‘Οταν γνώρισα τον υπαρξιστή Σίμο Τσαπνίδη

«Αν απελπιστείς, μην απελπίζεσαι»

Τον Σίμο Τσαπνίδη, τον “πρωτοπόρο των Ελλήνων υπαρξιστών”  τον γνώρισα πριν από 25 και περισσότερα χρόνια κάπου γύρω απ’ τη Νομική.  Τότε μου αφηγήθηκε και έμαθα για τους Έλληνες υπαρξιστές και τη δράση τους.

Στη συνέχεια τον έβλεπα –με ένα κόκκινο φουλάρι– εκτός από διάφορες πολιτικές εκδηλώσεις και σε εκδηλώσεις με καθαρά ποντιακό περιεχόμενο. O Σίμος γεννήθηκε το 1909 στη Σινώπη του Πόντου. Γι αυτό και ονόμασε “Διογένη (Σινωπέα)” το Σύλλογο Ελλήνων Υπαρξιστών. Στην οικογένεια του είχαν θύματα -μεταξύ αυτών και ο πατέρας του–  από  την εποχή των σκληρών διώξεων που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι εθνικιστές κατά των “μη αφομοιώσιμων” λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…  Μιλούσαμε πολύ για διάφορα θέματα. Τότε πρωτάκουσα για την περίφημη Παράγκα αλλά και διάφορα ανορθόδοξα που έκαναν και σόκαραν μάλλον τη συντηρητική μετεμφυλιακή Ελλάδα. Διάβαινα και ‘γω την μετα Σαρτρ εποχή μου, οπότε άκουγα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εμπειρία του Σίμου. 

Συνέχεια μου ζητούσε να περάσω απ’ το σπίτι του, κάπου μεταξύ Μοναστηρακίου και Ψυρρή. Ήθελε να μου δείξει το αρχείο του. Δυστυχώς δεν βρήκα το χρόνο να πάω τότε.

Τελικά το αρχείο το έδωσε –απ’ ότι έμαθα– στον Γιώργο Βιδάλη της Ελευθεροτυπίας, ο οποίος του έκανε και ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στην εφημερίδα.

Το αφιέρωμα που κάνω εγώ στο Σίμο, δε γίνεται μόνο για τη Μνήμη ενός απλού αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέροντος ανθρώπου που γνώρισα, αλλά και γιατί ακόμα με σιγοτρώνε οι ενοχές που δεν βρήκα τότε το χρόνο να ανταποκριθώ στα  καλέσματά του.  

Παρακάτω αναρτιούνται δύο κείμενα, ένα από το Mediasoup και το άλλο του Γ. Βιδάλη:

——————————————

«πράξε όπως θα ήθελες όλη η ανθρωπότητα να πράττει»
J.P Sartre 
1)  Σίμος, ο αρχηγός των Ελλήνων υπαρξιστών
Πέρασαν περίπου 13 χρόνια από τότε που συνάντησα τον θρυλικό Σίμο, και όμως η μορφή του δεν φεύγει από το μυαλό μου. Τον έβλεπα για αρκετές μέρες, σε μια ταράτσα που ζούσε στην οδό Ρήγα Παλαμήδου, στου Ψυρρή. Δεν υπήρχε ασανσέρ και έκανα στάσεις για να πάρω ανάσες ανεβαίνοντας όλα εκείνα τα σκαλοπάτια. Τελικά, έφτανα σε μια σιδερένια πόρτα πάντα κλειστή.  Ο Σίμος είχε γράψει πάνω της με κιμωλία ΧΤΥΠΗΣΤΕ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ. Κουδούνι ήταν ένα ξύλινο καλαπόδι, κρεμασμένο από την πόρτα που το βάραγα με δύναμη ν ακούσει ο Σίμος και να έρθει να μου ανοίξει. Έτσι, βρισκόμουν στην ταράτσα, στον δικό του χώρο, και εκεί ο Σίμος μου διηγιόταν τη ζωή του. Αυτός ήταν ίσως και ο μεγαλύτερος επηρεασμός στη ζωή μου.
Ο αρχηγός των ελλήνων υπαρξιστών,  γέρος και ξεχασμένος από όλους, στο λυκόφως του βίου του, είχε βρει έναν επιτέλους ακροατή, εμένα.  Μου μίλησε για όλα,  για την Ιπτάμενη Παράγκα της νιότης του, τους συντρόφους που χάθηκαν, για τα είκοσι χρόνια της περιπλάνησης μετά, το μεγάλο ταξίδι, με δουλειές του ποδαριού και κλίνη το χώμα ή τα παγκάκια. Κατέγραφα με ένα παράξενο πάθος, τα λόγια του, σε χαρτιά, σε μαγνητόφωνο. Έτσι διέσωσα την εικόνα του, τις αναμνήσεις του, τον ήχο της φωνής του. Αυτά όλα, είναι ίσως άχρηστα για μερικούς αλλά για μένα πολύτιμα μνημεία.
.
Η ΙΠΤΑΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΚΑ

Ο Σίμος, δημιουργεί την εποχή των υπαρξιστών, την εποχή της «ιπτάμενης παράγκας», το πρώτο γνωστό παράδειγμα ανεξάρτητου νεανικού κινήματος στην μεταπολεμική Ελλάδα. Το κίνημα αρχίζει από μικρή παρέα του 1950, αλλά απογειώνεται ξαφνικά το καλοκαίρι του 1953 που αναμφίβολα είναι και το ελληνικό καλοκαίρι της αγάπης.

Σίμος, ο αρχηγός των Ελλήνων υπαρξιστών

Οι έλληνες υπαρξιστές εμφανίζουν ένα τρόπο ζωής που αποτελεί εν πολλοίς πρόδρομο των χίπις. Κέντρο δράσης τους, μια ξύλινη παράγκα, 20 μέτρα μήκος και 5 μέτρα φάρδος με πατάρι 5Χ5, στην οδό Σαρρή 29 στου Ψυρρή.Η παράγκα ήταν η κατοικία και ταυτόχρονα το εργαστήριο του Σίμου Τσαπνίδη, όπου το καλοκαίρι κατασκευάζονταν αντίσκηνα και ομπρέλες θαλάσσης και το χειμώνα επιδιορθώνονταν καθίσματα και καλύμματα αυτοκινήτων.

Ήταν ανώγεια, ανέβαινες δύσκολα από την κακιά σκάλα, μια στενή ξύλινη σκάλα, σχεδόν κατακόρυφη. Από καταπακτή έμπαινες στο εσωτερικό, και βρισκόσουν σ’ ένα εξαίσιο σουρεαλιστικό μπέρδεμα:Ραπτομηχανές, έργα γλυπτικής, καθίσματα αυτοκινήτων, σπασμένες καρέκλες και μοτέρ ανακατεμένα με τα κίτρινα και κόκκινα πουλόβερ του Σίμου.  Στην οροφή κρεμασμένα σκεπάρνια, σαμπρέλες, καθίσματα, καραβάκια και ό,τι άλλο μπορούσε να βάλει ο «υπαρξιστικός νους». Στους τοίχους στερεωμένες με πινέζες φωτογραφίες, ποιήματα, ζωγραφιές και συνθήματα γραμμένα με κιμωλία. Ένα από αυτά έλεγε  «Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!» ένα άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!».

Μέχρι το τέλος του 1952, οι υπαρξιστές του Ψυρρή είναι μια μικρή παρέα, αλλά στις 24 Ιανουαρίου 1953, κάνουν ένα σουρεαλιστικό πάρτι, που τους κάνει διάσημους. Το πάρτι γίνεται πρωτοσέλιδο θέμα  οι εφημερίδες δημοσιεύουν ρεπορτάζ για τους περίεργους τύπους που χορεύουν μπούγκι και τρώνε γιαούρτι και ρέγκες. Ο δημοσιογράφος Κώστας Αβραμόπουλος γράφει στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ και χαρακτηρίζει την παράγκα «ιπτάμενη», οι υπαρξιστές ενθουσιάζονται και υιοθετούν αμέσως τον χαρακτηρισμό.

  Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΥΠΑΡΞΙΣΤΩΝ

Αδιαμφισβήτητος αρχηγός των υπαρξιστών είναι ο αγράμματος τσαγκάρης, Σίμος Τσαπνίδης. Υπαρχηγοί και θεωρητικοί της κίνησης αναδεικνύονται  δύο. Ο Μιχάλης Χαλκιαδάκης, με το ψευδώνυμο Χάλκης και ο φοιτητής Κυριάκος Χατζηγεωργίου με το ψευδώνυμο Τζότζος ή Τζο. Αυτοί οι τρεις, αποτελούν την ηγετική ομάδα των υπαρξιστών που  γρήγορα επηρεάζουν χιλιάδες σε όλη την Ελλάδα.Δεν υπήρχε κοινή υπαρξιστική αμφίεση. Το ντύσιμο, τα μαλλιά και τα μούσια, ακολουθούσαν τη φαντασία και τον αυτοσχεδιασμό του καθένα ξεχωριστά. Έβλεπες αγόρια με καλοχτενισμένα μαλλιά και άλλα αχτένιστα. Μερικοί είχαν μούσι. Ένας από τους υπαρξιστές, ο Αιμίλιος, κυκλοφορούσε μ’ ένα τεράστιο Ναπολεόντειο καπέλο, που μερικές φορές πάνω του έβαζε ένα κουταβάκι. Έχουμε φωτογραφίες του Πιτ Κουτρουμπούση με ημίψηλο και του Σίμου με κοστούμι φτιαγμένο από δεκάδες διαφορετικά κομμάτια ύφασμα. Άλλες κοπέλες φορούσαν τις συνηθισμένες φούστες της εποχής και άλλες στενά κολλητά παντελόνια και μπερέδες. Η διάθεση όμως ήταν κοινή και συνοψιζόταν στο τρίπτυχο ΚΕΦΙ-ΧΑΡΑ-ΖΩΗ.

Συχνά πήγαιναν εκδρομές –μπροστά το τζιπ του Σίμου με την επιγραφή ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ, μετέφερε μέχρι και δέκα υπαρξιστές και ακολουθούσαν φορτηγά που μετέφεραν τους υπόλοιπους. Απαράβατος όρος για να συμμετάσχει κάποιος στην εκδρομή ήταν να συνοδεύεται από ντάμα- κατά τους υπαρξιστές ντάμα θεωρούνταν και μία…γιαγιά! Έχουν σωθεί μερικά από τα εκδρομικά προγράμματα που φιλοτεχνούσαν και τύπωναν στον πολύγραφο οι δύο νεαροί φίλοι Πιτ Κουτρουμπούσης και Αντώνης Ευθυμιάδης. Στις εκδρομές διοργάνωναν παλαιστικούς και ποδοσφαιρικούς αγώνες, ξιφομαχία, ομιλίες και διαγωνισμούς χορού. Διαγωνίζονταν στην αντοχή, χόρευαν μέχρι εξαντλήσεως, το ζευγάρι που έμενε τελευταίο κέρδιζε μια ρέγκα! Η ρέγκα ήταν το αγαπημένο τους φαγητό και συχνά η τιμητική απονομή για πράξη εξαίρετη. Συμβόλιζε την λαϊκή καταγωγή του κινήματος ενώ άλλες φορές γινόταν το χιουμοριστικό όπλο αντιμετώπισης του καθωσπρεπισμού και κάθε τι που φάνταζε υπερβολικό και πομπώδες.

Από τις αρχές του 1953, οι έλληνες υπαρξιστές αποφασίζουν να οργανωθούν σε σύλλογο και καταθέτουν καταστατικό στο Πρωτοδικείο. Ο σύλλογος εγκρίνεται τον Αύγουστο του 1953, ως ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΥΠΑΡΞΙΣΤΩΝ «Ο ΔΙΟΓΕΝΗΣ». Αργότερα, όταν το κίνημα φούντωσε, έγιναν προσφυγές από διάφορους φορείς που ενοχλήθηκαν και η λέξη ΕΘΝΙΚΟΣ κόπηκε. Η αστυνομία ανάγκασε τον Σίμο να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι «δεν θα κάνει περαιτέρω χρήσιν δια τον Σύλλογον του τίτλου ΕΘΝΙΚΟΣ».

Μαθητές των τελευταίων τάξεων του Γυμνασίου έρχονται καθημερινά στα γραφεία του συλλόγου, δηλαδή στην παράγκα. Οι γονείς που ανησυχούν με τα πρωτοφανή αυτά φαινόμενα νεανικής ελευθερίας, σχηματίζουν «αγανακτισμένες ομάδες»  και κάποτε φθάνουν στο σημείο να πετροβολήσουν την ιπτάμενη παράγκα. Όμως, μια πρωτόγνωρη διάθεση για ζωή έχει κατακτήσει τους νέους σε σημείο που δεν διστάζουν να δείχνουν πια ανοιχτά, στο σπίτι, στο δρόμο και στο σχολείο, την υπαρξιστική τους πίστη. Ζητούσαν τώρα την ελευθερία που για χρόνια τους είχαν στερήσει. Από την καθημερινή εφημερίδα ΙΠΤΑΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΚΑ που οι υπαρξιστές έβγαζαν σε ένα αντίτυπο και τοιχοκολλούσαν στον σύλλογο, μαθαίνουμε αρκετά περιστατικά «νεανικής απείθειας».
«..στο δεύτερο γυμνάσιο Θηλέων, μια μαθήτρια σηκώθηκε να πει μάθημα φορώντας μια χάρτινη γραβάτα που είχε ζωγραφισμένη την παράγκα…»

 

Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΟΝΙΩΝ 

Είναι σίγουρο ότι η αστυνομία θα εύρισκε τρόπο να κλείσει την παράγκα, αμέσως ύστερα από τις πρώτες αντιδράσεις της συντηρητικής κοινωνίας, όμως οι υπαρξιστές κερδίζουν μερικούς μήνες ζωής ύστερα από μια εντυπωσιακή πράξη φιλανθρωπίας. Στον μεγάλο σεισμό των Ιονίων, ήταν οι μόνοι που κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν ένα μεγάλο για την εποχή ποσό(4.300.000 δρχ.) και να το διαθέσουν για την ανακούφιση των σεισμοπλήκτων. Τα γεγονότα έχουν ως εξής…
Τον Αύγουστο του 1953, ισχυρότατος σεισμός έπληξε τα νησιά του Ιονίου. Η Ζάκυνθος σχεδόν ισοπεδώθηκε. Η Ιθάκη και η Κεφαλλονιά, θρηνούσαν εκατοντάδες νεκρούς. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που έπληξαν την μεταπολεμική Ελλάδα. Οι υπαρξιστές αποφασίζουν να διοργανώσουν ένα πάρτι, είχαν σκοπό να μαζέψουν όσο περισσότερο κόσμο μπορούσαν και να κάνουν έρανο για να βοηθήσουν άμεσα τους πληγέντες. Για τον σκοπό αυτό, φυσικά δεν αρκούσε η παράγκα. Συμφωνούν με τον ιδιοκτήτη του κέντρου ΚΟΜΠΑΡΣΙΤΑ, ένα μαγαζί με τεράστιο κήπο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Στέλνουν επιστολή στον Αλέκο Σακελλάριο, και του ζητούν συμπαράσταση. Όταν η είδηση ανακοινώνεται, ακολουθούν φοβερά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά που κατηγορούν τους «αλήτες που τολμούν να κάνουν πάρτι». Ο Σακελλάριος, γράφει ένα πύρινο άρθρο στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ και κατακεραυνώνει τους στενοκέφαλους. Γράφει πως τα λεφτά είναι απαραίτητα από όπου και αν προέρχονται και θα απαλύνουν την τρομερή δυστυχία. Μπαίνει στο πλευρό τους και το πάρτι γίνεται στις 2 Σεπτεμβρίου 1953.

Οι υπαρξιστές φτιάχνουν ομοίωμα της παράγκας που μπορεί να χωρέσει το συγκρότημά τους, τους PJC.
Το ομοίωμα επιγράφεται με δεκάδες συνθήματα, έχει χάρτινα φτερά, καμινάδα και μπαίνει πάνω σε πλατφόρμα για να  ρυμουλκηθεί από  το τζιπ του Σίμου. Το τζιπ φυσικά δεν μπορεί να σύρει αυτό το βάρος και ειδοποιούν φορτηγό που θα ρυμουλκήσει τελικά, τζιπ και ομοίωμα.

Στο πάρτι των υπαρξιστών οι PJC δίνουν ρεσιτάλ κεφιού ενώ τα παιδιά χορεύουν μπούγκι και κόνγκα. Εκείνη τη νύχτα, οι υπαρξιστές συναντούν αναγνωρισμένους καλλιτέχνες και δημιουργούν το πιο ενδιαφέρον καλλιτεχνικό γεγονός στην Αθήνα. Η Σοφία Βέμπο τραγουδά ενώ οι PJC παίζουν μπούγκι. Ο ηθοποιός Βασίλης Λογοθετίδης αυτοσχεδιάζει με ποτήρια στο κεφάλι και οι υπαρξιστές αγωνίζονται στην ξιφομαχία. Ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, η Ίλυα Λυβικού..είναι συγκινητικό να διαβάζει κανείς ονόματα ανθρώπων που χωρίς να έχουν καμία προηγούμενη επαφή με τα παιδιά της παράγκας, συναδελφώνονται μαζί τους για τον ιερό σκοπό. Στο πάρτι γίνεται έρανος και συγκεντρώνονται 4.200.000 δρχ. Άλλες 100.000 δρχ. δίνουν στην Αρχιεπισκοπή τα παιδιά από δικό τους εσωτερικό έρανο. Για λίγο καιρό οι υπαρξιστές γίνονται λαϊκοί ήρωες και δρουν ανενόχλητοι. Οι επόμενοι τρεις μήνες θα φέρουν και το αποκορύφωμα στο πιο τολμηρό νεανικό όνειρο που γνώρισε η Ελλάδα. Μετά από αυτό έρχεται το τέλος…

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΥΠΑΡΞΙΣΤΩΝ

Αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά του 1954, η Γενική Ασφάλεια ενεργοποιεί σχέδιο αντιμετώπισης του «υπαρξιστικού κινδύνου». Αστυνομικοί που υποδύονται τους υπαρξιστές μπαίνουν στην παράγκα. Σκοπό έχουν να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία, το οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνο για τα «χρηστά ήθη» της εποχής. Τα ενοχοποιητικά στοιχεία που βρίσκουν τελικά οι αστυνομικοί, είναι αστεία, αλλά για το κλίμα της εποχής φαίνεται πως είναι σοβαρά…
-αγόρια και κοπέλες καπνίζουν και κάθονται στο πάτωμα
-υπάρχουν ζωγραφικοί πίνακες με γυμνά και
-ποιήματα που εξυμνούν τον έρωτα…

Η αναφορά γίνεται στον Νομάρχη Αττικής και ο Νομάρχης ζητά το κλείσιμο της παράγκας. Στις 21 Ιανουαρίου 1954, η Γενική Ασφάλεια κάνει έφοδο και συλλαμβάνει όλους τους παρευρισκόμενους. Η κατηγορία είναι «συμμετοχή σε όργια». Τα παιδιά μεταφέρονται στο ΣΤ αστυνομικό τμήμα, όπου ανακρίνονται μέχρι το πρωί για να ομολογήσουν. Όταν τελικά δεν ομολογούν –αφού δεν έχουν τίποτα να ομολογήσουν- ειδοποιούνται οι γονείς και αφήνονται ελεύθερα με την απειλή ότι θα «τα μαυρίσουν αν τα ξαναπιάσουν». Η παράγκα κλείνει μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση. Η δίκη αρχίζει τον Ιούνιο του 1954 και είναι μια ιλαροτραγωδία…
Η κατηγορία «περί διδασκαλίας του ελευθέρου έρωτα» στηρίζεται σε ένα ποίημα του Χάλκη που η Ασφάλεια βρήκε στην παράγκα.

Λεύτερος είναι ο έρωτας και σκλάβα η αγάπη
Ο έρωτάς μου λεύτερα, σκεπάζει όλη την πλάση
Κι η πλάση, ξεσκεπάζεται στο αυτοξεπέρασμά μου
Και λεύτερη, η άναρχη, σμίγει τον έρωτά μου

Στο δικαστήριο καταλήγουν να δικάσουν ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της εποχής!
Τελικά το δικαστήριο «των εν Αθήναις Εφετών» (15 Ιουλίου 1955), αποφασίζει το οριστικό κλείσιμο της παράγκας, με το σκεπτικό ότι «η λειτουργία του συλλόγου απέβη παράνομος, ανήθικος και αντίθετος  προς την δημοσίαν τάξιν». Η απόφαση αυτή, ουσιαστικά αποδεικνύει ότι η κοινωνία της εποχής δεν μπορεί να δεχθεί κανένα φαινόμενο νεανικής ελευθερίας. Για την Ελλάδα, είναι ακόμη πολύ νωρίς. Τον Σεπτέμβριο του 1956, ο Σίμος θα φύγει από την Ελλάδα και ο ελληνικός υπαρξισμός, σβήνει οριστικά.

«Αν απελπιστείς, μην απελπίζεσαι»
Του Γιώργου Βιδάλη
Τσαγκάρης και επισκευαστής ομπρελών, μποέμ και περιηγητής, ο Σίμος Τσαπνίδης (1909-1999) υπήρξε ο αρχηγός της ομάδας της ελληνικής εκδοχής του υπαρξισμού με τις συζητήσεις και τα πάρτι στην περίφημη «Ιπτάμενη Παράγκα»-κατοικία του στη γειτονιά του Ψυρρή στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Να λοιπόν που… επιστρέφει με δικά του κείμενα αλλά και μ’ ένα βιβλίο σχετικό μ’ αυτόν για να φανεί εκείνη η δύσκολη εποχή μ’ ένα αλλιώτικο αλέγκρο βλέμμα.
Με τη φροντίδα του δημοσιογράφου Μανώλη Νταλούκα ανοίχτηκε το αρχείο του Σίμου του υπαρξιστή που παρέμενε κλειστό από το θάνατό του σε δύο θυρίδες της Εμπορικής Τράπεζας στην Ομόνοια. Εκεί βρέθηκαν:

**Το «Βιβλίο του Σίμου», ένα χειρόγραφο βιβλίο 1.372 σελίδων, όπου ο ίδιος εξιστορεί τη ζωή και τη δράση των υπαρξιστών της Ιπτάμενης Παράγκας. Από το πώς έγινε ο Σύλλογος Ελλήνων Υπαρξιστών έως το κλείσιμό του με την επέμβαση της Αστυνομίας (1953-1955). Εντυπώσεις περαστικών από το θρυλικό αυτό στέκι, όπως του Νίκου Καρούζου ή του Ζακ Πρεβέρ. Ενας ξέγνοιαστος τρόπος ζωής με πάρτι, χορούς, αναγνώσεις ποιημάτων, χιούμορ λυτρωτικό, εκδρομές αλλά και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Ενα μικρό κίνημα ανθρώπων που ήταν κατά κάποιο τρόπο οι πρόδρομοι των μπίτνικς και χίπις στην ήπια ελληνική μορφή τους.

Να τονίσουμε εδώ ότι ο Νταλούκας αφιερώνει ένα εκτενές κεφάλαιο στην «Εποχή της Παράγκας» (1953-1956) στο βιβλίο του «Ελληνικό Ροκ», που ξεκινάει από τη γενιά του χάους και φτάνει έως το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου (1945-1990). Ενα ενδιαφέρον βιβλίο για την ιστορία του ελληνικού ροκ που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο από τις εκδόσεις «Αγκυρα».

**Στις θυρίδες βρέθηκαν επίσης τα ημερολόγια του Σίμου που μετά το κλείσιμο της Παράγκας έφυγε το ’56 από την Ελλάδα και περιπλανήθηκε στην Ευρώπη έως το ’78. Μια περιηγητική ματιά με πολλές πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στο εξωτερικό, για τους ξένους περιθωριακούς, κ.ά.

**Αρνητικά φιλμ με περίπου 40.000 ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τράβηξε ο Σίμος στα ταξίδια του. Από τις πρώτες αντιδικτατορικές ομάδες των Ελλήνων του εξωτερικού έως τις πρώτες πορείες ειρήνης στο Ολντερμάστον και τον Γαλλικό Μάη του ’68.

**Φωτογραφίες με παρέες υπαρξιστών στην Παράγκα αλλά και έργα τέχνης που σκάρωναν εκεί. Ητοι, ζωγραφιές και σκίτσα των Πιτ Κουτρουμπούση, Πέτρου Πανταζή, Αντώνη Ρηγάτου, κ.ά.

Η δίκη της «Παράγκας»

«Η κατάστασις είναι κρίσιμος αλλά όχι απελπιστική», «Αν απελπιστείς, μην απελπίζεσαι», «Χαιρετούμε τη λόξα του γέλιου». Τέτοια συνθήματα και ατάκες έβλεπες στους ξύλινους τοίχους της «Παράγκας» μαζί με διάφορα περίεργα αντικείμενα κρεμασμένα από το ταβάνι. Νέοι και νέες από λαϊκές τάξεις κυρίως, ξέδιναν κουβεντιάζοντας, χορεύοντας μπούκι-μπούκι, διαβάζοντας ποιήματα. «Σ’ αυτό το πλεούμενο σκάφος φιλοσοφούμε και κάνουμε όλων των ειδών τις συζητήσεις για τον σουρεαλισμό, υπαρξισμό, φουτουρισμό και την τέχνη» σημείωνε στο βιβλίο του ο Σίμος.

Για τους σεισμόπληκτους

Τον Αύγουστο του 1953 η Ζάκυνθος και η Κεφαλονιά θα πληγούν από ισχυρό σεισμό και θα υποστούν μεγάλες καταστροφές. Οι υπαρξιστές για να βοηθήσουν αποφασίζουν να διοργανώσουν ένα φιλανθρωπικό χορό σ’ ένα κέντρο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Υφίστανται έντονες και κοροϊδευτικές αντιδράσεις από εφημερίδες και περιοδικά (θα τους συμπαρασταθεί αρθρογραφώντας ο Αλέκος Σακελλάριος). Το πάρτι με το συγκρότημα «PJC» των υπαρξιστών θα γίνει με μεγάλη επιτυχία και με τη συμμετοχή γνωστών καλλιτεχνών όπως η Σοφία Βέμπο, ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Σακελλάριος, ο Οικονομίδης, κ.ά. Από τον έρανο θα συγκεντρωθούν 4.200.000 δρχ.Τα παραπάνω αναφέρονται στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Μανώλη Νταλούκα «Ελληνικό Ροκ» που είναι υπό έκδοση. Οπως και το τέλος των υπαρξιστών που θα κριθεί στα δικαστήρια τον Ιούνιο του ’54 μετά από επέμβαση της Αστυνομίας για να προστατέψει τα… χρηστά ήθη της εποχής. Τα ενοχοποιητικά στοιχεία που καταθέτει αστυνομικός είναι ότι πήγαιναν εκδρομές πάντοτε ζευγάρια (!), κάπνιζαν κι υπήρχαν σκίτσα με γυμνές απεικονίσεις στην «Παράγκα». Το δικαστήριο θα στηριχτεί κυρίως σ’ ένα ερωτικό ποίημα του υπαρξιστή Μιχάλη Χαλκιαδάκη που έλεγε:

«Λεύτερος είναι ο έρωτας / και σκλάβα η αγάπη / ο έρωτάς μου λεύτερα / σκεπάζει όλη την πλάση / Η πλάση ξεσκεπάζεται / στ’ αυτοξεπέρασμά μου / και λεύτερη η άναρχη / σμίγει τον έρωτά μου».

Για να βγάλει την απόφαση ότι το ποίημα «κεντρίζει την αυτόθι συχνάζουσα και δη ανήλικον νεολαία προς τη φιληδονίαν και τη σωματικήν και ηθικήν διαφθοράν». Τελικά το δικαστήριο των Εφετών τον Ιούλιο του ’55 θ’ αποφασίσει το οριστικό κλείσιμο της «Παράγκας» με το σκεπτικό ότι «η λειτουργία του συλλόγου απέβη παράνομος, ανήθικος και αντίθετος προς την δημοσίαν τάξιν». Τον Σεπτέμβριο του ’56 ο Σίμος θα φύγει από τη χώρα για να περιπλανηθεί στην Ευρώπη και ο ιδιόμορφος αυτός ελληνικός υπαρξισμός θα σβήσει οριστικά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 27/02/2006


4 comments so far

  1. BI. on

  2. Η ΠΑΡΑΜΑΝΑ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΠΑΝΚ, ΗΤΑΝ ΔΑΝΕΙΚΗ ΑΠΟ ΕΛΛΑΔΑ.

    Η παραμάνα, ένα από τα σύμβολα του πανκ, ήταν τελικά μια ιδέα που οι Άγγλοι δανείστηκαν από την Ελλάδα. Οι έλληνες υπαρξιστές της Ιπτάμενης Παράγκας, φορούσαν ήδη από το 1953, την παραμάνα στα ρούχα τους.

    Ο Σίμος Τσαπνίδης, ο αρχηγός του ελληνικού υπαρξιστικού κινήματος, ήταν αυτός που μετέφερε στο εξωτερικό, την ιδέα.

    Το 1956, όταν η Ιπτάμενη Παράγκα έκλεισε, ο Σίμος αναχωρεί για τον Γύρο της Ευρώπης, όπου και επί 20 χρόνια, διέδωσε την παραμάνα ως σύμβολο ελευθερίας, μποεμίας , και αντισυμβατικής συμπεριφοράς.
    Στην φωτογραφία, βλέπουμε την αναχώρηση του Σίμου (Σεπτέμβριος του 1956). Αν μεγεθύνουμε στο πουκάμισο, βλέπουμε καθαρά, την υπαρξιστική παραμάνα.
    Στις σημειώσεις του, ο Σίμος εξηγεί για ποιο λόγο, η παραμάνα γίνεται σύμβολο των ελλήνων υπαρξιστών: Δείχνει τη λαϊκή καταγωγή του κινήματος, και επι πλέον, είναι η τιμητική αναφορά στην υπέροχη και ανέμελη φτώχεια, Πολλοί υπαρξιστές, συγκρατούσαν τα παντελόνια τους με παραμάνες, αφού δεν είχαν λεφτά, να αγοράσουν ζώνες.
    Σε ένα σκίτσο που κάνει ο Αντώνης Ρηγάτος, ένας από τους ζωγράφους των ελλήνων υπαρξιστών (ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥ, 1953), φαίνεται και η παραμάνα να συγκρατεί το «Ιπτάμενο Όνειρο», δηλαδή την Παράγκα του Σίμου. Ο βραχνάς της συμβατικής ζωής, είναι μίζερος και πνίγει τον νεαρό υπάρξιστή, ο οποίος ονειρεύεται μια ελεύθερη ζωή, που συμβολίζεται με την παραμάνα και την παράγκα.

    Πως ο Σίμος, διαδίδει την παραμάνα, στο εξωτερικό.

    Σε μία φωτογραφία του 1966, βλέπουμε τον Σίμο στο Παρίσι (με την γκαμπαρντίνα) να έχει μόλις παρασημοφορήσει τον φιλόσοφο και σύγχρονο Διογένη, Aguigui Mouna (με το σκουφί). Το παράσημο, είναι η τεράστια παραμάνα, που ο Σίμος, έχει κρεμάσει, στον λαιμό του Mouna. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη μπροστά στο ελληνικό ζαχαροπλαστείο του Λάμπρου.
    Δύο κορίτσια που φορούν κονκάρδες με το σήμα της Ειρήνης (από τις ακόλουθες του Mouna) κοιτάζουν με έκπληξη το νέο σύμβολο, δηλαδή την παραμάνα.

    Ιδιόχειρο σημείωμα από ημερολόγιο του Σίμου: «Κι εγώ τον παρασημοφορώ, με μια μεγάλη παραμάνα, ένδειξη φιλίας».
    Όπως φαίνεται και από τα ημερολόγια του Σίμου, γρήγορα, πολλοί Γάλλοι αναρχοαυτόνομοι νεανίες, υιοθέτησαν την παραμάνα, εφόσον παρασημοφορήθηκε με αυτή, και τη φορούσε ο αρχηγός τους, ο Mouna.

    Ο ποιητής Allen Ginsberg, και ο Σίμος Τσαπνίδης, 1966.

    Ο Σίμος από το 1956 μέχρι και το 1975, που επέστρεψε στην Ελλάδα, σε όποιο κράτος της Ευρώπης ταξίδευε, παρασημοφορούσε και κάποιον που θεωρούσε ότι ήταν άξιος για την υπαρξιστική παραμάνα. Πολλές απονομές, έγιναν στην Αγγλία. Εκεί μάλλον παρασημοφόρησε και τον Allen Ginsberg, αλλά και άλλους του κύκλου Better Books, του περίφημου δηλαδή κύκλου των ποιητών-καλλιτεχνών του θρυλικού Βιβλιοπωλείου.

    Είναι λογικό, να υποθέσουμε, ότι η παραμάνα, λόγω αυτών των παρασημοφορήσεων, έγινε πολύ αγαπητή στους νεαρούς που συνδέονταν με το underground, και γενικά με την μποεμία.

    Όπως είναι λογικό, να συμπεράνουμε, ότι οι πρώτοι πανκ, ουσιαστικά υιοθέτησαν την παραμάνα του Σίμου.

    http://freedomgreece.blogspot.gr/2013/07/blog-post_8.html#more

  3. ΟΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ – Η πρώτη εκδήλωση του Υπαρξισμού στην Ελλάδα.

    Στο δωμάτιο της Νάτας, ένα από τα κέντρα δράσης των Ανεύθυνων.
    Από αριστερά : Ρωμαίος Ζουλούμης, Τάκις Βασιλάκης (;), Ευθαλία Αργυροπούλου, Μίνως Αργυράκης. Μπροστά οι δύο κοπέλες που κάθονται στο πάτωμα: Νέλλη
    Ανδρικοπούλου και Νάτα Μελά. Η κοπέλα που έχει κρύψει το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια, είναι η γλύπτρια Αλεξάνδρα Νικολετοπούλου. (Φωτό αγνώστου, 1945, ΑΡΧΕΙΟ Μ.Νταλούκα).

    Οι πρώτοι έλληνες που συνδέονται με τις εκφράσεις και την κουλτούρα του Υπαρξισμού, είναι μια παρέα νέων καλλιτεχνών και διανοουμένων, που δραστηροποιούνται κυρίως μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιστορικά, τοποθετούνται , μετά τους Υπερλεξιστές που έδρασαν στην Κατοχή, και πριν τους Υπαρξιστές της Ιπτάμενης Παράγκας (του Σίμου Τσαπνίδη), που εμφανίστηκαν στις αρχές του 1950.
    Οι Ανεύθυνοι είναι το πρώτο ροκ φαινόμενο που περιορίζεται όμως στην Αθήνα. Είναι κυρίως πλουσιόπαιδα του Κολωνακίου που προσπαθούν να αρνηθούν την καταγωγή τους. Έχουν εξαιρετική μόρφωση και τα γνωστότερα δείγματα της κουλτούρας τους είναι
    -η προκήρυξη των «Αισθητικών Σαμποτέρ»
    -τα ποιήματα και τα γραπτά του Γιώργου Μακρή
    και
    -το ποίημα ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ της Λένας Τσούχλου.
    Σε πραγματικό χρόνο, δεν είχαν το όνομα «Ανεύθυνοι», αυτό το όνομα, το έδωσε, το 1959, η Φώφη Τρέζου, μέλος της παρέας, γράφοντας γι αυτούς το θεατρικό έργο «Οι Ανεύθυνοι».

    Η Φώφη Τρέζου, από τις πλέον δραστήριες των Ανεύθυνων. Οδηγάει τζιπ στα 1946.

    Οι Ανεύθυνοι, συχνάζουν στο πατάρι του Λουμίδη, και στο Βυζάντιο, στο Κολωνάκι. Σε αυτές τις συναναστροφές, εντοπίζεται η πρώτη μεταπολεμική ροκ διάθεση στην Ελλάδα: Η Ναταλία Μελά (Νάτα) εγγονή του Παύλου Μελά, έχει αφήσει την ΕΠΟΝ και γίνεται «έξαλλη» μετά την δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου. Η «κολλητή» της φίλη Λένα Τσούχλου διάγει εξίσου έξαλλο βίο και διατηρεί συναισθηματικό δεσμό με τον Νίκο Κούνδουρο. Ο διάσημος αργότερα γλύπτης Τάκις Βασιλάκης. Ο Γιώργος Μακρής, γράφει συνεχώς χωρίς να δημοσιεύει, τα ποιήματά του θα βγουν πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, από τον ξάδελφό του Άγγελο Καράκαλο. Η Φώφη Τρέζου, ένα τρελοκόριτσο που δούλευε στην ανοικοδόμηση (είχε μόλις τελειώσει Γεωπόνος) και ήθελε να φύγει στην Αφρική. Ο Γιώργος Λιάλιος, εξάδελφος του Ρόδη Ρούφου αλλά και τα παράξενα αδέλφια Βλαδίμηρος και Λίλη Μακ, που ισχυρίζονταν ότι ήταν γαλαζοαίματοι. Η Μαντώ Αραβαντινού, ο Μίνως Αργυράκης και άλλα πνευματικά τέκνα της εποχής που παρακολουθούσαν τους Μάνο Χατζιδάκι και Γιάννη Τσαρούχη.

    Το ποιοί είναι και σε τι πιστεύουν, ορίζεται με εξαιρετικά καλλιτεχνικό τρόπο, από την Λένα Τσούχλου, από τις σημαντικότερες μορφές των Ανεύθυνων, η οποία έγραψε ένα ποίημα για αυτή την παρέα της, το 1946…

    Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
    με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
    Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές
    και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
    Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
    κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
    Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
    Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
    και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
    Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι
    κι οι μεγάλοι αρνητές.
    Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο
    και δεν είμαστε τίποτα από αυτόν τον κόσμο.
    Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
    Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
    Είμαστε οι Προάγγελοι του Χάους!
    (ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ. Λένα Τσούχλου, 1946)

    Η Ιωάννα Χατζηνικολή (αριστερά) και η Λένα Τσούχλου. Στα 1946 οι δύο Ανεύθυνες, τολμούν να καπνίζουν, να φορούν καυτό σορτς και να παίζουν τάβλι σε αντροκρατούμενο καφενείο.

    Η Λένα Τσούχλου

    Στα 1946, η Λένα Τσούχλου (εικόνα ) γράφει το ποίημα ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ και εκφράζει όλα τα παιδιά που ψάχνουν μέσα στο φοβερό τοπίο του εμφύλιου, ένα μικρό κάτι, ένα έστω τίποτα για να καρφώσουν τα όνειρά τους…

    Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
    με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.

    Το ποίημα της Λένας έχει τεράστια σημασία για την ιστορία της νεανικής κουλτούρας. Δείχνει πια καθαρά τις πρώτες φωνές που αρχίζουν να ορθώνουν ένα ανεξάρτητο νεανικό λόγο. Δείχνει ότι έχει αρχίσει να σχηματίζεται η σκέψη για ζωή, σε λίγους βέβαια, αλλά έστω και σ’ αυτούς τους λίγους έχουμε τα πρώτα καθαρά σημάδια που οδηγούν πολύ μακριά από όλες τις «καθοδηγήσεις». Οι «μεγάλοι ενθουσιασμένοι» και οι «μεγάλοι αρνητές» γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις επιταγές μιας σχιζοφρενικής κομμουνιστικής ηγεσίας και τις ασφυκτικές συμμορφώσεις μιας «εθνικόφρονης» δεξιάς.
    Γίνονται έτσι οι «τραγικοί ερωτευμένοι» του 1946, αυτοί που για να ζήσουν τον έρωτα πρέπει να περάσουν σε κάποιο είδος παρανομίας και να κρυφθούν τόσο από την αριστερή όσο και από την δεξιά μανιακή γεροντοκόρη που εφορμά με διαφορετικά πρόσωπα.

    Ο Γιώργος Μακρής, από τα σημαντικότερα πρόσωπα της παρέας των Ανεύθυνων και αργότερα, στη δεκαετία του ’60, στις παρέες των ελλήνων μπήτνικς. Αυτοκτόνησε τον Ιανουάριο του 1968. Το έργο του καταγράφεται στο βιβλίο ΓΡΑΠΤΑ ΓΙΩΡΓΟΥ Β.ΜΑΚΡΗ, Εκδόσεις Εστία.

    Στα 1946-48, δεν υπάρχει ούτε ένα χλωρό κλαρί για τη νεότητα.
    Από την μία, οι κομμουνιστές του Ζαχαριάδη θυσιάζουν τα πάντα στο όνομα μιας πουλημένης επανάστασης. Από την άλλη, δεξιοί ξεκαθαρίζουν λογαριασμούς σαν συμμορίες μαφιόζων. Κομπλεξικοί απίθανοι εγκέφαλοι που έχουν ένα κάποιο δεξιό πόστο εφαρμόζουν την τακτική μαντρώματος: ένας αστυνομικός Διευθυντής, ο Βρανόπουλος, σχηματίζει αστυνομικά σώματα που ονομάζει «παιδονομικές ομάδες».
    Οι «παιδονομικές ομάδες» περιπολούν στα πάρκα και στις ερημιές. Συλλαμβάνουν όσα ζευγάρια νέων συναντούν και τα προσαγάγουν στο τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων Στα 1948, ένα πρωτοφανές κύμα αυτοκτονιών πλήττει τη νεολαία. Το φαινόμενο απασχολεί κοινωνιολόγους της δεξιάς και της αριστεράς, και ο καθένας ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του ιδεολογία. Οι κυριότερες θεωρίες είναι τα «ταραγμένα νεύρα» που προκαλεί ο εμφύλιος και ο κομμουνισμός, ενώ η άλλη πλευρά εξηγεί ότι πηγή του κακού είναι ο «ξενόφερτος τρόπος ζωής» που μολύνει τη νεολαία. Καμία από τις δύο πλευρές δεν διανοείται ότι οι αυτοκτονίες είναι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των ενηλίκων που αλληλοεξοντώνονται χωρίς να υπολογίζουν τον κόσμο και τα πρότυπα που παραδίδουν στα παιδιά τους.
    Όταν η Τσούχλου έγραφε τους «προάγγελους του χάους», περιέγραφε το δράμα που παιζόταν στις ψυχές εκείνων των παιδιών.
    Η Λένα ήταν ακόμη ΕΠΟΝίτισσα, και αυτό ίσως εξηγεί ότι δεν υπέγραψε ανοιχτά το ποίημα και έμεινε σαν «πνεύμα» αφήνοντας όλους να πιστεύουν ότι το αριστούργημα αυτό έχει γραφτεί από τον Γιώργο Μακρή.
    Ήταν κόρη του καρδιολόγου γιατρού Τσούχλου. Μεγάλωσε χωρίς μητέρα- οι γονείς της είχαν χωρίσει- σ’ ένα πολυτελές σπίτι στο κέντρο της Αθήνας. Το σπίτι, είχε δύο εισόδους, μία από την οδό Στουρνάρη που οδηγούσε στο ιατρείο του πατέρα και μία από την οδό Τζωρτζ απ’ όπου έμπαινες στο μικρό βασίλειο της ζωηρής αλλά και ευαίσθητης κόρης. Οι κήποι των σπιτιών της (στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και εκείνος του εξοχικού της στην Γλυφάδα), είχαν μετατραπεί σε άσυλο των απανταχού της Αθήνας αδέσποτων ζώων. Η Λένα, είχε περιμαζέψει γατιά, σκυλιά, πληγωμένα πουλιά και ακόμα έβλεπες ένα …μουλαράκι να βόσκει το γρασίδι. Είχε μια απέραντη αγάπη για όλα τα ζώα, γι αυτό και οι φίλοι της την έλεγαν χαϊδευτικά «μάδερ Ίντια». Έγραφε ασταμάτητα ποιήματα, όπως ασταμάτητα επίσης ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Έφθασε μέχρι την έρημο της Αραβίας και την παγωμένη Λαπωνία, το ταξίδι ήταν γι αυτήν ο τρόπος που κατακτούσε το άγνωστο που τόσο την γοήτευε.
    Στα 1946, η Λένα και η «κολλητή» της φίλη Νάτα, εγκαταστάθηκαν στη Μύκονο σε μια πρόχειρη σκηνούλα που έφτιαξαν στις ξερολιθιές. Ψάρευαν και μαγείρευαν υπαίθρια στο τσουκάλι. Οι ντόπιοι, δεν
    πίστευαν στα μάτια τους… Γι αυτούς, οι δύο μόνες κοπέλες που ψάρευαν και κολυμπούσαν ήταν ένα εξωγήινο τέρας με δυο κεφάλια. Ένας χωριάτης που πήγε να τις κυνηγήσει, έφαγε το τσουκάλι στο κεφάλι . Δεν ήταν εύκολα παιδιά η Λένα και η Νάτα.

    Η Νάτα με τον Βλαδίμηρο Μακ. 1947.
    Η θρυλική Νάτα είχε καταφέρει να ερωτευτεί και τον Βλαδίμηρο!

    Οι ανεύθυνοι αποτελούν την πρωτοπορία της νεολαίας, όμως λειτουργούν σαν ένα κλειστό κλαμπ. Παιδιά από την λαϊκή τάξη, ήταν αδύνατον να μπουν σ’ αυτήν την παρέα των μορφωμένων και πλουσίων του Κολωνακίου. Υπάρχουν πάντως και λίγες εξαιρέσεις παιδιών που αν και φτωχά κατορθώνουν να εισχωρήσουν σαν μία φράξια στην «ανεύθυνη» πρωτοπορία.
    Στα 1946, βλέπουμε μία υποομάδα των ανεύθυνων που αποτελείται από τους Τάκη Βασιλάκη, Πάνο Ραϋμόνδο, Βλαδίμηρο Μακ, και Μίνω Αργυράκη. Η συντροφιά αυτή, μιλά για υπαρξισμό και καθοδηγείται από την αδελφή του Βλαδίμηρου, την πανέμορφη Λίλη. Όλοι, είναι πάμφτωχοι και ζουν σε άθλιες συνθήκες.

    Σίμος Τσαπνίδης και Τάκις (Παναγιώτης Βασιλάκης) στο Παρίσι (1966, ΑΡΧΕΙΟ Μ.Νταλούκα).

    Ο Βασιλάκης, χωρίς πατέρα, μένει σ’ ένα υγρό υπόγειο στην Χαλκηδόνα. Σχετίζεται με τις παρέες των ανεύθυνων κυρίως γιατί τον είχε ερωτευτεί η Νάτα Μελά. Ο Ραϋμόνδος, είναι γιος κηπουρού, πλησιάζει τις παρέες σαν φίλος του Τάκι. Ο Αργυράκης, γιος μοδίστρας, έχει σπουδάσει στο Κολέγιο με χρήματα της Πηνελόπης Δέλτα η οποία λυπήθηκε και θέλησε να βοηθήσει έτσι την χήρα μητέρα του.
    Ο Βλαδίμηρος και η Λίλη Μακ, τα αδέλφια που έμεναν σε μια παράγκα στο βατραχονήσι, γνωρίζονται με τους ανεύθυνους όταν η μητέρα τους για να ζήσει παρουσιάζεται σαν έκπτωτη ρωσίδα πριγκίπισσα και παραδίδει μαθήματα μπριτζ ή κάνει μασάζ στις κυρίες της μεγαλοαστικής τάξης.
    Αυτό που συνδέει αυτά τα παιδιά είναι το κοινό μίσος που νιώθουν για την μεγαλοαστική τάξη την οποία και ονομάζουν με απαξίωση μπουρζουαζία. Όλοι, έχουν μια περήφανη λάμψη στα μάτια και μια οργή απέναντι στα «τρυφερά μαξιλάρια».Το περίεργο είναι ότι συναναστρέφονται αυτούς ακριβώς που κοιμούνται πάνω σ’ αυτά τα μαξιλάρια. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ υπάρχει το σύνδρομο του έκπτωτου πρίγκιπα. Όλοι, προέρχονται από οικογένειες που πριν τον πόλεμο υπήρξαν πλούσιες και τώρα ζουν στην απόλυτη φτώχεια.
    Οι πρώτοι υπαρξιστές αρχίζουν να συμπεριφέρονται αντικομφορμιστικά και αρκετές φορές προκλητικά, κάνοντας ιδιαίτερο στυλ την ανάγκη τους. Κυκλοφορούν ξυπόλυτοι, δίνουν αυτοσχέδιες παραστάσεις στον χώρο του Λουμίδη και κάνουν ξαφνικές απαγγελίες ποιημάτων στον δρόμο. Συντηρούνται όπως όπως και εκ των προχείρων ερώτων. Η Λίλη, αρχηγός και «προστάτρια», σχετίζεται με διάφορους για να χρηματοδοτεί την παρέα. Ο πρώτος αυτός υπαρξισμός εκφράζει περισσότερο ανάγκη και διαμαρτυρία, παρά ένα στυλ. Έχω την γνώμη ότι, η Λίλη Μακ περπατούσε ξυπόλητη όχι τόσο για να κάνει εντύπωση, όσο γιατί δεν είχε χρήματα για ν’ αγοράσει παπούτσια. Η κουλτούρα αυτής της ομάδας είναι σκληρή και οργισμένη στην επιφάνεια, στο βάθος όμως κρύβει τρυφερότητα και ρομαντισμό. Όταν ο Ραϋμόνδος αρχίζει να θάβει τα γλυπτά του στην Πεντέλη «για να τα βρουν στο μέλλον», εκφράζει μια ρομαντική πίστη σε ένα ερχόμενο καλύτερο κόσμο. Τα σινιάλα και οι μαγνήτες του Τάκι Βασιλάκη που γίνονται αργότερα, τα κοφτερά σκίτσα του Αργυράκη, τα ποιήματα του Βλαδίμηρου…Όλα, έχουν την τρυφερή οργή του χαοτικού παρελθόντος και εκφράζουν κάτι κοινό: την λαχτάρα για μία άλλη ζωή, έστω και εξωγήινη, αλλά πάντως μακριά από την «Αθηναϊκή μαγιονέζα».
    Η κουλτούρα αυτής της ομάδας περιγράφεται στο βιβλίο ESTAFILADES του Τάκι Βασιλάκη, ένα ουσιαστικά ημερολόγιο εκείνης της εποχής. Ο τίτλος ενδεικτικός: η λέξη estafilades είναι λατινική και σημαίνει ξυραφιές, ανεπανόρθωτα χαράγματα δηλαδή στην ψυχή τους.
    Οι πρώτοι υπαρξιστές δεν προκαλούν μαζική διάθεση στη νεολαία, αφού δεν έρχονται σε επαφή με το λαϊκό στοιχείο. Ουσιαστικά, αποτελούν και αυτοί ένα κλειστό χώρο, μία εσωτερική παραδοξολογία και μία φράξια των ανεύθυνων του Κολωνακίου. Για την μοναχική τους πορεία, έχουμε την μαρτυρία στο Βιβλίο του Σίμου…

    «Το 1948, υπήρχε μία υπαρξιστική καλλιτεχνική
    σουρεαλιστική παρέα στην Αθήνα που σύχναζε στο πατάρι
    του Λουμίδη. Την αποτελούσαν ο Βλαδίμηρος Μακ,
    γλύπτης, ο οποίος όταν έφτιαξα το σωματείο Ο
    ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΔΙΟΓΕΝΗΣ, έγινε στέλεχος. Στην παρέα
    του Λουμίδη ήταν και η Λίλη (καλλιτέχνις) και ο Τάκης
    Βασιλάκης, ζωγράφος και άλλα παιδιά. Διαλύσανε μόνοι
    τους γιατί ήταν μεμονωμένοι, δηλαδή στην παρέα τους δεν
    δεχόντουσαν άλλους φίλους του υπαρξισμού…»
    ( Σίμος Τσαπνίδης. Το Βιβλίο του Σίμου)

    Το καλοκαίρι του 1950, οι πρώτοι υπαρξιστές ακολουθούν τον μεγάλο κύκλο της «λιποταξίας» και φεύγουν για το Παρίσι. Ένα νέο κομμάτι υπαρξισμού θα εμφανιστεί στην Ελλάδα (Ο Υπαρξισμός της Ιπτάμενης Παράγκας), το οποίο και θα προκαλέσει κοινή τελικά διάθεση στη νεολαία.

    http://freedomgreece.blogspot.gr/2013/11/blog-post_26.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: