Οι Βρετανοί και τα Δεκεμβριανά του 1944

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

Οι σελίδες Ιστορίας που επιμελούμαι στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία ήταν αφιερωμένες στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 την Κυριακή 22 Δεκέμβρίου,. Στο αφιέρωμα συμμετείχε και ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος

σάρωση0039

Ο Δεκέμβρης του ’44 και ο βρετανικός παράγοντας

.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΥΠΗΡΞΕ Η ΑΝΑΔΥΣΗ, ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ, ΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΙΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΑΝΕΤΡΕΠΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ, ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

Θα μπορούσε η απελευθερωμένη Ελλάδα να αποφύγει την ένοπλη αντιπαράθεση τον Δεκέμβρη του ’44; Επιχείρησε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ -και κατά συνέπεια το ΚΚΕ, που αποτελούσε και τη μεγαλύτερη δύναμη στον αντιστασιακό συνασπισμό- να ρίξει την κυβέρνηση και να καταλάβει την εξουσία;

Ο Αρης Βελουχιώτης, στη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία, είχε προτείνει την είσοδο του ΕΛΑΣ στην ΑθήναΟ Αρης Βελουχιώτης, στη σύσκεψη των καπεταναίων
στη Λαμία, είχε προτείνει την είσοδο
του ΕΛΑΣ στην Αθήνα

Μέχρι σήμερα τα ερωτήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης, παρ’ ότι η πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών συμφωνούν σε κάποια δεδομένα, όπως στη διαπίστωση ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα «δόθηκε» στους Βρετανούς από τον Στάλιν κατά τη συνάντηση των ηγετών των συμμαχικών χωρών στη Μόσχα, οι Βρετανοί θα κατέφευγαν σε κάθε δυνατό μέτρο για να καταστήσουν την κυριαρχία τους αναμφισβήτητη. Ηδη ο Τσόρτσιλ είχε ξεκάθαρη άποψη για το διεθνές μεταπολεμικό σκηνικό, όταν είχε εκμυστηρευθεί: «Η μοιρασιά που συμφωνήσαμε στη Μόσχα (Οκτώβριος του ’44) τον συμφέρει (τον Στάλιν). Θα εγκαταλείψει τους δικούς του στην Ελλάδα στην τύχη τους για χάρη των γενικότερων σχεδίων του...» (αναφορά Γ. Ιατρίδη στο «Επισκόπηση της αγγλόφωνης ιστοριογραφίας»).

Οι Βρετανοί στην Κατοχή

Η επιρροή που ασκούσε η Βρετανία στα ελληνικά πράγματα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολοκληρωτικός έλεγχος. Ο θεσμός που εγγυάτο αυτό τον έλεγχο ήταν η μοναρχία. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατάρρευση του Μετώπου, οι Βρετανοί μετέφεραν στη Μέση Ανατολή τον μονάρχη, την κυβέρνησή του και τα στελέχη που θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό ρόλο.


Η μεγάλη απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα υπήρξε η ανάδυση, μέσα στις συνθήκες της Κατοχής και στο κενό εξουσίας που αυτή δημιούργησε, ενός γιγάντιου αντιστασιακού κινήματος, που ανέτρεπε όλες τις παραδοσιακές, προπολεμικές δομές και σχέσεις. Τη στιγμή της Απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους ναζί, οι αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θα μπορούσαν να θέσουν όλη τη χώρα υπό τη διακυβέρνηση της υπαρκτής Κυβέρνησης του Βουνού, της ΠΕΕΑ, υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, καταλαμβάνοντας έτσι ομαλά τη μετακατοχική εξουσία και δημιουργώντας τετελεσμένα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα οι Βρετανοί και ο ελεγχόμενος απ’ αυτούς Γεώργιος Παπανδρέου.

Η κύρια γραμμή στο ΚΚΕ εκείνη την κρίσιμη εποχή υπήρξε η πολιτική επιλογή της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με τις προπολεμικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε έρθει σε συμφωνία στον Λίβανο και την Καζέρτα. Παρ’ ότι η παραδοσιακή μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη δεν έλειπε από τους στοχασμούς της ηγεσίας, εν τούτοις η επιλογή της εκείνη τη στιγμή ήταν η δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και η οριστική απαλλαγή από τη μοναρχία.

Την αντίληψη της ρήξης και της στρατιωτικής σύγκρουσης εξέφρασε κυρίως ο Αρης Βελουχιώτης, ο οποίος στη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία είχε προτείνει την είσοδο του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία των επικεφαλής του στη Μακεδονία, Ευριπίδη Μπακιρτζή και Μάρκου Βαφειάδη. Η ηγεσία του ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Βελουχιώτη και επέλεξε το δρόμο που είχαν ορίσει οι ίδιοι οι Βρετανοί. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου στο βιβλίο του «Δούρειος Ιππος» για το μεγάλο του αντίπαλο: «Ο Βελουχιώτης ήταν ο κατ’ εξοχήν ανεγνωρισμένος και ο δυναμικός αρχηγός τού ΕΛΑΣ. (…) Το αδιαφιλονίκητο γόητρο του στις τάξεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ τον έφερεν ως τον ενδεχόμενο αντίπαλο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, του οποίου δεν ήτο μέλος. Εξηρτάτο από αυτόν να αγνοήσει τις αποφάσεις του τελευταίου ή και να το ανατρέψει. Με τον Μάρκο στη Μακεδονία, τον Ορέστη στην Αττική, αλλά και μόνος, ήταν σε θέση να δώσει μία άλλη τροπή και εξέλιξη στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αντίθετη από αυτήν που ήταν στη σκέψη της ηγεσίας του ΚΚΕ...».

Παρ’ όλες τις κατηγορίες των αντιπάλων του, το ΚΚΕ δεν είχε επιλέξει το δρόμο της σύγκρουσης και πολύ περισσότερο τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Την εκτίμηση αυτή είχε διατυπώσει από το 1945 ο Κρις Γουντχάουζ, ένας από τους καλύτερους γνώστες τόσο της βρετανικής πολιτικής όσο και της ελληνικής Αντίστασης. Ο Γουντχάουζ υποβαθμίζει στα κείμενά του την επιρροή ξένων κέντρων στη συμπεριφορά του ΚΚΕ. Θεωρεί ότι κινήθηκε προς την κατεύθυνση της στρατιωτικής σύγκρουσης, μόνο όταν οι Βρετανοί και οι ελληνικές αντικομμουνιστικές δυνάμεις απέκλεισαν κάθε άλλο δρόμο…

* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός http://kars1918.wordpress. com/

Βρετανοί κομάντος απομακρύνουν πολίτες που συνέλαβαν μετά την κατάληψη των γραφείων του ΕΑΜ στην οδό ΚοραήΒρετανοί κομάντος απομακρύνουν πολίτες που συνέλαβαν μετά την κατάληψη των γραφείων
του ΕΑΜ στην οδό Κοραή

—————————————————————————————————————————–

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes–politismos&id=405723

Τα «Δεκεμβριανά» χωρίς ιδεοληψίες
.

.Από την πλευρά του το ΕΑΜ έκανε τα πάντα για να αποφύγει μια σύγκρουση με τους Βρετανούς
που θα παρέτεινε τον πόλεμο μετά την αποχώρηση των Γερμανών

Του ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ*
.

Δεν υπάρχουν και πολλά σκοτεινά σημεία για τη σύγχρονη έρευνα αναφορικά με το θέμα των Δεκεμβριανών, υπό την προϋπόθεση ότι αφίσταται κανείς από τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που καθόρισαν στο παρελθόν την ερμηνεία των γεγονότων, σε πείσμα του γεγονοτολογικού υλικού και των επιστημονικών απαιτήσεων παραγωγής ενός συνεκτικού αφηγήματος.

 

Γιατί, για τις ανάγκες της κυρίαρχης μετεμφυλιακής ιδεολογίας, έπρεπε να παραχθεί η εικόνα του σφαγέα-επαναστάτη κομμουνιστή, που δεν ορρωδούσε προ ουδενός, όταν επρόκειτο να καταλάβει την εξουσία, πάντα ως μορφή συνωμοσίας. Ετσι, καλλιεργήθηκε για δεκαετίες ο φόβος τού μέσου πολίτη έναντι της ελληνικής Αριστεράς, όταν αγωνιζόταν, αυτή και μόνο αυτή, να πλαισιώσει τα συμφέροντα των καθημαγμένων στρωμάτων του πληθυσμού που βίωναν τις συνθήκες κοινωνικής πόλωσης, που αναπαρήγε το μετεμφυλιακό καθεστώς των «νικητών».

Πράγματι, σήμερα έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ότι οι Βρετανοί επεδίωξαν να εντείνουν την προσπάθειά τους να ελέγξουν, να καθυποτάξουν, να καταστείλουν και -γιατί όχι- να διαλύσουν το ΕΑΜ. Το εγχείρημα πέρασε από διαδοχικές φάσεις, ανάλογα με τη δυνατότητά τους, να χρησιμοποιήσουν και σε ποια έκταση το στρατό τους. Αρχικά επιχείρησαν μέσω ΕΔΕΣ -και τον εξόπλισαν γι’ αυτό- να δημιουργήσουν στρατιωτικό αντίβαρο στον ΕΛΑΣ.

Ανδρες, γυναίκες, έφηβοι σχηματίζουν ένα πυκνό αλλά ειρηνικό πλήθος, που φωνάζει ρυθμικά τα συνθήματα του ΕΑΜ μπροστά στη ΒουλήΑνδρες, γυναίκες, έφηβοι σχηματίζουν ένα πυκνό αλλά ειρηνικό πλήθος, που φωνάζει ρυθμικά τα συνθήματα του ΕΑΜ μπροστά στη Βουλή

Οταν αποδείχθηκε η αδυναμία του Ζέρβα, πρόσθεσαν και τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και τις εθνικιστικές οργανώσεις τύπου «Χ». Αφού μεταφέρθηκαν κρυφά όπλα για να διατεθούν στις αστυνομικές δυνάμεις -κάποια δόθηκαν και από τους Γερμανούς- εσπευσμένα στάλθηκε στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία και η εξόριστη κυβέρνηση από το Κάιρο, ενώ εξασφαλίστηκε, έπειτα από συμφωνία μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ, τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα, η απραξία των Σοβιετικών.

Ταυτόχρονα, ο ΕΛΑΣ διατάχθηκε, μέσω της Συμφωνίας της Καζέρτας, να μείνει μακριά από την Αθήνα και το έκανε υποδειγματικά, συμμετέχοντας ψυχή τε και σώματι στην εθνική κυβέρνηση, διατηρώντας υποδειγματική τάξη στην Αθήνα. Η κατάληξη της υποχωρητικότητας αυτής ήταν η απαίτηση να αποστρατευθεί, διατηρώντας μια δύναμη υποδεέστερη των φανατικών αντιπάλων του, του ΕΔΕΣ και της Ορεινής Ταξιαρχίας. Το ΕΑΜ αρνήθηκε το σχέδιο αυτό, γιατί γνώριζε ότι κάποιοι προετοίμαζαν δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα. Η στάση των εχθρών τής Αντίστασης ήταν ιδιαιτέρως σκληρή στην πλατεία Συντάγματος στις 3 Δεκεμβρίου.

Οδοφράγματα στην οδό Σταδίου προς την πλατεία ΟμονοίαςΟδοφράγματα στην οδό Σταδίου προς την πλατεία Ομονοίας

Το συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, όπως και η γενική απεργία που προκηρύχθηκε, αντιμετωπίστηκαν ως έγκλημα καθοσιώσεως κατά του κράτους. Το πλήθος μετρούσε θύματα πριν καν φτάσει στην πλατεία Συντάγματος (ήταν η κεφαλή της πορείας, γύρω στα 600 άτομα που πυροβολήθηκαν, ενώ η υπόλοιπη είχε καθυστερήσει), ενώ για να εξωθηθεί σε βίαιη αντίδραση το ΕΑΜ, τη σφαγή διαδέχθηκαν επιθέσεις από ακροβολισμένους δολοφόνους και σε άλλα σημεία της Αθήνας με νεκρούς (Χ. Τρικούπη, Χαυτεία, Ομόνοια κ.λπ.), ακόμα και μέσα στο νεκροταφείο, στην κηδεία των πρώτων θυμάτων, τις δύο επόμενες μέρες. Από εκεί και μετά οι Βρετανοί υλοποίησαν την εντολή του Τσόρτσιλ, όπως την είχε διακοινώσει στους στρατιωτικούς επιτελείς του, να μη διστάσουν να ενεργήσουν σαν να βρίσκονται σε κατεχόμενη πόλη, στην οποία είχε ξεσπάσει τοπική εξέγερση.

Από την πλευρά του το ΕΑΜ έκανε τα πάντα για να αποφύγει μια σύγκρουση με τους Βρετανούς που θα παρέτεινε τον πόλεμο μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Γιατί ήξερε ότι δεν ήταν δυνατόν να εμπλακεί σε πόλεμο με τη Βρετανία, δεν είχε ποτέ τεθεί στους κόλπους του θέμα κατάληψης της εξουσίας (ούτε καν από σποραδικές φωνές), ο λαός ήταν εξαντλημένος, οι Σοβιετικοί και οι Γιουγκοσλάβοι ήταν απρόθυμοι να εμπλακούν σε μια ενδεχόμενη ελληνική σύγκρουση και πάντως υπήρχε εδραία η πεποίθηση ότι αν τα πράγματα κατέληγαν σε εκλογές, το ΕΑΜ θα τις κέρδιζε (όπως έγινε και στη Γαλλία στα 1945, με το συνασπισμένο Κομμουνιστικό Κόμμα με τους Γάλλους σοσιαλιστές). Το μόνο που το ΕΑΜ φοβόταν ήταν ένα εσωτερικό πραξικόπημα των παρακρατικών, των Σωμάτων Ασφαλείας και της Ορεινής Ταξιαρχίας, ακριβώς για να αποτρέψουν τις εκλογές αυτές, όπως και έγινε. Αλλωστε πώς θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, όταν δύο μήνες πριν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, χωρίς την παρουσία έστω και ενός Βρετανού στρατιώτη, παρέδωσαν την εξουσία, τήρησαν απόλυτη τάξη και ο Βελουχιώτης διέσχιζε την Πελοπόννησο, απαγορεύοντας τα αντίποινα κατά των συνεργατών των Γερμανών, μαζί με τον έκπληκτο Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Αγγλοι σε επιχείρηση έξω από τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό ΚοραήΑγγλοι σε επιχείρηση έξω από τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό Κοραή

Ομως η καταστολή που επιχείρησαν οι Βρετανοί δεν ήταν εύκολη υπόθεση, γιατί είχαν απέναντί τους ένα ένοπλο κίνημα. Η οργή των ανθρώπων από τη δολοφονική επίθεση στην πλατεία Συντάγματος, που δεν στράφηκε μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου κατά των Βρετανών, αλλά εναντίον αστυνομικών τμημάτων, ήταν φυσικό να μην καταλήξει σε πετροπόλεμο με την Αστυνομία, όπως θα συνέβαινε σε εκατοντάδες αντίστοιχες περιπτώσεις ωμής κρατικής καταστολής, αλλά σε πυρά με όπλα, ενός κινήματος που ήταν ακόμη ένοπλο. Και αν και οι Βρετανοί δεν κωλύονταν να χρησιμοποιήσουν τους Ινδούς στρατιώτες τους (ούτε τα αεροπλάνα τους), το γνώριζε πολύ καλά η ηγεσία του ΕΑΜ, όπως και τις επιπτώσεις μιας τέτοιας σύγκρουσης εις βάρος ενός άοπλου λαού της Αθήνας που στήριξε την Αντίσταση καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής. Γι’ αυτό από την πρώτη μέρα των συγκρούσεων επιχείρησε να αντισταθεί, κρατώντας τη σύγκρουση στο πλαίσιο μιας επίδειξης σθένους και μετά να εξασφαλίσει μια «έντιμη» απεμπλοκή, που συνεπαγόταν την τιθάσευση των ίδιων των μαχητών του, ώστε να μετριάσουν την επιθετικότητά τους. Ηταν ο λόγος που καθόλη τη διάρκεια των μαχών η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ σχεδόν εκλιπαρούσε τους Βρετανούς να σταματήσει η σύγκρουση με λογικούς όρους ανακωχής.

Ακριβώς για να μην προσλάβει η αντιπαράθεση χαρακτήρα γενικευμένου πολέμου, οι μάχες δόθηκαν με το μειονέκτημα από την πλευρά του ΕΛΑΣ ότι η ετοιμοπόλεμη, και με ικανοποιητικά διαθέσιμα μέσα, δύναμη πυρός του, αυτή των μονάδων της υπαίθρου, δεν στάλθηκε στην Αθήνα (ούτε καν κατά την υποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα αξιοποιήθηκαν), τη σύγκρουση δεν ανέλαβε το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ αλλά ένα σώμα με στελέχη χωρίς κομματική ιδιότητα (Μάντακας, Χατζημιχάλης, Λαγγουράνης), η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ. Αλλά και τα σχέδια των στρατιωτικών ενεργειών που διεξήγαγε είχαν επιθετικό προσανατολισμό μόνο αν επρόκειτο για τον αφοπλισμό σωμάτων της Αστυνομίας. Την ίδια στιγμή το Π.Γ. του ΚΚΕ δεν συνεδρίαζε ώστε να αποκλειστεί η εκδήλωση και της παραμικρής διαφωνίας, ενώ ο δύστροπος Βελουχιώτης απομακρύνθηκε από την Αθήνα.

Αυτή ακριβώς η ΕΑΜική πρόθεση ήταν ο παράγοντας εκείνος που προσδιόρισε και τον τρόπο που δόθηκαν οι μάχες από την πλευρά του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, την ένταση πυρός που χρησιμοποιήθηκε, την περιστολή της απόπειρας να ανοιχθεί η σύγκρουση σε ευρύτερους στόχους, αλλά κυρίως τις ελλιπείς δυνάμεις που αξιοποίησε.

Αντιθέτως, ο αντίπαλος, από την αρχή με σαφήνεια προσανατολισμένος, είχε την ευχέρεια να αξιοποιεί όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του, να αιφνιδιάζει με την αποφασιστικότητά του και κυρίως να εξασφαλίζει ευρείες εφεδρείες, υλικό ανεφοδιασμό αλλά και να εκμεταλλεύεται την εμπειρία των Βρετανών στην καταστολή εξεγέρσεων μέσα στις πόλεις. Το σημαντικότερο όλων ήταν ότι οι Βρετανοί είχαν σαφή επίγνωση ότι ο ΕΛΑΣ δεν επρόκειτο να δώσει μια μάχη μέχρις εσχάτων.

Βεβαίως εκ των υστέρων κατασκευάστηκε ο μύθος των Δεκεμβριανών με την έννοια της κατάληψης της εξουσίας από το ΚΚΕ. Ούτε το γεγονός ότι το ΕΑΜ έδωσε τις μάχες μακριά από τα κέντρα εξουσίας και ιδίως το Κοινοβούλιο, αλλά μόνο στο Γουδή, στη Σχολή Ευελπίδων αλλά και στο Σύνταγμα Μακρυγιάννη, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι ακροδεξιοί της εποχής, ελήφθη υπόψη. Ούτε, βέβαια, ότι το απόγευμα της 3ης Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ ανέστειλε την εκτέλεση του υπάρχοντος σχεδίου ενεργείας και διέταξε την Ι Ταξιαρχία του να μην εμποδίσει την Ορεινή Ταξιαρχία, αν επιχειρούσε να κατεβεί στην Αθήνα…

* Ιστορικός

—————————————————————————————————

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

11 Ιανουαρίου 1945, η στιγμή της υπογραφής της συνθήκης κατάπαυσης πυρός ανάμεσα στα βρετανικά στρατεύματα και στον ΕΛΑΣ

Φωτογραφία του Dmitri Kessel, Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1945, η στιγμή της υπογραφής της συνθήκης κατάπαυσης πυρός ανάμεσα στα βρετανικά στρατεύματα και στον ΕΛΑΣ. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, Αντιστράτηγος Ρόναλντ Σκόμπι, υπογράφει υπό το βλέμμα του Συνταγματάρχη του ΕΛΑΣ Θεόδωρου Μακρίδη (Έκτορα) και των αντιπροσώπων του ΕΑΜ Γιάννη Ζέβγου (Ταλαγάνη), Δημήτρη Παρτσαλίδη και Αθανάσιου Αθηνέλη.

32 comments so far

  1. K.Ε. on

  2. hurns on

    http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/12/2013&s=istorika&c=texnes–politismos

    Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

    Ιστορικά

    Πώς είδε τα Δεκεμβριανά ο Βρετανός αξιωματικός Wilfred Byford-Jones

    Στις 10 το πρωί κυκλοφόρησαν οι φήμες πως η ηγεσία του ΕΑΜ εργαζόταν ολονυχτίς προετοιμάζοντας τη διαδήλωση, παρά την κυβερνητική απαγόρευση.

    Οι νεκροί στην πλατεία Συντάγματος μετά τους πυροβολισμούς της Αστυνομίας, όπως τους περιγράφει ο W. Byford-Jones Οι νεκροί στην πλατεία Συντάγματος μετά τους πυροβολισμούς της Αστυνομίας, όπως τους περιγράφει ο W. Byford-Jones Πληροφοριοδότες της κυβέρνησης δήλωναν πως το ΕΑΜ καλούσε τον κόσμο χτυπώντας τις καμπάνες και τις σειρήνες και λέγοντας πως θα γίνει η πιο μεγάλη διαδήλωση-διαμαρτυρία ενάντια στην επέμβαση του στρατηγού Σκόμπι και στη διαταγή αφοπλισμού των ανταρτών…

    Γύρισα τρέχοντας στη «Μεγάλη Βρετάννια» για να έχω θέα στην πλατεία (…)

    Ολο το επόμενο τέταρτο της ώρας παρακολουθούσα τους διαδηλωτές να φτάνουν στην πλατεία ανεμίζοντας τα λάβαρα και τις σημαίες τους, βρετανικές, αμερικάνικες, ρώσικες κι ελληνικές. (…) Καθώς η μεγάλη αυτή συγκέντρωση συγκροτούνταν, οι τηλεβόες συνέχιζαν να φωνάζουν τα συνθήματα: «Κάτω η επέμβαση», «Τιμωρήστε τους δωσίλογους», «Κάτω ο βασιλιάς». (…)

    Η κεφαλή της είχε φτάσει μπροστά από την είσοδο των Παλαιών Ανακτόρων, όταν την προσοχή μου απέσπασαν οι φωνές μιας ομάδας αστυνομικών που στέκονταν στο μπαλκόνι του κτηρίου πάνω από το μπαρ. Προς μεγάλη μου έκπληξη, οι αστυνομικοί είχαν προτάξει τα όπλα τους. Μερικοί στόχευαν τη διαδήλωση στο ψαχνό. (…)

    Την επόμενη στιγμή οι αστυνομικοί τράβηξαν τη σκανδάλη, όχι ταυτόχρονα σαν ένα πειθαρχημένο σώμα, αλλά διστακτικά, ο ένας μετά τον άλλο, σαν μερικοί να δίσταζαν να υπακούσουν στη διαταγή. Νόμιζα ακόμα πως ήταν ένα προληπτικό μέτρο, και κοίταξα πάλι το πλήθος που πλησίαζε.

    Αυτό που έγινε στη συνέχεια ήταν τόσο ασύλληπτα εξωπραγματικό, που ένιωθα σαν να παρακολουθώ ταινία. Η αστυνομική διμοιρία από πάνω μας άδειασε τα όπλα της στη διαδήλωση. Είχα ακούσει ατελείωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις οποίες είχα και δεν είχα πιστέψει. Είχα δει ανθρώπους που γνώριζα και αγαπούσα πολύ να σκοτώνονται δίπλα μου στο πεδίο της μάχης, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να με προετοιμάσει γι’ αυτό που αντίκρισα σ’ εκείνον τον πλατύ, ηλιόλουστο, δεντροστοιχισμένο δρόμο, πλημμυρισμένο από ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, μια αναπνοή από τα αρχαία μνημεία της πρώτης δημοκρατίας, με τη γλυκιά ηχώ της καμπάνας να αιωρείται ακόμα πάνω από το ήσυχο κυριακάτικο αεράκι. Στην αρχή νόμισα ότι η Αστυνομία έριχνε άσφαιρα, ή ότι πυροβολούσε στον αέρα πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος. Το ίδιο πίστεψαν και πολλοί άλλοι.

    Εσταζε το αίμα

    Ομως το χειρότερο είχε συμβεί. Αντρες, γυναίκες και παιδιά, που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, γεμάτοι ψυχή και περηφάνια, κουνώντας τις σημαίες τους και τις σημαίες μας, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα ή στις σημαίες που κρατούσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Μια νέα κοπέλα με λευκή μπλούζα, που σιγά σιγά κοκκίνιζε από το αίμα στο στήθος της. Ενας νέος άντρας, με ένα σημάδι σαν από αγκίστρι, να σφαδάζει κι έπειτα από λίγο να ξεψυχάει. Ενα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν πάνω από μισή ώρα, όλοι τους από την πλευρά της αστυνομίας, κι ενώ οι υποστηρικτές του ΕΑΜ παρέμεναν ξαπλωμένοι στο έδαφος…

    Οι συγγενείς έτρεξαν στα πτώματα κι άρχισαν να κλαίνε από πάνω τους υστερικά. Πάνω από εκατό διαδηλωτές, γυναίκες και άντρες όλων των ηλικιών, κείτονταν νεκροί ή τραυματίες. Πολλές χιλιάδες κόσμου φώναζαν δυνατά εκτοξεύοντας απειλές και βρισιές στην Αστυνομία.

    Ηταν η πιο αποκρουστική σκηνή που έχω ποτέ δει… Οι διαδηλωτές στρίγκλιζαν και ούρλιαζαν, έσκιζαν τα πουκάμισά τους και φώναζαν «Σκοτώστε με, δειλοί, τσιράκια του Παπαντρέου!»…

    ————————-

    W. Byford-Jones, «The Greek trilogy; resistance, liberation, revolution», εκδ. Hutchinson and Co., Λονδίνο, 1945, σελ. 137-139.
    Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΣΜΙΔΗ*
    Ο βρόμικος ρόλος των Αγγλων ιμπεριαλιστών στα χρόνια της Κατοχής
    Με τις δόλιες ενέργειες τους εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι Άγγλοι πράκτορες δεν προωθούσαν το συμμαχικό αγώνα αλλά έσκαβαν το λάκκο της εθνικής αντίστασης. Έκαναν το παν για να χτυπήσουν τον αγώνα του ελληνικού λαού. Σπάνια στην Ιστορία συναντάμε συμπεριφορά παρόμοια με εκείνη των Αγγλων ιμπεριαλιστών απέναντι στην Εθνική μας Αντίσταση, που ήταν σύμμαχος της χώρας μας και πρόσφερε τα πάντα για την αντιφασιστική συμμαχική νίκη κατά των δυνάμεων του φασισμού.

    Η αντάρτικη ομάδα του Χρήστου Κοσμίδη κατά την απελευθέρωση των Σερρών (15.9.1944). Ο Κοσμίδης είναι ο πρώτος αριστερά στην κάτω σειρά Η αντάρτικη ομάδα του Χρήστου Κοσμίδη κατά την απελευθέρωση των Σερρών (15.9.1944). Ο Κοσμίδης είναι ο πρώτος αριστερά στην κάτω σειρά Οι Αγγλοι δεν ενδιαφέρονταν για την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας του ΕΛΑΣ, για τη γρήγορη απελευθέρωση της πατρίδας μας, αλλά κατά κύριο λόγο τους ενδιέφερε η πολιτική τους επικράτηση, στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο της χώρας μας μετά το τέλος του πολέμου. Αυτό ήταν που καθόριζε και την όλη στάση τους απέναντι στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, που αγωνίζονταν για εθνική ανεξαρτησία, για λαϊκή κυριαρχία.

    Τρία ολόκληρα χρόνια στα ελληνικά βουνά η Εθνική μας Αντίσταση είχε μια ιδιότυπη «συμβίωση» και «συνεργασία» με την αγγλική Συμμαχική Αποστολή, που αποτελούνταν από πολιτικούς πράκτορες ή συνδέσμους με αξιωματικούς Αγγλους. Οι Αμερικανοί ήλθαν αργότερα, ήταν λίγοι και έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο. Οι Σοβιετικοί αξιωματικοί ήταν ένα μικρό κλιμάκιο από τη Σοβιετική Αποστολή που βρίσκονταν στα γιουγκοσλαβικά παρτιζάνικα τμήματα και έφτασαν στα ελληνικά βουνά με αεροπλάνο στο τέλος σχεδόν της Κατοχής και δεν είχαν καμία ανάμιξη.

    Οι πρώτοι Αγγλοι αξιωματικοί έπεσαν με αλεξίπτωτο στα ελληνικά βουνά το φθινόπωρο του 1942 και εγκαταστάθηκαν σαν Συμμαχική Αποστολή στις αρχές του 1943, με αρχηγό τον ταξίαρχο Εντι, ο οποίος τάχατες εμφανιζόταν διαλλακτικός στις σχέσεις της Αγγλίας με την Εθνική ΕΑΜική Αντίσταση και γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από τον έφεδρο συνταγματάρχη Κρις Γούντχαουζ, που ήταν συντηρητικός, αδίστακτος και πολύ σκληρός στις επεμβάσεις του.

    Το Λονδίνο ήταν το κέντρο όπου διαμορφωνόταν η βρετανική πολιτική για την Ελλάδα. Υπεύθυνο για την εφαρμογή της ήταν το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και ο Κρις υπεύθυνος στην Ελλάδα.

    Η «συμβίωση» (και η συνεργασία) Εθνικής Αντίστασης και Αγγλων μέσα στις πόλεις και στα ελληνικά βουνά τυπικά παρουσιαζόταν σαν συμμαχία. Απολάμβαναν όλες τις περιποιήσεις, τις διευκολύνσεις και την ασφαλισμένη ελευθερία κινήσεων που άρμοζε σε συμμάχους. Οι διαθέσεις τους όμως απέναντι στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν απροκάλυπτα εχθρικές. Με τις δόλιες ενέργειές τους οι Αγγλοι πράκτορες εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν προωθούσαν το συμμαχικό αγώνα, αλλά έσκαβαν το λάκκο της θρυλικής Εθνικής Αντίστασης. Εκαναν το παν για να χτυπήσουν τον αγώνα του ελληνικού λαού. Η πολιτική τους ήταν διπρόσωπη, δόλια, ύπουλη και υποκριτική. Αρχισαν από τη συκοφαντία και την εχθρική προπαγάνδα, την κατασκοπία εις βάρος του ΕΛΑΣ. Συγκρότησαν οργανώσεις ακόμα και ένοπλα τμήματα, όπως τον ΕΔΕΣ, τον ΕΚΑ, τον Τσαούς Αντών, τους ταγματασφαλίτες, την ΠΑΟ, για να τις χρησιμοποιήσουν κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς, Ιταλούς, Βουλγάρους και τα Τάγματα Ασφαλείας, τις καταδόσεις στελεχών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ μέσω αυτών των οργανώσεων στους κατακτητές και την υπονόμευση των διαπραγματεύσεων των αντιστασιακών οργανώσεων για ενότητα και συντονισμό της δράσης τους. Βασικός σκοπός τους ήταν η αποσύνθεση, η διάσπαση του ΕΑΜ και η διάλυση και συντριβή του ηρωικού ΕΛΑΣ.

    Οι Αγγλοι τούς ενίσχυσαν με πολλές λίρες για εξαγορά συνειδήσεων και στρατολογία πολλών πρακτόρων τους και σε πολεμικό οπλισμό με ρίψεις, ενώ αρνούνταν παρόμοια βοήθεια στον ΕΛΑΣ και ήθελαν να τον κρατήσουν άοπλο. Να δημιουργήσουν ισχυρές αντιΕΑΜικές δυνάμεις, αυτός ήταν ο σκοπός τους. Οι Αγγλοι πράκτορες της Συμμαχικής Αποστολής δεν αρκέστηκαν μόνο στις παραπάνω οργανώσεις και ένοπλα τμήματά τους, άπλωσαν τον έλεγχό τους και στις δυνάμεις του δωσιλογισμού. Εθεσαν κάτω από τον έλεγχό τους τις κυβερνήσεις των προδοτών της Αθήνας Γ. Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ι. Ράλλη, τα Τάγματα Ασφαλείας, τους Τσολιάδες, την ΠΑΟ, τον ΕΕΣ, τη «Χ», τον Γρίβα και άλλες προδοτικές οργανώσεις που εξόπλισαν οι Γερμανοί κατακτητές.

    Ετσι πίστευαν πως μπορούσαν να δημιουργήσουν ντόπιες δυνάμεις μαζί με τους συνεργάτες των Γερμανών ικανές να αντιπαρατάξουν και να συντρίψουν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ.

    Η διοίκηση του αποσπάσματος της ΕΛΑΣ του ΜποζΔαγ Σερρών στις 18.9.1944. Από αριστερά, Ι. Βαφειάδης, λοχαγός, Χρ. Κοσμίδης, διοικητής αποσπάσματος, Ι. Τιμοθεάδης, πολιτικός επίτροπος, Λ. Χατζηελευθέρης λοχαγός, Ζ. Λιάσκος, επιτελάρχης Η διοίκηση του αποσπάσματος της ΕΛΑΣ του ΜποζΔαγ Σερρών στις 18.9.1944. Από αριστερά, Ι. Βαφειάδης, λοχαγός, Χρ. Κοσμίδης, διοικητής αποσπάσματος, Ι. Τιμοθεάδης, πολιτικός επίτροπος, Λ. Χατζηελευθέρης λοχαγός, Ζ. Λιάσκος, επιτελάρχης Οι Αγγλοι δεν ενδιαφέρονταν για την ενίσχυσή μας σε πολεμικό οπλισμό, για τη γρήγορη απελευθέρωση της πατρίδας μας από τους τρεις κατακτητές. Ηξεραν ότι ο πόλεμος κατά του Αξονα θα κριθεί οριστικά στα συμμαχικά μέτωπα και κυρίως στο Ανατολικό, που ήταν και το μεγαλύτερο βάρος. Γι’ αυτό στην αρχή ήθελαν μικρές ομάδες σαμποτάζ μόνο και όχι μαζικά παρτιζάνικα τμήματα. Ηλθαν στην Ελλάδα αποκλειστικά να εφαρμόσουν τη σχεδιασμένη πολιτική επικράτησή τους που θα εξασφάλιζε τα στρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα στη λεκάνη της Μεσογείου, μετά τη συντριβή του φασισμού.

    Οι Αγγλοι έδειξαν πανουργία, δολιότητα και φανατισμό στην επιδίωξη των σκοπών τους. Παραβίασαν το δίκαιο και την ηθική που εκφράζονταν με τις αρχές του συμμαχικού αγώνα. Εδειξαν απίστευτη αναξιοπιστία. Αυτό είναι το γενικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε…

    * Ο Χρήστος Κοσμίδης υπήρξε μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Γενννήθηκε το 1912 στον Πόντο. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην περιοχή Σιδηροκάστρου Σερρρών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμίδης φοίτησε στην Πάντειο. Το 1943 εντάχθηκε στην Αντίσταση και οργάνωσε το 21ο Σύνταγμα Σερρών του ΕΛΑΣ. Το 1948 ανέλαβε διοικητής της 132 Ταξιαρχίας της 6ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Τραυματίστηκε τον Μάρτη του ’48 στα Κερδύλλια. Εζησε στην Τσεχοσλοβακία ως πολιτικός πρόσφυγας έως το 1987, που επαναπατρίστηκε.
    Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*
    Η σημασία των μαρτυριών για τη βρετανική επέμβαση
    Μία από τις πλέον έντονες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας είναι η ένοπλη βρετανική επέμβαση του Δεκεμβρίου του ’44 κατά του μεγάλου αντιστασιακού κινήματος που είχε αναπτυχθεί στην κατεχόμενη Ελλάδα -ενώ ακόμα μαινόταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

    Η σημαντικότητα της βρετανικής επέμβασης οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Αρχικά γιατί η κύρια αιτία του ελληνικού εμφύλιου πολέμου υπήρξε η βρετανική επέμβαση. Επίσης, η επέμβαση των Βρετανών σταμάτησε εν τη γενέσει της μια πρωτοφανή κινητοποίηση και συμμετοχή του ελληνικού λαού στα κοινά, ανεξάρτητα εάν η κύρια δύναμη της Αντίστασης ελεγχόταν από ένα συγκεντρωτικά δομημένο κόμμα, θεολογικής υπόστασης, ενταγμένο σ’ ένα διεθνές σύστημα εξάρτησης.

    Η κίνηση των πολιτών επί της ουσίας -και ειδικά του ένοπλου τμήματος, όπως εκφράστηκε με τη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία- αμφισβητούσε εν δυνάμει τα δομικά και πολιτικά θέσφατα της κομματικής γραφειοκρατίας του ΚΚΕ, τα οποία οδήγησαν το αντιστασιακό κίνημα στη βρετανική παγίδα. Σε ηθικό επίπεδο, η επέμβαση αμφισβήτησε το δικαίωμα του ελληνικού λαού να αποφασίσει ελεύθερα για τη μοίρα του.

    Το πιο συμβολικό σημείο αυτής της αμφισβήτησης υπήρξε η χρησιμοποίηση κατά του ΕΑΜικού κινήματος όλων των συνεργατών των προηγούμενων κατακτητών, δηλαδή των Γερμανών ναζί, των Ιταλών και Βούλγαρων φασιστών. Η μετατροπή τής απελευθερωμένης Ελλάδας σε προτεκτοράτο υπήρξε συνειδητή απόφαση των βρετανικών κυβερνήσεων. Η στρατηγική αντίληψη των Βρετανών, πολύ πριν από την Απελευθέρωση από τους ναζί, προέβλεπε τη βίαιη καταστολή της Αντίστασης και τη συντριβή της Αριστεράς, αλλά και τα όσα επακολούθησαν: λευκή τρομοκρατία, επανένταξη των δωσίλογων στη νέα εξουσία και την εκ νέου χρησιμοποίησή τους, παλινόρθωση της μοναρχίας, κυριαρχία της Ακρας Δεξιάς.

    ———————————-

    Η σημασία των γραπτών μαρτυριών

    Η μελέτη των γεγονότων που σχετίζονται με τον Εμφύλιο υπήρξε για δεκαετίες μια υποβαθμισμένη σελίδα στις ιστοριογραφικές ιεραρχήσεις. Μόνο την τελευταία 20ετία ξεκίνησε μια συστηματικότερη μελέτη. Τμήμα των ιστορικών τεκμηρίων αποτελεί η κατάθεση της μαρτυρίας των «αυτοπτών μαρτύρων». Στις μαρτυρίες αυτές η προσωπική ματιά βασίζεται στη μνήμη, η οποία παρ’ ότι επηρεάζεται από το πέρασμα του χρόνου αλλά και από το κοινωνικό πλαίσιο που συνεχώς μεταβάλλεται, φέρνει στις μέρες μας τη συλλογική αντίληψη που επικρατούσε, αλλά και τις ιδιαίτερες σκέψεις του συγγραφέα. Είναι προφανές ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ατομικής ματιάς και της συλλογικής αντίληψης καθορίζουν την προσωπική ματιά αυτού που αφηγείται εκείνη την επίμαχη εποχή.

    Παρ’ όλη την υποκειμενικότητα που αναπόφευκτα χαρακτηρίζει τη γραφή των συγγραφέων αυτής της κατηγορίας, η παρουσίαση συγκεκριμένων γεγονότων προσφέρει πλήθος στοιχείων στον ερευνητή. Ακόμα και η πολιτική τους ανάλυση αναδεικνύει τις συλλογικές εικόνες που είχαν οι πρωταγωνιστές για τα διαδραματιζόμενα στα οποία συμμετείχαν με συγκεκριμένους ιστορικούς ρόλους. Για τη μορφή που παραδίδεται στον ερευνητή μέσω της γραπτής μαρτυρίας, ο Θωμάς Κυριάκης στη μελέτη του «Αυτοβιογραφία και προσωπική ταυτότητα: οι γραπτές μαρτυρίες για τον Εμφύλιο» γράφει: «Οι φορείς προσωπικών τραυματικών βιωμάτων προσπαθούν αν όχι να επανακτήσουν, τουλάχιστον να επαναδομήσουν με την ανάκληση της μνήμης γραπτώς την προσωπική τους ταυτότητα. Ωστόσο, δεν πρόκειται πια για την ταυτότητα που αλλοιώθηκε στον Εμφύλιο, αλλά για την ταυτότητα μέσα στο χρόνο μέχρι τη στιγμή που εκδίδεται η μαρτυρία».

    Στο σημερινό αφιέρωμα παρουσιάζουμε δύο κείμενα, τη μαρτυρία του Βρετανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Wilfred Byford-Jones (1907-1997), που τον Δεκέμβρη του ’44 υπηρετούσε ως αξιωματικός στην Αθήνα και έζησε την πρώτη μέρα των Δεκεμβριανών, και του αντιστασιακού Χρήστου Κοσμίδη, που άφησε ως παρακαταθήκη στους απογόνους του τις ανέκδοτες χειρόγραφες σημειώσεις.

    * Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός http://kars1918.wordpress. com/

  3. […] κατά της Αριστεράς η συντηρητική παράταξη από τον Δεκέμβρη του ’44 και εφεξής. Η βία αυτή στέρησε από την Αριστερά μια […]

  4. […] κατά της Αριστεράς η συντηρητική παράταξη από τον Δεκέμβρη του ’44 και εφεξής. Η βία αυτή στέρησε από την Αριστερά μια […]

  5. […] κατά της Αριστεράς η συντηρητική παράταξη από τον Δεκέμβρη του ’44 και εφεξής. Η βία αυτή στέρησε από την Αριστερά μια […]

  6. 05/01/2014

    Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

    ΙΣΤΟΡΙΚΑ

    Δεκέμβρης ’43 – Γενάρης ’44

    Οι Σοβιετικοί έπειτα από δύο αρνητικές απαντήσεις προς το Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών Α. Ιντεν, συγκατατέθηκαν τελικά στη βρετανική πρόταση για «την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών»
    Η πρώτη διπλωματική μάχη Βρετανίας-Σοβ. Ενωσης για το μέλλον της Ελλάδας.
    Οι σύντροφοι Αρης Βελουχιώτης και ο Στέφανος Σαράφης
    Οι σύντροφοι Αρης Βελουχιώτης και ο Στέφανος Σαράφης
    Στο Κάιρο, στις 17 Αυγούστου εκδηλώθηκε μια ενωτική κίνηση των τριών αντιστασιακών οργανώσεων που φαίνεται ότι ενόχλησε τους Βρετανούς.

    Οι αντιπρόσωποι των τριών αντιστασιακών οργανώσεων συνυπέγραψαν κοινή δήλωση μαζί με τον αντιπρόσωπο των κομμάτων του «Δημοκρατικού Συνασπισμού» Γ. Εξηντάρη και τον αρχηγό του «Ενωτικού Κόμματος» Π. Κανελλόπουλο, σύμφωνα με την οποία χάριν «της εθνικής ενότητος» «παρίσταται η ανάγκη να δηλωθή υπευθύνως ότι ο Βασιλεύς δεν θέλει επανέλθει εις την Ελλάδα πριν ή ο λαός αποφανθεί επί της μορφής του πολιτεύματος».

    Ο Βρετανός αρχιστράτηγος Ουίλσον, αρχηγός των Συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου, υποστήριξε ότι αυτή η κοινή δήλωση των αντιστασιακών δυνάμεων στο Κάιρο υπήρξε το κομβικό σημείο για την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ του ΕΑΜ και της Βρετανίας, έστω και αν αυτό δεν φαινόταν ξεκάθαρα κάθε στιγμή.

    «Τη θερμή υποδοχή -έγραψε ο Ουίλσον- των έξι (Ελλήνων) αντιπροσώπων από τον πρεσβευτή μας (στο Κάιρο) ακολούθησε μια σύντομη ψυχρότητα μόλις έγιναν γνωστά τα πολιτικά τους αιτήματα, που χαρακτήρισαν κατά τη γνώμη μου το αποφασιστικό σημείο μεταστροφής στις σχέσεις μας με το ΕΑΜ».

    Η ενότητα που διεφάνη μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων το καλοκαίρι του 1943 έδειξε να ανατρέπεται μερικούς μήνες αργότερα, όταν το φθινόπωρο άρχισαν πρώτα αψιμαχίες μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, οι οποίες δεν άργησαν να εξελιχθούν σε σοβαρή σύγκρουση στα τέλη του 1943.

    Αντρες του ΕΔΕΣ
    Αντρες του ΕΔΕΣ
    Αρχισε να υπάρχει ο κίνδυνος υποχώρησης ή διάλυσης του ΕΔΕΣ που είχε συσταθεί με βρετανική βοήθεια και απ’ τα τέλη του 1943 ή τις αρχές του 1944 να κυριαρχήσει ο ΕΛΑΣ στην κυρίως Ελλάδα, χωρίς άλλο αντίπαλο πέραν των κατακτητών.

    Οι Βρετανοί κινητοποιήθηκαν και σε συνεργασία με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να εξουδετερώσουν τη συγκεκριμένη δράση του ΕΛΑΣ.

    Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε υποβάλει ο Τσουδερός και είχε εγκριθεί με τροποποιήσεις από την πλευρά των Βρετανών, θα έπρεπε, μεταξύ των άλλων, «η ελληνική (εξόριστη) κυβέρνηση να απευθύνει μια έκκληση» προς τους αρχηγούς του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ «να υπογράψουν ανακωχή». Προηγουμένως θα έπρεπε να θέσει τις προτάσεις της προς τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης που ηγούνταν των Συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο «και να ζητήσει την έγκρισή τους», ώστε να αναφέρει τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις ως υποστηρίκτριες της δήλωσης του Τσουδερού προς τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ.

    Κατά το σχέδιο, αφού θ’ αναφέρονταν «οι τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις» θα γινόταν «πρακτικά αδύνατο στον ΕΛΑΣ να αρνηθεί» την ανακωχή.

    Ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1943 το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε ότι συμφωνεί με τη σχεδιαζόμενη δήλωση του Τσουδερού.

    Αντίθετα οι Σοβιετικοί, στην πρώτη προσέγγιση του Ελληνα πρεσβευτή στη Μόσχα για μια κοινή δήλωση υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών, απάντησαν αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν έχουν καλή πληροφόρηση για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και ως εκ τούτου δεν θα ήταν κατάλληλο για τη σοβιετική κυβέρνηση να αναμειχθεί στις ελληνικές υποθέσεις.

    Αντρες του ΕΛΑΣ
    Αντρες του ΕΛΑΣ
    Μετά την αποτυχία του Ελληνα πρέσβη στη Μόσχα, οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν να εμφανιστούν στο προσκήνιο και ζήτησαν παράλληλα τη βοήθεια των Αμερικανών για να πείσουν τη σοβιετική κυβέρνηση.

    Αρχισε έτσι μια συντονισμένη διπλωματική πίεση προς την ΕΣΣΔ από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, όπως και από την κυβέρνηση Τσουδερού.

    Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε τη σημασία που απέδιδε η Βρετανία στην παρέμβαση της Σοβιετικής Ενωσης, ώστε να επηρεάσει τις ελληνικές εξελίξεις προς μια κατεύθυνση όχι αντίθετη προς τα βρετανικά συμφέροντα.

    Οι Σοβιετικοί, έπειτα από δύο αρνητικές απαντήσεις προς το Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών Α. Ιντεν, συγκατατέθηκαν τελικά στη βρετανική πρόταση για «την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών».

    Η δήλωση όμως της σοβιετικής κυβέρνησης υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών δεν έγινε από κοινού με τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς και αυτό το γεγονός είχε τη σημασία του.

    Συμφώνησε μεν με τους Συμμάχους της η Σοβιετική Ενωση, αλλά έδειξε και την ανεξαρτησία της.

    Η στάση της σοβιετικής κυβέρνησης φάνηκε να αποτελεί προειδοποίηση προς τη Μεγάλη Βρετανία ότι η μελλοντική καλή της συμπεριφορά σχετικά με το ελληνικό πρόβλημα θα εξαρτηθεί από την αντίστοιχη καλή συμπεριφορά του Τσόρτσιλ σε άλλες χώρες, για τις οποίες εκδήλωνε ενδιαφέρον η ΕΣΣΔ.

    Η συγκεκριμένη βρετανική πρόταση προς τη σοβιετική κυβέρνηση στα τέλη Δεκεμβρίου 1943 αποτέλεσε την πρώτη αναγνώριση από τον Τσόρτσιλ της βαρύτητας και παρουσίας της ΕΣΣΔ στις ελληνικές εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις περί της δήλωσης για την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών αποτέλεσαν και την πρώτη μεγάλη διπλωματική μάχη των τριών Συμμάχων στη διάρκεια του Πολέμου και ιδιαίτερα της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ενωσης για την Ελλάδα. Εδειξε επίσης την αδυναμία της Βρετανίας να επιβληθεί μόνη της στα ελληνικά πράγματα.

    Ενα ισχυρό αντιστασιακό αριστερό κίνημα στην Ελλάδα, με την υποστήριξη των άλλων βαλκανικών αντιστασιακών κινημάτων και τη συμπαράσταση της Σοβιετικής Ενωσης, θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό αντίπαλο και να ανατρέψει τα βρετανικά σχέδια για μεταπολεμική επιρροή στην Ελλάδα.

    ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1944
    Οι Σοβιετικοί ζητούν την ενότητα της ελληνικής Αντίστασης μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο
    Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
    Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1944 ο Ελληνας πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, Εμμ.
    Τσουδερός, δεν είχε στα χέρια του παρά μόνο τα μηνύματα της Βρετανίας και των ΗΠΑ υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών, καθώς συνεχίζονταν οι συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ στην κυρίως Ελλάδα.

    Στις 31 Δεκεμβρίου 1943 ο Τσουδερός, σε ραδιοφωνική του ομιλία με αιχμές εναντίον του αριστερού αντιστασιακού κινήματος, είπε μεταξύ άλλων:

    «Την εξουσία την παίρνει κανείς διά της θελήσεως του λαού. Σεις που μάχεσθε διά τα λαϊκά δικαιώματα, είναι αδύνατον να συνωμοτείτε διά την κατάργησιν των δικαιωμάτων αυτών. Τοιαύτη πολιτική θα εσήμαινε ότι επιδιώκετε Δικτατορίαν. Δι’ αυτό έχετε υπ’ όψιν σας ότι θ’ αντιμετωπίσετε ολόκληρον αυτόν τον λαόν (…) εάν δεν συμφιλιωθείτε διά να στρέψετε όλοι μαζί τα όπλα κατά του εχθρού».

    Η κριτική του Τσουδερού και των Βρετανών στρεφόταν κατά του ΕΛΑΣ, γιατί τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα τον θεωρούσαν νομιμόφρονα προς την εξόριστη κυβέρνηση και τη βρετανική πολιτική.

    Ο Ναπολέοντας Ζέρβας
    Ο Ναπολέοντας Ζέρβας
    Οπως υποστήριζε ο Βρετανός ταγματάρχης Ουάλας σε γράμμα προς την κυβέρνησή του: «Συνεχώς από τον Μάρτιο του 1943, όταν υπέγραψε την πρώτη συμφωνία με τη Μέση Ανατολή, ο Ζέρβας έχει γίνει ένας τελείως νομιμόφρονας σύμμαχος και ακόμα θα κάνει απολύτως και ακριβώς ό,τι του πούμε. Επομένως δεν είναι μόνο δημιούργημά μας, αλλά παραμένει ένα όργανο στα χέρια μας».

    Μετά το τέλος της ραδιοφωνικής ομιλίας του ο Τσουδερός διάβασε τα «ενωτικά μηνύματα» του Βρετανού και του Αμερικανού υπουργών των Εξωτερικών. «Χαιρετίζω θερμώς -τόνισε ο Βρετανός υπουργός- την πρωτοβουλίαν που ανέλαβεν η ελληνική κυβέρνησις ν’ απευθύνη έκκλησιν διά την συμφιλίωσιν όλων των ελληνικών ομάδων αντιστάσεως. Η κυβέρνησις της αυτού Μεγαλειότητος είναι βεβαία ότι το υπέροχον πνεύμα αντιστάσεως το επιδειχθέν υπό των Ελλήνων (…) θα συγκεντρωθή και πάλι εναντίον του κοινού εχθρού».

    Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Κόρνταλ Χαλ σε μήνυμά του, που ήδη είχε στείλει από τις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ανέγνωσα μετ’ επιδοκιμασίας την από 21 Δεκεμβρίου ραδιοφωνικήν ομιλίαν της υμετέρας εξοχότητος.(…) Τοιαύτη ενότης και συνεργασία θα επιταχύνη την ημέρα της νίκης και της απελευθερώσεως».

    Αναπάντεχα την Πρωτοχρονιά του 1944 η σοβιετική κυβέρνηση, ενώ μέχρι τότε είχε αρνηθεί με διάφορα επιχειρήματα να αποδεχθεί την κοινή δήλωση των τριών Μεγάλων Συμμάχων για την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών, διά του ραδιοσταθμού της Μόσχας μετέδωσε ιδιαίτερο σοβιετικό μήνυμα υπέρ της ενότητας των αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα.

    Το γεγονός αυτό είχε οπωσδήποτε στη γλώσσα της διπλωματίας ιδιαίτερη σημασία. Οι Σοβιετικοί εκδήλωναν την ανεξαρτησία τους και απευθύνονταν μόνοι τους προς τις αντιστασιακές δυνάμεις στην Ελλάδα.

    Ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Κάιρο, Λίνκολν ΜακΒέι, σε μήνυμά του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιχείρησε να ερμηνεύσει τη διπλωματική αυτή αντίδραση της σοβιετικής κυβέρνησης γράφοντας:

    «Ο ραδιοσταθμός της Μόσχας μετέδωσε εκπομπή για την Ελλάδα τη μέρα του Νέου Ετους (…) καλώντας «τους αντάρτες και τους πολίτες» να ενωθούν «για την τελική μάχη εναντίον των Γερμανών, για την ανεξαρτησία και ελευθερία του ελληνικού λαού». Ισως να ενδιαφέρονται να φέρουν τη Σοβιετική Ενωση σε τεχνητή αρμονία με τις άλλες δύο δυνάμεις, αλλά από την άλλη πλευρά η καθυστέρηση στην έκδοση της δήλωσής τους, όπως επίσης και η απουσία στην παραπάνω εκπομπή κάθε αναφοράς στη βρετανική και αμερικανική δήλωση, είναι πιθανό να έχει αποτέλεσμα στην Ελλάδα δίνοντας στη σοβιετική δήλωση (…) μια μοναδική διάκριση, σαν μια δύναμη που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και ειδικά να ακουσθεί. Και ίσως αυτός να ήταν ο στόχος των Σοβιετικών από την αρχή. Το σοβιετικό υπουργείο των Εξωτερικών δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αγνοεί τη σοβαρή δραστηριότητα των κομμουνιστικών οργανώσεων σε όλες τις βαλκανικές χώρες αυτή τη στιγμή, όπως επίσης και την ύπαρξη συνδέσμου, αν όχι κάτι περισσότερο, ανάμεσα στους αντάρτες του Τίτο και την ηγεσία του ΕΑΜ (…)».

    Οι πρεσβευτές της Βρετανίας και των ΗΠΑ στο Κάιρο ανησυχούσαν για τις πιθανές διασυνδέσεις της Σοβιετικής Ενωσης με το ελληνικό αριστερό αντιστασιακό κίνημα. Οι Σοβιετικοί είχαν στενές επαφές από την πρώτη στιγμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τα βουλγαρικό και γιουγκοσλαβικό Κ.Κ. στα Βαλκάνια, αλλά με το ΚΚΕ δεν διατηρούσαν άμεση σύνδεση στα τέλη ’43-αρχές του ’44.

    Η Σοβιετική Ενωση έδειχνε από την αρχή του πολέμου ότι ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία απ’ ό,τι για την Ελλάδα. Αλλά το αριστερό ελληνικό αντιστασιακό κίνημα ήταν καλοδεχούμενο από κάθε άποψη, γιατί αφ’ ενός αγωνιζόταν ενεργά κατά του Αξονα, αφ’ ετέρου γιατί θα μπορούσε με τον αγώνα του να ενισχύσει την εδραίωση της σοβιετικής επιρροής σε άλλες χώρες της Βαλκανικής ή της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία.

    Η μεγάλη ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος στην Ελλάδα δημιουργούσε το ερώτημα: Γιατί οι Βρετανοί ήταν ή θα ήταν στο μέλλον πιο ισχυροί στον ελλαδικό χώρο απ’ ό,τι η Σοβιετική Ενωση;

    Οι Σοβιετικοί άρχισαν να ζητούν από τους Βρετανούς ενημέρωση για τις ελληνικές εξελίξεις. Αυτό που θα μπορούσε να έλεγε η βρετανική κυβέρνηση στους Σοβιετικούς ήταν ότι στην Ελλάδα κεντρικό ρόλο έπαιζε το κίνημα του ΕΑΜ. Αν όμως το ΕΑΜ στην Ελλάδα είχε την πρώτη θέση στον αντιστασιακό χώρο, η διαπραγματευτική διπλωματική δύναμη της Βρετανίας υποβιβαζόταν και ενισχύονταν τα διαπραγματευτικά ατού της Σοβιετικής Ενωσης.

    Στις 4 Ιανουαρίου 1944 ο πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε τη βρετανική ηγεσία ότι ο Σοβιετικός πρέσβης στο Κάιρο, Ν. Νόβικοφ, του «επανέλαβε ακόμα μια φορά» ότι οι Βρετανοί έχουν καλή πληροφόρηση για την Ελλάδα και ζήτησε «να του δοθούν πληροφορίες σχετικά με το αντιστασιακό κίνημα στην Ελλάδα». Τα λόγια του Νόβικοφ πιθανόν να εμπεριείχαν μια έμμεση προειδοποίηση προς τη Βρετανία.

    Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
    ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1944
    Οι Σοβιετικοί ζητούν την ενότητα της ελληνικής Αντίστασης μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο
    Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1944 ο Ελληνας πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, Εμμ.
    Τσουδερός, δεν είχε στα χέρια του παρά μόνο τα μηνύματα της Βρετανίας και των ΗΠΑ υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών, καθώς συνεχίζονταν οι συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ στην κυρίως Ελλάδα.

    Στις 31 Δεκεμβρίου 1943 ο Τσουδερός, σε ραδιοφωνική του ομιλία με αιχμές εναντίον του αριστερού αντιστασιακού κινήματος, είπε μεταξύ άλλων:

    «Την εξουσία την παίρνει κανείς διά της θελήσεως του λαού. Σεις που μάχεσθε διά τα λαϊκά δικαιώματα, είναι αδύνατον να συνωμοτείτε διά την κατάργησιν των δικαιωμάτων αυτών. Τοιαύτη πολιτική θα εσήμαινε ότι επιδιώκετε Δικτατορίαν. Δι’ αυτό έχετε υπ’ όψιν σας ότι θ’ αντιμετωπίσετε ολόκληρον αυτόν τον λαόν (…) εάν δεν συμφιλιωθείτε διά να στρέψετε όλοι μαζί τα όπλα κατά του εχθρού».

    Η κριτική του Τσουδερού και των Βρετανών στρεφόταν κατά του ΕΛΑΣ, γιατί τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα τον θεωρούσαν νομιμόφρονα προς την εξόριστη κυβέρνηση και τη βρετανική πολιτική.

    Ο Ναπολέοντας Ζέρβας
    Ο Ναπολέοντας Ζέρβας
    Οπως υποστήριζε ο Βρετανός ταγματάρχης Ουάλας σε γράμμα προς την κυβέρνησή του: «Συνεχώς από τον Μάρτιο του 1943, όταν υπέγραψε την πρώτη συμφωνία με τη Μέση Ανατολή, ο Ζέρβας έχει γίνει ένας τελείως νομιμόφρονας σύμμαχος και ακόμα θα κάνει απολύτως και ακριβώς ό,τι του πούμε. Επομένως δεν είναι μόνο δημιούργημά μας, αλλά παραμένει ένα όργανο στα χέρια μας».

    Μετά το τέλος της ραδιοφωνικής ομιλίας του ο Τσουδερός διάβασε τα «ενωτικά μηνύματα» του Βρετανού και του Αμερικανού υπουργών των Εξωτερικών. «Χαιρετίζω θερμώς -τόνισε ο Βρετανός υπουργός- την πρωτοβουλίαν που ανέλαβεν η ελληνική κυβέρνησις ν’ απευθύνη έκκλησιν διά την συμφιλίωσιν όλων των ελληνικών ομάδων αντιστάσεως. Η κυβέρνησις της αυτού Μεγαλειότητος είναι βεβαία ότι το υπέροχον πνεύμα αντιστάσεως το επιδειχθέν υπό των Ελλήνων (…) θα συγκεντρωθή και πάλι εναντίον του κοινού εχθρού».

    Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Κόρνταλ Χαλ σε μήνυμά του, που ήδη είχε στείλει από τις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ανέγνωσα μετ’ επιδοκιμασίας την από 21 Δεκεμβρίου ραδιοφωνικήν ομιλίαν της υμετέρας εξοχότητος.(…) Τοιαύτη ενότης και συνεργασία θα επιταχύνη την ημέρα της νίκης και της απελευθερώσεως».

    Αναπάντεχα την Πρωτοχρονιά του 1944 η σοβιετική κυβέρνηση, ενώ μέχρι τότε είχε αρνηθεί με διάφορα επιχειρήματα να αποδεχθεί την κοινή δήλωση των τριών Μεγάλων Συμμάχων για την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών, διά του ραδιοσταθμού της Μόσχας μετέδωσε ιδιαίτερο σοβιετικό μήνυμα υπέρ της ενότητας των αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα.

    Το γεγονός αυτό είχε οπωσδήποτε στη γλώσσα της διπλωματίας ιδιαίτερη σημασία. Οι Σοβιετικοί εκδήλωναν την ανεξαρτησία τους και απευθύνονταν μόνοι τους προς τις αντιστασιακές δυνάμεις στην Ελλάδα.

    Ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Κάιρο, Λίνκολν ΜακΒέι, σε μήνυμά του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιχείρησε να ερμηνεύσει τη διπλωματική αυτή αντίδραση της σοβιετικής κυβέρνησης γράφοντας:

    «Ο ραδιοσταθμός της Μόσχας μετέδωσε εκπομπή για την Ελλάδα τη μέρα του Νέου Ετους (…) καλώντας «τους αντάρτες και τους πολίτες» να ενωθούν «για την τελική μάχη εναντίον των Γερμανών, για την ανεξαρτησία και ελευθερία του ελληνικού λαού». Ισως να ενδιαφέρονται να φέρουν τη Σοβιετική Ενωση σε τεχνητή αρμονία με τις άλλες δύο δυνάμεις, αλλά από την άλλη πλευρά η καθυστέρηση στην έκδοση της δήλωσής τους, όπως επίσης και η απουσία στην παραπάνω εκπομπή κάθε αναφοράς στη βρετανική και αμερικανική δήλωση, είναι πιθανό να έχει αποτέλεσμα στην Ελλάδα δίνοντας στη σοβιετική δήλωση (…) μια μοναδική διάκριση, σαν μια δύναμη που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και ειδικά να ακουσθεί. Και ίσως αυτός να ήταν ο στόχος των Σοβιετικών από την αρχή. Το σοβιετικό υπουργείο των Εξωτερικών δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αγνοεί τη σοβαρή δραστηριότητα των κομμουνιστικών οργανώσεων σε όλες τις βαλκανικές χώρες αυτή τη στιγμή, όπως επίσης και την ύπαρξη συνδέσμου, αν όχι κάτι περισσότερο, ανάμεσα στους αντάρτες του Τίτο και την ηγεσία του ΕΑΜ (…)».

    Οι πρεσβευτές της Βρετανίας και των ΗΠΑ στο Κάιρο ανησυχούσαν για τις πιθανές διασυνδέσεις της Σοβιετικής Ενωσης με το ελληνικό αριστερό αντιστασιακό κίνημα. Οι Σοβιετικοί είχαν στενές επαφές από την πρώτη στιγμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τα βουλγαρικό και γιουγκοσλαβικό Κ.Κ. στα Βαλκάνια, αλλά με το ΚΚΕ δεν διατηρούσαν άμεση σύνδεση στα τέλη ’43-αρχές του ’44.

    Η Σοβιετική Ενωση έδειχνε από την αρχή του πολέμου ότι ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία απ’ ό,τι για την Ελλάδα. Αλλά το αριστερό ελληνικό αντιστασιακό κίνημα ήταν καλοδεχούμενο από κάθε άποψη, γιατί αφ’ ενός αγωνιζόταν ενεργά κατά του Αξονα, αφ’ ετέρου γιατί θα μπορούσε με τον αγώνα του να ενισχύσει την εδραίωση της σοβιετικής επιρροής σε άλλες χώρες της Βαλκανικής ή της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία.

    Η μεγάλη ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος στην Ελλάδα δημιουργούσε το ερώτημα: Γιατί οι Βρετανοί ήταν ή θα ήταν στο μέλλον πιο ισχυροί στον ελλαδικό χώρο απ’ ό,τι η Σοβιετική Ενωση;

    Οι Σοβιετικοί άρχισαν να ζητούν από τους Βρετανούς ενημέρωση για τις ελληνικές εξελίξεις. Αυτό που θα μπορούσε να έλεγε η βρετανική κυβέρνηση στους Σοβιετικούς ήταν ότι στην Ελλάδα κεντρικό ρόλο έπαιζε το κίνημα του ΕΑΜ. Αν όμως το ΕΑΜ στην Ελλάδα είχε την πρώτη θέση στον αντιστασιακό χώρο, η διαπραγματευτική διπλωματική δύναμη της Βρετανίας υποβιβαζόταν και ενισχύονταν τα διαπραγματευτικά ατού της Σοβιετικής Ενωσης.

    Στις 4 Ιανουαρίου 1944 ο πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε τη βρετανική ηγεσία ότι ο Σοβιετικός πρέσβης στο Κάιρο, Ν. Νόβικοφ, του «επανέλαβε ακόμα μια φορά» ότι οι Βρετανοί έχουν καλή πληροφόρηση για την Ελλάδα και ζήτησε «να του δοθούν πληροφορίες σχετικά με το αντιστασιακό κίνημα στην Ελλάδα». Τα λόγια του Νόβικοφ πιθανόν να εμπεριείχαν μια έμμεση προειδοποίηση προς τη Βρετανία.

    http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.columns&s=istorika&date=05/01/2014#a407551

  7. Θεόδωρος Μακρίδης
    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
    Θεόδωρος Μακρίδης (Έκτορας)
    Γέννηση 1899
    Κωνσταντινούπολη, Τουρκία
    Θάνατος 16/10/1981
    Αθήνα, Ελλάδα
    Ιδιότητα Στρατιωτικός, Κομμουνιστής

    Ο Θεόδωρος Μακρίδης ή (με τα ψευδώνυμα πολέμου) Έκτορας ή Έχτορας ή ταγματάρχης Έκτορας Πολίτης ήταν Έλληνας στρατιωτικός και αντιστασιακός. Θεωρήθηκε ο επιτελικός νους του ΕΛΑΣ, και πήρε μέρος στις διαπραγματεύσεις για ανακωχή που οδήγησαν στη συμφωνία της Βάρκιζας. Εξορίστηκε για την πολιτική και στρατιωτική του δράση.

    Πίνακας περιεχομένων

    1 Νεανικά χρόνια
    2 Κατοχή
    2.1 Στον ΕΛΑΣ
    2.2 Στρατιωτικό σχέδιο για την κατάληψη της Αττικής
    3 Δεκεμβριανά
    3.1 Στο τέλος των συγκρούσεων, διαπραγματεύσεις
    3.2 Μετά την Βάρκιζα
    4 Στον εμφύλιο
    5 Η κομματική δράση
    6 Μεταγενέστερα χρόνια
    7 Στοιχεία προσωπικότητας
    7.1 Οικογενειακή κατάσταση
    8 Έκθεση Μακρίδη και κριτική της
    9 Παραπομπές

    Νεανικά χρόνια

    Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 17/29 Απριλίου του 1899 από οικογένεια πλούσιων Πόντιων εμπόρων και σπούδασε στην εμπορική σχολή της Χάλκης[1] Το 1916 εισήλθε σε σχολή αξιωματικών του Τουρκικού στρατού και μετά την αποφοίτηση του υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες. Το 1918 αυτομόλησε σε βρετανική στρατιωτική μονάδα στην Ιεριχώ, με σκοπό να πάει στην Ελλάδα. Έφτασε στην Ελλάδα το 1919 και έκανε αίτηση να καταταγεί στον ελληνικό στρατό, όμως γρήγορα την απέσυρε καθώς έπρεπε να ενταχθεί σε μονάδα που θα έπαιρνε μέρος στην εκστρατεία στην ΕΣΣΔ. Το 1921 έγινε σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1924 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού[2][3] και κατά μια μαρτυρία Αρχηγός της τάξης τους[4]. Στην Ευελπίδων θεωρούνταν αλλοδαπός[5]. Πήρε μέρος στο αποτυχόν Κίνημα 1ης Μαρτίου 1935 με τους Βενιζελικούς αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού[6] και γι’ αυτό το λόγο αποστρατεύθηκε (με τον βαθμό του λοχαγού και όχι με του ταγματάρχη όπως γράφεται πολλές φορές[7]). Συνδέθηκε με την Εργατική Βοήθεια και εξορίστηκε από τη δικτατορία του Μεταξά στη Τήνο [8].

    Κατοχή

    Στις παραμονές του πολέμου ο Μακρίδης είχε επαφή με παράνομους πυρήνες αξιωματικών φιλικά προσκείμενων στο ΚΚΕ. Τον Αύγουστο του 1941 η καθοδήγηση του ΚΚΕ του ανέθεσε να ηγηθεί ως βασικό τεχνικό στέλεχος, της στρατιωτικής δουλειάς και της ανάπτυξης του αντάρτικου στρατού [9]. Από τις αρχικές συζητήσεις με τα στελέχη του ΚΚΕ μαζί με τον απόστρατο αξιωματικό Νίκο Παπασταματιάδη, έθεσε το ζήτημα του σκοπού του νέου στρατού, κάτι που η καθοδήγηση του ΚΚΕ δεν αποσαφήνισε [10], παράλληλα έκανε σφοδρή κριτική στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας του Ιανουαρίου 1942 της Κ.Ε(Κεντρικής Επιτροπής) του ΚΚΕ που έλεγε ότι θαρθουν οι σύμμαχοι μας Άγγλοι να μας ελευθερώσουν [11][12]. Επιπλέον διαφώνησε πλήρως με την θέση ότι είναι πιθανή μια απόβαση των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και για αυτούς τους λόγους συναντήθηκε με τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντο και του ανέλυσε τις απόψεις του, ενώ έγραψε ανάλογη έκθεση όπου συνιστούσε η πολιτική του ΚΚΕ να προσανατολιστεί σε μακρόχρονο πόλεμο[13]. Από το 1941 δίδαξε μαθήματα συγκρότησης και τακτικής του αντάρτικου στρατού (είχε ως κύριο βοήθημα τη Γαλλική έκδοση του κλασσικού βιβλίου του Κλάουζεβιτς το Περί Πολέμου το οποίο περίειχε και το κεφάλαιο για τον ανταρτοπόλεμο όπου στην Ελληνική μετάφραση δεν περιλαμβανόταν) σε αξιωματικούς του ΕΛΑΣ και σε στελέχη του ΚΚΕ[14]. Τον Μάη του 1942 εκπόνησε επιτελική μελέτη για την εξέλιξη του πολέμου στην ΕΣΣΔ, όπου ισχυρίστηκε ότι η Ε.Σ.Σ.Δ θα ήταν η νικήτρια δύναμη. Πήρε μέρος στην Β΄ Κομματική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1942 ως ειδικός σύμβουλος [15].

    Ο Μακρίδης εχθρευόταν τους Βρετανούς και προσπαθούσε να μεταδόσει την αντιπάθεια του στην ηγεσία του ΚΚΕ. Στην 10η Ολομέλεια της Κ.Ε του ΚΚΕ (αρχές 1944) πρότεινε να τεθεί ζήτημα απομάκρυνσης της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής από τα τμήματα του ΕΛΑΣ θέση που δεν έγινε δεκτή[16] ενώ ο Ιωαννίδης θα τον εγκαλέσει λέγοντας του «δεν έχεις δίκιο, παρασύρεσαι από το μίσος σου, η Αγγλία είναι δημοκρατική χώρα»[17]. Παρόμοιες προτάσεις για σύγκρουση με τους Βρετανούς θα γίνονται συνεχώς μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας.

    Στον ΕΛΑΣ

    Ήταν ένας από τους ιδρυτές της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ(μαζί με τους Πολύδωρο Δανηιλίδη, Νίκο Παπασταματιάδη), και μετέπειτα της Κεντρικής Επιτροπής (Κ.Ε) του ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια έγινε Διευθυντής του τρίτου επιτελικού γραφείου της Κ.Ε του ΕΛΑΣ και από τον Μάρτη του 1944 του Γενικού Στρατηγείου (Γ.Σ) του ΕΛΑΣ. Επίσης ήταν στρατιωτικός σύμβουλος του Πολιτικού γραφείου (Π.Γ) του ΚΚΕ[18].

    Τον Φλεβάρη του 1943 συναντήθηκε με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη σε συνδιάσκεψη στελεχών του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ παρουσία του Σιάντου. Τα επιτεύγματα και η ανάλυση του Κλάρα εντυπωσίασαν τον Μακρίδη[19], ενώ ο Κλάρας ζήτησε τον Μακρίδη για στρατιωτικό διοικητή στον ΕΛΑΣ λέγοντας στον Γιώργη Σιάντο «δώστε μου αυτόν το μυταρά και θα δείτε τι θα κάνουμε» ο οποίος φέρεται να απάντησε «εγώ δεν κάνω για το Βουνό. Είμαι θεωρητικός» . Αρχές 1943 καθοδήγησε τον Καραγιώργη να μεταφέρει τους αντάρτες του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας από τον Όλυμπο στην Θεσσαλική Πίνδο[20]. Στις 24/11/1943 έφτασε στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ στο Κεράσοβο Ιωαννίνων ακολουθώντας τον Σιάντο στη διευρεύνηση των δυνατοτήτων του ΕΛΑΣ[21].

    Στρατιωτικό σχέδιο για την κατάληψη της Αττικής[

    Το 1943 του ζητήθηκε από τον Γιάννη Ιωαννίδη να δημιουργήσει στρατιωτικό σχέδιο για τη κατάληψη της Αττικής που βρισκόταν επί Γερμανικής κυριαρχίας. Ο Μακρίδης θεώρησε ότι δεν έχει νόημα να αναπτύξει στρατιωτικό σχέδιο με άγνωστες δυνάμεις ενάντια σε άγνωστες δυνάμεις, καθώς θεωρούσε ανεδαφική την εκτίμηση του Π.Γ ότι ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα, αλλά μετά από πίεση το δημιούργησε[22]. Όπως αναφέρει ο Ιωαννίδης : Από τα μέσα του 1943 εγώ είπα στον Θόδωρο, τον Μακρίδη να κάνει ένα σχέδιο κατάληψης των Αθηνών … σχέδιο πολύ καλό που αν εμείς το χρησιμοποιούσαμε τον Δεκέμβρη θα… Αυτό σύμφωνα με μια πλευρά των Ιστορικών είναι ένα τεκμήριο ότι ο ΕΛΑΣ ήθελε να καταλάβει την εξουσία πραξικοπηματικά [23], ενώ άλλοι ιστορικοί δεν αποδέχονται αυτή την θεώρηση[24]. Σε κάθε περίπτωση αυτή η έκθεση χάθηκε και δε χρησιμοποιήθηκε στην Απελευθέρωση ή στα Δεκεμβριανά.

    Δεκεμβριανά

    Στις 9 Νοεμβρίου του 1944 ο Μακρίδης έστειλε τηλεγράφημα στο Π.Γ του ΚΚΕ όπου προέβλεψε με επιτυχία ότι : Το Ελληνικό εσωτερικό πρόβλημα θα λυθεί αναγκαστικά πριν από το πέρας του πολέμου . Η λύση θα είναι βίαιη και όχι κοινοβουλευτική. Η Ελληνική αντίδραση θα επιχειρήσει πραξικόπημα κατά τον Δεκέμβριο του 1944 ή τον Ιανουάριο του 1945. Είναι λίαν ενδεχόμενη βρετανική ένοπλος επέμβασις. Αντίθετα με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ Θανάση Κλάρα, ήταν πεπεισμένος ότι σε περίπτωση σύγκρουσης το επίκεντρο θα ήταν μόνο η Αθήνα και όχι και η Ήπειρος όπως πίστευε ο Κλάρας ο οποίος και μεταπείθεται[25]. Ενώ ήταν υπέρμαχος της ολικής ρήξης με τον Βρετανικό παράγοντα και τις Ελληνικές δυνάμεις που αυτός έλεγχε, η ηγεσία του ΚΚΕ στις 1-12-1944, τον απέκοψε από τις εξελίξεις αφού το Γ.Σ του ΕΛΑΣ εκτοπίστηκε (ήταν μέλος μαζί με τους Στέφανο Σαράφη και Θανάση Κλάρα) από το πεδίο σύγκρουσης της Αττικής. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ ανασυγκρότησε την Κ.Ε του ΕΛΑΣ με διορισμένα μη κομματικά στελέχη που είτε «δεν έχει γνώμη» είτε «ακούει»[26] ως μέλη της (Μαντάκας, Χατζημιχάλης, Λαγγουράνης). Κατά το ξεκίνημα των Δεκεμβριανών προσπάθησε να πείσει την ηγεσία του ΚΚΕ μέσω τηλεγραφημάτων να εξουδετερώσει τις Βρετανικές δυνάμεις που βρισκόταν στην Ελλάδα[27]. Ως προς τα πεπραγμένα της Κ.Ε του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά ανάφερε μεταγενέστερα ότι ούτε δεκανέας του Ιππικού δεν θα έκανε τέτοιο σχέδιο[28].

    Στο τέλος των συγκρούσεων, διαπραγματεύσεις

    Προς το τέλος των συγκρούσεων των Δεκεμβριανών στις 5-1-1945, μαζί με τον Βελουχιώτη πήγε στην έδρα της Κ.Ε του ΕΛΑΣ, η οποία έφευγε από την Αττική. Εκεί μαζί με τον Βελουχιώτη με ψυχραιμία προσπάθησε να ανασυγκροτήσει επιτελικά τον ΕΛΑΣ και να πείσει την ηγεσία να συνεχίσει τον αγώνα[29]. Στις 8-1-1945 πρότεινε την ανασυγκρότηση του Γ.Σ του ΕΛΑΣ και τον διορισμό του Άρη Βελουχιώτη ως αρχιστράτηγου του ΕΛΑΣ. Αντίθετα η ηγεσία του ΚΚΕ τον έστειλε να διαπραγματευθεί με τους Βρετανούς τους όρους για ανακωχή που οδήγησε στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Στις διαπραγματεύσεις για την ανακωχή η συμπεριφορά των Βρετανών τον προσέβαλε, γιατί τον έβαλαν να κοιμηθεί σε μια παράγκα[30]. Μαζί με τους Αθηνέλλη, Ζέβγο, Παρτσαλίδη ως εκπρόσωποι της Κ.Ε του ΕΛΑΣ υπέγραψαν στρατιωτική εκεχειρία με τον Υποστράτηγο Σκόμπυ, που τέθηκε σε ισχύ στις 14-1-1945[31]. Σε ιδιωτική συνάντηση με τον Γ. Ιωαννίδη επέμεινε ότι ο ΕΛΑΣ δύναται να διεξαγάγη αγώνα κατά των Βρετανικών στρατευμάτων μέσα σε δύο χρόνια και με μεγάλη επιτυχία [32]. Όντας εκνευρισμένος είπε στον Βελουχιώτη όταν αναίρεσε απόφαση του Γ.Σ του ΕΛΑΣ κατόπιν πίεσης του Π.Γ : Βλέπω ότι και συ που νόμιζα διαφορετικό δεν έχεις όρεξη για πόλεμο. Εγώ παραιτούμαι από τον ΕΛΑΣ και σεις οι μεγάλοι καπεταναίοι θάψτε τον. Είναι ντροπή σου να υπογράφεις διαταγές και ύστερα να ζητάς την ακύρωση τους. ΄Ή ήταν στραβές και δεν έπρεπε να υπογράψεις ή ήταν σωστές και έπρεπε να εκτελεστούν[33][34].

    Μετά την Βάρκιζα

    Όταν ο Μακρίδης έμαθε τους όρους της συμφωνίας της Βάρκιζας είπε στον Βελουχιώτη Άρη μας προδώσανε, να τους δέσουμε και να συνεχίσουμε αλλά ο Βελουχιώτης αρνήθηκε καθώς θεωρούσε πως δεν διέθετε το απαραίτητο κομματικό και πολιτικό κύρος για να αρνηθεί τη παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ και να συνεχίσει τις συγκρούσεις με τους Βρετανούς[35]. Μετά από αυτό μαζί με τον Βελουχιώτη πρότειναν στο Π.Γ του ΚΚΕ να αποσυρθούν τα καλύτερα τμήματα του ΕΛΑΣ στην Γιουγκοσλαβία κάτι που αρνήθηκε το Π.Γ[36]. Όταν αργότερα ο Βελουχιώτης ίδρυσε το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), θα στείλει δύο φορές αμάξι να πάρει ανεπιτυχώς τον Μακρίδη ίσως από πειθαρχία στο κόμμα, ίσως από δειλία ενός χαρτογιακά[37].

    Στον εμφύλιο]

    Στην 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ, που κατά μερικούς Ιστορικούς αποφασίστηκε η έναρξη του εμφυλίου πολέμου από τη πλευρά του ΚΚΕ[38] ενώ κατά άλλους όχι[39], ο Μακρίδης υποστήριξε την εξέγερση στις πόλεις, ενώ ο Μάρκος Βαφειάδης την συγκρότηση αντάρτικου στρατού[40]. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ότι στην συγκεκριμένη ολομέλεια δεν άνοιξα το στόμα μου[41]. Εγγράφηκε στο β’ πίνακα αξιωματικών όπως οι περισσότεροι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ και οδηγήθηκε στην εξορία με φύλλο πορείας [42], χωρίς να βγει στην παρανομία. Όταν έγινε η απόδραση μερικών αξιωματικών του ΕΛΑΣ από τη Νάξο, η ηγεσία του ΚΚΕ ενδιαφέρθηκε ειδικά μόνο για αυτόν και ειδοποίησε με σήμα της το Κλιμάκιο Αθήνας «Αν ο Έχτορας είναι μεταξύ φυγάδων να τον στείλετε σε μας, όσο μπορείτε γρηγορότερα»[43] αλλά μόλις πριν είχε διαταχθεί αιφνιδίως λόγω κάποιου επεισοδίου με χωροφύλακες η μεταγωγή του στη Φολέγανδρο. Το 1948 του αφαιρέθηκε ο στρατιωτικός βαθμός από τη κυβέρνηση. Από τα βασανιστήρια απόκτησε ψυχολογικά προβλήματα, και η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου βρίσκεται εξορία και γύρω στο 1953 κατάφερε να φτάσει στις σοσιαλιστικές χώρες μέσω της βοήθειας του κόμματος.

    Η κομματική δράση

    Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1941, ενώ τον Οκτώβριο του 1945 εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Στην 5η Ολομέλεια, που έγινε στις 26-28 Δεκεμβρίου 1955, ενώ έχουν προηγηθεί οι συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του ΔΣΕ στην Τασκένδη για την ηγεσία και πολιτική του κόμματος ο Μακρίδης τάχθηκε με την πλευρά του Νίκου Ζαχαριάδη, ενώ υπερασπιζόταν το έργο του και αντέκρουσε τις κατηγορίες που διατυπώνονταν κατά του ΕΛΑΣ, επίσης βρήκε ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις για την Έκθεση του[44]. Στην 6η Ολομέλεια (11-12 Μαρτίου 1956) καθαιρείται από Γενικός Γραμματέας ο Ζαχαριάδης, ο Μακρίδης δεν εξέφρασε διαφωνίες με την γραμμή της νέας ηγεσίας, άλλα εναντιώθηκε σε διαφορετικές απόψεις σε σχέση με τις απόψεις που εξέφρασε στην Έκθεσή του[44]. Το 1957 στην 7η Ολομέλεια υπέβαλε ερωτήσεις στον Νίκο Ζαχαριάδη σχετικά με την τακτική του ΔΣΕ περι διεξαγωγής αποφασιστικής μάχης μέσα στο 1949, ενώ κατά την γνώμη του Μακρίδη οι πιθανότητες νίκης ήταν χαμηλότερες του 10%[45], μαζί με τους Πολύδωρο Δανιηλίδη, Μιλτιάδη Πορφυρογένη ψήφισαν ενάντια στη καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από μέλος του ΚΚΕ [46]. Τελευταία φορά που έλαβε μέρος ως μέλος της ΚΕ ήταν στο 8ο Συνέδριο που έγινε τον Αύγουστο του 1961. Έδωσε το παρόν σε όλες της επόμενες Ολομέλειες έως την 14η, τον Απρίλιο του 1970. Ήδη όμως από την δεκαετία του ΄60 άρχισε να αποσύρεται σταδιακά από την κομματική ζωή και δράση[44].

    Μεταγενέστερα χρόνια

    Διέμεινε ένα διάστημα στην Ουγγαρία και αργότερα στη Βουλγαρία, όπου φοίτησε για μικρό διάστημα σε στρατιωτική ακαδημία, ενώ αργότερα πήρε σύνταξη λόγω προβλημάτων υγείας. Γύρισε στην Ελλάδα, όπου θεωρούσε τον εαυτό του πλέον εξωκομματικό. Πέθανε την Κυριακή 16 Αυγούστου 1981 και κηδεύτηκε σε στενό οικογενειακό κύκλο[47].

    Στοιχεία προσωπικότητας

    Ο Θεόδωρος Μακρίδης είχε φήμη ως ένας από τους καλύτερος επιτελικούς αξιωματικούς του αστικού στρατού στην Ελλάδα ενώ για τις γνώσεις του όπως έλεγε ο ίδιος : Για να αυξήσω τις στρατιωτικές μου γνώσεις…φρόντιζα πάντοτε μεταξύ του 1922 και του 1940 να προμηθεύομαι…καθετί μεταφρασμένο ή μεταφραζόμενο στη γαλλική στρατιωτικό σύγγραμα, ενώ έχαιρε αναγνώρισης της επιτελικής αξίας του από μέλη του ΕΑΜ και από Βρετανούς. Παρόλα αυτά είχε τη φήμη του δύσκολου και δύστροπου χαρακτήρα ενώ πιθανότατα ένιωθε μειονεκτικά εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε καταφέρει να δράσει ως διοικητής στρατιωτικής μονάδας αφού είτε ήταν εξορία είτε υπηρετούσε σε επιτελική θέση[48]. Γνώριζε Τούρκικα, Γαλλικά, Αγγλικά και Γερμανικά. Είχε άριστη μνήμη και λέγεται ότι οι αντίπαλοι του λέγανε ο κομμουνισμός μας πήρε τον καλύτερο αξιωματικό [49].

    Οικογενειακή κατάσταση

    Ήταν παντρεμένος με τη Σοφούλα Μακρίδη[50] και είχε μια κόρη[51], ο αδερφός του Σάββας Μακρίδης ήταν επισμηναγός στη Πολεμική Αεροπορία [52]. Επίσης ήταν συγγενής με τον ανώτερο αξιωματικό του Ελληνικού στρατού Αθηναγόρα Αθηνέλλη που είχε σχέσεις με το ΚΚΕ και ήταν πρώτος ξάδερφος με το ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ Δόμνα Παπάζογλου (η γυναίκα του Γ. Ιωαννίδη) οι οποίοι τον επηρεάσαν στα πολιτικά του πιστεύω.

    Έκθεση Μακρίδη και κριτική της

    Το 1946 η καθοδήγηση του ΚΚΕ, ζήτησε από τον Μακρίδη να γράψει μια έκθεση πεπραγμένων για τη περίοδο της Κατοχής και των Δεκεμβριανών. Ο Μακρίδης την έγραψε στην καθαρεύουσα όπου άφησε υπονοούμενα για την προηγούμενη καθοδήγηση του ΚΚΕ. Η έκθεση αυτή έγινε τεκμήριο υπέρ της χαφιεδοποιήσης του πρώην γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Γιώργου Σιάντου[53][54]. Η έκθεση Μακρίδη έχει γραφτεί ως εσωκομματική πληροφόρηση με ανάλογες υποκειμενικές κριτικές για πρόσωπα και καταστάσεις και σε πολλές περιπτώσεις οι κρίσεις είναι υπερβολικές και άδικες. Η έκθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 2000 από τον Γρηγόρη Φαράκο[55] ενώ πρωτύτερα κυκλοφορούσαν φήμες για την τύχη της καθώς και αποσπάσματα της.

    Kατά την άποψη του Ανδρέα Μουντρίχα (πιθανόν έχοντας διαβάσει αποσπάσματα της Έκθεσης), ο Μακρίδης, επιδιώκοντας να αποδείξει την ορθότητα των απόψεών του έναντι των αντιστοίχων απόψεων των εσωκομματικών του αντιπάλων που δεν ήταν υπέρμαχοι της σύγκρουσης στα πριν και κατά τα Δεκεμβριανά, παρουσιάσε τις δυνατότητες του ΕΛΑΣ ως πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές[56].

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82

  8. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

    Ο Αρης και η απελευθέρωση

    Της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΛΑΖΟΥ*

    «Η λευτεριά δεν κερδίζεται με ξόρκια αλλά με αγώνες και θύματα»
    (από το λόγο του Αρη Βελουχιώτη στην απελευθέρωση της Λαμίας, Οκτώβριος 1944)

    Πέρασαν 69 χρόνια από τη 16η Ιουνίου 1945, ημέρα που ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Αρης Βελουχιώτης έβαλε τέρμα στη ζωή του στο φαράγγι της Μεσούντας κυνηγημένος από εχθρούς και αποκηρυγμένος από το κόμμα του, το ΚΚΕ.

    Ο Αρης Βελουχιώτης (ψευδώνυμο του Θανάση Κλάρα) συνδέθηκε άρρηκτα με μια από τις ενδοξότερες σελίδες της ελληνικής Ιστορίας, την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης. Από νεανική ηλικία στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, στρατευμένος στις γραμμές του ΚΚΕ, πέρασε όλες τις περιπέτειες του κόμματος (παρανομία, φυλακίσεις, εξορία) για να βρεθεί το 1942 στην πρωτοπορία του ένοπλου αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας.

    Με άμεσο και απλό λόγο άναψε τη φλόγα της λευτεριάς στις καρδιές του ελληνικού λαού δημιουργώντας από το μηδέν έναν από τους μεγαλύτερους εθνικούς λαϊκούς απελευθερωτικούς στρατούς, τον ΕΛΑΣ. «Σφύριζε το μάλιγχερ και κροτάλιζε ξερά το πυροβόλο στις βουνοκορφές και τα φαράγγια» και ας φώναζαν οι δήθεν «συνετοί» για «ησυχία και τάξη». Η αγάπη για την πατρίδα από κούφια ρητορική μετουσιωνόταν σε αγωνιστική πράξη. Σε λίγους μόλις μήνες από τη συγκρότησή του, ο ΕΛΑΣ, με τον Αρη αρχηγό, κατόρθωσε να υποσκάψει όλο το πλαίσιο και τους μηχανισμούς εξουσίας του Αξονα, να υπονομεύσει την προσπάθεια μετατροπής της Ελλάδας σε πολεμικό στήριγμα των Γερμανών και να απελευθερώσει μεγάλα τμήματα χώρας δημιουργώντας την Ελεύθερη Ελλάδα. Και όλα αυτά υποστηρίζοντας έμπρακτα και με όλες του τις δυνάμεις τη συμμαχική προσπάθεια.

    Επρόκειτο όμως για έναν αγώνα διπλό, για την εθνική αλλά και την κοινωνική απελευθέρωση. Ενα «θαύμα» συντελούνταν στην παραμελημένη ελληνική ύπαιθρο όπου αναπτύσσονταν οι θεσμοί της λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης, κάνοντας το όραμα για μια Ελλάδα ελεύθερη, ανεξάρτητη και δημοκρατική πραγματικότητα. Για πρώτη φορά ο λαός έπαιρνε τη μοίρα του στα χέρια του και από κομπάρσος γινόταν πρωταγωνιστής της Ιστορίας. Λαοκρατία και όχι βασιλιάς, αγώνας μέχρι την ολοκληρωτική συντριβή του φασισμού και την εξασφάλιση των κατακτήσεων του λαού.

    Ο Αρης βλέπει την κοινωνική επανάσταση που συντελείται στην Ελλάδα. Συνδυάζει το ταξικό με το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα: «Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δεν νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;». Πόσο διαχρονικά και επίκαιρα ακούγονται σήμερα τα λόγια του!

    Ενάντια σε αυτή την κοσμογονία της Αντίστασης πολέμησαν οι κατακτητές και οι πρόθυμοι συνεργάτες τους, τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας και οι φασιστικές οργανώσεις με τυφλά αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις και πυρπολήσεις χωριών (όπως το Δίστομο και τα Καλάβρυτα). Κατηγόρησαν τον Αρη για υπερβολική σκληρότητα και αδιάλλακτη συμπεριφορά του απέναντι στους κατακτητές, τους ληστές και τους προδότες. Απαντά ο ίδιος: «Σφάξαμε κείνους που πρόδιδαν στους κατακτητές τους Ελληνες, κείνους που κλέβανε το λαό και διαπράττανε εγκλήματα. Και είναι κυριολεκτικά ηλίθιοι κείνοι που τους πήρε ο πόνος γι’ αυτούς, που τόσο δικαιολογημένα χτυπήσαμε, για να παίρνουν το μέρος τους ή είναι ολοκληρωτικά συνένοχοί τους».

    Με την απελευθέρωση, ο Αρης εισήλθε θριαμβευτικά στη γενέθλια πόλη του, τη Λαμία, όπου στον περίφημο λόγο του όρισε τα νέα καθήκοντα των αγωνιστών: «Εμάς, η μόνη μας φιλοδοξία είναι να είμαστε υπηρέτες του λαού. Για αυτό θα σεβαστούμε την ετυμηγορία σας, όποια και αν είναι αυτή».

    Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά και η Συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945. Παρότι διαφώνησε, υπέγραψε τη διαταγή αποστράτευσης του ΕΛΑΣ. Σύντομα, ωστόσο, κάλεσε τους παλαιούς συμπολεμιστές του σε νέο ένοπλο αγώνα για την εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της δημοκρατικής πορείας της χώρας. Η τακτική αυτή της ένοπλης αντιπαράθεσης ερχόταν σε αντίθεση με τη στρατηγική του ΚΚΕ της νομιμότητας και της κοινοβουλευτικής προοπτικής για ομαλή δημοκρατική εξέλιξη και πέρασμα στο σοσιαλισμό με δημοκρατικές μεθόδους πολιτικής πάλης. Εξέφραζε ωστόσο τις προσδοκίες ενός μεγάλου μέρους του ΕΑΜικού κινήματος το οποίο αμέσως μετά την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ είχε αρχίσει να βιώνει τις διώξεις του επίσημου κράτους και την τρομοκρατία των παρακρατικών ομάδων στην ύπαιθρο.

    ΟΑρης συγκρότησε το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας το οποίο φιλοδοξούσε να καταστεί ένα νέο ΕΑΜ. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε με επιτυχία. Αποκηρυγμένος από το κόμμα του και κυνηγημένος από δυνάμεις της Εθνοφυλακής και παρακρατικούς, ο Αρης έδωσε τέλος στη ζωή του. Το κεφάλι του, μαζί με αυτό του συμπολεμιστή του Τζαβέλα, κρεμάστηκε από ένα φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων, ένδειξη της βαρβαρότητας και του «ήθους» του μεταπολεμικού κράτους και των παρακρατικών στυλοβατών του. «Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα αποκήρυξε έναν απείθαρχο οπαδό του αλλά ο δοσιλογισμός εκρέμασε το κεφάλι ενός εθνικού αγωνιστή», έγραφε η ΕΑΜική Ελεύθερη Ελλάδα.

    Ο Αρης άγγιξε τα όρια του μύθου και μετατράπηκε σε σύμβολο της αντίστασης. Σήμερα, σε μια κρίσιμη στιγμή για την πατρίδα μας, με τη συγκυβέρνηση του Μνημονίου, το ξεπούλημα της χώρας και την καταστροφή των κοινωνικών δομών, με το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής να δηλητηριάζει το σώμα της ελληνικής δημοκρατίας και να προκαλεί την ιστορική μνήμη, τα ιδανικά για τα οποία πολέμησαν ο Αρης Βελουχιώτης και οι συναγωνιστές του αποτελούν οράματα και δείκτες σε νέους αγώνες. Είναι ένα έναυσμα αντίστασης σε κάθε προσπάθεια καπηλείας της ελληνικής ανεξαρτησίας και επιβολής αντιλαϊκών πολιτικών και μέτρων.

    * Δρ Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

    http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.columns&id=435493

  9. ΦΩΤΕΙΝΌς on

    Ο ΞΕΝΟΔΟΥΛΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΟΥΣΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΑΙΤΙΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ
    Την διαμάχη μεταξύ Ελλήνων δημιουργούν τα αντίθετα οικονομικά συμφέροντα, η ιστορία της Ελλάδας είναι μια ιστορία συγκρούσεων για την δημοκρατία και την ελευθερία, έθνη που δεν είχαν ταξική πάλη δεν είχαν ποτέ ελευθερία και δημοκρατία ( Ανατολικοί λαοί, ) αντίθετα από εμφύλια σύγκρουση ή εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα προέκυψε η Αμερικανική Δημοκρατία , η Γαλλική επανάσταση, το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος, η Οκτωβριανή επανάσταση , και οι ανατροπές τυρανικτόνων καθεστώτων παγκοσμίως.
    Πέρα από αυτό όμως στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας έχουμε εμφύλιες συγκρούσεις ΑΝΟΗΤΕΣ κατευθυνόμενες από πολιτικούς υπηρέτες ξένων συμφερόντων διότι η άρχουσα τάξη στην σύγχρονη Ελλάδα λόγω του μεταπρατικού χαρακτήρα της Ελληνικής οικονομίας είναι ΞΕΝΟΔΟΥΛΗ , έτσι η διαμάχη βασιλοφρόνων – βενιζελικών που οδήγησε στον α΄ εθνικό διχασμό έχει υπαιτιότητα ότι οι βασιλόφρονες υποστήριζαν τα συμφέροντα των Γερμανών στην Ελλάδα, και των βενιζελικών που υποστήριζαν τα συμφέροντα των Άγγλογάλλων . Ο εμφύλιος πόλεμος toy 1944-1949 είχε σαν υπαίτιο την άρχουσα τάξη ( Ελληνικό εφοπλιστικό και εμπορικό κεφάλαιο, και βιομηχάνους ) με τους πολιτικούς της εκπροσώπους Βασιλόφρονές και Βενιζελίκους που απεμπόλησαν τα εθνικά δικαιώματα της Ελλάδος απέναντι στους Άγγλους (παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα),διότι ένα κράτος που κατατρώγεται από διχόνοια δεν ασχολείται με τις συμφωνημένες εθνικές διεκδικήσεις και συμμαχώντας με τους συνεργάτες των Γερμανών τους δοσίλογους-ταγματασφαλίτες επέβαλαν τον εμφύλιο πόλεμο και εκμεταλλευόμενη την «συριζαίκη» νοοτροπία της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ που παρέδωσαν ανοήτως τα όπλα τους εμπιστευόμενη την υπογραφή των αστών πολιτικών, πιστεύοντας ότι ή άλλη πλευρά θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα αντί να υπάρξει ειρήνη μετά την συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριο 1945). Συμφωνία που προέβλεπε ΓΕΝΙΚΗ ΑΜΝΗΣΤΙΑ όλων των εμπλεκόμενων στον εμφύλιο. Τίποτε δεν τηρήθηκε από το καθεστώς της ξενοδουλείας και 100.000 άνθρωποι να οδηγηθούν σε ξερονήσια το 1945-1946 και δεκάδες χιλιάδες έλληνες πολίτες δολοφονήθηκαν από την αιματηρή τρομοκρατία στην ελληνική ύπαιθρο από τους πρώην δοσίλογους επειδή το αμάρτημα των αγωνιστών εαμιτών τους ήταν ότι πολέμησαν τους Γερμανούς κατακτητές , έτσι οι μοναρχοφασίστες σε συνεργασία με τους Αγγλόδουλους να ματοκυλίσουν την Ελλάδα από το 1944-1949 και χρησιμοποίησαν τον Γράμμο σαν πεδίο δοκιμών των αμερικανικών βομβών ΝΑΠΑΛΜ,, απεμπολώντας οι μοναρχοφασίστες τα συμφωνηθέντα το να δοθεί στην Ελλάδα η Κύπρος και η Βόρειος Ήπειρος που ήταν στις συμφωνίες συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο . Αντίθετα χάρη σε πρόταση της Σοβιετικής Ένωσης στον ΟΗΕ , η Ελλάδα το 1945 προσάρτησε τα Δωδεκάνησα από τους Ιταλούς-ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ-η Αγγλία γιατί δεν έκανε αντίστοιχη πρόταση για τηνν Κύπρο…

  10. ΦΩΤΕΙΝΌς on

    Αυτοί λοιπόν οι Εφιάλτες αντί από το 1951 να ψηφίσουν γενική αμνηστία για να αρθούν οι συνέπειες του εμφυλίου πολέμου ώστε και η Ελλάδα να κλείσει έγκαιρα τις πληγές και να οδηγήθει στην πρόοδο της, παρέτεινα το καθεστώς του εμφυλίου πολέμου μέχρι μέχρι το 1967 οικοδομώντας το Φαύλο κράτος της δεξιάς. Ακολούθησε το 1967-1974 η Αμερικάνόδουλή δικτατορία των συνταγματαρχών όπου αυτοί οι τυραννίσκοι σαν νέοι εφιάλτες υποκίνησαν στην Κυπριακή Δημοκρατία το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1975 που είχε σαν αποτέλεσμα την Τουρκική Εισβολή και την κατοχή του 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους Τούρκους και όλα αυτά κάτω από τις ευλογίες των Αμερικάνων προστατών της χούντας..
    Καλό είναι λοιπόν να γνωρίζουμε ότι ο Γιωργάκης Παπανδρέου που μας επέβαλε το επαχθές μνημόνιο υποταγής στους δανειστές το 2010, είναι εγγονός του Γεωργίου Παπανδρέου που ήταν ο πρωθυπουργός που ματοκύλισε την Ελλάδα το 1944 καλώντας 60.000 Εγγλέζους και Ινδούς στρατιώτες να αποβιβασθούν στον Πειραιά , και είναι αυτός που έδωσε την έγκριση του να βομβαρδιστεί η Αθήνα και ο Πειραιάς από τους Εγγλέζους με αποτέλεσμα να έχουμε χιλιάδες νεκρούς μόνο από τους βομβαρδισμούς.

  11. ΦΩΤΕΙΝΌς on

    Καλό λοιπόν είναι η Ελλάδα για να βρει τον δρόμο της να απαλλαγεί από τους αμερικάνόδουλους και ξενόδουλους πολιτικούς και στρατιωτικού, και να στηριχθεί στις δυνάμεις του λαού που ποτέ δεν την πρόδωσαν αλλά έδωσαν το αίμα τους για αυτήν :
    1) Oπως τους αγωνιστές που έκαναν την επανάσταση του 1821και συνέβάλλαν στην δημιουργία του νεοελληνικού κράτους,
    2) Την εποποιία της εθνικής αντίστασης (ΕΑΜ-ΕΔΕΣ)κατά των γερμανών κατακτητών που συνέβαλε στον αγώνα κατά του φασισμού, Απλώς πρέπει να γνωρίζουμε ότι τις εθνικές τραγωδίες δεν τις δημιούργησαν ποτέ οι αγωνιστές αλλά τα κόμματα της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα
    • ΤΟ 1922 υπαίτιοι για την Μικρασιατική καταστροφή είναι οι κύρια οι βασιλόφρονες πολιτικοί, και κατά δεύτερο λόγο οι βενιζελικοί
    • Από αυτό τον πολιτικό χώρο των βασιλοφρόνων και τον πρώην αστικό είναι παρά πολλοί συνεργάτες των Γερμανιών κατά την περίοδο 1941( Τσολακόγλου , Ράλληδες, δοσίλογοι Τάγματα ασφαλείας κ.λ.π) ,
    • Από τον χώρο τον βενιζελικό είναι ο Πρωθυπουργός του εμφυλίου Γεώργιος Παπανδρέου,1944 που ευθύνεται για την έναρξη του εμφυλίου με την συγκάλυψη των ενόχων( χωροφυλάκων και Άγγλων πρακτόρων) που πυροβόλησαν σαν ελεύθεροι σκοπευτές από τα κεντρικά κτίρια της Αθήνας τους διαδηλωτές προκαλώντας τις εκατόμβες νεκρών Εαμιτών διαδηλωτών στις 3και 4 Δεκέμβρη του 1944 ανάβόντας και ΠΡΟΚΑΛΩΝΤΑΣ ΣΚΟΠΙΜΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ-συνταγή για εμφύλιο που έχει εφαρμοστεί σε πολλές χώρες από Άγγλους και Αμερικάνους- .
    • Από τον χώρο των αμερικανόδουλων και αντιδημοκρατικών δυνάμεων είναι το καθεστώς της χούντας 1967-1974 που αφόπλισε το 1968 την Κύπρο και που οδήγησε με το ανόητο και αμερικανόπνευστο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου το 1974 στην Τούρκική εισβολή με αποτέλεσμα να διχοτομηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία ..
    • Από τον ίδιο πολιτικό χώρο ( Δεξιά και ΠΑΣΟΚ) έγινε η οικονομική διαχείριση που οδήγησε στην διόγκωση του Ελληνικού χρέους (1974-2009), και από τους σχεδιασμένους χειρισμούς της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ 2010 οδηγηθήκαμε στην υποταγή της Ελλάδος στα μνημόνια
    ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΛΕΜΕ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ και όχι και να κρατάμε ίσες αποστάσεις και στο όνομα της Ελλάδας να τα εξωραΐζουμε τους θύτες με τα θύματα .
    «Όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν» Ευριπίδης (480-406 Π.Χ)

  12. Περισκόπιο on

    Τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στα τραγικά «Δεκεμβριανά»

    Η ένοπλη αναμέτρηση που έγινε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, ήταν η κορύφωση της αντίθεσης μεταξύ ενός ισχυρού ακροαριστερού κοινωνικού ρεύματος που είχε επωασθεί στα βουνά της Ελλάδας στην Αντίσταση και του αστικού αντικομουνιστικού κόσμου που ήταν ουσιαστικά ο πολιτικός κληρονόμος και συνεχιστής της προπολεμικής Ελλάδας. Το ΕΑΜ μεγενθύνθηκε απότομα ευνοημένο από μια σειρά από παράγοντες, όπως η υλικοτεχνική και οικονομική βοήθεια που έλαβε από τους Άγγλους ως το καλοκαίρι του 1943, τα πατριωτικά συνθήματα που χρησιμοποίησε (υποβαθμίζοντας τα ταξικά) στην επαφή του με τους Έλληνες της υπαίθρου, η εξόντωση η η προσπάθεια εξόντωσης όλων των άλλων Ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων (ΠΑΟ, ΕΚΚΑ, ΕΔΕΣ), η απόκτηση με δόλο των όπλων της ιταλικής μεραρχίας Πινερόλο, αλλά και ο ριζοσπαστικός πολιτικοκοινωνικός λόγος που χρησιμοποίησε σε μια εποχή που η Ελλάδα είχε ερημώσει και διψούσε για ελπίδα και προοπτική.

    Το σκηνικό της ένοπλης αναμέτρησης του Δεκέμβρη είχε στηθεί ήδη από το καλοκαίρι του 1943. Τότε σε μια λάθος εκτίμηση της κατάστασης ο ΕΛΑΣ είχε επιτεθεί με σκληρότητα στον ΕΔΕΣ, διαλύοντας τις μικρές του ομάδες στην Θεσσαλία και στην Στερεά Ελλάδα αλλά και στην ΕΚΚΑ του Ψαρρού την οποία ομοίως την διέλυσε. Σκοπός του ήταν να αναλάβει την εξουσία καθώς θεωρούσε ότι οι Γερμανοί αποχωρούσαν. Όταν όμως οι Γερμανοί τελικά δεν αποχώρησαν από την Ελλάδα αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την παρουσία τους και κόπηκε η Αγγλική βοήθεια λόγω του Ελληνικού εμφυλίου, τότε το ΕΑΜ στράφηκε σε πολιτικές λύσεις ιδρύοντας το 1944 στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας την ΠΕΕΑ με συμμετοχή σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων από την ευρύτερη Αριστερά (Σβώλος, Αγγελόπουλος).

    Στην Μέση Ανατολή όπου βρισκόταν η έδρα της Ελληνικής Κυβέρνησης συνέβη μια μεταβολή πολύ σημαντική. Στις 20 Απριλίου 1944 ανέλαβε καθήκοντα Πρωθυπουργού ο Γεώργιος Παπανδρέου, που ερχόταν από την Ελλάδα και γνώριζε απόλυτα την τρέχουσα κατάσταση και την υπεροχή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Με ένα πραγματιστικό πολιτικό πρόγραμμα κατάφερε να παγιδεύσει τους αντιπροσώπους του ΕΑΜ στην συνδιάσκεψη του Λιβάνου τον Μάιο της ίδιας χρονιάς και να τους εντάξει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Παπανδρέου το εγκλώβισε σε μια νομιμόφρονα στάση, που σε συνδυασμό με την συμφωνία της Καζέρτας (26η Σεπτεμβρίου 1944) οδήγησε στην αναίμακτη απελευθέρωση της Αθήνας στις 18 Οκτωβρίου 1944 από μικρές Αγγλικές μονάδες υπό τον στρατηγό Σκόμπυ. Η ΙΙΙ ορεινή ταξιαρχία «Ρίμινι» υπό τον Βεντήρη έφτασε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου, γνωρίζοντας αποθεωτική υποδοχή από τους Αθηναίους και ενισχύοντας σημαντικά τις ασθενείς μονάδες που είχε στην διάθεση της η κυβέρνηση.

    Το τελευταίο βήμα πριν την πλήρη πολιτική εξομάλυνση στην Ελλάδα ήταν η αποστράτευση των ενόπλων τμημάτων των ανταρτών των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία άνηκε στον ΕΛΑΣ. Το σχέδιο αποστράτευσης είχε συμφωνηθεί ήδη από το Λίβανο και προέβλεπε την ταυτόχρονη αποστράτευση τόσο του ΕΛΑΣ όσο και του ΕΔΕΣ στις 10 Δεκεμβρίου με πρόσκληση τριών κλάσεων από όλη την Ελλάδα και αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης (επιλέχθηκε ο Οθωναίος). Σύμφωνα με την μαρτυρία Παπανδρέου στις 27 Νοεμβρίου τον επισκέφτηκαν οι υπουργοί της κυβέρνησης που αντιπροσώπευαν το ΕΑΜ (Σβώλος, Τσιριμώκος, Ζεύγος) ενεχειρίζοντας το σχετικό έγγραφο της συμφωνίας που περιείχε τους συμφωνηθέντες όρους υπογεγραμμένο.

    Το απόγευμα της 28ης Νοεμβρίου επισκέφτηκε εκ νέου τον Παπανδρέου ο αντιπρόσωπος των αριστερών Ζεύγος, για να του υποβάλλει ένα νέο πολύ σημαντικό όρο στην ήδη επικυρωθείσα συμφωνία, που ήταν η αποστράτευση και της ταξιαρχίας «Ρίμινι», ως μονάδας πιστής στην Κυβέρνηση (αν και αυτή ήταν Εθνικής Ενότητας με συμμετοχή του ΕΑΜ). Να σημειωθεί ότι η αξίωση αυτή είχε και τελεσιγραφικό χαρακτήρα. Ο Παπανδρέου θεώρησε ότι αυτό αποτελούσε ουσιώδη υπαναχώρηση από τα συμφωνηθέντα. Αποφάσισε όμως να κάνει μια ύστατη θυσία (παρά τις αντιρρήσεις άλλων πολιτικών όπως ο Σοφούλης) για να σωθεί η Ελλάδα από τον εμφύλιο. Πρότεινε στο ΕΑΜ να μην αποστρατευθεί μια μονάδα του ΕΛΑΣ ίση με το άθροισμα της ταξιαρχίας «Ρίμινι» και μιας μονάδας του ΕΔΕΣ. Σε αυτή την πολύ λογική συμβιβαστική πρόταση η ηγεσία του ΕΑΜ αμφιταλαντεύτηκε, αλλά τελικώς αρνήθηκε καθώς επικράτησαν οι αδιάλλακτοι στις τάξεις της. Αμέσως παραιτήθηκαν όλοι οι αριστεροί υπουργοί οδηγώντας την Ελλάδα στην δίνη του εμφυλίου. Σε αυτό το καθεστώς έντασης και διαφωνίας, το ΕΑΜ κήρυξε γενική απεργία και συλλαλητήριο για τις 3 Δεκεμβρίου.

    Η ζητούμενη άδεια για το συλλαλητήριο δεν δόθηκε από την Κυβέρνηση, καθώς ο Παπανδρέου είχε πληροφορίες ότι σκοπός του συλλαλητηρίου ήταν η εξέγερση και η αναμέτρηση και όχι η πολιτική έκφραση. Ο «ριζοσπάστης» των ημερών περιείχε εμπρηστικά άρθρα, ενώ το ίδιο επιθετικές ήταν και οι αποφάσεις της πολιτικής επιτροπής του ΕΑΜ που συνεδρίασε. Στις 3 Δεκεμβρίου ένα μεγάλο πλήθος διαδήλωσε υπέρ του ΕΑΜ, κάποιοι αστυνομικοί αφοπλίστηκαν από το πλήθος, κάποιοι άλλοι όμως άνοιξαν πυρ. το αποτέλεσμα ήταν πολλοί νεκροί και η αρχή μιας από της μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης μας Ιστορίας.

    Η βασική μας θέση είναι η εξής. Κακώς δίδεται τόση έμφαση στα τραγικά γεγονότα της 3ης Δεκεμβρίου ως βασική αιτία όσων ακολούθησαν. Είναι λάθος να αποκόπτεται το συλλαλητήριο και να εξετάζεται χωριστά από την άρνηση του ΕΑΜ να συνεργαστεί για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ που είχε συμφωνηθεί τουλάχιστον 3 φορές (Λίβανος, Καζέρτα, Αθήνα) από εκπροσώπους του ΕΑΜ. Όταν το ΕΑΜ αποφάσισε να ωθήσει την αναμέτρηση στο πεζοδρόμιο, η αιματηρή κατάληξη ήταν φυσιολογική.

    Ο λόγος για την σκληρή γραμμή του ΕΑΜ στο θέμα του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ δεν έχει ακόμη εξιχνιασθεί από την Ιστορία. Τα σχετικά ντοκουμέντα για τις εσωτερικές ζυμώσεις στην οργάνωση αυτή αλλά και στο ΚΚΕ, σιωπούν. Τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ που έχουν δημοσιευτεί δεν διαφωτίζουν καθόλου τα αίτια πίσω από την κρίσιμη υπαναχώρηση του ΕΑΜ. Από τις αιτίες που έχουν προταθεί από διάφορους Ιστορικούς αναφέρουμε αυτές που θεωρούμε πιο πιθανές.

    1. Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι ακροαριστεροί περίμεναν περισσότερα στρατεύματα να αποβιβαστούν μαζί με την κυβέρνηση. Όταν είδαν ότι υπερείχαν αριθμητικά, δεν μπορούσαν να αντισταθούν στον πειρασμό της κατάληψης της εξουσίας που είναι βασικός στόχος κάθε μαρξιστικού κόμματος (Woodhouse).

    2. Οι ηγέτες του ΚΚΕ δεν εμπιστεύονταν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και είχαν φόβο ότι ο αφοπλισμός τους θα ήταν πολιτικά καταδικαστικός για αυτούς.

    3. Το ΕΑΜ φοβόταν αντεκδικήσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα όπου στελέχη της είχαν φερθεί σκληρά και καταπιεστικά

    4. Υπήρχε ένας διάχυτος φόβος στην άκρα αριστερά ότι όταν θα έπαυε η δύναμη του ΕΛΑΣ, οι Βρετανοί θα προσπαθούσαν να επαναφέρουν τον Βασιλιά Γεώργιο χωρίς δημοψήφισμα αψηφώντας την σχετική συμφωνία.

    5. Ο Τίτο απέστειλε μήνυμα στους Έλληνες κομμουνιστές παρακινώντας τους να αντισταθούν στους Άγγλους (Αλεξάντερ)

    Πάντως ο Γιάννης Ιωαννίδης, μεγαλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ την εποχή εκείνη, δήλωσε μερικά χρόνια μετά: «εμείς (το ΚΚΕ) προχωρούσαμε βάση σχεδίου στην εξεύρεση προσχήματος για να αρχίσει ο πόλεμος». Αυτή είναι και η θέση μας. Όλες οι πηγές που αναφέρουμε στο τέλος συγκλίνουν ακριβώς στο κρίσιμο αυτό συμπέρασμα. Η άκρα αριστερά είχε αποφασίσει να προσπαθήσει να καταλάβει την εξουσία, πριν ακόμη αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις αφοπλισμού με τον Παπανδρέου. Τα αίτια πάντως ακόμη δεν έχουν πλήρως αποσαφηνισθεί…..

    ΠΗΓΕΣ

    Chris Woodhouse, Το μήλο της έριδος, εκδόσεις «εξάντας»

    «Τα επίσημα κείμενα» του ΚΚΕ τόμος πέμπτος

    Γεώργιος Παπανδρέου, Η απελευθέρωση της Ελλάδος, εκδόσεις «το βήμα»

    Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η απελευθέρωση της Ελλάδος και τα μετά αυτής γεγονότα, εκδόσεις Γ.Ε.Σ.

    Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστιγκα, εκδόσεις Παπαζήση

    Τ. Αλεξάντερ, Η κρίση αποστράτευσης το 1944, από συλλογικό έργο «η Ελλαδα στην δεκαετία 1940-1950» εκδόσεις Θεμέλιο

    Χ. Γκητάκος, Δεκεμβριανά 1944 τα εκατέρωθεν ντοκουμέντα, εκδόσεις «Ιδεοτυπία»

    Συλλογικό έργο, Η μάχη των Αθηνών 1944, εκδόσεις Περισκόπιο

  13. […] επίχειρα της συμβιβαστικής πολιτικής. Θα πέσουν στη βρετανική παγίδα των Δεκεμβριανών και στη συνέχεια θα υπογράψουν τη Συμφωνία της […]

  14. Η Ελεύθερη Ελλάδα της Γερμανικής Κατοχής ως «προκαταβολή» της Λαϊκής Δημοκρατίας

    Όσα καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» απέσπασα από ένα άρθρο του Κώστα Καραγιώργη, Διευθυντή του «Ριζοσπάστη», δημοσιευμένο την 3 Αυγούστου 1945 – κι αυτό διότι φωτίζουν τα πολιτικά βήματα του λαού μας, και έχουν τη σημασία τους που δεν περιορίζεται στην απλή γνώση της ιστορίας…

    Ας τα διαβάσουμε:

    «[…] Προδομένη από τον πεμπτοφαλαγγιτισμό ή την ένοχη αδιαφορία ή το ταξικό πάθος της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας η Χώρα σφάδαζε κάτω από την μπότα των τριών κατακτητών και των «Ελλήνων» οργάνων τους, που ήταν και οι χειρότεροι.

    Ο ίδιος ο λαός ορθώθηκε για το έργο της λευτεριάς […] Διεκδικώντας με την ωπλισμένη του γροθιά, τους αντάρτες του, σπιθαμή προς σπιθαμή το μαρτυρικό χώμα από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, τους Βούλγαρους και τους «Έλληνες» προδότες, ο Ελληνικός λαός έχτιζε την Λαϊκή του Δημοκρατία.

    Δεν είχε πολιτικό πρόγραμμα ούτε κρατική πείρα. Είχε όμως το πολιτικό του ένστικτο και την πικρή πείρα της ζωής εκατόν είκοσι χρόνων. Είχε δοκιμάσει την μοναρχική απολυταρχία. Την βασιλευομένη και την αβασίλευτη ψευτοδημοκρατία. Τα κινήματα και τα πραξικοπήματα. Την ψευτοκοινοβουλευτική διαφθορά και τους κοινοβουλευτικούς «μανδύες» και «εντολές» προς τους υποψήφιους δικτάτορες. Το ανήκουστο φασιστικό αίσχος της 4ης Αυγούστου. Τις κυβερνήσεις των Κουΐσλιγκς που ήταν […] συνέχεια της 4ης Αυγούστου…

    Αυτό που έχτισε ο λαός κατά τα χρόνια της Κατοχής και στους πρώτους μήνες ύστερα από την Κατοχή ήταν η Ελεύθερη Ελλάδα. Η «Εαμοκρατία», που παρουσιάζεται μπρος στην ιστορία με ψηλά το μέτωπό της.Δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι μια ολοκληρωμένη Λαϊκή Δημοκρατία. Αλλά ήταν μια υπέροχη ιστορική «προκαταβολή» της. Ήταν οι λαμπρές εξετάσεις ενός λαού να λευτερωθεί μόνος του και να διοικηθεί μόνος του. Είχε τα δικαστήριά του και τα σχολεία του, την κοινωνική του πρόνοια και τις εκκλησίες του, τις εφημερίδες του και τα βιβλία του. Είχε τον ανίκητο στρατό του και την πολιτισμένη, δίκαιη εθνική του πολιτοφυλακή. Είχε την Κυβέρνησή του και την Βουλή του.

    Η «προκαταβολή» αυτή της Λαϊκής Δημοκρατίας του μέλλοντος τράβηξε σε έναν εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό συναγερμό την πρωτοπορία κι ύστερα την μεγάλη πλειοψηφία του Έθνους. Ένα απίστευτο ηφαίστειο ενεργητικότητας και πρωτοβουλίας εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, ένα συστηματικό φυτώριο καλλιέργειας ενός ολόπλευρα θετικού οργανωτικού πνεύματος σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας και μια μεγάλη υπόσχεση ενός σίγουρου μέλλοντος – αυτή ήταν η Ελεύθερη Ελλάδα, η τιμημένη μάννα της Λαϊκής Δημοκρατίας.

    Όταν το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων, η Προσωρινή Βουλή των Βουνών, συνεδρίαζε επί δεκαπέντε μέρες στους Κορυσχάδες και διεκπεραίωνε ένα τιτάνιο νομοθετικό έργο, ο παλαίμαχος [βουλευτής] Παντελής Καρασεβδάς [προπολεμικά του Λαϊκού Κόμματος] έλεγε κατάπληκτος: «Έχω 50 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής. Ποτέ δεν φαντάστηκα κάτι σαν τις δεκάδες αυτές των ρητόρων του Εθνικού Συμβουλίου, που όλοι είπαν απολύτως σοβαρά και μελετημένα πράγματα».

    Και όταν σε ένα Συνέδριο 600 αντιπροσώπων της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας μιλούσε μια κοπέλα 16 χρονών με καταπληκτική διαύγεια και περιεχόμενο, ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης έλεγε δακρυσμένος: «Η Λαϊκή Δημοκρατία θα γίνει! Έχει κιόλας ιδεώδη στελέχη … […]«.

    Θέλω τώρα, και επί του παρόντος, να προσθέσω δύο πράγματα για τον Κώστα Καραγιώργη: 1) ότι είχε κάνει Γραμματέας του Θεσσαλικού Γραφείου του ΚΚΕ στα 1943 και 1944 και υπεύθυνος στο Στρατηγείο Θεσσαλίας του ΕΛΑΣ στα 1943 και 2) είχε εκλεγεί Εθνοσύμβουλος και έλαβε μέρος στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου τον Μάιο του 1944 στους Κορυσχάδες.

    Συμπληρώνω επίσης ότι το άρθρο του Κώστα Καραγιώργη, από το οποίο απέσπασα όσα παραπάνω καταχώρησα, περιλαμβάνεται και αυτό στο βιβλίο: Κώστας Καραγιώργης, «Από την Βάρκιζα στον Εμφύλιο», Εκδόσεις Προσκήνιο, Χαλάνδρι 2002, Σελ. 137-140, και είχε τίτλο «Το παρόν και το μέλλον του Έθνους» και μότο «Μιας ανάστασης νέας χτυπάει η καμπάνα». Η Α” έκδοση αυτού του βιβλίου πραγματοποιήθηκε το έτος 1977, από τις Εκδόσεις «Διάλογος» με πρόλογο του Μανώλη Γλέζου.

    http://www.kosmosnf.gr/2014/10/prokatavoli/?utm_source=%CE%9F+%CE%9A%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%9D.+%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82&utm_campaign=5e1f978230-oct2710_27_2014&utm_medium=email&utm_term=0_d74fbab33a-5e1f978230-415251477

  15. Faye A. Walter on

    ……………
    • Στο δεύτερο ραδιογράφημά του (14 Δεκεμβρίου), ο Δημητρώφ αρνείται απευθείας ραδιοσύνδεση με το ΚΚΕ (κάτι που του ζητούσε επιτακτικά το Κόμμα) λέγοντας στον Κόστωφ πως «το ελληνικό Πολιτικό Γραφείο (Σιάντος) έχει άμεση επαφή μαζί μου» – κάτι που δεν έχει αποδειχθεί ότι αληθεύει και με ποιον τρόπο υπήρξε οιαδήποτε απευθείας σύνδεση, αν υπήρξε. (Αντιθέτως, ο Δημητρώφ στο προσωπικό του ημερολόγιο σημειώνει μονάχα τα δύο ραδιογραφήματα και τίποτε άλλο).

    Και το ραδιογράφημα της 14ης Δεκεμβρίου προς τον Κόστωφ, συνεχίζει: «Τον αγώνα τους βέβαια πρέπει να τον συνεχίσουν, αλλά προς το παρόν δεν μπορούν να υπολογίζουν σε βοήθεια απέξω».

  16. […] επίχειρα της συμβιβαστικής πολιτικής. Θα πέσουν στη βρετανική παγίδα των Δεκεμβριανών και στη συνέχεια θα υπογράψουν τη Συμφωνία της […]

  17. Konstantinoupolitis on

    http://www.theguardian.com/world/2014/nov/30/athens-1944-britains-dirty-secret

    Athens 1944: Britain’s dirty secret

    When 28 civilians were killed in Athens, it wasn’t the Nazis who were to blame, it was the British. Ed Vulliamy and Helena Smith reveal how Churchill’s shameful decision to turn on the partisans who had fought on our side in the war sowed the seeds for the rise of the far right in Greece today..

    I can still see it very clearly, I have not forgotten,” says Títos Patríkios. “The Athens police firing on the crowd from the roof of the parliament in Syntagma Square. The young men and women lying in pools of blood, everyone rushing down the stairs in total shock, total panic.”

    And then came the defining moment: the recklessness of youth, the passion of belief in a justice burning bright: “I jumped up on the fountain in the middle of the square, the one that is still there, and I began to shout: “Comrades, don’t disperse! Victory will be ours! Don’t leave. The time has come. We will win!”

    “I was,” he says now, “profoundly sure, that we would win.” But there was no winning that day; just as there was no pretending that what had happened would not change the history of a country that, liberated from Adolf Hitler’s Reich barely six weeks earlier, was now surging headlong towards bloody civil war.

    Even now, at 86, when Patríkios “laughs at and with myself that I have reached such an age”, the poet can remember, scene-for-scene, shot for shot, what happened in the central square of Greek political life on the morning of 3 December 1944.

    This was the day, those 70 years ago this week, when the British army, still at war with Germany, opened fire upon – and gave locals who had collaborated with the Nazis the guns to fire upon – a civilian crowd demonstrating in support of the partisans with whom Britain had been allied for three years.

    The crowd carried Greek, American, British and Soviet flags, and chanted: “Viva Churchill, Viva Roosevelt, Viva Stalin’” in endorsement of the wartime alliance.

    Twenty-eight civilians, mostly young boys and girls, were killed and hundreds injured. “We had all thought it would be a demonstration like any other,” Patríkios recalls. “Business as usual. Nobody expected a bloodbath.”

    Britain’s logic was brutal and perfidious: Prime minister Winston Churchill considered the influence of the Communist Party within the resistance movement he had backed throughout the war – the National Liberation Front, EAM – to have grown stronger than he had calculated, sufficient to jeopardise his plan to return the Greek king to power and keep Communism at bay. So he switched allegiances to back the supporters of Hitler against his own erstwhile allies.

    There were others in the square that day who, like the 16-year-old Patríkios, would go on to become prominent members of the left. Míkis Theodorakis, renowned composer and iconic figure in modern Greek history, daubed a Greek flag in the blood of those who fell. Like Patríkios, he was a member of the resistance youth movement. And, like Patríkios, he knew his country had changed. Within days, RAF Spitfires and Beaufighters were strafing leftist strongholds as the Battle of Athens – known in Greece as the Dekemvriana – began, fought not between the British and the Nazis, but the British alongside supporters of the Nazis against the partisans. “I can still smell the destruction,” Patríkios laments. “The mortars were raining down and planes were targeting everything. Even now, after all these years, I flinch at the sound of planes in war movies.”

    And thereafter Greece’s descent into catastrophic civil war: a cruel and bloody episode in British as well as Greek history which every Greek knows to their core – differently, depending on which side they were on – but which remains curiously untold in Britain, perhaps out of shame, maybe the arrogance of a lack of interest. It is a narrative of which the millions of Britons who go to savour the glories of Greek antiquity or disco-dance around the islands Mamma Mia-style, are unaware.

    The legacy of this betrayal has haunted Greece ever since, its shadow hanging over the turbulence and violence that erupted in 2008 after the killing of a schoolboy by police – also called the Dekemvriana – and created an abyss between the left and right thereafter.

    “The 1944 December uprising and 1946-49 civil war period infuses the present,” says the leading historian of these events, André Gerolymatos, “because there has never been a reconciliation. In France or Italy, if you fought the Nazis, you were respected in society after the war, regardless of ideology. In Greece, you found yourself fighting – or imprisoned and tortured by – the people who had collaborated with the Nazis, on British orders. There has never been a reckoning with that crime, and much of what is happening in Greece now is the result of not coming to terms with the past.”

    Before the war, Greece was ruled by a royalist dictatorship whose emblem of a fascist axe and crown well expressed its dichotomy once war began: the dictator, General Ioannis Metaxas, had been trained as an army officer in Imperial Germany, while Greek King George II – an uncle of Prince Philip, Duke of Edinburgh – was attached to Britain. The Greek left, meanwhile, had been reinforced by a huge influx of politicised refugees and liberal intellectuals from Asia Minor, who crammed into the slums of Pireaus and working-class Athens.

    Both dictator and king were fervently anti-communist, and Metaxas banned the Communist Party, KKE, interning and torturing its members, supporters and anyone who did not accept “the national ideology” in camps and prisons, or sending them into internal exile. Once war started, Metaxas refused to accept Mussolini’s ultimatum to surrender and pledged his loyalty to the Anglo-Greek alliance. The Greeks fought valiantly and defeated the Italians, but could not resist the Wehrmacht. By the end of April 1941, the Axis forces imposed a harsh occupation of the country. The Greeks – at first spontaneously, later in organised groups – resisted.

    But, noted the British Special Operations Executive (SOE): “The right wing and monarchists were slower than their opponents in deciding to resist the occupation, and were therefore of little use.”

    Britain’s natural allies were therefore EAM – an alliance of left wing and agrarian parties of which the KKE was dominant, but by no means the entirety – and its partisan military arm, ELAS.

    There is no overstating the horror of occupation. Professor Mark Mazower’s book Inside Hitler’s Greece describes hideous bloccos or “round-ups” – whereby crowds would be corralled into the streets so that masked informers could point out ELAS supporters to the Gestapo and Security Battalions – which had been established by the collaborationist government to assist the Nazis – for execution. Stripping and violation of women was a common means to secure “confessions”. Mass executions took place “on the German model”: in public, for purposes of intimidation; bodies would be left hanging from trees, guarded by Security Battalion collaborators to prevent their removal. In response, ELAS mounted daily counterattacks on the Germans and their quislings. The partisan movement was born in Athens but based in the villages, so that Greece was progressively liberated from the countryside. The SOE played its part, famous in military annals for the role of Brigadier Eddie Myers and “Monty” Woodhouse in blowing up the Gorgopotomas viaduct in 1942 and other operations with the partisans – andartes in Greek.

    By autumn 1944, Greece had been devastated by occupation and famine. Half a million people had died – 7% of the population. ELAS had, however, liberated dozens of villages and become a proto-government, administering parts of the country while the official state withered away. But after German withdrawal, ELAS kept its 50,000 armed partisans outside the capital, and in May 1944 agreed to the arrival of British troops, and to place its men under the officer commanding, Lt Gen Ronald Scobie.

    On 12 October the Germans evacuated Athens. Some ELAS fighters, however, had been in the capital all along, and welcomed the fresh air of freedom during a six-day window between liberation and the arrival of the British. One partisan in particular is still alive, aged 92, and is a legend of modern Greece.

    Commanding presence: Churchill leaving HMS Ajax to attend a conference ashore. Athens can be seen in the background.
    Commanding presence: Churchill leaving HMS Ajax to attend a conference ashore. Athens can be seen in the background. Photograph: Crown Copyright. IWM/Imperial War Museum
    In and around the European parliament in Brussels, the man in a Greek fisherman’s cap, with his mane of white hair and moustache, stands out. He is Manolis Glezos, senior MEP for the leftist Syriza party of Greece.

    Glezos is a man of humbling greatness. On 30 May 1941, he climbed the Acropolis with another partisan and tore down the swastika flag that had been hung there a month before. He was arrested by the Gestapo in 1942, was tortured and as a result suffered from tuberculosis. He escaped and was re-arrested twice – the second time by collaborators. He recalls being sentenced to death in May 1944, before the Germans left Athens – “They told me my grave had already been dug”. Somehow he avoided execution and was then saved from a Greek courtmartial’s firing squad during the civil war period by international outcry led by General de Gaulle, Jean-Paul Sartre and the Archbishop of Canterbury, the Rev Geoffrey Fisher.”

    Seventy years later, he is an icon of the Greek left who is also hailed as the greatest living authority on the resistance. “The English, to this day, argue that they liberated Greece and saved it from communism,” he says. “But that is the basic problem. They never liberated Greece. Greece had been liberated by the resistance, groups across the spectrum, not just EAM, on 12 October. I was there, on the streets – people were everywhere shouting: ‘Freedom!’ we cried, Laokratia! – ‘Power to the People!’”

    The British duly arrived on 18 October, installed a provisional government under Georgios Papandreou and prepared to restore the king. “From the moment they came,” recalls Glezos, “the people and the resistance greeted them as allies. There was nothing but respect and friendship towards the British. We had no idea that we were already giving up our country and our rights.” It was only a matter of time before EAM walked out of the provisional government in frustration over demands that the partisans demobilise. The negotiations broke down on 2 December.

    Official British thinking is reflected in War Cabinet papers and other documents kept in the Public Record Office at Kew. As far back as 17 August 1944, Churchill had written a “Personal and Top Secret” memo to US president Franklin Roosevelt to say that: “The War Cabinet and Foreign Secretary are much concerned about what will happen in Athens, and indeed Greece, when the Germans crack or when their divisions try to evacuate the country. If there is a long hiatus after German authorities have gone from the city before organised government can be set up, it seems very likely that EAM and the Communist extremists will attempt to seize the city.”

    But what the freedom fighters wanted, insists Glezos “was what we had achieved during the war: a state ruled by the people for the people. There was no plot to take over Athens as Churchill always maintained. If we had wanted to do that, we could have done so before the British arrived.” During November, the British set about building the new National Guard, tasked to police Greece and disarm the wartime militias. In reality, disarmament applied to ELAS only, explains Gerolymatos, not to those who had collaborated with the Nazis. Gerolymatos writes in his forthcoming book, The International Civil War, about how “in the middle of November, the British started releasing Security Battalion officers… and soon some of them were freely walking the streets of Athens wearing new uniforms… The British army continued to provide protection to assist the gradual rehabilitation of the former quisling units in the Greek army and police forces.” An SOE memo urged that “HMG must not appear to be connected with this scheme.”

    In conversation, Gerolymatos says: “So far as ELAS could see, the British had arrived, and now some senior officers of the Security Battalions and Special Security Branch [collaborationist units which had been integrated into the SS] were seen walking freely in the streets. Athens in 1944 was a small place, and you could not miss these people. Senior British officers knew exactly what they were doing, despite the fact that the ordinary soldiers of the former Security Battalions were the scum of Greece”. Gerolymatos estimates that 12,000 Security Battalionists were released from Goudi prison during the uprising to join the National Guard, and 228 had been reinstated in the army.

    Any British notion that the Communists were poised for revolution fell within the context of the so-called Percentages Agreement, forged between Churchill and Soviet Commissar Josef Stalin at the code-named “Tolstoy Conference” in Moscow on 9 October 1944. Under the terms agreed in what Churchill called “a naughty document”, southeast Europe was carved up into “spheres of influence”, whereby – broadly – Stalin took Romania and Bulgaria, while Britain, in order to keep Russia out of the Mediterranean, took Greece. The obvious thing to have done, argues Gerolymatos, “would have been to incorporate ELAS into the Greek army. The officers in ELAS, many holding commissions in the pre-war Greek army, presumed this would happen – like De Gaulle did with French communists fighting in the resistance: ‘France is liberated, now let’s go and fight Germany!’

    “But the British and the Greek government in exile decided from the outset that ELAS officers and men would not be admitted into the new army. Churchill wanted a showdown with the KKE so as to be able to restore the king. Churchill believed that a restoration would result in the return of legitimacy and bring back the old order. EAM-ELAS, regardless of its relationship to the KKE, represented a revolutionary force, and change.”

    Meanwhile, continues Gerolymatos: “The Greek communists had decided not to try to take over the country, as least not until late November/early December 1944. The KKE wanted to push for a left-of-centre government and be part of it, that’s all.” Echoing Glezos, he says: “If they had wanted a revolution, they would not have left 50,000 armed men outside the capital after liberation – they’d have brought them in.”

    “By recruiting the collaborators, the British changed the paradigm, signalling that the old order was back. Churchill wanted the conflict,” says Gerolymatos. “We must remember: there was no Battle for Greece. A large number of the British troops that arrived were administrative, not line units. When the fighting broke out in December, the British and the provisional government let the Security Battalions out of Goudi; they knew how to fight street-to-street because they’d done it with the Nazis. They’d been fighting ELAS already during the occupation and resumed the battle with gusto.”

    The morning of Sunday 3 December was a sunny one, as several processions of Greek republicans, anti-monarchists, socialists and communists wound their way towards Syntagma Square. Police cordons blocked their way, but several thousand broke through; as they approached the square, a man in military uniform shouted: “Shoot the bastards!” The lethal fusillade – from Greek police positions atop the parliament building and British headquarters in the Grande Bretagne hotel – lasted half an hour. By noon, a second crowd of demonstrators entered the square, until it was jammed with 60,000 people. After several hours, a column of British paratroops cleared the square; but the Battle of Athens had begun, and Churchill had his war.

    Manolis Glezos was sick that morning, suffering from tuberculosis. “But when I heard what had happened, I got off my sick bed,” he recalls. The following day, Glezos was roaming the streets, angry and determined, disarming police stations. By the time the British sent in an armoured division he and his comrades were waiting.

    “I note the fact,” he says, “that they would rather use those troops to fight our population than German Nazis!” By the time British tanks rolled in from the port of Pireaus, he was lying in wait: “I remember them coming up the Sacred Way. We were dug in a trench. I took out three tanks,” he says. “There was much bloodshed, a lot of fighting, I lost many very good friends. It was difficult to strike at an Englishman, difficult to kill a British soldier – they had been our allies. But now they were trying to destroy the popular will, and had declared war on our people”.

    At battle’s peak, Glezos says, the British even set up sniper nests on the Acropolis. “Not even the Germans did that. They were firing down on EAM targets, but we didn’t fire back, so as not [to harm] the monument.”

    On 5 December, Lt Gen Scobie imposed martial law and the following day ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter. “British and government forces,” writes anthropologist Neni Panourgia in her study of families in that time, “having at their disposal heavy armament, tanks, aircraft and a disciplined army, were able to make forays into the city, burning and bombing houses and streets and carving out segments of the city… The German tanks had been replaced by British ones, the SS and Gestapo officers by British soldiers.” The house belonging to actor Mimis Fotopoulos, she writes, was burned out with a portrait of Churchill above the fireplace.

    “I recall shouting slogans in English, during one battle in Koumoundourou Square because I had a strong voice and it was felt I could be heard,” says poet Títos Patríkios as we talk in his apartment. “‘We are brothers, there’s nothing to divide us, come with us!’ That’s what I was shouting in the hope that they [British troops] would withdraw. And right at that moment, with my head poked above the wall, a bullet brushed over my helmet. Had I not been yanked down by Evangelos Goufas[another poet], who was there next to me, I would have been dead.”

    three women kneel in a road holding a banner protesting against the shootings
    On their knees: women protest against the shootings, which led to more than a month of street fighting in Athens. Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
    He can now smile at the thought that only months after the killing in the square he was back at school, studying English on a British Council summer course. “We were enemies, but at the same time friends. In one battle I came across an injured English soldier and I took him to a field hospital. I gave him my copy of Robert Louis Stevenson’s Kidnapped which I remember he kept.”

    It is illuminating to read the dispatches by British soldiers themselves, as extracted by the head censor, Capt JB Gibson, now stored at the Public Record Office. They give no indication that the enemy they fight was once a partisan ally, indeed many troops think they are fighting a German-backed force. A warrant officer writes: “Mr Churchill and his speech bucked us no end, we know now what we are fighting for and against, it is obviously a Hun element behind all this trouble.” From “An Officer”: “You may ask: why should our boys give their lives to settle Greek political differences, but they are only Greek political differences? I say: no, it is all part of the war against the Hun, and we must go on and exterminate this rebellious element.”

    Cabinet papers at Kew trace the reactions in London: a minute of 12 December records Harold Macmillan, political advisor to Field Marshal Alexander, returning from Athens to recommend “a proclamation of all civilians against us as rebels, and a declaration those found in civilian clothes opposing us with weapons were liable to be shot, and that 24 hours notice should be given that certain areas were to be wholly evacuated by the civilian population” – ergo, the British Army was to depopulate and occupy Athens. Soon, reinforced British troops had the upper hand and on Christmas Eve Churchill arrived in the Greek capital in a failed bid to make peace on Christmas Day.

    “I will now tell you something I have never told anyone,” says Manolis Glezos mischievously. On the evening of 25 December Glezos would take part in his most daring escapade, laying more than a ton of dynamite under the hotel Grande Bretagne, where Lt Gen Scobie had headquartered himself. “There were about 30 of us involved. We worked through the tunnels of the sewerage system; we had people to cover the grid-lines in the streets, so scared we were that we’d be heard. We crawled through all the shit and water and laid the dynamite right under the hotel, enough to blow it sky high.

    “I carried the fuse wire myself, wire wound all around me, and I had to unravel it. We were absolutely filthy, covered [in excrement] and when we got out of the sewerage system I remember the boys washing us down. I went over to the boy with the detonator; and we waited, waited for the signal, but it never came. Nothing. There was no explosion. Then I found out: at the last minute EAM found out that Churchill was in the building, and put out an order to call off the attack. They’d wanted to blow up the British command, but didn’t want to be responsible for assassinating one of the big three.”

    At the end of the Dekemvriana, thousands had been killed; 12,000 leftists rounded up and sent to camps in the Middle East. A truce was signed on 12 February, the only clause of which that was even partially honoured was the demobilisation of ELAS. And so began a chapter known in Greek history as the “White Terror”, as anyone suspected of helping ELAS during the Dekemvriana or even Nazi occupation was rounded up and sent to a gulag of camps established for their internment, torture, often murder – or else repentance, as under the Metaxas dictatorship.

    Títos Patríkios is not the kind of man who wants the past to impinge on the present. But he does not deny the degree to which this history has done just that – affecting his poetry, his movement, his quest to find “le mot juste”. This most measured and mild-mannered of men would spend years in concentration camps, set up with the help of the British as civil war beckoned. With imprisonment came hard labour, and with hard labour came torture, and with exile came censorship. “The first night on Makronissos [the most infamous camp] we were all beaten very badly.

    “I spent six months there, mostly breaking stones, picking brambles and carrying sand. Once, I was made to stand for 24 hours after it had been discovered that a newspaper had published a letter describing the appalling conditions in the camp. But though I had written it, and had managed to pass it on to my mother, I never admitted to doing so and throughout my time there I never signed a statement of repentance.”

    Patríkios was among the relatively fortunate; thousands of others were executed, usually in public, their severed heads or hanging bodies routinely displayed in public squares. His Majesty’s embassy in Athens commented by saying the exhibition of severed heads “is a regular custom in this country which cannot be judged by western European standards”.

    The name of the man in command of the “British Police Mission” to Greece is little known. Sir Charles Wickham had been assigned by Churchill to oversee the new Greek security forces – in effect, to recruit the collaborators. Anthropologist Neni Panourgia describes Wickham as “one of the persons who traversed the empire establishing the infrastructure needed for its survival,” and credits him with the establishment of one of the most vicious camps in which prisoners were tortured and murdered, at Giaros.

    From Yorkshire, Wickham was a military man who served in the Boer War, during which concentration camps in the modern sense were invented by the British. He then fought in Russia, as part of the allied Expeditionary Force sent in 1918 to aid White Russian Czarist forces in opposition to the Bolshevik revolution. After Greece, he moved on in 1948 to Palestine. But his qualification for Greece was this: Sir Charles was the first Inspector General of the Royal Ulster Constabulary, from 1922 to 1945.

    The RUC was founded in 1922, following what became known as the Belfast pogroms of 1920-22, when Catholic streets were attacked and burned. It was, writes the historian Tim Pat Coogan, “conceived not as a regular police body, but as a counter-insurgency one… The new force contained many recruits who joined up wishing to be ordinary policemen, but it also contained murder gangs headed by men like a head constable who used bayonets on his victims because it prolonged their agonies.”

    As the writer Michael Farrell found out when researching his book Arming the Protestants, much material pertaining to Sir Charles’s incorporation of these UVF and Special Constabulary militiamen into the RUC has been destroyed, but enough remains to give a clear indication of what was happening. In a memo written by Wickham in November 1921, before the formation of the RUC, and while the partition treaty of December that year was being negotiated, he had addressed “All County Commanders” as follows: “Owing to the number of reports which has been received as to the growth of unauthorised loyalist defence forces, the government have under consideration the desirability of obtaining the services of the best elements of these organisations.”

    Coogan, Ireland’s greatest and veteran historian, stakes no claim to neutrality over matters concerning the Republic and Union, but historical facts are objective and he has a command of those that none can match. We talk at his home outside Dublin over a glass of whiskey appositely called “Writer’s Tears”.

    “It’s the narrative of empire,” says Coogan, “and, of course, they applied it to Greece. That same combination of concentration camps, putting the murder gangs in uniform, and calling it the police. That’s colonialism, that’s how it works. You use whatever means are necessary, one of which is terror and collusion with terrorists. It works.

    “Wickham organised the RUC as the armed wing of Unionism, which is something it remained thereafter,” he says. “How long was it in the history of this country before the Chris Patten report of 1999, and Wickham’s hands were finally prised off the police? That’s a hell of a long piece of history – and how much suffering, meanwhile?”

    The head of MI5 reported in 1940 that “in the personality and experience of Sir Charles Wickham, the fighting services have at their elbow a most valuable friend and counsellor”. When the intelligence services needed to integrate the Greek Security Battalions – the Third Reich’s “Special Constabulary” – into a new police force, they had found their man.

    Manolis Glezos sitting at a desk
    ‘I carried the fuse wire myself: Manolis Glezos, senior MEP and ‘a man of humbling greatness’ in Brussels. Helena Smith Photograph: Helena Smith/Observer
    Greek academics vary in their views on how directly responsible Wickham was in establishing the camps and staffing them with the torturers. Panourgia finds the camp on Giaros – an island which even the Roman Emperor Tiberius decreed unfit for prisoners – to have been Wickham’s own direct initiative. Gerolymatos, meanwhile, says: “The Greeks didn’t need the British to help them set up camps. It had been done before, under Metaxas.” Papers at Kew show British police serving under Wickham to be regularly present in the camps.

    Gerolymatos adds: “The British – and that means Wickham – knew who these people were. And that’s what makes it so frightening. They were the people who had been in the torture chambers during occupation, pulling out the fingernails and applying thumbscrews.” By September 1947, the year the Communist Party was outlawed, 19,620 leftists were held in Greek camps and prisons, 12,000 of them in Makronissos, with a further 39,948 exiled internally or in British camps across the Middle East. There exist many terrifying accounts of torture, murder and sadism in the Greek concentration camps – one of the outrageous atrocities in postwar Europe. Polymeris Volgis of New York University describes how a system of repentance was introduced as though by a “latter-day secular Inquisition”, with confessions extracted through “endless and violent degradation”.

    Women detainees would have their children taken away until they confessed to being “Bulgarians” and “whores”. The repentance system led Makronissos to be seen as a “school” and “National University” for those now convinced that “Our life belongs to Mother Greece,’ in which converts were visited by the king and queen, ministers and foreign officials. “The idea”, says Patríkios, who never repented, “was to reform and create patriots who would serve the homeland.”

    Minors in the Kifissa prison were beaten with wires and socks filled with concrete. “On the boys’ chests, they sewed name tags”, writes Voglis, “with Slavic endings added to the names; many boys were raped”. A female prisoner was forced, after a severe beating, to stand in the square of Kastoria holding the severed heads of her uncle and brother-in-law. One detainee at Patras prison in May 1945 writes simply this: “They beat me furiously on the soles of my feet until I lost my sight. I lost the world.”

    Manolis Glezos has a story of his own. He produces a book about the occupation, and shows a reproduction of the last message left by his brother Nikos, scrawled on the inside of a beret. Nikos was executed by collaborators barely a month before the Germans evacuated Greece. As he was being driven to the firing squad, the 19-year-old managed to throw the cap he was wearing from the window of the car. Subsequently found by a friend and restored to the family, the cap is among Glezos’s most treasured possessions.

    Scribbled inside, Nikos had written: “Beloved mother. I kiss you. Greetings. Today I am going to be executed, falling for the Greek People. 10-5-44.”

    Nowhere else in newly liberated Europe were Nazi sympathisers enabled to penetrate the state structure – the army, security forces, judiciary – so effectively. The resurgence of neo-fascism in the form of present-day far-right party Golden Dawn has direct links to the failure to purge the state of right-wing extremists; many of Golden Dawn’s supporters are descendants of Battalionists, as were the “The Colonels” who seized power in 1967.

    Glezos says: “I know exactly who executed my brother and I guarantee they all got off scot-free. I know that the people who did it are in government, and no one was ever punished.” Glezos has dedicated years to creating a library in his brother’s honour. In Brussels, he unabashedly asks interlocutors to contribute to the fund by popping a “frango” (a euro) into a silk purse. It is, along with the issue of war reparations, his other great campaign, his last wish: to erect a building worthy of the library that will honour Nikos. “The story of my brother is the story of Greece,” he says.

    There is no claim that ELAS, or the Democratic Army of Greece which replaced it, were hapless victims. There was indeed a “Red Terror” in response to the onslaught, and on the retreat from Athens, ELAS took some 15,000 prisoners with them. “We did some killing,” concedes Glezos, “and some people acted out of revenge. But the line was not to kill civilians.”

    In December 1946, Greek prime minister Konstantinos Tsaldaris, faced with the probability of British withdrawal, visited Washington to seek American assistance. In response, the US State Department formulated a plan for military intervention which, in March 1947, formed the basis for an announcement by President Truman of what became known as the Truman Doctrine, to intervene with force wherever communism was considered a threat. All that had passed in Greece on Britain’s initiative was the first salvo of the Cold War.

    Glezos still calls himself a communist. But like Patríkios, who rejected Stalinism, he believes that communism, as applied to Greece’s neighbours to the north, would have been a catastrophe. He recalls how he even gave Nikita Khrushchev, the Soviet leader who would de-Stalinise the Soviet Union “an earful about it all”. The occasion arose when Khrushchev invited Glezos – who at the height of the Cold War was a hero in the Soviet Union, honoured with a postage stamp bearing his image – to the Kremlin. It was 1963 and Khrushchev was in talkative mood. Glezos wanted to know why the Red Army, having marched through Bulgaria and Romania, stopped at the Greek border. Perhaps the Russian leader could explain.

    “He looked at me and said, ‘Why?’

    “I said: ‘Because Stalin didn’t behave like a communist. He divided up the world with others and gave Greece to the English.’ Then I told him what I really thought, that Stalin had been the cause of our downfall, the root of all evil. All we had wanted was a state where the people ruled, just like our [then] government in the mountains, where you can still see the words ‘all powers spring from the people and are executed by the people’ inscribed into the hills. What they wanted, and created, was rule by the party.”

    Khrushchev, says Glezos, did not openly concur. “He sat and listened. But then after our meeting he invited me to dinner, which was also attended by Leonid Brezhnev [who succeeded Khrushchev in 1964] and he listened for another four and a half hours. I have always taken that for tacit agreement.”

    Lt Gen Ronald Scobie with two other military men at a desk. On 5 December 1944, imposed martial law and ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter of Athens.
    Taking charge: Lt Gen Ronald Scobie (centre) who, on 5 December 1944, imposed martial law and ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter of Athens. Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
    For Patríkios, it was not until the Soviet invasion of Hungary in 1956, that the penny dropped: a line had been drawn across the map, agreed by Churchill and Stalin. “When I saw the west was not going to intervene [during the Budapest uprising] I realised what had happened – the agreed ‘spheres of influence’. And later, I understood that the Dekemvriana was not a local conflict, but the beginning of the Cold War that had started as a warm war here in Greece.”

    Patríkios returned to Athens as a detainee “on leave” and was eventually granted a passport in 1959. Upon procuring it, he immediately got on a ship to Paris where he would spend the next five years studying sociology and philosophy at the Sorbonne. “In politics there are no ethics,” he says, “especially imperial politics.”

    It’s the afternoon of 25 January 2009. The tear gas that has drenched Athens – a new variety, imported from Israel – clears. A march in support of a Bulgarian cleaner, whose face has been disfigured in an acid attack by neo-fascists, has been broken up by riot police after hours of street-fighting.

    Back in the rebel-held quarter of Exarcheia, a young woman called Marina pulls off her balaclava and draws air. Over coffee, she answers the question: why Greece? Why is it so different from the rest of Europe in this regard – the especially bitter war between left and right? “Because,” she replies, “of what was done to us in 1944. The persecution of the partisans who fought the Nazis, for which they were honoured in France, Italy, Belgium or the Netherlands – but for which, here, they were tortured and killed on orders from your government.”

    She continues: “I come from a family that has been detained and tortured for two generations before me: my grandfather after the Second World War, my father under the Junta of the colonels – and now it could be me, any day now. We are the grandchildren of the andartes, and our enemies are Churchill’s Greek grandchildren.”

    “The whole thing”, spits Dr Gerolymatos, “was for nothing. None of this need have happened, and the British crime was to legitimise people whose record under occupation by the Third Reich put them beyond legitimacy. It happened because Churchill believed he had to bring back the Greek king. And the last thing the Greek people wanted or needed was the return of a de-frocked monarchy backed by Nazi collaborators. But that is what the British imposed, and it has scarred Greece ever since.”

    “All those collaborators went into the system,” says Manilos Glezos. “Into the government mechanism – during and after the civil war, and their sons went into the military junta. The deposits remain, like malignant cells in the system. Although we liberated Greece, the Nazi collaborators won the war, thanks to the British. And the deposits remain, like bacilli in the system.”

    But there is one last thing Glezos would like to make clear. “You haven’t asked: ‘Why do I go on? Why I am doing this when I am 92 years and two months old?’ he says, fixing us with his eyes. “I could, after all, be sitting on a sofa in slippers with my feet up,” he jests. “So why do I do this?”

    He answers himself: “You think the man sitting opposite you is Manolis but you are wrong. I am not him. And I am not him because I have not forgotten that every time someone was about to be executed, they said: ‘Don’t forget me. When you say good morning, think of me. When you raise a glass, say my name.’ And that is what I am doing talking to you, or doing any of this. The man you see before you is all those people. And all this is about not forgetting them.”

    Timeline: the battle between left and right

    Late summer 1944 German forces withdraw from most of Greece, which is taken over by local partisans. Most of them are members of ELAS, the armed wing of the National Liberation Front, EAM, which included the Communist KKE party

    October 1944 Allied forces, led by General Ronald Scobie, enter Athens, the last German-occupied area, on 13 October. Georgios Papandreou returns from exile with the Greek government

    2 December 1944 Rather than integrate ELAS into the new army, Papandreou and Scobie demand the disarmament of all guerrilla forces. Six members of the new cabinet resign in protest

    3 December 1944 Violence in Athens after 200,000 march against the demands. More than 28 are killed and hundreds are injured. The 37-day Dekemvrianá begins. Martial law is declared on 5 December

    January/February 1945 Gen Scobie agrees to a ceasefire in exchange for ELAS withdrawal. In February the Treaty of Varkiza is signed by all parties. ELAS troops leave Athens with 15,000 prisoners

    1945/46 Right-wing gangs kill more than 1,100 civilians, triggering civil war when government forces start battling the new Democratic Army of Greece (DSE), mainly former ELAS soldiers

    1948-49 DSE suffers a catastrophic defeat in the summer of 1948, with nearly 20,000 killed. In July 1949 Tito closes the Yugoslav border, denying DSE shelter. Ceasefire signed on 16 October 1949

    21 April 1967 Right-wing forces seize power in a coup d’état. The junta lasts until 1974. Only in 1982 are communist veterans who had fled overseas allowed to return to Greece

  18. Η μάχη της Αθήνας – Η έκθεση του επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Κωνσταντίνου Λαγγουράνη

    Η έκθεση του επιτελάρχη του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά», Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Λαγγουράνη.συντάχθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 1945 με αποδέκτη τον γραμματέα του ΚΚΕ Γ. Σιάντο.

    dekemvris_1o_kentriko.jpg

    Η έκθεση του επιτελάρχη του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά», Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Λαγγουράνη.συντάχθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 1945 με αποδέκτη τον γραμματέα του ΚΚΕ Γ. Σιάντο. Το μέγεθος της είναι 4.182 λέξεις. Το πρωτότυπο της βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας Λαγγουράνη – Τσαουσάκη σε χειρόγραφη και σε δακτυλογραφημένη μορφή. Δεν σώζεται ο συνημμένος πίνακας που αναφέρεται στην έκθεση, με την περιγραφή των εκατέρωθεν δυνάμεων, όπως άλλωστε και μεγάλο μέρος του προσωπικού του αρχείου, το οποίο κατασχέθηκε από τις κυβερνητικές αρχές την περίοδο μετά τα Δεκεμβριανά. Τα ΑΣΚΙ έχουν στην κατοχή τους αντίγραφο της δακτυλογραφημένης μορφής καθώς και ηλεκτρονικό αρχείο. Η έκθεση δημοσιεύτηκε ολόκληρη στο περιοδικό «ΤΕΤΡΑΔΙΟ» τον Δεκέμβριο του 1975 (αρ. φύλλου 16) σε αφιέρωμα του δημοσιογράφου Γ. Γάτου για τα Δεκεμβριανά. Μια συνοπτική αποτύπωσή της παρουσιάστηκε στο Αρχειοτάξιο 11 του Ιουνίου 2009 -απ’ όπου την έμαθε η συντακτική ομάδα του left.

    Ο Κ. Λαγγουράνης, Αντισυνταγματάρχης του Πυροβολικού, γεννήθηκε στην Άμφισσα της Φωκίδας. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπιδων και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου στο Παρίσι. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Πολιτικές επιστήμες στη Σορβόννη. Υπήρξε καθηγητής και μετέπειτα διευθυντής στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου Αθηνών την περίοδο 1938 – 1940. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως διευθυντής του ΙΙΙου γραφείου της Ομάδας Μεραρχιών Αν. Μακεδονίας και στο τμήμα Στρατιάς Ηπείρου. Το 1941 ανέλαβε την οργάνωση των πρώτων πυρήνων αντίστασης στη Φωκίδα, κάτι που αντελήφθησαν οι Ιταλοί οι οποίοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον συλλάβουν. Μαζί με το Συνταγματάρχη Ψαρρό προχώρησαν στη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων στην περιοχή του Παρνασσού και της Γκιώνας. Υπήρξε υποδιοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΚΚΑ. Συνδέθηκε στενά με τον Στρατηγό Ευ. Μπακιρτζή, με τον οποίο διατήρησε στενή σχέση μέχρι τον θάνατο του τελευταίου το 1949. Το 1944 υποστήριξε την ανάγκη προσχωρήσεως του Συντάγματος 5/42 και της ΕΚΚΑ στην ΠΕΕΑ με σκοπό τη δημιουργία ενιαίου αντάρτικου μετώπου και στόχο την εθνική απελευθέρωση και την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της χώρας. Προσχώρησε στον ΕΛΑΣ τον Απρίλιο του 1944. Στην ΠΕΕΑ ανέλαβε επιτελάρχης στην Ομάδα Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Μακεδονίας (ΟΜΜ). Την περίοδο των Δεκεμβριανών βρέθηκε στην Αθήνα και ανέλαβε Επιτελάρχης της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ και κατόπιν σύνδεσμος του ΕΛΑΣ με το Αγγλικό στρατηγείο για την εκτέλεση της συμφωνίας της Βάρκιζας. Αμέσως μετά αποτάχθηκε από το Στρατό και ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Το 1949 έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του στην Αθήνα, ως αντίποινα για την στάση του την περίοδο της αντίστασης, με αποτέλεσμα να κλονιστεί σοβαρά η υγεία του. Πέθανε το 1953 σε ηλικία 55 ετών.

    Η έκθεση του, αποτελεί μια πρώτη καταγραφή των Δεκεμβριανών λίγες ημέρες μετά την ανακωχή και την κατάπαυση του πυρός. Περιγράφει τα γεγονότα από την 1η Δεκεμβρίου 1944 μέχρι την υποχώρηση και τις τελευταίες μάχες εκτός Αθηνών, το δεκαήμερο 5 έως 15 Ιανουαρίου 1945. Το left.gr ευχαριστεί θερμά τον Ηλία Τσαουσάκη που μάς παραχώρησε το πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Λαγγουράνη. Ως εισαγωγικό σημείωμα χρησιμοποιήσαμε την εισαγωγή του κ. Τσαουσάκη στην παρουσίαση της έκθεσης από το Αρχειοτάξιο.

    Οι φωτογραφίες είναι του Dimitri Kessel

    Κ.Ε. του ΕΛΑΣ

    Επιτελάρχης

    ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Χρονολογικός από 1η Δεκεμβρίου 1944 έως 15 Ιανουαρίου Ι945

    Η Κυβερνητική κρίση που είχε προκύψει για το Στρατιωτικό ζήτημα, κατέληξε στην παραίτηση των μελών της Αριστεράς την εσπέραν της 1ης Δεκεμβρίου. Ο Πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν δέχτηκε την πρόταση να διαλυθούν όλα τα ένοπλα σώματα, αντάρτικα, χωροφυλακή και Ορεινή ταξιαρχία, αλλά συνεφώνησε με τους Άγγλους Σκόμπυ και Λήπερ να παραμείνει η Ορεινή Ταξιαρχία, ενώ οι ταγματασφαλίτες και λοιποί ποικιλώνυμοι ένοπλοι παρέμεναν ελεύθεροι και οπλισμένοι.

    Την 3ην Δεκεμβρίου έγινε παλλαϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος. Χωροφύλακες, αστυφύλακες, εδεσίτες, χαφιέδες και ταγματαλήτες έβαλον με αυτόματα όπλα κατά του συγκεντρωμένου πλήθους από τα Παλαιά Ανάκτορα, οικίαν Παπανδρέου, Γραφείο Στρατιωτικού Διοικητού Κατσώτα.

    Τα θύματα ήσαν πάμπολλα 16 νεκροί και 150 τραυματίες περίπου.

    Την 4η Δεκεμβρίου γενική απεργία εις Αθήνας και Πειραιά και κηδεία παλλαϊκή των θυμάτων της 3ης Δεκεμβρίου. Τοπικές διαδηλώσεις σε διάφορα σημεία της Πόλεως δια την άδικο επίθεση και δολοφονία των διαδηλωτών της προηγούμενης.

    Οι Άγγλοι κατά την 3ην Δεκεμβρίου όπως και την 4ην ιδίου μηνός με τάνκς επέπιπταν κατά των διαδηλωτών και δια πυροβολισμών και του όγκου των τανκς προσπαθούν να πτοήσουν το πλήθος και να το διαλύσουν. Αποτέλεσμα ήτο, παρά τα θύματα, ο λαός να συσπειρωθεί και οι διαδηλωτές. Να ογκωθούν ακόμα περισσότερο. Τα θύματα όμως των σκοτωμένων και των τραυματιών αυξήθηκαν.

    Ο ΕΛΑΣ των Αθηνών για να προστατεύσει τους άοπλους διαδηλωτάς και τον Αθηναϊκό λαό από την άδικη χρήση των όπλων που έκαναν τα όργανα ασφαλείας του Κράτους Παπανδρέου, με την συνδρομή μάλιστα των Άγγλων, αναγκάστηκε να προβεί στον αφοπλισμό των περισσοτέρων αστυνομικών τμημάτων και άρχισε την εκκαθάριση των εστιών των ταγματασφαλιτών, που είχαν καταλάβει διάφορα επίκαιρα κτίρια μέσα στην πόλη και έξω και είχαν μεταβάλλει σε φρούρια. Τα υπο συγκρότηση Τάγματα Εθνοφυλακής παρέδωσαν μόνα των τον οπλισμό των στην Ε.Π. και ΕΛΑΣ Αθηνών.

    Η εκκαθάριση των ενόπλων αντιστάσεων άρχισε μετά την ένοπλη επέμβαση κατά του συλλαλητηρίου της 3ης Δεκεμβρίου και συνεχίστηκε μέσα στην πόλη και την 4η Δεκεμβρίου.

    Ο Στρατηγός Σκόμπυ με μήνυμα του φέρον ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου ειδοποίησε:

    Όπως τα τμήματα του ΕΛΑΣ και Ε.Π. μέχρι του μεσονυκτίου 6/7 Δεκεμβρίου ευρεθούν πέραν της γραμμής ΕΛΕΥΣΙΝΑ – ΛΙΟΣΙΑ – ΚΗΦΙΣΣΙΑ – ΜΑΡΑΘΩΝ – ΚΩΡΩΠΙ.
    Πάσα κίνηση στρατευμάτων του ΕΛΑΣ απαγορεύεται
    Να παύσει αμέσως ο αφοπλισμός της Χωροφυλακής και να εγκαταλείψει ο ΕΛΑΣ τα αστυνομικά τμήματα.
    Συγχρόνως τη νύκτα 3/4 Δεκεμβρίου οι Άγγλοι δια δόλου και επωφελούμενοι των διαταγών που είχαν τα τμήματα του ΕΛΑΣ να μην θίξουν Αγγλικά τμήματα, αφόπλισαν τμήμα του ορεινού ΕΛΑΣ (2ον Σύνταγμα) στο Ψυχικό.

    Έτσι έγινε η αρχή επιθέσεως ων Βρετανών κατά του ΕΛΑΣ, εκτός της ενόπλου επεμβάσεως των στο συλλαλητήριο και συγκεντρώσεις 3 και 4 Δεκεμβρίου.

    Η δράση του ΕΛΑΣ των Αθηνών κατά των αντιστάσεων μέσα στην πόλη εξηκολούθησε. Οι άγγλοι επενέβησαν και δια των πυρών τανκς ιδίως επροστάτευσαν τας εστίας αντιστάσεως.

    Την 7ην Δεκεμβρίου πρωίαν έγινε γενικότερη επίθεση από περισσότερα σημεία. Επανελήφθη δε την 10η Δεκεμβρίου με συμμετοχή ευαρίθμων τμημάτων του Ορεινού ΕΛΑΣ.

    Το Κράτος του Παπανδρέου περιορίσθει εις το κέντρο της πόλεως.

    Αι αντιστάσεις έπιπτον η μια μετά την άλλη.

    Οι Άγγλοι έρριψαν όλας των τας δυνάμεις όχι μόνον κατά του ΕΛΑΣ αλλά και κατά του αμάχου πληθυσμού.

    Τα πυρά των τανκς, τεθωρακισμένων αυτοκινήτων, τα πυρά της αεροπορίας, βομβαρδισμοί και πυροβολισμοί, όπως και τα πυρά του πυροβολικού, ερρίπτοντο αδιακρίτως όχι μόνο κατά των μαχητών, αλλά και κατά παντός οπλίτου εις τας οδούς, εντός των οικιών, εις τα οικίας και τους συνοικισμούς των Αθηνών και Πειραιώς.

    Η συμμετοχή του λαού στο πλευρό των μαχητών σαν εκδήλωση αγανάκτησης κατά τις αδίκου αυτής επιθέσεως των Άγγλων, είναι αφάνταστος. Ανεγέρθησαν οδοφράγματα σε όλη την πόλη και σκάφτηκαν αντιαρματικά χαντάκια κάθετα στους δρόμους˙ σκοπός ήταν να αντιδράσει ο λαός κατά των τανκς και να παρεμποδίσει την κίνηση τους. Οι πολιορκούμενοι αποκλείστηκαν από νερό και φωτιά και περιορίστηκαν στην Πλατεία Ομονοίας, Σύνταγμα και Κολωνάκι.

    Σφοδρές μάχες διεξήχθησαν στη σχολή Ευελπίδων, στους Στρατώνες Γουδί, Σχ. Χωροφυλακής, Νοσοκομείο Σωτηρία, στου Μακρυγιάννη, την Καισαριανή. Ο Παπανδρέου σε στενή συνεργασία με τις Βρετανικές δυνάμεις έριξε όλες τις δυνάμεις των Χωροφυλάκων, Ταγμάτων Ασφαλείας, Χιτών, Εδεσιτών κλπ στη μάχη. Η Ειδική Ασφάλεια περιήλθε νωρίς στα χέρια των μαχητών του ΕΛΑΣ. Η Τροχαία, Δ’ Αστυνομικό Τμήμα, το συγκρότημα του Πολυτεχνείου έπεσαν την 11η Δεκεμβρίου. Η σχολή Ευελπίδων τη 12η Δεκεμβρίου. Το συγκρότημα Μακρυγιάννη υπεστηρίχθει λυσσωδώς από τα πυρά των Αγγλικών τανκς. Αυτά είχαν μπει μέσα στον περίβολο και με τα συχνά πυρά των απαγόρευαν στους πολιορκητάς του ΕΛΑΣ να εισχωρήσουν από τα ρήγματα του μαντρότοιχου.

    Επί του βράχου της Ακροπόλεως πολυβόλα βαριά και πυροβόλα προστατευμένα από τα απαραβίαστα δια τους Έλληνας μαχητάς μνημεία του Παρθενώνος επέθετον τα πυρά των κατά των νώτων των πολιορκητών του Μακρυγιάννη τους έφερναν σε δύσκολη θέση.

    Δυο αιφνιδιαστικά νυχτερινά εγχειρήματα από τμήματα του ΕΛΑΣ στα Παραπήγματα και Ν. Φάληρο – Μοσχάτο εστέφθησαν από πλήρη επιτυχία. Συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι Άγγλοι – Μαύροι, υλικό εις οπλισμό και αυτοκίνητα οχήματα.

    Η επικοινωνία των Αγγλικών τμημάτων προς Πειραιά δια της Λεωφόρου Συγγρού κυρίως γίνεται μετά κόπου και μόνο με βαρέα τανκς που διέρχονται ταχέως και με πυροβολισμούς προς όλας τας κατευθύνσεις. Η προώθηση των τμημάτων του ΕΛΑΣ είναι μέχρι της Πλατείας Ομονοίας (Πολυκλινική – οδός Ίωνος) Πλατείας Κάνιγγος, συνοικίας Πλάκας προς την Πλατεία Συντάγματος, κατά μήκος της Λ. Ακαδημίας. Παντού οι πολιορκούμενοι εγκατέστησαν συρματοπλέγματα και τανκς ως σημεία στηρίγματος εις τα σταυροδρόμια.

    Ο ΕΛΑΣ με επικεφαλής τους μαχητάς των Αθηνών μάχεται υπεράνθρωπα με όλας του τας δυνάμεις. Σύσσωμος η μάζα του λαού των Αθηνών – Πειραιώς είναι μαζί του. Η πάλη προσέλαβε πραγματικήν παλλαϊκή μορφήν ενός λαού που καταβάλει όλας του τας δυνάμεις γιατί ξέρει ότι μάχεται για τη λευτεριά και την πολιτική του ανεξαρτησία μέσα στον τόπο του ενάντια σε ξένη άδικη κατοχή. Η μάχη μολαταύτα είναι σκληρή. δεν είναι μονάχα ο άνισος αγών και έλλειψη βαρέων μέσων: πυροβολικού, τάνκς, αεροπλάνα, αλλά και πυρομαχικά που λείπουν. Οι άνδρες μάχονται νύχτα μέρα μέσα στην πόλη, οι ίδιοι στην πρώτη γραμμή με πολλές απώλειες, χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα να γίνει αντικατάστασις μονάδων. Η μόνη δυνατή αντικατάσταση είναι εκεί που πέφτουν οι πολεμιστές να καταφτάσουν άλλοι άοπλοι πολίτες, να αρπάζουν τα όπλα των σκοτωμένων ή τραυματιών και να συνεχίζουν τη μάχη με λίγα φυσίγγια που απέμειναν. Έτσι πολλές μονάδες ανανεώθηκαν με νέο αίμα δυο και τρεις φορές. Μοναδικό παράδειγμα που οι αγωνιστές ξεπέτιονται αυτόκλητοι για να αποθανατίσουν τη δύναμη της αντίστασης ενός λαού που δεν καταβάλλεται από τη βάρβαρη υλική βία.

    17η Δεκεμβρίου.

    Η μάχη παρουσιάζει σχετική ύφεση μόνο από απόψεως εκατέρωθεν επιθέσεων. Τα πυρά όμως των Βρετανικών δυνάμεων εξακολουθούν με την αυτήν έντασιν τόσο από αέρος όσο και από θαλάσσης. Την ημέραν αυτήν ελήφθη απάντηση του Στρατηγού Σκόμπυ (υπόμνημα 16-12-44). Εκφράζει την ικανοποίηση του, γιατί η Κ. Ε. ΕΛΑΣ δέχεται τον πρώτο όρο από εκείνους που έβαλε την 12-12-44 δηλαδή την αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αττική. Επιμένει όμως να εκτελεσθή ο δεύτερος όρος δηλαδή ο αφοπλισμός των υποστηρικτών του ΕΛΑΣ Αθηνών και Πειραιώς. Άμα γίνουν αυτά τα δυο θα αναφερθεί στον Αλεξάντερ και θα καταπαύσουν οι εχθροπραξίες.

    Την 18η Δεκεμβρίου δυο σημαντικές επιτυχίες του ΕΛΑΣ.

    Τμήματα της ΙΙ Μεραρχίας με αιφνιδιαστική επίθεση κατελάμβανον και εξουδετέρωναν τη δύναμη των Άγγλων εν Κηφισιά 600 Άγγλοι της Διοικήσεως της ΡΑΦ (εντός των τριών Ξενοδοχείων Σεσίλ – Απέργη – Πεντελικόν) οι πλείστοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι περιλαμβάνοντο πολλοί αξιωματικοί της αεροπορίας. Λάφυρα 4 πυροβόλα αντιαεροπορικά και πολλά αυτοκίνητα, ασύρματοι κ.λ.π. υλικού. Εις τον Πειραιά αντεπίθεση του 6ου συντάγματος Πειραιώς κατελάμβανε τα ψυγεία ΦΙΞ με 300 τόνους κρέας ως λάφυρα και τον σιδηροδρομικό σταθμό ΣΕΚ. Αιχμάλωτοι 22 Ινδοί.

    Επι των προτάσεων Σκόμπυ 16-12—44 εδόθη απάντησις επι της Κ.Ε. ΕΛΑΣ περιελθούσεις τούτον την 22-12-44. Δια ταύτης εγένετο δεκτός και ο δεύτερος όρος του Σκόμπυ περί αφοπλισμού του ΕΛΑΣ Αθηνών υπό τον όρον ο αφοπλισμός να γίνει υπο την συγκροτηθησομένην ελληνική κυβέρνησιν πραγματικώς ελευθέρου και ανεξαρτήτου Κράτους. Προστέθετο ως όρος η απομάκρυνση της Ορεινής Ταξιαρχίας πραγματικώς μακράν των Αθηνών ως λ.χ. είς τας Κυκλάδας νήσους. Πραγματοποίηση αφοπλισμού Χωροφυλακής και Ταγμάτων Ράλλη.

    Κατά το διάστημα τούτο: 19η έως 25η Δεκεμβρίου οι Άγγλοι

    Εξεδήλωσαν ζωηράν δράσιν με αντικειμενικόν σκοπόν να εξασφαλίσουν τας αρτηρίας της Λ. Συγγρού και οδού Πειραιώς.
    Επετέθησαν από Πειραική και Λιμάνι Πειραιώς προς κατάληψιν των υψωμάτων Καστέλας (Προφ. Ηλίας) και Δραπετσώνος. Αμφότερα τα σημεία μετά πολλάς διακυμάνσεις της μάχης κατέλαβον λόγω υπεροχής του πυρός ιδία της αεροπορίας και των τανκς: Ημέτερε απώλειαι 40% των μαχητών.
    Επετέθησαν από Τζιτζιφιές – Ιππόδρομο κατά Καλλιθέα – Χαροκόπου – Ν. Σμύρνη άτιναι τελικώς και κατέλαβον. Οι υπερασπισταί Καλλιθέας – Χαροκόπου κυρίως από τμήματα ορεινού ΕΛΑΣ (ΥΙΙΙ Ταξιαρχία Πελοποννήσου) δεν επέδειξαν τα αυτά μαχητικά προσόντα των μαχητών του ΕΛΑΣ Αθηνών – Πειραιώς λόγω δυσκόλου προσαρμογής των προς τον ιδιότυπο αγώνα εντός της πόλεως.
    Τέλος, εξεδήλωσαν επίθεση την 25η Δεκεμβρίου εις Ν. Φάληρον όπου και κατέλαβον μόνο τον Ηλεκτρικό Σταθμό.
    Τα τμήματα του ΕΛΑΣ μάχονται μέχρι εξαντλήσεως, χωρις να είναι δυνατή η αντικατάστασις των και με μεγάλη έλλειψη πυρομαχικών. Ο τομεύς Πειραιώς έχει ενισχυθεί με δύναμη 700 ανδρών του ορεινού ΕΛΑΣ (52 Σύνταγμα ΧΙΙΙ Μεραρχίας) και αριθμόν τινα βολών πυροβολικού, αλλ’ αι ανάγκαι της γραμμής μάχης είναι μεγάλαι λόγω της εκτάσεως που λαμβάνει το μέτωπον του αγώνος. Το Α’ Σώμα Στρατού έχει ενισχυθεί με το 9ον Σύνταγμα Πελοποννήσου (2 Τάγματα) μηχανοκίνητον πλην εκ 2 θωρακισμένων αυτοκινήτων και με αριθμόν τιναν πυρομαχικών ατομικού τυφεκίου και εκρηκτικών.

    26η Δεκεμβρίου πρωίαν: ελήφθει μήνυμα του Στρατηγού Σκόμπυ με ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου γνωρίζει λήψη απαντήσεως εις το μήνυμα του της 16-12-44 και κοινοποιεί ανακοινωθέν καθ’ ο καλείται συνδιάσκεψις αντιπροσωπευτική, όσον το δυνατό ευρύτερα, της ελληνικής πολιτικής γνώμης. Σκοπός της Συνδιάσκεψης: να θέση τέρμα εις την αδεργφοκτόνον ρήξιν εν Ελλάδι και να επαναφέρει τούτην εις τους κόλπους των Ην. Εθνών. Ο Τσώρτσιλ και Ήντεν αφίχθησαν εις Αθήνας προς τούτο. Θα προεδρεύσει της συνδιάσκεψης ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Η συνδιάσκεψη ωρίσθη την 26η Δεκεμβρίου ώρα 4μμ. Αντιπρόσωποι της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ παρευρέθησαν την καθορισθείσα ώραν.

    Έλαβε τον λόγον ο Τσώρτσιλ για να εκφράσει την επιθυμία του να τεθεί τέρμα στο Ελληνικό ζήτμα. Δεν θέλει να αναμιχθεί στα εσωτερικά πράγματα. Αφήνει τους Έλληνες αντιπροσώπους να μιλήσουν και να συμφωνήσουν. Θέλει να τηρηθούν οι όροι του Σκόμπυ είπε και απεχώρησε της αιθούσης.

    Δεν εδόθη καμιά απάντηση, ούτε στις προτάσεις μας προς Σκόμπυ (που έλαβε ούτος στις 22-12-44) ούτε και του προεβλήθει καμία επι τούτου παρατήρηση. Συζητήθει το ζήτημα της Αντιβασιλείας και οι διαφορές μεταξύ της Κυβερνήσεως Παπανδρέου και ΕΑΜ. Αι προτάσεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ ανεπτύχθησαν από τον συναγωνιστή Σιάντο και εμφαίνονται εις τας εφημερίδας της 28-12-44.

    Η συνεδρίαση είς ουδέν κα΄τεληξε καθόσον εθεωρήθει εκ μέρους της Δεξιάς ότι δεν υπάρχει έδαφος συνεννοήσεως. Ουδεμία προσπάθεια έγινε εκ μέρους των αντιπροσώπων των κομμάτων προς συζήτησιν και οι διαπραγματεύσεις ουσιαστικά διεκόπησαν.

    Η άφιξη του Τσόρτσιλ εις Αθήνας εζωήρευσε τη δράση των αγγλικών στρατευμάτων. Μετά την εκκένωση της Καλλιθέας – Χαροκόπου, εγκατελήφθη και το συγκρότημα Φιλοπάππου. Η συνοικία Ψυρρή εδέχθη όλο το βάρος της Αγγλικής επίθεσης παρά τη γενναία επί πενθήμερον άμυναν των μαχητών της και τελικώς υπέκυψε.

    Την 28η Δεκεμβρίου στον τομέα Πειραιώς όλες οι επιθέσεις απεκρούσθησαν. Αι εν κινήσει από μακρινούς χώρους εφεδρείαι διατίθενται υπό της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ. Το Ι/54 Τάγμα αμέσως εις την διάθεση της ΧΙΙΙ Μεραρχίας για τον Πειραιά. Ένα Τάγμα του 42 Συντάγματος από Αντίκυρα. Ένα Τάγμα από Πελοπόννησο. Το 30 Σύνταγμα από Καλαμπάκα προς Λαμία. Το 36 Σύνταγμα από Φιλιππιάδα – Αγρίνιο – Άμφισσα.

    Την 29η Δεκεμβρίου. Η επιχείρηση κατά Ζέρβα είχε περατωθεί. Ούτος με μικρόν αριθμόν 2-1 ½ της δυνάμεως του και με χιλιάδαομήρων κατηυθύνετο προς Κέρκυραν. [σ.σ. στο σημείο αυτό υπάρχει ιδιόχειρη σημείωση του Σιάντου «Το μέρος του Ζέρβα πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους της συγκρούσεως, την προετοιμασία και διεξαγωγήν της σε πολύ χονδρές γραμμές»]

    Δια την συνέχισιν της Μάχης των Αθηνών διετάσετο το Γενικό Στρατηγείο από της 29-12-44 να κατευθύνει δύο Μεραρχίας του την Ι και ΙΧ προς τους χώρους Άμφισσα – Λειβαδιά – Λαμία εν αναμονή νεοτέρων διατάξεων.

    Την 29η Δεκεμβρίου κατόπιν σκληρού καθ’ όλην την ημέραν αγώνος τα τμήματα της Καισαριανής αναγκάζονται να συμπτυχτούν την νύκτα. Ι Ταξιαρχία Α’ Σ. Στρατού δια Υμηττού προς Λιόπεσι ΙΙ/34 προς το Σύνταγμα του περιοχήν Αγ. Παρασκευής.

    Η Καισαριανή ισοπεδωθείσα από τα πυρά πυροβολικού και αεροπορίας περιήλθε εις χείρας των Άγγλων.

    Οι Άγγλοι εξακολουθούν να μάχονται χωρίς απάντησιν επί των προτάσεων της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ. Απόπειρα ιδιαιτέρας ακροάσεως των αντιπροσώπων ΕΑΜ – ΕΛΑΣ από Τσώρτσιλ την 27η Δεκεμβρίου δεν επέτυχεν. Μεθ’ ό επηκολούθησε υπόμνημα της Κ.Ε. ΕΑΜ προς Τσώρτσιλ εν τω οποίω υποστηρίζεται η θέσις του ΕΑΜ εις την σύραξιν. Αλλά και εις τούτον δεν απεδόθη η δέουσα σημασία.

    Την 30η Δεκεμβρίου ανηγγέλθη δια του ραδιοφώνου δήλωσις του Βασιλέως Γεωργίου δια της οποίας διορίζει Αντιβασιλέα τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Η δήλωσις περιέχει τας προϋποθέσεις της πολιτικής Τσώρτσιλ. Μετά την εμπέδωση της τάξεως ο αντιβασιλεύς να αναθέση την εντολή εις Κυβέρνηση δια την εξομάλυνσιν της καταστάσεως. Πάντως δηλώνει ότι δεν θα έλθει στην Ελλάδα προ του δημοψηφίσματος.

    Η απώλεια της Καισαριανής συνδυαζομένη και με την σύμπτυξη από το κέντρο της παρατάξεως εντός της πόλεως Αθηνών (απώλεια Φιλοπάππου και συνοικίας Ψυρρή) παρουσιάζει εξαιρετικήν σπουδαιότητα δια την κατάστασιν του Α’ Σ. Στρατού. Από Ανατολάς επέρχεται συνένωσις των αχθρικών δυνάμενω από Π. Φαλήρου – συνοικισμοί: Αν. Λεωφ. Συγγρού – Αρδητός – Ανατολικά του Ιλισσού με το συγκρότημα Γουδί και ανοίγεται ελεύθερα η πτέρυξ του εχθρού προς Ψυχικό Καλογρέζα και υπερκέραση των Τουρκοβουνίων από Βορειοανατολάς.

    Στο κέντρον μετά την κατάληψη του Ψυρρή απειλείται το Μεταξουργείο και Δυτικότερα ο Βοτανικός – Περιστέρι.

    Η Δραπετσώνα, είναι αλήθεια, κρατάει, και το έδαφος διεκδικειται από τετράγωνο σε τετράγωνο. Στους λόφους Καραβά, ο εχθρός δεν κατόρθωσε να βάλει πόδι, πλην κατήντησαν βληματοδόχη όλων των οργάνων πυρός του εχθρού, ο οποίος έχει ήδη καταλάβει το μισό νεκροταφείο και τον συνοικισμό Ευγενίας.

    Η κατάστασις στους Αμπελόκηπους – Γηροκομείο παρουσιάζεται σοβαρότερη. Βρετανική επίθεση που άρχισε από τις 2 Ιανουαρίου κατέληξε στην κατάληψη του Γηροκομείου το εσπέρας. Το ανεξάρτητο συγκρότημα τουρκοβουνίων (Α΄Σ. Σ.) με αντεπίθεση το ανεκατέλαβε, αλλά τελικώς εκάμφθη και υπεχώρησε.

    Αντεπίθεση της ΙΙ Μεραρχίας (34 Σύνταγμα) κατά Ψυχικού δεν συνετονίσθει με ενέργεια διλοχίας του 54 Συντάγματος, το οποίον από τα Τουρκοβούνια είχε εντολή προσβολής του Γηροκομείου. Το 34 (την 3-5-45) ενεπλάκει σε ολόκληρο αγώνα μέσα στο Ψυχικό. Ο εχθρός με τανκς βαρέα περικύκλωνε τας εντός των οικημάτων αντιστάσεις. Τα συγκροτήματα οικιών κατεδαφίζοντο από τα πυρά πυροβολικού των τανκς ταχέως. Τη νύκτα οι άνδρες του 34 αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν με πολλές απώλειες.

    Γενικά η τακτική κατάστασις στας 3 Ιανουαρίου παρουσιάζεται ως εξής:

    Το κέντρον του Α’ Σ. Στρατού εκάμφθη και υποχώρησε. Τα τμήματα Εξαρχείων μετά την πτώση εισεχώρησαν προς Κολωνό και Περιστέρι. Το 9ον Σύνταγμα (απόσπασμα Άκογλου)υπεχώρησε. Το τμήμα Εξαρχείων μετά την πτώση του Γηροκομείου και εισδύσεως προς φυλακάς Αβέρωφ υπεχώρησαν προς Σχολήν Ευελπίδων – Κυψέλη. Μετά την σταθεροποίηση του εχθρού στο Ψυχικό ηπηλείτο υπερκέραση από Καλογρέζα – Ν. Ιωνία. Η Διοίκηση του Α’ Σ. Στρατού έδιδε την κατάστασιν χωρίς να προτείνη την αναπόφευκτον σύμπτηξη του. ΤΟ τμήμα ΤΣΑΚΟ παρεμποδισε κίνησιν εχθρικής φάλλαγγος από Χολαργό προς Βορράν. Τα τμήματα Πειραιώς ευρίσκοντο σε κρίσιμο σημείο, λόγο των αδιάκοπων μαχών και της μεγάλης υπεροχής του εχθρού σε δύναμη ανδρών και πυρών προς παντός πυροβολικού όλμων και αεροπορίας.

    4η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945: ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΜΠΤΥΞΗ

    Γενικά όλα τα τμήματα, από 33 συνεχείς ημέρας μαχόμενα, είχαν φθάσει, αλλά και υπερβεί, το όριο της αντοχής. Ουδεμία αντικατάστασις προς ανάπαυσιν των μαχητών. Αι δε απώλειες υπερέβαινον κάθε όριον. Μόνο η συνεχής αντικατάστασις του έμψυχου υλικού μέσα στις ίδιες μονάδες έδινε τη συνέχεια της υποστάσεως των. Προς πρόληψιν υποχωρήσεως εν ημέρα από την πίεση του εχθρού και μάλιστα έξω των κατωκειμένων τόπων υπό τα δραστικά πυρά της δραστηριωτάτης εχθρικής αεροπορίας η Κ. Ε. του ΕΛΑΣ έδωσε το εσπέρας της 4ης Ιανουαρίου τη Διαταγήν της συμπτύξεως κατά τη διάρκεια της νυκτός 5ης Ιανουαρίου.

    Η σύμπτυξη θα εγένετο προς Μάνδρα – Κάζα – Χασιά – Δεκελεία, στενωπούς Μπογιάτι με ελαφράν γραμμή ασφαλείας επί των στενωπών Δαφνί, Αν. Λιόσια, Μενίδι, Αμαρούσι, Μελίσσια, Πεντέλη. Η σύμπτυξης επραγματοποιήθει εγκαίρως και κανονικώς τη νύκτα 4/5 με διατήρηση της φυσιογνωμίας του πεδίου μάχης μέχρι των πρωινών ωρών.

    Ο εχθρός κατά την επομένην έχασε την επαφήν των μαχητών του πεδίου μάχης Αθηνών – Πειραιώς. Αι αναγνωρίσεις του μολαταύτα εξεπέμφθησαν μετά μεσημβρίαν 5ης Ιανουαρίου και έφθασαν Κηφισσιά – Ερυθραία από όπου δεν επροχώρησαν βορειότερα. Επίσης Μενίδι και στενωπούς Άνω Λιοσίων όπως και στην στενωπό Δαφνί.

    Η ελαφρά επιτήρηση που ευρίσκετο επί των σημείων τούτων συνεπτύχθη. Λόγω δε αιφνιδιαστικής εμφανίσεως εντός Μάνδρας αρμάτων μάχης η Διοίκησις της ΧΙΙΙ Μεραρχίας ευρισκόμενη εντός του χωρίου υπέστη αιφνιδιασμός ωσαύτως και τμήματα ταύτης εντός του χωρίου Μάνδρας και Μαγούλας. Αποτέλεσμα τούτου υπήρξε ποια τις σύγχυση εις την διάταξιν της Μεραρχίας. Αυτή απεκατεστάθη κατά τη διάρκεια της νυκτός με διάταξη εις βάθος από υψώματος Β. Μάνδρας (Αγ. Σωτήρα) μέχρι Κάζας.

    Ταύτη κατέλαβε ίλη ιππικού (ως μη δοκιμασθέντα τμήματα κατά τη μάχην) ως και το καταφθάσαν επ’ αυτοκινήτων Τάγμα του 36ου Συντάγματος Πεζικού. Η Διοίκηση της ΧΙΙΙ Μεραρχίας από πρωίας της 6ης Ιανουαρίου είς Βίλλια όπου είχε ταχθή και το πυροβολικό της.

    Από της αυτής ημερομηνίας εσυνεχίσθη η προώθηση των μηχανοκινήτων του εχθρού από Μάνδρα προς Μάζι και από εκεί προσβολή των υπεραστικών της στενωπού Κάζας δια των τανκς και των πυρών της αεροπορίας.

    Παρά την ενασκηθείσαν πίεσιν ο εχθρός δεν κατόρθωσε να γίνει κύριος της Κάζας.

    Αλλά ούτε και την επόμενη 7η Ιανουαρίου παρά την επαύξησιν των προς τούτο προσπαθειών του.

    Από την κατεύθυνσιν της στενωπού Κιούρκων και διάβασιν Δεκελείας κομμία σημαντική πίεσις του εχθρού.

    Την 8ην Ιανουαρίου ισχυρά επιθετική ενέργεια του εχθρού με τάνκς, αεροπορίαν και πεζικόν υποστηριζόμενον υπό σφοδρών πυρών πυροβολικού και όλμων είχεν ως αποτέλεσμα την κατάληψη της στενωπού Κάζας και του αυχένος Κιθαιρώνος επ’ αυτής.

    Αι προθέσεις πλέον του εχθρού ήσαν εμφανείς. Ότι δηλαδή ούτος δεν θα περιορίζετο εις την κατάληψιν της Αττικής, αλλά ότι θα επροχώρη προς Θήβας, οπόθεν ηδύνατο να απειλήσει εκ των νώτων τα εις περιοχήν Μαλακάσας τμήματα του Α’ Σ. Στρατού και ΙΙ Μεραρχίας.

    Εδόθησαν όθεν εγκαίρως διαταγαί προς τας μονάδας ταύτας να εξέλθουν των οδικών αρτηριών. Να μην υπολογίζουν επι τούτων δι’ ανεφοδιασμούς των . Αι μονάδες Πελοποννήσου δια των ορεινών δρομολογίων Πάρνηθος – Κιθαιρώνος να κατευθυνθούν προς Πελοπόννησο. Η ΙΙ Μεραρχία να παραμείνει εις χώρον Αττικής δρώσα Πεντέλη – Πάρνηθα – Κιθαιρώνα με αποστολή αιφνιδιαστικώς επιδρομών κατά συγκεντρώσεων του εχθρού και των συγκοινωνιών του. Το Α’ Σ. Στρατού να κατευθυνθεί δια των ορεινών δρομολογίων προς Λοκρίδα μαζί με τα υπ’ αυτό Συντάγματα ενισχύσεως 54 και 30. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία κατευθύνετο προς Ελικώνα.

    Η ΟΜΣ υπό τας διαταγάς της οποίας τακτικώς επανήρχοντο η ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχία, ελάμβανε την εντολήν όπως με το 360 Σύνταγμα εξασφαλίσει τας προς Αράχοβα – Άμφισσα και Δίστομο διαβάσεις δια της καταλήψεως της στενωπού Ζεμενού. Έτσι θα εξασφάλιζε την ανασύνταξη των διαρρεόντων τυχόν μεμονωμένων τμημάτων όπισθεν της στενωπού ταύτης προς τον χώρον Άμφισσα. Εδόθησαν επίσης δια των αυτών διαταγών χώροι εξορμήσεως των διαφόρων μονάδων με βάση την δράση κατά τας μεθόδους του ανταρτοπόλεμου εναντίων των συγκοινωνιών και των συγκεντρώσεων του εχθρού, καθ’ όλην την περιοχήν της ΟΜΣ, της Αττικής συμπεριλαμβανομένης. Παρόμοιες διαταγές εδόθησαν και προς την Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία θα ελίσσετο από εσπέρας 8ης Ιανουαρίου προς Λοκρίδα και εκείθεν Λαμία – Δομοκόν.

    Την 9ην Ιανουαρίου ευάριθμα τανκς ενεφανίσθησαν εις Λεβάδεια επιστρέψαντα προς κατεύθυνσιν Θηβών.

    Την δε 10ην Ιανουαρίου αφού πάλι έφθασαν Λειβαδειά εκινήθησαν με δυο επιθετικάς αναγνωρίσεις προς Δαδί και Αταλάντη.

    Η ΧΙΙΙ Έφ. Μεραρχία Λαμίας έλαβε τα μέτρα της αμύνης επί της διαβάσεως Καλλιδρόμου προς το Βαθύρεμμα και προς Αταλάντη εν συνεργασία προς τα τμήματα της Ταξιαρχίας Ιππικού.

    Πράγματι από τις 12 Ιανουαρίου τα τμήματα Καλλιδρόμου αντιμετώπισαν και παρεμπόδισαν κίνηση εχθρικών μηχανοκινήτων προ του Βαθυρέματος την δε 13η Ιανουαρίου η ταξιαρχία Ιππικού δι αιφνιδιαστικής επιθέσεως κατά μηχανοκίνητου Βρετανικής φάλλαγγος Βορ. Αγίου Κωνσταντίνου συνελάμβανε 8 τεθωρακισμένα αυτοκίνητα 2 βαρέα τάνκς και ευαρίθμους αιχμαλώτους. Το Α’ Σ. Στρατού συνεπτύσσετο κανονικώς προς τους καθορισθέντας εις αυτό χώρους.

    Εν τω μεταξύ η επαφή με το Στρατηγείο Σκόμπυ αντιπροσώπων μας κατέληξε εις την υπογραφήν ανακωχής από της 23ης ώρας της 11-1-45 και καταπαύσεως του πυρός από 1 ώρας της 15ης ιδίου μηνός. Η επαφή αυτή με το Βρετανικό Στρατηγείο ουδέποτε εχάθη, ειμή μόνον όταν τούτο εθεώρει σκόπιμον να αποσιωπήσει απάντησιν εις τας προτάσεις της Κ.Ε. ΕΛΑΣ.

    Τόσον αι επιχειρήσεις των Άγγλων προς Καλλίδρομον και Αγ. Κωνσταντίνο όσο και οι συνεχείς πυροβολισμοί παρά της αεροπορίας των αρτρέχοντος δεικνύουν την μη κατάπαυσιν της επιθετικής τακτικής των Άγγλων μέχρι εκπνεύσεως και της τελευταίας ώρας της προθεσμίας δια την κατάπαυσιν του πυρός.

    Αξιόλογος επίσης αμυντικήν μάχη εδόθη υπό Τάγματος του 30 Συντάγματος εις Χαλκίδα. Δια ταύτης απηγορεύθη εις τα Αγγλικά τμήματανα πλησιάσουν προς Χαλκίδα προ της παρελεύσεως της εκ της ανακωχής προθεσμίας δια την παύσιν του πυρός. Έτσι δεν κατόρθωσαν οι Βρετανικές Δυνάμεις ούτε την Χαλκίδα ούτε την Λαμία να καταλάβουν παρά τας πενιχράς αμυντικάς δυνάμεις της αντιστάσεως.

    22-1-1945

    Κώστας Λαγγουράνης

    http://left.gr/news/i-mahi-tis-athinas-i-ekthesi-toy-epitelarhi-toy-elas-konstantinoy-laggoyrani#sthash.kDQjfFYg.dpuf

  19. 3 Δεκεμβρίου 1944: Η κόκκινη γραμμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας

    70 χρόνια από τη συννεφιασμένη Κυριακή και τη Μάχη της Αθήνας που καθόρισε το πολιτικό μέλλον της χώρας

    03/12/2014 06:00 TO BHMA

    «Η 3η Δεκεμβρίου 1944 ήταν στην Αθήνα μια μέρα ψυχρή και σκληρή. Μια μέρα
    που θα έμενε στην Ιστορία. […] Πυκνά πλήθη συνέρρεαν σαν διογκούμενοι
    χείμαρροι προς τον ομφαλό της πρωτεύουσας, την πλατεία Συντάγματος. Και οι
    λέξεις που κυριαρχούσαν ήσαν:
    «Το απαγορευμένο συλλαλητήριο. Θα το χτυπήσουν;»
    Πενήντα δύο ημέρες είχαν περάσει από τη 12η Οκτωβρίου, όταν έφυγαν οι
    τελευταίοι Γερμανοί και έληγε η Κατοχή».

    Ήταν η ημέρα που έκτοτε έριξε βαριά τη σκιά της στη σύγχρονη πολιτική
    Ιστορία. Το χαρακτηριστικό απόσπασμα που προηγήθηκε ανήκει στον
    δημοσιογράφο Σόλωνα Ν. Γρηγοριάδη, ο οποίος στα «Φοβερά ντοκουμέντα»
    του επισημαίνει αυτή την περίοδο ως την έναρξη ενός νέου διχασμού, στη θέση
    του μέχρι πρότινος διπόλου «βενιζελικοί – μοναρχικοί». Η Αριστερά μέσω της
    δράσης της στη γερμανική κατοχή εισήλθε πια ορμητικά στο πολιτικό
    προσκήνιο λαμβάνοντας κορυφαία θέση για τα τεκταινόμενα. Το ΚΚΕ των
    μαχητικών λαϊκών κινητοποιήσεων του Μεσοπολέμου τίθεται ως ομοτράπεζος
    συνομιλητής των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων για την τύχη της χώρας
    μετά την απελευθέρωση. Πλέον, ο διαχωρισμός δεξιός – αριστερός κυριαρχεί
    σε πόλεις και χωριά, αφήνοντας το στίγμα ισχυρό σε πολλές περιπτώσεις και
    70 χρόνια μετά, κατά τον 21ο αιώνα.

    Εκείνο το πρωινό

    «Ώρα 10.30 περίπου η μεγάλη πλατεία κόντευε σχεδόν να γεμίσει. Και έως τότε τίποτα το ανησυχητικό δεν είχε συμβεί. Στους εξώστες και στα παράθυρα των ξενοδοχείων «Μεγάλη Βρετανία» και «Κινγκ Τζορτζ», πλήθος Αμερικανών και Άγγλων ανταποκριτών του Τύπου παρακολουθούσαν ζωηρά το θέαμα και τραβούσαν συνεχώς φωτογραφίες. Από τους εξώστες και τα παράθυρα όμως του κτηρίου της Αστυνομικής Διεύθυνσης, και προπαντός από τη στέγη των Παλαιών Ανακτόρων, άλλα μάτια ενέδρευαν βλοσυρά και έβλεπαν εχθρικά εκείνο το αποφασισμένο και οργίλο ανθρώπινο ποτάμι.

    Ξαφνικά, πέρα από την πλατεία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί. […] Έξω από την πρωθυπουργική κατοικία έγινε συμπλοκή μεταξύ της φρουράς του και του πλήθους, που κατέβαινε τη λεωφόρο για το Σύνταγμα. […]

    Στο μεταξύ η συρροή του πλήθους στην πλατεία συνεχιζόταν και κατά τις 10.45 ακούστηκε μεγάλη βουή από τη δεξιά πλευρά. Μια τεράστια μάζα που κυλούσε από τη λεωφόρο Αμαλίας κατόρθωσε να διασπάσει την αστυνομική ζώνη και εισόρμησε αλαλάζοντας στον χώρο μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Η προπομπή τους, ορμητική και κραυγαλέα, προχώρησε παραπέρα, προς τη Διεύθυνση της Αστυνομίας, ένα ψηλό, τετραώροφο κτήριο που δέσποζε στη διασταύρωση των λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας και Αμαλίας. Τότε έγινε το μεγάλο κακό. […]

    Και κάποια στιγμή, από την πύλη του κτηρίου της Διεύθυνσης της Αστυνομίας, κάποιο άτομο με χακί παντελόνι και λευκό πουκάμισο πετάχτηκε στον δρόμο κραυγάζοντας:
    «Πυροβολήστε λοιπόν τους παλιανθρώπους…»»

    Η αφήγηση του Σόλωνα Ν. Γρηγοριάδη («Τα φοβερά ντοκουμέντα – Δεκέμβριος 1994 – Το ανεξήγητο λάθος», εκδ. Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2010, σελ. 47-48) είναι γλαφυρή και αποτυπώνει το συννεφιασμένο πρωινό που έμελλε να φέρει αντάρα στην ελληνική πολιτική ζωή.

    Εύλογα τα ερωτήματα για το πώς φτάσαμε ως εκείνο τον πρώτο πυροβολισμό· αντίστοιχα πολλές οι απαντήσεις, οι οποίες συγκλίνουν επίσης σε δύο διχασμένες αφηγήσεις για την περίοδο που άλλαξε τη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο κόκκινος Δεκέμβρης του ’44 για κάποιους αναφέρεται στις αιματηρές συγκρούσεις της Μάχης της Αθήνας και για τους υπόλοιπους στην ευκαιρία του ΕΑΜ, όπου πρωτοστατούσαν οι κομμουνιστές, να πάρει την εξουσία.

    Το δίκοπο μαχαίρι

    Δεδομένο είναι πάντως ότι το ΕΑΜ και ο στρατιωτικός σχηματισμός του, ο ΕΛΑΣ, είχαν μπει για τα καλά στο παιχνίδι της εξουσίας ελέγχοντας μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Πρωταγωνιστώντας στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι αντάρτικες ομάδες είχαν κερδίσει την εύνοια πλήθους πολιτών σε αστικά κέντρα και ύπαιθρο, ενώ είχαν καταφέρει να εφοδιάζονται με στρατιωτικό -και όχι μόνο- υλικό από τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις εκτός από τη λαφυραγώγηση των κατοχικών δυνάμεων που νικούσαν στη μάχη και τον «θησαυρό» που απέκτησε με την παράδοση και τον αφοπλισμό της ιταλικής μεραρχίας «Πινερόλο».

    Οι δυνάμεις ανταρτών που ήταν πιστές στην κυβέρνηση του Καΐρου είχαν ως κορμό τους τον ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα. Η αντιπαλότητα, σε πολιτική βάση, μεταξύ των δύο ανταρτικών σωμάτων εκδηλώθηκε πριν από την απελευθέρωση. Παράλληλα, άλλες μικρότερες οργανώσεις, όπως η αντικομμουνιστική και φιλοβασιλική Χ του αντισυνταγματάρχη Γεωργίου Γρίβα, που είχαν αναλάβει δράση, χωρίς ωστόσο να βρίσκονται «στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας», από τον δεύτερο χρόνο της Κατοχής.

    Κύριοι αντίπαλοι πάντως για το ΕΑΜ ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας. Δρούσαν στο πλευρό των γερμανικών δυνάμεων κατοχής και ορισμένες φορές τα υποκαθιστούσαν, ενώ έχουν καταγραφεί και αρκετές αγριότητες σε βάρος δυνάμεων του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ, από τις οποίες λάμβαναν λυσσαλέα απάντηση, ακόμη και την περίοδο που ακολούθησε την αποχώρηση των στρατευμάτων της Βέρμαχτ. Συστάθηκαν σε μια περίοδο που το ΕΑΜ είχε εδραιώσει αισθητά την παρουσία του στον αντικατοχικό αγώνα και οι γερμανικές δυνάμεις ζητούσαν «συμμάχους» για να ελαφρυνθούν από το βάρος των απωλειών. Ειδικά σε αυτή την περίοδο, οι άνδρες που στελέχωναν τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν σφοδροί πολέμιοι των κομμουνιστών.

    Με την αποχώρηση των Γερμανών, ο ΕΛΑΣ ζητούσε από τα Τάγματα Ασφαλείας να παραδοθούν στο όνομα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Εκείνη τη στιγμή, «νομιμόφρονες» ήταν οι ανταρτικές ομάδες. Οι ταγματασφαλίτες ωστόσο γνώριζαν ότι κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή από αντίποινα και θα αντιμετώπιζαν τη δικαιοσύνη με βαριές κατηγορίες. Γι’ αυτό τον λόγο προτιμούσαν να παραδοθούν με τον οπλισμό τους σε Βρετανούς ή σε εθνικόφρονες ανταρτικές ομάδες.

    Η ΟΠΛΑ (Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) είχε ήδη αναλάβει δράση στο όνομα του ΕΑΜ. Δωσίλογοι και μαυραγορίτες βρήκαν τον θάνατο από τις ένοπλες ομάδες της, αλλά και εθνικόφρονες. Λαϊκά δικαστήρια στήθηκαν με αμφίβολες ετυμηγορίες (η υπόθεση της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη μέσα στην αντάρα των Δεκεμβριανών ήταν χαρακτηριστική). Εν τούτοις, η κατάσταση δεν πήρε διαστάσεις πογκρόμ εναντίον των συνεργατών των Γερμανών, όπως συνέβη στη Γαλλία, ή αντιπάλων. Προκαλούσε κυρίως τρόμο στους αντιπάλους του ΕΑΜ, στον βασικό κορμό των ψηφοφόρων του Λαϊκού Κόμματος ή των βενιζελικών, οι οποίοι δεν ήταν και λίγοι -όπως ήταν φυσικό, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα δεν είχαν απολέσει μεμιάς τους οπαδούς τους, όσο και αν είχε ισχυροποιηθεί η Αριστερά- στα χαμηλότερα στρώματα. Παράλληλα, λειτουργούσε πολιτοφυλακή, εν είδει αστυνομικού σώματος, σε πολλές περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ.

    Λιγοστές, συγκριτικά, ήταν και οι δυνάμεις της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας. «Κατά τας αρχάς Οκτωβρίου 1944 ότε ήρξατο και συνετελέσθη η αποχώρησις των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής εξ Ελλάδος αι δυνάμεις του Σώματος της Ελληνικής Χωροφυλακής ευρέθησαν συνεπτυγμέναι εις τα μεγάλα αστικά κέντρα, ως εις Αθήνας, Θεσσαλονίκην, Πάτρας, Τρίπολιν, Καλάμαι, Λάρισαν κ.λπ. καθημαγμέναι μεν και αποδεκατισμέναι εκ του τριετούς διμετώπου αγώνος τόσον κατά των εχθρικών δυνάμεων κατοχής, όσον και κατά των εσωτερικών εχθρών του Έθνους των Κομμουνιστών, αλλά με ηθικόν ακμαιότατον και αδάμαστον ψυχικήν αντοχήν, ενδυναμωμένη επί πλέον εκ της προσδοκίας του εγγίζοντος τέλους της Ελληνικής τραγωδίας» αναφέρεται στο βιβλίο «Δράσις της Χωροφυλακής κατά την περίοδον 1941 – 1950» (Αρχηγείον Β. Χωροφυλακής, Διεύθυνσις Οργανώσεως – Τμήμα Μελετών, Τυπογραφείον Β. Χωροφυλακής, Αθήναι 1962). Οι δυνάμεις της «ανήρχοντο τότε εις 2,1/2 – 3 χιλιάδες Αξιωματικούς και οπλίτας και ήσαν σχεδόν άοπλοι».

    Πιστοί στην κυβέρνηση του Καΐρου, οι χωροφύλακες δεν προέβαλαν «αντίστασιν εις τον ΕΛΑΣ, πλην εις ελαχίστας περιπτώσεις και όπου οι κομμουνισταί επετέθησαν κατά των δυνάμεων της Χωροφυλακής». Άνδρες του Σώματος από την επαρχία κινήθηκαν προς Αθήνα για να ενταχθούν στις συμπαγείς ομάδες της Χωροφυλακής, στα οποία έστησαν ενέδρες ο ΕΛΑΣ είτε σε ομάδες είτε σε μεμονωμένους άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι. Ο δρόμος για τον Δεκέμβρη είχε στρωθεί.

    Το αγγλικό σχέδιο

    «Κατά τας παραμονάς της απελευθερώσεως, μέγα μέρος της Ελλάδος, σχεδόν ολόκληρος η ύπαιθρος χώρα, πλην των πόλεων και τινων κωμοπόλεων εις τας οποίας ημύνοντο σθεναρώς αι δυνάμεις της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχε περιπέσει εις χείρας των ελασιτών, οι οποίοι παρεσκεύαζον δραστηρίως την ολοκληρωτικήν των κυριαρχίαν. Οι Γερμανοί, αρχάς Οκτωβρίου 1944, απέσυρον βαθμηδόν τας δυνάμεις των από τας επαρχίας και συντεταγμένα ισχυρώς ελάμβανον τας οδούς αποχωρήσεως εκ της Ελλάδος» αναφέρεται στην έκδοση της Χωροφυλακής, δείχνοντας γλαφυρά την υπολογίσιμη δύναμη του ΕΑΜ, με τον ΕΛΑΣ να αριθμεί περί τις 15.000 στρατεύσιμους και με τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του Απελευθερωτικού Μετώπου να προσφέρουν διαρκή και σημαντικότατη υποστήριξη.

    Η ρήξη Αριστεράς – Δεξιάς, η εμβληματική παρουσία του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και η αδυναμία του ΕΔΕΣ να είναι το αντίπαλο δέος στον αριστερό σχηματισμό, οδήγησαν από νωρίς ακόμα τους Βρετανούς, ήδη από το 1943, να καταστρώσουν τα πλάνα τους για την αντιμετώπιση της ραγδαίας εξάπλωσης του «κομμουνιστικού κινδύνου» αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

    Με ημερομηνία 18 Ιουλίου 1944, ένα άκρως απόρρητο σχέδιο (παρατίθεται μαζί με άλλα ντοκουμέντα στο βιβλίο του Πέτρου Στ. Μακρή-Στάικου «Ο «Δεκέμβρης» του 1944 – Τέσσερα άγνωστα κείμενα», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2014) που υπογράφει ο συνταγματάρχης Τζ. Μ. Στίβενς μοιάζει σαν να αποτελεί τα προσχεδιασμένα βήματα για τη δράση των βρετανικών δυνάμεων με σκοπό το κλείσιμο της «ελληνικής περιπέτειας» και τον φραγμό στον «ερυθρό κίνδυνο».

    Ο βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσόρτσιλ πάντως λίγες εβδομάδες μετά, τον Αύγουστο του 1944, σημείωνε προς τον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ίντεν: «…είτε θα υποστηρίξουμε τον Παπανδρέου, αν χρειαστεί και με τη βία όπως έχουμε συμφωνήσει, είτε θα πάψουμε να έχουμε τις οποιεσδήποτε βλέψεις στην Ελλάδα».

    Οι ροές οπλισμού και άλλων υλικών προς τον ΕΛΑΣ περιορίζονται δραστικότατα, οι Βρετανοί πασχίζουν να μην πέσουν γερμανικά στρατεύματα -και ο οπλισμός τους φυσικά- στα χέρια των ανταρτών του ΕΛΑΣ διαμηνύοντας στους κατακτητές να μην παραδοθούν σε αυτούς ενώ παράλληλα επιφορτίζονται με τη συγκρότηση ικανού μάχιμου στρατεύματος που θα επιβάλει τη γραμμή Λονδίνου και Καΐρου.

    Ενώ ο πρωθυπουργός -με τις ευλογίες των Βρετανών- Γεώργιος Παπανδρέου ζητούσε το καλοκαίρι από τον Τσόρτσιλ «βρετανική ένοπλη βοήθεια» για να δημιουργήσει εθνικό στρατό και αστυνομία, οι Σύμμαχοι είχαν στον νου τους την εν εξελίξει επιχείρηση προώθησης σε ιταλικό έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, μόλις οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο, οι Βρετανοί με ρητές εντολές Τσόρτσιλ άφησαν κατά μέρος τα πάντα και επικέντρωσαν τις δυνάμεις τους στην ελληνική υπόθεση.

    Ο… ανοιχτός δρόμος του ΕΑΜ

    Πάντως κατάλυση εξουσίας καταλογίζεται από αρκετούς στο ΕΑΜ με την κίνηση να μπει στη Θεσσαλονίκη και να την απελευθερώσει παρά τις ρητές εντολές της κυβέρνησης του Καΐρου να μην μπουν ένοπλα τμήματα στα αστικά κέντρα.

    «Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για κανέναν από τους εμπλεκομένους. Το ΕΑΜικό κίνημα και η ηγεσία του, αν και βρέθηκαν σε κατάσταση αμύνης, δεν μπορούμε να πούμε πως πιάστηκαν στον ύπνο. Περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν η σύγκρουση, αν και δε φαίνεται να είχαν μαντέψει ούτε την έκταση που πήρε – ούτε τη σημασία της. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, δεν επιδίωξαν να έχουν την πρωτοβουλία σ’ αυτήν την εξέλιξη»σημειώνει χαρακτηριστικά ο ιστορικός και δημοσιογράφος Γιώργος Πετρόπουλος («Ωμή επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα», «Ριζοσπάστης», 3.12.2000).

    Έτσι, ενώ ήταν γνωστές οι προθέσεις των Άγγλων, η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν έδωσε σαφή εντολή να τους χτυπήσουν ούτε νωρίτερα όταν είχαν την υπεροπλία, αλλά ούτε και όταν άρχισαν να δέχονται πίεση με αποτέλεσμα οι βρετανικές δυνάμεις να αιχμαλωτίσουν, χωρίς να πέσει πυροβολισμός, ένα ολόκληρο σύνταγμα του ΕΛΑΣ στη Φιλοθέη όταν άρχισαν οι εχθροπραξίες και εν τέλει να βρεθούν πανέτοιμοι με τη μακρόχρονη προπαρασκευή τους και την αποβίβαση ισχυρών δυνάμεων στον Φαληρικό όρμο.

    Στόχος του ΕΛΑΣ ήταν η «ντόπια αντίδραση» και οι δωσίλογοι. Αυτούς γνώριζαν καλά, αυτούς αντιμετώπιζαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής μαζί με τις δυνάμεις της Βέρμαχτ. Φυσικό είναι λοιπόν η εαμική ηγεσία να βρίσκεται με την εντύπωση της ισχύος και την επιθυμία να μην εμπλακεί τελικά σε «εσωτερικές υποθέσεις» ο αγγλικός παράγων – μια στάση που στην τελική ανάλυση οδήγησε στη μάχη της Αθήνας στην οποία μετά τις πρώτες ενθουσιώδεις επιθέσεις βρισκόταν σε όλο και πιο δυσχερή θέση.

    Εκτίμηση λανθασμένη -όπως μπορεί να κρίνει κανείς εκ των υστέρων- μαζί με την απρόσκοπτη συγκέντρωση δυνάμεων στο πλευρό της κυβέρνησης Παπανδρέου με την ενεργό συμμετοχή των βρετανικών δυνάμεων.

    «Αι απόρρητοι διαταγαί της Κυβερνήσεως είναι κατηγορηματικαί: Καμία εμπιστοσύνη εις τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ και καμία συνεργασία διά την τήρησιν της τάξεως. […] Τα Τάγματα Ασφαλείας ευρίσκονται εις δυσχερεστάτην θέσιν, διότι έχουσι αποκηρυχθή υπό της Κυβερνήσεως ως προδοτικά. Καταλλήλως, όμως, ο στρατιωτικός διοικητής τα ειδοποιεί να συνεχίσωσι τας υπηρεσίας των με τη δήλωσιν -ουχί ακριβή- ότι θα τύχωσι συγνώμης. Χρειάζονται αυτά ως αντίπαλοι κατά του ΕΑΜ, το οποίο επιμόνως ζητεί τη διάλυσίν των» πληροφορεί ο τότε διοικητής της Ορεινής Ταξιαρχίας συνταγματάρχης Θρασύβουλος Ι. Τσακαλώτος («40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος – Πώς εκερδίσαμε τους αγώνες μας 1940 – 1949», Αθήναι, εκ των Τυπογραφείων της «Ακροπόλεως», 1960, σελ. 578).

    Η στάση της βρετανικής κυβέρνησης είναι γνωστή, με τα καίρια τηλεγραφήματα του Τσόρτσιλ να βγάζουν από την αμήχανη θέση τον αγγλικό στρατό και να τον θέτει προ των ευθυνών του απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο. «Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη… Μη διστάζετε πάντως να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση» διέταζε τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι και ο αρχιστράτηγος των αγγλικών και ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα έφερε λίαν επιτυχώς σε πέρας τη δύσκολη αποστολή του.

    «Για το ΕΑΜ και την Αριστερά η κατάσταση πλησίαζε το αδιέξοδο. Οι δυνάμεις τους ήταν κυρίαρχες σε όλη την εκτός Αθηνών Ελλάδα. Όμως στην πρωτεύουσα χτίζονταν προσεκτικά ένα καθεστώς που καμία συμφωνία δεν είχε προβλέψει. Η βρετανική αποφασιστικότητα εμπόδιζε κάθε συζήτηση και ακύρωνε «εν τη γενέσει» κάθε εναλλακτικό σχέδιο. […] Από την άλλη η ηγεσία της Αριστεράς έπρεπε να λάβει υπόψη της τόσο την ανάγκη για εξωτερική επισιτιστική βοήθεια όσο και τις περιπλοκές που θα προέκυπταν από τη σύγκρουση με τα συμμαχικά στρατεύματα ενώ ο πόλεμος διαρκούσε ακόμα. Το αδιέξοδο φαινόταν απόλυτο» παρατηρεί ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Μαργαρίτης («Από τον Λίβανο έως τη Βάρκιζα», στον 17ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων», εκδ. Δομή).

    Με μεγάλα τμήματά του στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, εκτός Αθηνών, με πολεμικό υλικό ετερόκλητο, χωρίς επάρκεια πυρομαχικών και χωρίς σημαντικά βαρέα όπλα, ο ΕΛΑΣ όδευσε στη μάχη του Δεκέμβρη σαν να ήθελε να επιδείξει τον ηρωισμό των ανδρών του και να αποκαλύψει το εν πολλοίς αδιέξοδο στις στρατηγικού χαρακτήρα κινήσεις του. Για κάποιους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυτοκτονία» έτσι όπως εξελίχθηκε η προπαρασκευή, με διαρκή λάθη και αντικειμενικές δυσκολίες. Αλλά και πρωτύτερα, αν είχε κυριαρχήσει διά των όπλων στα αστικά κέντρα και διεκδικούσε de facto την εξουσία θα είχε καλύτερη τύχη; Πιθανόν, αλλά όλα αυτά είναι υποθέσεις που έχει φροντίσει η ίδια η ορμή της ιστορικής περιόδου να πετάξει στην άκρη. Όπως απορρίφθηκε από τον εμβληματικό κομμουνιστή ηγέτη Γκιόργκι Ντιμιτρόφ (8.12.1944) το αίτημα του ΚΚΕ για συνδρομή από τα κομμουνιστικά κόμματα.

    Οι διαδηλώσεις, το πολιτικό «όπλο» του ΕΑΜ

    Η κατεχόμενη Αθήνα συνταράχτηκε από αιματηρές διαδηλώσεις και απεργίες που κινητοποίησε το ΕΑΜ, τόσο για την επιστράτευση εργαζομένων ώστε να σταλούν σε εργοστάσια στη Γερμανία όσο και για τις αγριότητες των Βουλγάρων. Αυτή η «παράδοση» συνεχίστηκε και με την απελευθέρωση της πόλης στις 12 Οκτωβρίου 1944.

    Όπως γράφει ο ιστορικός Ιάσων Χανδρινός, «πρώτο κατέβηκε το ΚΚΕ. Την επόμενη της εορταστικής μέρας, ένα τεράστιο «λαϊκό κύμα» με την καθοδήγηση όλων των Αχτίδων της ΚΟΑ, ξεχύθηκε από τους προσφυγικούς συνοικισμούς στη λεωφόρο Πανεπιστημίου με ζητωκραυγές υπέρ του ΕΑΜ και του Κόμματος και ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των προδοτών – το πιο «καυτό» αίτημα των ημερών. Στο πλήθος ξεχώριζαν παπάδες (μερικοί με κόκκινες σημαίες), γριές γυναίκες και μικροί μαθητές. Ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς, από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της τότε αθηναϊκής καθημερινότητας, δήλωνε στο ημερολόγιό του πως αυτά τα πρωτόγνωρα κοινωνικά φαινόμενα, όπως και τα χιλιάδες σφυροδρέπανα που είχαν πλημμυρίσει τους τοίχους «ξεσκέπαζαν, σε μια απότομη στροφή της ιστορίας, μια πρωτεύουσα κόκκινη». […] Οι συνθήκες της φασιστικής κατοχής και οι αγώνες κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους, είχαν αναδείξει σε μάρτυρες και ήρωες τα λαϊκά στρώματα που δικαιωματικά αξίωναν πλέον την άνευ όρων ανακατανομή της πολιτικής τράπουλας.

    »Τρεις μέρες αργότερα θα ριχνόταν στη «μάχη των εντυπώσεων» και ο αστικός κόσμος. Στο εξίσου ογκώδες συλλαλητήριο, το παρόν έδινε η ευπαρουσίαστη αστική τάξη της Αθήνας: ώριμοι άντρες, οικογενειάρχες, φοιτητές και καλοντυμένες κοπέλες, μια ετερόκλητη συμμαχία με πολιτικές τοποθετήσεις που ποίκιλαν από τη φιλελεύθερη δημοκρατία έως τον «μοναρχοφασισμό». Η έντονη αντιεαμική συνείδηση των μεσοαστικών και μεγαλοαστικών στρωμάτων θα τροφοδοτούσε ένα «μαύρο μέτωπο» το οποίο στις μάχες του Δεκέμβρη θα συναποτελούσαν ο αναβαπτισμένος ελληνικός στρατός της Μέσης Ανατολής (Ιερός Λόχος, ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι), τα Σώματα Ασφαλείας (Αστυνομία Πόλεων, Χωροφυλακή, Ασφάλεια) και -φυσικά- οι άνδρες και αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας που περίμεναν υπομονετικά στους στρατώνες του Γουδή, την εξιλέωση στο πρόσωπο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών» («Αθήνα, Οκτώβριος 1944», 18.11.2012).

    Σύγχυση

    Ο δρόμος προς τον Δεκέμβρη ήταν γεμάτος αντιφάσεις και απρόοπτα που έθεταν σε τροχιά σύγκρουσης χωρίς να γίνεται η αποφασιστική κίνηση από καμία πλευρά…

    Χαρακτηριστικό της σύγχυσης που επικρατούσε είναι περιστατικό που δημοσιοποιεί ο ιστορικός Μανόλης Κασιμάτης με την άφιξη του στρατάρχη Αλεξάντερ στην Ελλάδα στις 11.12.1944 (περιλαμβάνεται στη μελέτη «Καταγράφοντας τη δράση της βρετανικής αεροπορίας τον Δεκέμβρη του 1944», Αθήνα 2013). «Το αεροδρόμιον του Καλαμακίου, όπου έφθασα την 2 μ.μ. απέχει περί τα 10 χιλιόμετρα από το κέντρον της πόλεως. Η άμυνά του ήτο ασθενής, η πέριξ περιοχή ήτο εις χείρας του ΕΛΑΣ και η μόνη τηλεφωνική επικοινωνία ήτο δυνατή μέσω ενός σταθμού υπό τον έλεγχον του ΕΛΑΣ. Είχον ως τόσον την ευγένειαν να με συνδέσωσι με το Στρατηγείον του 3ου Σώματος και έπειτα από κάποιαν καθυστέρησιν έφθασε ένα τεθωρακισμένον αυτοκίνητον δια να με παραλάβη. Μετέβην με αυτό εις την Αγγλικήν Πρεσβείαν βαλλόμενος κατά την διαδρομήν» περιγράφει ο στρατάρχης και όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο κ. Κασιμάτης, «κατέφθασε στην Ελλάδα αεροπορικώς ένας από τους στρατάρχες (ελάχιστους) του Βρετανικού στρατού μαζί με έναν Βρετανό υπουργό. Το τμήμα του ΕΛΑΣ που ήταν κοντά στο αεροδρόμιο, και στο οποίο αναγκάστηκε να αποταθεί ο στρατάρχης ελλείψει μέσων επικοινωνίας, όχι μόνο δεν τον συνέλαβε ως ώφειλε (ήδη εδώ και 5 μέρες είχαν αρχίσει και «επίσημα» οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τους Βρετανούς) αλλά τον διευκόλυνε κιόλας να έρθει σε επαφή με το Βρετανικό Στρατηγείο το οποίο έστειλε μάλιστα δύο τεθωρακισμένα να τον παραλάβουν μαζί τους άλλους ανώτατους αξιωματούχους»…

    «Η απόφαση «μετατροπής» σε τακτικό στρατό κατέτεινε μάλλον στην προσέλκυση εθελοντών -και δη αξιωματικών- και εν γένει στην πολιτική νομιμοποίηση του Αντάρτικου, παρά στη στρατιωτική αναβάθμιση ή την εξύψωση της πειθαρχίας» επισημαίνει ο Ι. Χανδρινός («Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός», 13.2.2012). Αυτό δεν ήταν αρκετό για τον ΕΛΑΣ στη διαφαινόμενη νέα σύγκρουση. Οι βρετανικές δυνάμεις υπερίσχυσαν με υπέρτερο οπλισμό, με τεθωρακισμένα, πυροβόλα, κανονιοβολούσαν τα ελλιμενισμένα στον Σαρωνικό πολεμικά και -κυρίως- διέθεταν μοίρες της RAF· την από αέρος ανεμπόδιστη επίθεση, που καθόρισε την έκβαση της μάχης.

    Οι αριθμοί του πολέμου

    «Στην αρχή των μαχών οι Βρετανοί είχαν στην Αθήνα και στον Πειραιά μία ελλιπή ταξιαρχία τεθωρακισμένων, την 23η, η οποία όμως είχε εξοπλιστεί για την περίσταση με μία επιλαρχία αρμάτων Sherman, των 35 τόνων, ακαταμάχητα για οποιοδήποτε όπλο που ο ΕΛΑΣ μπορούσε να διαθέτει. Υπήρχαν επίσης μονάδες αλεξιπτωτιστών και δύο τάγματα πεζικού που έφθασαν αεροπορικώς στην αρχή των γεγονότων, συνολικά 5.000 άνδρες. Αντίθετα υπήρχε ένα πλήθος βοηθητικών μονάδων με το προσωπικό τους, σχεδόν 10.000 άτομα, η προστασία των οποίων έθετε προβλήματα στον γενικό διοικητή, τον στρατηγό Σκόμπυ. Σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκαν τα πιστά στην κυβέρνηση Παπανδρέου ελληνικά στρατεύματα, η 3η Ορεινή Ταξιαρχία με 2.800 άνδρες, μονάδες της Χωροφυλακής, της αστυνομίας και των οργανώσεων τύπου Χ με 2.500 έως 3.000 ενόπλους. Ως εφεδρεία αυτών των δυνάμεων υπολογίζονταν οι περίπου 12.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και άλλων δωσιλογικών σωμάτων που βρίσκονταν «έγκλειστοι» είτε στην Αθήνα είτε σε νησιά του Σαρωνικού. Ο όγκος των βρετανικών ενισχύσεων -τρεις μεραρχίες πεζικού, η 4η Ινδική, η 4η και 46η Βρετανικές, σε πρώτη φάση- θα έφθαναν στα μέσα Δεκεμβρίου.

    »Από την άλλη πλευρά η μεγάλη μονάδα του ΕΛΑΣ της Αθήνας, το Α΄ Σώμα Στρατού, είχε μεν στα χαρτιά μία καταγεγραμμένη δύναμη που πλησίαζε τις 20.000 γυναίκες και άνδρες, διέθετε όμως μόλις 6.000 όπλα, πολλά από τα οποία πιστόλια και περίστροφα. Επιπλέον, από την Απελευθέρωση και μετά, οι δυνάμεις του βρίσκονταν σε κατάσταση αποστράτευσης και στην ουσία έπρεπε να συγκροτηθούν από την αρχή. Ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά εξαρτιόταν από τη δυνατότητα αφοπλισμού των αντιπάλων του» αναλύει τη δύναμη πυρός ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης (ό.π.).

    Προς τον Εμφύλιο

    «Την τελευταία εβδομάδα του πολέμου, η βρετανική τακτική άλλαξε. Επιδιώχθηκε η στήριξη στα νεοπαγή τάγματα εθνοφυλακής που είχαν συγκροτηθεί από μέλη των δεξιών οργανώσεων τύπου Χ, από χωροφύλακες της επαρχίας και, κυρίως, από μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας που, μετά τον αφοπλισμό τους, φρουρούνταν από τους Βρετανούς σε νησιά και σε φυλακές. Τα τάγματα αυτά εξαπέλυσαν απελπισμένες επιθέσεις ενάντια στις θέσεις του ΕΛΑΣ, υπό βρετανική υποστήριξη, ενώ ανέλαβαν και το αιματηρό έργο της εκκαθάρισης των συνοικιακών δαιδάλων – των προσφυγικών ιδιαίτερα συνοικιών – σε Αθήνα και Πειραιά. Οι απώλειές τους υπήρξαν τρομακτικές – περισσότεροι ίσως από 2.000 νεκροί σε λίγες ημέρες – οι πιέσεις όμως που άσκησαν πάνω στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ υπήρξαν καθοριστικές για την συνέχεια» σημειώνει ο Γ. Μαργαρίτης (ό.π.) και καταλαβαίνει κανείς ότι ο δρόμος για την εμφύλια σύρραξη δεξιών και αριστερών είχε πλέον ανοίξει, με τις δύο πλευρές πλέον σχεδόν ισοδύναμες ύστερα από την καθοριστική βοήθεια του Λονδίνου.

    Μες στον Γενάρη του 1945 ακολούθησε η ανακωχή και ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ -διακαής πόθος του Τσόρτσιλ και της κυβέρνησης Παπανδρέου- με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Προκλήσεις και εκκαθαρίσεις έφεραν εγγύτερα τον Εμφύλιο. Η κόκκινη γραμμή της Ιστορίας παρέμεινε η ίδια: Αριστερά – Δεξιά, μέσα σε έναν διπολικό κόσμο που άρχιζε να διαμορφώνεται (ΗΠΑ – ΕΣΣΔ).

    Μια ελληνική «ιδιομορφία» είναι, μέσα από τις συρράξεις του Δεκέμβρη και του Εμφυλίου που ακολούθησε, η αφομοίωση των συνεργατών των Γερμανών στον εθνικό κορμό, η αναβάπτιση των Ταγμάτων Ασφαλείας σε εθνικές δυνάμεις ενάντια στην «κόκκινη απειλή», η «άφεση αμαρτιών» σε δωσίλογους και μαυραγορίτες στις δίκες που ακολούθησαν με τη συσσώρευση του πλούτου τους να επενδύεται στην ανασυγκρότηση μιας ρημαγμένης από τους ναζί χώρας.

    «ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – Πολυτεχνείο»

    Η νίκη διαφαινόταν ολοκληρωτική στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αλλά το πολιτικό σύστημα βρέθηκε υπό την «πίεση» της Αριστεράς μόλις μία δεκαετία μετά την ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (1958), με την παρουσία της ΕΔΑ στο Κοινοβούλιο ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ενεργοποιήθηκε σχέδιο αναχαίτισης και η Ιστορία κύλησε ως την 21η Απριλίου 1967, όταν με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» οι συνταγματάρχες αναλαμβάνουν πραξικοπηματικά τα ηνία της διακυβέρνησης.

    Στην εξέγερση του Πολυτεχνείου αυτή η «κόκκινη γραμμή» της σύγχρονης Ιστορίας μας επανήλθε. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό το σύνθημα στη μεταπολίτευση που συνδέει το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και το Πολυτεχνείο – μάλιστα στα φοιτητικά αμφιθέατρα και πανσπουδαστικά συνέδρια ακουγόταν και το σύνθημα «Δαπίτες, χίτες, ταγματασφαλίτες» που δεν έφτανε να προκαλεί την αντίθετη πλευρά αλλά μάλλον την ευαρεστούσε! Η διαχωριστική αυτή γραμμή παρέμεινε παρά την εκκωφαντική κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τις τελεολογικές διακηρύξεις για την Ιστορία.

    Η ένταση δεν ήταν πια η ίδια, όμως η Ιστορία δεν ξεχνά και με την εμφάνιση της πρωτόγνωρης για τη μεταπολιτευτική γενιά δύσκολης περιόδου της κρίσης, εικόνες των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου πέρασαν πάλι στο προσκήνιο με τη ρητορική της Χρυσής Αυγής και το εκλογικό «φούσκωμα» ενός αριστερού κόμματος, του ΣΥΡΙΖΑ. Τα Δεκεμβριανά μάλιστα έφτασαν να γίνουν αφιέρωμα και στη βρετανική εφημερίδα «Observer», με αφορμή τη συμπλήρωση 70 χρόνων, η οποία είδε με αυτοκριτική τη στάση του Λονδίνου στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Με τίτλο «Αθήνα, 1944: Το βρώμικο μυστικό της Βρετανίας», καταγράφει την ημέρα που άλλαξε την Ιστορία, μιλάει με επιζώντες δίνοντας ως εξής το στίγμα: «Όταν 28 πολίτες σκοτώθηκαν στην Αθήνα, δεν ήταν οι ναζιστές υπεύθυνοι, ήταν οι Βρετανοί. Ο Εντ Βάλιαλμι και η Έλενα Σμιθ αποκαλύπτουν πώς η επονείδιστη απόφαση του Τσόρτσιλ να στραφεί εναντίον των ανταρτών που πολέμησαν στο πλευρό των Βρετανών καλλιέργησε τους σπόρους της σημερινής ακροδεξιάς στην Ελλάδα».

    Από τα έκτροπα των τριεψιλιτών της Θεσσαλονίκης ως την «καθεστηκυία» 4η Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, η ελληνική Ακροδεξιά βρίσκει συγγενείς τρόπους έκφρασης και δράσης όλα αυτά τα χρόνια. Χωρίς να απολογούνται για τους συνεργάτες των Γερμανών ταγματασφαλίτες και να νιώθουν υπερήφανοι για τις δυνάμεις ασφαλείας που υπερασπίστηκαν το στρατόπεδο της Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη απέναντι στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ έχοντας μάλιστα την καθοριστική συμβολή των αγγλικών βαρέων όπλων. Με ρίζες από την περίοδο εκείνη ήταν και οι συνταγματάρχες του ’67 ενώ με τάγματα εφόδου επελαύνουν στις συνοικίες του σήμερα οι πρώτου βαθμού πολιτικοί τους συγγενείς.

    Αυτή η «κόκκινη γραμμή» της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας μοιάζει να είναι ατελείωτη.

    Ενδεικτική βιβλιογραφία

    Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944», Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΣτ’
    Γιώργος Μαργαρίτης, «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949», Βιβλιόραμα
    Πολυμέρης Βόγλης, Φλώρα Τσίλαγα, Ιάσονας Χανδρινός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης (επιμέλεια), «Η εποχή των ρήξεων – Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940», Επίκεντρο
    Ιάσονας Χανδρινός, «Το τιμωρό χέρι του λαού – Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη Αθήνα (1942 – 1944)», Θεμέλιο
    Μαρκ Μαζάουερ, «Σκοτεινή ήπειρος – Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας», Αλεξάνδρεια
    Χάγκεν Φλάισερ, «Στέμμα και σβάστικα – Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944», Παπαζήση

    http://www.tovima.gr/society/article/?aid=655899

  20. Β.Α. on

    Η άφιξη του Στρατάρχη Αλεξάντερ στην Αθηνα. 11 Δεκεμβρη 1944

    απόσπασμα απο την μελετη:
    Μανολης Κασιματης
    «Καταγράφοντας την δράση της Βρετανικής αεροπορίας τον Δεκέμβρη του 1944»
    Αθηνα 2013
    Στην καταγραφή των γεγονότων περί της αεροπορικής δράσης ξεχωριστή περίπτωση είναι η άφιξη του Στραταρχη Αλεξάντερ:
    «Εφθασε στην Αθήνα την 11η Δεκεμβρίου μετά τα μεσάνυχτα αεροπορικώς εις Χασάνι (Έλληνικόν), προερχόμενος έξ Ιταλίας, ο Στρατάρχης Αλεξάντερ, νέος άνώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων Μεσογείου, μετά του υπουργού Μεσογείου Χάρολδ Μάκ Μίλλαν και του Στρατηγού Αϊρευ, αρχηγού της υπηρεσίας πληροφοριών.

    τεθωρακισμενο τυπου Staghound
    Διανύσε μια επικίνδυνη διαδρομή από το Καλαμάκι, διαμέσου των δρόμων των Αθηνών, προς το στρατηγείο του στρατηγού Σκόμπυ, σ΄ ένα τεθωρακισμένο όχημα Staghound , καθισμένος στην θέση του γεμιστή πολυβολητή/πυροβολητή με τα φώτα του οχήματος σβηστά και το καπάκι του πυργίσκου κλειστό. Ο Χάρολντ Μακμίλλαν ακολουθούσε μ΄ ένα δεύτερο Staghound… »
    Περιγράφει ο Στρατάρχης Αλεξάντερ:
    Το αεροδρόμιον του Καλαμακίου, όπου έφθασα την 2 μ.μ απέχει περί τα 10 χιλιόμετρα από το κέντρον της πόλεως. Η άμυνα του ήτο άσθενής, η πέριξ περιοχή ήτο εις χείρας τον ΕΛΑΣ και η μόνη τηλεφωνική έπικοινωνία ήτο δυνατή μέσω ενός σταθμού υπό το έλεγχον του ΕΛΑΣ. Είχον ως τόσον την ευγένειαν να με συνδέσωσι με το Στρατηγείον του 3ου Σώματος και έπειτα από κάποιαν καθυστέρησιν έφθασε ένα τεθωρακισμένον αυτοκίνητον δια να με παραλάβη. Μετέβην με αυτό εις την Αγγλικήν Πρεσβείαν βαλλόμενος κατά την διαδρομήν.«GREECE 1944-45»
    Εστιάζουμε:
    Κατέφθασε στην Ελλάδα αεροπορικώς ΕΝΑΣ απο τους ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ(ελάχιστους) του Βρετανικού στρατού μαζί με έναν Βρετανό υπουργό. Το τμήμα του ΕΛΑΣ που ήταν κοντά στο αεροδρόμιο, και στο οποίο αναγκάστηκε να αποτανθεί ο στρατάρχης ελείψει μέσων επικοινωνίας, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΥΝΕΛΑΒΕ ως όφειλε, (ήδη εδώ και 5 μέρες είχαν αρχίσει και »επίσημα» οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τους Βρετανούς) αλλά τον διευκόλυνε κιόλας να έρθει σε επαφή με το Βρετανικό Στρατηγείο το οποίο έστειλε μάλιστα δύο τεθωρακισμένα να τον παραλάβουν μαζί τους άλλους ανώτατους αξιωματούχους. Η κατόπιν καταγραφή των πυροβολισμών που δέχτηκαν τα δύο βρετανικά τεθωρακισμένα όταν ανέβαιναν την λεωφόρο Συγγρού, από άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ ακούγεται σαν ειρωνία !!!

    http://documentahistory.blogspot.gr/2014/08/1944.html

  21. Γιατί υπογράψαμε…

    Κριτική και αυτοκριτική(;) της Συμφωνίας της Βάρκιζας στη δεκαετία του 1940

    ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΖΟΥ*

    Το αν έπρεπε ή όχι να υπογραφεί η Συμφωνία της Βάρκιζας με τους όρους που περιλάμβανε αποτέλεσε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα το οποίο συζητήθηκε επίσημα και ανεπίσημα τόσο την περίοδο που υπογράφτηκε η Συμφωνία όσο και μεταγενέστερα. Απασχόλησε δε όλες τις βαθμίδες του Κομμουνιστικού Κόμματος από τα ανώτερα κομματικά κλιμάκια έως την κομματική βάση.

    Υπερασπιζόμενη την απόφασή της να υπογράψει τη Συμφωνία και να διατάξει τον ΕΛΑΣ να παραδώσει τα όπλα η ηγεσία του ΚΚΕ πρόβαλε ως κύριο επιχείρημα ότι η Βάρκιζα ήταν ένας συμβιβασμός που έδινε στο λαό τη δυνατότητα να παλέψει για τα συμφέροντά του με νόμιμο τρόπο ενώ παράλληλα παρείχε το δικαίωμα στο ΕΑΜ να προωθήσει τους στόχους του ανοιχτά (Εισήγηση Γ. Σιάντου στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΕΑΜ, 14/2/45).

    Ο γενικός γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος Γ. Σιάντος σε συνέντευξη του στο Ριζοσπάστη (15-2-1945), τρεις μέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, δήλωνε ότι η αυτή αποτελεί συνέχιση της πολιτικής της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. Για αυτό το λόγο, παρόλο που θα ήταν πολύ εύκολο για το ΚΚΕ να πάρει την εξουσία κατά την αποχώρηση των Γερμανών, το κόμμα προτίμησε να μην το κάνει για να μην προκαλέσει το μίσος της Δεξιάς και την δυσπιστία των συμμάχων και ιδιαίτερα των Άγγλων. Η ουσία της στρατηγικής του απέβλεπε στη διεξαγωγή εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και όχι στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Εφεξής το ΚΚΕ θα επεδίωκε την οριστική του ενσωμάτωση στο πλαίσιο της συνταγματικής και πολιτικής νομιμότητας, όπως αυτή διαγράφονταν από τους όρους της Συμφωνίας. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν κατορθώσει να πάρουν με το μέρος τους το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πράγμα που σήμαινε ότι η Αριστερά βρισκόταν σε τροχιά εξουσίας υπό τρεις προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεση ήταν ότι θα διασφαλίζονταν νόμιμες και δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες οι οποίες θα εξασφάλιζαν ότι η εξουσία θα ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης έκφρασης του λαού. Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν η εδραίωση της συνοχής της εαμικής συμμαχίας. Η τρίτη προϋπόθεση ήταν μια πολιτική η οποία θα απαντούσε στις ανάγκες των κοινωνικών μερίδων τις οποίες εκπροσωπούσε η Αριστερά. Κοινός άξονας όλων αυτών των προϋποθέσεων ήταν η διαμόρφωση ενός «κοινωνικού συμβολαίου» το οποίο θα επιβεβαίωνε το αντίστοιχο της Κατοχής αλλά προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις νέες συνθήκες μετά την Απελευθέρωση .

    Η πολιτική αυτή έπρεπε ωστόσο να επιβληθεί στο εσωτερικό του ΚΚΕ, όπου εκδηλώνονταν έντονες διαφωνίες. Ο Καραγιώργης και ο Ζεύγος άσκησαν οξεία κριτική στους διαπραγματευτές της Συμφωνίας και στην πλειοψηφία του Πολιτικού Γραφείου. Οι επικρίσεις των ηγετικών στελεχών επικεντρώνονταν κυρίως στο ζήτημα της αμνηστίας. Η μερική αμνήστευση των κατοχικών αδικημάτων και ο όρος περί φυσικής και ηθικής αυτουργίας παρέδιδε μεγάλο μέρος των στελεχών και μελών του ΚΚΕ στη μήνη των δικαστικών διώξεων ενώ η αποστράτευση του ΕΛΑΣ καθιστούσε πιθανό ένα μοναρχικό πραξικόπημα:

    «Στην Κεντρική Επιτροπή έγινε χαλασμός κυρίου. Αυτά βέβαια δεν τα γράφουν γιατί είναι εντελώς εσωκομματικά. Έγινε χαλασμός κυρίου γιατί όλοι αντέδρασαν και είπαν να ακυρωθεί. Γιατί ήταν υπό την αίρεση να εγκρίνει η Κεντρική Επιτροπή. Και όταν ήρθαν εκεί πέρα και είπαν τους όρους της Βάρκιζας, το ξέρω αυτό από πρώτο χέρι από τον Καραγιώργη, το ξέρω και από τον Χατζή, τον γραμματέα του ΕΑΜ με τον οποίο είχαμε πολλές σχέσεις, το ξέρω και από άλλους που ήταν εκεί όχι και τόσο γνωστοί αλλά προσωπικοί μου συνεργάτες, ότι αντέδρασαν πάρα πολύ, ότι φαγώθηκαν εκεί μέσα. Κι όμως επικράτησε του Ιωαννίδη και του Σιάντου. Τουλάχιστον είπαν πηγαίνετε να κάνετε καλύτερους όρους, δηλαδή ότι δεν θα πειραχθεί κανένας… Στην ΚΕ έδωσε τη μάχη του ο Καραγιώργης, ο Ζεύγος, ο Χατζής, δώσανε μάχη για να μην υπογραφεί ή τουλάχιστον με καλύτερους όρους. Μάχη δώσανε. Δηλαδή τους άκουγαν όλοι γύρω», αφηγείται σε προφορική μαρτυρία η Μαρία Καραγιώργη.

    Τελικά, παρά τις επικρίσεις και τις εσωκομματικές διαφωνίες στην Κεντρική Επιτροπή ύστερα από τη στήριξη του Ιωαννίδη η Συμφωνία υπερψηφίστηκε. Εφεξής, αποτελούσε ζήτημα αυστηρής κομματικής πειθαρχίας ενώ κάθε κριτική ή απόρριψή της επέφερε βαρύτατες κομματικές κυρώσεις.

    Για να περιβληθούν οι αποφάσεις της ηγεσίας με μεγαλύτερο κύρος και για να δεσμευτούν κατά κάποιο τρόπο όσοι πιθανά εξέφραζαν τη διαφωνία τους η ηγεσία ενεργοποίησε εκ νέου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη και τον Σαράφη οι οποίοι υπέγραψαν την τελευταία ημερήσια διαταγή του ΕΛΑΣ στις 16 Φεβρουαρίου 1945 με την οποία δίνονταν η διαταγή για διάλυσή του ενώ τα κατά τόπους διατάγματα αποστράτευσης υπογράφτηκαν από προβεβλημένα στρατιωτικά στελέχη. Παρά ωστόσο τις προσπάθειες του Σιάντου, εξακολουθούσαν να υπάρχουν οξύτατες αντιθέσεις στους κόλπους της Κεντρικής Επιτροπής οι οποίες εντείνονταν από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι διαφωνούντες της Βάρκιζας, όπως ο Βελουχιώτης.

    Στην 11η Ολομέλεια, που συγκλήθηκε στην Αθήνα στις 5-10 Απριλίου 1945, δύο μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ο Σιάντος στην εισήγησή του προσπάθησε να δικαιολογήσει τη Βάρκιζα με τη λογική του «μη χείρον βέλτιστον» επιχειρηματολογώντας ότι η συνέχιση του αγώνα θα προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά στο κόμμα. Κατά τον Σιάντο, η Συμφωνία της Βάρκιζας «είναι μια συμφωνία ανάγκης, δεν είναι όμως παράδοση άνευ όρων. Είναι ένα μίνιμουμ ελευθεριών για τη δράση. Δίνει ένα ηθικό νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη. Δίνει ακόμα το πλεονέκτημα να γίνει απόφαση των μαζών, της κοινής γνώμης του εξωτερικού και των συμμάχων». Ο Σιάντος παρότρυνε τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ αφενός να παλέψουν για την εφαρμογή της Συμφωνίας, την οποία έπρεπε να υποστηρίξουν, και αφετέρου να ασκήσουν πιέσεις για την ψήφιση συγκεκριμένης νομοθεσίας που να κατοχυρώνει την εφαρμογή της (ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ.5, σ. 425) .

    Και ο άλλος ισχυρός άνδρας του κόμματος, ο Γ. Ιωαννίδης, στην εισήγησή του στην 11η Ολομέλεια υποστήριξε ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν αποτέλεσμα της στρατιωτικής ήττας και ήταν επόμενο οι όροι της να είναι βαρείς. Θεωρούσε εντούτοις και αυτός ότι η υπογραφή Συμφωνίας, δηλαδή η πολιτική λύση του προβλήματος, ήταν απόλυτα σωστή καθώς παρείχε στο ΚΚΕ τη στοιχειώδη δυνατότητα να διατηρήσει τους δεσμούς του με τις μάζες ενώ εξασφάλιζε στοιχειώδεις εγγυήσεις πολιτικής δράσης. Έδινε δηλαδή στο ΚΚΕ ένα ελάχιστο πλαίσιο δυνατοτήτων και προϋποθέσεων για να δουλέψει μαζικά και να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο της πολιτικής κατάστασης. Η συνέχιση του αγώνα, σύμφωνα με τον Ιωαννίδη, θα ήταν καταστροφικό λάθος και θα συνεπάγονταν πολιτική ήττα και πολύ μεγαλύτερη ζημιά για το κόμμα καθώς το ΚΚΕ θα έχανε τα ερείσματά του στις πόλεις και δεν θα μπορούσε να αναπτύξει καμία μαζική πολιτική δράση (Γ. Ιωαννίδης, Αναμνήσεις. Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945) .

    Η 11η Ολομέλεια διαπίστωσε την ορθότητα της πολιτικής γραμμής του κόμματος αναγνώρισε ωστόσο λάθη στην πρακτική εφαρμογή της. Υπογράμμισε ιδιαίτερα τα λάθη που έγιναν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Δεκεμβρίου 1944 τα οποία εμπόδισαν την κομματική καθοδήγηση να έχει μια σαφή προοπτική για την πορεία της σύγκρουσης και να συνάψει μια συμφωνία με ευνοϊκότερους όρους από ότι η Βάρκιζα. Δεν αμφισβητούνταν δηλαδή η Συμφωνία της Βάρκιζας αυτή καθ’ αυτή καθώς αναγνωρίζονταν ότι έγινε ύστερα από την στρατιωτική ήττα στην Αθήνα και ήταν κατά κάποιο τρόπο αναπόφευκτη. Η Συμφωνία της Βάρκιζας όπως και η Συμφωνία της Γιάλτας θεωρούνταν ότι αποτελούσαν σοβαρό πολιτικό έρεισμα στον αγώνα κατά του φασισμού και την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη της χώρας (ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 5, σ. 258).

    Κατά τον ίδιο τρόπο, η 12η Ολομέλεια η οποία συγκλήθηκε με την παρουσία του Ζαχαριάδη στις 25- 27 Ιουνίου 1945 δήλωνε ότι «το ΕΑΜ από την αρχή έως το τέλος της Κατοχής παρέμεινε στο σωστό δρόμο. Δεν έγιναν λάθη» (Ριζοσπάστης, 3 Ιουλίου 1945). Στο 7ο Συνέδριο τέσσερις μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο 1945, δεν έγινε καμία αναφορά στη Συμφωνία της Βάρκιζας ενώ η ίδια γραμμή διατηρήθηκε και στις πέντε ολομέλειες που συγκλήθηκαν τα τέσσερα επόμενα χρόνια μέχρι και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου.

    Η διαφωνία για την ορθότητα της υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας ήταν ένα από τα σημεία της διαμάχης που ξέσπασε στους κόλπους του ΚΚΕ μετά τη στρατιωτική ήττα του στον εμφύλιο πόλεμο. Έληξε προσωρινά με την απομάκρυνση των Παρτσαλίδη, Καραγιώργη και Βαφειάδη και την καθαίρεση του ίδιου του Ζαχαριάδη το 1956, απασχόλησε ωστόσο και κατοπινές ολομέλειες.

    Η πρώτη κριτική στη Συμφωνία της Βάρκιζας από τα ηγετικά στελέχη του κόμματος έγινε μετά την στρατιωτική ήττα και λήξη του Εμφυλίου από έναν από αυτούς που την υπέγραψαν, τον Μήτσο Παρτσαλίδη. Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό (ή προσπαθώντας να αιτιολογήσει την αρνητική εξέλιξη της κατάστασης για το ΔΣΕ), ο Παρτσαλίδης υποστήριξε ότι η Συμφωνία ήταν ένα λάθος και ότι ο ΕΛΑΣ δεν έπρεπε να παραδώσει τα όπλα αλλά συνεχίσει τον αγώνα και έξω από την Αθήνα. Επιπλέον, αν η Συμφωνία σκόπευε να κρατήσει ακέραιες τις δυνάμεις του κόμματος, ήταν αυτό ακριβώς που δεν πέτυχε. Αυτό θα επιτυγχάνονταν μόνο αν το ΚΚΕ είχε πάρει την απόφαση να συνεχίσει τον αγώνα εκτός Αθηνών. Και ο Καραγιώργης σε γράμμα του προς το Πολιτικό Γραφείο, τον Ιούνιο του 1950, ασκούσε έντονη κριτική στις αποφάσεις και τις μεθόδους του κόμματος και διατύπωνε εκ νέου τη διαφωνία του με τη Βάρκιζα.

    Αλλά και η θέση του ίδιου του γενικού γραμματέα του κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη απέναντι στη Βάρκιζα δεν παρέμεινε η ίδια. Μέχρι το τέλος του εμφυλίου διαρκώς διατύπωνε την άποψη ότι η Βάρκιζα ήταν σωστή. Στην 7η Ολομέλεια του κόμματος, το Μάιο 1950, παραδέχθηκε για πρώτη φορά ότι η Βάρκιζα ήταν λάθος. Στην έκθεσή του πρόβαλε το επιχείρημα ότι με τη Βάρκιζα το ΚΚΕ παραδόθηκε στον εχθρό και έκανε μια συμφωνία η οποία δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κινήματος. Το ίδιο επιχείρημα επανέλαβε στην Τρίτη Συνδιάσκεψη του Κομμουνιστικού Κόμματος τον Οκτώβριο 1950. Εκεί υποστήριξε ότι η Βάρκιζα δεν ήταν ένας αποδεκτός συμβιβασμός αλλά μια ανεπίτρεπτη παράδοση που άφησε το κίνημα εκτεθειμένο στον εχθρό. Ο Ζαχαριάδης απέδιδε την ευθύνη στον Παρτσαλίδη και στο Σιάντο οι οποίοι παραβιάζοντας τις οδηγίες του Πολιτικού Γραφείου υπέγραψαν μια Συμφωνία η οποία δεν εγγυώνταν γενική αμνηστία. Κατά τον Ζαχαριάδη οι ευθύνες βάρυναν το σύνολο του Πολιτικού Γραφείου (ΚΚΕ, 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ 10-14/10/1959. Εισηγήσεις, Λόγοι, Αποφάσεις, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αύγουστος 1951, «Εισήγηση Ν. Ζαχαριάδη πάνω στο 1ο Θέμα» ).

    Μένει να διερευνηθεί κατά πόσο η καταδίκη της Βάρκιζας από το Ζαχαριάδη αποτελούσε μια προσπάθεια να απαλύνει τις δικές του ευθύνες για την πρόσφατη βαριά ήττα του Δημοκρατικού Στρατού τον Αύγουστο 1949 και την υποχώρηση των μαχητών του εκτός των Ελληνικών συνόρων αναζητώντας λάθη στην Κατοχή και την περίοδο μετά την Απελευθέρωση, που ο ίδιος δεν είχε το τιμόνι του Κόμματος.

    http://www.imerodromos.gr/ypografi/

  22. Π on

    Το «όχι» του Βελουχιώτη

    Η διαφωνία του Άρη Βελουχιώτη στη Συμφωνία της Βάρκιζας

    Τη σημαντικότερη διαφωνία στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας εξέφρασε ο Άρης Βελουχιώτης, ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ. Όταν δεν εισακούστηκε από το κόμμα του, το ΚΚΕ, προχώρησε στη δημιουργία του Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), ενός νέου ΕΑΜ, με το οποίο καλούσε τους πρώην συναγωνιστές του και τα κομματικά μέλη σε ένα νέο αγώνα εναντίον της αγγλικής κατοχής, όπως τη θεωρούσε και υπέρ της πραγματικής ανεξαρτησίας της χώρας.

    Στον κρίσιμο μήνα από την υπογραφή της ανακωχής στις 11 Ιανουαρίου 1945 έως την αναχώρηση της αντιπροσωπείας για τις ειρηνευτικές συνομιλίες της Βάρκιζας γίνονταν διαρκείς συσκέψεις πάνω στη γραμμή που έπρεπε να ακολουθηθεί. Ήδη από τα Τρίκαλα, όπου είχε καταφύγει η Κ.Ε. του ΕΑΜ μετά τα Δεκεμβριανά, ο Άρης εξέφρασε τη διαφωνία του, καθώς πίστευε ότι ένας αναδιοργανωμένος ΕΛΑΣ μπορούσε να συνεχίσει για αρκετό διάστημα την ένοπλη σύγκρουση έξω από την Αθήνα και να πετύχει τη σύναψη συμφωνίας με ευνοϊκότερους όρους: «Ο Άρης ακουβέντιαστος. Είχε κατεβάσει τη σκούφια μέχρι τα μάτια, ντρέπουνταν να αντικρίσει τους πολεμιστάδες και το Λαό του. Ρίχτηκε ευτύς στο Σιάντο μόλις κατέφτασε απ’ την Αθήνα. Του είπε ότι οι όροι του ήταν απαράδεχτοι και ότι μπορούσαν να ξαφαλιστούν καλύτεροι. Αν ξακολουθούσε ο πόλεμος, οι εγγλέζοι, τι στον κόρακα θα κάναν! Θα λύγιζαν» (Κ. Παπακόγκος, Καπετάν Άρης).

    Παρά την κατηγορηματική διαφωνία του με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, υπέγραψε μαζί με τον Σαράφη στις 16 Φεβρουαρίου 1945 τη διαταγή της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ, καθώς δεν ήθελε να προκαλέσει διάσπαση στις εαμικές γραμμές. Ωστόσο με μια σειρά από σημειώματα-υπομνήματα έστειλε τις απόψεις και τις προτάσεις του στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές από την κομματική καθοδήγηση (Γ. Φαράκος, Άρης Βελουχιώτης. Το χαμένο Αρχείο. Άγνωστα Κείμενα). Κατεβαίνοντας από τα Τρίκαλα στην Αθήνα, η κομματική ηγεσία τού ζήτησε να την ακολουθήσει και να γίνει πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Εθνικών Αγωνιστών. Ο Άρης αντιπρότεινε να μη χρησιμοποιηθεί στην Αθήνα αλλά να πάει στο εξωτερικό για να εκθέσει τις απόψεις του στα αδελφά κομμουνιστικά κόμματα και, σε περίπτωση που το Πολιτικό Γραφείο είχε αντίρρηση για την έξοδό του στο εξωτερικό, να έμενε με άλλους τέσσερις σε οποιοδήποτε χωριό.

    Από το Δίλοφο της Σπερχειάδας, λίγα χιλιόμετρα από τη γενέθλια πόλη του τη Λαμία, όπου είχε καταφύγει με μερικούς μαυροσκούφηδες και κοντά στο μέρος στο οποίο είχε ξεκινήσει τον αντάρτικο αγώνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Άρης κατήγγειλε ανοιχτά την ηγεσία για ανικανότητα: «Η Συμφωνία της Βάρκιζας είναι προδοσία. Ένα και ένα κάνουν δύο. Η ηγεσία δεν έκανε λάθη, δεν έκανε σφάλματα, διέπραξε εγκλήματα και γι’ αυτό το Πολιτικό Γραφείο με επικεφαλής το Σιάντο πρέπει να περάσουν από στρατοδικείο επί εσχάτη προδοσία» και δήλωσε ότι δεν θα γίνει επίορκος αλλά θα κρατήσει την υπόσχεση που έδωσε εξαρχής στον ελληνικό λαό και θα συνεχίσει τον αγώνα καλώντας όσους πιστούς να προσέλθουν (Γ. Χουλιάρας, Ο δρόμος είναι άσωτος. ΕΛΑΣ – ΔΣΕ – Πολωνία, 1941-1958). Τον Άρη ακολουθούσε ο συμπατριώτης του δημοσιογράφος Τάκης Φίτσιος, παλιός κομμουνιστής, ακροναυπλιώτης, συνεργάτης του και έπαρχος Στερεάς την περίοδο της εαμοκρατίας . Ο Φίτσιος, μαζί με τον αδελφό του Άρη, Μπάμπη Κλάρα, επεξεργάστηκαν τη θεωρητική γραμμή του Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), του νέου ΕΑΜ που θα συνέχιζε τον αγώνα για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία στη χώρα.

    Με τις διακηρύξεις του το ΜΕΑ εστίαζε την προσοχή του στην εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της δημοκρατικής πορείας της χώρας μέσω ελεύθερων εκλογών για συντακτική συνέλευση που θα τις διεξήγαγε αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Κυριαρχούσε η απαίτηση να φύγουν οι Άγγλοι. Το τελικό όραμα του Άρη διατυπωνόταν σε τρία συνθήματα: «Εθνική Λευτεριά, Ακεραιότητα και Ανεξαρτησία. Λαϊκή κυριαρχία και Δημοκρατία. Λαϊκή Ευημερία, Πρόοδο και Πολιτισμό». Η Συμφωνία της Βάρκιζας χαρακτηριζόταν απαράδεκτη και παρουσιαζόταν ως «αντεθνικό και αντιλαϊκό προϊόν ταξικής και ιμπεριαλιστικής βίας» (Φαράκος). Τα βασικά χαρακτηριστικά της ήταν η κατάργηση της εθνικής ανεξαρτησίας, καθώς επέκτεινε την αγγλική κατοχή σε όλη τη χώρα, η εγκαθίδρυση καθεστώτος βίας, καθώς ανέστειλε τα συνταγματικά άρθρα για τις ατομικές ελευθερίες, η επιλεκτική παραβίαση της συμφωνίας υπέρ της αντίδρασης και κατά του λαού, καθώς μπορούσε να ερμηνεύεται κατά βούληση και η δημιουργία σχέσεων κυριαρχίας της Αντίδρασης και υποταγής του λαού. Παράλληλα, τονιζόταν ότι η άρνηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας δεν αποτελούσε διάσπαση του λαϊκού αγώνα ούτε πρόκληση για άσκηση τρομοκρατίας και παρανομιμοποίηση του λαϊκού κινήματος, ενώ αντίθετα η παραδοχή της επέτρεπε τη διάσπασή του καθώς προκαλούσε απογοήτευση στο λαό και επέτρεπε την υποδούλωσή του με τρομοκρατικά και οικονομικά μέτρα.

    Το ΜΕΑ προέβλεπε ότι η τρομοκρατία θα κλιμακωνόταν, η Συμφωνία θα παραβιαζόταν και οι συλλήψεις και βαρβαρότητες εναντίον των αγωνιστών θα συνεχίζονταν: «Η ματαίωση της τρομοκρατίας και της παρανομίας είναι ζήτημα δυναμικό. Η ανατροπή της συμφωνίας αναπτερώνει το λαϊκό αγωνιστικό αίσθημα, δίνει δυναμικό στήριγμα στο λαό και του επιτρέπει έτσι να διεξάγει τη μαζική του πάλη και να ματαιώνει την τρομοκρατία και την παρανομία». Στη συνέχεια με μια σειρά επιχειρημάτων αντικρούονταν οι υπερασπιστές της Βάρκιζας. Τα νέα καθήκοντα όσων επιθυμούσαν να ακολουθήσουν το νέο αγώνα ήταν η συσπείρωση στο ΜΕΑ και η πλήρης ανασυγκρότηση του ΕΛΑΣ σε ΕΛΑΣ–Ν για να επιβληθεί με τη μαζική πολιτική και την ένοπλη πάλη του λαού η πλήρης εθνική ανεξαρτησία και η ελεύθερη θέληση του λαού. Γι’ αυτόν το σκοπό έπρεπε να εκδιωχθούν οι Άγγλοι και να σχηματιστεί αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Παράλληλα, έπρεπε να αναδιοργανωθεί η Εθνοφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων, να τιμωρηθούν όσοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, να αποφυλακιστούν και να απαλλαχθούν από κάθε κατηγορία όλοι οι κρατούμενοι των εαμικών οργανώσεων και -το συντομότερο δυνατό- να οριστούν ημερομηνίες για δημοψήφισμα και εκλογές.

    Με τη δημοσίευση των θέσεων του ΜΕΑ, ο Βελουχιώτης επιχειρούσε να προσδώσει στη διαφωνία του με το κόμμα το χαρακτήρα μιας πολιτικής κίνησης, ανταγωνιστικής προς το ΚΚΕ. Εκτός από την καταγγελία της Βάρκιζας και την πρόταση για την ανασύσταση του ΕΛΑΣ και ένοπλη πάλη (σε αντίθεση με τους μαζικούς πολιτικούς αγώνες του ΚΚΕ), οι προγραμματικές θέσεις του ΜΕΑ προέβλεπαν την ενσωμάτωση της Αριστεράς στην πολιτική ζωή με διαφορετικούς όρους από ότι το ΚΚΕ. Οι προτάσεις αυτές εκφράζονταν σε ένα τυπικό πολιτικό πρόγραμμα. Παράλληλα, το αίτημα να φύγουν οι Άγγλοι εξέφραζε το σκεπτικισμό που εκδηλώθηκε και καθ’ όλη τη διάρκεια της Αντίστασης απέναντι στους Βρετανούς καθώς και τα προσωπικά αντιβρετανικά αισθήματα του Βελουχιώτη, ο οποίος ήδη από το 1943 είχε εκφράσει τις ανησυχίες του για μια επικείμενη σύγκρουση με τους Βρετανούς (Κ. Γκριτζώνας, Ο Άρης Βελουχιώτης και οι Άγγλοι). Οι εκκλήσεις του Άρη για νέο αγώνα στράφηκαν προς τρεις κατευθύνσεις: τους πρώην συναγωνιστές του, ελασίτες και κυρίως καπετάνιους, τα μέλη των κομματικών οργανώσεων και τις καθοδηγήσεις σε τοπικό επίπεδο (κομματικές οργανώσεις Σπερχειάδας, Γαρδικίου) και το ανώτερο επίπεδο της κομματικής ιεραρχίας, το Πολιτικό Γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή.

    Στα τέλη Φεβρουαρίου 1945 (μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου ο Άρης ήταν στα Τρίκαλα), ο Άρης παρουσίασε τη νέα του κίνηση με ένα απλό και κατανοητό κάλεσμα στο λαό και στους αγωνιστές της Αντίστασης να τον ακολουθήσουν στο νέο δρόμο. Με τη διακήρυξη του ΜΕΑ, απευθυνόμενος σε κάθε κατεύθυνση, στις Κεντρικές Επιτροπές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και στους λαούς των συμμάχων χωρών, στρεφόταν τόσο εναντίον των εχθρών του ΕΑΜ όσο και της στάσης του ΚΚΕ και απηύθυνε πρόσκληση για νέο ένοπλο αγώνα: «Εμπρός Έλληνες σηκωθείτε στα όπλα! Τι θα πουν μερικοί δειλοί, ορισμένοι καιροσκόποι, αρκετοί αμφιταλαντευόμενοι και νωθροί; Τι θα πει η αντίδραση; Θα σας καλέσουν σε υποταγή που ντροπιάζει τη φυλή μας. Θα σας καλέσουν ακόμα σε αναμονή. Θα σας πουν ότι με τον καιρό «και σαν νικήσει η Ρωσία, όλα θα πάνε καλά». Κατάρα και ανάθεμα στους δειλούς και στους προδότες. Φτάνει πια η κοροϊδία και η σκηνοθεσία. Μην ξεγελιέστε από ύπουλα και μωρά λόγια. Η λευτεριά δεν χαρίζεται. Κατακτιέται» (Φαράκος).

    Το τέλος του Άρη είναι γνωστό. Αποκηρυγμένος από το κόμμα, αποκομμένος από τις οργανώσεις, κυνηγημένος από το 118ο Τάγμα Εθνοφυλακής, το «κόκκινο Τάγμα», το οποίο αποτελούνταν στη συντριπτική του πλειοψηφία από εαμίτες, και τις παρακρατικές συμμορίες, αυτοκτόνησε στις 16 Ιουνίου 1945 στη Μεσούντα της Άρτας μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του τον Τζαβέλα. Τα κεφάλια τους αποκόπηκαν και εκτέθηκαν σε κοινή θέα κρεμασμένα σε ένα φανοστάτη στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων εκεί που- τι ειρωνεία!- μόλις τέσσερεις μήνες νωρίτερα ο γραμματέας του ΕΑΜ Μ. Παρτσαλίδης παρείχε διαβεβαιώσεις για τις μεγάλες δυνατότητες του κινήματος να επιβάλει μια ομαλή δημοκρατική εξέλιξη.

    http://www.enetpress.gr/el/ellada/themata/to-oxi-tou-velouxioti.html

  23. Οτ. on

    ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ (24/3/1945)

    Ολόκληρη η ιστορική επιστολη του Άρη Βελουχιώτη έχει ως εξής:

    Προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ
    Αγαπητοί σύντροφοι,

    Με το σημείωμά μου τούτο θα προσπαθήσω να τραβήξω την προσοχή σας στα πιο κάτω.

    1. Όπως πιστεύω, θα έχετε πειστεί και εσείς τώρα πως οι Έλληνες αντιδραστικοί και οι Άγγλοι κατακτητές δεν έχουν καμιά πρόθεση να εφαρμόσουν έστω κι αυτή την ετεροβαρή, επιζήμια στα συμφέροντα του λαού μας και μη δίδουσα καμιά εγγύηση –ομολογία δική σας – για το σεβασμό των ελευθεριών του λαού μας, συμφωνία της Βάρκιζας. Οι παραβάσεις είναι καθημερινές και σοβαρές. Τις ξέρετε εσείς καλύτερα και δεν συντρέχει κανένας λόγος να τις απαριθμήσω.

    2. Αν δεν σας ήταν εύκολο να γνωρίζετε προοπτικά τις προθέσεις της ελληνικής αντίδρασης και των Άγγλων εχθρών της Ελλάδας, τώρα, θέλω να πιστεύω πως πρέπει να μπορείτε να τις βλέπετε. Πρόθεσή τους είναι: όχι να συμβάλουν σε προσπάθεια για ομαλή εξέλιξη της πολιτικής ζωής του τόπου, ή έστω να ανεχθούν απλώς τη δική σας προσπάθεια προς την τέτοια κατεύθυνση, αντίθετα, να οργανώσουν και να διεξαγάγουν με πλεονεκτικές γι’ αυτούς συνθήκες τον εμφύλιο πόλεμο μ’ όλα τα μέσα.

    3. Η διάσκεψη και συμφωνία της Γιάλτας δεν πρέπει να έχετε καμιά αυταπάτη πως είναι δυνατό να επιδράσει σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να στρέψει το τιμόνι της χώρας που αφήσατε να κρατούν γερά στα χέρια τους οι Άγγλοι. Η Σοβιετική Ένωση, όπως πρέπει να σας είναι γνωστό, δεν μπορεί να κάνει «ελληνική» πολιτική ώστε να επέμβει ενεργά στο ελληνικό δράμα. Γιατί δεν κάνει ούτε Σέρβικη, ούτε Βουλγάρικη, ούτε Ρώσικη ακόμα πολιτική. Κάνει πολιτική παγκόσμιας επανάστασης, και δεν είναι διατεθειμένη ούτε κατ’ ελάχιστο να την διακινδυνεύσει για το μικρό αυτό ποσοστό της ανθρωπότητας που λέγονται Έλληνες, που οι ίδιοι –δια των ηγετών τους- οδηγήθηκαν στη νέα σκλαβιά και που στο κάτω κάτω, αργά ή γρήγορα, μετά την πλήρη νίκη της πολιτικής της παγκόσμιας επανάστασης της Σ.Ε. δεν μπορεί παρά να είναι στο πλευρό του σοσιαλισμού.

    4. Η Σ.Ε. θα μπορούσε να επέμβει «ενεργότερα», όπως, δεν αποκλείεται, κι αυτή η Αμερική, αν εμείς –εσείς δηλαδή- ήσασταν ικανοί να δημιουργήσετε στην Ελλάδα διαφορετική κατάσταση, ανάλογη περίπου με την της Γιουγκοσλαβίας και ίσως και καλύτερη, με μια ορθή και συνεπή πολιτική και όχι γεμάτη «αριστερά» και δεξιά οπορτουνιστικά λάθη στα βασικότερα προβλήματα της χώρας. Οι δυνατότητες υπήρχαν όλες για μια τέτοια πολιτική και για δημιουργία μιας τέτοιας διαφορετικής κατάστασης στη χώρα μας. Και όποιος δεν το βλέπει και δεν παραδέχεται αυτό πρέπει να είναι ή μαρξιστικά αγράμματος ή … τι να πω.

    Μπορεί όπως μου παρήγγειλε ρητά ο σ. Γιάννης δια του σ. Ζήση (Γιάννης Ιωαννίδης, Ζήσης Ζωγράφος), να υπάρχει «σαφής παραίνεση» των Ρώσων συντρόφων προς το ΚΚΕ για το κλείσιμο της συμφωνίας της Βάρκιζας. Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Μετά τη σωρεία των σοβαρών οπορτουνιστικών τακτικών λαθών από των αρχών του 1943 στη διεύθυνση του αγώνος από μέρους σας και το εγκληματικό επιστέγασμά τους, τη μάχη των Αθηνών, έχασαν την εμπιστοσύνή τους κι αναγκάστηκαν, για να μην οδηγήσετε τη χώρα και το λαό της σε μεγαλύτερες καταστροφές, να σας «συμβουλέψουν» να υποχωρήσετε και να κλείσετε τη συμφωνία της Βάρκιζας. Τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣΔ για τις δυνατότητες συνέχισης του αγώνα είμαι σίγουρος ότι δεν τις είπατε πουθενά και συνεπώς δεν γνώριζαν οι Ρώσοι σύντροφοι αν μπορούσε και σε ποιες δυνάμεις να βασιστεί μια άλλη πολιτική.

    5. Το ΕΑΜ ως το Λίβανο ακολουθούσε ανιούσα γραμμή ανάπτυξης. Από εκεί κι ύστερα πήρε την κάτω βόλτα. Από τη «μάχη της Αθήνας» κι ύστερα και την ήττα και, πολύ περισσότερο, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, χάνει σε επιρροή ραγδαία. Προβλέπω ως το δημοψήφισμα και τις εκλογές και πιθανή διάσπασή του.

    6. Το ΚΚΕ έχασε από την αίγλη του και τη δύναμη συγκέντρωσης και μέσα στο ΕΑΜ και μέσα στο λαό. Ακόμα έχασε σε στενούς οπαδούς του και σε μέλη του. Τις στατιστικές εσείς τις κρατάτε και είμαι βέβαιος πως θα έχετε διαπιστώσει ήδη σημαντικό ποσοστό διαρροής. Προοπτική μου είναι ότι αυτό το ποσοστό θα δυναμώσει πολύ.

    7. Η «διαφώτιση» του λαού, των οπαδών του ΕΑΜ και των οπαδών και μελών του ΚΚΕ επί της «αναγκαιότητας» της πολιτικής της Βάρκιζας είναι αστεία κυριολεκτικά και κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν την πιστεύει. Μα και τι διαφώτιση να γίνει; Κατά ποιο ταχυδακτυλουργικό τρόπο θα μπορούσε το άσπρο να γίνει μαύρο; Αφήνω τους οπαδούς του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, δεν υπάρχει κανένα μέλος απλό, γραμματέας βάσης, αχτιδικός ή περιφερειακός, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων στους τελευταίους αυτούς, που η δύναμη της συνήθειας και η ρουτίνα δεν τους αφήνει να δούνε, που να μην έρχεται να με συναντήσει με λαχτάρα σε κάθε χωριό που περνάω και να μου ρίχνει βροχή τα ερωτήματα: Γιατί το κάνατε αυτό; Για πού πάμε, γιατί χύσαμε το αίμα μας και κάψαμε τα σπίτια μας επί τρία χρόνια; Γιατί μας παραδίνετε αμαχητί; Τί θα κάνουμε τώρα; Πού είναι η λαϊκή μας δικαιοσύνη και η αυτοδιοίκηση; Γιατί και πάλι θα μας χαρακτηρίζουν το βιός μας ως λαθραίο και θα ξαναπληρώνουμε 2.000 δραχμές για ένα τσιγάρο χωριάτικο καπνό με εφημερίδα; Τί θα κάνουμε με τους εθνοφύλακες – μπουραντάδες που άρχισαν τις έρευνες, του ξυλοδαρμούς, τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, συνελεύσεων κλπ; Τί θα κάνουμε με την αντίδραση των χωριών μας που σήκωσε κεφάλι και μας απειλεί ανοιχτά ότι θα μας σφάξουν όλους; Με τι να προστατευθούμε; Με τον «εθνικό στρατό»; Μα πώς θα γίνει τέτοιος αφού εμάς δεν μας δέχονται χαρακτηρίζοντάς μας ανίκανους οι επιτροπές με χίλιες ψεύτικες δικαιολογίες; Δεν το βλέπετε πως στην περιοχή Καρδίτσας από την κλάση του 1939 δεν πήραν ούτε 20% από τους αμαρκάριστους ως δικούς των; Όλα αυτά θα ήταν ένας σίφουνας ενάντιά σας, αν εγώ για να αποφύγω διασπάσεις κλπ δεν έκανα την πρόταση να πάω έξω και να θέσω τις απόψεις μου, μη τυχόν και λυθεί κομματικά το ζήτημα, κι έβγαζα από τα χωριά τους τους 200 και πλέον αντάρτες που είχα καταγράψει στο βουνό και άρχιζα τον πόλεμο.

    8. Παντού οι οργανώσεις είχαν μουδιάσει. Η αντίδραση είχε σηκώσει κεφάλι. Το πέρασμά μας δημιουργεί ρίγη συγκινήσεως και ενθουσιασμού και οι γυναίκες ακόμα βγαίνουν και μας καλωσορίζουν, μας εύχονται «καλή επιτυχία και καλή λευτεριά από το νέο κατακτητή». Η αντίδραση κρύβεται. Πολλοί φεύγουν για τις πόλεις. Το ξεκαθάρισμα ΕΔΕΣιτών στην Ευρυτανία, που είχαν έλθει με ρητή εντολή να οργανώσουν εκεί ένοπλες ομάδες αντίδρασης, επικροτήθηκε από όλους. Θα ξεκαθάριζα και την ομάδα του Π. Μελιά (Ευρυτανία – Λεπιανά) και την ομάδα Σούρλα σε μια εβδομάδα, αν δεν ερχόταν ο αντιπρόσωπός σας. Στους κομματικούς των χωριών λέμε ότι για ειδικούς λόγους δεν πρέπει να εμφανιστούμε. Περπατάμε όλη νύχτα και κρυβόμαστε την ημέρα για να φανούμε συνεπείς σ’ ό,τι συμφωνήσαμε με σας. Μα οι κομματικοί επιμένουν και με τρόπο το διαλαλούν οι ίδιοι στους χωριανούς τους: «ξαναβγήκαν αντάρτες μας. Σε λίγο θα βγούμε και πάλι όλοι, ο Άρης μας είναι εδώ μη φοβάστε. Ξέρει αυτός και θα νικήσουμε και πάλι Έλληνες αντιδραστικούς και Άγγλους κατακτητές».

    9. Εσείς δεν τα βλέπετε όλα αυτά. Έχετε απομονωθεί από τη λαϊκή μάζα και έχετε χάσει τον παλμό της. Συνέλθετε έστω και τώρα. Δεν είναι αργά. Αργότερα σίγουρα θα είναι πολύ αργά και θα χρειαστούν τεράστιες θυσίες σε κόπους και σε αίμα για ν’ αρχίσει κάτι σοβαρό. Μην αφήνεται να θρονιαστεί η αντίδραση οριστικά. Μην πιστεύεται ότι η «εθνοφυλακή» είναι πραγματικά εθνικός στρατός και μην βάζετε τον κόσμο να τους δέχεται τους Μπουραντάδες ως «παιδιά του λαού», ενώ αυτοί τους δέρνουν. Μην κάνετε το έγκλημα να επιτρέψετε στην εθνοφυλακή να εγκατασταθεί παντού και να παίξει το ρόλο της παλιάς χωροφυλακής.

    10. Μην αυταπατάστε ότι τα όπλα που κρύψαμε θα μπορέσετε αργότερα να τα χρησιμοποιήσετε. Όχι! Θα τα βρουν σε λίγο οι εθνοφύλακες, χρησιμοποιήστε τα –έστω και μέρος τους- από τώρα. Βγάλτε από τώρα, έστω και λίγους αντάρτες, έστω από μια ομάδα σε κάθε επαρχία. Μην τη χρωματίζετε ως δική σας ή ως συνέχεια του ΕΛΑΣ. Αφήστε την καμουφλαρισμένη, αφού δεν καταλαβαίνετε ότι πρέπει να ξαναπάρει τα όπλα ο ΕΛΑΣ. Δε θέλετε εμένα επικεφαλής τους; Βρείτε έναν άλλον. Πάντως μην κάνετε το έγκλημα να αργείτε. Ενεργήστε σύντομα και δραστήρια.

    11. Εγώ συνεχίζω το ταξίδι για το Ηπειρωτικό γραφείο και από εκεί για έξω. Όμως με κάποια επιβράδυνση γιατί κινούμαστε όπως ξέρετε και λέων και πιο πάνω.

    Επί όλων των ανωτέρω ελπίζω να έχω γραπτή απάντησή σας με έκτακτο σύνδεσμο ώσπου να φτάσω στο Ηπειρωτικό γραφείο. Εύχομαι να σκεφτείτε ώριμα έστω και την τελευταία στιγμή.

    Εν πορεία 24/3/45

    Συντροφικά Άρης Βελουχιώτης

    * Πηγή: Γρηγόρης Φαράκος, «Άρης Βελουχιώτης. Το χαμένο αρχείο – Άγνωστα Κείμενα», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ.400-404

  24. […] αντιστασιακών της Κατοχής, αμέσως μετά το τέλος των Δεκεμβριανών και την υπογραφή της Συμφωνίας της […]

  25. […] Πειραιά, θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση και μετά τα Δεκεμβριανά, κατά την περίοδο της σκληρής τρομοκρατίας που άσκησε […]

  26. […] Πειραιά, θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση και μετά τα Δεκεμβριανά, κατά την περίοδο της σκληρής τρομοκρατίας που άσκησε […]

  27. Οι «Ινδοί» στις μάχες του Πειραιά

    Οι «Ινδοί» στις μάχες του Πειραιά Ινδοί στρατιώτες στην Ακρόπολη

    Γιάννης Αγγελάκης*
    Μια όχι ιδιαίτερα μελετημένη πτυχή των Δεκεμβριανών είναι η συμμετοχή των αποικιακών στρατευμάτων της 4ης Ινδικής Μεραρχίας στο πεδίο των μαχών. Η στρατολόγηση Ινδών στον βρετανικό στρατό θα βασιστεί, μετά την εξέγερση του στρατού της Βεγγάλης το 1857, στην οριενταλιστική και τυπικά βικτωριανή διάκριση των ινδικών «martial races». Στην πραγματικότητα, κριτήριο ήταν η αφοσίωσή τους στους Βρετανούς και έτσι οι Γκούρκας, οι Βαλούχις, οι Σιχ (ομώνυμα τάγματα θα πάρουν μέρος στα Δεκεμβριανά) κατατάσσονται σ’ αυτές.

    Ειδικά η εμβληματική «πολεμική φυλή» των Γκούρκας από το Νεπάλ -που στρατολογούνται μετά τον πόλεμο του 1816 με τους Βρετανούς και απολαμβάνουν διεθνώς τη φήμη γενναίων και σκληροτράχηλων πολεμιστών- είναι μια κατασκευή: στο Νεπάλ δεν υπήρξε ποτέ καμία πληθυσμιακή ομάδα με αυτό το όνομα, ενώ η σχετική φιλολογία είναι προϊόν ενός βρετανικού ουσιοκρατικού λόγου για τους Γκούρκας ως αρρενωπούς «άνδρες των βουνών».

    Ενας διαδεδομένος μύθος, στο πλαίσιο της αποικιοκρατικής φαντασίωσης περί αρρενωπότητας, αφορούσε το περίφημο κούκρι (το κυρτό μαχαίρι μεγάλου μεγέθους, όπλο και έμβλημά τους): εάν έβγαινε από τη θήκη, έπρεπε οπωσδήποτε να στάξει αίμα, είτε αντιπάλου, είτε του κατόχου του. Ταυτόχρονα, όμως, σκιαγραφήθηκε για τους Γκούρκας και μια εικόνα συνδυασμού μαχητή και νεαρού τζέντλεμαν. Επομένως, παρά το γεγονός ότι το Νεπάλ δεν υπήρξε αποικία, οι Γκούρκας ήταν προϊόν της συνάντησης με την αποικιοκρατία.

    Στα ινδικά αποικιακά στρατεύματα θα επαφίεται όλο και περισσότερο η υπεράσπιση της βρετανικής αυτοκρατορίας, συχνά εναντίον άλλων εξεγερμένων αποικιακών πληθυσμών σε Ασία και Αφρική. Παράλληλα, σημαντική, με αριθμητικά τουλάχιστον δεδομένα, θα είναι η συμβολή τους στον Α’ και ιδίως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Η 4η Ινδική Μεραρχία που θα μεταφερθεί στην Ελλάδα, έχοντας προηγουμένως λάβει μέρος στην περίφημη μάχη του Μόντε Καζίνο, αποτελούνταν από τρεις ταξιαρχίες: την 7η και την 11η Ταξιαρχία, που θα εγκατασταθούν σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα, αντίστοιχα, τον Νοέμβριο του 1944, και την 5η Ταξιαρχία, που θα σταλεί απευθείας από την Ιταλία στην Αθήνα για τη μάχη των Δεκεμβριανών. Κατά πάγια πρακτική, επικεφαλής τους ήταν Βρετανοί αξιωματικοί, ενώ καμία ταξιαρχία δεν περιλάμβανε αμιγώς ινδικά τάγματα. Η 5η Ινδική Ταξιαρχία αποτελούνταν από ένα βρετανικό τάγμα (1/4 Essex) και δύο ινδικά (1/9 Γκούρκας και 3/10 Βαλούχις), που θα αποβιβαστούν στον Πειραιά τη 10η Δεκεμβρίου.

    Στο χρονικό εκείνο σημείο της μάχης, ο Πειραιάς ήταν σχεδόν υπό τον πλήρη έλεγχο του ΕΛΑΣ. Η αποστολή της 5ης Ταξιαρχίας συνίστατο στην εκκαθάριση της πειραϊκής χερσονήσου και την αποκατάσταση της επικοινωνίας Φαληρικού Δέλτα και λιμένα. Για την κατάληψη του στρατηγικής σημασίας λόφου της Καστέλλας αποφασίστηκε τη 15η Δεκεμβρίου νυχτερινή επίθεση από Γκούρκας, την οποία και έφεραν εις πέρας μέχρι το πρωί. Ο Ν. Κεπέσης, καπετάνιος του 6ου Συντάγματος Πειραιά του ΕΛΑΣ, θα αναγνωρίσει τη σημασία της απώλειας του καίριου σημείου.

    Την 22α Δεκεμβρίου οι μονάδες της 5ης Ινδικής Ταξιαρχίας μεταφέρθηκαν με αποβατικά πλοιάρια από την Καλλίπολη στη Δραπετσώνα, με στόχο την εκκαθάριση του κεντρικού λιμένα. Ετσι, συνέβαλαν στην εκκαθάριση της περιοχής του Πειραιά, που κατέστησε δυνατή την αποβίβαση των ενισχύσεων, που συνεχώς κατέφταναν, και την προώθησή τους στην Αθήνα.

    Σύμφωνα με βρετανικές πηγές, είχε εκδοθεί οδηγία οι Γκούρκας να μη χρησιμοποιούν το κούκρι «για πολιτικούς λόγους», σε μια προσπάθεια να μην προκαλέσει αντιδράσεις η χρήση ενός όπλου που δεν θεωρούνταν συμβατό με τον «μοντέρνο» πόλεμο. Ο ταξίαρχος Αλαν Μπλοκ όμως, στον οποίον υπάγονταν, τονίζει πως «ηθελημένα τους είχε βάλει να ακονίζουν τα κούκρι ώστε να τους βλέπουν όλοι». Πρόκειται για μια κίνηση τακτικής που εντάσσεται στο πλαίσιο της θεώρησης των Γκούρκας ως shock troops, των οποίων «και μόνο η άφιξη στο πεδίο της μάχης θα είχε άμεση επίπτωση στο ηθικό του αντιπάλου», όπως αρχετυπικά το είχε θέσει ο Mangin το 1910.

    Παράλληλα, στη Βουλή των Κοινοτήτων ο βουλευτής των Εργατικών Aneurin Bevan επισημαίνει τη δυσφορία του ελληνικού λαού για την επιστράτευση των Γκούρκας, που «είναι πολιτικά οπισθοδρομικός λαός», για να προκαλέσει τις αντιδράσεις των Τόρις που χαρακτηρίζουν το σχόλιό του προσβλητικό.

    Οι Χίτες, σύμφωνα με τον Φοίβο Τσέκερη, αναπαράγουν τον μύθο για τους Γκούρκας, ώστε να προκαλέσουν τον φόβο στους Ελασίτες: «μιλούσαν με θαυμασμό για την πολεμική αρετή των μαύρων Ζουλού, που ήταν τόσο αιμοχαρείς, ώστε αν δεν έπιαναν Ελασίτες πάνω στη μάχη, τρυπούσαν με τα μαχαίρια τα δικά τους χέρια για να τρέξει αίμα». Ο απόηχος των Γκούρκας ως «άγριων πολεμιστών που με άναρθρες κραυγές και κρατώντας μεγάλα μαχαίρια ανάμεσα στα δόντια ξεκαθαρίζουν τα πάντα» φτάνει και στο Κολωνάκι, όπου μένει η Αλεξ Ζάννου, γόνος της οικογένειας Δραγούμη.

    http://mignatiou.com/2016/03/i-pagida-klini-i-chora-ine-simera-politika-apokefalismeni-opos-ton-ioulio-tou-1974/#.Vvenm_jLhOQ.facebook

  28. Η άφιξη του Στρατάρχη Αλεξάντερ στην Αθηνα. 11 Δεκεμβρη 1944

    απόσπασμα απο την μελετη: Μανολης Κασιματης «Καταγράφοντας την δράση της Βρετανικής αεροπορίας τον Δεκέμβρη του 1944» Αθηνα 2013

    Η άφιξη του Στρατάρχη Αλεξάντερ. 11 Δεκεμβρη 1944

    Στην καταγραφή των γεγονότων περί της αεροπορικής δράσης ξεχωριστή περίπτωση είναι η άφιξη του Στραταρχη Αλεξάντερ: «Εφθασε στην Αθήνα την 11η Δεκεμβρίου μετά τα μεσάνυχτα αεροπορικώς εις Χασάνι (Έλληνικόν), προερχόμενος έξ Ιταλίας, ο Στρατάρχης Αλεξάντερ, νέος άνώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων Μεσογείου, μετά του υπουργού Μεσογείου Χάρολδ Μάκ Μίλλαν και του Στρατηγού Αϊρευ, αρχηγού της υπηρεσίας πληροφοριών.

    Διανύσε μια επικίνδυνη διαδρομή από το Καλαμάκι, διαμέσου των δρόμων των Αθηνών, προς το στρατηγείο του στρατηγού Σκόμπυ, σ΄ ένα τεθωρακισμένο όχημα Staghound , καθισμένος στην θέση του γεμιστή πολυβολητή/πυροβολητή με τα φώτα του οχήματος σβηστά και το καπάκι του πυργίσκου κλειστό. Ο Χάρολντ Μακμίλλαν ακολουθούσε μ΄ ένα δεύτερο Staghound… »

    Περιγράφει ο Στρατάρχης Αλεξάντερ:
    Το αεροδρόμιον του Καλαμακίου, όπου έφθασα την 2 μ.μ απέχει περί τα 10 χιλιόμετρα από το κέντρον της πόλεως. Η άμυνα του ήτο άσθενής, η πέριξ περιοχή ήτο εις χείρας τον ΕΛΑΣ και η μόνη τηλεφωνική έπικοινωνία ήτο δυνατή μέσω ενός σταθμού υπό το έλεγχον του ΕΛΑΣ. Είχον ως τόσον την ευγένειαν να με συνδέσωσι με το Στρατηγείον του 3ου Σώματος και έπειτα από κάποιαν καθυστέρησιν έφθασε ένα τεθωρακισμένον αυτοκίνητον δια να με παραλάβη. Μετέβην με αυτό εις την Αγγλικήν Πρεσβείαν βαλλόμενος κατά την διαδρομήν.«GREECE 1944-45»

    Εστιάζουμε:
    Κατέφθασε στην Ελλάδα αεροπορικώς ΕΝΑΣ απο τους ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ(ελάχιστους) του Βρετανικού στρατού μαζί με έναν Βρετανό υπουργό. Το τμήμα του ΕΛΑΣ που ήταν κοντά στο αεροδρόμιο, και στο οποίο αναγκάστηκε να αποτανθεί ο στρατάρχης ελείψει μέσων επικοινωνίας, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΥΝΕΛΑΒΕ ως όφειλε, (ήδη εδώ και 5 μέρες είχαν αρχίσει και »επίσημα» οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τους Βρετανούς) αλλά τον διευκόλυνε κιόλας να έρθει σε επαφή με το Βρετανικό Στρατηγείο το οποίο έστειλε μάλιστα δύο τεθωρακισμένα να τον παραλάβουν μαζί τους άλλους ανώτατους αξιωματούχους. Η κατόπιν καταγραφή των πυροβολισμών που δέχτηκαν τα δύο βρετανικά τεθωρακισμένα όταν ανέβαιναν την λεωφόρο Συγγρού, από άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ ακούγεται σαν ειρωνία !!!

    http://documentahistory.blogspot.gr/2014/11/11-1944.html

  29. Με έκπληξη διάβασα το άρθρο του κ. Ν. Αλιβιζάτου, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, στο οποίο επιχειρείται να «βγει λάδι» ένας από τους βασικότερους υπευθύνους για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, δηλαδή ο Γεώργιος Παπανδρέου.

    Ο κ. καθηγητής αποδίδει στον Παπανδρέου καλές προθέσεις για αναίμακτη λύση του πολιτικού προβλήματος εκείνης της περιόδου:

    http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_30/11/2008_294216

    Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, ωστόσο, συνηγορούν στο ότι ο Παπανδρέου όχι μόνο γνώριζε την απόφαση του Τσώρτσιλ για «συντριβή του ΕΑΜ», σε χρόνο που θα ευνοούσε τους Άγγλους, αλλά συμμετείχε κιόλας ενεργά στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής, ως Πρωθυπουργός. Το κρίσιμο ζήτημα της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ στις 10 Δεκεμβρίου το χειρίστηκε ο Παπανδρέου με τέτοιον τρόπο («ανενδότως») ώστε να παρασύρει το ΚΚΕ σε «Στάσιν» – και να συντρίψει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Φυσικά, δεν παραγνωρίζει κανείς τις ευθύνες του ΚΚΕ για τα Δεκεμβριανά, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάει ότι ο πραγματικός αρχιτέκτονας σε αυτή τη φάση του Εμφυλίου ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου! Και για να μη θεωρηθεί ότι αυτό είναι μια αυθαίρετη εκτίμηση, παραθέτω την περίφημη επιστολή του Γεωργίου Παπανδρέου στην «Καθημερινή» (δημοσιεύτηκε στις 2 Μαρτίου 1948) όπου ο ίδιος αναλύει και επεξηγεί με κάθε λεπτομέρεια το στρατηγικό σχέδιο (των Άγγλων – αλλά αυτό δεν το αναφέρει) για τη συντριβή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από το ντοκουμέντο αυτό προκύπτουν αβίαστα τα στοιχεία που κονιορτοποιούν την αγιολογική προσέγγιση του Γ. Παπανδρέου, που επιχειρεί ο κ. Αλιβιζάτος. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα γραπτά μένουν!

    *

    Φίλε κ. Διευθυντά,

    Εις το χθεσινόν άρθρο σας, συνάγοντες «μάθημα» από το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας, ενθυμείστε και τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Νομιμοποιείτε τοιουτοτρόπως την παρέμβασίν μου. Αλλά θα επεθύμουν πρώτα να διατυπώσω μερικάς γενικωτέρας απόψεις μου.

    Γράφετε: «Το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας πρέπει να μας διδάξει ότι ουδεμία λύσις υπάρχει μεταξύ της σταθεράς και ακάμπτου προσηλώσεως προς την εθνικήν μας ελευθερία από το ένα μέρος και της απολύτου υποδουλώσεώς μας από το άλλο. Οτι ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί. Με τους Σλάβους δυστυχώς συνεννόησις δεν υπάρχει».

    Είμεθα σύμφωνοι. Και όπως γνωρίζετε είχον ανέκαθεν αυτήν την γνώμην, ακόμη και προ πέντε ετών, όταν τον Ιούλιον του 1943 απέστειλα από την κατεχόμενη Ελλάδα έκθεσιν προς την Ελληνικήν και την Βρετανικήν κυβέρνησιν και έκαμνα προβλέψεις δια το μέλλον, αι οποίαι σήμερον έχουν επαληθεύσει…

    Πράγματι «ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί». Αλλά χρειάζεται διευκρίνισις: Δεν ωφελεί εάν δι’ αυτής επιδιώκωμεν να «κατευνάσωμεν» τον Κομμουνιστικόν Πανσλαβισμόν και να «συνεννοηθώμεν», όπως μωρώς επηγγέλετο το «Κέντρον».

    Ωφελεί όμως δια να τον νικήσωμεν. Διότι όταν εις την μεγάλην ηθικήν δύναμιν της Ελευθερίας του Εθνους, υπέρ της οποίας παλαίομεν, προσθέσωμεν και την ηθικήν δύναμιν της Ατομικής Ελευθερίας και της Κοινωνικής Ευημερίας, τότε το ιδεώδες μας καθίσταται πλήρες και αντιστοίχως συντελείται πλήρως ο ηθικός αφοπλισμός του Κομμουνισμού.

    Τότε κατακτώμεν ημείς και τας Μάζας και την Νεότητα, αυξάνομεν και τον αριθμόν και τον φανατισμόν του εθνικού μας Μετώπου και φθάνωμεν ασφαλέστερον εις την Νίκην. Αλλά βεβαίως υπό μίαν προϋπόθεσιν: Οτι αι ηθικαί αυταί δυνάμεις θα πρόκειται να συμπληρώσουν τας ενόπλους δυνάμεις του αγώνος και όχι να τας αναπληρώσουν – όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν.

    Και ερχόμεθα εις τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Γράφετε: «Ο Υψιστος μας έκαμε δώρον την Επανάστασιν και τα Δεκεμβριανά. Διότι τι θα συνέβαινε αν δεν εγίνοντο; Δια να μη γίνουν ήμεθα τότε εις κάθε υποχώρησιν έτοιμοι. Θα εδίδαμεν εις τους Κομμουνιστάς και ένα και δύο υπουργεία, ακόμα και πέντε. Σιγά – σιγά θα τους παραδίδαμεν – για να μη γίνει Επανάστασις και την Διοίκησιν και τον Στόλον και τον Στρατόν. Θα τους τα εδίδαμεν όλα».

    Η διαφωνία μου είναι απόλυτος. Οχι ότι δεν υπήρξε «δώρον του Υψίστου» ο Δεκέμβρης… Αλλά ότι «θα τους τα εδίναμε όλα…». Διότι συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον: «Τους τα επαίρναμεν όλα…» Και διότι επεμείναμεν, απεφάσισαν την Στάσιν…

    Γνωρίζω ότι υπάρχει ακόμη σύγχυσις, η οποία εμποδίζει την ορθήν εκτίμησιν εκείνης της εποχής. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ημπορούν ακόμα να εννοήσουν. Και υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι αρνούνται να εννοήσουν. Απαντώ διά τους πρώτους – και επίσης διά την Ιστορίαν – διότι οι άνθρωποι που θα έλθουν θα είναι απροκατάληπτοι και θα θέλουν να εννοήσουν.

    Κατέχομαι από την συνείδησιν ότι χάριν εις την πολιτικήν την οποίαν ηκολούθησα κατά τους κρισιμώτατους εκείνους μήνας, κατά τους οποίους η Μοίρα με είχεν επιφορτίσει με την ευθύνην της Ελλάδος, κατέστη δυνατή η συντριβή της Κομμουνιστικής Τυραννίας η οποία τότε ήτο παντοδύναμος και εδυνάστευε την Ελλάδα. Και πιστεύω ότι η πορεία των γεγονότων – και εις την Ελλάδα και εις την Ευρώπην – επαληθεύει την πρόβλεψιν του μεγάλου Βρετανού ηγέτου, ο οποίος μου ετηλεγράφει τον Ιανουάριον του 1945 ότι «η πολιτική μου θα εύρη την οφειλομένην επιβράβευσίν της εις τας ημέρας που έρχονται».

    Θα επικαλεστώ κείμενα:

    Την 26η Απριλίου 1944, όταν ανέλαβα την Κυβέρνησιν εις το Κάιρο, διεκήρυξα το σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, εις Στρατός».

    Εις το Συνέδριον του Λιβάνου την 17ην Μαΐου 1944, ομιλών ενώπιον και των εκπροσώπων του ΚΚΕ, είπα: «Το κύριον επίμαχον θέμα είναι το στρατιωτικόν, το θέμα της υλικής δυνάμεως. Η ώρα είναι ιστορική και οφείλομεν να ομιλήσωμεν ευκρινώς και απεριφράστως. Εάν το ΕΑΜ έχει την πρόθεσιν να χρησιμοποιήσει την υλικήν του δύναμιν ως όργανον εμφυλίου πολέμου και εξοντώσεως των αντιπάλων του, και αύριον, μετά το πέρας του πολέμου, υπό το ψευδώνυμον της Λαϊκής Δημοκρατίας, ως όργανον δυναμικής επικρατήσεως επί της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού, τότε βεβαίως δεν υπάρχει στάδιον συνεννοήσεως. Το καθήκον μας τότε είναι να συνεγείρωμεν το έθνος και να επικαλεσθώμεν την επικουρίαν όλων των Μ. Συμμάχων μας εις τον διπλούν αγώνα και κατά του εξωτερικού εισβολέως και κατά του εσωτερικού εχθρού. Διότι ο Ελληνικός λαός δεν κάμνει επιλογήν τυράννων. Αρνείται την τυραννίαν…»

    «Εάν όμως το ΕΑΜ έχει λάβει απόφασιν να εγκαταλείψη τους σκοπούς της δυναμικής επικρατήσεως και να αρκεσθή εις τα πολιτικά μέσα της πειθούς και αν κατά συνέπειαν δέχεται την κατάργησιν του ΕΛΑΣ καθώς και των άλλων ανταρτικών σωμάτων και την δημιουργίαν Εθνικού Στρατού, ο οποίος θα ανήκει μόνον εις την Πατρίδα και θα υπακούη εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως, τότε η συμμετοχή και του ΕΑΜ εις την Εθνικήν μας Ενωσιν θα ημπορή να θεωρήται γεγονός».

    Την 6η Ιουλίου1944 απήντησα από το ραδιόφωνον του Καϊρου προς την Επιτροπήν των Βουνών, η οποία είχε ζητήσει επιπροσθέτως τα υπουργεία των Στρατιωτικών και των Εσωτερικών. Και είπα: «Αποδοχή των νέων όρων σημαίνει κατ’ ουσίαν: Στρατός ΕΑΜ. Ελεγχον της Αστυνομίας, της χωροφυλακής, της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης από το ΕΑΜ. Και έμπνευσιν της Παιδείας μας από το ΕΑΜ. Τώρα, πλέον, ημπορεί να γίνει πλήρης εξήγησις. Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνωμεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα. Μας ζητούν να παραδώσουμε την Ελλάδα. Αρνούμεθα!

    Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: «Εξοπλισμός του Κράτους. Αφοπλισμός του ΕΑΜ».

    Την 8ην Οκτωβρίου 1944 συνηντήθην πάλιν με τον Βρετανόν ηγέτην και τον υπουργόν των εξωτερικών κ. Ηντεν εις την Νεάπολιν της Ιταλίας. Εις το υπόμνημα το οποίον τους επέδωκα, προβλέπω ότι η επικείμενη Απελευθέρωσις θα είναι αναίμακτος και ότι κατόπιν το ΚΚΕ θα επιχειρήσει Στάσιν. Και οι δυο προβλέψεις επαληθεύθησαν. Εγραφα: «… Ελπίζω ότι το Εθνος θα εξέλθη από την δουλείαν ομαλώς και θα συντελεσθή αναιμάκτως η Απελευθέρωσις. Τούτο είναι ουσιώδες αλλά όχι οριστικόν. Το ΚΚΕ διαθέτει σήμερον δυναμικήν υπεροχήν χάρις εις τας οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οπως επανειλημμένως είχον την ευκαιρία να εξηγήσω, η Ελλάς αποτελείται σήμερον από μίαν μεγάλην αφοπλισμένην πλειοψηφίαν και αφετέρου από την ένοπλον μειοψηφίαν του ΚΚΕ. Εξάλλου η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ενωσιν έχει συντελεσθή υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Εάν διεπιστούτο ότι ο όρος αυτός δεν υφίσταται, υπάρχει φόβος ότι το ΚΚΕ θα θέση εις ενέργειαν, κατά τρόπον συγκεκαλυμμένον ή απροκάλυπτον, την υλικήν του δύναμιν δια να γίνη κύριον της καταστάσεως. Τα ακόλουθα μέτρα είναι απαραίτητα προς αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κρισίμου ταύτης καταστάσεως: 1) Η άμεσος αποστολή σημαντικών βρετανικών δυνάμεων. 2) Η άμεσος δημιουργία τακτικού Ελληνικού Στρατού και 3) Ο πλήρης εφοδιασμός της Ελλάδος».

    Και την 18ην Οκτωβρίου 1944, εκφωνών τον λόγον της Απελευθερώσεως εις την πλατείαν Συντάγματος, επαναλάμβανον: «Βάσις του Εθνικού μας Στρατού δια το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία. Θα γίνη συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν βουλεύεται. Βουλεύεται μόνον ο Κυρίαρχος λαός, του οποίου την θέλησιν εκφράζει η Κυβέρνησις, και τας διαταγάς της κυβερνήσεως εκτελεί ο Στρατός… Θα γίνει συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν ημπορεί να ανήκει ούτε εις κόμματα. Ανήκει μόνον εις την πατρίδα και υπακούει μόνον εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως…».

    Και συνεπής προς την σταθεράν επαγγελίαν επηκολούθησε η εφαρμογή…

    Η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως ανεσχηματίσθη εν Αθήναις την 23ην Οκτωβρίου. Και μετά δέκα ημέρας, την 3ην Νοεμβρίου 1944, προέβην εις τας ακολούθους ανακοινώσεις:

    «Μετά την συντελεσθείσαν πλήρη Απελευθέρωσιν της Ελλάδος λήγει και η Αντίστασις. Είναι επομένως φυσικόν, ότι επακολουθεί η αποστράτευσις των Ανταρτικών Ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, η οποία ωρίσθη δια την 10ην Δεκεμβρίου.

    Και όταν έφθασεν η ώρα της πραγματοποιήσεως και το ΚΚΕ διεπίστωσεν ότι αι αποφάσεις μου δεν ήσαν απλαί λέξεις, αλλά πράξεις, και ότι, αφοπλιζόμενον, θα μετεβάλλετο πλέον από παντοδύναμος δυνάστης εις μικρόν πολιτικόν κόμμα μειοψηφίας, απετόλμησεν την Στάσιν.

    Τα κείμενα απήντησαν… Αποδεικνύουν ότι όχι μόνον δεν είμεθα διατεθειμένοι «να τα δώσωμεν όλα» – δια να μη γίνει Επανάστασις, αλλά αντιθέτως «να τα πάρωμεν όλα…», έστω και αν επρόκειτο να επακολουθήσει Επανάστασις την οποίαν είχομεν προπαρασκευασθή – με την παρουσίαν των Βρετανών, την άφιξιν της ταξιαρχίας του Ρίμινι, την συγκρότησιν της Εθνοφυλακής και την συγκέντρωσιν των χωροφυλάκων εις Αθήνας – δια ν’ αντιμετωπίσωμεν. Το Σάββατον 2 Δεκεμβρίου παραμονήν της Στάσεως, ετηλεγράφησα εις τον Βασιλέα: «Υπουργοί Ακρας Αριστεράς αρνηθέντες υπογράψουν αποστράτευσιν παρητήθησαν. Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχήν εμφυλίου πολέμου. Με όσην αποφασιστικότητα εξηντλήσαμεν τας προσπαθείας μας δια την αποτροπήν του εμφυλίου πολέμου, με την ίδιαν αποφασιστικότητα θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών. Εύχομαι εις τον Θεόν η τραγική περίοδος να είναι σύντομος και πλήρης η επιβολή του Νόμου προς πραγματικήν Απελευθέρωσιν του στενάζοντος Ελληνικού Λαού».

    Ολαι αι άλλαι παραχωρήσεις μου προς το ΚΚΕ – αι οποίαι τόσον επεκρίνοντο τότε από ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχον εμβαθύνει εις την υφισταμένην πραγματικήν κατάστασιν – ήσαν εντελώς δευτερεύουσαι και άνευ ουσιαστικής αξίας. Επειδή τότε μία ήτο η επείγουσα και υπέρτατη ανάγκη: Να αφοπλισθή το ΚΚΕ, και να εξοπλισθή το Κράτος. Κατόπιν, όλα τα άλλα, αυτομάτως θα επηκολούθουν…

    Και δια τούτο η ημερομηνία της Αποστρατεύσεως – η 10η Δεκεμβρίου – έμενεν αμετακίνητος.

    Οσοι θέλουν να κρίνουν δικαίως εκείνην την εποχήν, οφείλουν να αναπολήσουν την κατάστασιν του Απριλίου 1944, όταν ανέλαβον την Κυβέρνησιν.

    Εις την Ανατολήν, αι ένοπλοι δυνάμεις μας είχον αποσυντεθεί από την Στάσιν. Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών – την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πως θα καταλύετο; Δύο ήσαν τα στάδια δια να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ.

    Δια να έλθωμεν εις τας Αθήνας -ως αντίπαλοι του ΚΚΕ- δεν διεθέταμεν, δυστυχώς, ούτε εις το εσωτερικόν, ούτε εις το εξωτερικόν, ελληνικάς δυνάμεις, αριθμητικώς επαρκείς διά να αντιμετωπίσουν τας μυριάδας του ΕΛΑΣ, τακτικού και εφεδρικού, καθώς και την ευρυτάτην συνωμοτικήν οργάνωσιν του ΕΑΜ. Αλλά δεν υπήρχον επίσης τότε ούτε Βρετανικαί δυνάμεις διαθέσιμοι, διότι είχον απορροφηθή από τα τρία ευρωπαϊκά μέτωπα, τα οποία, κατά τους κρισίμους εκείνους μήνας – Σεπτέμβριον και Οκτώβριον 1944- επιέζοντο σφοδρώς από τον Χίτλερ, αποβλέποντα εις τον εξαναγκασμόν χωριστής ειρήνης… Και είχε μάλιστα φθάσει εις τόσον βαθμόν η έλλειψις διαθεσίμων Βρετανικών δυνάμεων, ώστε να αναγκασθώ μίαν ημέραν, εις τον πρεσβευτήν της Μεγ. Βρετανίας, ο οποίος μου ωμίλει περί αποστολής εις την Ελλάδα «εκατοντάδων» ή και «δεκάδων» ανδρών, να δώσω την απάντησιν, ότι «έχω την εντύπωσιν, ότι ομιλώ με αντιπρόσωπον του Λουξεμβούργου…».

    Αλλά και αν ακόμη καθίστατο, μ’ όλα ταύτα, δυνατόν να εξευρίσκοντο δυνάμεις Βρετανικαί, και πάλι θα ήτο τότε πολιτικώς αδύνατος η απόβασις εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, λόγω της σφοδράς αντιδράσεως και των Αγγλων εργατικών και του Προέδρου Ρούσβελτ και της Σοβιετικής Ενώσεως. Δια να πεισθώμεν, φθάνει να ενθυμηθώμεν την γενικήν εξέγερσιν, την οποίαν είχε προκαλέσει η Βρεταννική επέμβασις κατά τον Δεκέμβριον και η οποία εκλόνισε την θέσιν του Τσώρτσιλ – και η οποία, εν τούτοις, είχεν επιχειρηθή υπό «απείρως ευμενεστέρας συνθήκας», διότι αι Βρετανικαί δυνάμεις υπεστήριζαν τότε την νόμιμον κυβέρνησιν και ευρίσκοντο εδώ πρεσκεκλημένοι και από τον ΕΛΑΣ, διά την διατήρησιν της τάξεως…

    Ιδού, διατί, μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησίν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και δια τούτο την επεδίωξα – και ευτυχώς κατωρθώθη… Καθώς επίσης, μόνον το σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ, διά του Αρχηγού του, υπέγραψε την υποταγήν του εις το Βρεταννικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρεταννούς εις την Ελλάδα, καθιστά Συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των…

    Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς «η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους…»

    Αλλά πότε θα έπρεπε ν’ αποφασισθή η αποστράτευσις; Θα έπρεπε ν’ αποφασισθή αμέσως, ή να αναβληθή δι’ αργότερον; Το ζήτημα του χρόνου ήτο κρισιμώτατον. Το ΚΚΕ εζήτει αναβολήν. Και αι γενικώτεραι συνθήκαι την ηυνόουν. Εφόσον εξηκολούθει ο πόλεμος εναντίον του Ναζισμού, ηδύνατο να θεωρηθή παράλογος η άμεσος αποστράτευσις δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως. Και δι’ αυτό ουδαμού της Ευρώπης συνέβη…

    Αλλά μου ήτο σαφές, ότι ο χρόνος ειργάζετο υπέρ του ΚΚΕ.

    Και εσωτερικώς, διότι θα εξησφάλιζεν εν τω μεταξύ την πλήρη διάβρωσιν – όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν. Και εξωτερικώς, διότι τότε η Σοβιετική Ενωσις ευρίσκετο ακόμη εις την θανάσιμον εμπλοκήν με τον Ναζισμόν και επροφυλάσσετο να διαταράξη τας Συμμαχικάς σχέσεις της. Και δια τούτο ακριβώς παρέστησε, καθ’ όλον τον Δεκέμβριον, τον ουδέτερον – και μάλιστα μέχρι του σημείου να μας αναγγείλη την 30ην Δεκεμβρίου, την αποστολήν πρέσβεως, ενώ ακόμα αι μάχαι εμαίνοντο εις τας Αθήνας…

    Και δια τούτο επέμεινα ανενδότως εις την άμεσον αποστράτευσιν. Και η 10η Δεκεμβρίου έμενεν αμετακίνητος…

    Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή «δώρον του υψίστου». Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνη η Στάσις – «το δώρον του Υψίστου» – έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια».

    Μετ’ εξαιρέτου τιμής
    Γ. Παπανδρέου 1/3/48

    https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/02/03/gcw-17/

  30. Ο Δεκέμβρης του ’44 με το φακό του Dmitri Kessel

    http://kaistriotis.blogspot.gr/2016/12/44-dmitri-kessel.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: