Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Μια συνέντευξη στη «Μακεδονία»

Μια σειρά ερωτημάτων μου έθεσε ο καλός Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης, που τελικά πήραν τη μορφή συνέντευξης η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 9 Ιανουαρίου 2022.

Ο τίτλος που επιλέχθηκε ήταν ο εξής: «Να κηρυχθεί το 2022 επετειακό έτος για τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή«

Η εισαγωγή του Νίκου Ασλανίδη ήταν η εξής:
Το 2022 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική συμφορά που έζησε ο ελληνισμός στη νεότερη ιστορία του: τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πως φτάσαμε όμως από το θρίαμβο της μικρασιατικής εκστρατείας σε αυτή την καταστροφή; Γιατί τελικά μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας; Έναν αιώνα μετά, ο διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ Βλάσης Αγτζίδης, μιλάει στη «Μακεδονία» και τονίζει ότι το 2022 έπρεπε να κηρυχθεί ως επετειακό έτος έτσι ώστε η χρονιά αυτή να γίνει μια τεράστια γιορτή γνώσης και στοχασμού για τον ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής

Στη συνέχεια, η συνέντευξη, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκε:

Αρχικά πείτε μου  από που κατάγεται η οικογένειά σας;

Ανήκω στην τρίτη προσφυγική γενιά. Δηλαδή οι παππούδες μου ήρθαν ως πρόσφυγες στα Βαλκάνια μέσα από ιδιαίτερες και εν πολλοίς μυθιστορηματικές πορείες.  

Οι γονείς του πατέρα μου είναι Πόντιοι.

Ο παππούς Καρσλής και η γιαγιά από την Άνω Ταρσό της Χερροίαννας της περιοχής της Αργυρούπολης. Ο Πόντιος παππούς, που φέρω το όνομά του, γνώρισε τις πολεμικές συγκρούσεις στο Μέτωπο του Καυκάσου μεταξύ Ρώσων και Νεότουρκων από το 1914. Πλάι στο ελληνικό χωριό τους, το Αμιρχάν, συνέβη η τρομερή ήττα των Νεοτουρκικών στρατευμάτων που επιχείρησαν να διαβούν τον ορεινό Καύκασο ώστε να βρεθούν στο Νότο των Ρώσων και τελικά ηττήθηκαν από το φοβερό ψύχος. Από εκεί ξεκίνησε η στρατιωτική κατάρρευση των Νεότουρκων που λίγα χρόνια μετά θα οδηγήσει στην κατάληψη του μισού Πόντου από τους Ρώσους (1916-1918).Γνώρισε την κατάσταση μετά την δημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και συναντήθηκε, όπως και οι υπόλοιποι Καρσλήδες, με τα προοδευτικά ρεύματα σκέψης που σάρωναν την επαναστατημένη Ρωσία. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη φιλογερμανική στροφή του Λένιν και λόγω της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ (Φεβρουάριος -Μάρτιος 1918), έγινε πρόσφυγας μαζί με όλη την ελληνική κοινότητα του νότιου Καυκάσου. Για τέσσερα χρόνια περιπλανήθηκαν  στην υπό εμφύλιο πόλεμο Ρωσία και τελικά ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 μέσω Νοβοροσίσκ. Πέρασαν από τα Λοιμοκαθαρτήρια της «μητέρας-πατρίδας» (Μακρονήσι ή Άγιος Γεώργιος Πειραιά, οι γνώμες διίστανται) και τελικά -μετά από ένα άτυχο πέρασμα στο αφιλόξενο Αγρίνιο- εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς.

Η Πόντια γιαγιά είχε και αυτή αντίστοιχη πορεία. Μετά τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο, πολλοί Έλληνες φοβούμενοι τις αντεκδικήσεις των νεοτουρκικών στρατευμάτων έφυγαν προς τη Ρωσία εν μέσω του σκληρού χειμώνα. Ακολουθώντας την διαδρομή Αργυρούπολη-Καρς-Τιφλίδα-Βατούμι θα χάσουν τους γονείς από τις κακουχίες. Τελικά τα δύο ορφανά -η 9χρονη γιαγιά μου και ο μεγαλύτερος αδελφός της θα βρεθούν μόνοι με τη γιαγιά τους στο Βατούμι. Εκεί μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας (Οκτώβριος 1918)  θα τους εντοπίσει ένας εύπορος θείος και θα παλιννοστήσει τα ορφανά στην Τραπεζούντα. Θα περάσουν εκεί όλη την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου και με την υπογραφή της Συνθήκης Ανταλλαγής των Πληθυσμών θα έρθουν στην Ελλάδα.

Οι γονείς της μητέρας μου κατάγονται από την Μαγνησία της περιοχής της Σμύρνης.

Βίωσαν τη νεοτουρκική καταπίεση της περιόδου 1914-1918, την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας το 1919-1922 και τελικά θα γίνουν πρόσφυγες μετά την ήττα του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1922. Θα περάσουν μέσα από την κόλαση του «συνωστισμού» της Σμύρνης. Η οικογένεια της γιαγιάς μου θα εγκατασταθεί στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης.

Ο παππούς μου θα συλληφθεί στην προκυμαία της Σμύρνης μαζί με δεκάδες χιλιάδες άνδρες και θα σταλεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο εσωτερικό της Ανατολίας. Περίπου για δύο χρόνια θα παραμείνει κυριολεκτικά σκλάβος της νέας κεμαλικής τάξης πραγμάτων. Θα είναι ένας από τους λίγους που θα επιβιώσουν και ένα χρόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και θα έρθει στην Ελλάδα.  

Είχα τη μεγάλη τύχη, όλοι μου οι παππούδες και οι γιαγιάδες να μιλούν για τις τραυματικές τους εμπειρίες. Έτσι από πολύ νωρίς είχα διαμορφώσει μια εικόνα για τη σημασία που είχε εκείνο το ιστορικό μεταίχμιο 1914-1922. 

Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ιστορία;


Οι βασικές μου σπουδές ήταν τα Μαθηματικά. Όμως το ενδιαφέρον για την ιστορία υπήρχε από παλιά. Η στροφή από τα Μαθηματικά στην Ιστορία και η ενασχόληση με αποσιωπημένες και εν τέλει άγνωστες πλευρές της νεοελληνικής ιστορίας έγινε πρωτίστως από ερευνητικό ενδιαφέρον που απαντούσε στα υπαρξιακά πολιτικά διλήμματα που είχε η δική μου γενιά που «ξεμύτισε» στο δημόσιο χώρο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Το πρώτο θέμα με το οποίο ασχολήθηκα ήταν ο Ελληνισμός στην ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Και αυτό συνέβη όταν συνάντησα έναν γέροντα Πόντιο που είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα του Πόντου, είχε καταφύγει στην Κριμαία (ΕΣΣΔ) λόγω της Γενοκτονίας και το 1937 έπεσε θύμα των σταλινικών διώξεων με αποτέλεσμα να θητεύσει 13 χρόνια στα γκουλάγκ της Σιβηρίας. Έτσι, με την μελέτη της ελληνικής σοβιετικής μειονότητας, μπορούσες να κατανοήσεις τις διάφορες φάσεις, καλές και κακές, του σοβιετικού πειράματος που σφράγισε με τον τρόπο του τον 20ο αιώνα.

Για τη γενιά μου, αλλά και για την ιστοριογραφική μας κοινότητα, η συγκεκριμένη ιστορική κατηγορία «Έλληνες στα γκουλάγκ» ήταν ακατάτακτη. Όπως και το γεγονός ότι στην ΕΣΣΔ κατοικούσαν μισό εκατομμύριο Έλληνες, ως επίσημη αναγνωρισμένη εθνική κοινότητα.Το συγκεκριμένο θέμα που με απασχόλησε αρχικά αναπόφευκτα με οδήγησε από τις βορειοανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου (ΕΣΣΔ) στις νότιες (μικρασιατικός Πόντος-Τουρκία).

Και αυτό με τη σειρά του στο σύνολο της Μικράς Ασίας και στις διαδικασίες μετασχηματισμού της ισλαμικής πολυεθνοτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε έθνος-κράτος (1914-1923). Διαδικασίες που σημαδεύτηκαν από την εμφάνιση ενός σκληρού μιλιταριστικού τουρκικού εθνικισμού, που προκάλεσε τις Γενοκτονίες των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων) με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα. Και όλα αυτά εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που αναδόμησε την Ευρώπη και τον κόσμο.Η γνώση αυτής της επώδυνης διαδικασίας, αναπόφευκτα γεννά ερωτήματα για την παντελή έλλειψη σχετικής πληροφόρησης στην Ελλάδα μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η καταστροφή του ελληνισμού της Ανατολής ήταν εκτός της συλλογικής Μνήμης του σύγχρονου ελληνισμού. Αυτό το ερώτημα υπήρξε η δεύτερη μεγάλη πρόκληση για μένα. Αφού καταγραφεί το μέγεθος της τραγωδίας του ελληνισμού της Ανατολής (Ιωνία, Πόντος, Καππαδοκία, Ανατολική Θράκη) να εξηγηθεί η απουσία ενδιαφέροντος και η πολιτικής λήθης που ακολουθήθηκε μετά το 1922, τόσο από την επίσημη εξουσία, όσο και από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις της. 

Πως ζούσε  ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία πριν την καταστροφή;


Οι Έλληνες αποτελούσαν το 15-20% του συνολικού Οθωμανικού πληθυσμού στα εδάφη που σήμερα καταλαμβάνει η Τουρκία. Οι υπόλοιποι ήταν άλλοι χριστιανικοί λαοί (Αρμένιοι, Ασσυροχαλδαίοι) και οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι, πολυεθνοτικοί και πολύγλωσσοι χωρίς ενιαία εθνική ταυτότητα. Πριν το 1914 φαίνεται ότι ήταν περί τα 2.2 εκατομμύρια (1.8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό 10-12 περίπου εκατομμυρίων.Oι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις που ολοκληρώθηκαν το 1856 με το Χάτι Χουμαγιούν διαμόρφωσαν για πρώτη φορά συνθήκες ισότητας στην Αυτοκρατορία. Αυτό σε συνδυασμό με την βιομηχανική επανάσταση και την δημιουργία διεθνών δικτύων εμπορίου , επέτρεψαν τους παλιούς ραγιάδες να αναπτυχθούν οικονομικά και να αποτελέσουν ένα σημαντικό τμήμα της νεοδημιουργημένης οθωμανικής αστικής τάξης.Η οικονομική ισχύς των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας.

Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής. 

Η πολιτική Βενιζέλου ήταν απολύτως ρεαλιστική μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσε συνέχεια της πολιτικής του στη βαλκανική συμμαχία που οδήγησε στην ενσωμάτωση των Νέων Χωρών   στην Ελλάδα…

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το Φθινόπωρο του 1918 επιχείρησε:

– να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του Αιγαίου,

-να πετύχει την απελευθέρωση των Ελλήνων της Οθ. Αυτοκρατορίας που είχαν υποστεί από το 1914 τη νεοτουρκική πολιτική Γενοκτονίας

-να δώσει στην Ελλάδα μια φυσιολογικότερη  κοινωνική δομή, ενσωματώνοντας εδάφη όπου υπήρχε μια ακμαία ελληνική αστική τάξη και

-να παρέμβει στις μεταοθωμανικές εξελίξεις…

Η πολιτική δύναμη που απέτυχε πλήρως στη διαχείριση της μικρασιατικής πρόκλησης ήταν η παλιά φιλογερμανική μοναρχική Δεξιά που κέρδισε  τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 με σύνθημα «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς»… και ακολούθως διάλυσε πλήρως τις συμμαχικές σχέσεις, εγκατέλειψε τον Πόντο και άρχισε τους τυχοδιωκτισμούς στο Μικρασιατικό μέτωπο, ανατολικά του Σαγγάριου…Ο απόλυτος ανορθολογισμός δηλαδή, που στο τέλος επισφραγίστηκε (νόμος 2870/1922 και εντολή Πρωτοπαπαδάκη 5 μέρες πριν εισβάλουν οι κεμαλικοί στη Σμύρνη) με την απαγόρευση εξόδου για τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την παράδοση προς σφαγή στον Μουσταφά Κεμάλ…

Η αιτία της ήττας του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 – τις οποίες θα μπορούσε να αποφύγει αλλά ήταν βέβαιος ότι θα συντρίψει τους αντιπάλους του- οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ξαφνικό θάνατο του Αλέξανδρου και στην επιστροφή των φανατικών βασιλικών από την εξορία, οι οποίοι ήθελαν πάση θυσία τη ρεβάνς γιατί ο Βενιζέλος αντέδρασε στα φιλογερμανικά τους σχέδια την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου…

Η συντριβή των Ελλήνων τον Αύγουστο του 1922 και τα όσα τραγικά επακολούθησαν της νίκης των κεμαλικών δεν υπήρξαν ένα νομοτελειακό γεγονός, αλλά απόρροια της διαχείρισης μιας μοναδικής ευκαιρίας από τις ελλαδικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ. 

Τελικά γιατί μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας;

Η εγκατάλειψη προήλθε από τις λανθασμένες επιλογές της ελληνικής φιλοβασιλικής κυβέρνησης που εκλέχτηκε την 1η Νοεμβρίου 1920. Στις 5 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη διενεργεί δημοψήφισμα για την επιστροφή του Κωνσταντίνου Α’.

Ο Κωνσταντίνος στα μάτια των συμμάχων, ήταν ταυτισμένος με τον Γερμανό Κάιζερ. Τον θεωρούσαν υπεύθυνο της ήττας τους στην Καλλίπολη το 1915 και υπεύθυνο για την παράταση του πολέμου και τον θάνατο εκατομμυρίων στρατιωτών και πολιτών. Οι σύμμαχοι, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί, παρέδωσαν δύο ξεκάθαρες  και πολύ αυστηρές διακοινώσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση με τις οποίες δεν θα αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του Κράτους και θα έπαυαν να την υποστηρίζουν την Ελλάδα στρατιωτικά και διπλωματικά.

Οι νικητές των εκλογών -που δεν είχαν καμία άποψη για Μικρά Ασία, είχαν πολιτευτεί ρεβανσιστικά με το σύνθημα «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς» και είχαν ιδεολογικά και πολιτικά υποστηριχθεί από το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ)- αγνόησαν απολύτως την βούληση των συμμάχων. Και όλα αυτά, σε ένα γοργά μεταβαλλόμενο διεθνές τοπίο, που χαρακτηριζόταν από την εμφάνιση ενός νέου αντιδυτικού κράτους, της ΕΣΣΔ και την εμφάνιση μεγάλων εσωτερικών ανταγωνισμών στο συμμαχικό μέτωπο (Ιταλοί κατά Βρετανών και Γάλλων αρχικά και γαλλο-βρετανικός ανταγωνισμός στη συνέχεια).Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο…

Οι προϋποθέσεις για την απόλυτη Καταστροφή είχαν ήδη τεθεί… 

Ποιες ήταν οι συνέπειες της μικρασιατικής τραγωδίας;

Οι συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής θα είναι πάντα παρούσες και καθοριστικές. Όλα τα προβλήματα που έχουμε σήμερα με την Τουρκία προέρχονται από εκείνη την ανυπολόγιστης σημασίας ελληνική ήττα.

Γιατί τότε, διαμορφώθηκε η οριστική μεταοθωμανική πραγματικότητα στην Εγγύς Ανατολή.

Γιατί το όλο διακύβευμα ήταν η μορφή που θα λάμβανε ο μεταοθωμανικός κόσμος με την αποχώρηση από την ιστορία της πολυεθνικής, προνεωτερικής, ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το τέλος της Αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτο, νομοτελειακό. Το μοναδικό ζήτημα που υπήρξε τότε ήταν ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση που θα βασιζόταν στη μορφή του έθνους-κράτους, που αποτελούσε και τη σύγχρονη πολιτειακή έκφραση ήδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Και εκεί, όπως είπαμε παραπάνω, ο ελληνισμός απέτυχε παταγωδώς να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες. Και μετά το τέλος της τραγωδίας επέλεξε να καλύψει τις μεγάλες του ευθύνες επιλέγοντας την αποσιώπηση και την περιθωριοποίηση της προσφυγικής ιστορικής μνήμης


Το 2022 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τότε. Μήπως η ελληνική πολιτεία θα έπρεπε να προγραμματίσει κάποιες εκδηλώσεις;

Ήδη θα έπρεπε η κυβέρνηση να έχει κηρύξει το έτος 2022 ως επετειακό έτος για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή… Γιατί η χρονιά 2022 έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό μιας και κλείνει ο κύκλος της εθνικής απελευθέρωσης που άρχισε το 1821.

Επί πλέον τότε ολοκληρώνεται μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει το 1908, όταν οι εθνικιστές Νεότουρκοι άνοιξαν τον Ασκό του Αιόλου. Μετά από κοσμοϊστορικές διεργασίες που ξεκίνησαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους και κορυφώθηκαν με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, επήλθε το τέλος του παλιού πολυεθνικού κόσμου.

Τα μεγάλα θύματα ήταν οι μη μουσουλμανικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες αποτέλεσαν στόχο προδιαγεγραμμένων εθνικών εκκαθαρίσεων. Η βίαιη καταστροφή τους έχει χαρακτηριστεί Γενοκτονία με βάση το Διεθνές Δίκαιο, ενώ η ίδια η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει με ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής το ιστορικό γεγονός θεσπίζοντας δύο Ημέρες Μνήμης για τη Γενοκτονία (19 Μαϊου για τον Πόντο, 14 Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας).

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή επήλθε το οριστικό τέλος των ελληνικών εγκαταστάσεων στη μικρασιατική χερσόνησο, που χρονολογούνται από τα προϊστορικά χρόνια. Η μεγάλη ακμή των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, στη φιλοσοφία, στις επιστήμες και είναι απαρχή του σύγχρονου δημοκρατικού κόσμου και της ορθολογικής επιστημονικής σκέψης. 

Η σημασία της απώλειας δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό κόσμο αλλά και σε αυτόν που διαμορφώθηκε στη Δύση ως απόρροια της ελληνορωμαϊκής παράδοσης.

Ελπίζω ότι αυτό που δεν θα κάνει η κυβέρνηση και το πολιτικό κατεστημένο, θα το κάνουν οι γόνοι των προσφύγων από Μικρά Ασία, Πόντο και Ανατολική Θράκη μετατρέποντας τη χρονιά σε μια τεράστια γιορτή γνώσης και στοχασμού για τον ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής. 

Θεσσαλονίκη και πρόσφυγες

Αεροφωτογραφία της περιοχής ανατολικά των τειχών. Η Αγία Φωτεινή απλώνεται ανάμεσα στα δύο γήπεδα, του ΠΑΟΚ (δεύτερο από πάνω) και του Άρη (το πρώτο δεξιά κάτω).

Θεσσαλονίκη και πρόσφυγες

Του Βλάση Αγτζίδη

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ένας από τους βασικούς χώρους εγκατάστασης των αστών προσφύγων, μαζί με την Αθήνα και τον Πειραιά. Λίγους μήνες πριν την καταστροφή της Σμύρνης και το δραματικό τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας, οι πρόσφυγες στην πόλη ανέρχονταν σε 60.000 άτομα. Μεγάλο μέρος αυτού του προσφυγικού πληθυσμού προερχόταν από τον Πόντο και τον Καύκασο.

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από την Ιωνία θα κατακλύσουν τη Θεσσαλονίκη και λίγο αργότερα θα αρχίσουν να καταφθάνουν οι ανταλλάξιμοι ελληνικοί πληθυσμοί από Πόντο, Καππαδοκία καθώς και οι αιχμάλωτοι των κεμαλικών.

Συνέχεια

Οι μισές αλήθειες του κ. Μπουτάρη…

Με αφορμή τα εγκαίνια του Μουσείου του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, ο Γιάννης Μπουτάρης, δήμαρχος της πόλης έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία.  

 Το κείμενο του Μπουτάρη είναι εξαιρετικό από λογοτεχνικής πλευράς, αλλά του λείπει η ισορροπία. Βασίζεται σε μανιχαϊστικά σχήματα και νέου τύπου Σιωπές..

Για παράδειγμα, γράφοντας «Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τί συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων….«, αποσιωπά  βάναυσα κάποιες πλευρές της έμπρακτης αλληλεγγύης που εκφράστηκε, ενοποιεί σε ένα ψεύτικο, αυθαίρετα κατασκευασμένο σχήμα μια πολύμορφη κοινωνία με πολύ μεγάλες εσωτερικές αντιθέσεις και την αντιπαραθέτει επίσης σε μια άλλη κοινότητα με αντίστοιχες εσωτερικές διαφοροποιήσεις.

Συνέχεια

Για το σλαβομακεδονικό ζήτημα….

Πόσες «Μακεδονίες» υπάρχουν ή  ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

Το σύγχρονο «πρόβλημα» -όπως και δεκάδες άλλα- ήρθε στην επιφάνεια με την κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου. Όταν δηλαδή οι περίεργες ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες βρέθηκαν ξαφνικά στον δικό τους 19ο αιώνα και προσπαθησαν να επιλύσουν τις διαφορές τους με τον κλασικό και γνώριμο τρόπο: εμφύλιες και διεθνοτικές συρράξεις, ανταλλαγές πληθυσμών, αλυτρωτισμοί και μεγαλοϊδεατικές ονειρώξεις. Οι κροατο-σερβικοί πόλεμοι, η Βοσνία, η Τσετσενία, το Ναγκόρνο Καραμπάχ ορίζουν μια ιστορική κατηγορία θεμάτων εντός της οποίας ανήκει και το ζήτημα της Σλαβομακεδονικής συγκρότησης έθνους-κράτους (με αλβανικό το -περίπου- 25% του πληθυσμού της χώρας!!!)

 

Συνέχεια

20 χρόνια μετά την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων: Μια αποτίμηση…

Το κείμενο γράφτηκε τον Φεβρουάριο, αλλά δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο στην εφημερίδα ‘Εύξεινος Πόντος».  Είναι μια απόπειρα αποτίμησης ενός πολύ σημαντικού ιστορικού γεγονότος, που άνοιξε το δρόμο στις προσφυγικές ομάδες. Παρόλες τις ελλείψεις, τη μερικότητα και τα προβλήματα που είχε η προσπάθεια, υπήρξε μια τομή στη ιστορία της νεοελληνικής ιδεολογίας. Η ανατροπή που έφερε στην κατεστημένη αντίληψη διατηρείται έως σήμερα στο πρόσωπο των Αρνητών της Γενοκτονίας, όπως και διάφορων αγνωστικιστών και γκρινιάρηδων, που τελευταία αυγαταίνουν…

 Είκοσι χρόνια μετά την αναγνώριση:

Μια αποτίμηση

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

Βιβλίο2Είκοσι χρόνια μετά την αναγνώριση από τη Βουλή των Ελλήνων της Γενοκτονίας στον μικρασιατικό Πόντο (και την καθιέρωση ως Ημέρας Μνήμης της 19ης Μαίου) και 15 χρόνια μετά την αναγνώριση της Γενοκτονίας στο σύνολο της Μικράς Ασίας (και την καθιέρωση ως Ημέρας Μνήμης της 14ης Σεπτεμβρίου), οι μόνοι που υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη εκδοχή της Ιστορίας είναι κάποιοι λίγοι προσφυγικής καταγωγής ιστορικοί.

Η συντριπτική κοινότητα των επιστημόνων ιστορικών αγνοεί εντελώς αυτά τα ιστορικά γεγονότα ή κρατά μια επιφυλακτική στάση, ενώ αναπτύσσεται και η τάση της δημόσιας αμφισβήτησης.

Συνέχεια

Αρέσει σε %d bloggers: