Kαι πάλι για την Ανταλλάξιμη Περιουσία

Μια συνέντευξη στη δημοσιογράφο Γιώτα Ρουμελιώτη, έγινε άρθρο σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης:  

«Το κράτος ονομάζει ΔΗΜΟΣΙΑ την ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΗ περιουσία των προσφύγων και την ξεπουλά!»

 .

F1-KENTRIKI copy

Της Γιώτας Ρουμελιώτη


«Το ελληνικό κράτος είναι καταπατητής. Για να καλυφθούν τα τεράστια οικονομικά κενά ξεπωλούν τα «ασημικά» του ελληνικού κράτους και παράλληλα εκποιούν -μέσω ΤΑΙΠΕΔ- και την ανταλλάξιμη περιουσία των προσφύγων η οποία δεν είναι δημόσια! Την οικειοποιούνται ενώ είναι ακίνητα που δεν ανήκουν στο κράτος!»
, τονίζει στο Κarfitsa.gr, ο διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ και υπόψηφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Βλάσης Αγτζίδης, θίγοντας ένα ζήτημα το οποίο έχει ιστορία ενός αιώνα, από τότε που υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάνης το 1923!

Παράλληλα, ο κ. Αγτζίδης καταλογίζει στην τέως αναπληρώτρια υπουργό Οικονομικών, Νάντια Βαλαβάνη «παντελή αδιαφορία» για το συγκεκριμένο ζήτημα καθώς αν και η ίδια, το 2013, ως βουλευτής, είχε αντιδράσει έντονα στην προσπάθεια να εκχωρηθούν από το ΤΑΙΠΕΔ πέντε ακίνητα της ανταλλάξιμης περιουσίας, ως υπουργός «έβαλε το θέμα στο συρτάρι» και δεν ασχολήθηκε καθόλου, ενώ παράλληλα «χρεώνει» στους προσφυγικούς συλλόγους «άγνοια και χαμηλό επίπεδο».


1 προς… 10
.

«Ανταλλάξιμη περιουσία ονομάστηκε η περιουσία των μουσουλμάνων που εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα με την συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και η οποία αντιστοιχεί μόλις στο ένα δέκατο των περιουσιών που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες σε Μ.Ασία», λέει ο κ. Αγτζίδης και συνεχίζει σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα: «Εκείνη την εποχή οι μουσουλμάνοι κατοικούσαν σε Μακεδονία, Θράκη -πλην Ροδόπης και Ξάνθης-, Ήπειρο, νησιά Ανατ. Αιγαίου και Κρήτη. Από αυτές τις περιοχές εκδιώχθηκαν μέσω της βίαιης ανταλλαγής των πληθυσμών. Ήδη είχαν έρθει ως πρόσφυγες οι Έλληνες από Μ. Ασία, Πόντο και Ανατ. Θράκη. Υπολογίζεται ότι περίπου 1.500.000 εκατομμύρια Έλληνες φτάνουν στην Ελλάδα και περίπου 350.000 μουσουλμάνοι πηγαίνουν στην Τουρκία»..

Όπως επισημαίνει ο ίδιος η περιουσία Ελλήνων-μουσουμάνων εξισώθηκε αν και ήταν ένα…προς δέκα. «Η περιουσία που άφησαν πίσω τους οι μουσουλμάνοι ήταν υποδεκαπλάσια των περιουσιών που άφησαν οι Έλληνες στην οθωμανική αυτοκρατορία. Οι ελληνικές περιουσίες ήταν τεράστιες όμως με τη συνθήκη της Άγκυρας του 1930 εξισώθηκαν αυτές οι δυο περιουσίες. Η Τουρκία ανέλαβε ως διαχειριστής των ελληνικών περιουσιών και η Ελλάδα ως διαχειριστής των μουσουλμανικών, οι οποίες θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αποκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής», τονίζει.

mikrasiates-prosfyges-plateia-peiraia

.

«Είναι η μεγαλύτερη οικονομική κατάχρηση»
.

Όπως αναφέρει ο κ. Αγτζίδης η χρόνια οικειοποίηση -εκ μέρους του ελληνικού κράτους- της ανταλλάξιμης περιουσίας είναι η μεγαλύτερη οικονομική κατάχρηση μετά το 1922. «Μόνο ένα μέρος της ανταλλάξιμης περιουσίας χρησιμοποιήθηκε για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ένα μεγάλο μέρος παρέμεινε υπό την εποπτεία του κράτους που βαθμιαία με εσωτερικές μεταρρυθμίσεις προσπάθησε να οικειοποιηθεί μια περιουσία η οποία δεν του ανήκε», λέει και προσθέτει σχετικά με τις «ελίτ» που εκμεταλεύτηκαν την περιουσία: «Η μεγαλύτερη οικονομική κατάχρηση που συνέβη μετά το 1922 είναι η μεταχείριση της ανταλλάξιμης περιουσίας από τις «ελίτ» των ελληνικού κράτους εις βάρος των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής». Παράλληλα, προχωρά και στον ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ των… περιουσιών. «Σήμερα υπάρχουν πολλά ακίνητα σε Μακεδονία, Έβρο, Ήπειρο, νησιά Ανατ. Αιγαίου και Κρήτη. Αυτή η περιουσία είναι χαρακτηρισμένη ως ανταλλάξιμη περιουσία. Δεν είναι κρατική. Στη δημόσια περιουσία τα ακίνητα χαρακτηρίζονται είτε ως κρατική περιουσία είτε ως ανταλλάξιμα. Είναι απόλυτος ο χαρακτηρισμός των ανταλλαξίμων ως σήμερα», τονίζει.
.

Η διάλυση του ΤΑΠΑΠ
.
Οι εναπομείνασες προσφυγικές περιουσίες ήταν ενταγμένες στο ΤΑΠΑΠ (Ταμείο Αποκατάστασης Αστών Προσφύγων) το οποίο καταργήθηκε το 1998 από τον Γιάννο Παπαντωνίου. «Το ΤΑΠΑΠ ήταν ένα ειδικό ταμείο αποκατάστασης αστών προσφύγων. Οι περιουσίες που είχαν απομείνει εντάχθηκαν στο συγκεκριμένο ταμείο, το οποίο όμως κατήργησε το 1998 ο τότε υπουργός Οικονομικών -επί Σημίτη- Γ. Παπαντωνίου. Τονίζω ότι ο ίδιος κατηγορείται για οικονομικά εγκλήματα. Όλη εκείνη η διάλυση του ΤΑΠΑΠ και η ένταξη σε ένα ειδικό λογαριασμό του ταμείου Οικονομικών ουσιαστικά είχε στόχο την «αξιοποίηση» των υπολοίπων της ανταλλάξιμης περιουσίας, χωρίς να εμπλακούν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες που δεν είναι άλλοι από τους πρόσφυγες του 1922. Από τότε, όλες οι επόμενες κυβερνήσεις, της ΝΔ, της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν την ίδια πολιτική», αναφέρει.

.

Η «πόρτα» και η «αδιαφορία» της Βαλαβάνη
.
Συμφωνα με τον κ. Αγτζίδη, η Νάντια Βαλαβάνη, ούσα στο υπουργείο Οικονομικών, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το συγκεκριμένο ζήτημα με το οποίο είχε ασχοληθεί ενεργά ως βουλευτής. «Όταν ανέλαβε η κ. Βαλαβάνη αναπτερώθηκαν οι ελπίδες για την επανασύσταση του ΤΑΠΑΠ. Ως αριστερή θα έπρεπε να είναι ευαίσθητη πάνω στα αιτήματα του λαού και ήταν απολύτως ενημερωμένη, καθώς όταν το 2013 έγινε προσπάθεια να εκχωρηθούν από το ΤΑΙΠΕΔ πέντε ανταλλάξιμα ακίνητα, είχε αντιδράσει, με επερώτηση μαζί με βουλευτές της Θεσσαλονίκης και ζητούσε να εξαιρεθούν τα ανταλλάξιμα από την εκποίηση και να ξανασυσταθεί το ΤΑΠΑΠ. Είχε όλα τα εχέγγυα να κλείσει αυτήν την ανοιχτή εκκρεμότητα που όλοι προσπαθούν να την απωθήσουν γιατί υπάρχουν τα οικονομικά συμφέροντα»,τονίζει και συνεχίζει: «Έκανα πάρα πολλές προσπάθειες να επικοινωνήσω προσωπικά με την υπουργό, ενώ και η ΟΣΠΕ (Οργάνωση Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας) έκανε αλλεπάλληλες κρούσεις. Όταν όμως της ζήτησαν συνάντηση, τελικά συναντήθηκαν με μια σύμβουλό της. Θα μπορούσε η κ. Βαλαβάνη έχοντας τόσο την εξουσία, όσο και τη γνώση πάνω στο θέμα αυτό, να το λύσει. Φαίνεται όμως ότι αδιαφόρησε, δεν είχε τις ικανότητες και δεν τις το επέτρεψαν οι επικακτικές συνθήκες. Ιεράρχησαν το θέμα πολύ χαμηλά και το έκαναν 4ης κατηγορίας. Ήταν η χρυσή ευκαιρία να λυθεί λόγω της Βαλαβάνη αλλά δυστυχώς χάθηκε».
.

«Πηγαίνουν στο ΤΑΙΠΕΔ χωρίς να είναι κρατικές»

.

«Το σημερινό πρόβλημα είναι ότι τα υπόλοιπα αυτή της ανταλλάξιμης περιουσίας έχουν αποδοθεί στον ΤΑΙΠΕΔ και πηγαίνουν προς εκποίηση για να καλυφθεί η «μαύρη τρύπα» στα οικονομικά μας», δηλώνει και προσθέτει σχετικά με μια κατάχρηση που κρατά έναν ολόκληρο αιώνα: «Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ανταλλάξιμων και κρατικής περιουσίας. Το ελληνικό κράτος έχει δικαίωμα να εκποιήσει ΜΟΝΟ την κρατική περιουσία. Η ανταλλάξιμη ανήκει στους πρόσφυγες. Στην ουσία μιλάμε για μια παραβίαση της συνθήκης που συμβαίνει εδώ και 100 χρόνια. Η κατάχρηση αφορά πλέον τους ιστορικούς γιατί είναι μια διαδικασία που ακολουθήθηκε από το 1924 και μετά. Έχουν ευθύνη όλες οι κυβερνήσεις που έχουν περάσει από αυτόν τον τόπο. Το ζήτημα όμως είναι ότι το κράτος συνεχίζει να απαγορεύει να αποζημιωθούν οι Έλληνες πρόσφυγες κι πλέον οι νεότερες γενιές τους, από την ανταλλάξιμη περιουσία που επέβαλλε η συνθήκη!».
.

«Ενδιαφέρονται μόνο για τα πανηγύρια»
.
Ο ιστορικός και υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κάνει λογο για «ημιμαθείς» προσφυγικές αλλά και ποντιακές οργανώσεις που δεν έκαναν κάποια κίνηση για το ζήτημα. «Οι προσφυγικές οργανώσεις- με εξαίρεση την ΟΠΣΕ- δεν ενδιαφέρονται καθόλου και το έχουν εγκαταλείψει λόγω ημιμάθειας, άγνοιας αλλά και ενός χαμηλού επιπέδου. Επίσης, ούτε οι Ποντιακές Ομοσπονδίες και οι Οργανώσεις των ανατολικοθρακών έκαναν κάτι. Απόλυτη αδιαφορία και παραγνώριση. Ασχολούνται μόνο με χορούς και πανηγύρια. Μονάχα η ΟΠΣΕ έκανε κινήσεις καταθέτοντας υπομνήματα για να επαναφερθεί το ζήτημα», υποστηρίζει.
.

«Μείζον θέμα για τη Θεσσαλονίκη»
.
Οι ανταλλάξιμες προσφυγικές περιουσίες και η εκποίησή τους -όπως λέει ο ίδιος- αποτελεί μείζον θέμα για τη Θεσσαλονίκη καθώς «σε ένα μεγάλο μέρος η Θεσσαλονίκη είχε μουσουλμανικές περιουσίες που χρησιμοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση των ημετέρων, των συντεχνιών, των πολιτικών φίλων. Η εκμετάλλευση και το «φάγωμα» της ανταλλάξιμης περιουσίας είναι ένα από τα μεγάλα κρυμμένα μυστικά ακόμα και της ίδιας της Θεσσαλονίκης. Φυσικά αφορά και όλη τη Μακεδονία», δηλώνει. Επίσης, ο κ.Αγτζίδης αναφέρεται και στη…μη ύπαρξη ειδικών τμημάτων που θα μπορούσαν να μελετούν τα προσφυγικά θέματα: «Είναι αδιανόητο στη Θεσσαλονίκη που είναι η πόλη των προσφύγων να μην υπάρχει στο πανεπιστήμιο ένα τμήμα που να μελετά τα ζητήματα των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής. Είναι αλλοτρίωση για την πόλη. Υπάρχουν πολλοί σύλλογοι αλλά δεν υπάρχουν θεσμοί για να μελετούν όλη αυτή την εποχή και τον πολιτισμό για τη διατήρηση της μνήμης», καταλήγει

http://www.karfitsa.gr/2015/08/08/to-kratosonomazei-dimosia-tin-antal/

Advertisements

1 comment so far

  1. «Οθωμανικό» χαράτσι σε Βορειοελλαδίτες!

    Οι «Ε» αποκαλύπτουν: πώς το ελληνικό Δημόσιο απειλεί να τινάξει στον αέρα σειρά αγοραπωλησιών και μεταβιβάσεων στη Θεσσαλονίκη και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, εφαρμόζοντας τον οθωμανικό νόμο περί γαιών. Ποιους αφορά το ζήτημα, ποιοι και πώς αναγκάστηκαν να πληρώσουν εκατομμύρια ευρώ, για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν την περιουσία τους.

    08/05/2017 – 19:152064

    Ρεπορτάζ: Άγγελος Ν. Βάσσος

    Είναι δυνατόν η οθωμανική νομοθεσία τού 15ου αιώνα να απειλεί να τινάξει στον αέρα μεταβιβάσεις ακινήτων στη Θεσσαλονίκη τού 21ου αιώνα – έξι αιώνες αργότερα; Θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε ότι οι επιλογές τού Ιμπραήμ Πάργαλη πασά (του ελληνικής καταγωγής βεζίρη, προστατευόμενου και εραστή –σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές– του γνωστού από την τηλεοπτική σειρά «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής» οθωμανού σουλτάνου Σουλεϊμάν) θα ανάγκαζαν εν έτει 1997 μια μεγάλη ελληνική εταιρεία να πληρώσει ποσό άνω των 200 εκατομμυρίων δραχμών στο ελληνικό Δημόσιο ως… κληρονόμο της οθωμανικής αυτοκρατορίας;

    Γκραβούρα εποχής που απεικονίζει τον ελληνικής καταγωγής βεζίρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν, Ιμπραήμ Πάργαλη πασά. Υπολογίζεται ότι από κοινού με τη σύζυγό του (και αδελφή τού Σουλεϊμαν), Χατιτζέ, κατείχαν πληθώρα οικοπέδων στη Θεσσαλονίκη. Για ένα απο αυτά, η ιδιοκτήτριά του εταιρεία αναγκάστηκε να καταβάλει το 1997 περισσότερα απο 200 εκατομμύρια δραχμές στο ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να μπορέσει να το αξιοποιήσει.
    Ή ότι σε σχεδόν ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα υπάρχουν εν υπνώσει «βόμβες», οι οποίες απειλούν με τσουχτερό «χαράτσι» ιδιοκτήτες που θέλουν να ανοικοδομήσουν κάποιο ακίνητό τους, να το μεταπωλήσουν, ακόμη και να το μεταβιβάσουν στα παιδιά τους;

    Όσο απίστευτα κι αν σας ακούγονται όλα τα παραπάνω, είναι απολύτως αληθινά – απότοκα της σύμβασης με την οποία Ήπειρος, Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, Θράκη και νησιά του Βορείου Αιγαίου (οι λεγόμενες «Νέες Χώρες») πέρασαν από την οθωμανική αυτοκρατορία στο ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση, αλλά και σχετικής νομοθεσίας που ψήφισε το ελληνικό Δημόσιο τη δεκαετία του 1970. Το θέμα είναι υπαρκτό – μάλιστα, όπως αποκαλύπτουν σήμερα οι «Ε», συνομιλώντας με τον ιστορικό τής οικονομίας Ευάγγελο Χεκίμογλου, που έχει ερευνήσει διεξοδικά το ζήτημα, υπάρχουν ήδη περιπτώσεις στη Θεσσαλονίκη όπου ιδιοκτήτες ακινήτων αναγκάστηκαν να καταβάλουν στο ελληνικό Δημόσιο ποσά που ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν την… περιουσία τους.

    Κύριε Χεκίμογλου, προσφάτως περιήλθε σε γνώση μου μια πληροφορία, την οποία θα ήθελα –ως ιστορικός τής οικονομίας και ως ερευνητής– να μου επιβεβαιώσετε ή να μου διαψεύσετε: ισχύει ότι όποιος διαθέτει ένα ακίνητο εκτός της πυρικαύστου ζώνης στη Θεσσαλονίκη, αλλά και γενικότερα στις λεγόμενες «Νέες Χώρες», κινδυνεύει να βρεθεί με το κράτος συνιδιοκτήτη τής περιουσίας του, αν θελήσει να τη μεταβιβάσει ή ακόμη και να γκρεμίσει ένα υφιστάμενο κτίριο, για να ανεγείρει ένα νέο;

    Η απάντηση είναι ότι, πράγματι, είναι εξαιρετικά πιθανό να του προκύψει το Δημόσιο ως «συνεταίρος», χωρίς μάλιστα ο ιδιοκτήτης να το γνωρίζει.

    Από πού προέκυψε πάλι αυτό το ζήτημα;

    Το όλο θέμα ξεκινά με την ελληνοτουρκική συνθήκη τού 1913 περί ενσωμάτωσης των λεγόμενων «Νέων Χωρών» (σ.σ.: πρόκειται για την Ήπειρο, την Κεντρική, την Ανατολική και τη Δυτική Μακεδονία, τη Θράκη και το Βόρειο Αιγαίο) στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της οποίας ο οθωμανικός νόμος για τη γη ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο.

    Σήμερα, όσο κι αν ενδεχομένως ακούγεται περίεργο, υπάρχουν υποθέσεις που εκδικάζονται βάσει του οθωμανικού νόμου περί γαιών και των λοιπών σχετικών διατάξεών του –του αστικού κώδικα, ας πούμε–, βάσει δηλαδή ενός συστήματος όχι συνεκτικού και εξαιρετικά πολύπλοκου, το οποίο ωστόσο σήμερα ισχύει πλήρως.

    Αυτό το σύστημα που περιγράφετε δεν έρχεται σε κάποιας μορφής σύγκρουση με όσα ισχύουν, αντιστοίχως, στο ελληνικό δικαιικό σύστημα;

    Αυτό που λέτε πράγματι συμβαίνει, για τον πολύ απλό λόγο ότι στο ελληνορωμαϊκό δίκαιο ισχύει απολύτως η αρχή «τα υπερκείμενα της υποκειμένης» – δηλαδή, σε όποιον ανήκει το έδαφος ανήκουν και το κτίριο και τα δέντρα που βρίσκονται πάνω στο έδαφος.

    Στην οθωμανική νομοθεσία η αρχή αυτή δεν ισχύει. Το έδαφος είναι –ή μπορεί να είναι– ξεχωριστή ιδιοκτησία από το σπίτι, ακόμη και από τα δέντρα. Μπορεί, δηλαδή, το οικόπεδο να ανήκει σε κάποιον, το κτίριο σε κάποιον άλλον και τα δέντρα σε κάποιον τρίτο. Μάλιστα, ενδέχεται το πλαίσιο αυτό να είναι ακόμη πιο πολύπλοκο, υπό την έννοια ότι αυτός στον οποίον ανήκει το σπίτι έχει τη δυνατότητα να το αφιερώσει για έναν σκοπό, οπότε δεν έχεις να κάνεις πια με φυσικά πρόσωπα: έχεις να κάνεις με νομικές οντότητες που δεν υπάρχουν φυσικώ τω τρόπω, αλλά δημιουργούν δικαιώματα για πάντα, εις το διηνεκές.

    «Κάποιος μπορεί να αγόρασε ένα οικόπεδο τη δεκαετία του 1960, το οποίο ήταν βακουφικό, τότε όμως ουδείς θα τον ενοχλούσε γι’ αυτό. Οι ενοχλήσεις άρχισαν μετά το 1971. Αν αυτός ο ιδιοκτήτης πάει να γκρεμίσει σήμερα το παλιό σπίτι, για να το χτίσει, θα τον σταματήσουν, για να του ζητήσουν το 20%».
    Έτσι, μπορεί το έδαφος να ανήκει σε ένα βακούφι, σε έναν φιλανθρωπικό οργανισμό, δηλαδή, τού ισλαμικού δικαίου, επάνω σε αυτό το βακουφικό οικόπεδο να υπάρχει ένα μαγαζί, τη νομή τού οποίου έχει αγοράσει για πάντα ένα φυσικό πρόσωπο, και ένα τρίτο πρόσωπο να έχει αποκτήσει το δικαίωμα να αποθέτει σε αυτό το μαγαζί τα εργαλεία με τα οποία εξασκεί κάποιο επάγγελμα (το οποίο είναι άλλη μία έννομη σχέση στο οθωμανικό δίκαιο, που καλείται «γεδίκι»). Τίτλοι γεδικίων σταμάτησαν, βέβαια, να εκδίδονται ήδη από το 1847, δεν έπαψαν ωστόσο να ισχύουν όλοι οι προηγούμενοι.

    Και έχουν «κληροδοτηθεί» και αυτά στο ελληνικό δίκαιο;

    Οτιδήποτε υπήρχε στον οθωμανικό νόμο έχει περάσει στο ελληνικό δίκαιο. Το σχετικό άρθρο τής Σύμβασης των Αθηνών είναι σαφές: όλα τα εμπράγματα δικαιώματα που ίσχυαν κατά την υπογραφή τής σύμβασης θα εξακολουθούσαν να ισχύουν. Η μόνη διαφορά είναι ότι η εκτέλεσή τους γίνεται έκτοτε με βάση τον ελληνικό νόμο –αυτό, ωστόσο, αφορά κυρίως τη δικονομία τού πράγματος…

    Υπάρχει δηλαδή ενδεχόμενο, αν εγώ είχα πρόγονο έναν τσαγκάρη, φερ’ ειπείν, και αυτός είχε αγοράσει το δικαίωμα να εργάζεται σε έναν συγκεκριμένο χώρο εναποθέτοντας τα εργαλεία τής δουλειάς του, εγώ να μπορώ σήμερα να εγείρω διεκδικήσεις πάνω στον συγκεκριμένο χώρο;

    Σήμερα τα δικαιώματα του οθωμανικού νόμου ασκούνται μόνον από το κράτος, ως διάδοχο των βακουφίων. Ωστόσο, στο παρελθόν έγιναν αγοραπωλησίες στη Θεσσαλονίκη με τίτλους που αφορούσαν κάποιο από τα πολλά –ξεχωριστά με την πλήρη κυριότητα– εμπράγματα δικαιώματα που αναγνώριζε ο οθωμανικός νόμος. Για παράδειγμα, στον Μεσοπόλεμο μια ολόκληρη συνοικία τής Θεσσαλονίκης –θα μου επιτρέψετε να μη σας αποκαλύψω ποια– αγοράστηκε από μια εταιρεία, η οποία κατασκεύασε σ’ αυτήν βιλίτσες που εν συνεχεία πουλήθηκαν – σήμερα τη θέση τους πήραν πολυκατοικίες.

    «Σήμερα, όσο κι αν ενδεχομένως ακούγεται περίεργο, υπάρχουν υποθέσεις που εκδικάζονται βάσει του οθωμανικού νόμου περί γαιών και των λοιπών σχετικών διατάξεών του –του αστικού κώδικα, ας πούμε–, βάσει δηλαδή ενός συστήματος όχι συνεκτικού και εξαιρετικά πολύπλοκου, το οποίο ωστόσο σήμερα ισχύει πλήρως».
    Η αγορά τής περιοχής έγινε με έναν τίτλο που, αν μπορούσε κάποιος να διαβάσει τα αραβικά γράμματα και καταλάβαινε την ορολογία, θα διαπίστωνε ότι περιελάμβανε απλώς το δικαίωμα ύδρευσης της περιοχής, το οποίο ήταν ξεχωριστό δικαίωμα από το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που ήταν ξεχωριστό από εκείνο της νομής τής γης, που ήταν ξεχωριστό από το δικαίωμα του να φυτεύεις δέντρα – και ούτω καθ’ εξής… Γι’ αυτόν το λόγο, το 1938 ο υπουργός – γενικός διοικητής Μακεδονίας απαγόρευσε την πραγματοποίηση αγοραπωλησιών με βάση το κτηματολόγιο της κοινότητας Πυλαίας. Όχι, βέβαια, ότι εφαρμόστηκε η διαταγή…

    Το ελληνικό κράτος, λοιπόν, υιοθέτησε το οθωμανικό δίκαιο, στον βαθμό που, δυνάμει της Σύμβασης των Αθηνών τού 1913, ανέλαβε τον ρόλο του «κληρονόμου» τής οθωμανικής αυτοκρατορίας σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες «Νέες Χώρες». Αυτή η πραγματικότητα, ωστόσο, σε ποιον βαθμό μάς αφορά σήμερα; Υπάρχουν, θέλω να πω, περιπτώσεις όπου το ελληνικό Δημόσιο «ανακάλυψε» χρονολογούμενα στα οθωμανικά χρόνια δικαιώματά του, διεκδικώντας μερίδιο σε περιουσίες;

    Ασφαλώς. Για να είμαι, μάλιστα, ακριβής, έχουμε αρκετά τέτοια περιστατικά. Θα ήθελα να σας θυμίσω την περίπτωση της αγιορείτικης μονής, που κατείχε νομίμως μια λίμνη, την οποία διεκδικούσε και το Δημόσιο. Στην πραγματικότητα –και ανεξάρτητα από το τι λέχθηκε και τι γράφηκε στις εφημερίδες, που ανακάτεψαν χρυσόβουλα κοκ.-, νομική βάση για την υπόθεση αυτή αποτέλεσε ο οθωμανικός νόμος περί γαιών και η νομοθεσία του 19ου αιώνα.

    …που τελικώς ίσχυσαν…

    Απολύτως. Η νομοθεσία αυτή ισχύει στην Ελλάδα. Θα ήθελα, δε, να σας επισημάνω ότι αντίστοιχο ζήτημα προέκυψε σε όλες τις χώρες που αποτελούσαν κάποτε τμήμα τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και στην Τουρκία την ίδια, καθώς υπήρχε μια πραγματικότητα έννομων σχέσεων, η οποία δεν μπορούσε να καταργηθεί.

    Εβδομήντα βακούφια κατείχαν τα 3/4 της επιφάνειας στην πόλη

    Να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς; Μιλούσαμε για τις περιπτώσεις που υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη…

    Πράγματι, έχουμε περιπτώσεις που γνωρίζω στη Θεσσαλονίκη, εκτός τής πυρικαύστου…

    Γιατί ειδικά εκτός της πυρικαύστου;

    Κοιτάξτε… Όταν ψηφίστηκε η νομοθεσία για την πυρίκαυστο, το 1918, τα βακουφικά δικαιώματα στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως μετατράπηκαν από εμπράγματα σε ενοχικά.

    Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να καταργήσει ευθέως τα πολλαπλά δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στο ίδιο οικόπεδο, επειδή αυτά απορρέουν από διεθνή συνθήκη – αν τα καταργούσε, θα έθετε σε κίνδυνο ζωτικά εθνικά συμφέροντα.

    Εκείνο που μπορούσε να κάνει είναι να πει, για λόγους πρακτικούς, ότι «εγώ αποζημιώνω ως ιδιοκτήτη αυτόν που έχει τη νομή τού ακινήτου. Τον ψιλό κύριο του εδάφους ή τον κύριο των δέντρων ή τον κύριο του γεδικίου δεν τους παραγνωρίζω, εγώ όμως θα αποζημιώσω μόνο τον νομέα και οι άλλοι ας στραφούν εναντίον του».

    Δεν λειτουργεί δηλαδή, αν το καταλαβαίνω σωστά, ως αυτοματισμός – χρειάζεται ο άλλος να γνωρίζει ότι έχει δικαιώματα, ώστε να τα διεκδικήσει…

    Αυτή είναι η έννοια. Δεν μπορούσε ο έφορος του βακουφίου να πει «αυτό είναι δικό μου, να το χαρτί, φύγε». Έπρεπε να προσφύγει στο δικαστήριο και να πει: «Εγώ είχα την ψιλή κυριότητα από αυτό το οικόπεδο και, επειδή είχα αυτό, ο νόμος πρέπει τώρα να μου δώσει μέρος τής αποζημίωσης που έλαβε».

    Φαντάζομαι ότι η πολιτική αυτή επελέγη με την προσδοκία, λόγω της περίπλοκης διαδικασίας, οι δικαιούχοι να αποθαρρύνονται και να μη μπαίνουν σε μια τέτοια περιπέτεια;..

    Έτσι είναι… Οι ψιλοί κύριοι ήταν κυρίως βακούφια, δηλαδή μουσουλμανικοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί που, πριν καλά καλά γίνει ο ανασχεδιασμός τής πόλης μετά την πυρκαγιά, είχαν φύγει από την Ελλάδα. Ίσως να τρέχαμε ακόμη στα δικαστήρια, αν δεν είχε γίνει η ανταλλαγή των πληθυσμών, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ειδικά στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν περίπου 70 βακούφια, τα οποία, σύμφωνα με μετρήσεις με βάση το οθωμανικό κτηματολόγιο, κατείχαν, ως ψιλοί κύριοι, περίπου το 75% του εδάφους στο κέντρο τής Θεσσαλονίκης.

    Να ανοίξω μια παρένθεση; Πώς είχε βρεθεί όλη αυτή η περιουσία στην κατοχή βακουφίων και όχι στα χέρια του οθωμανικού κράτους;

    Πρόκειται για μια κατάσταση που διαμορφώθηκε στην οθωμανική περίοδο – μας βοηθούν να την κατανοήσουμε οι ιστορικές πηγές. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Αναγνώστη, ο οποίος ιστορεί την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, ο σουλτάνος πήρε τη γη, κράτησε για τον εαυτό του όση ήθελε και έδωσε την υπόλοιπη στους «δικούς του ανθρώπους». Τα πλουσιότερα βακούφια τα οποία βρίσκουμε δημιουργήθηκαν τον πρώτο αιώνα μετά την οθωμανική κατάκτηση.

    Με σκοπό;

    Όταν κάποιος αξιωματούχος είχε συγκεντρώσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, τη μετέτρεπε σε βακούφι, ώστε αυτή να μη μπορεί να κατασχεθεί από τον σουλτάνο, όταν κάποια στιγμή ο αξιωματούχος αυτός θα περιέπιπτε σε δυσμένεια – και αυτό συνέβαινε σχεδόν νομοτελειακά. Το έκανε διορίζοντας κάποιον δικό του άνθρωπο –έναν συγγενή του, ας πούμε– ως διαχειριστή: έτσι, η περιουσία δεν του ανήκε πλέον, ανήκε στον σκοπό στον οποίον είχε αφιερωθεί. Ήταν αναπαλλοτρίωτη.

    Τη νεμόταν, όμως;

    Στην πραγματικότητα τη νεμόταν, είτε αυτός είτε οι απόγονοί του… Έπρεπε όμως ένα μεγάλο μέρος από την περιουσία αυτή να το αφιερώνει για συγκεκριμένο σκοπό – παραδείγματος χάριν, για τη συντήρηση ενός τεμένους ή για τη σίτιση ενός αριθμού φτωχών κάθε μεσημέρι. Από εκεί και πέρα, ο διαχειριστής του βακουφίου δικαιούταν μιαν αποζημίωση που θα μπορούσε να είναι ακόμη και υπερβολική. Ουδείς τον έλεγχε σ’ αυτό…

    «Οτιδήποτε υπήρχε στον οθωμανικό νόμο έχει περάσει στο ελληνικό δίκαιο. Το σχετικό άρθρο τής Σύμβασης των Αθηνών είναι σαφές: όλα τα εμπράγματα δικαιώματα που ίσχυαν κατά την υπογραφή τής σύμβασης θα εξακολουθούσαν να ισχύουν. Η μόνη διαφορά είναι ότι η εκτέλεσή τους γίνεται έκτοτε με βάση τον ελληνικό νόμο».
    Μοιάζει κάπως με μια σύγχρονη πρακτική του 20ού και του 21ου αιώνα, όταν σε μια ανώνυμη εταιρεία ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, ο οποίος είναι παράλληλα και μέτοχος στην εταιρεία, νοικιάζει το ακίνητο στην ΑΕ του – και, μάλιστα, σε υπερβολική τιμή. Έτσι, η εταιρεία μπορεί να εμφανίζει ζημίες, αυτός όμως έχει πάρει ένα μεγάλο μέρος του προϊόντος τής εταιρείας ως ενοίκιο. Συχνά μάλιστα το συνδυάζει, βάζοντας τον εαυτό τους και ως μισθωτό στην ίδια ΑΕ. Έτσι, η εταιρεία εμφανίζει ζημίες, ενώ ο ίδιος προσπορίζεται κέρδος.

    Ουσιαστικά, λοιπόν, τον πρώτο αιώνα μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το κέντρο της ανήκει σχεδόν κατά τα τρία τέταρτα σε βακούφια…

    Ακριβώς. Στους αιώνες που πέρασαν, βεβαίως, υπήρχε μια τάση φαλκίδευσης των δικαιωμάτων των βακουφίων: φρόντιζαν οι επιτήδειοι –επειδή πάντα υπήρχαν επιτήδειοι– να αλλάζει από σύμβαση σε σύμβαση ο τύπος τού βακουφίου, επειδή δεν υπήρχε ένα είδος βακουφίου, υπήρχαν πολλές μορφές βακουφικών σχέσεων.

    Συγκεκριμένα, στο βακούφι συναντάμε δύο βασικές μορφές. Η μία εδράζεται στην αρχή «η γη ανήκει στο βακούφι, το κτίριο ανήκει στον νομέα» – είναι, δηλαδή, δύο διαφορετικές ιδιοκτησίες. Στην περίπτωση αυτή το ακίνητο του νομέα είναι το λεγόμενο «μουκαταλή», όπου το δικαίωμα του νομέα είναι πολύ ισχυρότερο, επειδή το ακίνητο είναι δικό του.

    Στη δεύτερη μορφή ισχύει το αξίωμα «η γη ανήκει στο βακούφι, το κτίριο ανήκει στο βακούφι και ο νομέας αγοράζει το δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί για πάντα, όσο ζει, πληρώνοντας κάθε χρόνο ένα συμβολικό ενοίκιο» (για να θυμόμαστε ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης…). Ξέρετε, η έννοια της χρησικτησίας είναι εξαιρετικά αδύναμη στο οθωμανικό δίκαιο… Έτσι, αν πεθάνει ο νομέας, το βακούφι επιτρέπει στον φυσικό κατιόντα του –αν προηγουμένως λάβει μιαν αμοιβή της τάξης του 5% επί της αξίας της περιουσίας– να το «κληρονομήσει», εντός εισαγωγικών, επειδή δεν πρόκειται για αυτόματο δικαίωμα, αλλά για παραχώρηση: κληρονομεί τη νομή, πληρώνοντας το 5% της αξίας τής περιουσίας στο βακούφι. Εδώ μιλάμε για «διτελές βακούφι», επειδή επιβάλλονται δύο τέλη – το μεγάλο, που πληρώνεται στην αρχή, και ένα μικρό, που καταβάλλεται κάθε χρόνο. Σ’ αυτήν την περίπτωση τα δικαιώματα του βακουφίου είναι ισχυρότατα, επειδή, στην πραγματικότητα, ο νομέας είναι ένας ισόβιος ενοικιαστής: εκείνο που διαφέρει από το απλό ενοίκιο είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, το προπληρώνει για ολόκληρη τη ζωή του.

    «Όλοι οι οθωμανικοί τίτλοι υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία τού Κράτους, στο λεγόμενο ‘Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας’. Όμως, είναι γραμμένοι σε αραβική γραφή. Παλαιότερα υπήρχε ένας τουρκομαθής υπάλληλος και αμέσως μετά άλλος ένας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, δεν υπήρχε πια υπάλληλος μ’ αυτήν τη δεξιότητα. Είναι όμως τόσο πολλές οι περιπτώσεις…».
    Αν δεν είχε κατιόντες, το ακίνητο επέστρεφε συνολικά στο βακούφι, για να πουληθεί και πάλι. Τώρα, εάν ο πονηρός που είχε ένα διτελές βακούφι κατόρθωνε, στην ανανέωση του συμβολαίου, να γελάσει τον διαχειριστή ή να τον «λαδώσει» ή να «λαδώσει» κάποιον δικαστή, μπορούσε να εμφανίσει το διτελές ως μουκαταλή. Το 1916, με την παράλειψη της λέξης «βακουφικό», θα μπορούσε να ξεγελαστεί ο έλληνας συμβολαιογράφος και να περάσει το ακίνητο ως πλήρη ιδιοκτησία. Έχω δει συμβόλαια όπου, ενώ το ακίνητο είναι εμφανώς βακουφικό, ο συμβολαιογράφος (που μπορεί να σπούδασε στη Νομική Αθηνών, να μη γνωρίζει από αυτά τα πράγματα και να ήρθε να δουλέψει στη Θεσσαλονίκη) είδε να αναγράφεται στον τίτλο «κτίριο πλήρους κυριότητας», παρέβλεψε στον ίδιο τίτλο την αναφορά «βακουφικό – Ανήκε στο βακούφι του τάδε πασά» και έκανε την πώληση σαν να πρόκειται για πλήρη κυριότητα: πουλήθηκε δηλαδή και το οικόπεδο, ενώ στην πραγματικότητα στον ιδιοκτήτη ανήκε μόνο το κτίριο.

    Θέλεις να χτίσεις ή να μεταβιβάσεις περιουσία; Θα πληρώσεις «χαράτσι» στο Δημόσιο!

    Αυτή η βακουφική «ιδιορρυθμία» που περιγράφετε φτάνει ώς τις μέρες μας; Πώς θα μπορούσε να μας δημιουργήσει πονοκεφάλους;

    Με δυο λόγια, όποιο οικόπεδο δεν είναι μέσα στην πυρίκαυστο κινδυνεύει να είναι βακουφικό. Βάσει του νομοθετικού διατάγματος 547/1970 και του νόμου 357/1976 (νόμων εξαιρετικά άδικων, αφού επί της ουσίας επιβάλλουν αναδρομική φορολογία, εξισώνοντας παράλληλα εντελώς διαφορετικές κατηγορίες βακουφικής περιουσίας), «βακουφικά, αστικά και αγροτικά ακίνητα κατηγορίας διτελών και μουκαταλή, εξουσιαζόμενα δυνάμει τίτλων του τουρκικού κτηματολογίου ή συμβολαίων αγοράς παρά αγοραστών (σ.σ.: μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει συμβόλαιο ακόμη και μεταγενέστερο του 1912) ή των καθολικών διαδόχων αυτών, μεταβιβάζονται κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της οικείας Επιτροπής Διαχειρίσεως της Δημοσίας Περιουσίας επί τη καταβολή στο Δημόσιο ποσοστού 20% επί της κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως αξίας του εδάφους αυτών».

    Για να γίνει, δηλαδή, οποιαδήποτε μεταβίβαση πρέπει να πληρώσουμε στο κράτος το 20% της αξίας του οικοπέδου;

    Ακριβώς.

    Και στην περίπτωση που κάποιος, στον οποίον ανήκει το οικόπεδο, θέλει να γκρεμίσει κάποιο υφιστάμενο κτίσμα, για να ανεγείρει ένα νέο;

    Στην περίπτωση αυτή πάμε σε ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο, που λέει με δυο λόγια το εξής: στο μουκαταλή βακούφι, στον νομέα ανήκει μόνο το ακίνητο. Για να το ξαναχτίσει, σημαίνει ότι προηγουμένως θα πρέπει να το κατεδαφίσει. Αν το πράξει, ωστόσο, χάνει κάθε δικαίωμα που έχει – μένει μόνον η γη, η οποία ανήκει στο βακούφι, άρα, πλέον, στο ελληνικό κράτος. Οπότε, αναγκαστικά, εκεί θα πρέπει να πληρώσει στο Δημόσιο το 20%.

    Στον ελληνικής καταγωγής Ιμπραήμ Πάργαλη ο Σουλεϊμάν είχε δώσει για σύζυγο την αδελφή του, Χατιτζέ. Αμφότεροι είχαν πολλά οικόπεδα στη Θεσσαλονίκη – μάλιστα, στη σημερινή πλατεία Αρχαίας Αγοράς υπάρχουν κοντινά οικόπεδα που ανήκαν στο ζευγάρι. Ειδικά στη Χατιτζέ ανήκε και το Γυναικόκαστρο, στο Κιλκίς.
    Θέλω να σας επισημάνω, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα του νόμου, το οποίο σας προανέφερα, ότι δεν πρόκειται για αυτόματο δικαίωμα. Πρέπει να εκδοθεί απόφαση του υπουργού Οικονομικών. Πρέπει, δηλαδή, να πας και να πεις «εγώ έχω βακουφικό οικόπεδο, σου υποβάλω αίτηση, πάρε το 20% και δώσε μου την άδεια να το πουλήσω». Θεωρητικά, ο υπουργός μπορεί να σου πει «όχι, δεν σου δίνω την άδεια».

    Συνεπώς, σε ό,τι είναι εκτός πυρικαύστου και ήταν βακουφικό, έχουμε αναγκαστικό «συνεταίρο» το Δημόσιο. Το θέμα είναι πώς μπορεί να γνωρίζει κάποιος αν το ακίνητό του εμπίπτει σ’ αυτήν την κατηγορία…

    Θα χρειαστεί να ανατρέξει στον τελευταίο οθωμανικό τίτλο.

    Που τον βρίσκει πού;

    Εδώ αρχίζει το τρελοκομείο… Όλοι οι οθωμανικοί τίτλοι υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία τού Κράτους, στο λεγόμενο «Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας». Όμως, είναι γραμμένοι σε αραβική γραφή. Παλαιότερα υπήρχε ένας τουρκομαθής υπάλληλος και αμέσως μετά άλλος ένας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, δεν υπήρχε πια υπάλληλος μ’ αυτήν τη δεξιότητα. Είναι όμως τόσο πολλές οι περιπτώσεις…

    Δεν υπάρχουν κάπου όλοι αυτοί οι τίτλοι καταγεγραμμένοι, εν είδει καταλόγου;

    Οι Οθωμανοί είχαν πλήρες κτηματολόγιο. Αυτό που θέλουμε να φτιάξουμε εμείς σήμερα –και δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε– εκείνοι το είχαν ήδη από τον 15ο αιώνα. Υπάρχουν αναλυτικότατες καταγραφές για ολόκληρη τη Μακεδονία, όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη.

    Σήμερα, στα Γενικά Αρχεία τού Κράτους συνωθούνται άνθρωποι που πασχίζουν να βγάλουν άκρη με τα οικόπεδά τους από ολόκληρο τον μακεδονικό χώρο – εγώ τώρα σας μιλώ για τη Θεσσαλονίκη, επειδή αυτήν ειδικά έχω μελετήσει. Τέτοιες περιπτώσεις, ωστόσο, υπάρχουν απανταχού της Μακεδονίας.

    Πλήρωσαν εκατομμύρια για να χτίσουν σε δικό τους ακίνητο!

    Η διαδικασία που περιγράφετε είναι αρκετά περίπλοκη. Θα μπορούσε να προσδοκά κάποιος ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν θα κάτσει ποτέ να ασχοληθεί με τέτοιες περιπτώσεις – ότι, δηλαδή, ο νόμος μπορεί να υπάρχει από το 1970, είναι όμως εξαιρετικά απίθανο να τεθεί ποτέ σε εφαρμογή;

    Κάθε άλλο. Προσωπικώς γνωρίζω τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις εφαρμογής τού συγκεκριμένου νόμου στη Θεσσαλονίκη από το 1997 ώς το 2013, σε οικόπεδα εκτός πυρικαύστου.

    Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα κτίσμα παλαιό, του Μεσοπολέμου, σε μια πολύ κεντρική πλατεία τής πόλης, πάντα εκτός πυρικαύστου. Ο ιδιοκτήτης του, που ήταν μια πολύ μεγάλη εταιρεία, θέλησε να το διασκευάσει, κρατώντας τη διατηρητέα πρόσοψη και ξαναχτίζοντας το εσωτερικό. Πράγματι, κράτησε την πρόσοψη, πήγε να βγάλει τις άδειες και αρχίζει να γκρεμίζει το εσωτερικό του κτιρίου. Μόλις αφαίρεσε το πρώτο τούβλο, εμφανίστηκε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, ζητώντας 20% επί της αξίας του οικοπέδου – μιλάμε για ένα ποσό που τη δεκαετία του 1990 υπερέβαινε τα 200 εκατομμύρια δραχμές. Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για ένα μεγάλο οικόπεδο σε κεντρική πλατεία τής Θεσσαλονίκης.

    Η εταιρεία αιφνιδιάστηκε, οι δικηγόροι της είπαν «αποκλείεται, εμείς έχουμε τίτλο με τον οποίο το αγοράσαμε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη». Η πώληση είχε γίνει τη δεκαετία του 1980. Με τη σειρά του, ο –εντελώς αξιόπιστος– προηγούμενος ιδιοκτήτης το είχε αγοράσει από έναν εξίσου αξιόπιστο πωλητή τη δεκαετία του 1930, με κανονικότατο συμβόλαιο, όπου δεν υπήρχε αναφορά σε βακούφι…

    Το οποίο όμως προφανώς υπήρχε… Γνωρίζουμε τι βακούφι ήταν αυτό;

    Το βακούφι ήταν του Μακμπούλ Μακντούλ Ιμπραήμ Πάργαλη πασά, ο οποίος ήταν ο βεζίρης τού (γνωστότατου από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά) σουλτάνου Σουλεϊμάν και διέθετε στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την έρευνά μου, τουλάχιστον 70 μεγάλα οικόπεδα. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που έζησε τον 15ο αιώνα. Πριν τον στραγγαλίσει ο σουλτάνος, είχε προλάβει να μετατρέψει την περιουσία του σε βακούφι.

    Σημειώστε ότι «Μακμπούλ Μακντούλ» σημαίνει «ο αγαπημένος απαγχονισμένος». Πρόκειται για λογοπαίγνιο: ο Πάργαλης ήταν ο αγαπημένος τού σουλτάνου (κοιμόταν στο διπλανό του δωμάτιο), ήταν όμως παράλληλα και στραγγαλισμένος από τον σουλτάνο, καθώς, όταν απέκτησε πολλή δύναμη, ο Σουλεϊμάν έβαλε να τον δολοφονήσουν οι λεγόμενοι «μουγκοί» (μια ειδική υπηρεσία στραγγαλιστών, οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στο παλάτι και είχαν ως έργο, οσάκις γινόταν ανάρρηση ενός νέου σουλτάνου στον θρόνο, να στραγγαλίσουν όλους τους άρρενες αδελφούς του, για να μην υπάρχουν προβλήματα διαδοχής. Με αυτόν τον βάρβαρο τρόπο διατηρήθηκε η δυναστεία επί σχεδόν έξι αιώνες. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μουγκοί –πιθανότατα τους είχαν κόψει τη γλώσσα, για να μη μπορούν να μιλήσουν– και αγράμματοι: έτσι, το μυστικό ήταν ασφαλές).

    Πολύ πριν από τον στραγγαλισμό του, ο Πάργαλης είχε φροντίσει να κάνει την περιουσία του βακούφι. Ο Σουλεϊμάν τού είχε δώσει για σύζυγο την αδελφή του, η οποία επίσης είχε κάνει την περιουσία της βακούφι. Αμφότεροι είχαν πολλά οικόπεδα στη Θεσσαλονίκη – μάλιστα, στη σημερινή πλατεία Αρχαίας Αγοράς υπάρχουν κοντινά οικόπεδα που ανήκαν στον Ιμπραήμ και στη Χατιτζέ, την αδελφή τού Σουλεϊμάν. Στη Χατιτζέ ανήκε και το Γυναικόκαστρο, στο Κιλκίς.

    Συναρπαστική ιστορία… Οπότε, για να επιστρέψουμε στις μέρες μας, εμφανίζεται η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου και λέει στη μεγάλη εταιρεία ότι το ακίνητό της είναι βακουφικό…

    Το συμβόλαιο του 1980 δεν ανέφερε κάτι, ούτε και εκείνο της δεκαετίας του 1930… Υπήρχε ωστόσο αναφορά στο προ-προηγούμενο συμβόλαιο, του 1882, το οποίο το ελληνικό Δημόσιο βρήκε και ανέσυρε από τα Γενικά Αρχεία τού Κράτους. Ξέρετε, το συμβόλαιο του 1930 είχε μια μικρή δολιότητα: έλεγε ότι ο πωλητής μεταβιβάζει στον αγοραστή το ακίνητο, το οποίο κατείχε δυνάμει του τάδε τίτλου τού οθωμανικού κτηματολογίου, χωρίς να αναφέρει όμως τον χαρακτηρισμό τού βακουφικού, ο οποίος συνήθως είναι εμφανής στους σχετικούς τίτλους.

    Με βάση την ελληνοτουρκική συνθήκη του 1913, τα βακούφια στις Νέες Χώρες είναι αναπαλλοτρίωτα, δεν μπορούσαν να πειραχτούν. Ακόμη και μετά την απελευθέρωση, στο συγκεκριμένο ζήτημα εφαρμοζόταν ό,τι και επί οθωμανικού κράτους – ίσως, μάλιστα, ακόμη πιο πιστά, για τον εξής λόγο: με την πάροδο των αιώνων υπήρξαν βακούφια τα οποία σιγά σιγά έμειναν χωρίς διαχειριστές. Αυτά υπήχθησαν στο υπουργείο Βακουφίων, που λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο διαχειριζόταν αυτές τις περιουσίες ως περιουσίες βακουφίων και όχι ως περιουσίες του Δημοσίου – το τουρκικό Δημόσιο έπαιζε τον ρόλο τού διαχειριστή.

    Τι γίνεται, λοιπόν, με αυτά τα ακίνητα στη Θεσσαλονίκη μετά το 1913; Προφανώς, δεν γινόταν να τα διαχειρίζεται ένα ξένο κράτος… Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, τα βακούφια πέρασαν στην τοπική μουσουλμανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης (η οποία τότε αριθμούσε 35.000 μέλη), ώς την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Τότε, τα δικαιώματα των συγκεκριμένων περιουσιών περνούν στο ελληνικό κράτος, το οποίο αναλαμβάνει να τα υπερασπίζεται, ως βακουφικά, με ακόμη μεγαλύτερη ζέση, καθώς από τα έσοδα που θα προέκυπταν από αυτά είχε αναλάβει διεθνώς την υποχρέωση να καλύπτει μέρος, έστω, των αναγκών των προσφύγων που είχαν εισρεύσει στη χώρα.

    Υπάρχουν και χριστιανικά βακούφια που διεκδικούν περιουσίες

    Το ελληνικό Δημόσιο, λοιπόν, καταλήγει με δικαιώματα σε μια τεράστια περιουσία, με τους ιδιώτες ιδιοκτήτες να αγνοούν την ίδια στιγμή πλήρως αυτή τη νέα πραγματικότητα. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στο 1997, όταν η μεγάλη εταιρεία αποφασίζει να ανοικοδομήσει ένα ακίνητο που διαθέτει σε κεντρική πλατεία τής Θεσσαλονίκης και διαπιστώνει ότι εμφανίζεται αίφνης το Δημόσιο, ζητώντας της το 20% επί της αξίας του οικοπέδου. Τι έγινε; Έφτασε ποτέ η υπόθεση στο δικαστήριο;

    Η πρώτη αντίδραση της εταιρείας ήταν να επικαλεστεί χρησικτησία, καθώς το κατείχε ήδη από το 1980 – και πιο πριν το κατείχαν άλλοι ιδιώτες ιδιοκτήτες, όχι πάντως το Δημόσιο. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν είχε νομική βάση, καθώς δεν χωρεί χρησικτησία ούτε έναντι του Δημοσίου ούτε έναντι των βακουφίων. Έτσι, τελικώς η εταιρεία –εν μέρει και λόγω λανθασμένης νομικής καθοδήγησης– αναγκάστηκε να συμβιβαστεί εξωδικαστικά και να καταβάλει στο κράτος το τεράστιο ποσό που αυτό ζήτησε.

    Αντίστοιχη περίπτωση είχαμε και αργότερα, σε ένα άλλο ακίνητο στην ίδια μεγάλη πλατεία τής Θεσσαλονίκης, κοντά στο πρώτο, όπου επίσης μια εταιρεία –μεγάλη και αυτή, όχι όμως τόσο όσο η πρώτη– αναγκάστηκε να πληρώσει το ποσό που της ζήτησε το ελληνικό Δημόσιο.

    Ανάλογο περιστατικό είχαμε και το 2013, σε κτίριο επί της οδού Μοναστηρίου. Και αυτήν τη φορά εμφανίστηκε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, ζητώντας το 20%. Δεν γνωρίζω πώς κατέληξε η συγκεκριμένη υπόθεση, στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, υπήρχαν πολύ ισχυρά «πατήματα», για να μην πληρωθεί το ποσό. Εδώ είχαμε κάτι άλλο: το βακούφι, στο οποίο ανήκε το ακίνητο επί της οδού Μοναστηρίου, είχε στη Θεσσαλονίκη και άλλα κτήματα, εντός της πυρικαύστου. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια άλλη νομική βάση, η οποία με απλά λόγια έλεγε: «Πώς εσύ, το κράτος, δεν ζήτησες κάτι απ’ αυτόν που είναι μέσα στην πυρίκαυστο και από εμένα, που είμαι εκτός πυρικαύστου, μου ζητάς 100 χρόνια αργότερα το 20% της αξίας του οικοπέδου; Καταργείς την αρχή της ισότητας, λειτουργώντας παράλληλα και καταχρηστικά, επειδή μετά από τόσα χρόνια επινοείς το δικαίωμά σου να μου το ζητήσεις».

    Θα ήθελα να σημειώσετε ότι, εκτός από τις κατηγορίες που σας προανέφερα, υπάρχουν και χριστιανικά βακούφια… Ανακαλώ, για παράδειγμα, την περίπτωση μιας οικογένειας προσφύγων, η οποία, όταν έφτασε στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε σε ένα προσφυγικό σπιτάκι κοντά σε μοναστήρι τής Θεσσαλονίκης. Διέμενε στο συγκεκριμένο οίκημα επί πολλά χρόνια, ακολούθως το εγκαταλείπει, κάποια στιγμή το σπίτι ερημώνεται και προ μερικών ετών οι ιδιοκτήτες του αποφασίζουν να το αναστηλώσουν. Με το που ξεκινούν, εν έτει 2005, τους έρχεται ένα «φιρμάνι» από τη μονή, στο οποίο αναφέρεται πως «το περιγραφόμενο οικόπεδο με την επ’ αυτού οικία περιήλθαν κατά πλήρη κυριότητα ως ανήκοντα, οικόπεδον και οικία, στην κατηγορία των μουλκίων, ήτοι ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, στην ιερά μονή κατά την τουρκοκρατία, με βάση το από τάδε τού έτους 1488 φιρμάνι τού σουλτάνου Βαγιαζίτ Β’, γιου του Μωάμεθ του Πορθητή»…

    Θέλω να σας πω, δηλαδή, ότι βακούφι μπορεί να έχει και ένα μοναστήρι, το οποίο έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει ένα ακίνητο και ως βακούφι, αλλά και με άλλες διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, από τη στιγμή που είχε την περιουσία του ήδη από τον 15ο αιώνα και την είχε μεταγράψει στο οθωμανικό κτηματολόγιο. Το δικαίωμά του στην περιουσία αυτή είναι αναπαλλοτρίωτο – δεν είναι το δικαίωμα στην περιουσία που μπορεί να έχει σήμερα ένα μοναστήρι, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο που μπορεί να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι: πρόκειται για μια ειδική κατηγορία μοναστικής περιουσίας που είναι αναπαλλοτρίωτη –σε αυτήν τη βάση διεκδίκησε το εν λόγω ακίνητο η μονή τής Θεσσαλονίκης.

    Με βάση όλα αυτά που μας λέτε και μιλώντας πρακτικά, πόσο πιθανόν είναι κάποιος με ακίνητη περιουσία, ο οποίος θα επιχειρήσει να χτίσει ή να μεταβιβάσει την περιουσία του, να έρθει αντιμέτωπος με την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, η οποία θα του ζητά το 20% της αξίας του οικοπέδου του, ώστε να του επιτρέψει να προχωρήσει;

    Κοιτάξτε… Αν είχα ένα ακίνητο εκτός πυρικαύστου και ήθελα να το μεταβιβάσω, πρώτα απ’ όλα θα φρόντιζα να βρω τον απώτερο τίτλο. Βλέπετε, για μεγάλο χρονικό διάστημα το Δημόσιο δεν κυνηγούσε τέτοιου είδους έσοδα: μπορεί, δηλαδή, κάποιος να αγόρασε ένα οικόπεδο τη δεκαετία του 1960, το οποίο ήταν βακουφικό, τότε όμως ουδείς θα τον ενοχλούσε γι’ αυτό. Οι ενοχλήσεις άρχισαν μετά το 1971. Αν, λοιπόν, αυτός ο ιδιοκτήτης πάει να γκρεμίσει σήμερα το παλιό σπίτι, για να το χτίσει, θα τον σταματήσουν, για να του ζητήσουν το 20%.

    Δυνητικά;

    Με βεβαιότητα! Δεν υπάρχει περίπτωση να μην το πράξουν, διότι η Πολεοδομία διαβιβάζει τον φάκελο στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου. Έτσι, αν το ακίνητο είναι βακουφικό και εκτός πυρικαύστου, ο ιδιοκτήτης θα κληθεί να πληρώσει το 20% της αξίας του οικοπέδου. Το κράτος μπορεί και πρέπει να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμά του – αν δεν το πράξει, θα πρόκειται περί απιστίας σε βάρος του Δημοσίου και οι υπάλληλοι που εμπλέκονται θα διωχθούν πειθαρχικά και ποινικά.

    Το εάν το ακίνητό μας είναι εκτός πυρικαύστου το διαπιστώνουμε εύκολα… Όσον αφορά το εάν είναι βακουφικό, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον παλαιότερο τίτλο.

    Πόσο ασφαλή είναι τελικώς τα ακίνητα εντός της πυρικαύστου;

    Εντός της πυρικαύστου; Είναι ασφαλείς όσοι έχουν ακίνητο;

    Εντός της πυρικαύστου, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια ξεχασμένη «βόμβα», η οποία αφορά σειρά περιοχών – κατ’ αρχήν την οδό Συγγρού κάτω από την Εγνατία και τους πέριξ δρόμους (το παλαιό κτίριο των Αλλατίνι, στη γωνία Συγγρού με Βαλαωρίτου, είναι σίγουρα βακουφικό, ενώ και όλα τα κτίρια που προϋπήρχαν της πυρκαγιάς ενέχουν αντίστοιχο κίνδυνο). Δεύτερη «ύποπτη» περιοχή είναι η ζώνη μεταξύ Κουντουριώτου και Πολυτεχνείου, όπου, όταν έγινε καταγραφή των οικοπέδων του νέου σχεδίου, ουδείς εκ των ιδιοκτητών προσκόμισε τίτλους κυριότητας, παρότι τα περισσότερα κτίρια ήταν παλαιά.

    Aν το ακίνητο είναι βακουφικό και εκτός πυρικαύστου, ο ιδιοκτήτης θα κληθεί να πληρώσει το 20% της αξίας του. Το κράτος πρέπει να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα – αν δεν το πράξει, θα πρόκειται περί απιστίας σε βάρος του Δημοσίου και οι υπάλληλοι που εμπλέκονται θα διωχθούν πειθαρχικά και ποινικά.
    Για να επιστρέψουμε στην ξεχασμένη «βόμβα»… Ο νόμος τού Παπαναστασίου για την πυρίκαυστο (του 1918) λέει ότι «πάντα τα λοιπά επί του ακινήτου εμπράγματα δικαιώματα συναποσβένυνται, εκ τούτων δε η εμφύτευσις, η επιφάνεια, αι προσωπικαί δουλείαι και υποθήκαι βαρύνουσι το εις τον τέως δικαιούχον ανήκον ποσοστόν της αξίας τής θεματικής ομάδας». Ο νόμος αυτός αναγνωρίζει ως δικαιούχο τον ιδιοκτήτη ή αυτόν που έχει το παρεμφερές δικαίωμα κατά τον οθωμανικό νόμο (δηλαδή τον νομέα, ελλείψει ιδιοκτήτη). Αυτά που αναφέρει περί επιφάνειας κοκ. είναι οι αντίστοιχοι βυζαντινοί όροι που παραπέμπουν στο μουκαταλή – ό,τι μπορεί να συνδέσει, εν γένει, ένα ακίνητο με τον ιδιοκτήτη του. Λέει, εν ολίγοις, ο νόμος του 1918 ότι «εγώ έχω να κάνω με τον ιδιοκτήτη και όλοι οι υπόλοιποι – των βακουφίων συμπεριλαμβανομένων– θα στραφούν κατά του ιδιοκτήτη». Πρέπει, δηλαδή, να πάει το βακούφι και να του κάνει αγωγή. Αυτό το δικαίωμα δεν καταργήθηκε ποτέ.

    Θεωρητικά, το ακίνητο είναι ασφαλές, επειδή πέρασαν 100 χρόνια και δεν έγινε κάτι… Μην ξεχνάτε όμως ότι και στις περιπτώσεις που σας προανέφερα είχαν περάσει δεκαετίες ολόκληρες και οι ιδιοκτήτες νόμιζαν ότι είναι ασφαλείς. Έτσι και σήμερα, το Δημόσιο θα μπορούσε πάντα να πει: «Το δικαίωμα αυτό, το δικαίωμα των βακουφίων, υπάρχει, είναι αναπαλλοτρίωτο και δεν χωρεί παραγραφή έναντι τόσο του Δημοσίου όσο και των βακουφίων. Συνεπώς, οι ιδιοκτήτες των ακινήτων της πυρικαύστου βαρύνονται με την απαίτηση που έχει το βακούφι στα παλαιά τους οικόπεδα, όχι στα καινούργια – πριν από την επαναχάραξη του 1917».

    Το δικαίωμα υπάρχει πάντα, εν υπνώσει… Το δύσκολο είναι η άσκησή του. Υπό αυτήν την έννοια, θα μπορούσα να πω ότι στην πυρίκαυστο μπορούμε να κοιμόμαστε πιο ήσυχοι…
    http://makthes.gr/%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B9-%CF%83%CE%B5-%CE%B2%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AF/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: