Tα εγγόνια των θυμάτων των σταλινικών διώξεων ΔΕΝ ξεχνούν…

Σε μια Ελλάδα της αμνημοσύνης, όπου ολόκληρες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας παραμένουν είτε άγραφες είτε στο περιθώριο της επίσημης αφήγησης (δεξιών τε και αριστερών), κάποιοι κρατούν αναμμένο το κεράκι της Μνήμης….

Αυτή η εικόνα -λίγο ρομαντική είναι αλήθεια για ένα θετικό επιστήμονα- μου ήρθε αυτόματα στο νου όταν είδα την ανάρτηση που ακολουθεί.

aplakidisΔύο εγγόνια των θυμάτων των σταλινικών διώξεων, ο μαθηματικός Γιάννης Απλακίδης και ο καλός ερευνητής Βιτάλης Καϊσίδης, συγκόλλησαν τα κομμάτια ενός ποντιακού θρήνου για τις διώξεις του 1937-’38 και του έδωσαν και πάλι υπόσταση. Την ιστορία του παππού-Απλακίδη την είχα παρουσιάσει αρκετά χρόνια πριν στο κείμενο «Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία«, που είχε δημοσιευτεί στην εφημ. Εύξεινος Πόντος. [Το σύνολο των δημοσιεύσεών μου στο μπλογκ για το θέμα αυτό μπορείτε να το δείτε πατώντας ΕΔΩ]

Ακούστε και διαβάστε (την ιστορία αλλά και τους στίχους του θρήνου που είναι μετεγγραμμένοι και στη δημοτική γλώσσα): 

http://www.arive.gr/subs/ve_projects/the_works/mertsan-rosias/mertsan-rosias.html 

Ο θρήνος εδώ: https://vimeo.com/153156488

—————————————————————————–

Βέροια, 77 χρόνια μετά…

Μια μουσική συνάντηση, γεμάτη αναμνήσεις

20/3/1938, βράδυ.

Τρεις οπλισμένοι άνθρωποι της Γκε-Πε-Ου χτύπησαν την πόρτα και ζήτησαν τον Γιάνκο. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε φόβος. Στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν η Ευτυχία με τον μικρό Παύλο και την πεθερά της. Όταν ο επικεφαλής του ζήτησε να πάρει μερικά ρούχα και να τον ακολουθήσει, ο έως τότε δυναμικός Γιάνκος έδειξε να φοβάται. Ένιωσε πως ίσως έβλεπε τους δικούς του για τελευταία φορά. Άλλωστε, φημολογούνταν πως όποιος συλλαμβάνονταν δεν γυρνούσε ποτέ…

Στη αυλή είχαν μαζευτεί ο Ισαάκ και τα υπόλοιπα αδέλφια του. Τον ξεπροβόδισαν μέχρι την εξώπορτα και τότε τους διέταξαν να γυρίσουν πίσω. Από εκείνο το βράδυ και για έντεκα μήνες δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε γι’ αυτόν.

Το ίδιο βράδυ συλλαμβάνουν άλλους 13 άνδρες του χωριού. Μεταξύ αυτών είναι και τα αδέλφια Καΐσεβ Αλέξανδρος και Νικόλαος.

Ο Καΐσεβ Αλέξανδρος πέθανε στη φυλακή στις 20/1/1939, ο Καΐσεβ Νικόλαος εκτελέστηκε στις 4/11/1938 και ο Απλακίδης Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος στις 17/12/1938.

Δεκέμβριος 2015, Βέροια

77 χρόνια μετά…


Ο Χριστόφορος, γιος του Ιωάννη Απλακίδη, και ο Βιτάλιος Καϊσίδης δισέγγονος των αδελφών Αλέξανδρου και Νικόλαου Καΐσεβ, συναντιούνται στη Βέροια για να τραγουδήσουν μαζί ένα παραδοσιακό τραγούδι από το Μερτσάν που αφορά στις σταλινικές διώξεις.

Το τραγούδι αποτελεί συρραφή πολλών τετράστιχων που τραγουδιόταν στο Μερτσάν και διασώθηκαν από τον Καϊσίδη Βιτάλιο στο βιβλίο του «ΠΟΝΤΟΚΑΥΚΑΣΟΣ», εκδ. Σταμούλη. Περιλαμβάνει επίσης και δύο τετράστιχα που κατέγραψε ο Απλακίδης Α. Ιωάννης, εγγονός του Απλακίδη Χ. Ιωάννη. Τα τετράστιχα αυτά του τα τραγούδησαν η Ευτυχία Απλακίδου, σύζυγος του Απλακίδη Ιωάννη και η αδελφή της Αλέκα (Αλεξάνδρα) Φωστηροπούλου. Ακόμα και τότε, όταν τα ψιθύριζαν σε ένα μικρό κουζινάκι, ο φόβος αντικατοπτριζόταν στα μάτια τους…

«Γι’άμ κάπου πας λές’ατα…» Αναφέρονται στις διώξεις, τις φυλακίσεις και τις εκτελέσεις των Ελλήνων κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων των ετών 1937-38. Στο χωριό αυτό δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει ένα τουλάχιστον θύμα αυτή την περίοδο. Πολλά από τα τετράστιχα ήταν εμπνεύσεις της στιγμής, αντανακλαστικές εκφράσεις πόνου. Ο σκοπός του ανήκει στα «τραπεζί γαϊτάδες» δηλαδή στους επιτραπέζιους σκοπούς. Μάλλον προέρχεται από σκοπούς των ορεινών περιοχών του ανατολικού Πόντου, της ευρύτερης περιοχής της Τραπεζούντας και ιδιαίτερα της περιοχής της Ματσούκας. Παιζόταν στο τέλος κάποιων κοινωνικών εκδηλώσεων σε πολύ μικρό κύκλο. Είναι πολύ πιθανό πολλά από τα τετράστιχα να έχουν γραφεί μέσα στη φυλακή μιας και πολλοί από τους διάσημους λυράρηδες της περιοχής φυλακίστηκαν. Τα τραγούδια άρχισαν να παίζονται φανερά μετά το 1956.

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ: https://vimeo.com/153156488

 …και οι στίχοι:

Σα σίλια εννιακόσια και τριάντα οχτών-ι
επήρανε τον αδελφό μ’κ’επέμνα μαναχόν-ι
(το 1938 πήρανε τον αδελφό μου κει έμεινα μοναχός)

Επήρανε τον αδελφό μ’ με το αυτομομπόλι
κ’ ’α πάν’ ατόν ‘σ σην φυλακήν , λαίζω το μαντίλι
( Πήρανε τον αδελφό μου με το αυτοκίνητο και
θα τον πάνε στη φυλακή , κουνώ το μαντήλι)

Επήρανε τον πατερά μ’ , είχα τον αδελφόν-ι μ’
επήραν και τον αδελφό μ’ κ’ επέμνα μαναχόν-ι
( Πήραν τον πατέρα μου , είχα τον αδελφό μου
Πήρανε και τον αδελφό μου και έμεινα μόνος)

Ελάτε ας αχπάσκουμες σην φύλακήν ας πάμε
ας παρακαλούμ τοι τρανείς τα’ανοιγάρια να χάν’νε
( Ελάτε ας ξεκινήσουμε να πάμε στη φυλακή να παρακαλέσουμε
τους διοικούντες να καταστρέψουν τα κλειδιά )

Ση φυλακής τ’ εξώπορτον κρεμάγουνταν κλειδία
εκεί καθούντανε οι γερ’ και τα νέικα παιδία
(Στην εξώπορτα της φυλακής είναι κρεμασμένα τα κλειδιά
εκεί μέσα κάθονται οι γέροι και τα νέα παιδιά)

Ση φυλακής τ’ εξώπορτον κρεμάγουνταν κλειδία
ανοίξτε και τερέστ’ ατά όλα νέικα παιδία
(Στην εξώπορτα της φυλακής είναι κρεμασμένα τα κλειδιά
ανοίξτε και κοιτάξτε τους όλοι νέα παιδιά)

Ση φυλακήν εσέγκανε και κλείδωσαν την πόρτα
τρία ημέρας κ’ ένοιξαν νερόν κανά κ’ εδόκαν
( Στη φυλακή μας έβαλα και κλείδωσαν την πόρτα
τρεις μέρες δεν την άνοιξαν νερό δεν έδωσαν σε κανένα)

Το δίνε μας και το φαί’ν κι τρών ‘ατό σκυλία
α’ πουθενά το έλεος και η παρηγορία
(Το φαγητό που μας δίνουν δεν το τρών ούτε τα σκυλιά
από πουθενά δεν υπάρχει έλεος και παρηγοριά)

Σαλάκ εσελεκίασα ναϊλλοί που θα φορτούται
άνδρα πη εχ’ ‘ς σην φυλακήν ας πάει ρουζ’ και σκοτούται
(Δέμα με ξύλα δεμάτιασα αλίμονο σε αυτόν που θα το φορτωθεί
όποια έχει άνδρα στη φυλακή ας σκοτωθεί – αυτοκτονήσει)

‘Σην φυλακή μου βάλανε σο νούμερο το τρία
εμέν εκαταδίκασαν χωρίς καμία αιτία
(Στη φυλακή με βάλανε στο (κελί) νούμερο τρία
εμένα καταδίκασαν χωρίς καμιά αιτία)

Αδά σ’ οσπίτ’ που έρθαμε μερ κ’ είσεν οικοκύρη
ατόνα ετσουρούκεψαν απές ‘σ σην φυλακήν-ι
(Εδώ στο σπίτι που ήρθαμε μήπως δεν είχε νοικοκύρη
αυτόν τον σάπισαν μέσα στη φυλακή)

Αϊλί και βάι σ’εσέν Μερσάν και’ς σο χαλ’ντο ερούξες
ετργώδνες και σύριζες κ’ ατώρα πα εκλούξες
(Αλίμονο σε σένα Μερτσάν και στο χάλι που έχεις βρεθεί
κάποτε τραγουδούσες και σφύριζες και τώρα μόνο λόξυγκα παράγεις)

κείμενο+έρευνα | ιωάννης_απλακίδης
φωτογραφίες | ιωάννης_ζιώρης
επιμέλεια | αλέξανδρος_κόγκας+τάσος_θώμογλου
Advertisements

2 Σχόλια

  1. […] Tα εγγόνια των θυμάτων των σταλινικών διώξεων ΔΕΝ ξεχν… […]

  2. Ποίημα στα ποντιακά: «Η Οδύσσεια των Ελλήνων
    του Καυκάσου« της Κυριακής Τσινάκ-Ξιμιτίδου

    Σα χίλα οχτακόσα, στα γύρω του ογδόντα,
    εγόνεψαν σον Καύκασον Έλληνες ας σον Πόντον,
    Ας σα μαχαίρα ανάμεσα έφυγαν ας σον Χάρον
    εκαλοπέρεν ατουνούς τη Ρουσίας ο Τσάρον.
    Εδέκεν μέρα κ’έχτσανε πολιτείας, χωρία,
    εκκλησίας, μοναστήρα κ’ελληνικά σχολεία.

    Και οι Ρωμαίοι ξαν έρχονταν τ’έναν τ’άλλο τερούνε,
    καματεροί και τεχνίτ’, τη δουλείαν ‘κι οκνούνε,
    έχτσανε και εφύτεψαν, ατείν’ εκαλοκάτσαν
    τα συνήθεια εφύλαξαν, έναν ατείν’ κ’εχάσαν,
    σα πανηγύρα παγ’νε, τ’εκκλησίας λειτουργούνε,
    χορεύ’νε τα ποντιακά, ρωμεϊκά τραγουδούνε.

    Σα χίλα ενιακόσα δεκαεφτά της χρονίας
    εγέντον επανάσταση, ελάγαν τα δουλείας.
    Ύστερα οργάνωσαν τα κολχόζ σο χωρίον,
    επέραν τα χωράφα και του λαού τον βίον.

    Έρθεν το τριάντα εφτά, εχάσαν τοι παπάδες,
    ερχίνεσαν φυλακώματα, παίρ’νε τοι γεροντάδες,
    τ’ εκκλησίας εκλείδωσαν, τα φυλακάς εγομώθαν,
    όπου πολλοί επέθαναν και πολλοί εσκοτώθαν.

    Τα γράμματα τ’ ελληνικά ατότε ατείν’ εχάσαν
    Γρουζίνοι και Ρουσάντ δεσκάλ’ σα χωρία εκάτσαν,
    έλλαξανε τ’ ελληνικά, τοι χωρί τ’ονομασίας
    εγέντανε γρουζίνικα χωρίς δυσκολίας.

    Ερχίνεσανε οι Μεγγρέλ , τοι Ρωμαίοις να τυρανίζ’νε
    ση κολχοζί’ τη δουλείαν δωρεάν καματίζ’νε,
    Θα παγ’νε ανθρώπ’ σο παζάρ’ ψωμίν για να παίρ’νε,
    ας σον δρόμον κλώθ’νατς οπίς’ σο κολχόζ να δουλεύ’νε,
    έρθεν αποπάν ο πόλεμον και σο Σαρανταέναν
    επήγαν τα παιδιά, εκχύεν πολλά αίμαν.

    Οι γυναίκες, τα παιδία δουλεύ’νε όσον επορούνε
    και βοηθούνε το στρατόν τοι φασίστας να νικούνε.
    Ετελείωσεν ο πόλεμον, η ζωή πολλά βαρύν-ι
    οι Ρωμαίοι παρανεγκάσκουν, δατάχκουν οι Γρουζίνοι
    τάχα οι Ρωμαίοι κ’εδούλευαν. Όλα έσαν μαχανάδες
    και τάχα κ’ επολέμεσαν, όλα έσαν ταχμάδες.

    Έχουμε αποδείξεις και βάσανα πολλά-ι,
    να δικαιούνταν κ’επορούν σον Θεόν εμπροστά-ι
    Εσέγκανε σον νουν άτουν τοι Ρωμαίοις να εξορίζ’νε,
    και μετ’ ατά τα ψέματα, νέα σχέδια νουνίζ’νε.

    Ας σον πόλεμον υστερ’νά ανθρώπ’ θέλνε ησυχίαν
    κ’έμευαν ση ζωήν ατούν θα φτάγ’νατς εξορίαν.
    Έρθεν σειρά και για τ’ ατό τοι Ρωμαίοις να εξορίζ’νε,
    ερχίνεσαν ελληνοϋπηκοους αποπέσ’ έμουν να χωρίζ’νε
    Δεκατέσσερα Ιουνίου, Σαρανταένεα τη χρονίαν
    εξόρτσανε τοι Ρωμαίοις ας όλεν την Αμπχαζίαν.

    Από τρία οικογένειας σ’αυτοκίνητα καθιζ’νε
    τα πράματα ντο’ κ’ εχωρούν ξάι πα κι νουνίζ’νε.
    Ο στρατός απάν’ ατουν καικά, νύχταν ημέραν στείλνε,
    οι άχαροι’ κ’ εθέλ’νανε τοι συγγενούς ν’αφήνε.
    Εφέκαν οπίς’ πράματα, οσπίτα γουρεμένα
    τα πόρτας ισουζλαεψαν επέμναν κλειδωμένα.

    Έστειλαν τ’ ελληνοϋπήκοους μακρά σην ερημίαν
    κ’ επόρνανε να πίστευαν ντο έτον εξορίαν.
    Τοι Ρoυσοϋπήκοους πα είπανε εσείν πα ολ’ δεβάτε
    γράψτε μόνον αναφοράν ντο θέλετε να πάτε.
    Ολ’ εποίκαν παλαλά, ολ’ εθέλεσαν να παγ’νε,
    εστάθαν και νουνίζ’νε ντο πρεπ’ για να εφτάγ’νε.

    Έγραψαν αναφοράν να παγ’νε ολ’ εντάμαν
    σον κόσμον ξάι κ’ εγέντονε αήκον τρανόν θάμαν.
    Ευκαίρωσαν τα χωρία, όλα κρύα και σκοτία,
    εβράδυνεν και κ’ έλεπες σ’ οσπίτα τουν φωτίαν.
    Εφέκανε τον βίον απισκες’ σα μαντρία
    εφέκανε χωράφα σπειρμένα και έτοιμα κεπία.

    Τα χτήνα κράζ’ νε σο μαντρίν τα σκυλία γουρνούνταν
    τελευταίοι π’ επέμν’ανε ερχίνεσαν ν’ αγρούνταν.
    Τα χτήνα πρέπ’ ν’ αλμέχκουνταν, τα κοσσάρας να τρώγ’νε
    οι οικοκήρ’ επήγανε και οι Μεγγρέλ’ σουμώνε.
    Ντο εθέλεσαν εποίκανε, ατείν οι μαυροφόροι,
    Έγκαν Μεγγρέλτς ας σο Ζουγκτίτ και ασό Γκεγκετσκόρη
    Εσέγκαν’ ατς σ’ οσπίτα μουν, χαρισάμενος η ζωή,
    σον ουρανόν ντ’ εράευαν, εύραν ατό ση γην.
    Εχώρτσαν φιλτς και συγγενούς και ας σοι γειτονάδες,
    εχώρτσανε αντρόγυνα, παιδία ας σοι μανάδες’.

    Δεκαπέντε ημέρας πάγ’νε ατείν και που παγ’νε κι ξέρ’νε
    κανείς τιδέν κι λέϊ ατς υπομονήν να παίρ’νε.
    Απες’ σα βαγόνα φορτηγά, πεινασμέν’ και νεγκασμένοι
    πάγ’νε σην εξορίαν οι Ρωμαίοι, λερωμέν’ κακισμένοι.
    Ποιός νουνίζ’ ντο εποίκαν ατς, αρχινά να ζαλίζ’
    σον κόσμον Θεός πα εν’, αργίζ’ και ’κι χαρίζ’.

    Σον δρόμον πολλοί άρρωστοι επέθαναν κ’ εχάθαν,
    επαίρναν ατς οι καμεντάντ κανείς ’κι ξερ’ π’ εθάφαν.
    Κλαψίματα και δάκρα, λόγια, μοιρολογίας
    εγόμωσανε οι Ρωμαίοι τα σταθμούς τη Ρουσίας.
    Εχωρίγαν ας σοι συγγενείς και που είναι ’κι ξερ’νε,
    από πουθέν να γράμματα και’να χαπάρα παιρ’νε.
    Σο έρημον σο Καζαχστάν, νουνίζνε πως θα ζούνε
    ο κόσμος ολόγερα ξερόν, δεν να εφτάγ’νε κ’επορούνε.

    Ξύλα πουθέν’ ’κ ευρίουνταν ατείν να τοπλαεύ’νε,
    χορτάρα κι αχάντα ξερά να καίγ’νε αραεύ’νε.
    Τα νερά όλα αληκά, πιντς και καίγεται η καρδία σ’
    έτον γουσματ’ να λέπομε τα χάλα τ’ εξορίας.
    Εχπάστα εγώ να παίρω νερόν ας σο ποτάμι,
    τ’ οφίδια εκρεμάουσαν σο γεφύρ’ αφκά κι άν’-ι
    Εγώ ενετριχίασα το ποτάμι το θολών-ι
    και πώς θα ποτίζω εγώ το μωρόν το μικρόν-ι.

    Τ’ αχούλι μ’ εδιλόγισεν, ντο θα φτάγω ’κι ξέρω
    εχ κ’ εκλώσκουμ’ οξωπίσ’ χωρίς νερόν να παίρω.
    Αχ! και ατό πα ’κι γίνεται, εχομ’ ατα χαμένα,
    την βέτραν εταλτούρεψα, τα μάτα μ’ τσαμωμένα,
    χωρίς στέγος, αέρας φυσά, το τοζ σον ουρανόν-ι
    φογούμαι γιάμ φουρκίεται σο κουνίν το μωρόν-ι
    Αμάθετοι οι Ρωμαίοι ση Καζαχστανί το κλίμαν
    ερχίνεσαν να πεθαν’νε υστερνά ας έναν μήναν!
    Ας σο κλίμαν την άνοιξην αποθάν’νε ας σο νερόν-ι,
    ας σο κρύον το χειμωγκόν αποθάν’νε ας σο λιμόν-ι.

    Τα μικρά αρρωσταίν’νε και γιατροί πουθεν’ κ’ είναι,
    να πάγ’νε μακρά σο γιατρόν οι καμεντάντ’ ’κι αφίνε,
    πολλά μικρά επέθαναν μετ’ έναν μαχανάν-ι.
    Πολλοί Ρωμαίοι εθάφτανε απές σο Καζαχστάν-ι
    και πόσοι εφουρκίγανε απεσ’ σο Σιρνταριάν-ι
    πόσα δάκρα εκχύγανε ση ποταμί το γιάνι!
    Η αγορά πολλά μακρά χιλιόμετρα εικοσιπέντε
    το έρημον το Καζαχστάν σα κιφάλα μουν ντ’ έγκεν.

    Ολόγερα ολ’ Τουρκάντ’, εκκλησίας πουθέν’ κ’ είναι
    οι Ρωμαίοι σο σπιτόπα τουν την καντήλαν αφτύν’νε.
    Παρακαλούνε τον Θεόν ας σο κακόν να γλυτών’νε
    και να βαπτίζνε τα μωρά, τοις νέοις να στεφανώνε.
    Στέρα-στέρα ησύχασαν τοι συγγενείς αραέυν’νε
    και σην αροθυμίαν άλλο ’κι ταγανεύνε.
    Αλλ’ γράφ’νε αναφοράν με τοι συγγενούς να ενούνταν,
    αλλ’ παρακαλούνε ατείν’ να λευτερούνταν.

    Ο Στάλιν και ο Μπέριας κι όλεν η Δωδεκάρα
    ντ’ εθέλεσαν εποίκανε, άμα ατείν πα κ’ εχάραν.
    Τέσσερα χρόνα εκράτεσεν ως το πενήντα τρία
    για να γλιτών’νε οι Ρωμαίοι και σ’όλεν τη Ρουσίαν.

    Επέθανεν ο Στάλιν, τον Μπέριαν εχάσαν
    εδέκανε μας άδειαν, έλυσανε τη στράταν.
    Είπανε, είστε ελεύθεροι σε όλην τη Ρουσία,
    είπαν έτον άνομον ατό η εξορία.

    Οι Ρωμαίοι εχάρανε άμα ντ’ επόρναν να ’φτάγ’νε
    τ’ οσπίτα τουν ’κι δίγ’ν ατς σα μέρα τουν να πάγ’νε.
    Πολλοί επεφάσισαν σον Καύκασον γυρίζνε
    αναγκάσκουν οι Ρωμαίοι εκ νέου οσπίτα να χτίζνε.

    Εταγουτεύταν οι Ρωμαίοι, σην Ευρώπην, σην Ασίαν
    ας σον εχθρόν κυνηγημέν’ άμον Θεού πουλία.
    Να είχανε την άδειαν να παγ’νε σην Ελλάδαν,
    ίσως εκεί να παίρνανε τη ζωής την νοστιμάδαν.
    Τότε μίαν και καλά να τελειών’ η ιστορία,
    ο Θεός να εξίωνεν, Θεέ μ’ και Παναγία…

    Επέρασαν χρόνα πολλά άσκεμα και καλά-ι
    όνταν ’κι αναμέν’ κανείς η τύχη χαμογελά-ι
    Έρθεν ο Γκορμπατσόφ και τα σύνορα ενοίγαν,
    οι περισσοί π’ εθέλεσαν σην Ελλάδαν επήγαν.

    Εγέντον σην ζωήν ατούν ντο κ’ έμευαν καμμίαν
    το Έθνος εμεταχειρίστεν ατό την ευκαιρίαν.

    Το παν και κυριότερον σ’ όλεν την ιστορίαν
    εφύλαξανε οι Ρωμαίοι την γλώσσαν, την θρησκείαν!
    Εθαρώ πως αδακά πρεπ’ να βάλω τελείαν,
    δρόμον άλλο κ’έχομε ούτε οπίσ’ καμμίαν.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: