Tα δύο πρόσωπα του αντιφατικού Ιωάννη Μεταξά

Είναι αλήθεια ότι το ΟΧΙ του ’40 έχει δημιουργήσει ένα φωτοστέφανο και ευνοεί τις προσπάθειες (σχεδόν) αγιοποίησης του πλέον μοιραίου ανθρώπου του 20ου αιώνα για τα συμφέροντα του ελληνισμού. Και αυτή τη συμπεριφορά τη συναντάμε ακόμα και σε πολίτες που δεν θα τους ενέτασες εύκολα στον ακροδεξιό χώρο….
Έτσι, μπροστά στο ΟΧΙ λησμονούνται: η καθοριστική συμβολή του στον Εθνικό Διχασμό, η στάση του στα Μικρασιατικά, ο φιλοκεμαλισμός του, η φασιστική δικτατορία του 1936 κ.λπ.Ας προσπαθήσουμε να δούμε και αυτές τις πλευρές του μοιραίου (για τους Μικρασιάτες, Πόντιους, Ανατολικοθρακιώτες) αυτού ανθρώπου!

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην huffingtonpost.gr
στις 28 Οκτωβρίου 2020

Μια αντιφατική και μοιραία προσωπικότητα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας.

1937 - Ο Μεταξάς ασκεπής σε...
1937 – Ο Μεταξάς ασκεπής σε στάση προσοχής στις σκάλες της Παλαιάς Βουλής πιθανώς σε ανάκρουση Εθνικού Ύμνου.με τους παριστάμενους να αποδίδουν τον φασιστικό χαιρετισμό. Κοντά του είναι οι Κ. Κοτζιάς και ο π. Υπουργός Τουρκοβασίλης. 

Μια από τις πλέον αντιφατικές προσωπικότητες (και μοιραίες παράλληλα) του 20ου αιώνα είναι ο Ιωάννης Μεταξάς. Η αντιφατικότητά του μπερδεύει συνεχώς τους οπαδούς του οι οποίοι δεν έχουν ξεκαθαρίσει τις διαφορετικές φάσεις του ανδρός. 

Η γερμανική του περίοδος 

Την περίοδο του Α′ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) πρακτόρευε τα γερμανικά συμφέροντα. Κύρια αποστολή του ήταν η αποτροπή της συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ με άμεσα ανταλλάγματα: Κύπρο, Β. Ήπειρο, Μικρά Ασία.

Για να αποτρέψει τότε την μεταπολεμική απόδοση της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα, έγραψε (1915) το ”περίφημο” Υπόμνημα με το οποίο η επέμβαση στη Μικρά Ασία χαρακτήριζαν ”αποικιοκρατική δράση”Έτσι κατάφερε να προστατεύσει την σύμμαχο της Γερμανίας Τουρκία, από την συμμαχική επίθεση,προκαλώντας παράλληλα στην Ελλάδα τον Εθνικό Διχασμό.

Να σημειώσουμε ότι αυτή τη θέση του Μεταξά για τη Μικρά Ασία τηνυιοθέτησε το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ μετά την ένταξή του στην Κομιντέρν παραβιάζοντας την απόφαση του Α΄ Συνεδρίου του που υποστήριζε την αποκέντρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την καταξίωση των δικαιωμάτων όλων των κοινοτήτων. Γι αυτό και έως σήμερα φιλομοναρχικοί και φιλοΚΚΕ ιστορικοί (με ή χωρίς εισαγωγικά) επικαλούνται ως ορθή τη μεταξική άποψη του 1915. 

Κορυφαία πράξη του Μεταξά της γερμανικής του περιόδου, υπήρξε η παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους το 1916 και η εθελούσια παράλληλη αναίμακτη αιχμαλωσία του 4ου Σώματος Στρατού απ′ τους Γερμανούς. 

Η φιλοβασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη, ο αναπληρωτής επιτελάρχη του στρατού Ιωάννης Μεταξάς με τη σύμφωνη γνώμη του Κωνσταντίνου Α’, αποφάσισαν την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στις 26 Μαΐου 1916 και ακολούθως την παράδοση της Καβάλαςχωρίς να υπάρχει εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. 

Κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχή 42.000 Έλληνες εκτοπίσθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βουλγαρία. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψαν οι 30.000. 

Το ελληνικό 4ο Σώμα Στρατού -ήτοι 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες- οδηγήθηκε από τους Γερμανούς στο Γκέρλιτς (σήμερα ανήκει στην Πολωνία και λέγεται Zgorzelec), όπου και παρέμειναν αιχμάλωτοι έως και το 1919. Τότε οι απελπισμένοι αιχμάλωτοι στρατιώτες πήραν μέρος στη γερμανικήεπανάσταση των Σπαρτακιστών που ηγούντο οι Λούξεμπουργκ και Λίμπνεχτ, με αίτημα την επιστροφή στην πατρίδα. Τετρακόσιοι Έλληνες στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους στην άδικη εκείνη αιχμαλωσία. 

Όσον αφορά τη στάση του Ιωάννη Μεταξά στη Μικρασιατική Εκστρατεία -μετά τη νίκη των συμμάχων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο τέλος του 1918- μπορφεί να χαρακτηριστεί ως συνέχιση της θέσης του 1915. Έτσι ο ρόλος του υπήρξε από ουδέτερος έως αρνητικός. Ειδικά με την άρνησή του να αναλάβει την αρχηστρατηγία στο μικρασιατικό μέτωπο την Άνοιξη του 1922 και να περισώσει ότι μπορούσε να περισωθεί. Στη συνέχεια η ανίκανη κυβέρνηση Γούναρη-Πρωτοπαπαδάκη (που έχει την κυρία ευθύνη για την Καταστροφή) όρισε στη θέση αυτή τον εντελώς ανεπαρκή Χατζηανέστη. 

Εάν είχε δεχτεί ο Μεταξάς να αναλάβει την αρχιστρατηγία στη Μικρά Ασίαμετά την αποπομπή του Αν. Παπούλα, θα είχαμε την ίδια δραματική εξέλιξη;Πιστεύω πως όχι! Δεδομένου ότι κάποιοι στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι είχε ικανότητα στο χειρισμό δύσκολων στρατιωτικών ζητημάτων. 

Να σημειώσουμε ότι η άρνησή του είχε προκαλέσει την οργή των ομοϊδεατών του με αποτέλεσμα ο Βλάχος να γράψει εκείνη την εντελώς απαξιωτική αναφορά:

«Φύγε απ’ εδώ, Ανθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φύγε από εδώ, ανυπότακτε στρατιώτα των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμόνα της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτό θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν, δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα». [Γεώργιος Βλάχος, εφημ. «Καθημερινή», 25 Αυγούστου 1922] 

Η βρετανική του περίοδος 

Η ”φιλοβρετανική” του φάση θα ξεκινήσει μετά την παλιννόρθωση του 1935.Τότε ο πρώην βενιζελικός Ι. Κονδύλης, έχοντας μεταστραφεί σε σκληρό φιλομοναρχικό κατήργησε με στρατιωτικό πραξικόπημα την την Αβασίλευτη Δημοκρατία υπέρ της Βασιλευομένης. Έτσι, μετά από 13 έτη Αβασίλευτης Δημοκρατίας ο πρώην βενιζελικός Κονδύλης που έχει αυτοχρισθεί «αντιβασιλέας» επαναφέρει τη μοναρχία και τον Γεώργιος Β’ στο θρόνο. Όμως ο φιλοβρεττανός Γεώργιος δεν φαίνεται να αναγνωρίζει την ύψιστη υπηρεσία που του προσέφερε ο Κονδύλης. Αντ’ αυτού, επιλέγει ως έμπιστο άνθρωπό του τον Ιωάννη Μεταξά, έναν πειθήνιο φιλοβασιλικό που ηγείτο του μικρού κόμματος των Ελευθεροφρόνων (12% των ψήφων), που τον διορίζει αρχικά στη θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Έκτοτε ο προσανατολισμός του Μεταξά αλλάζει αποδεχόμενος το παλιό βενιζελικό αξίωμα: ότι δηλαδή η εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων επέβαλε την σύμπλευση με την Μεγ. Βρετανία.

Στη συνέχεια ο Μεταξάς κινήθηκε έξυπνα εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία που δημιουργούσε η μεγάλη οικονομική κρίση και το ανερχόμενο εργατικό κίνημα. Ψευδόμενος και υπερτονίζοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης,κηρύσσει στις 4 Αυγούστου 1936 – με την απόλυτη έγκριση του Γεωργίου Β’ και με δύο παράνομα βασιλικά διατάγματα― δικτατορία.

Έτσι στη μεσοπολεμική Ευρώπη του ναζισμού και του φασισμού υπήρξε το ελλαδικό παράδοξο της δημιουργίας μιας φασιστικής φιλοβρετανικής δικτατορίας. Απόρροια αυτής της εξάρτησης υπήρξε η αντίθεσή του στον ιταλικό ιμπεριαλισμό, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε σε ομιλία του στους Έλληνες δημοσιογράφους μετά την κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Ακριβώς αυτό το ανελαστικό του γεωπολιτικού ρόλου, οδήγησε στην άρνηση του ιταλικού τελεσιγράφου.

Είναι γεγονός ότι ο Μεταξάς προσπάθησε να ενισχύσει την αμυντική ικανότητα της Ελλάδας και σ’ αυτή την προσπάθεια μαζί με την απαράμιλλη λαϊκή διάθεση οφείλεται το θετικό στρατιωτικό αποτέλεσμα στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Είναι γνωστό ότι η διάθεση του επιτελείου ήταν αρκετά ηττοπαθής, και κάποιοι από αυτούς το εξέφρασαν λίγο αργότερα μετά τη γερμανική επίθεση, με την παράνομη συνθηκολόγηση και τη μετατροπή τους σε κουίσλιγκ, δηλαδή σε υπηρέτες των κατακτητών. Ο υποστράτηγος Πετρουτσόπουλος, διευθυντής τότε του ΙΙΙ γραφείου επιχειρήσεων της VIII Μεραρχίας –που κύρια αυτή η μεραρχία αντιμετώπισε την ύπουλη επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Ήπειρο- γράφει:«Η ηγεσία δεν επίστευε εις την νίκην, αλλά ήθελε να ρίψωμεν μερικούς πυροβολισμούς δια την τιμήν των όπλων μας».

Ακριβώς γι αυτό θα πρέπει να προσμετρηθεί το υψηλό φρόνημα του ελληνικού λαού, που χωρίς αυτό η νίκη επί των Ιταλών θα ήταν αβέβαιη. 

Στα θετικά του Μεταξά κατά την περίοδο της προετοιμασίας για τον πόλεμο εντάσσεται και η μέριμνα για την προστασία των αρχαίων γλυπτών, τα οποία τοποθετήθηκαν σε κρύπτες, ώστε να μην λεηλατηθούν σε μια ενδεχόμενη κατάκτηση της χώρας. 

«Ναι» ή « Όχι» 

Θα μπορούσε ο Μεταξάς να πει «Ναι» στο ιταλικό τελεσίγραφο και να επιμείνει στο δρόμο της ουδετερότητας; Το ότι το «Όχι» ήταν μονόδρομος το ανακοίνωσε ο ίδιος ο Μεταξά «προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον» στις 30 Οκτωβρίου 1940, όπου παρουσίασε την πραγματική κατάσταση και τις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί με τον Αξονα.

Μεταξύ των πολλών που ανέφερε είναι ότι ο ίδιος ο Χίτλερ του είχε διαμηνύσει ότι ήθελε την εκούσια προσχώρηση της Ελλάδας στο στρατόπεδό του με την προϋπόθεση ότι θα προέβαινε η Ελλάδα «….εις μερικάς ικανοποιήσειςπρος την Ιταλίαν, δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς τη Βουλγαρίαν, ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς.

«Δηλαδή θα έπρεπε: διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των…».

Εν κατακλείδι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είναι μια αντιφατική και μοιραία προσωπικότητα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. 

――――――
(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ με βασικές σπουδές τα μαθηματικά

Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.huffingtonpost.gr/entry/ta-deo-prosopa-toe-antifatikoe-ioanne-metaxa_gr_5f981c5fc5b6e5b767735b6d?utm_hp_ref=gr-homepage

3 Σχόλια

  1. iannis63 on

    Μα τι κόλλημα είναι αυτό! Φτάσατε να λέτε ότι το ΣΕΚΕ έγινε και… πράκτορας των απόψεων του Μεταξά και μάλιστα 4-5 χρόνια μετά την ίδρυσή του; Ιμπεριαλιστική επέμβαση χαρακτήριζε το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ την εισβολή στην ΜΑσία όπως εξάλλου την χαρακτήριζε και η ΚΔ.

  2. 6.500 Έλληνες στρατιώτες στο Γκέρλιτς

    Μια παράξενη ιστορία ελληνικής παρουσίας στη Γερμανία του μεσοπολέμου…

    Αρχές αυτής της εβδομάδας παρουσιάστηκε στους χώρους του Ινστιτούτου Goethe στην Αθήνα ένα ντοκιμαντέρ του βερολινέζου σκηνοθέτη Κώστα Τουμπέκη που πραγματεύεται την ιστορία χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών που βρέθηκαν εθελοντικά κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανία. Πρόκειται για μία από τις πιο παράξενες ιστορίες αυτού του πολέμου και ίσως η πιο παράλογη στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού. Ο αρχηγός του 4ο Σώματος Στρατού στη Βόρεια Ελλάδα συνάπτει το Σεπτέμβριο του 1916 μια ειδική συμφωνία με τη διοίκηση του γερμανικού στρατού: βάσει αυτής 6.500 Έλληνες στρατιώτες θα μεταφερθούν κατόπιν στο Γκέρλιτς της Ανατολικής Γερμανίας και θα παραμείνουν εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

    Ακριβώς 90 χρόνια αργότερα, στο νεκροταφείο του Γκέρλιτς, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση για εκείνους τους Έλληνες στρατιώτες που είχαν έρθει και άφησαν την τελευταία τους πνοή σε αυτήν τη συνοριακή πόλη. Παρόντες ένας Πολωνός ορθόδοξος ιερέας από την γειτονική πολωνική πόλη Ζγκορζέλετς, ο δήμαρχος του Γκέρλιτς, ο Έλληνας πρόξενος από τη Λειψία, καθώς και απόγονοι των Ελλήνων στρατιωτών. Ανάμεσα στους τελευταίους η Δώρα Ρομέρο-Θεοφιλίδου που λέει για τον πατέρα της ότι “εδώ στο Γκέρλιτς γνώρισε τη Γερμανίδα μητέρα μου που ζούσε με την αδελφή της. Ο πατέρας μου επέστρεψε στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου και όταν κατέβηκε η μητέρα μου το 1921 παντρεύτηκαν στην Αθήνα.”

    Δεν είναι γνωστό πόσοι από τους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες πήραν μαζί τους τις Γερμανίδες αρραβωνιαστικιές και συζύγους τους όταν μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Βέβαιο είναι πάντως ότι περισσότεροι από 200 Έλληνες εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Γκέρλιτς. Άλλοι έπιασαν δουλειά, άλλοι άνοιξαν δικές τους επιχειρήσεις και όλοι τους έκαναν οικογένειες. Οι Ρωμιοί, θα πει ο διευθυντής του δημοτικού αρχείου του Γκέρλιτς, Σίγκφριντ Χόχε, εντυπωσίαζαν καθώς “ήταν γοητευτικοί νεαροί άνδρες. Στην ελληνική εφημερίδα που εξέδιδαν διαβάζουμε αγγελίες γάμου και ανακοινώσεις δεσμών.

    Με άλλα λόγια οι Έλληνες εργένηδες ήταν περιζήτητοι στο γυναικείο πληθυσμό του Γκέρλιτς.” Οι πλειοψηφία των Ελλήνων στρατιωτών επέστρεψε όμως το Φεβρουάριο του 1919 στην πατρίδα. Εδώ στρατωνίζονται ξανά. Αυτή τη φορά χωρίς τις ανέσεις του Γκέρλιτς. Στην Ελλάδα οι του Γκέρλιτς αντιμετωπίζουν την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας επειδή παραδόθηκαν το 1916 σε ξένη δύναμη σε περίοδο μάλιστα που είχε κατακτήσει ελληνικά εδάφη. Πιο συγκεκριμένα: Στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα τηρούσε μια ουδέτερη στάση. Η Γαλλία και η Αγγλία πίεζαν όμως την Αθήνα να συνταχθεί στο πλευρό τους.

    Για αυτόν το λόγο είχαν αποκλείσει την Ελλάδα από τη θάλασσα, ενώ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είχε αγκυροβολήσει συμμαχικός στόλος. Το ίδιο διάστημα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα είχαν εισβάλει στη Θράκη και στη Μακεδονία όπου έδρευε το 4ο Σώμα Στρατού. Ο διοικητής του σώματος, συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος, δεν αντιμετωπίζει τους εισβολείς. Αρχίζει, όπως διευκρινίζει ο ταγματάρχης Παναγιώτης Κωνσταντόπουλος από το Ιστορικό Αρχείο Στρατού, πολλαπλές επαφές και διαπραγματεύσεις για να μεταφέρει τους άνδρες του εκτός Μακεδονίας, “τόσο με το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού και την κυβέρνηση, τόσο με τον Άγγλο το Ναύαρχο, τόσο με τον στρατιωτικό μας ακόλουθο στη Σόφια, αλλά και με τον Γερμανό αρχηγό στρατού φον Χίντενμπουργκ, ο οποίος δέχτηκε να παραδοθεί το 4ο Σώμα Στρατού στους Γερμανούς, να μη χαρακτηρισθούν ως αιχμάλωτοι πολέμου και να φύγουν με τον οπλισμό τους και να πάνε στη Γερμανία.”

    Οι Άγγλοι, στους οποίους επίσης είχε απευθυνθεί ο Χατζόπουλος, του είχαν προτείνει να μεταφέρουν το 4ο Σώμα Στρατού από την Καβάλα με πλοία στη Θεσσαλονίκη. Ο βασιλικός όμως ταγματάρχης επ΄ ουδενί ήθελε να ενισχύσει τους συμμάχους που βρισκόταν σε σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄. Για αυτό το λόγο προτίμησε την πρόταση του Γερμανού στρατάρχη Πάουλ φον Χίντενμπουργκ.

    Ο Χατζόπουλος ποτέ πια δεν επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1918 πεθαίνει και θάβεται στο νεκροταφείο του Γκέρλιτς. Η κατηγορία όμως της προδοσίας που του έχει απαγγελθεί εξακολουθεί να βαραίνει τους απογόνους του.

    Η ανιψιά του Κατερίνα Μιχαλοπούλου-Χατζοπούλου τον δικαιολογεί: «Πίστευε ότι πηγαίνοντας στο Γκέρλιτς είχε την ευκαιρία να σώσει από κακουχίες και ταλαιπωρίες ένα ολόκληρο στράτευμα. Ήταν πιστός στα ιδεώδη του. Ήταν οπαδός και πιστός εις τον βασιλέα ο οποίος του ανέθεσε αυτή την αποστολή την οποία αυτός εξετέλεσε όπως νόμιζε καλύτερα.” Ανάλογες απόψεις εκφράζουν και οι απόγονοι που βρέθηκαν στο μνημόσυνο στο Γκέρλιτς. Ως τώρα το θέμα αποσιωπούνταν. Η ταινία του Κώστα Τουμπέκη, που σύντομα θα παρουσιαστεί και στην ΕΡΤ, δίνει την ευκαιρία να ξεκινήσει μια νέα συζήτηση για τα ιστορικά γεγονότα.
    Βερολίνο, Παναγιώτης Κουπαράνης

    https://www.dw.com/el/6500-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82/a-2605590?fbclid=IwAR34jezUBC6uvSvlXom3olOpEHEoaluHvPcfhvlCa0eaysFXGNbHRUQg9AA

  3. Ανδρέας on

    ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
    Γιατί δεν πήγε ο Μεταξάς μάρτυρας στη Δίκη των Έξι;

    Η συνάντηση τον Μάρτιο του 1921 με Γούναρη, Θεοτόκη, Πρωτοπαπαδάκη
    Γιατί δεν πήγε ο Μεταξάς μάρτυρας στη Δίκη των Έξι;

    Ανδρες του Γ΄ Σώματος Στρατού εισέρχονται στο Εσκί Σεχίρ τον Ιούλιο του 1921. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, η προσπάθεια κατάληψης της πόλης είχε καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία. (Φωτ. ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ)

    ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ*
    28.03.2021 • 22:19

    Υπάρχουν δύο κείμενα του Ιωάννη Μεταξά, δημοσιευμένα με το ημερολόγιό του από το 1960-64, που θα έπρεπε να είναι πασίγνωστα – αν η χώρα είχε εκπαιδευτικό σύστημα αντάξιό της. Το ένα είναι η εμπιστευτική ομιλία του στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου στις 30 Οκτωβρίου 1940, στην οποία εξήγησε διεξοδικά το «Οχι» του. Όποτε την επικαλούμαι, οι περισσότεροι ξεσπούν ότι δεν είχαν ιδέα…

    Το άλλο κείμενο είναι η επίσης λεπτομερέστατη καταγραφή δύο συνομιλιών που είχε ο Μεταξάς στις 25 και 29 Μαρτίου 1921 με την ηγεσία του Αντιβενιζελισμού: Δημήτριο Γούναρη, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη και Νικόλαο Θεοτόκη. Παρών ήταν και ο στρατιωτικός Αθανάσιος Εξαδάκτυλος, παλιός του συνάδελφος στο Επιτελείο. Ο Μεταξάς είχε πλήρη επίγνωση της σημασίας όσων ειπώθηκαν και γι’ αυτό ασχολήθηκε δύο μήνες με την αναλυτική καταγραφή τους.

    Μόλις είχε σχηματιστεί, επιτέλους, κυβέρνηση Γούναρη, με υπουργό Οικονομικών τον Πρωτοπαπαδάκη και υπουργό Στρατιωτικών τον ανίδεο Θεοτόκη. Θορυβημένοι από την ήττα της Στρατιάς Μικράς Ασίας στο Εσκί Σεχίρ, αυτοί προσπάθησαν μάταια να φορτώσουν στον Μεταξά την ουσιαστική ευθύνη για τη διεξαγωγή ενός πολέμου στον οποίο ήταν αντίθετος από το 1915.

    Με απαράμιλλη και αμείλικτη διαύγεια, ο Μεταξάς επέμεινε ξανά και ξανά ότι ο πόλεμος με τους Τούρκους δεν μπορούσε ποτέ να κερδηθεί οριστικά. Οι Τούρκοι «απέδειξαν ότι έχουν όχι θρησκευτικόν, αλλά εθνικόν αίσθημα. Και εννοούν να παλαίσουν υπέρ της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των, ακριβώς δια τα αυτά πράγματα, υπέρ των οποίων ηγωνίσθημεν και ημείς κατ’ αυτών». Πρόκειται για «ένα λαόν αγωνιζόμενον υπέρ της υπάρξεώς του. Αυτός θα εύρη πάντοτε ανθρώπους να τον οδηγήσουν. Την απώλειαν της Σμύρνης και της ενδοχώρας αισθάνονται ως καιρίαν εθνικήν απώλειαν και αρχήν διαλύσεως της πατρίδος των». Ακόμη και αν ο Κεμάλ ηττημένος υπέγραφε τελικά τη Συνθήκη των Σεβρών, θα βρίσκονταν αργά ή γρήγορα άλλοι ηγέτες να αρχίσουν νέο εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Αλλά η Ελλάδα δεν μπορούσε να παραμένει διαρκώς επιστρατευμένη. Ηδη, άλλωστε, οι δυνάμεις της ήσαν τελείως ανεπαρκείς.

    giati-den-pige-o-metaxas-martyras-sti-diki-ton-exi0
    Παραπληροφορεί η «Σκριπ» της 14ης Μαρτίου 1921: Στην πραγματικότητα, η επιθετική επιχείρηση της ελληνικής Στρατιάς κατέληξε σε οικτρή αποτυχία.
    Οι συνομιλητές του δεν ήσαν καν σε θέση να κατανοήσουν όσα τους έλεγε. Οταν ο Μεταξάς συμβούλεψε να ξεχάσουν τις επιθετικές ενέργειες, να οχυρώσουν τα σύνορα της Συνθήκης των Σεβρών και να περιοριστούν στην άμυνα, ο Πρωτοπαπαδάκης απάντησε ότι για αμυντικό πόλεμο χρειάζονταν 17 μεραρχίες! Ετσι τους έλεγαν «οι στρατιωτικοί» (χωρίς να κατονομάζονται). Εξερράγη ο Μεταξάς: «Και χρειαζόμεθα μόνον 5 δια τον επιθετικόν;!» Ο Πρωτοπαπαδάκης παραδεχόταν ότι τα υπάρχοντα τουφέκια μάνλιχερ και λεμπέλ δεν ξεπερνούσαν τις 100.000 και μόλις έφταναν για τους ήδη επιστρατευμένους. Δεν μπορούσε λοιπόν να συμπληρωθεί η επιστράτευση, αλλά ούτε και ο οπλισμός, ελλείψει χρημάτων. Υπήρχαν χρήματα για μόλις δύο με τρεις μήνες… Γι’ αυτό βιάζονταν να νικήσουν τελειωτικά!

    Από την πλευρά του ο Θεοτόκης παραδεχόταν με απίστευτη ελαφρότητα την ασχετοσύνη του ως υπουργού Στρατιωτικών, προκαλώντας στον Μεταξά έκρηξη οργής. Κλαιγόταν ο Θεοτόκης: «Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε από αυτά τα πράγματα. Πώς θα λύσω ζητήματα που δεν έχω ιδέαν;». Υστερα: «Δέξου, καημένε Μεταξά, να αναλάβης. Κάμε αυτό το beau geste». Εφτασε μάλιστα στο σημείο να αναρωτηθεί φωναχτά μήπως έπρεπε να παραιτηθεί και να πάρει τη θέση του ο Μεταξάς.

    giati-den-pige-o-metaxas-martyras-sti-diki-ton-exi1
    Ιωάννης Μεταξάς: «Είμαι ευχαριστημένος ότι αντέστην. Μέσα μου όμως μελαγχολώ, διότι χωρίζομαι με όλους».
    Αυτή ήταν πράγματι η μία και μοναδική θέση που ήταν έτοιμος να αποδεχθεί ο Μεταξάς. Ως υπουργός Στρατιωτικών, θα είχε τον πλήρη έλεγχο του στρατού και των επιχειρήσεων, επιβάλλοντας τις δικές του απόψεις. Αλλά ούτε ο Θεοτόκης το πρότεινε ούτε ο Γούναρης το διανοήθηκε, αφού γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να χειραγωγήσει τον Μεταξά. Ετσι, τον πίεσαν οι τρεις επί πολλές ώρες με απίστευτες κουτοπονηριές, απειλές και προσβολές που τον εξαγρίωσαν – χωρίς ποτέ να του προσφέρουν αυτό που θα δεχόταν. Ελεγαν μάλιστα αναφανδόν ψέματα, αφού τη θέση αρχηγού του Επιτελείου που πρότειναν στον Μεταξά την είχαν ήδη δώσει στον Βίκτωρα Δούσμανη! Υπολόγιζαν όμως ότι ο Μεταξάς θα δεχόταν τελικά να ξαναγίνει υφιστάμενός του…

    Για τους συνομιλητές του Μεταξά, καθοριστικός παράγοντας ήταν η κομπλεξική στάση τους απέναντι στον Βενιζέλο και ο τρόμος για το ενδεχόμενο επανόδου του. Ηθελαν να αποδείξουν σε όλους (ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία) ότι θα τα καταφέρουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από τον Βενιζέλο. Είπε απερίφραστα ο Γούναρης για τη Μικρασιατική Εκστρατεία: «Δεν ήτο ποτέ πολιτική μας. Ο Βενιζέλος μάς έφερεν εκεί. Τον πόλεμον τον εύρομεν». Ωστόσο: «Πολιτικήν δεν δυνάμεθα να αλλάξωμεν, είμεθα υποχρεωμένοι να εξακολουθήσωμεν τον πόλεμον μέχρι τέλους, έστω και αν κινδυνεύσωμεν να καταστραφώμεν. Αλλως οι Αγγλοι θα παύσουν να μας θεωρούν ως σοβαρόν Εθνος… Πρέπει να αποδείξωμεν ότι είμεθα Εθνος, επί του οποίου δύναται να υπολογίζη μία Μεγάλη Δύναμις».

    Ο μεγάλος φόβος
    Αντίστροφα, τους κατείχε ο φόβος ότι τυχόν απαγκίστρωση εκ μέρους τους από τη Μικρά Ασία θα επέφερε μοιραία την πτώση τους και την επιστροφή του μισητού εχθρού. Μιλώντας για τον κίνδυνο να επανέλθει ο Βενιζέλος αν αυτοί αποτύχουν, ο Γούναρης έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί τα εντελώς ατομικά τους συμφέροντα: «Εμέ προσωπικώς τι με μέλει; Ενας άνθρωπος είμαι. Δεν έχω παρά να πάρω τον δρόμον μου οπουδήποτε. Αλίμονον σε σας που έχετε δεσμούς και περιουσίαν». Ο Γούναρης εννοούσε ότι ήταν ανύπαντρος και δεν είχε οικογένεια («δεσμούς») όπως οι άλλοι. (Δεν μετρούσε, όπως φαίνεται, ο δεσμός του με την Ασπασία Νάζου, ίσως επειδή αυτή θα τον συνόδευε.) Μπροστά σε τόσο απροκάλυπτη επίκληση της ιδιοτέλειας, ξέσπασε ο Μεταξάς: «Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;».
    Ωστόσο, το παθολογικό τυφλό μίσος για τον Βενιζέλο δεν συνοδευόταν από αληθινή αφοσίωση στον βασιλέα Κωνσταντίνο, στον οποίο ο Γούναρης όφειλε εξ ολοκλήρου την ανάδειξή του ως ηγέτη του Αντιβενιζελισμού. Αυτός και η κυβέρνησή του ήσαν ήδη αποφασισμένοι να εκμεταλλευθούν το γόητρο του Κωνσταντίνου, δημιουργώντας την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος» με το επιτελείο του των Βαλκανικών Πολέμων.

    giati-den-pige-o-metaxas-martyras-sti-diki-ton-exi2
    Δημήτριος Γούναρης: «Δεν ήτο ποτέ πολιτική μας. Ο Βενιζέλος μάς έφερεν εκεί. Τον πόλεμον τον εύρομεν».
    Μάταια τόνισε ο Μεταξάς ότι, πέρα από τη συνταγματική ανωμαλία και τη σύγχυση ευθυνών, ο βαριά άρρωστος Κωνσταντίνος «δεν είναι εις θέσιν να διεξαγάγη αυτό το έργον. Δεν δύναται να εξασκήση αυτήν την διοίκησιν». Ο Γούναρης ήταν αμετάπειστος: «Ο κόσμος βρίσκεται εν αγωνία και θέλει τον Βασιλέα επικεφαλής. […] Και ο Βασιλεύς πρέπει να τεθή επί κεφαλής, εν ανάγκη πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Εθνους!» Δηλαδή, πλήρης αντιστροφή σε σχέση με την ιεράρχηση που έκανε ο ίδιος άνθρωπος το 1915-17, συμβάλλοντας τότε καθοριστικά στην εκδήλωση και παγίωση του Εθνικού Διχασμού.

    Μετά αυτό το πολύωρο «ξέσχισμα», όπως το ονομάζει, ο Μεταξάς ένιωσε ότι δεν τον ένωνε πλέον τίποτε με τους άλλους. «Είμαι ευχαριστημένος ότι αντέστην. Μέσα μου όμως μελαγχολώ διότι χωρίζομαι με όλους». Τον βασάνιζε, ωστόσο, η σκέψη ότι είχε αρνηθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του ξανά. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, έγραφε στις 6 Φεβρουαρίου 1922: «Πώς χειροτερεύει η εθνική μας κατάστασις! Τι ειμπορούσα να κάμω; τίποτε· μόνον να θυσιασθώ και εγώ με ανθρώπους τους οποίους εθεώρουν απατεώνας, και δια υπόθεσιν εις την οποίαν δεν είχα καμίαν πίστιν». Ενιωθε όμως και «χαιρεκακία» για την αποτυχία των «απατεώνων»… Από την πλευρά του, ο Γούναρης είχε φτάσει στο σημείο να τον απειλεί απερίφραστα με «λυντσάρισμα» και ότι «θα του σπάση το κεφάλι».

    giati-den-pige-o-metaxas-martyras-sti-diki-ton-exi3
    Πρωτοσέλιδο του «Ελεύθερου Τύπου» στις 17 Μαρτίου του 1921 με αναφορά στην εαρινή επίθεση της Στρατιάς Μικράς Ασίας.
    Οταν πια ξέσπασε, μετά την Καταστροφή, το στρατιωτικό κίνημα με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά (η «Επανάσταση του 1922»), ο Μεταξάς βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Δεν είχε κανένα δισταγμό να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στον βασιλέα Κωνσταντίνο, ως πολιτικός πλέον. Σ’ αυτόν ανέθεσε ο Κωνσταντίνος να συντάξει την επιστολή παραίτησης και το αποχαιρετιστήριο διάγγελμά του. Χώρισαν κατασυγκινημένοι, με τον Μεταξά να κλαίει.

    Αλλά δεν μπορούσε να προσέλθει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη των Εξι (και των άλλων δύο, που δεν εκτελέστηκαν). Οπως γράφει ο Γρηγόριος Δαφνής, είχε ασκήσει ο Μεταξάς τόσο οξεία δημόσια κριτική στις κυβερνήσεις της περιόδου 1920-22 «ώστε μόνη αυτή θα ήτο αρκετή δια να στηρίξη κατηγορητήριον». Δεν τεκμηριώνεται ωστόσο ο ισχυρισμός του Δαφνή ότι ο Μεταξάς, για να γίνει αυτός ηγέτης του Αντιβενιζελισμού, συνέβαλε όσο μπορούσε στην εκτέλεση των Εξι. Αν ίσχυε αυτό, αρκούσε να καταθέσει ως μάρτυρας απλώς τις συνομιλίες του 1921, όπως τις είχε καταγράψει…

    Ο Μεταξάς ασφαλώς βρέθηκε σε δίλημμα εάν όφειλε να παρέμβει στη δίκη. Δεν αδιαφόρησε πάντως. Απέφυγε να καταθέσει ως μάρτυρας, αλλά ζήτησε από τον πρωθυπουργό Κροκιδά να έχουν οι κατηγορούμενοι δικαίωμα έφεσης στη μελλοντική Εθνοσυνέλευση. Ο Κροκιδάς όμως ήταν ανίσχυρος, όπως έδειξε και η παραίτησή του. Ο Μεταξάς δεν μπορούσε πλέον παρά να γράψει, μετά την εκτέλεση: «Τουλάχιστον εφάνησαν ανδρείοι».

    * Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι ιστορικός, τ. καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: