Η γενοκτονία και η άρνησή της

Η γενοκτονία των χριστιανικών κοινοτήτων από τον τουρκικό εθνικισμό (1914-1923) και ειδικώτερα αυτή του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικό έως και αρνητικό τρόπο. 

Διαπραγματεύτηκα το φαινόμενο αυτό στο συλλογικό έργο: «Το Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης¨, στις σελίδες 260-285.

            ………..Η πρώτη ουσιαστική διαφοροποίηση του προσφυγικού λόγου, η ρήξη με το κλίμα συναίνεσης που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες και η αμφισβήτηση της επικυριαρχίας των κυρίαρχων ερμηνειών -τόσο των καθεστωτικών όσο και αυτών της Αριστεράς- θα εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και θα οδηγήσει στη διατύπωση του αιτήματος για την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Πόντιοι από τον τουρκικό εθνικισμό.[1]

Τη δεκαετία αυτή θα συμβεί μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη συνάντηση. Η υπάρχουσα πολιτική κληρονομιά του ποντιακού χώρου με τη γνώση και τις εύστοχες επισημάνσεις που είχε κληροδοτήσει η πρώτη γενιά στους “Πόντιους επιγόνους”, όπως έγραφε το ‘25 ο Βαλαβάνης[2], συναντήθηκε με την πολιτική παράδοση της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, και με τις αντιιμπεριαλιστικές φιλομπααθικές απόψεις της αριστεράς του κυβερνώντος σοσιαλιστικού κόμματος και μετασχηματίστηκε σε σύγχρονο ριζοσπαστικό κίνημα.[3]  Χαρακτηριστική είναι η πρώτη φράση του πρώτου σχετικού δημόσιου κειμένου-προκήρυξης που είχε ως επικεφαλίδα: «Πόντος, 64 χρόνια Προσφυγιάς, Αλλοτρίωσης και Σιωπής»: «64 χρόνια πέρασαν από τότε που οι Έλληνες αστοί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επικύρωσαν την παραχώρηση του Ποντιακού χώρου στους Τούρκους στρατοκράτες με τη συνθήκη της Λωζάννης. Συνθήκη-μνημείο της αστικής λογικής, όπου οι λαοί αντιμετωπίζονται σαν ‘πράγμα’ ανταλλάξιμο….  Η γνωστοποίηση των ιστορικών αυτών γεγονότων και η καταγγελία ενάντια στην Τούρκικη αστική τάξη για τη γενοκτονία και την προσφυγιά, δικαιώνει μερικά τους αγώνες του Ποντιακού λαού για τη χειραφέτησή του. Από την άλλη, βάζει το πρόβλημα της συμπεριφοράς του Ελληνικού Κράτους και των πολιτικών του σχηματισμών απέναντι στους προσφυγικούς πληθυσμούς. Συμπεριφορά που ήταν η απόκρυψή της μεταχείρισης τους απ’ τον τούρκικο σωβινισμό ακόμα και διοικητικά… Η συμπεριφορά του κράτους είχε όλα τα χαρακτηριστικά της κλοπής (ανταλλάξιμη περιουσία) και του ρατσισμού. Ρατσισμός που ακόμα και σήμερα επιβιώνει, έχοντας διαχυθεί πια σ’ όλη την κοινωνία τονίζοντας την παθητικοποίησή της. Απ’ την άλλη στους πολιτικούς σχηματισμούς, κύρια τους προοδευτικούς, επικράτησε η οικονομίστικη αντιμετώπισή τους αγνοώντας την προέλευσή τους…»[4]     

            Βασική ιδεολογική κατεύθυνση του νέου αυτού ρεύματος θα είναι η προσπάθεια για αναγνώριση της γενοκτονίας που συνέβη στο μικρασιατικό Πόντο. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η ομάδα των «Ιταλών». Χαρακτηριστικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίον προσλαμβανόταν η μνήμη των ιστορικών γεγονότων ήταν η πλήρης αποκοπή της ποντιακής εμπειρίας από την ιστορική εμπειρία του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής. Το σχήμα με το οποίο προσέγγιζαν το ποντιακό, σχετιζόταν με το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, θεωρώντας ότι η μεγάλη αποικιακή και ιμπεριαλιστική δύναμη στην περιοχή μας είναι η Τουρκία. Επηρεασμένοι από τις αναλύσεις του Σαμίρ Αμίν έθεταν ως στόχο «τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό  και τα υποκατάστατά του», ώστε  «να αναδειχτούν ελεύθερα και ανεξάρτητα σοσιαλιστικά έθνη που θα ανοίξουν το δρόμο σε μια ενιαία, σοσιαλιστική ανθρωπότητα.»[5] 

            Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος αντέδρασε αρχικά  έντονα στις νέες αυτές προσεγγίσεις. Η άποψη των δεξιών Ποντίων, ως απόρροια της γενικής αντίληψης της Δεξιάς, ήταν ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα γενοκτονίας. Κορυφαία στελέχη  αμφισβήτησαν το ίδιο το ιστορικό γεγονός.[6] Στη συνέχεια όμως η αρχική αντίδραση του συντηρητικού ποντιακού χώρου θα υποχωρήσει και στο Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού το 1988, ο στόχος της πρόταξης του αιτήματος για αναγνώριση της γενοκτονίας θα γίνει αποδεκτός απ’ όλους.[7] Η ερευνητική παραγωγή θα αυξηθεί και θα υπάρξει και έντονη παρέμβαση  μέσω του Τύπου για τη γνωστοποίηση των άγνωστων αυτών ιστορικών στιγμών. Η βαθμιαία αύξηση της δυνατότητας των πολιτών να παρεμβαίνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, να συνδιαμορφώνουν τα ιδεολογικά και κοινωνικά πρότυπα και να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, θα επιτρέψει στον οργανωμένο ποντιακό χώρο να προωθήσει τις απόψεις του και τα αιτήματά του. Το Φεβρουάριο του 1994 θα αναγνωριστεί ομόφωνα από την ελληνική Βουλή η γενοκτονία στον Πόντο και θα καθιερωθεί η 19η Μαϊου ως επίσημη Ημέρας Μνήμης.[8] Η επιτυχία του ποντιακού χώρου, που ήταν και η πρώτη πολιτική κατάκτηση των προσφύγων από το 1922, κινητοποίησε και τις υπόλοιπες μικρασιατικές οργανώσεις, οι οποίες με αιχμή τους σοσιαλιστές βουλευτές μικρασιατικής καταγωγής πέτυχαν να αναγνωρίσουν τη γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στο σύνολο της Μικράς Ασίας και να καθιερώσουν ως επίσημη Ημέρα Μνήμης την 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα πυρπόλησης της Σμύρνης από τα τουρκικά στρατεύματα.  

            Η ομόφωνη απόφαση  του ελληνικού κοινοβουλίου το ‘94 και η ενεργοποίηση της ποντιακής διασποράς στην κατεύθυνση διεθνούς αναγνώρισης της γενοκτονίας επέφερε τη σφοδρή αντίδραση των τουρκικών κυβερνήσεων και κυρίως του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και των διαφόρων παρακρατικών μηχανισμών του βαθέος κράτους.[9] Βέβαια στην τουρκική κοινωνία και κυρίως στο τμήμα της που σχετιζόταν με την αντικεμαλική Αριστερά, είχε αρχίσει να υπάρχει και ο αντίθετος λόγος.[10]

              Η ελληνική Αριστερά, παρότι το κοινοβουλευτικό της τμήμα ψήφιζε πάντα υπέρ των προσφυγικών προτάσεων στο κοινοβούλιο, παρέμεινε ουδέτερη σ’ αυτές τις διεργασίες. Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς έγινε μια πρώτη προσπάθεια διαλόγου. Η συζήτηση που ξεκίνησε το 1987 στο περιοδικό Σχολιαστής έμεινε ανολοκλήρωτη.[11] Σποραδικές παρεμβάσεις και διάλογοι εκείνη την εποχή θα υπάρξουν σε διάφορα αριστερίστικα κυρίως έντυπα, όπως το Convoy, το Κόκκινο πάνω στο Μαύρο, Ρήξη, Σοσιαλιστική Αλλαγή, καθώς και στο αντεξουσιαστικό περιοδικό Άνθη του Κακού.[12] Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο στο περιοδικό Convoy με τίτλο «Πόντος μια άγνωστη ιστορία», το οποίο ξεκινούσε με το τσιτάτο του Μπακούνιν: «Κάθε εθνότητα μεγάλη ή μικρή έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να είναι ο εαυτός της, να ζει σύμφωνα με τη φύση της. Αυτό το δικαίωμα δεν είναι παρά η συνέπεια της γενικής αρχής της ελευθερίας».[13] Σε κείμενο στη Σοσιαλιστική Αλλαγή εξηγείται γιατί εμφανίστηκε η κινητικότητα σε σχέση με τον Πόντο: «Η συνωμοσία σιωπής που ακολούθησε παύει σήμερα μόνο από το γεγονός ότι οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες ολοκληρώνουν μετά από 70 χρόνια τον κύκλο που άρχισε με την εκδίωξη από τον Πόντο. Η επαναθεώρηση των ιστορικών ερμηνειών γίνεται πια επιτακτική. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν τελείωσε για τους Πόντιους».[14]

              Η διαδικασία εκείνη, για συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων δεν εξελίχθηκε σε μια γόνιμη αναδίφηση των ιστορικών γεγονότων. Φάνηκε ότι η πλειονότητα των παλιών συντρόφων που επιχειρούσαν τη συζήτηση δεν κατανοούσε πλήρως το διακύβευμα.[15] Παράλληλα, η εμφάνιση του νέου μεταναστευτικού κινήματος από την ΕΣΣΔ προς την Ελλάδα, οι διαδικασίες της περεστρόικα εντός της σοβιετικής κοινωνίας και η αύξηση της ακτιβιστικής δράσης εντός του ποντιακού χώρου θα μειώσουν τις προσπάθειες για συζήτηση εντός της Αριστεράς. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής ΄Ενωσης και το νέο μεγάλο προσφυγικό κύμα που ήρθε στην Ελλάδα από την Κεντρική Ασία και από τις εμπόλεμες περιοχές του Καυκάσου σταμάτησε κάθε ουσιαστική προσπάθεια επικοινωνίας. Η Αριστερά, στο σύνολό της θα μείνει απαθής και θα κρατήσει ουδέτερη έως και αρνητική στάση στις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που επέφερε το νέο προσφυγικό ζήτημα, καθώς και στη μεγάλη ανθρωπιστική κρίση, που θα εμφανιστεί κυρίως με τον πόλεμο της Αμπχαζίας (1992-1993) και την καταστροφή της ανθούσας έως τότε ελληνικής παροικίας. Οι «Ρωσοπόντιοι» θα περιφρονηθούν από την κοινωνία, θα αγνοηθούν από την Αριστερά και θα αντιμετωπιστούν ως μια κοινωνική ομάδα, αντίστοιχη με τους Πακιστανούς στη Βρετανία και τους Αιθίοπες στην Ιταλία, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση θα έπρεπε να τύχουν όχι της αρνητικής, αλλά της ουδέτερης συμπεριφοράς του κράτους.[16]  

            Η βαθμιαία απόρριψη της προσφυγικής κριτικής σε σχέση με την εθνική εκκαθάριση που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί από τον τουρκικό εθνικισμό, καθώς και η διαμόρφωση ενός νεότερου στερεότυπου θα αρχίσουν να αποτυπώνονται από το 1992.[17]  Ένας χαρακτηρισμός, που κατατέθηκε σ’ ένα αφιέρωμα μ’ αφορμή τα 70 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή επρόκειτο να στοιχειώσει τις σχέσεις ενός τμήματος του πολιτικού χώρου που προήλθε από τη Β’ Πανελλαδική, με το αριστερό κομμάτι του ενεργοποιημένου προσφυγικού χώρου.[18] Η παρουσίαση της Μικράς Ασίας ως του «Βιετνάμ των Ελλήνων» στο αφιέρωμα αυτό, προκάλεσε τη μήνι και παρέμεινε ως συμβολικό σημείο της σύγχρονης απόρριψης των προσφύγων από το ελλαδικό σώμα.[19] Σημειολογικά, με βάση εκείνη την παρομοίωση, οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν μπορούσαν παρά να είναι είτε ξένοι, ως «βιετναμέζοι», είτε Ελλαδίτες αποστερημένοι από την ιστορική τους μνήμη. Το αφιέρωμα αυτό καθ’ αυτό περιείχε μια ενδιαφέρουσα και σημαντική περιγραφή των δεινών που υπέστησαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, καθώς και των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου.  Όμως η προσέγγιση αυτή, όπως και όλες οι  μετέπειτα αναφορές θα αποσιωπούν και θα καλύπτουν τις πράξεις του τουρκικού εθνικισμού κατά των χριστιανικών πληθυσμών που είχαν προηγηθεί του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αναπαράγοντας μηχανιστικά το παραδοσιακό μανιχαϊστικό σχήμα, που διατύπωσε το ’35 με σαφήνεια ο Ν. Ζαχαριάδης: «Έλληνες ιμπεριαλιστές» κατά «Τούρκων εθνικοαπελευθερωτών», μόνον οι Έλληνες διέπραξαν εθνική εκκαθάριση (“ethnic cleansing”). Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στοιχεία που θα το υπονόμευανκαι θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι οι «Τούρκοι εθνικοαπελευθερωτές» είχαν προαποφασίσει την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών και είχαν αρχίσει να την υλοποιούν πολύ πριν ο ελληνικός στρατός αποβιβαστεί στη Σμύρνη.[20] Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, που δείχνει τη διαιώνιση αυτής της ενιαίας ιδεολογικής κατασκευής, η οποία υπήρξε και αξιωματική θέση της ελληνικής Δεξιάς, είναι ένα κείμενο του Δικτύου 21, όπου η Μικρά Ασία παρουσιάζεται ως η «Κορέα των Ελλήνων».[21] 

            Ο προσφυγικός χώρος θα συγκρουστεί και άλλη μια φορά με το ρεύμα του «Ιού», όταν οι προσφυγικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν δυναμικά το ’98 στην προσπάθεια του βιομήχανου και συνεργάτη των σοσιαλιστών Γ. Μπουτάρη να διοργανώσει με  Έλληνες και Τούρκους επιχειρηματίες τιμητικό συνέδριο για τον Μουσταφά Κεμάλ. Στο πλαίσιο του τιμητικού συνεδρίου, ενυπήρχε και η πρόταση  Μπουτάρη για  μετονομασία ενός δρόμου της Θεσσαλονίκης σε «Οδό Κεμάλ Ατατούρκ».[22] Η πρωτοβουλία για την αντίδραση προήλθε απ’ τις προσφυγικές οργανώσεις και ήταν άμεση. Μαζί με τις ποντιακές οργανώσεις συμμετείχαν κουρδικές και κυπριακές, καθώς και πολίτες. Ο «Ιός», έχοντας τοποθετηθεί ιδεολογικά στο πλευρό του Μπουτάρη και των διοργανωτών του συνεδρίου, συνέδεσε την αντίδραση με τα «ακροδεξιά δίκτυα στην αστυνομία» καθώς και με τους εθνικιστές της «περίεργης πόλης» της Θεσσαλονίκης. Χρησιμοποιήθηκε ακόμα η  δολοφονία του Λαμπράκη για να προκληθούν αρνητικοί συνειρμοί. Ανακλήθηκαν στη μνήμη οι παρακρατικές οργανώσεις του ’63 και συνδέθηκαν αυθαιρέτως οι Πόντιοι, οι Κούρδοι και οι Κύπριοι πρόσφυγες με τις ακροδεξιές ομάδες. Οι Τούρκοι απ΄ την πλευρά τους, στις ανταποκρίσεις για τα γεγονότα δεν έκαναν ουδεμία αναφορά σε ακροδεξιούς, αντίθετα ενοχοποίησαν για όλα τους «φανατικούς Ρωμιούς του Πόντου».[23]

            Όσο οξυνόταν το νέο Μακεδονικό, τόσο οι πρόσφυγες απαξιώνονταν όλο και περισσότερο στα κείμενα του «Ιού». [24] Βαθμιαία θα επικρατήσει ένα ακραία διπολικό  σχήμα, στο οποίο οι πρόσφυγες παρουσιάζονται μονοδιάστατα και αρνητικά ως «υποκείμενα του κράτους», που εξυπηρετούσαν την αντίληψή του περί «εθνικής ασφάλειας» και ότι ήταν μέρη ενός «σαφούς σχεδίου εθνολογικής τακτοποίησης της περιοχής». Για παράδειγμα, η αντίθεση μεταξύ καταπατητών στη Βεγορίτιδα λίμνη, στη Δυτική Μακεδονία, θα δώσει την ευκαιρία στους συντάκτες του «Ιού» να αναλύσουν δημοσιογραφικά τα γεγονότα ως «αντίθεση Ποντίων-σλαβοφώνων», ανακαλώντας στη μνήμη τον αρνητικό «ρόλο» που θεωρούσε ότι είχαν οι πρόσφυγες στην περιοχή.[25] Για την υποστήριξη αυτής της ιδεολογικής κατασκευής θα εξαφανιστούν ιστορικά δεδομένα. Ότι δηλαδή από τις περιοχές Φλώρινας και Κοζάνης απελάθηκαν με την Ανταλλαγή των πληθυσμών οι μουσουλμάνοι και στη θέση τους θα έπρεπε να εγκατασταθούν πρόσφυγες, οι οποίοι τελικά ήταν λιγότεροι από τον αριθμό των μουσουλμάνων που αναχώρησαν.[26]  Επίσης, δεν θα γίνει καμιά μνεία το ότι στα χρόνια της αρχικής εγκατάστασης, από την πλευρά της διοίκησης υπήρχαν επιφυλάξεις για τους πρόσφυγες που «μπολσεβικίζουν»[27] και ότι σε πολλές περιπτώσεις η μεταχείριση των προσφύγων από τις αρχές ήταν δυσμενής.[28] Η προκατάληψη του «Ιού» κατά των Ποντίων προσφύγων θα είναι τέτοια ώστε ακόμα και στο αφιέρωμα για το Ολοκαύτωμα του ποντιακού χωριού Μεσόβουνο στην Κοζάνη θα επαναλάβουν τη γνωστή τους θέση:  «..Η εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή εξυπηρετούσε γνωστούς -και δημόσια διακηρυγμένους- «εθνικούς στόχους»..»[29]

            Εύγλωττη είναι η ολοκληρωτική απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο προσφυγικό πρόβλημα των Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση από το χώρο αυτό, όπως και από τον «αντιρατσιστικό χώρο» κι απ’ τα «αντιρατσιστικά φεστιβάλ». Τα φεστιβάλ αυτά άρχισαν να διοργανωνονται από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο όσον αφορά τα προσφυγικά ζητήματα επηρεαζόταν ιδεολογικά από το ρεύμα του «Ιού». Αντίστοιχα, ουδέτερη έως αρνητική στάση απέναντι στους νέους πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση θα κρατήσει και ο αντίστοιχος πολιτικός χώρος του «Ιού» που υπήρχε στην πάλαι ποτέ «πρωτεύουσα των προσφύγων» κατά Ιωάννου, Θεσσαλονίκη, καθώς και η Οικολογική Ομάδα της πόλης. Η μοναδική αναφορά θα είναι ένα κείμενο του Μιχ. Τρεμόπουλου με τίτλο «Όχι Πόντιοι στη Θράκη», όπου απουσιάζει απολύτως κάθε συναίσθημα αλληλεγγύης προς τους νέους πρόσφυγες, οι οποίοι απλώς αντιμετωπίζονται ως ένας εν δυνάμει κίνδυνος για τους «τουρκομουσουλμάνους» της Δυτικής Θράκης, η οποία με τη σειρά της παραλληλίζεται με τα κατεχόμενα της Κύπρου.[30]

            Η στιγμή όμως της έντονης αντιπαράθεσης θα έρθει μετά το 2000, όταν θα επιχειρηθεί η ενεργοποίηση του δεύτερου νόμου που αναγνώριζε τη γενοκτονία στο σύνολο του μικρασιατικού εδάφους, που ψηφίστηκε επίσης ομόφωνα από τη Βουλή των Ελλήνων τον Οκτώβριο του 1998, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης  και  παρέμενε ανενεργός[31]. Δυόμιση χρόνια αργότερα (Ιανουάριος 2001), με αφορμή τη διαδικασία αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων από το γαλλικό κοινοβούλιο, θα αρχίσουν να εμφανίζονται στον ελληνικό Τύπο άρθρα για την χρονική καθυστέρηση εφαρμογής του νόμου του ‘98.[32] Τελικά παρότι  στο 1ο άρθρο του ήδη ψηφισμένου και δημοσιευμένου νόμου αναφερόταν ότι «Ορίζεται η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας…», στο νέο Προεδρικό Διάταγμα που υπογράφηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν περιεχόταν πλέον ο όρος «γενοκτονία».[33]

            Η ανορθόδοξη αυτή διαδικασία θα έχει την επιδοκιμασία της ανανεωτικής Αριστεράς, η οποία σε αγαστή συνεργασία με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά θα λάβει και πρωτοβουλίες για την αποτροπή της ενεργοποίησης του νόμου, όπως ακριβώς τον ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων, ενώ παράλληλα θα δώσει άλλοθι για την αντικατάσταση του όρου «γενοκτονία» με τον όρο «καταστροφή».[34] Οι αντιτιθέμενοι στην αναγνώριση της γενοκτονίας απέκρυπταν ότι αυτός ο νόμος υπήρξε αποτέλεσμα της κινητοποίησης των προσφυγικών οργανώσεων και κατάκτηση εν τέλει της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Αντίθετα τον παρουσίαζαν ως εθνικιστική και ρεβανσιστική κρατική πολιτική.[35] Υπήρξαν αφιερώματα που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα με την παραδοσιακή αντίληψη[36] κι άλλα που υποβάθμιζαν και ειρωνεύονταν το ιστορικό γεγονός, θεωρώντας το ως εθνικιστικό εφεύρημα και προπαγάνδα.[37] Αυτό όμως που θα σοκάρει τις προσφυγικές οργανώσεις θα είναι η δήλωση τριών ερευνητών του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν υπήρξε γενοκτονία.[38]

            Με αφορμή τη συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα θα διατυπωθούν δημοσίως απόψεις ιστορικών που θεωρούσαν ότι η μόνη πραγματική γενοκτονία του 20ου αιώνα ήταν το Ολοκαύτωμα. Θα αμφισβητούν παράλληλα τη χρήση του όρου «γενοκτονία», στην περίπτωση των Ελλήνων της Ανατολής, αλλά και των Αρμενίων. Την τύχη αυτών των πληθυσμών την ερμηνεύουν ως απόρροια μιας ιστορικής διεργασίας που σχετιζόταν με τις κοινές συμπεριφορές οι οποίες αναπτύχθηκαν κατά τη διαδικασία συγκρότησης εθνικών κρατών. Η ύπαρξη ενός μεθοδευμένου σχεδίου από την πλευρά της νεοτουρκικής διοίκησης, η εμφάνιση μιας κυρίαρχης ιδεολογίας αποκλεισμού των ανεπιθύμητων πληθυσμών, η οργάνωση μηχανισμών εξόντωσης σε ειρηνικές εποχές, η υλοποίηση των σχεδιασμών εντός του Α’ΠαγκοσμίουΠολέμου, η συστηματική εθνική εκκαθάριση από το 1914, το μεγάλο ανθρώπινο κόστος σε άμαχο πληθυσμό θα παρακαμφθούν και θα αγνοηθούν. Το μοναδικό ιστορικό γεγονός που θα θεωρηθεί σημαντικό για να μνημονευτεί είναι η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών.[39]

            Η απόκλιση που έχουν οι προσφυγικές οργανώσεις και οι διανοούμενοι του προσφυγικού χώρου από την προηγούμενη προσέγγιση –που φαίνεται παρά ταύτα να εξακολουθεί να εκφράζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των σύγχρονων Ελλήνων ιστορικών- είναι πολύ μεγάλη. Και αυτή η διαφορά αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην παρακάτω ιδιαίτερη προσέγγιση στο Ολοκαύτωμα: «…η γενοκτονία των Εβραίων, μεταξύ αυτών και των συμπατριωτών μας Εβραίων της Ελλάδας, είναι ένα από τα μεγάλα εγκλήματα του 20ου αιώνα, που μας αφορά άμεσα. Και το έγκλημα αυτό μας αφορά ιδιαιτέρως! Όχι μόνο γιατί είναι συμπατριώτες μας, ούτε και με τον τρόπο που μας αφορούν οι άλλες μεγάλες γενοκτονίες, από των ιθαγενών της αμερικανικής ηπείρου μέχρι το σημερινό Νταρφούρ, αλλά με έναν κάπως ιδιαίτερο τρόπο. Και ο λόγος είναι ότι το τρομακτικό Ολοκαύτωμα που προκάλεσαν οι Ναζί κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η φρίκη που αυτό προκάλεσε στην ανθρωπότητα, επέτρεψε να καλλιεργηθεί η ευαισθησία για την καταπίεση πληθυσμών εξαιτίας της πολιτισμικής τους διαφορετικότητας. Έτσι φτάσαμε στο νομικό ορισμό του εγκλήματος της Γενοκτονίας από τον ΟΗΕ το 1948. Και έτσι κι εμείς, οι Έλληνες της Ανατολής δηλαδή, οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι, μπορέσαμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το δικό μας Ολοκαύτωμα που έγινε από τους Νεότουρκους δασκάλους των Ναζί, μόλις 20 χρόνια πριν από το εβραϊκό… Όπως τους Εβραίους οι Ναζί τους θεωρούσαν υπανθρώπους (“σαν τις κατσαρίδες“) που έπρεπε να τους εξοντώσουν ….και τους εξόντωσαν, έτσι και ‘μας οι Νεότουρκοι μας θεωρούσαν ως “τα βλαβερά χόρτα που έπρεπε να ξεριζωθούν“…. και μας ξερίζωσαν!!! Οι Εβραίοι λοιπόν άνοιξαν το δρόμο. Και ίσως το πιο συμβολικό σημείο συνάντησης να είναι το Βερολίνο, όπου εδώ και πολλά χρόνια ο τοπικός Ποντιακός Σύλλογος οργανώνει τιμητική πορεία προς το Μνημείο του Ολοκαυτώματος για να τιμήσει τους δικούς μας νεκρούς της Γενοκτονίας. Αναγνωρίζοντας με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο, ότι η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας πρέπει να είναι ενιαία, όσον αφορά το έγκλημα της γενοκτονίας…»[40]

            Μετά το 2001, η παραδοσιακή ελλαδική ερμηνεία και στάση απέναντι στον προσφυγικό χώρο θα επανέλθει με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας θα γενικευτεί και θα επιβεβαιωθεί εκ νέου ότι αποτελεί μέρος της καθεστωτικής ιδεολογίας. Οι επικρατούσες απόψεις και πάλι θα είναι: «οι Έλληνες διέπραξαν ιμπεριαλισμό στη Σμύρνη» ή ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για το ποιοι έκαψαν τη Σμύρνη.[41] Με την προσέγγιση αυτή, ο Μουσταφά Κεμάλ προβάλλει ως αδιαμφισβήτητος επαναστάτης, ενώ στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν επιφυλάσσεται κανένας ρόλος. Η συγκρότηση των παρακρατικών ομάδων θανάτου από τους Νεότουρκους μετά τους Βαλκανικούς πολέμους παρουσιάζεται ως «μέτρο ριζοσπαστικοποίησης» και υποβαθμίζονται οι προειλημμένες αποφάσεις για εθνικές εκκαθαρίσεις, οι οποίες θεωρείται ότι νομιμοποιούνται εξαιτίας της «υπονομευτικής» διαδικασίας της ελληνοποίησης (hellenization) των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[42] Σημειολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι την ίδια χρονιά (2001) μια τουρκική οργάνωση με την επωνυμία «Σύλλογος Αντιπάλων της Γενοκτονίας» με έδρα το Βερολίνο, συγκέντρωσε περισσότερες από έντεκα χιλιάδες υπογραφές σε κείμενο που απεστάλη στη Βουλή της Τουρκίας, με το οποίο ζητούσαν την αναγνώριση των γενοκτονιών.[43] 

            Στις αναλύσεις που άρχισαν να κυριαρχούν απουσιάζει η κοινωνία, είτε ως μέσο πραγματoποίησης της εθνικής οντότητας, είτε ως συμμετέχουσα σε σκληρότατες ιστoρικές διεργασίες. Όλα  διαδραματίζονται σε μια σκηνή θεάτρου, όπου αντιπαλεύουν προκατασκευασμένοι εθνικισμοί. Στα κείμενα αυτά:  

            –Δεν αναφέρονται καθόλου οι επίσημες αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί από το 1911, από το κόμμα ‘Ενωση και Πρόοδος” που διαχειριζόταν την εξουσία.

            –Αγνοείται συστηματικά το γεγονός ότι από το 1913 οργανώνονται, όπως έχει αποκαλύψει ο ιστορικός Τανέρ Ακσάμ, οι μηχανισμοί που θα αναλάβουν δράση κατά των κοινοτήτων που έχουν προγραφεί από τους εθνικιστές

            –Αποκρύπτεται ότι από το 1914 ξεκινούν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων στην Ιωνία και την Ανατολική Θράκη με βάση οργανωμένο σχέδιο

            –Συσκοτίζεται το γεγονός ότι η ιστορική στιγμή συγκροτεί ένα μεταίχμιο, το οποίο σηματοδοτεί τη μετάβαση από την πολυεθνική προνεωτερική Αυτοκρατορία (που διαλύεται και αποχωρεί από την Ιστορία) στο έθνος-κράτος.

            –Παρουσιάζεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως το φυσικό έδαφος της εθνικιστικής Τουρκίας[44]

            –Δεν αναφέρονται οι εναλλακτικές λύσεις που είχε η ελληνική πλευρά την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ηττήθηκαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές που είχαν ήδη ξεκινήσει τις γενοκτονίες από το 1914.

            –Δεν αναγνωρίζονται πολιτικά δικαιώματα σ΄ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του οθωμανικού πληθυσμού που ήταν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία κ.ά.)

            –Θεωρείται ότι η μόνη φυσική λύση θα ήταν η εκ νέου υπαγωγή τους στην τουρκική διοίκηση.

            –Αποκρύπτεται το γεγονός ότι την περίοδο 1914-1923 από τα δύο εκατομμύρια του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέζησε το 60% περίπου, δεδομένου ότι οι πρόσφυγες που καταμετρήθηκαν στην Ελλάδα το 1928 ανέρχονταν σε 1.250.000 άτομα.

            –Αντιμετωπίζεται ο Μουσταφά Κεμάλ, που τα στρατεύματά του συγκροτήθηκαν με βάση τους παρακρατικούς πυρήνες των Νεότουρκων (Teskilat I Mahsusa), ως ο επαναστάτης και ο απελευθερωτής της περιοχής.

            –Επιχειρείται μια «εξίσωση του αίματος», αφού τα εγκλήματα του διαλυμένου ελληνικού στρατού που υποχωρούσε συγκρίνονται με την ψυχρή και προαποφασισμένη εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Δομικά επαναλαμβάνεται αυτό ακριβώς που κάνουν οι ρατσιστές αντισημίτες, οι οποίοι δικαιολογούν το Ολοκαύτωμα επικαλούμενοι τη δράση του ισραηλινού στρατού κατά των Παλαιστινίων.

         Στην ίδια ακριβώς γραμμή το ΚΚΕ θα επιβεβαιώσει τις παλαιότερες απόψεις του[45] για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες τα εδάφη της Ιωνίας είναι «υπερπόντια εδάφη» και η μικρασιατική εκστρατεία «ήταν μια υπερπόντια κατακτητική πολεμική επιχείρηση, πριν απ’ όλα του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και του ιταλικού ιμπεριαλισμού». Το δε κεμαλικό κίνημα παρουσιάζεται ως το μοναδικό «εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα», ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι υπόλοιποι διαπράττουν ιμπεριαλισμό.[46] Καμιά μνεία δεν γίνεται για τα κινήματα των γηγενών λαών, όπως το αρμενικό, το κουρδικό ή το ποντιακό. Και όταν μνημονεύουν τα κινήματα αυτά οι  ιστορικοί του ΚΚΕ, τα θεωρούν λίγο ή πολύ «ξενοκίνητα»: «Οι Πόντιοι  ξεσηκώνονται με προτροπή της «μητέρας πατρίδας» (της τυχοδιωκτικής ελληνικής αστικής τάξης), οι Κούρδοι με προτροπή των Άγγλων ενώ οι Αρμένιοι εισβάλλουν στο ανατολικό τμήμα….». Όλα τα άλλα κινήματα, πλήν του κεμαλικού, είναι «εθνικιστικά».[47] Η απόπειρα των Ποντίων να δημιουργήσουν δικό τους κράτος θεωρείται «καθαρά ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα».[48] Η αντιμετώπιση του Μουσταφά Κεμάλ ως του αδιαμφιβήτητου «επαναστάτη που πέταξε στη θάλασσα τους Έλληνες εισβολείς» θα είναι καθολική σε όλο το φάσμα της Αριστεράς, ακόμα και της λεγόμενης «πατριωτικής».[49]

         Όμως παραδόξως ως ένα βαθμό το ΚΚΕ, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Αριστερά θα αναγνωρίσει ουσιαστικά τη γενοκτονία των Ποντίων και θα τη μνημονεύει στην εφημερίδα του.[50] Η διοργάνωση του «1ο Επιστημονικού Συνεδρίου» με θέμα «Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και η διαχρονική εξέλιξη του ζητήματος» από Πόντιους οργανωμένους στο ΚΚΕ επιβεβαίωσε οριστικά την αναγνώριση.[51] Έστω και αν αυτή η αναγνώριση μπαίνει στην προκρούστεια ιδεολογική κλίνη των παραδοσιακών αντιλήψεων.[52]

            Την ίδια εποχή θα υπάρξουν επίσης αντιπροσφυγικές παρεμβάσεις εξαιρετικά έντονες, με αριστερή μορφή και φρασεολογία, όπως αυτές του Γ. Νακρατζά ή της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης», που μάλλον θα έπρεπε να ενταχθούν σε άλλη κατηγορία, εφόσον μοιάζουν πάρα πολύ ή επηρεάζονται, πιθανόν ερήμην τους, απ’ τις τουρκικές εθνικιστικές ερμηνείες. [53] Το Νοέμβριο του 2009 ανακαλύφθηκε ότι ο τουρκικός στρατός διατηρούσε προπαγανδιστικό ιστότοπο για να προβάλει «τα εγκλήματα των Ελλήνων στον Πόντο».[54] Η επιχειρηματολογία του Νακρατζά είναι πανομοιότυπη με αυτή που διατυπώνεται σε τουρκικά ακροδεξιά ιστολόγια και προέρχεται από την επίσημη και παρακρατική τουρκική παραγωγή για το ποντιακό ζήτημα, όπως π.χ. από το βιβλίο Pontos Meselesi.[55] Οι θέσεις του Νακρατζά, εξ αιτίας της χρησιμοποιήσης αντιεθνικιστικής φρασεολογίας, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και αναδημοσιεύονται εύκολα σε αντιεξουσιαστικούς ιστότοπους.[56]

            Οι παρεμβάσεις του Νακρατζά θα αποκτήσουν ακροατήριο και οι απόψεις του θα αρχίσουν να διαδίδονται σε χώρους που είτε δεν έχουν πρόσβαση σε αντικειμενικές πληροφορίες ή αρχίζουν να ενοχλούνται από τις ακρότητες και τον εθνικιστικό λόγο που κυριάρχησε για μια περίοδο σε ορισμένες ποντιακές οργανώσεις. Έτσι αναπαράγεται το ιδεολογικό σχήμα που αμφισβητεί τα ιστορικά γεγονότα και αναφέρεται σε μια «υποτιθέμενη γενοκτονία», ή οποία αποτελεί μέρος μιας «νεοποντιστικής πολιτικής ιδεολογίας». Απ’ αυτή τη «σχολή σκέψης», οι ποντιακοί σύλλογοι δεν αντιμετωπίζονται ως δημοκρατικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ως «θεσμικό παρακράτος». Το ρεύμα αυτό αιτιολογεί την πολιτική που ακολούθησε ο τουρκικός εθνικισμός  και δικαιολογεί ακόμα και πράξεις δολοφονιών, όπως αυτή του δημοσιογράφου Νίκου Καπετανίδη, που συνέβη το 1921, χαρακτηρίζοντάς τον ως «πιθανόν κατάσκοπο του ελληνικού κράτους στην Τραπεζούντα…».[57] Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε από τον Νακρατζά στην ιστοσελίδα της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης» και απεστάλη ηλεκτρονικά σε χιλιάδες αποδέκτες.[58]

            Η αντιπροσφυγική φιλολογία θα γενικευτεί με την οργανωμένη πλέον αμφισβήτηση της γενοκτονίας. Θα εκδοθούν βιβλία που θα ενοχοποιούν πολιτικά και ιδεολογικά το κίνημα για την αναγνώριση της γενοκτονίας, τοποθετώντας το στο χώρο του εθνικισμού και της Δεξιάς. Αποκρύπτοντας παράλληλα το γεγονός ότι οι δυνάμεις που οδήγησαν τον ποντιακό χώρο στη ριζοσπαστικοποίηση προέρχονταν εξ ολοκλήρου από την Αριστερά καθώς και ότι το αίτημα για αναγνώριση της γενοκτονίας συνάντησε στην αρχή την αντίθεση της τότε Δεξιάς, η οποία προσπαθούσε να αποτρέψει το γεγονός της αναγνώρισης. Θα προβάλλονται τα υπαρκτά προβλήματα που κληροδότησε στο προσφυγικό κίνημα μια υπερβολική και αναποτελεσματική διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος, όπως αυτό συνέβη με την υπερεκτίμηση των πληθυσμιακών μεγεθών, καθώς και του αριθμού των θυμάτων. Όμως, ενώ το γεγονός αυτό της μεγέθυνσης των πληθυσμών και των απωλειών συναντιέται σε όλες τις ομάδες που έχουν υποστεί διώξεις και γενοκτονία, από τους Αρμένιους μέχρι τους Εβραίους, οι συγκεκριμένοι συγγραφείς το προβάλλουν ως αποκλειστική επιλογή των Ποντίων και το αναδεικνύουν σε πρωτεύον γεγονός. Το σημαντικότερο όμως, από μεθοδολογικής πλευράς, είναι ότι το ιστορικό υλικό χρησιμοποιείται με βάση την εξυπηρέτηση του προαποφασισμένου συμπεράσματος και οι «ενοχλητικές πηγές» που δεν το εξυπηρετούν παρακάμπτονται.[59]


[1] Η γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στον Πόντο και σ’ όλη τη Μικρά Ασία θα αναγνωριστεί ως μια από τις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα από τον καθ’ ύλιν διεθνή ακαδημαϊκό οργανισμό IAGS. Στις 16 Δεκεμβρίου 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars – IAGS) εξέδωσε το εξής ψήφισμα:  «ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η άρνηση της γενοκτονίας αναγνωρίζεται ευρέως ως το τελικό στάδιο της γενοκτονίας, που επιφυλάσσει στους δράστες της γενοκτονίας την ατιμωρησία και αποδεδειγμένα προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντικές γενοκτονίες. ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η γενοκτονία μειονοτικών πληθυσμών από το Οθωμανικό κράτος κατά τη διάρκεια και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο απεικονίζεται συνήθως ως γενοκτονία των Αρμενίων αποκλειστικά, με μερική μόνο αναγνώριση των ποιοτικά όμοιων γενοκτονιών άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ είναι πεποίθηση της διεθνούς Ενώσεως Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών ότι η εκστρατεία των Οθωμανών εναντίον των Χριστιανικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε μια γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΟΤΙ η ένωση ζητά εκ τούτου από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες αυτών των πληθυσμών, να εκδώσει μια επίσημη απολογία και να προχωρήσει σε άμεσα και σημαντικά βήματα για αποκατάσταση». (http://www.genocidetext.net )

[2]      Γεώργιος Κ. Βαλαβάνης, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, ανατύπωση εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 3-7. 

[3]      Δύο είναι η ομάδες που θα πρωτοστατήσουν: Η πρώτη γύρω από τον Ποντιακό Σύλλογο Αργώ
 στην Καλλιθέα Αττικής (στην παλιά του μορφή 1986-1996) και η δεύτερη γύρω από τους «Ιταλούς», που δημιούργησαν το Κέντρο Ποντιακών Μελετών. Η επανατοποθέτηση του ποντιακού ζητήματος από τους Χαραλαμπίδη-Φωτιάδη, που υπήρξαν βασικοί συντελεστές του ρεύματος που προήλθε από την Αριστερα του Πασόκ, τους λεγόμενους «Ιταλούς» θα γίνει με την εξής επιχειρηματολογία: «Αυτή την ιστορική συγκυρία το δικαίωμα των Ποντίων στη μνήμη, η γνώση δηλαδή της ιστορίας τους και ειδικότερα των πολιτικοϊστορικών λόγων που καθόρισαν την εξέλιξη και η σημερινή ποντιακή πραγματικότητα σε όλο τον κόσμο, αποτελεί επιτακτικά μια πρώτη βασική συνθήκη για την ποντιακή ύπαρξη και συνέχεια. Λογική ακολουθία αυτής της εκτίμησης είναι η ανάδειξη της αναγκαιότητας για έναν ακριβή προσδιορισμό ή επαναπροσδιορισμό της φύσης και του χαρακτήρα του ποντιακού προβλήματος σήμερα» (Μιχάλης Χαραλαμπίδης-Κώστας Φωτιάδης, Πόντιοι. Δικαίωμα στη Μνήμη, εκδ. Ηρόδοτος, 1987, Αθήνα, σελ. 9,10.)

[4]      Η προκήρυξη αυτή κυκλοφόρησε το 1986. Κάποιες άλλες προκηρύξεις της «Αργώς» δημοσιεύονται στο: Μαρία Βεργέτη, ό.π., σελ. 371-382. Σε μια δεύτερη εκδοχή της πρώτης αυτής προκήρυξης στα τελικά συνθήματα θα συμπεριληφθεί το «Αυτόνομη συγκρότηση του ποντιακού λαού», κάτι που θα προκαλέσει συναγερμό στις αρχές Ασφάλειας, οι οποίες θα αρχίσουν να αναζητούν τους «Πόντιους τροτσκιστές», οι οποίοι, όπως πίστευε η Ασφάλεια, ευθύνονταν γι αυτές τις προσεγγίσεις. (Βλάσης Αγτζίδης, «Πώς ξεκίνησαν οι προσπάθειες για αναγνώριση της γενοκτονίας», εφημ. Εύξεινος Πόντος, αριθ. 7, Ιούλιος 1997, σελ. 18-19)

[5] Μιχάλης Χαραλαμπίδης, Εθνικά Ζητήματα, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα, 1989, σελ  108. Στο κείμενό του «Η ‘εθνικοφροσύνη’», εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1991, ασκεί σφοδρή κριτική στη Δεξιά και την εθνικοφροσύνη για την «εθνική συρρίκνωση». Υποστηρίζει ότι «η Ελλάδα πρέπει να αναδειχθεί σε ηθική και αναγεννητική δύναμη αυτής της περιοχής». 

[6] «Δεν ανταποκρίθηκαν με υπευθυνότητα. Οι απόψεις του κ. Λαυρεντίδη για τη γενοκτονία», συνέντευξη στον Παύλο Τσακιρίδη, εφημ. Δεσμός, όργανο Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων,  αριθ. 36-37, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1992.

[7] Η διεθνής κινητοποίηση θα εγκαινιαστεί με την ενεργοποίηση των πρώτων ομάδων που οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Έτσι η πρώτη μεγάλης σημασίας και έκτασης παρέμβαση θα είναι η διοργάνωση σειράς εκδηλώσεων στο ευρωκοινοβούλιο με την κάλυψη και την ενίσχυση του Δημήτρη Φίλη που ως εκπρόσωπος του ενιαίου ΣΥΝ είχε αναλάβει τη διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού («Η Οδύσσεια των Ελλήνων του Πόντου» εφημ. Νέα της Μόσχας, Ιούνιος, 1990, σελ. 22) 

[8]      Η εισηγητική έκθεση είχε κατατεθεί από 22 βουλευτές του Πασόκ τον Απρίλιο του 1992.      

[9] Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ειδική ανακοίνωση με τον τίτλο: «Setting the record straight on Pontus propaganda against Turkey», η οποία φιλοξενείται συνεχώς και από την επίσημη σελίδα του στο internet. Στην ανακοίνωση αυτή, επιχειρείται να παρουσιαστεί η ιστορία αντίστροφα. Στο ερώτημα: «Who commited genocide: Turks or Greeks bands?» απαντούν με βεβαιότητα: «Οι Έλληνες!» Επιπλέον, το τουρκικό Υπ.Εξ. -είτε από σκοπιμότητα, είτε από γνώση μόνο του τουρκικού τρόπου λειτουργίας μιας κοινωνίας- θεωρεί ότι το ζήτημα της γενοκτονίας γεννήθηκε από το ελληνικό κράτος και ότι εξυπηρετεί κρατικούς στόχους. Μέσα από την επίσημη θέση προβάλλουν όλοι οι τουρκικοί φόβοι, καθώς και όλο το πλαίσιο της τουρκικής προπάγανδας. Για την επίσημη Τουρκία, το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί εφεύρημα του ελληνικού κράτους για να αμφισβητηθεί η ακεραιότητά της. Αποτελεί μέσο υπονόμευσης και αποσταθεροποίησης του τουρκικού κράτους με την υποκίνηση «μικρο-εθνικιστικών αισθημάτων» στο εσωτερικό του, καθώς και για την πρόκληση διώξεων κατά της «τουρκικής» μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Όπως φαίνεται, δύο είναι οι βασικοί φόβοι της τουρκικής διπλωματίας: Η πιθανότητα εμφάνισης ποντιακής ταυτότητας στους ελληνόφωνους και μη πληθυσμούς της Βόρειας Τουρκίας που έχουν ως βασικό μέσο έκφρασης την ποντιακή λύρα (κεμεντζέ) και τη διαφύλαξη της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα, εφόσον έχει πλέον διαταραχθεί η μειονοτική ισορροπία, που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης, μετά τις διώξεις κατά των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο.

Γράφουν επίσης:

«Μπορεί να ειπωθεί ότι  η Ελλάδα επιδιώκει τους παρακάτω αντικειμενικούς στόχους:

                -Να αμαυρώσει την εικόνα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, που εμπόδισε την ελληνική εισβολή στην Τουρκία,

                -Να παραπλανήσει τον κόσμο, ότι η ιστορία της Τουρκίας είναι γεμάτη από γενοκτονίες και ότι η ιδεολογία της βασίζεται επί του ρατσισμού,

                -Να εμφανίσει την τρομοκρατία του ΡΚΚ σαν ένα «πόλεμο για την απελευθέρωση» και να συγκροτήσει με το ΡΚΚ ένα μέτωπο εναντίον της Τουρκίας, δημιουργώντας ένα σύνδεσμο μεταξύ «Ελλήνων του Πόντου» και «Κούρδων»,

                -Να ενθαρρύνει τα αντιτουρκικά αισθήματα στους έτσι καλούμενους Έλληνες του Πόντου, αποδίδοντας σ’ αυτούς μια πλαστή «ποντιακή ταυτότητα»,

                -Τελευταίο, αλλά πιο σημαντικό, να χρησιμοποιήσει το στοιχείο του Πόντου στη διαδικασία αποτουρκοποίησης της Δυτικής Θράκης.» (Αναλυτική παρουσίαση της τουρκικής στάσης στο: Θεόδωρος Ε. Παυλίδης, Το Ποντιακό από τη Σκοπιά των Τούρκων, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2009.)

[10] Ακολουθώντας τη διεύθυνση http://members.aol.com/xsoysal/index.html/homepage.html (2000) βρίσκεσαι σ’ ένα μεγάλο φόρουμ συζητήσεων της αντικεμαλικής Αριστεράς που τιτλοφορείται: «Tarih ve Demokrasi Forum«, δηλαδή «Ιστορικό και Δημοκρατικό φόρουμ». Δημιουργός του είναι ο Ozcan Soysal, κάτοικος Άγκυρας και εθνικά Τούρκος όπως δηλώνει, που κατάγεται από το χωριό Χάσερε της Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη) του Πόντου στη Βόρεια Τουρκία. Στις συζητήσεις του φόρουμ, συμμετέχουν καθημερινά περισσότερα από 150 άτομα. Πρώτο θέμα συζήτησης, όπως αναγράφεται στην εισαγωγική σελίδα, είναι «Το ζήτημα των Αλεβί / Κιζιλμπάσηδων». Το δεύτερο θέμα είναι «Γενοκτονίες χριστιανών (Αρμένιοι, Ρωμιοί, Πόντος, Σύριοι, Ασσύριοι)». Έβδομο θέμα, αμέσως μετά από  «Το κουρδικό ζήτημα» είναι το «Εθνικές μειονότητες στην Τουρκία: Πόντιοι, Λαζοί, Εβραίοι, Αρβανίτες, Πομάκοι κ.ά.» Κάνοντας κλικ στο δεύτερο θέμα μπήκαμε σε πλήθος κειμένων που περιείχαν προβληματισμούς, εισηγούνταν θέματα και τοποθετούνταν πάνω στα επίμαχα ζητήματα. Ένα εκτεταμένο θέμα για την ιστορία του Πόντου με τον τίτλο «Pontos Kimligi» (ποντιακή ταυτότητα), παρουσιάζει ένας μουσουλμάνος ελληνόφωνος, ο Mehmet. Μεταξύ άλλων γράφει: «Η Τουρκία παρουσίασε ως Πόντιους μόνο το χριστιανικό κομμάτι. Ο σκοπός της ήταν να μην ενωθούν τα δύο μέρη… Τελικά, την ιστορία μας των 3.000 χρόνων μας έκαναν να την ξεχάσουμε. Μας έκαναν να ντρεπόμαστε για την πραγματική μας ταυτότητα. Παρόλα αυτά δεν αντέχουν ούτε τις ύστατες προσπάθειές μας.» Ο Ozcan Soysal σχολιάζει ως εξής το άρθρο του Mehmet: «Χάρηκα ιδιαίτερα επειδή είμαι από τη Γκιουμουσχανέ.  Χάρηκα πολύ που άκουσα τη φωνή των μουσουλμάνων Ποντίων. Η φωνή σας θα είναι ένα δημοκρατικό βήμα την εποχή που η Τουρκία αλλάζει πρόσωπο. Το χωριό μας λεγόταν Χάσερε και κατοικιόταν από χριστιανούς και μουσουλμάνους. Οι χριστιανοί διώχτηκαν και πήγαν στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι κάποτε θα μπορέσω να έρθω σε επαφή με τους χωριανούς μου στην Ελλάδα.» Σε άλλο άρθρο του ο Ozcan Soysal αναρωτιέται: «Οι κεμαλιστές υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες που πήγαν στη Σμύρνη ήταν κατακτητές. Όμως στη Σμύρνη οι περισσότεροι ήταν Έλληνες, ενώ οι μουσουλμάνοι λίγοι. Πώς γίνεται λοιπόν να είναι κατακτητές;» Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει επίσης ο διάλογος που γίνεται στις τουρκικές σελίδες του site: http://members.xoom.com/pontians (2000) Στο φόρουμ αυτού του site συμμετέχουν καθημερινά γύρω στα τριάντα άτομα. Ο Mesut Guler  σ’ ένα δεκασέλιδο άρθρο με τίτλο «Pontos isyani» (Η επανάσταση του Πόντου), αναφέρεται στην «καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία» και στους Πόντιους, οι οποίοι ως «αιχμάλωτοι», άρχισαν να οργανώνονται και να επαναστατούν, ειδικά από το 1916. Γράφει μεταξύ άλλων: «Ο Πόντος έχει 2.700 χρόνια ιστορία. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι επαναστάτησαν για τον ίδιο σκοπό: την ελευθερία του Πόντου… Τον Αύγουστο του 1923, γυναίκες, παιδιά, γέροι, γριές, όλοι οι Πόντιοι, έπρεπε να διωχθούν. Μέχρι το 1923 οι δολοφονίες και οι διωγμοί εφαρμόζονταν συστηματικά πάνω στον ποντιακό λαό. Στα χωριά και στις πόλεις, οι άοπλοι και οι αδύναμοι σκοτώνονταν συστηματικά. Τέλος, 322.500 Πόντιοι αφήνουν την πατρίδα τους και φεύγουν στην Ελλάδα. Πίσω έμειναν οι πλούσιοι και όσοι αντάρτες δεν μπόρεσαν να φύγουν. Έτσι, αυτοί που γλύτωσαν τη γενοκτονία αναγκάστηκαν να σιωπήσουν και να ξεχάσουν την ιστορία τους.»  (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο: «Τουρκική κοινωνία και γενοκτονίες», 18 Ιουνίου 2000 σελ. 39.)

[11] Χαρακτηριστική είναι η εισαγωγή στο άρθρο για τον Παύλο Κερδεμελίδη, (τεύχ.  61, Φεβρουάριος 1988, σελ. 74-76) που συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε με την ιδεολογική επιστασία του Τ. Κατιντσάρου –για την εξασφάλιση του «πολιτικά ορθού»- όπου ουσιαστικά γινόταν αποδεκτή  η επιχειρηματολογία του ριζοσπαστικού ποντιακού κινήματος, όπως είχε παρουσιαστεί στις προκηρύξεις της «Αργώς».  

[12] Για το άρθρο της «Σόνιας» στα Άνθη του Κακού βλ. http://ngnm.vrahokipos.net/apend04.html?start=7 (20-2-2010), ο Δ. Καταϊφτσής θεωρεί ότι: «Το συγκεκριμένο άρθρο είναι μια πολύ κλασσική περίπτωση προσπάθειας μιας αναρχικής να εντάξει ιστορικά τους Έλληνες Πόντιους στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.»

 [http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/01/21/greeks-in-machnovtsina/

  (20-2-2010)]

[13] «Πόντος: Μια άγνωστη ιστορία, ένα ανοικτό πρόβλημα», περ. Convoy, τεύχ. 7, 1987, σελ. 31. Στο κείμενο αυτό υπάρχει αναφορά στους ελληνοσοβιετικούς πληθυσμούς και τις σταλινικές διώξεις: «…με την επικράτηση του Σταλινισμού και του μεγαλορωσικού σωβινισμού αρχίζει η δίωξη της Ποντιακής διανόησης. Το 90% πεθαίνει στη Σιβηρία. Κλείνουν τα σχολεία, οι εφημερίδες τα θέατρα.»  Χαρακτηριστικό του πνεύματος του κειμένου είναι το εξής απόσπασμα: «Όσο αφορά την παραδοσιακή Αριστερά, ο οπορτουνισμός και η μεταφυσική σκέψη την οδήγησαν στην απόκρυψη των γεγονότων. Τους Ποντιακούς πληθυσμούς στην Ελλάδα τους είδε οικονομίστικα και αγνόησε τελείως την προέλευσή τους. Η πολιτική ερμηνεία της γενοκτονίας και της προσφυγιάς έγινε κάτω από το πρίσμα του απόλυτου σεβασμού της κυριαρχίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πάνω στους καταχτημένους λαούς….» 

[14] «Για το ζήτημα των Ποντίων», εφημ. Σοσιαλιστική Αλλαγή, 13 Ιανουαρίου 1990.

[15]    Φαίνεται ότι πρόσφατα ξεκίνησε και πάλι, αυθόρμητα και όχι συστηματικά, μια τέτοια συζήτηση. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο του Θεοδωρίδη στην εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη:  «Όλα τα παραπάνω ζητήματα, καθώς και η εμφάνιση ενός σημαντικού ποντιακού-προσφυγικού διεκδικητικού κινήματος εδώ και μια 25ετία, θέτουν την Αριστερά μπροστά στο καθήκον να ανοίξει μια πραγματική συζήτηση για το τι πραγματικά έγινε στην Ανατολή ( «ιδιοτροπία της Ιστορίας ή κακό παιχνίδι της διαλεκτικής» αναρωτιόταν από τότε ο Άγις Στίνας για το κίνημα Κεμάλ) τα κρίσιμα χρόνια του μετασχηματισμού, χωρίς ταμπού, προκαταλήψεις και προκάτ σχήματα. Μια τέτοια συζήτηση δεν έγινε ποτέ. Γιατί από τότε που οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (μετά το ’23) συνάντησαν το ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα και του προσέφεραν πάρα πολλά, δεν έμεινε ποτέ χρόνος για μια ώριμη αποτίμηση.  Από το 1928 που θεσπίστηκε ο κατασταλτικός νόμος κατά των κομμουνιστών και των προσφύγων και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ποτέ μια τέτοια γόνιμη συζήτηση. Ίσως έχει έρθει η ώρα, εκτός εάν έχουμε αποφασίσει να εκχωρήσουμε στην Ακροδεξιά ένα κίνημα των πολιτών που αναπτύχθηκε από τα κάτω και θέτει τα δικά του ιδιαίτερα αιτήματα καθώς και την ιστορική του εμπειρία, βασισμένοι σε ιδεοληψίες και στερεότυπα του παρελθόντος.» (Στέργιος Π. Θεοδωρίδης, εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη, «Πόντος: Για μια άλλη ματιά στη νεοελληνική ιστορική εμπειρία», τεύχ. 826, 17 Ιουλίου, 2008). Τέτοια συζήτηση γίνεται συστηματικά στο ιστολόγιο «Πόντος και Αριστερά» από το Δεκέμβριο του 2006.

[16]  «… οι Ινδοί και οι Πακιστανοί της Βρετανίας, οι Ινδονήσιοι της Ολλανδίας, οι Αιθίοπες της Ιταλίας, οι Αλβανοί και οι Ρωσοπόντιοι της  Ελλάδας κ.τ.λ. αποτελούν σημερινούς ή αυριανούς πολίτες της Ευρώπης απέναντι στους οποίους οι θεσμοί οφείλουν να συμπεριφέρονται ουδέτερα.» (Αντώνης Λιάκος, «Νέες Εποχές», εφημ. Το Βήμα,  22 Οκτωβρίου 2000). Αν η Αριστερά κράτησε ουδέτερη θέση στο νέο προσφυγικό ζήτημα των Ποντίων της ΕΣΣΔ, οι σοσιαλιστές αδιαφόρησαν και είδαν ψηφοθηρικά το ζήτημα, ενώ η Δεξιά το αντιμετώπισε αρνητικά. 

[17] Πολλοί διανοούμενοι που προέρχονταν από την Αριστερά ενοχοποίησαν την ιστορική μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών και κατασκεύασαν ιδεολογικά σχήματα που βασίζονταν στην αντιδιαστολή της «ανατολίτικης μιζέριας» με το ορθολογική, εκσυγχρονιστικό δυτικό πνεύμα. Αντιμετώπισαν υπεροπτικά και ειρωνικά την αναφορά στα ιστορικά γεγονότα και τη νοσταλγία των προσφυγικών πληθυσμών, χαρακτηρίζοντας την ως «συνεχής κλαψούρα για εθνικές συρρικνώσεις και χαμένες πατρίδες…» (Ριχάρδος Σωμερίτης, «Η ανατολίτικη μιζέρια μας», εφημ. Το Βήμα, 31 Μαρτίου 1996.)

[18]  Το τμήμα αυτό της Β’ Πανελλαδικής δημοσιογραφικά εκφράστηκε κατ΄ αρχάς με το περιοδικό Σχολιαστής και στη συνέχεια με τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού». (Πρβ.: «Ο φάκελος της Β’ Πανελλαδικής», Ελευθεροτυπία, 19 Ιανουαρίου 2003) Επηρέασε διάφορες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, όπως το «Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», στις οποίες μετέφερε τις ιστορικές ερμηνείες και τις αξιολογήσεις του για το ποιες κοινωνικές ομάδες ήταν «πολιτικά ορθές» ώστε να υποστηριχθούν. Οι Πόντιοι πρόσφυγες από την πρώην ΕΣΣΔ  δεν ανήκαν στις ομάδες αυτές, παρότι την εποχή του Σχολιαστή είχε φιλοξενηθεί ένα σχετικό κείμενο στο περιοδικό.

[19] Ο Ιός της Κυριακής, “Ethnic Cleansing. Το ελληνικό Βιετνάμ», στο «Το άλλο ‘22», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 11 Οκτωρίου 1992, σελ. 50.

[20] Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα «…η οδύσσεια των εκτοπισμένων στα βάθη της Ανατολίας, η τραγική μοίρα των αιχμαλώτων, ο αποδεκατισμός των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας από τους Τούρκους εθνικιστές» έπονται της τουρκικής νίκης του ’22. (Ο Ιός της Κυριακής, ό.π.)

[21] Εισαγωγικό Κείμενο, περ. «Ελληνικό Παρατηρητήριο», έκδ. Δίκτυο 21 Μακεδονίας-Θράκης, τεύχ. 36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος ’07. Στο Κείμενο αυτό η εμπλοκή της Ελλάδας στο Μικρασιατικό παρουσιάζεται ως εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των συμμάχων, οι οποίοι «μας έστειλαν», όπως ακριβώς συνέβη αργότερα και στην Κορέα.

[22] Αναφορά στην τότε πρόταση Μπουτάρη στο: «Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος απαντάει σε όλα τα ερωτήματα των αντιπάλων του: ‘’Γιατί όχι οδός Κεμάλ Ατατούρκ;’’», συνέντευξη στο Σταύρο Θεοδωράκη, εφημ. Τα Νέα,  30 Μαϊου 2009. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου «Εσείς τι πραγματικά προτείνετε;» Ο Μ. Τρεμόπουλος απαντά: «Αυτό που είπε ο Μπουτάρης. Το στενό του Αποστόλου Παύλου που είναι δίπλα στο σπίτι του Ατατούρκ από το 1938 ώς το 1955 που έγινε το πογκρόμ της Πόλης λεγόταν Κεμάλ Ατατούρκ. Γιατί να μην επανέλθει;» Η επαναδιατύπωση της πρότασης Μπουτάρη από τον Τρεμόπουλο, προκάλεσε οργισμένες ανακοινώσεις των προσφυγικών οργανώσεων. Χαρακτηριστική του χάους που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι η «Ανοιχτή Επιστολή» που εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν: « Εδώ και αρκετό καιρό περιμέναμε να συναισθανθείς το βάρος των πολιτικών και ιστορικών ανοησιών που κατά καιρούς έχεις εκτοξεύσει, εις βάρος της ιστορίας, των προγόνων μας και της αξιολογήσεως των ιστορικών προσώπων….. Ως απάντηση της ανοήτου πολιτικά και ιστορικά προτάσεώς σου, σου προτείνουμε η οδός του Απ. Παύλου, η μισή να μετονομαστεί σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ και η άλλη μισή σε οδό Αδόλφου Χίτλερ…»

[23] «….Η ανάδυση της μικρασιατικής ταυτότητας σήμερα στους ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς και η διεκδίκηση ισότιμης συμμετοχής στο έθνος-κράτος των Ελλήνων, δημιουργεί μεγάλη αμηχανία στο παραδοσιακό παλαιοελλαδίτικο κατεστημένο, το οποίο με μεγάλη χαρά θα εκχωρούσε ένα σύγχρονο μικρασιατικό κίνημα (με πρωτοπορία του τον ποντιακό χώρο) στους ακροδεξιούς, είτε θα το σπίλωνε με ανυπόστατες κατηγορίες, αρνούμενο να το αποδεχτεί ως μια υπαρκτή συνιστώσα.» (Β. Αγτζίδης, ”Το επικίνδυνο πρόσωπο του παλαιοελλαδιτισμού ή πώς να κάνεις μια πετυχημένη προβοκάτσια”, περ. Ακρίτεια, δίμηνη έκδοση των Ακριτών του Πόντου Σταυρούπολης, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1998, σελ. 10.)

[24] Ο «Ιός» θα παρουσιάσει αργότερα το δράμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής,  («Η Ρατσιστική υποδοχή των προσφύγων του 1922. Πάντα ανεπιθύμητοι», εφημ. Ελευθεροτυπία, 24 Ιανουαρίου 2010) με μια «εκμεταλλευτική πρόθεση», όπως θα σχολιαστεί : «Η ομάδα του “Ιού” της Κυριακής που θυμήθηκε το δράμα των προσφύγων της Καταστροφής του ‘22 και της άθλιας και εχθρικής αντιμετώπισής  τους  από το κράτος και τη Δεξιά για να υποστηρίξει  τις απόψεις της για το μεταναστευτικό και τις δικές της εμμονές και ιδεοληψίες.»Ο Άρειος Πάγος, ο “Ιός” και ο νεοελληνικός αμοραλισμός», http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/01/24/areios-pagos-ios/ (23-2-2010)]

[25] Ο Ιός της Κυριακής, «Τα στρέμματα της εθνικοφροσύνης», εφημ. Ελευθεροτυπία, 15 Μαρτίου 1998.

[26]    Στη Φλώρινα, στη θέση των 32.925 μουσουλμάνων που απεχώρησαν κατέφθασαν 19.105 πρόσφυγες, ενώ στην Κοζάνη οι μουσουλμάνοι που έφυγαν ήταν 68.268 και οι πρόσφυγες που ήρθαν 53.051. [Ευστάθιος Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 204.] Αυτό δε σημαίνει ότι  η κεντρική διοίκηση δεν προσπαθούσε να αυξήσει τα ποσοστά των Ελλήνων κατοίκων στις Νέες Χώρες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Με την  Ανταλλαγή των Πληθυσμών διευκολύνθηκαν κατά πολύ οι κρατικές επιδιώξεις. Η πολιτική αυτή παρουσιάζεται στο Dimitri Petzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece, εκδ. Mouton, Παρίσι, 1962.

[27] Θεοφυλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω απ’ την  άσβεστη φλόγα, 2η έκδοση, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1997,  σελ. 390-391.

[28]  Σε τηλεγράφημα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας προς την υποδιοίκηση Καϊλαρίων  στις 20 Ιουνίου 1923 αναφέρεται: Υπεβλήθησαν υμίν παράπονα ότι η απέναντι των προσφύγων στάσις υμών, το όσον αφορά εγκατάστασιν αυτών όσον και την περίθαλψιν δεν είνε ευνοϊκή και ότι η εν γένει  πολιτεία υμών απέναντι αυτών ουχί εξυπηρετική και διευκολυντική» (Νικηφόρος Μαναδής,  Εμπορικός Σύλλογος Πτολεμαϊδας από το 1923, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Πτολεμαϊδα, 2007, σελ. 141.)

[29] Ιός, «Η ανατομία μιας σφαγής», εφημ.  Ελευθεροτυπία, 27 Οκτωβρίου 2002.

[30]  Μιχάλης Τρεμόπουλος, «Όχι στη Θράκη οι Πόντιοι», περ. Οικοτοπία, Μάρτιος 1990, σελ. 12. Στη Θράκη τελικά εγκαταστάθηκαν περίπου 20.000 από το σύνολο των 250.000 που έφτασε στην Ελλάδα μέσα σε μια δεκαετία, από το 1989. Η πραγματική κατάσταση των Ποντίων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Θράκη δε φαίνεται να είναι τόσο ζηλευτή. Σε προκήρυξη που εκδόθηκε από τον Ιούλιο του 1988 και υπογράφεται από «Επιτροπή Ποντίων» αναφέρεται σε βιασμό μιας Πόντιας από τη ΕΣΣΔ από έναν μουσουλμάνο τονίζεται η δυσμενής κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Πόντιοι πρόσφυγες και σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους. Η προκήρυξη έχει ως τίτλο «Ο αντρικός σωβινισμός είναι ο ισχυρότερος απ’ όλους τους σωβινισμούς» και έχει ως υπέρτιτλο «Η Κομοτηνή και οι πραγματικές μειονότητες». Στην προκήρυξη επισημαίνεται : «Το συγκεκριμένο και πρωτοφανές για τη Κομοτηνή γεγονός ανέδειξε και κάποιες άλλες πλευρές. Όπως: τον ρατσισμό που επικρατεί στο χώρο της μουσουλμανικής μειονότητας στην αντιμετώπιση των γυναικών…Οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ αποτελούν την ελληνική μειονότητα της Κομοτηνής με πολλά προβλήματα.. Στην Κομοτηνή αντιμετωπίζει τον ρατσισμό πολλών άσχετων νεοελλήνων και πολλών μουσουλμάνων…. Το τελευταίο γεγονός του βιασμού απέδειξε ότι οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ, εκτός από στόχο ανεγκέφαλων νεοελλήνων αρχίζουν να αποτελούν και πεδίο σεξιστικών ορέξεων των μουσουλμάνων»    

[31] Το μόνο που απέμενε ήταν η διοικητική πράξη εφαρμογής του με ένα τυπικό Προεδρικό Διάταγμα. Με βάση το 2ο άρθρο του Νόμου έπρεπε να καθοριστεί «ο χαρακτήρας, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης» με Προεδρικό Διάταγμα. Τα όσα ακολούθησαν μπορούν να θεωρηθούν ως απόλυτη και συνειδητή υπονόμευση των κατακτήσεων της κοινωνίας των πολιτών, η οποία «τόλμησε» να παράγει ανεπιθύμητα αποτελέσματα στους κρατούντες. Με ευθύνη του τότε υπουργού Εξωτερικών, η τυπική διαδικασία εφαρμογής του νόμου δεν ακολουθήθηκε. Ο νόμος δεν πήρε το δρόμο της υλοποίησης, παρόλες τις διαμαρτυρίες των προσφυγικών μικρασιατικών οργανώσεων.

[32] Για να τεθεί σε εφαρμογή ο Νόμος θα έπρεπε να υπογραφεί το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, όπου θα περιγράφονταν απλώς ο τρόπος εφαρμογής. Με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Πολιτισμού, ο Νόμος, ερήμην όπως φαίνεται του υπ. Εξ., πήρε το δρόμο του για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Το Προεδρικό Διάταγμα που συντάχθηκε στάλθηκε στον Πρόεδρο της χώρας για να υπογραφεί ως τεχνική διαδικασία. Έτσι ή αλλιώς, ο Πρόεδρος είχε υπογράψει το Νόμο που αναγνώριζε τη «γενοκτονία στη Μικρά Ασία» δυόμιση χρόνια πριν. Όμως, ως αποτέλεσμα της νέας πολιτικής, το προεδρικό διάταγμα αποσύρθηκε για να απαλειφθεί ο όρος «γενοκτονία» και να ξαναϋπογραφεί από τον ίδιο πρόεδρο χωρίς την επίμαχη λέξη..

[33] Η προσπάθεια υπογραφής του Προεδρικού Διατάγματος συνδυάστηκε από πολλούς με τη διάθεση να υπονομευτεί η ελληνοτουρκική συνεννόηση. (Ριχάρδος Σωμερίτης, «Οι πολιτικές γενοκτονίες», εφημ. Το Βήμα, Νέες Εποχές, 25 Φεβρουαρίου 2001, σελ. 57.)  Στις πιο έντονες, τέτοιας κατεύθυνσης τοποθετήσεις, θεωρήθηκε ότι με τον τρόπο αυτό κάποιοι επιδίωκαν την υπονόμευση της ’πολιτικής Ελσίνκι’. Αμφισβητούνταν η επιστημονική τεκμηρίωση της γενοκτονίας, η οποία πάντα παρατίθεται ως όρος εντός εισαγωγικών. Υποστηρίχθηκε ότι η χρήση του όρου «γενοκτονία»  ήταν «υπερβολή που θίγει την εθνική ευαισθησία και η θεσμοθέτησή της αυτή εγκυμονεί κινδύνους για τα εθνικά συμφέροντα» (Χριστίνα Πουλίδου, «Αν ήταν ‘’γενοκτονία’’, πώς υπήρξε ανταλλαγή προσφύγων», εφημ. Επενδυτής, 18 Φεβρουαρίου 2001.) 

[34] Ο Συνασπισμός ζήτησε απ’ τον τότε υπ. Εξ Γ. Παπανδρέου «να επανεξεταστεί η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων για ‘γενοκτονία’» εφόσον επρόκειτο «για ανιστόρητη και αντιεπιστημονική άποψη». Παρέμβαση έκανε ο πρόεδρος των (νέο)Φιλελευθέρων Στέφανος Μάνος, ο οποίος ζήτησε να μην προωθηθεί το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος, με τον οποίο ετίθετο σε ισχύ ο νόμος. Η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε ότι το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος βλάπτει τη διεθνή εικόνα της χώρας. (Ν. Φίλης «Το σχ. Π.Δ. για τη “γενοκτονία” αναπέμπεται για μελέτη…», Αυγή, 25 Φεβρουαρίου 2001). Με την ομάδα αυτή των αρνητών συμπαρατάχθηκε και ο Νίκος Μπίστης ως Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς, ο οποίος δήλωσε ότι το Προεδρικό Διάταγμα προκαλούσε την «έξαψη των εθνικιστικών παθών» («Η ΑΕΚΑ για τη γενοκτονία», εφημ Ελευθεροτυπία, 16 Φεβρουαρίου 2001).

[35] Το στέλεχος των (νέο)Φιλελεύθερων του Μάνου, Δημήτρης Σκάλκος θα γράψει στην Αυγή, στις 27 Μαρτίου 2001: «…ορισμένοι κύκλοι, εγκλωβισμένοι σε παρελθόντα ερμηνευτικά σχήματα και προβάλλοντας αμφισβητήσιμα στοιχεία, μοιάζουν να αισθάνονται άβολα με την διαφαινόμενη(;) προοπτική εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σχέσεις πάνω στις οποίες η σκιά της ιστορίας πέφτει βαριά και καταθλιπτική, δυσχεραίνοντας τις όποιες προσπάθειες προσέγγισης επιχειρούνται. Οι συνηθισμένοι κήρυκες της μισαλλοδοξίας, οι εργολάβοι της υπεράσπισης των «εθνικών συμφερόντων», αυτοί που αυτόκλητα παραδίδουν μαθήματα εθνικοφροσύνης, υιοθετούν μία βαθιά συντηρητική προσέγγιση των πραγμάτων. Με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, κινούνται σε νεκρό χρόνο, αιχμάλωτοι ενός α-χρονικού ιστορικισμού».

[36] Κάποια χαρακτηριστικά, από την πληθώρα των αρνητικών δημοσιευμάτων, είναι: «Δεν γνωρίζω αν το ελληνικό κράτος έχει χαρακτηρίσει κάποια άλλη ημερομηνία της Νεοελληνικής Ιστορίας ως ημέρα «εθνικής μνήμης». Υπάρχουν οι επίσημες εθνικές εορτές και πολλές άλλες ιστορικές επέτειοι. ….δεν υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος ώστε η 14η Σεπτεμβρίου να εξαρθεί ως ημέρα εθνικής μνήμης… Στη συλλογική, λοιπόν, συνείδηση, από το 1922 μέχρι σήμερα, η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν καταστροφή … που ήλθε ως συνέπεια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Επήλθε ως συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλά ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς….» (Άγγελος Ελεφάντης, «14 Σεπτεμβρίου: Ημέρα εθνικής αμνησίας», εφημ. Τα Νέα, 24 Φεβρουαρίου 2001),

[37] «Απομένει να δούμε τι θα γίνει αν ανάλογες εμπνεύσεις επικρατήσουν και αντίπερα του Αιγαίου, αν λ.χ. κάποιοι Τούρκοι εθνικιστές… ‘θυμηθούν’ κι αυτοί τη ‘’γενοκτονία’’ των τουρκομουσουλμανικών πληθυσμών του Μοριά του 1821…» (Ιός, «Ο καθένας κι η γενοκτονία του», εφημ. Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 2001.) Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο αφιέρωμα ασκείται κριτική στον ΟΗΕ γιατί δημιούργησε ένα τόσο «προβληματικό νομικό ορισμό του συγκεκριμένου εγκλήματος».  Και ενώ θεωρεί τον όρο τόσο ευρύ  που «μπορεί να περιλάβει τα περισσότερα από τα αιματηρά συλλογικά ξεκαθαρίσματα», δεν επιτρέπει την χρήση του από τους Μικρασιάτες, ούτε και από το ποντιακό τμήμα τους. 

[38] Οι Στ. Ανεστίδης, Μ. Κουρουπού και Ι. Πετροπούλου, στο ερώτημα για τα αν οι διώξεις εις βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συνιστούν γενοκτονία απάντησαν: «Απαντάμε σ’ αυτό το δύσκολο ερώτημα στηριγμένοι στην πείρα μας ως    ιστορικοί-ερευνητές του ΚΜΣ. Τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής και πιστεύουμε ότι οι κατά τόπους και κατά περίπτωση διωγμοί, σφαγές, εκτελέσεις και βιαιότητες που διαπράχθηκαν σε συνθήκες πολέμου και ενίοτε εκτεταμένα, με αποκορύφωμα την περίπτωση των Ποντίων, δεν νομιμοποιούν τη χρήση του όρου γενοκτονία σε επιστημονικό επίπεδο. Γενοκτονία, λέξη ανύπαρκτη πριν το 1944 σε όλες τις γλώσσες, είναι κατά τα λεξικά η συστηματική και προγραμματισμένη εξολόθρευση μιας ολόκληρης εθνότητας.» (Αυγή, 18 Φεβρουαρίου, 2001) Το κείμενο αυτό αποτελεί τη βάση που πάνω της χτίστηκε στη συνέχεια μια αντιπροσφυγική αναθεωρητική παραφιλολογία. Εμφανίζονται να αγνοούν τους όρους, όπως επίσης τα σχετικά διπλωματικά έγγραφα και τις μαρτυρίες των προσφύγων. Επενδύουν με το κύρος του Κ.Μ.Σ. μια πολιτική μεθόδευση, ακυρώνοντας έτσι οποιαδήποτε σχέση του Κέντρου με τις προσφυγικές οργανώσεις. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ουδέποτε απάντησαν στις  έντονες αιτιάσεις, κυρίως των σμυρναϊκών οργανώσεων, ούτε και δέχτηκαν να συζητήσουν δημοσίως την άποψή τους.

[39] «Διότι η δημιουργία ομοιογενοποιημένων επικρατειών επέβαλε τη λογική των εθνοκαθάρσεων, η οποία πήρε άλλοτε βίαιες μορφές, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων, άλλοτε τη μορφή της ανταλλαγής πληθυσμών, όπως ανάμεσα στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στη Βουλγαρία. Αλλοτε και τα δύο.» (Αντώνης Λιάκος, «Από τη μνήμη-εκδίκηση στη μνήμη-κατανόηση», εφημ. Το Βήμα, 11 Μαρτίου 2001.)

[40] «Για τον Abravanel», http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/07/01/abravanel/ (20-10-2010)

[41]    Χαρακτηριστικοί ήταν οι διάλογοι που ακολούθησαν την προβολή της σειράς «Το Πανόραμα του Αιώνα» στην κρατική τηλεόραση: «Δεν είναι τόσο αυτονόητο θα έλεγα ότι οι Τούρκοι έκαψαν την Σμύρνη. Υπάρχουν κάποια λογικά ερωτήματα. Γιατί ας πούμε οι Τούρκοι να κάψουμε μια πόλη η οποία τους ανήκει. Συνήθως καίει αυτός που φεύγει για να μην τα βρει ο νικητής.» (Γιάννης Γιαννουλόπουλος) «Έτσι λοιπόν όταν εμείς όταν κάναμε απόβαση στη Σμύρνη πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, έστω και τόσα χρόνια μετά, ότι κάναμε απόβαση σε μια ξένη χώρα. Στην καρδιά μιας ξένης χώρας στην πραγματικότητα, όχι μόνο αυτό. Ότι υπήρξαμε εκεί αιώνες υπήρξαμε 40% μιας πόλης κοσμοπολίτικης, είχαμε την πόλη στα χέρια μας κατά κάποιο τρόπο, είχαμε χωράφια, κάναμε βιοτεχνίες, βιομηχανίες, ήμασταν τα αφεντικά εκεί και τα αφεντικά δεν αρκέστηκαν απλά να είναι τα αφεντικά και να είναι καλά. Έκαναν και μια απόβαση, έκαναν επεισόδια, έκαναν καταστροφές, θριαμβευτικές.» (Λένα Διβάνη) στο

          http://panorama.ert.gr/ekpompes.asp?subid=819&catid=3218

[42] «Η τουρκοποίηση του κράτους, της κοινωνίας και του εδαφικού χώρου αναδεικνύεται σε μοναδική λύση σωτηρίας για το κράτος. …όσο η τουρκοποίηση της «οθωμανικής εξουσίας νομιμοποιεί την πολιτική του ελληνικού κράτους, άλλο τόσο και η ελληνοποίηση των Ρωμιών νομιμοποιεί την πολιτική των Νεοτούρκων.» (Α. Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19οςαι.-1919, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, σελ. 523 από το: Ευ. Λούβη, κ.ά. Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ’ Γυμνασίου, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2009.)

[43] «Ο Σύλλογος… απαιτεί από την τουρκική Βουλή την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας που έγινε εις βάρος των χριστιανικών λαών της χώρας (Αρμένιοι, Ασσύριοι, Πόντιοι-Έλληνες) σαν Έγκλημα ενάντια στην Ανθρωπότητα» («Σύλλογος Τούρκων ζητά από την τουρκική Βουλή την αναγνώριση της γενοκτονίας», εφημ. Πόντος, πρωτοσέλιδο, άνοιξη 2001.) 

[44] Η θέση αυτή είναι πολύ πιο «πατριωτική» απ’ τις θέσεις του ίδιου του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος δεν θεωρεί το έθνος-κράτος της Τουρκίας ως συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Η άποψη των Τούρκων εθνικιστών ήταν ότι η οθωμανική κληρονομιά έπρεπε να εξοβελιστεί και στη θέση της να αναπτυχθεί ένας καινούργιος αμιγώς τουρκικός πολιτισμός, που θα συνέδεε την κεντροασιατική καταγωγή με την ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η θέση αναπτύχθηκε υποδειγματικά από τον Ziya Gökalp (1876-1924), που θεωρείται ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού. Για τους Τούρκους εθνικιστές, οι «Αρχές Τουρκισμού» του Ζιγιά Γκιοκάλπ είναι το ιδεολογικό τους Ευαγγέλιο. Ο Γκιοκάλπ λοιπόν θεωρεί ότι ο οθωμανικός πολιτισμός είναι βαθύτατα επηρρεασμένος και αποτελεί συνέχεια του «ρωμαίικου». Και ακριβώς γι αυτό το λόγο θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί και να καταστραφεί. [Ziya Gökalp, Αρχές τουρκισμού (Türkçülügün esaslari), μετ. Άρης Αμπατζής, εκδ. Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα, 2005.]

[45]    Οι απόψεις του ΚΚΕ συστηματοποιήθηκαν σε μια έκδοση υπό την εποπτεία του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών και τίτλο: Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983. Χαρακτηριστικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι: Δημήτρης Λαζαρίδης, «Ο ρόλος του ιμπεριαλισμού στη Μικρασιατική Καταστροφή», Χρ. Τζιντζιλώνης, «Η Μικρασιατική Εκστρατεία και οι ευθύνες της ολιγαρχίας και των κομμάτων της.»

[46] Το κείμενο αυτό με τίτλο: «Από τη ‘’Μεγάλη Ιδέα’’ στην  απόλυτη τραγωδία» πρωτοδημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ) το 2000. Αναδημοσιεύτηκε απ’ τον Ριζοσπάστη στις 15 Αυγούστου 2009 στο ένθετο «7 ημέρες». 

[47]  Νίκου Παπαγεωργάκη, «Πτυχές από τη σφαγή των Ελλήνων του Πόντου» και «Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων», εισήγηση στο «1Ο Επιστημονικό Συνέδριο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς 11-13/5/07».

[48]    Για να τεκμηριωθεί ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αντιπαραβάλλεται ο αριθμός των 600.000 Ποντίων του  Πόντου με το  μυθικό των 6 εκατομμυρίων (των άλλων). Ενώ είναι γνωστό ότι εκείνη την εποχή ο συνολικός πληθυσμός στο χώρο αυτό δεν ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια. (Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 83)  Το ειρωνικό είναι ότι η χρήση αυτών των αριθμών και η επίκληση του δικαίου της κατασκευασμένης  πληθυσμιακής υπεροχής, γίνεται από αυτούς που συμφωνούν απολύτως με την κατάργηση των εκλογών, τη βίαιη καταστολή της αντιπολίτευσης στην ΕΣΣΔ από την εποχή της Κροστάνδης και του Μάχνο, αποδέχονται την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των ηγεσιών στην ΕΣΣΔ και δοξάζουν τις εξουσιαστικές πολιτικές που άσκησε μια απονομιμοποιημένη ηγεσία με την κολεκτιβοποίηση του 1928, την εξόντωση κάθε αντιπολιτευτικής φωνής στο εσωτερικό της μπολσεβικικής τάσης και στην εξόντωση των εθνικών μειονοτήτων.

[49]           Ο Στάθης Σ. της «Ε» θα κατακρίνει την Μ. Ρεπούση γιατί χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικιστικό κίνημα» για να χαρακτηρίσει το κεμαλικό. Θα γράψει: «Ο Κεμάλ ηγήθηκε του τουρκικού εθνικού κινήματος, μάλιστα απελευθερωτικού –ουδενός εθνικιστικού κινηματος ηγήθηκε» (Στάθης Σ., «Ο ναυτίλος», εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαϊου 2007.) Την ίδια άποψη διατύπωσε και ο Μίκης Θεοδωράκης στην επιστολή του για την Δραγώνα: «Άλλωστε η βασική εξωτερική μας πολιτική ως τώρα υπήρξε και είναι αμυντική με εξαίρεση την τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Τουρκία, που μας κόστισε τόσο ακριβά…..» Θέση για την οποία υπήρξαν διαμαρτυρίες από προσφυγικής πλευράς. [«Ανοιχτή (καί κατ ιδίαν) επιστολή πρός τον Μίκη Θεοδωράκη» http://vripolidis.blogspot.com/2010/01/blog-post_16.html (22-2-2010)] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που υποβαθμίζει τον  «κεμαλισμό» και δαιμονοποιεί το «νέο-οθωμανισμό»: «Και, επιτέλους, πρέπει να φύγει από το λεξιλόγιό μας, και προπαντός από την αντίληψή μας, η άποψη ότι ο εχθρός του ελληνισμού και των Ποντίων είναι ο «κεμαλισμός» και μόνο, διότι τότε πέφτουμε στην παγίδα του τουρκισμού, ο οποίος, ήδη από την εποχή του Οζάλ, έχει προσλάβει «ισλαμοκεμαλικά» και νεο-οθωμανικά χαρακτηριστικά…..» Η προσέγγιση αυτό προέρχεται από μια άλλη εκτίμηση για το ρόλο του ποντιακού κινήματος: «Και, βέβαια, κάθε στρατηγική, η οποία υποβαθμίζει την πρωταρχικότητα της γενοκτονίας και αναβαθμίζει απλώς την νοσταλγία για τις «χαμένες πατρίδες» κινδυνεύει να μεταβληθεί σε όπλο του τουρκικού νεο-οθωμανισμού.  (Γ. Καραμπελιάς, «Ο Πόντος, η γενοκτονία και το ελληνικό δίλημμα», περ. Άρδην, τεύχ. 75, 2009) ) Επιπλέον, στο πλαίσιο των φοβιών που προκαλεί στην «πατριωτική Αριστερά» ο «νεοοθωμανισμός»,  η νοσταλγία των προσφύγων του ‘22 για τις πατρίδες τους ενοχοποιείται ως ιδεολογικό επιχείρημα για τη «δορυφοροποίηση στον ανερχόμενο νεο-οθωμανισμό» (Γ. Καραμπελιάς, «H αναπόφευκτη πτώχευση ενός μοντέλου», περ. Άρδην, τεύχ. 79, Μάρτιος-Απρίλιος 2010).

[50]    «Ημέρα μνήμης για τη γενοκτονία των Ποντίων», εφημ. Ριζοσπάστης, 17 Μαϊου 2001.

[51]  Το συνέδριο αυτό οργανώθηκε στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, στις 11-13 Μαΐου 2007 από το Σύλλογο Καυκασίων Καλαμαριάς (http://users.ima.sch.gr/aetos1963/pontos.htm)

[52]    Χαρακτηριστική είναι αυτή η αντίφαση στο άρθρο του Χρ. Τζιτζιλώνη, «70 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο χαρακτήρας της εκστρατείας», στο Θέματα ελληνικής ιστορίας. Μαρξιστική προσέγγιση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 171, 172. Ο Τζιτζιλώνης παραδέχεται ότι υπήρχε «μεγάλη ελληνική μειονότητα στην περιοχή της Μικράς Ασίας». Θεωρεί ότι η ύπαρξή της «έθετε επιτακτικά το ζήτημα της κατοχύρωσης του δικαιώματος για τη διατήρηση της δικής της εθνικής ζωής και της ισοτιμίας της με τον υπόλοιπο πληθυσμό.» Δεν αποκρύπτει ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν οργανωθεί «πογκρόμ  σε βάρος του μικρασιατικού ελληνισμού». Διαφωνεί όμως με την ελληνική στρατιωτική επέμβαση γιατί «δεν είχε τίποτα κοινό με την ιδέα της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης των ελληνικών εδαφών που γύρευαν παλιά οι αστοί δημοκράτες…  Τότε επρόκειτο για ελληνικά εδάφη. Τώρα αφορούσε την επέκταση σε βάρος ξένων χωρών». 

[53]    Eίναι κλασικό το σχήμα που υπάρχει τόσο στα τουρκικά εθνικιστικά κείμενα όσο και σ’ αυτά του Νακρατζά, που άρχισαν να εμφανίζονται δημοσίως από το 2004. Υποστηρίζεται ότι δεν έχει γίνει καμιά γενοκτονία, ούτε Ελλήνων, ούτε Αρμενίων. Ότι τα περί γενοκτονίας των Ποντίων είναι  μυθεύματα κάποιων «φανατικών εθνικιστών νεοποντιστών», που εκ του μηδενός εφευρίσκουν ζητήματα και δημιουργούν προβλήματα. Και ότι αντιθέτως γενοκτονία διέπραξαν οι Πόντιοι κατά των Τούρκων. Σε κείμενό του, που φέρει τον τίτλο: «Ο θόρυβος σχετικά με τη γενοκτονία των Ποντίων» γράφει:  «Τα τελευταία χρόνια ακούγονται εκκωφαντικοί θόρυβοι αναφορικά με την υποτιθέμενη Γενοκτονία που υπέστησαν το 1922 οι Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου από τους Τούρκους…… Όσον αφορά την Γενοκτονία των Ποντίων ο εκκωφαντικός αυτός θόρυβος εξακολουθεί να συνεχίζεται προερχόμενος από εκείνη την μερίδα των Ποντίων, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους αποτελούνται από άκρως εθνικιστικά στοιχεία και οι οποίοι σε ένα σημαντικό ποσοστό είναι επαγγελματίες πατριώτες… Παρόμοια εγκλήματα Γενοκτονίας που διέπραξαν οι Έλληνες αντάρτες στον Πόντο, αφορούσαν κυρίως στην Σάντα και στην Πάφρα….».  Αντίστοιχες απόψεις μ’ αυτές του Νακρατζά και της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης» υπάρχουν αναρτημένες σ’ ένα εθνικιστικό βουλγαρικό ιστολόγιο, το Bulgarmak, που σχετίζεται άμεσα όπως είναι ευκόλως ορατό με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.

[54] Ο τουρκικός στρατός στο πλαίσιο της παρακρατικής οργάνωσης «Εργκενεκόν», που οργάνωνε πραξικόπημα, είχε θέσει σε λειτουργία και διαχειριζόταν περίπου 42 ιστότοπους στο πλαίσιο των επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου με ειδικές αναφορές στα… «εγκλήματα» των Ελλήνων εις βάρος των Τούρκων στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία και στον Πόντο! Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο  ιστότοπος http://www.pontuslu.com, με απόψεις βασισμένες στις κλασικές τουρκικές εθνικιστικές θέσεις για το ποντιακό, αντίστοιχες των οποίων είναι αυτές του Νακρατζά και της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης». Η είδηση αυτή δημοσιεύτηκε αρχικά στις 5 Νοεμβρίου στην τουρκική εφημερίδα Ζαμάν.  (Νίκος Μελέτης, «Ηλεκτρονικός πόλεμος κατά της Ελλάδας από τον τουρκικό στρατό»,  εφημ. Έθνος, 28 Νοεμβρίου 2009)

[55]    Αναλυτικά η τουρκική οπτική και προπαγάνδα παρουσιάζεται στο:  Θεόδωρος Ε. Παυλίδης, Το Ποντιακό από τη Σκοπιά των Τούρκων, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2009

[56]    Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει το: «Ο θόρυβος σχετικά με τη γενοκτονία των Ποντίων»,

         [http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=247586 (22-2-2010)] Ενδιαφέρον έχει η συζήτηση που ακολουθεί καθώς και η αντίδραση κάποιων σχολιαστών, όπως: «Τώρα βλέπω να υπάρχει ένα πρόβλημα, αφού βασική αρχή των ίντι είναι να κόβουν τα ρατσιστικά άρθρα. Φαίνεται ότι εάν πεις ότι είσαι «αντιεθνικιστής» φτάνει. Δεν έχει σημασία το τι ακολουθεί. Ακόμα κι ας καλείς τους αγγλοσάξονες να σου φέρουν στο πιάτο κάποια κομμένα κεφάλια εθνικιστών αμπορίτζιναλς!»

[57] Όμηρος Ταχματζίδης, «Οι μπολσεβίκοι και ο Πόντος. Ποιους ενοχλεί ακόμα η Οκτωβριανή Επανάσταση», εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη, νο. 821, 18 Ιουνίου 2008. Έμμεση απάντηση στο άρθρο του Ταχματζίδη θα δώσει ο  Στ. Θεοδωρίδης σε κείμενό του που ιδεολογικά βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του Ταχματζίδη, όσον αφορά την υπεράσπιση των ποντιακών προβληματισμών (Στέργιος Π. Θεοδωρίδης, εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη,  ό.π.)

[58] Στο Εισαγωγικό Κείμενο του με το οποίο συνόδευε το κείμενο του Ταχματζίδη, ο Νακρατζάς γράφει: «Αλλά και επί της ουσίας το θέμα (σ.τ.σ. της γενοκτονίας)  αποτελεί πνευματικό προϊόν των λεγόμενων νεοποντιστών, δηλαδή ενός σκληροπυρηνικού ελληνόφρονος ακροδεξιού αναθεωρητικού ρεύματος που έθεσε θέμα “γενοκτονίας” Ποντίων εντελώς ξεκάρφωτα και αντιεπιστημονικά (καθώς είναι γνωστή πια η διάκριση στο διεθνές δίκαιο ανάμεσα σε οργανωμένη επιχείρηση για εξόντωση μέχρις ενός ενός λαού, δηλαδή περίπτωση Άουσβιτς, και σε εθνοκάθαρση με στόχο την απομάκρυνση, την εκκένωση εδαφών, την εκδίκηση, αλλά δίχως δόλο α’ βαθμού για φυσική εξόντωση μέχρις ενός.» 

[59]           Παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι το: Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση, «Παράρτημα Γ’», εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, Αθήνα. Στο βιβλίο αυτό ασκείται επίσης κριτική στον ΟΗΕ, για την ελαστική διατύπωση του διεθνούς νομικού όρου για το έγκλημα της «Γενοκτονίας». Χαρακτηριστικό του τρόπου που προσεγγίζει τα γεγονότα εκείνης της εποχής ο Κωστόπουλος, είναι το αφιέρωμα που του έγινε στη τουρκική κεντροδεξιά και αρκετά εθνικιστική εφημερίδα Sabah, όπου παρουσιάστηκε το βιβλίο του και οι απόψεις του. Σύμφωνα μ’ αυτές, στην Ανατολή τα μόνα σοβαρά εγκλήματα τα έκανε ο ελληνικός στρατός μετά την ήττα του τον Αύγουστο του ‘22. Ο Κωστόπουλος δήλωσε -διά του δημοσιογράφου που παρουσίασε το έργο του-  ότι δεν έγινε  καμιά γενοκτονία στον Πόντο. (Stelyo Berberakis, “Pontus’ta soykırım yok ama çok kan döküldü”, εφημ.  Sabah,  31 Δεκεμβρίου 2008)

35 comments so far

  1. […] Η γενοκτονία και η άρνησή της, του φίλου μας ιστορικού Βλάση Αγτζίδη από το συλλογικό βιβλίο “Το Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης” […]

  2. […] -Η γενοκτονία και η άρνησή της [https://kars1918.wordpress.com/2011/05/27/genocide/] […]

  3. […] αυτή ιστορία μπορείτε να διβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και σε ένα άρθρο εκείνης της εποχής με […]

  4. […] αυτή ιστορία μπορείτε να διαβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και ένα άρθρο εκείνης της εποχής με τίτλο: […]

  5. […] αυτή ιστορία μπορείτε να διαβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και ένα άρθρο εκείνης της εποχής με τίτλο: […]

  6. […] Θα παρουσιαστεί το ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα που υπάρχει στη σημερινή Ελλάδα και αφορά την επί της ουσίας ΜΗ αποδοχή του προβληματισμού για την Γενοκτονία  που συνέβη στην Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό εις βάρος των «μη αφομοιώσιμων» πληθυσμών. Θα διερευνηθούν παράλληλα και οι αιτίες που δημιουργούν  την Άρνηση (negationnisme). […]

  7. […] 2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση; 2.3.4. Η γενοκτονία και η άρνησή της 2.3.5. Ο νέος «αυτοχθονισμός» 2.3.6. «Σταλινολόγοι» και […]

  8. […] 2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση; 2.3.4. Η γενοκτονία και η άρνησή της 2.3.5. Ο νέος «αυτοχθονισμός» 2.3.6. «Σταλινολόγοι» και […]

  9. […] 2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση; 2.3.4. Η γενοκτονία και η άρνησή της 2.3.5. Ο νέος «αυτοχθονισμός» 2.3.6. «Σταλινολόγοι» και […]

  10. […] επιγράφεται “Η γενοκτονία και η άρνησή της” ( https://kars1918.wordpress.com/2011/05/27/genocide/ ). Το επιπλέον ενδιαφέρον που έχει αυτή η εκπομπή […]

  11. […] προσεγγίσεις από τους “μοντέρνους” ιστορικούς (Λιάκος και οπαδοί του έως το ΚΚΕ και τμήμα της Ανταρσύα). Ο υπερτονισμός του ρόλου του ιμπεριαλισμού […]

  12. […] των συμπεριφορών να την εντάξει στο χώρο των  ”Αρνητών της Γενοκτονίας“. […]

  13. […] Ίσως το χαρακτηριστικότερο γεγονός, σε προσωπικό επίπεδο, της νέας χρονιάς ήταν η επιστροφή μου στην “Ελευθεροτυπία”  μετά από 16 χρόνια. Η δεκαετής (1987-1997) γόνιμη συνεργασία  διακόπηκε όταν υπήρξε μια σύγκρουση με την ομάδα του “Ιού” για λόγους που θα άξιζε κάποτε να αποτελέσουν αντικείμενο αναλυτικής παρουσίασης, μιας και αναδεικνύουν τα ελλείμματα, τα στερεότυπα, την ημιμάθεια αλλά και τον ηλίθιο φανατισμό  που επικράτησε σ’ ένα κομμάτι της μεταπολιτευτικής Αριστεράς…. (την άποψή μου για τον “Ιό” και τις απόψεις του μπορείτε να τα βρείτε κάπου στο κείμενό μου “Ο αντιπροσφυγικός αναθεωρητισμός…” στο “γ’ μέρος” στο υποκεφάλαιο: Η περίπτωση του «Ιού» και οι «βιετναμέζοι πρόσφυγες», καθώς και στο “Η γενοκτονία και η άρνησή της“). […]

  14. […] Ο διάλογος έχει ενδιαφέρον. Διαβάστε τον! Και στη συνέχεια, εάν θέλετε να κατανοήσετε το πως διαμορφώνονται κάποιες απόψεις σήμερα σε κάποιους χώρους ιστορικών, ως μετασχηματισμένη εκδοχή της πλέον βαθιάς συντηρητικής αντιπροσφυγικής (έως και ρατσιστικής) άποψης και στάσης που εμφανίστηκε μετά το 1922, διαβάστε το κείμενό μου   “Η γενοκτονία και η άρνησή της” […]

  15. Βλάσης Αγτζίδης on

    Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης

    Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης Ερμηνευτική προσέγγιση του μυθιστορήματος του Bernard Schlink μέσα από το States of Denial του Stanley Cohen της Σταθούλας Αντωνιάδου*

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ Σύμφωνα με τον Cohen (2001) η άρνηση να δούμε τον πόνο του άλλου και τις αιτίες που προκαλούν τον πόνο αυτό έχει γίνει πλέον φυσική κατάσταση στην κοινωνία. Είναι το ‘κανονικό’. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια για να βγούμε από την κατάσταση αυτή. Για να δούμε την αλήθεια χρειάζεται να τραβηχτούμε έξω από την ‘πραγματικότητα’ και αυτό είναι δύσκολο και συχνά μοιάζει παράλογο. Η εργασία παρουσιάζει τα βιβλία Διαβάζοντας στη Χάννα του Bernhard Schlink και States of Denial του Stanley Cohen. Το πρώτο είναι ένα μυθιστόρημα όπου κύρια θέση κατέχει (μεταξύ άλλων) η δίκη μιας γυναίκας για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την περίοδο του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το βιβλίο του Cohen παρουσιάζει την ‘άρνηση’ το μηχανισμό εκείνο που μας προστατεύει από οποιαδήποτε γνώση που θα μας φέρει σε δύσκολη θέση ή θα μας υποχρέωνε να δράσουμε με τρόπο που πιθανώς θα προκαλέσει συγκρούσεις ή προβλήματα.

    Έτσι, ξεκινά με μια αναφορά στο συγγραφέα Bernhard Schlink και το έργο του, συνεχίζει με μια περιληπτική περιγραφή του Διαβάζοντας στη Χάννα καθώς και των κριτικών που έλαβε και αντίστοιχα, στη συνέχεια, αναφέρεται στον Stanley Cohen και το States of Denial. Η έκταση του δεύτερου βιβλίου δεν επιτρέπει την εκτενή αναφορά στο συνολικό του περιεχόμενο και έτσι επιλέχθηκε η εστίαση στα πρώτα –περισσότερο θεωρητικά για την άρνηση- κεφάλαια και η απλή αναφορά των θεμάτων του υπολοίπου………

  16. Βλάσης Αγτζίδης on

    ……………..
    Η επόμενη ενότητα της εργασίας αναφέρεται στις αρνήσεις –με τον τρόπο που τις βλέπει ο Cohen- που διακρίνονται στο βιβλίο του Schlink. Αυτό είναι και το κυρίως περιεχόμενο της εργασίας, ο εντοπισμός παραδειγμάτων άρνησης μέσα στο μυθιστόρημα και ο σύντομος σχολιασμός τους. Θα πρέπει να διευκρινιστεί, τέλος, ότι η εργασία δεν έχει στόχο να ασκήσει κριτική στους συγγραφείς των βιβλίων που προσεγγίζει. Τα έργα σχολιάζονται και αναλύονται και οι ερμηνείες που δίνονται κάθε φορά είναι προσωπικές.

    BERNHARD SCHLINK[1] Ο Bernhard Schlink είναι νομικός και συγγραφέας (κυρίως αστυνομικών μυθιστορημάτων). Γεννήθηκε το 1944 στη Γερμανία, μεγάλωσε στη Χαϊδελβέργη και σπούδασε νομική στο Δυτικό Βερολίνο. Οι γονείς του έκαναν θεολογικές σπουδές και ο πατέρας του αφού έχασε τη θέση του ως καθηγητής θεολογίας την περίοδο του Ναζισμού, έγινε ιερέας. Ο Schlink εργάστηκε ως δικαστής στη Γερμανία (Βεστφαλία) και από το 1992 ως το 2006 δίδασκε δημόσιο δίκαιο και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα –κυρίως αστυνομικά, με ήρωα τον Selbst (εαυτός)- αλλά και δοκιμιακά βιβλία σχετικά με τη νομική αλλά και με τις μνήμες, τις ενοχές και το παρελθόν (αγγλική μετάφραση τελευταίου έργου του: Guilt about the Past, 2009).

    Έγινε γνωστός στο κοινό κυρίως από τα μυθιστορήματά του και με αποκορύφωμα το έργο που προσεγγίζεται και εδώ (Διαβάζοντας στη Χάννα). Σήμερα ο Schlink ζει μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης. ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΧΑΝΝΑ Το έργο εκδόθηκε το 1995 με τίτλο Der Vorleser στα γερμανικά, μεταφράστηκε στα αγγλικά και εκδόθηκε το 1997 (The Reader – ακριβής μετάφραση του γερμανικού τίτλου) ενώ η ελληνική έκδοση, τον ίδιο χρόνο, πήρε τον τίτλο Διαβάζοντας στη Χάννα. Είναι ενδιαφέρον ότι η ελληνική μετάφραση επιχορηγήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου.

    To εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, επίσης, μας πληροφορεί ότι το βιβλίο είναι ‘παγκόσμιο best seller’, ότι η έκδοση έφτασε την 29η χιλιάδα αλλά και πως ο μεταφραστής (Ιάκωβος Κοπερτί) έλαβε το ‘βραβείο γερμανικής μετάφρασης’. Πράγματι το βιβλίο από την έκδοσή του κέρδισε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες και βρίσκεται για χρόνια στις λίστες των ‘ευπώλητων’ μεγάλων βιβλιοπωλείων και εφημερίδων (το πρώτο γερμανικό βιβλίο που βρέθηκε στην πρώτη θέση της λίστας best sellers των New York Times)…………

  17. Βλάσης Αγτζίδης on

    ………………
    Οι κριτικές που έλαβε ήταν κυρίως θετικές. Το έργο αγγίζει πολλά βαθιά θέματα ‘προσφέρει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης’, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης και ‘μπορούν να το απολαύσουν όλοι οι αναγνώστες, απαιτητικοί και μη’. Η ιστορία του βιβλίου μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2008[2], ενώ η ταινία στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο ‘Σφραγισμένα χείλη’ Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που αφηγούνται και την ιστορία τριών διαφορετικών περιόδων της ζωής των ηρώων. Αφηγητής είναι ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας ο οποίος βρίσκεται στο παρόν και αφηγείται την ιστορία που σημάδεψε τη ζωή του. Στο πρώτο μέρος, αρχή της ιστορίας, μαθαίνουμε για τον Μίχαελ που στα 15 του γνωρίζει τυχαία την τριανταπεντάχρονη Χάννα, με την οποία και δημιουργεί την πρώτη του ερωτική σχέση. Χρόνος και τόπος είναι η Γερμανία αμέσως μετά τον Β’Π.Π. Η Χάννα είναι μια αυστηρή, λιγομίλητη, σκληρή και μανιώδης με την καθαριότητα γυναίκα.

    Ζει μόνη της σε ένα διαμέρισμα και δουλεύει ως εισπρακτόρισσα στα τραμ. Ο Μίχαελ την ερωτεύεται έντονα και την επισκέπτεται πολύ συχνά στο σπίτι της. Σταδιακά, με οδηγό τις επιθυμίες της Χάννα, δημιουργείται ένα τελετουργικό για τις συνευρέσεις τους. Η Χάννα υποχρεώνει τον Μίχαελ, πριν κάνουν μπάνιο και συνευρεθούν, να της διαβάζει λογοτεχνικά έργα. Η Χάννα δείχνει να απολαμβάνει την ανάγνωση αυτή και να τη θεωρεί πολύ σημαντική. Στο τέλος του πρώτου μέρους η Χάννα φεύγει ξαφνικά, και χωρίς να ενημερώσει τον Μίχαελ, από το σπίτι και την πόλη της. Ψάχνοντας, εκείνος, απελπισμένος για τα ίχνη της, μαθαίνει ότι μετακόμισε σε άλλη πόλη και μάλιστα αφού η εταιρία του τραμ όπου εργαζόταν της πρόσφερε μια αναβαθμισμένη θέση εργασίας. Στο δεύτερο μέρος πληροφορούμαστε για την απελπισία του Μίχαελ, τις ενοχές και τη στεναχώρια του για την απομάκρυνση της Χάννα από τη ζωή του. Παράλληλα μαθαίνουμε πως ο ίδιος συνέχισε το σχολείο και τις σπουδές του και βρέθηκε να σπουδάζει νομική. Στα πλαίσια των σπουδών του συμμετέχει σε ένα σεμινάριο που ως θέμα του είχε την παρακολούθηση μιας δίκης γυναικών που κατά τον πόλεμο εργάστηκαν για τους Ναζί ως φύλακες σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυσικά η δίκη είναι πολύ σημαντική και λαμβάνει δημοσιότητα. Στο χώρο, λοιπόν, του δικαστηρίου και σε μία από τις θέσεις των κατηγορούμενων γυναικών, ο Μίχαελ ξαναβλέπει, για πρώτη φορά μετά την εξαφάνισή της, την Χάννα.

    Από εκεί και μετά η ιστορία χάνει τον ανάλαφρο χαρακτήρα της. Περιγράφεται η διαδικασία της δίκης καθώς και όλες οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και αλλαγές στη σκέψη του ήρωα-αφηγητή. Η Χάννα κατηγορείται ότι μαζί με άλλες γυναίκες-φύλακες άφησε να καούν ζωντανές μια ομάδα κρατούμενων γυναικών όταν μετά από αεροπορική επιδρομή ακολούθησε πυρκαγιά στην εκκλησία που βρίσκονταν κλειδωμένες. Μία ακόμα κατηγορία εναντίον της Χάννα και των άλλων γυναικών είναι ότι επέλεγαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα κρατούμενες που είχαν υπό την εξουσία τους και τις έστελναν στο Άουσβιτς όπου γνώριζαν ότι θα θανατώνονταν άμεσα. Η στάση της Χάννα κατά τη διεξαγωγή της δίκης μοιάζει σκληρή και υπεροπτική. Ωστόσο, κατά την πορεία της διαδικασίας ο Μίχαελ καταλαβαίνει ότι η Χάννα κρύβει ένα μυστικό που μπορεί να γίνει οδηγός ερμηνείας της συμπεριφοράς της: είναι αναλφάβητη, δεν γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει. Η υπερηφάνεια και η ντροπή της γι’αυτό δεν της επιτρέπουν με κανένα τρόπο να το αποκαλύψει. Έτσι, προτιμώντας να προστατευθεί από μια τέτοια αποκάλυψη επιλέγει να κρατήσει μια στάση που οδηγεί το δικαστήριο να την καταδικάσει σε ισόβια φυλάκιση (σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συγκατηγορούμενες που παίρνουν ελαφρότερες ποινές). Ο Μίχαελ βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα σχετικά με το αν οφείλει να αποκαλύψει το μυστικό της, που πιθανότατα θα έδινε άλλη τροπή στη δίκη, ωστόσο τελικά δεν το κάνει. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η Χάννα είναι πλέον στη φυλακή.

    Ο Μίχαελ αφηγείται πώς συνέχισε τη ζωή του κάνοντας οικογένεια και εξελισσόμενος επαγγελματικά. Κάποτε αποφασίζει να ηχογραφήσει την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων –ξεκινώντας με την Οδύσσεια- σε κασέτες τις οποίες και στέλνει στη Χάννα στη φυλακή. Μετά από καιρό αρχίζει να λαμβάνει λιγόλογα γράμματα γραμμένα με μεγάλη προσπάθεια από τη Χάννα που φαίνεται ότι προσπαθεί και μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει. Ο Μίχαελ συνεχίζει να είναι αμφίθυμος απέναντί της, δεν της γράφει ποτέ και μόνο μετά από παρότρυνση και παράκληση της διευθύντριας της φυλακής (και αφού έχει έρθει ο καιρός που, μετά από 18 χρόνια φυλάκισης, η Χάννα παίρνει ‘χάρη’ και θα αποφυλακιστεί), κάνει κάποιες ενέργειες να της βρει σπίτι και δουλειά και δέχεται να την επισκεφτεί μία φορά. Η Χάννα είναι πλέον ‘γριά’. Την ημέρα της αποφυλάκισής της βρίσκεται κρεμασμένη στο δωμάτιό της. Στη μικρή διαθήκη της, αφήνει όλα τα χρήματα που είχε στη μία από τις δύο γυναίκες που επιβίωσαν από τις κρατούμενες τη νύχτα της πυρκαγιάς. Πράγματι, ο Μίχαελ επισκέπτεται τη γυναίκα στη Νέα Υόρκη και μετά από πρότασή της αποφασίζει να καταθέσει τα χρήματα σε μια εβραϊκή οργάνωση ενάντια στον αναλφαβητισμό. Το βιβλίο κλείνει με τον Μίχαελ να επισκέπτεται τον τάφο της Χάννα.

    Οι αρνητικές κριτικές[3] απέναντι στο βιβλίο αναφέρονται σε μια ερμηνεία απλούστευσης της Ιστορίας και του Ολοκαυτώματος. Κάποιοι θεωρούν ότι η ευθύνη συμμετοχής της Χάννα ‘απαλύνεται’ υπό το πρίσμα του αναλφαβητισμού της ενώ άλλοι ότι δεν πρέπει να συγχέεται η περίπτωση της ‘Χάννα’ με το σύνολο του γερμανικού λαού. Ο παραλληλισμός της με το σύνολο του λαού θα ήταν λάθος (κάτω από μια απόδοση ‘μεταφορικού’ αναλφαβητισμού) καθώς οι λόγοι του Χίτλερ προς το λαό έδειχναν τόσο ξεκάθαρα τις προθέσεις του ώστε κανείς μεταφορικός ή κυριολεκτικός αναλφαβητισμός δεν θα μπορούσε να δικαιολογεί τη στάση τους (κριτική για την ταινία από τον R.Rosenbaum πηγή: βλ.υποσημ. 3).

    ————–

    STANLEY COHEN[4] Ο Stanley Cohen γεννήθηκε τη δεκαετία του 1940 και μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο του Witwatersrand και πήρε το διδακτορικό του από το London School of Economics. Δίδαξε στα πανεπιστήμια του Durham, του Εssex, και στο LSE στην Αγγλία, αλλά και στο πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (διευθυντής στο Ινστιτούτο Εγκληματολογίας), αφού ζει στο Ισραήλ από το 1980. Είναι επίτιμος διδάκτορας κοινωνιολογίας του LSE. Εργάζεται, παράλληλα, σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή διένεξη. Ως συγγραφέας ασχολείται ιδιαίτερα με ζητήματα εγκληματολογίας. Έγινε γνωστός με το έργο του ‘Folk Devils and Moral Panics’ (1972) στο οποίο αναφέρθηκε στην έννοια του ‘ηθικού πανικού’.

    Το βιβλίο του θεωρείται το σημαντικότερο έργο στον τομέα της βρετανικής εγκληματολογίας τα τελευταία χρόνια. Το βιβλίο States of Denial, που εξετάζεται εδώ, είναι το πιο πρόσφατο έργο του (2001). STATES OF DENIAL: KNOWING ABOUT ATROCITIES AND SUFFERING ‘Πώς μεταχειριζόμαστε τη γνώση μας για το ότι ο άλλος-συνάνθρωπος υποφέρει; Τι κάνει αυτή η γνώση σε εμάς;’ Είναι ένα κεντρικό ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο προσεγγίζοντάς το από την πλευρά των αρνήσεων. Η ‘κατάσταση άρνησης’ στην οποία βρίσκεται κάθε άνθρωπος –αλλά και κατ’ επέκταση κάθε θεσμός, οργανισμός, ομάδα, κράτος- μπροστά στη θέαση του κακού αναλύεται διεξοδικά στο έργο αυτό του Cohen. Στα πρώτα κεφάλαια αναλύονται οι αρνήσεις σε ατομικό επίπεδο. Δίνεται ένα μεγάλο εύρος θεωριών για την άρνηση αλλά και μικρών παραδειγμάτων.

    Παρουσιάζονται, επίσης, οι πιθανές θέσεις του ατόμου που βρίσκεται σε άρνηση μπροστά στο ‘κακό[5]’.

    Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά παραθέτοντας μια σειρά από καθημερινές, κοινές εκφράσεις που φανερώνουν μια μορφή άρνησης στη ζωή μας: ‘κοιτάει αλλού’, ‘κάνει ότι δεν βλέπει’, ‘δεν βγάζει τα άπλυτα στη φόρα’, ‘έπρεπε να το είχα καταλάβει/να το ξέρω’, ‘είδε/άκουσε ό,τι ήθελε να δει/ακούσει’, ‘εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό’, ‘κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του/της’, ‘στρουθοκαμηλισμός’, ‘δεν το πιστεύω’, ‘όλη η κοινωνία βρίσκεται σε άρνηση’, ‘αυτό δεν μπορεί να συμβεί σ’ εμάς/εδώ/σ’ εμένα’, ‘δεν με αφορά’, ‘τα κρύβει κάτω απ’ το χαλί’… είναι μερικά παραδείγματα αντίστοιχων εκφράσεων στα ελληνικά. Συνεχίζοντας, ξεχωρίζει την άρνηση ως προς το επίπεδο συνειδητότητας :

    · άρνηση ασυνείδητη -το άτομο αρνείται να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα που είναι επώδυνη, · άρνηση συνειδητή -ψέμα ή παραποίηση της αλήθειας και · το σημείο μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου -μια κατάσταση στην οποία υπάρχει συνείδηση μιας πραγματικότητας αλλά το άτομο επιλέγει να την αγνοεί γιατί αυτό είναι βολικότερο (Cohen, 2001:4-6).

    Διασαφηνίζει, ακολούθως, το πιθανό περιεχόμενο της άρνησης: ·

    Κυριολεκτική άρνηση: με την ερμηνεία που δίνεται και σε ένα λεξικό. Το άτομο αρνείται ένα γεγονός ή τη γνώση για ένα γεγονός. ·

    Ερμηνευτική άρνηση: εδώ το γεγονός είναι παραδεκτό αλλά η άρνηση εντοπίζεται στην ερμηνεία του – δίνονται απλουστευτικές ερμηνείες, μετονομάζονται γεγονότα και πράξεις ( ‘πίνω αλλά δεν είμαι αλκοολικός’, ‘δεν ήταν κανονικός βιασμός’, ‘μετακινήσεις πληθυσμών’ ) ·

    Άρνηση των συνεπειών: εδώ το γεγονός και η ερμηνεία του είναι παραδεκτά ωστόσο υπάρχει άρνηση των συνεπειών που αυτά επιφέρουν. Η άρνηση αυτή εκλογικεύει και δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει λόγος για δράση.

    Κάθε τύπος άρνησης, υποστηρίζει ο Cohen, συμπεριλαμβάνει μια γνώση, συναισθήματα, ηθική αλλά και δράση. Η δράση αυτή είναι και το ζητούμενο.

    Στη συνέχεια, απαντάται το ‘ποιος’ μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση άρνησης: ·

    Ατομική άρνηση: ένα απόλυτα προσωπικό ζήτημα ·

    Επίσημη άρνηση απ’ την πλευρά του κράτους: δημόσια, συλλογική και απόλυτα οργανωμένη άρνηση ·

    Πολιτισμική άρνηση: μεταξύ της ατομικής και της επίσημης. Είναι η άρνηση απέναντι στην πραγματικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας ή ομάδας, η οποία αν και δεν είναι μεθοδευμένη υπακούει σε κανόνες απόκρυψης της αλήθειας. Η συγκεκριμένη αλήθεια αποτελεί ‘ταμπού’ για την κοινωνία αυτή.

    Η άρνηση, ως προς το χρόνο, μπορεί να αφορά ένα ιστορικό γεγονός του παρελθόντος ή και να είναι σύγχρονη, να αφορά το παρόν και ό,τι συμβαίνει ‘τώρα’.
    Ως προς τη θέση στην οποία βρίσκεται αυτός-ή που αρνείται μια πραγματικότητα ο Cohen ξεχωρίζει ότι μπορεί να είναι: ·
    Θύμα μιας κατάστασης (την οποία και αρνείται/δεν παραδέχεται) ·
    Θύτης-Βασανιστής: όπου συνήθως αρνείται τη σημασία των πράξεων που διαπράττει ή διέπραξε · Παρατηρητής- θεατής -τυχαίος παρευρισκόμενος: εδώ ο Cohen ξεχωρίζει επίσης τους παρατηρητές σε άμεσους (κάτι συμβαίνει δίπλα τους/γύρω τους/στη χώρα τους), εξωτερικούς (κάτι συμβαίνει σε άλλη χώρα αλλά μπορούν να είναι ενήμεροι) και στα ‘παριστάμενα κράτη/ κράτη παρατηρητές[6]’(ολόκληρες κυβερνήσεις ή η ‘διεθνής κοινότητα’ που λειτουργούν ως εξωτερικοί παρατηρητές).

    Έχοντας ορίσει επαρκώς τις διάφορες παραμέτρους της άρνησης, ο Cohen συνεχίζει κάνοντας μια αναλυτική αναφορά σε ψυχολογικές θεωρίες και την ψυχανάλυση. Αναφέρει αναλυτικά τις μορφές που παίρνει η άρνηση αλλά και πώς εξηγήθηκε από τις θεωρίες αυτές. Εν συντομία, μιλά για την ερμηνευτική άρνηση, την έμμεση άρνηση που αφαιρεί από τη βαρύτητα ενός γεγονότος, την απώθηση αλλά και την κατάσταση ‘ψευδο-ηλιθιότητας’ (‘pseudo-stupidity’) κάποιου που ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει/βλέπει/γνωρίζει κάτι απλό και ‘πασιφανές’.

    H άρνηση είναι ένας μηχανισμός που προστατεύει τον εαυτό από μια ενοχλητική πραγματικότητα – η αναγνώριση της οποίας θα απαιτούσε δράση. Ωστόσο, αυτός ο ίδιος ο μηχανισμός είναι μια δράση που για να τεθεί σε λειτουργία απαιτεί την αναγνώριση μιας ‘απειλής’. Συνεπώς η ίδια η άρνηση σηματοδοτεί και τη γνώση του αντικειμένου-περιεχομένου της. Αυτή είναι και η ιδιαίτερη κατάσταση ταυτόχρονης γνώσης και άγνοιας στην οποία βρίσκεται ένα άτομο/οργανισμός/ομάδα. Ακολούθως, αναφέρεται στη δράση της άρνησης. Πώς δουλεύει, πώς γίνεται παραγωγική και αποτελεσματική. Ένας καίριος τρόπος δράσης της είναι η ‘κανονικοποίηση’ ή η ‘φυσικοποίηση’ ενός γεγονότος/πράξης/κατάστασης. ……………..

  18. Βλάσης Αγτζίδης on

    ……………
    Το ‘κακό’ γίνεται σταδιακά αποδεκτό ως φυσικό επακόλουθο ή ακόμα και ως ‘καλό’. Δίνονται ερμηνείες, εκλογικεύσεις, δικαιολογίες, επιχειρήματα με σκοπό την απαλλαγή από την ενοχλητική γνώση. Ο κατήγορος μετατρέπεται σε κατηγορούμενο. Όλα τα παραπάνω μπορεί να προέρχονται από την πλευρά του θύματος, του θύτη ή και του παρατηρητή.

    Η συνέχεια του βιβλίου αποτελείται από αναφορές σε ζητήματα και ιστορικά παραδείγματα που αφορούν την άρνηση σε επίπεδο κρατών/ομάδων/οργανισμών. Δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα (και πολλά παραδείγματα) στο ζήτημα του Ολοκαυτώματος αλλά αναφέρονται και άλλες πολλές περιπτώσεις συλλογικών αρνήσεων. Έτσι, σε αντίστοιχα κεφάλαια, ο Cohen, εστιάζει στους βασανιστές και τους κρατικούς εκπροσώπους, στην ιστορικότητα της μνήμης και την αναγνώριση του παρελθόντος (από την πλευρά των κρατών), στην θέση και ευθύνη των παρατηρητών, στη δύναμη της εικόνας και τις ερμηνείες της, στην παρακίνηση για δράση ενάντια στην άρνηση και υπέρ της αλήθειας. Η αλυσίδα ενδυνάμωσης που οδηγεί σε δράση (όπως τη χρησιμοποιεί η Διεθνής Αμνηστεία για τα επιχειρήματά της), αναφέρει ο ίδιος (ό.π.:219), αποτελείται από τρεις συνδέσεις:
    1) κάτι μπορεί να γίνει,
    2) μπορούμε να το κάνουμε,
    3) μπορείς εσύ να κάνεις τη διαφορά: να τι μπορείς να κάνεις (και εδώ ακολουθούν συγκεκριμένες προτάσεις δράσης).

    Τέλος, αναφέρεται σε αυτό που θεωρεί αντίθετο της άρνησης: την ‘αναγνώριση’, τις εκφάνσεις της και τους τρόπους που μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στις κοινωνίες του σήμερα. Θέλει να δώσει ένα αισιόδοξο μήνυμα παρά το ότι αναγνωρίζει πως η άρνηση σήμερα παίρνει όλο και πιο περίπλοκες και ‘επιστημονικές’ μορφές που την ισχυροποιούν. Η δύναμη εικόνων που λένε/δείχνουν την αλήθεια είναι μεγάλη και ο Cohen θέλει να πιστεύει πως οι άνθρωποι δεν τις κοιτούν με αδιαφορία. Ο Cohen, σύμφωνα και με τους Olick (2001) και Bickford (2001) που παρουσιάζουν το βιβλίο του, αναφέρεται σε πάρα πολλούς όρους και θέτει πολλά ζητήματα, τόσο που σε κάποια σημεία κουράζει τον-την αναγνώστη. Το βιβλίο σε κάποια σημεία μοιάζει με φοιτητικό εγχειρίδιο. Συχνά αφήνει τα θέματα που θίγει ανοιχτά, θέτει ερωτήματα που δεν απαντά ξεκάθαρα και αναφέρεται σε ζητήματα χωρίς να τα αναλύει και να τα αναπτύσσει περαιτέρω. Ωστόσο, δίνει, παράλληλα πολλές ζωντανές εικόνες για την άρνηση και μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για παραπάνω σκέψη και εμβάθυνση στο, πάντα επίκαιρο, θέμα.

    ———————–

    ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ SCHLINK Η άρνηση εμφανίζεται έντονα στην ιστορία που έγραψε ο Schlink. Διαφαίνεται στη συμπεριφορά και το λόγο της Χάννα, στον αφηγητή Μίχαελ αλλά και στο ανώνυμο πλήθος ανθρώπων που συμμετέχουν στη δίκη ως μάρτυρες, δικηγόροι, δικαστές, κατηγορούμενοι. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι κάθε ήρωας της ιστορίας του Schlink εμφανίζει ένα είδος άρνησης αποδοχής και αναγνώρισης μιας άσχημης πραγματικότητας. Θα εστιάσουμε εδώ, ωστόσο, στις αρνήσεις που μπορούν να αποδοθούν στη Χάννα, τον Μίχαελ και στους μάρτυρες του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η θέαση της άρνησης είναι κάτι σχετικό και οι απόψεις-ερμηνείες που παρουσιάζονται εδώ αποτέλεσμα μιας προσωπικής, πάλι, ερμηνείας. Καθώς ο Μίχαελ αφηγείται το παρελθόν της Χάννα όπως αυτό παρουσιάζεται στην αίθουσα δικαστηρίου προκύπτει το ερώτημα: πώς γίνεται ο ίδιος να μη γνώριζε το παρελθόν της; Πώς δεχόταν χωρίς αντιρρήσεις την άρνησή της να απαντά σε ερωτήσεις που αφορούσαν την ίδια, τη ζωή και το παρελθόν της κατά τη διάρκεια της σχέσης τους; Ο Μίχαελ, από φόβο μην ενοχλήσει με τις ερωτήσεις του τόσο τη Χάννα ώστε τελικά να τη χάσει, αποσυρόταν κάθε φορά που εκείνη έδειχνε να δυσανασχετεί. Ωστόσο, η ίδια του αφηγήθηκε μία φορά το παρελθόν της και η αφήγησή της περιείχε το γεγονός ότι κατά τον πόλεμο ‘είχε μπλέξει με το στρατό’. Τι σήμαινε αυτό; Τι θα μπορούσε να σημαίνει; Μπορούσε να είναι κάτι ουδέτερο και αθώο; Ο Μίχαελ δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ούτε στον εαυτό του ούτε στη Χάννα. Η χρονική περίοδος (αμέσως μετά τον πόλεμο) ήταν τέτοια που επέτρεπε την ‘καχυποψία’ για το παρελθόν κάθε Γερμανού πολίτη. Ο Cohen (ό.π.: 124-125), παραπέμποντας σε έρευνα του Bar-On, αναφέρει, ωστόσο, πως αυτή η έρευνα για το παρελθόν ήταν κάτι το οποίο απέφευγαν όλοι οι Γερμανοί κατά τη δεκαετία του ’50.

    Τα παιδιά δεν ρωτούσαν τους γονείς τους, οι γονείς απέφευγαν να προσφέρουν γνώση δημιουργώντας έτσι ένα ‘διπλό τείχος’ απέναντι στην αλήθεια στο οποίο ολόκληρη η κοινωνία ερχόταν να προσθέσει ένα τρίτο καθώς ‘έχτιζε’ ως φυσιολογική αυτή τη σιωπή. Το γεγονός αυτό αποτελεί για τον Cohen παράδειγμα ατομικής άρνησης η οποία συνδέεται με δημόσιες ιστορίες. Το άτομο εδώ αποφεύγει να προσθέσει στον εαυτό του μια γνώση για τον άνθρωπο δίπλα του η οποία θα του προξενήσει πόνο και θα απαιτεί να πάρει μια θέση διαφορετική από αυτή που επιθυμεί/αισθάνεται απέναντι στον άνθρωπο αυτό. Μια ακόμη χαρακτηριστική άρνηση πραγματικότητας από την πλευρά του Μίχαελ ήταν η αδυναμία του να αναγνωρίσει τον αναλφαβητισμό της Χάννα. Σε αυτό ωστόσο μοιάζει να έχουν ‘ξεγελαστεί’ πολλοί στο μυθιστόρημα. Οι εργοδότες της Χάννα στη Ζίμενς αλλά και στη συνέχεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και στην εταιρία των τραμ καθώς και όλο το δικαστήριο-οι δικαστές αλλά και ο συνήγορός της δεν βλέπουν κάτι που εύκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Εμπόδιο στέκεται φυσικά η πεισματική άρνηση της Χάννα να φανερώσει το μυστικό της, ωστόσο ένας καλός παρατηρητής θα μπορούσε να το δει. Μια ερμηνεία αυτής της ‘τύφλωσης’ εδώ θα μπορούσε να είναι η αδιαφορία και μια άλλη η τάση να βλέπουμε τον άλλο με τα μάτια του εαυτού μας, να τον βλέπουμε ίδιο, να μην τον βλέπουμε γι’ αυτό που τελικά είναι. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι κατά τη δίκη των γυναικών (και της Χάννα) δεν γίνεται ανάγνωση του βιβλίου της Εβραίας γυναίκας που επέζησε από τη νύχτα της φωτιάς (βιβλίο που σίγουρα επηρέασε τη διεξαγωγή και τις αποφάσεις της δίκης) καθώς θεωρείται αυτονόητο πως όλες οι ενδιαφερόμενες το έχουν διαβάσει. Έτσι, και ο Μίχαελ φαίνεται να θεωρεί τον αλφαβητισμό ως αυτονόητο αλλά τι θα σήμαινε, τελικά, το να μπορέσει να δει τη Χάννα όπως ήταν στην πραγματικότητα; Θα την υποτιμούσε; Θα την μείωνε αυτή η νέα γνώση στα μάτια του; Θα έχανε η σχέση τους απ’ τη ‘μαγεία’ της; Είναι ερωτήματα που θα μπορούσαν να απαντήσουν στην τυφλότητα της άρνησής του. Από την πλευρά της Χάννα, οι αρνήσεις που διακρίνονται είναι διαφορετικές και ίσως βαθύτερες. Κατά τη διεξαγωγή της Δίκης και απαντώντας στις ερωτήσεις δικαστών και κατήγορων η Χάννα δείχνει να μην συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα των πράξεών της. Δείχνει να τις θεωρεί αυτονόητες και δικαιολογημένες. ‘Τι θα κάνατε στη θέση μου;’ ρωτά με αφέλεια(;), ειλικρίνεια(;), ειρωνεία(;), υπεροψία(;) ή εκφράζοντας τη δική της πραγματική απορία τον δικαστή. Η εικόνα θυμίζει την ‘απόλυτη εικόνα άρνησης όλων των εποχών’ που αποδίδει ο Cohen στον ‘τραγικό’ Οιδίποδα (Cohen,ό.π.32-34).

    Ωστόσο, η αποκάλυψη του αναλφαβητισμού της Χάννα προκαλεί ένα συναισθηματικό μπέρδεμα στον-ην αναγνώστη. Ίσως, αντίστοιχα μπερδεμένος είναι και ο συγγραφέας ίσως, πάλι, όχι. Ίσως σκόπιμα θέλει να δώσει μια εικόνα διαφορετική για τις ευθύνες του Γερμανικού λαού και όλων όσων με κάποιο τρόπο εργάστηκαν για τους Ναζί και το στρατό τους. Η εικόνα, αν και δεν πείθει καταφέρνει πράγματι να προκαλέσει σκέψεις. Η συνέχεια της ιστορίας και το τέλος της Χάννα αποδεικνύουν, ωστόσο, πως τελικά η ίδια δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις τύψεις των ευθυνών που στο δικαστήριο με τόση αθωότητα αποποιούνταν. Ίσως, όμως πάλι, η συνείδηση αυτή να έρχεται μετά από τη διαδικασία αλφαβητισμού της θέλοντας να καταδείξει την αξία του αλλά και την σημαντικότητα της προηγούμενης έλλειψής του. Η Shethar (1993) μετά από έρευνα για τον αλφαβητισμό ατόμων έγκλειστων σε φυλακές, υποστηρίζει πως η διαδικασία βοηθά στην θετική εξέλιξη του ατόμου, συμβάλλει στην άνοδο της αυτοπεποίθησής του αλλά και στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου, του εαυτού του και των σχέσεων γύρω του -παρά το ότι δεν μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες για κοινωνική άνοδο. Μένει όμως το ερώτημα: αν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει, αν είχε πάρει την κοινή μόρφωση (ή και μεγαλύτερη) θα είχε αποφύγει σκόπιμα να βρίσκεται στο στρατόπεδο ως δεσμοφύλακας; Πόσες Γερμανίδες με πλήρη μόρφωση δεν συνεργάζονταν με τους Ναζί; Αυτό δεν συνέβαινε, άλλωστε, και με τις άλλες συγκατηγορούμενές της;

    Ο Agamben (2005) αναφέρεται εύστοχα στη λογική που κυριαρχεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μια κατασκευασμένη ‘έκτακτη’ ανάγκη δημιουργεί ‘έκτακτους’ νόμους και ‘έκτακτη’ λογική, συγκεκριμένοι άνθρωποι αποκτούν ‘έκτακτα’ δικαιώματα πάνω στις ζωές των άλλων . Ύστερα υπάρχουν για τα άτομα αυτά που δρουν-έδρασαν οι ‘έκτακτες’ δικαιολογίες που αναφέρονται και αντλούν επιχειρήματα από το συγκεκριμένο πλαίσιο ‘λογικής’.

    Η Butler (2009) αντίστοιχα, αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά στην δημιουργία της κατάστασης ‘έκτακτης ανάγκης’ και πώς αυτή άρει κάθε νόμιμο δικαίωμα (για υπεράσπιση, δίκη, απελευθέρωση, έκδοσή στη χώρα τους) από τους έγκλειστους στις φυλακές του Γκουαντάναμο. Κάτω από το πρίσμα μιας αντίστοιχης ‘λογικής’ η Χάννα ρωτά: ‘εσείς τι θα κάνατε;’ σαν η πράξη και η συμπεριφορά της να βρίσκονταν μέσα στις υποχρεώσεις, μέσα στο λογικό, στο αυτονόητο. ‘Ήμασταν υπεύθυνες γι’ αυτές…αυτή ήταν η δουλειά μας, να τις φρουρούμε, για να μην το σκάσουν. Γι’ αυτό δεν ξέραμε τι να κάνουμε… ’(Schlink 1998:122) αναφέρει, θέλοντας να δείξει πόσο φυσιολογικό ήταν να μην ξεκλειδώσουν τις πόρτες στην καιόμενη εκκλησία γιατί τότε θα δημιουργούνταν ‘χάος’ και οι κρατούμενες θα χάνονταν.

    Αναφερόμενος στο ζήτημα της άρνησης από την πλευρά των βασανιστών ο Cohen (ό.π.:90) δίνει εικόνες της εκπαίδευσης των βασανιστών της Ελληνικής χούντας. Η εκπαίδευση αυτή φέρνει -μεταξύ άλλων- το άτομο σε μία κατάσταση εστίασης στον στόχο-αποστολή-εντολή και μόνο σε αυτό (‘task oriented state of mind’). Η περιγραφή αυτή μοιάζει ταιριαστή και για την περίπτωση της Χάννα. Η υπακοή σε εντολές, άλλωστε, είναι κατά τον Cohen και η πιο εύκολη απάντηση των ‘βασανιστών’ για τη συμπεριφορά τους. Από την πλευρά των ‘τυχαίων’ παρευρισκόμενων (σύμφωνα με τον διαχωρισμό του Cohen) ή των χωρικών που βρέθηκαν μάρτυρες των γεγονότων για τα οποία κατηγορείται στο βιβλίο η Χάννα οι αρνήσεις που εντοπίζονται είναι πολύ συγκεκριμένες και ακολουθούν πλήρως τις αναφορές και κατηγοριοποιήσεις του Cohen. Ο αφηγητής αναφέρεται άμεσα στην προσπάθεια των μαρτύρων, για να μην βρεθούν και οι ίδιοι κατηγορούμενοι, να δείξουν στο δικαστήριο ότι γνώριζαν όσο λιγότερα γίνεται αλλά και ότι φοβούνταν από την ύπαρξη στρατιωτών και φυλάκων που έδειχναν ότι υπακούν σε ανώτερες εντολές και έτσι δεν μπορούσαν να παρέμβουν και να βοηθήσουν τα θύματα. Η σύνδεση της εικόνας αυτής, του συνόλου των μαρτύρων-χωρικών, με το Γερμανικό λαό ως ‘παρατηρητή’ του Ολοκαυτώματος είναι αρκετά προφανής.

    Ο Cohen (ό.π.: 77-80 και 148-153) κάνει εκτενείς αναφορές στο ζήτημα αυτό και υποστηρίζει πως ο γερμανικός λαός δεν μπορούσε παρά να γνωρίζει για τη γενοκτονία η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους των ναζιστικών ηγετών, πέρα από τις φανερές εκδιώξεις των Εβραίων ήταν πάρα πολλοί οι απλοί πολίτες που εμπλέκονταν σε εργασίες οι οποίες τους έδιναν έμμεση ή άμεση γνώση για το τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο, πολλοί υποστήριζαν σθεναρά την άγνοια. Άλλοι αρνούμενοι πλήρως οποιαδήποτε γνώση και άλλοι αποδεχόμενοι κάποια ερεθίσματα που τους έδιναν πληροφορίες αλλά ισχυριζόμενοι ότι νόμιζαν πως κάτι άλλο συμβαίνει (‘μύριζα το καμένο κρέας, έβλεπα τον καπνό και τη στάχτη, έβλεπα τρίχες να αιωρούνται…νόμιζα ότι απλώς καίνε όσους πεθαίνουν μέσα στο στρατόπεδο’).

    Έτσι, για την περίπτωση του γερμανικού λαού κατά τα γεγονότα του ναζισμού ο Cohen (ό.π.) θεωρεί πως η θέση τους βρίσκεται ενδιάμεσα στη θέση του ‘βασανιστή’ και του ‘τυχαίου θεατή-παρατηρητή’. Τέλος, και επιστρέφοντας στη Χάννα, το τέλος που επέλεξε για τη ζωή της και η κατάστασή στη οποία βρισκόταν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Cohen (ό.π.:255-261) παρουσιάζει την ‘αναγνώριση’ ως το αντίθετο της ‘άρνησης’. Η ‘αναγνώριση’ εμπεριέχει στοιχεία που εναντιώνονται στην άρνηση παραδοχής-θέασης του ‘κακού’: την αυτογνωσία, την ηθική μαρτυρία (η γνώση και αλήθεια υπηρετούνται ως αξίες ζωής), την κοινοποίηση του ‘κακού’ (whistle-blowing είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Cohen) και τέλος τη ζωή έξω από το ψέμα- με όλες τις συνέπειες που αυτό θα φέρει. Η Χάννα αποφασίζει να δει την αλήθεια καθώς αποφασίζει να μάθει να γράφει και να διαβάζει και καθώς ζητά να διαβάσει τη βιβλιογραφία που υπήρχε για το Ολοκαύτωμα. ‘Ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα.Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού’ αφηγείται ο Μίχαελ (Schlink, ό.π.:177). ’Στην μοναδική του επίσκεψη στη φυλακή, η Χάννα του λέει πως κανείς ποτέ δεν την κατάλαβε, κανείς δεν την ρώτησε και έτσι κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει παρά μόνο οι νεκροί. Αυτούς δεν μπορούσε να τους αποφύγει μετά την καταδίκη της –‘πριν από τη δίκη μπορούσα ακόμη-αν ήθελα, να τους παραμερίσω’ (Schlink, ό.π.:186) λέει, αποδεικνύοντας και πάλι την βαθύτερη πρότερη γνώση της. Η Χάννα, λοιπόν, στο τέλος της και στο βαθμό που μπορούσε, πέρασε έμπρακτα από την ‘κατάσταση άρνησης’ στην ‘αναγνώριση’. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ‘Το σύστημα λειτουργεί γιατί οι άνθρωποι είναι ικανοί και πρόθυμοι να ζουν μέσα στο ψέμα’ (Cohen, ό.π.:156).

    Επιστρέφοντας στην αρχή της εισαγωγής της εργασίας και την εκεί αναφορά στην άρνηση που έχει μετατραπεί σε πραγματικότητα, σε ‘αλήθεια’, κανονικότητα, και σκεπτόμενη πόσο επίκαιρα ακούγονται όλα αυτά, θα ήθελα αντί για άλλο επίλογο να θυμίσω ένα παλιό παραμύθι. ‘Πριν από πολλά πολλά χρόνια ήταν ένας Αυτοκράτορας, που τρελαινόταν και αποτρελαινόταν για ωραία καινούρια ρούχα κι όλα τα χρήματά του τα ξόδευε για να είναι πάντα πολύ κομψά ντυμένος. (…) Η πόλη του ήταν χαρούμενη και γιορτινή. Συνέχεια έφταναν επισκέπτες από άλλα μέρη και κάποια μέρα πήγανε και δυο απατεώνες. Είχαν δηλώσει πως ήταν υφαντές κι ότι είχαν την ικανότητα να υφαίνουν το πιο λεπτό ύφασμα που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Έλεγαν ακόμα (…) ότι τα ρούχα που φτιάχνονταν από το δικό τους ύφασμα είχαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να είναι αθέατα από εκείνον που ήταν ακατάλληλος για τη θέση που είχε ή από αυτόν που ήταν απελπιστικά ηλίθιος. ‘Ω! Πρέπει να είναι θαυμάσια ρούχα’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. (…) Και πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό στους απατεώνες προκαταβολικά, για ν’ αρχίσουν τη δουλειά τους το συντομότερο. Και όντως άρχισαν. Έστησαν δυο αργαλειούς κι έκαναν ότι δούλευαν, ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα απολύτως στον αργαλειό. (…) (…) Όλοι στην πόλη είχαν ακούσει για τη μυστηριώδη δύναμη του υφάσματος και ήταν όλοι ανυπόμονοι να ανακαλύψουν πόσο ανάξιος ή πόσο ηλίθιος ήταν ο γείτονάς τους. ‘Θα στείλω τον εντιμότατο Πρωθυπουργό μου στους υφαντές’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Είναι ο πιο ικανός να δει με τι μοιάζει το ύφασμα, γιατί είναι μυαλωμένος και κανένας δεν ασκεί τα καθήκοντά του καλύτερα από αυτόν’. Έτσι, λοιπόν, πήγε ο εντιμότατος Πρωθυπουργός στο εργαστήρι όπου οι δυο απατεώνες ήταν πολύ απασχολημένοι στους άδειους αργαλειούς τους.(…) Οι δυο απατεώνες τον παρακάλεσαν να κοιτάξει από πιο κοντά. Μα, δεν έβρισκε τα χρώματα και τα σχέδια πιο ελκυστικά; Του έδειξαν τον άδειο αργαλειό τους, αλλά παρ΄ όλο που ο καημένος ο γέρο Πρωθυπουργός άνοιξε τα μάτια του διάπλατα, τίποτα δεν είδε, γιατί απλά δεν υπήρχε τίποτα να δει. ‘Μεγαλοδύναμε!’, σκέφτηκε, ‘είναι δυνατόν να είμαι ηλίθιος; Μα ποτέ δε μου πέρασε μια τέτοια υποψία. Μπορεί να είμαι ακατάλληλος; Όχι, δεν μπορεί να ειπωθεί για μένα ότι δεν βλέπω το ύφασμα’. ‘Λοιπόν, τι σκέφτεστε;’ Ρώτησε, κάνοντας ότι ύφαινε, ο ένας απ’ τους δυο. ‘Εξαιρετικό! Μαγευτικό!’ είπε ο γέρο Πρωθυπουργός,(…) ‘Τι σχέδιο! Τι χρώμα! Θα πω στον Αυτοκράτορα πόσο ευχαριστημένος είμαι’. (…) Οι απατεώνες τώρα ζήτησαν για το ύφασμα παραπάνω χρήματα (…) Τα τσέπωσαν όλα (…) και πήγαν δήθεν να δουλέψουν στους άδειους πάλι αργαλειούς. (….) Για το υπέροχο ύφασμα κουβέντιαζαν όλοι στην Πόλη. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας θα πήγαινε να το δει όσο βρισκόταν ακόμα στον αργαλειό. (….) ‘Τι είν΄αυτό;’ Σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Δεν βλέπω τίποτα! Είναι τρομαχτικό! Είμαι ηλίθιος; Δεν κάνω για Αυτοκράτορας; Δεν θα μπορούσε να μου συμβεί τίποτα πιο φοβερό!…Ω, είναι θαυμάσιο’ τους είπε. (…) Δεν ταίριαζε να πει ότι δεν έβλεπε τίποτα. Οι αυλικοί κοίταζαν (…) και επανέλαβαν ακριβώς αυτά που είπε ο Αυτοκράτορας, (…) και του υπενθύμισαν να ετοιμάσει, από το πανέμορφο εκείνο ύφασμα, ρούχα για τη μεγάλη παρέλαση που θα γινόταν σύντομα. (…) Την παραμονή της παρέλασης οι απατεώνες κάθισαν όλη νύχτα (…) και ανήγγειλαν στο τέλος: ‘Ακούσατε! Τα ενδύματα του Αυτοκράτορα είναι έτοιμα!’ (…) Ο Αυτοκράτορας έβγαλε τα παλιά του ρούχα και οι απατεώνες παρίσταναν ότι του φορούσαν ένα ένα τα εξαρτήματα της καινούριας ενδυμασίας του. (…) ο Αυτοκράτορας γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. (…) ‘Τι θαυμάσια εφαρμογή!’ όλοι αναφώνησαν. ‘Εντάξει, έτοιμος είμαι’, είπε.(…) Παρέλασε ο Αυτοκράτορας (…) και όλοι στους δρόμους και στα παράθυρα έλεγαν: ‘Θεέ μου! Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα είναι τόσο αραχνοΰφαντα που δεν φαίνονται καν.(…) Τι τελεία εφαρμογή!’ και κανένας δεν ήθελε να σκεφτεί ότι δεν έβλεπε τίποτα (…). Ποτέ άλλα ρούχα του Αυτοκράτορα δεν είχαν τέτοια επιτυχία. ‘Μα δε φορά τίποτα!’ είπε ένα μικρό παιδί. ‘Θεέ και Κύριε, άκουσες τι είπε το αθώο μικρό παιδί;’ φώναξε ο πατέρας, και τα λόγια του παιδιού πέρασαν από το στόμα του ενός στα χείλη του άλλου ψιθυριστά.(…) ‘Ναι, δε φοράει τίποτα!’ φώναξε όλος ο κόσμος τελικά. ‘Ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός!’ ο Αυτοκράτορας ένιωσε φοβερά δυσάρεστα μόλις κατάλαβε ότι ο κόσμος είχε δίκιο. Αλλά σκέφτηκε: ‘η παρέλαση πρέπει να φτάσει στο τέλος!’ και ορθώνοντας το ανάστημά του, προχώρησε ακόμα πιο περήφανα μπροστά και ακολουθούσαν οι θαλαμηπόλοι κρατώντας την ανύπαρκτη ουρά. (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ‘Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα’ στο: Δώδεκα Παραμύθια, απόδοση: Α. Δημητρούκα, Αθήνα: Πατάκης)

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
    Agamben, G. 2005. Homo Sacer Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή. Αθήνα: Scripta Bickford, L. 2002. Review (Untitled). Στο: Human Rights Quarterly. Vol.24, No.4 (Nov.2002), σσ.1054-1057 Butler, J. 2009. Ευάλωτη Ζωή: οι δυνάμεις του πένθους και της βίας. Αθήνα:Νήσος Cohen, S. 2001. States of Denial: Knowing About Atrocities and Suffering. Κέμπριτζ:Polity Press Cohen, S. 1996. Government Responses to Human Rights Reports: Claims, Denials and Counterclaims. Στο: Human Rights Quarterly. Vol.18, No.3 (Aug.1996), σσ.517-543 Olick. J. 2002. Review (Untitled). Στο: The American Journal of Sociology. Vol.107, No.4 (Jan.2002), σσ.1134-1135 Schlink, B. 1998. Διαβάζοντας στη Χάννα. (μτφρ.Κοπερτί, Ι.) Αθήνα: Κριτική Shetar, A. 1993. Literacy and ‘Empowerment’? A Case Study of Literacy Behind Bars. Στο: Anthropology of Education Quarterly. Vol.24, No.4 (Dec.1993). σσ.357-372

    ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader * Παρουσίαση στο μάθημα Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις του Κοινωνικού Ελέγχου του ΠΜΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ [1] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink [2] ‘The Reader’, 2008, σκηνοθεσία: Stephen Daldry, πρωταγωνιστές: Kate Winslet (Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου για την ταινία αυτή), Ralph Fiennes, David Kross [3] Πηγή πληροφοριών από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader [4] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) [5] Για να μην γίνεται κουραστικό το κείμενο με συνεχείς αναφορές χρησιμοποιώ τη λέξη-έννοια αυτή (‘κακό’) και κάτω από αυτήν εννοώ οποιαδήποτε άσκηση βίας, αδικία, ενέργεια που προσβάλει τη ζωή ενός ανθρώπου ή ενέργεια κατά της φύσης/περιβάλλοντος κτλ. [6] ‘bystander states’ (Cohen, 2001:17)

  19. […] δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς- βρίσκει τη στάση μέρους της Αριστεράς, που δίνει την εντύπωση ότι αποστασιοποιείται […]

  20. […] δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς- βρίσκει τη στάση μέρους της Αριστεράς, που δίνει την εντύπωση ότι αποστασιοποιείται […]

  21. […] Για την αρνητική και αντιδραστική στάση μιας μερίδας, που έχει εκφραστεί με ένα ουκ ευκαταφρόνητο ρεύμα Αρνητών της Γενοκτονίας, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο “Η γενοκτονία και η άρνησή της”. […]

  22. […] -Βλάσης Αγτζίδης, “Η γενοκτονία και η άρνησή της“, https://kars1918.wordpress.com/2011/05/27/genocide/ […]

  23. […] . Ενώ έως τώρα η αμφισβήτηση προερχόταν κυρίως από περιθωριακούς κύκλους (Νακρατζάς, Τρεμόπουλος, Κωστόπουλος, Ταχματζίδης, […]

  24. […] έως τώρα η αμφισβήτηση προερχόταν κυρίως από περιθωριακούς κύκλους (Τρεμόπουλος, Κωστόπουλος, Ταχματζίδης, Νάσος […]

  25. ΣΥΝ.... on

    05/01/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Η μεγαλοπρεπής τσόντα του Σουλεϊμάν

    Του Περικλή Κοροβέση

    Είναι ελάχιστοι αυτοί που δεν συμμερίζονται την άποψη πως η Ελλάδα πέρασε τετρακόσια χρόνια φρικτής σκλαβιάς κάτω από τον βάρβαρο ζυγό των Τούρκων. Ζούσαμε σε σκοτάδι αμάθειας και γι’ αυτό επινοήσαμε το κρυφό σχολειό από φωτισμένους καλόγερους που μας κράτησαν Ελληνες και χριστιανούς. Και φυσικά οι βάρβαροι Τούρκοι ουδέποτε έπαψαν να μας απειλούν. Και γι’ αυτό χρειάζεται η αμυντική θωράκιση της χώρας μας. Ολα αυτά, βέβαια, είναι ένας ανιστόρητος μύθος που καλλιεργείται από εθνικιστές όλου του πολιτικού φάσματος, με κύριους ωφελημένους την Ακρα Δεξιά και τους νεοναζιστές.

    Ας βάλουμε μερικά ερωτήματα σε κάθε καλόπιστο άνθρωπο που έχει ενδώσει σ’ αυτό τον μύθο, χρησιμοποιώντας αδιάσειστα στοιχεία. Η Τουρκία συγκροτήθηκε ως κράτος το 1923, συνεπεία της Επανάστασης των Νεότουρκων το 1912, που επέβαλε στον σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ ένα Σύνταγμα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Οταν ήρθαν στην εξουσία, με τον Κεμάλ πρόεδρο της Δημοκρατίας, έδιωξαν τον σουλτάνο, κατάργησαν τη θρησκευτική παιδεία, απαγόρεψαν την πολυγαμία και έδωσαν τα ίδια δικαιώματα στις γυναίκες. Το κράτος πια δεν είναι ισλαμικό, αλλά πολιτικό, εγκαταλείπουν το αραβικό αλφάβητο και το αντικαθιστούν με το λατινικό, ενώ αλλάζουν και το ημερολόγιό τους και στη θέση του βάζουν το γρηγοριανό. Δηλαδή, αυτό που χρησιμοποιούμε και εμείς. Και ο Μουσταφά Κεμάλ, με απόφαση του Κοινοβουλίου, γίνεται Ατατούρκ, δηλαδή πατέρας όλων των Τούρκων.

    Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που ιδρύθηκε το 1923 να μας κατακτήσει το 1453; Την Ελλάδα κατέκτησε ή την Κωνσταντινούπολη βάζοντας οριστικό τέλος στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Μήπως μπερδεύουμε σκοπίμως του Οσμανήδες με το τουρκικό κράτος; Ξέρει κανείς να μας πει πού και πότε υπήρξε Τουρκική Αυτοκρατορία; Για να δούμε τώρα τι μας λέει και η Ιστορία. Το 1299, ο Οσμάν ή Οθμάν, επικεφαλής ενός μικρού εμιράτου, αρχίζει σιγά σιγά να κατακτά βυζαντινές εκτάσεις χτίζοντας την αυτοκρατορία του, στην οποία δίνει το όνομά του: Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οπως έκανε και ο Τσιν (Chin) με την Κίνα (China).

    Στο απόγειό της, στα τέλη του 17ου αιώνα, με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, γίνεται μια τεράστια παγκόσμια δύναμη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρωπαϊκής Ιστορίας (ασχέτως αν δεν διδάσκεται). Από την Ουγγαρία, την Κροατία, τη Βοσνία μέχρι την Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν. Ολη η Β. Αφρική στα χέρια τους, από Τυνησία μέχρι Υεμένη, με τον ενδιάμεσο χώρο δικό τους. Μπροστά σε αυτές τις αχανείς εκτάσεις, αυτό που λέμε Ελλάδα ήταν μια μικρή επαρχία, όπως ήταν και επί Ρωμαίων και Βυζαντινών. Καμιά εθνική γλώσσα δεν είχε απαγορευτεί και καμιά θρησκεία. Και μην ξεχνάμε πως οι διωκόμενοι Εβραίοι από όλη την Ευρώπη, και ιδίως από την Ισπανία, βρήκαν άσυλο σε οθωμανικά εδάφη. Ο μεγάλος επαναστάτης Ρήγας Φεραίος δεν είχε υπόψη του κανένα εθνικό κράτος. Ηθελε μια αντι-αυτοκρατορία, με τη μορφή της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Η εθνική ιδέα είναι απαραίτητη για έναν απελευθερωτικό αγώνα, αλλά το έθνος εδραιώνεται μετά την ίδρυση του κράτους. Αφορμή για όλα αυτά είναι το αγαπημένο σίριαλ του ελληνικού λαού, που απ’ ό,τι μαθαίνω κάνει θραύση και στην Τουρκία -είναι μια χολιγουντιανή, σε κακέκτυπο βέβαια, παραχάραξη της Ιστορίας.

    Ο Σουλεϊμάν ήταν ένας μεγάλος πολιτικός, στρατιωτικός, νομοθέτης (έτσι τον λένε οι Τούρκοι) που έφτασε την αυτοκρατορία του στην απόλυτη ακμή της. Αυτό όμως δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για τους λαούς της αυτοκρατορίας του. Πείνα, φόροι, τυραννία, εύκολες σφαγές, βασανιστήρια, φυλακές, ανασκολοπισμοί. Δηλαδή είχε την ίδια συμπεριφορά με κάθε άλλο αυτοκράτορα. Γιατί όσο πιο μεγάλη είναι η εξουσία τόσο πιο μεγάλη είναι η τυραννία. Κάθε αυτοκράτορας έχει μέσα του, στο DNA του, λίγο ή πολύ, κάτι από Χίτλερ.

    Το σίριαλ εστιάζεται κυρίως στο χαρέμι και τις σουλτάνες του Σουλεϊμάν και κάνει παιδαριώδεις αναφορές στα ιστορικά γεγονότα. Και δεν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία. Γινόμαστε ερευνητές του χαρεμιού και σκεφτόμαστε τι να γίνεται άραγε μέσα στο χαρέμι και ο φακός δεν μας το δείχνει. Και έτσι έχουμε ένα είδος τσόντας με φερετζέ, κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. Από τη γιαγιά ώς τον εγγονό. Και από αυτούς τους τηλεθεατές ένα 27% πρέπει να ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά ας γυρίσουμε στην Τουρκία και στους εξοπλισμούς. Η χώρα αυτή είναι 16η οικονομική δύναμη στον κόσμο και έχει 90 εκατ. κατοίκους. Μπορεί να κάνεις πόλεμο με μια τέτοια χώρα; Και μπαίνει το πρόβλημα των εξοπλισμών. Τι χρειάζονται; Μήπως αξίζουν μόνο για τις μίζες των πολιτικών; Και δυστυχώς αυτό είναι βέβαιο. Εχουμε πια και τις αποδείξεις.

    perkor29@gmail.com

    http://www.efsyn.gr/?p=163366

  26. […] δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς- βρίσκει τη στάση μέρους της Αριστεράς, που δίνει την εντύπωση ότι αποστασιοποιείται […]

  27. […] Η σχολή των Αρνητών της Γενοκτονίας συγκαλύπτει τη βία ενός άγριου μιλιταριστικού εθνικισμού εις βάρος άμαχων πληθυσμών. Στην περίπτωση αυτή των Νεοελλήνων Αρνητών ισχύει με εξαιρετική ακρίβεια αυτό που περιέγραψε  ο Βίκτορ Τσαπινόβ της αριστερής ουκρανικής οργάνωσης Μπορότβα για την πρόσφατη κρίση στην Ανατολική Ουκρανία ως παθογένεια των ισορρροπιστών και των ουδέτερων, αυτών δηλαδή που αρνούνται να πάρουν θέση: «Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι άνθρωποι, που μερικές φορές αποκαλούν τους εαυτούς τους αριστερούς, αποδεικνύεται πως είναι εντελώς ανίκανοι να εφαρμόσουν την ανάλυση της κοινωνικής τάξης που κληροδότησε ο Μαρξ, προτιμώντας να παραμείνουν στον κόσμο των ιδεολογιών και στον κόσμο της “ψευδούς συνείδησης”». […]

  28. 26/08/14

    Λογοκρισία με «αντιρατσιστικό» πρόσημο;
    Οποτε έφτασαν στο εδώλιο υποθέσεις με περιεχόμενο ομοειδές με αυτό του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, τουλάχιστον οι πρωτοβάθμιοι δικαστές ερμήνευσαν τις υφιστάμενες ποινικές διατάξεις με τρόπο που πρόδιδε μια σαφώς ακροδεξιά στράτευση.

    Του Τάσου Κωστόπουλου

    Μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη για την επιστημονική έρευνα και τις δημοκρατικές ελευθερίες στην Ελλάδα κυοφορείται τούτες τις μέρες: η ενσωμάτωση στο υπό ψήφιση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο της ποινικοποίησης κάθε «κακόβουλης αμφισβήτησης» των γενοκτονιών που διέπραξαν οι ναζί, μαζί με την επιχειρούμενη από τα δεξιά διεύρυνση αυτών των διατάξεων για τη βίαιη επιβολή της άποψης περί «γενοκτονίας» των Ελληνορθόδοξων Ποντίων και Μικρασιατών.

    Παρά τις όποιες αρχικές προθέσεις των δημιουργών του, η πρακτική εφαρμογή ενός ποινικού νόμου εξαρτάται συνήθως από δύο παράγοντες: τις διωκτικές αρχές ή τους πολίτες που θα θέσουν σε κίνηση την επιβολή του, κυρίως όμως το δικαστικό σώμα που θα παράγει το τελικό corpus ετυμηγοριών με το οποίο οι επίμαχες διατάξεις θ’ αποκτήσουν πραγματική υπόσταση, επιβάλλοντας καταναγκασμούς και ρυθμίζοντας κοινωνικές συμπεριφορές. Στο ζήτημα που μας αφορά, το μητρώο της ελληνικής Δικαιοσύνης είναι, δυστυχώς, εξίσου μαύρο μ’ εκείνο της Χρυσής Αυγής. Οποτε έφτασαν στο εδώλιο υποθέσεις με περιεχόμενο ομοειδές μ’ αυτό του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, τουλάχιστον οι πρωτοβάθμιοι δικαστές ερμήνευσαν τις υφιστάμενες ποινικές διατάξεις με τρόπο που πρόδιδε μια σαφώς ακροδεξιά στράτευση:

    Ποινικοποίηση της έρευνας

    *Το 1992 διαδοχικές δίκες οδήγησαν σε ισάριθμες καταδίκες (για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «πρόκληση πολιτών σε διχόνοια») μελών αριστερών οργανώσεων που διακινούσαν προκηρύξεις, αφίσες ή βιβλία στα οποία αναφερόταν η ύπαρξη μειονοτήτων και φασιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα ή διατυπώνονταν διαφωνίες με την εθνικιστική έξαρση της εποχής. Σε μια απ’ αυτές τις υποθέσεις, το κατηγορητήριο στηρίχτηκε σε προανακριτική κατάθεση του Κώστα Πλεύρη, τον οποίο ο εισαγγελέας είχε καλέσει στην προδικασία ως βασικό μάρτυρα κατηγορίας με την ιδιότητα του «ειδήμονος» περί τα εθνικά ζητήματα. Σε μια άλλη, η απόφαση περί «πρόκλησης σε διχόνοια» βασίστηκε στην οργανωμένη προπηλάκιση των κατηγορουμένων από τα μέλη μιας ακροδεξιάς οργάνωσης («Αντικομμουνιστική Σταυροφορία») μ’ επικεφαλής έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου με πλούσιο ποινικό μητρώο. Σε μια τρίτη, πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας που κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης άκουσε από το στόμα της προέδρου ότι «κανονικά» δεν θα ‘πρεπε να του επιτρέπεται να διδάσκει.

    * Το 2001 ο Ελληνας εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Γραφείου για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες καταδικάστηκε για «διασπορά ψευδών ειδήσεων». «Ψευδή είδηση» το δικαστήριο θεώρησε την (παράλληλη προς τα ελληνικά) ομιλία, από μερίδες Ελλήνων πολιτών, της τουρκικής, πομάκικης, βλάχικης, αρβανίτικης και σλαβομακεδονικής γλώσσας.

    * Το 2010 ήταν η ίδια η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αυτή που με την απόφασή της για το βιβλίο του Πλεύρη «Οι Εβραίοι» επικύρωσε τα πιο ακραία αντισημιτικά κηρύγματα, αποφαινόμενη ότι φράσεις όπως «έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν: εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα» δεν καλύπτονται απλώς από την ελευθερία του λόγου αλλά συνιστούν εύλογη αντίδραση ενός «Ελληνα εθνικιστή» (κι όχι ναζιστή ή φασίστα) στις «επιδιώξεις [των Εβραίων] για παγκόσμια κυριαρχία, τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για την ευόδωση αυτών και τη συνωμοτική τους δράση»!

    Δεν χρειάζεται, νομίζω, ιδιαίτερη φαντασία για να προβλέψει κανείς προς ποια κατεύθυνση είναι πιθανότερο να εφαρμοστεί προνομιακά η επαγγελλόμενη ποινικοποίηση της ιστορικής έρευνας και συζήτησης. Η προθυμία με την οποία οι κάθε λογής εκφραστές της εγχώριας εθνικιστικής Ακροδεξιάς σέρνουν τους εκφραστές αντίθετων απόψεων στα δικαστήρια είναι επιβεβαιωμένη, όπως κι ο ενδοιασμός των ιδεολόγων αντιφασιστών να συνδράμουν κάθε δικαστικό περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Υπάρχει, τέλος, ένα πολλαπλά διδακτικό ιστορικό προηγούμενο διαστροφής «αντιφασιστικού» νόμου από μια αντιφρονούσα Δικαιοσύνη: η νομοθεσία για τον ποινικό κολασμό των δωσίλογων της Κατοχής από ένα σημείο και μετά εφαρμόστηκε κυρίως για τη δίωξη και καταδίκη αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, με την αναγόρευση των εμφύλιων ενδοαντιστασιακών συγκρούσεων του 1943-44 σε αντικειμενική (ή και υποκειμενική) «συνεργασία [τους] με τον εχθρό».

    Αντίθετα αποτελέσματα

    Καλά όλα αυτά, θα πει κανείς, αλλά δεν χρειάζεται ποινικό κολασμό η προσβολή της μνήμης των εκατομμυρίων θυμάτων του ναζιστικού Ολοκαυτώματος; Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ποινικοποίηση θα επιφέρει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απ’ ό,τι επιδιώκει. Μια αλήθεια που χρειάζεται δικαστική προστασία για να επιβληθεί, δίνει αυτόματα την εντύπωση πως αυτοαναιρείται. Τα βλακώδη επιχειρήματα των αρνητών του Ολοκαυτώματος δεν είναι δυνατό ν’ αναιρεθούν αποτελεσματικά παρά μόνο με την παράθεση πειστικών αντεπιχειρημάτων (που η Ιστορία προφέρει, δυστυχώς, άφθονα). Προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί, ωστόσο, η δυνατότητα ελεύθερης διατύπωσης του λόγου των αρνητιστών, ώστε να μπορεί ν’ απαντηθεί επί της ουσίας. Η ουσιαστική παρεμπόδιση της δημόσιας συζήτησης από τον ποινικό νόμο θα μεταφέρει αντίθετα την όλη αντιπαράθεση από τον χώρο της ορθολογικής ανταλλαγής επιχειρημάτων στον (απείρως προσφορότερο για τους ναζί) χώρο των υπονοουμένων, με τον αρνητισμό να επικαλείται επιπλέον το φωτοστέφανο μιας «απαγορευμένης αλήθειας». Η δικαστική «προστασία» θα παράγει, τέλος, αναπόφευκτα φαινόμενα πνευματικής νωθρότητας στους επιστημονικούς και αντιφασιστικούς κύκλους, καθιστώντας τους μεσοπρόθεσμα λιγότερο ικανούς ν’ αντιμετωπίσουν πειστικά τη ναζιστική προπαγάνδα. Πόσοι αξιοπρεπείς, σοβαροί ιστορικοί θα καταδεχτούν να πάρουν μέρος σε μια δημόσια αντιπαράθεση με την «πλάτη» του εισαγγελέα;

    Διαφορετικής τάξης προβλήματα θα προκύψουν από την ποινικοποίηση της επιστημονικής και δημόσιας συζήτησης για τη μικρασιατική και ποντιακή τραγωδία. Στην περίπτωση της Μικρασίας, οι μόνες βιαιότητες σε βάρος αμάχων που έχουν διεθνή νομική αναγνώριση είναι όχι η «γενοκτονία» τής εκεί ελληνικής μειονότητας αλλά, αντίθετα, τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα σε βάρος του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού. Η Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, το νομικό δηλαδή κείμενο που έχει αναγορευτεί σε ακρογωνιαίο λίθο της εθνικής επιχειρηματολογίας, περιέχει ειδικό άρθρο (§59) όπου η Ελλάδα αναγνωρίζει την ενοχή της για «πράξεις του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτους προς τους νόμους του πολέμου» και την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημιώσεις στην Τουρκία, τις οποίες όμως η τελευταία αποποιείται «λαμβάνουσα υπ’ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος». Περί γενοκτονίας -ή έστω σφαγών- του ελληνικού πληθυσμού, στη συνθήκη που επισφράγισε τους ελληνοτουρκικούς πολέμους του εικοστού αιώνα, δεν υπάρχει ούτε λέξη.

    Πρόκειται φυσικά για κείμενο σκοπιμότητας, το οποίο αντανακλούσε τον συσχετισμό δυνάμεων την επαύριον της πανωλεθρίας των ελληνικών όπλων αλλά και τις επικρατούσες νομικές αντιλήψεις της εποχής περί εθνικής κυριαρχίας.

    Γενοκτονίες

    Κείμενα σκοπιμότητας, κι όχι προϊόντα επιστημονικής έρευνας, είναι ωστόσο και οι αποφάσεις της ελληνικής Βουλής με τις οποίες «αναγνωρίστηκαν» οι «γενοκτονίες» των ελληνορθόδοξων Ποντίων (Ν. 2193/1994) και Μικρασιατών (Ν. 2645/1998). Μια απλή ανάγνωση των σχετικών πρακτικών αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τις πολιτικοϊδεολογικές προκαταλήψεις και τις πελατειακές εκπροσωπήσεις που επέβαλαν αυτές τις αποφάσεις, αλλά και την εξαιρετικά προβληματική σχέση των τελευταίων με την ιστορική αλήθεια. Για να σταθώ σ’ ένα μονάχα, εμβληματικό σημείο: ο περίφημος αριθμός των 353.000 νεκρών Ποντίων που περιέχεται στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2193 (διά χειρός Ακη Τσοχατζόπουλου) κι έχει αναγορευθεί σε τοτέμ της εθνικής ποντιολογίας (των σχολικών βιβλίων μη εξαιρουμένων), δεν αποτελεί προϊόν κάποιας αξιόπιστης καταμέτρησης αλλά αυθαίρετη προσθήκη 50.000 «νεκρών» στα 303.238 «θύματα» -όχι μόνο νεκρούς αλλά και απλώς εκτοπισμένους- που πρόβαλε εν έτει 1922 μια εξόφθαλμα προπαγανδιστική (και άκρως ανακριβής) ανεπίσημη «Μαύρη Βίβλος». Η επίσημη προβολή τού εν λόγω αριθμού γελοιοποιεί παντελώς την εθνική επιχειρηματολογία, αφού η υπηρεσιακή απογραφή πληθυσμού του Πατριαρχείου κατέγραψε το 1912 στον Πόντο 397.164 Ελληνορθοδόξους, στη δε Ελλάδα απογράφηκαν το 1928 συνολικά 182.169 Πόντιοι πρόσφυγες – στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν (ως επιζήσαντες) οι κάτοικοι ουκ ολίγων ποντιακών οικισμών που αναγράφονται λανθασμένα στα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής ως «γηγενείς», οι ενδιάμεσοι φυσικοί θάνατοι και οι 100.000 τουλάχιστον Πόντιοι που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ ή απευθείας σε δυτικές χώρες. Για να μη μιλήσουμε για τα χιλιάδες θύματα της ίδιας της ανταλλαγής (από αρρώστιες κ.λπ.), στα λοιμοκαθαρτήρια της Πόλης και της Μακρονήσου ή στους αρχικούς χώρους της προσφυγικής εγκατάστασης.

    Με την επιχειρούμενη ποινικοποίηση, κριτικές επισημάνσεις όπως η παραπάνω θα υπάγονταν αυτόματα στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, με μάλλον προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Πόσο θα συνέβαλλε κάτι τέτοιο στην αντιμετώπιση του εγχώριου ναζισμού και των ποικιλόμορφων παραφυάδων του; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής.
    http://www.efsyn.gr/?p=227771

    ——————————

    Παλαιοκομματισμός και «Γενοκτονία»

    Φίλης Νίκος|20.08.2014

    Να αντιμετωπίζεται ως αδίκημα «η άρνηση της Γενοκτονίας των χριστιανών της Ανατολής (Πόντιοι, Μικρασιάτες, Αρμένιοι και Ασσύριοι)» ζητούν 38 βουλευτές της Ν.Δ. με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, επικαλούμενοι απόφαση της Βουλής των Ελλήνων (Φεβρουάριος 1994), με την οποία είχε χαρακτηρισθεί ως Γενοκτονία η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Οι βουλευτές σχολιάζουν ότι σε διαφορετική περίπτωση η Βουλή των Ελλήνων θα αυτοαναιρεθεί.
    Πράγματι, με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, η Βουλή είχε προχωρήσει σε αυτή την απόφαση, η οποία από τότε είχε επικριθεί ότι δεν υπάκουε σε αμερόληπτα επιστημονικά – ιστορικά κριτήρια, αλλά εξυπηρετούσε ψηφοθηρικές – εθνικιστικές σκοπιμότητες. Ήταν η εποχή που το ΠΑΣΟΚ φαντασιωνόταν την περικύκλωση της Τουρκίας μέσω της συμμαχίας με τους Κούρδους του Οτσαλάν, τους Αρμένιους και τους «χιλιάδες κρυπτοχριστιανούς» που ζούσαν στη Μικρά Ασία. Δεν τα πίστευε αυτά το ΠΑΣΟΚ, ικανοποιούσε όμως ισχυρά πολιτικά στερεότυπα μιας μερίδας του ποντιακού στοιχείου, που εκπροσωπείτο στο κόμμα από την ομάδα του Μιχ. Χαραλαμπίδη. Αυτή η «εκπροσώπηση» οδήγησε στην κρίση και στον εξευτελισμό της χώρας με τη σύλληψη του Οτσαλάν.
    Τα περί Γενοκτονίας ήταν μια απόφαση εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας και όχι διεθνούς σημασίας. Γι’ αυτό και το ελληνικό κράτος ποτέ δεν προέβαλε στα διεθνή φόρα θέμα αναγνώρισης αυτής της «Γενοκτονίας», σε αντίθεση με τους Αρμένιους, οι οποίοι επεχείρησαν και πέτυχαν για τη δική τους περίπτωση απόφαση της γαλλικής Γερουσίας. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Σημίτη, με υπουργό Εξωτερικών τον Γ. Παπανδρέου, είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει τη σημασία της απόφασης περί Γενοκτονίας, μετά μάλιστα την αντίδραση της τουρκικής πλευράς. Η απόφαση αναδεικνυόταν σε «αγκάθι» για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
    Η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη είναι τυπικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, με βάση την οποία διαλύθηκε η πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία σε συμπαγή εθνικά κράτη, συμπεριλαμβανομένου και του τουρκικού. Αναμφίβολα η εθνοκάθαρση είχε πολύ αίμα, πολύ πόνο και ξεριζωμό. Και η οθωμανική διοίκηση διακρίθηκε για ωμότητες, αν και αγριότητες σφράγισαν και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας εκείνη την εποχή εις βάρος όλων των πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Η εθνοκάθαρση επισφραγίστηκε με διεθνείς συμφωνίες και με ανταλλαγή πληθυσμών.
    Ο όρος Γενοκτονία καθιερώνεται στο Διεθνές Δίκαιο μετά το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και παραπέμπει σε βιομηχανικά σχεδιασμένη κρατική (της χιτλερικής Γερμανίας) επιδίωξη εξαφάνισης ενός ολόκληρου έθνους. Στο Ολοκαύτωμα δεν εμπλέκονται εδαφικές διεκδικήσεις. Η Γενοκτονία είναι απόλυτη και αφορά ένα ολόκληρο έθνος, όπου κι αν κατοικεί. Γι’ αυτό επί μισό αιώνα δεν υπήρξε χρήση του όρου για άλλη σφαγή πληθυσμών. Η έννοια Γενοκτονία απέκτησε διευρυμένη και χρησιμοθηρική έννοια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν διεθνή όργανα χαρακτήριζαν ως Γενοκτονία τη σφαγή στη Ρουάντα ή ακόμη και τη σερβική επιθετικότητα εναντίον των μουσουλμάνων της Βοσνίας. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε διεθνής, δηλαδή γενική αναγνώριση της όποιας «Γενοκτονίας».
    Στην Ελληνική Ιστορία η Μικρασιατική Καταστροφή ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε ως Γενοκτονία. Γράφαμε, διδασκόμασταν, θυμόμαστε την Καταστροφή. Αυτό έχει σημασία για να αντιληφθούμε ότι η όψιμη μετακίνηση σε επίπεδο ορολογίας υποκρύπτει απόπειρα μετάλλαξης της ιστορικής εμπειρίας και των γεγονότων, η οποία μάλιστα «επισημοποιείται» με την παραγωγή μιας νέας, μεροληπτικής ιστορίας.
    Έπειτα από μια εικοσαετία κρατικής ύπνωσης ως προς τη χρήση του όρου Γενοκτονία, το θέμα επανέρχεται ουσιαστικά με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Οι 38 βουλευτές της Ν.Δ., οι οποίοι ανήκουν σε όλο το φάσμα της παράταξης, ανάμεσά τους και ορισμένοι πρώην υπουργοί, ζητούν από τον πρωθυπουργό να αναβαθμίσει την επίσημη θέση, συνδυάζοντας την «Γενοκτονία» των χριστιανών της Ανατολής με το Ολοκαύτωμα και τη ρατσιστική βία, δηλαδή ζητείται εκ του πονηρού η σύνδεση ανόμοιων ιστορικά και διαφορετικών πολιτικά υποθέσεων.
    Η εθνικιστική δημαγωγία κατά κανόνα λειτουργεί ως προκάλυμμα για να κρυφθούν οι ολέθριες επιπτώσεις εις βάρος του λαού. Σήμερα, μάλιστα, επιδιώκεται να συγκαλυφθεί η μνημονιακή υποτέλεια. Ο Σαμαράς, διακρινόμενος για τον παλαιοκομματισμό του, δείχνει να το παίζει σε δύο ταμπλό. Υποκινεί την επιστολή των 38 βουλευτών του, υιοθετεί τις ιδεοληπτικές – ακροδεξιές θέσεις Μπαλτάκου, ο οποίος είχε μπλοκάρει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Ο πρωθυπουργός, όμως, καλείται να σταθμίσει τη συγκυρία και να μη δώσει αφορμή για ελληνοτουρκική ένταση, σε μια περίοδο που η Ελλάδα το τελευταίο που έχει ανάγκη είναι μια τέτοια εξέλιξη, ενώ μάλιστα φλέγεται η γύρω περιοχή. Θα είναι μια αναχρονιστική πολιτική, καθώς οι πολιτικές προϋποθέσεις του 1994 έχουν πλήρως ανατραπεί. Ο Οτσαλάν προχθές κήρυξε το τέλος του πολέμου προς την Άγκυρα, το Ιράκ τριχοτομείται και το «χαλιφάτο» προβάλλει στο προσκήνιο. Η αναδίφηση ιστορικών διενέξεων προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η άσκηση εξωτερικής πολιτικής για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης παραπέμπουν στην παλαιοκομματική Ελλάδα και σε εθνική ταπείνωση. Και όχι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, στο όραμα μιας νέας Ελλάδας της Δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της εθνικής ανάτασης.

    http://www.avgi.gr/article/3733003/palaiokommatismos-kai-genoktonia-

    ———————–

    Σ. Ασδραχάς: «Στην ιστορική έρευνα δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού»

    Ο κορυφαίος ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, μιλά στο Κόκκινο για το θέμα της ποινικοποίησης της άρνησης ή του εγκωμιασμού των γενοκτονιών.

    «Στην ιστορική έρευνα για έναν ιστορικό δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού, στη προκειμένη περίπτωση η γενοκτονία είναι το ταμπού» δήλωσε στο Κόκκινο ο κορυφαίος ιστορικός αναφορικά με τη ποινικοποίηση της άρνησης των γενοκτονιών που ψήφισε η κυβέρνηση.

    «Ο όρος γενοκτονία επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Οι αναθεωρητές αρνούνται το γεγονός της γενοκτονίας του Ολοκαυτώματος και η άρνηση τους δεν συνοδεύεται απο αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό που αποκρύπτεται είναι η δικαιολογία του Ολοκαυτώματος. Η ταύτιση δηλαδή με τον Εθνικοσοσιαλισμό».

    «Η δουλειά του ιστορικού δεν είναι να ποινικοποιήσει τους αναθεωρητές αλλά να αναδείξει το πρόσωπο τους» πρόσθεσε.

    «Η μικρασιατική καταστροφή είχε ανθρώπινα θύματα, ήταν σφαγή αλλά δεν είναι γενοκτονία. Το Ολοκαύτωμα όπως και η σφαγή των Αρμενίων αποτελεί γενοκτονία επειδή ακριβώς είχε αυτή τη πρόθεση» τόνισε ο Σ. Ασδραχάς.

    http://left.gr/news/s-asdrahas-stin-istoriki-ereyna-den-prepei-na-yparhoyn-tampoy#sthash.X7RO90sc.nzj4yWLz.dpuf

  29. […] αντίληψη διατηρείται έως σήμερα στο πρόσωπο των Αρνητών της Γενοκτονίας, όπως και διάφορων αγνωστικιστών και γκρινιάριδων, […]

  30. […] Ο Μάιος είναι ένας δύσκολος μήνας για μας τους ολίγιστους ιστορικούς που μελετούμε τα της Ανατολής… Η αναγνώριση το 1994 της Γενοκτονίας που συνέβη στο μικρασιατικό Πόντο από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς, έφερε την καθιέρωση της 19ης Μαϊου ως επίσημης Ημέρας Μνήμης. Η μερικότητα της πρώτης αυτής αναγνώρισης οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα (1998) στην αναγνώριση της Γενοκτονίας κατά το μεγαλύτερο βαθμό και τη θέσπιση της 14ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρας Μνήμης για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Γενικώς, ο τρόπος που έγιναν οι αναγνωρίσεις και συντάχθηκαν οι αιτιολογικές εκθέσεις, απηχούσαν τη σύγχυση, τον τοπικισμό και τη μερικότητα που χαρακτηρίζει ολόκληρο το Νέο Ελληνισμό… Αλλά όπως και να έχουν τα πράγματα, με τις αναγνωρίσεις αυτές έφτασε στο τέλος της μια ολόκληρη εποχή σιωπής, αλλοτρίωσης και συνειδητής λήθης, την οποία συνεχίζουν να τη θυμίζουν οι προκατειλημμένοι και μνησίκακοι Αρνητές της Γενοκτονίας. […]

  31. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
    Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες

    Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια

    Τάσος Κωστόπουλος

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

    Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

    Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.

    Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες.

    Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας.

    Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.

    Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

    Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».

    Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς
    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922)Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) | ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

    Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

    Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922)ΓΑΚ – ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
    Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

    Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

    Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

    Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

    Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

    Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

    «1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

    Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

    «Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

    Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

    Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος»ηλικίας 18-37 ετών.

    «Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

    Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

    Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

    Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

    Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

    «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

    Βίζες ζωής και θανάτου
    Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»… | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)
    Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870.

    Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

    Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

    Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι»προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

    Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

    Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

    «Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

    Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

    Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων»

    (όπ. π., σ. 211-212).

    Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»

    Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως».

    Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια.

    «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).

    Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

    Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της:

    «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. […]

    Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

    Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

    Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν.

    Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

    ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι.

    Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

    Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

    Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

    Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.

    Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

    ● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

    Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

    ▸ Τρελλός είσαι;

    ● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

    Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

    ▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

    Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».

    Αποτροπές και απαγορεύσεις
    Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

    «Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. […] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

    «Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

    «Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150).

    Πρόσφυγες, 1922Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

    ◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

    ◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

    Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

    Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

    «Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

    «Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα»,διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

    Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν·ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

    Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

    «Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

    Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

    «Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. […]

    Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

    Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

    «Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).

    Εκκένωση δύο ταχυτήτων
    Πρόσφυγες στη Χίο και στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμούΠρόσφυγες στο Θησείο (1922). Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού | National Geographic, «1922 O μεγάλος ξεριζωμός» (2007)
    Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

    «Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

    «Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

    Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.

    Πρόσφυγες στη Χίο- 1922Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 | Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)
    Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

    Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

    Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

    Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

    Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

    Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

    Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

    Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

    «Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).

    Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»
    Προσφυγόπουλα, 1922Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
    Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους.

    Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935:

    «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. […] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια.

    Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.

    Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός.

    Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.

    Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.

    Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».

    https://pontosandaristera.wordpress.com/2016/04/18/kostopoulos-prosfyges/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: