Turk-le-sh-tir-e-me-dik-ler-im-iz-den-mi-sin-iz?

ΕΛΛΗΝΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟΥΡΚΟΙ: Μια ενδιαφέρουσα συνάντηση

Turk-le-sh-tir-e-me-dik-ler-im-iz-den-mi-sin-iz?[1]

Του Βλάση  Αγτζίδη[2]

Μέχρι σήμερα δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος εμφάνισης των Τούρκων στο προσκήνιο της ιστορίας. Γενέθλιος χώρος των πρώτων τουρκικών ομάδων είναι η ανατολική περιοχή της 0014__ευρασιατικής ζώνης, στα δάση της Σιβηρίας. Πιθανότατα, η πρώτη περιοχή που εμφανίστηκαν οι Τούρκοι να είναι η Ματζουρία. Κατά την πρώτη χιλιετία π.χ. άρχισε η εξάπλωσή τους στην Άνω Ασία, για να μετατραπούν από ανθρώπους των δασών σε ανθρώπους της στέπας. Ένα από τα πρώτα ονόματα με τα οποία εμφανίζονται είναι Χιόνγκ-νου. Οι Χιόνγκ-νου, οι οποίοι αποτελούσαν τους βάρβαρους που πολιορκούσαν την Κίνα από το Βορρά, φαίνεται ότι περιλάμβαναν στους κόλπους τους και αρκετές άλλες φυλές. Στην προέλασή τους προς τα δυτικά συγκρούονται με με τους Γιουέ-τσε, τους οποίους διώχνουν από το Κανσού μεταξύ 177 και 165 π.χ. Οι Γιουέ-τσε, οι οποίοι πιθανόν να ταυτίζονται με τους Τοχάρους,  εκδιώκονται και εξαναγκάζονται σε μετανάστευση. Έτσι έχουμε την πρώτη μεγάλη ιστορική μετανάστευση ενός λαού.

018__

Βακτριανή: Η πρώτη συνάντηση Ελλήνων και Τούρκων

Οι Γιουέ-τσε, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τους Χιόνγκ-νου φτάνουν στη Φεργκανά του σημερινού Ουζμπεκιστάν, στη συνέχεια στη Σογδιανή και καταλήγουν στη Βακτριανή, όπου καταστρέφουν το διάσημο ελληνικό βασίλειο που ίδρυσαν οι επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτή ήταν και η πρώτη επώδυνη συνέπεια επί του ελληνικού κόσμου, του γεγονότος της ύπαρξης των τουρκικών ομάδων.

Ο χώρος του Αλτάϊ θα μετατραπεί σε βάση για την εξόρμηση των τουρκόφωνων ομάδων. Βαθμιαία οι τουρκικές ομάδες, οι οποίες βεβαίως ανήκουν στην κίτρινη φυλή, καταλαμβάνουν το χώρο του Τουρκεστάν thraki-turkεκδιώκοντας «ινδοευρωπαϊκές» ομάδες που ήταν εγκατεστημένες εκεί. Η συνάντηση με τον πολιτισμένο κόσμο αρχίζει στη Σογδιανή και στη Σαμαρκάνδη, όπου καταστρέφουν στην αρχή το μεγάλο ιρανικό πολιτισμό που είχε δημιουργηθεί και εκτουρκίζουν στη συνέχεια το χώρο. Αυτές οι πρωταρχικές ιστορικές συνθήκες διαμόρφωσαν αυτό που αργότερα χαρακτηρίστηκε ως «τουρκικός χαρακτήρας». Όλες οι τουρκικές ομάδες που πέρασαν από την ιστορία διακρίνονταν για τα ίδια πράγματα. Ο Jean-Paul Roux, γράφοντας από μια φιλική, έως και υμνητική σκοπιά, την ιστορία των Τούρκων, επισημαίνει: «Η περιπέτεια (της περιπλάνησης στην ιστορία των Τούρκων) είναι φτιαγμένη από καλπασμούς αλόγων, από βιασμούς κοριτσιών, από πόλεις που καίγονται, από κρανία που σχηματίζουν ολόκληρα βουνά. Είναι φτιαγμένη από βία και αίμα. …Για το Ισλάμ, οι Τούρκοι υπήρξαν στην αρχή η ρομφαία του, αλλά αργότερα η ασπίδα. Μισθοφόροι εδώ, αρχηγοί μισθοφόρων εκεί, χτυπιούνται. Οι αντίπαλοί τους; Όλος ο κόσμος. Όλοι οι λαοί με τη σειρά, από τους πιο κοντινούς, ως τους πιο μακρυνούς. Όσο για τους άμεσους γείτονές τους; Τους θεωρούν πάντοτε κληρονομικούς εχθρούς! Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιες ειρηνικές περίοδοι, ευεργετικές και υπέροχες, αλλά αυτό συμβαίνει συνήθως ανάμεσα σε δυο  σφαγές. Οι Τούρκοι έχουν ιμπεριαλιστικές τάσεις να καταχτούν, να κυριαρχούν…»

Η πλέον φημισμένη τουρκική ομάδα, υπήρξε αυτή των Ούνων. Οι Ούνοι με αρχηγό τον Αττίλα, τη Μάστιγα του Θεού, όπως αποκλήθηκε, σπέρνουν τον όλεθρο στην Ευρώπη. Ο ελληνικός κόσμος δε γλύτωσε από τη Μάστιγα. Τα χρόνια 444-447 μ.χ. οι Ούννοι μετατρέπουν  τη Μακεδονία και τη Θράκη σε έρημη περιοχή. Μετά το θάνατο του Αττίλα ο γιος του θα επιχειρήσει μια αποτυχημένη εκστρατεία κατά των Ελλήνων του Βυζαντίου.

Εκατό χρόνια αργότερα θα εμφανιστεί για πρώτη φορά το όνομα «Τούρκος». Ένας ιδιαίτερος κλάδος των Χιόνγκ-νου ήταν οι Του-κυέ, όπως τους αναφέρουν οι Κινέζοι. Κάτω από τη λέξη «Του-κυέ» κρύβεται η λέξη «τουρούκ», δηλαδή «τούρκος». Οι εξάπλωση των Τουρούκ δυτικά, αρχίζει με τη χρησιμοποίησή τους ως μισθοφόρων από τους Ιρανούς. Αντίστοιχες υπηρεσίες προσφέρουν και στους Έλληνες και έτσι βαθμιαία διεισδύουν στον ελληνικό κόσμο. Η πρώτη «ελληνοτουρκική προσέγγιση» έγινε το 567 μ.χ. Βασίστηκε στις κοινές φιλοδοξίες των Τουρούκ και των Ελλήνων, που ανταγωνίζονταν τους Ιρανούς. Η συμμαχία Ελλήνων και Τουρούκ επιτρέπει στους δεύτερους να επιτεθούν στο Ιράν και να καταλάβουν το Τοχαρεστάν.

Από κει και πέρα, οι Έλληνες θα έρχονται ολοένα και συχνότερα σε επαφή με διάφορες τουρκικές ομάδες. Οι Χαζάροι, οι Ογούζοι, οι Πετσενέγκοι, οι Κιπτσάτκοι, οι Τάταροι, οι Σελτζούκοι και τέλος οι Οθωμανοί θα έχουν ολοένα και ευρύτερη παρουσία στη γεωγραφική περιφέρεια που καλύπτει ο ελληνικός κόσμος.

Η κυριαρχία των Τούρκων

Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στο χώρο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, κυρίως ως μισθοφόροι των Ιρανών. Η τεράστια πολιτική ισχύς που απέκτησαν κατά τον 9ο αιώνα, συνοδεύτηκε από τον εξισλαμισμό τους. Η σύγκρουση του Ιράν με το Τουράν θα χαρακτηρίσει εκείνη την περίοδο. Οι Ιρανοί τους αντιμετώπιζαν ως «κίτρινο κίνδυνο». Το 1055 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Βαγδάτη, την έδρα του Χαλιφάτου και πρωτεύουσα του μουσουλμανικού κόσμου και ανακηρύχθηκαν πολεμιστές του Ισλάμ. Εφεξής θα συγκρούονται οι δύο μεγάλες θρησκείες, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, με εκπροσώπους δύο έθνη, τους Έλληνες και τους Τούρκους. Ο δρόμος των Τούρκων για τη διεκδίκηση του ελληνικού κόσμου είχε ανοίξει.

Το 1071 τα ελληνικά στρατεύματα νικήθηκαν στο Ματζικέρτ. Ο Άλπ Αρσλάν συνέλαβε αιχμαλωτο το Ρωμανό Δ’ Διογένη. Το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, ειδικά το έρημο υψίπεδο, σύντομα περιήλθε στα χέρια των Τούρκων. Οι κήρυκες του Ισλάμ, οι γαζήδες,  και οι νέοι προσήλυτοι θα έχουν ως στόχο την επικράτεια των απίστων. Η νέα θρησκεία του Ισλάμ ευνοεί την επικράτηση των ολιγάριθμων τουρκικών ομάδων πάνω σε αλλογενείς πληθυσμούς. Σ’ αυτό συντελούν και άλλοι παράγοντες όπως η πολυδιάσπαση των Ελλήνων σε ανταγωνιζόμενα κρατίδια  και η προσφορά στρατιωτικών υπηρεσιών από βυζαντινούς στρατηγούς σε Τούρκους. Η συγκεντρωτική πολιτική των Βυζαντινών αυτοκρατόρων αύξησε τα προβλήματα.

Το 1081 ιδρύθηκε το Βασίλειο του Ρούμ στη Νίκαια της  Βιθυνίας και τρία χρόνια αργότερα στο Ικόνιο. Το όνομα του πρώτου τουρκικού βασιλείου στη Μικρά Ασία σήμαινε ότι η χώρα κατοικούνταν από Έλληνες. Επιπλέον οι Σελτζούκοι, τη μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια του κράτους τους την ονόμαζαν Βιλαγέτ-ι Γιουνανί, δηλαδή «Ελληνική Επαρχία», ή «Ελλάδα», όπως σχολιάζει ο Νεοκλής Σαρρής.

dsc04465 Το 13ο αιώνα, ο τουρκικός πληθυσμός αντιπροσώπευε το 10%  του συνολικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Η αύξηση του τουρκικού ποσοστού στη συνέχεια ήταν αποτέλεσμα των μαζικών εξισλαμισμών. Ο σύγχρονος ιστορικός της μεσαιωνικής Μικράς Ασίας Κλοντ Κάχεν, εκτιμά ότι ο συνολικός πληθυσμός των Τούρκων που εισέβαλαν στον ελληνικό χώρο ήταν διακόσιες έως τριακόσιες χιλιάδες. Ο ντόπιος πληθυσμός, ελληνικός στο μεγαλύτερο μέρος του, ανερχόταν σε  οκτώ, περίπου, εκατομμύρια.

Την ίδια περίοδο στον κυρίως βυζαντινό χώρο επικρατεί μια κατάσταση που ευνοεί στην  μείωση  της αντίστασης στην αρχόμενη τουρκική διείσδυση. Οι αδικίες και οι καταχρήσεις από την κρατική γραφειοκρατία, η διεφθαρμένη εσωτερική διοίκηση, η άνιση κατανομή της γης  μειώνει την αντίσταση των πληθυσμών των συνόρων προς τους «Σαρακηνούς». Τάσεις αποδοχής των νέων κυρίαρχων εμφανίζουν και οι μονοφυσιτικοί πληθυσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως οι Αρμένιοι και οι Ασύριοι.

Το μοιραίο έτος για τους Έλληνες, υπήρξε το 1204 μ.χ., όταν οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Η παράλληλη εμφάνιση του Τσέγγις Χαν ανατολικά, που συντρίβει τα τουρκικά βασίλεια, απομακρύνει την ημερομηνία της τελικής ήττας. Οι Οθωμανοί εισβάλλουν στον ελληνικό χώρο τον 13ο αιώνα, για να αποφύγουν την μογγολική προέλαση. Πρώτος χώρος εγκατάστασής τους ήταν κοντά στο σημερινό Εσκισεχίρ, στα Βυζαντινοσελτζουκικά σύνορα.

Η Μικρά Ασία έγινε έδαφος άσκησης της προσηλυτιστικής πολιτικής των μουσουλμάνων ιεροκηρύκων. Από τον 14ο αιώνα συναντιούνται Ελληνες στους χώρους της νέας θρησκείας. Ο περιηγητής Ιμπντί Μπατούτα γράφει ότι συνάντησε στον ποταμό Κούμα κοντά στην πόλη Ματζάρ, το αναχωρητήριο του μουσουλμανικού τάγματος Αχμεδιέ στο οποίο όπως γράφει «διεβίουν σε κοινή ζωή Δερβίσες, Αραβες, Πέρσες, Τούρκοι και Ελληνες». Ο εξισλαμισμός μέρους των Ελλήνων ανοίγει την δίοδο για να εισχωρήσουν στον ισλαμικό χώρο οι ελληνικές φιλοσοφικές δοξασίες. Ο Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου στο κλασσικό έργο του «Οι Δερβίσσαι», αναφέρει ότι οι νεοπλατωνικές απόψεις επηρέασαν έντονα κάποιες ισλαμικές αιρέσεις που ιδρύθηκαν από Ελληνες. Αναφέρει επίσης ότι οι Μπεκτασήδες προέρχονταν κατευθείαν από τους αιρετικούς Ευνομιανούς. Οι σοφιστικές απόψεις για παράδειγμα, εκφράζονται με τους «σούφι», το θρησκευτικό τάγμα των δερβίσηδων. Ο δημιουργός του τάγματος, Τζελαλεδίν Ρουμί, γράφει ποιήματα στη δημώδη ελληνική γλώσσα της Καππαδοκίας, ενώ χρησιμοποιεί ελληνικές λέξεις για να εκφράσει ιδέες και συναισθήματα. Δημιουργεί επίσης την «μονή του Πλάτωνα». Τα μελωδικά κείμενα των δερβίσηδων αποτελούν προσαρμογή των βυζαντινών μελωδιών στις νέες ανάγκες. Ο Ρουμί δεν εκτιμούσε καθόλου τους Τούρκους και μάλλον αυτό συνέβαινε και στην υπόλοιπη μουσουλμανική διανόηση εκείνης της εποχής. Έγραφε: «Για την οικοδόμηση πρέπει να προσλαμβάνονται Έλληνες εργάτες και για την κατεδάφιση Τούρκοι. Γιατί η δόμηση του κόσμου είναι ιδιότητα των Ελλήνων, ενώ η καταστροφή και το γκρέμισμα έχει ανατεθεί στους Τούρκους.» Αυτή η αντιμετώπιση, ειδικά του Μεβλανά Ρουμί, ο οποίος χαρακτηριζόταν και από ανεξίθρησκο λόγο, οδήγησε σημαντική μερίδα του χριστιανικού πληθυσμού, μαζί με τους ιερείς του, να ασπαστεί το ισλαμικό δόγμα.

Παράλληλα όμως, χάνεται τελείως η συναίσθηση του ανήκειν στην τουρκική ομάδα και κυριαρχεί το ανήκειν στο κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα. Έτσι, τα τουρκικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά αρχίζουν να θεωρούνται υποδεέστερα. Η τάση αυτή θα κορυφωθεί κατά την οθωμανική περίοδο. Ο Νεοκλής Σαρρής στο βιβλίο του «Οσμανική πραγματικότητα», αναφέρει ένα χαρακτηριστικό ποίημα του λαϊκού ποιητή Ασίκ πασά (1277-1331):

Την τουρκική γλώσσα κανείς δεν κοιτούσε,

μα ούτε κανείς τους Τούρκους συμπαθούσε,

κι οι Τούρκοι δεν ξέρουν τη γλώσσα εκείνη

σε τέρμα τρανό δρομάκι σβήνει.

Η οθωμανική εποχή

Το 1453 οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, θέτοντας συμβολικά το τέλος  του ελληνικού ορθόδοξου κόσμου. Το 1458 κατελήφθη η Αθήνα, το 1461 κατελύθη το τελευταίο ελληνικό κράτος, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το 1475 το τελευταίο ελεύθερο ελληνικό έδαφος στην Ανατολική Κριμαία. Αργότερα εισήλθαν στο νέο οθωμανικό κόσμο οι ελληνικές περιοχές που βρίσκονταν υπό την ενετική κυριαρχία, όπως για παράδειγμα η Κρήτη.    Ο Άραβας περιηγητής Ίμπν Μπατούτα, ένας από τους σημαντικότερους του Μεσαίωνα ονομάζει «Αλ Τουρκίγιε» την Ανατολία, εξηγώντας όμως παράλληλα ότι είναι η «χώρα των Ρουμί», δηλαδή η χώρα των Ρωμιών, των Ελλήνων

Έτσι, ο οθωμανοί καλύπτουν τον παλιό ελληνικό κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους θρησκευτικούς χώρους. Η επικράτηση των tourks_eortazoun_1453μουσουλμάνων στο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διαμορφώνει εντελώς νέες συνθήκες.  Η προσηλυτιστική δράση των μουσουλμάνων ιεραποστόλων ευνοείται από την εξουσία εφ’ όσον ο εξισλαμισμός των γηγενών πληθυσμών μεγαλώνει την κοινωνική βάση των νέων κυρίαρχων. Το Κοράνι και η νομοθεσία που βασίζεται πάνω σ αυτό, εισάγει ένα νέο διαχωρισμό των εθνών: οι πιστοί και οι άπιστοι. Οσοι εξισλαμίζονται εντάσσονται αυτόματα στο κυρίαρχο έθνος. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος για να αρχίσουν να αναπτύσσονται τάσεις ιδεολογικής μεταστροφής, τάσεις αποδοχής της νέας κυρίαρχης ιδεολογίας του Ισλάμ.

Ο Μ. Ρικώ, γραμματέας του Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει το 1670 ότι στον ισλαμικό κόσμο υπάρχει «μεγάλη ποικιλία γνωμών και απόψεων, ασυγκρίτως μεγαλυτέρα από τον χριστιανικό κόσμο». Ο Ρικώ θεωρεί ότι η είσοδος νέων εθνών στο μουσουλμανικό χώρο δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα. Γράφει: «Δεδομένου ότι την καλύτερη μερίδα των νέων εθνών αποτελούν οι Ελληνες και ότι δεν ικανοποιήθηκαν με τις ονειροπολήσεις του Κορανίου, αυτοί που άλλοτε υπήρξαν διδάσκαλοι των επιστημών από τις οποίες τους απόμεινε κάποια συγκεχυμένη γνώση, αφού πρόσθεσαν στη νέα τους θρησκεία παλιές παραδόσεις και κάποιες γνώμες αρχαίων φιλοσόφων, δημιούργησαν μέρος της ποικιλίας των γνωμών για τις οποίες μιλο­ύμε.»

Oι εξισλαμισμοί ελληνικών πληθυσμών δεν έγιναν μόνο με την πειθώ και τον προσηλυτισμό. Η βία υπήρξε μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Είναι γνωστό το φαινόμενο του παιδομαζώματος κατά τις πρώτες φάσεις της τουρκικής επέκτασης και της υποχρεωτικής αλλαγής θρησκείας σε κάποιες ομάδες του πληθυσμού στις κατακτημένες περιοχές. Γνωρίζουμε ότι μετά την άλωση της Τραπεζούντας υποχρεώθηκαν σε εξισλαμισμό οι επιφανείς οικογένειες και πλήθος νέων. Με την οριστική άλωση της Κρήτης το 1669 χιλιάδες έντρομοι Κρητικοί εξισλαμίζονται.  Με την έγκριση αρχικά του Πατριάρχη των Ιεροσολύμων περνούν σε μια κρυπτοχριστιανική κατάσταση για να γίνουν πιστοί του Ισλάμ μερικές γενιές αργότερα. Το φαινόμενο των εξισλαμισμών στην Κρήτη συνεχίζεται μέχρι τον 19ο αιώνα.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Κύπρο όπου ο κρυπτοχριστιανισμός διατηρήθηκε μέχρι τον 19ο αιώνα. Στην Κύπρο τους Κρυπτοχριστιανούς τους ονόμαζαν «λινομπάμπακους». Αρκετοί από αυτούς είχαν συνείδηση της ελληνικής τους καταγωγής και μερικοί επανήλθαν στην πίστη των πατέρων τους μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1878 και την αντικατάσταση των Τούρκων κατακτητών από τους Βρεττανούς.  Με την ανοχή των Αγγλων, οι οποίοι επεδίωκαν την εξασθένιση του ελληνικού στοιχείου, ακολουθήθηκε η πολιτική εκτουρκισμού των λινομπάμπακων. Ιδρύθηκαν τουρκικά σχολεία και τζαμιά. Δόθηκαν υποτροφίες σε νέους, οι οποίοι με την επάνοδο στα χωριά τους έγιναν κήρυκες του ισλαμισμού. Τελικά κατάφεραν να εκτουρκίσουν τον κύριο όγκο των λινομπάμπακων.

Το φαινόμενο των εξισλαμισμών είχε πάρει ιδιαίτερη έκταση και στον βαλκανικό κορμό της Ελλάδας. Στην κεντρική και δυτική Μακεδονία οι εξισλαμισμένοι Ελληνες έμειναν γνωστοί με το όνομα «Βαλαάδες», από την μόνη τουρκική λέξη που γνώριζαν. Στην Ηπειρο αλλά και στην Πελοπόνησσο  συναντούμε Ελληνες μουσουλμάνους. Ο ιστορικός Αριστος Καμπάνης περιδιάβηκε την Ηπειρο το 1915, δυόμισυ χρόνια μετά την απελευθέρωσή της. Γράφει: «Προκειμένου δε περί των Ιωαννίνων, της Πρεβέζης, της Φιλιππιάδος και της υπαίθρου χώρας πρέπει να λεχθεί ότι κατά τα εννέα τουλάχιστον δέκατα ειναι ελληνόγλωσσος. Οπως εις την Κρήτην, έτσι και εις τα Ιωάννινα και την Πρέβεζαν οι μουσουλμάνοι έχουν μητρικήν γλώσσαν την ελληνικήν. Δεν είναι λοιπόν Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι Ελληνες.»

Η ιθύνουσα τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διακρινόταν για το «μουσουλμανικό σνομπισμό» της σε σχέση με τους αυθεντικούς Τούρκους. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της διάθεσης, ήταν να είναι η οθωμανική γλώσσα πολύ απομακρυσμένη από τη γλώσσα που μιλούσαν οι τουρκόφωνες ομάδες του πληθυσμού, με βασικό χαρακτηριστικό της το πλήθος αραβοπερσικών λέξεων και δομών. Κατά την οθωμανική περίοδο υπήρχε περιφρόνηση της λέξης «Τούρκος», με αποτέλεσμα κατά τον 19ο αιώνα να σημαίνει το «χωριάτη», τον «‘αξεστο».

Παράλληλα η λέξη «Τούρκος» αλλάζει σημασία. Αποβάλλει βαθμιαία τον εθνικό προσδιορισμό και αποκτά θρησκευτικό. «Τούρκος» σημαίνει πλέον μουσουλμάνος. Δημιουργήθηκε και αντίστοιχο ρήμα για να δηλώσω τον εξισλαμισμό, τη μεταστροφή προς το μουσουλμανικό δόγμα: «τουρκεύω«.

Έτσι λοιπόν, όσοι Έλληνες χριστιανοί εξισλαμίζονταν, τούρκευαν, ενσωματώνονταν κατευθείαν στην κυρίαρχη κοινωνική ομάδα. Κατ’ αρχάς απαλάσσονταν από την καταβολή του κεφαλικού φόρου που βάραινε τους «άπιστους». Αντιθέτως, όσοι παρέμεναν πιστοί στην πατρογονική θρησκεία αντιμετωπίζονταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίες και υφίσταντο πλήθος διακρίσεων.

Η οθωμανική εξουσία επέτρεπε στις θρησκευτικές ομάδες να συγκροτούνται με βάση το θεσμό των μιλέτ. Έτσι στο ορθόδοξο μιλέτ, υπό την διεύθυνση του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντάσσονταν όλοι οι ορθόδοξοι και όχι μόνον οι Έλληνες. Το σύστημα αυτό, που από αρκετούς θεωρείται ως απόδειξη του ανεκτικού χαρακτήρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην πραγματικότητα υπέθαλπε τη ρατσιστική διαίρεση με βάση το θρήσκευμα και η εφαρμογή του βασιζόταν στον τρόμο που προκαλούσε το καθεστώς στους πολίτες τους.

Η μοίρα των Ελλήνων

Εάν προσπαθήσουμε να κατατάξουμε τους Έλληνες κατά την οθωμανική περίοδο, θα διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Όσοι εξισλαμίστηκαν ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό μόρφωμα που στην εποχή του εθνικισμού ονομάστηκε «τουρκικό έθνος». Οι ιστορικές συνθήκες δεν επέτρεψαν στο μέρος αυτό των Ελλήνων -το οποίο είχε εμφανιστεί σε κάθε μέρος του ελληνικού κόσμου- να εκφραστεί πολιτικά. Το μέγεθός του ήταν μικρότερο από αυτό των ορθόδοξων, όμως δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Για παράδειγμα, στην Κρήτη κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν λίγο, μόνο, περισσότεροι από τους μουσουλμάνους, ενώ στον Πόντο, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με βάσει τους υπολογισμούς του Πατριαρχείου υπήρχαν περίπου 180.000 μουσουλμάνοι Έλληνες και 45.000 κρυπτοχριστιανοί, οι ανέρχονταν στο ένα τρίτο του αριθμού των χριστιανών Ελλήνων. Σήμερα, στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία, παραμένουν ακόμα ορατές τέσσερεις ελληνόφωνες μουσουλμανικές ομάδες: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή.

Οι χριστιανοί Έλληνες είχαν άλλη πορεία. Το Πατριαρχείο και ο κλήρος  υπήρξαν θεσμοί απαραίτητοι και χρήσιμοι για την Αυτοκρατορία. Έτσι ενισχύθηκαν και εφωδιάστηκαν με πλήθος προνομίων. Σημαντικό γεγονός υπήρξε η ελληνική κυριαρχία επί των άλλων ορθοδόξων, μέσω της υποχρεωτικής τους ένταξης στο μιλέτ των Ρωμιών. Η μικρή ομάδα των Φαναριωτών, κατάφερε να γίνει απαραίτητη στην οθωμανική διοίκηση και να χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Κορυφαία στιγμή του ρόλου τους ήταν η ανάληψη της διοίκησης των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Ο λαός, όμως υπέφερε από την αυθαιρεσία της μουσουλμανικής διοίκησης και την αβάστακτη φορολογία. Εξάλλου, η επίσημη πολιτική ευνοούσε πάντα τον εξισλαμισμό. Η οθωμανική κατάκτηση ήταν αιτία μεγάλης εξόδου προς τη Δύση, όπου δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές παροικίες, από την Άλωση της Πόλης και εντεύθεν. Το ίδιο φαινόμενο συνεχίστηκε τον 19ο αιώνα προς τη Ρωσία.

Η υπαγωγή του ελληνικού χώρου στην οθωμανική κυριαρχία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε οδηγήσει στη δημιουργία σημαντικών παροικιών στην Ευρώπη. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε τη μορφή ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων, το οποίο κατέληξε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους στο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο περιλάμβανε τα πλέον απομακρυσμένα και υποβαθμισμένα εδάφη του ελληνικού κόσμου. Το νεαρό ελληνικό κράτος του 1830 ήταν περισσότερο ένα εξαρτημένο Πριγκηπάτο του Μορέως και της Ρούμελης παρά ένα πραγματικό έθνος-κράτος των Ελλήνων. Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εδαφών, καθώς και τα γηγενή ελληνικά οικονομικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, παρέμεναν υπό οθωμανική κυριαρχία.

Τουρκικός εθνικισμός και εθνικές εκκαθαρίσεις

Ένας σημαντικός παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, ήταν ο νεαρός τουρκικός εθνικισμός. Τότε απόκτησε θετική σήμανση ο όρος «Τούρκος», όταν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν βρεθεί στη Γαλλία, ερμήνευσαν κατά το δοκούν τις αξίες του διαφωτισμού, παράγοντας μια από τις πλέον φρικιαστικές μορφές εθνικισμού.

011__ Η κορυφαία οργάνωση των Τούρκων εθνικιστών, που είχε την επωνυμία «Ένωση και Πρόοδος«, προκάλεσε το πραξικόπημα του 1908, με το οποίο οι στρατιωτικοί -γνωστοί ως Νεότουρκοι- έλαβαν την εξουσία. Ο τουρκικός εθνικισμός είχε ως κέντρο της δράσης του την οθωμανική Θεσσαλονίκη. Εκεί αποφάσισε την επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των γηγενών χριστιανικών εθνοτήτων.

Η απόφαση για τις εθνικές εκκαθαρίσεις των χριστιανικών εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο βίαιος μετασχηματισμός της σε εθνικό τουρκικό κράτος, πάρθηκε αμέσως μετά την άνοδο των Νεοτούρκων στην εξουσία το 1908. Αρνήθηκαν πως υπήρχε εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και επέλεξαν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης των εθνικών κοινοτήτων. Το 1911 αποφάσισαν σε Συνέδριό τους την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.

Οι Νεότουρκοι εθνικιστές, έχοντας ως όνειρο τη δημιουργία μιας απέραντης τουρκομουσουλμανικής αυτοκρατορίας, από τις παρυφές της Κίνας έως τη Μεσόγειο, εισήλθαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ταύτιση των συμφερόντων του τουρκικού εθνικισμού με τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, επέτρεψαν την έναρξη των διώξεων. Από το 1914 αρχίζουν οι βίαιες εκτοπίσεις των Ελλήνων από την Ιωνία και την Ανατολική Θράκη με πολλά θύματα. Το 1915 λαμβάνει χώρα η γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ το 1916 αρχίζει η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων της ποντιακής ενδοχώρας.

Σε διπλωματικό έγγραφο της εποχής, του Αυστριακού υπουργού εξωτερικών προς το Βερολίνο αναφέρονται τα εξής: «Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Ελληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ’ τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τούρκικα τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων.»

1922: Η κορύφωση της σύγκρουσης

Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προοιώνιζε την αντικατάστασή της από έθνη-κράτη (Τουρκία στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, Ιωνία και Αν. Θράκη ενωμένα με την Ελλάδα, Αρμενία, Κουρδιστάν και πιθανόν ανεξάρτητος Πόντος) με βάση τους πληθυσμούς.  Οι Έλληνες, οι οποίοι ήταν περισσότεροι από το ένα τέταρτο του συνολικού οθωμανικού πληθυσμού, με τη Συνθήκη των Σεβρών βρέθηκαν να ελέγχουν το ένα έκτο του οθωμανικού εδάφους, ενώ εξαιρέθηκε το έδαφος του Πόντου. Η προοπτική αυτή, που διασφάλιζε εν μέρει τους πληθυσμούς από την πλήρη εξόντωση δεν υλοποιήθηκε τελικά. Η ελλαδική παρουσία στην Ιωνία την περίοδο 1919-1922, ουδόλως ανέτρεψε τα όσα είχαν δρομολογηθεί από το 1908. Ο τουρκικός εθνικισμός, με την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, έδωσε την ύστατη μάχη του, βοηθούμενος από τους μπολσεβίκους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους, το μουσουλμανικό κόσμο και τον ελληνικό Διχασμό. Οι Αμερικανοί υποστήριζαν την ακεραιότητα της Τουρκίας, προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό προτεκτοράτο.

Η τελευταία πράξη του δράματος γράφτηκε στη Σμύρνη, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, το Σεπτέμβριο του 1922, κάτω από τα απαθή dsc04576ceb2βλέμματα των συμμάχων μας και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει, εγκαταλείποντας τους Έλληνες της Ιωνίας στο έλεος των κεμαλικών στρατευμάτων. Η γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού (ποντιακού και ιωνικού κυρίως), αποτελούν τα δραματικά αποτελέσματα της προσπάθειας του τουρκικού εθνικισμού για μετατροπή του πολυεθνικού οθωμανικού χώρου σε εθνικό τουρκικό. Μιας μετατροπής, η οποία χρησιμοποίησε ως εργαλείο την οθωμανικική γραφειοκρατία και το στρατό, εφόσον η τουρκική αστική τάξη ήταν ανύπαρκτη.  Οι Έλληνες στη Μικρά Ασία  (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και στην Ανατολική Θράκη, ήταν 2.601.312 πριν το 1914 με βάση τις οθωμανικές στατιστικές, τη στιγμή που ο συνολικός οθωμανικός πληθυσμός μόλις πλησίαζε τα 9,5 εκατομμύρια. Η επόμενη καταμέτρησή τους έγινε στην Ελλάδα το 1928, ως πρόσφυγες αυτή τη φορά, και βρέθηκαν να είναι 1.221.849.

Η επίσημη Ελλάδα δεν ασχολήθηκε με όλα αυτά μετά το ’22. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να επιβληθεί η λήθη. Ένα από τα νεοελληνικά παράδοξα είναι ότι η αντιμετώπιση ήταν ομόφωνη από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Οι κριτικές φωνές που διεκδικούσαν τη σφαιρική γνώση και την αντικειμενική προσέγγιση, άρχισαν να ακούγονται κατά τη δεκαετία του ’80. Ήταν περισσότερο αποτέλεσμα ενός ιδιότυπου κινήματος για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης που εξέφρασε τις μικρασιατικές (ποντιακές και ιωνικές) οργανώσεις και τους απογόνους των προσφύγων του ’22, παρά ενός γενικευμένου προβληματισμού της νεοελληνικής ηγεσίας, πολιτικής ή πνευματικής. Πάντως, το κίνημα αυτό πέτυχε την επίσημη ανακήρυξη από τη Βουλή των Ελλήνων δύο σημαντικών ημερομηνιών ως «Ημέρες Εθνικής Μνήμης»: Τη 19η Μαϊου -ημέρα που ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη  Σαμψούντα- ως ημέρα αφιερωμένη στη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και τη 14η Σεπτεμβρίου -ημέρα που οι Κεμαλικοί πυρπόλησαν τη Σμύρνη- ως ημέρα αφιερωμένη στη Μικρασιατική Καταστροφή.

Πηγές

-Jean-Paul Roux, Η ιστορία των Τούρκων, εκδ. Γκοβόστη.

-Σπύρος Βρυώνης, Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού, ΜΙΕΤ.

-Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά, Κυριακίδης.

-Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου, Οι Δεβίσσαι, Εκάτη.

-Νεοκλής Σαρρής, Οσμανική Πραγματικότητα. Συστημική Παράθεση Δομών και Λειτουργιών, Αρσενίδης

 


[1] Turk-le-sh-tir-e-me-dik-ler-im-iz-den-mi-sin-iz: Όλο αυτό, που αποτελεί μια λέξη-παράδειγμα της «συγκολλητικής» τουρκικής γλώσσας, σημαίνει: «Είστε από εκείνους που δεν μπορέσαμε να εκτουρκίσουμε; «

[2] Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτορας σύγχρονης ιστορίας, μαθηματικός

Μέρος αυτού του κειμένου αναδημοσιεύτηκε στο «Συλλεκτικό Τεύχος» του  περιοδικού  «Άβατον», τεύχ. 89, Μάρτιος 2009, σελ. 24-26.

—————————————-

Οι περιοχές των Ουιγούρων

Uyghur

25 comments so far

  1. […] Δείτε το πατώντας [ΕΔΩ] […]

  2. ΚΙΑΜΟΥΛΤΣ on

    «Ο τουρκικός εθνικισμός, με την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, έδωσε την ύστατη μάχη του, βοηθούμενος από τους μπολσεβίκους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους, το μουσουλμανικό κόσμο και τον ελληνικό Διχασμό. Οι Αμερικανοί υποστήριζαν την ακεραιότητα της Τουρκίας, προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό προτεκτοράτο»
    Απο το κείμενο προκύπτουν τεράστια αναπάντητα ερωτήματα
    1)Αποφάσισαν ολοι οι ανά τον κόσμον αστοί να πνίξουν το μωρό στην κούνια του ενοόντας φυσικά την οκτωβριανή επανάσταση
    2)Τί έπρεπε να κάνουν οι μπολσεβίκοι και η νεαρή τότε οκτωβριανή επανάσταση !
    3)Έστηλε ο Βενιζέλος μια μεραρχία Ελληνικού στρατού για να πνίξει μαζί με τους άλλους το μωρό στην κούνια του
    4)Οι Τούρκοι- μουσουλμάνοι έπρεπε η οχι να έχουν κράτος

  3. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη ήταν αυτό που χαρακτήρισε εκείνη την ιστορική στιγμή. Οι Έλληνες στην Αυτοκρατορία ήταν περί τα 2 εκατομ. σε συνολικό πληθυσμό 10 εκατομ. Η σχετική συζήτηση αναφέρεται στο γεγονός της απώλειας του ελάχιστου κέρδους, που προέκυπτε από τις μεταπολεμικές συνθήκες, με βάση την οποία στον ελληνικό έλεγχο περνούσε το 6% του οθωμανικού εδάφους ενώ δημιουργιόταν αρμενικό και κουρδικό κράτος στην Ανατολία. Φυσικά ο κύριος όγκος του εδάφους παρέμενε υπό εθνικό τουρκικό έλεγχο. Από τα δυτικά οθωμανικά εδάφη μόνο η Ανατολική Θράκη και το Σατζάκι της Σμύρνης περνούσαν σε ελληνικό έλεγχο.

    Για τις ευθύνες της συγκεκριμένης εξέλιξης, προσπάθησα να δώσω κάποιες απαντήσεις στο κείμενο για τον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό.

    Όσον αφορά τη στάση των Σοβιετικών τη θεωρώ φυσιολογική. Απηχούσε τα κρατικά συμφέροντα μιας νεαρής χώρας, η οποία βρισκόταν σε σχέση αντιπαλότητας με την Αντάντ. Κατά συνέπεια, η συμμαχία με τον «εχθρό του εχθρού» ερμηνεύεται πλήρως στο πλαίσιο της άσκησης μιας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής. Και ως γνωστόν η εξωτερική πολιτική δεν διαπνέεται από συναισθηματισμό, ούτε διέπεται από ηθικούς κανόνες.

    Εάν θελήσουμε να αποδώσουμε ευθύνες για εκείνη την εποχή, το κύριο βάρος ανήκει στην ελληνική Δεξιά, η οποία διαχειρίστηκε με τον πλέον ανορθολογικό και αντιδραστικό τρόπο τη μεγάλη ιστορική πρόκληση από το Νοέμβριο του ’20 έως τον Αύγουστο του ’22, καθώς και τους συμμάχους της Ελλάδας, και κυρίως την Ιταλία και τη Γαλλία, που επέδειξαν έναν απίστευτο κυνισμό και ανέπτυξαν μια αντισυμμαχική δράση.

    Ένα ζήτημα, που προκύπτει από το θέμα που θίγεις, σχετίζεται με την προσπάθεια κάποιων κύκλων εντός του ποντιακού χώρου να ενοχοποιήσουν για την ήττα τους Σοβιετικούς, αποκρύπτωντας παράλληλα τις ελλαδικές ευθύνες, καθώς και τις ευθύνες των συμμάχων. Είναι ένας ιδιότυπος δεξιός αναθεωρητισμός στα ποντιακά θέματα, ο οποίος δυστυχώς καλλιεργείται… . Αλλά με το δεδομένο ότι στο παρελθόν συγκρούστηκα σκληρά με τη συγκεκριμένη πολιτική εκδοχή, θα ήθελα να μη συνεχίσω την κριτική επί των θέσεων αυτού του ρεύματος.

    Πάντως, όσον αφορά εκείνη την περίοδο, παλιότερα έγραψα τα εξής:

    «Η ιστορική εποχή χαρακτηρίζεται από τη διαδικασία αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και υπέρβασης των αυτοκρατορικών οθωμανικών φεουδαρχικών δομών. Σε μια κοινωνία όπου κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα ήταν οι μουσουλμάνοι και κυρίαρχη κοινωνική συμπεριφορά ήταν η θρησκευτική απαξίωση των χριστιανών και των εβραίων, οι περιφρονημένοι τομείς της αναδυόμενης νέας καπιταλιστικής οικονομίας θα αποτελέσουν διέξοδο για τους περιφρονημένους λαούς της Αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι, μετά τη σχετική απόδοση δικαιωμάτων με το Χάτι Χουμαγιούν (1856) θα συγκροτήσουν το κύριο τμήμα της νεοδημιουργημένης οθωμανικής αστικής τάξης. Έτσι, τα αστικά στρώματα των υπόδουλων λαών θα αποτελέσουν την αντικειμενική κοινωνική δύναμη που θα κληθεί να οδηγήσει την φεουδαρχική κοινωνία στον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό.

    (Γερμανοί και Τoύρκοι αξιωματικοί. Η ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού υπήρξε προτεραιότητα του γερμανικού ιμπεριαλισμού)

    Για τους υπόδουλους Έλληνες και Αρμένιους η μόνη ανεκτή προοπτική θα μπορούσε να είναι η απόδοση ισονομίας και ισοπολιτείας από την οθωμανική διοίκηση. Όμως η Ιστορία θα επιβάλλει την αντίθετη πορεία.

    Η μοιραία πολιτική δύναμη που θα αναλάβει βίαια την πολιτική διαχείριση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα είναι οι Νεότουρκοι, οι οποίοι θα καταλάβουν με πραξικόπημα την εξουσία το 1908. Με την πράξη τους αυτή θέτουν ουσιαστικά τέλος σε μια μακραίωνη περίοδο οθωμανικής παράδοσης, που συγκροτούσε ένα πολυεθνικό μουσουλμανικό κράτος με κύρια έμφαση στην θρησκευτική επιλογή. Εφεξής, για τους Τούρκους εθνικιστές το αίτημα θα είναι η κυριαρχία της εθνικιστικής τουρκικής εκδοχής, τόσο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασυροχαλδαίων και Αράβων), όσο και κατά των πολυεθνοτικών και πολύγλωσσων μουσουλμανικών μαζών. Στην περίπτωση αυτή, μια ομάδα φανατικών στρατιωτικών θα επιχειρήσει να εξοντώσει τα εκατομμύρια των χριστιανών με μια επίσημη απόφαση που θα λάβει το κόμμα τους τον Οκτώβριο του 1911. Την κατάσταση αυτή, τις αντιθέσεις αλλά και τις υποχρεώσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος θα επεξεργαστεί η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε κάποια εκπληκτικά για τη διορατικότητά τους κείμενα. Στη μπροσούρα της με τίτλο “Οι αγώνες στη Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία” γράφει: “Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση“.

    (Times του Λονδίνου. Για το συνέδριο των Νεοτούρκων)

    Σε ταξικό επίπεδο η σύγκρουση θα είναι μεταξύ των προοδευτικών αστικών στρωμάτων των χριστιανικών, κυρίως, λαών και των εθνικιστών στρατιωτικών. Γνωρίζει πολύ καλά η Λούξεμπουργκ τη ταξική αυτή διαφοροποίηση, όταν καλεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να στηρίξει τα χριστιανικά κινήματα της Αυτοκρατορίας. Γι΄ αυτό θα γράψει: «…Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας ως μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.»

    Η χρυσή ευκαιρία για τον τουρκικό εθνικισμό θα δοθεί την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν σε συνεργασία με το γερμανικό ιμπεριαλισμό θα προσπαθήσει να υλοποιήσει της ειλημμένες του αποφάσεις. Από το 1914 θα αρχίσουν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας αρχικά και θα συνεχιστούν κατά των Αρμενίων με τη γενοκτονία -που είναι και η μόνη ευρύτερα γνωστή πράξη του γενικευμένου παντουρκιστικού σεναρίου. Από το 1916 η γενοκτονία θα συμπεριλάβει και τους ελληνικούς πληθυσμούς στη βόρεια Μικρά Ασία, τον Πόντο. Οι Πόντιοι παράλληλα, θα εκφράσουν την αντίστασή τους με τη συγκρότηση ενός αυθόρμητου και ελάχιστα κεντρικά καθοδηγημένου ένοπλου επαναστατικού κινήματος, του ποντιακού αντάρτικου. Αργότερα ο Σοβιετικός ιστορικός Νόβιτσεφ θα το χαρακτηρίσει ως «επαναστατικό αγροτικό κίνημα». Να σημειωθεί ότι η επαναστατική παράδοση θα χαρακτηρίσει και τους αγροτικούς πληθυσμούς στο βόρειο Εύξεινο Πόντο, όπου οι Έλληνες της Μαριούπολης θα πλαισιώσουν και θα αγωνιστούν στο πλαίσιο του Μαχνοβίτικου αναρχικού αγροτικού κινήματος.

    (Το ποντιακό κίνημα θα προσπαθήσει να παρέμβει στις μεταοθωμανικές συνθήκες και θα αγωνιστεί μόνο του για την πολιτική χειραφέτηση)

    Γενικά ο τουρκικός εθνικισμός θα φανεί ιδιαίτερα επιτυχημένος στις επιλογές του, καταφέρνοντας με μια φρενήρη ρατσιστική πορεία να εξοντώσει τις κοινότητες που θεωρούσε εν δυνάμει επικίνδυνες. Η τελική πράξη του δράματος θα «παιχθεί» στη «γκιαούρ Ιζμίρ», την «άπιστη Σμύρνη» το Σεπτέμβριο του ‘22, όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που οι Τούρκοι εθνικιστές θα του προσδώσουν το χαρακτηρισμό Ατατούρκ, δηλαδή «γεννήτορα των Τούρκων»- θα εξοντώσουν με έναν απίστευτο τρόπο για τη σύγχρονη Ιστορία το χριστιανικό πληθυσμό (Έλληνες και Αρμενίους). Πρέπει να σημειωθεί ότι τους προς εξόντωση πληθυσμούς, συνειδητά εγκατέλειψαν στο έλεος των κεμαλικών οι ελληνικές αρχές κατοχής μετά από εντολή του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη «για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα».

  4. Αμανάτιος on

    Βλάση,
    αφήνω ίναν Καρσλίν τσιτσέκ’ σ’ εσέτερον το γράσεμαν (ντο φωτίειζ’ τ’ αναγνώριμα…)!
    Πάντα ν’ αραεύ’ς και μαθίειζ’ μας!
    Α΄σον Αμανάτ’

  5. Ουιγούροι: Οι τελευταίοι Τούρκοι της Κίνας

    To magnus opus του Τουρκισμού και η ιστορική αρχή των Τούρκων
    Το 1923 ο Ζιγιά Γκιοκάλπ ένας κουρδικής καταγωγής Νεότουρκος καταγόμενος από το νυν επίκεντρο του κουρδικού αποσχιστικού κινήματος Ντιγιάρπαγκιρ, συνέγραφε γεμάτος νεοτουρκικό εθνικιστικό πάθος και έμπυρο ενθουσιασμό ό,τι αντιστοίχως για τους απανταχού κομμουνιστές αποτελεί το «κομμουνιστικό μανιφέστο και ό,τι για τους εθνικοσοσιαλιστές του μεσοπολέμου αποτελούσε ο χιτλερικός « Αγών μου», τις « Αρχές Τουρκισμού». Ο ίδιος αν και καταγνώσας την κουρδική του συνείδηση εφρόντιζε πάντα να την υποβαθμίζει υπέρ του «τουρκικού του οράματος».
    Ας πάμε στις απαρχές του τουρκικού λαού:
    Ο τουρκικός εθνικισμός πριν λάβει την μορφή του παντουρκισμού το 1909 είχε εμποτισθεί με στοιχεία μεγαλοϊδεατισμού ήδη από την οργάνωση αντιτιθέμενων στα φαναριώτικα – πατριαρχικά συμφέροντα Τούρκων, την «Παντουρανική Κοινωνία» του 1839, και έκτοτε αποκρυστάλλωσε μία ιστορική στόχευση και κατεύθυνση αναμειγνύων μυθικά στοιχεία με πραγματικές πηγές. Μέσα από αυτήν την ιστορία, ή μυθιστορία, ο τουρκικός στρατός επενδύει τον μύθο του «Ατρόμητου Τούρκου Στρατιώτη με την χαλκέντερη ασημένια καρδιά», με την οποία γαλουχούνται γενιές και γενιές της γείτονος μέχρι τούδε. Η αφήγηση λοιπόν εν περιλήψει έχει ως εξής: Οι Τούρκοι ονομαζόμενοι και ως Του – Τζυέχ ή Του – Κνε από τους Κινέζους, προέρχονται από τους Σιουνγκ – Νου (Hsiung – Nu) νομαδικό τουρανομογγολικό λαό εμφανιζόμενο ήδη κατά τον 3ο αιώνα πΧ στις στέπες της Κεντρασίας όπου και κυριάρχησε ως χαλαρή φυλετική ομοσπονδία μέχρι και το 2ο αιώνα μΧ. Η φυλή αυτή αρχικά φιλειρηνική νομαδική και ποιμενική, αργότερα ευρέθη σε συγκρουσιακή πορεία τόσο με τους γείτονες Μογγόλους όσο και τους δυνάστες της περιοχής Κινέζους.
    Κατόπιν πλείστων όσων αλληλοκατακτήσεων και καταστροφών, οι Τούρκοι στην χρυσή εποχή τους, ήτοι κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. φθάνουν στην Κολοφώνα της δόξης του εκτεινόμενοι από την σημερινή Μογγολία έως τα Βουνά της Κίνας και έχοντες επαφές για πρώτη φορά με τους Ανατολικορωμαίους Βασιλείς εκείνης της εποχής όπως ο Φλάβιος Ιουστίνος Αύγουστος ο 2ος γύρω στο 580 μΧ.Όμως η αχανής αυτή αυτοκρατορία ελλείπουσα στιβαρής κεντρικής διοικήσεως και στοιχειωδών πολιτειακών θεσμών διελύθη εξ ων συνετέθη με τους Δυτικούς Τούρκους να μετασχηματίζονται σε Τάταρους, Τουρκομάνους, Κιργισίους κοκ. Αντιθέτως οι Ανατολικοί κράτησαν την συνοχή τους και απετέλεσαν μία σοβαρή απειλή στα βορειοδυτικά σύνορα της αχανούς Αυτοκρατορίας των Κινέζων ιδίως αυτών των Sui και των περίφημων Τ`ang. Ήταν η χρυσή εποχή τους, η επική περίοδος των “Κοκ Τurks” ή «Göktürk» των επονομαζομένων και ως «Ουράνιων» Τούρκων, ζώντων σε μία φαντασιακή ελευθέρια κοινωνία γενναίων πολεμιστών – ποιητών.
    Η «μεγάλη αυτοκρατορία των Ουρανίων Τούρκων» όμως μετά από ατελείωτες συρράξεις τόσο με Κινέζους όσο και με τουρκογενείς και άλλους μογγολικούς λαούς κατεστράφη τελικώς από τους Κιργισίους το 850μ.X. Εξαιρετική ιστορική ειρωνεία είναι ότι το 749μ.Χ κατεκτήθησαν για σύντομο χρονικό διάστημα από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας μας Ουιγούρους.
    Σήμερα όταν ομιλούμε για Τούρκους ουσιαστικά αναφερόμεθα σε «τουρκόγλωσσους».
    Είναι χαώδης η φυλετική διαφορά σήμερα Τούρκων, Ουζμπέκων, Τατζίκων, Κιργισίων, Καζακστανών, Ουιγούρων κοκ. Ιδίως οι εγγύς Ευρώπης Τούρκοι θυμίζουν μάλλον Έλληνα ή Σέρβοκροάτη Βαλκάνιο παρά τους πάλαι ποτέ «πολεμιστούς του θεού Οθμάνους». Οι δε Ουιγούροι θεωρούνται ο πρώτος τουραναμογγόλος λαός που περί τα 2.500 χρόνια ανεμείχθη με Ευρωπαίου και ωρισμένους παλαιοσλαύους, ώστε άκόμη και σήμερα να υπάρχουν μεταξύ των αρκετοί με ανοικτά χαρακτηριστικά (ξανθοί, γαλανά μάτια, ροδαλό ΄δέρμα κοκ).
    Όμως έτσι ή αλλοιώς, ετησίως γίνεται με όλες τις τιμές στην Κωνσταντινούπολη η γιορτή όλων των Τουρκικών Εθνών. Αν και ο παντουρανισμός ευδοκίμησε κυρίως σε Τουρκία και Ουζμπεκιστάν, ουδέποτε εγκαταλείφθηκε ως ιδέα από τους γείτονες. Πάντοτε προσκαλώνται όλοι οι απόγονοι ή συγγενείς των «Ουρανίων Τούρκων» μέσα σε αυτούς φυσικά και το πολύτιμο πετράδι – τελευταίο οχυρό του «πανίσχυρου παρελθόντος», οι Ουιγούροι.
    Και εκεί αρχίζουν τα προβλήματα με την China…
    Ουιγούροι: Η ιστορία τους η θρησκεία τους η μοναξιά τους και τα πάθη τους:
    Οι Ουιγούροι (Uigur, Uygur, ή Uighur και Hoy-Hu, Üan-Ga, ή Chiu Hsing στα κινεζικά) αποδίδονται στα αρχαία αλταϊκά «παλαιοτουρκικά» ως η συνομοσπονδία των 9 φυλών»
    και με τους ως άνω Kok Turks αποτελούσαν τα ισχυρότερα τουρκικά φύλα στην ανατολική Κεντρασία. Σήμερα κατοικούν στην πλουσιώτατη σε φυσικούς πόρους επαρχία του Ξινγιάνγκ (Xinjiang) στην Κίνα αριθμούν περί τις 7,200,000 ψυχές ήτοι το 45% περίπου της επαρχίας και το 0,68% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό τους εντός Κίνας στα 8.400.000. Επίσης μπορούμε να τους βρούμε ως μικρές μειονότητες στo Πακιστάν τη Ρωσία, το Καζακστάν, την Κιργιζία, τη Μογγολία, το Ουζμπεκιστάν, την Τουρκία (Ιδίως πολιτικοί πρόσφυγες), αλλά και στην κεντρική επαρχία Γιουνάν της Κίνας (περί το 1.000.000). Η πρώτη αναφορά στους Ουιγούρους γίνεται κατά την δυναστεία των Πέι- Βέι τον 5ο αιώνα μ.Χ, ενώ οι απώτατες τους ρίζες συγγενεύουν και με τους μετέπειτα Ούνους ισχυρό γονίδιο των οποίων επιβιώνει στην Ουγγαρία που άλλωστε τιμά τον Αττίλα ως έναν από τους εθνικούς της ήρωες.
    Έπρεπε να περάσουν εκατοντάδες χρόνια ώστε αυτοί οι νομάδες να αποτελέσουν πολιτική οντότητα κάτι που κατάφεραν μόλις το 744 όταν ομού με τους υποτελείς τους τουρκογενείς Βασμύλους και Κουαρλούγους νίκησαν τον Χάνο των Göktürk και ίδρυσαν στα Αλταϊκά Βουνά του Ξινγιάγκ μία αυτοκρατορία που άνθησε για 100 περίπου χρόνια έως και το 840.Τότε ανέτειλε η χρυσή εποχή τους, με τους Ουιγούρους να κατακτούν εδάφη μέχρι
    και την Κασπία Θάλασσα και να ετοιμάζουν μεθοδικά την απόλυτη σύγκρουση ή άλλως την αναμέτρησή τους με την δυναστεία των T`ang. Όμως ως είθισται εμφύλιες συγκρούσεις
    αλλά και λιμοί τους εξασθένησαν τόσο ώστε οι Κιργίσιοι να τους καταστρέψουν ολοκληρωτικά κάπου την άνοιξη του 840. Στα ερείπια της Ουιγουρικής αυτοκρατορίας το γένος τους ήκμασε στις περιοχές Gansu, Xinjiang, και Chu River όπου ίδρυσαν και διάφορα κρατικά υβρίδια μέχρι την μογγολική κατάκτηση και τον πλήρη εξανδραποδισμό τους από τον Τζέκινς Χαν, του οποίου ο γυιός Chagatai Khanate εκληρονόμησε την περιοχή.
    Κατόπιν πολλών εισβολών η περιοχή αυτή ονόματι Ανατολικό Τουρκεστάν ή Ουιγουριστάν απέλαυσε μία τελυταία ακμή με το κράτος των επτά πόλεων ή άλλως Yettishar ανεγνωρισμένη εκτός των άλλων από την Οθωανική Αυτοκρατορία την Τσαρική Ρωσσία και την Μεγάλη Βρεττανία (1873-1875). Τον 19ο αιώνα η ισχυρή κινέζικη αυτοκρατορική δυναστεία των Qing καταλαμβάνει το Ανατολικό Τουρκεστάν και του αποδίδει το όνομα «Kashgar Sinkiang», σημαίνον «Νέα Επικράτεια ή Νέα Περιοχή».
    Οι Ουιγούροι ήσαν αρχικά Μανιχαϊστές. Από τον 11ο αιώνα αρχίζει ο συστηματικός εξισλαμισμός τους που θα διαρκέσει μέχρι και τον 15ο αιώνα οπότε και οι τελευταίοι της φυλής ησπάσθησαν τις διδαχές του Μωάμεθ. Η ιστορία της μουσουλμανικής διεισδύσεως
    στην Άπω Ανατολή περίπου μυθιστορηματική: Υποτίθεται ότι δεκαοκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Μωάμεθ, άραβες χαλίφηδες απέστειλαν αντιπροσώπους στον Κινέζο αυτοκράτορα Γκαοτζόνγκ (Gaozong) για να τον μυήσουν στο Ισλάμ. Ο αυτοκράτορας,
    παρότι ηρνήθη ευγενώς να ασπασθεί τη νέα θρησκεία, διέταξε την κατασκευή ενός μεγαλόπρεπου τζαμιού στην Καντόνα ως ένδειξη σεβασμού προς τα ισλαμικά διδάγματα.
    Μια ιστορία που μας παραπέμπει προς αυτήν του Ηρακλείτου με τους απεσταλμένους του Μωάμεθ με μία κοινή συνισταμένη: Όποιοι δεν αντεστάθησαν ηθικώς ιδεολογικώς και εξουσιαστικώς στον Μωάμεθ και τους απογόνους του, είχαν ως παρακαταθήκη την ανοχή του. Αντίθετο παράδειγμα οι βιαίως εκπεσόντες Σασσανίδες της Περσίας…
    Ο λαός των Ουϊγούρων φημίζεται για τη μόρφωσή του, μάλιστα υπήρξαν πλείστα όσα σημαίνοντα μέλη της εθνότητας που εργάστηκαν σε υπουργεία και πρεσβείες διαφόρων κρατών, δάσκαλοι, αξιωματικοί του στρατού, πρεσβευτές και διανοούμενοι. Η λογοτεχνία
    των Ουϊγούρων είναι ιδιαίτερα πλούσια και κάποια από τα βιβλία τους έχουν μεταφραστεί σε δυτικές γλώσσες. Οι Ουϊγούροι ετύπωναν τα βιβλία τους για εκατοντάδες χρόνια προτού εφευρεθεί η τυπογραφία από τον Γουτεμβέργιο. Αφού ησπάσθησαν το Ισλάμ, κατά τον 10ο αιώνα, υιοθέτησαν την αραβική αλφάβητο. Με την κινεζική επέλαση επεβλήθη το λατινικό αλφάβητο εν΄/ώ σιγά σιγά εκαθίστανται τα ιδεογραφήματα τωνΧαν.
    Οι Κινέζοι εφορμούν…
    Η επαρχία Σινζιάνγκ έχει πληθυσμό 20 εκατομμύρια κατοίκους. Το Πεκίνο από τη δεκαετία του 1950 εποικίζει συστηματικά την περιοχή με μέλη της κυρίαρχης φυλής Χαν. Το 1953 οι Χαν κάτοικοι της Ξινζιάνγκ ήσαν το πολύ μισό εκατομμύριο, σήμερα σήμερα εγγίζουν τα 7.000,000 και αποτελούν αποτελούν περίπου το 42% του πληθυσμού…
    Οι Ουιγούροι σε ένα ντελίριο εθνικού πατριωτισμού και αλυτρωτισμού εγκαθιδρύουν την «Τουρκική Ισλαμική δημοκρατία του Ανατολικού Τουρκεστάν το 1933», με την βοήθεια Κινέζων μουσουλμάνων και της Σοβιετικής Ένωσης . Το 1934, μόλις ένα χρόνο μετά,
    η ακόμη αυτοκρατορική Κίνα λύει βάναυσα τις αυταπάτες τους…
    Τα επόμενα χρόνια η Κίνα θα γνώριζε ραγδαία ανάπτυξη σε όλους τους τομείς. Προπαγανδιστική διδασκαλία και κρατικός εποικισμός ανεδείχθησαν ως πρωταρχική προτεραιότητα ενός αποτελεσματικόούχαοτικού κράτους δισεκατομμυρίων.
    Οι Τούρκοι Ουιγούροι μπορούσαν να πηγαίνουν μόνο σε τζαμιά εγκεκριμένα από το κράτος τους. Απαγορευόταν η διδασκαλία της μητρικής τους γλώσσας στα σχολεία ενώ δόθηκαν επιδόματα σε εκατομμύρια Κινέζους για να μετακομίσουν προς αυτή την τεράστια δυτική επαρχία.
    Καθόλον το δεύτερο μισό του 20 αιώνος πυρηνικές δοκιμές εγγύς κατωκημένων από Ουιγούρους περιοχών συνετέλεσαν στον θάνατο χιλιάδων Τούρκων από την ραδιενέργεια. Μη κυβερνητικές οργανώσεις καταγγέλλουν σωρεία παραβιάσεων, χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων.
    Μετά την 11 Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, η Κίνα προέβαλε με όλο και μεγαλύτερη επιμονή το πρόβλημα των Ουιγούρων αποσχιστών, θεωρώντας ότι είναι συνεργάτες της Αλ Κάιντα.
    22 Ουιγούροι μέχρι σήμερα περιμένουν μία υποθετική δίκη ως κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο. Ουδείς εξ αυτών έχει δικασθεί όμως ήδη 5 απελευθερώθηκαν και μετέβησαν στην Αλβανια (συγκρατήστε το αυτό…) Εν πάση περιπτώσει καμμία σαφής διασύνδεσή τους δεν υπαρχει με την ως άνω τρομοκρατική οργάνωση, αλλά και καμμία αμφιβολία δεν υπάρχει για το ισλαμιστικά αλυτρωτικό των τάσεών τους. Όπως και η οικονομική και εξουσιαστική ισχύς της Κίνας στις ΗΠΑ.
    Το Πεκίνο κατηγορείται επίσης ότι προσπαθεί να εξαλείψει την επιρροή τους, ενορχηστρώνοντας τη μαζική μετανάστευση των Κινέζων Χαν -που αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνική ομάδα της χώρας- στην επαρχία Ξινγιάγνκ. Οι Χαν, τώρα,
    αποτελούν το 40% του πληθυσμού της επαρχίας, η οποία εσχάτως περιελήφθη στα αναπτυξιακά σχέδια της κινεζικής κυβέρνησης και παρουσιάζει μεγάλη άνθηση.
    Οι Ιμάμηδες αναγκαστικά διορίζονται από το κράτος, η διδασκαλία του Κορανίου σε ανήλικους απαγορεύεται, και οι θρησκευτικές οργανώσεις απηνώς διώκονται υπό την κατηγορία της υποθάλψεως τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.
    Το 1996, η Κίνα, σε συνεργασία με την Ρωσία, το Καζακστάν, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν, εγκαθίδρυσε την οργάνωση Shanghai Five, μετέπειτα Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organisation, SCO), με συμμετοχή του Ουζμπεκιστάν και παρατηρητές την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν και τη Μογγολία. Διακηρύττει την από κοινού δράση κατά αποσχιστικών κινημάτων καθώς και την διασυνοριακή συνεργασία για την έκδοση τρομοκρατών στη χώρα καταγωγής τους. Ήτοι το Πεκίνο «εξασφάλισε'» την συνεργασία κατά των ¨ατάκτων Ουιγούρων¨¨ από ομοδόξους ή ακόμη και ομοαίματους…
    Επιπροσθέτως το Πεκίνο προσέφερε οικονομική αρωγή ύψους 150 εκατομμυρίων δολαρίων στο μετα-Ταλιμπανικό Αφγανιστάν. Ως αντάλλαγμα, ο Πρόεδρος Hamid Karzai υπεσχέθη την απέλαση των μουσουλμάνων με κινεζική υπηκοότητα.
    Το δεύτερο σκέλος της κινέζικης στρατηγικής αφορά στο στιγματισμό των Ουιγούρων αυτονομιστών ως τρομοκρατών στη διεθνή κοινή γνώμη. Με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου το κινεζικό καθεστώς δεν απωλεσε την ευκαιρία . Έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στα όσα (τρομοκρατικά;) διημείφθησαν στην Ξιντζιάνγκ, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις βομβιστικές επιθέσεις στην κομητεία Κούτσα (Kuqa) ]στους Ολυμπιακούς του του Πεκίνου. Οι ενέργειες αυτές της Κίνας κατά της διεθνοποίησης του ουιγουρικού αγώνα σε συνδυασμό με την καθυστερημένη δραστηριοποίηση της ουιγουρικής διασποράς, δρέπουν καρπούς. Ακόμη και η Τουρκία, μετά την υπογραφή οικονομικής συμφωνίας με το Πεκίνο το 2000, συμφώνησε να επεκτείνει την ‘΄τουρκικά επονείδιστη» συνεργασία τους και στην καταπολέμηση αποσχιστικών κινημάτων, το ίδιο και η δαμόκλειος σπάθη του σουνιτικού ισλαμισμού Σαουδική Αραβία που έχει υπογράψει ομοίως ήδη από το 2006, με μόνη κίνηση καλής θελήσεως προς τους ίδιους τους Ουιγούρους την αναπτυξιακή δράση επί της πόλεως Ακσού.
    Πλέον αν και οργανώσεις όπως το Human Rights Watch επαγρυπνούν για την αποδόμηση των Ουιγούρων, η Κίνα έχει καταφέρει την απομόνωση τους.
    Η δε Τουρκία συνεχίζει τις παρελάσεις.

    Αποσπασμα απο το αρθρο του Βασιλη Φασουλα
    για το http://kolonaki-press.com/
    ———————————————————————–

    Το σάιτ των Ουιγούρων: http://www.uygur.org/

  6. […] είναι η διαρκής εθνική σημασιοδότηση του όρου “Τούρκος“. Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι […]

  7. […] είναι η διαρκής εθνική σημασιοδότηση του όρου “Τούρκος“. Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι […]

  8. Βλάσης Αγτζίδης on

    Türksünüz ( You Are Turkish )

  9. zoiforos on

    «Mάστιγα» της ανθρωπότητας οι τούρκοι
    σε σχολικά βιβλία… 27 χωρών

    του Νίκου Χειλαδάκη
    Δημοσιογράφου – Συγγραφέα – Τουρκολόγου

    Την ίδια περίοδο που εδώ στην Ελλάδα κάποιοι «εθελότυφλοι» και «ραγιαδόφρονες» επιμένουν να επιβάλουν στα σχολικά μας βιβλία μια εξωραϊσμένη και εξωπραγματική εικόνα για την παρουσία των Τούρκων στην ελληνική ιστορία, την ίδια περίοδο που τα ελληνικά μεγάλα κανάλια προβάλουν με μανία κάποια εξωπραγματικά τουρκικά σήριαλ καλλιεργώντας στο ελληνικό κοινό μια απατηλή εικόνα για την σύγχρονη Τουρκία, στην ιδία την Τουρκία προκάλεσε σοκ η δημοσίευση μιας αποκαλυπτικότατης έρευνας του ίδιου του τουρκικού Γενικού Επιτελείου σχετικά με την εικόνα που έχουν για τους Τούρκους, πολίτες άλλων χωρών. Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα αυτή, σε 27 χώρες η εικόνα της Τουρκίας και των Τούρκων, όπως παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, είναι το λιγότερο θα έλεγε κανείς αρνητική και φτάνει μέχρι του σημείου να χαρακτηριστούν σαν η χειρότερη μάστιγα της ανθρωπότητας. « Στρατός του διαβόλου», «Απατεώνες», «Ύπουλοι», «Κηφήνες», «Παράσιτα», «Βιαστές», «Εισβολείς», «Αρπάγες», «Πλιατσικολόγοι», «Βάρβαροι του Αττίλα», «Τύραννοι», είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά επίθετα με τα οποία «κοσμείται» η λέξη Τούρκος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια σειρά χωρών από την Μέση Ανατολή μέχρι την Φιλανδία, οι Τούρκοι κατέχουν το ρεκόρ των αρνητικών χαρακτηρισμών σε σημείο να παρομοιάζονται με την μεγαλύτερη συμφορά για τους λαούς των χωρών αυτών. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι τέτοιοι χαρακτηρισμοί εμφανίζονται σε σχολικά βιβλία ακόμα και μουσουλμανικών χωρών, ακόμα και χωρών που σήμερα συνδέονται με φιλικές και συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία.

    Συγκεκριμένα στην Αλβανία, στην όγδοη τάξη της στοιχειώδης εκπαίδευσης αναφέρετε ότι από όπου πέρασαν οι Τουρκοι έπεσε μαύρη σκλαβιά, οι μάνες βιαστήκαν, οι άντρες πουλήθηκαν σαν δούλοι και σκλάβοι. Στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, στην εβδόμη τάξη της στοιχειώδης εκπαίδευσης οι Τούρκοι χαρακτηρίζονται σαν κλεφτές, βιαστές, ληστές, και παράσιτα και προστίθεται πως εξ αιτίας της σκλαβιάς στους Τούρκους οι λαοί των σκλαβωμένων χωρών υπέστησαν μεγάλη καθυστέρηση στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη και έμειναν πολύ πίσω σε σύγκριση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης. Στα Σκόπια, στην πρώτη τάξη του Λυκείου αναφέρετε πως οι Τούρκοι βασάνιζαν, κρέμαγαν τους αγωνιστές του λαού, τους κάρφωναν πάνω σε πασσάλους, τους έγδερναν με τον χειρότερο τρόπο.

    Αλλά και εκτός των Βαλκανίων υπάρχουν επίσης πολύ επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Τούρκων. Έτσι στην Ουκρανία, στην εβδόμη τάξη της στοιχειώδους εκπαίδευσης αναφέρετε ότι ο Χασάν πασάς μετά την εξέγερση της Κριμαίας έφερε στην Πόλη τριακοσίους σκλάβους που τους πούλησε στο σκλαβοπάζαρο. Εκεί χωρίστηκε η μάνα από το παιδί της και ο γιος από τον πατέρα, μέσα από ένα ανεπανάληπτο θρήνο των δύστυχων σκλάβων. Είναι γνωστή βέβαια η θέση της Αρμενίας όπου στα σχολικά της βιβλία καυτηριάζεται με πολύ έντονο τρόπο όλη η ιστορική διαδρομή των Τούρκων και φυσικά δίνετε μεγάλη έμφαση στην γενοκτονία που έγινε σε βάρος του αρμενικού λαού. Επίσης στα σχολικά βιβλία της Γερμανίας αναφέρετε με έντονα επικριτικό για τους Τούρκους ύφος η καταπίεση των Κούρδων, ενώ η ίδια η Τουρκία χαρακτηρίζετε σαν ένα ακραίο εθνικιστικό κράτος και ότι ο τουρκικός στρατός είναι στρατός βασανιστηρίων. Τέλος στα σχολικά βιβλία της μακρινής Φιλανδίας υπάρχουν και εκεί άκρως υποτιμητικές για τους Τούρκους αναφορές. Συγκεκριμένα αναφέρετε ότι στην Τουρκία απαγορεύετε η χρήση της μητρικής γλώσσας για τους Κούρδους, ότι γίνονται βασανιστήρια σε άτομα των μειονοτήτων και ότι από το 1984 το ΡΚΚ, που χαρακτηρίζετε σαν απελευθερωτικό κίνημα, έχει αρχίσει ένοπλο αγώνα κατά της τουρκικής καταπίεσης. Οι έντονα επικριτικές για την Τουρκία και τους Τούρκους αναφορές σε βιβλία της σχολικής εκπαίδευσης επεκτείνονται και σε άλλες χώρες όπως η Ιταλία, Γαλλία, Ρωσία, ακόμα και στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί στην ίδια την Τουρκία, στην γειτονική Συρία έχουν καταγραφεί 92, (οι περισσότερες), επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Οθωμανών και των Τούρκων από την χώρα τους, στην Κυπριακή Δημοκρατία 65, στην Βουλγαρία 50 και 43 στην Βοσνία Ερζεγοβίνη.
    Ένα άλλο μεγάλο πολιτικό-ηθικό σοκ που υπέστησαν πρόσφατα οι Τούρκοι είναι με την τελευταία κυβερνητική αλλαγή της Βουλγαρίας. Ο νέος πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Μπόικο Μπορίσοφ, σύμφωνα με δημοσιεύματα του ίδιου του τουρκικού τύπου, δήλωσε επίσημα πως η Βουλγαρία θα διεκδικήσει αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Βούλγαροι στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από τους Τούρκους, με τις σφαγές που έγιναν τότε σε πολλές βουλγαρικές επαρχίες.

    Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες που έφταναν από την Σόφια, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός φέρονταν να είχε δηλώσει στον Βούλγαρο δημοσιογράφο, Γεώργκι Κοριτάρωφ, πως η Βουλγαρία έχει το δικαίωμα της απαίτησης της ιστορικής δικαίωσης. Πρόσθεσε δε ότι σύντομα θα φέρει στο βουλγαρικό κοινοβούλιο ψήφισμα με το οποίο θα οριστεί ημέρα επετείου της βουλγαρικής γενοκτονίας που υπέστη ο βουλγαρικός λαός από τους Τούρκους τον δέκατο ένατο αιώνα. Η δήλωση αυτή τάραξε τα τουρκικά ΜΜΕ, ενώ πολλοί την Άγκυρα τόνιζαν ότι αυτό γίνεται κατόπιν πιέσεων του γνωστού ακροδεξιού βουλγαρικού κόμματος, ΑΤΑΚΑ, που βρήκε ενισχυμένο από τις τελευταίες εκλογές και φέρετε να στηρίζει την νέα κεντροδεξιά βουλγαρική κυβέρνηση του Μπόικο Μπορίσωφ. Το ΑΤΑΚΑ και στο παρελθόν είχε καταφερθεί έντονα κατά της Τουρκίας και την είχε κατηγορήσει ότι υποκινεί την τουρκόφωνη μουσουλμανική μειονότητα της Βουλγαρίας για να εξυπηρετήσει τα τουρκικά συμφέροντα στην περιοχή. Μάλιστα τις παραμονές των εκλογών είχε διοργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις στα σύνορα Τουρκίας Βουλγαρίας, με έντονα αντιτουρκικό χαρακτήρα προσπαθώντας να εμποδίσει τα καραβάνια των τουρκόφωνων ψηφοφόρων που έρχονταν οργανωμένοι από την Τουρκία όπου μένουν τα τελευταία χρόνια, για να ψηφήσουν στις τελευταίες βουλγαρικές εκλογές. Να σημειωθεί ότι το ΑΤΑΚΑ έχει πρωτοστατήσει στο παρελθόν στο βουλγαρικό κοινοβούλιο για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας και μάλιστα το 2006 είχε φέρει σχετικό νομοσχέδιο στην βουλγαρική βουλή αλλά τελικά το νομοσχέδιο είχε απορριφθεί κατόπιν έντονων αντιδράσεων της Τουρκίας, αλλά και των εκπροσώπων της τουρκόφωνης μειονότητας στην βουλγαρική βουλή.

    Αλλά και στην ίδια την Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια νέα συζήτηση γύρω από τον ορισμό του Τούρκου και τον ιστορικό του ρόλο που αντιδιαστέλλεται από αυτό των Οθωμανών. Σύμφωνα με μια μεγάλη μελέτη του αμερικανικού πανεπιστημίου Στάνφορντ, που αναδημοσιεύτηκε και στην Τουρκία από τον Τούρκο ιστορικό ερευνητή, Μπεκίρ Οζγκέ, μόνο το 9% των σημερινών κατοίκων της Τουρκίας μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν πραγματικά τουρκική καταγωγή από την κεντρική Ασία.

    Η ταύτιση Τούρκων και Οθωμανών έγινε εδώ και 100 χρόνια περίπου και απετέλεσε στη συνέχεια το ιστορικό όπλο του Κεμάλ Ατατούρκ για να θεμελιώσει νέα τεχνητή εθνική συνείδηση στους κατοίκους της Μικράς Ασίας, που απέμειναν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, τις σφαγές των χριστιανών και την περίφημη εθνοκάθαρση. Όπως αναφέρεται λοιπόν, μέχρι το 1876, η λέξη Τούρκος δεν απαντούσε πουθενά στα επίσημα έγραφα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

    Ο ίδιος ο Πορθητής αναφέρονταν σαν, «Ηγεμόνας των Ρωμιών», ενώ πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν Έλληνας από μητέρα. Οι Οθωμανοί δεν μιλούσαν ποτέ τουρκικά και αυτό είναι γνωστό και σε πολλούς μελετητές και ιστορικούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η οθωμανική γλώσσα είναι κυρίως μείγμα αραβικών, και περσικών. Ακόμα και η σημερινή τουρκική γλώσσα χρησιμοποιεί χιλιάδες αραβικές και περσικές λέξεις. Η γλώσσα που μιλούσαν στο οθωμανικό σαράι ήταν κατ’ εξοχή τα περσικά, ενώ το αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν ήταν το αραβικό και η περσική παραλλαγή του.

    Αλλά το πιο εκπληκτικό ήταν πως οι διανοούμενοι της Οθωμανική αυτοκρατορίας, οι ποιητές και οι άνθρωποι του σουλτάνου, έδειχναν σε κάθε ευκαιρία τον αποτροπιασμό τους και την αποστροφή τους προς κάθε τι που εμφανίζονταν σαν… τουρκικό. Ο μεγάλος Οθωμανός ποιητής, Μπακί, της εποχής του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, στο αποκορύφωμα της αυτοκρατορίας, είχε γράψει ένα έκπληκτο ποίημα για τους Τούρκους και έλεγε τα εξής χαρακτηριστικά : «Κανένα στέμμα δεν μπορεί να στέψει τον κάτοχο ένδειας και πενίας. Όποιος ανήκει στην τουρκιά, έχει αγύριστο κεφάλι. Ο Τούρκος στερείτε ικανότητας να ηγεμονεύσει».

    Ένας άλλος γνωστός Οθωμανός ποιητής, ο Νεφ, είχε πει, «Ο Θεός έχει στερήσει την πηγή της γνώσης από τους Τούρκους». Ο Οθωμανός λόγιος, Χαφίζ Αχμέτ Τσελεμπί, είχε γράψει το 1499 αυτές τις πράγματι πολύ χαρακτηριστικές φράσεις, «Μην τύχει και λογιάσεις τον Τούρκο ως άνθρωπο. Αν κατά τύχη βρεθεί ζάχαρη σε χέρι Τούρκου, αυτή μετατρέπετε σε δηλητήριο. Μην θλίβεσαι καθώς αποκεφαλίζεις Τούρκο. Και πατέρας να’ ναι μην διστάσεις να σκοτώσεις τον Τούρκο».

    Οθωμανοί λόγιοι, όπως ο Ναιμά και ο Οθωμανός ιστορικός, Κεριμεντίν Μαχμούτ από το Άκσαράι, χαρακτήριζαν τους Τουρκογενείς σαν καθυστερημένους, πνευματικά βάρβαρους, θεομπαίχτες, αγύρτες, βρώμικους Χαρακτηριστικό είναι τα όσα αναφέρει ο Κεριμεντίν Μαχμούτ, «Τούρκοι, σκυλιά, λύκοι, κάνουν τον άγριο, αλλά όταν έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο το βάζουν στα πόδια».

    Στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912, όπως αναφέρει η μελέτη του αμερικανικού πανεπιστημίου, η λέξη Τούρκος και τουρκικός θεωρείτο σαν εχθρική προς την αυτοκρατορία. Ακόμα και στα επίσημα οθωμανικά έγραφα δεν γίνονταν καμία αναφορά για την τουρκικότητα της αυτοκρατορίας, αντίθετα σε όποια περίπτωση γίνονταν κάποια αναφορά, αυτή συνοδεύονταν πάντα με υποτιμητικές φράσεις.

    http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=5087&Itemid=158

  10. […] του 1821 Μια συνέντευξη μ’ αφορμή το “νεο-οθωμανισμό” Turk-le-sh-tir-e-me-dik-ler-im-iz-den-mi-sin-iz? Like this:LikeBe the first to like this post. « Παρουσίαση ενός […]

  11. The childhood sketch book belonging to Mehmet the Conqueror has been displayed to the public for the first time. And as you can see from the photo at this link, he was educated in Greek.

    http://www.milliyet.com.tr/fotogaleri/47248-yasam-iste-fatih-sultan-mehmet-in-not-defteri/14

  12. M on

    Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Εξισλαμισμοί στην Μακεδονία.

    Αποστ. Ε. Βακαλόπουλου
    Καθηγητού του Πανεπιστημίου Θεσ)νίνης

    ΟΙ ΒΑΛΑΑΔΕΣ
    ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

    Ή ανυπόφορη κατάσταση που είχε δημιουργηθή στη Μακεδονία κατά τα τέλη του 17ου αί. και κατά τον 18ο αί. και πού χειροτέρεψε κατά το διάστημα του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και της αρβανιτοκρατίας, επέτεινε το ρεύμα προς την εξωμοσία, πού στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε διακοπή.

    Τα γεγονότα όμως αυτά έμειναν σκοτεινά και μόνα ή ζωντανή παράδοση μας διαφύλαξε ορισμένα τραγικά επεισόδια.

    Από τα πιο αξιοσημείωτα ασφαλώς είναι οι εξισλαμισμοί των κατοίκων πολλών ελληνικών χωριών της Δυτικής Μακεδονίας, των ονομαζόμενων Βαλαάδων.

    Ή γλώσσα τους μαρτυρούσε αδιάψευστα την ελληνική καταγωγή τους.

    Ακόμη ως τα τελευταία χρόνια διατηρούνταν τα παλαιά ονόματα των λόφων της περιοχής τους, Άγιος Αθανάσιος, Προφήτης Ήλίας, «Αγιος Νικόλαος κ.λ.

    Σε μερικούς από τούς λόφους αυτούς υπήρχαν έξωκκλήσα, πού την φροντίδα τους έξακολουθουσαν να την έχουν οί γυναίκες τών Βαλαάδων.
    Δεν παρέλειπαν μάλιστα να τα επιδιορθώνουν, για να τα προφυλάξουν άπό την καταστροφή και το γκρέμισμα.

    Αντίθετα οι Τούρκοι έποικοι από την Μ. Ασία πού είχαν έγκατασταθή ανατολικά της περιοχής των βαλαάδων είχαν δώσει στα γειτονικά τους βουνά τουρκικές ονομασίες.

    Οί Βαλαάδες (από τον όρκο τους Βαλλαχι=μά τον Θεό) ή Φούτσιδες (από το φούτσι μ΄ = άδελφουτσι μου), σκορπισμένοι άνάμεσα ατούς ελληνικούς πληθυσμούς, κατοικούσαν σ την Ν.Δ. Μακεδονία και προ πάντων στους καζάδες ’Ανασελίτσας, Γρεβενών και Ελασσόνας.

    Κατά τον περασμένο αιώνα αποτελούσαν το 1)4 του πληθυσμού της (κοιλάδας του ‘Αλιάκμονα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ήπειρώτη αγωνιστή του 21 Λάμπρου Κουτσονίκα, ενώ άλλος συμπατριώτης του, ο Ζώτος Μολοσσός, πιο συγκεκριμένα τούς υπολογίζει σέ 20 χιλιάδες και διατυπώνει την τολμηρή γνώμη οτι την έπαυριο μιας επανάστασης θά γίνονταν χριστιανοί.

    Τά χωριά των Βαλαάδων της επαρχίας Άνασελιτσας ήταν 18.

    Σέ μερικά από αυτα κατοικούσαν και ορισμένες χριστιανικές οικογένειες.
    Άμιγη μουσουλμανικά ήταν τα έξης:

    Πυλωροί,
    Λάη (Πεπονιά),
    Γιάγκοβη,
    Πλαζόμιστα (Σταυροδρόμι),
    Βάϊπες (Δαφνόνερον),
    Βίνιανη,
    Μοξγκάνι,
    Βουδουρίνα,
    Τσαβαλέρ,
    Τσεραπιανή,
    Σιρότσιαινη,
    Βρόντριζα (Βροντή).

    Μεικτά τα παρακάτω*:

    Βρογκίστα,
    Τισοτύλι,
    Σιλομίστι,
    Τσακνοχώρι,
    Ρέζνη ‘(Ανθούσα)
    Πλάζουμη (Όμαλή) .

    Στο Τισοτύλι ως την ανταλλαγή των πληθυσμών κατοικούσαν 150 περίπου οικογένειες Βαλαάδων και 40 χριστιανικές έλληνικές.
    Άναφέρεται ακόμη και το χωριό Γκινός (Μολόχα), πού βρίσκεται σέ μικρή απόσταση άπό την Λειψίστα (Νεάπολη).

    Από το Γκινός σώζεται ένα άφοριστικό έγγραφο του μητροπολίτη Σΐσανίου Άγαθαγγέλου•, αλλά δυστυχώς χωρίς την δήλωση του έτους.
    Το έγγραφο αύτό προέρχεται άπό την εποχή πού οί κάτοικοι του χωρίου ήταν χριστιανοί και είναι μιά αναμφισβήτητη μαρτυρία για την χριστιανική προέλευση τών Βαλαάδων του χωρίου αυτοί.

    Και στην περιοχή Γρεβενών επίσης υπήρχαν 17 έλληνόφωνα χωριά Βαλαάδων, από τα οποία 10 αμιγή, τα εξής:

    Κρίφτσι (Κιβωτός),
    Δοβράτοβο (Βατόλακκος),
    Γκουμπλάρ (Μερσίνα),
    Μηλιά, Κυρακαλή,
    Βράστινο (Άνάβρυτα),
    Κάστρσν, Πηγαδίτσα,
    Άγαλαίοι (Βεντζίων),
    Τόριστα.

    Τά υπόλοιπα 7 είχαν μεικτό πληθυσμό. Αυτά ήταν:

    Δοβρούνιστα (Κληματάκι),
    Σούμπινο (Κοκκινιά),
    Τριβένι (Συνενδρον),
    Δόβραινη («Έλατος),
    Βέντζια (Κέντρον).

    «Στα σπίτια τους», γράφει ή MARGARET ΗARDΙΕ—ΗΑSLUOK, πού τούς έπισκέφθηκε,
    «οί Βαλαάβες διατήρησαν το χριστιανικό τους γούστο, χτίζοντας όσο μπορούσαν πιό όμορφα δίπατα σπίτια.
    Οί Άσιάτες χτίζουν κατα προτίμηση μονώροφα σπίτια, όπως τύχη, χωρίς κανένα έρισμένο σχέδιο…
    Ή γενική εντύπωση (άπό τούς Άσιάτες) είναι ένα αίσθημα μυστικισμού και άφιλοξενίας, έτσι ώστε όταν πήγαινα άπό τούς κλειστούς Άσιάτες στους Ευρωπαίους Βαλαάδες, πού μάς καλοδέχονταν, αισθανόμουν, έγώ τουλάχιστο, σά να είχα αφήσει ένα αποπνικτικό χώρο και έμπαινα στον καθαρό αέρα της ύπαίθρου.

    2. Οι Βαλαάδες ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι και διέφεραν πάρα πολύ άπω τούς άλλους όμοθρήσκους των.

    Από την τουρκική γλώσσα δεν ήξεραν παρά μόνο μερικές έκφράσεις και αυτές παρεφθαρμένες, όπως τις παρακάτω: Βαλαχά (μά τον Θεό), σελαμαλεκούιμ (χαίρετε), μερχαμπά (καλώς όρισες), άλλάχ μπίν μπερίίκιάτ βερσιν (ό Θεός να σου δίνη χίλια καλά).

    Επίσης αγνοούσαν σχεδόν ολότελα και αυτούς ακόμη τούς απλούς τύπους της μωαμεθανικής θρησκείας.

    Κοράνι,
    Η Θεοτόκος και ο Ιησούς
    Είχαν διατηρήσει όχι μόνο την ελληνική γλώσσα, αλλά και το σπουδαιότερο σέβονταν τις παλαιές τους εκκλησίες και τα παρεκκλήσια και γνώριζαν τα μυστήρια, τις γιορτές, τις νηστείες της χριστιανικής θρησκείας.

    Διατηρούσαν μάλιστα και το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της Πρωτοχρονιάς, δηλαδή το κόψιμο της βασιλόπιτας με το κρυμμένο μέσα της -νόμισμα.

    «Όπως και στους χριστιανούς, εκείνος πού εβρίσκε το νόμισμα θεωρούνταν ο τυχερός της χρονιάς και μπορούσε να το ξοδέψη αμέσως ή να φροντίση να ραφτή στο πρώτο σακκί σταριού, πού φυλαγόταν για σπόρος, ώστε να γίνη πλούσια σοδειά.

    Αλλά και ή πιο μεγάλη, γιορτή της χριστιανοσύνης, το Πάσχα, δεν τούς άφηνε ασυγκίνητους.

    Τα κόκκινα αυγά της Λαμπρής, πού τούς πρόσφεραν οι χριστιανοί, τα δέχονταν με χαρά και τα φύλαγαν ευλαβικά. Τις ήμερες εκείνες οι γυναίκες τών Βαλαάδων έκαναν στα σπίτια τους την συνηθισμένη «ανοιξιάτικη πάστρα», όπως και οί χριστιανές.

    Και την γιορτή του ‘Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) πού οι χριστιανοί την γιορτάζουν στην έξοχή με χορούς, τραγούδια και ψήσιμο αρνιού στην σούβλα, την γιόρταζαν με τον ίδιο τρόπο και οι Βαλαάδες.

    Άγιος Γεώργιος
    Οί φανατικοί μουσουλμάνοι, πού δεν ήθελαν να παραδεχθούν την χριστιανική επίδραση, ισχυρίζονταν ότι και οί Τούρκοι την ημέρα αυτή τιμούν την μνήμη του αγίου τους KHIDR, πού είναι όμως στην πραγματικότητα ο Αγ. Γεώργιος.

    Οί ισχυρισμοί τους όμως αυτοί αποδεικνύονται αναληθείς , γιατί οί γειτονικοί Ασιάτες Τούρκοι δεν την γιόρταζαν μέ την ίδια λαμπρότητα.

    Οί Βαλαάδες κρατούσαν πολλά ακόμη από την χριστιανική θρησκεία, όπως π.χ. την πίστη τους σ τα θαύματα τών άγιων για την θεραπεία πολλών αρρώστων.
    Χαρακτηριστικά άναφέρεται ότι, όταν χριστιανοί πήγαιναν να κάνουν λειτουργία σέ χωριά Βαλαάδων, όπου σώζονταν χριστιανικές εκκλησίες, μόλις γινόταν γνωστό ότι «άνξην» ή εκκλησία, οί χανούμισσες βιάζονταν να συγκεντρωθούν μαζί μέ τα παιδιά τους εξω άπό την εκκλησία.

    ‘Όταν τελείωνε ή λειτουργία και αδειαζε ή εκκλησία, έμπαιναν εκείνες μέ την σειρά τους και παρακαλουθουσαν τον Ιερέα να χρίση τούς αρρώστους των μέ λάδι άπό την καντήλα του ‘Αγίου, του όποιου και επικαλούνταν την βοήθεια.
    Εκαμναν μάλιστα και τάμα να προσφέρουν στην εκκλησία λάδι και κεριά, άν γίνονταν καλά. Ανεξάρτητα όμως άπό αύτα συνήθιζαν να προσφέρουν κάθε χρόνο λάδι, κεριά ή χρήματα στις εκκλησίες τών γειτονικών ελληνικών χωριών, γιατί πίστευαν ότι ήταν καλό για την υγεία και την εύημερία της οίκογένειάς τους.

    Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος, μέ τον όποιο προσπαθούσαν να γιατρευτούν από το κακό ‘μάτι. Είχαν για τον σκοπό αυτό ένα είδος Εσταυρωμένου, πού τον ονόμαζαν «μονόκερο», και πίστευαν γι΄ αυτόν ότι γιατρεύει τον ματιασμένο, αρκεί να τον βυθίση κανείς σέ καθαρό νερό.

    Τούς βλέπουμε λοιπόν να χρήσιμοποιούν το πιό αντιπροσωπευτικό σύμβολο μιας «ξένης» θρησκείας, της χριστιανικής, και να παραβαίνουν μ΄ αυτόν τον τρόπο την ρητή απαγόρευση της δικής τους θρησκείας για την χρησιμοποίηση σκαλιστών εικόνων.

    Όταν επεφτε στην χώρα τους βαρύ θανατικό, έστελναν κι έφερναν το λείψανο του ‘Αγίου Νικάνορα και αφιέρωναν στο ξακουστό μοναστήρι της Ζάβορδας κάλτσες, γελάδια και βόδια.

    Σ τα 1917 σολίστα πού ή «ισπανική γρίππη» είχε κάνει θραύση στην Μακεδονία και τα θύμα τα της ήταν αμέτρητα, εγινε περιφορά της εικόνας ενός μοναστηριού, πιθανότατα της Ζάβόρδας. Καί τότε οί Βαλαάδες, σαν όλους τούς χτυπημένους από την άρρώστεια χριστιανούς να προσκυνήσουν την φημισμένη εικόνα μέ έλπίδα στην δύναμη της για την έξουδετέρωση του θανατικού.
    Δέχτικαν ακόμα να τούς ραντίση μέ άγιασμα, να τούς θυμιατίση και να τους ευλογίσση ο ίερωμένος πού την μετέφερε.
    Επίσηςκάποιοι από αυτούς δεν παρέλειψαν να κάνουν επάνω στην πόρτα τους το σχήμα του σταυρού από πίσσα, γιά ν΄ άποτρέψουν το κακό, γιατί πίστευαν ότι και ή κόλαση των χριστιανών είναι μιά λίμνη άπό πίσσα.

    Επίσης όταν οί γυναίκες των Βαλαάδων ζύμωναν και έτοίμαζαν το κάθε καρβέλι, το σταύρωναν.

    Άλλά και προχριστιανικές ακόμη Θρησκευτικές αντιλήψεις είχαν επιζήσει και στους Βαλαάδες, όπως ακριβώς και στους «Ελληνες .

    ’Έτσι π.χ. πίστευαν ότι τρεις μέρες υστέρα άπό την γέννηση του παιδιού τούς επισκέπτονταν τρείς μεγάλες στην ηλικία γυναίκες, οι Μοίρες, και αποφάσιζαν γιά το μέλλον του. Ή κρίση τους ήταν αμετάτρεπτη. Οί νέες μητέρες λοιπόν έπρεπε να τις προλάβουν και να τις καλοπιάσουν. «Έντυναν το νεογέννητο μέ τα πιο όμορφά του ρούχα, έβαζαν στο μαξιλάρι του όλα τα χρυσαφικά της μητέρας του και κάποτε έστρωναν τραπέζι μέ ψωμί και κρασί για τις Μοίρες.

    Οταν το μωρό ήταν κορίτσι, τοποθετούσαν στο τραπέζι ένα νόμισμα, ενώ αν ήταν άγόρι, μελάνι, πέννα και χαρτί.

    Κανείς δεν θα μπορούσε να ίσχυρισθή ότι ή πίστη αυτή των Βαλαάδων στις Μοίρες ήταν ίσως παρμένη από τούς ομόδοξους των Άσιάτες Τούρκους, γιατί σ΄ αυτούς ήταν άγνωστη παρόμοια δοξασία .

    Ωστε δεν είχαν καθόλου άδικο οι Βαλαάδες, όταν, για να δείξουν πώς δεν διέφεραν και πολύ άπό τούς χριιστιανούς, έλεγαν
    «Μιά κρουμδότσιφλα μάς χοιρίζ»

    Οί Βαλαάδες ήταν κύριοι όλων σχεδόν τών αγρών της περιοχής (πράγμα πού μάς κάνει να σκεφθούμε ότι είχαν έξισλαμιστή οί πιό πλούσιοι, για να διαφυλαξουν τα κτήμα τα τους, ενώ οί «Ελληνες κατείχαν μερικά απομακρυσμένα αμπέλια και χωράφια.

    Αυτός ήταν και ένας άπό τούς λόγους, πού τούς ανάγκαζε να ξενιτεύωνται).

    Ήταν φιλήσυχοι, πάρα πολύ φιλόξενοι και αγαπούσαν κάθε τι ωραίο σαν Ελληνες.

    Στα χωριά τους δεν έβλεπε κανείς ούτε τζαμιά ούτε μιναρέδες.
    Εκείνο πού τούς ξεχώριζε άπό τούς χριστιανούς είναι το ότι είχαν πιο ψηλά κτισμένα τα παράθυρα των διαμερισμάτων των γυναικών τους από των ανδρών.
    Στό προληπτικό αυτό μέτρο κατ έφευγαν, γιά να προστατέψουν τις οίκογένειές τους άπό τούς Τούρκους, οί οποίοι τούς ταλαιπωρούσαν, χωρίς νά τούς έμποδίζη σ΄ αυτό ή ταυτότητα της θρησκείας.

    Ένα άλλο επίσης διακριτικό τους γνώρισμα πού τούς ξεχώριζε από τούς Έλληνες είναι ότι φορούσαν όλοι κεφαλόδεσμο επάνω στο φέσι τους.

    François Pouqueville
    (1770-1838)
    Μία πολύ ωραία εικόνα από την ζωή των Βαλαάδων μας δίνει ο POUQUEVILLE, πού τούς παρουσιάζει σπάταλους και δοσμένους στα γλέντια και στό κυνήγι, χωρίς να ένδιαφέρωνται ν΄ άποθησαυρίσουν χρήματα, γιατί ή γη τούς προσέφερε τούς ανεξάντλητους θησαυρούς του τρύγου και της συγκομιδής.
    Μάς περιγράφει ακόμη, το γλέντι πού εγινε στούς γάμους του άγιάν (προεστού) της Άνασελίτσας, στό όποιο είχαν προσκληθή πάνω από διακόσια άτομα.

    Οι καλεσμένοι κάθονταν γύρω άπό χάλκινα επιχρυσωμένα τραπέζια, τα γνωστα σινιά, κι έτρωγαν σάν τους πρωτόγονους, γρήγορα, σκίζοντας το κρέας μέ τα χέρια.
    Νεαροί, πλούσια ντυμέοιτούς προσέφεραν παγωμένο κρασί και μουσικοί τούς διασκέδαζαν μέ τούς βάρβαρους (όπως τους χαρακτηρίζει ο POUQUEVILLE ήχους τών οργάνων τους.
    Ολο το σεράγι και οί αυλές αντηχούσαν άπό την μουσική και τις επευφημίες.

    Τά έθιμα του γάμου λίγο διέφεραν από τα άντίστοιχα έλληνικά της περιοχής.
    Το χαρμόσυνο γεγονός του γάμου το γιόρταζαν μέ ίδιες εκδηλώσεις και οί Ελληνες και οί Βαλαάδες.

    Υπήρχε σ αυτούς ξεχωριστό παραδοσιακό τραγούδι για κάθε στιγμή της γιορτερής μέρας. ‘Άλλο τραγούδα -έλεγαν όταν χτένιζαν την νύφη, άλλο γιά το ξύρισμα του γαμπρού, το πάρσιμο της νύφης άπό το πατρικό της και το καλωσόρισμά της στό σπίτι του γαμπρού.
    Φυσικά τα τραγούδια συνοδεύονταν και άπό ομαδικό μακρόσυρτο χορό.

    Από τις διασκεδάσεις τους δεν έλειπαν και τα τραγούδια πού ιστορούσαν απόπειρες για προσηλυτισμό κοριτσιών ή γυναικών στον ισλαμισμό, όπως π.χ. το παρακάτω:

    —Γίνι-σι Τούρκα, κόρη μου, την πίστη σου ν΄ άλλάξης,
    να προοκυνήσης τού τζαμί, την έκκλησ τα ν΄ άφήσης;
    —Κάλλια να ιδώ τού αίμα μου τή γή να κοκκινίση
    παρά νά ίδώ τα μάτια μου Τούρκους να τα φιλήση.

    Ή συμβίωση των χρστιανών και των εξισλαμισμένων αυτών Ελλήνων επί τόσους αίωνες ήταν επόμενο να δημιουργήση άλληλεπιδράσεις ορισμένες άπο τις οποίες πρέπει να σημειωθούν.

    Ετσι χριστιανοί, όταν δεν είχαν παιδιά δεν δίσταζαν να καταφύγουν στον φημισμένο για τις γητειές του ηγούμενο του μοναστηριού των Βαλαάδων, του ΟDRA.
    Ακόμη, για να γιατρευτούν από ορισμένες αρρώστιες, έπλεναν το πρόσωπό τους μέ το νερό πού εστάζε άπό το ταβάνι του μοναστηριού καί προσέφεραν χρήματα και κεριά.

    Μιά πολύ χαρακτηριστική περίπτωση των αλληλεπιδράσεων αυτών είναι αυτή πού διηγούνταν για τον παπά και τον χότζα του Τριβενιού, χωριύυ μέ πληθυσμό ανάμεικτο άπό χριστιανούς και μουσουλμάνους.
    Ό παπάς και ο χότζας λοιπόν έγραφαν, ο καθένας βέβαια χωριστά, αποτελεσματικές θεραπευτικές γητειές.

    Το περίεργο όμως είναι ότι στις γητειές του παπά προσέτρεχαν κυρίως μωαμεθανοί, ενώ στου χότζα οι χριστιανοί.

    Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι σέ τέτοιες περιπτώσεις ή θρησκεία και τα δόγμα τα της έπαιζαν δευτερεύοντα ή εντελώς υποτυπώδη ρόλο.

    Σέ μερικά χωριά οι σχέσεις Βαλαάδων και χριστιανών γίνονταν ακόμη πιό στενές μέ την άνταλλαγή επισκέψεων.
    Συνήθως αυτό παρατηρούνταν σε μέρες γιορτάσιμες.
    Έτσι χριστιανοί έκαναν επισκέψεις κάποτε την μέρα του Μπαϊραμιού στους συγχωριανούς των Βαλαάδες, πού και οί ίδιοι κατόπιν την ήμερα του Πάσχα δεν παρέλειπαν να τις ανταποδώσουν .

    3. «Υστερα άπ΄ όλα αυτά είναι καιρός πιά και ανάγκη να ερευνήσουμε το πρόβλημα του έξσλαμισμου τών Βαλαάδων.

    Σχετικά ή προφορική παράδοση πού συλλέγει πρώτα ο Νικολαΐδης στα μέσα του 19ου αί., αναφέρει ότι πρίν άπό δύο αιώνες περίπου, έπομένως κα τα τα μέσα του 17ου αί., δύο νέα παιδιά άπό το χωριό Λούφρι όδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και κλείστηκαν στό σεράγι (θά πρόκειται ασφαλώς για ΐτς όγλάν) και εξισλαμίστηκαν.

    Άλλαξαν φυσικά και τά ονόματα τους ο ένας ονομάστηκε Σινάν—Τσαούς και ο άλλος Χουσεΐν—Τσαούς.
    Ό Ζώτος Μολοσσός στο σημείο αυτό σφάλλει λέγοντας ότι τα δυο παιδιά εξισλαμίστηκαν επί Άλή πασά.
    Ό ίδιος ακόμη προσθέτει ότι κατάγονταν άπό τα έρημα τώρα χωριά Παλιό—Σελίτσα και Λούφρι και ονομάζονταν Κωνσταντίνος και Αθανάσιος.

    Αργότερα έπέστρεψαν στα χωριά τους και φρόντισαν για τον προσηλυτισμό των κατοίκων τους.
    Τά κυρήγματα τα τους βρήκαν κατάλληλο έδαφος, γιατί οί χωρικοί ήταν καταπονημένοι άπό τις συνεχείς ταλαιπωρίες και καταπιέσεις τών κατακτητών και έλπιζαν ότι ο εξισλαμισμός τους θά τούς λύτρωνε άπ΄ όλα αυτα τα δεινά.
    Ετσι έκαναν πολλούς προσηλύτους πού κατοίκησαν στην Λειψίστα καί τα γύρω χωριά της.

    Σαν ανταμοιβή για το έργο τους δόθηκε στον Σινάν και στόν Χουσεΐν ο τίτλος του μπέη, πού τον διατήρησαν και όλοι οί απόγονοί τους.

    Αν τώρα λάβουμε ύπ΄ όψη την πιο αξιόπιστη παράδοση, πού αναφέρει ο Νικολαΐδης (ότι οι νέοι αυτοί εξισλαμίστηκαν κατά τα μέσα του 17ου αϊ., έπειτα ότι πέρασαν αρκετό χρόνια έως ότου ξαναγυρίσουν ο τα χωριά τους και αρχίσουν το μουσουλμανικό κήρυγμα και τις συναφείς καταπιέσεις), πρέπει να υποθέσουμε ότι οί πρώτες περιπτώσεις της έξωμοσίας σημειώθηκαν μετα τα μέσα του 17ου και ως τα τέλη του ιδίου αιώνα.

    Τήν χρονολογία αυτή δέχεται και ο ερασιτέχνης ιστορικός της Σέλιτσας Ι. Ν. Φωτόπουλος, ο όποιες μιλεί ειδικά για τούς Βαλαάδες της Βρογκίστας, γειτονικού χωρίου.

    Τήν υπόθεση αυτή του έξισλαμισμού, μετά τα μέσα του 17ου αι. την ενισχύουν και τα θετικά στοιχεία, τα οποία μες δίνει ο κώδικας της Ζάβορδας.

    Σ΄ αυτόν σημειώνονται ως χριστιανικά, στα 1692, χωριά πού αργότερα, ως την ανταλλαγή των πληθυσμών, είναι γνωστά ως αμιγή μουσουλμανικά, όπως π.χ. το Βέντζι, οι Άγαλαίοι, ή Τάριστα, ή Πηγαδίτσα, ο Νιοινίκος και το Γκομπλάρ.

    Οι πρώτες όμως αρχές του έξισλαμισμού τών Ελλήνων της Δυτικής Μακεδονίας φαίνεται ότι είναι πολύ παλαιότερες και πρέπει ν΄ αναχθούν στον 16ο αί., αν λάβη κανείς ύπ όψη του τις μαρτυρίες ορισμένων επιτύμβιων πλακών.

    Ίσως μάλιστα οί πρώτες αραιές περιπτώσεις να σημειώθηκαν κατα τον 15ο αι.
    Πάντως ή ίστορία των δύο νέων πού εξισλαμίστηκαν και ανέβηκαν σέ ύψηλά αξιώματα του τουρκικού κράτους άποτελεί ένα σημαντικό σταθμό στον έξισλαμισμό τών κατοίκων της περιοχής, γιατί υστέρα άπ΄ αυτό, φαίνεται, ή μουσουλμανική θρησκεία απλώνεται με ταχύτερο ρυθμό.

    Εξισλαμισμοί χριστιανών στην Δυτική Μακεδονία θά παρατηρήθηκαν ασφαλώς και κατά την διάρκεια του Ι8ου αι. και οφείλονται κυρίως στις δύσκολες συνθήκες, πού είχαν δημιουργηθή στην ύπαιθρο έξ αιτίας τόσο των καταπιέσεων των μουσουλμάνων μπέηδων, ιδίως των πρώτων εξωμοτών, όσο και άπό την έκρυθμη γενικά κατάσταση, πού δημιουργήθηκε στην περιοχή αυτή έξ αιτίας των συνεχών ληστρικών επιδρομών αλβανικών στιφών με επικεφαλής διάφορους μπέηδες, ιδίως με τα τα Όρλωφικά, οπότε πολυπληθή αλβανικά σώματα κατέβαιναν πρός Ν. για να καταστείλουν την ανταρσία τών Πελοποννησίων.

    Τότε, όπως είδαμε, οι Αλβανοί διέπρατταν καθημερινά κάθε είδος αυθαιρεσίας και είχαν γίνει ουσιαστικά οι αληθινοί κυρίαρχοι των ελληνικών χωρών.

    Είναι ή περίοδος της αρβανιτοκρατίας.

    Αλή Πασάς
    Σ΄ αυτήν λοιπόν την περίοδο Ελληνες κάτοικοι πολλών χωριών της Δυτικής Μακεδονίας, απελπισμένοι από τα δεινά τους πού δεν είχαν τέλος, προσήλθαν στον ισλαμισμό.

    Μέσα σ΄ αυτήν την περίοδο της αναρχίας μεγαλώνει ο Αλή πασάς της Ηπείρου, ο όποιες αργότερα επιβάλλεται στην Ηπειρο, Δυτική Μακεδονία και Θεσσαλία.

    Κατά την μακροχρόνια διάρκεια της δράσης του και των καταπιέσεων του κυρίως σε βάρος των χριστιανών θα παρατηρήθηκαν—ακόμη και κατά τις αρχές του 19ου αί.—νέοι εξισλαμισμοί, ομαδικοί ή ατομικοί.

    Ομαδικοί εξισλαμισμοί

    Από τις πιο πρόσφατες ασφαλώς περιπτώσεις είναι του χωρίου Γκομπλάρ (Μερσίνα) πού βρίσκεται δυο ώρες ΒΑ τών Γρεβενών.

    Από το χωριό αυτό και μάλιστα άπό την εκκλησία του ‘Αγίου Νικολάου προέρχεται ένα ευαγγέλιο με την σημείωση:

    «Έτούτο το Εύαγγέλιον είναι άπό τον Άγιον Νικόλαον Κουμπλάρι. 1816 Απριλίου 5»,

    πού δείχνει ότι ως τότε τουλάχιστο το χωριό ήταν χριστιανικό.

    Όσοι όμως δεν θέλησαν να υποκύψουν μετακινήθηκαν —όπως έγινε και σε άλλες ελληνικές χώρες—και κατέφυγαν σε άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή και στην Αυστροουγγαρία ή και στην Ρουμανία.

    Ό ’Αλή πασάς τότε θα ονόμασε μπέηδες πολλούς από τούς νεοφώτιστους αυτούς ή και άλλους που του είχαν προσφέρει διάφορες υπηρεσίες κατά τις εκστρατείες του σε διάφορα μέρη.

    Πραγματικά ο τίτλος αυτός ευγενείας, επειδή δινόταν αδιάκριτα και αφειδώς σε διαφόρους στρατιωτικούς, ανθρώπους αμαθείς αγροίκους και εξαθλιωμένους όσο και οι πιο φτωχοί Βαλαάδες, έχασε την αξία του.

    Την κατάσταση χαρακτηρίζει ο παρακάτω σκωπτικός διάλογος:

    —Πάμε, μπέη, γιά ξύλα ή γιά φρύγανα.
    —Βαλαά, δεν έχω τσαρούχια.

    Άπό όσα εκθέσαμε παραπάνω βγαίνει καθαρά το συμπέρασμα ότι οί έξισλαμισμοί τών Βαλαάδων συντελούνται βαθμιαία.

    Αρχίζουν ίσως από τον 15ο αι, εντείνονται με τα τα μέσα του 17αυ αι, κατά το τρίτο τέταρτο του αιώνα, κατά την εποχή του Άλή πασά και διαρκούν ως την μεγάλη ελληνική επανάσταση του 1821.

    Δηλαδή ο χριστιανισμός και ο ελληνισμός στην Δυτική Μακεδονία, από την έποχή της εγκατάστασης των Τούρκων σ΄ αυτήν ως τά 1821, αμύνεται βήμα προς βήμα, αλλά διαρκώς χάνει έδα­φος.

    Ίσως τα ελληνικά επώνυμα ορισμένων Βαλαάδων αποτελούν ενδείξεις του πρόσφατου εξισλαμισμού των, όπως π.χ. Χασάν Μπιμπράδης, Μεχμέτ Δήμου κ.λ.
    Πολλοί μάλιστα Βαλαάδες, κατά τήν παράδοση, ως τα μέσα του 19ου αί., είχαν τα ίδια επί­θετα με άλλους Ελληνες, με χωράφια «άδελφομοίρια», και γνωρίζονταν μεταξύ τους ως τρίτα ή τέταρτα ή και πέμπτα εξαδέρφια.

    http://yaunatakabara.blogspot.gr/2013/03/blog-post_12.html

  13. Ποιοί Τούρκοι on

    Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ και το σήμερα

    Τον Φεβρουάριο του 1071 ο στρατηγός-αυτοκράτορας της Ελληνικής Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας Ρωμανός Δ’ Διογένης αποφάσισε να εκστρατεύσει ανατολικά και να δώσει την κρίσιμη μάχη ώστε να συντρίψει μια νέα απειλή εξ ανατολών, τους Σελτζούκους Τούρκους. Νομάδες από τα υψίπεδα του Αλτάι, πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ και δεινοί έφιπποι πολεμιστές, οι Σελτζούκοι φάνταζαν μακρινή απειλή για την Κωνσταντινούπολη. Οι επιδρομές τους όμως στην Ανατολία ήταν τόσο σφοδρές και η βαρβαρότητα που επιδείκνυαν σε κάθε χωριό, πόλη ή επαρχία τόσο μεγάλη, που η άμεση αντιμετώπιση τους είχε καταστεί πρώτη προτεραιότητα για τον Αυτοκράτορα.

    Η κρίσιμη μάχη δόθηκε στο Μάντζικερτ. Η εμπροσθοφυλακή του Βυζαντινού στρατού απέκρουσε με επιτυχία την πρώτη επίθεση των Τούρκων και με τον Ρωμανό ως επικεφαλή ξεκίνησε αντεπίθεση. Η ορμή της αντεπίθεσης ήταν τέτοια που διέρρηξε το μέτωπο των αντιπάλων, τους ανάγκασε να ξεκινήσουν άτακτη υποχώρηση αλλά κάπου εκεί «κάτι» πήγε στραβά. Το κύριο σώμα του στρατού όχι μόνο δεν ακολούθησε την καταδίωξη του εχθρού αλλά σήμανε και υποχώρηση (!) κάτι που ανάγκασε και την οπισθοφυλακή να θεωρήσει πως η μάχη χάθηκε και υποχώρησε και αυτή. Αυτή η συμπεριφορά των αξιωματικών του κυρίου σώματος ήταν μια ξεκάθαρη προδοσία προς το πρόσωπο του Αυτοκράτορα, αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας των αυλικών και των γραφειοκρατών της Πόλης με τον Ρωμανό. Ήθελαν να τον ξεφορτωθούν και το έκαναν εις βάρος των κατοίκων όλης της Ανατολίας! Με το 1/3 του στρατού του μόνο ο Διογένης έφτασε πολύ κοντά στη νίκη αλλά ο αντίπαλος του, Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν ήταν άξιος αντίπαλος. Κατάφερε και συγκράτησε την οπισθοχώρηση του στρατού του, τον αναδιοργάνωσε και περικύκλωσε την εμπροσθοφυλακή που είχε απομείνει μόνη της στο πεδίο της μάχης. Αιχμαλώτισε τον αυτοκράτορα και τους άντρες τους.
    Ο Αρσλάν φέρθηκε βασιλικά στον αντίπαλο του και τον άφησε ελεύθερο μετά από λίγο καιρό, σε αντίθεση με τους πρώην υπηκόους του. Για να σωθεί ο Διογένης απαρνήθηκε τα επίγεια και περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα. Η Αυλή όμως δε μπορούσε να του συγχωρήσει το παρελθόν του και έβαλε να τον συλλάβουν και να τον τυφλώσουν με πρωτάρη βασανιστή που δεν χρησιμοποίησε καυτές σιδερένιες βελόνες ώστε να συντομεύσει το μαρτύριο του Διογένη αλλά απλές βελόνες. Κατάφερε και τον τύφλωσε με την τρίτη προσπάθεια. Σιδηροδέσμιος και με φρικτά μολυσμένα τραύματα, ο πρώην αυτοκράτορας οδηγούνταν στην Πόλη. Ξεψύχησε όμως στη διαδρομή. Ένας αργός και βασανιστικός θάνατος ύστερα από προδοσία….

    Μετά τη μάχη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να παραπαίει. Ολόκληρη σχεδόν η Ανατολία, μέσα σε είκοσι περίπου έτη έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων μέσω συνεχών πολέμων και ανηλεών σφαγών του πληθυσμού που αντιστεκόταν. Οι περισσότεροι αιτιολογούν αυτή την καταστροφή ως συνέπεια της ήττας στο Μάντζικερτ, στιγματίζοντας πολύ σοφά τις ραδιουργίες της Αυλής (και του μέγιστου ανθρώπου των γραμμάτων Μιχαήλ Ψελλού) κατά του Αυτοκράτορα. Αν δούμε όμως τα δεδομένα της μάχης με ψυχρή λογική θα αποκομίσουμε διαφορετική αντίληψη. Οι απώλειες του Ελληνικού στρατού ήταν λιγότερες από το 1/3 του στρατεύματος (οι τουρκικές πολύ μεγαλύτερες). Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού διέφυγε χωρίς καμία απώλεια. Ο Αυτοκράτορας αν και αιχμαλωτίστηκε, αφέθηκε ελεύθερος και θα μπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα κατά των Σελτζούκων. Αυτά τα ψυχρά δεδομένα ανατρέπουν την εικόνα της δικαιολογημένης κατάρρευσης της αυτοκρατορίας στην Ανατολή. Ποια ήταν όμως τα αίτια, τα πραγματικά αίτια;
    Στα γενικότερα αίτια κατάρρευσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εντάσσονται οι εσωτερικές έριδες, η γραφειοκρατία, οι συνεχείς εμφύλιοι πόλεμοι καθώς και η διείσδυση δυτικών πολεμιστών και εμπόρων στα εσωτερικά του κράτους. Τα ειδικότερα αίτια της κατάρρευσης εκείνη την καταστροφική 20ετία μπορούν να εντοπιστούν σε δύο ενέργειες του διάδοχου του Ρωμανού Διογένη, Μιχαήλ Ζ’ Δούκα που είχε καταστεί υποχείριο ενός πανούργου ευνούχου, του Νικηφόρου ή αλλιώς Νικηφορίτζη. Διαβάζοντας την Ιστορία του βυζαντινού λόγιου και χρονικογράφου Μιχαήλ Ατταλειάτη μπορεί κάποιος εύκολα να διακρίνει τις αιτίες της ραγδαίας πτώσης της δύναμης της αυτοκρατορίας :
    «Εν συνεχεία άρχισαν να απευθύνονται κατηγορίες και να εγείρονται απαιτήσεις εναντίον αθώων ώστε να καταβληθούν μη χρεωστούμενα, και διεξάγονταν δίκες όπου δεν λαμβανόταν υπόψιν το δίκαιο, αλλά το κέρδος του δημοσίου και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη γενική ή τη μερική δήμευση των περιουσιών. Συχνές ήσαν οι κατηγορίες και πολλές οι δίκες για φορολογικά ζητήματα, με αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια όσων υπέφεραν και τη γενική δυσφορία». (εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.321)
    «Ενώ λοιπόν, όπως το συνήθιζε πολλές φορές, δίκαζε ανθρώπους με τρόπο ανάρμοστο για βασιλιά και τους καταδίκαζε χωρίς εύλογες αιτίες, ακολουθώντας τις υποδείξεις των κακόβουλων, έφθαναν μηνύματα που έλεγαν ότι οι Τούρκοι επέδραμαν στη Χαλκηδόνα και τη Χρυσόπολη, πλησιάζοντας τότε για πρώτη φορά τόσο κοντά στη βασιλεύουσα. Εκείνος όμως δεν θορυβήθηκε διόλου, σαν η περιοχή που υπέφερε να ήταν ξένη και παράμενε αδιάφορος» (εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.349)

    Η δίψα δηλαδή του Νικηφορίτζη για πλούτη και η εξουσία που ασκούσε στο νεαρό αυτοκράτορα ήταν τέτοιες που ο Μιχαήλ αδιαφορούσε πλήρως για την κατάσταση στην Ανατολή και η μοναδική του ασχολία ήταν η αφαίμαξη του λαού και η υφαρπαγή των περιουσιών των υπηκόων του. Η συλλογή φόρων μέσω παράνομων και ανήθικων διαδικασιών είχε γίνει καθημερινότητα, όπως και η συνεχής επέλαση των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Ο Ατταλειάτης όμως εντοπίζει ακόμη έναν λόγο, ίσως πιο σοβαρό από τη φοροεπιδρομή, για την απώλεια τόσο μεγάλης περιοχής στους Σελτζούκους:
    «Για τούτο και όταν πληροφορήθηκε ότι στη Ραιδεστό μεταφέρουν το σιτάρι πολλές άμαξες, που διασκορπίζονται στην περιοχή και το πουλούν εύκολα και χωρίς εμπόδια στους ξενώνες και στα καταστήματα των μοναστηριών, της μεγάλης Εκκλησίας και των ντόπιων, και έτσι εξελίσσεται η οικονομία του τόπου, φθόνησε ο άθλιος την ευτυχία του λαού και έχτισε μια αποθήκη έξω από την πόλη, ορίζοντας με βασιλικό διάταγμα να συγκεντρώνονται εκεί οι άμαξες. Μετέτρεψε λοιπόν το εμπόριο του σιταριού, που είναι το πιο αναγκαίο αγαθό, σε μονοπώλιο, αφού κανείς δεν είχε πλέον τη δυνατότητα παρά μόνον από αυτήν την πραγματικά καταραμένη αποθήκη. Γιατί από τότε που κατασκευάστηκε, χάθηκε η ευημερία των πόλεων και η οργή του Θεού ενέσκηψε ακόμη μεγαλύτερη στο κράτος των Ρωμαίων. Δεν μπορούσε, όπως στο παρελθόν, όποιος ήθελε να αγοράσει το σιτάρι να συναλλάσσεται με τον πωλητή και αν δεν του άρεσε το σιτάρι ενός καταστήματος να απευθυνθεί σε άλλο ούτε διεξάγονταν πλέον οι πωλήσεις από τις άμαξες, αλλά συγκέντρωνα όλους τους καρπούς μέσα στην αποθήκη, σαν σε φυλακή, και εκεί περίμεναν οι έμποροι σιτηρών. Αυτοί, αφού προκαταβολικά άρπαζαν το σιτάρι, το αγόραζαν στη συνέχεια και το αποθήκευαν, και κατόπιν συναγωνίζονταν να κερδίσουν για κάθε νόμισμα που δαπάνησαν τρία. Κανείς δεν αγόραζε πλέον από τις άμαξες, ούτε οι ναυτικοί που εισήγαγαν το εμπόρευμα στη βασιλεύουσα ούτε οι κάτοικοι της πόλης, ούτε οι χωρικοί ούτε άλλος κανείς. Η αγορά πραγματοποιούνταν από τους κερδοσκόπους της αποθήκης, με τον τρόπο που ήθελαν εκείνοι και ο διεφθαρμένος επικεφαλής τους αποθηκάριος. Αυτός εκμεταλλευόταν όσους έφερναν στην αποθήκη το σιτάρι, παίρνοντας τους παράνομα μέρος του εμπορεύματος, και επειδή εισέπραττε μεγάλο φόρο για τα τοπιατικά, αναγκαστικά η είσπραξη από την πώληση μειωνόταν εξαιτίας των διαφόρων φορολογιών. Η αποθήκη αυτή λοιπόν έγινε αιτία να πάρει η αδικία τεράστιες διαστάσεις και η παλιά ευημερία της πολιτείας ανατράπηκε. Κατά το παρελθόν με ένα νόμισμα αγόραζες δεκαοκτώ μοδίους (μονάδα μέτρησης σιτηρών) σιταριού, ενώ τώρα κατέληξε να αγοράζεις μόνον έναν». «Τέτοια αδικία δεν είχε ξανασυμβεί. Αν πληροφορούνταν ότι κάποιος πούλησε στο σπίτι του σιτάρι, από αυτό που ο ίδιος παρήγαγε, του δήμευαν την περιουσία-σαν να επρόκειτο για φονιά, βιαστή ή άλλο κακοποιό- η οποία και διαμοιραζόταν από τον επιστάτη τη αποθήκης.»(εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.353-357)
    Οι συνέπειες για την Κωνσταντινούπολη και ολόκληρη την αυτοκρατορία ήταν καταλυτικές. Ο λαός έχανε την περιουσία του από τη φοροεπιδρομή και ταυτόχρονα επιβλήθηκε μονοπώλιο στο σιτάρι (και αργότερα και σε άλλα αγαθά) ανεβάζοντας την τιμή του, μετατρέποντας αυτό το βασικό είδος διατροφής ως είδος πολυτελείας. Η πείνα άρχιζε να μαστίζει τον πληθυσμό των πόλεων που έφτασαν σε σημείο να μην ενδιαφέρονται για τις νίκες των Τούρκων αφού είχαν έναν πιο επικίνδυνο εχθρό να αντιμετωπίσουν, τον ίδιο τους τον Βασιλιά!
    Η αυτοκρατορία δυστυχώς δε μπόρεσε να ανακάμψει ποτέ από την πρωτοφανή επίθεση της εξουσίας έναντι στον λαό. Η βασιλεία του Αλέξιου Κομνηνού ανέκοψε τα αντιλαϊκά μέτρα αλλά η ζημιά στην Ανατολή είχε γίνει μη-αναστρέψιμη. Η συντριπτική νίκη του Αλέξιου κατά των Τούρκων στο Φιλομήλιον το 1117μ.Χ σταμάτησε τη προέλαση των Τούρκων που είχαν κτυπηθεί και από τους Σταυροφόρους. Ο γιος του Αλέξιου, Ιωάννης συνέχισε τους πολέμους σε Ανατολή και Δύση και πήρε μόνιμη πρωτοβουλία κινήσεων έναντι των Σελτζούκων. Ο εγγονός του Αλέξιου, Μανουήλ Κομνηνός , ένας ακόμη αυτοκράτορας-στρατηγός συνέχισε τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα και τα πήγαινε περίφημα. Οι νίκες συνεχίστηκαν μέχρι το έτος 1176 μ.Χ και την ήττα στη μάχη του Μυριοκέφαλου, μια αναμέτρηση που θύμισε τόσο το Μάντζικερτ όσο και τη μάχη του Πύρρου στην Ηράκλεια κατά των Ρωμαίων το 280π.Χ, όπου ο Ηπειρώτης βασιλιάς έχασε όλους τους έμπιστους και ικανούς στρατιωτικούς τους διοικητές στο πεδίο της μάχης.
    Ενώ λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα πως τα πραγματικά αίτια της προέλασης των Τούρκων στην Ανατολία δεν είναι η νίκη τους στο Μάντζικερτ αλλά οι αντιλαϊκές/εξοντωτικές φοροεισπρακτικές πολιτικές που ακολούθησαν και σκοπό είχαν την υφαρπαγή των περιουσιών των πολιτών, ο μεγάλος μου προβληματισμός είναι άλλος.. πως οι ίδιες πολιτικές εφαρμόζονται και σήμερα…

    Νίκος Τοπούζης
    Ιστορικός Συγγραφέας

  14. Εβλ.Τσ. on

    ο Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, κάπου περιγράφει τη διάλεκτο των Τούρκων της Κορίνθου. Και λέει ότι τα τούρκικά τους (που τα ονομάζει ρωμέικα, Urûmca) είναι σε πολλά σημεία επηρεασμένα από τους Ρωμιούς·

  15. Historian Karpat: Foundation of Turkish Republic laid during Abdülhamit II era

    Historian Karpat: Foundation of Turkish Republic laid during Abdülhamit II era

    Kemal Karpat (Photo: İsa Şimşek, Sunday’s Zaman)
    3 November 2013 / MURAT TOKAY, İSTANBUL

    Renowned Turkish historian Professor Kemal Karpat sees modern Turkey as a continuation of the Ottomans and says the foundation for the Turkish Republic was laid during the rule of Sultan Abdülhamit II, one of the last sultans of the Ottoman dynasty.

    In an interview with Sunday’s Zaman, Karpat discussed the journey of modern Turkey as the country marked the 90th anniversary of the founding of the Turkish Republic. According to Karpat, during the reign of Sultan Abdülhamit II, landmark moves of modernization were made in many fields such as education and military affairs that were the basis for modern Turkey. Karpat also thinks that to a great extent, Turkey has attained the goal of the founder of modern Turkey, Mustafa Kemal Atatürk; namely, becoming a modern civilization. He also says that Turkey has demonstrated that there is no one type of modernization. Until the 1970s, modernization was defined as being of a Western style, but Karpat says modernization took place in Turkey in accordance with the country’s own conditions. “Turkey resembled the West on the one hand and preserved its own features on the other hand. We can speak of a Turkish-type of modernization,” Karpat says.

    Was the Republic of Turkey established as a continuation of the Ottomans?

    I see the republic as a result of continuous development. Its journey began with an uç beyis (frontier lord or margrave) and the Ottoman state continuously grew, expanding its borders and eventually Mehmet II made some key legal arrangements. Mehmet the Conqueror is the founder of the Ottoman state in legal terms. He kind-of wrote the constitution of the state. These developments and advancements remained limited to incumbent institutions until the reign of Selim III; a new period begins with Selim III. Steps that we call modernization were taken during this period. Then, during the reign of Abdülhamit II, breakthrough moves appear. Landmark steps were taken in education and military affairs. The foundation of modern Turkey was laid during that period in this regard. Yet on the other hand, the state was collapsing. Abdülhamit II ascended to the throne in 1876 and war broke out a year later. The majority of the Balkans seceded from the Ottoman Empire. However, the transformation gained momentum during the rule of Abdülhamit II. He was a highly conservative man; Abdülhamit II ruled the country as an autocracy for 30 years, but it was a state that was struggling to survive under his rule. He managed to keep it alive; there was no territory loss after 1878 and the republic was founded at the end of War of Independence.

    Republic a result of civilian will

    What should we understand when we say “War of Independence”?

    There is a framework that was determined by the Misak-ı Milli (National Pact) during the War of Independence. It was the first time in Turkish history that a national framework was created; there is the idea of a new state and nation in the Misak-ı Milli. Those who took positions at the top of the state after the foundation of the republic were all raised during the rule of Abdülhamit II. The rulers changed, not the state after the start of the republic.

    Did the military found the republic?

    The republic is the result of civilian will. The War of Independence was undoubtedly won by military action, but there was also the Parliament. There were elected people there. The first Parliament can be regarded as the continuation of the last Ottoman Parliament. And, Mustafa Kemal [Atatürk] resigned from his position in the military shortly after he landed in Samsun in 1919 [to start the War of Independence]. He was also a civilian. The War of Independence was declared by a civilian Parliament.

    But we had a military that acted as if it was the founder of the republic.

    That happens later. Atatürk never said the military founded Turkey. The republic was founded by the nation. There were times when Atatürk took strict decisions without consulting anyone, but he was never a dictator in classical terms because he thought there is a power above everyone: the nation (millet).

    What did Atatürk mean by “nation”?

    There was a definition of nation included in the Misak-I Milli. The concept of a nation was a spiritual coherence based on shared values and feelings coming from history. Religion is also included in this. Every Muslim living within the boundaries of Ottoman soil was a part of the nation.

    How did the idea of “ulus” [coined to replace “millet” which is a word of Arabic origin having religious connotations] emerge?

    Turks were undoubtedly the largest Muslim group in the Ottoman Empire. The groups living under the rule of the Ottomans took their culture and values both from Islam and the Ottoman rule. If you compare Bosnians and Arabs, Bosnians are much closer to Turks.

    Why?

    If Islam was the only common ground, Arabs should have been closer. Muslim Bosnians see Turks as much closer to themselves than Arabs. This is a result of having lived under an administration that they thought they belonged to. The roots of modern Turkey lie in the Ottoman way of life. Anatolian and Rumeli Muslims took so many things from the Ottoman way of life. Ottoman culture shaped their personality as much as and even more than religion did. The notion of nation (millet) began to change after the War of Independence. The understanding of nation that was adopted during the Ottoman era and the early years of the republic was abandoned. Many colleagues do not approach this issue in this way because secularism is regarded as dogma.

    Why is secularism dogma in this country?

    The founders of the republic feared that the institution of the caliphate would be revived and supporters of the caliph would cause trouble. The caliphate and sultanate were two institutions associated with the Ottoman state. You cannot root them out with laws.

    But they were rooted out…

    No, they were not. They [early rulers of modern Turkey] raised a secular group in accordance with their own understanding. Positivism was added to secularism to give it a scientific aspect. This meant, “Science is everything, religion is superstitious and bad.” Science was combined with secularism and a positivist secularism emerged. The archenemy was religion. Which religion? Islam.

    When did the idea of founding a republic emerge?

    You can take the idea of republic back to the period of Abdülhamid II. In particular, the regime turned into sort of a republic after the power of the sultan was reset following dethroning of Abdülhamid II [in 1909]. The Committee of Union and Progress (CUP) dominated everything. There was a de facto republic from 1913 onwards.

    Didn’t comrades of Atatürk have the idea of founding a republic?

    Leading figures who joined the War of Independence took a dislike to the sultanate so its abolishment did not become a big deal. The republic was unanimously declared. The abolishment of the caliphate, however, scared the regime because there was no enmity for Sultan Abdülmecid II, the last Ottoman caliph. He was a figure who was very close to being the individual leader the republic was planning to create. In addition, commitment to the caliph was regarded as commitment to religion.

    Why was the caliphate abolished?

    First of all, it contradicted the idea of nation state, as the caliph is the protector of and spokesman for the Sunni Muslim communities. What would happen if the Republic of Turkey made a decision and the caliph opposed it? Would the people follow the caliph or the state’s decision?

    What was Atatürk’s idea for the republic?

    Atatürk’s goal while founding the republic was to create a united society with a certain identity within the national boundaries. Within the national boundaries… Although Atatürk was of Macedonian origin, he never suggested annexing the Balkans. He never said this or that community is more Turkish. He was a leader who concentrated on Turks living within the borders of Turkey and who tried to create a nation of these people.

    What kind of a transformation did the republic experience after Atatürk’s death?

    Some strict decisions previously taken were revoked after Atatürk’s death, but there was no step back on issues of secularism and “the nation.” Just the contrary happened, as [Atatürk’s successor] İsmet İnönü was not self-confident. He did not have the charisma Atatürk had. He was appreciated, but not liked. Since İnönü knew this well, he concentrated more on the bureaucracy, the intelligentsia and even the military. He drew his power from the elites. The elitist tutelage regime in Turkey was established in real terms during İnönü’s period. This is a result of the leader not being so powerful.

    When did secularism begin to be seen as the guarantee of the regime?

    Religion and Islam have always been seen as the enemy of the regime. It was very easy to see any discontent [among society] as a religious reaction and to suppress it in the name of the republic and secularism. It was the same for the communist label. You were either a fundamentalist or a communist. This approach degenerated the understanding of secularism. Secularism is a must in a modern state. However, if you use secularism to serve your own purposes, it becomes a tool of oppression. And it did.

    When the ruling Justice and Development Party (AK Party) was first established, some circles labeled it anti-republic and reactionary. It has been in power for three terms and it may carry the republic to its 100th year…

    Democracy is a weapon to mobilize the public against the elitist regime. What are you using to mobilize the public? First of all, financial difficulties they face. Oppression they face in the name of secularism, the removal of people elected by the public… And additionally, there is a growing and strengthening middle class in Anatolia. As this class grew, these people understood that democracy was the only way for their survival and protected democracy with their votes. If İnönü had known that democracy was going to end up like this, he would not have allowed any opposition party between 1945 and 1946.

    What does the AK Party’s coming to power one year after its establishment mean?

    This is something unprecedented in the history of Turkey. A newly founded party ascended to power because the public took its religion, tradition and history into consideration. The AK Party promised to fulfill the people’s economic expectations, made them believe this and came to power. The elitist regime used all kinds of weapons against the AK Party: constitutional court rulings, memoranda, coup plots… But they did not give up. [Prime Minister Recep Tayyip] Erdoğan being fearless is praiseworthy.

    How do you interpret the progress made?

    I see it as normal, but the AK Party should understand where it is and what it is doing. It has now reached a point where it cannot understand what it is doing. It made landmark changes but it cannot read the results of these changes.

    For example?

    There are numerous examples: relations with the media, the issue of freedoms, relations with the West, untimely statements, etc. These are trivial issues, but they become disturbing when added together.

    Finally, what kind of a republic do you dream of for its 100th year?

    I dream of a Turkey that kept its territorial integrity, preserved its national character and improved its democracy.

    Turkey reached Atatürk’s goal

    Has Turkey reached Atatürk’s goal of achieving the level of modern civilizations?

    It has to a great extent. For example, Turkey is now the most developed state of the Balkans though it was the least developed country in the Balkans in the past. Turkey is today at the point where Italy was 20 years ago. Italy reached that point in 200 years. We reached that point in 30 years. Every corner of Turkey has turned into a building site. I recently traveled to Eskişehir and could not believe my eyes, seeing the progress it made. I should also note this: Turkey has shown that there is no single type of modernization. Until the 1970s, it was thought that modernization was impossible without Western-style moves and that Turkey should resemble the West. But in Turkey, modernization occurred in accordance with its own conditions. Turkey resembled the West on the one hand and it preserved its own features on the other hand. We can speak of a Turkish-type modernization.

    When did the republic experience its brightest era?

    I can name three periods: The period between War of Independence and 1925, the Turgut Özal period and the years of the AK Party.

    PROFILE

    Kemal Karpat is a world-famous Turkish historian whose books have been published in 20 languages. He has written several books and articles on Ottoman history and Turkey’s recent history. He is the same age as the Republic of Turkey. In 2003, he retired from Wisconsin University where began teaching in 1970. He currently resides in the US and spends some time in İstanbul each year. He teaches at İstanbul Şehir University during his time in İstanbul. He was given the Parliament Award of Honor in 2009, which is bestowed on those who made considerable contributions to Turkey’s image and who have achieved international successes. His books titled “İslam’ın Siyasallaşması” (The Politicization of Islam), “Osmanlı’dan Günümüze Elitler ve Din” (Elites and Religion from the Ottomans to Today), “Kısa Türkiye Tarihi” (A Short History of Turkey) and “Balkanlarda Osmanlı Mirası” (Ottoman Heritage in the Balkans) were published by Timaş Publishing.

    http://www.todayszaman.com/news-330309-historian-karpat-foundation-of-turkish-republic-laid-during-abdulhamit-ii-era.html

  16. Δύο διανοούμενοι «τάραξαν τα νερά» της τουρκικής επικαιρότητας. Οι δηλώσεις τους έπεσαν σαν βόμβα!

    Ο καθηγητής ιστορίας του πανεπιστήμιου Gazi της Άγκυρας, Cemalettin Taşkıran ανέφερε πως σύμφωνα με την ιστορική ομολογία στην οθωμανική εποχή ο χαρακτηρισμός «Τούρκος» σήμαινε γάιδαρος και ήταν ένας άκρως υποτιμητικός χαρακτηρισμός.

    Η Βόμβα έπεσε και σε ένα δημόσιο πάνελ στο πανεπιστήμιο της Baypurt όπου ο αρθρογράφος της τουρκικής εφημερίδας, Yeni Şafak και μέλος της κεντρικής επιτροπής του ισλαμικού κόμματος του Ταΐπ Ερντογάν, καθηγητής, Yasin Aktay, δήλωσε ότι δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ… τουρκική φυλή.

    Αναλυτικότερα, ο γνωστός Τούρκος καθηγητής Cemalettin Taşkıran υποστήριξε με έμφαση ότι το να λένε οι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας με υπερηφάνεια ότι είναι Τούρκοι, είναι εκ των άνωθεν επιβολή μετά από την κατασκευή μιας τεχνητής τουρκικής εθνικής ταυτότητας από τον ίδιο τον ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ.

    Σύμφωνα με τις ιστορικές μελέτες και μετά από δεκαετίες αυστηρής λογοκρισίας αποκαλύπτεται η ιστορική πραγματικότητα για την έννοια Τούρκος και τι σήμαινε αυτή επί οθωμανικής εποχής. Όπως αναφέρεται, μέχρι το 1876 η λέξη Τούρκος δεν απαντούσε πουθενά στα επίσημα έγραφα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

    Ο ίδιος ο Πορθητής αναφερόταν σαν, «Ηγεμόνας των Ρωμιών», ενώ πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν χριστιανός από μητέρα. Αλλά το πιο εκπληκτικό ήταν πως οι διανοούμενοι της Οθωμανική αυτοκρατορίας, οι ποιητές και οι μορφωμένοι του παλατιού έδειχναν σε κάθε ευκαιρία τον αποτροπιασμό τους και την αποστροφή τους προς κάθε τι που εμφανίζονταν σαν τουρκικό.

    Ο μεγάλος Οθωμανός ποιητής, Μπακί, της εποχής του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, στο αποκορύφωμα της αυτοκρατορίας, είχε γράψει ένα έκπληκτο ποίημα για τους Τούρκους και έλεγε τα εξής χαρακτηριστικά:
    «Κανένα στέμμα δεν μπορεί να στέψει τον κάτοχο ένδειας και πενίας. Όποιος ανήκει στην τουρκιά, έχει αγύριστο κεφάλι. Ο Τούρκος στερείτε ικανότητας να ηγεμονεύσει». Ένας άλλος γνωστός Οθωμανός ποιητής, ο Νεφ, είχε πει, «Ο Θεός έχει στερήσει την πηγή της γνώσης από τους Τούρκους».

    Ο Οθωμανός λόγιος, Χαφίζ Αχμέτ Τσελεμπί είχε γράψει το 1499 αυτές τις πράγματι πολύ χαρακτηριστικές φράσεις, «Μην τύχει και λογιάσεις τον Τούρκο ως άνθρωπο. Αν κατά τύχη βρεθεί ζάχαρη σε χέρι Τούρκου, αυτή μετατρέπετε σε δηλητήριο. Μην θλίβεσαι καθώς αποκεφαλίζεις Τούρκο. Και πατέρας να’ ναι μην διστάσεις να σκοτώσεις τον Τούρκο».

    Οθωμανοί λόγιοι, όπως ο Ναΐμά ή ο Οθωμανός ιστορικός, Κεριμεντίν Μαχμούντ, από το Άκσαράι, χαρακτήριζαν τους Τουρκογενείς σαν καθυστερημένους, πνευματικά βάρβαρους, θεομπαίχτες, αγύρτες, βρώμικους Χαρακτηριστικό είναι τα όσα αναφέρει ο Κεριμεντίν Μαχμούτ, «Τούρκοι, σκυλιά, λύκοι, κάνουν τον άγριο, αλλά όταν έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο το βάζουν στα πόδια».

    Μετά από όλα αυτά όπως υποστήριξε και ο Cemalettin Taşkıran το να επαναλαμβάνουμε σήμερα το ρητό του Κεμάλ, «Τι ευτυχής να λέω πως είμαι Τούρκος», είναι αν μη τι άλλο μια ιστορική ειρωνεία γιατί ο Τούρκος ήταν το πιο υποτιμητικό και βρώμικο στοιχείο στην οθωμανική αυτοκρατορία.

    Read more: http://www.newsbomb.gr/ethnika/story/377489/soktoyrkoi-dianooymenoi-den-ypirxe-toyrkiki-fyli#ixzz2mXzNXDv5

  17. Δυο κείμενα για τους Βαλαάδες (συνεργασία Γιάννη Μαλλιαρού) Δημοσιεύθηκε από sarant στο 14 Ιουλίου, 2014 12 Votes Τις προάλλες, που συζητούσαμε για το μακεδονικό, ήρθε η συζήτηση και στους Βαλαάδες, τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους που κατοικούσαν περίπου ως το 1924 στους σημερινούς νομούς Κοζάνης και Γρεβενών και οι οποίοι, ακριβώς επειδή ήταν μουσουλμάνοι, υπαχθήκανε στην ανταλλαγή πληθυσμών που έγινε με αποκλειστικό κριτήριο το θρήσκευμα, κι έτσι μεταφέρθηκαν στη Μικρασία. Στα σχόλια εκείνου του προχτεσινού άρθρου έγιναν αξιόλογες τοποθετήσεις για τους Βαλαάδες (π.χ. εδώ και εδώ), ενώ ο φίλος Γιάννης Μαλλιαρός έγραψε στο ιστολόγιό του μια καταπληκτική εμπειρία του με Βαλαάδες πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Μου άρεσε πολύ το άρθρο του και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ, ενώ έβαλα κι ένα παλιό άρθρο που είχα στα ηλεσυρτάρια μου, γραμμένο από τον κοζανίτη λόγιο Κ. Τσιτσελίκη το 1909, όταν δηλαδή όλη η περιοχή ήταν ακόμα οθωμανική. Το άρθρο του Γιάννη Μαλλιαρού: Στα σχόλια του χθεσινού άρθρου του Σαραντάκου έγινε αναφορά στους Βαλαάδες. Τον όρο μέχρι χθες δεν τον ήξερα, αλλά την περίπτωσή τους την ήξερα πολύ καλά. Βαλαάδες, λοιπόν, λέγονταν οι μουσουλμάνοι αλλά ελληνόφωνοι της δυτικής Μακεδονίας. Παρόμοια περίπτωση κι οι Τουρκοκρητικοί. Κι έχω γνωρίσει κι απ’ τις δυο περιπτώσεις Και τους δυο το μακρινό 1998. Μόνο που οι πρώτοι δεν ήξεραν πως είχαν αυτό το όνομα. Αλλά ας διηγηθώ τα γεγονότα με τη σειρά, κι είναι αρκετά. Μέχρι το 1997 δεν είχα επαφή με την Τουρκία παρά μόνο απ’ ό,τι άκουγα από τα ραδιόφωνα ή διάβαζα σε εφημερίδες και περαδώθε. Την έβλεπα από την παραλία που έκανα μπάνιο στη Μυτιλήνη αλλά είναι κάμποσα μίλια μακρυά. Το 1996 βρίσκομαι πολύ κοντά της, στο Διδυμότειχο. Που δεν ήταν μόνο κοντά σαν απόσταση (ο δρόμος σε κάποια σημεία περνάει ακριβώς δίπλα απ’ τον ποταμό που χωρίζει τις δυο χώρες, όταν πηγαίναμε για βόλτα στην Τσίγλα βλέπαμε απέναντι τον Τούρκο τον σκοπό, φτάναμε μέχρι τα σύνορα στις Καστανιές κλπ, οι μιναρέδες του μεγάλου τζαμιού (Σελιμιγιέ) της Αδριανούπολης φαίνονταν από πάρα πολλά σημεία που κυκλοφορούσαμε) αλλά ήταν σ’ όλες τις συζητήσεις των ντόπιων. Ήταν επηρεασμένοι από τη γειτνίαση. Η γέφυρα της Αδριανούπολης Τον Νοέμβρη του 1997 διοργανώνεται μια εκδρομή συναδέλφων προς τη γειτονική χώρα. Το πρόγραμμα έλεγε αναχώρηση στις 8:30 από Ορεστιάδα ώστε να περάσουμε με το άνοιγμα του τελωνείου στις 9, να δούμε την Αδριανούπολη και μετά να πάμε μέχρι Σηλυβρία για μεσημεριανό (αυτό ήταν τελείως τρελό, αλλά δεν το σχολιάζω τώρα). Το πρόβλημα ήταν πως από το τελωνείο στις Καστανιές δεν πέρναγαν λεωφορεία (και το πρακτορείο δεν το ήξερε – αλλά δεν ήταν το μόνο σημείο ανοργανωσιάς του πρακτορείου). Έτσι πήγαμε μέχρι τους Κήπους και μιας και είχαμε απομακρυνθεί απ’ την Αδριανούπολη κι απ’ την άλλη η ώρα είχε περάσει, συνεχίσαμε για τη Σηλυβρία. Φτάσαμε στις 15:30 και μας είπαν πως θα φύγουμε σε μια ώρα, διαμαρτυρηθήκαμε και φύγαμε σε δυο (πάλι λίγο ήταν για τόσο ταξίδι) και γυρίσαμε απ’ την εκδρομή έχοντας δει ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μέσα από το λεωφορείο. Στο δρόμο για Σηλυβρία. Έχουμε ξενάγηση από τον τότε προϊστάμενο του γραφείου που συμμετείχε στην εκδρομή Η εκδρομή ήταν σκέτη αποτυχία, αλλά μας έδειξε πως δεν είναι τίποτα το φοβερό να βρεθείς απ’ την άλλη μεριά των συνόρων. Έτσι, εμείς σαν οικογένεια και μια συνάδελφος ακόμα είπαμε να συμμετάσχουμε σε μια πρωτομαγιάτικη εκδρομή προς Κωνσταντινούπολη. Πέμπτη προς Παρασκευή ξημερώματα θα βρίσκαμε το γκρουπ, Τετάρτη απόγεμα με ειδοποιούν πως δεν μαζεύτηκαν αρκετά άτομα κι η εκδρομή ματαιώνεται. Μου τη δίνει τελείως και βγαίνω στη Διδυμότειχο να βρω τρόπο για μια ημερήσια εκδρομή στην Αδριανούπολη, αλλά ανακαλύπτω πως είναι θρύλος το ότι είναι εύκολο να πας μέχρις εκεί με ταξί κ.ά. Κι αποφασίζουμε να πάμε με το δικό μας αυτοκίνητο. Τρέχουμε λίγο για τις διαδικασίες, αλλά την Παρασκευή το πρωί περνάμε τα σύνορα. Το Σελιμιγιέ τζαμί και μπροστά άγαλμα του αρχιτέκτονά του Σινάν. Κάνουμε τη βόλτα μας στην Αδριανούπολη και κάποια στιγμή ακούμε το μουεζίνη που καλούσε τους πιστούς για τη μεγάλη προσευχή της Παρασκευής. Κάνουμε χάζι και δεν δίνουμε σημασία. Συνεχίζουμε τη βόλτα μας που μας βγάζει στο μεγάλο τζαμί που λέγαμε. Βρισκόμαστε στον περίβολο, βλέπουμε τον κόσμο που μπαίνει και αρχίζει μια σειρά από αψυχολόγητες κινήσεις που ευτυχώς δεν είχαν κανένα κακό αποτέλεσμα. Προτείνω στο Δημήτρη να μπούμε στο τζαμί (με τη συμφωνία πως θα κάνουμε ό,τι κάνουν – θα ήταν εντελώς προκλητικό να υπάρχουν δυο χιλιάδες γονατισμένοι κι εμείς οι δυο όρθιοι). Γιατί λάθος; Μα ο Δημήτρης ήταν μόλις 9 χρονών, άρα τυπικά δεν έπρεπε να είναι με τους άντρες. Και τι δουλειά είχαμε μέσα στην πιο ιερή στιγμή της βδομάδας των μουσουλμάνων; Μπροστά απ’ το τζαμί. Ετοιμασίες για την προσευχή. Μπαίνουμε μέσα (αφού βγάλαμε τα παπούτσια μας) και καθόμαστε κάτω όπως οι υπόλοιποι. Χαλαρά, είναι κάποιος που μιλάει, ακόμα δεν έχει αρχίσει η προσευχή, τι τους λέει δεν έχουμ’ ιδέα. Ο διπλανός μου κάτι μου λέει. Αφού τούρκικα δεν ξέρω, τι να του απαντήσω, το αφήνω να περάσει. Αλλ’ εκείνος επιμένει. Κι εν τη αφελεία μου του λέω “Γιουνάν, Γιουνάν”. Πάει να πει Έλληνας. Χωρίς να σκεφτώ πως αυτό είναι μειονέκτημα εκείνη τη στιγμή γιατί οι άνθρωποι προσεύχονταν και τι δουλειά είχε ένας αλλόπιστος εκείνη την ώρα. Χώρια που αν ήταν τίποτα εθνικιστής θα είχα άλλα μπλεξίματα. Αλλά, εντελώς παραδόξως, με χτυπάει στο ώμο και μου λέει “γεια σου ρε παλικάρι”. Σοκ και δέος. Με τον Ριζά. Μόλις βγήκαμε κι ποζάρουμε σε μια αναμνηστική φωτογραφία Πιάσαμε την ψιλοκουβέντα μέχρι που μας έκραξαν οι γύρω. Ήρθε κι η ώρα της προσευχής κι όταν τελειώσαμε απ’ αυτά συνεχίσαμε την κουβέντα μας απ’ έξω. Ο Ριζά (αυτό ήταν το όνομα του Τούρκου, γύρω στα 70 τότε) ήταν απ’ την Προύσα κι είχε έρθει στην Αδριανούπολη να γκιζιρίσει (= περιηγηθεί). Και μας είπε πως στην Προύσα ήταν καμιά 200 άτομα που μίλαγαν τη γλώσσα της πατρίδας κι όποτε θέλανε να μιλήσουν και ν’ ακούσουν ελληνικά μαζεύονταν σ’ ένα συγκεκριμένο καφενείο. Πως η καταγωγή του ήταν από κάπου απ’ τα Γρεβενά και πως με την ανταλλαγή η μάνα του βρέθηκε έξ’ απ’ την Προύσα κι εγκαταστάθηκε εκεί (ήταν δηλ. απ’ τους Βαλλαάδες)! Ανταλλάξαμε και τηλέφωνα χωρίς να πιστεύουμε και πολύ πως θα ξαναβρεθούμε, αλλά το κισμέτ μας ήταν άλλο (ε, στην Τουρκία ήμασταν, το κισμέτ κάνει κουμάντο εκεί)! Μετά από κάνα μήνα, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος δηλώνουμε συμμετοχή σε εκδρομή στη Βουλγαρία αλλά παράλληλα (αφού την είχαμε πάθει την προηγούμενη φορά) ετοιμάζουμε εναλλακτική και μια Κωνσταντινούπολη. Κι όταν μας λέει το πρακτορείο πως δεν μαζεύτηκε κόσμος, εμείς δεν στεναχωρεθήκαμε καθόλου. Παρασκευή μεσημέρι μία παρά πέντε ήμασταν στο ελληνικό γραφείο εξόδου, μία παρά δυο λεπτά στο τούρκικο. Στη μία κλείνανε κανονικά, αλλά τι να κάνουν, καθυστέρησαν μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να περάσουμε. Βόλτα στην Ντάριτσα. Μας ξεναγεί ο Μουσταφά. Κυριακή πρωί αποφασίζουμε να πάμε μέχρι την πρώην Αρετσού, τη σημερινή Ντάριτσα (Darıca), που ήταν το χωριό τους παππού της Μαρίας. Πάμε μέχρις εκεί και προσπαθούμε να βρούμε παλιά χνάρια. Μιλάμε αγγλικά σε κάτι πιτσιρίκια που δεν μας καταλαβαίνουν, πιάνουν όμως πως είμαστε Έλληνες και μας παίρνουν απ’ το χέρι. Κάπου καθυστερώ εγώ και πλησιάζω βλέπω τη Μαρία με τους υπόλοιπους να μιλάνε με κάποιον. Και να μιλάνε κανονικά. Πάω κοντά και τον ακούω να λέει πως “έπαε ήντανε χωριό μεγάαλο”. Ώπα, λέω, τι γίνετ’ εδώ; Ο Μουσταφά (65 χρονών τότε) ήταν Τουρκοκρητικός. Οι παππούδες του είχαν έρθει απ’ την Κρήτη και η γιαγιά του δεν δέχτηκε να μάθει τούρκικα. Απόκτησε 8 10 εγγόνια. Απ’ αυτά τα 5, αυτά που θέλαν επαφή με τη γιαγιά, έμαθαν ελληνικά. Τα άλλα 3, δεν το θεώρησαν απαραίτητο! Ο Μουσταφά είχε πάει και μετανάστης στη Γερμανία όπου κάνοντας παρέα με Έλληνες, έμαθε ελληνικά πολύ καλύτερα. Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Γιατί φεύγοντας απ’ την Ντάριτσα αποφασίζουμε να κάνουμε την παλαβάδα και να πάμε μέχρι την Προύσα και να βρούμε τον Ριζά. Πράγμα που γίνεται και στο σπίτι του μαθαίνουμε πολλά περισσότερα για την ιστορία του. Γιατί στο σπίτι (που βέβαια μας κάνουν το τραπέζι) μαζεύονται οι αδερφές του και η μάνα του!!! Στα 96 η γιαγιά να μας λέει ιστορίες απ’ τα παλιά. Οι αδερφές ήρθαν ν’ ακούσουν τη γλώσσα τους, γιατί αυτές ως γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε στο καφενείο και μόνο μεταξύ τους τη μιλάγανε. Αλλά εμείς τη μιλάγαμε πολύ ωραία γιατί αυτοί τόσον καιρό μεσ’ στους Τούρκους την είχαν χαλάσει Στο σπίτι του Ριζά. Έρχονται η μάνα του, οι αδερφές του και στο τέλος και ο αδερφός του. Επίσης η νύφη του (και βέβαια η γυναίκα του, η μόνη που δεν μιλάει ελληνικά, αλλά τα καταλαβαίνει). Ας πω μερικές απ’ τις ιστορίες της γιαγιάς. Μας είπε για τον παπα-Γιώργη που τους μάθαινε γράμματα (παρόλο που ήταν γυναίκα και δη τουρκοπούλα) και μας απήγγειλε (ναι, τόσα χρόνια μετά) από το αναγνωστικό που κάνανε. Μας είπε για την ανταλλαγή των πληθυσμών που κατέβηκαν με το βόδι (με κάρο δηλ. που το έσερνε βόδι) μέχρι τη Σαλονίκη όπου ο πατέρας της πούλησε το βόδι και μπήκαν στο βαπόρι που τους έβγαλε στη Σμύρνη. Που εκεί τους κυνήγησαν οι τσέτες γιατί τους έλεγαν “Φύγετε να πάτε στην πατρίδα σας, πατριώτες. Δεν είστε Τούρκοι εσείς. Εσείς δεν ξέρετε νερό να γυρέψετε να πιείτε. Δεν ξέρετε ψωμί να ζητήσετε να φάτε”. Κι όπου φύγει φύγει. Πως πήγαν προς το Ικόνιο αλλά δεν τους άρεσε. Πως έψαχναν ένα μέρος να θυμίζει τον τόπο τους κι όταν έφτασαν κοντά στην Προύσα με το ψηλό βουνό από πάνω της (Ουλού, = Όλυμπος) και τη λίμνη (Απολλωνιάδα) από δίπλα τους άρεσε κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Βέβαια αυτό με μπέρδεψε γιατί στα Γρεβενά κοντά λίμνη δεν ξέρω, αντίθετα μου κόλλαγε καλύτερα η Απολλωνία, δίπλα στη Βόλβη, κοντά στη Θεσσαλονίκη αλλά η σημερινή αναφορά πως οι Βαλαάδες ήταν οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της δυτικής Μακεδονίας έρχεται να επιβεβαιώσει πως κάπου κοντά απ’ τα Γρεβενά ήταν η καταγωγή. Κι αφού ξαναγυρίσαμε στους Βαλαάδες, πάει να πει πως το σημείωμα τούτο έκανε τον κύκλο του κι ολοκληρώθηκε. Όσο για Τουρκοκρητικούς, μερικά χρόνια αργότερα συνάντησα αρκετούς στ’ Αϊβαλί. Εδώ τελειώνει η έξοχη αφήγηση του Γιάννη Μαλλιαρού, ο οποίος είχε την εξαιρετική ιδέα να βρει τα βιντεάκια του από εκείνη τη μακρινή εποχή. Προσθέτω τώρα το άρθρο του Τσιτσελίκη, που δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιον 1909 του περιοδικού Ελλάς, δηλ. τον Δεκέμβριο του 1908. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συντάκτη του, είναι το πρώτο που γράφτηκε ποτέ για το θέμα -αλλά δεν ξέρω αν αυτό αληθεύει. Κατ΄εξαίρεση, επειδή το άρθρο ήταν γραμμένο σε αντιπαθητική καθαρεύουσα, το μετέφρασα πρόχειρα σε σημερινή νεοελληνική, όμως κράτησα μερικές λέξεις του συντάκτη, όπως το “λαοδίφης”. Οι Βαλαάδες Στα νοτιοδυτικά της Μακεδονίας, στο σαντζάκι των Σερβίων, πλάι στα ελληνοτουρκικά σύνορα, κατοικεί ολιγάριθμος λαός ελληνικός, που όμως παραμένει άγνωστος στον ελληνισμό. Απ’ όσα έχω εγώ τουλάχιστον διαβάσει, κανείς από τους ημέτερους λαοδίφες ή ιστορικούς δεν έχει γράψει κάτι για τούτο τον λαό, κι αυτό είναι ακόμα πιο λυπηρό αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για λαό ελληνικότατο, παρ’ όλο που πρεσβεύει τη μουσουλμανική θρησκεία, πράγμα που τον χωρίζει από εμάς. Είναι οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, γνωστοί στη Νότια Μακεδονία και τη Βόρεια Θεσσαλία με το όνομα Βαλαάδες. Κατοικούν αποκλειστικά και μόνο στις δύο υποδιοικήσεις Γρεβενών και Νάσελιτς [Λειψίστα ή Ανασελίτσα] και ο πληθυσμός τους μολις φτάνει τις 14 χιλιάδες. Τα χωριά στα οποία κατοικούν είναι περί τα 23, και κείνται κυρίως στη δεξιά όχθη του ποταμού Αλιάκμονα, αν και υπάρχουν και μερικά χωριά στην αριστερή όχθη. Πολλά από αυτά τα χωριά είναι μικτά, κατοικούμενα και από δικούς μας χριστιανούς Έλληνες. Τα κυριότερα χωριά των Βαλαάδων, πέρα από τις κωμοπόλεις Γρεβενών και Νάσελιτς, όπου επίσης κατοικούν, είναι η Βρογγίστα, το Τσούρχλι, Κρίβτσι, Τσοτύλι, Πυλωρί, Λάια, Σπάτα, κλπ. Όλοι ανεξαιρέτως μιλάνε τη ελληνική γλώσσα, και πολύ δύσκολα μαθαίνουν την τουρκική, από την οποία μεταχειρίζονται ορισμένες μόνο λέξεις, και κυρίως τη λέξη «Βαλαά» (Μα τον Θεό). Εικάζεται ότι ονομάστηκαν Βαλαάδες επειδή χρησιμοποιούσαν κατά κόρον αυτή τη λέξη. Οι Έλληνες που κατοικούν κοντά τους τούς αποκαλούν επίσης «Μεσημέρηδες», επειδή τα παλιότερα χρόνια, και σπανιότερα στις μέρες μας, οι Χοτζάδες των Βαλαάδων, αγράμματοι άνθρωποι που δεν γνώριζαν […εδώ παραλείπονται μια-δυο αράδες] ανέβαιναν σε κάποιο ύψωμα ανακράζοντας «Μεσημέρι, μεσημέρι!» Η άγνοιά αυτών των Ελλήνων Μουσουλμάνων σε σχέση με την τουρκική γλώσσα και η δυσκολία τους στην εκμάθησή της είναι παροιμιώδεις. Κυκλοφορούν πολλά περίεργα ανέκδοτα σε βάρος των καημένων των Βαλαάδων, και τα επαναλαμβάνουν όχι μόνο οι δικοί μας αλλά και οι καθαυτό Τούρκοι, οι οποίοι τους περιφρονούν, θα λέγαμε, και δεν τους θεωρούν γνήσιους Μουσουλμάνους επειδή δεν ξέρουν καλά τη γλώσσα. Αλλ’ ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, οι Βαλαάδες, αγαθότατοι κατά τα άλλα και ευφυείς άνθρωποι, είναι φανατικότατοι, θρησκομανείς Μουσουλμάνοι. Κάνουν τα πάντα ώστε να φαίνονται έτσι, τόσο στους άλλους Τούρκους όσο και στους Χριστιανούς. Η κατατομή και τα χαρακτηριστικά τους είναι τελείως ελληνικά. Οι γυναίκες τους, αν και κρύβονται όπως οι μουσουλμάνες, είναι τύποι ελληνικών καλλονών. Τα ήθη και τα έθιμά τους, όπως τα παρατήρησα κι εγώ ο ίδιος και όπως με πληροφόρησαν και εκείνοι, εφόσον δεν σχετίζονται με τη θρησκεία είναι ελληνικότατα και ελάχιστα διαφέρουν από τα αντίστοιχα ελληνικά. Ότι οι Βαλαάδες είναι Έλληνες, γνησιότεροι από πολλούς άλλους Έλληνες της Μακεδονίας ή άλλων ελληνικών χωρών, δεν χωράει αμφιβολία, παρόλο που οι ίδιοι, επειδή διακατέχονται από άκρατο θρησκευτικό φανατισμό και είναι αμαθείς, ούτε που θα ήθελαν να ακούσουν κάτι τέτοιο. Άγνωστος είναι μόνο ο χρόνος του εξισλαμισμού τους, που πρέπει να είναι πολύ μεταγενέστερος της Άλωσης αλλά αρχαιότερος από τον Αλήπασα των Ιωαννίνων. Σε μερικά χωριά τους σώζονται λείψανα εκκλησιών και σε ένα από αυτά, που δεν θυμάμαι το όνομά του, υπάρχει κλειστή εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και κάθε χρόνο, στις 30 Ιουνίου, οι Βαλαάδες κάτοικοι του χωριού ανάβουν καντήλι και επιτρέπουν στους χριστιανούς των γύρω χωριών να τους επισκεφτούν. Υπάρχει μια παράδοση στους Έλληνες της Ν. Μακεδονίας, σύμφωνα με την οποία κάποιος αρχιερέας αποστάτησε από τον χριστιανισμό και οι κάτοικοι της περιοχής του, ακολουθώντας το παράδειγμά του, εξισλαμίστηκαν. Αυτό όμως, εφόσον δεν είναι εξακριβωμένο, έχει απλώς το κύρος λαϊκής παράδοσης. Το πιθανότερο είναι ότι ο εξισλαμισμός υπήρξε αποτέλεσμα βίας και πιέσεων κατά τους μαύρους χρόνους της δουλείας. Πέρα από τη γλώσσα, εκείνο που αποδεικνύει προ πάντων τον ελληνικό χαρακτήρα του λαού τούτου είναι ο αταβισμός που παρατηρείται στην ονοματολογία των Βαλαάδων και στην τάση τους, που την έχουν θα λέγαμε ορμέμφυτη, να εξελληνίζουν τα τουρκικά ονόματα με ελληνικές καταλήξεις. Για παράδειγμα, ο Χασάν ονομάζεται Τσάνας, ο Χουσεΐν – Τσέγκος, ο Γαμαδάν – Δάνας, ο Αχμέτ – Μέτος, ο Μουρτεζά – Μούρτος, ο Αμπεντίν – Ντίνος. Αυτό το τελευταίο δεν φαίνεται σαν υποκοριστικό του «Κωνσταντίνος»; Σε πολλά βαλαάδικα χωριά, τις μέρες των Χριστουγέννων τα παιδιά των Βαλαάδων μεταβαίνουν στα Καλανδα (κόλιαντα), άλλο ένα λείψανο της παλαιάς τους κατάστασης. Παρ΄όλ΄αυτά όμως, ο άγριος θρησκευτικός φανατισμός κρατάει τον λαό αυτό σε απόσταση από εμάς και κατά τον πρόσφατο Μακεδονικό αγώνα οι Βαλαάδες προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα, καταδιώκοντας λυσσασμένα και καταδίδοντας τα δικά μας σώματα. Τελειώνοντας αυτές τις λίγες γραμμές, εύχομαι άλλοι αρμοδιότεροι από εμένα να εξετάσουν σοβαρότερα και πιο εμπεριστατωμένα, από ιστορική και λαογραφική άποψη, τα σχετικά με τον λαό αυτό, ο οποίος μόνο στη θρησκεία διαφέρει από εμάς, ενώ κατά τα άλλα είναι «οστούν εκ των οστών και σαρξ εκ της σαρκός» του Μεγάλου Ελληνισμού. Κ. ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗΣ εκ Κοζάνης Κλείνοντας, να παρατηρήσω ότι δεν με εντυπωσιάζει η “ορμέμφυτη” τάση των Βαλαάδων να εξελληνίζουν τα (μη ελληνικά) ονοματά τους, αφού το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό -το έκαναν άλλωστε και π.χ. οι εβραίοι ρωμανιώτες αλλά και οι τουρκογιαννιώτες. Να παρατηρήσω επίσης ότι Αμπεντίν Ντίνο (όχι Ντίνος) ονομαζόταν ένας πολύ γνωστός στον μεσοπόλεμο γελοιογράφος και βουλευτής Πρέβεζα(;), που ήταν μουσουλμάνος της Ηπείρου, πιθανώς Τσάμης. Περαιτέρω: EmailFacebookTwitter5 Related Τρία στιγμιότυπα από το Μακεδονικό Μέτωπο In «Πρόσφατη ιστορία» Για την απεργία πείνας In «Επικαιρότητα» Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης In «Άχθος Αρούρης» This entry was posted on 14 Ιουλίου, 2014 στις 09:36 and is filed under Μακεδονικό, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Παλιότερα άρθρα, Συνεργασίες. Με ετικέτα: Βαλαάδες, Γρεβενά, Γιάννης Μαλλιαρός, Κ. Τσιτσελίκης, Κοζάνη, Λειψίστα, Νάσελιτς. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, ή trackback from your own site. 97 Σχόλια προς “Δυο κείμενα για τους Βαλαάδες (συνεργασία Γιάννη Μαλλιαρού)” Νώντας Τσίγκας είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 10:08 Στη δεκαετία του ’60 ο Κ.Μπέντας που διετέλεσε και νομάρχης Καστοριας είχε συγραψει μικρό τευχος με τον τιτλο “Ανεκδοτα Βαλαάδων Ανασελιτσης”. Δεν αποτελει τίποτε το ιδιαίτερο. Για ιστορικούς μοναχα λογους το αναφερω-αλλα συγκλινει με την άποψη πως επρόκειτο για ανθρώπους φτωχους και καλοκάγαθους αλλα στα ανέκδοτα όπως είναι και φυσικό δίδεται έμφασυη την “αγαθότητά ” τους. Ολοι αυτοί με την ανταλλαγη των πληθυσμών έφυγαν για την Τουρκία. Την τραγικη στιγμή του ξερριζωμου τους διηγείται ωραιότατα ο μακαρίτης Μιχ. Παπακωνσταντίνου σε κάποιο κεφάλαιο στο “Η γιαγιά μου η Ρούσα” (Εστια). Spiral Architect είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:09 Καλημέρα και καλή βδομάδα.🙂 Πολύ ενδιαφέροντα κείμενα έχοντα και όμορφες εμπειρίες. IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:17 Α, μπράβο Νίκο, πολύ ωραίο. Διάφορες γρήγορες παρατηρήσεις γιατί έχουμε και δουλειές σήμερα, ελπίζω να επανέλθω και αργότερα: α. Συγκινητικό ν’ ακούς το Ριζά να μιλάει Ελληνικά με χαρακτηριστική προφορά και φράσεις της περιοχής μας: Σταχυολογώ πρόχειρα : Γλιέπου (=βλέπω), που ν’ πατρίδα (=από την πατρίδα), θα σας γκιζιρίσου (=γυρίσω, ξεναγήσω) σ’ν Προύσσα κλπ. “Τι κάμτς καλά;” ρωτάει κάποια στιγμή μια από τις μαντιλοφορεμένες κυρίες τη μεγαλύτερη (η μάνα του Ριζά, προφανώς). “Πώς σι λέν’, α;” ρωτάει κάποια στιγμή ο παππούς με την τραγιάσκα ένα παιδάκι, όπως θα ρωτούσε ακόμη και σήμερα ένας αντίστοιχος παππούς στην περιοχή από την οποία ήρθαν οι Βαλαάδες. β. Η αίσθηση ότι οι Βαλαάδες ήταν αγαθότατοι άνθρωποι υπάρχει και ως προφορική παράδοση. Την έχω ακούσει κι εγώ από τον πατέρα μου. γ. Μούρτος (η εξελληνισμένη, κατά τον Τσιτσελίκη, μορφή του Μουρτεζά) απαντάται και σήμερα ως επώνυμο στη Σιάτιστα Ν. Κοζάνης. δ. Εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον εγώ, Ανασελίτσα (Νάσελιτς, που αναγράφει το κείμενο του Τσιτσελίκη) ήταν το όνομα της επαρχίας (καζά) ενώ η σημερινή Νεάπολη λεγόταν Λιαψίστα (ή “Λειψίστα” που έχει βάλει λήμμα ο Νίκος). Η ονομασία “Ανασελίτσα” επέζησε και επί Ελληνικού κράτους. Μέχρι πρόσφατα υφίστατο το Ειρηνοδικείο Ανασελίτσης, με έδρα τη Νεάπολη. Καταργήθηκε με την μαζική κατάργηση διαφόρων περιφερειακών Ειρηνοδικείων, στα πλαίσια των μνημονιακών μέτρων. Δεν ξέρω πώς ακριβώς βγαίνει το Ανασελίτσα, ίσως όμως να έχει κάποια σχέση και με το όνομα του χωριού Σέλιτσα (σημ. Εράτυρα Ν. Κοζάνης, μεταξύ Σιάτιστας και Νεάπολης). Επαναλαμβάνω το ερώτημα: Μήπως ο κ. Μαλλιαρός θυμάται το όνομα του χωριού του Ριζά; Sarant είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:25 Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! 3: Στα χωριά των Βαλαάδων τώρα έχουν έρθει πρόσφυγες ή επεκτάθηκαν οι παλιοί ντόπιοι; IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:25 Να, κι εδώ έχει αρκετές πληροφορίες για τους βαλαάδες της Ανασελίτσας: http://www.tovoion.com/products/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%83-/ Γμάλλος είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:28 Καλημέρα Ευχαριστώ πολύ τόσο για την αναδημοσίευση όσο και για τα καλά σου λόγια. Η εμπειρία μου αυτή ήταν διπλά συγκλονιστική, δεν θυμάμαι άλλη αντίστοιχη από τις επισκέψεις μου σε διάφορα μέρη. Η πρώτη όταν γύρισε ο Ριζά και με χτύπησε φιλικά στον ώμο ήταν ένα σοκ. Δεν το περίμενα με τίποτα. Αλλά κι όταν γνώρισα τη μάνα του κι άκουγα ιστορίες γνώριμες με διαφορετικούς πρωταγωνιστές: αντί για πρόσφυγες με παλιολλαδίτες, αυτή τη φορά μουσουλμάνοι (που τους κατέταξαν σε Τούρκους) με τσέτες. Να σημειώσω εδώ πως παρόλο που ο Ριζά και η οικογένειά του χάρηκαν που μας είδαν, μας αντιμετώπισαν σαν δικούς τους ανθρώπους κλπ, η εθνική τους συνείδηση είχε γίνει πλήρως Τουρκική. Με τις σημαίες στο σπίτι, με τον Κεμάλ και τα υπόλοιπα. Εκτός απ’ τη γλώσσα (που την φύλαγαν καλά) τίποτα άλλο πια ελληνικό δεν είχαν πάνω τους. Από το κείμενο του Τσιτσελίκη μου λύθηκε κι η απορία για τη λίμνη: έλεγε η γιαγιά πως έψαχναν ένα μέρος που να θυμίζει το δικό τους. Κι όταν ο μπαμπάς της είδε τη λίμνη δίπλα στον κάμπο της Προύσας, πολύ του άρεσε κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Κι επειδή οι περιγραφές του Ριζά (η μαμά του δεν μπορούσε να δώσει παραπάνω πληροφορίες) έλεγαν για κάπου κοντά στα Γρεβενά, μου δημιουργούσε σύγχυση για το ποια λίμνη είχανε. Απλούστατα τα χωριά τους ήταν στις όχθες του Αλιάκμονα. Στα νερά κοντά. Γμαλλος είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:29 Έβαλα τόνο στο όνομα και μπερδεύτηκε το σύστημα! Αλλά για κάποιο λόγο δεν είχα κρατήσει τα προηγούμενα στοιχεία Να προσθέσω πως την ιστορία αυτή την έχω διηγηθεί αρκετές φορές σε συζητήσεις. Κάθε φορά ανατριχιάζω. IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:30 4: Φυσικά έχουν έρθει πρόσφυγες, τι θαρρείς; Όχι ότι διάφοροι ντόπιοι δεν προσπάθησαν να υφαρπάξουν περιουσίες των αναλλαγέντων και, σε μικρό βαθμό, το πέτυχαν κιόλας, αλλά γενικά όλες αυτές οι περιουσίες (τα λεγόμενα “ανταλλάξιμα”) πέρασαν στο κράτος που τα χρησιμοποίησε για να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες, πού θα τους έβαζε; Στο μεσοπόλεμο ήταν μεγάλη ιστορία τα “ανταλλάξιμα” ακίνητα και η διαχείρισή τους (που γινόταν από την Εθνική Τράπεζα) και, ως ένα βαθμό, νομικά έχουν σημασία ακόμη και σήμερα. Κατά κανόνα, στη Μακεδονία σήμερα ή τουλάχιστον τη Δυτική Μακεδονία που ξέρω εγώ, όπου υπήρχαν Τούρκοι (Μουσουλμάνοι που έφυγαν με την ανταλλαγή) στη θέση τους υπάρχουν σήμερα “πρόσφυγες”. Γμαλλος είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:41 4 τέλος: Δυστυχώς όχι. Γιατί κι εκείνος δεν ήξερε ακριβώς, αλλά απ’ τις περιγραφές (Δυτική Μακεδονία και δεν θυμάμαι τι άλλο) καταλήξαμε πως ήταν απ’ την περιοχή Γρεβενών. Όλ’ αυτά στην πρώτη συνάντηση. Στη δεύτερη που ήταν κι η μαμά του τα πράγματα μπλέχτηκαν. Κατέβηκαν με το βόδι στη Σαλονίκη σε τρεις μέρες. Μου φάνηκε μεγάλη η απόσταση να καλύφτηκε σε τόσο λίγο χρόνο. Η επιλογή της λίμνης, που δεν μου κόλλαγε μέχρι σήμερα που συνδέθηκε με τον Αλιάκμονα. 4.1 Ναι. Σήμερα που έχω εμπειρία από Γρεβενιώτη φίλο μπορώ να αναγνωρίσω κοινά στοιχεία στη γλώσσα τους. Τότε ήταν μια διάλεκτος, άγνωστη για μένα. Εξάλλου όπως είπαν θαύμαζαν τη γλώσσα που μιλάγαμε γιατί τους φαινόταν πιο σωστή, άρα δεν το πολυέψαχνα. Ο μπάρμπας με την τραγιάσκα είναι αδερφός του Ριζά. Ήρθε τελευταίος και ήταν σχετικά καχύποπτος μαζί μας γιατί είχαν πάει πριν λίγο καιρό κάποιοι σε διπλανό χωριό να ψάξουν αυτά που είχαν αφήσει οι πρόγονοί τους στην ανταλλαγή. Τα βρήκα, τα πήραν και δεν έδωσαν ούτε μια λίρα σ’ αυτούς που είχαν τώρα το σπίτι (και τους επέτρεψαν να γκρεμίσουν ένα μέρος του για τις αναζητήσεις). Φεύγοντας απ’ το σπίτι του Ριζά του είχα υποσχεθεί πως θα επιστρέψω. Μια υπόσχεση που δεν τήρησα. Για κάποια χρόνια έπαιρνα κάνα τηλέφωνο, αργότερα το έκοψα κι αυτό. Φέτος προγραμματίζω να επισκεφτώ ξανά την περιοχή για μια διανυκτέρευση. Λέω να βάλω τον υπάλληλο του ξενοδοχείου να πάρει ένα τηλέφωνο στο σπίτι του κι αν ζει, θα περάσω να τον δω! Theo είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 11:52 Καλημέρα και καλή εβδομάδα! Συγκινητική η εξιστόρηση του Γιάννη Μαλλιαρού και τα βίντεάκια που ανάρτησε. @4, 8: Στα χωριά των Βαλαάδων τώρα έχουν έρθει πρόσφυγες ή επεκτάθηκαν οι παλιοί ντόπιοι; Ο σύζυγος μιας θείας μου, με ποντιακή καταγωγή, γεννήθηκε σ’ ένα απ᾿ αυτά τα χωριά, το Γκινόσι (ν. Μολόχα). Μου διηγείται πως κοντά στο χωριό του σώζονται τα ερείπια κάποιων παλιών μοναστηριών κι ότι οι εκ Πόντου πρόσφυγες άκουσαν τους “Τούρκους”, δηλαδή τους Βαλαάδες, να τους μιλούν με σεβασμό γι’ αυτά. Φυσικά έχουν έρθει πρόσφυγες, τι θαρρείς; Το ίδιο συνέβη και στην περιοχή της Πτολεμαΐδας και στην περιοχή της Έδεσσας, που τις γνωρίζω. Θυμάμαι κάποια τουρκόσπιτα στον Α΄ (ενν. προσφυγικό) συνοικισμό της Έδεσσας που σώζονταν μέχρι το ’70 περίπου. Στον Β΄ συνοικισμό, (που μάλλον κτίστηκε για τους πρόσφυγες), όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, ήμασταν κι αρκετοί ντόπιοι που οι οικογένειές μας είχαν εγκατασταθεί εκεί στον μεσοπόλεμο (όπως αυτή του πατέρα μου), στην Κατοχή (όπως αυτή της μητέρας μου) μου ή και αργότερα. Νώντας Τσίγκας είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 12:01 3@ΙΝ Σέλιτσα ή Σέλ’τσα είναι πραγματι η Εράτυρα Βοϊου (Σισάνι). Επειδή η περιοχή στην οποια αναφερομαστε βρίσκεται πέρα (πάνω) από τον Αλιάκμονα ονομάσθηκε Ανω-Σέλιτσα κι έπειτα “Ανασέλιτσα”. 8@ΙΝ Λοιπον (απ΄όσα εχω διαβάσει) οι Βαλαάδες ζουσαν σε αρμονια με τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και μάλλον ήταν πολυ φτωχοί χωρίς κληρο γης. Ησαν κατα κανόνα αγρότες και εργαζονταν στα χωράφια γαιοκτημόνων αγάδων & προυχοντων της περιοχής. Επομένως δεν συνέβη κάποια υφαρπαγη περιουσιών με την ανταλλαγη των πληθυσμων.Πράγματι στα χωρια πέραν του Αλιάκμονα (Μολοχα, Μεληδόνι,Τσοτύλι, Αλιάκμονας κλπ) εγκατασταθηκαν πολλοι πρόσφυγες που εξακολουθησαν να ζουν φτωχικά και με δυσκολίες – όπως και οι Βαλαάδες τους οποιους …αντικατεστησαν -μεχρι τις μέρες μας. Παναγιώτης Κ. είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 12:20 Τα κατάφερες και μας ύγρανες τα μάτια. Είναι βέβαια μια συγκεκριμένη συνείδηση-μπορείς να την πεις αριστερή, γιατί για αριστερό το λογαριάζω όταν είσαι πάντα από το στρατόπεδο των ταπεινών και καταφρονεμένων-συν η αγάπη για τον τόπο, τη γλώσσα, τους ανθρώπους και η ηλικία.Όλο και πιο ευσυγκίνητοι γινόμαστε καθώς μεγαλώνουμε. Είναι και η πείρα της ζωής.”Πείρα είναι η φλόγα που φωτίζει μόνο όσους έχει κάψει”. IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 13:19 11: Άλλο Εράτυρα, άλλο Σισάνι (Σ’σάν’ τοπικά), μην τα μπερδεύουμε! Η Εράτυρα είναι η Σέλιτσα, ενώ πέρασε και μία φάση στο Μεσοπόλεμο που είχε μετονομαστεί σε “Κατοχώρι” (πριν γίνει Εράτυρα). Το Σ’σάν- γνωστό και για τα φασόλια τα οποία βγάζει. Νώντας Τσίγκας είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 13:49 αγαπητέ ΙΝ εννοω την περιφέρεια Σισανίου στην οποία υπαγεται η Σιάτιστα και τα χωριά Ερατυρα, Πελεκάνος, Σισάνι, Δρυοβουνο κλπ [και ως προς τα …»αγιοτικά» και το Βογατσικό- το οποίο διοικητικά ανήκει στο Νομο Καστοριάς]. IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 13:52 11 (ξανά): Αυτή η εξήγηση για την Άνω-Σέλιτσα φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, λογική, αλλά χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία δεν μπορούμε έτσι εύκολα να τη δεχτούμε. Η Σέλιτσα δεν ήταν τόσο μεγάλο κέντρο της περιοχής, για να την πάρει κανείς ως σημείο αναφοράς. Θέλει λίγο παραπάνω ψάξιμο το πράγμα. Σε ό,τι αφορά τους Βαλαάδες και την αρμονική ζωή τους με τους Χριστιανούς, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα. Αν διαβάσεις αυτό https://www.academia.edu/7162647/_1912-1924_ (είχα δώσει το σύνδεσμο και προχτές) θα δεις ότι υπήρχαν και παράπονα και αντιπαλότητες, ένθεν κακείθεν. Σε ό,τι αφορά τα ανταλλάξιμα και τις υφαρπαγές περιουσιών, ας κάνουμε ένα μικρό νομικό μάθημα, για όποιον ενδιαφέρεται: Οι πιο πολλοί χωρικοί στα τέλη της Τουρκοκρατίας ήταν ιδιοκτήτες των φτωχικών κτημάτων και σπιτιών τους, υπήρχαν -ωστόσο- και ορισμένα χωριά που ήταν τσιφλίκια, δηλαδή ανήκαν σε κάποιο μπέη. Όλες οι ιδιοκτησίες των “ανταλλαγέντων Μωαμεθανών” που λένε και τα παλιά έγγραφα, περιήλθαν αρχικώς στην Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών και επικεφαλής (Πρόεδρο) τον Αμερικανό διπλωμάτη Χένρι Μόργκενταου, που εξ αυτού του λόγου μας έχει προκύψει και ως οδός, τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη. Η ΕΑΠ εγκαθιστούσε τους πρόσφυγες αγρότες στα εγκαταλλελειμμένα χωριά των ανταλλαγέντων και τους μοίραζε χωράφια (κλήρο). Οι σχετικές διατάξεις έχουν κωδικοποιηθεί στον Αγροτικό Κώδικα. Άλλη κατηγορία προσφύγων ήταν οι λεγόμενοι “αστοί πρόσφυγες”, δηλαδή αυτοί που ήλθαν από πόλεις, που τους εγκαθιστούσαν επίσης σε πόλεις και τους έδιναν οικόπεδο ή σπίτι. Στα πλαίσια αυτά ιδρύθηκαν σε διάφορες πόλεις και προσφυγικοί συνοικισμοί, όπως αυτός που αναφέρει ο Theo στο σχόλιο 10. Αντίστοιχος ιδρύθηκε και στην Κοζάνη, γνωστός (τουλάχιστον στους παλιότερους, απλώς ως “Συνοικισμός”). Φυσικά, υπάρχει και “Κώδικας Αποκαταστάσεως Αστών Προσφύγων” κάπου στη νομοθεσία, κάποτε είχα πέσει επάνω του. Μπορεί όλοι οι Μουσουλμάνοι να έφυγαν το 1924 αλλά και προηγουμένως αρκετοί επέλεγαν ή αναγκαζόταν να φύγουν για την Τουρκία, όταν τα μέρη όπου κατοικούσαν πέρασαν στην Ελλάδα. Και όπως γίνεται παντού και πάντοτε σ’ όλο τον κόσμο, δεν έλειπαν οι επιτήδειοι που προσπαθούσαν είτε ν’ αγοράσουν την περιουσία τους για ένα κομμάτι ψωμί είτε να τους την αρπάξουν. Μάλιστα, γι’ αυτό το λόγο, το Ελληνικό κράτος είχε περάσει ειδικούς νόμους που απαγόρευαν αγοραπωλησίες τέτοιων κτημάτων, πριν την ανταλλαγή, και υπήρχε και ολόκληρο νομικό ζήτημα για την εγκυρότητά τέτοιων αγοραπωλησιών. Ήταν οι λεγόμενες (τότε) “ανώμαλες δικαιοπραξίες” (ο όρος επανεμφανίστηκε αργότερα και, ως ένα βαθμό, επιζεί ως σήμερα, αλλά αφορά, πλέον, άλλη περίπτωση). Ο Τσιτσελίκης, που ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα, δεν έγραψε μόνο λογοτεχνικά κείμενα, έχει γράψει και μελέτη περί… ανωμάλων δικαιοπραξιών. Ακριβώς επειδή στα προσφυγικά χωριά γινόταν διανομές οικοπέδων και αγρών, με σχέδιο, τοπογραφικά διαγράματα κλπ, αφενός είναι πολύ πιο εύκολο να βρεις άκρη με τις παλιές ιδιοκτησίες σε τέτοια χωριά, αφετέρου έχουν πολύ καλύτερη ρημοτομία από τους παλιούς οικισμούς (τους… προ του 1923, όπως τους ξέρουν μηχανικοί κλπ. αυτού του σιναφιού). Σε ό,τι αφορά τα τσιφλίκια, πολλά από αυτά περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως ανταλλάξιμα. Εξαιρέθηκαν οι μπέηδες που είχαν την Αλβανική υπηκοότητα, γιατί αυτή δεν έφυγαν και τέτοια τσιφλίκια επέζησαν μέχρι αρκετά αργότερα, ίσως μερικά να επιζούν ακόμη. Όταν στο τσιφλίκι περιλαμβανόταν ολόκληρο ντόπιο χωριό και ο τσιφλικάς έφυγε ως ανταλλάξιμος, τα οικόπεδα του χωριού δεν ανήκαν στους κατοίκους του, αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοια χωριά υπάρχουν στο Ν. Κοζάνης, αλλά απ’ όσο ξέρω Ανατολικά, γύρω από τα Σέρβια. Εδώ κολλάει ένα άλλο διήγημα που έγραψε ο Τσιτσελίκης, “το γιατρικό της παπαδιάς” που αφορά χωριάτες που το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις ήρθε ο Ελληνικός στρατός ήταν να καταλάβουν το κονάκι του μπέη και να μοιραστούν τα εφόδια και τη σοδειά που είχε αποθηκευμένα (όχι θα καθόταν!). Τα ακίνητα σε πρώην τσιφλίκια που κατέχουν οι κάτοικοι του χωριού αλλά ανήκουν στο Δημόσιο είναι γνωστά ως “ανταλλάξιμα κατεχόμενα” και περιλαμβάνονται στους διάφορους θησαυρούς ακινήτων του Δημοσίου που “ανακαλύπτονται” από αρμοδίους και εφημερίδες πότε-πότε, ιδίως τώρα τελευταία με τα μνημόνια. Οι κάτοχοι έχουν από παλιά τη δυνατότητα να εξαγοράσουν το οικόπεδο σε πολύ καλή τιμή, αλλά κατά κανόνα δεν ενδιαφέρονται (πώς να ενδιαφερθείς ν’ αγοράσεις το… σπίτι σου;). Μάλιστα, όταν έγινε ο σεισμός σητν περιοχή Κοζάνης το 1995, για να τύχουν των διαφόρων ευεργετημάτων που προβλεπόταν για τους σεισμόπληκτους (δωρεάν κατασκευή μικρής κατοικίας, ή δάνειο επισκευής ή ανακατασκευής), οι κάτοικοι αυτών των χωριών έπρεπε να είναι ιδιοκτήτες των ακινήτων τους (που δεν ήταν!) με αποτέλεσμα να περάσει ειδική τροπολογία που τους έδινε το δικαίωμα να τα εξαγοράσουν με ακόμα ευνοϊκότερους όρους. Από αυτά τα πολλά βγαίνει ότι μπορεί και να υπήρξαν αρπαγές ακινήτων πρώην Βαλαάδων από ντόπιους, ομολογώ ότι δεν ξέρω συγκεκριμένη περίπτωση για τέτοια χωριά, ξέρω αλλού. Οπωσδήποτε, πάντως, κανένας δε λέει ότι οι Βαλαάδες, ή οι πρόσφυγες που τους διαδέχτηκαν στα χωριά τους, ήταν πλούσιοι, φτωχική αγροτική ζωή ζούσαν, με χίλιες στερήσεις. Μια και τα είπα όλα, ας πως κι αυτό: Αναφέρονται και περιπτώσεις ντόπιων που έφυγαν από το χωριό τους όπου δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, χώθηκαν σ’ ένα μπουλούκι με πρόσφυγες και πήγαν ως δήθεν πρόσφυγες σε άλλα χωριά, όπου “αποκαταστάθηκαν” με κλήρο κλπ. Τι να κάνει ο κόσμος, ήθελε να ζήσει. IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 13:55 14: Εντάξει, αυτό που λες είναι πιο λογικό, αλλά περιφέρεια Σισανίου, διοικητικά, δεν υπήρχε ούτε υπάρχει. Υπήρχε πόλη των Βυζαντινών (μεταβυζαντινών;) χρόνων “Σισάνι” που -αν δεν απατώμαι- δεν είμαστε σίγουροι πού ακριβώς ήταν, όχι αναγκαστικά εκεί που είναι σήμερα το ομώνυμο χωριό, και που ήταν έδρα της μητροπόλεως που κατόπιν μεταφέρθηκε στη Σιάτιστα και λέγεται, ακόμη και σήμερα, “Σισανίου και Σιατίστης” (ο μητροπολίτης της ξεσπάθωσε πρόσφατα κατά της Χρυσής Αυγής και εισέπραξε πλήθος ευνοϊκά σχόλια στον τύπο). Στην Τουρκοκρατία όλοι αυτή η περιοχή ήταν καζάς Ανασελίτσης. Γρηγόρης Κοτορτσινός είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:17 Όλα τα ονόματα μου φαίνεται ότι αποτελούν τα υποκοριστικά που χρησιμοποιούσαν ήδη οι Αλβανοί για τα μουσουλμανικά ονόματα. Εκτός από τους «ελληνότουρκους» (=μουσουλμάνους που μιλάνε ελληνικά) εκεί κοντά υπήρχαν και βλαχότουρκοι, βλ. http://tinyurl.com/opmejnb Τέλος, αφού το χωριό (Τσούρχλι) του Γεωργίου Νεομάρτυρα (αυτό το επώνυμο υιοθέτησε η οικογένειά του μετά το θάνατό του) των Ιωαννίνων είναι μέσα στα χωριά των Βαλαάδων, σκέφτομαι μήπως αυτό έπαιξε κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι με τόσο πάθος, αν και απερίτμητος, θεωρήθηκε μουσουλμάνος από τους τουρκογιαννιώτες. Stazybο Hοrn είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:22 Από την πάλαι ποτέ ΕΤ3: Βαλαάδες Γρεβενών,1 Βαλαάδες Γρεβενών, 2 Leonicos είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:30 ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΡΘΡΟ ΠΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΕΙ. Τους τουρκοκρητικούς τούς ξέραμε βέβαια, και σώσανε πολλούς έλληνες στη Σμύρνη, ή τους διευκόλυναν. Υπάρχει μια σεβαστή ομάδα στη Συρία που είχε εγκατασταθεί εκεί. Για τους βαλαάδες δεν είχα ξανακούσει. Πιστεύω ότι αυτή ανάρτηση πρέπει να βραβευτεί Leonicos είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:36 Αντιπαλότητες! Εδώ έχουν αντιπαλότητες οι καθολικοί με τους ορθοδόξους στη Σύρο. Οι αριστεροί με τους δεξιούς… κ.ο.κ. Θ αήταν ανώμαλο να μην υπήρχαν. Κι εμένα μ’ έβριζαν ‘εβραίο που σταύρωσες το Χριστό μας’ και τους απαντούσα ‘δικός μας ήταν ο Χριστός και ό,τι θέλαμε τον κάναμε!’ κι έπεφτε και ξύλο. Αλλά ζούσαμε μαζί. Κι αυτό είναι το μεγάλο. Να ζω μαζί σου παρά τις διαφορές. Αλλιώς τι κακλό προκύπτει αν όλα είναι μέλι γάλα; Sarant είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:44 Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια, κάποια πολύ ουσιαστικά, όπως και για τα καλά σας λόγια! Leonicos είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:44 ανώμαλες δικαιοπραξίες” (ο όρος επανεμφανίστηκε αργότερα και, ως ένα βαθμό, επιζεί ως σήμερα, αλλά αφορά, πλέον, άλλη περίπτωση) Την εποχή που γινόταν το αλαλούμ με το Κτηματολόγιο στην Νίκαια, έφτιαξα το δελτίο ενός γνωστού κομμουνιστή της περιοχής, ο οποίος εκτός από το σπίτι στο οποίο έμενε, εμφάνισε και το συμβόλαιο αγοαραπωλησίας του διπλανού σπιτιού, και μάλιστα δακτυλογραφημένο σ’ ένα χοντρό κίτρινο χαρτί με πολύ ιδιόρρυθμο τύπο γραμμάτων (γραμματοσειρά). Του έκανα κανονικά το πρώτο και τον ρώτησα για το δεύτερο, επειδή τον ήξερα προσωπικά και ήξερα ότι δεν είχε άλλο περιουσιακό στοιχείο. “Άσ’ το” μου λέει, “συμβάολαιο της κατοχής1 Τ’ ακυρώσανε μετά! Κι εμείς το είχαμε πληρώσει. Δεν το πήραμε για μια πατάτα!” Spiral Architect είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:48 @19: Οι Ελληνόφωνοι Κρητικοί της Συρίας: (το είχα δει παλιά στην ΕΡΤ) Σκύλος Της Β.Κ. είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:54 Έχω συναντήσει στη Σμύρνη, το 1999, εγγονό τουρκοκρητικιάς, ο οποίος είχε μάθει τα κρητικά από τη γιαγιά του. Και που όταν -κατά τύχη- μπήκαμε στο μπαράκι του (φοιτητικό στέκι σε παλιό νεοκλασσικίζον αρχοντικό της πρώην προκυμαίας) μας έπιασε κουβέντα (τι κουβέντα; πολυλογία) σε άψογα κρητικά. Πλάκα είχε που ενώ μιλούσε ακατάσχετα, κάτι φοιτητόπουλα στο βάθος έπαιζαν το γνωστό άζμα «Paporaki tou Bournova kai karocha stis stergias, posa dallara gyreveis sthn Peraia na me pas?», χωρίς να καταλαβαίνουν τι λένε, περίπου όπως τα εγχώρια φοιτητόπουλα (υποθέτω) τραγουδάνε «γκελ, γκελ, καϊκτσσσίιιιιιιιι!». Ωραία ήτανε αλλά στο τέλος ο σύντροφος τουρκοκρητικός μας φόρεσε ένα φέσι, να με το συμπάθειο! Τι να κάνομε, έτσι είναι η φιλία των λαών… IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:58 24: Τραγική ειρωνεία το άσμα του background, γιατί είναι γνωστό ότι προέρχεται από τραγούδι που τραγουδούσαν οι λιποτάκτες του Μικρασιατικού μετώπου. Ή γι’ αυτό το έβαλε; Leonicos είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 14:58 Σήμερα η ανάρτηση είναι θησαυρός. Απόδειξη: Είμαι ο πρώτος που θυμήθηκε… ότι δεν αναφέρθηκαν τα χθεσινά (Μυντιαλ) IN είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 15:05 26: Δεν έχεις δει τι γίνεται στην ανάρτηση του Σαββάτου, ε; Leonicos είπε 14 Ιουλίου, 2014 στις 15:07 Με άλλα λόγια, οι κρητικοί της Συρίας δεν είναι τουρκοκρητικοί όπως του
  18. Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015
    Κρίση ταυτότητας στην Τουρκία. Δεν είμαστε … Τούρκοι λέει ακόμη κι ο Ντεμιρέλ…
    Ο πρώην πρόεδρος της Τουρκίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, είχε πει παλαιότερα για την Τουρκική ταυτότητα ότι, «αν αρχίσουμε να δεχόμαστε την αναγνώριση της πραγματικής ταυτότητας των σημερινών κατοίκων της Τουρκίας τότε δεν θα μείνει κανένας Τούρκος»!!!

    Το σκεπτικό της ομολογίας του πρώην πρόεδρου της Τουρκίας ήταν πως, αν ο Κούρδος αναγνωριστεί σαν Κούρδος, ο Λαζός αναγνωριστεί σαν Λαζός, ο Ρωμιός αναγνωριστεί σαν Ρωμιός, ο Αρμένιος αναγνωριστεί σαν Αρμένιος, ο Πομάκος αναγνωριστεί σαν Πομάκος, ο Τσετσένος αναγνωριστεί σαν Τσετσένος, ο Τσερκέζος αναγνωριστεί σαν Τσερκέζος, ο Γεωργιανός αναγνωριστεί σαν Γεωργιανός, ο Αλβανός αναγνωριστεί σαν Αλβανός, ο Βόσνιος αναγνωριστεί σαν Βόσνιος, τότε ποιος είναι Τούρκος; Δεν μένουν Τούρκοι!!!

    Ας μην ξεχνάμε πως οι Ασιάτες Οθωμανοί-Τούρκοι που κατέκτησαν το Βυζάντιο το 1453, δεν αριθμούσαν ούτε καν 1.000.000 ανθρώπους. Οι ειδικοί πιστεύουν πως είναι αδύνατο οι άνθρωποι αυτοί να έφτασαν σήμερα τα 75.000.000. Προφανώς μέσα στα 75 αυτά εκατομμύρια υπάρχουν πολλά εκατομμύρια που δεν είναι Τούρκοι, αλλά προέρχονται από άλλες εθνικές ομάδες.

    Η ομολογία του πρώην προέδρου της Τουρκίας, δεν έθιξε όμως το τεράστιο πρόβλημα των κρυπτοχριστιανών της χώρας, που από τον φόβο της αντίδρασης του τουρκικού καθεστώτος, δεν τολμά να εκφράσει ανοιχτά τα θρησκευτικά του πιστεύω. Το πρόβλημα των κρυπτοχριστιανών υπάρχει και είναι τεράστιο, όσο και αν πολλοί (και από τις δυο πλευρές του Αιγαίου) δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

    Τα λεγόμενα του πρώην Τούρκου προέδρου έγιναν και πάλι επίκαιρα, καθώς το συμπέρασμα μεγάλης έρευνας του Ιδρύματος Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών της Τουρκίας (TESEV), διεξήγαγε έρευνα ώστε να εκφραστούν οι απόψεις των κατοίκων της χώρας σχετικά με τις διεργασίες για την σύνταξη του νέου τουρκικού συντάγματος.

    Σύμφωνα με την έρευνα που έγινε σε 29 Τουρκικές επαρχίες με επιλεγμένο δείγμα 2699 ατόμων, στην ερώτηση «ποια θα πρέπει να αναγνωρίζεται σαν η εθνική ταυτότητα στο νέο τουρκικό σύνταγμα», μόνο το 55,8% των ερωτηθέντων απάντησε πως η ταυτότητα αυτή θα πρέπει να είναι η Τουρκική ταυτότητα!

    Έτσι ήρθε στο φως για άλλη μια φορά το μεγάλο πρόβλημα ταυτότητας της σύγχρονης Τουρκίας, το «Kimlik Meselesi», που απασχολεί σε μεγάλο βαθμό εδώ και 20 χρόνια πολλούς Τούρκους αξιωματούχους, ενώ έχει προκαλέσει κρίση ταυτότητας σε πολλά επίπεδα στην Τουρκική κοινωνία.

    Επίσης εντυπωσιακό είναι ότι στην έρευνα αυτή το 35,1% δήλωσε πως στο νέο Τουρκικό Σύνταγμα θα πρέπει να αναγνωρίζονται εκτός από την Τουρκική, η Κουρδική, η Τσερκέζικη, η Αρμενική, η Ελληνική, η Γεωργιανή και όποια άλλη ταυτότητα μειονότητας ζει στην Τουρκία!!!
    Επομένως διαπιστώνεται το γεγονός πως η Τουρκική κοινή γνώμη, αναγνωρίζει την ύπαρξη πολλών εθνικών μειονοτήτων εντός της σημερινής Τουρκίας, κάτι που εδώ και σχεδόν 100 χρόνια αρνείται πεισματικά το Τουρκικό κράτος.

    Φαίνεται λοιπόν πως υπάρχει μια υποβόσκουσα διασπαστική τάση στην καθεστωτική άποψη που προσπαθεί να επιβάλλει την ύπαρξη μόνο μίας καθαρά Τουρκικής μουσουλμανικής εθνικής ταυτότητας στην χώρα.

    Στην έρευνα υπήρξε και ένα ποσοστό του 9,1% που διατύπωσε την επιθυμία του να μην αναγνωρίζεται καμία εθνική ταυτότητα στο νέο Τουρκικό σύνταγμα.
    Δηλαδή να μην υπάρχει καμία εθνική ταυτότητα στην χώρα!

    Η άποψη αυτή κλονίζει ακόμα περισσότερο όλες τις καθεστωτικές απόψεις που είχαν επιβάλει από το 1924 και μετά στους κατοίκους της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, μια τεχνητή ταυτότητα και μια τεχνητή εθνική συνείδηση, με πρωτοβουλία του Μουσταφά Κεμάλ, του επονομαζόμενου Ατατούρκ.

    Ένα άλλο σημείο από την έρευνα του TESEV, που τονίζει αυτή τη κρίση συνείδησης και ταυτότητας στην σημερινή Τουρκία, είναι και αυτό που αφορά την επίσημη μουσουλμανική θρησκεία.
    Στην ερώτηση για το ποια γνώμη έχουν οι πολίτες για την υποχρεωτική ισλαμική εκπαίδευση του Σουνιτικού Ισλάμ, μόνο το 50,1% συμφώνησε.
    Έτσι ήρθε στην επιφάνεια και το πρόβλημα των εκατομμυρίων Αλεβιτών που αρνούνται την Σουνιτική ισλαμική παιδεία. (Υπάρχουν και λιγοστοί Σιίτες)

    Τα αποτελέσματα της έρευνας σίγουρα θα προβληματίσουν το ισλαμικό καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν, που τα τελευταία χρόνια επιδίωξε την άνοδο του θρησκευτικού φρονήματος με την αύξηση των κατηχητικών σχολείων, των γνωστών «İmam Hatip» ενώ δημιούργησε ένα τεράστιο δίκτυο σουνιτικής ισλαμικής προπαγάνδας κατά των αλεβιτών και των σιιτών, μέσω των ελεγχόμενων ΜΜΕ από ισλαμικά ιδρύματα.

    Τελικά τι είναι η σημερινή Τουρκία; Ένα κράτος – έθνος ή ένα υποχρεωτικό συνονθύλευμα εθνών και θρησκειών κάτω από τον φόβο;

    http://cosmostatus.blogspot.gr/2015/04/blog-post_20.html

  19. Ο Οθωμανικός λαβύρινθος και η Εθναρχούσα Εκκλησία

    Γιάννης Ναστούλης

    Είναι αδύνατη η προσέγγιση της πορείας του Γένους των Ελλήνων-Ρωμιών τόσο τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας όσο και στη διάρκεια της οσμανοκρατίας χωρίς να λάβουμε υπόψη
    1. την πολιτική ρευστότητα της περιόδου που ακολουθεί το θάνατο του Βασιλείου του Β ́, τις συγκρούσεις των «δυνατών» και της παλατιανής αριστοκρατίας, τον ρόλο του Μιχαήλ Ψελλού και τις στρατηγικές επιλογές της Ελληνορωμαϊκης ελίτ,
    2. την αντικατάσταση του Θεματικού στρατού από μισθοφόρους κυρίως Βάραγγους και Κομάνους,
    3. την πολιτική προνομίων των Κομνηνών στις ανερχόμενες ναυτικές ιταλικές δυνάμεις (Χρυσόβουλο),
    4. τον θεσμό της «πρόνοιας»,
    5. τον ενδοδυναστικό εμφύλιο μεταξύ Παλαιολόγων και Καντακουζηνών, τη συμπλοκή του με το κίνημα του Ζηλωτισμού και τον «πολιτικό» ρόλο του Ησυχασμού και την προϊούσα εμπλοκή των Οθωμανών στις πολιτειακές διεργασίες της αυτοκρατορίας και βεβαίως,
    6.το «σχίσμα» και τη δημιουργία δύο τάσεων στο ζήτημα της χριστιανικής σύγκλισης με τη Φραγκολατινική Εκκλησία.

    Από την άλλη, η διείσδυση των «Λατίνων» (Φράγκων/Νορμανδών) στην Ανατολή συνοδεύτηκε με πρωτοφανείς αναστατώσεις στις περιοχές της Μικράς Ασίας και είχε σαν συνέπεια την αποδυνάμωση των Σελτζούκων του Ρουμ, του κράτους των Ντανισμεντίδων και των λεγόμενων τουρκομανικών Εμιράτων (Καρασί, Καραμάν Τζερμιάν, Αϊντίν, Μεντεσέ κ.λπ.), πράγμα που διευκόλυνε τη Μογγολική παλίρροια, η οποία κατά την άμπωτη άφησε ένα τεράστιο κενό εξουσίας και μια άθικτη δύναμη έτοιμη να το καταλάβει, τους Οθωμανούς. Μετά μάλιστα τη Φραγκοκρατία, ο κατακερματισμός της αυτοκρατορίας σε λατινικά και ελληνικά κράτη επέφερε τόσο μόνιμες αλλοιώσεις στον χάρτη της Μικράς Ασίας και της Βαλκανικής, ώστε αφενός μεν το «Βυζάντιο» δε συνήλθε ποτέ, αφετέρου το κράτος του Οσμάν αναδύθηκε από τη συγκυρία ως η μόνη συγκροτημένη και αξιόπιστη δύναμη.

    Μάλιστα οι πρωτοφανείς ασχήμιες και βαρβαρότητες των «Φράγκων» λειτούργησαν ως καταλύτης στην ισλαμοχριστιανική/Τουρκογραικική σύντηξη που εκφράστηκε στο οσμανικό μόρφωμα, στην προοπτική της λαφυραγωγίας, αρχικά. Πίσω όμως από το άλλοθι του ιερού πολέμου (gaza συνώνυμο του Τζιχάντ) και τη ρητορική των ηγεμόνων του, οι υποτιθέμενοι γαζήδες (ιππότες της πίστης) είναι μάλλον ένας ληστρικός συνασπισμός από μουσουλμάνους και χριστιανούς (sic) πολεμιστές που δρουν από κοινού με στόχο το πλιάτσικο1. Στον βαθμό που ο γρήγορος ρυθμός των κατακτήσεων απαιτούσε οικειοθελή και χωρίς διακρίσεις προσχώρηση μεγάλου αριθμού χριστιανών για κάλυψη των ελλείψεων ανθρώπινου δυναμικού, μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι ιδρυτικά το οσμανικό κράτος είναι μια σύγκραση α. τουρκομανικών δομών εξουσίας, φορείς των οποίων είναι μια εξαιρετικά ολιγάνθρωπη πατριά (400 σκηνές εγκαταστάθηκαν στη Σογούτη υπό τον Ερτογρούλ)[2], β. εν μέσω πολυπληθούς μικρασιατικού χριστιανικού κόσμου (8 εκατομύρια την εποχή αυτή)[3], εντός του οποίου φυλετικά αφανίζονται με τον νόμο της ώσμωσης και με δεδομένη την εξωγαμία των λεγόμενων τουρκικών φυλών, γ. μέσα σε έναν ιδιότυπο θρησκευτικό συγκρητισμό σαμανικών, ισλαμικών σουφικού τύπου και αιρετικό-ορθόδοξων χριστιανικών στοιχείων, τα οποία εκφράζονται στο Μικρασιατικό ταρικατικό (taricat: αδελφότητες) ισλάμ (αδελφότητες των Νακσιμπεντί, των Μεβλεβί, των Νουρτζού, των Μπεκτασί κλπ)[4].

    Πολλοί δυναμικοί Έλληνες/Ρωμιοί χριστιανοί της ανώτερης τάξης έσπευσαν να συμπαρασταθούν στον Οσμάν για τη συγκρότηση του κράτους του: Ο Κιοσέ Μιχάλ Σπανομιχάλης, ο Μάρκου, ο Εβρενός (Βρενέζης ή Αβρανέζης κατά Φραντζή), ο Μαυροζώμης, ο Ορχάν Ταρωνίτης, ο Λάλα Σαχίν, Ο Γαβράς, κάποιοι Κομνηνοί, Παλαιολόγοι κ.λπ.[5]. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ένας Έλληνας εξωμότης ο Ζαγανός πασάς είναι που εισηγείται στον Μεχμέτ τον Β ́ να εμμείνει στην εκπόρθηση της Πόλης, ή ότι οι επίσκοποι των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης εκλιπαρούν τον Μουράτ να ελευθερώσει τις πόλεις από τους Λατίνους. Ότι ο Ιωάννης Καντακουζηνός δίνει την κόρη του νύφη στον Σουλτάνο Ορχάν, ότι ο Σουλτάνος Καϊχουσράβ βρίσκεται υπό την άμεση επίδραση του θείου του Μιχαήλ Παλαιολόγου[6], ότι ο Πορθητής είναι από μάνα χριστιανή (από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας) και από πατέρα κατά τα τρία τέταρτα έλληνα (φυλετικά), ότι τα πρότυπά του είναι ο Αχιλλέας και ο Αλέξανδρος και για σύμβολό του κράτους (της σημαίας) του υιοθετεί την ελληνικότατη ημισέληνο του ναού της Αρτέμιδος στο Βυζάντιο. Ότι οι Οσμανλί άρχοντες, όπως και οι Σελτζούκοι ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ως Τούρκοι και την ονομασία χρησιμοποιούσαν μόνο για προσδιορισμό αγροίκων χωρικών μουσουλμάνων, ως επίθετο έσχατης καταφρόνησης, ότι πουθενά σε έργα Οσμανών μέχρι τα μέσα του 19ου δεν απαντάται η λέξη «Τουρκία» ως προσδιοριστικό του κράτους, που οι Σελτζούκοι ονομάζουν Diyar I Rum δηλ. τόπο των Ρωμαίων και την περιφέρεια του Ικονίου Vilayet I Yunani δηλαδή απλά Ελλάδα.

    Δεν είναι τυχαίο, για να βάλουμε μια άνω τελεία στην ατέλειωτη λίστα αυτού του περιπετειώδους και παράξενου, για τους σύγχρονους, εθνοφυλετικού και πολιτισμικού συγκρητισμού, ότι ο ιδρυτής του μεγαλύτερου σουνιτικού σουφικού ταρικάτ του Μεβλεβί, ό Μεβλανά Τζελαλεντίν ι Ρουμή, «Τούρκος» στην καταγωγή λέει: «Για την οικοδόμηση πρέπει να προσλαμβάνονται Έλληνες εργάτες και για την κατεδάφιση Τούρκοι. Γιατί η δόμηση του κόσμου είναι υπόθεση των Ελλήνων, ενώ η καταστροφή και το γκρέμισμα έχει ανατεθεί στους Τούρκους… Τότε ο Θεός δημιούργησε τους Τούρκους, προκειμένου δίχως να αισθάνονται σεβασμό και λύπη, να γκρεμίζουν όλες τις οικοδομές που βλέπουν. Οι Τούρκοι γκρέμισαν και ακόμη γκρεμίζουν. Αυτό θα κάνουν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου». Η σημειολογικήβαρύτητα των λόγων του Μεβλανά είναι προφανής. Έτσι αποκαλεί τους Σελτζούκους του Ρούμ Έλληνες: Yunaniyan[7].

    Η «κοινωνιολογική» πρόβαση και το Ρωμαίικο

    Δεν υπαινισσόμαστε ότι οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα κοινό πεδίο του «εμείς» για τους υπηκόους τους, είτε Μουσουλμάνοι είτε Χριστιανοί είναι αυτοί. Στο εξίσου πολυεθνοτικό «Βυζάντιο» η κοινή πίστη και γλώσσα χαλύβδωσαν ένα εθνικό φρόνημα. Δεν υπήρξε όμως ένα αντίστοιχο οσμανικό ιδανικό, στοιχείο «συγκολλητικό» του πιο ετερογενούς κράτους που γνώρισε η ιστορία. Το ότι το Ισλάμ δεν μπορούσε να γίνει η ιδεολογική «πλατφόρμα» είναι προφανές από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των υπηκόων δεν είναι μουσουλμάνοι. Κατ’ επέκταση, η οσμανική ελίτ παρέμεινε ο συνδετικός κρίκος μιας μικρής τάξης ανθρώπων, τους οποίους συνδέει η σχεδόν αποκλειστική νομή του κοινωνικού υπερπροϊόντος και κατά τούτο οργανώθηκε σε κράτος βίας και ευδαιμονίας (Devlet) vs μιας κοινωνίας, η οποία υπάρχει αφ’ εαυτής. Ένα μόρφωμα που καταλήγει στην πλήρη ανατροπή της νομοκατεστημένης πολιτειολογίας της ισχύος, όπως τη γνωρίσαμε στον αρχαίο Ελληνορωμαϊκό ή στον νεωτερικό κόσμο και στην αντιστροφή της συστατικής πρόβασης του κράτους, που δεν το οργανώνει η κοινωνία, αλλά αυτό οργανώνει αυτήν8. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο λαός είναι ραγιάς (reaya), ποίμνιο, και συμπεριλαμβάνονται όλοι, όχι μόνο οι χριστιανοί. Παντελώς παθητικό στοιχείο, του οποίου η θέση είναι δοσμένη, έστω κι αν με το Devsirme (στρατολόγηση στο yeni seri) πολλοί νεαροί χριστιανοί, κυρίως του ευρωπαϊκού τμήματος ανέβηκαν ακόμη και στα ύπατα της οσμανικής ιεραρχίας. Η ανανέωση της ελίτ παίρνει ένα λειτουργιστικό χαρακτήρα ως μηχανισμού διαφύλαξης της ευτυχίας των κρατούντων, που δεν ενδιαφέρει σε τελική ανάλυση ποια είναι η εθνοφυλετική τους προέλευση τόσο, όσο ότι συν-τάσσονται στην ευδαιμονική κοινότητα.

    Η κυρίαρχη, λοιπόν, αποστολή του κράτους είναι η εξασφάλιση της τάξης (nizam), όχι με την έννοια της κοινωνικής ταξινομίας ή διαστρωμάτωσης, γιατί τάξεις, στον βαθμό που δεν υπάρχει σαφής κυριότητα στα μέσα παραγωγής, δεν υφίστανται. Το σύν-ολο οικονομικό σύστημα, με τον καίριο κρατικό παρεμβατισμό σε όλους τους τομείς της παραγωγικής πρόβασης, οδηγείται στην πλήρη κρατικοποίησή του. Αυτός είναι ο οσμανικός τιμαριωτισμός, που αναπτύσσεται μαζί με τις κατακτήσεις και διαρρηγνύεται στη φάση της αποσύνθεσης, όταν εισβάλουν κεφακαιοκρατικές δομές με φορέα την αναδυόμενη νέα ελληνική κοινωνία.

    Αυτό το «ολωτικό» φυλετικό-θρησκευτικό-πολιτικο-στρατιωτικο-οικονομικό φαινόμενο εκ των πραγμάτων στηρίζει την ύπαρξή του στην απόλυτη ανοχή των διαφόρων ετεροτήτων και κυρίως των θρησκευτικών μιλλέτ. Υπό την οπτική αυτή η Ρωμιοσύνη/Ελληνισμός βρήκε το σταθερό ενοποιητικό πλαίσιο, που είχε διαρραγεί από τους ποικιλώνυμους δυνάστες, όπως είπαμε (Λατίνους, Σλάβους, Τούρκους). Η «Τουρκοκρατία», έστω και υπό καθεστώς ιδιότυπης «δουλείας» δημιούργησε τις προϋποθέσεις ευρείας επικοινωνίας του εθνικού συνόλου, της εδραίωσης μιας ηθικής κοινότητας και έτσι την ανάπτυξη πολιτειακών/κρατικών εν κράτει «κοιτασμάτων» άνευ πρωτογενούς εξουσίας. Με τα προνόμια που παραχώρησε ο «κατακτητής» συνέταξε το καθεστωτικό πλαίσιο διαβίωσης των υπηκόων του millet i Rum (Ρουμ μιλλέτ) σε συγκροτημένο κοινωνικό σύνολο.

    Για να λειτουργήσει όμως μακροπρόθεσμα η δομή αυτή, ήταν αναγκαία η στεγανοποίηση των δύο επιπέδων της οθωμανικής κοινωνίας: στο υπερκείμενο της εξουσίας και στο υποκείμενο της παραγωγής. Τούτο έγινε αμέσως μετά την Άλωση με την αναγνώριση του αυτοδιοίκητου των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων: της κοινότητας των Ρωμαίων, των Αρμενίων και των Ιουδαίων. Οι λόγοι που οδήγησαν τους Οθωμανούς να προχωρήσουν στον θεσμό των Μιλλέτ και ειδικά του Ελληνορθόδοξου, ως του σημαντικότερου ιστορικά, σχετίζονται με τα ιδεολογικά ανοίγματα της ορθόδοξης Ανατολής προς την καθολική Δύση και με την εξουδετέρωση επίσης των όποιων αμοιβαίων πολιτικών (μερίδα ενωτικών), άλλα και στρατιωτικών προσεγγίσεων (νέες σταυροφορίες).

    Η ανάθεση της διοίκησης των Ρωμιών στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, εξασφάλιζε στον σουλτάνο ένα αποτελεσματικό instrumentum imperii το οποίο και προικοδότησε με ένα «σκανδαλώδες» πλέγμα εκκλησιαστικών, δικαστικών και πολιτικών/ διοικητικών προνομίων, έτσι που να μπορούμε να μιλάμε για εθναρχούσα Εκκλησία με τον Πατριάρχη πραγματικό Εθνάρχη (millet-basi), αντίστοιχο του Σεϊχουλισλάμη του μουσουλμανικού μιλλετιού[9].
    Η μετατροπή της Εκκλησίας στον μόνο ρυθμιστή των θεμελιωδών κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών στο εσωτερικό της ορθόδοξης κοινότητας, αλλά και έναντι του οθωμανικού κράτους ανέτρεψε την ισότητα των παραδοσιακών εκκλησιαστικών ηγεσιών του ορθόδοξου κόσμου, με αποτέλεσμα τον μαρασμό του αραβόφωνου ποιμνίου και την ενίσχυση του ελληνόφωνου. Τον ελληνικό χαρακτήρα της ελληνορθόδοξης κοινότητας ενίσχυσε και η εξαφάνιση των μεσαιωνικών ορθοδόξων βαλκανικών κρατών, γεγονός που ανατροφοδότησε τους κληροδοτημένους από το ρωμαίικο παρελθόν συγγενείς θεσμούς και τις συγκλίνουσες παραδόσεις τους, ώστε διευκόλυνε την ανασύνδεση των συχνά ανταγωνιστικών εθνοτήτων με τους Έλληνες υπό την ενιαία θρησκευτικοπολιτική σκέπη του Πατριαρχείου.

    Αλλά η πανορθόδοξη αλληλεγγύη σφυρηλατήθηκε και στο αντικαθολικό- αντιδυτικό μέτωπο, στον βαθμό που οι δεσμοί του ελληνορθόδοξου στοιχείου των φραγκοκρατούμενων περιοχών ενισχύθηκαν εντυπωσιακά μετά την Άλωση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ενίσχυε την αντιλατινική ιδεολογία της χειμαζόμενης ρωμιοσύνης, από την καταπίεση, τον προσυλητισμό και τις βαρβαρότητες κυρίως της Καταλανικής εταιρείας την εποχή πριν την Άλωση.

    Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ενιαίας αυτής εκκλησιαστικής κοινότητας με τον περιορισμό των φυγόκεντρων τάσεων και τις ιδεολογικές συγκλίσεις ενδυναμώθηκε αναπότρεπτα ο χαρακτήρας της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, που τώρα παίρνει ηγεμονικές διαστάσεις, εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσης της ελληνικής γλώσσας στη λατρεία, την επίσημη αλληλογραφία των εκκλησιαστικών παραγόντων, την εκπαίδευση, έτσι ώστε γενικεύεται η ελληνομάθεια όλων τουλάχιστον των εκκλησιαστικών αξιωματούχων, ανεξάρτητα από την αρχική εθνογλωσσική τους προέλευση και με την ελληνική παιδεία να γίνεται conditio sine qua non για εκκλησιαστική σταδιοδρομία[10].

    Παρά την αδιαμφισβήτητη συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της ελληνοχριστιανικής παιδείας, μια «αγιογραφική» αντιμετώπιση της Εκκλησίας και του οσμανικού περιέχοντος, εντός του οποίου λειτουργεί, θα ήταν αφέλεια. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι η Εκκλησία γίνεται μια ένωση πολιτών δεύτερης κατηγορίας, μάλιστα η μοναδική ένωση στην οποία ήταν επιτρεπτό να οργανωθούν οι Χριστιανοί ρεαγιάδες (reaya). Με αυξημένες, είναι τεκμηριωμένο, πειθαρχικές εξουσίες πάνω στα εκκλησιαστικά πληρώματα, ωστόσο με ψιλή επικύρωση της ελευθερίας της από την ανώτατη κρατική εξουσία.

    Η λύση του ακανθώδους αυτού προβλήματος βρέθηκε στη διαθέσιμη φόρμουλα διοίκησης των θρησκευτικών μειονοτήτων του Χαλιφάτου – που περιελάμβανε και χριστιανικά πληρώματα Ανατολικών επαρχιών – στην οποία οι Μουσουλμάνοι κυβερνήτες είχαν μακρά παράδοση. Έτσι η Εκκλησία αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις ευρύτερες της αποστολής εφ’ ης ετάχθη από τον ιδρυτή της. Προσθέτει δηλαδή, πέρα από την πνευματική της αποστολή και μία πλήρως κοσμική/πολιτική, προσεγγίζουσα το Ισλάμ[11].

    Ένας συγκερασμός κοσμικού και ιερού, κατ’ αναλογίαν του Οσμανικού κράτους, που επανακαθορίζει την εκκλησιαστική εξουσία ως συνισταμένη δύο κυρίαρχων δυνάμεων/τάξεων εντός της εθνικής κοινότητας: της εκκλησιαστικής (κλήρος) και πολιτικής (κοσμικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Άλωση, ακριβώς λόγω των πολύπλοκων διοικητικών αρμοδιοτήτων του εθνικού Millet, έγινε αναγκαία η ύπαρξη μιας εξειδικευμένης ελίτ «οφφικιάλων», αξιωματούχων μικτής κληρικολαϊκής προέλευσης, η οποία διοικούσε τα εκκλησιαστικά και πολιτικά πράγματα εν είδει σατραπείας[12]. Την πιο αποτελεσματική όμως απόδειξη της σύμπραξης κληρικού και λαϊκού στοιχείου κατά την ενάσκηση της εξουσίας, δείχνει ο «αφορισμός», ο οποίος από πνευματικό επιτίμιο παράβασης εκκλησιαστικού κανόνα αποκτά ευρύτερο πεδίο εφαρμογής: παραβάσεις θετικού ή εθιμικού δικαίου, κυβερνητικών εντολών, αντισυμβατική γενικά συμπεριφορά κ.λπ. Γίνεται, δηλαδή, πολιτικού χαρακτήρα ιδεολογικός μηχανισμός της εθνικής κοινότητας, αλλά και του Οσμανικού κράτους[13].

    Δηλονότι, μικρο-πολιτικά αναλυόμενο το φαινόμενο των Millet παρέχει ακριβώς την ίδια διάταξη δυνάμεων με αυτές που συγκροτούν το Οθωμανικό κράτος: το πρόβλημα των δύο αρχών ή «ξιφών» του βυζαντινού-ρωμαϊκού δικαίου επιλύεται στο Οσμανικό Ισλάμ με την ισόρροπη συμμετοχή στην εξουσία κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών, στρατού και Ουλεμάδων (νομομαθείς/θεολόγοι του Ισλάμ). Εξυπακούεται ότι ο ιδεολογικός μηχανισμός της Εκκλησίας λειτουργούσε manu militari του Οσμανικού κράτους[14], αλλά και προφανώς με ταυτότητα στοχοθεσίας προς τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, όπως φαίνεται στην πολιτική θεωρία των εκπροσώπων της: η πτώση του Βυζαντίου είχε θεωρηθεί ως θεία τιμωρία για την ένωση των δύο Εκκλησιών που προωθούσε μερίδα της πολιτικής ηγεσίας, προς εξασφάλιση βοήθειας εναντίον του τουρκικού κινδύνου.

    Η ομοιότροπη σύνταξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις οσμανικές δομές φαίνεται: πρώτον, στην κατ’ αντιστοιχία προς την τάξη των Ουλεμά λειτουργία του κλήρου/ Εκκλησίας. Πέρα από τα λατρευτικά και τα δικαστικά καθήκοντα, είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την εκπαίδευση, όπως δείξαμε. Όπως το ισλαμικό τέμενος είναι δικαστήριο και μεντρεσές (θρησκευτικό σχολείο), το ίδιο και η Εκκλησία απορρόφησε τη «θύραθεν» παιδεία του Βυζαντίου. Δεύτερον, στην κατ’ αντιστοιχία των οσμανικών διαδικασιών κατάληψης αξιωμάτων (δωροληψίες, δωροδοκίες), άνοδο (διορισμοί, προαγωγές) στην εκκλησιαστική και πολιτική ιεραρχία της εθνικής κοινότητας. Τρίτον, στο γεγονός ότι η Εκκλησία ενεργούσε ως όργανο της οσμανικής διοίκησης (φορολογία, ναυτολόγηση, μεσολάβηση προς τις οσμανικές αρχές15 και η οποία μάλιστα διέθετε και μη πνευματικούς (αφορισμός) κατασταλτικούς μηχανισμούς, όπως αστυνομικά όργανα, σωματικούς βασανισμούς, κρατητήρια, φυλακές, δυνατότητα εξορίας[16].
    Αναμφίβολα η δράση της Εκκλησίας, και εννοούμε του ανώτερου κλήρου, δημιούργησε πολλές αντιδράσεις, τις οποίες ανέδειξαν πολλοί ξένοι κυρίως συγγραφείς περιηγητές και κυρίως, στα χρόνια του νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι λίβελοι: «Νέα Γεωγραφία» των μοναχών Δημήτριου Φιλιππίδη και Γεώργιου Κωνσταντά και Ανωνύμου «Η Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας», όπως και με σημερινά κριτήρια, μια τέτοια συμπεριφορά θα ήγειρε πολλά ερωτηματικά που πολλές φορές, άλλωστε, οδήγησαν διάφορους συγγραφείς σε υπερβολές είτε προς την πλευρά της υπεράσπισης είτε προς την αντίθετή της.

    Όμως, θα πρέπει να συνεκτιμήσει κανείς τις περιστάσεις που υπαγόρευσαν μια τέτοια στάση. Έχοντας η Εκκλησία αναλάβει αφενός μεν την οργάνωση της εθνικής κοινότητας των Ορθοδόξων, και σαφώς, άλλωστε, τη διάσωση του ποιμνίου της από τον ολοκληρωτικό αφανισμό και, αφετέρου, λειτουργώντας ως ιδεολογικός μηχανισμός, αναγκαστικά ενεπλάκη με τις δομές του Κράτους. Και, πέρα από κάθε αμφιβολία, κανένα κράτος δε θα ανεχόταν τη δράση μηχανισμών που έρχονται σε αντίθεση με δικά του λειτουργικά και διοικητικά υποδείγματα, τοσούτο μάλλον ένα απολύτως δεσποτικό, επί τουρανικών δομών, κράτος όπως το οσμανικό.

    Το βασικό πρόταγμα του Γένους υπό ξενική κυριαρχία ήταν η «συντήρησις». Με τη έννοια αυτή η Εκκλησία συμβολίζουσα την ένωση πίστης και έθνους, εν μέσω θανάσιμης διελκυστίνδας που εκφράστηκε από την ισλαμική όσο και δυτική αλλοτρίωση πέτυχε σημαντικό και εθνοφελές έργο, έστω κι αν στη διελκυστίνδα αυτή πολλές φορές εξετράπη σε στείρες και αμφιλεγόμενες ενέργειες στον άξονα αυτονομημένων συμφερόντων και αντίθετων στην εθνική υπόθεση. Ο ισολογισμός είναι αναντίρρητα θετικός. Με τη διοικητική της αυτοτέλεια, την εκπαιδευτική της πολιτική και τη δογματική της καθαρότητα, έστω ως αίτημα, αποκατέστησε την οργανική ενότητα της Ρωμιοσύνης. Η Εκκλησία της Οσμανικής περιόδου είναι ταυτόχρονα Εκκλησία μαχόμενη με κληρονομημένη την αυτοκρατορική αίγλη και πρωτοβουλία και εγγενή τη δημοκρατική οργάνωση προσέφερε την ελλείπουσα πολιτική κονίστρα[17] και διέσωσε τους όρους μιας ελληνικής εκδοχής πολιτειότητας από κοινού με την κοινοτική/ενοριακή οργάνωση του Γένους.

    Δε θα μπορούσε όμως η Εκκλησία, στον βαθμό που ο πολιτικός της ορίζοντας ήταν μεταξύ τοπικότητας και οικουμενικότητας, να κατανοήσει τον εαυτό της με την ευκολία που υπαγορεύουν ποικίλες σκοπιμότητες ως κεφαλή κάποιου Έθνους με τη νεωτερική έννοια, παρά ως ποιμένα χριστιανικών πληθυσμών υποταγμένων σε αλλόθρησκο ηγεμόνα. Άλλωστε ιδρυτικά, αλλά και ως παράδοση και νοοτροπία, η Εκκλησία είναι «θεσμός» ξένος προς το έθνος. Είναι θεσμός πολυεθνικός, στα μάτια του οποίου η ομολογία πίστης μετρά περισσότερο από τα όποια εθνοτικά κριτήρια. Είναι, λοιπόν, λάθος να θεωρείται «εθνικός θεσμός», υπό την έποψη αυτή, και να της αποδίδεται από κάποιους εθνική προδοσία. Γιατί απλούστατα δεν έχει καμία σχέση με το έθνος. Μάλιστα ήταν λογικό στην Τουρκοκρατία να φοβάται ότι η γέννηση εθνικού κράτους θα διασπούσε το πολυεθνοτικό της πλήρωμά και θα μείωνε την επιρροή της, πολύ περισσότερο επειδή, εν τη απουσία κράτους, μόνη αυτή μπορούσε να απαιτήσει φόρους και νομιμοφροσύνη στο οσμανικό υπερσύστημα.

    Η Εκκλησία οικειώνεται το έθνος nolens volens, όταν πλέον το είχε θέσει de facto η ίδια η δυναμική των γεγονότων. Τότε ανέδειξε το γεγονός ότι η θρησκεία επιτελούσε εξ αντικειμένου λειτουργία εθνικής συσπείρωσης. Πάντως από τη στιγμή που το έθνος έτσι κι αλλιώς έρχεται στο ιστορικό προσκήνιο, έχοντας χάσει πια τον κεντρικό της ρόλο ως αρχηγού του χριστιανικού Millet της Τουρκοκρατίας, σηκώνει συχνά το εθνικό λάβαρο, γίνεται ο προμαχών της εθνικής ιδεολογίας στους αγώνες των αλυτρώτων.
    Η εθνική ιδέα υιοθετήθηκε βεβαίως από την Εκκλησία, αλλά με την ανάλογη μεθερμηνεία: την απόσπασή του από την μονομερή αρχαιολατρία και τη σύναψή του με χριστιανικά ιδεώδη. Έπρεπε να χωρέσουν μαζί οι ριζοσπαστικές επόψεις του αρχαιολατρικού ιακωβινισμού, του αστικού ελληνοκεντρισμού και αυτές των σημαντικότερων προαστικών παραγόντων, ο μεγαλύτερος των οποίων ήταν η Εκκλησία, σε μια ιστορική κατασκευή της αδιάσπαστης τρισχιλιετούς ιστορίας των Ελλήνων, δηλαδή της φυλετικής συνέχειας και της ενότητας ελληνικού και χριστιανικού πνεύματος. Η κατασκευή αυτή έκανε δυνατή τη συμπερίληψη του αποβλητέου Βυζαντίου, του ενσαρκωτή των χριστιανικών ιδεών, που έτσι αποκαθιστούσε ιστορικά και ιδεολογικά την Εκκλησία.

    Σημειώσεις

    1 Νεοκλής Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα (Αθήνα 1990), σ. 202. Πρβλ. και Steven Runciman, Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, μετφ. Π. Αντωνοπούλου (Αθήνα 2010), σ. 38.
    2 Caroline Finkel, Οθωμανική αυτοκρατορία 1300 – 1923 (Αθήνα 2007), σ. 34.
    3 Νεοκλής Σαρρής, ο.π, σ. 44.
    4 Ιωάννης Μάζης, Γεωπολιτική, η θεωρία και η πράξη (Αθήνα 2002), σ. 289. Τα ίδια συγκρητιστικά στοιχεία εντοπίζει και ο μεγαλύτερος μελετητής του τουρκικού πολιτισμού B. Lewis, πρβλ. Lewis, Bernard. The emergency of modern Turkey (London 41968).
    5 Ευστράτιος Ζεγκίνης, Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός (Θεσσαλονίκη 2002), σ. 32.
    6 Ευστράτιος Ζεγκίνης, αυτόθι.
    7 Νεοκλής Σαρρής, ο.π., σ. 48.
    8 Ι. Κ. Χασιώτης, Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης (Θεσσαλονίκη 2001), σ. 77. Για την άποψη περί σωτηρίας του ορθόδοξου και των άλλων millet, βλ. Inalcik, Halil. Η Οθωμανική αυτοκρατορία (Αθήνα 1995).
    9 I. K. Xασιώτης, αυτόθι, σ. 80.
    10 Αυτόθι. Βλ. για το ίδιο και στο Β. Καρδάσης, (επιμ.), Ιστορία των Ελλήνων (Αθήνα 2009), σ. 448.
    11 Νεοκλής Σαρρής, ό.π., σ. 289.
    12 Αυτόθι, 291.
    13 Αυτόθι.
    14 Αυτόθι, σ. 292.
    15 Αυτόθι, σ. 295.
    16 Αυτόθι, σ. 298.
    17 Διονύσιος Ζακυνθινός, Η πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος (Αθήνα 1965), σ. 39.

    http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5071-%CE%BF-%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CC%81%CF%82-%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CF%85%CC%81%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B1%CC%81%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CC%81%CE%B1.html

  20. ΟΥΪΓΟΥΡΟΙ,
    ο Δούρειος Ίππος της Κίνας, δείγμα του παγκόσμιου κατεστημένου !!!

    Μια φυλή που ζει στην Βόρειο- Δυτική Κίνα, στην Επαρχία Ξινγιάνγκ που συνορεύει με το Αφγανιστάν, κατά μήκος του δρόμου του μεταξιού. Στην εν λόγω περιοχή βρίσκεται και η πασίγνωστη έρημος Τάκλα Μαχάν, που σημαίνει «πήγαινε και δεν θα ξαναγυρίσεις». Μούμιες 4000 ετών που βρέθηκαν στην περιοχή αλλά και ευρήματα Ελληνιστικών χρόνων, δείχνουν την ευρεία διαδοχή ανθρώπων και πολιτισμών, μέχρι να κατοικηθεί η περιοχή από Τούρκικους πληθυσμούς. Οι Ουιγούροι Τούρκοι ανήκουν στους κατακτητές που παραδόξως θα ξεχαστεί η ιδιαιτέρως αποτελεσματική τους δράση.
    Η πρωτοεμφάνιση των Τούρκικων φυλών, εστιάζεται στην Μαντζουρία, όταν άρχισε η εξάπλωσή τους, κατά την πρώτη χιλιετία π.Χ, στην Άνω Ασία με την ονομασία Χιόνγκ-νου και Γιουέ-τσε, πολιορκώντας την Κίνα, από βορρά………………….

    …………Επιστρέφοντας στους Ουϊγούρους, τους ακολουθεί βαρύς απολογισμός αίματος και θυσιών, απ’ όταν παροτρύνθηκαν για την αυτονόμησή τους και για περισσότερα δικαιώματα. Η περιοχή τους ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη στις αρχές του 20ου αι., με ονομασία «Ανατολικό Τουρκεστάν», αλλά τέθηκε υπό πλήρη Κινεζικό έλεγχο επί Μάο το 1949. Σήμερα εκ νέου επίσημα χαρακτηρίζεται (ημι)αυνόνομη περιοχή, όπως το Θιβέτ, όχι όμως έχοντας ιδιαίτερη αξία. Ας θυμηθούμε επίσης τα ανάλογα αιματηρά επεισόδια, με τους μοναχούς του Θιβέτ. Οι Ουιγούροι είναι Τουρκικής καταγωγής και είναι το τελευταίο Τουρκο-κοζάκικο φύλο που υπέκυψε στην λαίλαπα του εξουσιαστικού Σουνιτικού Ισλάμ, από τους εισβολείς Άραβες, τρέφοντας μίσος όχι μόνον κατά των Χαν, αλλά και κατά των Περσο-Σιιτών.

    Πριν όμως απ’ αυτό, είχαν αναπτύξει ισχυρό κράτος, το κράτος των Χιουγκ-νου, οι οποίοι πολέμησαν επανειλημμένα με τους Κινέζους. Κατεστράφησαν τον 3ο μ..Χ. αιώνα, με αποτέλεσμα να στραφούν στην Δύση με την επέλαση των Ούννων, απ’ τους οποίους υποφέρει στις μέρες μας και όχι μόνον , η γηραιά ήπειρος. Τον 8ο αι. κατέλαβαν την περιοχή της σημερινής Μογγολίας και ίδρυσαν ένα ισχυρό κράτος, η πρωτεύουσα του οποίου βρισκόταν στην περιοχή των σημερινών ερειπίων του Καρακόρουμ. Τον 9ο αι. εκδιώχθηκαν από τους Κιργισίους και ίδρυσαν δύο άλλα βασίλεια στη βορειοδυτική Κίνα, ένα στη σημερινή επαρχία Γκανσού και ένα άλλο στην περιοχή Ξινγιάνγκ Ουιγκούρ, το οποίο κατέλαβαν οι Μογγόλοι τον 13ο αι.
    Οι Ουιγούροι εξισλαμίστηκαν κυρίως κατά τον 15ο αι.

    Δύο φορές προσπάθησαν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους (1930 & 1940) ανεπιτυχώς. Τα παιδιά των Χαν και τα παιδιά των Ουιγούρων, έπαιζαν σε διαφορετικές αυλές και διδάσκονταν σε διαφορετικές αίθουσες και σε διαφορετική γλώσσα διδασκαλίας. Σήμερα, σύμφωνα με έκθεση της Οργάνωσης «Save the Children», τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Είναι πολύ δύσκολο για τους νεαρούς Ουιγούρους να μάθουν την πατρογονική τους γλώσσα, αφού από το 2005 τα κινεζικά, έχουν απομείνει η μοναδική γλώσσα που διδάσκεται στα σχολεία. (στο σημείο αυτό δυστυχώς κάνω τον παραλληλισμό με την «δια βίου μάθησις» Διαμαντοπούλου και την πρότασή της για την Αγγλική γλώσσα , καθώς και τον βιασμό της Ελληνικής γλώσσας μας)

    Στην περιοχή ζουν 8,5 εκατ. Ουιγούροι. Η Κίνα κατηγορείται πως για να εδραιώσει την επιρροή της στην περιοχή, που είναι ιδιαίτερης στρατηγικής και αναπτυξιακής σημασίας, αποτελώντας το 1/6 της συνολικής έκτασης, με πετρέλαιο – φυσικό αέριο – άνθρακα – βαμβάκι (που το εξάγει ως έτοιμο ρούχο ανά τον κόσμο) και πολύτιμα μέταλλα, ενορχηστρώνει την μετανάστευση Κινέζων, της φυλής Χαν. Για τους λόγους αυτούς, η χώρα αρνήθηκε στην Shell και στην ΒΡ να εμπλακούν στην κατασκευή του πολυαναμενόμενου αγωγού Δύσης- Ανατολής και για τον οποίον ανησυχεί ευνοήτως, σε ενδεχόμενο σαμποτάζ από μουσουλμάνους Ουιγούρους αυτονομιστές. Ανακοπή αυτών των διόδων θα ήταν σαν να φράζονταν οι αεραγωγοί στους οποίους στηρίζεται ένας οργανισμός για να αναπνεύσει.
    Σήμερα οι Χαν στην περιοχή, αποτελούν πάνω απ’ το 40% του πληθυσμού (47% οι Ο.), με άνθηση στην γεωργία και το εμπόριο, με την συμβολή των Κινεζικών αναπτυξιακών σχεδιασμών, αλλά εις βάρος των Ο. και υπέρ των έποικων Χαν.

    Πέραν της επαρχίας Ξινγιάνγκ στην Κίνα, υπάρχουν μικρές κοινότητες Ουιγούρων στο Πακιστάν, τη Ρωσία, το Καζακστάν, την Κιργιζία, τη Μογγολία, το Ουζμπεκιστάν, την Τουρκία, αλλά και στην κεντρική επαρχία Χιουνάν της Κίνας.

    Κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες του Πεκίνου, οι Ουιγούροι προσπάθησαν να αναδείξουν το πρόβλημα τους, με αποτέλεσμα να δεχθούν την καταστολή των Κινεζικών αρχών με αρκετά θύματα. Όχι πάντως υπό την σκέψη τόσο για την ανεξαρτησία τους, αφού έχουν αποδεχθεί την Κινεζική κυριαρχία σύμφωνα με λεγόμενα αντιπροσώπων τους, αλλά τουλάχιστον για μια ουσιαστική και πραγματική αυτονόμηση, όταν η πολιτική ηγεσία νέμεται τον πλούτο της περιοχής, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Η Κίνα τους κατηγορεί πως έχουν σχέση με την περιβόητη Αλ Κάιντα {ενώ υποτίθεται πως βρίσκεται στην λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων, συνεργάζεται σήμερα με τους μισθοφόρους αντικαθεστωτικούς στα γεγονότα της Συρίας (!!) }, η οποία τους εκπαιδεύει στο Αφγανιστάν, χωρίς όμως να έχει δημοσιοποιήσει ανάλογα στοιχεία η ηγεσία του κράτους. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ καταχωρούν το κίνημα των Ουγ. στην λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Στον πόλεμο του Αφγανιστάν όσοι συνελήφθησαν απ’ τους Αμερικανούς εστάλησαν στο γνωστό Γκουαντάναμο και εν συνεχεία μετά πάροδο έξη ετών και ελλείψει στοιχείων, τους έστειλαν σε τρίτες χώρες που τους δέχθηκαν. Παρ’ όλο που οι θρησκευτικές, εμπορικές και πολιτιστικές τους δραστηριότητες περιορίστηκαν σημαντικά, παρ’ όλα αυτά αρκετά απ’ τα πλούσια λογοτεχνικά έργα τους έχουν μεταφραστεί σε Δυτικές γλώσσες. Σημειωτέον πως οι Ουιγούροι τύπωναν τα βιβλία τους, για εκατοντάδες χρόνια πριν εφευρεθεί η τυπογραφία απ’ τον Γουτεμβέργιο. (Από που είχαν λάβει την τεχνογνωσία, όταν βρέθηκαν στην περιοχή ως κατακτητές και μεταγενέστεροι άλλων πολιτισμών ;; όντας φυλές των δασών και όχι των στεπών ;;)

    Μετά από πάνω από τρία χρόνια, η Διεθνής αμνηστία καταγγέλλει την Κίνα για την καταστολή των Ουιγούρων στα επεισόδια του 2009, με την Κάθριν Μπέιμπερ, διευθύντρια του τμήματος Ασίας-Ειρηνικού της οργάνωσης να δηλώνει ότι «η γενική τάση καταστολής που παρατηρείται σε ολόκληρη την Κίνα είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ξινγιάνγκ.
    Οι κινεζικές αρχές θα πρέπει να αποκαλύψουν που βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι που υποβάλλονται σε υποχρεωτική εξαφάνιση και να σταματήσει τις διώξεις των μελών των οικογενειών τους που αναζητούν απαντήσεις»

    Τον Απρίλιο του 2012, ο Ερντογάν επισκέφθηκε την Κίνα προκειμένου να συνάψει αμυντικές και επιχειρηματικές συμφωνίες. Προκάλεσε όμως έντονες αντιδράσεις στην Κινεζική ηγεσία, όταν ο Τούρκος πρόεδρος ξεκίνησε την επίσκεψή του απ’ την επίμαχη περιοχή των Ουιγούρων, όταν κατά το παρελθόν ο ίδιος είχε δηλώσει «πως συντελείται μορφή γενοκτονίας» από πλευράς των Κινεζικών αρχών, (για δες ποιός μίλησε…) , αναγγέλλοντας ταυτόχρονα κατά την διάρκεια του ταξιδιού, την δημιουργία βιομηχανικής ζώνης στην περιοχή, ως μέσον ενσωμάτωσής τους. Η τότε αναγγελία του Τούρκου προέδρου είχε δυναμιτίσει ταραχές και θύματα εις βάρος και των δύο πλευρών (Ο. και Χαν). Από πλευράς της, η Κινεζική ηγεσία την εποχή εκείνη, είχε σοβαρές ενδείξεις, για παρείσφρηση Τούρκων υπηκόων στα εδάφη, από παρακείμενες χώρες της πρώην Σοβιετικής ένωσης, κουβαλώντας μαζί τους προπαγανδιστικό υλικό, προξενώντας σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των δύο χωρών !
    Εν τούτοις, η πρόσφατη επίσκεψη ολοκληρώθηκε με πολλές εμπορικές συμφωνίες πολλών δισ. δολαρίων σε διάφορους τομείς, με σημαντικότερη την συμφωνία ανάθεσης πυρηνικού σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας στην Σινώπη, σε Κινέζους.
    Το 1990 ο Οζάλ δήλωνε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πως «το τουρκικό έθνος εκτείνεται από το Σινικό Τείχος μέχρι την Αδριατική», πολιτική που συνεχίζει και ο Ερντογάν.

    Στην φετινή περίοδο του ραμαζανιού (αλλά και σε προηγούμενα χρόνια), η ηγεσία του τύποις Κομμουνιστικού κόμματος, εξέδωσε οδηγίες περιορισμού των δραστηριοτήτων των μουσουλμάνων Ουιγούρων, όπως η νηστεία και οι προσευχές στα τζαμιά της περιοχής, με το αιτιολογικό της διατήρησις «της κοινωνικής ασφάλειας».
    Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Ουιγούρων Μουσουλμάνων», που εδρεύει στο Λονδίνο !, προειδοποιώντας για νέο ξέσπασμα επεισοδίων και βίας.
    Επίσης τον Μάιο του 2011 ξεσπά διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας, εξ αιτίας της μεταφοράς Ουιγούρων στην Αλβανία από το Γκουαντάναμο. Η Αλβανία από πλευράς της, δήλωσε πως δεν είναι δυνατόν να έχουν σχέση οι φιλοξενούμενοι με τρομοκρατικές οργανώσεις εις βάρος της Κίνας, ειδάλλως δεν θα είχαν αφεθεί ελεύθεροι απ’ τους Αμερικανούς και πως η μεταφορά τους είχε σχέση με την ασφάλειά τους και όχι να προστατευθούν για πράξεις τους κατά της Κίνας.

    Ερευνώντας τα ιστορικά και διπλωματικά γεγονότα, δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε πως κάποιοι υποθάλπουν αποσχιστικά σχέδια εις βάρος της Κίνας (κοινή τους πρακτική σε όλες τις περιπτώσεις), με στόχο την διάσπαση της εδαφικής κτήσης της. Στην σύνοδο κορυφής των G8 στην Ιταλία το 2009, ο πρόεδρος Χου Ζιντάο φέρθηκε συνετά εγκαταλείποντας τη Σύνοδο επιστρέφοντας στο Πεκίνο. Ένας κακός χειρισμός της κατάστασης στο Ουρούμτσι σε εκείνη την χρονική στιγμή, θα μπορούσε να αποβεί καταστρεπτικός για τη μελλοντική σταθερότητα τόσο του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος όσο και της χώρας.
    Το Πακιστάν έχει δηλώσει την απόλυτη υποστήριξή του στο συγκεκριμένο θέμα και την αμέριστη συνεργασία του, για την πάταξη της «τρομοκρατίας» (!!), στρέφοντας πλέον το ενδιαφέρον του προς στο Πεκίνο.
    Παράλληλα δραστηριοποιούνται διάφορες ΜΚΟ διεθνώς όπως : National Endowment for Democracy(NED), η οποία παρεμβαίνει δυναμικά στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας.
    Η βασική οργάνωση που κινητοποιεί διεθνώς διαδηλωτές έξω από τις κινεζικές πρεσβείες σε όλο τον κόσμο, είναι το World Uyghur Congress(Παγκόσμιο Κογκρέσο των Ουιγούρων), που εδρεύει στην Ουάσινγκτον. Σύμφωνα με εκθέσεις που δημοσίευσε η ίδια η NED, το WUC επιχορηγείται με 215.000 δολάρια ετησίως από την NED για “έρευνα περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προγράμματα υπεράσπισής τους”.
    Οι φυλετικό-θρησκευτικές ταραχές στο Ουρούμτσι, πρωτεύουσα της απόμακρης επαρχίας Ξινγιάνγκ, πολλούς προβληματίζουν γιατί αποκαλύπτουν άγνωστα κέντρα έντασης στην παγκόσμια κοινότητα.

    Είναι απλή σύμπτωση ότι τα επεισόδια με τους Ουιγούρους το ’09, συνέβησαν μερικές μέρες μετά την ιστορική συνάντηση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης ;;; αγκάθι για τους Δυτικούς ;;
    Ισλάμ και εθνικισμός συνθέτουν από μόνα τους ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που φθάνει μέχρι την καρδιά της χώρας, στο Πεκίνο.

    Από την συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου τον Μάρτιο του 2011 επί διαφόρων θεμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του θέματος της εν λόγω φυλής που εξετάζουμε (διαβάστε τα πρακτικά ΕΔΩ ), επέλεξα από όλους τους ομιλητές την ακόλουθη παράγραφο του ομιλητή Bernd Posselt, εξ ονόματος της Ομάδας PPE, η οποία συμφωνεί με τους περισσότερους εισηγητές :
    «Οι Ουιγούροι υποστηρίζονται ιδιαίτερα από την Παγκόσμια Διάσκεψη των Ουιγούρων με έδρα το Μόναχο και η πολιτιστική κληρονομιά υποστηρίζεται από την κίνηση Blue Shield, της οποίας ο πρόεδρος, Karl von Habsburg, ήταν εδώ στο Στρασβούργο αυτήν την εβδομάδα προκειμένου να μας ενημερώσει.»

    Καθώς επίσης και ολόκληρη την τοποθέτηση της Corina Creţu, εξ ονόματος της Ομάδας S&D. – (RO):
    «Κύριε Πρόεδρε, προσωπική μου άποψη είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να προσέχουμε να μην διατυπώνουμε μονόπλευρες κρίσεις. Υπάρχει κίνδυνος προκαταλήψεων που φέρνουν τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα σε σχέση τόσο με την κατάσταση επιτόπου όσο και με την εταιρική σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας. Η αιματηρή βία τα περασμένα χρόνια στο Ξινγιάνγκ αποδεικνύει σαφώς ότι η καταφυγή στη βία είναι η λιγότερο ικανοποιητική επιλογή. Γι’ αυτόν τον λόγο πιστεύω ότι είναι καθήκον μας να ενθαρρύνουμε τον διεθνοτικό διάλογο.
    Άποψή μου είναι ότι το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν πρέπει να επηρεάσει το δικαίωμα των κινεζικών αρχών να υπερασπίζονται την ακεραιότητα της χώρας τους και την ασφάλεια όλων των πολιτών τους, ιδίως κατά τρομοκρατικών απειλών σε μια περιοχή όπου η Αλ Κάιντα επιχειρεί να εδραιώσει την παρουσία της. Πρέπει να ενθαρρύνουμε ξεκάθαρα μια ισορροπημένη εθνική ανάπτυξη τόσο από οικονομική όσο και από δημογραφική σκοπιά». (Χειροκροτήματα)

    Όμως αν η Ounesco ενδιαφέρεται τόσο ένθερμα για την πολιτιστική κληρονομιά και ταυτότητα της περιοχής και δη της Ισλαμικής αρχιτεκτονικής του Kashgar, πως δεν ενδιαφέρεται για άλλες περιπτώσεις ανά τον κόσμο ;; (πχ. Μικρασιατικά παράλια με αμύθητους Ελληνικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς, ανενδοίαστα εκμεταλλευόμενοι , διαφημιζόμενοι και οικιοποιημένοι από πλευράς Τουρκίας, ως δική τους κληρονομιά ; Άπειρα τέτοια παραδείγματα κατάφωρης πολιτισμικής αδικίας ανά τον κόσμο…Πως επέτρεψαν μια γενοκτονία, αγνοώντας την εθνοκάθαρση, παραδίδοντας την ηγεσία στον Κεμάλ να ιδρύσει το νέο Οθωμανικό κράτος, μετά την καταστροφή της Σμύρνης ;; με έντονες τάσεις, μέσω πολιτικών διαύλων, στην διαγραφή της ιστορικής μνήμης ;;) ή πως δεν ενδιαφέρεται για άλλα σημαντικότερα ευρήματα στην επίμαχη περιοχή του Kashgar, προγενέστερων πολιτισμών ;;
    Το κουμπί όμως βρίσκεται στα λόγια άλλου ομιλητή, του Paul Rübig (PPE), ο οποίος μεταξύ άλλων και αφού επισημαίνει πως η Κίνα πρέπει να κάνει παραχωρήσεις συνεχίζει «Για παράδειγμα, πρόσφατα συνάψαμε συμφωνία με την πόλη Wenzhou που δίνει τη δυνατότητα να γίνονται μελλοντικά σε δολάρια οι άμεσες επενδύσεις μας. Διακρίνω εδώ μια ευκαιρία για εστίαση και σε αυτήν την περιοχή και για ίσα δικαιώματα για τους ανθρώπους στις διάφορες πόλεις και περιφέρειες της Κίνας. Οι διεθνείς σχέσεις μπορούν πραγματικά να προσφέρουν μεγάλη βοήθεια ως προς αυτό».
    (τα πάντα για το χρήμα, αλλά οι λαοί το δόλωμα !!)

    Η αλήθεια λοιπόν μπορεί να είναι σε σημαντικά σημεία και αιτίες εντελώς διαφορετική, αφού την τελευταία τετραετία δυτικοτραφείς (και όχι μόνον), εκπαιδευμένοι στο Πακιστάν έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις των Ουϊγούρων της Κίνας προσπαθώντας να δημιουργήσουν εστίες αναφλέξεων και εσωτερικά προβλήματα στην Κινεζική επικράτεια, με συντονιστικό κέντρο δράσεων των 100 περίπου ολιγομελών αυτονομιστικών ομάδων, στην Ουάσινγκτον . Με γνώμονα την ακριβοδικία, οι Κινέζοι, ιδιαίτερα οι Χαν τρέφουν μακραίωνη απέχθεια για τη φυλή των Ουϊγκούρων που τη θεωρούν υπεύθυνη για την καταστροφή του Κινεζικού πολιτισμού (Ο Τζέγκινγκς καταχρηστικά ονομάστηκε “Χαν” αφού διέλυσε τη γνωστή δυναστεία). Απέχθεια που εντάθηκε μετά την επαναφορά διδαχής της Κινεζικής ιστορίας την τελευταία 15ετία, στις βασικές βαθμίδες εκπαίδευσης.

    Αυτές οι ομάδες δράσεις χωρίζονται σε τρία σκέλη: Τους οργανωτές ένοπλων ομάδων με ειδικότητα στον ανταρτοπόλεμο, τους υποκινητές θρησκευτικού μίσους στις τάξεις των Μουσουλμάνων και τέλος αυτούς που απεργάζονται την απόσχιση συγκεκριμένων περιοχών βάσει στρατηγικής και όχι πληθυσμιακής σύνθεσης. Οι τελευταίοι φέρονται να παίρνουν εντολές από Ευρωπαϊκό έδαφος, συγκεκριμένα τη Σουηδία όπου ενεργοποιείται ο Dilxat Raxit, ηγέτης του “Παγκόσμιου Κογκρέσου των Ουϊγκούρων”.

    Όμως αν στρέψουμε την προσοχή μας κοντινότερα προς την γειτονιά μας, ανάλογου είδους υποκινούμενα σχέδια κάνουν, οι δυνάμεις κατοχής και επικυριαρχίας, για την Κρήτη. Δεν είναι μόνον μία χώρα που το υποκινεί. Είναι η Τουρκία, το Ισραήλ, η Γερμανία, η Αγγλία και οι Η.Π.Α. Ένα μικρό παράδειγμα αφορά δημοσίευμα το 1975 της αθηναϊκής εφημερίδας «Αθηναϊκή» (26-6-1975) όπου απεκάλυπτε στο δημοσίευμα της, ότι από το 1963 οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες επιδίδονταν στη δημιουργία σεναρίων, τα οποία στόχευαν στη συγκρότηση αυτονομιστικών κινήσεων στη Κρήτη. Το 1977, πράκτορες της ισραηλινής μυστικής υπηρεσίας Μοσάντ, «μεταμφιεσμένοι» σε επιχειρηματίες-επενδυτές, περιέτρεχαν τη Μεγαλόνησο και προσπαθούσαν να πείσουν τους εύπορους κυρίως Κρήτες, ότι η Κρήτη είναι αυτάρκης και θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητη. Προς τιμήν τους, η συντριπτική πλειοψηφία των Κρητικών που άκουσαν αυτή την θεωρία, κυνήγησαν τους Ισραηλινούς πράκτορες με πέτρες και μπαλωθιές. Η επιδίωξή τους για να πείσουν ότι η Κρήτη αποτελεί πανάρχαια ιουδαϊκή εστία εστιάζεται σε μια προπαγανδιστική διαδικασία ψευδεπίγραφων επιστημονικών ερευνών, στα πλαίσια των οποίων εντάχθηκε και η κυκλοφορία του βιβλίου «Ιουδαϊκή Κρήτη». Η συγγραφή του ήταν έργο του Εβραίου καθηγητή και στελέχους της ΜΟΣΑΝΤ, Άνκορι, η δε έκδοσή του εξυπηρετούσε προφανείς σκοπιμότητες.

    Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δική τους «Δημοκρατία», στο όνομα του Θεού των «σοφών» υπήρξαν ιστορικά αποδεδειγμένα, τα προσχήματα για τις κατά περιόδους αιματοχυσίες της ανθρωπότητας. Οι προδιαγεγραμμένες και κατευθυνόμενες κυβερνήσεις απ’ τα συγκεκριμένα κέντρα της χθόνιας εξουσίας, κατάφεραν να λυγίσουν την Αμερική υπό το βάρος της υπερεπέκτασής της και την κατασπατάληση χρημάτων, υποστηρίζοντας αυτήν την στρατηγική καθιστώντας την, τον πρώτο στην λίστα παγκόσμιο οφειλέτη* η Ευρώπη παρακμάζει, όπερ σημαίνει πως η εξουσία μεταναστεύει απ’ την Δύση προς την Ανατολή. Ο «εγκέφαλος» όμως που σχεδίασε και πέτυχε στην ουσία το εμφανές σύγχρονο φαινόμενο που αντιμετωπίζουμε και που η μετάβαση δεν προμηνύεται αναίμακτη, έχει ήδη προετοιμάσει την νέα του αποικιοκρατική κατοικία.

    Η Δύση απέδειξε την αλαφρότητα του είναι της, την ανωριμότητά της που διογκώνεται υποδαυλιζόμενη, στην υπεροψία και την αλαζονεία της. Τα όργανα που χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί μόνιμα για τα υπερφίαλα σχέδιά της, δεν απέχουν από παρόμοια μειονεκτήματα (πχ. Τουρκία, που έχει απλώσει τους σπαστούς καραγκιόζηδες βραχίονες της σε όλα τα μέτωπα, όπερ σημαίνει ευάλωτη από όλα τα σημεία του ορίζοντα), με τον «εγκέφαλο» να χασκογελά υπογείως. Το γεγονός ότι ο Ομπάμα προτίμησε να απουσιάσει από την εορτή της πτώσης του τείχους του Βερολίνου, για να μεταβεί στους δύο μεγάλους πιστωτές του, Ιαπωνία και Κίνα, μας λέει πολλά. Ο Μελαμψός πρόεδρος τάχθηκε για να σηματοδοτήσει την πτώση της κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου. Οι γνωστοί «οίκοι αξιολόγησις» προξενούν περισσότερο θυμηδία, παρά φόβο για όσους το αντιλαμβάνονται.

    Η σοβαρότερη απειλή της Δύσης δεν είναι τα πεδία των μαχών στις άνυδρες και αφιλόξενες ερήμους της Ανατολής, αλλά στα φωτεινά λαμπιόνια του κλιμακούμενου τζόγου τους (Wall street). Ανίκανοι χαρτογιακάδες και Νομπελίστες οικονομολόγοι να εφεύρουν ένα νέο κοινωνικό οικονομικό μοντέλο για την μετά κατάρρευση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, στρέφει τον Ομπάμα στην επιστροφή προς το κοινωνικό και ισχυροποιημένο κράτος, την βελτίωση της παιδείας, την επιβολή αυστηρότερων κανόνων στο χρηματιστικό κεφάλαιο. Μήπως είναι αυτό που θα τον καθαιρέσει, όταν ο αντίπαλός του εναγκαλίζεται το ισχυρότερο λόμπι των ΗΠΑ ;; Ενώ παράλληλα προσπαθεί ο καπιταλισμός να σωθεί με την φούσκα της οικολογίας, όντας ο ίδιος ο πρώτος υπαίτιος της όποιας πάθησής της. Δηλαδή σαν να προσπαθεί παιδαριωδώς να σβήσει τη λάβα του ηφαιστείου ή να αποφύγει την σκιά του.

    Σε όλα τα επίπεδα των δομών της ζωής μας, κυριαρχεί η διπροσωπία. Δηλαδή οι «καθαρές τεχνολογίες» που ρυπαίνουν το περιβάλλον, κερδοφορούν ταυτόχρονα θησαυρίζοντας κι απ΄ τον «πράσινο» εαυτό τους. Οι πολιτικοί μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά οι συνάψεις συμφωνιών δις δολαρίων με τους φερόμενους ως καταπατητές αυτών, ουδόλως πτοούνται ή μειώνονται (πχ. Τουρκία – Κίνα).
    Ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο μπλόκαρε «πρόγραμμα δράσης» μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης, επειδή……θα μείωνε την διεθνή τιμή …..του διοξειδίου του άνθρακα. Δηλαδή, μια εταιρεία που ρυπαίνει λιγότερο, το περιθώριο που απομένει το χρυσοπουλά σε άλλη που το υπερβαίνει, ως Καθολικά συγχωροχάρτια. Δηλαδή ο πράσινος καπιταλισμός, για να επιτρέπει να εκπέμπει η Ινδία και η Κίνα περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα – αφού πληρώνουν τα συγχωροχάρτια – προσέθεσε ακόμα ένα εμπορεύσιμο χρηματιστηριακό προϊόν, τον άνθρακα, ζητώντας τους από πάνω να πληρώσουν, ενώ η Δύση είναι αυτή που εξήγαγε τους ρύπους της στις χώρες τους !!!! Εεε ρε όχι μόνον ξύλο που τους χρειάζεται !!!!
    Ο ρύπος του βιοκαύσιμου (οξείδιο του αζώτου), που παράγεται σε δεσμευμένες πρώην αγροτικές εκτάσεις, έφερε έκρηξη στην τιμή των τροφίμων και την αποδεκάτιση του Τρίτου κόσμου, λόγω υποσιτισμού. Πολλαπλό το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

    Διάφορα φαντάσματα ηγέρθησαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Όπως ο «παγκόσμιος πόλεμος κατά του Ισλαμικού φονταμεταλισμού» που παραδόξως οι ίδιοι πυροδοτούν, οι εσωτερικές κοινωνικές αναταραχές με πιθανά αντάρτικα πόλεων (κάτι ξέρουν απ’ αυτά οι του Πασοκ της Πακ), μαζί με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, συνοδεύονται απ’ τον «συγκεκαλυμμένο» πολιτικό απολυταρχισμό !!
    Οι πρώην «αυτοκρατορίες» και οι του αμέσως μέλλοντος φθίνουσες παρούσες, κατέστησαν τους λαούς και τα Έθνη τους ως «Έθνη υπόπτων» και έχουν την υπεροψία, πως οι ηγεσίες τους θα καταφέρουν να επιβιώσουν κάτω από τέτοιες συνθήκες. Γιατί είναι να μην ξυπνήσει ο κοιμώμενος υπνωτισμένος, γιατί έτσι και ξυπνήσει, κανείς δεν τους γλυτώνει, ειδικά όταν παίρνονται αποφάσεις ερήμην του.

    Με τα σημερινά γνωστά δεδομένα διαφαίνεται όμως, πως δεν θα προσαρμοστεί η Ανατολή (Κίνα) στην Δύση, αλλά η Δύση στην Ανατολή, συνδυάζοντας ένα χειρότερο κοινωνικό μοντέλο με μείξη στοιχείων αμφοτέρων των συστημάτων. Αν όχι, τότε ίσως να θρέψει το μίσος ανάμεσα στις Εθνότητες, προβάλλοντας και διαχωρίζοντας τους προνομιούχους και τους δουλοπάροικους. Επί των ημερών μας, αναθερμαίνονται οι αντιαμερικανικές αντιδράσεις με την προσπάθεια επιβολής της μονοκρατορίας τους και η αναθέρμανση των Εθνικών κυριαρχιών και συγκρούσεων. Το Εβραιοκρατούμενο Χόλιγουντ, γύρισε μια ταινία για να εξάρει τα πάθη, με πρώτο θύμα τον άτυχο Αμερικανό πρέσβη στην Λιβύη, μάλλον μια «αναγκαία» παράπλευρη απώλεια, βρίσκοντας πάτημα να πλέουν ήδη δύο πολεμικά πλοία στα ύδατά της, μετά από 100 χρόνια, μόνον που ο Καντάφι δεν επιστρέφει πίσω ως αιτιολογικό …!!! Η Κίνα να απαιτεί εντός των συνόρων των ΗΠΑ μέσω αντιπροσώπου της, την ασφάλεια των όσων έχει «επενδύσει» με την αγορά των επισφαλών Αμερικανικών ομολόγων και οι ΗΠΑ από πλευράς τους, νοιώθοντας μειονεκτικά για την εξάρτησή τους, να υπόσχονται την μείωση των ελλειμμάτων τους. Πρόσφατα πάντως ανακοινώθηκε πως θα τυπωθούν εκ νέου χαρτοδολάρια για να καλύψουν τις ανάγκες της χώρας !!
    Το λιοντάρι όμως που αργοπεθαίνει, έπρεπε να βρει τρόπο προσωρινής επιβίωσης και αυτό ήταν η καταπολέμηση της «τρομοκρατίας», τρόπος διείσδυσης και εμπλοκής σε κυρίαρχα κράτη.

    Στην αντίπερα όχθη, η Κίνα που παράγει τα προϊόντα της Δύσης, κατατάσσεται στις αναπτυσσόμενες χώρες και όχι στις αναπτυγμένες, που εύλογα μπορεί να προβληματίσει κάποιον, μήπως πρόκειται για μία ακόμα φούσκα που θα σκάσει, όπως της Αμερικής, όταν ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών της έχουν μειωθεί, λόγω του μακρόχρονου υφεσιακού δυτικού κλίματος. Με το 50% του πληθυσμού της Κινεζικής υπαίθρου να βρίσκεται καθηλωμένος στην εποχή του αρότρου και της βοϊδάμαξας, με κατά κεφαλήν εισόδημα κάτω του ενός ευρώ ημερησίως, με τις κοινωνικές ανισότητες να αμβλύνονται. Αδυναμία παίδευσις στα σχολεία, αφού οι φτωχοί γονείς αδυνατούν να πληρώνουν δίδακτρα και οι περισσότεροι (80%) να είναι ανασφάλιστοι, στοιχεία που κινδυνολογούν πυροδότηση κοινωνικών αναφλέξεων στο εσωτερικό της χώρας και αποσταθεροποίηση του υπάρχοντος πολιτεύματος. Υπαρχούσης της πιθανότητας απαγκίστρωσις της Ιαπωνίας από την Αμερικανική εξάρτησή της, ενδέχεται να ακολουθήσει συνένωση της Ανατολικής Ασίας ως αντίπαλο δέος απέναντι στην Αμερική και την Ε.Ε., με τον Ιάπωνα ηγέτη να έχει προτείνει, κοινό Ασιατικό νόμισμα. Πόσο μακριά βρίσκεται το προφητικό σενάριο του Όργουελ ανάμεσα σε Ωκεανία και Ευρασία ;;

    Σε κάθε περίπτωση, κανένα υπάρχον πολιτικό κόμμα δεν είναι σε θέση να βρει την οποιαδήποτε λύση, ει μη μόνον η αφύπνιση της παγκόσμιας κοινότητας, εξαιρουμένων των «σοφών» που κινούν τα νήματα κατά το δοκούν τους. Ο καπιταλισμός μπορεί να αποσαθρώνει τις μάζες, όμως δεν ενσωματώνει την ανθρώπινη φύση που υπερέχει και είναι απρόβλεπτη, ικανή για επαναπροσδιορισμό και αναστοχασμό. «Η έφοδος των πεινασμένων είναι η μόνη ελπίδα να σωθούν οι χορτάτοι απ’ την πλήξη» αναφέρει ο Μπαντιού.
    Οι κοινωνίες θα επιτύχουν όταν αρχίσουν να οργανώνονται εκτός του καταστροφικού αρρωστημένου συστημικού πλέγματος και την απεμπλοκή του τρόπου σκέπτεσθαι απ’ αυτό, αναπτύσσοντας την αυτοεκτίμηση, τον αλληλοσεβασμό, την αλληλεγγύη και την πειθαρχημένη οργανωτική κοινή διάθεση, την στιγμή της σύγκρουσης. Την προσπάθεια ωρίμανσης μιας ιστορικής συμμαχίας μεταξύ των λαών και των διανοούμενων, όταν και αυτοί με την σειρά τους θα έχουν απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά τους με το κατεστημένο.

    Ας γίνουμε το αλάτι της γης και το φως του κόσμου, αποφεύγοντας τους υποκινούμενους επίδοξους θρησκευτικούς πολέμους και ας γίνουμε αποτελεσματικοί ενάντια στα σκοτεινά κέντρα των διαφόρων πρακτόρων που στρώνουν το έδαφος για τα απάνθρωπα σχέδια των αφεντικών τους.

    Νάγια

    Στοιχεία πάρθηκαν από τις παρακάτω πηγές :
    http://www.cosmo.gr/
    http://www.iefimerida.gr/
    http://www.ygeiaonline.gr/
    http://www.inout.gr/
    http://www.islam.gr/
    http://infognomonpolitics.blogspot.gr/(1)
    http://infognomonpolitics.blogspot.gr/ (2)
    http://www.energia.gr/
    http://news.kathimerini.gr/
    http://newworldorder2.wordpress.com/
    http://iwnasdragoumis.blogspot.gr/
    http://www.scribd.com/

    http://human-philosophie.blogspot.gr/2012/09/blog-post_14.html

  21. Omer al Turkleri on

    What it means to be a Turk

    By Razib Khan | June 4, 2009

    In the 19th & 20th centuries with the emergence of nationalism and its various scholarly subsidiaries in archaeology, philology and ethnography quite a few pan-ethnic movements rooted in language were born. Pan-Slavism, the Greater German idea (Grossdeutsch) and Pan-Arabism come to mind. As evident in their names these ideas shadowed relationships of language, but they often veered into racialist territory. In The History and Geography of Human Genes L. L. Cavalli-Sforza reported a substantial overlap between phylogenies generated from classical autosomal markers, and those of linguistic family trees. But obviously there were deviations on the margins, sometimes substantial ones.
    Pan-Turkism is an idea which came to the fore after the collapse of the Ottoman Empire, though its roots go back to the 19th century. The role of a Turkish nationality was essential in the creation of the modern Turkish state by Kemal Ataturk. Though the Ottoman Empire had a Turkish speaking rule class at its heart, it was not fundamentally an ethnic polity. The Ottoman Empire was far less Turkish than the Hapsburg Empire was German. The Ottoman bureaucracy and military was open to many ethnicities, though often conditional on conversion to Islam. Albanians and Slavs played an important role in the Ottoman military, while the Janissaries were famously recruited from Christian subject peoples.
    Ataturk aimed to replace this ethnically cosmopolitan but religiously Islamic Ottoman identity with a Turkish secular one. To a great extent he was successful, though not fully. Because of the vogue for racial theories in the early 20th century the new Turkish government naturally did fund research which purported to illustrate the distinctions between the Turkish peoples who had settled Anatolia and Southeastern Europe after the year 1000, and the native Greek, Slavic and Armenian populations. There is of course a natural problem with this: the basic origin of the Turkic peoples in Western Mongolia and the trans-Siberian steppe is well known, and Turkic speaking peoples still reside in that region, and physically they do not look much like Anatolian Turks at all. In fact there is a clear cline of Mongolian to European appearance from Central Asia to Anatolia. Of course common sense is often too easy to brush aside, and Pan-Turkish theories still seem to presuppose ideas of common ancestry.
    This is where genetics come in. There have been several recent papers on attempting to adduce the relationship of Anatolian Turks to peoples of the Balkans and Central Asia, but generally they have utilized uniparental markers, mtDNA and Y. Alu insertion polymorphisms and an assessment of the genetic contribution of Central Asia to Anatolia with respect to the Balkans uses 10 alu elements to estimate admixture between these putative parental populations:

    In the evolutionary history of modern humans, Anatolia acted as a bridge between the Caucasus, the Near East, and Europe. Because of its geographical location, Anatolia was subject to migrations from multiple different regions throughout time. The last, well-known migration was the movement of Turkic speaking, nomadic groups from Central Asia. They invaded Anatolia and then the language of the region was gradually replaced by the Turkic language. In the present study, insertion frequencies of 10 Alu loci…have been determined in the Anatolian population. Together with the data compiled from other databases, the similarity of the Anatolian population to that of the Balkans and Central Asia has been visualized by multidimensional scaling method. Analysis suggested that, genetically, Anatolia is more closely related with the Balkan populations than to the Central Asian populations. Central Asian contribution to Anatolia with respect to the Balkans was quantified with an admixture analysis. Furthermore, the association between the Central Asian contribution and the language replacement episode was examined by comparative analysis of the Central Asian contribution to Anatolia, Azerbaijan (another Turkic speaking country) and their neighbors. In the present study, the Central Asian contribution to Anatolia was estimated as 13%. This was the lowest value among the populations analyzed. This observation may be explained by Anatolia having the lowest migrant/resident ratio at the time of migrations.

    Figure 2 illustrates the conclusion starkly:
    turkgenes.png
    As noted in the abstract it is important to remember that Anatolia has among the longest histories of settled agriculturalists in the world. Population estimates suggest nearly 12 million residents during the late Roman Empire. Though I am skeptical that the population was nearly so high during the early medieval period, even if it was 1 million that would be substantial. There is an asymmetry between the two source populations as farmers tend to greatly outnumber nomads.
    Also remember that the positions of the Central Asian groups are likely closer to the Anatolian Turks than would be from Turkic populations closest to the ancestral homeland. The Turkish expansion occurred late in history, after the fall of the Roman Empire, but before the rise of Islam. Groups like the Huns and Avars who ravaged Central Europe during Late Antiquity were likely Turks, or had Turkic speaking peoples as part of their hordes. The famous Khazar Jews were also Turks. Turks took refuge among the Magyars after the expansion of the Mongol hordes. It is the last event which obscures the Mongolian origin of the Turks. The Mongols were a minor tribe on the northeastern fringes of what is today Mongolia before the rise of Genghis Khan. Western Mongolia was dominated by Turkic groups, and this was the likely point of departure for many of the earlier expansions. The Uyghurs, East Turks south of the original homeland are themselves highly admixed with a “Western” element which was indigenous to the region prior to the Turkish migrations.
    The question then is why some regions became Turkic speaking, as Anatolia and northwest Iran did, and others, such as Iran, the Volga region and the Balkans, did not. There is no point in offering a one-size-fits-all explanation. But in the vast regions of Western Eurasia where the Turks did settle, and were genetically assimilated by the far more numerous sedentary populations, there are some instructive differences. In the Persian world the Turks arrived during the early Islamic period as mercenaries and slave soldiers. They converted to Islam and identified with the world of Islam, and accepted from the Persians their high culture. From the year 1000 Turkic elites ruled Iran up until 1900 except for the Mongol interlude. This left an impact, as 25% of Iranians are Turkic speaking, and Azeribaijan is predominantly Turkic. But they came as cultural supplicants. Iran retains its ancient name. Turkey does not.
    Not so when the Seljuks and Ottomans pushed into Anatolia, and later the Balkans. Here the dominant elite language was identified not just with a conquered population, but with an identity, the Greek Orthodox Christian one, which was a rival to the Turks’ own self-conception as Muslim warriors, ghazis. The Ottomans encountering the Greeks of Anatolia already had the accoutrements of high culture, and demanded conversion to their religion for easy advancement into their power structure. Obviously being a Muslim did not entail speaking Turkish, as it is Ottomans elites cultivated poetry in Farsi, the language of Persia. But in Anatolia and the Balkans to become Muslim did in the end signal that one had turned “Turk.” Russia serves as a reverse example. During the 17th and 18th centuries large swaths of the Ural and Volga region were conquered from Turkish Muslim tribes. In the course of history a substantial number of these populations were Christianized, and Christianization was compulsory for the admission of Turkish elites into the boyar class who served the Czars. Though there are still Turkish Orthodox ethnicities in Russia, it seems likely that most of them were Russified, just as the Finnic peoples to their north were over time.
    Of course specific historical events cleaned up the map a bit. The Mongol eruption likely transformed Central Asia from a predominantly Persian, minority Turkic, region to the inverse, as it is today. The exchange of Christians and Muslims during the wars between Turkey and Greece in the early 20th century also might have made things simpler, as there are suggestions of extant populations of Turkish speaking Christians (so likely Turkicized Greeks who retained their religion) being transferred to Greece, and non-Turkic speaking Muslims leaving the Balkans and settling in Istanbul and Anatolia.
    In the 20th century politics has had a large effect on our conceptions of the history of populations. Before World War II every twist and turn in linguistic affinity was spun into a folk migration. After World War II it was “pots not peoples” who migrated. Both of these views are basically ideological fantasy, the reality is both to differing extents by region. The reliance on theory is enabled by the fact that empirically there weren’t ways to test particular hypotheses. This was clearest with the Etruscans, where the genetic data now show substantial exogenous origin, overturning a generation of archaeological theory which posits cultural continuity from the indigenous substrate to the early Iron Age Etruscan civilization. The Turks are a different case. Here “pots not peoples” is predominantly accepted. The Turkish spoken in Kashgar and Istanbul is reputedly intelligible, and the Uyghur nationalist movement to this day is based out of Turkey. But the affinity here is more of language and culture, not descent. Or it is? A conservative estimate is that 10% of modern Anatolia’s population is from Central Asia. Knowing that Anatolia has traditionally been one of the more populated regions of the old world due to its ancient settlement patterns, a 10% admixture within the last 10,000 years is actually substantial. If for example the population of Anatolia was 5 million in the year 1000 (likely an underestimate, as this was the peak of the Byzantine Empire), then hundreds of thousands of Turks might have entered Anatolia in the next few hundred years. Even with considerations of skewed fitness (some men having many descendants) the Turkish migration was not trivial. But neither was it preponderant.
    Update: Where the samples came from in Turkey:
    sampleturks.png

    CATEGORIZED UNDER: CULTURE, GENETICS

    http://blogs.discovermagazine.com/gnxp/2009/06/what-it-means-to-be-a-turk/#.Vq8AnZqLSig

  22. Am J Phys Anthropol. 2008 May;136(1):11-8.

    Alu insertion polymorphisms and an assessment of the genetic contribution of Central Asia to Anatolia with respect to the Balkans.
    Berkman CC1, Dinc H, Sekeryapan C, Togan I.

    Author information
    Abstract

    In the evolutionary history of modern humans, Anatolia acted as a bridge between the Caucasus, the Near East, and Europe. Because of its geographical location, Anatolia was subject to migrations from multiple different regions throughout time. The last, well-known migration was the movement of Turkic speaking, nomadic groups from Central Asia. They invaded Anatolia and then the language of the region was gradually replaced by the Turkic language. In the present study, insertion frequencies of 10 Alu loci (A25 = 0.07, APO = 0.96, TPA25 = 0.44, ACE = 0.37, B65 = 0.57, PV92 = 0.18, FXIIIB = 0.52, D1 = 0.40, HS4.32 = 0.66, and HS4.69 = 0.30) have been determined in the Anatolian population. Together with the data compiled from other databases, the similarity of the Anatolian population to that of the Balkans and Central Asia has been visualized by multidimensional scaling method. Analysis suggested that, genetically, Anatolia is more closely related with the Balkan populations than to the Central Asian populations. Central Asian contribution to Anatolia with respect to the Balkans was quantified with an admixture analysis. Furthermore, the association between the Central Asian contribution and the language replacement episode was examined by comparative analysis of the Central Asian contribution to Anatolia, Azerbaijan (another Turkic speaking country) and their neighbors. In the present study, the Central Asian contribution to Anatolia was estimated as 13%. This was the lowest value among the populations analyzed. This observation may be explained by Anatolia having the lowest migrant/resident ratio at the time of migrations.
    (c) 2007 Wiley-Liss, Inc.
    PMID: 18161848 [PubMed – indexed for MEDLINE]
    Share on FacebookShare on TwitterShare on Google+

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18161848

  23. The Epic Story of How the Turks Migrated From Central Asia to Turkey

    How did modern Anatolia come to be occupied by the Turks? The historical story may surprise you.

    By Akhilesh Pillalamarri
    June 05, 2016

    Lovers of antiquity and the classical world know very well that Asia Minor–modern Turkey–was formerly inhabited by a variety of non-Turkic peoples. Most of these people spoke Indo-European languages and included the Hittites, Phrygians, and Luwians (Troy was probably a Luwian city). After the conquests of Alexander the Great, Asia Minor was mostly Hellenized and remained solidly Greek until the 11th century, with Armenians forming the majority in the eastern parts of the region, as they had since antiquity.

    In the second half of the first millennium CE, Turkic peoples were gradually streaming into most of Central Asia from their original homeland in the Altai mountains of western Mongolia. They gradually displaced or assimilated both the settled and nomadic Iranian-speaking people. But how did they get all the way to Turkey, which has the largest concentration of Turkic peoples today?

    In the 11th century, Turks began appearing at the edges of Asia Minor (Anatolia), which was then controlled by the Greeks. Many of the Turks were mercenaries in the employ of local Arab and Persian rulers to the east of the Byzantine Empire and Armenia, the dominant states in Asia Minor. In 1037, the Seljuk Empire, a Turkic state, was founded northeast of Iran in Central Asia and quickly overran much of Persia, Iraq, and the Levant. By the 1060s, the Seljuk Empire bordered Byzantine Asia Minor. It should be noted that the Turks were a minority, ruling a Persian, Arab, and Kurdish majority.

    Enjoying this article? Click here to subscribe for full access. Just $5 a month.
    The main strategic threat to the Turks was the Fatimid Caliphate based in Egypt. The Fatimids were Ismaili Shia and ruled over Jerusalem and Mecca at that time while the Turks upheld Sunni Islam. The Sunni Caliph in Baghdad was their puppet. By this time, the Caliph had ceased to exercise any political role while the Seljuk sultans held the reigns of power. As was the case of many empires, many problems arose due to the conflicts between nomadic rulers and a sedentary population. Thus, many of the Turkic tribes under Seljuk rule actually posed a problem for the Seljuks since they were restless and sometimes raided settled populations ruled by the Seljuks. As a result, many of the Turkic tribes and families were placed on the frontiers of the Seljuk Empire, including on the frontier of the Byzantine Empire. Turkish raids into Asia Minor commenced, greatly annoying the Byzantines.

    In 1045, the Byzantines conquered Armenia. Their frontier with the Seljuks was not particularly strong or pacified as a result of the intermittent warfare there. Additionally, many Armenians did not like the Byzantines and did not help them resist the Turkish raids. Eventually, by 1071, the Byzantines, exasperated at constant Turkish raiding, decided to move a large army to their borders to eliminate the Turkish threat once and for all. Unfortunately, this was not a particularly good idea, because their strength lay in manning border forts against lightly armed tribal warriors. By attempting to fight a pitched battle, they also risked total defeat.

    Furthermore, the Seljuk Turks did not want to antagonize the Byzantines. Their state apparatus was directed against Egypt; it was only tribes that were barely under central Seljuk control that were raiding the Byzantines. Romanus IV Diogenes, the Byzantine Emperor, created a previously non-existent threat for the Seljuks by moving some 40,000 troops to his eastern border, thus alerting the Seljuk Sultan Alp Arslan to the threat from Asia Minor. Thus, the Byzantines, by diverting the Turks’ attention from Egypt, brought a Turkic army to Asia Minor from Persia and Central Asia.

    The Seljuk and Byzantine armies met at Manzikert in eastern Turkey, where the Byzantines were crushed. This is arguably one of the most decisive battles in history, as it resulted in the eventual establishment of Turkish power in Asia Minor. It was likely that the battle was lost by the Byzantines due to treachery, because units commanded by generals belonging to alternative court factions in Constantinople simply never showed up for the battle, despite being in the vicinity, and returned home afterwards.

    Sultan Alp Arslan captured Emperor Diogenes and and offered him generous terms before sending him home. However shortly afterwards, the Byzantine empire suffered a civil war between Diogenes and other contenders for the throne and several generals broke his treaty with the Turks. This left Asia Minor devoid of soldiers and gave the Turks good reason to occupy it. By 1081, they were across the Bosphorus Straits from Constantinople. Although the Byzantines and Crusaders later recovered some territory in Asia Minor, from then on, the majority of the region remained under Turkish control.

    But groups of Turks ruled over many states in the Middle East and South Asia at this point in time. Why did they become the majority in Turkey? After the Seljuk victory, many Turks poured into Asia Minor, establishing little statelets, and ruling over the native population. Following the subsequent Mongol invasions, even more poured in, fleeing from their former lands in Persia and Central Asia. Unlike in many other cases, where a dominant minority eventually became assimilated into the majority population, because of the unstable, chaotic frontier situation, the Turks did not assimilate into the population. Indeed, many locals (ethnic Greeks and Armenians) attached themselves to Turkish warlords for protection as clients. This client-patron relationship spread out over many bands and tribes across Asia Minor and ensured that the majority of the population assimilated into the Turkish religion (Islam), language, and culture instead of vice versa.

    This is a cultural process known as elite dominance, wherein a minority imposes its culture on the majority. The Turkification of Asia Minor is evident in the fact that genetically, the majority of today’s Turks are most closely related to Greeks and Armenians rather than Central Asian Turkic peoples, like the Uzbeks and Kazakhs. Thus, while the Turkic culture dominated in Asia Minor, the Turks themselves quickly merged genetically into the native population. This is not to say that there is no actual Central Asian genetic component among today’s Anatolian Turkish population. Genetic studies show that some 9 to 15 percent of the Turkish genetic mixture derives from Central Asia.

    Asia Minor was the most populous part of the Byzantine Empire, its heartland. Without it, the empire simply didn’t have enough resources to compete in the long run. Turkification was also helped by the fact that the Greeks were of a different religion than the Turks. Greeks converting to Islam would often do so by “going Turk,” a phenomenon not possible in already Muslim Arab and Persian regions. Furthermore, in the later Ottoman Empire, the Turkish language prevailed at the official level, and not local languages. As a result of all these factors, densely populated Asia Minor became the region of the world with the largest concentration of Turkic-speaking peoples, far away from their original homeland in Central Asia. This event had a major impact on global geopolitics for centuries to come.

    http://thediplomat.com/2016/06/the-epic-story-of-how-the-turks-migrated-from-central-asia-to-turkey/

  24. …….Ο ιστορικός Butler λέει γι’ αυτόν:

    «Οι Γότθοι µπορεί να λεηλάτησαν την Ιταλία, βγήκαν όµως εξαγνισµένοι απ’ τις φλόγες που οι ίδιοι είχαν ανάψει.

    Οι Σάξωνες σάρωσαν την Αγγλία, αλλ’ η µουσική της Κελτικής καρδιας τους µαλάκωσε την τραχεία τους φύση.

    Οι Βισιγότθοι και οι Φράγκοι, οι Χερούλοι και οι Βάνδαλοι απαλλάχθηκαν απ’ την θηριωδία τους µέσα στο ίδιο εκείνο φως του πολιτισµού πού είχαν αγωνισθεί να εξαφανίσουν.

    Ακόµα και οι αγριώτατοι Τάταροι της Σκυθικής ερήµου επηρεάσθηκαν και µαλάκωσαν µέσα στις κατασκηνώσεις τους από πλεγµένη λυγαριά, αλλά ο Τούρκος, οπουδήποτε έφτασε το γιαταγάνι του εξευτέλισε, εµόλυνε και δυσφήµησε καταστρέφοντας µε αιώνια φθορά τον Ρωµαϊκό και Λατινικό πολιτισµό, ωσότου, όταν όλα είχαν αφανισθεί, κάθισε κάτω ικανοποιηµένος απ’ την αγριότητα του µέσα σ’ έναν λήθαργο, βαίνοντας προς ένα απελπισµένο γήρας».

    http://santeos.blogspot.gr/2016/11/blog-post_19.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: