27-1-2017: Σεμινάριο για τη λογοτεχνία που γεννήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

nazi1Στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Σύγχρονης Ιστορίας του Ελεύθερου Πανεπιστήμιου του Δήμου Κηφισιάς, η ιστορικός  Οντέτ Βαρόν, θα παρουσιάσει το θέμα  «Στα Ναζιστικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και Εξόντωσης: Μνήμη και λόγος στο έργο του Πρίμο Λέβι και του Όμηρου Πέλλα».

Το Σεμινάριο θα γίνει την Παρασκευή, 7.15 μ.μ. – 9 μ.μ. στις 27-1-2017 στην «Έπαυλη Δροσίνη»-Βιβλιοθήκη Δήμου, Oδός Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού.

Το πρόγραμμα του Σεμιναρίου μπορείτε να το δείτε εδώ:  https://kars1918.wordpress.com/2017/01/18/seminar-2017/

 

Παρακάτω παρουσιάζονται δύο χαρακτηριστικά βιβλία: του Ιταλοεβραίου Πρίμο Λέβι και του Έλληνα Όμηρου Πέλλα, κρατούμενων και των δύο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. 
 .

Αποτέλεσμα εικόνας για πρίμο λεβί1) Πρίμο Λέβι, «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»

Στις 22 Φεβρουαρίου 1944, 650 άνθρωποι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στοιβαγμένοι σε δώδεκα τρένα για εμπορεύματα. Μόνο ο Πρίμο Λέβι και δύο άλλοι επέζησαν, έπειτα από παραμονή ενός έτους, πριν την απελευθέρωσή τους από τον ρωσικό στρατό τον Ιανουάριο του 1945.

Στο στρατόπεδο ο Λέβι παρατηρεί τα πάντα, θα θυμηθεί τα πάντα, θα αφηγηθεί τα πάντα: το στρίμωγμα στους κοιτώνες· τους συντρόφους που ανακάλυπταν το πρωί νεκρούς από την πείνα και το κρύο· τους εξευτελισμούς και την καθημερινή εργασία, κάτω απ’ τα χτυπήματα των » Κάπος «· τις περιοδικές » επιλογές » όπου ξεχώριζαν τους αρρώστους από τους υγιείς για να τους στείλουν στο θάνατο· τους απαγχονισμούς για παραδειγματισμό· τα τρένα γεμάτα Εβραίους και τσιγγάνους, που οδηγούνταν με την άφιξή τους στα κρεματόρια…

Κι όμως, στην αφήγηση αυτή κυριαρχεί η πλέον εντυπωσιακή αξιοπρέπεια· καμία εκδήλωση μίσους, καμία υπερβολή, καμία εκμετάλλευση των προσωπικών ταλαιπωριών, αλλά ένας ηθικός προβληματισμός πάνω στον πόνο, εξυψωμένος από ένα όραμα ζωής.

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», γραμμένο το 1947, θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μία από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρίες των καιρών μας. Στην Ιταλία από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΕΛΛΑΣ ΟΜΗΡΟΣ2) ΠΕΛΛΑΣ ΟΜΗΡΟΣ, «ΣΤΑΛΑΓΚ VI C ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΑΣ»

ο Στάλαγκ VI C με τον υπότιτλο «Ημερολόγιο της ομηρίας», αφηγείται την καθημερινή ζωή των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας. Πέρα από την ιστορική του αξία, αυτό το μυθιστόρημα διαθέτει αρετές μοναδικές: αμεσότητα, δύναμη, ζωντάνια στην περιγραφή των εικόνων και όλ’ αυτά δοσμένα με μια λιτότητα αφοπλιστική. 

Ο Όμηρος Πέλλας δίκαια κατέχει περίοπτη θέση στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, γιατί κατόρθωσε να δώσει με ανθρωπιά κι ευαισθησία αυτό το θέμα, που πολύ εύκολα θα μπορούσε να αποπνέει απλοϊκούς αισθηματισμούς και μελοδραματικό ύφος. Και για να κατανοήσουμε το μέγεθος της αξίας αυτού του έργου και του λογοτέχνη Όμηρου Πέλλα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η ιστορία που τόσο υπόκωφα και υποβλητικά μας αφηγείται είναι κομμάτι της δικιάς του ζωής. Ίσως γι’ αυτό είναι συγκλονιστικό.      

ΕΠΙΣΗΣ: 

Αυτό τον καιρό προβάλλεται στους κινηματογράφους η ταινία «Άρνηση», που βασίζεται στο διάσημο βιβλίο «Denial: Holocaust History on Trial». Η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία της δικαστικής μάχης που έδωσε η Ντέμπορα Ι.Λίπσταντ προς τιμήν της αλήθειας ενάντια στον Αρνητή Ντέβιντ Έρβινγκ, ο οποίος την μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμιση όταν εκείνη τον κατηγόρησε για άρνηση του Ολοκαυτώματος. Η ταινία έχει ιδιαίτερη σημασία για μας λόγω της ύπαρξης στην Ελλάδα ενός εκτεταμένου χώρου Αρνητών της Γενοκτονίας των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους…
nazi2

 

Advertisements

6 Σχόλια

  1. ΕΠΙΣΗΣ
    ———————-

    Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική Ατζέντα

    Από Χρήστο Μήτση Χρήστο Μήτση – 19/01/2017

    Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ο Γερμανός εισαγγελέας Φριτς Μπάουερ συγκεντρώνει στοιχεία για όσους ναζί παραμένουν ασύλληπτοι, αλλά βρίσκει διαρκώς εμπόδια λόγω της επιθυμίας των αρχών να αφήσουν ανέγγιχτο το σκοτεινό παρελθόν. Ώσπου μια νέα πληροφορία για τον διαβόητο Άντολφ Άιχμαν φτάνει στα χέρια του, σε ένα παρόμοιου (ακαδημαϊκού ) ύφους και ίδιας θεματικής πολιτικό θρίλερ με τον «Λαβύρινθο της Σιωπής».

    Συνεχίζοντας να παλεύει με το ένοχο παρελθόν της, η κινηματογραφική Γερμανία επανέρχεται στην επώδυνη προσπάθεια κάποιων θαρραλέων κρατικών λειτουργών να αψηφήσουν τη σιωπηρή εθνική συμφωνία περί­ λήθης και να ρίξουν φως στη συσκοτισμένη ναζιστική περίοδο. Ένας από αυτούς ήταν και ο γενικός εισαγγελέας της Έσης Φριτς Μπάουερ, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του ’50 συγκέντρωνε στοιχεία για όσους ναζί παρέμεναν ασύλληπτοι, αλλά έβρισκε διαρκώς εμπόδια από τις επίσημες αρχές. Πρόκειται για τον προϊστάμενο του Γιόχαν Ράντμαν, ήρωα του περσινού πολιτικού θρίλερ του Τζούλιο Ρικιαρέλι «Ο Λαβύρινθος της Σιωπής», με το οποίο το φιλμ του τηλεοπτικά έμπειρου Λαρς Κράουμε μοιράζεται ένα παρόμοιο (ακαδημαϊκό ) ύφος και την ίδια θεματική.
    Μόνο που ενώ εκεί η πλοκή εστιαζόταν στις «δίκες του Άουσβιτς», εδώ εξιστορεί με παρατακτική συνέπεια, λίγο διδακτισμό και υποψία σασπένς τον εντοπισμό του διαβόητου Άντολφ Άιχμαν από τον Μπάουερ και τη σύλληψή του από τους Ισραηλινούς. Ιστορικά διαφωτιστικό, αλλά κινηματογραφικά στεγνό και διεκπεραιωτικό ως αγωνιώδες δράμα, πιστώνεται με μια στιβαρή, δουλεμένη στη λεπτομέρειά της ερμηνεία από τον εκφραστικότατο Μπούργκχαρτ Κλάουσνερ («Η Λευκή Κορδέλα» ).
    Γερμανία. 2015.

  2. ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΟΜΑΗ*

    Η προπαγάνδα της Τουρκίας και το Ολοκαύτωμα

    Η επιτήδεια στάση ουδετερότητας της Τουρκίας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι γνωστή στους ιστορικούς της περιόδου.Οπως είναι γνωστό, σύμφωνα με έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και αμερικανικά έγγραφα που δημοσιεύτηκαν πριν από δύο δεκαετίες, η γείτων θησαύρισε με το εμπόριο πρώτων υλών με τις οποίες τροφοδοτούσε τον Αξονα και περνούσαν από τις σιδηροδρομικές γραμμές μέσω του κατεχόμενου Εβρου από τη χώρα μας με προορισμό το Βερολίνο γεμίζοντας τα ταμεία των τραπεζών της, την ίδια στιγμή που αυτές ξέπλεναν τα χρήματα των ναζί.

    Ωστόσο, οι καιροί άλλαξαν, μετά σιωπή δεκαετιών τα στόματα άνοιξαν και η μεγαλύτερη τραγωδία της ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα, άρχισε να συζητιέται σε διεθνείς οργανισμούς, να διδάσκεται στα σχολεία και να περνάει στη σφαίρα της πολιτικής επιζητώντας απόδοση ευθυνών στα ένοχα κράτη που με τον έναν ή άλλον τρόπο συνέβαλαν στο έγκλημα έξι εκατομμυρίων θυμάτων Εβραίων της Ευρώπης.

    Αναμφίβολα, η Τουρκία ήταν ένα από αυτά. Από το άγος εκείνο, επαναλαμβάνοντας τον εαυτόν της με την ίδια απαράλλαχτη επιτηδειότητα, προσπαθεί να απαλλαγεί σήμερα κατασκευάζοντας την ιστορία στα μέτρα της, όπως έκανε πρόσφατα με την παραγωγή της ταινίας «Τουρκικά διαβατήρια» αναφερόμενη σε δύο Τούρκους διπλωμάτες που βοήθησαν με έκδοση πλαστών διαβατηρίων μερικούς Εβραίους της Γαλλίας να διαφύγουν τον θάνατο. Θεάρεστη πράξη, αν τη δει κανείς μεμονωμένα. Για να την αξιολογήσει, όμως, πρέπει στη συνέχεια να δει τη μεγάλη εικόνα. Και η μεγάλη εικόνα τρομάζει και απογοητεύει. Οχι γιατί στους ανθρώπους εκείνους η ίδια η χώρα δεν επέτρεψε ποτέ την είσοδο στο έδαφός της με το πρόσχημα ότι είχαν χάσει την εθνικότητά τους, αλλά γιατί την ίδια στιγμή οι ανεπιθύμητοι Εβραίοι της Τουρκίας, μαζί με τους Ελληνες και τους Αρμένιους, εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στο Ερζερούμ όπου και εξοντώθηκαν χάνοντας τις περιουσίες τους με το περίφημο Varlik Vergisi, τον κεφαλικό φόρο που τους επέβαλε το τουρκικό κράτος.

    Ηταν λοιπόν αναμενόμενο να ξεσπάσει θύελλα από ειδήμονες της περιόδου, στους οποίους συγκαταλέγονται και Τούρκοι ιστορικοί που καταδικάζουν την απόπειρα της γείτονος να παραχαράξει την ιστορία προς όφελός της. Ο Διεθνής Οργανισμός για τη μελέτη και μνήμη του Ολοκαυτώματος, γνωστός διεθνώς από τα αρχικά του ως IHRA, παρήγγειλε εις βάθος μελέτη της σκοτεινής αυτής σελίδας του Ολοκαυτώματος και το αποτέλεσμα υπήρξε καταπέλτης εις βάρος της γείτονος. Καμία χώρα-μέλος του Οργανισμού, που διατηρεί στον προθάλαμο ισόβιας αναμονής την τουρκική υποψηφιότητα, δεν δέχεται να φιλοξενήσει και προβάλει το προϊόν της τουρκικής προπαγάνδας.

    Δεν είναι όμως η Τουρκία μόνη της στην κούρσα αυτή. Μόλις προχθές ακούστηκε η υποψηφιότητα της Βουλγαρίας, άλλης ένοχης χώρας, για το βραβείο Νομπέλ επειδή δήθεν έσωσε τους Εβραίους της. Οταν οι πρώτοι Εβραίοι που οδηγήθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα ήσαν οι Ελληνες από τη βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και Θράκη και όταν οι περιουσίες των Εβραίων της είχαν κατασχεθεί αλλά ευτυχώς δεν εκτοπίστηκαν, γιατί τη φασιστική κυβέρνηση του βασιλιά Βόρι, που ήταν έτοιμη να εκτοπίσει τους Εβραίους της χώρας, την πρόλαβε το τέλος του πολέμου. Αυτός ήταν και λόγος που οδήγησε το Ισραήλ, έπειτα από επίσημη παραδοχή του Βούλγαρου προέδρου Πλάμενεφ στη διάρκεια επίσκεψής του στο Τελ Αβίβ, να κατεβάσει από το Δάσος των Δικαίων το άγαλμα του Βόριδος και να κλείσει η Βουλγαρία την έκθεσή της στο Μουσείο του Αουσβιτς, στον ίδιο χώρο όπου σύντομα η Ελλάδα θα αποκτήσει τη δική της έκθεση Ελλήνων Μαρτύρων Ολοκαυτώματος. Εδώ αρμόζει ο στίχος του Ελύτη «τι να πρωτομαζέψεις, κυρά μου; Ο κόσμος γέμισε τρύπες…».

    Είναι πραγματικά λυπηρό, εβδομήντα χρόνια μετά το έγκλημα εκείνο, τα κράτη και οι κυβερνήσεις να μην μπορούν να αναλάβουν το κόστος που τους αναλογεί. Γιατί μόνο με την απόδοση δικαιοσύνης θα τιμηθεί η μνήμη των άτυχων θυμάτων που έπεσαν στις εκατόμβες του χιτλερικού μινώταυρου. Αν εκτελεσθεί η μνήμη τους στον βωμό πολιτικών σκοπιμοτήτων, εκτελούνται δεύτερη φορά.

    * Η κ. Φωτεινή Τομαή είναι πρεσβευτής – ιστορικός.

  3. Η χαρμόσυνη είδηση της επίσημης λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, πριν από 70 ακριβώς χρόνια, είχε βρει την Ελλάδα ελεύθερη από επταμήνου αλλά πληγωμένη βαρύτατα, μετά και τον εφιάλτη των Δεκεμβριανών.

    Εξω από τα ελληνικά σύνορα, κάποιοι άλλοι Ελληνες πληροφορούνταν την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας με δικαιολογημένο ενθουσιασμό: γι’ αυτούς η 8η Μαΐου του 1945 έθετε οριστικό τέλος σε έναν προσωπικό εφιάλτη.

    Ταυτόχρονα όμως σηματοδοτούσε και την απαρχή μιας βασανιστικής οδύσσειας επιστροφής. Μιλάμε για τους Ελληνες ομήρους, Εβραίους και μη, που επεβίωσαν των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

    Τα τελευταία χρόνια, η συστηματική έρευνα έχει φέρει στο φως πληθώρα στοιχείων, χάρη, πρωτίστως, στις προφορικές και γραπτές μαρτυρίες επιζώντων Εβραίων συμπατριωτών μας, που, αφήνοντας πίσω πολλές χιλιάδες νεκρών αδελφών τους, έπαιρναν τον δρόμο της επανόδου σε ένα τόπο αποξενωμένο και σε μια ρημαγμένη, απορφανισμένη ζωή.

    Αντίθετα, η αντίστοιχη περιπέτεια των μη Εβραίων Ελλήνων (ο αριθμός τους παραμένει αδιευκρίνιστος και οι εκτιμήσεις διίστανται, ανεβάζοντάς τον ώς τις -πιθανότατα υπερβολικές- 45.000, ενώ αδιευκρίνιστος παραμένει και ο αριθμός των νεκρών, που -πιθανώς κι αυτός καθ’ υπερβολήν- εκτιμάται στις 14.000) αντιμετωπίστηκε μάλλον με λιγότερο ενδιαφέρον και σίγουρα με λιγότερη επιμονή.

    Η αναζήτηση σχετικού υλικού από τη γράφουσα κατέληξε στη συγκέντρωση πολλών αυτοτελών εκδόσεων, οι οποίες έκαναν κατά καιρούς την εμφάνισή τους, με πυκνότερη κυκλοφορία στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 και από το 2000 έως σήμερα, και πέρασαν στην πλειονότητά τους απαρατήρητες.

    Λάθος μέρος – λάθος στιγμή

    Πρόκειται για εκτενή αφηγήματα, γεγονός που τα διαφοροποιεί από τις προφορικές μαρτυρίες (εξίσου πολύτιμες για την ιστοριογραφία, αλλά συνήθως στερούμενες λεπτομερειών και αποχρώσεων).

    Γράφτηκαν από άνδρες και από -λιγοστές- γυναίκες, άλλοτε στον χρόνο και τον τόπο που διαδραματίστηκαν και άλλοτε στην πατρίδα, πολλά χρόνια αργότερα. Από μάλλον άτεχνες διηγήσεις, ως υψηλής ποιότητας λογοτεχνήματα, όλα αυτά τα βιβλία είναι εξαιρετικά παραστατικά και αντικατοπτρίζουν με ενάργεια την ιδιοσυγκρασία των συγγραφέων τους. Ετσι, ενώ ουσιαστικά η θεματολογία τους είναι στερεότυπη, δεκάδες διαφορετικές ιστορίες και ματιές συνθέτουν μια συνταρακτική, εντυπωσιακά πολύπλευρη συνολική εικόνα.

    Οι χωρίς εβραϊκή καταγωγή Ελληνες όμηροι (οι περισσότεροι κάτω των τριάντα χρόνων, συμπεριλαμβανομένων και εφήβων 16-19 ετών), που εστάλησαν εκτός Ελλάδας σε στρατόπεδα και φυλακές, μπορούν να διακριθούν σε αξιωματικούς και των τριών όπλων, σε κατηγορούμενους για αντιστασιακή δράση και για αριστερά/κομμουνιστικά φρονήματα, και στους άτυχους που απλώς βρέθηκαν τη λάθος ώρα σε λάθος μέρος, δηλαδή σε κάποιο από τα μπλόκα που αποτελούσαν συνήθη τακτική των αρχών κατοχής και των Ελλήνων συνεργατών τους.

    Διακρίνουμε επίσης τους κρατούμενους των Ιταλών -σε στρατόπεδα της φασιστικής Ιταλίας- και τους κρατούμενους των Γερμανών – σε ναζιστικά στρατόπεδα της Αυστρίας και της Γερμανίας κατά κύριο λόγο, και δευτερευόντως, και σύμφωνα με τις μέχρι τώρα εντοπισμένες μαρτυρίες, της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Γαλλίας και της Σερβίας.

    Οι ζωές όλων αυτών των ανθρώπων στην τριετία 1942-1945 υπήρξαν εντυπωσιακά -και άλλο τόσο δραματικά- όμοιες, εξαιρουμένων των στρατιωτικών αιχμαλώτων πολέμου, που χάρη στη Συνθήκη της Γενεύης απολάμβαναν μερικά προνόμια και, εν μέρει, των εγκλείστων στα ιταλικά στρατόπεδα, όπου οι συνθήκες υπήρξαν λιγότερο απάνθρωπες.

    Για εργασία

    Η περίπτωση της Ιταλίας είχε μια ιδιαιτερότητα: μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας τον Σεπτέμβριο του 1943, οι τέως εχθροί γίνονται σύμμαχοι, οπότε πολλοί από τους Ελληνες πρώην ομήρους καταφεύγουν στην ύπαιθρο, όπου οι Ιταλοί πολίτες αλλά και οι τοπικές αρχές τους συμπεριφέρονται άψογα, δημιουργώντας φιλίες στενότατες που άντεξαν στον χρόνο.

    Η περίπτωση των ναζιστικών στρατοπέδων ήταν διαφορετική: παρότι συλλήψεις και εκτοπίσεις Ελλήνων είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, οι μαζικότερες αποστολές ομήρων για καταναγκαστική εργασία πραγματοποιήθηκαν από τα τέλη του 1943 και κυρίως το καλοκαίρι του 1944, καθώς οι τεράστιες ανθρώπινες απώλειες στα πολεμικά μέτωπα είχαν ουσιαστικά αποστερήσει τη Γερμανία από εργατικά χέρια.

    Οι κρατούμενοι είναι αναλώσιμοι

    Τα εργατικά χέρια λοιπόν ήσαν απαραίτητα για να διατηρούν την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας σε διαρκή λειτουργία, να αποκαθιστούν τις κατεστραμμένες υποδομές, να εξασφαλίζουν την αγροτική παραγωγή.

    Από την άλλη, τα γερμανικά στρατόπεδα εργασίας και τα στρατόπεδα εξόντωσης (που αποτελούσαν τον τραγικό εβραϊκό προορισμό) είχαν ένα κοινό σημείο: αν και με διαφορετικό τρόπο, οι κρατούμενοι αντιμετωπίζονταν ως αναλώσιμοι. Αυτή την αντιμετώπιση (ως συμπεριφορά, ως επίδραση, ως τραύμα, ως κίνητρο αντίδρασης και ενδυνάμωσης) φωτίζουν οι συγγραφείς των ιστορημάτων αυτών, που το καθένα τους τεκμηριώνει τα υπόλοιπα.

    Στις σελίδες τους τα λένε όλα: μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, περιγράφουν το πολυήμερο μαρτυρικό σιδηροδρομικό ταξίδι, τη διαβίωση στον χώρο των στρατοπέδων, τα σχεδόν υπερρεαλιστικά καθημερινά τεκταινόμενα, την εξοντωτική δουλειά, τη διαρκή πείνα, το αφόρητο κρύο, τις περίπλοκες ανθρώπινες σχέσεις, την εξαθλίωση, την αρρώστια, την αδιάκοπη αναμέτρηση με τον θάνατο, τις αδιάκοπες ψυχικές μεταπτώσεις. Μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα παρακολουθούμε την εξέλιξη της νέας ιστορικής πραγματικότητας και της αντιστροφής των όρων: την ατμόσφαιρα του καταρρέοντος Ράιχ, τη φυγή των πανικόβλητων δεσμοφυλάκων, τη φρίκη των πόλεων που φλέγονται σωριασμένες σε ερείπια, τα καραβάνια των Γερμανών και Αυστριακών προσφύγων που εγκαταλείπουν τις εστίες τους.

    Από τον Μάρτιο, κυρίως όμως από τον Απρίλιο του 1945 ορισμένα στρατόπεδα εργασίας αρχίζουν να εκκενώνονται και οι κρατούμενοι οδηγούνται από τους Ναζί σε εξαντλητικές πορείες άσκοπης περιπλάνησης. Τα υπόλοιπα στρατόπεδα ελευθερώνονται από τους Συμμάχους σταδιακά, ώς τις 9 Μαΐου.

    Απογοητευμένοι από ένα άδικο κράτος

    Τα πλήθη των κρατουμένων, μαζί με στρατιές άλλων αμάχων, μετακινούνται ανά την Ευρώπη και αγωνίζονται να φτάσουν στις πατρίδες τους με κάθε δυνατό μέσο, ακολουθώντας τα πιο απίθανα δρομολόγια.

    Ανάμεσά τους και χιλιάδες Ελληνες -πρώην- όμηροι, ο επεισοδιακός νόστος των οποίων διήρκεσε από έναν έως οκτώ μήνες και περατώθηκε με μια οδυνηρή διαπίστωση.

    Απογοητευμένοι από ένα καχύποπτο και συχνά άδικο κράτος, πτοημένοι βλέποντας συνεργάτες των Γερμανών να κυκλοφορούν όχι μόνο ατιμώρητοι, αλλά και αποκατεστημένοι επαγγελματικά και κοινωνικά, πικραμένοι από την παραγνώριση, ξανάρχισαν τη ζωή τους και παρέδωσαν τα γραπτά τους ως υποθήκη για τις επόμενες γενιές.

    Κοινή τους ευχή: ειρήνη και ομοψυχία. Για τους λιγοστούς που βρίσκονται ακόμα ανάμεσά μας και για τους αμέτρητους που δεν ζουν πια, ας είναι αυτές οι αράδες μια ελάχιστη μνεία δικαίωσης.

    Ενδεικτικές πηγές

    • Γιάννης Σ. Γκούτας, Υπό συνθήκες σκλαβιάς – Το χρονικό μιας ομηρείας. Αθήνα, Ωμέγα, 2005.
    • Βάσω Σταματίου, Βαρούμ. Μια Ελληνίδα στο Αουσβιτς. [1997;].
    • Ομηρος Πέλλας, Στάλαγκ VI C. Ημερολόγιο της ομηρίας. Τρίτη έκδοση, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2005.
    • Θεόδωρος Κορυφίδης, Αναμνήσεις ενός ημερολογίου. Μακεδονικές Εκδόσεις, 2005.
    • Χρήστος Σαμουηλίδης, Στα ναζιστικά στρατόπεδα, Η ομηρία του Νο 114016 KR GEF. Αθήνα, Ιωλκός, 2003.

    * Η κ. Αννίτα Π. Παναρέτου είναι συγγραφέας, δρ Φ. Το τελευταίο της βιβλίο, Ψυχής Εγκώμιον, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας.

    http://www.kathimerini.gr/814312/gallery/epikairothta/ellada/ellhnes-mh-evraioi-se-omhria

  4. «Ακριβώς επειδή το Λάγκερ είναι ένας τεράστιος μηχανισμός που έχει σκοπό να μας αποκτηνώσει, εμείς πρέπει ν’ αντισταθούμε. Και σ’ αυτό εδώ το Λάγκερ μπορεί κανείς να επιβιώσει, αλλά γι’ αυτό θα πρέπει διαρκώς να επιθυμούμε να επιβιώσουμε, για να διηγηθούμε μετά, για να μεταδώσουμε τη μαρτυρία μας. Και για να ζήσουμε είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να σώσουμε τουλάχιστον το σκελετό, τη βάση του πολιτισμού. Ναι, είμαστε σκλάβοι, στερημένοι κάθε δικαίωμα, εκτεθειμένοι σε κάθε προσβολή, αντιμετωπίζουμε βέβαιο θάνατο, αλλά μας έχει απομείνει ένα δικαίωμα και πρέπει να το υπερασπιστούμε με σθένος, γιατί είναι το τελευταίο: το δικαίωμα ν’ αρνηθούμε τη συγκατάθεσή μας. Και γι’ αυτό πρέπει να πλένουμε το πρόσωπο, έστω και χωρίς σαπούνι και με βρόμικο νερό και να σκουπιζόμαστε με τη ζακέτα. Να βάζουμε γράσο στα παπούτσια, όχι επειδή το επιβάλλει ο κανονισμός αλλά από αξιοπρέπεια και ευπρέπεια. Πρέπει να περπατάμε ευθείς, χωρίς να σέρνουμε τα πόδια μας, όχι χάριν της πρωσικής πειθαρχίας, αλλά για να μείνουμε ζωντανοί, για να μην πάρουμε τον δρόμο που οδηγεί στο θάνατο».

    Primo Levi, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος [Se questo è un uomo], μετάφραση Χαρά Σαρλικιώτη, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009 [α΄ έκδοση στα ιταλικά: 1947].

  5. ..
    Πρίμο Λέβι: Δεν ξεχνώ ποτέ το «εγέρθητι»…| 31 Ιουλ. 2019
    Κατρίν Αλαμάνου

    Στις 31 Ιουλίου του 1919 γεννήθηκε στο Τορίνο ο Πρίμο Λέβι. Ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός χημικός –που στη συνέχεια έγινε συγγραφέας και ποιητής- επέζησε από τον εφιάλτη του Άουσβιτς, τον οποίο κατέγραψε σε σειρά βιβλίων του, με γνωστότερο το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», γραμμένο το 1946-1947, ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

    Δεν ξέχασε ποτέ το παράγγελμα «εγέρθητι» (Wstawać), που άκουγαν οι έγκλειστοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κάθε πρωί. Ήθελε να μην ξεχάσουμε ποτέ τη μεγαλύτερη κτηνωδία στην ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, στο φόβο μήπως επαναληφθεί.

    Το παράγγελμα Wstawać ήταν το παράγγελμα «ἐγέρθητι» στα πολωνικά, που άκουγαν κάθε πρωί οι έγκλειστοι στο Άουσβιτς.[1]

    Ονειρευόμασταν στις άγριες νύχτες
    όνειρα βίαια και πυκνά,
    ονειρευόμασταν με την ψυχή και το σώμα
    αν θα γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
    Ώσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
    το παράγγελμα που συνόδευε την αυγή
    «Wstawać»
    και ράγιζε την καρδιά μας
    Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
    τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
    και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
    σήμανε ἡ ώρα. Όπου να’ ναι θα ακούσουμε πάλι
    το ξενικό παράγγελμα: «Wstawać»
    -Πρίμο Λέβι, «Η ανακωχή», 11 Ιανουαρίου 1946

    O Πρίμο Λέβι, το 1940

    Το 1938, σπούδαζε στο τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου του Τορίνο, όταν το Νοέμβριο του ίδιου έτους, στην Ιταλία τέθηκαν σε ισχύ ρατσιστικοί νόμοι που επέβαλαν διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων, μεταξύ αυτών και η απαγόρευση της εγγραφής τους στο Πανεπιστήμιο. Όσοι ήδη σπούδαζαν θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Ο Λέβι αποφοίτησε με άριστα το 1941. Πάνω στο πτυχίο του αναγραφόταν ότι είναι Εβραίος.

    Η διπλωματική εργασία του Πρίμο Λέβι

    Το 1942 ήρθε σε επαφή με μέλη αντιφασιστικών οργανώσεων και εντάχθηκε στο παράνομο Κόμμα της Δράσης (Partito d’Azione). Τον Οκτώβριο του 1943 εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» (Giustizia e Libertà). Το Δεκέμβριο του 1943, ο ίδιος και οι σύντροφοί του συνελήφθησαν από τη φασιστική αστυνομία και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο στο Φόσσολι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1944, 650 Εβραίοι, μεταξύ αυτών και ο Λέβι, στοιβάχτηκαν σε ένα τρένο και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

    15 Αυγούστου 1942

    Εκεί καταγράφηκε ως το νούμερο 174.517 και αμέσως οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Buna-Monowitz, γνωστό ως Άουσβιτς III, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου του 1945.

    Φεβρουάριος 1948

    Παρέμεινε ζωντανός χάρη σε μια σειρά από συγκυρίες. Όπως καταγράφει ο ίδιος μερικές από τις αιτίες της επιβίωσης του ήταν οι ακόλουθες: Ήταν μικρόσωμος και αδύνατος από φυσικού του, άρα άντεξε την ασιτία. Γνώριζε σχετικά γερμανικά, είχε σπουδές χημείας κι έτσι βρέθηκε στο κομάντο χημείας. Στάθηκε τυχερός όσες φορές πέρασε από «επιλογή» για τους θαλάμους αερίων. Κατάφερε να μην αρρωστήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού του μέχρι την φυγή των Γερμανών, οπότε και αρρώστησε από οστρακιά. Βρέθηκε στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου και έτσι γλίτωσε τον βέβαιο θάνατο που επεφύλαξαν οι Γερμανοί σε όσους κρατούμενους πήραν μαζί τους κατά την φυγή τους. Μετά την απελευθέρωσή του, έπειτα από μια πολύμηνη περιπλάνηση στην ανατολική Ευρώπη, επέστρεψε στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1945. Στα επόμενα χρόνια θα κάνει οικογένεια, θα εργαστεί, θα γράψει βιβλία που θα γνωρίσουν την παγκόσμια αναγνώριση.[2]

    Στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», ο Πρίμο Λέβι καταθέτει εν θερμώ τη μαρτυρία του από τον εγκλεισμό του στο Αουσβιτς (το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του, το 1946). Στο «Η Ανακωχή» αφηγείται την επιστροφή από το στρατόπεδο του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών. Το «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» είναι το κατ’ εξοχήν βιβλίο του στοχασμού γύρω από τα στρατόπεδα εξοντώσεως, γραμμένο 40 χρόνια μετά το πρώτο και έναν μόλις χρόνο πριν από την αυτοκτονία του (1987), το 1986. Λαμβάνει εκ των υστέρων χροιά πνευματικής διαθήκης ενός από τους διαυγέστερους ευρωπαίους στοχαστές που προσέγγισαν το φαινόμενο των ναζιστικών στρατοπέδων εξοντώσεως.

    Βρείτε τα βιβλία του:
    Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος
    Η Ανακωχή
    Το καθήκον της μνήμης
    Στο τρίτο βιβλίο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο διαστρέφονται οι πολίτες σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, πολίτες που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν «φυσιολογικοί». Βεβαίως, ξεχωρίζει τους ανώτερους αξιωματούχους, καθώς προϋπήρχε πολιτική ένταξή τους και ιδεολογική ταύτιση με τις απόψεις του Χίτλερ. Το αποτέλεσμα είναι πως οι ενεχόμενοι από την πλευρά των θυτών προσπαθούν να ανακατασκευάσουν την αλήθεια, οικοδομώντας διαφορετικά τη μνήμη αυτή ή ορισμένοι φτάνοντας ως την πλήρη άρνηση της ύπαρξης των στρατοπέδων εξοντώσεως (κεφ. «Η μνήμη της προσβολής»).[3]

    Ένα χρόνο πριν φύγει. 1986

    Αποσπάσματα από το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»
    ———————————————————————

    «Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός […] Όταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο υπάρχει αυτή η αντίληψη τα αποτελέσματά της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευτεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου».

    «Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (η ανάμνηση της με βασανίζει ακόμα στα όνειρα μου): ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει».
    «Εάν μέσα απ’ τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταν αυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε εμάς εδώ».
    «Δίπλα μας στέκει μια ομάδα Ελλήνων, αυτοί οι φοβεροί και αξιοθαύμαστοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, πεισματικοί, κλέφτες, σοφοί, αμείλικτοι και αλληλέγγυοι, αποφασισμένοι να ζήσουν, ανελέητοι αντίπαλοι στον αγώνα της επιβίωσης: από αυτούς τους Έλληνες που υπερίσχυσαν στις κουζίνες και στο εργοτάξιο, που ακόμα και οι Γερμανοί υπολογίζουν και οι Πολωνοί φοβούνται. Έκλεισαν τρία χρόνια στο Άουσβιτς, αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι είναι το στρατόπεδο. Στέκονται στο κύκλο με τους ώμους κολλητά ο ένας στον άλλο και τραγουδούν μια μακρόσυρτη μελωδία».

    «Ο καθένας αποχαιρέτησε την ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές και την άλλη μέρα το πρωί άπλωσαν στα συρματοπλέγματα τα ρούχα των παιδιών να στεγνώσουν, δεν ξέχασαν τις φασκιές, τα παιγνίδια, τα μαξιλάρια και τα χιλιάδες μικροπράγματα που χρειάζονται πάντα τα παιδιά. Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο; Ακόμα κι αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει;».
    «Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στην σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

    «Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ’ όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν. Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν».
    «Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα».

    [1] Δεσποινιάδης, Κώστας, «Ακούστηκε, κιόλας, το τρομερό παράγγελμα Wstawać», e-dromos.gr, 5 Ιουνίου 2012.
    [2] Τριαρίδης, Θανάσης, «Το Άουσβιτς δεν τελείωσε: Δέκα σημειώσεις για το Εάν αυτό είναι ο Άνθρωπος του Πρίμο Λέβι», triaridis.gr.
    [3] Βαρών-Βασάρ, Οντέρ, «Το σύνδρομο του Αουσβιτς: Η πνευματική διαθήκη του αυτόχειρα Πρίμο Λέβι», tovima.gr, 11 Φεβρουαρίου 2001.

    https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%BF-%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%B9-%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B1%E2%80%99-%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B8%CE%B1-%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9

  6. Αύγουστος 1944, Σταλαγκ VI C
    Η ιστορία ενός ομήρου
    (….κατά το μεσημέρι μας ειδοποίησαν πως φεύγουμε. Δέσαμε τα πράγματα μας , τα πήραμε στην πλάτη και βγήκαμε στο δρόμο. Στα πλάγια Γερμανοί με αυτόματα. Από μέσα, οι λιγοστοί που έμεναν κόλλησαν στα σύρματα και κοιτούσαν αμίλητοι. Κάπου – κάπου κουνιόταν κανένα χέρι σε χαιρετισμό. …..κατηφορίσαμε για το Βαρδάρη. Άνθρωποι στέκονταν από τη μία μπάντα και την άλλη του δρόμου και μας κοιτούσαν. Όσο πήγαινε και πύκνωναν, μερικοί ξεκίνησαν και βάδιζαν πλάι μας ….κάπου –κάπου κάποιος από το πεζοδρόμιο που βάδιζε πλάι μας φώναζε κανένα όνομα, έκανες να σταθείς, έσπρωχνε ο Γερμανός, ξανάβρισκες το ρυθμό σου κι όλο πύκνωνε ο κόσμος στα πεζοδρόμια μέχρι που φτάσαμε στην πλατεία – ήταν γιομάτη.
    Κάποιος πήρε να τραγουδάει: τα ρόδα τα τριαντάφυλλα της Άνοιξης καμάρι,
    Πως μεταδίδονται μερικά πράγματα – το πήραμε όλοι μαζί – η πλατεία γέμισε χέρια υψωμένα που χαιρετούσαν ….τα λούλουδα, οι ζέφυροι, ο ήλιος, το φεγγάρι,
    χάνουν την ομορφάδα τους στη σκλαβωμένη γη.
    Δυνάμωνε το τραγούδι και τα κορμιά στυλώθηκαν ίσια – τι έγινε το φορτίο; Οι Γερμανοί φώναζαν και σκουντούσαν – η πλατεία σκεπασμένη με χέρια που σάλευαν σα φύλλα λεύκας που παίζουν με τ’ αεράκι τ’ αλαφρό στο μεσημεριάτικο ήλιο, και μαντήλια ν’ ανεμίζουν και να μας πετάν ψωμιά, τσιγάρα και λουλούδια, πολλά λουλούδια.
    ……..μια μέρα η πατρίδα μας ήταν λαμπρή, μεγάλη
    Το τραγούδι, στρώμα λουλούδια ο δρόμος, οι Γερμανοί αγριέψανε, βρίζανε, χτυπούσαν, στα μάτια τους περνούσε ο ίσκιος του φόβου. Φοβότανε το τραγούδι, τα μαντήλια, τα λουλούδια).

    Όμηρος Πέλλας « Στάλανγκ VI C Ημερολόγιο της ομηρίας» , εκδόσεις Μνήμη 1962

    Αύγουστος 1944, και ενώ η Γερμανία κατέρρεε, η ναζιστική ηγεσία της , πιστή στην διακήρυξη για αγώνα μέχρι θανάτου, συνέχισε να συγκομίζει πολίτες από τις κατεχόμενες χώρες , προκειμένου να διατηρήσει σε λειτουργία την πολεμική της βιομηχανία και να επισκευάσει βλάβες σε υποδομές .


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: