Μπορεί να κυβερνήσει η Αριστερά;

Με τον τίτλο αυτό δημοσιεύτηκε στην σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία ένα κείμενό μου μ’ αφορμή την έκδοση ενός βιβλίου από τις εκδόσεις Τόπος. Το δημοσιευμένο κείμενο είναι το εξής:
σάρωση0020

Η προοπτική να έρθει πρώτο ένα κόμμα της Αριστεράς στις επόμενες κοινοβουλευτικές  εκλογές έχει κάνει εξαιρετικά επίκαιρο τον προβληματισμό για τη δυνατότητά της να κυβερνήσει τον τόπο. Το δημόσιο διάλογο ήρθε να εγκαινιάσει μια νέα έκδοση με τίτλο «Κυβέρνηση της Αριστεράς. Δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση» (εκδ. Τόπος, Αθήνα, 2013).

σάρωση0001

Όσο και αν το ερώτημα φαντάζει νέο, εν τούτοις η συζήτηση έχει αρχίσει εδώ και 150 χρόνια, από την εποχή της Α’ Διεθνούς  (περί το 1850) και της Παρισινής Κομμούνας (1871), έως το Μάη του ’68 και τη σοβιετική κατάρρευση (1991) και κατά καιρούς έχει γίνει ένα από τα σημαντικότερα θέματα του διαλόγου –και όχι μόνον εντός της Αριστεράς. Κορυφαίες στιγμές αυτού του διαλόγου, αλλά και των σφοδρών συγκρούσεων, υπήρξαν:

* Η μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση -που μπορεί να θεωρηθεί και η πρώτη σχετική- για το «κράτος» και τη συνωμοτική αντίληψη που έλαβε χώρα μεταξύ των αναρχικών υπό τον Μιχαήλ Μπακούνιν και των κομμουνιστών υπό τους Μαρξ και Ενγκελς.

* Η ιδεολογική σύγκρουση με τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες τύπου Μπερστάιν για τα όρια της μεταρρύθμισης.

* Η σύγκρουση της Λούξεμπουργκ, του Τρότσκι και του Πλεχάνοφ με τον Λένιν για το ζήτημα ή μη της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος.

* Η σύγκρουση εντός του επαναστατικού μετώπου μετά τον Οκτώβρη του ’17 για τα όρια του συμβιβασμού με το γερμανικό (και νεοτουρκικό) ιμπεριαλισμό, όπου υπερίσχυσαν οι συμβιβαστικές απόψεις του Λένιν.

* Η ιδεολογική και ένοπλη σύγκρουση μεταξύ σταλινικών, τροτσκιστών και αναρχικών εντός του δημοκρατικού μετώπου κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939).

* Η συζήτηση για το σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό, που έγινε κυρίως στη Δύση το επόμενο διάστημα από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), αλλά και η κριτική από τον Μάο για το «ρεβιζιονισμό».

* Η αντιπαράθεση του Ενβέρ Χότζα με τις ιδέες της εργατικής αυτοδιαχείρισης των Τζίλας, Κορντέλι, Ράνκοβιτς.

* Οι αναζητήσεις στην εποχή της περεστρόικα (1985-1991), όταν Πολωνοί και Σοβιετικοί διανοούμενοι άρχισαν να συζητούν για τη δυνατότητα δημοκρατικής μετεξέλιξης του γραφειοκρατικού μοντέλου και δημιουργίας ενός σοσιαλισμού που θα χαρακτηριζόταν από ελευθερία, αληθινή κοινωνική ισότητα κ.ά. 

Η ελληνική εμπειρία

Φαίνεται ότι το μεταίχμιο που διανύει η σύγχρονη ελλαδική κοινωνία, φέρνει ξανά τη συζήτηση για την κοινωνική αλλαγή στο επίκεντρο. Βέβαια, στην ελληνική περίπτωση ουδέποτε έως σήμερα  η συζήτηση έλαβε την έκταση και το βάθος που απαιτούσαν οι συνθήκες. Πιθανόν, η αιτία για την υστέρηση μπορεί να αναζητηθεί στην ανώμαλη μεταπολεμική εποχή και στην ακραία βία που άσκησε κατά της Αριστεράς η συντηρητική παράταξη από τον Δεκέμβρη του ’44 και εφεξής. Η βία αυτή στέρησε από την Αριστερά μια διανοούμενη γενιά, που λίγα χρόνια πριν και εν μέσω της ναζιστικής Κατοχής είχε δημιουργήσει το εντυπωσιακό και πρωτοποριακό πείραμα της δημοκρατικής Κυβέρνησης του Βουνού (ΠΕΕΑ). Παράλληλα, η Αριστερά επηρεάστηκε από την έλλειψη φυσιολογικής πολιτικής ζωής, εξαιτίας του εκτεταμένου παρακράτους που δημιουργήθηκε μετά τον Εμφύλιο και οδήγησε στη Χούντα και στην Κυπριακή Προδοσία. Η έλλειψη αυτή, μαζί με τα συμπλέγματα που δημιούργησε η ήττα της στον Εμφύλιο και η πολιτική προσφυγιά, ενίσχυσαν την εξάρτησή της από ξένα κέντρα (Μόσχα, Βουκουρέστι), όπως επίσης ενίσχυσαν την ακαμψία και το δογματισμό.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι ιδέες του αντιολοκληρωτικού σοσιαλισμού κέρδισαν μεγάλο μέρος της Αριστεράς στην εποχή της ΕΔΑ. Σημαντική αιτία της ιδεολογικής υστέρησης και της έλλειψης ικανοποιητικής συζήτησης  μπορεί να εντοπιστεί επίσης και στην ύπαρξη ενός σκληρού σταλινικού κόμματος και αντίστοιχων ιδεών, που διαμόρφωσαν για δεκαετίες την αριστερή αντίληψη και εγκλώβισαν ένα μέρος του δημοκρατικού ελληνικού λαού. Δεν είναι τυχαίο ότι διανοούμενοι, που η εμβέλειά τους ξεπερνούσε τα ελλαδικά σύνορα, δεν δημιουργήθηκαν εντός της ελλαδικής Αριστεράς. Προσωπικότητες που έβαλαν το στίγμα τους στο διεθνή χώρο, όπως ο Πουλαντζάς, ο Παπαϊωάννου, ο Καστοριάδης, θα ανθίσουν μόνο στο εξωτερικό, ευνοημένοι από το ανοιχτόμυαλο πνεύμα, αλλά και λίγο αργότερα από το περιβάλλον ελευθερίας και ανάτασης, που πρόσφερε στην ευρωπαϊκή ζωή ο Μάης του ’68. Η Ελλάδα παρέμεινε σε μια γκρίζα ιδεοληπτική ζώνη, γεμάτη σύγχυση, συντηρητισμό  και παρανοήσεις, απ΄ όπου απουσίαζε η δροσιά, η ζωντάνια και η φαντασία που είναι συστατικά στοιχεία του αγώνα για την κοινωνική αλλαγή.    

Ένα από τα παράδοξα της ελληνικής ζωής είναι το γεγονός ότι -ανεξάρτητα της περιβάλλουσας ιδεολογίας- υπήρξαν σε τμήματα της κοινωνίας δομές και παραγωγικές σχέσεις ευρέως αποδεκτές, που παραπέμπουν στον πιο σκληρό πυρήνα της κομμουνιστικής αντίληψης για την κοινωνική οργάνωση. Αυτή η διαπίστωση αφορά τα εκατοντάδες ορθόδοξα μοναστήρια που αποτελούν κοινοβιακές κοινοκτημονικές ενώσεις απ’ όπου απουσιάζει ο εργασιακός διαχωρισμός, καθώς και κάθε μορφής ιδιοκτησιακή σχέση του ατόμου με τα μέσα παραγωγής, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στη συλλογικότητα.

Όσον αφορά τα ιδεολογικά της Αριστεράς, είναι γεγονός ότι με τη Μεταπολίτευση υπήρξε μια θετική έκρηξη στον τομέα των ιδεολογικών αναζητήσεων και κάποιων ατελών πειραματισμών. Ακόμα και στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, στα πρώτα χρόνια του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ πριν σαρώσει τα πάντα ο ακραίος λαϊκισμός και η αλλοτρίωση που επέβαλε ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι πιστοί του, υπήρξε όπως φαίνεται, μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις δυνατότητες του δημοκρατικού σοσιαλισμού να διαχειριστεί πολιτικά το μέλλον του τόπου. Πάντως, χαρακτηριστικό των παθογενειών της Αριστεράς και της μερικής της αποκοπής από τον ίδιο το λαό, υπήρξε η συστράτευση –ίσως και η υποταγή- ενός σημαντικού μέρους της στον αντιλαϊκό νεοφιλελευθερισμό των κυβερνήσεων Σημίτη-Παπανδρέου και η συμμετοχή στη νομή της εξουσίας.

Η συζήτηση αρχίζει

Ουδέποτε έως σήμερα έλαβε χώρα η σε βάθος συζήτηση για το τι σημαίνει Αριστερά σε μια σύγχρονη κοινωνία και το πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί πολιτικά συνθήκες κρίσης και οικονομικής κατάρρευσης σ’ έναν ασταθή χώρο που βρίσκεται στο σημείο που τέμνεται η  Ανατολική Μεσόγειος και η Εγγύς Ανατολή, όπου ακόμα εκκρεμεί η χάραξη των τελικών συνόρων (Αιγαίο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη κ.λπ.) και κυριαρχούν εθνικισμοί, αλυτρωτισμοί και φονταμενταλισμοί. Επίσης, ουδέποτε συζητήθηκε το περιεχόμενο που θα μπορούσε να έχει ο μυθικός όρος «επανάσταση» σ’ ένα περιβάλλον ύστερης νεωτερικότητας (ή για κάποιους «μετανεωτερικότητα») και μεταεθνικής πολιτικο-οικονομικής συγκρότησης της Ευρώπης.

Ακριβώς αυτή την πρόκληση της δημόσιας συζήτησης έρχεται να ενεργοποιήσει το βιβλίο των εκδόσεων Τόπος με τίτλο «Κυβέρνηση της Αριστεράς. Δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση». Στο βιβλίο αυτό έντεκα πολιτικοί επιστήμονες και άνθρωποι της πολιτικής δράσης καταθέτουν τις απόψεις τους για το πώς θα μπορούσε να κυβερνήσει τον τόπο η Αριστερά εάν ο λαός της αναθέσει αυτό το ρόλο.  Στη συλλογική έκδοση και σε μια πρώτη δημόσια κατάθεση των απόψεών τους, συμμετέχουν οι  Λεωνίδας Βατικιώτης, Ρένα Δούρου,  Γιάννης Δραγασάκης, Μάκης Ζέρβας, Θανάσης Καμπαγιάννης, Χρήστος Κεφαλής, Δημήτρης Μπελαντής, Σοφία Σακοράφα, Παναγιώτης Σωτήρης, Γιάννης Τόλιος, Θεανώ Φωτίου.

Χωρίς τίτλοΟ Χρήστος Κεφαλής, συγγραφέας αλλά και επιμελητής της έκδοσης, υποστηρίζει: “Το να υπάρξει η κυβέρνηση της Αριστεράς, με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται σήμερα εντελώς ρεαλιστικό. Αν θα δικαιώσει τις ελπίδες του κόσμου, ακυρώνοντας τις βάρβαρες πολιτικές των Μνημονίων, είναι σαφώς ένα πιο σύνθετο ερώτημα. Οι δυσκολίες και οι πιέσεις που θα ασκηθούν από ξένα και εγχώρια κέντρα θα είναι μεγάλες. Σε κάθε περίπτωση θα πρόκειται για ένα πρωτότυπο εγχείρημα, χωρίς ακριβή ιστορικά προηγούμενα.

Πολλά θα εξαρτηθούν από τη διεθνή και εσωτερική κατάσταση, την εξέλιξη των ευρωπαϊκών συσχετισμών, την πορεία των κοινωνικών κινημάτων. Ωστόσο, κρίσιμος παράγοντας στην επιτυχία θα είναι η ικανότητα της ίδιας της Αριστεράς να εμπνεύσει και να πείσει, δίνοντας απαντήσεις στα προβλήματα του λαού μας και δείχνοντας την αναγκαία πολιτική βούληση στην υλοποίησή τους. Το σχέδιο, η στρατηγική, οι κεντρικές προοπτικές, ο βαθμός ενότητας των δυνάμεων της Αριστεράς γύρω από αυτές αποτελούν κρίσιμες διαστάσεις του εγχειρήματος.

Μια αριστερή διακυβέρνηση δεν νοείται χωρίς βαθιές ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία. Το ποιες θα είναι όμως αυτές οι αλλαγές, εάν θα απαιτήσουν έξοδο από το ευρώ ή μπορεί να προωθηθούν εντός της ευρωζώνης, κ.λπ., παραμένουν ανοικτά ερωτήματα. Το βιβλίο των Εκδόσεων Τόπος στοχεύει να συνεισφέρει στη σχετική συζήτηση, παρουσιάζοντας τις κύριες απόψεις στον ευρύ αριστερό χώρο, ώστε τελικά ο αναγνώστης να διαμορφώσει τη δική του κριτική άποψη.” 

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας, μαθηματικός https://kars1918.wordpress.com/

kefalis-ESHEA1

3 comments so far

  1. Η Ουκρανία, η Γερμανία, η Ρωσία κι εμείς

    Δημήτρης Τσιόδρας, Η Καθημερινή, 25/02/2014

    Η κρίση στην Ουκρανία έφερε ξανά με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τη γεωπολιτική διάσταση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών στην Ευρώπη. Οι συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες και οι δεκάδες νεκροί δείχνουν ότι παρότι το ευρωπαϊκό όραμα έχει ξεθωριάσει για μεγάλο μέρος των πολιτών στις χώρες της Ε.Ε., εξακολουθεί να είναι ελκυστικό για τους πολίτες άλλων χωρών, ειδικά εκείνων που αντιμετωπίζουν έντονες γεωπολιτικές απειλές, όπως η Ουκρανία από τη Ρωσία. Μην ξεχνάμε ότι η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης προχώρησε λόγω της σοβιετικής απειλής. Ο ρωσικός φόβος έκανε Γάλλους και Γερμανούς να αφήσουν στην άκρη την παραδοσιακή έχθρα και να συνεργαστούν γι’ αυτό που στην πορεία μετεξελίχθηκε σε Ε.Ε. Ο φόβος της Τουρκίας ήταν ο βασικός λόγος που οδήγησε την Ελλάδα να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ. «Η Ελλάδα επεδίωκε την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της θέσης της στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα καθώς και της διαπραγματευτικής της δύναμης, ιδιαίτερα σε σχέση με την Τουρκία», αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Οι οικονομικοί λόγοι της ένταξης έπονται.

    Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η στρατιωτική απειλή φάνηκε να υποχωρεί. Η κρίση στην Ευρωζώνη όμως ήρθε να δείξει ότι τα εθνικά κράτη εξακολουθούν να κινούνται με βάση, πρωτίστως, τα δικά τους συμφέροντα και κάνουν τους δικούς τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς. Η συζήτηση περί ομοσπονδιακής Ευρώπης έχει σαφώς υποχωρήσει, παρότι προχωρούν οι διαδικασίες οικονομικής ενοποίησης. Στην Ελλάδα πέρασε εντελώς απαρατήρητη η πρόσφατη ομιλία του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Β. Σταϊνμάγερ στη γερμανική Βουλή, η οποία σηματοδοτεί στροφή στη γερμανική εξωτερική πολιτική που ακολουθείται από το 1945. Η Γερμανία εμφανίζεται διατεθειμένη για πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να εμπλακεί σε πολιτικές και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις έξω από τα γερμανικά σύνορα. Ο βασικός στόχος αυτής της στροφής είναι η προστασία της οικονομικής δύναμης της Γερμανίας, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές, οι οποίες όλο και περισσότερο κατευθύνονται σε χώρες εκτός Ε.Ε.

    Σύμφωνα με το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, αυτοί που επιθυμούν περισσότερο την οικονομική και νομισματική ενοποίηση στην Ε.Ε. δεν είναι οι πολίτες της Γερμανίας ή της Γαλλίας, αλλά μικρών χωρών και συγκεκριμένα του Λουξεμβούργου (79%), της Σλοβενίας και της Σλοβακίας (78%) και της Εσθονίας (76%). Η Λεττονία από τις αρχές του 2014 αποτελεί το 18ο μέλος της Ευρωζώνης. Με εξαίρεση το Λουξεμβούργο, στις τέσσερις τελευταίες χώρες ο γεωπολιτικός παράγοντας που βαραίνει στην επιλογή αυτή είναι προφανής.

    Στην εποχή λοιπόν που η Ε.Ε. αναζητεί κοινό βηματισμό, που η Γερμανία επαναπροσδιορίζει την εξωτερική της πολιτική, που η Ρωσία κινείται για την αποκατάσταση της επιρροής της στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (ήδη βρίσκεται στα σκαριά η τελωνειακή ένωση της Ρωσίας με τη Λευκορωσία, το Καζαχστάν και την Αρμενία), η Βρετανία επαναπροσδιορίζει τον διεθνή ρόλο της εξετάζοντας αν πρέπει να παραμείνει στην Ε.Ε. ή όχι και οι ΗΠΑ συζητούν ξανά την παγκόσμια ατζέντα τους, στην Ελλάδα ζούμε στον δικό μας κόσμο. Μιλάμε δίχως πολλή σκέψη για σύγκρουση με την Ευρώπη και δείχνουμε να αγνοούμε πλήρως τις γεωπολιτικές συνέπειες πιθανών επιλογών μας.

  2. Gr on

    Γιατί δεν πουλάει η αριστερά

    Σημειώνει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος *

    Αναρωτιούνται πολλοί: πώς είναι δυνατόν η αριστερά στην Ελλάδα να μην μπορεί να κεφαλαιοποιήσει σε υπέρτατο βαθμό την δυσαρέσκεια των πολιτών προς τα φθαρμένα κυβερνητικά κόμματα του δικομματισμού που πτώχευσαν την χώρα και φτωχοποιούν την ελληνική κοινωνία, μέσω μιας μακράς διαδικασίας εσωτερικής υποτίμησης;
    Το ερώτημα είναι σημαντικό και δεν αφορά αποκλειστικά τους φορείς της αριστεράς. Είναι ένα σοβαρό στρουκτουραλιστικό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία με κονστρουκτιβιστική μορφή καί πολιτικής καί πολιτικής κοινωνιολογίας καί πολιτικής ψυχολογίας και ασφαλώς πολιτικής επικοινωνίας, όπως και αντίληψης της πολιτικής οικονομίας.
    Το κρίσιμο αυτό ερώτημα για την εξέλιξη της κρίσης (σε εσωτερικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο) και για την διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής περιόδου για την Ελλάδα ως χώρα και κοινωνία, έχω εμμέσως και κάποιες φορές αμέσως αντιμετωπίσει αναλυτικά, δίχως να έχω προσφέρει μέχρι σήμερα μια γενική εικόνα του προβλήματος. Σήμερα θα το επιχειρήσω πολύ σύντομα, σχεδόν αποφθεγματικά (θεωρήστε πως κάθε ένα από τα σημεία που ακολουθούν αποτελούν αρχικά συμπεράσματα που τοποθετούνται ως νέα ερωτήματα προς διερεύνηση, για να απαντηθεί έτσι το αρχικό πρόβλημα που θέτω εδώ) :
    – Η αριστερά δεν πουλάει, επειδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει σοβαρή ζήτηση από ένα απομαζικοποιημένο κοινό σε μια αποβιομηχανοποιημένη χώρα που κυριαρχείται από ένα μίγμα εθνικιστικού απολιτικού πολιτισμού με έντονα τα στοιχεία του υβριστικού προς την πολιτική, λειτουργιστικού νεοφιλελευθερισμού και μηδενισμού. Όλα αυτά ενισχύονται αφάνταστα από την κυριαρχία των Οπτικοακουστικών Μέσων Επικοινωνίας και κυρίως από την Τηλεόραση, μέσω των κουτσομπολίστικων, χυδαίων τηλεπολιτικών και της εμφάνισης της πολιτικής συμπεριφοράς ως προστριβή μεταξύ μιας περιορισμένης ομάδας πολιτικών. Με τους περισσότερους εξ αυτών να διακρίνονται από έντονα λαϊκιστικό έως αλήτικο ταπεραμέντο. Αυτοί καλούνται σε τηλεοπτικές εκπομπές για να συγκρουστούν με όρους τηλεθέασης και το πράττουν συνειδητά ή ασυνείδητα ως αρτίστες της πολιτικής, για να αυξήσουν την προσωπική τους διείσδυση στο αναφερόμενο κοινό τους και την ισχύ τους στο κόμμα τους. Αυτοί, ωστόσο, δεν είναι όροι διεξαγωγής δομημένης πολιτικής αντιπαράθεσης την οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με άνεση και επάρκεια ένας σοβαρός-στρουκτουραλιστής, αριστερός πολιτικός. Το κλίμα προστριβής μέσω λειτουργιστικής περιπτωσιολογίας και διαρκών προσωπικών προσβολών, δεν «σηκώνει» απολύτως κανέναν σοβαρό πολιτικό με συνεκτικό λόγο και στρουκτουραλιστικά αρθρωμένη άποψη.
    Μέσω των σύγχρονων τηλεπολιτικών «τσαλακώνεται» και εξουδετερώνεται οποιαδήποτε καλά οργανωμένη διανοητικά προσωπικότητα… και τόσο το χειρότερο αν αυτή κινείται στον αριστερό χώρο. Έχοντας μάλλον επαρκή εμπειρία στο ζήτημα, οφείλω να παραδεχτώ, αναγνώστη μου, πως δεν θα ζήλευα καθόλου την τύχη συγκροτημένων αριστερών προσωπικοτήτων (πόσο μάλλον αν αυτοί έχουν χαρακτηριστικά διανοούμενου), βλέποντάς τους να βρίσκονται σε αδιέξοδο έχοντας απέναντί τους ή στο «διπλανό παράθυρο» του γνωστούς «μαϊντανούς» του λαϊκισμού. Αν, για παράδειγμα, ήμουν σύμβουλος της ηγεσίας του ΚΚΕ, θα τους έλεγα πως δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη λύση για να επικρατήσουν στο χώρο των τηλεπολιτικών και άρα να μην χάσουν ισχύ απέναντι στο αναφερόμενο κοινό τους, παρά να «στέλνουν» στα κανάλια την Λιάνα Κανέλλη. Είναι η χειρότερη στην στρουκτουραλιστική παρουσίαση του πολιτικού, αλλά η ικανότερη στην αντιμετώπιση του λαϊκιστικού-λειτουργισμού στα κανάλια, δια της άρθρωσης ενός προβοκατόρικου, αποδιοργανωτικού, συγκρουσιακού, ψευδο-αγωνιστικού και ψευδο-παρτιζάνικου λόγου, ο οποίος αποτελεί ασφαλώς την άλλη πλευρά του νομίσματος του λαϊκισμού.
    Η κ. Κανέλλη, λοιπόν, είναι μια καλή επικοινωνιακή λύση για το ΚΚΕ, που όμως ζημιώνει αφάνταστα το κόμμα ως σύγχρονη αριστερά του στρουκτουραλιστικά εποικοδομητικού λόγου, που εστιάζει στις σχέσεις και όχι στους ρόλους και στα καμώματα των επιμέρους παραγόντων της πολιτικής διαδικασίας. Άρα η κ. Κανέλλη είναι ένα αναγκαίο κακό για την αναφερόμενη πολιτική ταυτότητα του ΚΚΕ, και την ανέφερα ως το πλέον τυπικό παράδειγμα της προσαρμογής των αριστερών κομμάτων στην δομή των τηλεπολιτικών. Μια Κανέλλη θα ήθελαν να έχουν στα κανάλια όλα τα αριστερά κόμματα – και όπως παρατηρώ την αναζητούν σε γυναίκες και άνδρες. Μόνον που αυτό αποδομεί την αριστερά ως διακριτό λόγο ουσίας που αφορά σε κοινωνικές σχέσεις, ενώ τον μεταβάλει σε αγοραίο λαϊκισμό, που αναπαράγεται στη συνέχεια από τα Νέα ΜΜΕ του διαδικτύου. Έτσι η αριστερά στην προσπάθεια της «να πουλήσει» μετατρέπεται σε «ρετάλι» της λαϊκής-αγοράς, η οποία συνθέτει λαουτζίκο και όχι Λαό. Αυτό υπονομεύει σε καταστροφικό βαθμό την αριστερά και την οδηγεί στο τέλος στο κάτω ράφι του σουπερμάρκετ της πολιτικής, με συνέπεια να μην «πουλάει» σε ένα καλά εκπαιδευμένο και μορφωμένο κοινό, ενώ να χάνει ως τηλεοπτική εικόνα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τον περιπτωσιολόγο, λαϊκιστή του λειτουργισμού (κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί), καθώς και από κάθε ξετσίπωτο, σαχλαμάρα του ακροδεξιού λαϊκισμού ή από κάθε μυστήριο υβριστή των πολιτών και της πολιτικής που εμφανίζεται ως η «αυθεντική φωνή» του λαού που έχει σιχαθεί τους πολιτικούς και τον κοινοβουλευτικό τακτικισμό τους, την διαφθορά τους, κλπ, προτείνοντας την επανάσταση του έθνους μας, δηλαδή κάποιο φασιστικό καθεστώς – το οποίο θεωρεί μάλιστα και ως καινοτόμο, σύγχρονη ιδέα!
    – Ωστόσο, τα κόμματα της αριστεράς δεν μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν σε κρίσιμο, ανατρεπτικό για το καθεστώς βαθμό την δυσαρέσκεια έως απελπισία της ελληνικής κοινωνίας προς (κυρίως) τους κυβερνητικούς εταίρους ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και για μια σειρά άλλους καθόλου ασήμαντους λόγους:
    (1) Απέτυχαν ή καλύτερα απέφυγαν για ιδιοτελείς λόγους των ηγεσιών τους (ηγεμονισμός, καιροσκοπισμός) να συγκροτήσουν μια ενιαία σύγχρονη διακυβερνητική προσωπικότητα με την μορφή του Λαϊκού Μετώπου – για την συγκρότηση του οποίου τόσο πολύ επέμενα – που θα αποτελούσε νέα πολιτική πνοή για την ελληνική κοινωνία και την πλέον ταυτόχρονα ορθολογική και κονστρουκτιβιστική προσέγγιση για δημοκρατική αντιμετώπιση της κρίσης.
    (2) Ο ΣΥΡΙΖΑ καθυστέρησε σημαντικά στην διαμόρφωση μιας σαφούς πολιτικής στρατηγικής που δομεί την ελληνική κρίση ως κρίσιμο ευρωπαϊκό πρόβλημα με σοβαρές γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις, ενώ οι υπόλοιποι φορείς της αριστεράς είτε εκμηδενίστηκαν εντασσόμενοι στην ευρύτερη αφήγηση της νεοφιλελευθεριάζουσας και αποπολιτικοποιημένης σε μεγάλο βαθμό σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, είτε προσδέθηκαν ακόμη πιο έντονα σε διάφορες μορφές μαρξισμού-λενινισμού, δίχως την πολιτική ικανότητα και την θεωρία που θα τους επέτρεπε να τον προσαρμόσουν στα σημερινά αντικειμενικά κοινωνικά και παραγωγικά δεδομένα της Ελλάδας, της Ευρώπης και του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος.
    (3) Δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν σε μεγάλο βαθμό, όπως ήταν αναγκαίο, από την σεχταριστική λογική και κουλτούρα.
    (4) Πλην του ΣΥΡΙΖΑ κανείς άλλος δεν έδειξε να διαθέτει ευελιξία στην προσαρμογή του διοικητικού φαινομένου στην Ελλάδα στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε η κρίση κι έτσι όλοι οι άλλοι φορείς της αριστεράς μοιάζει σήμερα να επιχειρούν να δείξουν στην ελληνική κοινωνία την αποστροφή τους σε μια σειρά αστικών θεσμών, που ταυτίζονται παραμορφωτικά με τον καπιταλισμό, προβάλλοντας αυτή την στάση ως αντισυστημική. Αυτό περιθωριοποιεί μάλλον τους φορείς αυτούς στην ελληνική κοινωνία, παρά ριζοσπαστικοποιεί το κίνημα των εργαζομένων, ενώ διασπά την αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε, συνοχή του.
    (5) Ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς στην Ελλάδα αντιμετώπισε με αντιδραστικό τρόπο και με παιδαριώδη σταλινική ή μαοϊκή επιχειρηματολογία την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη. Δυστυχώς στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε αντίθεση για παράδειγμα με την Γερμανία, η αριστερά δεν φάνηκε να διαθέτει ισχυρά αντανακλαστικά για να κατανοήσει τις νέες ευκαιρίες για τα λαϊκά κινήματα που διαμορφώνονταν μετά την λεγόμενη «επανένωση» της Ευρώπης. Έτσι επανενώθηκαν, ενώ αναδημιουργήθηκαν αστικές τάξεις, στην Ευρώπη μετά το 1990, ενώ απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον οι επιμέρους λαοί, εντασσόμενοι ως ιδιαίτερες κοινωνίες σε μια άκρως διαβρωτική για το κοινωνικό φαινόμενο και τα συμφέροντα των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων, ενιαία ολοκληρωτική αγορά.
    (6) Εκτός όλων αυτών θα μπορούσε να αναφέρει κανείς μία ακόμη ντουζίνα σοβαρώνdiscursive και non-discursive λόγων, που ερμηνεύουν με αντικειμενικά στοιχεία την αδυναμία της αριστεράς να ανταποκριθεί με ταχύτητα στην σύγχρονη κρίση που προκαλεί ο συνδυασμός της διάστασης του γερμανικού νεο-ηγεμονισμού στην ήπειρό μας, μέσω της επιβολής ενός καθεστώτος αντιπληθωρισμού και λιτότητας και της διάστασης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού υπό την κυριαρχία ενός κεντρικά διευθυνόμενου και απολύτως αντιδημοκρατικά συγκροτημένου παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος (: οικονομικής διακυβέρνησης).
    Δεν θα ήταν, ωστόσο, σκόπιμο στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος, να συνεχίσω, παρουσιάζοντας και αναλύοντας αυτούς τους λόγους, τα αίτια δηλαδή και τον μηχανισμό που αντικειμενικά περιορίζουν την πολιτική και κοινωνική δυναμική της αριστεράς σήμερα εντός αυτής της πρώτης μεγάλης μεταδιπολικής κρίσης στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να πλήττεται πολλαπλά περισσότερο από κάθε άλλον.
    Εδώ αρκεί να επισημάνω πως η αριστερά «δεν πουλάει» διότι πλέον αν δοκιμάσει να «την πουλήσει» κανείς στο πλαίσιο αυτής της σοβαρά διαταραγμένης και σε δραματική αμφισβήτηση πολιτικής αγοράς, ουσιαστικά θα απολέσει τον έλεγχο στο πολιτικό μάρκετινγκ και άρα τον πολιτικό έλεγχο των οικονομικών σχέσεων και πως η ίδια η αριστερά βρίσκεται σε ένα δίλημμα: Εάν δοκιμάσει να προσαρμοστεί απολύτως στις τηλεπολιτικές, θα αποκτήσει ίσως μία σχετικά μεγαλύτερη διείσδυση στην ελληνική κοινωνία, αλλά θα εκχυδαϊστεί ταυτόχρονα σε τέτοιο βαθμό που θα είναι αδύνατον να κυβερνήσει στο αμέσως επόμενο διάστημα με αποτελεσματικότητα και κύρος. Ενώ αν παραμείνει πακτωμένη στον «ξύλινο λόγο» εκπροσώπων της και στην άρνησή της να παίξει το παιχνίδι των οπτικοακουστικών μέσων, θα σκιαγραφηθεί ως περιθώριο. Και καμία κοινωνία δεν υποστηρίζει «το πολιτικό περιθώριο» ως κυβερνητική τουλάχιστον έκφραση.

    Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη οδός. Η αριστερά, αποφεύγοντας τον λαϊκισμό, τις γενικεύσεις, τον μηδενισμό και αφορισμούς οποιουδήποτε τύπου, να εστιάσει στην θεωρητικοποίηση του βιώματος του έλληνα. Ήρεμα, καλοδομημένα και χωρίς διάθεση υπεραπλουστεύσεων. Οι φορείς της αριστεράς θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα διείσδυσης στην σημερινή κοινωνία της κρίσης, εάν αντί να επιδίδονται σε στρατηγικές διέγερσης του τραυματικού συναισθήματος των ελλήνων, κάνουν αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να πράξει. Να ερμηνεύσουν στρουκτουραλιστικά, όχι το κοινωνικό αίσθημα αδικίας, αλλά τις πραγματικές συνθήκες αποκλεισμού που το προκαλούν. Μία τέτοια ερμηνεία διαμορφώνει ταυτόχρονα και το θεωρητικό / δημοκρατικά, πλουραλιστικά σοσιαλιστικό πεδίο αντιμετώπισής τους. Δείχνει τον αριστερό τρόπο της λύσης στο ελληνικό πρόβλημα, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντανάκλαση της πρώτης μεγάλης μετανεωτερικής και μεταβιομηχανικής κρίσης στην Ευρώπη. Έτσι η αριστερά θα μπορούσε να μεταβληθεί πράγματι σε αυθεντικό φορέα της λύσης.

  3. Η εμπειρία της αριστερής διακυβέρνησης στα χρόνια της Κατοχής
    By Μαρία Σαμπατακάκη

    με τη ΜΑΡΙΑ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

    Συνέντευξη: με τον ιστορικό Γιάννη Σκαλιδάκη

    Με αφορμή τη βραβευμένη διατριβή του –στην οποία βασίζεται το πρόσφατο βιβλίο του «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ασίνη- θέσαμε μία σειρά ερωτήματα στον ιστορικό Γιάννη Σκαλιδάκη, ερευνητή στο Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) του Παντείου Πανεπιστήμιου.

    –Η συγκρότηση της ΠΕΕΑ, τον Μάρτη του ’44 επαναφέρει ξεχασμένες -από την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά, το 1936- πολιτικές λειτουργίες στο εσωτερικό της χώρας. Ποιες συνθήκες οδηγούν στον σχηματισμό της «κυβέρνησης του βουνού; Πού κυριαρχεί η ανάγκη και πού η σκοπιμότητα;

    =Ο σχηματισμός της ΠΕΕΑ και η ανάληψη της διοίκησης της «Ελεύθερης Ελλάδας» την άνοιξη του 1944 αποτελεί μια αναγκαιότητα. Η απελευθερωμένη αυτή επικράτεια, εντός της κατεχόμενης χώρας, αποτελεί περίπου το 1/3 της τελευταίας με περίπου 1.500.000 κατοίκους. Οι ανάγκες αυτών των τελευταίων για ανακούφιση από τις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, υγεία, παιδεία, ασφάλεια, εργασία, ξεπερνά τις δυνατότητες μιας στρατιωτικού τύπου διοίκησης, όπως ήταν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ.

    ΕΑΜ-ΠΕΕΑ1

    Τα κόμματα που συναποτελούσαν το ΕΑΜ ήταν σταθερά προσανατολισμένα στη γραμμή της εθνικής ενότητας και στη δημιουργία μιας ενιαίας κυβέρνησης που θα αντικαθιστούσε την εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου. Η συνεχής κωλυσιεργία της τελευταίας, οδήγησε στην απόφαση σχηματισμού της ΠΕΕΑ, λόγω και των παραπάνω λόγων, χωρίς αυτό να σημαίνει σε καμία στιγμή την εγκατάλειψη του στόχου της ενότητας. Αποτέλεσε όμως και ένα επιπλέον μέσο πολιτικής πίεσης προς την κατεύθυνση αυτή.

    –Τι το «άλλο» , το καινούργιο στον τρόπο διαχείρισης του συλλογικού βίου φέρνει η ΠΕΕΑ; Πού διαφοροποιείται σε σχέση με τη φιλοσοφία-πρακτική του προπολεμικού αστικού πολιτικού κόσμου;

    Η ΠΕΕΑ -μαζί με το Εθνικό Συμβούλιο- είναι η κορυφαία πολιτική πρωτοβουλία ενός πρωτοφανούς σε όγκο και δύναμη αντιστασιακού κινήματος. Φέρει δε το αποτύπωμά όλων των προηγούμενων μορφών και πρωτοβουλιών οργάνωσης, των θεσμών λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης, των μαζικών εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων, των αριστερών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων, της προοδευτικής διανόησης. Όλα τούτα παίρνουν μορφή στην «Ελεύθερη Ελλάδα», όπου ο πληθυσμός αλλάζει μόνος του τις συνθήκες ζωής του -χωρίς το προπολεμικό (και πλέον δωσίλογο) κράτος και τους μηχανισμούς του. Η ΠΕΕΑ, με τις Πράξεις και Αποφάσεις της, θεσμοποιεί αυτές τις -ενίοτε κοσμογονικές (όπως η λαϊκή δικαιοσύνη ή η συμμετοχή των γυναικών στα κοινά)- πρωτοβουλίες με την προοπτική να τις ενσωματώσει σε ένα δημοκρατικό μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο.

    ΕΑΜ-ΠΕΕΑ3-Αρης

    -Στον τομέα της οικονομίας η ΠΕΕΑ κινείται στον άξονα: αναδιανομή, πρόνοια, αυτάρκεια. Πως μπορεί αυτό να περιγραφεί με αναλυτικότερους όρους;

    -Η «Ελεύθερη Ελλάδα» είναι μια επικράτεια που δημιουργήθηκε ακριβώς λόγω της ανάγκης προστασίας της παραγωγής της από τη λεηλασία κατακτητών και δωσίλογου κράτους. Οι αγρότες πλαισίωσαν το αντάρτικο, έγιναν λαϊκός στρατός για να υπερασπιστούν το βιος τους. Προέκυψε δε μια κλειστή οικονομία, αποκλεισμένη από έξωθεν «εισαγωγές» όπως η διεθνής βοήθεια, αναγκασμένη να οργανώσει αυστηρά το πλεόνασμά της. Επιβλήθηκε αναλογική φορολογία -πολύ μικρότερη φυσικά από όσα ζητούσε το κεντρικό κράτος- και οργανώθηκε μέσω της κεντρικής διοίκησης της ΠΕΕΑ μια αναδιανομή πόρων για τους πιο αδύναμους αλλά και συνολικά για φτωχές περιοχές όπως η Ήπειρος. Η στρατιωτική επιμελητεία του ΕΛΑΣ επωμίστηκε καθήκοντα τέτοιας φύσης ενώ οι ανάγκες του αντάρτικου ήταν επίσης πιεστικές. Οι γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις είχαν ακριβώς τη λογική της καταστροφής της παραγωγικής βάσης που στήριζε την ένοπλη Αντίσταση. Τα θύματα τους δεν μπορούσαν πλέον να βοηθούν τους αντάρτες αλλά αντίθετα περίμεναν από αυτούς περίθαλψη. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι προσπάθειες της ΠΕΕΑ για την υπεράσπιση της εργασίας και της παραγωγής ήταν πολύμορφες, οι συνθήκες όμως έθεταν όρια στις δυνατότητες της.

    ΕΑΜ-ΠΕΕΑ2

    -Η ιδεολογία-ρητορική της ΠΕΕΑ «βάζει στο πολιτικό παιχνίδι» κοινωνικές ομάδες και αιτήματα που αποκλείονταν στο παρελθόν. Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, πως αξιολογείτε την απήχηση της σε ευρύτερα στρώματα;

    -Η ΠΕΕΑ έμεινε γνωστή ως «κυβέρνηση του βουνού». Αυτός ο περιγραφικός όρος, μάλλον βρετανικής προέλευσης, μπορεί να μη μας λέει πολλά αλλά υποδεικνύει με γενικούς όρους την εμβέλεια του εγχειρήματος. Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως υπήρξαν στην Κατοχή δύο Ελλάδες: η κατεχόμενη Ελλάδα της Αθήνας και των άλλων πόλεων όπου κυριαρχούν οι κατακτητές και τα κοινωνικά στρώματα της συνεργασίας μαζί τους και η Ελεύθερη Ελλάδα όπου κυριαρχεί η Αντίσταση. Σε αυτό το οιονεί κράτος η απήχηση του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ είναι πολύ μεγάλη, ακόμη και τα πλουσιότερα στρώματα των χωριών έχουν να κερδίσουν από την υπεράσπιση της παραγωγής τους, πόσο μάλλον όλοι οι υπόλοιποι. Η δε αποκοπή από το κεντρικό κράτος αναβαθμίζει το ρόλο των τοπικών ελίτ μέσω του μηχανισμού της ΠΕΕΑ. Μια ματιά στην κοινωνική σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου μας πείθει για αυτό.

    -Απ’ το βουνό …στου Μαξίμου! Πως στοιχεία της συλλογιστικής της ΠΕΕΑ μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερους χρωματισμούς στις μέρες μας ή να αποτελέσουν ιστορική παρακαταθήκη για την πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα;

    -Είναι κοινότοπο αλλά δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε παρά τονίζοντας τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο περιόδων και πως οι εύκολες συγκρίσεις και αναγωγές εντέλει δεν βοηθούν. Τούτων λεχθέντων, κάθε πολιτική προσπάθεια διαθέτει δυνατότητες και όρια που καθορίζουν εντέλει τις επιλογές της και διαμορφώνουν και αυτήν την ίδια. Διαχρονικά, το ζήτημα των σχέσεων εξάρτησης από το εξωτερικό αποτελεί τον γόρδιο δεσμό, μαζί με το πλέγμα δυνάμεων που στηρίζουν και στηρίζονται στην εξάρτηση αυτή. Οι προσδοκίες για έναν ριζικά καλύτερο κόσμο, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορούν εν μέρει να ερμηνεύσουν μια υπέρμετρη -όπως αποδείχτηκε- αισιοδοξία. Οι σημερινές συνθήκες πάλι, όχι.

    http://www.presspublica.gr/i-empeiria-aristeris-diakyvenrisis-sta-xronia-katoxhs/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: