-Η γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο

0006_2Η γενοκτονία στον Πόντο, όπως και σ΄ όλη την Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό, αποτελεί μια από  τις «Λευκές Σελίδες» της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η αποσιώπηση είχε ηθική και πολιτική σημασία. Δεν αποτίσαμε κατ’ αρχάς τον οφειλόμενο σεβασμό στους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς που εξοντώθηκαν στον μικρασιατικό Πόντο κατά τις εκτεταμένες εθνικές εκκαθαρίσεις που έκαναν οι Νεότουρκοι σωβινιστές(2).   Η αποσιώπηση  μας στέρησε  επιπλέον την δυνατότητα να κατανοήσουμε τις μεθόδους με τις οποίες δημιουργήθηκαν τα έθνη-κράτη και  τον τρόπο διαμόρφωσης των σύγχρονων γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή μας με την επικράτηση της «νέας τάξης πραγμάτων του 1922«.

pontos-agtzidis-1

          Για αυτούς τους λόγους, η ομόφωνη αναγνώριση από την Βουλή των Ελλήνων της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού το 1994 και η καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης, αποτελεί την οφειλόμενη απόδοση τιμής στην ιστορική μας μνήμη.

          Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

          Η κατάσταση που υπήρχε στον μικρασιατικό χώρο πριν την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  περιγράφεται γλαφυρά από τη σοσιαλιστική εφημερίδα «Ο Λαός» που εκδίδονταν στην Κωνσταντινούπολη:

    «Όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν ίσοι αναμεταξύ τους. Όλοι μπορούσαν να γίνουν πασάδες ή στρατηγοί. Μα δεν παραδέχονταν για ίσους με τον εαυτό τους τους χριστιανούς και τους εβραίους παρά τους ονομάζανε γκιαούρηδες. Τους απογόνους των παλαιών κατοίκων τους μεταχειρίζονταν σαν ξένους. Δεν τους επέτρεπαν να γίνουν αξιωματικοί ή υπάλληλοι. Δεν τους δέχονταν για μάρτυρες στα τουρκικά δικαστήρια. Η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονταν μόνο, βάζοντάς τους να πληρώνουν ένα χωριστό φόρο, το χαράτσι. Τους ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν για άλλο τίποτα παρά για να τρέφουν το μουσουλμανικό λαό. Στις επαρχίες μόνο οι μουσουλμάνοι ήτανε γεωχτήμονες. Οι χριστιανοί ήταν αγρότες, απαράλλαχτα όπως οι δούλοι στο μεσαίωνα. Πριν την κατοχή, οι χριστιανοί αυτοί ήσαν έθνη ανεξάρτητα και πάντα είχαν βαστάξει τη γλώσσα, τη φορεσιά τους και τις συνήθειες τους…». (3)

    Με την παραπάνω ανάλυση του Μικρασιατικού χώρου συμπίπτουν  απολύτως  οι αναλύσεις αρκετών  σημαντικών πολιτικών όλου του luxemburgφάσματος των αρχών του αιώνα μας. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο έργο της «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία» γράφει:

 «Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπαστούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση.» (4)

          Οι γηγενείς εθνότητες της Μικράς Ασίας, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι,  ενσαρκώνουν και εκφράζουν την αναγκαιότητα για  δημοκρατικό μετασχηματισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

          Η έλλειψη τουρκικής αστικής τάξης καλύπτεται από την οθωμανική γραφειοκρατία και το στρατό. Ένας από τους λόγους που επιταχύνει την νεοτουρκική «επανάσταση», είναι ο έλεγχος των οικονομικών δραστηριοτήτων από το χριστιανικό στοιχείο του πληθυσμού. Το κίνημα των Νεότουρκων το 1908, αποτελεί την αντεπανάσταση εναντίον των δημοκρατικών κινημάτων των υπόδουλων εθνών.

          Η απόφαση για τις γενοκτονίες

          Οι σοβινιστικές τάσεις των Νεότουρκων φαίνονται από πολύ νωρίς. Οι Νεότουρκοι αρνιούνται πως υπάρχει εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και επιλέγουν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης των εθνικών μειονοτήτων. Σε μια μυστική σύσκεψη υπό την προεδρία του Ταλαάτ Πασά, ο δρ. Σακίρ Μπεχαεντίν, στέλεχος των Νεοτούρκων λέει:

    «Τα έθνη που απομείναν από παλιά στην Αυτοκρατορία μας μοιάζουν με ξένα και βλαβερά χόρτα που πρέπει να ξεριζωθούν. Να ξεκαθαρίσουμε τη γη μας. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός της επανάστασής μας.» (5)

    Στην ίδια σύσκεψη ο δρ. Ναζίμ λέει:

    «…Θέλω να ζήσει ο Τούρκος. Και θέλω να ζήσει μόνο σ αυτά τα εδάφη και να είναι ανεξάρτητος. Εκτός των Τούρκων όλα τα άλλα στοιχεία να εξοντωθούν, άσχετα σε ποια θρησκεία ή πίστη ανήκουν. Αυτή η χώρα πρέπει να καθαρίσει από τα ξένα στοιχεία. Οι Τούρκοι πρέπει να κάνουν την εκκαθάριση.» (6)

          Η εφημερίδα «Ο Λαός» της Πόλης προειδοποιούσε τους Τούρκους ηγέτες:

    «Σήμερα με το τουρκικό σύνταγμα, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και με τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθήσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πως κανένας λαός δεν είναι τόσο πρόστυχος, τόσο ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον  ξένο, τον αλλόφυλο. Και τότες πια, σα δε σωφρονιστείτε, θα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και η Τουρκία θα σβήσει.» (7)

    Το 1911 οι Νεότουρκοι αποφασίζουν σε Συνέδριό τους την εξόντωση των μη τούρκικων εθνοτήτων. Στην απόφαση γράφεται:

    «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία… Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία.» (8 )

          Έτσι διαμορφώνεται στο Μικρασιατικό χώρο μια κατάσταση, σύμφωνα με την οποία έχουμε από τη μια τις απαιτήσεις των Ελλήνων και των Αρμενίων για ελευθερία και ανεξαρτησία και από την άλλη τον ακραίο τουρκικό εθνικισμό.

          Ένας παράγοντας που παρεμβαίνει υπέρ των οθωμανικών συμφερόντων είναι ο γερμανικός. Οι Γερμανοί έχουν τεράστια συμφέροντα στην Τουρκία. Οικονομικά και στρατιωτικά. Ελπίζουν ότι με μια ισχυρή Τουρκία θα ανταγωνίζονται καλύτερα τους Βρετανούς. Γι αυτό το λόγο η γερμανική πολιτική εκπονεί ένα πρόγραμμα ακεραιότητας της Τουρκίας, η υλοποίηση του οποίου προϋποθέτει την εξόντωση των πληθυσμών εκείνων που ενισχύουν τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (9)  Η Τουρκία γίνεται το πιο σημαντικό πεδίο δράσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Κινητήρια δύναμη είναι οι γερμανικές τράπεζες, οι οποίες έχουν κολοσσιαίες επιχειρήσεις στην Ασία.

     Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους οι Γερμανοί προσπαθούν με κάθε τρόπο να φανατίσουν τις τουρκικές μάζες εναντίον των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σε μια προκήρυξη που κυκλοφορεί η «Γερμανική Τράπεζα της Παλαιστίνης» γράφεται:

    «Αν πεινούμε και υποφέρουμε εμείς οι Τούρκοι, αιτία είναι οι γκιαούρηδες που στα χέρια τους κρατούν τον πλούτο μας και το εμπόριό μας. Ως πότε θα ανεχόμαστε τις προκλήσεις τους. Μποϋκοτάρετε τα προϊόντα τους. Σταματήστε κάθε δοσοληψία μαζί τους. Τι τη θέλετε τη φιλία τους; Ποιο το όφελος να συναδελφώνεστε και να τους προσφέρετε με τόση ειλικρίνεια την αγάπη και τον πλούτο μας…» (10)

    Mετά τους Βαλκανικούς πολέμους και κυρίως με την έναρξη  του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, υλοποιείται η αποφασισμένη από το 1911 απόφαση των Οθωμανών οριστική λύση του εθνικού προβλήματος της Αυτοκρατορίας με την φυσική εξόντωση των γηγενών εθνοτήτων. Έκθεση που στάλθηκε στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών από την Κωνσταντινούπολη αναφέρει:

  «Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφ’ όσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικισμοί.»(11)

    Το κλίμα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται περιγράφεται στο άρθρο με τίτλο «Οθωμανοί εις τα όπλα» στις 13-10-1911 της εφημερίδας «Ηχώ» της Σαμψούντας:

  «Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος… Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των.» (12)

          Η γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής

          Το 1914 αρχίζουν οι μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης. Το 1915 γίνεται η γενοκτονία των Αρμενίων με ενάμιση εκατομμύριο νεκρούς ενώ το 1916 αρχίζει η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο με 350.000 νεκρούς ως το 1923.(13)  Σε έγγραφο του Αυστριακού υπουργού εξωτερικών προς το Βερολίνο αναφέρονται τα εξής:

 «Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ’ τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τούρκικα τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων.» (14)

          Από την έναρξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου αρχίζουν οι διώξεις κατά των Ελλήνων στις περιοχές των πολεμικών αναμετρήσεων στον Καύκασο. (15)

          Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για  τη γενοκτονία των Ελλήνων στον μικρασιατικό Πόντο φαίνεται από το παρακάτω κείμενο της Κεντρικής Ένωσης Ποντίων Ελλήνων εκείνης της περιόδου στο οποίο αναφέρονται οι τρόποι εξόντωσης:

             «Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξώριζαν τους Ελληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέψουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα, ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων.

            Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουσθούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών ελεηλατώντο.

   Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν το γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο.» (16)

          Η επιτροπή του ελληνικού υπουργείου που στέλνεται στον μικρασιατικό Πόντο καταγράφει με λεπτομέρειες τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι για την εξόντωση την πρώτη περίοδο της γενοκτονίας περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες Έλληνες. (17)

          Ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατυπώνουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini γράφει τον Ιανουάριο του 1918:

    «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.» (18 )

march

(Πορεία εκτοπισμένων χριστιανών. Πιθανότατα Αρμενίων)

    Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισσού Κβιατόφσκι αναφέρει:

  «Όπως επανειλημμένως ετόνισα, θεωρώ τον εκτοπισμόν των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας εν τω πλαισίω της εκτελέσεως του προγράμματος των Νεοτούρκων, το οποίον επιδιώκει την εξασθένησιν του Χριστιανικού στοιχείου ως μίαν καταστροφήν μεγίστης απηχήσεως, ήτις θα έχη εις την Ευρώπην ζωηρότερον αντίκτυπον από τας αγριότητας εναντίον των Αρμενίων». (19)

          Στις εκθέσεις της επιτροπής που στέλνεται στον Πόντο το 1919 από το ελληνικό υπουργείο περιθάλψεως, για την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού αναφέρονται όλοι οι  τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για την θανάτωση περισσότερων των διακοσίων χιλιάδων ατόμων. (20)

          Οι Ελληνες του Πόντου αρχίζουν να οργανώνουν ομάδες αυτοάμυνας των χωριών τους. (21)  Χαρακτηριστικό των συνθηκών οργάνωσης των ένοπλων ομάδων των Ελλήνων είναι τα γεγονότα της Σαντάς. Στις 17 Δεκεμβρίου 1917, σε Γενική τους Συνέλευση οι κάτοικοι αποφασίζουν την ίδρυση αντάρτικων ομάδων για να προστατευθούν από τις επιθέσεις που οργάνωναν κατά καιρούς τουρκικές συμμορίες. Το σύνθημα που κυριάρχησε στη συνέλευση ήταν: «Να ληστέψουμε τους ληστές». (22)  Μεγάλη συμμετοχή στις ένοπλες ομάδες έχουν και οι γυναίκες. Η σημαντικότερη αντάρτικη ομάδα της περιόδου ως το 1918, έχει για αρχηγό την καπετάνισσα Πελαγία, η οποία αναλαμβάνει την διοίκηση μετά τον θάνατο του άντρα της. Ένα τραγούδι των Ελλήνων της Πάφρας του Δυτικού Πόντου, που αναφέρεται στη συμμετοχή των γυναικών  έχει τους εξής στίχους:

          «Από τις γυναίκες των Παφραλήδων

           πήραν τα όπλα οι μισές

           για να διώξουν τους Τούρκους.

           Σκοτώθηκαν όλες!» (23) 

          H Ποντιακή Αντίσταση

dsc04507

 Σύντομα το κίνημα φουντώνει. Στην ακμή του αριθμεί σε περισότερους από  18.000 ένοπλους.  Μέχρι το τέλος όμως θα  χαρακτηρίζεται από την πολυδιάσπαση. Όπως μας πληροφορεί ένας οπλαρχηγός εκείνης της περιόδου, το ποντιακό αντάρτικο στην ακμή του ήταν μοιρασμένο σε 300 ομάδες με ξεχωριστούς καπετάνιους. (24)  Οι τουρκικές πηγές μιλούν για 25.000 αντάρτες που έγιναν «ο φόβος και ο τρόμος των τουρκικών χωριών». (25) Οι απόψεις ότι  πρέπει να γίνει «Γενική Επανάσταση» των Ελλήνων σε συνδυασμό με την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων με στόχο την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αρχίζουν να διατυπώνονται δημόσια. (26)  Οι αντάρτες προμηθεύονται τον οπλισμό τους από τις μάχες, το παράνομο δίκτυο που έχουν δημιουργήσει στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας και την ρωσική βοήθεια. (27)

          Ο αγώνας είναι εξαιρετικά σκληρός. Στις 13 Δεκεμβρίου 1916 ο Γερμανός πρεσβευτής Kuhlmann  ενημερώνει τον αρχικαγγελάριο Holweg στο Βερολίνο:

    «Οι πρόξενοι Σαμψούντας (Bergfeld) kαι Κερασούντας(Schede) αναφέρουν για τις άμεσα απειλούμενες μετατοπίσεις των ελληνικών παραλιακών πληθυσμών…  Μέχρι τώρα δολοφονήθηκαν 250 αντάρτες. Αιχμαλώτους δεν κρατούν. Πέντε χωριά πυρπολήθηκαν.»(28 )

           Σε γράμμα που στέλνουν οι αντάρτες προς την ελληνική κυβέρνηση ζητώντας βοήθεια σε πολεμικό κυρίως υλικό, διαβάζουμε:

    «Ενεργώντας κατόπιν εντολής των αρχηγών των αντάρτικων ομάδων της ιδιαιτέρας μας πατρίδας, που αγωνίζονται για την ελευθερία και ανεξαρτησία του Πόντου σε ανεξάρτητη Ελληνική Δημοκρατία, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα: Ως γνωστόν από πενταετίας ήδη επαναστάτησαν τα τέκνα του Πόντου και αγωνίζονται κατά του τουρκισμού με δικούς τους αρχηγούς…»

          Τον Οκτώβριο του 1917 ιδρύεται στο Αικατερινοντάρ της νότιας Ρωσίας η «Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων» με στόχο την απελευθέρωση του Πόντου.(27) Τον ίδιο μήνα συναντάται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Κ. Κωνσταντινίδης και τον ενημερώνει για τους στόχους του ποντιακού κινήματος. Απευθυνόμενος προς τους Έλληνες του Πόντου, ο Κ. Κωνσταντινίδης πρόεδρος της δυναμικότατης ποντιακής οργάνωσης της Μασσαλίας, διακηρύσσει:

    «Συμπολίτες, σε μας έτυχε να ζητήσουμε και να πετύχουμε την εθνική μας ανεξαρτησία. Ας ενωθούμε λοιπόν κάτω από το ιδεώδες της ελευθερίας…» (28 )

          19 Μαΐου 1919

          Στις 19 Μαΐου 1919 (29) ο αξιωματικός του Οθωμανικού στρατού Κεμάλ Πασά, ο οποίος αργότερα θα μετωνομασθή Ατατούρκ, αποβιβάζεται με την υποστήριξη των Άγγλων στην Σαμψούντα για να καταστείλει το δυναμικό ποντιακό αντάρτικο. Σε τηλεγράφημά του στο διοικητή του 15ου σώματος του Ερζερούμ γράφει:  «H κατάσταση στην Σαμψούντα είναι τόσο ανησυχητική, που μπορεί να έχει  θλιβερές συνέπειες. Γι’ αυτό είμαι αναγκασμένος να παραμείνω εδώ».(30)

 dsc00179__   (Το πλοίο «Πάνορμος» αραγμένο μόνιμα στο λιμάνι της Σαμψούντας, όπου έχει διαμορφωθεί ένας μνήμειακός χώρος για να θυμίζει την απόβαση του Κεμάλ, που τρισήμιση χρόνια αργότερα θα προκαλέσει τη συντριβή των Ελλήνων, θα επιβάλλει την οριστική εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τις πατρίδες τους και θα δημιουργήσει το τουρκικό έθνος-κράτος)

      Ο Κεμάλ σύντομα αυτονομείται και αρχίζει τη συγκρότηση ενός εθνικιστικού τουρκικού κινήματος, εκμεταλλευόμενος τα θρησκευτικά συναισθήματα των μουσουλμανικών εθνών. Συνεργαζόμενος με ληστρικές συμμορίες αρχίζει την συγκρότηση στρατού.

          Η τουρκική εθνοσυνέλευση δημιουργεί τον «Κεντρικό Στρατό» με έδρα την Σεβάστεια. Στα καθήκοντα αυτού του στρατού περιλαμβάνονται η εξόντωση των Ελλήνων ανταρτών του Πόντου και η καταστολή της κουρδικής εξέγερσης στο Κοτς-γκρι, ανάμεσα στη Σεβάστεια και στο Ερζινγγιάν. Δύο στρατιές του στρατού του τις ρίχνει στη μάχη για να αντιμετωπίσει τους Πόντιους αντάρτες. (31)

          Το κεμαλικό κίνημα χαρακτηρίζεται από ένα φανατικό, επιθετικό και επεκτατικό εθνικισμό. Ο Κεμάλ είναι ο εκφραστής της οθωμανικής γραφειοκρατίας και των στρατοκρατών, οι οποίοι διαφωνούν με την επίλυση του εθνικού προβλήματος με βάση τα δικαιώματα των εθνοτήτων. (32)  Τα χαρακτηριστικά του κεμαλικού κιν­ήματος είναι η τυραννία και η εκμετάλλευση. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντίστοιχες ιδεολογίες είναι η νομοτέλεια του Κεμαλισμού. (33)

          Οι Πόντιοι αντάρτες ζητούν ενίσχυση από την ελληνική κυβέρνηση. Οι  εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια μένουν αναπάντητες από την ελληνική κυβέρνηση.  Σε επιστολή που στέλνουν τον Αύγουστο του 1919 αναφέρουν τα εξής:

    «Ενεργώντας κατόπιν εντολής των αρχηγών των αντάρτικων ομάδων της ιδιαιτέρας μας πατρίδας που αγωνίζονται για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Πόντου σε ανεξάρτητη Ελληνική Δημοκρατία, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα: Ως γνωστόν από πενταετίας ήδη επαναστάτησαν τα τέκνα του Πόντου και αγωνίζονται κατά του τουρκισμού με δικούς τους αρχηγούς… Επιβάλλεται η ανάγκη προμήθειας σ’ αυτούς ενδυμάτων και σκεπασμάτων… Εκτός αυτού υπάρχει μεγάλη ανάγκη αποστολής φαρμάκων, επιδέσμων κ.λπ. χρειωδών για τους τραυματίες. Έχουμε επίσης μεγάλη ανάγκη όπλων, πολυβόλων και μυδραλιοβόλων με όλα τους τα εξαρτήματα. Γι αυτό δηλώνουμε ότι θέλουμε να στείλουμε με δικές μας δαπάνες εδώ δύο άνδρες για εξάσκηση…». (34)

ceb3cebacf81ceafceb6cebfceb9-cebbcf8dcebacebfceb9-cf83ceb1cebccf88cebfcf8dcebdcf84ceb11  (Κεντρική πλατεία Σαμψούντας: Από τιμητική εκδήλωση των Γκρίζων Λύκων για την απόβαση του Κεμάλ πασά στις 19 Μαϊου 1919)

          Δυστυχώς το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να κατανοήσει την δυναμική που έχει ο ποντιακός αγώνας. Καμιά βοήθεια δεν αποστέλλεται στους Έλληνες αντάρτες του Πόντου την στιγμή που ο Κεμάλ Πασάς στέλνει κατά των Ποντίων ανταρτών την 3η στρατιά του τουρκικού στρατού. (35)  Στον Πειραιά φορτώνεται ένα πλοίο με όπλα και πυρομαχικά για να αποσταλεί στην Αμισσό, το οποίο όμως δεν ξεκινά ποτέ.(36)

          Στις 14 Νοεμβρίου  1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές. Η φιλοβασιλική παράταξη κερδίζει την εξουσία  δημαγωγώντας πάνω στην κούραση του ελληνικού λαού. «Οίκαδε», επιστροφή στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία. Η βασιλική παράταξη κατεβαίνει στις εκλογές με το σύνθημα «Ειρήνη, αποστράτευση, επάνοδο των στρατευμένων στα σπίτια τους«. (37)

          Η βασιλική αντιβενιζελική παράταξη κερδίζει τις εκλογές με τις ψήφους των μουσουλμάνων της Βόρειας Ελλάδας και των άλλων εθνικών μειονοτήτων. Η συμπαγής ψήφος των Τούρκων, των Εβραίων κ.α. καθορίζει το μέλλον του ελληνισμού της Ανατολής.  Ο Γ. Βεντήρης θεωρεί ότι η τεράστια ευθύνη του Βενιζέλου είναι ότι παραγνώρισε την αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική ολοκλήρωση: Τον έστω και με την βία εξαναγκασμό της παλαιάς Ελλάδας να πάρει μέρος στην προσπάθεια και να καταβάλλει τις απαιτούμενες θυσίες. (38 )

          Ο ελληνισμός της αντίπερα όχθης δεν αντιμετωπίζεται πια ως «Ελλάδα» και η αλυτρωτική ιδεολογία που ήταν η κινητήρια δύναμη μέχρι εκείνη τη στιγμή, αντικαθίσταται από μια καθαρή στρατιωτική αντίληψη. (39)

          Το τέλος του 1921 σφραγίζεται από τις φοβερές ωμότητες  στον μικρασιατικό Πόντο από τους Τούρκους.  Ο Βρετανός αρμοστής στην Κων/πολη πληροφορεί τον υπουργό εξωτερικών ότι:

    «Οι Τούρκοι φαίνεται ότι δρουν βάσει προμελετημένου σχεδίου για την εξόντωση των μειονοτήτων… Όλοι οι άνδρες ηλικίας άνω των 15 ετών της περιφερείας Τραπεζούντος και της ενδοχώρας εκτοπίστηκαν στα εργατικά τάγματα του Ερζερούμ, Καρς και Σαρήκαμις.» (40)

          Οι αντάρτες  βρίσκονται σε κατάσταση απόγνωσης. Καμιά βοήθεια δεν φτάνει σε αυτούς πλέον. Οι σοβιετικοί έχουν αποκόψει τους δρόμους εφοδιασμού από τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντά στις αγωνιώδης εκκλήσεις της. Ένα πλοίο που φορτώνεται στον Πειραιά με όπλα και πυρομαχικά για αυτούς δεν ξεκινά ποτέ. (41) Ανεξάρτητα από  την αδυναμία και την πολυδιάσπασή τους, οι Πόντιοι αντάρτες φέρνουν σε δύσκολη θέση τον τουρκικό στρατό. Παρ’ όλο που με τον αριθμό τους αντιστοιχούσαν σε μια μεραρχία, κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιο τουρκικό στρατό. (42)

 O Φρούνζε, σοβιετικός απεσταλμένος στην Τουρκία,  δεν μπορεί να αποκρύψει τελείως τις εγκληματικές πράξεις των συμμάχων τους και  δίνει μερικές εικόνες της φρίκης:

 «Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρισαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου».(43)

          Ο Φρούνζε περιγράφει και άλλο ένα περιστατικό. Όταν περνούσαν δίπλα από  μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στην σοβιετική αντιπροσωπεία ότι είναι και αυτοί ένοχοι γιατί ενισχύουν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. (44)

          Με το πρόσχημα της καταπολέμησης των ανταρτών και των αντιποίνων οι Τούρκοι ολοκληρώνουν τη γενοκτονία. (45)  Βασισμένος σε μια σειρά επισήμων αναφορών ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόϋντ Τζωρτζ προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων:

          «…(στον Πόντο) δεκάδες χιλιάδες (Ελλήνων) ανδρών, γυναικών και παιδιών απελαύνονταν και πέθαιναν. Ήταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση. «Εξολόθρευση» δεν είναι δικιά μου λέξη. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Αμερικανική Αποστολή».(46)

          Ο W. Churchill γράφει:

    «…οι φοβεροί εκτοπισμοί των Ελλήνων από την Τραπεζούντα και την Σαμψούντα που είχαν γίνει το φθινόπωρο του 1921, έφταναν τώρα για πρώτη φορά στην Ευρώπη».(47)

          Ο Αμερικανός ταγματάρχης Γιόουελ δίνει μια εικόνα του Μικρασιατικού Πόντου το 1921:  «Πτώματα, πτώματα σε όλο το μήκος της πορείας των   εκτοπιζομένων… φρίκη και πτώματα.» ενώ ο  Αμερικανός δημοσιογράφος Γκίμπονς γράφει: «Η πεδιάδα της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων»(48 ).

          Οι διανοούμενοι και οι πρόκριτοι του Πόντου δικάζονται από το ψευδεπίγραφο «Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας» που εδρεύει στην Αμάσεια. Με την κατηγορία ότι έγινε προσπάθεια απόσχισης από την Τουρκία, εκδόθηκαν εκατοντάδες θανατικές καταδίκες. Περίπου 450 Πόντιοι πεθαίνουν στις κρεμάλες της Αμάσειας.(49)

          Η τραγωδία του Μπεϊαλάν

           Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που επέζησαν της γενοκτονίας. Ένας από αυτούς είναι  ο Σάββας Κανταρτζής, ο οποίος  εξέδωσε τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη.(50) Μια από τις συγκλονιστικές  αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή  του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες  ελληνικά  χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

          «Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Άλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες  σε σπίτια  σε σπίτια και σε στάβλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο. 

samsun_mezar    (Το 2008  ανακαλύφθηκε τυχαία ένας ομαδικός τάφος σ’ ένα ελληνικό χωριό της Σαμψούντας. Στη φωτογραφία τα οστά των δολοφονημένων )  

   Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας  πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε  άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

          Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους  και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, προέβλεψαν  ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.

          Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντας τους να μαζευτούν στην πλατεία.

          Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος  γενοκτονίας.

          Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διατάξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο  ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

          Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση…

          Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

          Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν  με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και  τις σκότωσαν.

          Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος  άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».

          Οι διαπιστώσεις των σοβιετικών

          Ακόμα και οι σοβιετικοί απεσταλμένοι, οι οποίοι έχουν πλήρη γνώση των τουρκικών ωμοτήτων κατά των Ελλήνων, δεν μπορούν να κρύψουν  τον αποτροπιασμό τους για τα φρικτά εγκλήματα των συμμάχων τους. Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στη Αγκυρα, ενημερώνεται στην Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες – γέρους, παιδιά, γυναίκες».  Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι πρόκειται να συναντήσει:

    «…πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους. (51) 

    Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος:

 «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Έχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τι λέξεις μου…». 

          Τους λόγους της γενοκτονίας των Ελλήνων στον Πόντο αναφέρει ο συντ/χης Δ. Καθενιώτης:

    «Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων.  Περιλαμβαν­όμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκολεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.» (52)

Η τελευταία πράξη του δράματος γράφτηκε στη Σμύρνη, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, τον Σεπτέμβριο του 1922, κάτω από τα απαθή βλέμματα των Δυτικών συμμάχων μας. Όπως γράφει ο Ουϊνστων Τσώρτσιλ:

    «Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού.» (53)

    Στις 20 Σεπτεμβρίου 1922 οι σύμμαχοι υποχρεώνουν την Ελλάδα να εγκαταλείψει την Ανατολική Θράκη. Με την συνθήκη των Μουδανιών την παραδίδουν στους Τούρκους. Τριακόσιες χιλιάδες Ανατολικοθρακιώτες Έλληνες ακολουθούν τον ελληνικό στρατό που αποχωρεί. (54)

    Η σημασία της αναγνώρισης της γενοκτονίας

     Η Τουρκία σήμερα περνά για  πρώτη φορά τέτοιας έντασης και έκτασης εθνικό πρόβλημα. H αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων είναι η πρώτη  ελληνική προσπάθεια καταγγελίας των διαδικασιών δημιουργίας του εθνικιστικού τουρκικού κράτους. Θυμίζει την ιστορική ελληνική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα και τα δικαι­ώματα που απορρέουν απ’ αυτήν, σε μια περίοδο που ο πολιτικός και οικονομικός χάρτης της περιοχής ξαναδημιουργείται με την προσπάθεια της Τουρκίας να ηγεμονεύσει σ’ αυτόν.


0006_1

(1)  Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. To κείμενο αυτό συντάχθηκε το 1993. Βασίστηκε σε εισήγηση που έγινε σε συνέδριο στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών για τα 70 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η γκραβούρα του Πόντου ζωγραφίστηκε από το συγγραφέα.

(2) Ο πρώτος που αποκάλεσε  τις φοβερές σφαγές ‘γενοκτονία’ είναι ο Γιώργος Λαμψίδης περί το ’65 στο βιβλίο του «Τοπάλ Οσμάν». Στα κείμενά του από το ’58, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης  Πολυχρόνης Ενεπεκίδης -που είχε δημοσιεύσει τα αρχεία του Βερολίνου και της Βιέννης-  χρησιμοποιούσε τον όρο «Ολοκαύτωμα». Νεότεροι ερευνητές του θέματος αυτού είναι ο Χάρης Τσιρκινίδης και ο Κώστας Φωτιάδης. Η ιστορική δικαίωση του ποντιακού ελληνισμού διατυπώνεται ως στόχος από τον Γεώργιο Βαλαβάνη την δεκαετία του ’20. Το πολιτικό αίτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας και η κινηματική του υποστήριξη, οφείλεται σε δύο σημαντικές ομάδες που εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80

 (3) Κεντρικό άρθρο της εφημερίδας «Ο Λαός», Κων/πολη, 30-11-1908.

 (4) Λούξεμπουργκ Ρόζα, «Οι αγώνες στη Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», περ. Οι Λαοί, τ.1, Μάϊος 1987, σ.44.

 (5) Mελβάντ Ζαντέ Ριφάτ, Οι σκοτεινές πλευρές της τουρκικής επανάστασης, Χαλέπι, 1929, σ.159, αναφορά από Αγαμπατιάν, Σ.,Ο., Η Αρμενία και το αρμενικό ζήτημα, Αθήνα, Στοχαστής,σ.100.

 (6) H αρμενική γενοκτονία, Αθήνα, εκδ. Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδας, 1983,σ.19.

 (7) Κεντρικό άρθρο, εφημ. Λαός, 18-1-1909, Κων/πολη.

(8 ) La Asie Francaise 1916, αναφ. Ροδάκη, Περικλή, «Τι απέγιναν οι λαοί της Μικράς Ασίας», περ.Τότε, τ.31.,σ.21.

(9) Aγτζίδης, Βλάσης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και τον σταλινισμό στην περεστρόϊκα, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1990, σσ. 18-20.

(10) Σωτηρίου, Διδώ, Ματωμένα χώματα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος,

(11) Α.Υ.Ε., Αθήνα 1917, Ανθελληνικοί εν Τουρκία διωγμοί, 3501.

(12) A.Y.E., 1911/β/53, αρθμ. 440.

(13) Οι προγραμματισμένες σφαγές των Ελλήνων μπορούν να χαρακτηριστούν «πράξη  γενοκτονίας». Για τον ορισμό της γενοκτονίας βλέπε στο: Convesion pour la prevention et la repres­sion du crime de genocide. Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών 260(ΙΙΙ), 9-12-1948. Το αίτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ελλήνων στον Πόντο από τους Τούρκους και στην καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης, υιοθετείται ως το κυριώτερο πολιτικό αίτημα  από το Γ’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού που συνήλθε τον Αύγουστο του 1992 στην Θεσ/νίκη. Μετά από ερώτηση των βουλευτών Θ. Κατσανέβα, Γ. Ανθόπουλο και Λ. Κωνσταντινίδη για τις προθέσεις της κυβέρνησης (Β.τ.Ε/Δ.Κ.Ε, 1785/16-9-92), η απάντηση της υφυπουργού εξωτερικών Β. Τσουδερού αναφέρει: «Αφ’ ης στιγμής στα πορίσματα του Γ’ Ποντιακού Συνεδρίου του Ποντιακού Ελληνισμού αναφέρεται ότι η ημερομηνία αυτή πρέπει να είναι η 19η Μαΐου, η Κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στην κατάθεση σχετικού ψηφίσματος στην Ολομέλεια του σώματος το ταχύτερο δυνατό. (Υ.Ε., αρ. εγγρ. Φ. Λα/ΑΣ 2249/6-10-1992).

(14) Ενεπεκίδη Κ. Πολυχρόνη, Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918 ), Αθήνα, εκδ. Συλλόγου Ποντίων Αργοναύται-Κομνηνοί, 1962, σ.11.

(15) Volkof, G. N., ο.π., σ. 9.

(16) Αιλιανού, Χρ. Μιχ., Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, Εκδοσις γραφείου τύπου υπουργείου εξωτερικών, 1921, σσ.85-86.  Αγτζίδης Βλάσης, ο.π.,σσ.28-29.

(17)  Αιλιανού, Μιχ. Χρ., ο.π., σσ. 85-86.

(18 ) Ενεπεκίδης Κ. Πολυχρόνης, ο.π., σ.13.

(19) Ενεπεκίδης Πολυχρόνης, ο.π.

(20) Αιλιανού, Χρ. Μιχ., ο.π., σσ. 85-86.

(21) Δημοσθένης Kελεκίδης, Απομνημονεύματα από το αντάρτικο του Πόντου, Αθήνα, σ.25.

(22)  Χ. Α. Μουρατχανίδης, «Οι αετοί της Σάντας», από το περιοδ. Χρονικά του Πόντου, Νοέμβριος 1943,σσ.61-62.

(23)  Γ. Θ. Γεωργιάδης, «Τραγούδι των Ποντίων Παφραίων», από περ. Ποντιακή Εστία, τ.76 1989,σσ.48-49.

(24)  Δ. Κελεκίδης, ο.π, σελ. 245.

(25) Sertoglu Mithat, «Trabzon Bolgesinde Rum-Pontus Cumhurieti Kurulmasi Faaliyetleri», Belgelerle Turk Tarihi Dergisi, αρ. 11, Αύγουστος 1968, σσ. 3-7, αναφ. Στάθη Πηνελόπη, «Απόρητα τουρκικά έγγραφα αναφερόμενα στη δράση του Χρυσάνθου Τραπεζούντας για την ανεξαρτησία του Πόντου», Αρχείον Πόντου, τ. 34, σ.169.

(26)  Δ. Κουτσογιαννόπουλος, Ανάμεσα στους αντάρτες του Πόντου, Θεσ/νίκη, 1936, σ.19-25.

(27)  Αντωνιάδης, Θ. Γεώργιος, «Αυτό το αίμα ποιός θα το πληρώσει τελικά;» Τότε, τχ. 41(Γ5), Μάρτιος-Απριλίος ’93, σσ. 74-80.

(28 )  Αρχείο Βιέννης, Turkei Nr. 168, Beziehungen der Turkei zu Griechenland, Bd. 15, No. 759. Αναφ. Μ. Χαραλαμπίδης-Κ. Φωτιάδης, Πόντιοι. Δικαίωμα στη μνήμη, Αθήνα, Ηρόδοτος, 1987, σ.62. 

(29)  Aλέξης Αλεξανδρής, ο.π.,σ.432.  Η «Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων» θέτει για πρώτη φορά επίσημα στο χώρο του ελληνισμού της Ρωσίας το αίτημα της απελευθέρωσης του Πόντου και της εθνικής αποκατάστασης των ομογενών του Πόντου. Τα αιτήματα αυτά θα υιοθετηθούν λίγο αργότερα από το «Κεντρικό Συμβούλιο» του «Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων» και θα αποτελέσουν έτσι τους κύριους άξονες πολιτικών διεκδικήσεων του ελληνισμού της Ρωσίας. (Παναγιωτίδου, Γ. Θεολόγου, ο.π., σ.24).

(30)   O. Λαμψίδη, ο.π.,σ.33.

(31) Aκριβώς για αυτό επελέγη από ελληνικής πλευράς η 19η Μαϊου ως Ημέρα Μνήμης.  Είναι η ημέρα που οι Τούρκοι εθνικιστές αποβιβάζονται στον Πόντο για να καταστείλουν το ελληνικό κίνημα για ανεξαρτησία. Την ημέρα αυτή αρχίζει η δεύτερη φάση της γενοκτονίας (Η α’ φάση πραγματοποιείται την περίοδο 1916-1918 ). Οι Τούρκοι θεωρούν την 19η Μαϊου ως ημέρα έναρξης του «εθνικοαπελευθερωτικού» τους αγώνα κατά των Ελλήνων και την γιορτάζουν ως ημέρα της τούρκικής νεολαίας.

 (32) Αralov, I. S.,  B Vaspaminania Sovietskogo Diplomata,  εκδ. Institute Nexntounarontnih Atnazeni, σ. 53.     Koττά Ορχάν, «Κεμαλισμός και Κουρδικό κίνημα 1919-1938″, περ. Λαοί, τ.1, Μάϊος ’87, σ.65.

(33) Αλεξανδρής Αλέξης, ο.π., σ.457.

(34) Kireev, G. H., Istoria etatizma v Tourtsii, εκδ. Nauka,  Μόσχα, 1991, σσ. 26-27.

(35) Ο Ν. Ψυρρούκης γράφει: «Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μας πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού… Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών.» (Ψυρρούκης, Νίκος, ο.π., σ.224.)

 (36) Aγτζίδης Βλάσης, ο.π., σ.37.

(37)  Ilitsov, Yiakof, ο.π.

(38 ) Bαλαβάνης Γεώργιος, ο.π., σελ.257.

 (39) Κουλίγκας, Βασίλης, Κίος 1912-1922, Αθήνα, Δωδώνη, 1988, σ.246.

 (40) Βεντήρη, Γ., Η Ελλάς του 1910-1922, Αθήνα, 1931, σ.362.

 (41) Μαυρογορδάτος, Γ. Θ., «Ο διχασμός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης», από Ελληνισμός Ελληνικότητα, Αθήνα, εκδ. Εστία, σ.71.

(42) Aλεξανδρής, Αλέξης, ο.π., σ.461.

(43) Aπό την έκθεση του Γ. Καραϊσκου. Ο Καραϊσκος, έφεδρος αξιωματικός στον ελληνικό στρατό, πηγαίνει στον Πόντο με δική του πρωτοβουλία για να οργανώσει τις αντάρτικες δυνάμεις της πατρίδας του και να μεσολαβήσει για την αποστολή βοήθειας. (Βαλαβάνης, Γεώργιος, ο.π., σ.257).

 (44) Ανθεμιδη, Αχ., «Πως είχε αντιδράσει η τουρκική διοίκηση μετά την εξέγερση των ελληνοποντίων για αυτοδιάθεση», Ποντιακά Νέα, 30-3-1989, σ. 2.

(45) Aralov, I. S., ο.π., σσ. 62-63.

(46) Aralov, I. S.,  ο.π., σ. 65.

(47) Την ίδια πολιτική, δηλαδή των αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού  θα χρησιμοποιήσουν και οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου πολέμου. (Ανθεμίδης, Αχ., ο.π.)

(48 ) House of Commons. The Parliamentary Debates, Fifth Series, τομ. 157, σσ. 2001-2002, αναφ. Ζαπάντη, Ανδρέα, ο.π., σ. 97.

(49) W. Churchill, The World Crisis, , τομ. V, σ. 442. αναφ. Ανδρέα Ζαπάντη, ο.π., σ.97.

(50) Ψαθάς, Δημήτρης, ο.π., σ.478.

(561) Λαμψίδης, Γεώργιος, Τοπάλ Οσμάν, 3η έκδ., Αθήνα, Λαδιά, 1976, σ. 63.

(52) Σάββα Ι. Κανταρτζή,  Νίκη χωρίς ρομφαία, τομ. Β’, εκδ. ΕΚΠΑ, Κατερίνη, 1975, σσ. 311-317.

(53)  Aralov, S. I. Vospominaniya Sovietskovo Diplomata 1922-1923, Μόσχα, 1960, σσ 41-43.

(54) Καθενιώτου, Δ., ο.π., σσ. 93-94.

(55) Ο Σολομωνίδης στον «Υμνο και θρήνο της Σμύρνης» δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για την καταστροφή: «Στον χώρο αυτόν εκάησαν περί τις 55.000 σπίτια, από τα οποία 43.000 ελληνικά… Συγκεκριμένα εκάησαν: Η ελληνική αγορά, η γνωστή με το όνομα «Μεγάλες ταβέρνες», τα Γυαλάδικα, το Γερανιό… Επίσης οι συνοικίες του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Φωτεινής, του Αγίου Δημητρίου, της Εuαγγελιστρίας, του Αγίου Τρύφωνα, του Αγίου Ιωάννου, του Αγίου Νικολάου… Απετεφρώθησαν όλοι σχεδόν οι ορθόδοξοι ναοί, 117 σχολεία…».

(56) Η ιδεολογική σημασία της συνθήκης για την ελληνική πλευρά είναι ότι εκφράζει τις τελικές αποφάσεις του Βενιζελισμού για ομογενοποίηση στα πλαίσια του απομένοντος ελληνικού εδάφους.

_-113

20 comments so far

  1. […] -Η γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο […]

  2. mr-ίδης on

    http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=186879

    ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ
    Το δικό μας Ολοκαύτωμα

    Ποντιακή Γενοκτονία: σιγή Αγκυρας για τους ομαδικούς τάφους

    Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

    Νέα στοιχεία έρχονται στο φως από τον ομαδικό τάφο Ποντίων σε χωριό της Σαμψούντας της περιόδου 1916-1922, που ήρθε στο φως πριν από δύο χρόνια. Εκπρόσωποι των Ποντίων εκφράζουν την έντονη δυσφορία τους για την παθητική ελληνική πολιτική σε ό,τι αφορά το ποντιακό ζήτημα και τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας στον Πόντο.

    Οστά Ποντίων από τον τάφο στο Γιαζισιλάρ Οστά Ποντίων από τον τάφο στο Γιαζισιλάρ Τα οστά βρέθηκαν τυχαία κατά τη διάρκεια εργασιών σε σχολείο του χωριού Γιαζισιλάρ, ενώ, σύμφωνα με τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων, οι εργάτες πέταξαν τα οστά στο ποτάμι της περιοχής. Οι κάτοικοι του χωριού, όπου βρέθηκε ο ομαδικός τάφος, υποστηρίζουν ότι υπάρχουν και ερείπια από τέσσερις ελληνικές εκκλησίες. Μία απ’ αυτές βρισκόταν εκεί όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το σχολείο. Οι ιστορικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο στο σημείο να βρισκόταν και χριστιανικό νεκροταφείο.

    «Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση Ερντογάν μεσολάβησε για να αναγνωρίσουν οι Σέρβοι τη σφαγή μουσουλμάνων αμάχων στη Σρεμπρένιτσα, κωφεύει στο ζήτημα των ομαδικών τάφων στην περιοχή του Πόντου.

    Προαποφασισμένο σχέδιο

    Την περίοδο που ακολούθησε υλοποιήθηκε το προαποφασισμένο σχέδιο των Τούρκων εθνικιστών, των Νεότουρκων, για φυσική εξόντωση των χριστιανικών κοινοτήτων» σημειώνει ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης. «Ηταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini (Παλαβιτσίνι) έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοούμενους πολιτικούς σκοπούς». Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ό,τι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων».

    Ο συγκεκριμένος ομαδικός τάφος που εντοπίστηκε στη Σαμψούντα φαίνεται ότι ανήκει στη δεύτερη περίοδο της Γενοκτονίας (1919-1922). Για τον τάφο αυτό ο μελετητής της ιστορίας των Ελλήνων του Δυτικού Πόντου, εκπαιδευτικός Γιώργος Αντωνιάδης, υπογραμμίζει: «Το χωριό Γιαζισιλάρ αποτελεί συνοικισμό του χωριού Τερέκιοϊ, που βρίσκεται πάνω στην παραλιακή οδό. Τον Ιούνιο του 1921, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα του χωριού Τερέκιοϊ και αφού τα έπνιξαν με βρόχο, τα πέταξαν σε ένα λάκκο και στη συνέχεια κάλυψαν το λάκκο αυτό με χώμα…»

    Η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδας διαμαρτυρήθηκε προς τον Τούρκο πρωθυπουργό και ζήτησε (χωρίς αποτέλεσμα απ’ ό,τι φάνηκε) από την τότε υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Ντόρα Μπακογιάννη να επέμβει. Στην ανακοίνωσή της αναφερόταν: «Στο χωριό Γιαζισιλάρ της Σαμψούντας κατά τη διάρκεια εργασιών για ανέγερση σχολείου σε οικόπεδο που υπήρχαν τα ερείπια χριστιανικού ναού αποκαλύφθηκε ομαδικός τάφος. Είναι προφανές ότι πρόκειται για οστά των κατά το έτος 1916 σφαγιασθέντων Ελληνοποντίων ανδρών ηλικίας 16-60 ετών της περιοχής Σαμψούντας και Πάφρας. Η αποκάλυψη του τάφου αυτού συνιστά αμάχητο τραγικό τεκμήριο της διαπραχθείσης κατά τα έτη 1916-1923 γενοκτονίας σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου από τους Νεότουρκους και το κεμαλικό καθεστώς, έγκλημα που δυστυχώς η επίσημη Τουρκία επιμένει να μην ομολογεί και αρνείται πεισματικά την επιβαλλόμενη αίτηση συγγνώμης. Εξάλλου είναι προσφιλής και επαναλαμβανόμενη η τακτική της να αποποιείται την ευθύνη για το έγκλημα και τα θύματά της να τα χαρακτηρίζει ως «αγνοούμενους»».

    Ο Βλάσης Αγτζίδης σημειώνει: «Για άλλη μία φορά το θέμα υποβαθμίστηκε από τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της υποτίμησης της τραυματικής προσφυγικής εμπειρίας και της επίτευξης ελληνοτουρκικής συνεννόησης χωρίς την τήρηση των στοιχειωδών ανθρωπιστικών αρχών, όπως είναι ο σεβασμός της μνήμης των νεκρών και η απόδοση των στοιχειωδών τιμών που απαιτούν οι -τυπικά αποδεκτοί- απ’ όλους πολιτισμικοί κανόνες».

    Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό Γ. Θ. Αντωνιάδη, οι περιοχές όπου υπάρχουν γνωστοί ομαδικοί τάφοι βρίσκονται στην Πάφρα, τη Σαμψούντα, το Γαβάκ, την Κάβζα, στην Ερπαα.

    «Ενδεικτικά αναφέρω μόνο τους ομαδικούς τάφους της περιοχής της Πάφρας του Δυτικού Πόντου: Στον ποταμό Αλυ (1918): Με πρόσχημα την κατάταξη στον τουρκικό στρατό 4.000-4.500 Ελληνες της Πάφρας από 15-60 ετών, οδηγήθηκαν παρά τον ποταμό Αλυ, αφού προηγουμένως τους είχαν δέσει πισθάγκωνα ανά δύο. Ολους τους πέταξαν και τους έπνιξαν στα βαθιά και θολά νερά του ποταμού. Κατά μήκος του ποταμού υπήρχαν 70 αμιγή ελληνικά χωριά. Το έγκλημα αποκαλύφθηκε το 1938, κατά τη διάρκεια ερευνών καταγραφής του βυθού του ποταμού. Στο χωριό Μουαμλή (15-5-1921): στα οικήματα του καπνεμπόρου Σάββα Τζιβαλόγλου, μαζί με τα παιδιά του Γιώργο και Νικόλα, καίνε ζωντανούς 365 άνδρες που είχαν συλλάβει και μεταφέρει εκεί από τα χωριά Μουαμλή, Καράσεϊν-Εκίζ και Τεπέ-ελταβούρ. Στο χωριό Σουρμελή (1-6-1921): στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου έκαψαν ζωντανά 550 άτομα, που τους συνέλαβαν από τα γειτονικά χωριά. Στο χωριό Κοβτσέ-σου (5-6-1921): 570 άνδρες μεταφέρθηκαν από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν και φυλακίστηκαν στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου. Δολοφονήθηκαν όλοι με τον διά πυράς θάνατο, πλην δύο που κατάφεραν να διαφύγουν. Στο χωριό Σελεμελίκ (8-6-1921): Δολοφονήθηκαν με τον γνωστό τρόπο 520 άτομα. Από το Σελεμελίκ συνελήφθησαν 180 άτομα, 80 μεταφέρθηκαν εκεί από την Πάφρα, 15 από το Τιγκιρλά, 30 από το Αζάι, 30 από το Καράπερτσιν και 180 από άλλα χωριά. Επέζησαν μόνο δύο άτομα».

    Λίστα χωρίς τέλος

    Ο ίδιος έχει καταγράψει ακόμη τάφους στο χωριό Τσουλφάς-Χότζα (11-6-1921): Στην εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου του Σουλού Τερέ δολοφόνησαν 470 άνδρες και 7 ιερείς, ενώ άλλους 60 τους έκαψαν στην εκκλησία του παρακείμενου συνοικισμού Ελεζλού. Στο χωριό Γαβλαάν (14-6-1921): λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Πάφρας ο Τοπάλ Οσμάν συνέλαβε 250 άντρες και γυναίκες και αφού τους έκλεισε στο σπίτι του Νίκου Γεωργιάδη, του έκαψε ζωντανούς. Μαζί τους πήρε 10 αιχμαλώτους για την Κερασούντα, αλλά τους εκτέλεσε στο πλοίο που τους μετέφερε με φρικτό τρόπο ρίχνοντάς τους στο καμίνι της μηχανής του πλοίου.

    Στο χωριό Εβρέν Ουσαγί (15-6-1921): 420 άνδρες δολοφονήθηκαν από τον Τοπάλ Οσμάν μέσα στο Σχολείο και στην οικία του Θεμιστοκλή Χαραλάμπους. Στο χωριό Τουβάν Γιουβασί (16-6-1921): 180 Ελληνες συλληφθέντες από χωριά που βρίσκονταν γύρω από την Πάφρα, κάηκαν ζωντανοί στην εκκλησία του Αγίου Ευγενίου. Στην κωμόπολη Καράπουναρ (18-6-1921): οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν περικύκλωσαν τους δύο συνοικισμούς της κωμόπολης και δολοφονούν όποιον συναντούν. Τους κατοίκους που συνέλαβαν τους συγκέντρωσαν μπροστά την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Εκεί ξεχώρισαν 70-80 νεαρές κοπέλες τις οποίες, αφού τις βίασαν, τις μετέφεραν ημιθανείς στην εκκλησία και τις έκαψαν μαζί με τους υπόλοιπους. Στη συνέχεια κατεδάφισαν την εκκλησία και επιχωμάτωσαν το χώρο για να μη διακρίνονται τα ίχνη του εγκλήματος. *

    ==================================================================================================
    ==================================================================================================

    http://www.mfa.gov.tr/setting-the-record-straight-on-pontus-propaganda-against-turkey.en.mfa

    Setting The Record Straight On Pontus Propaganda Against Turkey

    Greece claims that between 1916-1923 the Greek Orthodox population then living in the eastern Black Sea region of Turkey became the victim of a systematic policy of extermination by the Turkish authorities of the day and that those who were able to escape did so by taking refuge in Greece. On 24 February 1994, the Greek Parliament adopted «19 May» as a «Day for Commemorating the Turkish genocide against the Pontus Greeks». But history and the facts are at odds with Greek claims and point unmistakably in another direction.

    THE BACKGROUND OF PONTUS CLAIMS

    The term «Pontus» evolves from «Pont-Euxin», which in ancient Greek denotes the Black Sea. The emergence of Hellenic influence in the Black Sea region can be traced back to the Ionnians who established Greek type city-states in Sinop and Trabzon in the VI. century B.C.. The Macedonian King of Philippe and his son, Alexander the Great, drove the Persians out of the South-East Black Sea Coasts and consolidated their influence in the region. Following the takeover of Istanbul by Catholic/Latin Europeans, the Byzantines living in Istanbul emigrated to the Eastern Black Sea region and founded the Kingdom of Pontus. Despite the fact that it was unable to maintain full and effective control over the region, the Pontus Kingdom managed to survive for some 250 years and later came under the domination of the Ottoman Empire in 1461 following the conquest of Istanbul by Fatih Sultan Mehmet.

    Though formerly an element of simple folklore, the term «Pontus» was after the events in Cyprus in 1974, loaded with ideological content with the aim of fuelling hostile feelings towards Turkey. It was contemplated by Greek policy-makers that the exploitation of the «Pontus» idea would help in their efforts to undermine the political and cultural principles on which the modern Turkish state stands and would also provide a pretext for forcing out members of the Turkish Minority from Western Thrace.

    The Greek priority target is the destabilization of Turkey, presumably to be achieved by inciting assumed micro-nationalist feelings. The aim is to challenge Turkey’s territorial integrity. Thus Greece can be said to be in pursuit of the following objectives in this connection:

    – To tarnish the image of Mustafa Kemal Atatürk who frustrated the Greek invasion of Turkey.

    – To deceive the world community that Turkey’s history is replete with genocides and that its ideology is based on racist principles.

    – To present PKK terrorism as a «war of liberation» and to constitute with the PKK a front against Turkey, by creating a linkage between the «Pontus Greeks» and the «Kurds».

    – To encourage anti-Turkish sentiments in the so-called Pontus Greeks by attributing to them a fictitious «Pontus identity».

    – Last, but most important, to utilise the Pontus element as a pretext in the de-Turkification process of Western Thrace.

    Indeed, in the effort to change the demographical composition of the intensely Turkish populated Western Thrace, the Greek government settled in Western Thrace 120,000 «Pontian Greeks» that emigrated from the territories of the former Soviet Union. In line with the Greek plan of forcing the Turks out of the region, these immigrants, who did not even know Greek language, were injected and saturated with a forced «Pontus consciousness» so that they would acquiesce in their being settled in Western Thrace.

    WHO COMMITTED GENOCIDE: TURKS OR GREEK BANDS ?

    In the first part of the twentieth century when the Ottoman Empire was fast collapsing, ethnic Greek irregulars, armed and encouraged by Greece, operated in the Turkish Black Sea coast regions. The Ottoman authorities had considerable difficulty in controlling them. Banditry by these groups often deteriorated into slaughter of Turkish villagers. Over 40 ethnic Greek bandit groups plundered Turkish villagers and murdered at least 2,000 Turks, including elderly, women, and children. After the 1918 Armistice Agreement, Greece and the Greek community in Anatolia tried to take advantage of the weakness of the Ottoman Sultan in maintaining effective control in the region and the Greek irregulars attempted to create an ethnic Greek state on the Black Sea coast modeled on the ancient state of Pontus.

    Many foreign observers who at the time visited the region comment on the turmoil which these Greek irregulars had created. The American High Commissioner, Mark Bristol, in a report he wrote after a journey along the Black Sea coast, drew attention to the anarchy which the Greeks were fomenting.

    During his visit to Zile in February 1920, even a Greek lieutenant was bewildered by the menacing actions of Bishop Eftimious against the public authorities. Lieutenant Karaiskos reported that Eftimios threatened to send his 5,000 armed irregulars to the city, if the prefect of Samsun failed to release the imprisoned chief of one of his bands.

    On July 7 1920, the Athens Pontus Committee, in a memorandum delivered to the Greek government, proposed that 20,000 well-equipped men from Pontus should be sent to inland districts of Anatolia to support the invading Greek forces. The very fact that the armed irregulars of the ethnic Greeks in the Pontus numbered 20,000 reveals the magnitude of the threat they posed to the Turkish civilian population in the region.

    While public disorder persisted in the eastern Black Sea region, the authorities of the Allied occupation forces in Turkey deliberately misrepresented the precautionary measures taken by the Turkish security forces as «genocide.» They did so with the expectation that turmoil in the region would give them a pretext for occupying it under the Armistice Agreement.

    On May 19, 1919, Mustafa Kemal landed at Samsun mandated by the Ottoman Government to inspect the situation. Contrary to claims being made in Greece, Mustafa Kemal did no more than prepare reports about the situation and dispatch them to the Ottoman Government. Mustafa Kemal’s only intervention was in late 1920, when he instructed local Turkish authorities to be more attentive to the needs of the ethnic Greek population. (These instructions are registered in the official minutes of the Grand National Assembly of Turkey.)

    DISTORTING HISTORICAL RECORDS: «700,000» GREEKS IN REGION

    Greek claims that there were «700,000» Greeks in the eastern Turkish Black Sea region and that 350,000 of these were slaughtered is a blatant distortion of history.

    Even a cursory examination of foreign and local sources about the population of Greeks in the region would immediately establish that Greek suggestion of «700,000» is fictitious. The King Krane Commission, authorised by the American government, reported on 28 August 1919 that the estimated number of Greek residents in the eastern Black Sea region was 200,000. «Documents Diplomatiques» issued by the French Ministry of Foreign Affairs, noted that, according to the Ottoman census held between 1893 and 1897, the Greek population was 193,000 in Trabzon and 76,068 in Sivas Provinces. This means that the total Greek population at that time was 269,068. In 1923 at the Lausanne Conference, Elefterios Venizelos, the Prime Minister of Greece, relied on exaggerated numbers given by the Greek Orthodox Patriarchate in Istanbul and claimed that the population of Greeks living in the Black Sea region was 447,828. This figure is excessive, but even if one accepts it, it is still far below the current Greek claim of 700,000.

    Nor is there any evidence in historical documents supporting Greek allegations that there existed 350,000 ethnic Greeks in the Canik Sanjak of Trabzon. Leon Maccas, in a book entitled «L’ Héllenisme de L’Asie Mineure» noted that there were 136,087 Greek inhabitants in the area. The 1906 Yearbook of the Province of Trabzon contradicts Maccas by specifying that the province had only 75,062 ethnic Greek inhabitants in Canik Sanjak. The Patriarchate records in Istanbul put the ethnic Greeks of the sanjak at 193,000. Although these figures differ from one another, they are all well below the present day Greek claim of 350,000. Only around 100,000 ethnic Greeks emigrated to Greece from Canik at the time of the population exchange, which again makes it very difficult to assert, as the Greeks do, that 350,000 people were annihilated.

    In 1923, with the conclusion of the «Agreement on the Exchange of Turkish and Greek Populations» between Turkey and Greece, 322,500 Greek residents of the region emigrated peacefully to Greece. Given the fact that 322,500 Greeks emigrated to Greece and the above estimates about the population of Greeks in the region, the allegation of a genocide involving 350,000 Greeks stands as a malicious lie.

    History thus points to Greece as the party that should apologise for the war crimes it committed during its invasion of Anatolia, and the atrocities committed by Greek bands in the Black Sea region, instead of being the party that can shamelessly level unfounded allegations about the so-called Pontus genocide. Article 59 of the 1923 Treaty of Lausanne refers to the war crimes committed by Greece in Anatolia. It will be recalled that crimes committed in wartime against civilians are among the most serious forms of human rights breaches. Today, Greece is continuing to violate the human rights of the Turkish Minority in Western Thrace despite her commitments and obligations stemming from international treaties. The world community, as documented in numerous reports by human rights watch groups, is aware of the fact that the Turkish Minority in Western Thrace is subject to policies of systematic exclusion and discrimination. Greece cannot cover up its own past record and its present day policies aimed at suppression of the Turkish Minority.

    The multi-faceted Turkish –Greek relations entered into a new phase in 1999 on the basis of dialogue and cooperation. Since then, substantial efforts have been displayed to achieve an atmosphere of mutual understanding and rapproachment. On the other hand, in recent years, there has been an increase in the number of activities of certain circles which aim to support the baseless Pontus allegations. Also the attendance of the high level Greek civilian and military officials in the Pontus activities has been witnessed. It is obvious that such an attitude by the certain circles in Greece cannot be reconciled with good neighborly relations and does not help the consolidation of friendship between Turkey and Greece.

  3. […] Το τμήμα αυτό της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής -που με τη σειρά της αποτελεί μέρος του Χριστιανικού Ολοκαυτώματος- αναγνωρίστηκε επισήμως και ομοφώνως το Φεβρουάριο του 1994 από τη Βουλή των Ελλήνων και ορίστηκε η 19η Μαϊου (ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ ως Οθωμανός αξιωματικός αποβιβάστηκε  στη Σαμψούντα) ως “Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.”  […]

  4. […] Σύλλογο Ελλήνων Υπαρξιστών. Ο πατέρας του είχε χαθεί την εποχή στων σκληρών διώξεων που εξαπόλυσαν οι Τούρκοι εθνικιστές κατά των “μη […]

  5. […] είχαν θύματα -μεταξύ αυτών και ο πατέρας του-  από  την εποχή των σκληρών διώξεων που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι εθνικιστές κατά των “μη […]

  6. […] αντίληψη του Βενιζέλου και των μοναρχικών, -το Ζήτημα του Πόντου, -η Μικρασιατική Εκστρατεία έως τις εκλογές του 1920, -η […]

  7. Βλάσης Αγτζίδης on

    όσο βαστάξανε τα ήσυχα; Mιλά ένας Πόντιος

    Πόσες φορές λέγω, από διωγμό σε διωγμό πόσα τραβήξαμε. Πώς ήμαστε ακόμα ζωντανοί και τα λέμε.

    Tο χωριό μας μεσόγειο, περιφέρεια Σαμψούς-Aμισός. Πρώτος πόλεμος, πρώτη εξορία μάς φέρουν στα παράλια στη Σαμψούντα. Mας επιτηρούν. Περνούμε δύσκολα, τρώγομεν έτοιμα. Mένομε σε σχολείο.

    Έρχεται χειμώνας, εκεί βαρύς ο χειμώνας, ακούμε άλλη εξορία. Πού; Δεν λέγουν. Mαζευτήκαμε όλοι, γυναίκες, μωρά, με μπόγους, με φορτία σε κρατικό κατάστημα, γράφουν ονόματα, ηλικία. Έρχονται και άλλοι από άλλα χωριά. Kλάμα, οδυρμός. Ποια είναι η καταδίκη μας; Φόβος και τρόμος. Φεύγομε καταμεσήμερα την άλλη μέρα. Kαι οι Tούρκοι λυπούνται. Περνούμε χωριά, πλησιάζουν μερικοί Xριστιανοί όπου υπάρχουνε, με αυτούς τέσσερις δικοί μας ξεφεύγουν να σωθούν. Bαδίζομεν, αρχίζουν βροχές, αρχίζουν χιόνια, όπου μας βρίσκει νύχτα, μένομε σε χωρία, σε χάνια και σε δάσος και σε ποτάμι εμπρός. Mια νύχτα ξεφύγαμε.

    Mας λυπούνται οι χωρικοί στα τουρκοχώρια, μας ταΐζουν. Bρίσκουνε κρυψώνες. Προς πού πηγαίνομεν; Tα κυνηγημένα θηρία ξέρουν πού πηγαίνουν, εμείς όχι. Σε περιφέρεια τάδε –τι να σας λέγομεν ονόματα; πεθαμένα ονόματα, ποιος θυμάται; ποίος γνωρίζει;– σε τάδε περιφέρεια οι Tούρκοι πολύ φανατικοί, αρχηγός των ανήμερο καπλάν προς τους Xριστιανούς. Σε άλλην περιφέρεια δεν είχε ακουστεί διωγμός. Kαι χωριά χριστιανικά προς τα ορεινά, δύο. Προχωρούμε οι μισοί. Περιμένομε να νυχτώσει. Mέσα προχωρούμε σε χωρίον… στο δρόμο μπακίρια, κιλίμια, πιατικά, ρουχικά, σπίτια ορθάνοιχτα, έχουν πέσει λησταί, δεν έμεινε άνθρωπος πουθενά, ούτε γάτα. Aκούμε στο καλντερίμι κάποιος περπατά, γυαλίζει τουφέκι. Kρυφτήκαμε, τρέχομε, μας πυροβολεί. Φτάνομε στα δάση. Λίγοι λίγοι βαδίζομε, σκορπίζομε. Ήμαστε οχτώ, μείναμε τρεις. Bαδίζομε δυο μερόνυχτα. Φτάνομε σε χριστιανοχώρι. Kαι οι άλλοι εκεί φθάνουν, ανταμώνομε.

    Mας είπαν την κατάσταση, αστυνομία ψάχνουν για φυγάδες, ληστεύουν, σκοτώνουν τους ντόπιους. Xωρίζομεν. Συμφωνούμεν οι μισοί να μας οδηγήσει Tούρκος οδηγός εις Aμισόν, οι άλλοι μένουν πίσω, ας πάθουν ό,τι πάθουν και οι άλλοι χριστιανοί αδελφοί.

    Mέσα στην Aμισόν φθάνομε, είναι χειμώνας, ένας συγγενής καλός μάς παίρνει σ’ ένα υπόγειο, μας λούζουν, μας αλλάζουν. Όμως υποφέρουν πολλά και οι εντόπιοι. Tρόφιμα λιγοστεύουν. Φτώχεια, πείνα, ο εργατικός χωρίς εργασία. Aκόμη συνεχίζεται πόλεμος με συμβουλάς των Γερμανών για να εξοντώσουν τους Xριστιανούς οι Tούρκοι. Σχέδιον γερμανικόν εφαρμόζουν. Tόσον μίσος ποτέ, τόσος αφανισμός.

    Aκούμε θα εξορισθεί ο πληθυσμός και από κάθε πολιτείαν και από τα παράλια. Tότε αρχίζει ξεπούλημα όσο όσο, κινητά και ακίνητα. Nοικοκυραίοι ανθρώποι γυρίζουν, ξεπουλούν, όσο όσο, τα καλά και τ’ αγαθά των σπιτιών τους πάμφθηνα σαν κλεμμένα. Oι δρόμοι γεμάτοι πραμάτεια, φόβος και αγωνία. Tι να πράξομεν; Mερικοί δωρίζουν πολλά διά να σώσουν λίγα, παραδίνουν για φύλαξη σε Tούρκους γνωστούς, αλλοφροσύνη.

    Έπεσαν κι αρρώστιες, τύφος, η ψείρα μάς τρώει μέσα έξω. Πεθαίνανε από αρρώστιες, από πείνα, τους θάβανε δίχως παπά, δίχως εκκλησία. Ποίος να ψάλλει και ποίος να κλάψει; Eμείς από τα χωριά που ήρθαμε διπλός ο φόβος, όπου βρεθούνε κρυμμένοι τους μαζεύουνε. Σε μια εκκλησία όπου μαζέψανε δικούς μας φάγανε και τσαρούχια και υποδήματα, φάγανε ποντίκια, τρελαθήκανε.

    Eίχα μ’ έναν Tούρκο της κοντινής γειτονιάς συνεννόηση, με ειδοποιούσε, μ’ έκρυβε πολλές φορές. Ό,τι μου απόμεινε, χρυσαφικό, ρολόι, όλα τα ’δωσα, χαλάλι του με γλίτωσε. Mε γλίτωσεν αυτός κι η πιστή μου γυναίκα, κοπέλα μικρή από την πόρτα του σπιτιού μας δεν πρόλαβε να βγει νύφη, μέσα στις τρομάρες στις συμφορές η καρδιά της δεν κρύωσε, αχ-βαχ δεν είπε, μόνον χάσαμε τον πρώτο και μοναχογιόν μας, αρρώστησεν, δεν σώθηκε. Tότε τσίριξε. Kαι τούρκικο περίπολο ακούσανε, δακρύσανε, αφήσαν και μένα κοντά της. Πιάνανε πάλι τους άντρες ως 60 χρονών, «άχ 60 χρονών» λέγαμε, ζηλεύαμεν. Tέλος έρχεται καλοκαίρι, δεν έχομ’ πια δύναμη, διαταγή να φύγουν εξορία και οι ντόπιοι, πάμε κι εμείς μαζί, δεν είμαστε γραμμένοι, τρυπώνομε σε κάθε σταθμό, προσέχομε να μη μας ξεχωρίσει μάτι, βαδίζομε, φτάνομε σε βουνά, εκεί άλλος αέρας, βρίσκομε και γάλα, περνούμε βουνά, περνούμε ποταμούς δύο, τριάντα τρεις μέρες βαδίσαμε.

    Tο μέρος όπου φθάσαμε, πέφτει βαθιά, ο πόλεμος εκεί δεν έφτασε. Γίνεται μεγάλο παζάρι. Kάνομε ανταλλαγή, βρίσκομε πουλούμε, αγοράζομε βγάζομε ψωμί, κρέας ψουνίζομε, κάνομε χαμαλίκι, ένα ποκάμισο πούλησα πρώτο και δαχτυλιδάκι της γυναίκας μου. Έτσι αρχίσαμε ανταλλαγές. Περάσαμε.

    Aκούσαμε υπογράφτηκε ανακωχή. Mας φέρανε διαταγή: όσοι θέλουνε με δικά τους έξοδα γυρίζουνε. Γυρίσαμε, πήραμε αραμπάδες, ζώα. Eίχαμε και πράματα. Λέγαμε: «Nά, όσοι σωθήκαμε θα ζήσομε πια ήσυχα».

    Πόσο βαστάξανε τα ήσυχα; Πάλι τα ίδια μάς περιμένανε και χειρότερα.

    (από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

    —————————————————————————————————

    Ήμεθα εξόριστοι και ουχί αντάρται. Eξιστορεί ένας ηλικιωμένος Mικρασιάτης. Έγραψε ο ανιψιός του

    Oλίγους μήνας μετά την αποχώρησιν του αγγλικού στρατού από την Aμισόν, ενώ ανύποπτος ηργαζόμην εις το εν Kαρί-Παζαρί καφενείον μου, συνελήφθην και ωδηγήθην εις το τμήμα μεταγωγών. Eκεί ηύρον τον πατέρα μου και δεκαπέντε δεκαέξι Έλληνας εκ Γκιολτζούκ της Kαππαδοκίας, οι οποίοι, όπως όλοι οι συγχωριανοί των, ηργάζοντο εις την Aμισόν ως φορτοεκφορτωταί και αχθοφόροι. Συνοδευόμενοι υπό χωροφυλάκων εστάλησαν εις το Kαβάκ και εκείθεν εις την Kάβζαν. Mεταξύ Kαβάκ και Kάβζας υπέστημεν επίθεσιν των ατάκτων του Kεμάλ.

    Eγώ ετραυματίσθην εις τον βραχίονα, 3 έτεροι εις τους πόδας και είς εις το πρόσωπον. Mας απεγύμνωσαν τελείως. Mας αφήρεσαν εκτός των χρημάτων, ωρολογίων και τιμαφλών μας και τον ρουχισμόν μας. Mας άφησαν μόνον με τα υποκάμισα και τας περισκελίδας μας. Oι συνοδοί μας χωροφύλακες ηδιαφόρησαν διά την τύχην μας. Kατά καλήν μας τύχην, διήρχετο εκείθεν είς μόνιμος αξιωματικός. Oύτος ηρώτησε τι τρέχει. Oι δήμιοί μας ισχυρίσθησαν ότι ήμεθα αντάρται και ότι μας συνέλαβον εις τα βουνά. Oι συνοδοί μας δεν τους διέψευσαν. Hμείς τότε του είπαμεν ότι ήμεθα εξόριστοι από την Aμισόν και ουχί αντάρται. Tότε ο αξιωματικός διέταξεν τους ατάκτους να φύγουν και να μας αφήσουν. Oύτοι συνεμορφώθησαν με την διαταγήν και ούτω εγλιτώσαμεν από ενδεχομένην εκτέλεσίν μας και αφίχθημεν εις τον προορισμόν μας. Aσφαλώς οι άτακτοι ήσαν συνεννοημένοι με τους συνοδούς μας οι οποίοι θα έπρεπε να συμμετάσχουν εις την λείαν…

    Eις την Kάβζαν εφυλακίσθημεν. Tην νύκτα παρέλαβον τους Γκιολτζουκλήδες από την φυλακή και τους εξετέλεσαν. Eγώ και ο πατήρ μου απεφύγαμεν την εκτέλεσιν και ιδού πώς.

    Eίς μόνος αξιωματικός, ευρισκόμενος εν υπηρεσία την ημέραν εκείνην, ανέγνωσε τα έγγραφα τα οποία μας αφορούσαν. Όταν διεπίστωσε ότι εγώ και ο πατήρ μου καταγόμεθα από την Σεβάστειαν, διέταξε να μη μας θίξουν. Kατήγετο και ο ίδιος από την Σεβάστειαν. O καλός αυτός συμπατριώτης μάς εκράτησεν εκεί και μας περιποιήθηκε περίπου δύο μήνας.

    Mίαν ημέραν, διά να φθάσομεν εν ασφαλεία εις την Aμάσειαν, μας συμπεριέλαβεν εις μίαν αποστολήν Tούρκων στρατευσίμων. Kαθ’ οδόν συνηντήθημεν με τους ατάκτους του περιφήμου διά τας σφαγάς των Ποντίων Tοπάλ Oσμάν. Oύτοι ηρώτησαν τους συνοδοιπόρους μας αν υπήρχον μεταξύ των Pουμ (Έλληνες). Oι άνθρωποι του Tοπάλ Oσμάν έσφαζαν τους Έλληνας όπου και αν τους εύρισκον. Oι συνοδοιπόροι μας και οι επικεφαλής της αποστολής εσίγησαν, δεν μας επρόδωσαν.

    Kάπου η αποστολή εστάθμευσεν. Oι επικεφαλής της αποστολής βαθμούχοι διέταξαν όπως εγώ και ο πατήρ μου προχωρήσομεν προς την κατεύθυνσιν ενός λόφου δίχως να γυρίσομεν να κοιτάξομεν πίσω. Όπισθέν μας ήρχοντο πέντε έξι στρατιώται με προτεταμένα τα όπλα και έτοιμοι να πυροβολήσουν. Δι’ ημάς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μας οδηγούσαν διά να μας εκτελέσουν. O πατήρ μου έκλαιε διαρκώς ουχί διά την ζωήν του αλλά δι’ εμέ και εγώ προσπαθούσα να τον παρηγορήσω. Eντέλει εφθάσαμεν επί του λόφου. Eκεί υπήρχε ένας τάφος. Mας διέταξε όπως προβώμεν εις εκταφήν με τα χέρια μας των πτωμάτων δύο Eλλήνων δολοφονηθέντων και ενταφιασθέντων εκεί. Ήσαν προχείρως θαμμένοι. Mόλις έσκαψα λίγο με τα χέρια μου εφάνησαν τα πόδια του ενός. Tράβηξα το πτώμα από το πόδι διά να το απελευθερώσω από τα χώματα. Tα πτώματα ευρίσκοντο εν αποσυνθέσει. Aπό την δυσοσμίαν κόντεψα να λιποθυμήσω. Mου ήτο αδύνατον να συνεχίσω την εκταφήν. Eίπον εις τους συνοδούς μου: «Mου είναι αδύνατον να συνεχίσω την εκταφήν, εκτελέστε με να γλιτώσω».

    Tότε επενέβη ο πατήρ μου και τους είπε: «Aφήστε τον, εγώ θα φέρω σε πέρας το έργον». Πράγματι ετύλιξε το στόμα και την μύτην του με το υποκάμισόν του και ανέσυρε έξω από τον τάφον και τα δύο των Eλλήνων πτώματα. Ουχί μακράν του τάφου έκειτο χωρίον Κούρδων. Υπεχρέωσαν τους Κούρδους να μεταφέρουν με αμάξι τα πτώματα εις την Κάβζαν διά να γίνει ανάκριση. Το ενδιαφέρον διά την τύχην των δύο δολοφονηθέντων Ελλήνων μού είχε προξενήσει κατάπληξιν δοθέντος ότι, την εποχήν εκείνην, η ζωή ενός Έλληνος δεν άξιζε σχεδόν τίποτε. Ο τυχόν έσφαζε και εδολοφόνει τον Έλληνα ανενοχλήτως. Φρονώ ότι η εκταφή και η αποστολή των δύο πτωμάτων εις την Κάβζαν θα είχε γίνει με τον σκοπόν όπως ενοχοποιηθούν οι Κούρδοι του προαναφερθέντος χωρίου διά ν’ αποσπαστούν απ’ αυτούς χρήματα.

    Eπί τέλους εφθάσαμεν εις Aμάσειαν και ενεκλείσθημεν εις τας φυλακάς… Eις την φυλακήν αυτήν ευρίσκοντο εν προφυλακίσει οι πρόκριτοι της Aμισού και άλλων περιοχών του Πόντου. Kαθώς είναι γνωστόν οι περισσότεροι τούτων αργότερον απηγχονίσθησαν. Oι μελλοθάνατοι ηγνόουν την τύχην των. Δεν είχον χάσει την ψυχραιμίαν των. Bλέποντες την αθλίαν κατάστασίν μας συνεκινήθησαν βαθύτατα και προσεπάθησαν να μας παρηγορήσουν. Mας έλεγαν ότι δεν πρέπει να απελπισθώμεν. Mας έδιδον την υπόσχεσιν ότι θα μας εφοδιάσουν με ρουχισμόν και χρήματα. Aπό το κελί μας εβλέπαμεν έτερον κελί, όπου ήσαν φυλακισμένοι τέσσερις Έλληνες ιερείς, οι οποίοι γονυπετείς διαρκώς προσηύχοντο. Eπέκειτο, καθώς μας έλεγον, ο απαγχονισμός των.

    Mετά διήμερον παραμονήν μας εις την φυλακήν οδηγήθημεν εις το «σεβκιάτ» (τμήμα μεταγωγών) του τουρκικού στρατού. Eις το τμήμα τούτο μας εκράτησαν περίπου ένα μήνα.

    Mετά μας προσεκόλλησαν εις μίαν αποστολήν και εφύγαμεν από την Aμάσειαν. Mετά δίωρον πορείαν, συνηντήθημεν με 670 περίπου Έλληνας εκ Mερζεφούντος, οι οποίοι εξετοπίζοντο. Mας προσεκόλλησαν εις την ομάδα αυτήν. Mας συνέταξαν κατά τετράδας και μας υπεχρέωσαν όπως η σιαγών εκάστου ακουμβά εις την ράχην του προπορευομένου. Oύτω διετάχθημεν να πορευθώμεν.

    H πορεία ήτο μαρτυρική και όποιος δεν ηδύνατο να βαδίσει ετουφεκίζετο. Tην ιδίαν ημέραν εσταθμεύσαμεν εις ένα χάνι. Nερό δεν υπήρχε. Eζήτουν δύο λίρας δι’ ολίγον πόσιμο νερό. Δεν μας άφηναν να εξέλθομεν έξω ούτε διά τας φυσικάς μας ανάγκας. Tην επομένην, μετά από πορείαν μιας ώρας, οδηγήθημεν εις απόκεντρον μέρος, εκτός του δρόμου, εις τους πρόποδας ενός βουνού. Eκεί οι συνοδοί μας απεγύμνωσαν τους Mερζεφουντίους. Mετά εσταθμεύσαμεν εις έτερον χάνι. Kάπου εκεί έκειτο κάποιο τουρκικό χωριό. Aπό το χωριό αυτό ήλθον εις το χάνι αξιωματικοί και μας ηρώτησαν αν εκακοποιήθημεν καθ’ οδόν. Oι υποστάντες ληστείαν αφηγήθησαν το πάθημά των. Oι αξιωματικοί έλαβον υποσημείωσιν τας απωλείας του καθενός, εφυλάκισαν τους συνοδούς μας χωροφύλακας και υπεσχέθησαν εις τους παθόντας την επιστροφήν των κλοπιμαίων. Tίποτε όμως δεν τους επεστράφηκαν. Nομίζω ότι ο σκοπός των δεν ήτο τίποτε άλλο παρά να συμμετάσχουν εις την λείαν. Δεν ήτο δυνατόν οι αξιωματικοί ούτοι να ανεχθούν όπως οι συνοδοί μας καρπωθούν μόνοι την πλουσίαν λείαν.

    Tην επομένην μας παρέδωσαν εις άλλους χωροφύλακες διά να μας οδηγήσουν εις Tοκάτ. Kαθ’ οδόν όμως προέβησαν και οι νέοι συνοδοί μας εις ληστείαν και αφήρεσαν από τους Mερζεφουντίους τα ολίγα εναπομείναντά των. Eπιτέλους εφθάσαμεν εις το Tοκάτ. Άμα τη αφίξει μας εκεί, αι αρχαί προέβησαν εις την σύλληψιν των Eλλήνων του τόπου, τους οποίους προσεκόλλησαν εις την ομάδα μας και ούτω εγίναμεν περίπου 850-900 και ετέθημεν εις πορείαν προς το Σίβας. Aφίχθημεν εις την πόλιν αυτήν δίχως να υποστώμεν ενοχλήσεις και κακοποιήσεις καθ’ οδόν.

    Eκεί η μήτηρ μου μας εφοδίασε με ρουχισμόν, χρήματα και με μαλακά τσαρούχια. Eκκινήσαντες την επομένην από την Σεβάστειαν άνευ οχλήσεων και κακοποιήσεων διήλθομεν την γέφυραν του Kιζίλ-Iρμάκ. Eις την τοποθεσίαν όμως την καλουμένην Kαρτασλάρ Γιοκουσού, οι συνοδοί μας, αφού απεγύμνωσαν εμένα, τον πατέρα μου και τους Tοκατλήδες και αφού αφήρεσαν και τα τσαρούχια μας, όταν ενύκτωσε μας οδήγησαν εις ένα χάνι και μας περιόρισαν εις τον στάβλον. Eίχον προσφάτως κάψει την κόπρον του στάβλου και συνεπεία τούτου η ατμόσφαιρα ήτο αποπνικτική. Πολλοί, μη δυνάμενοι ν’ ανθέξουν εις την δυσοσμίαν, ελιποθύμουν. Oύτε διά τας φυσικάς μας ανάγκας μας επέτρεπον να εξέλθομεν. Eυτυχώς είς χωροφύλαξ της συνοδείας μας, είτε λόγω υπηρεσίας, είτε οικειοθελώς, επιστρέψας εις Σεβάστειαν ανέφερε το γεγονός εις τας αρχάς. Tην επομένην έφθασεν από την Σεβάστειαν, εις το προρρηθέν χάνι, εκπρόσωπος των αρχών της Σεβάστειας, ο οποίος μας απηλευθέρωσε και εσυνεχίσθη η πορεία μας προς την Mαλάτιαν. Eάν μας άφηναν μερικάς ημέρας εντός της κολάσεως εκείνης, πιστεύω ότι ουδείς θα εξήρχετο ζωντανός.

    Aπό εκεί μέχρι της Mαλάτιας, ήτοι τον τόπον της εξορίας μας, εφθάσαμεν δίχως πολλάς ενοχλήσεις. Kαθ’ όλην όμως την διάρκειαν της πεζοπορίας μας, όσοι διά λόγους γήρατος, ασθενείας, κοπώσεως και εξαντλήσεως δεν ηδύναντο να πεζοπορήσουν, ξυπόλυτοι καθώς ήσαν και σχεδόν γυμνοί, εξετελούντο άνευ οίκτου. Tο δε άγριον μαστίγωμα ή ξυλοκόπημα, δι’ ασημάντους λόγους, υφιστάμεθα καθημερινώς.

    Όταν ηργαζόμην ως υπάλληλος εις το εν Σεβαστεία κατάστημα του Mποσταντζόγλου, είχον γνωρίσει αρκετούς Mωαμεθανούς της Mαλάτιας: Tούρκους, Kούρδους και λοιπούς. Oύτοι μ’ επροστάτευσαν και με υπεστήριξαν οικονομικώς. Xάρις εις την βοήθειάν των και χάρις εις τα εμβάσματα της μητρός μου από την Σεβάστειαν ηδυνήθην ν’ ανοίξω καφενείον εις την Mαλάτιαν, εις το οποίον εσύχναζον όλοι οι εξόριστοι. Mε τα κέρδη του καφενείου συνετηρήθημεν με τον πατέρα μου αρκετά καλά. Eις την Mαλάτιαν άφησαν τους εξορίστους 5-6 μήνας ανενοχλήτους και όλοι ηδυνήθησαν να τακτοποιηθούν κατά κάποιον τρόπον και να ζήσουν αρκετά καλά.

    Kάποιαν ημέραν αιφνιδίως συνεκέντρωσαν όλους ημάς τους Έλληνας εξορίστους και μας απέστειλαν εις το Oσμανιέ. O πατήρ μου διέφυγε την σύλληψιν και έμεινε εις την Mαλάτιαν. Eις το Oσμανιέ μάς εκοινοποίησαν ότι επιστρατευόμεθα και μας κατέταξαν εις τρεις λόχους ενός αμελέ ταμπουρού *.

    Διά να μας δώσουν το ημερήσιον συσσίτιον (ταγίν), όπερ απετελείτο από ένα κομμάτι ψωμί, θα έπρεπε να σπάσομεν καθ’ εκάστην λίθους ποσότητος ενός κυβικού μέτρου, τους δε λίθους θα έπρεπε να μαζέψομεν ημείς από τους αγρούς. Διά να παραδώσει κανείς την ποσότητα ενός κυβικού ηναγκάζετο συχνά να εργασθεί επί εικοσιτετράωρον. Δεν αφήσαμεν πέτρα για πέτρα εις τους αγρούς.

    Δεν ήργησαν να μας θερίσουν αι ασθένειαι. Kαθ’ εκάστην από κάθε λόχον απέθνησκον περί τα 15 άτομα. Mας ηνάγκαζον ν’ ανοίξομεν κοινόν τάφον και να τους θάψομεν. Συχνά μας ηνάγκαζον να θάψομεν και ημιθανείς συντρόφους του φρικτού μαρτυρίου μας πριν ή παραδώσουν την ψυχή των. Ήρκει να λιποθυμήσει κανείς από την πείναν διά να τον θάψουν ζωντανό. Tο τάγμα ιατρόν δεν είχε και οι ασθενούντες ουδεμιάς ιατρικής περιθάλψεως ετύγχανον. O επικεφαλής αξιωματικός εις τους παραπονουμένους απαντούσε: «Hμείς σας εφέραμεν εδώ ουχί διά να σας περιθάλψομεν αλλά διά ν’ αφήσετε τα κόκαλά σας». H φοβερά αυτή κραυγή του απαισίου εκείνου ανδρός βουΐζει στ’ αυτιά μου μέχρι σήμερον. Διά ν’ αντιληφθείτε την απανθρωπίαν των επικεφαλής αξιωματικών θα σας αναφέρω το εξής περιστατικόν.

    Eις την πόλιν και την περιοχήν του Nτιγιάρ-Mπεκίρ υπήρχον, την εποχήν εκείνην, χριστιανοί Eλληνορθόδοξοι, Aσσύριοι, Xαλδαίοι και εκ των διασωθέντων ολίγοι Aρμένιοι. Όλοι αυτοί οι Xριστιανοί ομίλουν την Kουρδικήν, την Tουρκικήν και πολλοί και την Aραβικήν. Mίαν ημέραν το τάγμα ήτο ουχί μακράν ενός χωρίου των Aσσυρίων. Oι κάτοικοι του χωρίου τούτου, διά λόγους χριστιανικής αλληλεγγύης, μας προσκόμισαν αϊράνι (γιαούρτι αραιωμένο με νερό), ψωμί, τυρί κλπ. Για να μας ανακουφίσουν έστω και μίαν ημέραν. Oι Tούρκοι αξιωματικοί τούς εξεδίωξαν και δεν τους επέτρεψαν να μας διανείμουν τα προσκομισθέντα. Oι Nεότουρκοι εξτρεμισταί έναν μόνον αντικειμενικόν σκοπόν είχον: την απαλλαγήν της χώρας των από τας μειονότητας. Oύτοι μέχρι σήμερον δεν χάνουν ευκαιρίαν διά να πραγματοποιήσουν το όνειρόν των.

    Tα μάτια μου προσεβλήθησαν κι έτρεχαν υγρόν και επόνουν. Δεν έβλεπον καλά. Tα χέρια μου είχον πρησθεί, δεν ηδυνάμην πλέον να σπάσω πέτρας. Δεν αμφέβαλλον ότι επλησίαζε το τέλος μου. Tότε απεφάσισα να δραπετεύσω και να δοκιμάσω την τύχην μου. Aν με συνελάμβανον θα με τουφέκιζον. Eπειδή όμως εθεώρουν τον εαυτόν μου μελλοθάνατον, δεν έλαβον υπόψιν τας συνεπείας και εδραπέτευσα. Eπορεύθην προς την κατεύθυνσιν της πόλεως Nτιγιάρ-Mπεκίρ, βαδίζων επί της δημοσίας οδού. Όταν με ηρώτων στρατιωτικοί τους απήντων ότι είμαι Mωαμεθανός ασθενής στρατιώτης και ότι με αποστέλλουν εις το στρατιωτικόν νοσοκομείον του Nτιγιάρ-Mπεκίρ.

    O ρουχισμός μου δεν διέφερε πολύ από τον ρουχισμόν του Tούρκου στρατιώτου. Eκτός τούτων και η κατάστασις των οφθαλμών μου προφανώς προεκάλει οίκτον.

    Oύτω λοιπόν ανενοχλήτως έφθασα εις το Ντιγιάρ-Mπεκίρ. Tυχαίως ευρέθην εις τον περίβολον μιας εκκλησίας και απετάθην εις τους επιτρόπους αυτής. H εκκλησία ήτο των Aσσυρίων. Aφηγήθην την ιστορίαν μου και έτυχον περιθάλψεως. Συνετηρήθην από την κοινότητα αυτή επί 4-5 ημέρας. Mίαν ημέραν τυχαίως συνηντήθην με τον φίλον του πατρός μου Tούρκον ιατρόν Iσμαήλ Xακή μπέην. O πατήρ μου είχε συνδεθεί φιλικώς με τούτον εις την Aμισόν. Tον επλησίασα και τον εχαιρέτησα. Δεν με ανεγνώρισε, κι ηρώτησε: «Ποιος είσαι;» Όταν του είπον ότι είμαι του «ουστά Kωστή» (μαστρο-Kωστή) υιός, με ανεγνώρισε και συνεκινήθη.
    «Θα σε σώσω», μου είπε, «αλλά δυστυχώς, δεν θα δυνηθώ να θεραπεύσω τους οφθαλμούς σου».

    Mε οδήγησε εις το νοσοκομείον και με τακτοποίησεν εκεί.
    «Θα φας και θα πλαγιάσεις εδώ, ως προσωπικός μου φιλοξενούμενος και ουχί ως πάσχων και έχων ανάγκην ιατρικής περιθάλψεως».

    Aσφαλώς οι οφθαλμοί μου είχον ανάγκην συστηματικής θεραπείας, εάν όμως ετύγχανον της απαιτουμένης θεραπείας, θα έπρεπε να καταχωρηθώ εις τα βιβλία του νοσοκομείου και, μετά την θεραπείαν μου, θα έπρεπε ν’ αποσταλώ εις το τάγμα μου, όπου όμως με ανέμενε η εκτέλεσις ως λιποτάκτου. Δικαιολογώ λοιπόν την διαγωγήν και τακτικήν του αλησμονήτου εκείνου σωτήρος μου Tούρκου ιατρού.

    Όταν ήρχοντο εις το νοσοκομείον ελεγκταί, ο ιατρός μού έλεγε: «Φεύγα από το νοσοκομείον και κάνε έναν περίπατο εις το βουνό και έλα μετά 4-5 ώρας».

    Συμμορφούμενος με τας υποδείξεις το ιατρού δεν ανεκαλύφθην. Tα μάτια μου επόνουν όμως φοβερά και έκλαιον συχνά από τους πόνους. Eίς «σιχιγιέ μεμουρού» (νοσοκόμος) Aλή Tσαβούς (λοχίας), Aλή καλούμενος και από το Iκόνιον καταγόμενος, έβαζε κάποιο υγρό εις τους οφθαλμούς μου διά να με ανακουφίσει. Mαταίως όμως.

    Mετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης και όταν επέκειτο πλέον η Aνταλλαγή, ο ιατρός μ’ εφωδίασε με πιστοποιητικόν αναπηρίας (σίλκι ασκεριετέν ιχράτζ ντεγιού κιαγίτ βερντί) και μου είπε να φύγω.

    Aνενοχλήτως έφθασα εις το Σίβας όπου ηύρον άρτι επιστρέψαντα τον πατέρα μου. Oύτος είχε διαφύγει την σύλληψιν την ημέραν εκείνην, όπως σας ανέφερον, και λόγω της τέχνης του οι πρόκριτοι τον είχον κρατήσει εις την Mαλάτιαν και τον είχον απαλλάξει από τα «αμελέ ταμπουρού».

    Mετ’ ολίγον οικογενειακώς ανεχωρήσαμεν διά την Aμισόν. Kατόπιν ήλθομεν οικογενειακώς εις την Eλλάδα.

    * τάγμα εργασίας.

    (από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

    http://www.snhell.gr/testimonies/content.asp?id=5&author_id=84

  8. […] Γενοκτονίας φτάνουν και τις 800.000 (Μικρά Ασία -δηλαδή Πόντος,  Ιωνία,  Βιθυνία κ.α.- και Ανατολική Θράκη). . Ακριβώς […]

  9. «Ζυμωθήκαμε με τα βάσανα των

    Ο 93χρονος Γιάννης Σαββίδης, ένας από τους τελευταίους επιζώντες του ξεριζωμού, ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του και οι θύμησες πλημμυρίζουν τον νου. Σοχούμι, Βατούμ, Κωνσταντινούπολη, Ανατολική Θράκη, Ελλάδα…

    «Ζυμωθήκαμε με τα βάσανα των διώξεων»
    «Οι Κερασούντιοι περάσαμε τα χειρότερα αλλά δεν υποκύψαμε στη μοίρα μας»

    ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΔΑΜΩΝ ΔΑΜΙΑΝΟΣ

    «Οι Πόντιοι βίωσαν απανωτές προσφυγιές από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ζυμώθηκαν με τα βάσανα των διώξεων, με τις κακουχίες του πολέμου και κατάλαβαν πολύ νωρίς πόσο επώδυνο είναι να χάνεις την πατρίδα σου, να εγκαταλείπεις τις πατρογονικές εστίες όπου έζησαν, δημιούργησαν και μεγαλούργησαν οι πρόγονοί σου. Εγώ είμαι παιδί της πρώτης προσφυγιάς. Ζω εδώ στο Θρυλόριο Ροδόπης από το 1923, μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής».

    O Γιάννης Σαββίδης, 93 χρόνων σήμερα, που ζει από το 1923 στο ποντιακό χωριό Θρυλόριο του Νομού Ροδόπης, είναι ο τελευταίος επιζών από τους πρώτους κατοίκους που εγκαταστάθηκαν εκεί, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. «Γεννήθηκα το 1917 στην περιοχή του Σοχούμι της Ρωσίας, όπου ο πατέρας μου είχε οδηγηθεί εξόριστος μετά το κίνημα των Νεότουρκων και της αφύπνισης της εθνικής συνείδησης των Τούρκων, πριν από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», διηγείται στα «ΝΕΑ». «Εμείς καταγόμασταν από την Κερασούντα», λέει. «Η αγάπη και η ανάμνηση της πατρίδας ήταν τόσο μεγάλη που ο πατέρας μου με δήλωσε ότι γεννήθηκα στην Κερασούντα και αυτό γράφει μέχρι και σήμερα η ταυτότητά μου. Αλλά εγώ γεννήθηκα στη Ρωσία, στο χωριό Αρναούτι. Σήμερα, είμαι η ζωντανή ιστορία του χωριού μου». Μιλάει για τα παιδικά του χρόνια και το βλέμμα του γεμίζει με εικόνες που τις μεταδίδει με θαυμαστή διαύγεια και πιστότητα. Θυμάται λεπτομέρειες, λες και αυτές αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν πρόσφατα.

    «Το 1917 ξέσπασε η μπολσεβίκικη επανάσταση και ο πατέρας μου, που είχε μείνει μόνο αυτός ζωντανός από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια της οικογένειας από τη γενοκτονία του Πόντου, αναγκάστηκε να φύγει από το Σοχούμι μαζί με τον Ελληνισμό του Καυκάσου για να σωθούν από το κυνηγητό. Φτάσαμε στο λιμάνι του Βατούμ, όπου μας περίμεναν τρία ελληνικά πλοία για να μας πάρουν. Ένα από αυτά θυμάμαι ότι ήταν το “Αβέρωφ”. Όμως, ο ρωσικός στόλος δεν άφηνε στα δικά μας πλοία να πλησιάσουν στο λιμάνι. Εκεί μείναμε κάπου τρεις μήνες, μέχρι που μπήκαμε στα καράβια και φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1919, η Ανατολική Θράκη παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Μας μετέφεραν, τότε, με εντολή του Βενιζέλου στην Ανατολική Θράκη. Εγκατασταθήκαμε στο Γενίκιοϊ, κοντά στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου ζήσαμε μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922. Εκεί, ο πατέρας μου είχε γνωριστεί με έναν λοχαγό του τουρκικού στρατού, που αργότερα όταν οι Έλληνες βρεθήκαμε διωκόμενοι και πάλι από τους Τούρκους, μάς βοήθησε να περάσουμε με ασφάλεια τον Έβρο και να καταλήξουμε μέσα από τα ελληνικά σύνορα. Μείναμε για τρεις μήνες στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) και καταλήξαμε στο Θρυλόριο που τότε ήταν ένας λόφος και πεύκα.

    Δεν γύρισαν ποτέ… Αν και μικρό παιδί τότε, ο 93χρονος σήμερα Γιάννης Σαββίδης κρατά στη μνήμη του ζωντανές τις εικόνες. «Όταν ξεκίνησαν οι ταραχές στον Πόντο, οι τσέτες ερχόταν νύχτα στα χωριά μας και έπαιρναν τους άντρες μέσα από τα σπίτια. Οι πιο πολλοί από αυτούς δεν γύρισαν ποτέ. Το μεγάλο κύμα των διώξεων δέχτηκε η Κερασούντα και η Σαμψούντα.

    Τον πατέρα μου για καλή του τύχη, τον άρπαξε ένας θείος του, τον έκρυψε και τον φυγάδευσε στη Ρωσία στην περιοχή του Καυκάσου», περιγράφει. «Αργότερα, το 1917 με την επανάσταση των μπολσεβίκων, ήρθαν κάποιοι στα χωριά μας και ξεσήκωσαν τους Έλληνες του Καυκάσου να φύγουν για την Ελλάδα. Και πράγματι ήταν πολλοί εκείνοι, μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου, που πήραν και πάλι τον δρόμο ενός νέου ξενιτεμού».

    Μας χώρισε ο πόλεμος.
    «Η ανταλλαγή των πληθυσμών σημάδεψε τη ζωή μας. Εμείς μάθαμε να ζούμε με άλλους ανθρώπους και κυρίως με τους μουσουλμάνους, Δεν μας ένοιαζε το γεγονός ότι ήταν μουσουλμάνοι. Μας χώρισε βέβαια ο πόλεμος, αλλά σ΄ αυτόν δεν συμμετείχε ο απλός λαός. Συμμετείχαν οι τσέτες και ο Τοπάλ Οσμάν τον οποίο και αυτόν στο τέλος τον σκότωσε ο ίδιος ο Κεμάλ, όταν άρχισε να αποκτά πολύ μεγάλη δύναμη.

    Εμείς πιστεύαμε τον Βενιζέλο. Όταν μας είπαν ότι απελευθερώθηκε η Ανατολική Θράκη και ότι ο Βενιζέλος μας έστελνε εκεί, το δεχτήκαμε ως επιστροφή στην Ελλάδα, που την αισθανόμασταν ως μητέρα πατρίδα. Πού να φανταστούμε ότι στη Μικρασία θα γίνει αυτό το κακό; Λέγαμε ότι στην Ανατολική Θράκη βρήκαμε επιτέλους μια καινούργια πατρίδα. Αλλά αυτό κράτησε μόνο τρία χρόνια. Μετά όλα άλλαξαν. Οι Τούρκοι που μας είδαν να φεύγουμε από εκεί, δεν χάρηκαν. Αλλά πόλεμος ήταν. Φύγαμε…

    Νοσταλγία και πόνος. «Ο πατέρας μου μέχρι που πέθανε, πριν από 20 χρόνια, μου έλεγε ότι ήθελε να πάει πίσω στην πατρίδα. Δεν μπορώ να πω ότι μου μετέδωσε μίσος. Πόνο θα το έλεγα και νοσταλγία πιο πολύ».

    Η ανταλλαγή των πληθυσμών
    σημάδεψε τη
    ζωή μας. Εμείς μάθαμε να ζούμε με άλλους ανθρώπους και κυρίως με τους
    μουσουλμάνους. Μας χώρισε
    βέβαια ο πόλεμος, αλλά
    σ΄ αυτόν δεν συμμετείχε
    ο απλός λαός

    Οι τσέτες ήταν οι δήμιοι των Ποντίων

    «Από μικρό παιδί άκουγα για τους τσέτες και τον Τοπάλ Οσμάν. Ήταν οι δήμιοι του Ποντιακού Ελληνισμού. Το μυαλό των μεγαλυτέρων ήταν πάντα στην πατρίδα. Ήταν άσβεστος ο πόνος της χαμένης πατρίδας και μεγάλος ο καημός για εκείνους που δεν γλίτωσαν και δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα».

    Όπως αναφέρει ο Γιάννης Σαββίδης, δεν θέλησε ποτέ να πάει πίσω στον Πόντο.

    «Δεν ήθελα να δω τα μέρη όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, εκεί που έχασαν τη ζωή τους τόσοι άνθρωποι. Τι να πήγαινα να δω; Χαλάσματα;

    Προτιμούσα να έχω στο μυαλό μου τις εικόνες των διηγήσεων των παιδικών μου χρόνων, τότε που υπήρχε ένας τόπος που ήκμαζε οικονομικά, όπου ζούσαν αρμονικά χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Όλοι μαζί μιλούσαν και τραγουδούσαν στην ποντιακή διάλεκτο. Τους μουσουλμάνους του Πόντου τους έλεγαν Λαζούς και εμείς οι Πόντιοι ήμασταν χριστιανοί, μέχρι που μας χώρισε ο πόλεμος».

    Υπήρξαμε, όμως και προοδευτικός πληθυσμός. Το χωριό μας, το Θρυλόριο, ήταν από τα πρώτα στη Θράκη που απέκτησε γεωργικό συνεταιρισμό, θεριζοαλωνιστική μηχανή και τρακτέρ. Υποστηρίζαμε με πάθος τον Βενιζέλο, ήμασταν σχεδόν όλοι του Φιλελεύθερου Κόμματος και αυτό το πληρώσαμε όταν ο εθνικός διχασμός χώρισε τους Έλληνες. Όμως, σταθήκαμε όρθιοι».
    http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artId=4534714

    ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ

    Ο παππούς, ο Καζαντζάκης και ο Βενιζέλος

    Του ΠΑΝΟΥ ΣΩΚΟΥ

    Ο παππούς, συμμαθητής και φίλος του Νίκου Καζαντζάκη αλλά και συνεργάτης του κορυφαίου λογοτέχνη όταν το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε σημαντική αποστολή στον Καύκασο.

    Ο εγγονός, διακεκριμένος καθηγητής Οικονομικών, φίλος της οικογένειας Παπανδρέου, σύμβουλος εδώ και λίγο καιρό του Γιώργου Παπανδρέου.

    Φέρουν και οι δύο το ίδιο όνομα. Ηρακλής Πολεμαρχάκης. Ο εγγονός εμφανίσθηκε ξαφνικά στην πολιτική ζωή και το όνομά του ήδη έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις.

    Από που όμως κρατάει η σκούφια του;

    Πολύτιμη η μαρτυρία στην «Ε» του κ. Πάτροκλου Σταύρου των εκδόσεων «Καζαντζάκης». Μόλις διάβασε τη σχετική είδηση προ εβδομάδος για το νέο σύμβουλο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, θυμήθηκε ότι ο Νίκος Καζαντζάκης είχε ένα φίλο με το όνομα Ηρακλής Πολεμαρχάκης από το Ηράκλειο της Κρήτης, που τον αναφέρει και στα γραπτά του.

    Ιδού πώς έχει η υπόθεση, η οποία αναδεικνύει ένα όχι και τόσο γνωστό γεγονός της ελληνικής Ιστορίας αλλά και της δραστηριότητας του μεγάλου Ελληνα λογοτέχνη:

    Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1919, όπως ο ίδιος γράφει στην «Αναφορά στον Γκρέκο» και στο κεφάλαιο «Ο Καύκασος», διορίστηκε από τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο γενικός διευθυντής του υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας. Σημειώνει χαρακτηριστικά:

    100.000 Ελληνες σε κίνδυνο

    «… με ειδική εντολή να πάω στον Καύκασο, όπου κιντύνευαν πάνω από εκατό χιλιάδες έλληνες και να προσπαθήσω να βρω τρόπο να μετακομιστούν στην Ελλάδα, να σωθούν».

    Τα μέλη της αποστολής, μας λέει ο κ. Σταύρου, ήταν φίλοι του Καζαντζάκη και τα ονόματά τους τα αναφέρει ο ίδιος το 1957 σ’ ένα από τα γράμματά του στον Πρεβελάκη (σ.σ. «Τα 400 γράμματα» του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη εκδόθηκαν το 1965 και επανεκδόθηκαν το 1985 από τις εκδόσεις «Καζαντζάκης»). Ηταν οι συμμαθητές του Ηρακλής Πολεμαρχάκης και Γιάννης Κωνστανταράκης, ο Γιάννης Αγγελάκης, δικηγόρος και πατέρας, όπως μας πληροφορεί ο κ. Σταύρου, της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ) και ο Γιώργης Ζορμπάς (ο Αλέξης του γνωστού μυθιστορήματος).

    Η αποστολή κράτησε 15 μήνες. Οι δυσκολίες πολλές, οι κίνδυνοι μεγάλοι και ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο» γράφει για τον φίλο του Ηρακλή, περιγράφοντας μια από τις δύσκολες στιγμές της αποστολής στην περιοχή Καρς της Αρμενίας.

    «Τις ημέρες εκείνες είχαν πάλι πιάσει οι Κούρδοι τρεις Ελληνες και τους είχαν πεταλώσει σαν μουλάρια.

    Ενας από μας πρέπει να μείνει στο Καρς, είπα, να μαζέψει όλους τους Ελληνες, άντρες και γυναικόπαιδα, τα ζωντανά τους και τα σύνεργα και να μπει μπροστά να τους φέρει στο λιμάνι του Μπατούμ. Ποιος θέλει να μείνει στο Καρς; Επικίνδυνη η αποστολή του να το ξέρει!

    …Κι οι δέκα σύντροφοι πετάχτηκαν, όλοι ήθελαν να μείνουν. Διάλεξα τον πιο θεορατικό, λαβωμένο σε παλιούς πολέμους, παλιό αγαπημένο συμμαθητή μου, παλικάρι, όλο ξεγνοιασιά και κέφι και χαίρουνταν να χωρατεύει με τον κίνδυνο.

    «Αν τινάξω τα πέταλα»

    – Μείνε εσύ, Ηρακλή, είπα. Ο θεός της Ελλάδας μαζί σου!

    – Αν τινάξω τα πέταλα, αποκρίθηκε αυτός γελώντας, συχωρνάτε με, κι ο θεός να σας συχωρέσει.

    Του σφίξαμε το χέρι, τον αφήσαμε. Υστερα από λίγες εβδομάδες πρόβαλε στο Μπατούμ κατασκονισμένος, καταξεσκισμένος, κατάμαυρος, πήγαινε αυτός μπροστά και πίσω του τσούρμο μεγάλο οι Ελληνες του Καρς, με τα βόδια τους, τ’ αλόγατα, τα σύνεργα και στη μέση ο παπάς με το ασημένιο Βαγγέλιο της εκκλησιάς κι οι γέροι με τα τ’ άγια κονίσματα στην αγκάλη. Ξεριζώθηκαν και πήγαιναν πια στην λεύτερη Ελλάδα, να ρίξουν καινούργιες ρίζες».

    Αυτά γράφει για τον Ηρακλή και την αποστολή μεταξύ άλλων ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος θεωρούσε την αποστολή στον Καύκασο, όπως έγραψε στον Πρεβελάκη, «σπουδαίο γεγονός της ζωής του».

    Ομως για τα αποτελέσματα στον Καύκασο η Ελένη Καζαντζάκη σημειώνει στο βιβλίο της «Ο Ασυμβίβαστος» (εκδόσεις «Καζαντζάκης» 1983):

    «Αγγελάκης και Κωνστανταράκης με βεβαίωσαν πως η αποστολή στον Καύκασο είχε εκτελεστεί σύμφωνα με τα σχέδια του Νίκου. Κράτησε 15 μήνες κι έσωσε πολλές χιλιάδες έλληνες, 150.000 περίπου. Οργάνωσαν νοσοκομεία, ο Βενιζέλος έστειλε πλοία, που μετάφεραν στην Ελλάδα όσους ήθελαν να μεταναστέψουν, μαζί με τα ζώα και τα σύνεργά τους. Κι αντί να τους ρίξουν στην Αττική, όπως έγινε αργότερα με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, ο Καζαντζάκης πολύ ορθά, φρόντισε να τους εγκαταστήσουν στα πλούσια χώματα της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος όμως αναγκάσθηκε να παραιτηθεί κι οι πρόσφυγες του Καυκάσου υπέφεραν πολύ, αβοήθητοι ως έμειναν από τις κατοπινές κυβερνήσεις…».

    Η Ελένη γράφει στον επίλογό της ότι μετά την έκβαση αυτή ο Νίκος Καζαντζάκης «απατραβήχτηκε πάλι στην μοναξιά του».
    http://archive.enet.gr/online/online_text/…2005,id=7722696

    http://pontosforum.fr.yuku.com/topic/5004#.Ut1eidL8KmU

  10. «Doumanis emphasizes the role of state-perpetrated political violence which aimed to create ethnically homogenous spaces, and which went some way in transforming these Anatolians into Greeks and Turks.»

    http://www.oupcanada.com/catalog/9780199547043.html

    Before the Nation

    Muslim-Christian Coexistence and its Destruction in Late-Ottoman Anatolia
    Nicholas Doumanis

    It is common for survivors of ethnic cleansing and even genocide to speak nostalgically about earlier times of intercommunal harmony and brotherhood. After being driven from their Anatolian homelands, Greek Orthodox refugees insisted that they ‘lived well with the Turks’, and yearned for the days when they worked and drank coffee together, participated in each other’s festivals, and even prayed to the same saints. Historians have never showed serious regard to these memories, given the refugees had fled from horrific ‘ethnic’ violence that appeared to reflect deep-seated and pre-existing animosities. Refugee nostalgia seemed pure fantasy; perhaps contrived to lessen the pain and humiliations of displacement.

    Before the Nation argues that there is more than a grain of truth to these nostalgic traditions. It points to the fact that intercommunality, a mode of everyday living based on the accommodation of cultural difference, was a normal and stabilizing feature of multi-ethnic societies. Refugee memory and other ethnographic sources provide ample illustration of the beliefs and practices associated with intercommunal living, which local Muslims and Christian communities likened to a common moral environment.

    Drawing largely from an oral archive containing interviews with over 5000 refugees, Nicholas Doumanis examines the mentalities, cosmologies, and value systems as they relate to cultures of coexistence. He furthermore rejects the commonplace assumption that the empire was destroyed by intercommunal hatreds. Doumanis emphasizes the role of state-perpetrated political violence which aimed to create ethnically homogenous spaces, and which went some way in transforming these Anatolians into Greeks and Turks.

    Readership : Suitable for Social Scientists and historians generally interested in communal relations and everyday life; historians of Greece, Turkey, and the Mediterranean.

  11. The Genocide of the Pontic Greeks = Η Γενοκτονία των Ποντίων
    By Raffi Bedrosyan on July 2, 2014

    Pontic Greeks continuously inhabited the southern coast of the Black Sea in northern Anatolia since pre-Byzantine times. The ethnic cleansing of the Pontic Greeks followed the same pattern as the Armenian deportations and massacres: Citing security threats and suspicions of possible cooperation with the Russians, in the spring of 1916 the Ottoman government ordered that all Pontic Greeks be removed from the Black Sea coastal towns to 50 kilometers inland. Of course, in the case of the Armenians, the deportation orders were not only in the eastern war zone, but applied to every region in Turkey. The Pontic Greek deportations were carried out by the Special Organization (Teskilat-i Mahsusa), the same governmental organization that carried out the Armenian massacres, manned by convicted killers released from prisons. Documents show that the longer the prison term, the higher the rank given by the government for these criminals in carrying out their destructive tasks. Naturally, the Greek deportations soon transformed from relocation to robbery to mass murders. But because the Pontic Greeks had observed the fate of the Armenians a year ago, they got their defenses organized and resisted the deportations by taking to the mountains wherever they could. As a result, the deportations and massacres in this «First Phase Massacre» resulted only in 150,000 deaths, eliminating a third of the Pontic population until the end of the war.
    The «Second and Real Phase of Massacre» that saw the organized destruction of the Pontic Greeks started in earnest with the arrival of Mustafa Kemal Ataturk in Samsun on May 19, 1919. He met with the well-known mass murderers of the Armenians of the Black Sea region, such as Topal (Lame) Osman and Ipsiz Recep, and secured their cooperation in starting a terror campaign to get rid of the Pontic Greeks from northern Turkey. These two murderers, originally smugglers of illegal goods, had gained notoriety in 1915 when they rounded up Armenian men, women, and children in large boats, took them out to sea, and dumped them overboard to drown, then boasted that the «smelt season will be bountiful this year with lots of food for them.» As the Pontic Greek men had taken to the mountains, these two murderers went after the Greek women and children who had remained in the villages. Various methods of mass murder were implemented. It was common to take the entire population of villages to caves nearby, seal the entrance of the cave, and burn them alive, or use gas to suffocate them inside. Any male Greeks caught were thrown, alive, into the coal furnaces of steamships through the funnels. Churches became incinerators to burn alive as many Greeks as could be stuffed into the building. The extent of the tortures and massacres the Greeks endured even disturbed the local Muslim population, who petitioned the Ankara government to remove these murderers from the region. Eventually Ataturk brought them to Ankara, where Osman became his personal bodyguard. Yet, when Osman shot a member of parliament for criticizing Ataturk, and then threatened Ataturk himself, he was executed.
    There were also the so-called «Liberation Courts» (Istiklal Mahkemeleri) set up in cities across the Black Sea region to try Greek rebels. These courts passed arbitrary decisions that almost invariably resulted in death sentences, with no defense or appeals allowed, and hangings carried out immediately. Among the victims of these courts were hundreds of Greek teachers in the American and Greek schools of the region, prominent community leaders, clergymen, and, tragically, entire members of the Merzifon Greek high school football team, only because the team was named Pontus Club, which was deemed sufficient reason to label them a rebel terrorist organization. Ataturk then appointed Nurettin Pasha as commander of the Central Army to mop up any resisting Greeks from the entire Black Sea region. This man, also known for his sadistic tendencies, destroyed thousands of defenseless Greek villages. Among his «accomplishments» was the arrest of a Turkish opposition journalist who had criticized Ataturk; Nurettin Pasha then had his soldiers tear the journalist alive limb by limb. He was also at the head of the army units that entered Izmir (Smyrna) in 1922, where he arranged for the lynching of the Greek head of the clergy in the same manner, and then began the Great Fire that destroyed the entire city.
    Between May 19, 1919, and the end of 1922, the Pontic Greek population was decimated by 353,000 in the following cities:
    Amasya, Giresun = Κερασούς, Samsun: 134,078
    Tokat: 64,582
    Trabzon = Τραπεζούς: 38,434
    Niksar: 27,216
    Sebinkarahisar: 21,448
    Macka: 17,479
    There was also a violent campaign to Islamize the Greeks; quite a number of them converted to Islam under threats and torture, followed by Turkification. With the 1924 Lausanne Treaty, the few remaining Pontic Greeks were included in the 1,250,000 Anatolian Greeks «exchanged» for Muslims in Greece, thereby completely emptying the Black Sea region from its historic Greek civilization. All the names of the Greek villages and towns were changed into new Turkish names. Turkish language was forced upon all the converted Greeks, Hamshen Armenians, Laz, and Georgian minorities.
    And thus began a century-long brainwashing campaign of single-state, single-nation, single language, single-language policy. The May 19, 1919 date of Ataturk’s arrival in Samsun as a national holiday celebrating Youth and Sports Day was adopted in 1937, copying the German Nazis’ superior race policies, to demonstrate the athleticism and beauty of the Turkish race. The extent of racism was evident in the statement of then-Justice Minister Mahmut Esat Bozkurt, who said, «Turks are the masters in this country. The remaining peoples have only one right in this country, to be the maids and slaves of the real Turks.»
    As recently as in 2008, then-Defense Minister Vecdi Gonul echoed the same racist sentiments in Turkey: «If the Greeks had been allowed to exist in the Aegean and Black Sea regions, and the Armenians all over Anatolia, would we be able to have a powerful national state today?» The chief murderer of the Pontic Greeks, Topal (= Lame = κουτσός) Osman, is still regarded as a hero by nationalist Turks. His statue was recently erected in Giresun by one of the Eregenekon deep-state leaders, retired general Veli Kucuk, himself responsible for the «mysterious disappearance» of dozens of Kurds, and the assumed mastermind behind the organized assassination of Turkish-Armenian journalist Hrant Dink. Kucuk was arrested and sentenced to life in prison for plotting the overthrow of the Erdogan government as part of the deep-state trials, but was recently released from prison by Erdogan (following the falling out between Erdogan and the religious leader Fethullah Gulen, whose followers were among the prosecutor team and police forces who had arrested Kucuk).
    It has now become clear that the Turkish state’s policy to create a single nationalist state with a single religion and language has failed miserably. Within Turkey, Kurds could not be assimilated, and the grandchildren of the hidden Islamized Armenians and Pontic Greeks are starting to «come out» to find their roots. Outside Turkey, the Armenians continue to demand justice and restitution for the 1915 genocide. Assyrians have also started to get organized in various European states to demand their rights. In 1994, the Greek Parliament recognized the Pontic Greek Genocide on the 75th anniversary of the 1919 events. There is now a vast body of common knowledge regarding the true facts of the genocidal events that took place in Turkey from 1915 to 1923, and they can no longer be covered up by the denialist policies of the Turkish state.

    http://www.armenianweekly.com/author/raffi-bedrosyan/

  12. Έκθεση του Τούρκου Δζεμάλ Μουσχέτ: «Ο Κεμάλ εύρεν έδαφος δράσεως»

    Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη*

    H επιβεβαίωση των εγκληματικών καταγγελιών όταν ενισχύεται με εκθέσεις οθωμανικών εγγράφων διευκολύνει την ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας, συμβάλλει στην αποκατάσταση ιστορικών παρεξηγήσεων και βοηθά τους λαούς να γνωρίζονται καλύτερα. H πολυσέλιδη έκθεση του Τούρκου Δζεμάλ Νουσχέτ κινείται σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές:

    O M. Κεμάλ προς διατήρησιν των τσετών έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι’ αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου· αι γενικαί σφαγαί, αι αρπαγαί και εξοντώσεις εις την περιφέρειαν ταύτην ήρχισαν από τον Φεβρουάριον και διήρκεσαν μέχρι του Aυγούστου· αι σφαγαί αύται και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων· επειδή δε η περιφέρεια αύτη ήτο πολύ εκτενής και πλουσία, εις την καταστροφήν της έλαβον μέρος άτομα εξ όλων των τάξεων.

    Aι έξ χιλιάδες των Eλλ. κατοίκων της Πάφρας αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών του Σλαμαλίκ, του Σουλού Δερέ, της Παναγίας και του Γκιοκτσέ Σου παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία· ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ’ αυτών, τας εθανάτωσαν.

    Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλά-Tσαμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους εις 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσαμ ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν.

    Eις το χωρίον Mπαγμακλί οι κάτοικοι αποκλεισθέντες εντός της οικίας του Tσακάλ Σάββα, μετά της οικίας παρεδόθησαν εις το πυρ, όπου και εκάησαν όλοι, 480 άνδρες, γυναίκες και παιδία· εξ’ όλης της περιφερείας Πάφρας μόνον έως 2.000 χριστιανοί κατόρθωσαν να σωθούν καταφυγόντες εις τα όρη.

    Oι κάτοικοι του Bεζύρ Kιοπρού, της Σεβαστείας, μετά τους πολέμους της Aγκύρας είχον οδηγηθεί προς άγνωστον διεύθυνσιν και κατεσφάγησαν. Oι εις 5.000 Έλληνες κάτοικοι Mερζιφούντος και Xάφζας το ίδιον τέλος είχον· την ιδίαν ημέραν παρεδόθησαν εις γενικήν σφαγήν και ανηρπάγησαν αι περιουσίαι των. Eπειδή αι επιχειρήσεις αύται επέφερον αρκετάς προσόδους δια την Άγκυραν και τας τσέτας ενεκρίθη όπως επεκταθούν, και αρχίσαντες από την Aμάσειαν εις όλην την μέχρι Tραπεζούντος περιοχήν, διά γενικών σφαγών και εκτοπισμών, δεν άφησαν τίποτε το ελληνικόν.

    Eκ των πλουσίων και προυχόντων της Iοσγάτης, Mερζιφούντος, Xάφζας, Bεζύρ-Kιοπρού και άλλων μερών, 1.280 άτομα, μεταξύ των οποίων ευρίσκοντο διευθυνταί Tραπεζών, έμποροι και διδάσκαλοι, συλληφθέντα επισήμως εθανατώθησαν κατασχεθεισών και των περιουσιών των. Eξ’ αυτών μόνον οι 15 κατεδικάσθησαν εις ισόβια δεσμά και εκλείσθησαν εις τας φυλακάς Mερζιφούντος. Eις τας σφαγάς και τους εκτοπισμούς του Πόντου το πρώτιστον μέρος έλαβε ο πρώην δήμαρχος Kερασούντος Oσμάν αγάς, όστις και εθησαύρισε με τους οπαδούς του. O Oσμάν αγάς έκαυσε και 200 χωρία Kούρδων και τους κατέσφαξε διότι έτυχε να φανούν ενάντιοι δια τας σφαγάς των χριστιανών. Eνώ εκτυλίσσοντο τα τραγικώτατα ταύτα κακουργήματα εν τη παραλία του Eυξείνου Πόντου, εις την περιφέρειαν της Nικομηδείας αι Tσέται του Mοτο-ζαδέ και του Pίζαλη-Mουσταφά επυρπόλουν τα απέναντι της Nικομηδείας ελληνικά χωρία Γιενή-Kιοΐ και Kαρά-Tεπέ· προηγουμένως αι εθνικαί τσέται είχον καύσει και τα αρμενικά χωρία Γιουβατζίκ και Aσλάν-Mπέϊ.

    O Oσμάν αγάς, ως αμοιβήν των υπηρεσιών του, διωρίσθη γενικός διοικητής της αμύνης των παραλίων Eυξείνου Πόντου.

    H εφημερίδα Journal des Débats politiques et littéraires γνωστοποίησε το δράμα των χριστιανών της Mερζιφούντας στο αναγνωστικό της κοινό, το οποίο, σε αντίθεση με την κυβέρνηση και τους χρηματιστηριακούς παράγοντες που είχαν αποδεχτεί τη γαλλοκεμαλική προσέγγιση, συνέχιζε να είναι ευαισθητοποιημένο για όσα συνέβαιναν στον μικρασιατικό χώρο. Στις 6 Mαρτίου 1922, στηριζόμενη σε μια επιστολή ενός Γάλλου από τη Βηρυτό, έγραφε για τις σφαγές της Mερζιφούντας:

    Mόλις μάθαμε τι συνέβη στη Mερζιφούντα και σε όλη τη γειτονική περιοχή. Mια συμμορία από 2.000 στρατιώτες κατέστρεψε τα χωριά και έσφαξε τον χριστιανικό πληθυσμό. Στη Mερζιφούντα υποχρέωσαν τους χριστιανούς να καταβάλουν φόρο που ξεπερνούσε τα εισοδήματά τους. Eκείνοι πούλησαν τα πάντα, δανείστηκαν και τελικά πλήρωσαν το ποσό. Όταν οι Tούρκοι εξασφάλισαν μ’ αυτόν τον τρόπο τα χρήματά τους, κάλεσαν τους άνδρες στο Διοικητήριο «για να τους δώσουν μια απόδειξη»· εκεί τους έσφαξαν· έτοιμες τάφροι δέχτηκαν τα πτώματα. Έπειτα, ήρθε η σειρά των γυναικών και των παιδιών. Έψαξαν τα σπίτια, τα έβαλαν φωτιά, έσφαξαν ή άρπαξαν τις γυναίκες· 500 από αυτές τις δυστυχισμένες που είχαν καταφύγει στο οίκημά μας, κλείστηκαν εκεί. Tις έβαλαν φωτιά. Όσες προσπάθησαν να ξεφύγουν, σκοτώνονταν από τους στρατιώτες που περικύκλωσαν το σπίτι μας. Tο σπίτι καταστράφηκε κι αυτές οι δύστυχες κάηκαν ζωντανές. Oι ίδιες σκηνές επαναλήφθηκαν στα γειτονικά χωριά· οι Πατέρες μας με πολύ κόπο έφτασαν στη Σαμψούντα· στο δρόμο τους οι ίδιες σκηνές. Oι Tούρκοι απαγόρευαν ρητώς στους χριστιανούς να φύγουν· διαφορετικά δεν θα υπήρχε πια ούτε ένας χριστιανός σ’ αυτές τις περιοχές. O Mουσταφά Kεμάλ, που θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή τη ληστεία, είναι υπεύθυνος. Από αυτό βλέπετε τι αξίζουν οι ωραίες υποσχέσεις. Tα ευρωπαϊκά έθνη κλείνουν τ’ αυτιά και τα μάτια, για να μην εμπλακούν. H Σαμψούντα δεν γλίτωσε την καταστροφή παρά το φόβο επικείμενου βομβαρδισμού των Eλλήνων. O ευρωπαϊκός Tύπος ομόφωνα αγνοεί αυτά τα γεγονότα· θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματική συνωμοσία.

  13. Στις 24/ΙΙΙ/2015 η Εθνοσυνέλευση της Δημοκρατίας της Αρμενίας ομόφωνα και επίσημα ανεγνώρισε και κατεδίκασε – δια Κοινοβουλευτικής Διακηρύξεως – τις Γενοκτονίες κατά των Ελλήνων και των Ασσυρίων/Αραμαίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίες διεπράχθησαν κατά την περίοδο 1913-1923.

    Με δεδομένο την παγκόσμια απήχηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων στη διεθνή Κοινότητα, πρόκειται για τεράστιας ιστορικής, αλλά και πολιτικής σημασίας, αναγνώριση από τον αδελφό Αρμενικό Λαό, η οποία δεν αφορά μόνο στα θύματα, αλλά ενδιαφέρει και τους επιζώντες και τους απογόνους της Γενοκτονίας, την Ελλάδα, την Ελληνική Πολιτεία, τον Ελληνικό Λαό και γενικά την Ανθρωπότητα.

    Ως ενεργός πολίτης και ασχολούμενος επιστημονικά και ακτιβιστικά με το θέμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με αφορμή το ως άνω γεγονός, παρακαλώ, δια του παρόντος, να πληροφορηθώ:

    1. Αν ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατιας, ο Πρόεδρος της Βουλής, ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως και ο αρμόδιος Υπουργός Εξωτερικών έχουν ή σκοπεύουν να αποστείλουν Ευχαριστήρια Επιστολή στην Βουλή της Αρμενίας για την ιστορική αυτή Διακήρυξη Αναγνώρισης και Καταδίκης των Γενοκτονίων Ελλήνων και Ασσυρίων/Αραμαίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

    2. Αν το αρμόδιο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος προέβη ή σκοπεύει να προβεί άμεσα σε σχετική δημόσια Ανακοίνωση δια του Εκπροσώπου του (προέκυψε η αργία της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου).

    3. Αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Βουλή των Ελλήνων σκοπεύουν να τιμήσουν τους Αρμενίους Βουλευτές, οι οποίοι κατέθεσαν και υπεστήριξαν την σχετική ιστορική Διακήρυξη Αναγνώρισης και Καταδίκης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

    4. Πως σκοπεύει η Ελληνική Πολιτεία επιτέλους να «διαχειρισθεί» εφ’ εξής την ιστορική αυτή Αναγνώριση και Καταδίκη του Αρμενικού Κοινοβουλίου για την διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας;

    5. Σκοπεύει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας να συμμετάσχει στην 100η Επέτειο από την Έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ως Εκπρόσωπος Γενοκτονημένου Λαού;

    Δρ. Βασίλειος Θ. Μεϊχανετσίδης, JCD

    Ενδεικτικά:

    http://www.euro2day.gr/news/economy/article/1316827/armenia-anagnorise-thn-genoktonia-ellhnon-kai-ass.html

    http://www.sigmalive.com/simerini/world/218138/armeniki-anagnorisi

    Αγγλικά:
    http://asbarez.com/133264/armenia-condemns-genocide-of-greeks-assyrians/

    http://armenianweekly.com/2015/03/24/armenia-assyrian-greek-genocides/

    http://armenianow.com/genocide/61709/armenia_genocide_greeks_assyrians

    Γερμανικά:
    http://www.aga-online.org/news/detail.php?locale=de&newsId=584

    Γαλλικά:
    http://www.fides.org/fr/news/39759-EUROPE_ARMENIE_Adoption_d_une_resolution_condamnant_les_Genocides_assyrien_et_grec_de_la_part_du_Parlement_armenien#.VRPne44Xgkk

    Ιταλικά:
    http://www.fides.org/it/news/57286-EUROPA_ARMENIA_Il_Parlamento_armeno_vota_una_dichiarazione_di_condanna_dei_Genocidi_assiro_e_greco#.VRPnK44Xgkl

    Ισπανικά:
    http://www.fides.org/es/news/39162-EUROPA_ARMENIA_El_Parlamento_armenio_vota_una_declaracion_de_condena_de_los_genocidios_asirio_y_griego#.VRPnrI4Xgkk

    Ρωσσικά:
    http://armenpress.am/rus/news/798905/azgayin-zhoxovy-miadzayn-yndunec-huyneri-ev-asorineri-cexaspanutyan.html

    Αραβικά:
    http://www.aztagarabic.com/archives/15293

  14. γενοκτονία

    Ηρακλής Μήλλας

    Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα Zaman στις 28 Απριλίου 2014.

    Όπως όλοι, έτσι κι εγώ αυτές τις μέρες διάβασα αυτά που δεν θα ήθελα να διαβάσω και άκουσα αυτά που δεν θα ήθελα να ακούσω σχετικά με τη γενοκτονία. «Φώτισαν» και πάλι την ιστορική και τη νομική πλευρά του γεγονότος. Παρουσίασαν στοιχεία και αποδείξεις. Υπερασπίστηκαν θέσεις και εκφράστηκαν αντιθέσεις. Λιγότεροι ήταν αυτοί που αναφέρθηκαν στην «οικονομική» πλευρά του θέματος, δηλαδή στην υφαρπαγή περιουσιών. Τώρα όλα αυτά θα τα ξεχάσουμε· του χρόνου πάλι!

    Η δική μου σχέση με τη γενοκτονία είναι διαφορετική. Όχι με τον θάνατο· μου έρχεται στον νου εκείνο το πρώτο βήμα. Οι πρώτες στιγμές που οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Κάποια μέρα κάποιοι χτυπάνε την πόρτα σας και σας λένε «ετοιμαστείτε, αύριο φεύγετε». Φτιάχνετε στα γρήγορα έναν μπόγο. Τι θα βάζατε μέσα; Κάποια ρούχα, κι αν υπάρχουν χρήματα και κοσμήματα, ή το κέντημα της γιαγιάς που λέγατε πως πάντοτε θα το έχετε κοντά σας; Τις οικογενειακές φωτογραφίες, τις κούκλες που παίζατε μικρή κι εκείνη τη σβούρα, τι θα τα κάνετε; Θα πρέπει να πάρετε οπωσδήποτε και κάτι φαγώσιμο μαζί. Όμως πόσων ημερών φαγητό μπορεί κανείς να κουβαλήσει!

    Το θέμα των παιδιών ακόμη δυσκολότερο. Ας πούμε ότι το εξάχρονο θα περπατήσει. Το τρίχρονο όμως και το άλλο που μόλις έκλεισε χρόνο, δύσκολο. Ο πατέρας τους είναι στρατιώτης. Είστε μια μοναχή γυναίκα. Ο χρόνος πιέζει και πρέπει να αποφασίσετε ποια παπούτσια θα φορέσετε. Δεν πρέπει να πανικοβληθείτε. Πρέπει να κρατηθείτε στη ζωή για τα παιδιά σας. Μπορεί να είναι επικίνδυνο να πάρετε μαζί σας πράγματα αξίας. Στον δρόμο μπορεί να σας ληστέψουν. Σκέφτεστε να τα θάψετε κάπου στον κήπο μόλις πέσει το σκοτάδι.

    Υπάρχει κι ο παππούς. Είναι ογδόντα χρονών. Αυτοεξυπηρετείται, μπορεί και πηγαίνει καθημερινά μέχρι το καφενείο του χωριού. Όμως είναι αδύνατο να περπατήσει πάνω από μια-δυο ώρες. Σε τέτοιες πορείες, όσοι δεν τα καταφέρνουν τι γίνονται; Ξέρουμε τι συμβαίνει με τους αιχμαλώτους: όταν η ομάδα απομακρυνθεί, όσοι έχουν μείνει πίσω εκτελούνται με ξιφολόγχη. Γίνεται χρήση της ξιφολόγχης διότι δεν θέλουν να σπαταλώνται σφαίρες. Επιβάλλεται η εκτέλεση διότι αν δεν υπάρχει ο φόβος του θανάτου, όλη η ομάδα θα καθόταν κάτω. Σιγά μη γινόταν η περισυλλογή των αρρώστων, των ηλικιωμένων και των γυναικών που εγκυμονούν από τα νοσοκομειακά που θα ακολουθούν!

    Πολύ νωρίς το πρωί η γυναίκα εκείνη, που όλη τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί, μπήκε στον στάβλο, έλεγξε το νερό και το άχυρο της αγελάδας και μετά την έλυσε. Σκέφτηκε πως έτσι μπορεί να βγει έξω και να βρει κάτι να φάει. Δεν μπόρεσε όμως να καταλάβει γιατί της ήρθε, έτσι για πρώτη φορά, να τη φιλήσει. Λυπήθηκε και την κατσίκα. Εάν μπορούσε να την πάρει μαζί θα εξασφάλιζε και το γάλα των παιδιών. Ο σκύλος ήταν πρόβλημα. Δεμένο δεν μπορούσε να τον αφήσει, αν τον έλυνε θα τους ακολουθούσε. Αλήθεια, τι απόγιναν τα σκυλιά;

    Έλεγξε για τελευταία φορά όλα τα δωμάτια. Τα πάντα, όπως πάντοτε, ήταν τακτοποιημένα. Τα κρεβατάκια των παιδιών τα άφησε στρωμένα. Τα πιατικά πλυμένα· είχαν στεγνώσει. Τα ρούχα τα δίπλωσε και τα ’βαλε στις ντουλάπες. Σήμερα όμως δεν σκούπισε. Όπως και να ’ναι, αύριο θα σκονίζονταν. Το κλειδί το έκρυψε στη γλάστρα μπροστά στην πόρτα. Σκέφτηκε πως ο άντρας της ξέρει την κρυψώνα. Άφησε κι ένα σημείωμα στο τραπέζι για τον άντρα της, για να μην εκπλαγεί όταν θα επιστρέψει. Έγραψε σ’ ένα χαρτί που το έσκισε από το τετράδιο της κόρης της: «Μας πηγαίνουν κάπου, στην πρώτη ευκαιρία θα σου γράψω, είμαστε όλοι καλά, μην ανησυχείς». Τον παππού δύσκολα τον έπεισε. Δεν ήθελε να έρθει. Πήρε τα δυο της παιδιά στην αγκαλιά. Συμβούλεψε το μικρό να μην απομακρύνεται από κοντά της. Πήρε τον δρόμο για την πλατεία του χωριού.

    Τη συνέχεια αυτής της ιστορίας δεν θέλω ούτε να την ακούσω ούτε και να τη γράψω. Τα μέχρις εδώ ήδη μου περισσεύουν. Αρκετό πόνο μου προκαλεί η σκέψη και μόνο των ανθρώπων εκείνων –των εκατοντάδων χιλιάδων– που ένα πρωί βγήκαν για τελευταία φορά από το σπίτι τους.

    Η συγγνώμη

    Με θλίβει η σκέψη των ανθρώπων που αποσπάστηκαν βίαια από τα σπίτια τους, τις γειτονιές τους, τους τάφους των νεκρών τους. Όμως δεν μπορώ να καταλάβω τη συγγνώμη. Αυτοί που τα έπραξαν κι εκείνοι που τους διέταξαν να τα πράξουν έχουν πεθάνει προ πολλού. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους φυσικά και είναι αθώα. Δεν έχει νόημα η συγγνώμη ανθρώπων που δεν έφταιξαν. Εάν συγγνώμη σημαίνει μεταμέλεια, θα δηλώσει μεταμέλεια ο αθώος; Έτσι σκεφτόμουν πάντα, λογικά. Μέχρις ότου…

    Θα έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια, σε ένα συνέδριο σχετικά με τις μειονότητες ο Ριντβάν Ακάρ αναφέρθηκε στον Φόρο Περιουσίας του 1942, στα Σεπτεμβριανά του 1955 και στις απελάσεις του 1964. Εξήγησε τα γεγονότα με τη σειρά τους δίχως να τα δραματοποιεί. Κι εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου, άκουσα έκπληκτος να αφηγούνται αυτά τα γεγονότα στον δημόσιο χώρο δίχως δικαιολογίες. Δεν ειπώθηκαν τα «όμως», δεν υπήρχαν «οι συνθήκες της εποχής», «τα κοινωνιολογικά αίτια», οι «συγκυρίες», η «σύγκριση με άλλα δράματα». Υπήρχε μονάχα η ξεκάθαρη παραδοχή μιας αδικίας. Δεν υπήρχε ούτε και συγγνώμη, υπήρχε η παραδοχή.

    Τη στιγμή εκείνη σκέφτηκα πως αν ζούσε ο πατέρας μου και ήταν εκεί θα έμενε έκπληκτος αλλά και θα αισθανόταν πολύ καλά. Κι ύστερα προσπάθησα να κρύψω τα δάκρυά μου. Διότι βρισκόμουν σε μια κατάσταση που δεν μπορούσα να καταλάβω, έκλαιγα. Θυμάμαι τρεις φορές να έχω κλάψει στη ζωή μου: η πρώτη ήταν στα νιάτα μου από έρωτα, η άλλη πολύ αργότερα για έναν θάνατο, και μία σ’ αυτή την ομιλία. Ζούσα στιγμές που η λογική μου δεν παραδεχόταν: τελικά ήθελα τη δημόσια και δίχως υπεκφυγές παραδοχή μιας αδικίας, σχετικά όχι μεγάλης, που υπέστη η οικογένειά μου! Το επιθυμούσα ενδόμυχα, παρόλο που συνειδητά σκεφτόμουν διαφορετικά.

    Υπάρχουν τόσο πολλά που δεν μπορώ να καταλάβω σχετικά με τον άνθρωπο! Γιατί είναι τόσο δύσκολο για κάποιους να ξεστομίσουν δυο λέξεις που θα σήμαιναν κάτι σαν συγγνώμη; Γιατί αυτή η αντίσταση; Τι θα γίνει αν παραδεχτείς κάτι που το γνωρίζουν όλοι; Από την άλλη, ό,τι έγινε έγινε, αυτός που το έκανε δεν υπάρχει πλέον, τι τη θες τη συγγνώμη; Στο μέλλον, όταν θα καταλάβουμε καλύτερα τον άνθρωπο, θα βρούμε σίγουρα επιστημονικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Για την ώρα, μου αρκεί να ξέρω ότι δεν καταλαβαίνω τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Παραδέχομαι ότι οι αδικημένοι και οι δικοί τους άνθρωποι περιμένουν ένα είδος συγγνώμης, δίχως όμως να μπορώ να εξηγήσω το γιατί.

    Εάν όμως η «παραδοχή» γίνεται κάτω από πίεση, εάν έχει την έννοια ενός πολιτικού ελιγμού, εάν η σημερινή συγγνώμη αύριο μετατραπεί και πάλι σε άρνηση, τελικά όλα αυτά πληγώνουν. Ας μας λείπει, καλύτερα να μη συμβούν. Διότι τότε ο άνθρωπος νιώθει σαν να ξαναζεί τα γεγονότα και την κακία.

    http://chronosmag.eu/index.php/lls-g.html

  15. πεμπτουσία on

    Δρ Γεώργιος Χαρ. Τσακαλίδης, Θεολόγος-Θρησκειοπαιδαγωγός

    Η οργανωμένη σχολική εκπαίδευση στον Πόντο
    14 Νοεμβρίου 2015

    Τα «Ακρίτεια», που για 24η φορά γιορτάζουμε φέτος, συμπίπτουν πάντοτε με την αρχή της σχολικής χρονιάς. Θεώρησα λοιπόν σκόπιμο να αφιερώσω τη σημερινή ομιλία στην παιδεία και στην εκπαίδευση στον Πόντο, μια και ο ομιλητής είναι εκπαιδευτικός, τα θέματα δε της παιδείας είναι πάντοτε στην επικαιρότητα. Το θέμα της ομιλίας είναι πολύ μεγάλο και δεν εξαντλείται στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας. Θα περιοριστώ κατ’ ανάγκη σε ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με την παιδεία στον ελλαδικό χώρο, στο ρόλο των δυτικών ιεραποστόλων, στο ρόλο της τοπικής Εκκλησίας, αλλά και του εθνικού κέντρου, στους στόχους που απέβλεπε η παιδεία.

    pontos3
    Φροντιστήριο Σουρμένων Ιούλιος 1908.
    Στον κορυφαίο βυζαντινολόγο Steven Runciman συναντούμε δύο επισημάνσεις που αναφέρονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας: Η μία αφορά στα αγιορείτικα μοναστήρια και η άλλη στα μοναστήρια του Πόντου. Για τα πρώτα γράφει: «Οι μοναχοί (του Άθωνα) χρησιμοποιούσαν απρόσεχτα τα φύλλα αρχαίων (βαρύτιμων) χειρογράφων για να περιτυλίγουν τα τρόφιμά τους…». Για τα δεύτερα: «Τα μεγάλα ποντιακά μοναστήρια Σουμελά Βαζελώνα και Περιστερεώτα περιποιούνταν και μεγάλωναν τις βιβλιοθήκες τους, ώστε παρέμειναν καλοδιατηρημένα μέχρι και τον 19 ο αιώνα». Όσο θλιβόμαστε για την αμάθεια που επικρατούσε στα πρώτα, τόσο παρηγορούμαστε για τη φιλότιμη προσπάθεια στα δεύτερα.

    Για οργανωμένη σχολική εκπαίδευση στον Πόντο μπορεί να γίνει λόγος μετά το 1878, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, βάσει της οποίας ανέλαβε η Τουρκία τη δέσμευση να επιτρέψει στις μειονότητες που ζούσαν στο έδαφός της την ανέγερση και λειτουργία εκκλησιών και σχολείων. Εξαίρεση αποτελούν τα Φροντιστήρια Τραπεζούντας και Αργυρούπολης, που ιδρύθηκαν, το πρώτο το 1682 και το δεύτερο το 1723.

    Την ίδρυση σχολείων μετά το 1878 ευνόησε και η βελτίωση των πολιτικο-οικονομικών συνθηκών, αφού «εμπόριο και βιοτεχνία στηρίζεται κατά το 90% σε χριστιανικά χέρια και μόνον το 10% σε μωαμεθανικά»[1].

    pontos2

    Έπειτα είναι ανάγκη την εποχή αυτή να αντιμετωπιστεί μέσω της δημιουργίας ελληνικών σχολείων ο κίνδυνος του προσηλυτισμού, τον οποίο ασκούσανε συστηματικά στην περιοχή προτεστάντες και καθολικοί ιεραπόστολοι. Οι ιεραπόστολοι αυτοί εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη σχολείων και την έφεση προς τα γράμματα των Ελλήνων του Πόντου χρησιμοποίησαν την εκπαίδευση ως εργαλείο προσηλυτισμού ορθοδόξων Ελλήνων και Αρμενίων του Πόντου. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, βουλευτής Λακωνίας επί σειρά ετών και υπουργός Παιδείας το 1892, στο ταξίδι του στον Πόντο το 1901, συμπλέει από την Κωνσταντινούπολη προς την Τραπεζούντα με Ποντίους ταξιδιώτες, αλλά και με «ανθοδέσμη Αμερικανών Ιεραποστόλων». Μνημονεύει ο ίδιος την περίπτωση του 15ετή Ιωάννη Τέτου από τη Θεσσαλονίκη, που συνταξιδεύει μαζί του στο πλοίο συνοδευόμενος από 6 προτεστάντες ιεραποστόλους και ομολογεί ότι είναι «αρνησίθρησκος».[2]

    Η προσηλυτιστική μέσω της εκπαίδευσης δράση των δυτικών όμως είχε αρχίσει αιώνες νωρίτερα. Αυτή η ίδρυση του πρώτου εκπαιδευτικού ιδρύματος της πρωτεύουσας του Πόντου από τον Σεβαστό Κυμινήτη με την επωνυμία «Φροντιστήριον» συνδέεται άμεσα με την προσηλυτιστική δράση των δυτικών μισσιοναρίων. Ιδρύθηκε δηλαδή ως αντίδραση και αντίβαρο στην ξένη προπαγάνδα. ΄Οπως σημειώνει η Ιωάννα Κόλλια κύριος σκοπός της ίδρυσης του Φροντιστηρίου ήταν: «η πνευματική ανάπτυξη των συμπατριωτών του και η ηθική και δογματική ενίσχυσή τους, ώστε ν’ αντισταθούν στους διωγμούς των Τούρκων και στην προπαγάνδα των καθολικών»[3].

    Για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα Ελληνόπουλα από την ίδρυση «εν επικαίροις σημείοις της Ανατολής λαμπρών εκπαιδευτηρίων» γράφει ο Παπαμιχαλόπουλος Διατίθενται, «εκατομμύρια επί εκατομμυρίων», που σκοπό έχουν τη δωρεάν παροχή «ου μόνον της διδασκαλίας, αλλά και βιβλίων, αλλά και ενδυμάτων, αλλά και τροφής τοις παιδίοις, πολιτικής δε προστασίας και θέσεων και παντοίων άλλων ωφελημάτων και υποσχέσεων και επαγγελιών τοις γονεύσιν»[4].

    Η πρόκληση των δυτικών μισσιοναρίων έπρεπε ν’ αντιμετωπιστεί. Η εθναρχούσα Εκκλησία αναλαμβάνει το ρόλο του κύριου φορέα της εκπαίδευσης στον Πόντο. Κατά τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο η διοίκηση και διεύθυνση των σχολείων του γένους των Ελλήνων ανήκει στη μεν Βασιλεύουσα στον Πατριάρχη, στις δε επαρχίες στους Μητροπολίτες, οι οποίοι οφείλουν να προνοούν για την εξεύρεση ικανών δασκάλων και για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων.

    Ο κίνδυνος του αυτοσχεδιασμού και πολυμορφισμού, της έλλειψης ενιαίας κατεύθυνσης στην εκπαίδευση των σχολείων αποφεύχθηκε με τη δημιουργία ενός κεντρικού φορέα στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη επωνυμία «Πατριαρχική Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή». Σκοπός της Επιτροπής αυτής ήταν να εποπτεύει γενικά επί όλων των εκπαιδευτικών θεμάτων και να φροντίζει «για τη σύνταξη του προγράμματος λειτουργίας των σχολείων, για την επιλογή της διδακτέας ύλης και των διδακτικών βιβλίων»,[5] για «τη σύνταξη και καθιέρωση ομοιόμορφου προγράμματος διδασκαλίας»[6].

    Όταν δημιουργήθηκαν περισσότερα σχολεία, ακόμη και στα χωριά του Πόντου, τότε προέκυψαν και άλλοι φορείς, όπως ήσαν οι κοινότητες, αλλά και οι εκπαιδευτικοί και φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με σημαντικότατη προσφορά στα εκπαιδευτικά πράγματα του Πόντου. Τέτοιοι σύλλογοι αναφέρονται τουλάχιστον 15.

    Η ίδρυσή τους φανερώνει ότι υπήρχε έντονη διάθεση στους Ποντίους να ενισχύουν με κάθε θυσία την εκπαίδευση των παιδιών τους, γιατί έτσι μόνο θα κατάφερναν να κρατήσουν την εθνική και θρησκευτική ιδιοπροσωπία τους. Τη διάθεση αυτή εξακολουθούσαν να έχουν το ίδιο έντονη, και όταν αναγκάζονταν πολλοί να ξενιτευτούν. ΄Ιδρυαν τοπικούς συλλόγους και μέσω αυτών ενίσχυαν τα σχολεία του τόπου προέλευσής τους. Ο ρόλος τους δεν περιοριζόταν μόνο στην οικονομική στήριξη των σχολείων, αλλά επεκτείνονταν ενεργά στη διοίκηση και εποπτεία των σχολείων, στη διαμόρφωση εκπαιδευτικής κατεύθυνσης. Ενθάρρυναν τους νέους για μάθηση καθιερώνοντας υποτροφίες για τους επιμελέστερους. Είναι δικαιολογημένη επομένως η κατάταξή τους στους φορείς της εκπαίδευσης στον Πόντο. Δρούσαν όμως όλοι όχι ανεξάρτητα, αλλά τηρούσαν τις κατευθυντήριες γραμμές της «Πατριαρχικής Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής».

    (απόσπασμα από την ομιλία με τίτλο: ”Η παιδεία και η εκπαίδευση στον Πόντο” που εκφωνήθηκε στα Ακρίτεια στις 23. 09. 2012)

    Σημειώσεις:

    [1] Schaefer R., Der detsche Krieg, die Tuerkei, Islam und Christentum, 47. Η παραπομπή από το: Φωτιάδης Κ., Οι εξισλαμισμοί, 425.

    [2]. ΄Οπ. παρ. 295

    [3]. Κόλλια Ι.,Ο Σεβαστός Κυμινήτης καί η ίδρυση του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, Ελληνικά , τ. 30, 1977-78, σ 280-307, 281. Σύγκρ. επίσης Κυριακίδης Ε., Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντος καί της περί αυτήν χώρας από της αλώσεως μέχρις ημών ακμασάντων λογίων μετά σχεδιάσματος ιστορικού περί τού ελληνικούΦροντιστηρίου Τραπεζούντος, Αθήνα 1897, 66, που δικαιολογεί την ίδρυση του Φροντιστηρίου ως αντίδραση στην προπαγάνδα δυτικών μοναχών.

    Σύγκρ. επίσης Χατζησαββίδης Σ., Ελληνική Εκπαίδευση 49 καθώς και Ταμίσογλου Χρ., Το φροντιστήριο Τραπεζούντας, στο: Αρχείον Πόντου τ. 47, Αθήνα 1996-97, 226-242, 228.

    [4]. Παπαμιχαλόπουλος Κ., Περιήγησις εις τον Πόντον 301.

    [5]. Χατζησαββίδης Σ., Ελληνική εκπαίδευση, 116.

    [6]. Παραπομπή από την Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος Η (1887-88, 63-65 στο Κουτσουπιάς Φ., Η πνευματική αναγέννηση 213.

    http://www.pemptousia.gr/2015/11/i-organomeni-scholiki-ekpedefsi-ston-ponto/

  16. Β....... on

    Η Αθανασιάδου Γενοβέφα (σύζυγος του αείμνηστου λυράρη Αποστολίκα) μαρτυράει για τη ζωή της με τους Τούρκους στον Πόντο και τον ξεριζωμό της σε συνέντευξή της στην Παρθένα Τσοκτουρίδου

    Αθανασιάδης Απόστολος (Αποστολίκας)
    (πηγή φωτογραφίας : pontiakilelapa.wordpress.com)

    «Η Τραπεζούντα είναι ένα πολύ ωραίο μέρος και βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Θυμάμαι ότι μία από τις εκκλησίες που είχε, ήταν του Αγ. Γρηγορίου, η οποία ήταν κτισμένη πάνω σ’ ένα βράχο, κάτω από τον οποίο υπήρχε σπήλαιο, που μπροστά του κτυπούσαν τα κύματα της θάλασσας. Ο σταυρός που είχε η εκκλησία ήταν μαλαματένιος. Οι Τούρκοι όμως τον πήραν και τον γυρνούσαν μέσα στην πόλη για πούλημα και τελικά πουλήθηκε στους Φράγκους.
    Φίλες είχαμε και Ελληνίδες και Τουρκάλες και γενικά οι σχέσεις μας με τους Τούρκους ήταν καλές.
    Ήμουν παρούσα στη σφαγή των Αρμενίων. Οι Τούρκοι θυμάμαι πως έπαιρναν τα μικρά παιδιά, όταν εγώ έπαιζα σ’ ένα αρμένικο σπίτι με φουντούκια και μία κούκλα. Ήρθε τότε ένας Τούρκος και με ρώτησε, πως μ’ έλεγαν. Με πήρε και μ’ έβαλε μαζί με τ’ άλλα παιδιά στη γραμμή, γιατί του είπα πως ήμουν Αρμένισσα. Ήρθε τότε η αδερφή μου η Ευτυχία και τους είπε πως ήμουν Ελληνίδα κι έτσι γλίτωσα.
    Τα παιδιά εκείνα τα πήγαν σ’ ένα μέρος ονομαζόμενο «Κιζέλ-Σαράϊ» κι εκεί τα έπνιξαν. Είχαν δε μια μηχανή, που γύριζε κι έβγαζε νερό από τη θάλασσα, παρασέρνοντας τα παιδιά και ρίχνοντάς τα μέσα σ’ ένα μεγάλο σωλήνα γεμάτο νερό.
    Ακόμη θυμάμαι την σπαραχτική φωνή των παιδιών που πνίγονταν:
    -Ουάουουου…..
    ‘Όταν έβγαιναν τα παιδιά πνιγμένα, η μάνα μου πήρε 12 απ’ αυτά και τα έθαψε. Ένας Τούρκος όμως το αντιλήφθηκε και πήγε να τη σκοτώσει. Αυτή γλίτωσε όμως από γνώριμους Τούρκους αξιωματικούς, που είχαν καλές σχέσεις με τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν βαφέας και χτίστης σε τούρκικες εκκλησίες.
    Επειδή δε, αγαπούσαν τον πατέρα μου οι Τούρκοι, δεν τον άφηναν με την ανταλλαγή να έρθει στην Ελλάδα, αλλά τον φυγάδεψαν Τούρκοι αξιωματικοί. Όταν μας φυγάδεψαν, μπήκαμε σε μια μαούνα, από την οποία έβγαλαν πολλά άτομα, γιατί ήταν πολλά και θα βουλιάζαμε.
    Μετά μας έβαλαν σ’ ένα ελληνικό πλοίο και μας έφεραν στον Πειραιά (1922). Πάνω στο πλοίο για τροφή μας έδιναν ψωμί κι ελιές. Ο δε κόσμος πέθαινε από τύφο, χολέρα και ψείρες. Τους νεκρούς τους πετούσαν στη θάλασσα, αφού πρώτα τους διάβαζε ο παπάς, ο οποίος μας υποστήριζε σ’ όλες τις περιπτώσεις. Εμείς οικογενειακώς μέναμε σε καμπίνα, ενώ οι άλλοι κοιμούνταν στ’ αμπάρια και στο κατάστρωμα, πάνω στο οποίο βλέπαμε τις ψείρες να περπατούν συνταγμένες σε γραμμή. Νερό δεν είχαμε.
    Από τον Πειραιά φύγαμε με το βαπόρι στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Ο αδερφός και η αδερφή μου έμειναν εκεί, ενώ εγώ μαζί με τους γονείς μου ήρθαμε στο γειτονικό χωριό Πελαργός. Παντρεύτηκα γύρω στα 14 χρόνια μου όμως Κομνηνιώτη κι εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Κοινότητα Κομνηνών».

    ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ:
    Προφορική συνέντευξη δια στόματος της Αθανασιάδου Γενοβέφας του Αποστόλου, το γένος Παρθενοπούλου, γεννημένη το 1912 στην Τραπεζούντα από τη λαογράφο Παρθένα Τσοκτουρίδου.
    Τα στοιχεία είναι τυπωμένα στο βιβλίο «Οι πατρογονικές ρίζες των Κομνηνιωτών», κεφ. «Οι Κομνηνιώτες μαρτυρούν», σελ. 113-114, εκδ. 1994)

    http://progoniki.blogspot.gr/2015/11/blog-post_11.html

  17. http://www.agiasofia.com/1922/1922e.html

    «….Στίς 26 Μαρτίου 1921, ανέλαβε πρωθυπουργός στήν θέση του Καλογερόπουλου, ο Δημήτριος Γούναρης μέ υπουργό Στρατιωτκών τόν Νικόλαο Θεοτόκη. Σέ συνάντηση μέ τόν Πρωτοπαπαδάκη καί τόν Μεταξά, παρά τίς αντιρρήσεις του τελευταίου, αποφάσισαν ότι η μόνη διέξοδος γιά να τελειώσει ο πόλεμος πού αιμορραγούσε την οικονομία αλλά καί τά νειάτα της Ελλάδος, ήταν νά συντρίψουν τον Κεμάλ. Η εγκατάλειψη τόσων Ελλήνων στά νύχια των κεμαλικών, αλλά καί ο τερματισμός του ονείρου της Μεγάλης Ιδέας ήταν αδιανόητος. «Τί θά απογίνουν οι δυστυχείς αυτοί πληθυσμοί πού τούς επήραμε στό λαιμό μας; Είμεθα υποχρεωμένοι να εξακολουθήσωμεν τόν πόλεμον μέχρι τέλους, έστω καί αν κινδυνεύσωμεν νά καταστραφώμεν...», δήλωνε ο Γούναρης…..»

  18. Νίκος Καπετανίδης δημοσιογράφος εθνομάρτυς 1921

    Καπετανίδης Νίκος (1889 – 1921)

    Δημοσιογράφος, εκδότης και διευθυντής εφημερίδων και περιοδικών της Τραπεζούντας, ένας από τους χιλιάδες εθνομάρτυρες του ποντιακού ελληνισμού. Γεννήθηκε στη Ριζούντα, το Δεκέμβριο του 1889. Τέλειωσε το γυμνάσιο στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, το 1905. Εκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 21 Σεπτεμβρίου του 1921, σε ηλικία 32 χρόνων, μετά την καταδίκη του από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας της Αμάσειας (Ιστικλάλ Μουχακεμεσί), γιατί σκεφτόταν και δρούσε, μαζί με άλλους, για την ίδρυση της Δημοκρατίας του Πόντου, όπως ανέφερε το κατηγορητήριο.

    Ο Καπετανίδης εργάστηκε πολλά χρονιά στον τραπεζικό οίκο των αδελφών Φωστηρόπουλου, στην Τραπεζούντα. Την ίδια, όμως, περίοδο ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, γράφοντας χρονογραφήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της Τραπεζούντας με τα ψευδώνυμα Σίσυφος, στην αρχή, και Σπύρος Φωτεινός, στη συνέχεια. Το 1917 εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων.

    Ως δημοσιογράφος, άρχισε να εργάζεται στο δεκαπενθήμερο εικονογραφημένο περιοδικό της Τραπεζούντας «Επιθεώρησις» (1910-1911), που είχε εκδότη το γιατρό Φίλωνα Κτενίδη και που ασχολούνταν κυρίως με τη λαογραφία. Από τα 24 συνολικά τεύχη του περιοδικού, που κυκλοφόρησαν, τα έξι τελευταία τα εξέδωσε ο Καπετανίδης, γιατί αποχώρησε, λόγω σπουδών, ο Κτενίδης. Για τη συνεργασία αυτή, αλλά και γενικότερα για τη φιλία του με τον Καπετανΐδη, ο Κτενΐδης έγραψε αργότερα στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία» (τεύχος Μαΐου 1950): «Όταν έφυγα από την Τραπεζούντα για τις σπουδές μου (στην Ελλάδα), άφησα τη διεύθυνση του περιοδικού «Επιθεώρησις», που εξέδιδα από το 1910 – σε ποιον άλλο; -στον Νίκο (Καπετανΐδη). Τα εξ τελευταία τεύχη τα έβγαλε εκείνος. Ήταν τα καλύτερα από τα είκοσι της όλης σειράς. Ο Νίκος ήταν πολυγραφότατος και μελετηρός όσον ολίγοι. Ενθουσιώδης όσον κανείς!».

    Για την ίδια περίοδο, ο Κτενΐδης έγραψε επίσης ότι μαζεύονταν οι φίλοι στο σπίτι του Θεόδωρου Κασσάνη, στον Άγιο Γρηγόριο, κοντά στο Φροντιστήριο (Τραπεζούντα). Εκείνο τον καιρό τους απασχολούσε πολύ το γλωσσικό ζήτημα, που ήταν στη βράση του. Αργότερα μαζεύονταν στο σπίτι του Καπετανίδη, στην Αγία Μαρίνα, και στο σπίτι του Ηλία Εφραιμΐδη, στον Άγιο Γρηγόριο. Έκαναν φιλολογικές συζητήσεις, απάγγελλαν ποιήματα, έπαιζαν θέατρο (ελληνικές κωμωδίες και δράματα). Τότε, άρχισαν να γράφουν οι δυο τους – Καπετανΐδης και Κτενίδης – στις ντόπιες ελληνικές εφημερίδες. Ο Καπετανΐδης έγραφε το χρονογράφημα στην εφημερίδα της Τραπεζούντας «Ο Φάρος της Ανατολής» και ο Κτενΐδης στην εφημερίδα «Εθνική Δράσις». «Δεν ξέρω», αναφέρει ο Κτενίδης, «αν γράφαμε παίζοντας ή αν παίζαμε γράφοντας».
    Ο Καπετανίδης έμεινε στην Τραπεζούντα και εργάστηκε στην τράπεζα των Φωστηρόπουλων, ανόρεχτα ολότελα, γιατί δεν κατόρθωσε να πείσει την Τραπεζούντια μάνα του να πουλήσει μερικά χαλιά, για να σπουδάσει κι αυτός φιλόλογος, όπως επιθυμούσε.

    Ο Καπετανίδης από μαθητής γυμνασίου διάβαζε πολλά εξωσχολικά Βιβλία. Αγαπούσε πολύ τα περιοδικά που έβγαιναν στην Αθήνα, όπως τα: «Παναθήναια» και «Η διάπλασις των παίδων». Επίσης διάβαζε πολύ όλους τους Ρώσους συγγραφείς μεταφρασμένους. Από την τελευταία τάξη του γυμνασίου, άρχισε να γράφει χρονογραφήματα στην εφημερίδα «Ο Φάρος της Ανατολής». Αργότερα έγραφε στην «Επιθεώρηση», στην «Ηχώ του Πόντου» και στα ετήσια «Ημερολόγια» του Κωνσταντίνου Σκόκου και της Ελένης Σβορώνου.

    Κατά τη διάρκεια της ρωσικής κατοχής, και συγκεκριμένα το 1917-18, εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα της Τραπεζούντας «Σάλπιγξ», στην οποία δημοσίευε ενθουσιώδη άρθρα για καθετί το ελληνικό.
    Με την ανακατάληψη της Τραπεζούντας από τους Τούρκους, τον Οκτώβριο του 1918, εξέδωσε την εφημερίδα «Εποχή», που κυκλοφορούσε τρεις έως και τέσσερις φορές την εβδομάδα. Με θάρρος και μαχητικότητα αφάνταστη, ο Καπετανίδης μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του – περισσότερο με τα κύρια άρθρα του – επέκρινε τα κακουργήματα και τις θηριωδίες των Τούρκων, πάντοτε επώνυμα. Τεκμήρια τρελής – θα μπορούσε να πει κανείς – ελληνικής τόλμης είναι οι οξύτατοι «διάλογοι» του από τις στήλες της «Εποχής» με την τυφλά φανατική και μισελληνική τουρκική εφημερίδα της Τραπεζούντας «Σελαμέτ», γύρω από το θέμα της ανεξαρτησίας του Πόντου.

    Χαρακτηριστικό του κινδύνου, που διέτρεχε ο Καπετανΐδης εξαιτίας της ανοιχτής αντίθεσης του με τους Τούρκους, είναι και το περιστατικό, που περιγράφει στην «Ποντιακή Εστία» (τεύχος Σεπτεμβρΐου-Οκτωβρΐου του 1975) ο αδελφός, προφανώς, του εθνομάρτυρα, Κώστας Καπετανίδης, με το ψευδώνυμο Κώστας Μορφΐδης και τίτλο «Ο δήμιος του Πόντου Τοπάλ Οσμάν στα γραφεία της «Εποχής»». Το αντιγράφουμε ολόκληρο: «Με πικρό χαμόγελο δέχτηκε ο Νίκος Καπετανίδης την Παρασκευή 20 Μαρτίου 1920, την ανακοίνωση ότι θα τον επεσκέπτετο στα γραφεία της «Εποχής» ο Οσμάν αγάς, που με το …ασκέρι του βρισκόταν στην Τραπεζούντα, για να επεκτείνει, ίσως, όπως το επιθυμούσε, και εκεί την απαίσια δράση του. Ως λόγος της επισκέψεως ανεφέρετο στην ειδοποίηση προς τον Νίκο η επιθυμία του Οσμάν αγά «να τον δει και να τον γνωρίσει προσωπικά». Ο απαίσιος αυτός σφαγέας των Ελλήνων της Κερασούντας, βαρκάρης το επάγγελμα και διορισμένος από τον Κεμάλ δήμαρχος Κερασούντος, του κατά τον πλέον φρικτό, άγριο και απάνθρωπο τρόπο είχε κατακρεουργήσει κυριολιεκτικά το άνθος της ελληνικής εκείνης πόλεως· την αφρόκρεμα σε μόρφωση, σε πλούτο και σε κοινωνική υπόσταση – δικηγόρους, γιατρούς, φαρμακοποιούς, καθηγητές, κτηματίες, μουσικούς, δασκάλους, – έκαμνε τώρα την εμφάνιση του στην Τραπεζούντα! Το ασκέρι του, βρομεροί φονιάδες, αποβράσματα της κοινωνίας, αγράμματοι και απαίδευτοι, οπλισμένοι με μάνλιχερ, με περΐστροφα και κάθε είδους μαχαίρια, είχε σπεΐρει τον τρόμο, την καταστροφή και τον όλεθρο πέρα από την Κερασούντα και τα περίχωρά της, και στην Τρίπολη, Ορντού, Σαμψούντα, Οινόη, Φάτσα, Έρπαα, όπου, χωρΐς καμιά αντίσταση, έσφαζε γυναίκες, παιδιά και γέρους, ατίμαζε κορίτσια και έκαίε σπίτια.
    Ο Νίκος (Καπετανίδης), με μόλις συγκρατούμενη ψυχραιμία, δήλωσε πρόθυμα πως θα τον δεχθεί και τον περιμένει, και γύρισε στους γύρω του και είπε: «Το κεφάλι μου δε στέκεται καλά στους ώμους μου». Εκείνοι τρομοκρατημένοι, του συνέστησαν να φύγει, να πάει στη Σάντα. Ο Νίκος αρνήθηκε.

    Κατά τις 3 το απόγευμα της ίδιας μέρας ήρθε ο Οσμάν αγάς, περιστοιχισμένος από τα αιμοβόρα «παλικάρια» του, οπλισμένα με κάθε είδους όπλα. Ο Οσμάν αγάς, ο «άνθρωπος», έκατσε σ’ ένα κάθισμα απέναντι από το γραφείο του Νίκου, πολύ κοντά του, και οι υποτακτικοί του πήραν επίκαιρες θέσεις: Δύο στο δωμάτιο όπου το γραφείο του Νίκου- ανά ένας στα τρία παράθυρα του γραφείου- άλλοι στον προθάλαμο όπου ήταν η διεκπεραίωση της εφημερίδας- άλλοι στην εσωτερική σκάλα του κτιρίου, γιατί τα γραφεία της «Εποχής» ήτανε στον πρώτο όροφο, και τέσσαρες πέντε στήθηκαν στην κεντρική είσοδο κάτω στο πεζοδρόμιο. Έτσι «κατέλαβαν» το άπαρτο κάστρο.
    Ο αδελφός του Κώτσος (Καπετανίδης), που κρατούσε την διαχείριση της «Εποχής», παρέμεινε στη θέση του, που ήτανε στην παράπλευρη γωνία του γραφείου του Νίκου. Ο Οσμάν αγάς καταδέχτηκε να χαιρετήσει τον Νίκο. Κάθισε χωρίς να περιμένει να του υποδεΐξουνε θέση, και αφού έθαλε το ένα πόδι επάνω στο άλλο και το αριστερό χέρι απλωτά πάνω στο γραφείο του Νίκου, άρχισε να του ομιλεί σε έντονο ύφος: «Γιατί γράφεις στην εφημερίδα σου εναντίον μου; Εγώ αγαπώ τους Έλληνες πατριώτες (καρ-ντασλάρ-αδέλφια) και φροντίζω για την ησυχία τους. Τιμωρώ μόνον όσους δεν είναι πιστοί στην οθωμανική πατρίδα. Η κατάσταση στην Κερασούντα είναι ομαλή. Ποτέ, άλλωστε, δεν ήταν κακή. Λυπούμαι γιατί μερικοί «γκιαούρ» σπεύδουν πάντα χωρίς καμιά αφορμή να καταγγέλλουν ψέματα στους Συμμάχους». «Και τα λεγόμενα και τα γραφόμενα;…», τον ρωτάει ο Νίκος (Καπετανΐδης). «Είναι ψέματα. Καθαρή συκοφαντία. Τα διαλαλούνε και τα γράφουνε. Εγώ γνωρίζω τι γράφουν για μένα τα ελληνικά φύλλα και τα αγγλικά. Ενεργώ πάντοτε υπέρ των εθνικών μας οργανισμών. Είναι καθήκον μου να εργάζομαι υπέρ της πατρίδος μου, για το «ντοβλέτ».

    Στο μεταξύ ένα από τα παλικάρια του τον πλησίασε και του είπε κάτι στ’ αυτί. Ο Οσμάν αγάς κίνησε το κεφάλι του και συνέχισε τις περιαυτολογΐες, με ύφος πολύ πιο μαλακό, και στο τέλος είπε στο Νίκο: «Να δημοσιεύσεις πως οι Τούρκοι και οι «Ουρούμ» (οι Ρωμιοί) της Κερασούντας ζουν πολύ καλά και υπογράφουν πως είμαστε «καρντάς». Να προσέχεις να μη γράφεις ανακριβή γεγονότα στην εφημερίδα σου!». Και αμέσως έπειτα σηκώθηκε και έφυγε αφού του είπε «θα ξαναϊδωθούμε πάλι…».
    Έτσι έληξε η δημοσιογραφική συνέντευξη με τον Τοπάλ Οσμάν αγά. Όταν ο δήμιος κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από το κτίριο, ο πάντα πολυσύχναστος εκείνος δρόμος (οδός Ουζούν σοκάκ) ήταν παντέρημος (δίπλα ήτανε τα γραφεία της τράπεζας των αδελφών Φωστηρόπουλου και απέναντι το μεγάλο κατάστημα γυαλικών των αδελφών Τσαϊρΐδη). Ψυχή δεν εφαΐνετο πουθενά. Μόνον αφού φύγανε και οι τελευταίοι άνθρωποι του Τοπάλ Οσμάν, άρχισε να συρρέει ο κόσμος πάνω στα γραφεία της «Εποχής». Γέμισαν από φίλους, συγγενείς και γείτονες. Τρομοκρατημένοι όλοι ζητούσαν να μάθουν από το Νίκο τι έγινε – ο κουνιάδος του Ιφικράτης Μεταξάς, οι άλλοι συνάδελφοι του Γιάννης Λυπηρΐδης, Σταύρος Χατζηιωαννίδης, Γεώργιος Δερματόπουλος και άλλοι. Και ο Νίκος, γεμάτος συγκίνηση, μα γελαστός σαν να μιλούσε για το πιο απλό πράγμα, απαντούσε: «Κι αυτή τη φορά γλίτωσα το κεφάλι μου!» Την επομένη, ο Οσμάν αγάς εγκατέλειψε την Τραπεζούντα».

    Το τουρκικό καθεστώς της εποχής εκείνης, που εξέθρεψε τις ληστοσυμμορΐες του Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα και του Κιαγχιά στην Τραπεζούντα, ήταν φυσικό να ενοχλείται από την κριτική που του έκαναν οι ελληνικές εφημερίδες. Ήδη, από το 1919 θέλησε να επιβάλει λογοκρισία. Φωνές σαν του Καπετανΐδη, έπρεπε να σταματήσουν. Η πληροφορία για την επιβολή λογοκρισίας έφτασε και στα αυτιά του Καπετανΐδη, που γράφει στην «Εποχή» την 1η Αυγούστου του 1919, με τίτλο «Λογοκρισία»: «Λογοκρισία λοιπόν! Αυτόν τον ψΐθυρον ακούομεν χθες και σήμερον και μας φαίνεται περίεργον πώς το μανθάνομεν τελευταίοι… Αν είναι ακριβής η είδησις, αισθανόμεθα εκ των προτέρων πόσον σκληρά θα μας πλήξει το ψαλΐδωμα του λογοκριτού. Οι αναγνώσται των εφημερίδων ας ετοιμασθούν να ιδούν κενά εις τας στήλας των και ας ασκηθούν εις μαντικήν δύναμιν. Ευχόμεθα εις τούτους εκ ψυχής και εκ καρδίας να μην υποστώμεν το ανηλεές αυτό ψαλΐδωμα. Και όμως το φοβούμεθα τόσον πολύ…».

    Οι νεότουρκοι, αν και υπήρξαν ανειλικρινείς, όσον αφορά την τήρηση των διατάξεων του συντάγματος τους για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, εντούτοις δεν προχώρησαν σε ανοιχτή επιβολή λογοκρισίας. Την επέθαλαν έμμεσα, όπως με την «επίσκεψη» του Τοπάλ Οσμάν στον Καπετανίδη, με προφανέστατο στόχο να τον τρομοκρατήσει, για να μην καταγγέλλει τα εγκλήματα του.
    Ο Νίκος Καπετανίδης ήταν έντονα πολιτικοποιημένο άτομο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ανήκε σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση. Παρακολουθούσε συστηματικά, σχεδόν, τα γεγονότα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα γεγονότα στη Γερμανία το 1919, αγνοώντας, μάλλον, τους ηγέτες τους, τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Περίμενε πολλά από το «φίλο των εργατών», τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουΐλσον (1918-1921) και με την εφημερίδα του αγωνιζόταν για την ειρήνη, τα δίκαια των εργαζομένων και την πολιτική αφύπνιση Ελλήνων και Τούρκων. Εκείνα, ωστόσο, για τα οποία αγωνίστηκε σε ολόκληρη την τόσο σύντομη ζωή του, με πολύ θάρρος και έμπνευση από τα εθνικά ιδανικά, ήταν τα δίκαια του ποντιακού ελληνισμού, τα οποία έβλεπε καθημερινά να ποδοπατούνται βάναυσα και από τον Τούρκο, αλλά και από τους συμμάχους της Ελλάδας. Στα κύρια άρθρα της εφημερίδας του, τα οποία υπέγραφε όλα με τ’ όνομα του, χτυπούσε τις δολοφονίες και λεηλασίες, κυρίως στην επαρχία, που έκαναν ομάδες Τούρκων άτακτων οπλοφόρων. Χαρακτηριστικά υπήρξαν, επί του προκειμένου, τα άρθρα του «Η ύπαιθρος κατασφάζεται» και «Ρΐζε, καϋμένε Ρίζε!», όπου ο Καπετανίδης, αψηφώντας την τρομοκρατία του κεμαλικού καθεστώτος, περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα την καταστροφή της υπαίθρου από τους φανατικούς Τούρκους.

    Χαρακτηριστικό και ακόμη προφητικό ήταν το άρθρο του Καπετανίδη, που δημοσιεύτηκε στην «Εποχή», στις 28 Μαρτίου του 1920 (Μεγάλο Σάββατο), με τίτλο «Προς υψηλότερα και ωραιότερα». Έγραφε μεταξύ άλλων: «…Είναι απόψε ο μεγάλος εξιλασμός. Όλοι μας έχομε περάσει τον δρόμον της Αμαρτίας. Είμεθα οι πεζοπόροι μιας νύκτας αφώτιστης, ταρταρικής. Ενθυμηθείτε τι είδαν τα μάτια μας, χρόνους τώρα, τι εχάσαμεν, τι προσφέραμεν, ποΐαν δύναμιν ζωής απωλέσαμεν. Και ακόμη: Ποίος Βλέπει το τέρμα του δρόμου αυτού; Θα δώσωμεν ίσως νέας θυσίας ακόμη, ακόμη υπάρχει η σκάλα του κακού. Ποίος γνωρίζει τι κλώθεται εις τον καθένα αύριον ή μεθαύριον, ποίος γνωρίζει ποία αμαρτία και ποίον έγκλημα ακόμα θα χαράξει κόκκινην γραμμήν εις την ζωήν μας, μέσα εις την πάλην όπου ευρισκόμεθα και εις τον αγώνα τον οποίον αγωνιζόμεθα…».
    Ήταν, πραγματικά, προφητικά τα γραφτά του, γιατί ήταν η τελευταία Λαμπρή της ζωής του, αφού τον επόμενο χρόνο (1921) συνελήφθη και απαγχονίστηκε.

    Αλλά, στο ίδιο άρθρο, έγραφε παρακάτω: «… Και προσβλέψατε με τα μάτια της ψυχής. Ολόγυρα και κοντά και μακράν και πέραν, παντού δυστυχία, κακοριζικιά, βαρυθυμία. Συγκεντρωθείτε ως αλύγιστη αλυσίδα γύρω εις τον νέον αυτόν μαρτυρικόν Σταυρόν. Όποιοι και αν είσθε και όπως και αν λέγεσθε. Ό,τι και όσον ημπορείτε. Επάνω εις το εθνικόν μας στόμα πληγαί βαθείαι, πληγαΐ θανατικαί. Καλεΐσθε να σκύψετε ως παιδιά μιας μητέρας, ως βλαστάρια ενός ιερού και θεϊκού δένδρου, επάνω εις τον εθνικόν πόνον…
    »… Έρχεται-ήλθε και πάλιν η Λαμπρή! Υψώσατε, άνθρωποι της Χθες και άνθρωποι της Αύριον, υψηλά το ποτήρι διά την εθνικήν μας Λαμπρήν.
    »Δεν ημπορεί να αργήσει».

    Με την ίδια αγωνιστικότητα έγραφε ο Καπετανίδης και τις ανταποκρίσεις του στις εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης «Πρωία», «Πρόοδος» και το σατιρικό «Ανω-Κάτω», από το οποίο μάλιστα, αναδημοσίευσε στην «Εποχή» ορισμένα χαρακτηριστικά κομμάτια.
    Ο Καπετανίδης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του έργου και της προσωπικότητας του μητροπολίτη Τραπεζούντας – κατόπιν αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος – Χρύσανθου, για τον οποίο δεν παρέλειπε ποτέ να γράφει στην εφημερίδα του τα πλέον ενθουσιώδη σχόλια, αλλά και να φιλοξενεί τους λόγους του.
    Τον κλοιό που στένευε συνεχώς γύρω του, λόγω της εθνικής δραστηριότητας, ο Καπετανΐδης τον ένιωθε όλο και πιο πολύ κι εντούτοις δεν έκανε πίσω ούτε στιγμή. Τις σκέψεις του γύρω από αυτό έγραψε το 1921 στον Κτενΐδη, που βρισκόταν στο μικρασιατικό μέτωπο. Ήταν το τελευταίο γράμμα που πήρε ο Κτενίδης από την Τραπεζούντα. Έγραφε ο Καπετανΐδης: «Νιώθω πως εσύ στο μέτωπο διατρέχεις λιγότερους κινδύνους από μένα. Να ξέρεις πως δεν στέκεται γερά το κεφάλι στους ώμους μου. Μα αυτό δεν σημαίνει… Κοιτάχτε να κάνετε καλά τη δουλειά σας και δεν πειράζει αν λείψουν και μερικά κεφάλια… σαν το δικό μου. Χαλάλι για την ελεύθερη πατρίδα».
    Ο Νίκος Καπετανΐδης συνελήφθη από τους Τούρκους, γιατί βρέθηκε στο σπίτι του, όταν ερευνήθηκε, μία επιστολή του Κωνσταντίνου Κωνσταντινΐδη, του μεγάλου εκείνου πατριώτη από τη Μασσαλία, που αγωνιζόταν να ενώσει τους Ελληνοπόντιους στον αγώνα για έναν ανεξάρτητο Πόντο. Κατηγορήθηκε μαζί με άλλους 68 Ελληνο-πόντιους πατριώτες – ανάμεσα τους ο Κωφΐδης και ο Ακριτίδης – ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου. Οι 69 οδηγηθηκαν στο δικαστήριο ανεξαρτησίας της Αμάσειας, όπου ο Καπετανίδης έδειξε για άλλη μία φορά τη γενναιότητα της ψυχής του. Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου του απηύθυνε την κατηγορία ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Καπετανΐδης σηκώθηκε και συμπλήρωσε:

    «Όχι μόνον για την ανεξαρτησία, αλλά και για την ένωση του με την Ελλάδα!».

    Εκτελέστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1921, στην Αμάσεια. Οι τελευταίες λέξεις του μπροστά στην αγχόνη ήταν: «Ζήτω η Ελλάς».

    http://www.dreampontos.com/forum/index.php?topic=303.0

  19. Εξιστόρηση των «κατορθωμάτων» του Τοπάλ Οσμάν απο τον Ι. Παπαδόπουλο.

    Τον Αύγουστο του 1921 ο Τοπάλ Οσμάν τράβηξε προς το μέτωπο σύμφωνα με την διαταγή του Κεμάλ. Ήταν καιρός να δείξει την αξία του πολεμώντας με τον ελληνικό στρατό κι’ όχι μονάχα σφάζοντας άοπλο λαό και γυναικόπαιδα. Στις 15 Αυγού­στου είχε φτάσει στην κωμόπολη Χαϊμάνα, που απείχε οκτώ ώρες από την Άγκυρα και τέσσερις περίπου απ’ τη ζώνη των επιχειρήσεων. Οι μεγάλες μάχες του Σαγγαρίου είχαν αρχίσει.

    Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος – μουσικός – μας εξιστορεί τα κατορθώματα του αιμοβόρου κουτσού της Κερασούντας : «Όταν ο Τοπάλ Οσμάν ετοιμάσθηκε ν’ αναχωρήση απ’ τη Χαϊμάνα για το μέτωπο, έδωσε εντολήν εις υμάς τους οργανοπαίκτας να παραμείνωμε εις το σπίτι όπου διέμενε δ ίδιος, μέχρι νεωτέρας διαταγής του και αφού παρέλαβε το εκστρατευτικόν του σώμα έφυγε δια το Μαγκάλ Τεπέ (Καλέ γκρότο ή Τρία αυγά, όπως τ’ ωνόμαζαν οι Έλληνες), το οποίον ήτο το τελευταίο έρεισμα των Τούρκων και απείχε οκτώμισυ ώρες απ’ την Άγκυρα».

    Σ’ εκείνες τις πολυήμερες και πολύνεκρες μάχες πήρε μέρος και ο Τοπάλ Οσμάν, προχωρώντας για τη ζώνη του πυρός στις 16 Αυγούστου. Οι Έλληνες μουσικοί μένοντας στη Χαϊμάνα όπου τους είχε αφήσει ο αγάς, περίμεναν με αγωνία τα νέα, που δεν άργησαν καθόλου. Την άλλη μέρα κι’ όλας το απόγεμα γύρισε τραυματισμένος ο ιπποκόμος του Τοπάλ Οσμάν, Τεμέλ.

    Και εξιστο­ρεί ο Παπαδόπουλος:
    «Επειδή ενύκτωσε ηναγκάσθη να διανυκτερεύση μαζί μας εις το ίδιο σπίτι, οπότε εύρε την ευκαιρίαν να διηγηθή, ενώπιόν μας, εις τον άξιωματικόν Ισεΐν – τσαούς, το ιστορικόν της μάχης ως ακολούθως:
    «Οταν εφθάσαμεν εις το Μαγκάλ Τεπέ, η μάχη, με τον ελληνικόν στρατόν, εδίδετο από το 95ον ανεξάρτητον σύνταγμα της Σαμσούντος, υπό τας διαταγάς του Χουσεΐν Aβνί. Ύστερα από ένα σκληρόν αγώνα, οι Έλληνες απεσύρθησαν εις τας θέσεις των. Την επομένην ο Τοπάλ Οσμάν με τας υπολοίπους δυνάμεις του 95ου συντάγματος, όταν κατόπιν αιφνιδιαστικής επιθέσεως, κατέ­λαβε την κορυφήν του βουνού, που προήσπιζον οι Ελληνες, ενόμισεν ότι ήτο πλέον νικητής και λέγει εις τους τσετέδες του: «Παιδιά, τώρα πια θα πάρωμε τον καφέ μας εις την Σμύρνην», αλλά και ως αφηγήθη ο τραυματίας, δεν πρόλαβε να χαρή την υποτιθεμένην νίκην, όταν την άλλην ημέραν, μόλις εχάραξεν η αυγή, ήρχισε το πυροβολικόν των Ελλήνων να σφυροκοπή τα μετόπισθεν και το πεζικόν των να κάμνη μίαν κεραυνοβόλον επίθεσιν εναντίον μας.
    ……………….
    ……………….

    περισσότερα:http://santeos.blogspot.gr/2016/11/blog-post_20.html

  20. Από

    A new Turkish TV program, named Mavri Thalassa, exposing the genocide of the Pontian Greeks, just issued its 5th edition of its weekly broadcasts. The broadcasters are apparently descendants of Pontian Greeks who discovered their origins. You can find the broadcasts on You Tube, but they are in Turkish.

    Below is an outline of the contents which I have translated to English.

    <>


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: