Ο Μεταξάς και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου

  • Ένα αφιέρωμα στην δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 και στην πολιτική και ιδεολογία του μεταξικού καθεστώτος, είχα επιμεληθεί στις σελίδες ιστορίας της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» με τη συμβολή των ιστορικών Γιώργου Κόκκινου και Παναγιώτη Μπογιατζή.

  • Μεταξας+Γκεμπελς
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ

    4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Ο δικτάτορας είναι γυμνός

  • ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*
  • «Φύγε απ’ εδώ, Ανθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φύγε από εδώ, ανυπότακτε στρατιώτα των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμόνα της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτό θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν, δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα». [ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ, εφημ. «Καθημερινή», 25 Αυγούστου 1922]

  • Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε»)Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β’ κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε»)

 

  • Εβδομήντα επτά χρόνια πριν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ως εθνικού κράτους η Ελλάδα θα βρεθεί υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση ενός αμφιλεγόμενου προσώπου, του Ιωάννη Μεταξά – εξαιτίας μιας συνειδητής επιλογής της μοναρχίας. Η παραπάνω οργισμένη αναφορά του εκδότη της «Καθημερινής» Γεωργίου Βλάχου είναι αποκαλυπτική αυτού του σκοτεινού παρελθόντος του ανθρώπου που προσπάθησε να επιβάλει στην Ελλάδα ένα ολοκληρωτικό, φασιστικό καθεστώς. Παρ’ ότι ο Βλάχος υπήρξε ιδεολογικός σύντροφος του Ιωάννη Μεταξά στη φιλομοναρχική παράταξη, θα σχολιάσει με αυτόν τον έντονο τρόπο την ηττοπαθή και αρνητική στάση του Μεταξά στη Μικρασιατική Εκστρατεία.Ως γνωστόν, ο Μεταξάς δεν είχε αποδεχτεί την πρόταση της φιλομοναρχικής κυβέρνησης να αναλάβει την αρχιστρατηγία του Μικρασιατικού Μετώπου μετά την αποπομπή του Αν. Παπούλα την άνοιξη του 1922.
  • Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Μεταξά θα εξασφάλιζε την ύψιστη αμυντική δυνατότητα της ελληνικής πλευράς και θα απέτρεπε την τραγική κατάρρευση που επέφερε η προβληματική και ελλειμματική διοίκηση Χατζανέστη. Με μια έννοια ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε συνένοχος στην τελική καταστροφή του Αυγούστου του ’22 και στην αναμενόμενη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού που ακολούθησε από το νικητή Μουσταφά Κεμάλ. Και ακριβώς η άρνηση του Μεταξά να πάρει μέρος στην πανεθνική προσπάθεια οδήγησε τον Γεώργιο Βλάχο να κρίνει τη στάση του ως αντεθνική.
  • Ο υπεύθυνος του Διχασμού
    .

    Αυτή ήταν η δεύτερη φορά στην πολιτική και στρατιωτική του θητεία που είχε καταφέρει να κερδίσει με τη στάση του το χαρακτηρισμό της «εθνικής προδοσίας». Η πρώτη φορά που χαρακτηρίστηκε ως «αρχιπροδότης» από τους πολιτικούς του αντιπάλους ήταν όταν έδωσε την εντολή, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, να παραδοθεί αμαχητί το οχυρό Ρούπελ στους Βούλγαρους και στους Γερμανούς στις 26 Μαΐου 1916. Ηδη είχε ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός, όταν ο ίδιος, ως ο άνθρωπος των Γερμανών στο Παλάτι και μυστικοσύμβουλος του μονάρχη Κωνσταντίνου, άλλαξε την απόφασή του για συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τον οδήγησε στην απόφαση για πραξικοπηματική αποπομπή του Ελ. Βενιζέλου από τη θέση του πρωθυπουργού (Οκτώβριος 1915).

    Τα γερμανικά συμφέροντα

    Η στάση του Μεταξά υπαγορευόταν από τα συμφέροντα των Γερμανών και της γερμανικής κατασκοπίας που δρούσε στο ελληνικό έδαφος. Ετσι, από το 1915 είχε καταθέσει ένα υπόμνημα προς το φίλο του, μονάρχη της Ελλάδας Κωνσταντίνο, με το οποίο, εν μέσω Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, πρότεινε τη φιλογερμανική ουδετερότητα με το επιχείρημα ότι η τελική νίκη θα ήταν των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή των Γερμανών και των συμμάχων τους (Νεότουρκοι, Αυστριακοί, Βούλγαροι κ.λπ.).

    Στο ίδιο υπόμνημα -με το οποίο ξεκινά ουσιαστικά ο μοιραίος Διχασμός- ανέφερε ότι οποιαδήποτε ελληνική παρέμβαση ή και σκέψη για ενσωμάτωση της Μικράς Ασίας θα συνιστούσε «αποικιοκρατική πράξη» και η Ελλάδα θα μετατρεπόταν σε «αποικιοκρατική χώρα».

    Ο ρόλος του Μεταξά μπορεί να χαρακτηριστεί μοιραίος για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και ειδικότερα για τον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, όπως και οι Αρμένιοι και οι Ασσυροχαλδαίοι, είχαν ήδη από το 1914 βρεθεί στο στόχαστρο ενός ακραίου ρατσιστικού τουρκικού εθνικισμού που είχε καταλάβει από το 1908 με πραξικόπημα την εξουσία.

    Φιλοκεμαλισμός

    Ως συμβολικό επιστέγασμα της συνενοχής του Ιωάννη Μεταξά στη Μικρασιατική Καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η ευγενική χειρονομία που έκανε με αφορμή το θάνατο του Τούρκου δικτάτορα το 1938. Με αφορμή το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ -που ήδη είχε πάρει το προσωνύμιο «Ατατούρκ», δηλαδή «γεννήτορας του τουρκικού έθνους»- μετονόμαζε προς τιμήν του την οδό Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Παράλληλα, με το ελληνικό δημόσιο χρήμα αγόραζε από τον ιδιώτη που το κατείχε το σπίτι όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ και το χάριζε στο τουρκικό κράτος. Αυτό που σήμερα είναι το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.

  • Μεταξάς- Κεμάλ Ατατούρκ
  • Τη μετονομασία αυτή αποδέχτηκαν και σεβάστηκαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εμφυλιακές και μετεμφυλιακές. Η οδός Κεμάλ Ατατούρκ θα ξαναπάρει το παλιό της όνομα μετά τα Σεπτεμβριανά του ’55, δηλαδή μετά το πογκρόμ που οργανώθηκε κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης από το τουρκικό Βαθύ Κράτος.* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας,
    μαθηματικός,https://kars1918.wordpress.com/

 

————————————————————

  • Κάποια συμπεράσματα για τη δικτατορία

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ *
  • «Η 4η Αυγούστου είχε όχι μόνο τα εσωτερικά, τα ουσιαστικά, αλλά και τα εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων: προβολή της σοφίας του αρχηγού, φανφαρονισμός και ακατάσχετη πατριδοκαπηλία, παράτες, ρωμαϊκός χαιρετισμός κ.λπ.» (ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ, «Η 4η Αυγούστου»)
  • Η εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν έχει εκ των προτέρων χαρακτήρα τομής -αν εξαιρέσει κανείς την υποστήριξη του βασιλικού παράγοντα που ερμηνεύεται σαφώς από τη θέση της Μ. Βρετανίας- ούτε και είναι προϊόν ιστορικής παρθενογένεσης. Αντίθετα, είναι το επακόλουθο των αυταρχικών πρακτικών και ρυθμίσεων που υπέσκαπταν δομικά την ελληνική δημοκρατία. Φαινόμενα, όπως η απεμπόληση της νομοθετικής αρμοδιότητας από την εξουσιοδοτημένη με τη λαϊκή ψήφο Βουλή στην εκάστοτε κυβέρνηση και τα αυθαίρετα κυβερνητικά διατάγματα καθολικής ισχύος, δεν λειτούργησαν παρά ως εικόνες της αναντιστοιχίας των πολιτικών θεσμών σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού και ελέγχου.
  • Στο αδιέξοδο αυτό, ο ολοκληρωτισμός της 4ης Αυγούστου δικαιολογεί, ώς ένα βαθμό βέβαια, το χαρακτηρισμό της τομής. Τομής, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς και το ιδεολογικό του επιτελείο, προβάλλοντας απ’ ευθείας το αίτημα της «ριζικής» ανατροπής της κατεστημένης πολιτικής τάξης και του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, έθραυσαν συνειδητά την κοινοβουλευτική συνέχεια.Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας επιχειρήθηκε αποκλειστικά με νομοθετικές ρυθμίσεις ως συνέπεια της ανυπαρξίας στην Ελλάδα σημαίνουσας ολοκληρωτικής ιδεολογικής προβληματικής, αλλά και των κατάλληλων κοινωνικών δομών και μαζικών φορέων.Ετσι, οι αξιωματικοί κανόνες, που θέσπισε η στρατευμένη στους σκοπούς της 4ης Αυγούστου νομική επιστήμη, αποτέλεσαν σταδιακά στην Ελλάδα το βασικό κορμό της μεταξικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας. 
  • Ο Ιωάννης Μεταξάς ενώ ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο.Η ολοκληρωτική αυτή λογική λειτούργησε στην Ελλάδα:

    α) ως κεντρικός μηχανισμός διάχυσης στην ελληνική πραγματικότητα ιδεολογικών ροπών, που εισάγονταν εκλεκτικά από το σώμα των ολοκληρωτικών πολιτικών προτύπων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και

    β) ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού των παραδοσιακών ελληνικών συντηρητικών ιδεολογικών σχημάτων.

    Η μείξη των δύο αυτών λειτουργιών δεν ευόδωσε στην Ελλάδα τη συμπαγή άρθρωση ενός γηγενούς ολοκληρωτικού λόγου ως άμεση αντανάκλαση των εν μέρει αποσαθρωμένων κοινωνικών και πολιτικών δομών και ενός «ρομαντικού» οράματος υπέρβασης της κοινοβουλευτικής κρίσης.

    Η αδυναμία αυτή σε συνάρτηση με τον εξαρτημένο χαρακτήρα της δικτατορίας, στάθηκαν η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού φασισμού.

    * Καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το παραπάνω κείμενο προέρχεται απ’ το βιβλίο του «Η φασίζουσα ιδεολογία στην Ελλάδα. Η περίπτωση του περιοδικού «Νέον Κράτος» (1937-1941)», Αθήνα, εκδ. Παπαζήση.

—————————————————————————–

 

  • Από το ξίφος του ευγενή και τον εθνικισμό, στη σημαία των φασιστικών ιδανικών

  • ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΟΓΙΑΤΖΗ *
  • «Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό«
    ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ

  • Στη μακρά παρουσία του στην ελληνική πολιτική ο Ιωάννης Μεταξάς διέγραψε μια ενδιαφέρουσα ιδεολογική τροχιά. Εκκινώντας από εθνικισμό και συντηρητισμό, η σκέψη του κατά τη δεκαετία του ’20 εμπλουτίστηκε με θεμελιώδη στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας, κάτι που κατέστη πρόδηλο -παρά τους ποικίλους περιορισμούς- στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

    Ετσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι επιλογές του διέθεταν εδραίο υπόβαθρο και ότι η πράξη του συναρμοζόταν με τη σκέψη του.

    Ηδη από την παραμονή του στη Γερμανία (1899-1903) η οργανική σύλληψη του κράτους είχε το προβάδισμα στη σκέψη του σε σχέση με τη φιλελεύθερη. Παρατηρώντας την τάξη με την οποία Γερμανοί στρατιωτικοί και υπάλληλοι επιβιβάζονταν στο τρένο, συνόψιζε ως εξής τη γερμανική του εμπειρία: «Εν γένει ησθάνθην παντού αναμιγνυομένην, λεπτώς πάντοτε, αλλ’ αυστηρώς καθοδηγούσαν, την χείραν του Κράτους». Και αυτή η αντίληψη συνδεόταν αναπόσπαστα με συντηρητικούς ιδεολογικούς τόπους: την έμφαση στην ηθική ενάντια στην κατάπτωση και τη διαφθορά τις οποίες απέδιδε στον εξαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, την αποστολή/καθήκον του να δημιουργήσει οικογένεια-υπόδειγμα για όλους τους Ελληνες, το υπέρτερο της αξίας του ηγέτη συγκριτικά με φιλελεύθερα ιδεώδη και θεσμούς.

    Ο Ατυχής Πόλεμος

    Ετσι, παρακολουθώντας προσεκτικά τις εξελίξεις μετά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897, λάμβανε ξεκάθαρη θέση υπέρ του βασιλικού οίκου: «Εγώ εν τη εξελίξει ταύτη καθώρισα ήδη τον δρόμον μου, προ πολλού. Είμαι στρατιώτης και ευγενής, και θέτω εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως μου το ξίφος μου, του αφιερώ δε την ζωήν και την διάνοιάν μου. Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν οι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν στο Εθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει. Η θέλησίς του είναι δι’ εμέ νόμος. Θεωρώ δε εμαυτόν ευτυχή ότι χαίρω την ευμένειαν του Διαδόχου, αρχηγού αποφασιστικού και φιλοδόξου […] Εν ενί λόγω, αφοσιώνω εμαυτόν εις τον Βασιλέα, και θεωρώ αυτόν εκπροσώπησιν της Πατρίδος, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του Εθνους. Παν ό,τι εις αυτόν αντιτίθεται, οθενδήποτε και αν προέρχεται, είναι δι’ εμέ αποκρουστέον».

    Με την ίδια οπτική ερμήνευε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: ενώ η Γαλλία ενσάρκωνε ανωριμότητα και αταξία, η γερμανική φυλή (sic) εμφάνιζε «μεγάλην γαλήνην ψυχής, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον αρχηγόν, αφοσίωσιν εις το καθήκον, έλλειψιν ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, έλλειψιν αποθαρρύνσεων, μεγάλην σταθερότητα εις τας αποφάσεις, μεγάλην θρησκευτικότητα, ήτις δίδει δύναμιν εις τας κρισίμους στιγμάς, μεγίστην υπομονήν και καρτερίαν».

    Ηταν αυτές οι αρετές -αρετές, κατά τον Μεταξά, των ισχυρών ανθρώπων γενικότερα- που εγγυούνταν τη γερμανική νίκη στον Πόλεμο. Η αντίθετη στις προσδοκίες του έκβαση θεωρούνταν αποτέλεσμα κατασυκοφάντησης της Γερμανίας, τα δε ιδεώδη της ισότητας, ελευθερίας, δημοκρατίας, ειρήνης, ελευθεροτυπίας, απλώς μορφές επικάλυψης των αξιώσεων ισχύος των Συμμάχων.

    Η εμφάνιση του φασισμού

    Τη δεκαετία του ’20 ο φασισμός εμφανίζεται στον ιδεολογικό του ορίζοντα. Ο Μεταξάς αναγνωρίζει το πρωτείο της δράσης έναντι της σκέψης, τη σημασία των μύθων για τη λαϊκή κινητοποίηση, ενώ διαχωρίζει τη virtu του ηγέτη από την τυφλότητα των μαζών. Ο κοινοβουλευτισμός δεν γίνεται -χωρίς αυτό να αποτελεί «προνόμιο» του Μεταξά- ούτε προσχηματικά ανεκτός. Σε συνέντευξή του το 1934 στον «Ελεύθερο Ανθρωπο» διακήρυττε ότι η κοινή γνώμη δεν διαβλέπει άλλη διέξοδο σωτηρίας «ει μη διά της εξόδου εκ του κοινοβουλευτισμού και εισόδου εις νέαν κατάστασιν, μονιμωτέρας, σταθερωτέρας και ισχυροτέρας εκτελεστικής εξουσίας». Οι φασιστικοί ιδεολογικοί τόποι αποκρυσταλλώνονταν στο πλαίσιο της 4ης Αυγούστου, όταν πια βρισκόταν σε θέση ισχύος. Στις συχνότατες δημόσιες εμφανίσεις του αντικομμουνισμός και αντιφιλελευθερισμός διαπλέκονταν με την πίστη, τον ενθουσιασμό, την εθνική αναγέννηση και παλιγγένεση, την εθνική ψυχή, το πνεύμα της φυλής και την ισχυρή βούληση στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός έμψυχου κράτους κι ενός νέου εθνικού πολιτισμού.

    Η ιταλογερμανική επίθεση

    Γι’ αυτό και η οργή του, ανάμικτη με έκπληξη, για την ιταλογερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας. Εγραφε: «[δ]εν πρόκειται αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι εξεκίνησαν όταν πρωτοανέβηκαν από μια καθαρή και τίμια ιδεολογία. Αυτό μπορεί. Το ζήτημα είναι αν εκρατήσανε αυτή την ιδεολογία στην εξέλιξι του αγώνα. Αν την κρατήσανε, αν έμεινε αυτή η σημαία τους στο κάθε τους βήμα, τότε ο αγώνας τους ήτανε και έμεινε ιδεολογικός και μεγάλος.

    »Αν δεν την κρατήσανε, αν δεν έμεινε ορθή και σημαία τους, τότε ήτανε εξ αρχής ψευτιά, μόνο χρήσιμη για να γελάσουνε τους λαούς τους». Μιας και η Ελλάδα «έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό», οι Χίτλερ και Μουσολίνι έπρεπε να την υποστηρίξουν, μολονότι η «ανάγκη» την έφερνε κοντά στην Αγγλία.

    Επομένως, συμπέραινε «και ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή». Πικραμένος τόνιζε: «[ώ]στε και ο αντικομμουνισμός τους ψεύτικος, και η ολοκληρωτικότητά τους ψεύτικη, και ο αντικοινοβουλευτισμός τους ψεύτικος και η αντιπλουτοκρατία τους ψεύτικη, και ό,τι άλλο παρόμοιο ψεύτικο. Αληθινό δε είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός. Αυτός για τον οποίον κατηγορούνε τους Αγγλους». Ποιος είχε απομείνει ειλικρινής σημαιοφόρος;

    * Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, συγγραφέας της μελέτης «Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940)», εκδ. Ευρασία, 2012

  • http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2013-08-04&s=istorika

Μεταξάς και Γκαίμπελς περιχαρείς. Οι ιδεολογικές συγγένειες δεν κρύβονταιΜεταξάς και Γκαίμπελς

20 Σχόλια

  1. Aggelos H. on

    Το χρέος που διέγραψε ο Μεταξάς

    Σκίτσο του Αρκά: ο προφήτης ρωτάει «τί προτιμάτε, γλυκά ψέματα ή πικρές αλήθειες;» και κάποιος απο το ακροατήριο φωνάζει «απο αλμυρά τί έχεις;»

    Η προτίμηση για τα γλυκά ψέματα είναι κατανοήσημη ανθρώπινη αδυναμία που εξηγεί την τεράστια δημοτικότητα του αστικού μύθου οτι ο Μεταξάς πήγε στα δικαστήρια και διέγραψε το Ελληνικό χρέος (εξηγεί ακόμα και το υμνολόγιο στον δεξιό δικτάτορα απο αριστερές πηγές, π.χ. Ίσκρα). Σε πιό καλοστολισμένες εκδοχές, το δικαστήριο αποφάνθηκε μάλλιστα οτι το χέος ήταν και παράνομο.

    Είμαστε σε φόρουμ ακαδημαϊκό, συνάδελφοι και συναδέλφισες, και η κάθε διακύριξη πρέπει να συνοδεύεται απο στοιχεία, πέρα απο το «το είδα στο διαδύκτιο και συμφωνεί με όσα εγώ πιστεύω, άρα πρέπει να είναι αλήθεια.»

    Νά τι λένε τα στοιχεία:

    Το 1925, το Ελληνικό κράτος συνήψε δάνειο με την Societé Commerciale de Belgique για την κατσκευή σιδηροδρομικών έργων. Το 1932, ο Βενιζέλος (όχι ο Μεταξάς!) κύριξε στάση πληρωμών. Οι Βέλγοι τότε πήγαν στην υποχρεωτική διαιτησία που προέβλεπε το αρχικό συμβόλαιο και κέρδισαν το 1936. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να πληρώσει, λέγοντας οτι εξυπηρέτηση το χρέους θα στερούσε τον λαό απο βασικές ανάγκες (όχι οτι ήταν παράνομο). Τότε το Βελγικό κράτος πήγε την Ελλάδα στο δικαστήριο (και όχι το αντίστροφο). Η απόφαση του δικαστηρίου το 1939 (σελίδα 22) δικαίωσε τους Βέλγους με 13 ψήφους έναντι 2.

    http://www.icj-cij.org/pcij/serie_AB/AB_78/01_Societe_commerciale_de_Belgique_Arret.pdf
    (Απόφαση στα Γαλλικά και Αγγλικά, σε εναλασσόμενες σελιδες).

    Σελίδα 22: Το δικαστήριο αποφασίζει οτι η ετυμηγορία της διαιτησίας του 1936 είναι οριστική και υποχρεωτική («definitive and obligatory») ακριβώς αυτό που ζητούσαν οι Βέλγοι (σελίδα 6).

    Το τότε διεθνές δικαστήριο της Κοινωνίας των Εθνών (καμμία σχέση με το σημερινό) δεν ειχε καμμία δυνατότητα να επιβάλλει τις αποφάσεις του σε κράτη και έτσι ο Μεταξάς μπόρεσε να αγνοήσει την απόφασή του. Αυτή ήταν η «μαγγιά» για την οποία εξυμνείται ο Μεταξάς. Τίποτε το ιδιαίτερο, δεδομένου οτι κάθε κράτος, και τότε κα σήμερα, έχει δικαίωμα να κυρήξη στάση πληρωμών, εάν είναι αποφασιμένο να δεχθεί τις συνέπειες: καταρράκωση πιστοληπτικής αξιοπιστίας και χρηματοδοτικό στραγγαλισμό. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, Η Ελλάδα είχε την «τύχη» να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες αυτές απο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που ανέτρεψε τα πάντα λίγους μήνες αργότερα.

    Τίνος Πολυχρονάκος

  2. Το κάψιμο των βιβλίων από τη δικτατορία Μεταξά
    Ελλάδα, 16η Αυγούστου 1936.

    biblia

    «Κάψιμο βιβλίων»: Ξυλογραφία του Α.Τάσσου (1973)

    Έχουν περάσει μόλις δώδεκα ημέρες από την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, πριν ογδόντα ακριβώς χρόνια και το φασιστικό καθεστώς προβαίνει σε μία θεαματική ενέργεια:

    Στο κάψιμο βιβλίων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, μιμούμενο αντίστοιχες πράξεις του Ναζιστικού καθεστώτος. Χιλιάδες βιβλία ρίχτηκαν στην πυρά σ’ εκείνες τις Μεσαιωνικού χαρακτήρα τελετές, ενώ είχαν απαγορευτεί από το καθεστώς περισσότεροι από 445 τίτλοι βιβλίων.

    Είναι γνωστό ότι το αντιδημοκρατικό καθεστώς που επιβλήθηκε στη χώρα, μετά την κατάλυση της δημοκρατίας από τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, σε μία προσπάθεια για την εδραίωση του στην εξουσία, είχε προχωρήσει στη λήψη σκληρών μέτρων, εξαπολύοντας ένα κύμα διώξεων κάθε αντίθετης φωνής, κάθε δημοκρατικής ιδέας, με ταυτόχρονες συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και εκτοπίσεις αριστερών και προοδευτικών συνδικαλιστών και αγωνιστών.

    Στο πλαίσιο αυτό, προχώρησε σε διάφορες πόλεις σε μαζικό κάψιμο «αντεθνικών», αριστερών και κομμουνιστικών βιβλίων. Στη Θεσσαλονίκη, η καύση των βιβλίων έγινε δίπλα στο Λευκό Πύργο, στην Αθήνα το κάψιμο έλαβε χώρα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός και στα Προπύλαια, ενώ στον Πειραιά, τα βιβλία παραδόθηκαν στην πυρά στο Πασαλιμάνι, και μάλιστα με προσκλήσεις προς τους νέους της εποχής να συμμετάσχουν στην… τελετή:

    «Η Εθνική Φοιτητική Νεολαία Πειραιώς προβαίνουσα εις την εξαφάνισιν δια πυράς ολοκλήρου σειράς κομμουνιστικών εντύπων την προσεχή Κυριακήν και ώραν 8μμ και εν τη πλατεία Πασαλιμανίου Πειραιώς προσκαλεί άπαντας τους εθνικόφρονας νέους, όπως προσέλθουν εν τη πλατεία Τερψιθέας 7μμ ίνα εν σώματι μεταβούν και συμμετέχουν εις την τελετήν», έλεγε η σχετική ανακοίνωση.

    Ζαχαρίας_Παπαντωνίου
    Ζαχαρίας Παπαντωνίου
    Ήδη, η σχολική διδασκαλία ορισμένων από τους τίτλους των βιβλίων που κάηκαν είχε απαγορευτεί επίσημα, όπως η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και ο «Επιτάφιος» τουΠερικλή, για να μην τον εκλάβουν οι μαθητές ως έμμεση αποδοκιμασία των μηχανισμών του κράτους.

    Η έννοια του κομμουνιστικού εντύπου ήταν πολύ πλατιά και ερμηνευόταν από το καθεστώς κατά το δοκούν. Συμπεριλαμβάνονταν σε αυτά ακόμα και σχολικά βιβλία όπως «Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Στο κάψιμο των βιβλίων και στη δίωξη των ιδεών το καθεστώς της 4ης Αυγούστου αντέγραφε επακριβώς τα χιτλερικά πρότυπα.

    Ακόμη, ορισμένα από τα βιβλία που κάηκαν ήταν τα εξής

    Στρατή Μυριβήλη «Η ζωή έν τάφω» επειδή ήταν αντιπολεμικό βιβλίο

    Έργα του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα.

    Το συνολικό έργο του Καρλ Μαρξ, καθώς και άλλα βιβλία με μαρξιστικό περιεχόμενο.

    Η «Καταγωγή των Ειδών» του Δαρβίνου, έργο που απαγορεύτηκε κατά περιόδους ανά τον κόσμο και συνάντησε αντιδράσεις από την Εκκλησία, συντηρητικούς φορείς κλπ., λόγω της θεωρίας του Δαρβίνου περί συγγένειας του ανθρώπου με τον πίθηκο. (σ.σ. Θεωρία που αντιτίθεται με τις ναζιστική ιδεολογία και τις παραφυάδες της, όπως η μεταξική)

    Έργα του Σίγκμουντ Φρόιντ, του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Ανδρέα Καρκαβίτσα, του Ανατόλ Φρανς, του Χάινριχ Χάινε, των Μαξίμ Γκόρκι, του Λέον Τολστόι και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (και μόνο η εθνικότητά τους ήταν αρκετή), του Γκαίτε και του Ιμάνουελ Καντ.

    11-3-thumb-large
    Κάηκαν βιβλία ακόμη και του Αλ. Παπαδιαμάντη
    Στην πυρά ρίχτηκαν έργα Ελλήνων συγγραφέων κάθε άλλο παρά αντιπάλων της θρησκείας (όπως βιβλία τουΚαρκαβίτσα) ακόμη και έργα του Παπαδιαμάντη που μέσα στο σωρό και στη διάρκεια των συλλήψεων μάζεψαν οι «διανοούμενοι» της Ασφάλειας του καθεστώτος.

    Αυτές οι ιεροεξεταστικές συγκεντρώσεις, οργανώνονταν βραδινές ώρες και η προπαγάνδιση γινόταν μέσα από τον ελεγχόμενο Τύπο.

    Επίσης στα σχολεία απαγορεύτηκε η διδασκαλία του Επιταφίου του Περικλή, της Πολιτείας τουΠλάτωνα και της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Συνολικά απαγορεύθηκαν 445 βιβλία

    Ι.Μεταξάς «Σας απαγορεύω να έχετε διαφορετικές ιδέες»
    Η λογοκρισία και η απαράδεκτη καύση του συγγραφικού λόγου είναι ενδεικτικά για την αξιολόγηση του ήθους και της πρακτικής ενός φασιστικού καθεστώτος όπως το Μεταξικό, που ήθελε να επιβάλλει το συντηρητισμό με το στανιό και να καταστήσει τους πολίτες αμόρφωτους χωρίς κριτική σκέψη.

    Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα ομιλίας του Ιωάννη Μεταξά σε φοιτητές του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, όπου μεταξύ άλλων είχε πει: «Σας απαγορεύω να έχετε διαφορετικές ιδέες από αυτές του Κράτους. Σας ζητώ όχι μόνο να έχετε τις ίδιες ιδέες, αλλά να πιστεύετε σ’ αυτές και να δουλεύετε γι’ αυτές με ενθουσιασμό. Αν κάποιος από σας έχει διαφορετικές ιδέες, καλύτερα να μείνει αμόρφωτος».

    Εξίσου σημαντική είναι και η μαρτυρία του Κάρολου Κουν: «Με κάλεσαν στην Ασφάλεια του Μεταξά, για απολογία επειδή «παρουσιάζω κομμουνιστικά έργα». Τους ρώτησα να μου πουν, ποιά έργα που ανεβάζω είναι κομμουνιστικά και μου απάντησαν: «Ο ΠΛΟΥΤΟΣ του Αριστοφάνη και ο ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΑΣΘΕΝΗΣ του Μολιέρου».

    Μαρτυρία του Γ.Βαφόπουλου για μία περιπέτεια του Γιώργου Θέμελη
    αρχείο λήψης (17)
    Γιώργος Θέμελης
    Ο «μεγάλος» των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης, Γιώργος Βαφόπουλος, περιγράφει στις «Σελίδες Αυτοβιογραφίας» του (τ.2ος, σ.40-41) μία περιπέτεια που είχε ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, καθηγητής τότε στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετά από κάποια δημοσίευσή του στο περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», ενδεικτική του σκοταδισμού και του Μεσαιωνισμού που επικρατούσε με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Και όπως αναφέρει:

    «Είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό μας ένα πεζογράφημα σε ύφος εντελώς νεότροπο, γεμάτο αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων. Εκεί μέσα, ένας όμιλος μικρών παιδιών έφκιαχνε διάφορα παιχνίδια. ΚΙ’ ο πιο ζωηρός απ’ αυτά, είχε χαράξει στο χώμα κάποιο συμβολικό σχήμα και φώναζε δυνατά πως «τόσο ήταν της Αγγελικής το πράμα».

    Η οξυδέρκεια της λογοκρισίας, που δυνάστευε τότε τον ελληνικό τύπο, φαίνεται πως, κρίνοντας ένα λογοτεχνικό κείμενο, είχε παραλείψει να φορέσει τα γυαλιά της. Όμως η άγρυπνη συνείδηση της Δικτατορίας, κεντρισμένη από κάποιον Ιάγο των περιστάσεων, αναπήδησε οργισμέβνη και ζήτησε τον κολασμό του ενόχου. Πως είχε λειτουργήσει αυτός, ένας λειτουργός της Παιδείας, να προαχθεί σε διαφθορέα των παιδικών ψυχών; Δεν τόξερε ότι το νέο καθεστώς, στη βάση του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού» που τώρα οικοδομούσε, είχε βάλει θεμέλιο λίθο από πεντελικό μάρμαρο, με σκαλισμένες πάνω του τις λέξεις: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια; ΚΙ’ ερχόταν αυτός ο ελεεινός γραφιάς του «μαλλιαρισμού» να κλονίσει τα βάθρα, διαφθείροντας τα νέα παιδιά, πούσαν η βάση της ελληνικής οικογένειας, η προσδοκία της εκκλησίας κι’ η περηφάνεια της πατρίδας για τους αυριανούς στρατιώτες της;

    Τούτα τα βαρυσήμαντα λόγια έβγαιναν με ιερή αγανάκτηση από το στόμα του στρατηγού Κυρίμη, του υπουργού Βορείου Ελλάδος που εκπροσωπούσε τη δικτατορία στη Θεσσαλονίκη. Τώρα αυτός, σύμβολο της ελληνικής αρετής, στεκόταν μπρος στον περίτρομο Θέμελη, σαν τιμωρός άγγελος, με την πύρινη ρομφαία. Κι’ ο Θέμελης, «εξεβλήθη του παραδείσου» της ελληνικής παιδείας. Τιμωρήθηκε με απόλυση, που ήταν ταυτόσημη με τη στέρηση του ψωμιού των παιδιών του. Αργότερα ξαναπήρε τη θέση του. Ο «πρότερον έντιμος βίος», ήταν ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο, όπου βασίσθηκε το «αναθεωρητικό δικαστήριο» του υπουργείου της Παιδείας».

    Η στάση της Εκκλησίας
    Η Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν αντέδρασε σ αυτές τις ιεροεξεταστικές πρακτικές που γύριζαν τη χώρα στο Μεσαίωνα, αλλά βρέθηκαν και λαϊκά στελέχη της που ζητούσαν να ριφθούν στην πυρά και άλλα βιβλία «βλασφήμων και αθέων συγγραφέων». Το Δεκέμβριο του 1936 ο διευθυντής του περιοδικού της μητρόπολης; Θεσσαλονίκης «Γρηγόριος ο Παλαμάς» , συνταγματάρχης ε.α. Γεώργιος Σ. Ανδρεάδης, όχι μόνο επαίνεσε το κάψιμο των βιβλίων αλλά επέμενε πως μαζί με τα άλλα έπρεπε να καεί και το βιβλίο του πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλη Ελυθερόπουλου «Οικονομία και Φιλοσοφία.- Ανάλυσις του βίου των Ελλήνων και των γερμανορωμαϊκών εθνών».

    Και όπως έγραφε ο Ανδρεάδης « Έπρεπε να καεί το σύγγραμμα αυτό μαζί με τα επικίνδυνα αριστερά βιβλία, τα περισσότερα των οποίων θα περιείχον ολιγωτέρας διαστροφάς, ολιγωτέρας ψευδολογίας, ολιγωτέρους αριστερισμούς από το σύγγραμμα του Ελευθερόπουλου».

    Σπύρος Κουζινόπουλος

    http://farosthermaikou.blogspot.gr/2016/08/blog-post_72.html

  3. Αντίστοιχη με θετική άποψη του Χίτλερ για τον Ατατούρκ είχε και ο δικός μας δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς.

    Έγραψε: » «Η Ιταλία, η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Τουρκία, απέκτησαν εθνική συνείδηση, οργανώθηκαν εσωτερικά, αναμορφώθηκαν κοινωνικά και ιστορικά. Η Ιταλία ίδρυσε μία Αυτοκρατορία. Η Γερμανία κατήργησε τις διατάξεις της συνθήκης των Βερσαλλιών και ανέκτησε την εθνική της αξιοπρέπεια και τη θέσι που της ανήκε στη χορεία των μεγάλων Εθνών. Η Πορτογαλία έγινε μία υπολογίσιμος δύναμις, ένα Έθνος που ευημερεί και που επιβάλλεται στην γενική εκτίμησι. Και στην Τουρκία, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, συνετελέσθη μια ριζική μεταβολή που κατέπληξε τον κόσμον».
    Ένα τέτοιο κράτος είναι ενδεδειγμένο για τις ελληνικές περιστάσεις…»

    (από την ημιεπίσημη βιογραφία του «εθνικού κυβερνήτου» της 4ης Αυγούστου, γραμμένη από τον Δ. Καλλονά και τυπωμένη το 1938)

  4. Ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς φιλοκεμαλικός;

    http://antizitro.blogspot.gr/2017/07/blog-post_97.html

  5. Ιωάννης Μεταξάς: Για τους Ελληνες ο φασισμός και ο ναζισμός είναι μωρία

    Του Μιχαλη Ν. Κατσιγερα

    Επέτειος σήμερα της 4ης Αυγούστου 1936 (και της άλλης, του 1789 βέβαια) και οι κάπηλοι του Ιωάννη Μεταξά βγήκαν στο μεϊντάνι να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

    Το καθεστώς που προέκυψε από το ανακτορικό πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936 ασφαλώς δεν ήταν ολοκληρωτικό, όπως το χιτλερικό και το σταλινικό. Αλλωστε ολοκληρωτικό χαρακτήρα δεν είχε ούτε καν το φασιστικό κράτος του Μουσολίνι στο απόγειό του, κι ας ήταν αυτός ο ίδιος που είχε επινοήσει τον όρο stato totalitario. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν μια συντηρητική δικτατορία του Βασιλέως Γεωργίου Β’. Η πολιτική διαχείρισή της είχε ανατεθεί στον παλαιόθεν αντικοινοβουλευτικό Μεταξά. Εναν στρατιωτικό ο οποίος, διαθέτοντας ως υπόβαθρο την παιδεία των μορφωμένων και ανοικτών στην Εσπερία Ελλήνων του μεταιχμίου του 19ου προς τον 20ό αιώνα ήταν προικισμένος με τον ρεαλισμό του επιτελικού αξιωματικού που τον είχε στερεώσει μέσα του η οδυνηρή επαλήθευση των αρνητικών εκτιμήσεών του για την τύχη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ακόμα, διέθετε οξύνοια πολιτική η οποία κατεφάνη το 1934 -και ενώ ακόμα τα σύννεφα του πολέμου δεν είχαν πυκνώσει πάνω από την Ευρώπη- με τη διατύπωση, από αυτόν τον δεδηλωμένο γερμανόφιλο, του δόγματος ότι η περιβαλλόμενη από θάλασσα και με χιλιάδες νησιά μεσογειακή Ελλάδα δεν θα ερχόταν σε αντίθεση με την τότε θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία. Μάλιστα έχοντας επίγνωση της σταθερά μικρής (περί το 3%) εκλογικής δύναμης του κομματιδίου του, των Ελευθεροφρόνων, κατάφερε, δύο χρόνια πριν από την διά της ψήφου της Βουλής ανάληψη της πρωθυπουργίας, να αναδειχθεί σε σημαντικό και πολιτικά υπολογίσιμο πλέον πόλο της πασχούσης από κρίση ηγεσίας Δεξιάς, ανοίγοντας σκληρό αρθρογραφικό πόλεμο από τις στήλες της «Καθημερινής» με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, για τις ευθύνες του στον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος του απαντούσε από τις σελίδες του «Ελευθέρου Βήματος».

    Η συντηρητική δικτατορία του Γεωργίου Β’

    Ωστε λοιπόν ο Μεταξάς δεν ήταν ένας εξωθεσμικής προέλευσης δικτάτωρ, ούτε βεβαίως προερχόταν από έναν χώρο του τύπου της με έντονες κοινωνικές αναφορές γαλλικής επαναστατικής Δεξιάς, αν και παρά τις σπουδές του στη Γερμανία, φαίνεται πως η καλλιέργειά του ήταν περισσότερο γαλλική, αφού αν κανείς διατρέξει τον κατάλογο της βιβλιοθήκης του διαπιστώνει ότι τα γαλλικά βιβλία υπερτερούν σε αριθμό σαφώς των γερμανικών. Ηταν ένας συντηρητικός αντικοινοβουλευτικός ηγετικός παράγων προερχόμενος από τα σπλάχνα του αστικού καθεστώτος ο οποίος, καθώς μεταφορικά διψούσε -όπως ο ίδιος είχε γράψει παλαιότερα- για να πιει «ολίγον αίμα κοινοβουλευτικόν», ανέλαβε αυτός να καταστείλει το δυναμικά τότε αναπτυσσόμενο κομμουνιστικό κίνημα, στην αρχή υπό κοινοβουλευτικό καθεστώς με την αξιοποίηση του βενιζελικού ιδιωνύμου, και στη συνέχεια με το ανοιχτά αυταρχικό κράτος του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου το οποίο διέθετε, πριν καν ακόμα επιβληθεί, την υποστήριξη των μεγάλων τότε συγκροτημάτων του αστικού Τύπου. Βέβαια ως πραγματιστής πολιτικός περιόριζε τον αντικομμουνισμό του στο εσωτερικό της χώρας και δεν δίσταζε να καλύπτει πολιτικά και διπλωματικά, έναντι των αιτιάσεων του διεθνούς φασιστικού στρατοπέδου, εκείνους τους Ελληνες εφοπλιστές που τα καράβια τους μετέφεραν όπλα από την Σοβιετική Ενωση στους Δημοκρατικούς της Ισπανίας σπάζοντας το εμπάργκο.

    Ο Μεταξάς γνώριζε πόσο επισφαλής σε σχέση με τις βουλές του ανθρώπου των Αγγλων, του Γεωργίου Β’, ήταν η θέση του ως πρωθυπουργού και αυτό καταφαίνεται σε αποκαλυπτικές εγγραφές στο «Προσωπικό του ημερολόγιο». Βεβαίως, προσπαθούσε να δημιουργήσει δικά του πολιτικά ερείσματα με τις συνεχείς του περιοδείες και τις δεκάδες δημόσιες ομιλίες του, γνωρίζοντας μέχρι πού μπορούσε να παίξει τα χαρτιά του.

    Φασίζοντα στοιχεία

    Από το αυταρχικό καθεστώς των Γεωργίου Β’ και Μεταξά δεν έλειπαν τα φασίζοντα στοιχεία. Αλλωστε τότε ακόμα, ο φασισμός και ο ναζισμός δεν είχαν ηττηθεί πολιτικά και στρατιωτικά και διατηρούσαν την αίγλη τους. Μάλιστα στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ερωτοτροπία με τον φασισμό δεν ήταν προνόμιο παραγόντων της Δεξιάς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του βενιζελογενούς στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα ο οποίος, πριν από την 4η Αυγούστου, δεν απέκρυπτε, αλλά ομολογούσε δημόσια την επιθυμία επιλογής δικτατορικών συνταγών για την αντιμετώπιση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης που μάστιζε την αποδυναμωμένη από ποικίλους κινηματίες Δημοκρατία του 1924. Αν και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν είχε αποτολμήσει τη συγκρότηση μονοκομματικού κράτους (εγχείρημα μάλλον απαγορευμένο γιατί θα είχε ως επακόλουθο, εκ των πραγμάτων, και την αποδυνάμωση της κυριάρχου μετά την παλινόρθωση βασιλικής εξουσίας), εν τούτοις είχε σχηματισθεί η Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας με βασιλικό της αντίβαρο το υπό την εποπτεία του Διαδόχου Παύλου Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. Στολές, λιλιά, παράτες και φασιστικοί χαιρετισμοί μικρών παιδιών που πολλά από αυτά στην Κατοχή άλλαξαν την τεντωμένη παλάμη με τη γροθιά καθώς είχαν περάσει, ωθούμενα από το αιματηρό ρεύμα των καιρών, από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ. Αυτά όμως στην επιφάνεια. Στο βάθος, το καθεστώς, ως μονάδα του διεθνούς συστήματος, ήταν ένας κρίκος στο γεωπολιτικό σύμπλεγμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, εν μέρει αδύναμος όσο ζούσε ο Μεταξάς και προσπαθούσε να ασκήσει μια πολιτική με επίφαση σχετικής ουδετερότητας, αλλά απολύτως δεδομένος μετά τον θάνατό του στις 28 Ιανουαρίου 1941.

    Τρεις αποκαλυπτικές εγγραφές στο «Τετράδιο σκέψεων»

    Στις 2 Ιανουαρίου, ο Μεταξάς, 22 ημέρες πριν πεθάνει, καταχωρίζει στο «Τετράδιο σκέψεών» του σε γλώσσα απλή, ζωντανή, τρεις διαδοχικές εγγραφές. Δύο λακωνικές, όπως οι αντίστοιχες του «Ημερολογίου» του και μία ασυνήθιστα (για τα χρόνια της πρωθυπουργίας του) εκτεταμένη.

    Στην πρώτη, γράφει: «Μόνον ο κίνδυνος, ο μεγάλος, ο βαθύς, ο τρομερός, ανοίγει τα μάτια διάπλατα στην αλήθεια.» Η εγγραφή αυτή είναι προανάκρουσμα των όσων θα ακολουθήσουν.

    Στην επόμενη, της ίδιας πάντα ημέρας, δίνει ξεκάθαρη την εικόνα που, μέσα από τις πολιτικές και στρατιωτικές δοκιμασίες του Επους του ’40, έχει σχηματίσει για τους Αγγλους. Δεν τους χαρίζεται. Σημειώνει: «Οι Αγγλοι εμείνανε μόνοι στον αγώνα, ύστερα από το πέσιμο της Γαλλίας. Και έφθασαν δύο δάχτυλα από τον γκρεμνό. Και μόνο έτσι έγιναν καθαροί οι σκοποί τους. Μόνον έτσι έφυγεν η σκουριά από το μέταλλο που ήταν καμωμένοι.» Υπαινίσσεται εδώ το πείσμα και τη σκληρή αποφασιστικότητα της υπό τον Τσώρτσιλ ιθυνούσης βρετανικής τάξεως να μην αποδεχθεί διαπραγματεύσεις με την θριαμβεύουσα τότε Γερμανία, αλλά να την πολεμήσει μέχρι τέλους και να μην της επιτρέψει ποτέ να γίνει μεγάλη δύναμη πρώτης γραμμής, έστω και αν διαφαινόταν, ως συνεπακόλουθη η καταστροφή της Αυτοκρατορίας. Αυτά γράφει για τους Αγγλους ο Μεταξάς, ενώ ο ίδιος ως πρωθυπουργός υφίσταται τις ημέρες εκείνες αφόρητες πιέσεις να αποδεχθεί μια περιορισμένη ενίσχυση των μικρών εν Ελλάδι βρετανικών δυνάμεων. Και τούτο γιατί οι Βρετανοί -παρότι δεν τους περίσσευαν άνδρες και υλικό από το θέατρο πολέμου της Βορείου Αφρικής- ήθελαν να δείξουν στην ουδέτερη και αντικείμενο προσεταιρισμού Τουρκία, αλλά πρωτίστως και κυρίως στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και ειδικότερα στο αμερικανικό Κογκρέσο, πως ενώ έχουν μείνει να πολεμούν μόνοι εναντίον του Αξονος, δεν εγκαταλείπουν τη μόνη μη καταλειφθείσα ακόμη εμπόλεμη ευρωπαϊκή χώρα τιμώντας τον ρόλο της Βρετανίας ως ηγέτιδος, που βεβαίως είχε ανάγκη την πολλαπλή υποστήριξη των μη εμπολέμων τότε Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Μεταξάς όμως επέμενε σε ισχυρή και επαρκή βρετανική παρουσία, καθώς ήταν σίγουρος πως δεν θα αργούσε η αναμενόμενη επέκταση του πολέμου στα Βαλκάνια και η προσβολή της Ελλάδας από τις γερμανικές δυνάμεις, ενώ η μικρή περαιτέρω ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα θα ήταν δώρον άδωρον και απλώς θα επέσπευδε την ανάληψη γερμανικής πολεμικής πρωτοβουλίας. Στις 18 Ιανουαρίου προβαίνει στην τελευταία διπλωματική του προσπάθεια. Επιδίδεται διακοίνωσή του προς την βρετανική κυβέρνηση στην οποία εισαγωγικά αναφέρεται: «Είμεθα αποφασισμένοι να αντιμετωπίσωμεν καθ’ οιονδήποτε τρόπον και με οιασδήποτε θυσίας ενδεχομένην γερμανικήν επίθεσιν, αλλ’ ουδόλως επιθυμούμεν να την προκαλέσωμεν, εκτός εάν η Μεγάλη Βρετανία θα ηδύνατο να μας παράσχει εις Μακεδονίαν την απαιτουμένην βοήθειαν. […].»

    Κατήγορος

    Ο πόλεμος της Ιταλίας κατά της χώρας του και η στάση της Γερμανίας οδήγησαν τον ιδεολογικό «συνοδοιπόρο» των αντικομμουνιστικών δικτατοριών του Μεσοπολέμου Μεταξά να μετατραπεί σε κατήγορο του φασισμού και του ναζισμού και των ηγετών τους Μουσολίνι και Χίτλερ, χωρίς να αρνείται τη συγγένεια των καθεστώτων τους με το δικό του. Με ανοιχτά «τα μάτια διάπλατα στην αλήθεια» πλέον, εκείνη την Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 1941, του τελευταίου μήνα της ζωής του, και ενώ ήδη «από την φορά της Ιστορίας» έχει κερδίσει την δόξα, γράφει, μεταξύ άλλων: « […] Στο ζήτημα της Ελλάδος, αποδείχτηκε η ψευτιά και των δύο. Πρώτα φυσικά του Μουσολίνι. Και δεύτερα του άλλου.» Ιδιαίτερα κατηγορεί τον Χίτλερ ότι ξεπούλησε «την Ελλάδα στην Ιταλία σαν να ήταν άψυχο αντικείμενο και χωρίς αξία μάλιστα».

    Και προσθέτει ο Μεταξάς με την κατακλείδα της τελευταίας προ του θανάτου του εγγραφής του στο «Τετράδιο σκέψεων»: «Μια φορά είναι όχι μόνον μωρός αλλά και κακόπιστος ο Ελληνας που πιστεύει ακόμα τώρα πλέον, με αυτά που βλέπουμε γύρω μας, σε ιδεολογίες του Χίτλερ και πολύ περισσότερο του Μουσολίνι. Είναι μεγάλοι άνθρωποι, αλλά χαμηλοί, πολύ χαμηλοί. Ούτε σε γερμανικές ιδεολογίες και ρωμαντισμούς. Ιταλικές δεν υπάρχουν.»

    Μ’ αυτόν τον αφοριστικό λόγο ο Μεταξάς ξεκαθαρίζει -χωρίς καν την εμπειρία της βάρβαρης Κατοχής και του Ολοκαυτώματος- το πεδίο. Για τους Ελληνες ο φασισμός και ο ναζισμός είναι μωρία. Και δεν πρόκειται περί πολιτικής προπαγάνδας καθώς τα κείμενα αυτά δεν δημοσιεύονταν αλλά προορίζονταν για μεταθανάτια έκδοση.

    Ας το έχουν αυτό υπόψη τους όσοι ακούνε σήμερα τα τάγματα εφόδου των εν Ελλάδι νεοναζί να τιμούν τάχα τον Μεταξά καπηλευόμενοι τη δόξα του.

    kathimerini.gr | Η 4η Αυγούστου, ο Μεταξάς και οι νέοι κάπηλοί του.

  6. Όσον αφορά το ρόλο του Μεταξά ως άνθρωπο των Γερμανών στο μοναρχικό περιβάλλον, ο ιστορικός Νίκος Πετσάλης Διομήδης, που θεωρείται ως ο κορυφαίος μελετητής της δεκαετίας του ’10, ανάφερε:

    «Ο ρόλος του Μεταξά στη δεκαετία αυτή (1910-1920) και κυρίως μέχρι την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου στα μέσα του 1917, είναι ολέθριος. Θα έλεγα ολεθριώτερος εκείνου του 1936, που ουσιαστικά ήταν απόρροια του Διχασμού και των όσων είχαν προηγηθεί. Ο Μεταξάς υπήρξε μια πολύ σημαντική πολιτική φυσιογνωμία, αλλά ο ρόλος του εκείνη την εποχή είναι ολέθριος. Από καινούργια στοιχεία που έχουν βρεθεί στα γερμανικά αρχεία, αλλά και σε ανέκδοτα προσωπικά ημερολόγια, ο ρόλος που είχε ο Μεταξάς την περίοδο του Διχασμού ήταν αποφασιστικός γιατί με τον Γ. Στρέιτ και τη Σοφία ποδηγετούσαν τον Κωνσταντίνο και βρισκόταν σε διαρκή επαφή με το Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο και τον Βούλγαρο στρατιωτικό ακόλουθο. Σ’ όλους αυτούς έδινε ότι πληροφορία ήταν χρήσιμη για να διατηρηθεί η ουδετερότητα. Υπήρξαν φορές -στα μέσα του ’16- που ανοιχτά ο Μεταξάς έκανε έκκληση στο Γερμανό ακόλουθο ζητώντας του να επιτεθεί η Γερμανία κατά της Ελλάδας. Ακόμα και να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη».

    Εισήγηση του Ν. Πετσάλη-Διομήδη στο σεμινάριο ιστορίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του δ. Κηφισιάς (30-10-2012)με τίτλο

  7. Π on

    Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους

    «Εάν δε εις αιώνας αιώνων υπάρξουν Έλληνες δια να το λησμονήσουν, το έθνος των θα είναι ανάξιον ελευθερίας…»

    ΦΩΤΟ: Ο Κωνσταντίνος με τον Μεταξά δίπλα του τις ώρες του θριάμβου στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τρία χρόνια μετά οι ίδιοι θα είναι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί του εθνικού αίσχους

    Ποιο είναι αυτό το τρομερό που τόσο φοβάται ο ιστορικός της δεκαετίας του 1910-1920 Γ. Βεντήρης; Λησμονημένο μεν είναι, έναν ακριβώς αιώνα μετά, αν και δεν συνεπάγεται ό,τι πρόβλεπε ο συγγραφέας. Προσφέρεται, όμως, για ποικίλους αναστοχασμούς. Πρόκειται για «μηχανορραφίες, ραδιουργία ή προδοσία, το Ρούπελ», που θα μείνει «αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού», όπως είναι ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα. Το οχυρό, που δοξάστηκε για την ηρωική αντίσταση κατά την εισβολή των Γερμανών (Απρίλιος 1941), μια εικοσιπενταετία νωρίτερα (Μάιος 1916) είχε τη θέση συμβόλου με το ακριβώς αντίθετο πρόσημα.

    Με την παράδοσή του αμαχητί στους Γερμανοβουλγάρους ήταν το πιο χαρακτηριστικό τεκμήριο εθνικής μειοδοσίας. Ακριβώς εκείνων οι οποίοι πριν και μετά φορούσαν τη μάσκα της εθνικοφροσύνης. Δράστης της παράδοσης εθνικού εδάφους, το οποίο μόλις κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους είχε ανακτηθεί, το βασιλικό καθεστώς των Γλίξμπουργκ. Πρώτος, μεταξύ των ίσων πρωτεργατών της προδοσίας, ο κατοπινός δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς.

    Το κωμικοτραγικό είναι ότι μπορούν στις μέρες μας οι μεν φυσικοί απόγονοι της δυναστείας, όπως ο τέως Κωνσταντίνος, να εμφανίζονται υπερήφανοι για την προσφορά της δυναστείας στον τόπο, οι δε «ιδεολογικοί» κληρονόμοι του Μεταξά, όπως οι χρυσαυγίτες, ν΄ ανεμίζουν υπερπατριωτικά λάβαρα με το πορτρέτο του.

    Μελανή σελίδα

    Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για το οχυρό Ρούπελ. Αλλά και για την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους λίγες μέρες αργότερα. Με κορυφαία σύμβολα ακόμη ενός μεγαλύτερου εθνικού αίσχους: την παράδοση της Καβάλας και ενός ολόκληρου σώματος ελληνικού στρατού (Αύγουστος 1916).

    ΦΩΤΟ: Βούλγαρος ποζάρει δίπλα σε ελληνικό πυροβόλο στην Αν. Μακεδονία, που παρέδωσε αμαχητί το βασιλικό καθεστώς της Αθήνας

    Το Δ’ Σώμα (είχε έδρα την Καβάλα) και οι περισσότεροι από τους 7.000 περίπου αξιωματικούς και στρατιώτες θα παραδοθούν στους Γερμανοβουλγάρους. Θα μεταφερθούν αιχμάλωτοι σιδηροδρομικώς (2-14 Σεπτεμβρίου) σε γερμανικό στρατόπεδο στο Γκέρλιτς (στα γερμανοπολωνικά σύνορα). Οσοι δεν άφησαν εκεί τα κόκαλά τους θα επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου!

    Η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού (1916-17 ) έχει πολλές λευκές σελίδες, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει ένας αιώνας. Ισως γιατί είναι η μελανότερη, με οποιαδήποτε κριτήρια, περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας. Ακόμη και η μεγαλύτερη μέχρι τότε σύρραξη, όπως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, φαντάζει στην επίσημη νεοελληνική ιστορία σαν να συγκροτείται απλώς από ένα άθροισμα φάσεων του εμφύλιου σπαραγμού…

    Το Ρούπελ και η Καβάλα, που δίνουν την αφορμή για το Κίνημα Εθνικής Αμύνης (Αύγουστος 1916) και την ανακήρυξη του κράτους της Θεσσαλονίκης (Σεπτέμβριος 1916), στοιχειοθετούν την πιο κραυγαλέα εθνική προδοσία στα νεοελληνικά χρονικά.

    Ούτε διασκεδάζονται με τις βάσιμες κατηγορίες, από την αντίπερα όχθη, ότι η ηγεσία των βενιζελικών ενεργούσε ως όργανο της Αντάντ. Είτε πως ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε προτείνει παλιότερα (Ιανουάριος 1915) την παραχώρηση μέρους της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους, έναντι άλλων εδαφικών ανταλλαγμάτων και της εισδοχής τους στον πόλεμο με την Αντάντ (αγγλο-γαλλο-ρωσική συμμαχία).

    ΦΩΤΟ: Τα ελληνικά στρατεύματα αποχωρούν από την Αν. Μακεδονία, για να την καταλάβουν ανενόχλητοι οι Βούλγαροι

    Το «έθνος κατήντησεν περίγελως και σκύβαλον των Βουλγάρων», σύμφωνα με εύστοχη έκφραση της εποχής. Αν και ολόκληρη η αλήθεια είναι πως το ίδιο μπορούσε να ειπωθεί όχι μόνο για τους Γερμανοβουλγάρους, αλλά και τους Αγγλογάλλους. Κλωτσοσκούφι ήταν η Ελλάδα, μ΄ έναν πληθυσμό που στέναζε και λιμοκτονούσε.

    Η διαταγή του ελληνικού επιτελείου
    «Παραδοθήσεται άνευ αντιστάσεως»

    Για στρατηγικούς λόγους στη στενωπό του Ρούπελ και την ευρύτερη περιοχή, ανάμεσα στα βουνά Aγκιστρο και Μπέλες (στη βόρεια έξοδό του βρίσκεται η ελληνοβουλγαρική μεθόριος), κατασκευάστηκαν ισχυρά οχυρωματικά έργα (θα συμπληρωθούν και επεκταθούν το 1935-36). Oποιος κατείχε την περιοχή μπορούσε να προχωρήσει νότια ή βόρεια. Στους Βαλκανικούς Πολέμους (Ιούνιος 1913) είχαν δοθεί σκληρές μάχες για να εκδιωχθούν οι Βούλγαροι.

    Τα σύνορα φυλάσσονταν από ελληνικά στρατεύματα και μετά την απόβαση των Αγγλογάλλων στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915). Καθώς, όμως, η Γαλλική Στρατιά Ανατολής, υπό τον στρατηγό Σαράιγ, προπαρασκευαζόταν για επέκταση του βαλκανικού μετώπου, προκειμένου να απασχολήσει δυνάμεις, ώστε να μην ενισχυθεί το δυτικό μέτωπο, όπου κρινόταν ο πόλεμος, οι Γερμανοί αποφάσισαν να καταλάβουν το Ρούπελ. Έχοντας, μάλιστα, προαναγγείλει την κατάληψη στην Αθήνα. Μόνο τη μέρα και την ώρα δεν όριζαν. Η βασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη απλώς «σημείωνε» την προειδοποίηση, σαν έτοιμη από καιρό να σηκώσει τα χέρια ψηλά.

    ΦΩΤΟ: Άνδρες του Δ’ Σώματος στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, όπου θα παραμείνουν έως το τέλος του πολέμου

    Έτσι, το πρωί της 13ης (26 με το νέο ημερολόγιο) Μαΐου ο διοικητής του οχυρού ταγματάρχης Μαυρουδής ειδοποιήθηκε ότι γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις είχαν εισέλθει στο ελληνικό έδαφος και προχωρούσαν προς το Ρούπελ. Το μεσημέρι δύο συντάγματα βρέθηκαν μπροστά στο οχυρό. Η φρουρά (ανήκε στην 6η Μεραρχία Σερρών) άρχισε να εκτελεί τη διαταγή που είχε από τις 9 Μαΐου. Καθήκον της ήταν ν΄ αντισταθεί «εναντίον οιουδήποτε, όστις θα επεχείρει να καταλάβη φρούριον».

    Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν

    Αυτή η τελευταία διαταγή αναιρούσε προηγούμενη της 9ης Μαρτίου, η οποία καλούσε «να μην αντιτάξουν αντίστασιν εν περιπτώσει εισβολής Γερμανικών στρατευμάτων ή Βουλγαρογερμανικών ή Βουλγαρικών μεν στρατευμάτων, διοικουμένων όμως υπό Γερμανών αξιωματικών».

    Άρχισαν, λοιπόν, οι ελληνικές δυνάμεις να βάλλουν με τα πυροβόλα του οχυρού εναντίον των εισβολέων. Ο Γερμανός επικεφαλής των εισβολέων αιφνιδιάστηκε, καθώς ανέμενε φιλική υποδοχή. Διαμήνυσε στον Eλληνα φρούραρχο ότι θα καταλάμβανε οπωσδήποτε το Ρούπελ και τον καλούσε να το εκκενώσει τη νύχτα. Ο Μαυρουδής κοινοποίησε τις αξιώσεις για παράδοση στους ανωτέρους του, οι οποίοι ζήτησαν τηλεγραφικώς εντολές από την Αθήνα. Η απάντηση έφθασε στο Ρούπελ το βράδυ: «…Ρούπελ παραδοθήσεται εις Βουλγάρους…».

    Προφανώς η προηγούμενη διαταγή ήταν στο πνεύμα… να ρίξουμε μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων! Το «παραδοθήσεται» θα γίνει αργότερα αντικείμενο λεπτομερούς δικαστικής και ιστορικής έρευνας. Το αποφάσισαν ο πρωθυπουργός Σκουλούδης, ο υπουργός Στρατιωτικών Γιαννακίτσας, ο τότε αναπληρωτής του επιτελάρχη και κατοπινός δικτάτορας Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Κωνσταντίνου.

    ΦΩΤΟ: Διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη μετά την παράδοση του Ρούπελ. Η παραχώρηση εθνικών εδαφών συγκλονίζει και ενεργοποιεί τα εθνικά αντανακλαστικά

    Ο ελληνικός στρατός παρέδωσε αμαχητί το Ρούπελ και το πολεμικό υλικό. Η κυβέρνηση της Αθήνας διαμαρτυρήθηκε τυπικά στο Βερολίνο. Δικαιολόγησε τη στάση της προς τις κυβερνήσεις της Αντάντ δηλώνοντας ότι ήθελε «να αποφύγη πάσαν αφορμήν συγκρούσεως ήτις θα είχεν ως αποτέλεσμα την έξοδον της Ελλάδος εκ της ουδετερότητος».

    Μετά την παράδοση του Ρούπελ ο βουλγαρικός στρατός συνέχισε και κατέλαβε τον σιδηροδρομικό σταθμό Σιδηροκάστρου κι έτσι άρχιζε η κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας. Θα ολοκληρωθεί τις επόμενες βδομάδες χωρίς να προβληθεί αντίσταση.

    ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΟΥ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΟΧΥΡΟΥ
    Παιδαριώδεις δικαιολογίες του κατοπινού δικτάτορα

    Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ο ουσιαστικός επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου την περίοδο της γερμανόφιλης «ουδετερότητας» της Ελλάδας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Ως υπαρχηγός του επιτελάρχη στρατηγού Δούσμανη, αλλά και έμπιστος των εμπίστων του βασιλιά Κωνσταντίνου, είχε τις ιδέες, τη σύνταξη και την έκδοση των στρατιωτικοπολιτικών αποφάσεων.

    Διά χειρός του παραδόθηκε το Ρούπελ, δεν προβλήθηκε αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και παραδόθηκε η Καβάλα.

    Στη «δίκη του Επιτελείου», που έγινε αργότερα (τέλη 1916 – αρχές 1917) κρίθηκε ένοχος, μαζί με τον επιτελάρχη Δούσμανη, για την «εισβολή ξένων στρατευμάτων» (παράδοση Ρούπελ).

    Επιπλέον, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο «διότι κατά τα επιστρατικά (την οργάνωση και δράση των συμμοριών των Επιστράτων) συνέβησαν και ανθρωποκτονίαι».

    Αντάλλασσε άρθρα με τον Βενιζέλο. Για την εισβολή στη Μακεδονία και την «παράδοση πόλεων» δεν τιμωρήθηκε.

    Επειδή, εκτός των άλλων, είχε απομακρυνθεί από το Επιτελείο, κατ΄ απαίτηση των Αγγλογάλλων, που αντέδρασαν μετά το Ρούπελ επιβάλλοντας την απομάκρυνση της κυβέρνησης Σκουλούδη (τον διαδέχτηκε ο Ζαΐμης).

    Όπως ο ίδιος, όμως, ομολογεί, εξακολουθούσε ακόμη να προσφέρει τις υπηρεσίες του εκεί. Παραδέχεται χρόνια αργότερα, όταν ανταλλάσσει δια του Τύπου άρθρα με τον Ελ. Βενιζέλο για τον Εθνικό Διχασμό, ότι αυτός ήταν ο συντάκτης των διαταγών που οδήγησαν στην παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας και Καβάλας. Μόνο που προβάλλει μια αστεία εκδοχή.

    Γράφει, λοιπόν (τέλη του 1934), ότι σχετικά με την Καβάλα συνέταξε την εξής απόφαση, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του διοικητή του Δ’ Σώματος Στρατού Χατζόπουλου: «Ουδέν οχυρόν συνόρων θέλετε παραδώσει εις ουδένα, άνευ ειδικής ημών διαταγής, την οποίαν θέλετε προκαλέσει μόνον όταν παρουσιασθή το ζήτημα. ΕΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ ΒΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΘΑ ΑΝΤΙΤΑΞΕΤΕ ΒΙΑΝ».

    Από τη διαταγή, όμως, που στάλθηκε, διαγράφτηκε, υποτίθεται, η τελευταία φράση, που είχε γράψει ο ίδιος με κεφαλαία γράμματα! Τέτοιο σχέδιο διαταγής δεν βρέθηκε πουθενά. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος κατείχε αντίγραφο (ουδέποτε το παρουσίασε).

    Φανατικός γερμανόφιλος

    Όσο για το Ρούπελ ο Μεταξάς, επικαλούμενος διάφορα αλληλοαναιρούμενα, υποστηρίζει μια επίσης αλλοπρόσαλλη θέση. Αφού πρώτα το υποβιβάζει ως πρόχειρο οχυρό, προορισμένο να κρατήσει μερικές ώρες!

    Σύμφωνα με τον Μεταξά, το Ρούπελ ήταν μια παγίδα του Βενιζέλου και των Αγγλογάλλων! Για ν΄ αναγκαστεί η κυβέρνηση της Αθήνας να πολεμήσει κι έτσι να εγκαταλείψει την «ουδετερότητα»! Κάπως έτσι, μαζί με άλλα πολλά η παραχώρηση εθνικών εδαφών παρουσιάζεται και ως «πατριωτική στάση».

    Παιδαριώδης, άλλωστε, είναι και η γενικότερη εκτίμηση του «ιδιοφυούς στρατιωτικού και πολιτικού» Μεταξά για τη στάση του Βενιζέλου: «Κύριος σκοπός του (Βενιζέλου) δεν ήτο η επιτυχία της αγγλογαλλικής εκστρατείας εν Μακεδονία, αλλά η δια της εκστρατείας ταύτης κατάληψις υπ’ αυτού της εξουσίας και εκδίωξις του Βασιλέως…»

    Ο κατοπινός δικτάτορας ήταν βέβαιος για την τελική νίκη των γερμανο-αυστρο-ουγγρικών δυνάμεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, την περίοδο της παράδοσης του Ρούπελ και της Ανατολικής Μακεδονίας, όταν η αλληλοσφαγή Γάλλων και Γερμανών στο Βερντέν (Φεβρουάριος – Δεκέμβριος 1916) φαινόταν να έκλεινε προς την πλευρά των τελευταίων. Ετσι πλειοδοτούσαν με πάθος και φανατισμό σε γερμανοφιλία.

    Η κατάθεση του Ν. Πολίτη

    «Η υπό των Βουλγάρων κατάληψις της διόδου και του οχυρού Ρούπελ εγένετο εκ προηγουμένης κοινής συνεννοήσεως της τότε κυβερνήσεως μετά των Γερμανοβουλγάρων. Τα υπάρχοντα έγγραφα αποδεικνύουν την υπό του τότε πρωθυπουργού παιζομένην κωμωδίαν. Ως προς τους λόγους της καταλήψεως ήσαν ούτοι στρατιωτικοί και πολιτικοί. Ο σκοπός ήταν να διευκολυνθεί η κάθοδος των Γερμανοβουλγάρων εις την Θεσσαλονίκην. Η κατάληψις του Ρούπελ έτεινε στρατιωτικώς και πολιτικώς εις τον σκοπόν αυτόν…» (Κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Ν. Πολίτη στις ανακρίσεις του 1918 για την παράδοση του Ρούπελ).

    Τ. Κατσιμάρδος
    katsimar@yahoo.gr

    Πηγή: ethnos.gr

  8. «Θα μας συγχωρήση ο Θεός το [δύο λέξεις σβησμένες] 1915; Φταίμε όλοι: Και ο Βενιζέλος ακόμα! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!».

    [Ιωάννης Μεταξάς, Ημερολόγιο (5 Ιανουαρίου 1941), τόμ. Γ΄, Εκδόσεις Ικαρος, 1964]

  9. https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH252/Metaxas.pdf

    Σπυρίδων Γ. Πλουµίδης*
    Το καθεστώς Μεταξά (1936-1940)

    Το δικτατορικό καθεστώς που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου 1936 ήταν απόρροια και
    συνάρτηση πολλαπλών παραγόντων που «ωρίµασαν» στη διάρκεια του ελληνικού 20ού
    αιώνα. Ο αντικοινοβουλευτικός χαρακτήρας του δεν ήταν καινοφανής ούτε αποκλειστική
    επιλογή του «Αρχηγού» τού καθεστώτος· οι εκτροπές από τη κοινοβουλευτική νοµιµότητα
    είχαν ξεκινήσει στις απαρχές του αιώνα. Το κίνηµα του Στρατιωτικού Συνδέσµου στο Γουδί
    το 1909 εγκαινίασε µια µακρά διαδικασία επεµβάσεων του στρατού στην ελληνική πολιτική.
    Η αυτονοµηµένη στρατιωτική εξουσία, ένα δοµικό ποιοτικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου
    κράτους,
    1
    προέβη σε µια σειρά από (επιτυχή και αποτυχηµένα) στρατιωτικά πραξικοπήµατα
    (1922, 1923, 1925, 1933, δις το 1935), τα οποία υπονόµευσαν και διέβρωσαν τη
    συνταγµατική και τη δηµοκρατική νοµιµότητα. Η εκλογική αποχή ήταν στον ύστερο
    Μεσοπόλεµο παγιωµένη τακτική της ελληνικής πολιτικής και ο Εθνικός ∆ιχασµός είχε
    πολώσει την αστική τάξη σε δύο αντιµαχόµενα στρατόπεδα. Η αυτονόµηση του κράτους από
    την κοινωνία και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος των άλλων κοινωνικών
    εξουσιών –µε κύριο µοχλό την επιβολή «καταστάσεως πολιορκίας»−, η οποία ξεκίνησε την
    περίοδο της Β´ Ελληνικής ∆ηµοκρατίας, νόθευσε τον συνταγµατικό φιλελευθερισµό και
    διευκόλυνε την επιβολή ενός συγκεντρωτικού καθεστώτος.
    2 Οι εθνικοί πόλεµοι (1912-22), η
    αποκατάσταση των προσφύγων (1922-30) και η δηµιουργία µιας πλατιάς αγροτικής τάξης
    µικροϊδιοκτητών ενδυνάµωσαν τον ρόλο του στρατού και του κράτους.
    Η δικτατορία Μεταξά δεν ήταν όµως αποτέλεσµα µιας µιλιταριστικής αποκρυστάλλωσης
    ή επιβολής της τεµαχικής εξουσίας της αυτονοµηµένης «στρατιωτικής τάξης».
    3 Οι δύο
    στρατιωτικές δικτατορίες που προηγήθηκαν του τεταρταυγουστιανού καθεστώτος ήταν
    βραχύβιες: η δικτατορία Πλαστήρα (1922-23) παρέδωσε οικειοθελώς την εξουσία στην
    εκλεγµένη κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας έτσι τον προσωρινό χαρακτήρα της, ενώ η δικτατορία
    Πάγκαλου (1925-26) είχε κοινοβουλευτικό µανδύα. Αντίθετα, η δικτατορία Μεταξά
    φιλοδοξούσε να έχει µόνιµο χαρακτήρα. Στην πρώτη του συνάντηση µε τον Βρετανό
    πρεσβευτή σερ Σίντνεϋ Ουότερλοου µετά την 4η Αυγούστου 1936 ο βασιλιάς Γεώργιος Β´

    * Λέκτορας, Τµήµα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήµιο Αθηνών.
    1
    Michael Mann, Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας, τόµ. Β´ (Η ανάπτυξη των τάξεων και των εθνών-κρατών,
    1760-1914), µετ. Αλέξανδρος Κιούπκιολης (Αθήνα: Πόλις, 2009), σσ. 509-510, 556.
    2 Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσµοί σε κρίση (1922-1974). Όψεις της ελληνικής εµπειρίας, µετ. Βενετία
    Σταυροπούλου (Αθήνα: Θεµέλιο, 1983), σσ. 22, 39, 56.
    3 Πρβλ. M. Mann, ό.π., σ. 558.
    2
    τον διαβεβαίωσε ότι η δικτατορία ήταν µια «τεχνική παρανοµία», την οποία προτίθετο να
    τερµατίσει αµέσως µόλις το επέτρεπαν οι εσωτερικές συνθήκες4
    . Όπως σηµείωσε ο
    Ουότελοου τον Φεβρουάριο του 1938, η αρχική ανεκτική στάση του πολιτικού κόσµου
    απέναντι στην «µεταβολή» της 4η Αυγούστου οφειλόταν στην πεποίθηση πως ο βασιλιάς δεν
    θα επέτρεπε στον Μεταξά «να ξεφύγει πολύ ούτε να παραµείνει για πολύ»
    5
    . Άλλωστε, στην
    εισηγητική του έκθεση προς τον βασιλιά Γεώργιο για τη διάλυση της Βουλής (4 Αυγούστου
    1936), ο Μεταξάς αναφερόταν ρητά στη µελλοντική προοπτική προσδιορισµού «του χρόνου
    ενεργείας νέων εκλογών» («όταν η οριστική κατασφάλισις του κοινωνικού καθεστώτος θα
    επιτρέψη την άρσιν τού προς τον σκοπόν τούτον επιβληθέντος Στρατιωτικού Νόµου»).6 Ο
    ίδιος ο Μεταξάς διέλυσε σύντοµα αυτές τις αυταπάτες. Σε λόγο του κατά την ΙΑ´ ∆ιεθνή
    Έκθεση Θεσσαλονίκης (6 Σεπτεµβρίου 1936) ξεκαθάρισε ότι η «κολοσσιαία Μεταβολή» της
    4ης Αυγούστου δεν ήταν «µία διαβατική κατάστασις, η οποία πρόκειται να λήξη ακριβώς τον
    Οκτώβριον», αλλά η κυβέρνησή του επρόκειτο να είναι «σταθερά και µόνιµος και δεν
    επηρεάζεται από τας εποχάς του έτους».
    7
    Σε συνέντευξή του στην Ηχώ των Παρισίων
    (L’Écho de Paris) στις 12 Σεπτεµβρίου 1936, ο Μεταξάς δήλωσε ξεκάθαρα ότι «δεν θα
    επανέλθωµεν εις τον κοινοβουλευτισµόν».
    8 Η πρόθεσή του για µονιµότητα του
    αντιδηµοκρατικού καθεστώτος του φαίνεται και στο «σχέδιον Συντάγµατος» το οποίο
    συνέταξε τον ∆εκέµβριο του 1940 (εφόσον το στενογραφηµένο χειρόγραφο είναι γνήσιο) για
    εφαρµογή µετά τον πόλεµο: το «Νοµοθετικόν Σώµα» επρόκειτο να είναι «σύµβουλος» και θα
    αποφαινόταν, όταν ζητούσε τη γνώµη του η κυβέρνηση. Παράλληλα, υπήρχαν οι πρόνοιες
    ότι: «αν απορριφθή ο νόµος από το νοµοθετικόν σώµα, η κυβέρνησις ηµπορεί να τον
    εκδόση»· «ο νόµος [το ∆ηµόσιον ∆ίκαιον των Ελλήνων] ηµπορεί να µεταβληθή και [τα
    ατοµικά δικαιώµατα] συστέλλονται και διαστέλλονται αναλόγως των περιστάσεων».
    9
    Το καθεστώς Μεταξά συνιστούσε κάτι το καινούργιο και όχι απλά µια ευθύγραµµη
    κατάληξη της «εθνικοποίησης» της κοινωνικής ζωής, δηλαδή της κατακόρυφης αύξησης του
    κρατικού ελέγχου επί της οικονοµίας και της κοινωνίας. Η επιβολή της δικτατορίας της 4ης
    Αυγούστου δεν µπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν το ευρωπαϊκό πλαίσιο
    (κυρίως το φασιστικό και το εθνικοσοσιαλιστικό πρότυπο) και δύο ακόµη εσωτερικοί

    4
    Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Παλινόρθωση – ∆ικτατορία – Πόλεµος 1935-1941. Ο βρετανικός παράγοντας στην
    Ελλάδα (Αθήνα: Εστία 1985), σ. 78.
    5
    Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, «Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόµ. ΙΕ´, Αθήναι
    1978, σ. 400.
    6
    Ιωάννης Μεταξάς, Λόγοι και Σκέψεις 1936-1941, τόµ. Α´ (1936-1938) (Αθήναι: Γκοβόστης, 1969), σ. 15.
    7
    Ι. Μεταξάς, Λόγοι και Σκέψεις, ό.π., τόµ. Α´, σ. 28.
    8 Εφ. Καθηµερινή, 18 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 1.
    9 Λουκία Ι. Μεταξά, (επιµ.), Το πολίτευµα του Ιωάννου Μεταξά. Εκ του προσωπικού του αρχείου (Αθήναι: χ.ε.,
    1945), σσ. 7-8.
    3
    παράγοντες: η κρίση της αστικής ηγεµονίας (µετά το 1921) και το πολιτειακό ζήτηµα (το
    δίληµµα µοναρχία ή αβασίλευτη δηµοκρατία), το οποίο στην Ελλάδα ήταν οργανικά
    συνυφασµένο µε τον Εθνικό ∆ιχασµό και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο κίνδυνος
    κοινωνικής ανατροπής έγινε περισσότερο ορατός µετά το πλήγµα που δέχθηκε η χώρα από τη
    διεθνή οικονοµική κρίση (1932) και απέκτησε περισσότερο απτή µορφή, όταν τον Ιανουάριο
    του 1936 το ΚΚΕ έγινε ρυθµιστής των πολιτικών πραγµάτων. Ο αντικοµµουνιστικός όµως
    ζήλος ήταν υπερβάλλων και ασύµµετρος µε την πραγµατική απειλή για το κρατούν
    κοινωνικό καθεστώς. Το αιµατηρό εργατικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του
    1936 χρησιµοποιήθηκε ως πρόσχηµα και συνδυάστηκε µε το αποτακτικό ζήτηµα για να
    πείσει τον Γεώργιο Β´ για την ανάγκη δικτατορικής εκτροπής. Το νόθο δηµοψήφισµα της 3ης
    Νοεµβρίου 1935 δεν παρείχε επαρκές αίσθηµα ασφάλειας (και νοµιµότητας) στον Έλληνα
    βασιλιά. Η διασφάλιση της µόνιµης αποµάκρυνσης (πλην ελαχίστων) των βενιζελικών
    αξιωµατικών από το στράτευµα (χιλίων σε σύνολο περίπου 5.000 αξιωµατικών) ήταν
    εναγώνια προσδοκία του εστεµµένου άρχοντα. Η προσωπικότητα του Μεταξά, ενός
    πολιτικού ηγέτη µε δεδηλωµένες αντικοινοβουλευτικές τάσεις, θεωρήθηκε η καταλληλότερη
    για την εκπλήρωση αυτής της προσδοκίας. Η δικτατορία τερµάτισε τις πολιτικές ζυµώσεις οι
    οποίες θα µπορούσαν δυνητικά να οδηγήσουν στην επαναφορά των αποτάκτων· τυχόν
    αλλοίωση της υφιστάµενης µονολιθικής σύνθεσης του στρατεύµατος θα αποδυνάµωνε τη
    θέση του βασιλιά.
    10 Η ανάγκη επιβίωσης του θρόνου επέτρεψε την επιβολή αυταρχικού
    καθεστώτος, το οποίο όµως εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο από µια «τεχνική παρανοµία».

    Η εσωτερική δοµή και το πολιτικό προσωπικό

    ………………………………………………..

  10. ………………….
    Η εσωτερική δοµή και το πολιτικό προσωπικό
    Την 4η Αυγούστου 1936 ανεστάλη (µε την υπογραφή του βασιλιά) η λειτουργία της Βουλής
    και οκτώ άρθρων του Συντάγµατος (του 1911), που κατοχύρωναν βασικές ατοµικές
    ελευθερίες και πολιτικά δικαιώµατα, και επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόµος. Ο Ιωάννης
    Μεταξάς, ήδη πρωθυπουργός από τον Απρίλιο, χρίσθηκε «Εθνικός Κυβερνήτης» και
    «Αρχηγός» (της Κυβερνήσεως). Ο Μεταξάς, «συγκεντρώσας ολόκληρον την εξουσίαν»
    (όπως ανέφερε επί λέξει στο διάγγελµά του προς τον ελληνικό λαό), κράτησε τα
    χαρτοφυλάκια των Εξωτερικών (µε µόνιµο υφυπουργό τον Νικόλαο Μαυρουδή) και των
    τριών πολεµικών υπουργείων (Στρατιωτικών, Ναυτικών, Αεροπορίας) και ανέλαβε την
    εποπτεία όλων των υφυπουργείων. Ο συγκεντρωτισµός αποτελούσε βασική εξουσιαστική
    πρακτική του Μεταξά και ήταν άµεση συνάρτηση της ισχυρής του προσωπικότητας. Η

    10 Πρβλ. Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, σειρά Β´ (Σύγχρονος Ελλάς), τόµ.
    ∆´ (1932-1936) (Αθήναι: Πάπυρος, 1978), σσ. 331, 334.
    4
    καχυποψία και η αυταρχική συµπεριφορά απέναντι στους συνεργάτες του όσο και η
    ακόρεστη ανάληψη ευθυνών χαρακτήρισαν εξίσου τον «Κυβερνήτη» µέχρι το τέλος του. Τα
    πρόσωπα που στελέχωσαν τα υφυπουργεία και τους κεντρικούς θεσµούς του κρατικού
    µηχανισµού του καθεστώτος προέρχονταν κατά πλειοψηφία από το αντιβενιζελικό
    στρατόπεδο και το κόµµα των Ελευθεροφρόνων, µε κύρια εξαίρεση τον Κωνσταντίνο
    Ζαβιτσιάνο (πρώην υπουργό Εσωτερικών του Βενιζέλου, 1928-29, και εισηγητή του
    «Ιδιωνύµου»), ο οποίος διατέλεσε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονοµικών
    (1936-37). Το καθεστώς Μεταξά δεν ήταν στρατιωτική δικτατορία, αλλά το πολιτικό
    προσωπικό του κατά τα 2/3 ήταν αξιωµατικοί − απότακτοι του αποτυχηµένου κινήµατος
    Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη (1923), στο οποίο είχε συµµετάσχει ο Μεταξάς, και µόλις οκτώ
    πρόσωπα ήταν επαγγελµατίες πολιτικοί. Τα πελατειακά δίκτυα που κληρονόµησε ο Μεταξάς
    από τη στρατιωτική προϋπηρεσία του ενσωµατώθηκαν και συµβάδιζαν µε τον αυταρχικό
    χαρακτήρα, την επιµελή οργάνωση και την αυστηρή πειθαρχία του καθεστώτος του.
    Κεντρικό ρόλο στη δοµή του καθεστώτος κατείχε ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης,
    υφυπουργός ∆ηµοσίας Ασφαλείας, ένα από τα τρία σηµαντικότερα νέα υ(φυ)πουργεία που
    ιδρύθηκαν. Το νεοϊδρυθέν υφυπουργείο ανέλαβε υπό τη δικαιοδοσία του όλα τα σώµατα
    ασφαλείας (τη Βασιλική Χωροφυλακή, την Αστυνοµία Πόλεων, την Πυροσβεστική και τη
    ∆ιεύθυνση Μεταναστεύσεως και ∆ιαβατηρίων του Υπουργείου Εσωτερικών)
    11
    και είχε
    επιφορτιστεί µε µια από τις βασικές λειτουργίες της µεταξικής κυβέρνησης: την
    καταπολέµηση του κοµµουνισµού και την αποκάλυψη των ξένων κατασκόπων (της Ιταλίας,
    της Βουλγαρίας και αργότερα της Γερµανίας). Υπό την επίβλεψη του Μανιαδάκη η δύναµη
    της Χωροφυλακής αυξήθηκε κατά 20%, η Αστυνοµία Πόλεων –απαλλαγµένη από πολιτικές
    παρεµβάσεις και κοµµατικές σκοπιµότητες− επαγγελµατοποιήθηκε και η Ειδική Ασφάλεια
    της Χωροφυλακής12 αύξησε το προσωπικό της από 190 άνδρες σε 445 αξιωµατικούς και
    υπαξιωµατικούς και περίπου 1.200 αστυνοµικούς πράκτορες. Η σύλληψη του Νίκου
    Ζαχαριάδη και η αποσάρθρωση του κοµµατικού µηχανισµού του ΚΚΕ ήταν επιτεύγµατα του
    Μανιαδάκη. ∆εν πρέπει να υποτιµηθεί και ο ρόλος του Θεόδωρου Σκυλακάκη, υπουργού
    Εσωτερικών µέχρι τον ∆εκέµβριο του 1936, στην κρατική καταστολή· η σύντοµη
    αποµάκρυνσή του ερµηνεύθηκε ως αποδοκιµασία του Μεταξά προς τις ακραίες µεθόδους και
    υπερσυντηρητικές αντιλήψεις που πρέσβευε ο Σκυλακάκης. Σηµαντικό ρόλο προς αυτήν την
    κατεύθυνση επιτέλεσε επίσης ο αντιστράτηγος Γεώργιος Φεσσόπουλος, οργανωτής και

    11 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 343 (12 Αυγούστου 1936) σ. 1753 (Α.Ν. 4 «περί διορισµού και
    ετέρου Υφυπουργού παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών») και αρ. 452 (13 Οκτωβρίου 1936) σ. 2395.
    12 Ιδρύθηκε το 1935: Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 250 (8 Ιουνίου 1935) σ. 1103 (άρθρο 16 του
    Α.Ν. «περί Οργανισµού Χωροφυλακής»).
    5
    πρώτος διευθυντής της Υπηρεσίας Αµύνης του Κράτους (ίδρ. Ιανουάριος 1936, επί υπουργίας
    Αλεξάνδρου Παπάγου), υπηρεσία του Υπουργείου των Στρατιωτικών, η οποία είχε
    επιφορτισθεί µε την αντικατασκοπεία και την παρακολούθηση της κοµµουνιστικής κίνησης
    και «των εις βάρος του κράτους ενεργουµένων ξένων προπαγανδών, την παρακολούθησιν της
    κινήσεως και εγκαταστάσεως των αλλοδαπών εν τη χώρα, την συλλογήν πληροφοριών
    σχετικών µε την ασφάλειαν του κράτους και την υπόδειξιν των ληπτέων σχετικών µέτρων».
    Ο Θεολόγος Νικολούδης, ο οποίος ήταν στέλεχος το
    6
    Νέον Κράτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς προς τους εργάτας, Λόγοι του Αρχηγού προς τους Αγρότας,
    Τέσσερα χρόνια διακυβερνήσεως Ιωάννου Μεταξά κ.ά.), οι οποίες διανεµήθηκαν σε όλες τις
    δηµόσιες υπηρεσίες και βιβλιοθήκες. Το κενό της καθεστωτικής εφηµερίδας κάλυψαν από
    τον Σεπτέµβριο του 1937 η µηνιαία επιθεώρηση Νέον Κράτος του Αρίστου Καµπάνη και η
    Νέα Πολιτική του Ιωάννη Τουρνάκη. Υπό τον Νικολούδη, µε τον Α.Ν. 95 της 7ης
    Σεπτεµβρίου 1936, συστήθηκε επίσης η «Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκποµπών»
    15 και στις 25
    Μαρτίου 1938 άρχισε να λειτουργεί επισήµως η ραδιοφωνική υπηρεσία στα υπόγεια του
    Ζαππείου. Η σηµασία του ραδιοφώνου ως εργαλείου προπαγάνδας −η επίσκεψη του
    «υπουργού της Λαϊκής ∆ιαφωτίσεως» Γιόζεφ Γκαίµπελς το ίδιο διάστηµα (20-29
    Σεπτεµβρίου 1936) στην Ελλάδα µετακένωσε τη σχετική γερµανική εµπειρία− δεν πρέπει
    ωστόσο να υπερτιµηθεί, καθώς στα τέλη του 1935 ο αριθµός των ραδιοφωνικών συσκευών
    στη χώρα µόλις ξεπερνούσε τις 6.000, ενώ π.χ. ο αντίστοιχος αριθµός στη ναζιστική
    Γερµανία υπερέβαινε τα επτά εκατοµµύρια.
    Κεντρικό πρόσωπο του καθεστώτος (και της πλήρους εµπιστοσύνης του Μεταξά) ήταν και
    ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς (δήµαρχος Αθηναίων από το 1934), ο οποίος διορίστηκε υπουργόςδιοικητής Πρωτευούσης, ένα άλλο καινούργιο κυβερνητικό αξίωµα. Υπό τον διοικητή
    Πρωτευούσης υπάγονταν τα Τάγµατα Εργασίας (βλ. παρακάτω). Ο Κοτζιάς δηµιούργησε
    επίσης τον Λαϊκό Κινητό Κινηµατογράφο, ο οποίες προέβαλλε δωρεάν επίκαιρα, που είχαν
    γυριστεί υπό την επίβλεψη του ΥΤΤ, στις περισσότερες συνοικίες της Αθήνας. Ο Κοτζιάς, ο
    αποκαλούµενος «σαλπιγκτής του καθεστώτος», θεωρείτο φυσικός διάδοχος του Μεταξά και
    µετά τον θάνατο τού τελευταίου (29 Ιανουαρίου 1941) ο βασιλιάς Γεώργιος τού πρότεινε να
    αναλάβει τη διακυβέρνηση, πρόταση την οποία όµως ο Κοτζιάς αρνήθηκε. Ιδιαίτερη µνεία
    πρέπει να γίνει στον εξ απορρήτων σύµβουλο του Μεταξά, τον Ιωάννη ∆ιάκο, την −κατά τον
    Λίνκολν ΜακΒή, Αµερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα)− éminence grise του καθεστώτος16
    . Ο
    Ι. ∆ιάκος ήταν παρών στα περισσότερα υπουργικά συµβούλια, χαίροντας της απόλυτης
    εµπιστοσύνης του Μεταξά, και λειτουργούσε ως αθέατος κοµιστής των κυβερνητικών
    αποφάσεων και οδηγιών προς τους υπόλοιπους κλάδους της κρατικής µηχανής.
    Εκτός από τους χώρους της πολιτικής και του στρατεύµατος, το καθεστώς άντλησε τα
    στελέχη του και από τον επιχειρηµατικό κόσµο του αντιβενιζελικού χώρου και τους
    τραπεζιτικούς και χρηµατιστικούς κύκλους, κυρίως από τα υψηλόβαθµα κλιµάκια της
    Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΕΤΕ), του µεγαλύτερου χρηµατοπιστωτικού ιδρύµατος της

    15 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 391 (7 Σεπτεµβρίου 1936) σ. 2041 (Α.Ν. «περί συστάσεως
    Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών εκποµπών»).
    16 John O. Iatrides (επιµ.), Ambassador MacVeagh Reports. Greece, 1933-1947 (Princeton, NJ: Princeton
    University Press, 1980), σ. 149.
    7
    χώρας, και δευτερευόντως της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ). Οι βιοµήχανοι Ανδρέας
    Χατζηκυριάκος (ως πρόεδρος του Συνδέσµου Ελλήνων Βιοµηχάνων και Βιοτεχνών αλλά και
    ως υπουργός Εθνικής Οικονοµίας µέχρι τις 24 Ιουλίου 1937), Επαµεινώνδας Χαρίλαος και
    Πρόδροµος («Μποδοσάκης») Αθανασιάδης στήριξαν ενεργά την άνοδο και την οικονοµική
    πορεία της µεταξικής κυβέρνησης. Ο Αλέξανδρος Κορυζής, υποδιοικητής (και από το 1939
    διοικητής) της ΕΤΕ, ανέλαβε το υπουργείο Προνοίας (αργότερα µετονοµασθέν σε Κρατικής
    Υγιεινής και Αντιλήψεως) και το 1941 διαδέχθηκε τον Μεταξά στην πρωθυπουργία. Από τον
    χώρο της ΕΤΕ προήλθε και ο διάδοχος του Χατζηκυριάκου στο υπουργείο Εθνικής
    Οικονοµίας (ο Ιωάννης Αρβανίτης, ο οποίος τον Απρίλιο του 1938 ανέλαβε παράλληλα το
    Υπουργείο Οικονοµικών και παρέµεινε εκεί, στα δύο οικονοµικά υπουργεία, µέχρι τον
    Απρίλιο του 1941). Ο οικονοµολόγος καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος διατήρησε τη θέση
    του υποδοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, µέχρι την παραίτηση του Ε. Τσουδερού το 1939·
    στον Βαρβαρέσο είχε προσφερθεί το αξίωµα του υπουργού Εθνικής Οικονοµίας, αλλά
    εκείνος το αρνήθηκε, προσφέροντας ωστόσο ανελιπώς τις οικονοµικές του συµβουλές στην
    κυβέρνηση. Ο Αλέξανδρος Ν. Κανελλόπουλος, διευθύνων σύµβουλος της Ανωνύµου
    Ελληνικής Εταιρείας Χηµικών Προϊόντων και Λιπασµάτων (ΑΕΕΧΠΛ), διατέλεσε
    κυβερνητικός επίτροπος της ΕΟΝ (1937-41).
    ……………..

  11. ……………..
    Όπως και µε την επαγγελµατοποίηση του στρατού, ο Μεταξάς ήθελε να προσδώσει στο
    Νέον Κράτος του τεχνοκρατικό χαρακτήρα, επανδρώνοντάς το τόσο µε πανεπιστηµιακούς
    ειδήµονες όσο και µε εκπροσώπους του µεγάλου κεφαλαίου. Η προσπάθεια επιστηµονικής
    οργάνωσης του κράτους και της οικονοµίας ήταν εµφανής και σε άλλους τοµείς, όπως της
    γεωργίας και της εργασίας, και υπερέβαινε τις κοµµατικές εντάξεις και τις πολιτικές
    σκοπιµότητες –ίσως και λόγω έλλειψης δικών του ικανών στελεχών από το κόµµα των
    Εθνικοφρόνων. Ο γεωπόνος (και ακαδηµαϊκός) Γεώργιος Κυριακός τοποθετήθηκε υπουργός
    Γεωργίας και ο επίσης γεωπόνος (και υποδιοικητής της ΑΤΕ) Μπάµπης Αλιβιζάτος γενικός
    γραµµατέας του Υπουργείου Γεωργίας, και (από τον Σεπτέµβριο του 1939) υφυπουργός
    Συνεταιρισµών. Ο παλαίµαχος συνδικαλιστής (και πρώην κοµµουνιστής) Αριστείδης
    ∆ηµητράτος διορίστηκε υφυπουργός Εργασίας (1936-41)· σύµφωνα µε τον ιδρυτικό νόµο, το
    υφυπουργείο του «Εργάτη-Υπουργού» θα µεριµνούσε «συστηµατικώς περί της
    εξασφαλίσεως [της] συνεργασίας εργασίας και κεφαλαίου».
    17 Το Ανώτατον Οικονοµικόν
    Συµβούλιον (ΑΟΣ), το ανώτατο συµβουλευτικό όργανο του κράτους σε οικονοµικά ζητήµατα
    που ιδρύθηκε κατά τη διεθνή κρίση του 1929, διευρύνθηκε µε τη συµµετοχή περισσοτέρων

    17 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 379 (31 Αυγούστου 1936) σ. 1979 (Α.Ν. 46 «περί συστάσεως
    Υφυπουργείου Εργασίας» παρά τω Υπουργείω Εθνικής Οικονοµίας).
    8
    πανεπιστηµιακών οικονοµολόγων και τεχνοκρατών (µε εξαίρεση την αποµάκρυνση του
    Αλέξανδρου Σβώλου) και επέκτεινε τον γνωµοδοτικό ρόλο του. Αντιπρόεδρος του ΑΟΣ
    (πρόεδρος ήταν ο εκάστοτε πρόεδρος του υπουργικού συµβουλίου), διατέλεσε ο Αλέξανδρος
    ∆ιοµήδης, ηγετικό οικονοµικό στέλεχος των Φιλελευθέρων (και διοικητής της ΕΤΕ), ενώ στη
    σύνθεσή του συµµετείχαν επιφανείς οικονοµολόγοι (Άγγελος Αγγελόπουλος, Κυριάκος
    Βαρβαρέσσος, Ξενοφών Ζολώτας, Γεώργιος Πεσµαζόγλου κ.ά.), γεωπόνοι (Παναγιώτης
    ∆εκάζος, Χρυσός Ευελπίδης), χηµικοί (Κωνσταντίνος Νεύρος) και άλλοι θετικοί επιστήµονες
    και ειδικοί διανοούµενοι, οι οποίοι διακρίνονταν για τις δοκιµασµένες ικανότητές τους. Τη
    διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος διατήρησε µέχρι την 30 Ιουνίου 1939, οπότε
    αναγκάστηκε σε παραίτηση, ο Εµµανουήλ Τσουδερός, πρώην υπουργός και οπαδός του
    Βενιζέλου (και ιθύνων νους του αντιδικτατορικού κινήµατος των Χανίων, χωρίς αυτό να έχει
    γίνει αντιληπτό από τις αστυνοµικές αρχές).
    ………………………

  12. …………………

    Όπως και µε την επαγγελµατοποίηση του στρατού, ο Μεταξάς ήθελε να προσδώσει στο
    Νέον Κράτος του τεχνοκρατικό χαρακτήρα, επανδρώνοντάς το τόσο µε πανεπιστηµιακούς
    ειδήµονες όσο και µε εκπροσώπους του µεγάλου κεφαλαίου. Η προσπάθεια επιστηµονικής
    οργάνωσης του κράτους και της οικονοµίας ήταν εµφανής και σε άλλους τοµείς, όπως της
    γεωργίας και της εργασίας, και υπερέβαινε τις κοµµατικές εντάξεις και τις πολιτικές
    σκοπιµότητες –ίσως και λόγω έλλειψης δικών του ικανών στελεχών από το κόµµα των
    Εθνικοφρόνων. Ο γεωπόνος (και ακαδηµαϊκός) Γεώργιος Κυριακός τοποθετήθηκε υπουργός
    Γεωργίας και ο επίσης γεωπόνος (και υποδιοικητής της ΑΤΕ) Μπάµπης Αλιβιζάτος γενικός
    γραµµατέας του Υπουργείου Γεωργίας, και (από τον Σεπτέµβριο του 1939) υφυπουργός
    Συνεταιρισµών. Ο παλαίµαχος συνδικαλιστής (και πρώην κοµµουνιστής) Αριστείδης
    ∆ηµητράτος διορίστηκε υφυπουργός Εργασίας (1936-41)· σύµφωνα µε τον ιδρυτικό νόµο, το
    υφυπουργείο του «Εργάτη-Υπουργού» θα µεριµνούσε «συστηµατικώς περί της
    εξασφαλίσεως [της] συνεργασίας εργασίας και κεφαλαίου».
    17 Το Ανώτατον Οικονοµικόν
    Συµβούλιον (ΑΟΣ), το ανώτατο συµβουλευτικό όργανο του κράτους σε οικονοµικά ζητήµατα
    που ιδρύθηκε κατά τη διεθνή κρίση του 1929, διευρύνθηκε µε τη συµµετοχή περισσοτέρων

    17 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 379 (31 Αυγούστου 1936) σ. 1979 (Α.Ν. 46 «περί συστάσεως
    Υφυπουργείου Εργασίας» παρά τω Υπουργείω Εθνικής Οικονοµίας).
    8
    πανεπιστηµιακών οικονοµολόγων και τεχνοκρατών (µε εξαίρεση την αποµάκρυνση του
    Αλέξανδρου Σβώλου) και επέκτεινε τον γνωµοδοτικό ρόλο του. Αντιπρόεδρος του ΑΟΣ
    (πρόεδρος ήταν ο εκάστοτε πρόεδρος του υπουργικού συµβουλίου), διατέλεσε ο Αλέξανδρος
    ∆ιοµήδης, ηγετικό οικονοµικό στέλεχος των Φιλελευθέρων (και διοικητής της ΕΤΕ), ενώ στη
    σύνθεσή του συµµετείχαν επιφανείς οικονοµολόγοι (Άγγελος Αγγελόπουλος, Κυριάκος
    Βαρβαρέσσος, Ξενοφών Ζολώτας, Γεώργιος Πεσµαζόγλου κ.ά.), γεωπόνοι (Παναγιώτης
    ∆εκάζος, Χρυσός Ευελπίδης), χηµικοί (Κωνσταντίνος Νεύρος) και άλλοι θετικοί επιστήµονες
    και ειδικοί διανοούµενοι, οι οποίοι διακρίνονταν για τις δοκιµασµένες ικανότητές τους. Τη
    διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος διατήρησε µέχρι την 30 Ιουνίου 1939, οπότε
    αναγκάστηκε σε παραίτηση, ο Εµµανουήλ Τσουδερός, πρώην υπουργός και οπαδός του
    Βενιζέλου (και ιθύνων νους του αντιδικτατορικού κινήµατος των Χανίων, χωρίς αυτό να έχει
    γίνει αντιληπτό από τις αστυνοµικές αρχές).

    ………………….

  13. ………………….

    Η δυαρχία του καθεστώτος και η τοµή του 1938
    Οι ευθύνες και οι εξουσίες του Μεταξά και του κυβερνητικού σχήµατός του περιστέλλονταν
    στους τοµείς της εξωτερικής πολιτικής, των ενόπλων δυνάµεων και της νεολαίας από τις
    αρµοδιότητες του βασιλιά. Ο ρόλος του Μεταξά στους δύο πρώτους τοµείς παρέµεινε µέχρι
    το 1941 συµπληρωµατικός. Στη διάρκεια του καθεστώτος (1936-41) υφίσταντο δύο διακριτοί
    (εφαπτόµενοι αλλά όχι οµόκεντροι) πόλοι πολιτικής εξουσίας µε κέντρα τον Γεώργιο Β´ και
    τον δικτάτορα. Ο ΜακΒή κάνει εύστοχα λόγο για «δυαρχία», για «Σιαµαίους» και «γόρδιο
    δεσµό» µεταξύ βασιλιά και Μεταξά.
    18 Κατά τα πρώτα δύο έτη του καθεστώτος η πλάστιγγα
    της εξουσίας έγερνε προς τον πρώτο πόλο και µπορούµε να κάνουµε λόγο για βασιλική
    δικτατορία. Από τον Σεπτέµβριο του 1938 οι βασιλικές αρµοδιότητες και πρωτοβουλίες
    περιορίστηκαν και το καθεστώς µπορεί να προσδιοριστεί πληρέστερα ως δικτατορία Μεταξά.
    Αυτή η ιδιότυπη «δυαρχία» ωστόσο δεν καταλύθηκε και αποτέλεσε µια από τις βασικές
    ειδοποιούς διαφορές του ελληνικού καθεστώτος από τις φασιστικές δικτατορίες.
    Οι σχέσεις των δύο ισχυρών ανδρών (βασιλιά και Μεταξά) αναδείχθηκαν (άδηλα)
    ανταγωνιστικές κατεξοχήν στο πεδίο διαπαιδαγώγησης της νεολαίας. Τον Νοέµβριο του 1936
    ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ), η οποία στόχευε στο να δηµιουργήσει το
    µαζικό λαϊκό έρεισµα που στερείτο το καθεστώς· επιπλέον, µέσα από τις τάξεις της το
    καθεστώς θα αναζητούσε µελλοντικά αφοσιωµένα πρόσωπα για τη στελέχωση του κρατικού
    οργανισµού. Το Νέον Κράτος επιδίωκε µέσω της ΕΟΝ τη δηµιουργία µιας «πραγµατικά

    18 J. Iatrides (επιµ.), ό.π., σ. 150.
    9
    ανεξαρτήτου, ανιδιοτελούς και υπευθύνου ηγέτιδος τάξεως», µιας «εθνικής πολιτικής
    αριστοκρατίας», η οποία θα οδηγούσε το Έθνος προς «νέας εκπολιτιστικάς κατακτήσεις». Τα
    πρώτα τµήµατα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Μεταξά στις 7 Νοεµβρίου 1937 στην Πάτρα.
    Σύµφωνα µε τον ιδρυτικό νόµο, σκοποί της οργάνωσης ήταν η «εθνική και ηθική
    διαπαιδαγώγηση της νεολαίας»: «η επωφελής διάθεσις του ελευθέρου από της εργασίας ή
    των σπουδών χρόνου των νέων, προς προαγωγήν της σωµατικής και πνευµατικής
    καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του Εθνικού φρονήµατος και της πίστεως προς την
    θρησκείαν, δηµιουργία πνεύµατος συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, και έγκαιρον
    επαγγελµατικόν προσανατολισµόν εκάστου, αναλόγως προς τας φυσικάς ιδιότητας αυτού».
    19
    Τα µέλη της ΕΟΝ φορούσαν οµοιόµορφη µπλε σκούρα στολή και δίκωχο, και χωρίζονταν
    ανάλογα µε την ηλικία τους σε σκαπανείς, -ισσες (7-13 ετών), φαλαγγίτες (-ισσες) Β (14-18)
    και φαλαγγίτες (-ισσες) Α (19-25). Τον ∆εκέµβριο του 1937 ιδρύθηκαν επίσης στην Αθήνα,
    µε πρωτοβουλία του Κ. Κοτζιά, τα Τάγµατα Εργασίας, µια παραστρατιωτική οργάνωση (400
    περίπου ατόµων µε γκρίζες στολές) υπό την αρχηγία του Ιωάννη Βεζανή η οποία
    ακολουθούσε το µοντέλο των ναζιστικών Ταγµάτων Εφόδου. Τα Τάγµατα Εργασίας είχαν
    συσταθεί τυπικά για την αξιοποίηση των ανέργων στην εκτέλεση δηµοσίων έργων, αλλά στην
    πραγµατικότητα στόχευαν να λειτουργήσουν ως φρουρά πραιτωριανών. Η δράση τους
    ωστόσο υπήρξε βραχύβια και πρακτικά δεν ξεπέρασε τα όρια του γραφικού· στις 9 Ιουνίου
    1938 καταργήθηκαν µε απόφαση του Μεταξά και τα µέλη τους προσχώρησαν στην ΕΟΝ. Η
    ΕΟΝ δεν µπορεί να παροµοιαστεί µε τα γερµανικά Τάγµατα Εφόδου, αλλά ακολουθούσε
    πιστά την αυστηρή αγωγή των νεολαιών των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο Μεταξάς
    οραµατιζόταν την ηθικοποίηση της κοινωνίας µέσω της πειθαρχίας, της πίστης στον βασιλιά
    και της εργασίας. Πρόβαλλε τη χειρωνακτική εργασία ως πρωταρχική εξαγνιστική αρετή και
    κοινωνικό καθήκον. Ο αθλητισµός και η γύµναση του σώµατος εντάσσονταν στην ίδια
    ιεραρχία ανώτερων αξιών. Η «σπαρτιατική» (sic) οργάνωση και αγωγή των νέων20
    υπερτόνιζε τα στοιχεία της υπακοής και της πειθαρχίας και της ένταξης σε ένα οµοιόµορφο
    σύνολο και ο Σκαπανέας χαρακτηριζόταν στα σχολικά αναγνωστικά «ένας µικρός Έλληνας
    στρατιώτης». Ο κανονισµός «εσωτερικής υπηρεσίας» της ΕΟΝ αποτύπωνε πιστά αυτά τα
    ιδεώδη: «η ψυχική και ιδεολογική διαπαιδαγώγησις, ως και η σωµατική αγωγή των
    Ελληνοπαίδων συµφώνως προς τας ηθικάς, κοινωνικάς και πολιτικάς κατευθύνσεις του

    19 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 499 (10 Νοεµβρίου 1936) σσ. 2666-2667 (Α.Ν. «περί συστάσεως
    Εθνικής Οργανώσεως της Νεολαίας»).
    20 Περ. Η Νεολαία αρ. 2, 22 Οκτωβρίου 1938, σ. 43.
    10
    Κράτους, ως τούτο διαµορφούται από της 4ης Αυγούστου 1936, ως και η στρατιωτική
    προπαίδευσις αυτών»
    21
    .
    Ο κανονισµός του 1939 προέβλεπε επίσης να παρέχονται στους Φαλαγγίτες «γενικαί
    γνώσεις επί της διεξαγωγής του αγώνος τού πεζικού και εκπαίδευσις εις την βολήν δια
    πολεµικού όλπου (τυφεκίου µάνλιχερ)», όπως επίσης στρατιωτική προπαίδευση
    (προστάγµατα κλπ.) και ασκήσεις (βολές, πορείες, γνώσεις χρησιµοποίησης του εδάφους
    κλπ.)22
    . Η στρατιωτική αγωγή της ΕΟΝ δεν έπλαθε όµως πολεµοχαρείς στρατιώτες
    γαλουχηµένους µε την «ευγένεια του πολέµου» και εµποτισµένους µε το µιλιταριστικό
    πνεύµα της εδαφικής κατάκτησης, αλλά στόχευε περισσότερο στην αναγκαία πρακτική
    εξοικείωση των νέων µε τον επερχόµενο πόλεµο. Κατά τα άλλα, ο περισσότερος χρόνος της
    ΕΟΝ αναλωνόταν σε εκδροµές, αθλοπαιδιές, δωρεάν ψυχαγωγία στους κινηµατογράφους, σε
    κατασκηνώσεις κλπ. Ένα θετικό στοιχείο της ΕΟΝ (πέρα από τη συναναστροφή µε
    συνοµηλίκους) ήταν το γεγονός ότι το θηλυκό στοιχείο κινητοποιήθηκε για πρώτη φορά
    µαζικά (υπό τη θεσµική επίβλεψη του κράτους) εκτός οικίας, σε ρόλους αθλητισµού και
    κοινωνικής πρόνοιας (χωρίς να λείψουν τα διάσπαρτα σεξουαλικά σκάνδαλα).
    Μολονότι το καθεστώς υποστήριζε πως η εγγραφή δεν ήταν υποχρεωτική, στην
    πραγµατικότητα ήταν. Με εγκύκλιό του το 1938, το υπουργείο Παιδείας µερίµνησε ώστε
    «από του αρξαµένου σχολικού έτους άπαντες οι µαθηταί των σχολείων αποτελούσι
    συντεταγµένα τµήµατα της Εθνικής Οργανώσεως Νέων». Στο τέλος του 1938 Η Νεολαία (η
    περιοδική έκδοση της ΕΟΝ) ανακοίνωσε ότι η οργάνωση αριθµούσε 500.000 µέλη και
    θριαµβολόγησε προεξαγγελτικά ότι «αι τάξεις των φαλαγγών µας πυκνούνται οσηµέραι και
    τείνουσιν να περιλάβουν όλους τους νέους της Ελλάδος»
    23
    . Σταθµός στην εξέλιξη της ΕΟΝ
    υπήρξε ο αναγκαστικός νόµος 1798 του Ιουνίου 1939, ο οποίος όριζε ότι «η Εθνική και ηθική
    αγωγή της Νεολαίας είναι έργον του Κράτους» (άρθρο 1)24
    . Η ανάληψη της ευθύνης
    διαπαιδαγώγησης της νεολαίας από το Κράτος έθεσε «ζήτηµα υπάρξεως δια κάθε άλλην
    οργάνωσιν νέων»
    25
    . Με τον ιδρυτικό νόµο του 1936 (άρθρο 13) όλα «εν γένει» τα αθλητικά,
    τα γυµναστικά και τα φίλαθλα σωµατεία και οι αθλητικές οµοσπονδίες της χώρας τέθηκαν
    «υπό την εποπτείαν» του Ανωτάτου ∆ιοικητικού Συµβουλίου της ΕΟΝ.
    26 Με τον νόµο 1798

    21 Πετρίδης, Παύλος (εις.-επιµ.), Ε.Ο.Ν.: Η φασιστική νεολαία Μεταξά (Θεσσαλονίκη: University Studio Press,
    2000), σ. 23.
    22 Ό.π., σσ. 236-244, 254, 308, 311-315.
    23 Περ. Η Νεολαία αρ. 11, 24 ∆εκεµβρίου 1938 σ. 332 και αρ. 12, 31 ∆εκεµβρίου 1938, σ. 398.
    24 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 244 (17 Ιουνίου 1939) σ. 1596 (Α.Ν. «περί Εθνικής και Ηθικής
    Αγωγής της Νεολαίας»). Π. Πετρίδης (επιµ.), ό.π., σ. 271.
    25 Περ. Η Νεολαία αρ. 34, 3 Ιουνίου 1939, σ. 1098.
    26 Βλ. παραπάνω, υποσ. 19.
    11
    το Σώµα Ελλήνων Προσκόπων (ΣΕΠ, ίδρ. 1917), του οποίου ανώτατος αρχηγός ήταν ο
    διάδοχος του Θρόνου, συγχωνεύτηκε µε την ΕΟΝ και απαγορεύτηκε η σύσταση
    οποιασδήποτε άλλης οργάνωσης, σωµατείου ή ιδρύµατος µε τους ίδιους σκοπούς, ενώ ο
    υπουργός Εθνικής Παιδείας αποκτούσε το δικαίωµα να διαλύει, µε απόφασή του,
    οποιαδήποτε οργάνωση, σωµατείο ή ίδρυµα τέτοιου είδους. Τον Ιούνιο του 1939 οι
    Πρόσκοποι, η ΧΑΝ και η ΧΕΝ έπαυσαν να υπάρχουν και η περιουσία τους περιήλθε στην
    ΕΟΝ. Η Νεολαία, σε άρθρο της µε πηχυαίο τίτλο «η ολοκλήρωσις», θριαµβολόγησε ότι µε
    την προσχώρηση του Σώµατος των Προσκόπων στην ΕΟΝ «ολοκληρώνεται το έργον της
    συντάξεως της ελληνικής νεότητος εις ένα σώµα, υπό ενιαίον πρόγραµµα, υπό ένα Αρχηγόν,
    τον Ιωάννην Μεταξάν»
    27
    . Σύµφωνα µε στοιχεία του καθεστώτος, ο αριθµός των µελών της
    ΕΟΝ αυξήθηκε από περίπου 9.000 τον Νοέµβριο του 1937 σε 1.200.000 τον Αύγουστο του
    1940, εγκολπώνοντας σχεδόν ολόκληρη την ελληνική νεολαία. Παρότι τα µέλη της ΕΟΝ
    ορκίζονταν πίστη στον βασιλιά, στην πραγµατικότητα µεταβάλλονταν σε «στρατιώτας και
    αγωνιστάς της ιδέας της 4ης Αυγούστου».
    Το 1939 η ΕΟΝ εξελίχθηκε σε κρατικό θεσµό, κάτι καινούργιο σε σχέση µε ό,τι είχε
    προηγηθεί. Η επιτυχία της ΕΟΝ ήταν η επιτυχία όλης της πολιτικής σταδιοδροµίας του
    Μεταξά. Η προσωπολατρεία του Μεταξά πήρε τεράστιες διαστάσεις στον χώρο της νεολαίας.
    Τα µέλη της κρατικής νεολαίας φαίνονταν σαν τα κακοµαθηµένα παιδιά του δικτάτορα. Οι
    παροχές προς τα µέλη της (ιδιαίτερα τα δωρεάν κινηµατογραφικά εισιτήρια) έµοιαζαν µε
    προνόµια µέσα στα γενικότερα πλαίσια της οικονοµικής στενότητας που βάρυνε το
    µεγαλύτερο µέρος της ελληνικής κοινωνίας28
    . Το διακύβευµα βέβαια ήταν όντως ανάλογο µε
    τη λαµπρότητα των δηµόσιων τελετών της ΕΟΝ. Η ΕΟΝ ήταν το εµφανές τεκµήριο ότι η
    Ελλάδα µετατρεπόταν σε προσωπικό κράτος του Μεταξά. Λίγες εβδοµάδες πριν τον θάνατό
    του ο Μεταξάς έγραφε στο ηµερολόγιό του ότι η Ελλάς έγινε «Κράτος ολοκληρωτικό». Η
    σηµείωση όµως αυτή του Μεταξά ήταν περισσότερο επιθυµία παρά τετελεσµένο γεγονός. Η
    ΕΟΝ θα εξελισσόταν µόνον δυνητικά (εάν δεν µεσολαβούσε ο πόλεµος) σε µια µαζική
    δύναµη αφοσιωµένη στο καθεστώς και στις αρχές της 4ης Αυγούστου29
    .

    27 Βλ. παραπάνω, υποσ. 25.
    28 Παναγιώτης Γ. Βατικιώτης, Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά. Φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα,
    1936-1941, µετ. ∆ήµητρα Αµαραντίδου, πρόλογος Θάνος Βερέµης (Αθήνα: Ευρασία, 2005), σσ. 311-312.
    29 Για την ΕΟΝ βλ. γενικά Ελένη Ι. Μαχαίρα, Η Νεολαία της 4ης Αυγούστου: φωτογραφίες (Αθήνα: Ιστορικό
    Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1987). Ζαφειρούλα Ι. Καγκαλίδου, Εκπαίδευση και πολιτική. Η περίπτωση του
    καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, 1999), σσ. 70-84. Π. Πετρίδης (επιµ.), ό.π..
    Βαγγέλης Αγγελής, «Γιατί χαίρεται ο κόσµος και χαµογελάει, πατέρα…». «Μαθήµατα Εθνικής Αγωγής» και
    νεολαιίστικη προπαγάνδα στα χρόνια της µεταξικής δικτατορίας (Αθήνα: Βιβλιόραµα, 2006). Μ. Πετράκη, ό.π.,
    σσ. 41-51.
    12
    Τοµή στον χαρακτήρα και την εξέλιξη του καθεστώτος αποτελεί εποµένως το έτος 1938.
    Στις αρχές του 1938 ο Ουότερλοου ενηµέρωσε το Φόρεϊν Όφφις για την ογκούµενη λαϊκή
    δυσαρέσκεια κατά της δικτατορίας και µίλησε ιδιαιτέρως στον Γεώργιο για την ενυπάρχουσα
    απειλή κατά της βασιλείας λόγω της ανέκκλητης σύνδεσής της µε τον δικτάτορα. Στην
    προκειµένη περίπτωση ο Γεώργιος οµολόγησε στον πρεσβευτή τις ανησυχίες του για τα
    «µεγάλα λάθη» που διέπραττε ο Μεταξάς (συλλήψεις και εκτοπίσεις πολιτικών αρχηγών και
    ανώτατων αξιωµατικών, σκάνδαλα διαφθοράς υπουργών κ.ά.). Εκείνο που δυσκόλευε τον
    βασιλιά, σύµφωνα µε τα λεγόµενά του, ήταν η επιλογή ενός εναλλακτικού (αυλικού)
    πρωθυπουργού. Είχαν προηγηθεί το 1937 επανειληµµένα διαβήµατα των πολιτικών αρχηγών
    για την επαναφορά του κοινοβουλευτικού πολιτεύµατος καθώς και αντιδικτατορικές κινήσεις
    που οδήγησαν στην εκτόπιση ενός µεγάλου αριθµού πολιτικών. Η αποτυχία αυτών των
    κινήσεων συνεπαγόταν ότι η ενδοκαθεστωτική θέση του Μεταξά συνεχώς ενισχυόταν.
    Στις 27 Σεπτεµβρίου 1938 ο ΜακΒή ανέφερε ότι η επιρροή του βασιλιά στις κυβερνητικές
    αποφάσεις ήταν πλέον ουσιαστικά «µηδενική» (cipher)30
    . Τον ∆εκέµβριο ο Μεταξάς
    προχώρησε στην καθυπόταξη της ελλαδικής Εκκλησίας. Το Συµβούλιο της Επικρατείας
    ακύρωσε την εκλογή του ∆αµασκηνού (Παπανδρέου, µητροπολίτη Κορινθίας) και µε
    αντικανονικές διαδικασίες (µε «αριστίνδην» Σύνοδο) πέτυχε την εκλογή του ευνοούµενού της
    «πρώην Τραπεζούντος» Χρυσάνθου (Φιλιππίδη) στον αρχιεπισκοπικό θρόνο (5 ∆εκεµβρίου
    1938). Σχεδόν ταυτόχρονα µε την αρχιεπισκοπική εκλογή ο Μεταξάς προχώρησε σε
    εκκαθάριση της κυβέρνησής του από αυτούς που θεωρούσε φιλοµοναρχικά στοιχεία: τους
    υπουργούς Παιδείας Κωνσταντίνο Γεωργακόπουλο (για τον οποίο υπήρξε η φήµη ότι ο
    Γεώργιος Β´ τον υπολόγιζε ως πιθανό αντικαταστάτη του Μεταξά), Σιδηροδρόµων και
    Αυτοκινήτων Γεώργιο Σπυρίδωνος, τον Εµπορικής Ναυτιλίας ∆ευκαλίωνα Ρεδιάδη και τον
    υφυπουργό Αγορανοµίας Περικλή Κρητικό31
    , ενώ λίγο νωρίτερα, τον Ιούλιο, τον υπουργό
    ∆ικαιοσύνης Γεώργιο Λογοθέτη, οι οποίοι (σύµφωνα µε τον ίδιο) «είχαν σχηµατίσει µέτωπον
    αυλικόν εναντίον» του. Ο Μεταξάς σηµειώνει στο ηµερολόγιό του σχετικά: «επήρα το
    φραγγέλιο στα χέρια και έδιωξα τους απίστους από τον ναό µου» και «αισθάνθηκα τώρα την
    δύναµί µου την εσωτερική και την απόφασί µου γερή. Η αλλαγή του Υπουργείου µε
    εστερέωσε µέσα µου. Και είµαι έτοιµος να πάω και παραπέρα και ώς την άκρη. […] Έτσι
    έγινε όλη η Κυβέρνησις δική µου»
    32
    . Τον Ιούνιο του 1939 το Foreign Office αντικατέστησε
    τον Ουότερλου µε τον Μάικλ Πάλερετ, διότι ο πρώτος είχε χάσει την εµπιστοσύνη του

    30 J. Iatrides (επιµ.), ό.π., σ. 131.
    31 Εφ. Καθηµερινή, 26 Νοεµβρίου 1938, σ. 6 και 7 ∆εκεµβρίου 1938, σ. 6.
    32 Φαίδων Βρανάς (επιµ.), Το προσωπικό ηµερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά 1933-1941, τόµ. ∆1´ (Η Τετάρτη
    Αυγούστου. Ο πόλεµος 1940-1941) (Αθήνα: Γκοβόστης, [1972]), σσ. 314-315, 318 (12 ∆εκεµβρίου 1938).
    13
    Μεταξά33
    . Η ενσωµάτωση των Προσκόπων στην ΕΟΝ είχε επίσης ιδιαίτερη πολιτική
    σηµασία. Γενικός αρχηγός της ΕΟΝ είχε οριστεί τυπικά (βάσει του ιδρυτικού νόµου του
    1936) ο διάδοχος Παύλος και τον ∆εκέµβριο του 1938 οι πριγκίπισσες Φρειδερίκη και
    Ειρήνη ονοµάστηκαν αντίστοιχα επίτιµος γενικός διοικητής και επίτιµος γενικός επιθεωρητής
    των Σχηµατισµών Θηλέων της ΕΟΝ34
    . Ωστόσο, η πραγµατική αρχηγία βρισκόταν στα χέρια
    του Μεταξά (ο οποίος είχε την καταστατική ιδιότητα του προέδρου του Ανωτάτου
    ∆ιοικητικού Συµβουλίου της οργάνωσης, του γενικού επιθεωρητή, και τον Νοέµβριο του
    1937 είχε «αποδεχθεί» να είναι «Πρώτος Φαλαγγίτης», ενώ το επόµενο έτος ανακηρύχθηκε
    «Πρώτος Νέος της Ελλάδος») και του πειθήνιου κυβερνητικού επιτρόπου (Αλ.
    Κανελλόπουλου). Το άρθρο 9 του νέου κανονισµού (του 1939) όριζε µε σαφήνεια: «Η
    Ε.Ο.Ν. τελεί υπό την ∆ιοίκησιν του Γενικού Επιθεωρητού, όστις κατευθύνει αυτήν», ενώ
    «αποφάσει του Γενικού Επιθεωρητού είναι δυνατόν η εξουσία εν όλω ή εν µέρει να
    µεταβιβάζεται εις τον Κυβερνητικόν Επίτροπον» (άρθρο 10)35 (και όχι στον γενικό αρχηγό
    και διάδοχο του Θρόνου).
    Παρά το πλήγµα που δέχθηκε η επιρροή, η δηµοτικότητα και το κύρος της δυναστείας από
    την υποταγή των προσκόπων, ο Γεώργιος Β´ διατήρησε την πίστη της ηγεσίας του
    στρατεύµατος, ένα έρεισµα που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας. ∆ιέθετε
    επίσης την άµεση υποστήριξη της Αγγλίας και συνέχισε να χαράσσει µέχρι την φυγή στην
    Αίγυπτο τις βασικές κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής. Κύριος εγγυητής της αφοσίωσης
    του στρατεύµατος στον θεσµό της µοναρχίας ήταν ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο
    οποίος είχε δράσει καταλυτικά στο κονδυλικό πραξικόπηµα της 10ης Οκτωβρίου 1935, που
    επανέφερε τον Γεώργιο στον θρόνο. Ο Μεταξάς (ως κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός)
    τοποθέτησε τον Παπάγο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) την 1η Αυγούστου
    του 1936 και, παρότι δεν είχε απόλυτη εµπιστοσύνη στις ικανότητές του, τού απένειµε την
    αρχιστρατηγία του ελληνοϊταλικού πολέµου κατ’ επίνευση του βασιλιά. Ο Παπάγος
    συνεισέφερε ενεργά στον σχεδιασµό της πολιτικής εξωτερικής ασφαλείας της χώρας, ιδίως
    στον προσανατολισµό της σε µια πολεµική µονοµαχία µε τη Βουλγαρία, στη στρατιωτική
    ανασυγκρότηση και στον επανεξοπλισµό της. Οι αρχηγοί των υπόλοιπων δύο όπλων
    (ναυτικού και αεροπορίας), ο αντιναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου και ο συνταγµατάρχης
    Παναγιώτης Γαζής δεν διέθεταν πολιτική αυτονοµία και διακρίνονταν κυρίως για τον άρτιο
    επαγγελµατισµό του (ο πρώτος) και για τις περιορισµένες ικανότητές του (ο δεύτερος).

    33 J. Iatrides (επιµ.), ό.π., σσ. 151, 154, 165.
    34 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 461 (9 ∆εκεµβρίου 1938) σ. 3029.
    35 Π. Πετρίδης (επιµ.), ό.π., σ. 39.
    14
    Επίσης, δεν µπορεί να αµφισβητηθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των (παλαιότερων και
    νεότερων) αξιωµατικών παρέµεινε πιστή στο καθεστώς· η έγκαιρη αποκάλυψη και κατάπνιξη
    µιας ελάσσονος συνωµοσίας της φρουράς των Αθηνών τον Μάρτιο του 1938 (των
    βενιζελικών «παραµεινάντων» υποστρατήγων Ιωάννη Τσαγγαρίδη και Κωνσταντίνου
    Ματάλα), η σύλληψη στην Αθήνα περίπου σαράντα υπαξιωµατικών και στρατιωτών (καθώς
    επίσης του Στυλιανού Γονατά και πλείστων αποτάκτων βενιζελικών αξιωµατικών, όπως των
    ναυάρχων Ιωάννη ∆εµέστιχα και Ανδρέα Κολιαλέξη, του στρατηγού Α. Πρωτοσύγκελλου
    κ.ά.) µετά το κίνηµα των Χανίων καταδεικνύουν αυτό το γεγονός, της πίστης του
    στρατεύµατος προς το Στέµµα. Η αύξηση της µισθοδοσίας και η ουσιαστική βελτίωση του
    εξοπλισµού και των συνθηκών στρατωνισµού ήταν από τις βασικές προτεραιότητες της
    κυβέρνησης προς αυτήν την κατεύθυνση. Άλλωστε, το αίτηµα των αποτάκτων βενιζελικών
    ανώτερων αξιωµατικών για επαναφορά τους στην ενεργό υπηρεσία µετά την 28η Οκτωβρίου
    1940 απορρίφθηκε. Μεγαλύτερο προβληµατισµό στο καθεστώς δηµιουργούσαν οι
    φιλογερµανικές τάσεις µεγάλης (αδιευκρίνιστης) µερίδας των κατώτερων και ορισµένων
    ανώτερων αξιωµατικών. Η αποµάκρυνση του αντιστρατήγου Ανδρέα Πλατή από την
    υπαρχηγία του ΓΕΣ το 1940 φαίνεται να τεκµηριώνει αυτές τις βάσιµες ανησυχίες.
    ………………………………

    https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH252/Metaxas.pdf

  14. ………………………
    Ιδεολογικός προσανατολισµός και εξουσιαστικές πρακτικές
    Η ιδεολογία του καθεστώτος Μεταξά χαρακτηριζόταν από εκλεκτικισµό και εµπειρισµό.
    Συνέθετε στοιχεία από ευρωπαϊκά ολοκληρωτικά πρότυπα στη βάση ενός εγχώριου
    νεωτεριστικού αµαλγάµατος που άκουε στο όνοµα «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισµός» (βλ.
    παρακάτω). Οι φασιστικές και ναζιστικές επιρροές ήταν εξόφθαλµες στα εξωτερικά αλλά και
    σε ορισµένα δοµικά χαρακτηριστικά της καθεστωτικής ιδεολογίας: στον φασιστικό
    χαιρετισµό, στον (µουσολινικού τύπου) τίτλο του «Εθνικού Κυβερνήτη» και «Αρχηγού της
    Κυβερνήσεως» (πρβλ. Duce del Fascismo e Capo di Governo), στη συνήχηση του «Τρίτου
    Ελληνικού Πολιτισµού» µε το χιτλερικό Γ´ Ράιχ, στο χιτλερικής έµπνευσης σύνθηµα της
    ΕΟΝ «Ένα Έθνος, ένας Βασιλεύς, ένας Αρχηγός, µία Νεολαία»
    36 (πρβλ. Ein Volk, ein Reich,
    ein Führer), στη χρήση του διπλού µινωϊκού πελέκεως (παρόµοιου των δεσµίδων του
    Λίκτωρος/Fascio Littorio, συµβόλου των Ιταλών µελανοχιτώνων) ως συµβόλου της ΕΟΝ και
    της Εθνικής Συνοµοσπονδίας (Γεωργικών) Συνεταιρισµών Ελλάδος, στη σύσταση των
    Ταγµάτων Εργασίας και της ΕΟΝ κατά το υπόδειγµα των ναζιστικών Ταγµάτων Εφόδου, της
    Ballila και της Hitlerjugend αντίστοιχα κ.ά.. Το ιδεολογικό εποικοδόµηµα του καθεστώτος

    36 Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, 4η Αυγούστου – Αλβανία, 1935-1941, τόµ. ∆´ (Το αντιβενιζελικό κράτος –
    τρισυπόστατη δικτατορία – πόλεµος) (Αθήνα: Κεδρηνός, 1972), σ. 268.
    15
    δεν ήταν ωστόσο πιστό αντίγραφο του ιταλικού και του γερµανικού µοντέλου, αλλά διέφερε
    ουσιαστικά ως προς τη δοµή τους και (κυρίως) ως προς τις µεθόδους. Η δικτατορία της 4ης
    Αυγούστου τήρησε κάποιες αρχές της ατοµικότητας και άφησε περιθώρια στην κοινωνία των
    πολιτών (όσο περιορισµένα κι αν ήταν αυτά). Οι βασικές κατευθυντήριες γραµµές της
    καθεστωτικής ιδεολογίας ήταν η «Αναγέννησις της Ελλάδος», µε κυρίαρχο σύνθηµα
    «Εµπρός για µια Ελλάδα νέα!» (που αποτυπωνόταν στον Ύµνο της ΕΟΝ), και η «εθνική
    ενότης», το οποίο πρακτικά µεταφραζόταν σε αδρανοποίηση της πάλης των τάξεων και
    επίτευξη της σταθερότητας του αστικού κοινωνικού συστήµατος. ∆ιάχυτη ήταν παντού και η
    λατρεία, στα όρια της µυθοποίησης, του «Αρχηγού» και η προβολή του ως χαρισµατικού
    ηγέτη, µια συνήθης πρακτική όχι αποκλειστικά των ολοκληρωτικών αλλά γενικά των
    δικτατορικών καθεστώτων. Επιπλέον, έλειπε ο αντισηµιτισµός. Ο Μεταξάς σε συνέντευξή
    του (τον Σεπτέµβριο του 1936) τόνισε ότι η κυβέρνησή του δεν κάνει φυλετικές διακρίσεις.
    Τέλος, έλειπε το κόµµα που θα αγκάλιαζε ασφυκτικά την κοινωνία. Σε συνέντευξή του στην
    Ηχώ των Παρισίων (ό.π.), ο Μεταξάς εξήγγειλε ότι «θα σχηµατίσωµεν Εθνικόν Μέτωπον δια
    της ενώσεως των οπαδών όλων των κοµµάτων», ενώ σε έτερη συνέντευξή του στον Λαϊκό
    Παρατηρητή του Βερολίνου (Völkischer Beobachter) στις 24 Σεπτεµβρίου 1936,
    προανήγγειλε ότι «θα προκύψη έν µέγα Κρατικόν Κόµµα»
    37
    . Τα πρότυπα του Μεταξά για
    αυτό το οραµατιζόµενο «κρατικό κόµµα» διευκρινίστηκαν σε συνέντευξή του προς την εφ.
    Καθηµερινή: «όπως εις την Τουρκίαν υπάρχει το [Ρεπουµπλικανικόν] Λαϊκόν Κόµµα, όπως
    εις την Ιταλίαν υπάρχει το φασιστικόν, και το εθνικοσοσιαλιστικόν εις την Γερµανίαν, ούτω
    και εδώ µε την πάροδον του καιρού θα οργανωθή Εθνική κυβερνητική παράταξις εκ του
    Λαού και από τον Λαόν αρυοµένη την υπόστασιν και την δύναµίν της»
    38
    . Τέτοιο κόµµα δεν
    δηµιουργήθηκε και η ΕΟΝ µόνον µακροπρόθεσµα, µετά την πάροδο µιας γενιάς, θα
    µπορούσε ίσως να φέρει αυτό το επιθυµητό αποτέλεσµα.
    Σε θεσµικό και πρακτικό επίπεδο, το κράτος της 4ης Αυγούστου ήταν
    αντικοινοβουλευτικό, αντικοµµουνιστικό, αυταρχικό και αστυνοµοκρατούµενο. Η παρισινή
    Ηχώ το παροµοίασε µε το καθεστώς του Σαλαζάρ (António de Oliveira Salazar) της
    Πορτογαλίας, λόγω της συνήχησης του µεταξικού «Νέου Κράτους» µε το Estado Novo39
    , µε
    τη διαφορά όµως ότι η Πορτογαλία δεν είχε βασιλεία. Οι (εγκωµιαστικές) αναφορές στη «νέα
    Πορτογαλία» του Σαλαζάρ κατείχαν πάντως κεντρική θέση στις στήλες του Νέου Κράτους

    37 Εφ. Καθηµερινή, 26 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 1.
    38 Εφ. Καθηµερινή, 1 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 1.
    39 Εφ. Καθηµερινή, 18 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 2.
    16
    (του Αρίστου Καµπάνη)
    40
    . Σύµφωνα µε τον Μεταξά, η κυβέρνησή του εγκαθιδρύθηκε, για να
    απαλλάξει τη χώρα από τη «διπλή τυραννία των κοµµάτων και του κοµµουνισµού». Ο
    µειωτικός χαρακτηρισµός «βενιζελοκοµµουνιστής», που προσήπτε το καθεστώς στους
    αντιπάλους του, αποτυπώνει ακριβώς τις δύο κατευθυντήριες πολιτικές συνιστώσες του. Ο
    αντικοµµουνιστικός χαρακτήρας της δικτατορίας διευκρινίστηκε ευθέως στο πρώτο
    διάγγελµα του Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (από ραδιοφώνου στις 10 Αυγούστου 1936):
    «Γνωρίζετε πλέον όλοι τον κίνδυνον τον οποίον διετρέξατε. Γνωρίζετε ότι ολίγον έλειψε να
    καταποντισθώµεν µέσα εις τον πλέον ανόσιον εµφύλιον σπαραγµόν. Γνωρίζετε τι
    παρεσκεύαζον οι τρελοί ανατροπείς του κοινωνικού µας καθεστώτος, οι εχθροί των
    ελληνικών µας παραδόσεων και του ελληνικού µας πολιτισµού. Η υπονόµευσις είχε αρχίσει
    από µακρού καιρού και είχε, βαθµηδόν επιτεινοµένη, περιπλέξει εις τα δίκτυά της πολύν
    ανύποπτον κόσµον, ο οποίος παρεσύρετο εις τον όλεθρον»
    41
    .
    Στον ίδιο λόγο ο Μεταξάς υπογράµµισε τη διττή αποστολή του: την «απολύτρωσιν από
    του διπλού ζυγού, της κοµµουνιστικής τυραννίας και της µικροκοµµατικής τυραννίας». Ο
    κοινοβουλευτισµός χαρακτηρίστηκε µια «τυραννία» που «εδέσµευεν κάθε ελευθέραν
    κίνησιν, κάθε εκδήλωσιν ελευθέρας και ανωτέρας ζωής», και του προσδόθηκε µια µελανή
    εικόνα εξίσου αρνητική µε αυτήν του κοµµουνισµού. Σύµφωνα µε τον Μεταξά, οι
    δηµοκρατικές ελευθερίες οδηγούσαν νοµοτελειακά στην κοµµουνιστική ανατροπή: «Εν τω
    µεταξύ τα κόµµατα. Εις τα οποία οι Έλληνες είχατε επί τόσον χρόνον βασίσει µαταίας
    ελπίδας και τα οποία τοσάκις σας έφεραν εις τον όλεθρον, βουτηγµένα εις την συναλλαγήν, η
    οποία διέφθειρε τα πάντα, µη βλέποντα πέραν των στενών κοµµατικών των υπολογισµών,
    διαπληκτιζόµενα και ερίζοντα µεταξύ των διότι χωρίς τας έριδας αυτάς δεν ηδύνατο να
    ζήσωσιν, εν τω µεταξύ τα κόµµατα είχαν προπαρασκευάσει δια της θολής κοµµατικής ζωής
    των την αποπνικτικήν ατµόσφαιραν, µέσα εις την οποίαν θα εξερρηγνύετο ο κεραυνός της
    κοινωνικής ανατροπής. Είχοµεν φθάσει δύο βήµατα προ του ολέθρου»
    42
    .
    Οι δηµόσιες καύσεις κοµµουνιστικών (και άλλων «υπόπτων») βιβλίων (π.χ. στις 21
    Αυγούστου 1936 στον Πειραιά και τρεις ηµέρες αργότερα στη Σπάρτη) τεκµηριώνουν το
    αντικοµµουνιστικό µένος του Νέου Κράτους. Μέσα στα πλαίσια καταπολέµησης του
    κοµµουνισµού εντάσσεται και η υιοθέτηση και ευρεία χρήση στους λόγους του Μεταξά και
    άλλων λειτουργών του καθεστώτος λέξεων από το αριστερό φρασεολόγιο, π.χ. αγροτιά,

    40 Βλ. ενδεικτικά: Μάνφρεντ Ζαππ, «Η παλαιά και νέα Πορτογαλλία. Το έργο του Ολιβέϊρα Σαλαζάρ», Το Νέον
    Κράτος, αρ. 8, Απρίλιος 1938, σσ. 425-446 και αρ. 9, Μάιος 1938, σσ. 543-559. Φρίδριχ Σίµπουργκ, «Σαλαζάρ
    (ο άνθρωπος και ο θρύλος του)», Το Νέον Κράτος, αρ. 15, Νοέµβριος 1938, σσ. 1243-1248.
    41 Ι. Μεταξάς, Λόγοι και Σκέψεις, ό.π., τόµ. Α´, σσ. 16-17.
    42 Ό.π.
    17
    εργατιά και Νεολαία (τίτλος της περιοδικής επιθεώρησης της ΟΚΝΕ και της ΕΟΝ), όπως και
    η επίκληση των εργατών ως «συναδέλφων και συντρόφων» από τον Μεταξά.
    Ο Μεταξάς και οι συνεργάτες του επαναλάµβαναν σταθερά την απέχθεια τους προς τον
    κοµµουνισµό και τον κοινοβουλευτισµό καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του καθεστώτος· στο ίδιο
    µοτίβο επανερχόταν σε κάθε περίσταση δηµόσιου λόγου του ο «Αρχηγός», π.χ. στα εγκαίνια
    της ΙΑ´ Εκθέσεως Θεσσαλονίκης (6 Σεπτεµβρίου 1936), όπου προβλήθηκε το ευρωπαϊκό
    παράδειγµα των δικτατοριών ως απότοκο οικονοµικών αναγκαιοτήτων και ερµηνεύθηκε ο
    κοµµουνισµός σαν προϊόν ξένης προπαγάνδας: «Το Κράτος πλέον παραλαµβάνει εις χείρας
    αυτού την διεύθυνσιν της οικονοµίας των χωρών και ασκείται υπ’ αυτού εν όλη αυτής τη
    εκτάσει η διευθυνοµένη οικονοµία. Από εκείνης πλέον της στιγµής ο κοινοβουλευτισµός
    παύει να έχη λόγον υπάρξεως. […] Παύει πλέον η ευγένεια η χαρακτηρίζουσα τας σχέσεις
    µεταξύ κοµµάτων, όπως εις την εποχήν της ακµής του κοινοβουλευτισµού. Οι αγώνες
    γίνονται οξύτατοι, αιµατηρότατοι, δια την κατάληψιν της εξουσίας. Παραδείγµατα δε τοιαύτα
    έχοµεν εις την Ελλάδα ιδίως. Μη νοµίσητε, ότι ο εθνικός διχασµός ήτο έργον προσώπων
    µόνον. […] Η κυριωτέρα αιτία είναι η προσπάθεια των κοµµάτων όπως δια παντός τρόπου
    καταλάβουν την εξουσίαν, ίνα έχουν εις χείρας αυτών την εν γένει οικονοµίαν της κοινωνίας
    και των ατόµων. Υπό τοιούτους όρους το κοινοβουλευτικόν πολίτευµα δεν ηδύνατο να ζήση
    πλέον εις την Ευρώπην. Βλέποµεν την πτώσιν αυτού διαδοχικώς εις χώρας πολλάς. Και αν
    ακόµη δεν ήτο ο κοµµουνισµός ο µέγιστος κίνδυνος. Πάντως θα επήρχετο η πτώσις του
    κοινοβουλευτισµού. […] Το δεύτερον φαινόµενον της ελληνικής κοινωνίας, το οποίον
    επροκάλεσε την 4η Αυγούστου ήτο η διαρκής επικράτησις και έντασις του κοµµουνισµού. Ο
    κοµµουνισµός δεν είναι φυτόν αυτοπαραγόµενον εν Ελλάδι. Μας ήλθεν έξωθεν. Ούτε
    δύναται να είπη κανείς, ότι συµβιβάζεται µε τον ελληνικόν χαρακτήρα τον απολύτως
    ατοµικιστικόν. Μας ήλθεν όµως έξωθεν».
    43
    Ο αντικοµµουνιστικός ζήλος του Μεταξά αναζωπυρωνόταν ιδίως όταν αυτός απευθυνόταν
    προς τη νεολαία. Στους φοιτητές του Πανεπιστηµίου Αθηνών επεσήµανε (10 Οκτωβρίου
    1936): «σεις εκινδυνεύσατε να χάσετε το παν από τα χέρια σας. ∆ιότι οι ανατροπείς, οι οποίοι
    πολύ σωστά εσυλλογίσθηκαν να παρασύρουν εσάς µε το µέρος των, δεν εσταµατούσαν εις το
    να σας υποσχεθούν ότι ένας νέος κόσµος θα σας έδιδε κοινωνικήν δικαιοσύνην καλλιτέραν.
    Αλλά και δια να σας δοθή αυτή η δικαιοσύνη έπρεπε να πέσουν όλα και το εβλέπατε και σεις

    43 Ό.π., σσ. 29-30.
    18
    ακόµα ότι έπρεπε να πέσουν όλα, διότι όλα συνδέονται µεταξύ των. Έπρεπε να πέση και η
    Πατρίς».
    44
    ……………………………..

  15. ……………………..

    Η κορυφαία µορφή κρατικής καταστολής θεσπίστηκε µε τον Α.Ν. 117 της 18 Σεπτεµβρίου
    1936 «περί µέτρων προς καταπολέµησιν του κοµµουνισµού και των εκ τούτου συνεπειών»
    και τον Α.Ν. 1073 της 1938 «περί µέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και
    προστασίας των πολιτών». Ο πρώτος νόµος, που αντικατέστησε και διεύρυνε το «Ιδιώνυµο»
    του 1929, θεσµοθέτησε νέα εγκλήµατα (την απεργία, το λοκ-άουτ και τις ιδιωτικές
    συγκεντρώσεις, όπου θεωρείτο a priori ότι οπωσδήποτε θα αναπτύσσονταν ή θα
    εκδηλώνονταν ιδέες ανατρεπτικές του κοινωνικού καθεστώτος της χώρας) και απαγόρευσε
    ουσιαστικά τη διάδοση των πολιτικών ιδεών. Συγκεκριµένα (άρθρο 1), µε φυλάκιση τριών
    τουλάχιστον µηνών και εκτοπισµό έξι µηνών µέχρι δύο ετών «εις τόπον οριζόµενον δια της
    καταδικαστικής αποφάσεως» τιµωρείτο:
    «1) Πας όστις εγγράφως, προφορικώς ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον, αµέσως ή
    εµµέσως, επιδιώκει την διάδοσιν, ανάπτυξιν και εφαρµογήν θεωριών, ιδεών ή κοινωνικών,
    οικονοµικών και θρησκευτικών συστηµάτων τεινόντων εις την ανατροπήν του κρατούντος
    εν τη χώρα κοινωνικού καθεστώτος ή εις την απόσπασιν ή αυτονόµησιν µέρους της
    Επικρατείας ως και ο προσηλυτίζων εις τας θεωρίας, ιδέας και συστήµατα ταύτα καθ’
    οιονδήποτε τρόπον.
    2) Πας όστις προς επίτευξιν των ανωτέρω ανατρεπτικών σκοπών προκαλεί την κήρυξιν
    λοκ-άουτ ή εξωθεί τους εργάτας εις κήρυξιν απεργίας, κηρυχθέντων δε τούτων
    συµβουλεύει, παροτρύνει ή προκαλεί τους απεργούς ή πάντα άλλον εις εκτέλεσιν
    παρανόµων πράξεων».
    Με το άρθρο 3 απαγορεύονταν «αι εν υπαίθρω και εν παντί κλειστώ χώρω συναθροίσεις
    καθ’ ας πρόκειται ν’ αναπτυχθώσι ή οπωσδήποτε εκδηλωθώσιν αι εν άρθρω 1 του παρόντος
    [νόµου] θεωρίαι, ιδέαι και συστήµατα». Το άρθρο 9 απαγόρευε τη σύσταση «Σωµατείων ή
    Ενώσεων δι’ ων επιδιώκονται οι εν τοις ανωτέρω άρθροις του παρόντος Νόµου Σκοποί»
    45
    .
    Σύµφωνα µε το άρθρο 7 του δευτέρου νόµου (1073) η ποινή του εκτοπισµού αφορούσε
    «πάντα καθιστάµενον δια της κοµµουνιστικής αυτού δράσεως επικίνδυνον εις την ∆ηµοσίαν
    Ασφάλειαν», αλλά και «πάντα ύποπτον παραβάσεως του άρθρου 1» του νόµου46
    . Η
    διασταλτική ερµηνεία των «ανατρεπτικών σκοπών» και η καταστολή ακόµη και των
    «υπόπτων» κατέλυε καθ’ ολοκληρίαν τα θεµελιώδη συνταγµατικά δικαιώµατα του

    44 Ό.π., σ. 67.
    45 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 402 (18 Σεπτεµβρίου 1936) σσ. 2123-2124 (Α.Ν. 117).
    Υπογράµµιση του γράφοντος.
    46 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 45 (11 Φεβρουαρίου 1938) σ. 238. Υπογράµµιση του γράφοντος.
    19
    συνέρχεσαι και του συνεταιρίζεσθαι και της ελευθερίας έκφρασης οποιωνδήποτε αντίθετων
    ιδεών (αριστερών, αγροτιστικών, αστικοδηµοκρατικών κλπ.).
    Ο δεύτερος νόµος (1073/1938) θέσπιζε νέες κατασταλτικές πρακτικές, που δεν είχαν
    εφαρµοστεί ποτέ (ή µε τόσο δραµατικό τρόπο) στην Ελλάδα στο παρελθόν: α) τα
    «στρατόπεδα συγκεντρώσεως» (sic)47 των εκτοπιζοµένων (η Ανάφη, η Γαύδος, η Κίµωλος, η
    Μακρόνησος, η Σίκινος, η Σίφνος, η Φολέγανδρος και άλλοι τόποι εξορίας µετατράπηκαν σε
    «ξερονήσια του θανάτου»), β) το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονηµάτων» και γ) τις
    «δηλώσεις µετανοίας» των φυλακισµένων κοµµουνιστών που είχαν εκτίσει τουλάχιστον το
    1/3 της ποινής τους. Τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονηµάτων» χορηγούνταν από το
    υφυπουργείο ∆ηµοσίας Ασφαλείας και χωρίς αυτά ήταν αδύνατο να διοριστεί κανείς στη
    δηµόσια διοίκηση ή να προσληφθεί σε µεγάλες επιχειρήσεις ή σε επιχειρήσεις που
    εξαρτώνταν από το κράτος. Τα συγκεκριµένα πιστοποιητικά και οι συνοδευτικές «δηλώσεις
    µετανοίας» σύντοµα απέκτησαν διασταλτική σηµασία και άρχισαν να χρησιµοποιούνται για
    ποικίλους και διαφορετικούς σκοπούς, όπως η έκδοση διαβατηρίου ή άδειας οδήγησης. Οι
    κατά νοµούς Επιτροπές ∆ηµοσίας Ασφαλείας (οι οποίες είχαν ιδρυθεί για πρώτη φορά το
    1924 µε τη συµµετοχή των αρχών της χωροφυλακής και του στρατού), διαδραµάτισαν
    ανάλογο ρόλο µε τα ποινικά δικαστήρια, ιδίως στον εκτοπισµό κοµµουνιζόντων και
    σλαβοφώνων (της Μακεδονίας), αλλά και πλήθους άλλοτε βουλευτών, υπουργών,
    πολιτευοµένων, καθηγητών πανεπιστηµίου και ανωτάτων στρατιωτικών. Ο αριθµός των
    εκτοπισµένων της δικτατορίας Μεταξά ίσως έφθασε τις 5.000. Πολλά από τα κατασταλτικά
    αυτά εργαλεία (φυλακίσεις, δικαστικοί και διοικητικοί εκτοπισµοί και βασανιστήρια,
    ορισµένες φορές µέχρι θανάτου των κρατουµένων) υιοθετήθηκαν από το εµφυλιακό και
    µετεµφυλιακό κράτος, και αναβίωσαν κατά τη χούντα των συνταγµαταρχών. Η
    επαγγελµατοποίηση και η εκπαίδευση των δυνάµεων ασφαλείας χρησιµοποιήθηκε επίσης ως
    µέσο για την αναµόρφωση της δηµόσιας ηθικής και των κοινωνικών αξιών, όπως το ίδιο το
    καθεστώς τις αντιλαµβανόταν (συντηρητικά) καθώς και µε µαθήµατα για τα δεινά του
    κοινοβουλευτισµού, που παρέδιδε αυτοπροσώπως ο Μεταξάς επισκεπτόµενος τις Σχολές της
    Αστυνοµίας. Η αυταρχική συµπεριφορά των κατώτερων οργάνων ασφαλείας, η
    παρακολούθηση των υπόπτων και η καταστολή κάθε διαµαρτυρίας συνιστούσαν πτυχές ενός
    καθεστώτος που επιδίωκε να ελέγξει ολοκληρωτικά τη ζωή των υπηκόων του48
    .

    47 Ό.π., σ. 239.
    48 Για τις κατασταλτικές πρακτικές του καθεστώτος βλ. γενικά Ρούσσος Σ. Κούνδουρος, Η Ασφάλεια του
    καθεστώτος. Πολιτικοί κρατούµενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα 1924-74, (Αθήνα: Καστανιώτης, 1978),
    σσ. 104-122. Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., σσ. 401-446.
    20
    Ο αυταρχικός και ανελεύθερος χαρακτήρας του καθεστώτος καταφαίνεται από µια σειρά
    από άλλους θεσµικούς παράγοντες: ο στρατιωτικός νόµος που κηρύχθηκε την 4η Αυγούστου
    δεν ήρθη πριν την πτώση του το 1941 (παρά µετά την Απελευθέρωση το 1944). Ιδιαίτερα οι
    παραµεθόριες περιοχές βρίσκονταν υπό εξαιρετικά ανελεύθερο καθεστώς παρακολούθησης
    και ελέγχου από τις στρατιωτικές αρχές. Ο Α.Ν. 376 της 14 ∆εκεµβρίου 1936 «περί µέτρων
    ασφαλείας οχυρών θέσεων» χαρακτήριζε τους έντεκα παραµεθόριους νοµούς της χώρας ως
    «αµυντικές περιοχές», εκάστη των οποίων περιελάµβανε µία εσωτερική, περιµετρική
    «απηγορευµένη ζώνη» και µία εξωτερική «επιτηρουµένη ζώνη». Ο νόµος απαγόρευε
    «απολύτως» την είσοδο µη στρατιωτικών προσώπων στην «απηγορευµένη ζώνη» και την
    εγκατάσταση «αλλοδαπών» και «µη Ελλήνων την Εθνικότητα» στην «επιτηρουµένη ζώνη».
    Προέβλεπε επίσης ότι η απαγόρευση αυτή µπορούσε µε Βασιλικό ∆ιάταγµα να επεκταθεί και
    «επί των ήδη εγκατεστηµένων τοιούτων αλλοδαπών ή αλλογενών». Ο νόµος αυτός
    συνοδεύτηκε από την απειλή των διοικητικών εκτοπίσεων: οι Επιτροπές Ασφαλείας
    εξουσιοδοτούνταν να αποφασίσουν την εκτόπιση «µέχρι πέντε ετών» από την «επιτηρουµένη
    ζώνη» εκείνων των ατόµων και των οικογενειών τους που κρίνονταν ύποπτοι για την
    ασφάλεια της περιοχής. Θύµατα αυτού του νόµου ήταν οι συνήθεις «ύποπτοι» σλαβόφωνοι,
    που συνέχιζαν να κατοικούν εκεί, και που η ετερότητά τους ταυτιζόταν µε την ξένη
    (βουλγαρική) προπαγάνδα και τον κοµµουνισµό. Γενικότερα, το καθεστώς της 4ης
    Αυγούστου αποτέλεσε τοµή στη στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στους σλαβόφωνους
    υπηκόους του, καθώς κατέβαλε συντονισµένες προσπάθειες για τον γλωσσικό εξελληνισµό
    τους και από την «ήπια» αφοµοίωση της Β´ Ελληνικής ∆ηµοκρατίας πέρασε στην πρακτική
    της καταστολής. Μετά τη δηµοσίευση του νόµου «περί συστάσεως Υπηρεσίας Αµύνης του
    Κράτους» τον Ιανουάριο του 1936 τα µέτρα καταστολής, κυρίως η «παρακολούθησις των
    πάσης φύσεως ξένων προπαγανδών», η επιβολή προστίµων σε όσους µιλούσαν δηµόσια το
    ιδίωµα και οι εκτοπίσεις υπόπτων για παρακίνηση κατοίκων «εις απείθειαν προς τας αρχάς»,
    ήταν «πολύ σκληρά». Ο αριθµός των σλαβόφωνων οικογενειών που εκτοπίστηκαν στο
    εσωτερικό της χώρας και στα νησιά είναι ιστορικά αδιευκρίνιστος, αλλά σίγουρα ανέρχεται
    σε αρκετές δεκάδες49
    .

    49 Για την αφοµοιωτική πολιτική του µεταξικού καθεστώτος απέναντι στους σλαβόφωνους βλ. Χριστίνα Βάρδα,
    «Όψεις της πολιτικής αφοµοίωσης στη δυτική Μακεδονία στο Μεσοπόλεµο», Τα Ιστορικά 18-19 (Ιούνιος-
    ∆εκέµβριος 1993) σσ. 151-170. Βασίλης Κ. Γούναρης, «Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας: Η πορεία της
    ενσωµάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940», Μακεδονικά 29 (1993-1994) σσ. 209-237. Φίλιππος
    Κάραµποτ, «Σλαβοµακεδόνες και κράτος στην Ελλάδα του Μεσοπολέµου», Ίστωρ 10 (∆εκέµβριος 1997) σσ.
    235-278. Λένα ∆ιβάνη, Ελλάδα και µειονότητες. Το σύστηµα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών
    (Αθήνα: Καστανιώτης, 1999), σσ. 345-348. Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευµένη γλώσσα. Κρατική καταστολή
    των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία (Αθήνα: Μαύρη Λίστα, 2000), σσ. 112-180. Ιάκωβος ∆.
    21
    Σε θεωρητικό επίπεδο, η ιδεολογία του µεταξικού καθεστώτος συµπυκνωνόταν στον
    «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισµό». Η πνευµατική δηµιουργία θα ήταν αποκλειστικά µια ελληνική
    υπόθεση. «Θέλωµεν να κάµωµεν πολιτισµόν Ελληνικόν», είπε ο Μεταξάς στους κατοίκους
    της Κοµοτηνής στις 7 Οκτωβρίου 1936. «∆εν θέλοµεν τους ξένους πολιτισµούς. Θέλοµεν
    ιδικόν µας πολιτισµόν, τον οποίον να τον ωθήσωµεν και να τον κάµωµεν ανώτερον από
    όλους τους πολιτισµούς εις την άκρην αυτήν της Ευρώπης»
    50
    . Ο «Τρίτος Ελληνικός
    Πολιτισµός» συνιστούσε απόρριψη των «ξενότροπων ηθών και εθίµων», αναβάπτιση στις
    «ωραίες ελληνικές παραδόσεις» και επιστροφή «εις τας αιωνίους πηγάς», συνδυάζοντας τα
    εκλεκτότερα στοιχεία της αρχαίας κλασικής και της βυζαντινής παράδοσης. Κατά την οµιλία
    του στην περιφερειακή διοίκηση της ΕΟΝ στα Ιωάννινα στις 13 Ιουνίου 1937 ο Μεταξάς
    ανέφερε: «Από τώρα πρέπει να είσθε ετοιµασµένοι δι’ αυτό που θα κάµετε. Τότε, εσείς, θα
    ιδήτε τον τρίτον πολιτισµόν, τον ελληνικόν. Ο πρώτος επέρασε και δεν δύνασθε να τον
    ξανακάµετε σεις, ούτε είναι δουλειά σας. Ήτο πολιτισµός ο οποίος είχε µεγάλο πνεύµα. Του
    έλειπεν όµως η θρησκευτική πίστις. Ήλθεν ο δεύτερος ελληνικός πολιτισµός (ο Βυζαντινός).
    Αυτός είναι δυνατόν να µην έκαµε µεγάλα έργα διανοίας. Είχε όµως βαθειά θρησκευτική
    πίστι. Και τώρα έρχεσθε σεις και θα ανανεώσετε και τους δύο αυτούς πολιτισµούς και από
    µέσα και από µια βαθειά πολύ θρησκευτικήν πίστιν, θα κοιτάξετε πως θα ατενίσετε τα έργα
    των µεγάλων προγόνων σας, θάλποντες αυτά από µέσα από την πίστιν την θρησκευτικήν την
    οποίαν έχετε ως χριστιανοί».
    51
    Οι συνιστώσες αυτού του πολιτισµού ήταν «Βασιλεύς, Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» µε
    αξιολογική ιεράρχηση, όπου η Πατρίς, δηλαδή το έθνος αποτελούσε το υπέρτατο αγαθό που
    περιέκλειε όλα τα άλλα. Η βασιλεία παρέµεινε αδιαφιλονίκητος κεντρικός θεσµός ακόµη και
    µετά την ενίσχυση της θέσης του Μεταξά το 1938 (βλ. παραπάνω). Η ανέγερση και τα
    πανηγυρικά αποκαλυπτήρια (9 Οκτωβρίου 1938) των αδριάντων του «Μεγαλοµάρτυρος»
    (sic) Βασιλέως Κωνσταντίνου στο Πεδίον του Άρεως και στη Θεσσαλονίκη (και προτοµών
    του σε άλλες επαρχιακές πόλεις) πιστοποιούν τον ακατάλυτο ηθικό δεσµό που συνέδεε τον
    Μεταξά µε τον εστεµµένο µέντορά του. Στο «σχέδιον Συντάγµατος» του Μεταξά (βλ.
    παραπάνω), το «πρόσωπον του βασιλέως δεν υπάγεται υπό συζήτησιν»
    52
    . Η θρησκεία
    εργαλειοποιήθηκε από το Νέον Κράτος για την καταπολέµηση του µαρξιστικού υλισµού
    µεταξύ των λαϊκών και εργατικών τάξεων. Τον Αύγουστο του 1936 ιδρύθηκε η Αποστολική

    Μιχαηλίδης, «Το “Νέον Κράτος” και οι σλαβόφωνοι», στο: Θάνος Βερέµης (επιµ.), Ο Μεταξάς και η εποχή του
    (Αθήνα: Ευρασία, 2009), σσ. 181-190.
    50 Μ. Πετράκη, ό.π., σ. 241.
    51 Ι. Μεταξάς, Λόγοι και Σκέψεις, ό.π., τόµ. Α´, σσ. 197-198.
    52 Λ. Μεταξά (επιµ.), ό.π., σ. 9.
    22
    ∆ιακονία της Ελλάδος για την «εξύψωσιν του θρησκευτικού φρονήµατος του λαού, εντός των
    απαραφθόρων παραδόσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας», την «τόνωσιν και πρακτικήν
    εκδήλωσιν του πνεύµατος της κοινωνικής ενότητος και αλληλεγγύης» καθώς και τη
    «συναντίληψιν και καθοδήγησιν της πνευµατικής ζωής του εργαζοµένου λαού».
    53
    Ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισµός υπερακόντιζε σίγουρα τις παραδοσιακές αξίες. Ο (κατά
    την Μαρίνα Πετράκη) «εκπολιτιστικός εθνικισµός» του Μεταξά καλλιέργησε (σε υπέρτατο
    βαθµό) την αντίληψη του εκλεκτού λαού που είχε αποστολή να εκπολιτίσει τον κόσµο και
    άγγιξε τα όρια του σωβινισµού. Ο Νικολούδης έγραψε στο Νέον Κράτος: «Το Έθνος είναι η
    συνισταµένη όλων των ιδανικών µας […] η πολιτική µας είναι ιδεαλιστική […] µαζί µε την
    µορφήν του νέου κράτους, θα εκπηδήση και ο νέος πολίτης Έλλην, που κατά φυσικήν
    συνέπειαν, θα είναι και ανώτερος άνθρωπος».
    54 Ο Μεταξάς κήρυττε µε θέρµη την πίστη του
    στη διαχρονική λάµψη του ελληνικού πνεύµατος, µε έµφαση στο πνεύµα της αρχαίας
    Σπάρτης ως «το καταλληλότερον αρχαίον πρότυπον» (λόγο της απόλυτης πειθαρχίας προς τις
    αρχές και τις εξουσίες της πολιτείας), αλλά και στον λαϊκό (νεοελληνικό) πολιτισµό. Η
    γλαφυρότερη απόδοση αυτού του «σπαρτιατικού» ιδεώδους διατυπώθηκε από µια απρόσµενη
    κατεύθυνση, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο σε µια έκδοση του Γραφείου Πνευµατικών
    Υπηρεσιών το 1937: «η δωρική αρετή, η τραχύτητα του ήθους, η ανεξιλέωτη κι αυστηρή
    εκείνη στρατιωτική αγωγή, που εκµηδένιζε το άτοµο […] και που δεν είχε άλλο σκοπό παρά
    να δηµιουργήσει από τους λιγοστούς ∆ωριείς του Ευρώτα αρχηγούς λαών, ικανούς και την
    πατρίδα να διευθύνουν και στους άλλους να δείξουν τη δύναµή τους […] το πρότυπο της
    δωρικής αρετής […] οι Σπαρτιάτες αγωνίστηκαν µε την αδάµαστη αρετή τους, για να
    θεµελιώσουν τη δόξα και το µεγαλείο του τόπου των. ∆εν λογάριασαν ούτε τη στέρηση ούτε
    τον κόπο· ανέβασαν τον ασκητισµό της στρατιωτικής ζωής σε περιωπή κοσµοθεωρίας·
    υπόταξαν το άτοµο στο σύνολο, το ιδιωτικό συµφέρον στο γενικό καλό, τη δίψα της ατοµικής
    επιβιώσεως στην ανάγκη της αναδείξεως της χώρας. […] κατόρθωσαν να δηµιουργήσουν το
    ιδανικό πρότυπο της ωργανωµένης πολιτείας και να το παραδώσουν αδιάφθορο στους
    αιώνες»
    55
    .
    Παρά τα βήµατα του µεταξικού καθεστώτος προς έναν «αυταρχικό εκσυγχρονισµό» της
    νεωτερικότητας, παρόµοιο µε αυτόν του υποδείγµατος του ιταλικού φασισµού56
    , η
    οικοδόµηση του φασισµού στη µεταξική Ελλάδα υπήρξε από πολλές απόψεις ατελής και οι

    53 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 378 (31 Αυγούστου 1936) σσ. 1971-1972 (Α.Ν. 41).
    54 Θ. Νικολούδης, «Το Νέον Κράτος», Το Νέον Κράτος αρ. 1 (Σεπτέµβριος 1937) σ. 5.
    55 Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Μορφές της ελληνικής γης (Αθήνα: Γραφείο Πνευµατικών Υπηρεσιών, 1937), σσ. 59-
    61.
    56 Emilio Gentile, Φασισµός. Ιστορία και ερµηνεία, µετ. Ευάγγελος Κατσιφός, Αθήνα: Ασίνη, 2007, σ. 314.
    23
    παραδοσιακοί θεσµοί της Εκκλησίας, της θρησκείας και της οικογένειας διατήρησαν ακέραιη
    την ισχύ και την αυτοτέλειά τους. Ο Μεταξάς κάλεσε εξαρχής (σε ραδιοφωνική του οµιλία,
    10 Αυγούστου 1936) του νέους να σταθούν στο ύψος «της µόνης πραγµατικότητος [που
    είναι] το Ελληνικόν Έθνος» και να αντισταθούν σε νέες ιδέες. Το πολιτικό ύφος του Μεταξά
    δεν ήταν ριζοσπαστικό, δεν εισήγαγε δραστικά νέους κώδικες αξιών, αλλά αναπαρήγαγε
    περισσότερο τον ελληνικό συντηρητικό πολιτικό λόγο της προδικτατορικής περιόδου. Σε
    αντίθεση προς τους ιταλούς φασίστες, που θεωρούσαν την πολιτική από µόνη της ως απόλυτη
    και υπέρτατη αξία, προχώρησαν σε µια ρητορική «ιεροποίηση της πολιτικής» και επιδίωξαν
    να αφοµοιώσουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο, ψυχή τε και σώµατι, στις δοµές του
    φασιστικού Κράτους (περιορίζοντας την παρουσία του καθολικισµού και της βασιλείας –τους
    παραδοσιακούς θύλακες της συντηρητικής τάξης πραγµάτων), ο Έλληνας δικτάτορας σε λόγο
    του προς γονείς και δασκάλους (19 Οκτωβρίου 1939) εξήρε την ορθόδοξη ταυτότητα, την
    «Ελληνική Εκκλησία», το Έθνος και την οικογένεια, η οποία αποτελούσε, κατά τον ίδιο, «το
    κύτταρον της ελληνικής κοινωνίας». Ενώ οι πρώτοι φαντάζονταν (µεταπλάθοντας τις διδαχές
    των κοινωνιολόγων Roberto Michels και Vilfredo Pareto) µια κοινωνία οργανωµένη και
    υποταγµένη σε µια «πολιτική αριστοκρατία», σε µια τάξη σύγχρονων Πλατώνων (που
    ενσαρκωνόταν στο Gran Consiglio του φασιστικού κόµµατος), αυτό δεν θα µπορούσε και
    των πραγµάτων να συµβεί στην ελληνική περίπτωση, όπου ο Μεταξάς περιβαλλόταν
    (ηθεληµένα) από έναν στενό κύκλο άσηµων ή περιορισµένων ικανοτήτων ανθρώπων και τα
    πάντα εξαρτόνταν από τον ίδιο57
    .
    Στα πλαίσια της πολιτιστικής στράτευσης για τα ιδανικά του έθνους περιλαµβανόταν και η
    πρόθεση για τη δηµιουργία µιας αληθινά εθνικής τέχνης. Τον Σεπτέµβριο του 1936 ιδρύθηκε
    ο Οργανισµός Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης µε σκοπό «την µελέτη, προστασία, προαγωγή και
    διάδοση της Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», διαµέσω της ίδρυσης αρχείου, µουσείου,
    βιβλιοθηκών κλπ.
    58
    . Το περιεχόµενο του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισµού απεικονιζόταν
    εναργέστερα «καλλιτεχνικά» παρά κειµενικά, µέσω δηµόσιων θεαµατικών τελετών και
    θεατρινίστικων παραστάσεων που δήλωναν το αρχαίο και το νέο κάλλος του ελληνισµού (µε
    έµφαση στις παραδοσιακές φορεσιές, στη λαϊκή τέχνη και στο δηµοτικό τραγούδι). Η πρώτη
    µεγάλη εκδήλωση αυτής της πρακτικής, που χρησιµοποιούσαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα
    της Ευρώπης, αφορούσε στην εκατονταετηρίδα του Πανεπιστηµίου Αθηνών (18-24 Απριλίου

    57 Π. Βατικιώτης, ό.π., σσ. 341-343, 350. Πρβλ. Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων. Ο Σύντοµος Εικοστός
    Αιώνας, 1914-1991, µετ. Βασίλης Καπετανγιάννης, Αθήνα: Θεµέλιο, 20042
    , σ. 156. Emilio Gentile, The
    Sacralization of Politics in Fascist Italy, µετ. Keith Botsford, Harvard University Press 1996, σσ. 153-154. Του
    ιδίου, Φασισµός, ό.π., σσ. 102, 125, 133, 182-183.
    58 Εφ. Καθηµερινή, 4 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 3.
    24
    1937) και συνοδεύτηκε από την αλληγορική «Επίκλησιν προς την θεάν Αθηνά», µια
    δραµατοποιηµένη παγανιστική ιεροτελεστία µε προπαγανδιστικά συνδηλούµενα που έλαβε
    χώρα στον προαύλιο χώρο του Παρθενώνα. Οι κατά καιρούς λαµπαδηδοφορίες της ΕΟΝ, που
    αντέγραφαν τις ανάλογες τελετουργίες των φασιστικών και ναζιστικών νεολαιών,
    εντάσσονται σε αυτό το ρεύµα µυστικοποίησης του καθεστώτος. Η εικόνα όµως του
    εκλεκτού λαού δεν προωθήθηκε µεθοδικά και δεν αποτέλεσε έκφραση ενός επιθετικού, αλλά
    ενός αµυντικού εθνικισµού για την τόνωση της αυτοπεποίθησης του ελληνικού λαού στους
    δύσκολους καιρούς που διένυε. Μιλώντας προς τον λαό των Ιωαννίνων στις 13 Ιουνίου 1937
    ο Μεταξάς τόνισε ότι «πρώτον σας έκαµα να αισθάνεσθε µε υπερηφάνειαν ότι είσθε
    Έλληνες»
    59
    . ……………………………………………….

  16. ………………………………….

    Η πολιτική στον πολιτιστικό τοµέα
    Σε πνευµατικό επίπεδο, καινοτοµία αποτέλεσε η στροφή του µεταξικού καθεστώτος προς τη
    δηµοτική γλώσσα. Ο ίδιος ο Μεταξάς χρησιµοποιούσε στους λόγους του µια απλουστευµένη,
    πλήρως κατανοητή από τον λαό γλώσσα και προέτρεπε τους νέους συγγραφείς να γράφουν
    στη γλώσσα «εις την οποίαν ο µέγας ποιητής Σολωµός έγραψε τον Εθνικόν ύµνον». Η
    προσπάθεια να καλλιεργηθεί και να καθιερωθεί η δηµοτική χαρακτηρίστηκε από τον Μεταξά
    «προσπάθεια κατ’ εξοχήν εθνική και λαϊκή» και, µεταξύ άλλων, ήταν αποτελεσµατικό
    εργαλείο για την αφοµοίωση των ξενοφώνων. Τον Αύγουστο του 1936 (Α.Ν. 40) η χρήση της
    δηµοτικής διευρύνθηκε στις τέσσερεις πρώτες τάξεις του δηµοτικού σχολείου και το 1939
    (Α.Ν. 1644) επεκτάθηκε και στις δύο τελευταίες. Τη στροφή αυτή συµπύκνωνε η τοποθέτηση
    του δηµοτικιστή λογοτέχνη και δηµοσιογράφου Κωστή Μπαστιά (εκδότη των Ελληνικών
    Γραµµάτων και συνεργάτη του Αλέξανδρου ∆ελµούζου) στη θέση του γενικού διευθυντή
    Γραµµάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Η ίδρυση του ΟΕΣΒ (προδρόµου
    του ΟΕ∆Β) σκόπευε να καταπολεµήσει την κερδοσκοπία «κάποιων βιβλιοκαπήλων» και τη
    διάθεση των σχολικών βοηθηµάτων στους µαθητές «εις φθηνάς τιµάς». Στις 28 Νοεµβρίου
    1938 ο Μεταξάς ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά το υπουργείο Παιδείας και στις 14 ∆εκεµβρίου
    όρισε µια επιτροπή υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη (καθηγητή της γλωσσολογίας στο
    Πανεπιστήµιο της Θεσσαλονίκης) για τη σύνταξη του τόµου Β´ της νεοελληνικής
    γραµµατικής για τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς –η Νεοελληνική γραµµατική της δηµοτικής
    τυπώθηκε τον Ιούνιο του 1941.62 Τα πολιτικά συνδηλούµενα αυτής της κίνησης
    υποδηλώνονταν στον τόµο Α´, ο οποίος συνιστούσε την Ιστορική Εισαγωγή της γραµµατικής:
    «το κράτος πρέπει να µιλήση στο λαό µε τη γλώσσα του και µόνο µε αυτή είναι δυνατό να
    τον µορφώση». Η «νέα κοινή» θα γινόταν «όργανο ενός νέου πολιτισµού ελληνικού». Η
    «µητρική γλώσσα των νέων Ελλήνων» θα γινόταν, «κατάλληλα καλλιεργηµένη, άξιο όργανο
    ενός νεοελληνικού πολιτισµού». Το «νέο γλωσσικό ιδανικό» του µεταξικού καθεστώτος
    επαγγελλόταν «ένα άνθισµα νεοελληνικού πολιτισµού […] ελληνικού πολιτισµού
    πρωτότυπου» (δηλαδή του Τρίτου Ελληνικού) και θα στοιχειοθετούσε «την ορµή και τη

    61 Εφηµερίς της Κυβερνήσεως τεύχος Α´, αρ. 469 (19 Νοεµβρίου 1937) σσ. 3017-3019 (Α.Ν. 952 «περί ιδρύσεως
    Οργανισµού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων»).
    62 Μανόλης Α. Τριανταφυλλίδης, Νεοελληνική Γραµµατική (της δηµοτικής) (εν Αθήναις: ΟΕΣΒ, 1941), σ. 445.
    26
    θέληση του έθνους για µια πραγµατική αναγέννηση».
    63 (Στον δεύτερο τόµο, του 1941, αυτές
    οι αναφορές στην κοινή γλώσσα, ως γλωσσικό «όργανο ενός νέου πολιτισµού ελληνικού»,
    απαλείφθηκαν από τα Προλεγόµενα και την Ιστορική Εισαγωγή, οι οποίες συντάχθηκαν εκ
    νέου από τον Τριανταφυλλίδη: Νεοελληνική Γραµµατική (της δηµοτικής), ό.π., σσ. λ-λα´.
    Πέρα από τις πολιτικές συνδηλώσεις, η εκπαιδευτική και πολιτισµική πολιτική του
    καθεστώτος είχε και ουσιαστικό καλλιτεχνικό αντίκρισµα. Ο Μεταξάς, ένας ιδιαίτερα
    καλλιεργηµένος άνθρωπος, τοποθέτησε το θέατρο «εις την πρώτην γραµµήν του
    κυβερνητικού ενδιαφέροντος» και επιδίωξε «µίαν γενικωτέραν καλλιτεχνικήν αφύπνησιν»
    των «ευρυτέρων µαζών του λαού».
    64 Συµµετείχε ενεργά στην ανάπτυξη της θεατρικής τέχνης
    (αυτοτελώς αλλά και ως προπαγανδιστικού εργαλείου) και έλαβε µια σειρά µέτρων ώστε το
    θέατρο να πλησιάσει περισσότερο τον λαό. Στις 14 Μαΐου 1938 θεµελιώθηκε το Βασιλικό
    Θέατρο της Θεσσαλονίκης και στις 8 ∆εκεµβρίου 1939 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Λυρικού
    Θεάτρου Αθηνών (της σηµερινής Εθνικής Λυρικής Σκηνής)· ενισχύθηκε οικονοµικά το
    Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας (το οποίο τέθηκε υπό τη γενική διεύθυνση του Κ. Μπαστιά),
    επιχορηγήθηκε αδρά ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά
    παραστάσεις αρχαίου ελληνικού δράµατος στο θέατρο της Επιδαύρου και
    συστηµατοποιήθηκαν αυτές στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, και συστήθηκαν περιοδεύοντες
    θιάσοι (το «Άρµα Θέσπιδος») – τµήµατα του Βασιλικού Θεάτρου, τα οποία θα διέδιδαν την
    τέχνη στις πιο απόµακρες περιοχές της χώρας. Η Εργατική Εστία επιδοτούσε τα εργατικά
    εισιτήρια για καλλιτεχνικές παραστάσεις και απέκτησε µάλιστα δικό της θέατρο στον
    Πειραιά για την ανύψωση του µορφωτικού επιπέδου των εργατών. Στις 19 ∆εκεµβρίου 1938
    εγκαινιάσθηκε από τον Μεταξά η Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών,
    65 την οποία είχε εµπνευστεί
    ο Παντελής Πρεβελάκης, ως κέντρο «προς διοργάνωσιν διαλέξεων, εκθέσεων, συναυλιών,
    εορτών εν γένει και άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων» και ως εντευκτήριο συνάντησης
    λογοτεχνών και καλλιτεχνών (βλ. παραπάνω, άρθρο 2 του ιδρυτικού νόµου). Η καλλιτεχνική
    έκφραση δεν αφέθηκε ωστόσο απολύτως ελεύθερη. Με τον Α.Ν. 446 «περί θεάτρου» της 25
    Ιανουαρίου 1937 θεσπίστηκαν αυστηρές ρυθµίσεις (ο σεβασµός προς τα δηµόσια ήθη και η
    απαγόρευση εκφοράς κοµµουνιστικών και άλλων ανατρεπτικών ιδεών). Το 1937 έγιναν
    περικοπές στην παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, ενώ η διδασκαλία του Επιτάφιου του
    Περικλέους στα σχολεία απαγορεύτηκε (λόγω των δηµοκρατικών του διδαχών).

    63 Μανόλης Α. Τριανταφυλλίδης, Νεοελληνική Γραµµατική, τόµ. Α´ (Ιστορική Εισαγωγή) (Αθήνα: Οίκος
    ∆ηµητράκου, 1938), σσ. 9, 163, 167-169.
    64 Εφ. Καθηµερινή, 16 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 3 και 26 Σεπτεµβρίου 1936, σ. 1.
    65 Εφ. Καθηµερινή, 20 ∆εκεµβρίου 1936, σ. 1.

    …………………………………………….

  17. Για τη συνεργασία των διανοουμένων με το δικτατορικό καθεστώς:
    —————————————————————————————

    Η λογοτεχνική διανόηση και η δικτατορία του Μεταξά, του Νίκου Σκοπλάκη

    «…ο Κωστής Μπαστιάς αναγορεύθηκε υπεύθυνος του καθεστώτος για τα Γράμματα και τις Τέχνες με διευρυμένες δικαιοδοσίες, ο Παντελής Πρεβελάκης ήταν συνεργάτης του Μπαστιά ως διευθυντής Καλών Τεχνών, ο Άγγελος Τερζάκης συνεργάστηκε με τον Μπαστιά από τη θέση του γραμματέα στο Βασιλικό Θέατρο, ο Γιώργος Σεφέρης διορίστηκε από το 1937 διευθυντής στο Γραφείο Εξωτερικού Τύπου υπό τον ενορχηστρωτή του οικοδομήματος της μεταξικής προπαγάνδας, Θεολόγο Νικολούδη, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος συμμετείχε στο Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης, ο Κλέων Παράσχος και η Ειρήνη Αθηναία συνεργάζονταν στη λογοκρισία των εντύπων, ο Τέλλος Άγρας εργαζόταν στο Γραφείο Προπαγάνδας της ΕΟΝ, ο Στράτης Μυριβήλης είχε αναλάβει τμηματάρχης β΄ στην Βιβλιοθήκη της Βουλής».

    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://rednotebook.gr/2017/08/logotechniki-dianoisi-ke-diktatoria-tou-metaxa-tou-nikou-skoplaki/&ved=2ahUKEwj52-bm0dfgAhXG6qQKHWn9C8gQFjAAegQIBhAB&usg=AOvVaw3N99DN_PGRgSZ5ek8r9A-M&cshid=1551123839907

    https://rednotebook.gr/2017/08/logotechniki-dianoisi-ke-diktatoria-tou-metaxa-tou-nikou-skoplaki/

  18. Της Αμύνης τα παιδιά έφεραν τον Μεταξά!

    Γιώργος Λυκοκάπης 4 Αυγούστου 2019

    «Θα κάνουμε ό,τι και στην Ιταλία που χάρις στον φασισμό προοδεύει». Αυτά ήταν τα λόγια του στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα προς τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Ελευθέριο Βενιζέλο τον Μάρτιο του 1933. Μόλις είχε κερδίσει τις εκλογές η αντιβενιζελική παράταξη, το Λαϊκό Κόμμα. Οι μνήμες του Εθνικού Διχασμού ήταν ακόμα νωπές. Υπήρχε ο φόβος πως η κυβέρνηση των Λαϊκών σχεδίαζε μαζικές συλλήψεις στελεχών του βενιζελικού κόμματος, ακόμα και εκτελέσεις.

    Για τον Πλαστήρα η επιβολή δικτατορίας ήταν μονόδρομος, όχι όμως (ακόμα) για τον Βενιζέλο. Θεωρούσε πως μία απόπειρα πραξικοπήματος θα αποτύχει. Απέρριψε την ιδέα λέγοντας το μνημειώδες, «Άστο Πλαστήρα, δεν είσαι Μουσολίνι». Ο σπουδαίος Έλληνας αξιωματικός, ο βενιζελικός κινηματίας που είχε ανατρέψει δύο φορές την μοναρχία στην Ελλάδα, δεν ήταν ο μόνος που επιδοκίμαζε το φασιστικό φαινόμενο εκείνη την εποχή.

    Τα θυμηθήκαμε αυτά, λόγω της ημέρας. Έχουν περάσει 82 χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, αλλά έχει σημασία να δούμε το κλίμα της εποχής. Η ελίτ της μεσοπολεμικής Ελλάδας θαύμαζε τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Το 1928 στο «Κοινοβούλιο ή δικτατορία» ο Σεραφείμ Μάξιμος έγραφε εμφατικά πως «κάθε επιχειρηματίας, βιομήχανος ή τραπεζίτης καταλήγει στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα χρειάζεται έναν δικτάτορα»!

    Τα δημοσιεύματα των μεγαλύτερων ελληνικών εφημερίδων της εποχής αποθέωναν τον Ντούτσε. Πληθώρα άρθρων επαινούσαν τον δικτάτορα που «έκανε την Ιταλία παγκόσμια δύναμη, εξουδετερώνοντας την κομμουνιστική απειλή». Δεν αναπτύχθηκε, όμως, στην Ελλάδα ένα μαζικό φασιστικό κόμμα με ερείσματα στους μικροαστούς και παραστρατιωτικές ομάδες κρούσης, σε αντίθεση με την Ιταλία και τον εθνικοσοσιαλισμό στην Γερμανία.

    Η ελληνική φασιστική οργάνωση «3Ε» είχε μερικές εκατοντάδες ένοπλα μέλη, όταν οι στρατιές των Μελανοχιτώνων και των Ταγμάτων Εφόδου έφτασαν να αριθμούν εκατομμύρια. Το πελατειακά δίκτυα των παραδοσιακών κομμάτων παρέμειναν ισχυρά στον Μεσοπόλεμο, επομένως δεν υπήρχε γόνιμο έδαφος να αναπτυχθεί ο φασιστικός ακτιβισμός στις μάζες.

    Η περίπτωση του Πάγκαλου
    Οι κοινωνικές συνθήκες επέτρεψαν την εκδήλωση μίας σειράς στρατιωτικών κινημάτων, επικεφαλής των οποίων ήταν παλιοί βενιζελικοί αξιωματικοί. Υιοθέτησαν μερικά στοιχεία του φασισμού, σαν ιδεολογικό προκάλυμμα για τα αυταρχικά τους καθεστώτα. Ήταν όμως ένας φασισμός χωρίς φασίστες.

    Χαρακτηριστική η περίπτωση του παλιού βενιζελικού στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου που κατέλαβε την εξουσία με αναίμακτο πραξικόπημα το καλοκαίρι του 1925. Ο «Έλλην Μουσολίνι» όπως αυτοαποκαλούνταν, ήταν αρχικά δημοφιλής στα λαϊκά στρώματα, λόγω της διαφθοράς των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων.

    Η απεχθής πραιτωριανή φρουρά του Παγκάλου, τα «Δημοκρατικά Τάγματα», ήταν μία παραστρατιωτική οργάνωση που προσπάθησε να μιμηθεί τα ένοπλα αποσπάσματα του φασιστικού καθεστώτος, χωρίς όμως επιτυχία. Ήταν ίσως το μοναδικό πραξικόπημα στην Ελλάδα που δεν επικαλέστηκε τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Πανούργος ο στρατηγός είχε κατορθώσει να συμμαχήσει ευκαιριακά με το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να μετατραπεί λίγο μετά σε αμείλικτο διώκτη του.

    Η παντελής αποτυχία του καθεστώτος στην οικονομία και οι πολεμικοί του τυχοδιωκτισμοί προκάλεσαν την ανατροπή του τον Αύγουστο του 1926 από ένα στρατιωτικό κίνημα που επανέφερε τον κοινοβουλευτισμό. Όπως έγραψε ο Τύπος της εποχής «ούτε ένα χέρι δεν υψώθηκε εναντίον της ανατροπής του». Έμοιαζε να μην υπήρχαν πλέον οι συνθήκες για την εκδήλωση ενός πραξικοπήματος στην Ελλάδα. Μέχρι που ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση το 1929.

    Το αποτυχημένο «Κίνημα του Μαρτίου»
    Η τότε κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου άρχισε να γίνεται όλο και περισσότερο αυταρχική έναντι των αυξανόμενων εργατικών διεκδικήσεων. Αποκορύφωμα η ψήφιση του αντιδημοκρατικού νόμου που έμεινε γνωστό ως «Ιδιώνυμο» (καλοκαίρι του 1929). Ακόμα και οι συμμετέχοντες σε μια ειρηνική διαδήλωση κινδύνευαν πλέον με φυλάκιση.

    Ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων εις βάρος στελεχών της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Να σημειωθεί ότι ο Βενιζέλος απέρριψε τη σύσταση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου να διώκονται με το Ιδιώνυμο και οι φασιστικές ομάδες, ταυτόχρονα με τις οργανώσεις των κομμουνιστών και της Αριστεράς.

    Όπως είδαμε παραπάνω, ο στρατηγός Πλαστήρας πίεζε τον Βενιζέλο να εγκρίνει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 1933. Ο Βενιζέλος δίσταζε αρχικά. Άλλαξε, όμως, γνώμη μετά από την απόπειρα δολοφονίας που εκδηλώθηκε εναντίον του, δύο μόλις μήνες μετά την εκλογική του ήττα.

    Έχοντας την πεποίθηση ότι παράγοντες του Λαϊκού Κόμματος σχεδίασαν την απόπειρα πήρε μία μοιραία απόφαση. Έδωσε το πράσινο φως στον Πλαστήρα να οργανώσει ένα πραξικόπημα το 1935. Το «Κίνημα του Μαρτίου» όπως έμεινε στην ιστορία απέτυχε παταγωδώς. Η τότε κυβέρνηση το κατέστειλε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ενώ καμία ξένη χώρα δεν υποστήριξε τους κινηματίες. Ο Πλαστήρας και ο Βενιζέλος κατέφυγαν ταπεινωμένοι στο εξωτερικό.

    Ο «Ντούτσε» της Ελλάδας
    Ακόμα και τα μετριοπαθή στελέχη των Βενιζελικών δεν γλίτωσαν τις μαζικές διώξεις που ακολούθησαν εναντίον τους. Η ακραία πτέρυγα των αντιβενιζελικών απαιτούσε να εκτελεστούν οι κινηματίες, με τον Γεώργιο Βλάχο από την στήλη της Καθημερινής να υποστηρίζει μέχρι και τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού. Σε αυτήν την τεταμένη ατμόσφαιρα ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για πραξικοπηματική παλινόρθωση της μοναρχίας.

    Ο Κονδύλης ήταν ένας αποστάτης του βενιζελικού στρατοπέδου. Από ορκισμένος εχθρός της μοναρχίας μετατράπηκε σε φανατικό υποστηρικτή της. Ήταν ένας ιδιαίτερα φιλόδοξος και ικανός αξιωματικός, με σημαντικά ερείσματα στο στράτευμα. Ήταν ο κινηματίας που είχε ανατρέψει τον δικτάτορα Πάγκαλο το 1926 και είχε συντρίψει την εξέγερση των «Δημοκρατικών Ταγμάτων» που ακολούθησε.

    Η κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, υπό τον Παναγή Τσαλδάρη, ήταν εύκολη λεία για τον Κονδύλη. Τον Οκτώβρη του 1935 ο στρατηγός επέβαλε ένα δικτατορικό καθεστώς, χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Οργάνωσε με συνοπτικές διαδικασίες δημοψήφισμα για την επαναφορά της μοναρχίας, στο οποίο σημειώθηκε νοθεία πρωτοφανούς έκτασης. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 98% των ψήφων καταμετρήθηκε υπέρ της βασιλείας!

    Θαύμαζε απεριόριστα τον Μουσολίνι, με τον οποίο είχε άριστες σχέσεις. Είχε το όραμα να γίνει ο Ντούτσε της Ελλάδας, ο ισχυρός άνδρας ενός αυταρχικού καθεστώτος, με τον μονάρχη ως ανδρείκελο. Υπολόγιζε όμως χωρίς τον βασιλιά Γεώργιο, ο οποίος δεν είχε ξεχάσει το αντιμοναρχικό παρελθόν του στρατηγού.

    Η δρόμος προς τον Μεταξά
    Αιφνιδιάζοντας τους πάντες, ο βασιλιάς κατόρθωσε να εξαναγκάσει τον στρατηγό σε παραίτηση τον Νοέμβριο του 1935. Δεν θα μάθουμε ποτέ πως θα αντιδρούσε ο Κονδύλης, καθώς απεβίωσε αιφνιδίως δύο μήνες μετά. Με τη στάση του ο μονάρχης κέρδισε την εκτίμηση του πολιτικού κόσμου, ακόμα και του εξόριστου Βενιζέλου.

    Ο βασιλιάς Γεώργιος φυσικά δεν εμφορούνταν από δημοκρατικές ευαισθησίες. Θα υποστήριζε την επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα μόνο αν ο επικεφαλής της ήταν άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Ο Γεώργιος μόνο έναν άνθρωπο εμπιστευόταν τυφλά. Ήταν ο παραδοσιακός φίλος της μοναρχίας, ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος επέβαλε την δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936, με τις ευλογίες του Παλατιού.

    \https://slpress.gr/idees/tis-aminis-ta-paidia-eferan-ton-metaxa/

  19. Το αντιδικτατορικό κίνημα στα Χανιά το 1938
    81 χρόνια από τη μεγαλύτερη μαζική αντίδραση κατά της δικτατορίας Μεταξά

    Ένα λίγο-πολύ άγνωστο γεγονός στην ελληνική πολιτική ιστορία, αποτελεί το αντιδικτατορικό κίνημα του ανυπότακτου Κρητικού λαού κατά της δικτατορίας Μεταξά που εκδηλώθηκε στα Χανιά στις 29 Ιουλίου 1938. Ένα κίνημα σχεδόν αυθόρμητο, που θα μπορούσε να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις και να εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, εάν υπήρχε σωστή προετοιμασία και απουσίαζε η… αφέλεια κάποιων από τους οργανωτές του.

    Η δικτατορία του Μεταξά επιβλήθηκε, στις 4 Αυγούστου 1936 με την ανοχή του αστικού πολιτικού κόσμου και την εύνοια του Παλατιού. Το μίσος του δικτάτορα για τη δημοκρατία ήταν γνωστό από νωρίς. «Θεωρώ τον κοινοβουλευτισμόν εκπεσόντα και θα αγωνισθώ προς έξοδον εξ αυτού» δήλωνε το 1934. Παρόλα αυτά, παρότι ήταν δηλωμένος θαυμαστής των φασιστικών καθεστώτων Χίτλερ και Μουσολίνι που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη, ο πολιτικός κόσμος δεν έπραξε τίποτα για να του φράξει έγκαιρα το δρόμο.

    Έτσι, όταν στις 5 Μάρτη 1936 ο Γεώργιος ο Β΄ έκανε τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή, πολλοί επικρότησαν. Ο Βενιζέλος, σε επιστολή του από το Παρίσι στον Λ. Ρούφο, σχολίαζε: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τον Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το Υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν…».

    Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, έργο Μεταξά-βασιλιά Γεώργιου Β΄
    Στην πραγματικότητα βέβαια το παλάτι υπουργοποιώντας τον Μεταξά δεν απέτρεπε τη δικτατορία, αλλά επέλεγε αυτόν που θα έπρεπε να την κάνει. Δύο μήνες αργότερα, στις 27 Απρίλη, ο Μεταξάς γίνεται πρωθυπουργός στη θέση του αποθανόντα Δεμερτζή και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από το σύνολο σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου. Τρεις μέρες μετά, η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της μέχρι την 1η Οκτώβρη, δίνοντας στην κυβέρνηση το δικαίωμα να εκδίδει, έως τότε, διατάγματα. Με δύο τέτοια διατάγματα υπογεγραμμένα από τον Γεώργιο Β’, ένα που ανέστειλε βασικά άρθρα του συντάγματος και ένα που διέλυε τη Βουλή, εγκαθιδρύθηκε στις 4 Αυγούστου η Μεταξική δικτατορία.

    «Ότι δεν έκαναν οι πολιτικοί αρχηγοί ενάντια στη δικτατορία το καταπιάστηκε μόνος του ο λαός» αναφέρει στο βιβλίο του «Το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης» ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. «Οι εργαζόμενοι οργανώνονται, παλεύουν. Στήνουν πρόθυμο το αυτί στην πατριωτική φωνή του ΚΚΕ που τους καλεί να συγκροτήσουν ενωμένοι το αντιδικτατορικό μέτωπο πάλης… Στελέχη των δημοκρατικών κομμάτων, δημόσιοι υπάλληλοι και δημοκράτες αξιωματικοί συνεργάζονται με τους κομμουνιστές για τη συγκρότηση αντιδικτατορικού μετώπου». Αν και ο στόχος ήταν κοινός, η πτώση της δικτατορίας, υπήρχαν δύο γραμμές. Εκείνη του ΚΚΕ για κοινή αντιδικτατορική δράση όλων των πολιτικών δυνάμεων και οργανώσεων προκειμένου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου να ανατραπεί μέσα από την οργάνωση και δράση του λαού και εκείνη των αστικών αντιδικτατορικών κομμάτων που δεν ήθελαν το λαό στο προσκήνιο αλλά προσέβλεπαν στην πτώση της δικτατορίας με πρωτοβουλία του – συνένοχου της δικτατορίας– βασιλιά ή με κάποιο στρατιωτικό κίνημα.

    Ο κομμουνιστής Βαγγέλης Κτιστάκης, ηγέτης
    του αντιδικτατορικού κινήματος των Χανίων

    Η αντιδικτατορική δράση του Χανιώτικου λαού

    Στα Χανιά αντιφασιστική δράση υπήρξε πολύ πριν την 4η Αυγούστου. Ήδη από το 1934 η εφημερίδα «Λευτεριά», με διευθυντή τον κομμουνιστή Βαγγέλη Κτιστάκη, όργανο των αντιφασιστών της Κρήτης προειδοποιεί για τον επερχόμενο φασισμό. Τον Ιούνη το Πρωτοδικείο Χανίων εγκρίνει το καταστατικό της «Αντιφασιστικής Ένωσης Κρήτης» που καλεί το λαό να πυκνώσει τις γραμμές της και να παλέψει ενωμένος ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο. Το δημοψήφισμα για την παλινόρθωση της βασιλείας το Νοέμβρη του 1935 βρίσκει στο δρόμο τους Χανιώτες. «Ο απειλούμενος εξοπλισμός βασιλοφρόνων δια την επιτυχίαν της παλινορθώσεως της τυραννίας, δεν δύναται να φοβήση ημάς από του να διακηρύξωμεν ότι δεν θα αναγνωρίσωμεν τον Γεώργιον εάν αποδεχθή να βασιλεύσει» γράφει ψήφισμα προς την κυβέρνηση που εκδόθηκε για την παλλαϊκή απεργία στις 26 Σεπτέμβρη 1935.

    Τρεις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, το Νοέμβρη του 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς, προβληματισμένος από τα δημοκρατικά αισθήματα του Κρητικού λαού, κατεβαίνει στο νησί για να παραστεί στον γιορτασμό της επετείου στο Αρκάδι. Ελάχιστοι με τη βία συγκεντρωμένοι τον υποδέχονται στη Σούδα, ενώ χιλιάδες προκηρύξεις πετιούνται στους δρόμους της πόλης. Στις 7 Μάρτη 1937, επιχειρεί νέα περιοδεία αυτή τη φορά μαζί με το βασιλιά. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής «Στην αποβάθρα τους υποδέχεται ο δημοκράτης δήμαρχος Χανίων Γιάννης Μουντάκης. Χαιρετίζει το βασιλιά και του ζητά να διώξει το δικτάτορα και να αποκαταστήσει το Σύνταγμα. Προκηρύξεις κυκλοφορούν και πάλι. Το βράδυ αντιφασίστες κόβουν το ηλεκτρικό ρεύμα στην ώρα του επίσημου γεύματος στον Δημοτικό Κήπο… Στον Φουρνέ η ασπίδα που είχαν στήσει για την υποδοχή τους μπουρλοτιάζεται από τον ψυχωμένο Λακιώτη αντιφασίστα νεολαίο Διονύση Μάντακα. Το ίδιο και στις Καλύβες του Αποκόρωνα. Ο Γιώργης Τζομπανάκης με τους φίλους του έκαψαν την ασπίδα και την πέταξαν στη θάλασσα. Εβδομήντα ένοπλοι συγκεντρωμένοι στις κορφές του Βαρύπετρου, περιμένουν το σύνθημα να κατέβουν στο δρόμο να πιάσουν το βασιλιά και το Μεταξά και να τους ανεβάσουν στο Θέρισο… Οι δημοκρατικοί πολιτευτές αμφιταλαντεύονται, διστάζουν, τα μετρούν και τα ξαναμετρούν. Κι ενώ είχαν συμφωνήσει για την απαγωγή τους στο Θέρισο που θα σήμαινε το τέλος του φασισμού στην Ελλάδα, την κρίσιμη στιγμή μετάνιωσαν». Λίγες ημέρες αργότερα στο μνημόσυνο του Ελ. Βενιζέλου, πραγματοποιήθηκαν νέες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις. Ύστερα από τους επίσημους ομιλητές, βγήκε στο βήμα ο Ευτύχης Παλλήκαρης, εκπρόσωπος του Αντιφασιστικού Μετώπου, «τέτοιος ήταν ο Βενιζέλος. – είπε – αγωνιστής για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωση με την Ελλάδα. Αν ζούσε, δεν θα δέχονταν τις αλυσίδες της δικτατορίας».

    Την ίδια περίοδο, Άνοιξη του 1937 ιδρύεται στα Χανιά και η αντιφασιστική “Φιλική Εταιρία”, στην οποία συμμετέχουν βενιζελικοί, κομμουνιστές, δημοκράτες, εργάτες, αγρότες, επιστήμονες και ανυπότακτοι αξιωματικοί, με πρόεδρος τον Σταύρο Παπαδοκωνσταντάκη.

    Μέλη της επαναστατικής επιτροπής: αριστερά
    εικονίζεται ο Αριστομένης Μητσοτάκης

    Η προετοιμασία του κινήματος

    Το Πάσχα του 1938 κατέβηκε στα Χανιά ο Αριστομένης Μητσοτάκης, παλιός πολιτευτής Χανίων και ανιψιός του Ελευθερίου Βενιζέλου. Είχε διατελέσει υπουργός στην κυβέρνηση Παπαναστασίου και από νωρίς είχε έρθει σε διαφωνία με τον Βενιζέλο. Σε συνάντηση που ζήτησε με εκπροσώπους της Φιλικής Εταιρίας, στο ξενοδοχείο «Μινέρβα» στο λιμάνι, μετέφερε μια ωραιοποιημένη εικόνα σύμφωνα με την οποία κόμματα και δημοκρατικές οργανώσεις στην Αθήνα ήταν έτοιμα για δυναμική αναμέτρηση με τη δικτατορία και του είχαν αναθέσει την ευθύνη της Κρήτης. «Τον Απρίλη του 1938 – γράφει στα απομνημονεύματά του ο Μάρκος Βαφειάδης που εκείνο το διάστημα είχε αναλάβει την καθοδήγηση του ΚΚΕ στην Κρήτη – πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα Χανιά με τη συμμετοχή του Αρ. Μητσοτάκη, αρχηγού της “αριστεράς” των Φιλελευθέρων, Ιωάν. Μουντάκη Δημάρχου Χανίων και του αντιπροσώπου της ΚΟ Κρήτης Μ. Βαφειάδη… Η σύσκεψη διαπιστώνει την ανάγκη συντονισμού του λαϊκού αντιδικτατορικού αγώνα και, με προτεραιότητα τον ένοπλο, αποφασίζει και υπογράφει συμφωνία που θα περιλάβει τους εξής όρους: 1) Ανατροπή της δικτατορίας. 2) Σχηματισμός αντιδικτατορικής κυβέρνησης απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής που διέλυσε η δικτατορία και εκλογές με αναλογική. 3) Επαναφορά των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών, κατάργηση του ιδιωνύμου, του θεσμού της εξορίας, των αντιδημοκρατικών νόμων της δικτατορίας».

    Ο στρατηγός Εμμανιουήλ Μάντακας

    Η Ασφάλεια που προσπαθεί απεγνωσμένα να εντοπίσει το μηχανισμό της Φιλικής Εταιρίας αναγκάζει το Μητσοτάκη με την απειλή της σύλληψης να φύγει για την Αθήνα, αλλά παρά την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και διαρκείς εκτοπίσεις κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών, η προετοιμασία της εξέγερσης συνεχίζεται. Πυρήνες οργανώνονται στα χωριά του Αποκόρωνα και της Κυδωνίας, ενώ σε επίσκεψή του στον Ομαλό ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής εξασφαλίζει και την υποστήριξη του στρατηγού Μάντακα. Ο Μητσοτάκης επιστρέφει στα Χανιά μέσα του Ιούλη και πραγματοποιεί νέες συναντήσεις την ίδια ώρα που οι βενιζελικοί πολιτευτές διστάζουν και κωλυσιεργούν.

    Όλοι βρίσκονται εν αναμονή του «συνθήματος από την Αθήνα». Όμως στην Αθήνα η εικόνα δεν ήταν αυτή που μετέφερε ο Μητσοτάκης στους συνομιλητές του. Όπως γράφει ο Γρ. Δαφνής, την ιδέα της κρητικής εξέγερσης είχε συλλάβει ο στρατηγός Αχ. Πρωτοσύγγελος. «Το σχέδιόν του ήτο απλούν: Ολαι αι φρουραί της Κρήτης, στηριζόμεναι εις τον κρητικόν λαόν, θα προέβαινον εις την δήλωσιν ότι ηρνούντο να υπακούουν πλέον εις την κυβέρνησιν Μεταξά και θα εζήτουν από τον βασιλέα να την αντικαταστήση. Εάν ο βασιλεύς, εν τη επιθυμία του να αποφύγη εκστρατεία κατά της Κρήτης, συγκατάνευε, τότε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθή. Εάν, αντιθέτως, ο βασιλεύς εξουσιοδότει τον Μεταξάν να χτυπήση τους Κρήτας, τότε ούτοι θα έπρεπε να κρατήσουν μερικάς ημέρας, ώστε εν τω μεταξύ να δοθή η δυνατότης κινητοποιήσεως των επί της Ηπειρωτικής Ελλάδος αντιδικτατορικών δυνάμεων.
    Το σχέδιο τούτο – καταλήγει ο Δαφνής – εγνώριζε και είχεν υιοθετήσει ο Α. Μητσοτάκης, εις τον οποίον ανετέθη η ηγεσία της εξεγέρσεως εις την Κρήτην». Στην ουσία δηλαδή, επρόκειτο για ένα σχέδιο προβληματικό καθώς βασιζόταν αποκλειστικά στην Κρήτη. Αν ληφθεί υπόψη ότι η εξέγερση περιορίστηκε στα Χανιά και δεν επεκτάθηκε στην Κρήτη, και ότι για την υπόλοιπη Ελλάδα δε υπήρξαν προετοιμασίες για εξέγερση, τότε γίνεται αντιληπτό πως το κίνημα των Χανίων ήταν θνησιγενές. Τίποτα όμως από αυτά δεν μπορεί να αμαυρώσει το μεγαλείο της αδούλωτης ψυχής του Χανιώτικου λαού. Στις 29 Ιούλη του 1938 τα Χανιά μίλησαν για λογαριασμό ολάκερης της Κρήτης, ολάκερης της Ελλάδας.

    Ο πρόεδρος της «Φιλικής Εταιρείας»
    Χανίων Σταύρος Παπαδοκωνσταντάκης

    Η εξέγερση ξεσπά… και καταρρέει

    Το ραντεβού ορίστηκε για τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουλίου 1938. Το πρωί της παραμονής πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο ιατρείο του δημάρχου Γιάννη Μουντάκη. Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής: «Πήγαμε δύο από τη Φιλική Εταιρεία. Περιμέναμε σύσκεψη της Επαναστατικής Επιτροπής και βρήκαμε σύναξη στελεχών. Ο Μητσοτάκης που τις τελευταίες μέρες είχε πάρει τα μέτρα του για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, έστειλε τους αντιπροσώπους του. Αντιπροσώπους έστειλαν και οι βενιζελικοί. Ήταν κι ο αντιπρόσωπος της κομμουνιστικής οργάνωσης Χανίων. Όλοι – όλοι καμιά δεκαπενταριά…

    Κανένα μέτρο προφύλαξης. Πειράγματα, αστεία, φωνές. Μερικοί περίεργοι από τα γειτονικά μαγαζιά – το ιατρείο βρισκόταν στο κέντρο της παλιάς πόλης κοντά στην πλατεία της Σπλάντζιας – ήρθαν να ρωτήσουν τι συμβαίνει. Η κίνηση ασυνήθιστη, η πόρτα ανοιχτή, ένας τοίχος μας χώριζε από το δρόμο. “Ο δήμαρχος βαφτίζει” ήταν η απάντηση. Οι περίεργοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι, έλεγαν κανένα χωρατό, χαμογελούσαν πονηρά, έφευγαν. Ένας είπε: “Καλά κρασιά”. Αλλος: “Η ώρα η καλή”». Μέσα σε τέτοιες συνθήκες «συνομωτικότητας» με μία σύσκεψη που κράτησε όλο κι όλο μισή ώρα, η εξέγερση ορίστηκε περί τις 2 το πρωί της 29ης Ιουλίου. Από στόμα σε στόμα κ η είδηση έφτασε αστραπιαία παντού.

    Από τις 12 τα μεσάνυχτα ομάδες αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο Ορφανοτροφείο, άλλοι άοπλοι, άλλοι οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα, μάλλιγχερ μακριά και κοντά, γκράδες και γκραδάκια, μάουζερ, τιλεμπέλ, τσιφτέδες, μερικά τόσο σκουριασμένα που αμφίβολο αν θα έπαιρναν φωτιά. Σφαίρες ελάχιστες, αλλά ηθικό υψηλό. Η ώρα περνά, αλλά από τους ηγέτες κανείς ακόμα. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής, «ύστερα από είκοσι χρόνια μαθεύτηκε πως και την τελευταία στιγμή αμφιταλαντεύονταν». Τελικά φτάνουν στη συγκέντρωση περασμένες 4.

    Το πλήθος κινείται. Καταλαμβάνεται αναίμακτα η Στρατώνα στη Σούδα, το Τηλεγραφείο, η Γενική Διοίκηση, τα γραφεία της Διοίκησης Χωροφυλακής, της Μεραρχίας, της Ασφάλειας και τα Αστυνομικά τμήματα. Στα γραφεία του 14ου Συντάγματος συνεδριάζουν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Σφακιανάκης, ο Γενικός Γραμματέας Ιππόλυτος, ο διοικητής της Μεραρχίας, ανώτεροι υπάλληλοι τα έχουν χαμένα και παραδίνονται.

    Πρακτικό συνεδρίασης της Επαναστατικής Επιτροπής

    Αστεία τα μέτρα προφύλαξης

    Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι συλλήψεις και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προφύλαξη της εξέγερσης από τους εχθρούς της εν πολλοίς ήταν αστεία. Γράφει ο Χατζηαγγελής: «Δεν πήραμε στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και ασφάλειας. Ύστερα από την κατάληψη των αρχών και τη σύλληψη των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της δικτατορίας, δεν αφοπλίσαμε τη χωροφυλακή. Παντού μπήκαν ένοπλοι επαναστάτες, παντού κάποιος χωροφύλακας χαμογελούσε “κι εμείς μαζί σας – προσχωρούμε”, παντού κάποιος βενιζελικός παράγοντας βρισκόταν από μηχανής θεός ν’ αποτρέψει τον αφοπλισμό, την απομάκρυνση, την αντικατάσταση από τον επαναστατημένο λαό, που είχε την ευθύνη για την τάξη. Δεν αφοπλίστηκε ολοκληρωτικά ο στρατός, δεν εγκαταστάθηκε από την πρώτη στιγμή στους στρατώνες λαός, να γίνει λόχος, τάγμα, να στήσει καζάνι, να πάρει παλάσκες και γυλιό. Δεν απομονώθηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ο υπουργός Σφακιανάκης οδηγήθηκε από ενόπλους στο σπίτι του. Μπορεί να βρέθηκε και κάποιος που να του ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση. Κάποιος έπεισε τους ενόπλους να μείνουν στο σπίτι του να τον φυλάνε μήπως και τον πειράξει κανείς. Του άφησαν και το τηλέφωνο να τηλεφωνήσει στους φίλους του στα Χανιά, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο πως χαίρει άκρας υγείας και να μην ανησυχούν».

    Τα ξημερώματα μεταδόθηκε το παρακάτω διάγγελμα:

    «Προς την Α. Μ. τον Βασιλέα
    Προς τας ενόπλους δυνάμεις
    Προς τον ελληνικό λαό

    Στρατός και λαός αδελφωμένοι κατέλυσαν αρχάς λαομισήτου τυραννίας εκπροσωπούμενης υπό του στρατηγού Μεταξά. Ανακτήσας ελευθερίας αυτού απευθύνεται προς την Α. Μ. τον Βασιλέα και ζητεί την άμεσον απομάκρυνσιν της τυραννικής Κυβερνήσεως Μεταξά, την αποκατάστασιν του κράτους του νόμου και των λαϊκών ελευθεριών και τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως Εθνικής Σωτηρίας εκ των αρίστων Ελλήνων, αδιακρίτως πολιτικών παρατάξεων, προς αντιμετώπισιν των αμεσοτάτων εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, τους οποίους διατρέχει η χώρα μας και διά την δημιουργίαν μιας νέας Ελλάδος, πράγματι ηνωμένης ψυχικώς και ικανής να αντιμετωπίση με σθένος και φρόνησιν τας δυσκόλους στιγμάς, που διέρχεται η ανθρωπότης. Με αδελφικόν χαιρετισμόν προς τας ενόπλους δυνάμεις και ολόκληρον τον λαόν. Ζήτω Ο Βασιλεύς, ζήτω η Ελλάς.

    Η Επαναστατική Επιτροπή:
    Μητσοτάκης, Βολουδάκης, Μουντάκης, Παΐζης,
    Μάντακας στρατιωτικός διοικητής».

    Επαναστατικός ενθουσιασμός αλλά και ηττοπάθεια

    Το πρωί της Παρασκευής 29 Ιουλίου βρίσκει τους Χανιώτες σε επαναστατικό ενθουσιασμό αλλά και ανήσυχους. Στις 11π.μ. γίνεται λαϊκή συγκέντρωση στην Πλατεία Σιντριβανιού. Η εξέγερση έχει πετύχει, αλλά οι ομιλητές από τον εξώστη του κέντρου «ΒΙΜ», με πρώτο τον Μητσοτάκη, επιβεβαιώνουν πως το κίνημα των Χανίων είναι μοναδικό στο νησί. Στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε φροντίσει από τα πριν να ειδοποιήσει την υπόλοιπη Κρήτη ή να την εντάξει στο σχεδιασμό της εξέγερσης πρότι αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.

    “Το πρώτο χτύπημα στο ηθικό των εξεγερμένων επιτεύχθηκε όταν κυβερνητικά αεροπλάνα έριξαν προκηρύξεις με σκληρές δηλώσεις του Μεταξά που προειδοποιούσαν τους στασιαστές με άμεση επέμβαση και τιμωρία. Ακολούθησε το συλλαλητήριο των εξεγερμένων μπροστά στο δημαρχείο όπου ο Μητσοτάκης αποκάλυψε στο πλήθος ότι κανείς άλλος δεν είχε κινηθεί σε όλη την Κρήτη, τους ζήτησε να επιστρέψουν στα σπίτια τους για να φάνε (!) και μετά να γίνει επιστράτευση για να κατευθυνθούν στο Ηράκλειο και να το καταλάβουν. Οι λόγοι αυτοί ήταν εντελώς ακατάλληλοι για την περίσταση, πάγωσαν εντελώς τους προσχωρήσαντες που κατάλαβαν ότι ήταν εντελώς απομονωμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα και ουσιαστικά χωρίς ελπίδα. Σιγά – σιγά ο κόσμος αραίωνε και όλοι κατευθύνονταν στα σπίτια τους και στα χωριά τους για να μην επιστρέψουν εκ νέου. Την ίδια στιγμή εκτός του Μάντακα που σχεδίαζε επιστρατεύσεις επί χάρτου στο στρατόπεδο που είχε καταληφθεί, κάθε οργάνωση των επαναστατών είχε παραλύσει και ακόμη και ο ίδιος ο Μητσοτάκης σκεφτόταν πως να αναστείλει την ενέργεια”.

    Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» της 20-8-1938
    με τις εκτιμήσεις για το κίνημα των Χανίων

    Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση

    Το μούδιασμα του λαού ήταν αναπόφευκτο. Και αντί οι ηγέτες του κινήματος να τον εμψυχώσουν, υποτίμησαν τη νοημοσύνη και τις διαθέσεις του όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής ” (Ο Μητσοτάκης) δεν τόνισε την σημασία της πάλης ενάντια στο λαομίσητο φασισμό και της αλλαγής που θα γινόταν με την αποκατάση της Δημοκρατίας. Δε ζήτησε από το λαό συγκεκριμένα τι να κάνει, ποια είναι τα καθήκοντα της στιγμής ‘Πηγαίνετε στα σπίτια σας να φάτε και τ’ απόγευμα ελάτε στη στρατώνα να πάμε για Ρέθυμνο, Ηράκλειο’ Ο λαός αντί να ενθουσιαστεί πάγωσε ακόμα πιο πολύ”. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προς το τέλος του συλλαλητηρίου δύο αεροπλάνα ρίχνουν στην πόλη μια προκήρυξη του Δικτάτορα Μεταξά ο οποίος δήλωνε αποφασισμένος να πατάξει «τους στασιαστάς διά παντός μέσου», ενημερώνοντας ταυτοχρόνως ότι «παντού της Ελλάδος επικρατεί απόλυτος τάξις και ησυχία».

    Σε λίγο άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο Σφακιανάκης είχε ενημερώσει και κινητοποιήσει τις αρχές. Εναντίον των εξεγερμένων κινήθηκαν ισχυρές δυνάμεις. Περίπολοι γέμισαν τους δρόμους και άρχιζαν να αφοπλίζουν τους ένοπλους επαναστάτες όπου τους έβρισκαν. Αντίσταση ουσιαστική δεν υπήρξε, γιατί δεν είχε προβλεφτεί κάτι τέτοιο. Στα γραφεία της Μεραρχίας η Χωροφυλακή συνέλαβε τον Μάντακα, ο οποίος ουσιαστικά ούτε που περίμενε μια τέτοια εξέλιξη. Κατάφεραν όμως να τον απελευθερώσουν λίγο αργότερα οι Λακκιώτες.
    Στις 12.50 το μεσημέρι ο Σφακιανάκης τηλεγραφούσε στην Κυβέρνηση: «Η Γενική Διοίκησις, το Σύνταγμα και τα λοιπά δημόσια καταστήματα ανακατελήφθησαν. Οι στασιασταί διελύθησαν». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μέσω ραδιοφώνου ολόκληρη η Ελλάδα άκουγε ανακοίνωση του υφυπουργείου Τύπου με την οποία αναγγελλόταν η πλήρης καταστολή του κινήματος.
    «Χθες την νύκτα ομάς 400 περίπου ενόπλων υπό την ηγεσίαν των Μητσοτάκη, Μουντάκη και Χατζηαγγελή εισήλθεν εις την πόλιν των Χανίων και επωφελούμενη της ελλείψεως στρατιωτικής δυνάμεως, κατέλαβε την πόλιν. τα αίτια και οι σκοποί του απονενοημένου του κινήματος παραμένουν μέχρι της στιγμής άγνωστα. ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ειδοποιηθείς αμέσως διέταξε εν τω άμα την αποστολην ισχυράς στρατιωτικής ναυτικής και αεροπορικής δυνάμεως”

    Φυλακισμένοι για συμμετοχή στο Κίνημα των Χανίων
    Το Μεταξικό καθεστώς εκδικείται

    Παρά την αποτυχία της η αντιφασιστική εξέγερση του Χανιώτικου λαού έπεσε σα βάλσαμο στις καρδιές των ανθρώπων που τις πλάκωνε ο βραχνάς του φασισμού. Το ηθικό του λαού παραμένει ακμαίο. Μάταια η δικτατορία προσπαθεί να τρομοκρατήσει εξαπολύοντας άγριο διωγμό εναντίον όσων είχαν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. Συλλήψεις, διώξεις, βασανισμοί είναι το μόνιμο μοτίβο και όχι μόνο στα Χανιά. Την 1η Αυγούστου με προκήρυξή τους οι Κρητικοί της Αθήνας και του Πειραιά επιδοκιμάζουν την εξέγερση και καταγγέλουν την δικτατορία για τις μαζικές συλλήψεις 500 Κρητικών σε Αθήνα και Πειραιά και για πλήθος συλλήψεων στη Θεσσαλονίκη.
    Στα Χανιά στρατιωτικός νόμος και διαγγέλματα. Ο στρατιωτικός διοικητής Σακόραφος καλεί «πάντας να παραδώσωσι τα εις χείρας των όπλα και στρατιωτικά είδη», απαγορεύει την κυκλοφορία καθ’ ομάδας και την κυκλοφορία πέραν της 10ης νυκτερινής. Στέλνεται στο νησί στρατός, πολεμικά, χωροφυλακή, με επικεφαλής το γνωστό Κουρεμπανά. Διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Κρήτης ο μετέπειτα «μεγάλος πατριώτης» της κατοχής Τσολάκογλου. Όμως οι προσκλήσεις και οι απειλές για την παράδοση των όπλων πέφτουν στο κενό. Ο λαός τα φυλάει σαν τα μάτια του. Στις 11 Αυγούστου κατεβαίνει στα Χανιά ο ίδιος ο υπουργός στρατιωτικών Παπαδήμας με πρώτη του σκοτούρα τα όπλα.
    Παράλληλα στήνεται και το πρώτο στρατοδικείο. Στην δίκη που ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου και κράτησε έξι ημέρες, από 69 κατηγορούμενους καταδικάζονται ερήμην σε θάνατο οι Μητσοτάκης, Μουντάκης, Βολουδάκης και Μπακλατζής και οι Μάντακας, Καφάτος, Εμμ. Μουντάκης και Γεωργιλαδάκης σε ισόβια. Ακολούθησαν το επόμενο διάστημα οι δίκες της β’ σειράς με 75 κατηγορούμενους, της γ’ με 59, της δ’ με 58 και τελευταία εκείνη των στρατιωτικών με την κατηγορία παράβασης καθήκοντος και εντολών ανωτέρων. Ο στρατιωτικός διοικητής της εξέγερσης Εμ. Μάντακας καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια δεσμά και ερήμην σε 20 χρόνια κάθειρξη ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. Οι συλληφθέντες, που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, γέμισαν τις φυλακές του Ιντζεδίν, της Αίγινας, των Τρικάλων, της Πύλου, της Κέρκυρας.

    Οι φυγόδικοι

    Οι ερήμην καταδικασθέντες επικεφαλείς του κινήματος παραμένουν φυγόδικοι αρχικά στους Κάμπους της ορεινής Κυδωνίας και στη συνέχεια πιο ψηλά στο Μαδαρό, το τελευταίο ριζίτικο χωριό πριν την άγρια ερημιά των Λευκών Ορέων. Τους πάνω κάτω πενήντα νοματαίους που έχουν απομείνει ενώνει ο κοινός σκοπός, η πτώση της δικτατορίας, αλλά σπαράσσουν οι διαφωνίες. Μητσοτάκης και Μουντάκης θέλουν να μαζέψουν κόσμο και να ξαναμπούν στα Χανιά, Βολουδάκης και Μπακλατζής συνιστούν φρόνηση και αναμονή. Μετά και την εμφάνιση του πρώτου αποσπάσματος που πλησίασε τον καταυλισμό τους, οι φυγόδικοι αναγκάζονται, κυρίως κάτω από την πίεση του Βολουδάκη να καταφύγουν στ’ Ασκύφου των Σφακίων. Εκεί και μετά από πολλές διαφωνίες πείθεται και ο Βολουδάκης και καταστρώνεται σχέδιο για νέα εξέγερση με ορίζοντα την 16η Οκτώβρη. Το σχέδιο περιλαμβάνει γενική κινητοποίηση του λαού, ταυτόχρονο ξεκίνημα από όλες τις επαρχίες με κατεύθυνση τα Χανιά. Μητσοτάκης και Μουντάκης φεύγουν για να οργανώσουν τον Αποκόρωνα, Μπακλατζής και Χατζηαγγελής το Σέλινο, ενώ ο Βολουδάκης παραμένει στα Σφακιά και αναλαμβάνει να ειδοποιήσει Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Κι ενώ ξεκινά η εκ νέου οργάνωση της εξέγερσης με συμφωνία όλων στις 7 Αυγούστου οι Μπακλατζής και Χατζηαγγελής λαμβάνουν μήνυμα από τον Βολουδάκη: «Ρέθυμνο και Ηράκλειο αρνούνται να κινηθούν. Κατόπιν τούτου απεφασίσθη ν’ αναχωρήσουμε εις Αίγυπτον. Θα περάσει να σας πάρει καΐκι από την Κουντούρα». Σύμφωνα με το Βαγγέλη Χατζηαγγελή, στην πορεία αποδείχτηκε πως ο Μητσοτάκης δεν είχε συμφωνήσει σε αυτό το σχέδιο ενώ με επιστολή του ο στρατηγός Μάντακας καλούσε και την υπόλοιπη ομάδα να παραμείνει στο νησί και να αγωνιστεί. Όμως – σύμφωνα με αφήγησή του 24/8/1963 που παραθέτει και πάλι ο Β. Χατζηαγγελής – ο Βολουδάκης βρίσκονταν σε επαφή με τον γενικό διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη και όταν βεβαιώθηκε πως δεν μπορεί να γίνει νέα εξέγερση συμφώνησε μαζί του να διευκολύνει την απόδρασή τους από το νησί.

    Τελικά 20 του Οκτώβρη αναχωρούν από το νησί με καΐκι και κατεύθυνση την Κύπρο, οι Αρ. Μητσοτάκης, Ι. Μουντάκης, Μαν. Βολουδάκης, Εμ. Μπακλατζής, Στ. Παπαδοκωνσταντάκης, Ρ. Τζιγκουνάκης, Ι. Σιμιτόπουλος, Η. Μπριλλάκης, Εμμ. Κοτζάμπασης και Β. Χατζηαγγελής.

    Πηγές:
    – Βαγγέλη Χατζηαγγελή: Το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης – Χρονικό, Χανιά 1965
    – Ρούλα Μουτσέλου, «29 Iούλη 1938: Το Κίνημα των Χανίων κατά της Μεταξικής δικτατορίας», εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, 29 Ιουλίου 2014
    -Γιώργος Πετρόπουλος, «Το Κίνημα των Χανίων κατά της Μεταξικής δικτατορίας», εφημερίδα Ριζοσπάστης, 29 Ιουλίου 2007
    -Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα 1965, εκδόσεις Θεμέλιο
    – Φοίβος Γρηγοριάδης: Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909- 194», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 4ος
    – Ημερολόγιο Ι. Μεταξά, τόμος 4ος, Αθήνα 1950, εκδόσεις Γκοβόστη,.
    – Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος Β΄, Αθήνα 1955, εκδόσεις Ικαρος
    – Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα, τόμος Δ΄, Αθήνα 1975, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,

    http://farosthermaikou.blogspot.com/2016/08/1938.html#more


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: