παρακολουθώντας την αποβίβαση του στόλου 1.000 Ελλήνων, οι οποίοι απώθησαν τους Τούρκους του Ιμπραχίμ. Ακολούθησε διήμερη μάχη με απώλειες που έφθασαν τους 1.500 Τούρκους και 150 Έλληνες, νεκρούς και τραυματίες. Δυστυχώς, όμως η πόλη κατέληξε στην κατοχή των Τούρκων, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν. Ακολούθως, 25.000 Κυδωνιείς μετακινήθηκαν στα Ψαρά και από εκεί σε άλλα νησιά, καθώς και στον χερσαίο κορμό της Ελλάδας, με τη συνδρομή του ελληνικού στόλου, αλλά και με δικά τους μέσα. Μεγάλος αριθμός αυτών εντάχθηκε στα επαναστατικά κινήματα, συμμετέχοντας ενεργά στις επιχειρήσεις, κυρίως υπό την ηγεσία του οπλαρχηγού Νικηταρά, δυστυχώς με εξίσου μεγάλες απώλειες. Ο Κυδωνιάτης Στρατηγός Στέλιος Πίσσας υπολόγισε 5.000 πεσόντες Κυδωνιείς στο βωμό της Ελληνικής Επανάστασης.

    ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ

    Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε και στην ιστορία της «Ψωροκώσταινας».
    Αλλά, ποια ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»;
    Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζόταν όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.
    Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά και κάποια στιγμή έφτασε στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στο Ναύπλιο όπου για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου.
    Η «Ψωροκώσταινα» καταγράφηκε στην ιστορική μνήμη, όταν, σύμφωνα με αναφορές της εποχής, προσέφερε τα ελάχιστα υπάρχοντά της στον έρανο που έλαβε χώρα στο Ναύπλιο για την ενίσχυση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου, το 1826.
    «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της». Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή έπεφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά.[1]
    Σήμερα, το παρατσούκλι της χρησιμοποιείται απαξιωτικά, για να αποδώσει την κακομοιριά και την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας. Η ίδια όμως, υπήρξε μια ηρωική και αξιέπαινη Ελληνίδα.

    Ας περάσουμε, στη συνέχεια, στη Σμύρνη. Μια πόλη πολυπολιτισμική και πολυεθνική, με τα 2/5 του συνολικού της πληθυσμού (περίπου 50.000 κάτοικοι) να αντιστοιχούν σε Έλληνες, που αντικειμενικά δεν μπορούσε να επαναστατήσει ενάντια στους Οθωμανούς. Βοήθησε όμως με χρήματα, εφόδια και μαχητές, ενέργειες που την οδήγησαν στις οργισμένες διαχρονικές αντεπιθέσεις των Τούρκων, όντας παντοτινό εξιλαστήριο θύμα τους:

    Στις 27 Ιουνίου 1770, 1.000-1.500 Σμυρνιοί σφαγιάστηκαν μέσα σε μία νύχτα, εξαιτίας της ήττας του οθωμανικού στόλου στη ναυμαχία του Τσεσμέ

    Στις 3 Μαρτίου 1797 ακολούθησε η δολοφονία 1.000 περίπου Σμυρναίων, με αιτία μία θεατρική παράσταση από ένα αυστριακό τσίρκο, όπου ένας Επτανήσιος ναύτης, βενετσιάνικης υπηκοότητας σκότωσε έναν γενίτσαρο – φύλακα στην είσοδο του τσίρκου, που δεν του επέτρεψε να εισέλθει χωρίς εισιτήριο. Οι Τούρκοι εξαγριώθηκαν και ζήτησαν από το προξενείο της Βενετίας στη Σμύρνη να τους παραδώσουν τον εγκληματία, ο οποίος είχε καταφύγει στο προξενείο του αναζητώντας άσυλο. Οι Τούρκοι επανήλθαν με το πέρας 15 ημερών εξοργισμένοι. Αυτή τη φορά εισήλθαν με βία στο προξενείο, καίγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Στη συνέχεια ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σμύρνης, πράττοντας βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, οδηγώντας σε τραγικό θάνατο περισσότερους από 1.000 Έλληνες Σμυρνιούς.Το περιστατικό αυτό, που έχει μείνει στην ιστορία ως το «Ρεμπελιό της Σμύρνης», αποδεικνύει τις εκδικητικές διαθέσεις των Τούρκων κατά των Ελλήνων, αφού από μία ασήμαντη στην ουσία αφορμή και 24 χρόνια πριν καν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, οι Τούρκοι κατέσφαξαν τον ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης

    Παρ’ όλα αυτά……

    Μέσα σ’ ένα αρχοντικό σπίτι της Σμύρνης, το Μάρτη του 1820, μια ευγενικιά κυρία, η Κυριακή Ναύτη, γυναίκα του ιατρού Μιχαήλ Ναύτη, βρίσκεται σε μεγάλη ανησυχία.

    Ο Μιχαήλ Ναύτης ήταν από τα κύρια μέλη της Φιλικής Εταιρείας, εκείνης της μεγάλης πατριωτικής οργάνωσης που έδωσε το πρώτο κήρυγμα της ελευθερίας στη σκλαβωμένη τότε Ελλάδα.

    ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ ΝΑΥΤΗ.

    Εργαζόταν με ζήλο, με αυταπάρνηση, με θυσίες μεγάλες, για να διαδώσει το Εθνικό Κήρυγμα και να εμψυχώσει τους ήρωες, που αργότερα θα έπαιρναν στα χέρια το ντουφέκι και θα ύψωναν τη σημαία της Επανάστασης.
    Η καημένη η Κυριακή Ναύτη έτρεμε χωρίς κι αυτή να ξέρει το γιατί. Κάτι της έλεγε πως οι μυστικές συνεννοήσεις που είχε κάθε τόσο ο σύζυγός της, ήταν εχθρικές για το τουρκικό κράτος, που ήταν τότε πανίσχυρο.
    Μόλις ο σύζυγός της βγήκε από το δωμάτιό του για να κατευοδώσει κάποιον ξένο, με τον οποίο εξακολουθούσε να μιλά, ανήσυχη μπαίνει βιαστικά μέσα, πλησιάζει το γραφείο του και φοβισμένη μην τύχει και του έστειλαν κανένα Σουλτανικό έγγραφο για να παρουσιαστεί στις Αρχές- όπως συχνά γινότανε τότες- ψάχνει πάνω στο γραφείο του.
    Τα κλειδιά ήταν ακόμα στο συρτάρι. Ανοίγει με χτυποκάρδι και βρίσκει διάφορα χαρτιά. Πάνω στα χαρτιά ήταν μια σφραγίδα με νεκροκεφαλή και δυο οστά, σταυρωτά τοποθετημένα.
    Με δάκρυα στα μάτια , τα διαβάζει. Ήταν επιστολές της Φιλικής Εταιρείας για το Μεγάλο Αγώνα της Πατρίδας. Διαταγές και συνεννοήσεις με τον Σκουφά, τον Τσακάλωφ, τον Σέκερη, τον Ξάνθο.
    Κατάπληκτη η Κυριακή πληροφορείται πως ο σύζυγός της ήταν από τους μεγάλους πρωταγωνιστές, που φρόντιζαν να ελευθερώσουν τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Τώρα δεν τρέμει, αλλά υπερήφανη σηκώνει το κεφάλι με χαμόγελο και γονατίζει μπροστά στην Παναγία παρακαλώντας την να βοηθήσει τον αγώνα.
    Η πόρτα ανοίγει, μπαίνει ο άντρας της. Βλέπει το ανοιχτό συρτάρι, τα έγγραφα απλωμένα στο γραφείο, χλωμιάζει και με σιγανή φωνή της λέει:
    -Τι έκανες; Γιατί τόλμησες να εγγίσεις ένα μυστικό που σε καταδικάζει σε θάνατο; Γιατί να το κάνεις αυτό; Γιατί;
    Τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα. Ο όρκος των Φιλικών είχε ένα άρθρο που έλεγε:
    «Ορκίζομαι να μην φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της Εταιρείας, μήτε να σταθώ κατ’ ουδένα λόγον η αφορμή του να καταλάβωσιν άλλοι ποτέ ότι γνωρίζω περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου…».
    Τώρα που το έμαθεν η γυναίκα του, τι θα γίνει; Πώς μπορεί να είναι ήσυχος την ώρα που ξέρει το φοβερό μυστικό μια γυναίκα;
    Αμέσως την κλειδώνει καλά μέσα στο δωμάτιο και τρέχει στους άλλους φιλικούς του τόπου, τους προσκαλεί στο σπίτι του, τους διηγείται τι έγινε και τους λέει:
    -Πάρτε το πιστόλι μου αυτό και θυσιάστε την, αν πρόκειται με τη θυσία αυτή να μη διακινδυνεύσει η πατρίδα. Ας θαφτεί το τρομερό μυστικό μαζί της. Την αγαπώ πολύ, γιατί είναι η μητέρα των παιδιών μου, μα πρώτα έρχεται το συμφέρον της Πατρίδας.

    Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
    Οι Φιλικοί συσκέφτηκαν κι αποφάσισαν να μην την σκοτώσουν, αλλά να την εγγράψουν μέλος στον κατάλογο των Φιλικών, να δώσει τον όρκο και να είναι κι αυτή συναγωνίστρια και βοηθός στον αγώνα.
    -Πάρε το πιστόλι σου, καλέ μας φίλε. Δεν χρειάζεται η θυσία αυτή. Κράτησε την μητέρα των παιδιών σου… θα μας βοηθήσει.
    Η Κυριακή Ναύτη, η εκλεκτή αυτή Σμυρναία, ήταν η πρώτη και μόνη γυναίκα της Φιλικής Εταιρείας. Εβοήθησε τον αγώνα σαν άντρας. Πλάι στο σύζυγό της, εργάσθηκε ηρωικά, μυστικά, εχέμυθα.
    Έδειξε παραδειγματική στάση για τη σκλαβωμένη πατρίδα. Έκανε μυστικούς εράνους μέσα στην Τουρκοκρατούμενη Σμύρνη κι έστειλε, το Μάρτη του 1821, τα πρώτα πολεμοφόδια για τον αγώνα.
    Ως πρώτη συνεισφορά σ’ αυτόν τον έρανο, ο σύζυγός της πρόσφερε 3000 γρόσια, κι εκείνη όσα χρήματα μπόρεσε να πάρει, πουλώντας τα κοσμήματά της.

    Συνεχίζοντας ας περάσουμε στον Γιαννακό Καρόγλου. Ο Γ. Καρόγλου υπήρξε Ταξίαρχος του ελληνικού στρατού, ενώ ίδρυσε την Ιωνική Φάλαγγα, ένα από τα πρώτα σώματα του τακτικού στρατού των επαναστατημένων Ελλήνων. Η Ιωνική Φάλαγγα θα μπορούσε σήμερα να συγκριθεί με ένα τάγμα, με 300-400 στελέχη και οπλίτες, με σημαντική δράση στον αγώνα, όπως στη μάχη του Μεχμέτ Αγά στις 18η Ιουνίου 1826, στις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα, στη μάχη της Αράχωβας, στην πολιορκία της Ακροπόλεως, την αποτυχημένη εκστρατεία προς απελευθέρωση της Χίου υπό τον Φαβιέρο την 8η Οκτωβρίου 1827 και πολλές ακόμη.

    Αξίζει να αναφερθεί πως, σύμφωνα με τα υπάρχοντα έγγραφα του 1821, ο Ιωάννης ή Γιαννακός Καρόγλου (ή απλά και Καρά) καταγόταν από τη Σμύρνη ή, κατ’ άλλους, από τα Βουρλά. Στη μερίδα του, στην οποία μπορεί κανείς να ανατρέξει στο «Μητρώο των κατά τον Ιερόν Αγώνα Αξιωματικών», που διατηρείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη με αύξ. αρ. 348, σημειώνεται ότι «ήταν ταξίαρχος από το 1824 και υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα ως οπλαρχηγός των Σμυρναίων».
    Είναι αξιοσημείωτο πως ενώ τις περισσότερες φορές ο Γ. Καρόγλου χαρακτηρίζεται ως Σμυρνιός, σε δύο μισθοδοτικές καταστάσεις που σώζονται στα ΓΑΚ (Υπ. Πολ., Φ. 29/36 και Φ. 30/44), εμφανίζεται ως Βουρλιώτης. Αντίστοιχα, ο γραμματικός του, Ανδρέας Αντωνίου ήταν και αυτός Βουρλιώτης, και ως υπέγραφε ως Βουρλιώτης. Το 1836 ο Γ. Καρόγλου τιμήθηκε με το Αργυρό Αριστείο του Αγώνος, διάκριση που είχαν λάβει και άλλοι μεγάλοι Καπεταναίοι του 1821, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Ν. Μπότσαρης, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Κ. Κανάρης, ο Νικηταράς. Να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει ιστορική αναφορά σε χρυσό αριστείο(προφανώς δεν υπήρχε). Όσον αφορά τον Ανδρέα Αντωνίου τον Βουρλιώτη, πού τραυματίστηκε στον Αγώνα, του απεδόθη ο βαθμός του Υπολοχαγού.
    Έτσι ήταν τότε η κατάσταση στην καθ’ ημάς Ανατολή. Και αυτή ήταν με λίγα λόγια η σημαντική προσφορά των Μικρασιατών στην Επανάσταση, ένα δείγμα της οποίας αποτελεί και η αποστολή μπαρουτιού για την απελευθέρωση της Καλαμάτας.

    ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ,
    Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

    Στην ηπειρωτική Ελλάδα από τις αρχές Μαρτίου 1821, η δράση των Παπαφλέσσα, Αναγνωσταρά και Κολοκοτρώνη είχε προκαλέσει πολεμικό αναβρασμό στη Μάνη. Οι Τούρκοι υποπτευόμενοι τον επερχόμενο κίνδυνο έστειλαν, στα μέσα Μαρτίου, τις οικογένειές τους στα κάστρα της περιοχής, ενώ ο ανήσυχος διοικητής της Καλαμάτας, Σουλεϊμάν Αγάς Αρναούτογλου κάλεσε σε συνέλευση τους προκρίτους της πόλης, οι οποίοι τον έπεισαν ότι οι 150 Τούρκοι φρουροί της πόλης δεν ήταν αρκετοί για να προστατευτεί η Καλαμάτα από τους επικίνδυνους ληστές που δρούσαν στην περιοχή και πως χρειαζόταν να λάβει ενισχύσεις από τους Μανιάτες. Τις φήμες περί ληστών είχαν διαδώσει, επίτηδες, ο Παπαφλέσσας και οι συνεργάτες του. Επίσης, προκειμένου να καθησυχάσουν τον Αρναούτογλου, μερικοί πρόκριτοι του παρέδωσαν τα παιδιά τους ως ομήρους.
    Στο μεταξύ ο Παπαφλέσσας, όντας κοντά στην Καλαμάτα την ίδια περίοδο άρχισε να διαδίδει τη φήμη ότι θα κατέφθανε ένα καΐκι στον Αλμυρό, που μετέφερε λάδι και αλάτι. Στην πραγματικότητα ανέμενε το πολύτιμο φορτίο, που θα έφερνε ο καπετάν Μέξης, με αγωνία από τη Σμύρνη και κατέστρωνε το σχέδιό του με πλήρη ακρίβεια. Ακολουθώντας τη στρατηγική του Παπαφλέσσα, ο καπετάν Χριστόδουλος Μέξης φόρτωσε, με απόλυτη μυστικότητα και μεγάλη προσοχή, στη σκούνα που διέθεσε ο Φιλικός Ποριώτης Μάνεσης Χατζηαναστάσης τα πολεμοφόδια (270 βαρέλια των 12 οκάδων το ένα μπαρούτι και έξι καντάρια μολύβι, όπου το κάθε καντάρι ισούται με 57 κιλά) που προσφέρθηκαν δωρεάν από τους Αϊβαλιώτες και τους Σμυρνιούς ,με προορισμό την Πελοπόννησο.
    Το πλοίο ΔΗΜΗΤΡΑ κατάφερε και πέρασε όλα τα θαλάσσια μπλόκα και αγκυροβόλησε στην Καρδαμύλη, αναμένοντας τις οδηγίες του Παπαφλέσσα. Ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου, ο Αρχιμανδρίτης είχε αποστείλει οδηγίες στους Φιλικούς της Σμύρνης για το ακριβές σημείο που θα ξεφορτωνόταν το μπαρούτι. Στις 17 Μαρτίου, ο καπετάν Μέξης αγκυροβολεί τελικά στο λιμανάκι του Αλμυρού. Την ίδια ημέρα ο Παπαφλέσσας, αφού πείθει τον Πετρόμπεη να δώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου, ειδοποιεί τον αδελφό του Νικήτα και τον Νικηταρά ότι το πολύτιμο φορτίο κατέφτασε στον Αλμυρό δίνοντάς τους οδηγίες.

    Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλαγόνιου αγωνιστή Παπα-Πολυζώη Κουτουμάνου, που έλαβε μέρος στα ακόλουθα γεγονότα, στις 17 Μαρτίου 1821 ο Νικηταράς τον κάλεσε να μεταβεί στη μονή Μαρδακίου, που αποτελούσε ισχυρό καταφύγιο κλεφταρματολών και βάση Φιλικών, όπου ήταν συγκεντρωμένοι ο Αναγνωσταράς, ο Κεφάλας και άλλοι Καπεταναίοι σχεδιάζοντας μυστικά τον τρόπο μεταφοράς των μπαρουτοβόλων, που μετέφερε ο καπετάν Μέξης. Το μπαρούτι κατέφτασε μέσα στη νύχτα πάνω σε μουλάρια, από τον Αλμυρό της Βέργας στη Μονή Μαρδακίου στη Νέδουσα, για να ετοιμάσουν φυσέκια για τον Αγώνα.

    Παράλληλα, ο Αρναούτογλου, στην Καλαμάτα, ζήτησε τις ενισχύσεις που ήθελε από τον Πετρόμπεη. Έτσι στις 20 Μαρτίου έφτασαν στην πόλη 150 Μανιάτες με αρχηγό τον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιο του Πετρόμπεη. Ακολουθώντας τον ίδιο στόχο, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης κατόρθωσε να πείσει τον Αρναούτογλου ότι ήταν απαραίτητες επιπλέον ενισχύσεις, καθώς κλέφτες επρόκειτο να επιτεθούν στην Καλαμάτα για να τη λεηλατήσουν. Στο μεταξύ, οι Έλληνες Καπετάνιοι είχαν πείσει τον Πετρόμπεη να γίνει Αρχηγός του αγώνα τους, ενώ περίμεναν συγκεντρωμένοι στις Κιτριές, περιοχή έξω από την Καλαμάτα.

    Ήδη, στις 17 Μαρτίου είχε προηγηθεί δοξολογία για την επανάσταση στην Αρεόπολη, στον ναό των Ταξιαρχών. Το κάλεσμα του Αρναούτογλου για ενισχύσεις ήταν η ευκαιρία που περίμεναν οι επαναστάτες για να καταλάβουν την πόλη. Από το απόγευμα της 22ας Μαρτίου έως τα χαράματα της επόμενης ημέρας 2.000 ένοπλοι πήραν θέσεις στα υψώματα γύρω από την Καλαμάτα, με αρχηγούς τον Κολοκοτρώνη, τους Μούρτζινους και άλλους οπλαρχηγούς.

    Παράλληλα, από την άλλη πλευρά της πόλης κινήθηκαν ένοπλοι υπό τους Παπαφλέσσα, Νικηταρά, Κεφάλα και Αναγνωσταρά, συνδράμοντας στον αποκλεισμό της πόλης. Τότε, και μόνο τότε, ο Αρναούτογλου συνειδητοποίησε την παγίδα που του είχαν στήσει. Αποκλεισμένος, όπως ήταν, δεν μπορούσε πια να διαφύγει προς την Τριπολιτσά και αποφάσισε να συγκεντρωθούν οι Τούρκοι στα σπίτια της πόλης, που προσφέρονταν για άμυνα. Ωστόσο, στις 23 Μαρτίου, οπότε σημειώθηκε η είσοδος των επαναστατών στην Καλαμάτα, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης συμβούλεψε τον Αρναούτογλου να εγκαταλείψει τις σκέψεις του για αντίσταση, αφού αυτή θα ήταν μάταιη, και να παραδοθεί.

    Την ίδια ημέρα ο Τούρκος διοικητής παρέδωσε με έγγραφη συμφωνία την πόλη και τον οπλισμό της φρουράς της. Το ίδιο μεσημέρι, συγκεντρώθηκαν 24 ιερείς και ιερομόναχοι φέροντες τα ιερατικά άμφια και τις άγιες εικόνες κοντά στον βυζαντινό ναό των Αγίων Αποστόλων (κατά την επικρατούσα άποψη) και ευλόγησαν τις επαναστατικές σημαίες ψάλλοντας δεήσεις υπέρ του αγώνα. Εκεί ο Πετρόμπεης, όπως όλοι οι παρόντες πολεμιστές, έδωσαν όρκο ότι θα αγωνισθούν μέχρι θανάτου για την ελευθερία της πατρίδας, σηκώνοντας το χέρι.

    Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών κατά την οποία συστάθηκε επαναστατική επιτροπή με το όνομα «Μεσσηνιακή Γερουσία», η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα. Ηγέτης της, τιμητικά, διορίστηκε ο Πετρόμπεης στον οποίο δόθηκε ο τίτλος «Αρχιστράτηγος των Σπαρτιατικών δυνάμεων».

    Σε αυτό το σημείο έρχονται στο μυαλό μου τα λόγια του μεγάλου Έλληνα ποιητή Κ. Παλαμά:
    «Τούτο το λόγο θα σας πω,
    δεν έχω άλλο κανένα,
    μεθύστε με τ’ αθάνατο
    κρασί του Εικοσιένα!»

    ΠΗΓΕΣ:
    Λιακάκη Μ. «Το μπαρούτι του Αλμυρού που απελευθέρωσε την Καλαμάτα», ομιλία για την εκδήλωση «Δρόμοι του Μπαρουτιού», Βέργα 18.3.2017.
    Παπαδοπούλου Αρχ. «Η Συμβολή των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής στην Παλλιγγενεσία του 1821», Αθήνα 2012, εκδόσεις Λεξίτυπον.
    Πύργαρης Γ. «Στρατηγού Ευστράτιου Πίσσα – Απομνημονεύματα 1821», 2017.
    Σαλκιτζόγλου Τ. Α. «Η Μικρά Ασία στην Επανάσταση του 1821, Η Συμβολή των Μικρασιατών στον Εθνικό Αγώνα», Αθήνα, 2010.
    Τσίρκας Ευαγ. στρατηγός ε.α. πόνημα.
    Πληροφορίες από τη σελίδα της Μέλιας: Ηρωικές γυναίκες, Κυριακή Ναύτη.

    [1] Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: