Archive for 20 Απριλίου 2022|Daily archive page

Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;

Δέχτηκα πριν από λίγες μέρες αυτή την ερώτηση.
Αυτό μου έδωσε την αφορμή να γράψω ένα μικρό κείμενο που απαντούσε στο ερώτημα.

Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;

Του Βλάση Αγτζίδη

Ένα από τα θέματα που συγκροτούσαν το Μικρασιατικό Ζήτημα ήταν αυτό του Πόντου. Η απόφαση των Νεότουρκων για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών στην περιοχή αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από το φθινόπωρο του 1916 με σκληρές διώξεις κατά του πληθυσμού. Ως αντίδραση στα σχέδια αυτά εμφανίστηκε μια  αντίσταση με τη διαμόρφωση πολλών μικρών άτακτων ομάδων, που βαθμιαία οδήγησαν στη δημιουργία ενός ενός εντυπωσιακού κινήματος που θα αντιδράσει ένοπλα στις μεθοδεύσεις της εθνικιστικής εξουσίας. Το ποντιακό αντάρτικο στη βόρεια Μικρά Ασία συγκροτεί μια συγκλονιστική σελίδα αντίστασης ενός λαού απέναντι σε μια σκληρή  απολυταρχική εξουσία και θυμίζει στους σύγχρονους μελετητές ότι η διαδικασία μετάβασης από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στην εποχή του εθνικού κράτους δεν ήταν ούτε αναίμακτη ούτε και ευθύγραμμη.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την άνευ όρων παράδοση των Νεότουρκων, αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των Ποντίων για την πολιτική τους χειραφέτηση. Όμως οι συσχετισμοί δυνάμεων στα συνέδρια Ειρήνης και η μειωμένη δυνατότητα της ελληνικής κυβερνήσεως να θέσει όρους, οδήγησαν στην παραγνώριση των αιτημάτων τους. Να σημειωθεί ότι η επικράτηση για δύο χρόνια της φιλογερμανικής ουδετερότητας που είχε επιβάλλει το Λαϊκό Κόμμα, είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των ελληνικών απαιτήσεων μετά το τέλος του πολέμου. Ακόμα και η απόδοση της Σμύρνης στους Έλληνες υπήρξε αποτέλεσμα της αντίθεσης των Βρετανών και Γάλλων στην ιταλική προσπάθεια.  

Στις 31 Ιουνίου 1919, ο Χρύσανθος, με υπόμνημά του προς το Βρετανό πρωθυπουργό, ζήτησε ενίσχυση του ποντιακού κινήματος. Πρότεινε τη διάθεση ποντιακών ταγμάτων, τα οποία μαζί με Αμερικανούς θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την τάξη στον Πόντο. Η γενικότερη όμως στάση των συμμάχων ήταν αρνητική. Το Νοέμβριο του 1919 ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης πρότεινε, ανεπιτυχώς, στο Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα να αποσταλεί στο Βατούμι το Τάγμα Ποντίων που είχε δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού. Τον Ιανουάριο του 1920 επανέλαβε τις προτάσεις του στο Βρετανό Αρμοστή του Βατούμι για μια ελληνο-βρετανική επέμβαση κατά των Τούρκων εθνικιστών και των μπολσεβίκων. Ο Καθενιώτης πρότεινε την απόβαση στην Τραπεζούντα των ποντιακών ταγμάτων, που είχαν δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού, ώστε να δημιουργηθεί μια μικρή ελεύθερη περιοχή όπου θα κατέφευγαν οι Έλληνες από τη Ρωσία που καταδιώκονταν από τους μπολσεβίκους. Επιπλέον, το απόσπασμα αυτό ενισχυμένο, θα μπορούσε να αναχωρήσει στο εσωτερικό γύρω από το Ερζιγκιάν, ώστε να εξασφαλίσει τα νώτα του αρμενικού στρατού από τους Τούρκους.

            Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της βρετανικής πλευράς. Την αρνητική απάντηση της βρετανικής κυβέρνησης στην πρόταση αυτή εισηγήθηκε ο Βρετανός αρμοστής στο Βατούμι Γουόρντροπ (Wardrop).

Μετά την απόβαση του Κεμάλ, στις 19 Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα, το κλίμα άρχισε να γίνεται και πάλι βαρύ για τους Έλληνες. Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάστηκαν. Ο Θ. Πετιμεζάς, εκπρόσωπος του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, έγραφε στον Έλληνα αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη ότι οι παλιννοστούντες στον Πόντο από τη Ρωσία κινδύνευαν άμεσα να σφαγιαστούν άοπλοι από τους φανατισμένους τουρκικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διαρκώς εξοπλίζονταν από την τουρκική κυβέρνηση και είχαν καταστήσει απροσπέλαστη την ενδοχώρα.

            Το αντάρτικο κίνημα εμφανιζόταν ως ο μόνος εγγυητής της ασφάλειας των ελληνικών πληθυσμών. Κύρια βάση στήριξής του παρέμειναν οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας και του Καυκάσου. Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν επίσης ενίσχυση και από την Ελλάδα. Οι εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια έμειναν αναπάντητες από την ελληνική κυβέρνηση.

Απρίλιος του 1919 στην Τραπεζούντα.
Από την δολοφονία του Μιχάλη Ζουντουρίδη από Τούρκους παρακρατικούς

            Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τους Πόντιους στην διερεύνηση των πιθανοτήτων συμμαχίας με τα κινήματα της περιοχής. Ο Χρύσανθος, εκπροσωπώντας τις ποντιακές οργανώσεις, πήγε πρώτα στην Τιφλίδα για συνομιλίες με τους γεωργιανούς ηγέτες και κατόπιν στην αρμενική πρωτεύουσα Εριβάν. Εκεί, από τις 10 ως τις 16 Ιανουαρίου 1920, πήρε μέρος σε συνδιάσκεψη με την αρμενική κυβέρνηση. Η γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να επιδιωχθεί πάση θυσία συμφωνία με τους Αρμενίους.

            Τα δύο μέρη κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία υπεγράφη από τον Αρμένιο πρωθυπουργό Χατισιάν και το μητροπολίτη Χρύσανθο. Προέβλεπε ελληνοαρμενική ομοσπονδία και ελληνική στρατιωτική βοήθεια προς την Αρμενία. Το στρατιωτικό σκέλος της συμφωνίας υπογράφτηκε από Αρμένιους αξιωματικούς και τον συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη. Η στρατιωτική αυτή συμφωνία προέβλεπε για τα ελληνικά στρατεύματα, που επρόκειτο να επιβιβαστούν στην Τραπεζούντα, την προώθησή τους ως το Ερζερούμ με στόχο την προστασία του ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα ο αρμενικός στρατός θα υπεράσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου.

Ήταν τόσο ευνοϊκό το κλίμα και τόσο ξεκάθαρη η πολιτική και στρατιωτική προοπτική εκείνη τη στιγμή -τουλάχιστον για την περίπτωση της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης- ώστε Βρετανός πρωθυπουργός Λόιδ Τζόρτζ θα εκφραστεί ως εξής: «Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τυς Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».

Η πρόταση για δημιουργία Ποντιακής Δημοκρατίας

 Η ανάπτυξη του κεμαλικού κινήματος θα οδηγήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο σε σύνταξη ενός τολμηρού υπομνήματος προς τον Λόιδ Τζορτζ στις 5 Οκτωβρίου τα 1920, ώστε να ληφθούν από κοινού στρατιωτικά μέτρα. Επιπλέον ζητείται η οριστική εκδίωξη των Τούρκων από την Κωνσταντινούπολη και η δημιουργία ενός νέου κράτους στον Πόντο από τους Έλληνες γηγενείς, στο οποίο θα επέστρεφαν και όσοι είχαν εκδιωχθεί και εγκατασταθεί στη νότια Ρωσία. Ο Πόντος θα περιλάμβανε το βιλαέτι της Τραπεζούντας, εκτός του Σαντζακίου του Λαζιστάν, καθώς και τα αντίστοιχα της Σινώπης, της Αμάσειας, της Τοκάτης και του Καραχισάρ. Παράλληλα προετοιμάζονταν στην Αθήνα στρατιωτικά τμήματα από Πόντιους εθελοντές, προκειμένου να αποσταλούν στον Πόντο ως πρόπλασμα τοπικού ελληνικού στρατού.

Με το υπόμνημα αυτό ο Βενιζέλος μετακύλιε το βάρος εφαρμογής της Συνθήκης των Σεβρών από τους ελληνικούς ώμους  στους Συμμάχους.  Η πρόταση για αναθεώρηση της Συνθήκης εις βάρος των Τούρκων με τη δημιουργία δύο νέων κρατών, του Πόντου και της Κωσταντινούπολης αρχικά δημιούργησε αμηχανία στο βρετανικό επιτελείο. Ο Κων. Σβολόπουλος εκτιμά ότι: «μοιραία πλέον διαφαινόταν η πιθανότητα να υιοθετηθούν, κατά βάση, οι ριζοσπαστικές θέσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου: αναθεώρηση συνομολογημένων διατάξεων της συνθήκης εις βάρος της Τουρκίας, συνέχιση και επέκταση των πολεμικών επιχειρήσεων

Ο αστάθμητος παράγοντας που άλλαξε εντελώς τις συνθήκες ήταν το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου του 1920 και η επαναφορά των παλαιών φιλογερμανών στην εξουσία. Η ανερμάτιστη πολιτική των  νέων ηγητόρων μετέτρεψε μια κοινή συμμαχική προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός μεταοθωμανικού κόσμου σε αποκλειστικά ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το πρώτο θύμα της αλλαγής αυτής ήταν ο Πόντος, για τον οποίον δεν υπήρχε καμία απολύτως άποψη. Έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούςν και Γάλλους να αποστασιοποιηθούν των συμμαχικών υποχρεώσεων και να προσεγγίσουν τον Μουσταφά Κεμάλ. Παράλληλα άρχισαν την υπονόμευση της Συνθήκης των Σεβρών.

Η αρχή του οριστικού τέλους για τον Πόντο θα έρθει  τον Φεβρουάριο του 1921 στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου για την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Δημήτριος Γούναρης αντιλαμβανόμενος με μεγάλη καθυστέρηση το τεράστιο πολιτικό αλλά και ανθρωπιστικό κόστος που θα είχε μια τέτοια αναθεώρηση, υποσχέθηκε την καταπολέμηση του κεμαλικού κινήματος με στρατιωτικά μέσα, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποστολή ελληνικού στρατού στον Πόντο. Φυσικά δεν υπήρχε κανένα σχέδιο για κάτι τέτοιο. Όμως η δημόσια ανακοίνωση των προθέσεων, η δημοσίευση αντίστοιχων σχεδίων για τον Πόντο στον αθηναϊκό Τύπο προκάλεσαν την αντίδραση των κεμαλικών. Φοβούμενη την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου άρχισαν την δεύτερη φάση της μαζικής εκκαθάρισης του ελληνικού πληθυσμού με μαζικές εκτοπίσεις ενδότερα και την καταστροφή των ελληνικών χωριών.  

Οπότε η απάντηση στο ερώτημα «Ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού;» είναι αρνητική. Η καταστροφή του υπήρξε απόρροια της ανικανότητας των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων των Αθηνών να σταθμίσουν ρεαλιστικά τις συνθήκες. Αυτή η ανικανότητα θα οδηγήσει στη Μικρασιατική Καταστροφή, της οποίας το πρώτο τραγικό μέρος θα είναι ο Πόντος.

Ο χάρτης της διεκδικούμενης Δημοκρατίας του Πόντου τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1918 στη Μασσαλία της Γαλλίας ως απόρροια των θέσεων του Α’ Παμπόντιου Συνεδρίου

Αρέσει σε %d bloggers: