Πρέπει να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί;

Με αφορμή τη συζήτηση για τις κάμερες στις τάξεις, εμφανίστηκε και πάλι το ζήτημα της αξιολόγησης. Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον ένα παλιότερο άρθρο του πατέρα μου Ανδρέα Αγτζίδη, για το θέμα αυτό.  Θεωρώ ότι είναι ενδιαφέρον γιατί έχει μια πολύ καλή ιστορική εποπτεία από τα μαύρα χρόνια της δράσης των παλιών επιθεωρητών, από τους αγώνες για την κατάργηση αυτού του τύπου της «αξιολόγηση», την εμπειρία της τάξης κ.λπ.  Επιπλέον αγωνίστηκε για τα δικαιώματα του διδασκαλικού κλάδου και υπήρξε από τους συνιδρυτές της ΠΑΣΚΕ Δασκάλων.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πριν από έξη χρόνια στην εφημ. Ημερησία του Κιλκίς και περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο του με τίτλο:
«Διδακτικές, Παιδαγωγικές και κοινωνικές «βολές» (Δημοσιευμένα κείμενα για Αγωγή, Εκπαίδευση, Γλωσσικό Ζήτημα, Κοινωνικοπολιτικά θέματα

 

Περί εποπτείας και αξιολόγησης

.
του Ανδρέα Αγτζίδη,

Στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας

«…πράγματι το έργο του δασκάλου είναι κατ’ εξοχήν έργο συνείδησης.
Αλλά αυτή είναι μια ιδανική εκπαιδευτική εικόνα.
Γι’αυτό, η οργανωμένη κοινωνία, καθιερώνει πλαίσια και
επιβάλλει κανόνες εντός των οποίων είναι υποχρεωμένος,
αυτός ο ιδανικός εκπαιδευτικός να κινείται κάτω από
μια ενιαία καθοδήγηση της οποίας, σε κάθε χώρα,
προϊσταται ο αρμόδιος υπουργός παιδείας
με τις σχετικές διευθύνσεις και υπηρεσίες.
Χωρίς εποπτεία και αξιολόγηση του διδακτικού προσωπικού των
σχολείων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση
να υπάρξει εύρυθμη λειτουργία.»

Από το έτος 1982, που καταργήθηκε στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ο θεσμός του επιθεωρητή και αντικαταστάθηκε από τον προϊστάμενο γραφείου και τους σχολικούς συμβούλους, γίνεται μια αέναη συζήτηση αν θα πρέπει να αξιολογείται ο εκπαιδευτικός για το έργο που προσφέρει στην υπηρεσία του ή όχι.

Η καθιέρωση των σχολικών συμβούλων

Αυτή η διχοτόμηση του θεσμού του επιθεωρητή, ήταν πάγιο αίτηση των κλάδων, διότι πίστευαν, ότι ένα μόνο πρόσωπο δεν μπορεί να ασκεί ταυτοχρόνως την διοίκηση της εκπαιδευτικής περιφέρειας και την επιστημονική καθοδήγηση και εποπτεία του εκπαιδευτικού. Και να, το έτος 1982, το υπουργείο παιδείας, κάνει δεκτό το αίτημα των εκπαιδευτικών κλάδων και διχοτομεί το θεσμό του εκπαιδευτικού σε διοικητικό προϊστάμενο της εκπαιδευτικής περιφέρειας και τους σχολικούς συμβούλους, οι οποίοι έχουν κύριο έργο να καθοδηγούν επιστημονικά τους εκπαιδευτικούς και να παρακολουθούν και να εποπτεύουν την εργασία τους. Αυτή η καινοτόμος μεταρρύθμιση έγινε αποδεκτή από το σύνολο του εκπαιδευτικού κόσμου, που είχε κακή πείρα από τον θεσμό του επιθεωρητού, ο οποίος ως γνωστόν, μια φορά τουλάχιστον το χρόνο θα έπρεπε να επισκεφθεί τον εκπαιδευτικό, να παρακολουθήσει εντός της αιθούσης τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται και εάν η διδασκαλία του είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις της επιστήμης.

Στο τέλος δε του έτους συνέτασσε έκθεση με την οποία τον αξιολογούσε και αποτελούσε βασικό στοιχείο του υπηρεσιακού του φακέλου. Μπορεί, πολλούς εκπαιδευτικούς, αυτός ο τρόπος αξιολόγησης να μην άρεζε, ήταν όμως, αδιαμφισβήτητα ένα σοβαρότατο μέσον που ανάγκαζε τον εκπαιδευτικό, μπροστά στον φόβο της αξιολόγησης, να είναι πάντα προετοιμασμένος και να κατέχει άριστα την ύλη που θα διδάξει. Ποτέ, λοιπόν, εκπαιδευτικός δεν εισήρχετο στην τάξη του απροετοίμαστος, «δια το φόβο των Ιουδαίων». Αυτή η «καταπίεση» δεν ήταν αρεστή, κυρίως, στους φυγόπονους και τους «δεν βαριέσαι».

Αναζητώντας τη δίκαιη αξιολόγηση

Εκείνο, βέβαια, που έκανε κατά κάποιον τρόπο μισητό το θεσμό τους επιθεωρητού, ήταν η παρατηρούμενη μεροληψία εκείνων που είχαν πολιτική στήριξη και προστασία. Δυστυχώς, οι περισσότεροι επιθεωρητές των δεκαετιών του ’50, ’60 και 70 επηρεάζονταν από τους τοπικούς βουλευτές.

Οι εκπαιδευτικοί κλάδοι συνεχώς διαμαρτύρονταν για τον τρόπο αξιολόγησης. Ζητούσαν να έχει λόγο και ο διευθυντής του σχολείου για να είναι όσο μπορούσε πιο δίκαιη η αξιολόγηση. Είχαν δικαίωμα ο διευθυντής του σχολείου, ο επιθεωρητής β’ και ο επιθεωρητής α’. Μ’ αυτόν τον τρόπο της αξιολόγησης μειώθηκαν κάπως οι αδικίες. Άλλοι εκπαιδευτικοί κλάδοι, προσπαθούσαν πάντοτε να βρεθεί πιο δίκαιος τρόπος αξιολόγησης , ώστε να μην υπάρχουν αδικίες. Όσο, βέβαια προσπαθούσε η Πολιτεία να βρει έναν πιο δίκαιο τρόπο αξιολόγησης, συναντούσε πάντοτε εμπόδια, που την αξιολόγηση την καθιστούσε κατά κανόνα άδικη, με συνέπεια οι κλάδοι των εκπαιδευτικών να επιζητούν, ει δυνατόν την κατάργηση της τοιαύτης, αξιολόγησης.Μα, ήταν, όμως δυνατόν να λειτουργεί μια υπηρεσία, όπως είναι η εκπαιδευτική, χωρίς εποπτεία και αξιολόγηση; Και πως θα ξεχωρίσει ο ευσυνείδητος, ο εργατικός, από τον φυγόπονο, τον αδιάφορο τον ζαμανφουτίστα;

Μη μου πούνε, ότι όλοι είναι ευσυνείδητοι, φιλόπονοι, εργατικοί. Τότε, κοροϊδεύουμε όχι μόνο την κοινωνία αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς μας.

Δυστυχώς, από την κατάργηση του θεσμού του επιθεωρητή και τη διχοτόμησή του σε προϊστάμενο γραφείου και σχολικούς συμβούλους, καταργήθηκε και η εποπτεία και η αξιολόγηση του διδακτικού προσωπικού.

Από το ένα άκρο, στο άλλο!

Από το ένα άκρο, πήγαμε στο άλλο άκρο της ασυδοσίας και της ανευθυνότητας. «Μπάτε σκύλοι, αλέστε και αλεστικά μη δίνετε». Έγιναν, τότε συνελεύσεις επί συνελεύσεων, συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων με θέμα: αν πρέπει να αξιολογείται ο εκπαιδευτικός και να υφίσταται αυστηρή εποπτεία στην εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Δυστυχώς, εν συμπεράσματι, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, πως το έργο του εκπαιδευτικού είναι κυρίως έργο συνείδησης και συνεπώς δε χρειάζεται ούτε εποπτεία ούτε αξιολόγηση. Μωρέ, τι μας λες; Είναι δυνατόν, επειδή ο κλάδος των εκπαιδευτικών ήταν «καμένος» από την κακή συμπεριφορά ενίοτε επιθεωρητών αξιολογητών, να πάμε στο άλλο άκρο της ασυδοσίας; Κι όμως, αυτό συνέβη εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια: Λειτουργία των σχολείων, χωρίς ουσιαστική, νομοθετημένη, εποπτεία. Θυμάμαι, ότι τα πρώτα χρόνια, αυτής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, υπήρξαν θλιβερά φαινόμενα, που θα έτριζαν τα κόκκαλα των μεγάλων μας παιδαγωγών. Δεν επέτρεπαν «δάσκαλοι» δήθεν «προοδευτικοί» (τρομάρα τους!), να μπουν στη τάξη τους οι σχολικοί σύμβουλοι, για να παρακολουθήσουν την εργασία τους. Αυτό ήταν εξ άλλου το έργο του και ο ρόλος του.

Σήμερα, που επί τέλους, η Πολιτεία, με καθυστέρηση τριάντα και πλέον χρόνων, έρχεται να επιβάλει το αυτονόητο, την εποπτεία και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, οι οργανώσεις τους δυστυχώς, έχουν ξεσηκωθεί και με «κίβδηλα» και «ψευδεπίγραφα» επιχειρήματα εναντιώνονται κατά του μέτρου. Θυμίζω, πως μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στην Ρωσία, το 1917 έγιναν τότε ριζικές αλλαγές και στο εκπαιδευτικό σύστημα που ήταν ακριβώς παρόμοιο με το δικό μας. Και εκεί αμέσως οι εκπαιδευτικοί πρώτης και δευτέρας βαθμίδας εζήτησαν την κατάργηση της εποπτείας και της αξιολόγησης, με το δικαιολογητικό ότι το έργο, το εκπαιδευτικό είναι καθαρώς έργο συνείδησης. Σε λίγα χρόνια είδαν ότι τα σχολεία, σχεδόν διαλύθηκαν και επειγόντως επανέφεραν την εποπτεία και την αξιολόγηση για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων.

Και «ο άγιος φοβέρα θέλει» (με την καλή έννοια). Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως πράγματι το έργο του εκπαιδευτικού, σε καμιά περίπτωση δεν είναι συγκρίσιμο με οποιοδήποτε άλλο έργο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Ο δάσκαλος είναι το φως, είναι ο ψυχοπλάστης, είναι ο καθοδηγητής, είναι ο διαμορφωτής της νέας ζωής, ο δημιουργός της κοινωνίας. Είναι γενικώς, ο μορφωτής και πλάστης όλου του λαού. Όσοι προσπαθούν να υποβαθμίσουν ή και να απαξιώσουν το έργο του εκπαιδευτικού, διαπράττουν ένα σοβαρότατο έγκλημα κατά της ίδιας της κοινωνίας.

Είναι, γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι πράγματι, το έργο του εκπαιδευτικού δασκάλου και καθηγητή είναι θέμα πρωτίστως, ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Αλλά πρέπει να κατέχει, άριστα, την τέχνη να μεταφέρει και να εφαρμόζει στην πράξη την θεωρητική μεθοδική του μόρφωση. Στην εφαρμογή αυτή θα δείξει όλη την τεχνική του ικανότητα, και θα δώσει στη μέθοδο, τον ιδιαίτερο εκείνο χρωματισμό που πηγάζει από τη δική του ψυχή. Σήμερα ο εκπαιδευτικός λειτουργός είναι ο ήρωας εκείνος ο εθνικός που εκτελεί ευσυνείδητα το καθήκον του, μορφώνοντας τα παιδιά του ελληνικού λαού, μέσα σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Αυτοί χαλκεύουν τις ψυχές των μαθητών τους, που όταν φύγουν από το σχολείο, παίρνουν μαζί τους και τη μορφή του δασκάλου τους.
Οι δάσκαλοι αυτοί εγκαταλείπουν στους μαθητές τους τις καλύτερες αναμνήσεις από την σχολική τους ζωή. Και συχνά, αργότερα, στην ζωή τους οι μαθητές αυτοί θυμούνται τον καλό δάσκαλό τους και διηγούνται ιστορίες από τη σχολική τους ζωή.

Γιατί φοβούνται την αξιολόγηση;

Με τις απλές αυτές σκέψεις, βλέπουμε ότι πράγματι το έργο του δασκάλου είναι κατ’ εξοχήν έργο συνείδησης. Αλλά αυτή είναι μια ιδανική εκπαιδευτική εικόνα. Γι’αυτό, η οργανωμένη κοινωνία, καθιερώνει πλαίσια και επιβάλλει κανόνες εντός των οποίων είναι υποχρεωμένος, αυτός ο ιδανικός εκπαιδευτικός να κινείται κάτω από μια ενιαία καθοδήγηση της οποίας, σε κάθε χώρα προΐσταται ο αρμόδιος υπουργός παιδείας με τις σχετικές διευθύνσεις και υπηρεσίες. Χωρίς εποπτεία και αξιολόγηση του διδακτικού προσωπικού των σχολείων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπάρξει εύρυθμη λειτουργία. Αυτό, είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουν οι ηγεσίες των εκπαιδευτικών οργανώσεων; Είναι, άραγε ευχαριστημένοι από την μέχρι τούδε λειτουργία των σχολείων, χωρίς αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού; Είναι υπέρ της ισοπέδωσης; Και πώς θα εκτιμηθεί η ποιοτική ικανότητα ενός εκάστου εκπαιδευτικού; Γιατί, φοβούνται την αξιολόγηση;

Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται. Όποιος είναι εν τάξει στις υποχρεώσεις του δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Σε χαλεπούς καιρούς οι δάσκαλοι στην πλειοψηφία τους επεδίωκαν την κρίση των προϊσταμένων. Αν δεν έχουν κριθεί, δεν έχουν αξιολογηθεί πως θα ξεχωρίσουν οι άριστοι, οι πολύ καλοί, οι μέτριοι; Υποστηρίζουν οι οργανώσεις των εκπαιδευτικών ότι με τη αξιολόγηση κάποιοι εκπαιδευτικοί διατρέχουν τον κίνδυνο της απόλυσής. Ο ίδιος ο υπουργός, δηλώνει και διαβεβαιώνει ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Προς τί λοιπόν η ανησυχία;
Ισχυρίζονται, οι αντιδρώντες, τότε γιατί, στην αξιολόγηση, τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί, όπως το 25% θα αξιολογείται από το 9-10, το 60% από 7-8 και το 15% από 1-6. Αυτό το τελευταίο ποσοστόν «α πριόρι» υποστήριζαν ότι κινδυνεύει να απολυθεί. Αν λέω ας πούμε, ότι επιβάλλεται να απολυθούν, (που δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση), κάποιοι από ποιό ποσοστό θα πρέπει να απολυθούν; Από τους άριστους; Φυσικά όχι. Τότε θα πρέπει να παύσουν να παίζουν κάποιοι με την ιερότητα των θεσμών. Διαπράττουν μέγα σφάλμα οι διοικήσεις των ομοσπονδιών των εκπαιδευτικών, που αντιδρούν κατά ανοίκειο τρόπο στην αξιολόγηση.

Αντί με εποικοδομητικές προτάσεις προς το υπουργείο να βοηθήσουν οι οργανώσεις των εκπαιδευτικών στον καλύτερο, πιο δίκαιο τρόπο αξιολόγησης, λαμβάνουν δυστυχώς «κάθετα» αντίθετη θέση, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια ειλικρινή του υπουργείου. Η αντίδραση αυτή είναι κατακριτέα από την κοινή γνώμη και από τους γονείς των μαθητών. Πρέπει να καταλάβουν οι εκπαιδευτικοί ότι εκτός από λειτουργοί είναι και κρατικοί υπάλληλοι και οφείλουν σεβασμό και υπακοή στους νόμους. Ο τσαμπουκάς δεν πρέπει να περάσει.

Dura lex sed lex. Σκληρός νόμος, αλλά νόμος.
—————–
Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Ημερησία, 1 Αυγούστου 2014, σελ. 13

 

2 Σχόλια

  1. 28-Μαϊ-2020 00:03
    Γιατί είναι περιττή κάθε πρόταση βελτίωσης της αξιολόγησης στο Δημόσιο

    Γιατί είναι περιττή κάθε πρόταση βελτίωσης της αξιολόγησης στο ΔημόσιοΤου Λέανδρου Χ. Ρακιντζή

    Στις 11/5 δημοσιεύθηκε στο capital άρθρο με τίτλο «Οι άριστοι της ΕΥΔΑΠ και η πρόσκληση για ειλικρίνεια” και αφορούσε επιστολή του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΥΔΑΠ Χ. Σαχίνη προς το προσωπικό της εταιρείας. Σε αυτήν επισήμανε ότι κατά την περίοδο 2015-2018 είχαν βαθμολογηθεί ως άριστοι οι υπάλληλοι της εταιρείας κατά ποσοστό 81-86%, ως λίαν καλοί 12-16,9%, ως καλοί 2-2,7% και κανένας κάτω από τη βάση και ζήτησε από τους αξιολογητές περισσότερη ειλικρίνεια, ώστε η διαδικασία να αποτελέσει αφορμή βελτίωσης των υπαλλήλων. Η ΕΥΔΑΠ είναι μία μεσαίου μεγέθους επιχείρηση του ευρύτερου δημοσίου τομέα.

    Προσπάθησα ανεπιτυχώς να βρω στο διαδίκτυο στοιχεία για τις ετήσιες εκθέσεις αξιολογήσεως των απασχολουμένων σε ολόκληρο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την παραπάνω περίοδο, αλλά φαίνεται, ότι και αν ακόμα οι εκθέσεις έχουν συνταχθεί, δεν αναρτηθήκαν. Πιστεύω όμως η αξιολόγηση όλων των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα άνω των 300.0000 πλην των ενόπλων δυνάμεων, σωμάτων ασφαλείας, ΕΣΥ και εκπαιδευτικών, που έχουν ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, κυμαίνεται στα αυτά περίπου με την ΕΥΔΑΠ ποσοστά βαθμολογίας και ενδεχομένως να έχουν βαθμολογηθεί ως ανεπαρκείς καμιά εκατοντάδα, αλλά δεν νομίζω να έχει απολυθεί κανείς για την αιτία αυτή.

    Το συμπέρασμα αυτό εξάγω εκ του ότι το αυτό ποσοστό αξιολογήσεως των Δ.Υ. υπήρχε κατά την περίοδο που διετέλεσα Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (2004-2016) βάσει των στοιχείων της υπηρεσίας μου και με το δεδομένο ότι στην Ελλάδα τίποτε δεν αλλάζει και ότι κατά παγία τακτική οι εκθέσεις αντιγράφονται.

    Το εκπληκτικό αυτό ποσοστό αριστείας οφείλεται κυρίως στον τρόπο, που συντάσσονται οι εκθέσεις αξιολογήσεως (Π.Δ.318/1992), καθόσον πρώτος αξιολογητής είναι ο προϊστάμενος του υπαλλήλου με τον οποίον όλοι οι υπάλληλοι φροντίζουν να έχουν καλές σχέσεις, εκτός του ότι συνήθως οι προϊστάμενοι προέρχονται από την ίδια υπηρεσία και έχουν συνυπηρετήσει ως απλοί υπάλληλοι με τον αξιολογούμενο. O δε δεύτερος αξιολογητής είναι ο επικεφαλής της υπηρεσίας, συνήθως μετακλητός υπάλληλος, που δεν έχει ιδία αντίληψη και απλώς επικυρώνει τη γνώμη του πρώτου αξιολογητή. Άλλωστε, το ίδιο ποσοστό αριστείας 85% δέχεται και ο N. 4250/214, που προσδιόριζε υποχρεωτικό ποσοστό χαμηλής βαθμολογίας 15%, αλλά λόγω των σφοδρών αντιδράσεων της ΑΔΕΔΥ ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

    Η βαθμολογία στις εκθέσεις αξιολογήσεως συνοδεύεται και από παρατηρήσεις που σκοπό έχουν να την δικαιολογήσουν, αλλά συνήθως είναι τόσο γενικές και αόριστες, που πολλές φορές καθιστούν την διοικητική πράξη που στηρίζεται στην έκθεση αναιρετέα δικαστικά, όπως προκύπτει από την πληθώρα αποφάσεων του ΣτΕ που προάγουν μετά την αποστρατεία αξιωματικούς σε στρατηγούς. Το ωραιότερο όμως, είναι το πεδίο, που οι υπάλληλοι αυτοαξιολογούνται όλοι με άριστα.

    Οι εκθέσεις αξιολογήσεως χρησιμεύουν κυρίως για τις προαγωγές και τις τοποθετήσεις των ΔΥ σε θέσεις ευθύνης από τα υπηρεσιακά συμβούλια, τα οποία όμως δεν μπορούν να σχηματίσουν σαφή εικόνα για τους υποψηφίους, επειδή όλοι έχουν βαθμολογηθεί ως άριστοι και χρησιμοποιούν άλλα κριτήρια κυρίως πολιτικά. Σαφώς οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων μπορεί να ακυρωθούν δικαστικά, αλλά ελάχιστοι προσφεύγουν δικαστικά, διότι οι διαδικασίες είναι πολύ χρονοβόρες και δαπανηρές, συνήθως προσφεύγουν για να βελτιώσουν τη σύνταξη τους, αλλιώς κάνουν υπομονή και περιμένουν την πολιτειακή αλλαγή.

    Η υπηρεσιακή κατάσταση των ΔΥ και υπαλλήλων ΝΠΔΔ διέπεται από τον Κώδικα ΚΔΠΥ Ν.3528/2007 και των δημοτικών υπαλλήλων από τον ΚΔΥ Ν.358.2007, ως ισχύουν και γίνονται συνεχείς προσπάθειες βελτιώσεως του τρόπου αξιολογήσεως των ΔΥ με βάση το ΠΔ318/1992, που εκδόθηκε επί πρωθυπουργίας Κ. Μητσοτάκη, τους Ν.2450 και 2475 /2014 με Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αποτελούσε δε βασική μνημονιακή υποχρέωση η βελτίωση της αξιολόγησης των ΔΥ. Αλλά όσο ο κόσμος αλλάζει, πάντα ο ίδιος μένει δεν έγινε απολύτως τίποτα.

    Η επιθεώρηση των δικαστών γίνεται σύμφωνα με το Σύνταγμα από τον επιθεωρητή αρεοπαγίτη με ετήσια θητεία, που συντάσσει τις ετήσιες εκθέσεις αξιολογήσεως των δικαστικών λειτουργών. Επειδή ο όγκος εργασίας των δικαστικών λειτουργών είναι τεράστιος συνήθως οι δικαστές υποβάλλουν προς επιθεώρηση πέντε πολιτικές αποφάσεις της επιλογής τους.

    Ο επιθεωρητής σχηματίζει γνώμη για τις ικανότητες του δικαστή από τη μελέτη των αποφάσεων αυτών και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να αντλήσει, συνήθως όμως αντιγράφει την προηγουμένη έκθεση. Δεν γνωρίζω ακριβώς, γιατί έχω αποχωρήσει πολλά χρόνια από το δικαστικό σώμα, αλλά είναι βέβαιο ότι πάνω από 85% των δικαστών έχουν τουλάχιστον μία έκθεση με χαρακτηρισμό εξαίρετη. Ο τρόπος αυτός της επιθεώρησης των δικαστών δεν είναι ακριβής, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της εργασίας τους.

    Κάποτε ως ΓΕΔΔ πρότεινα με επιστολή μου στον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης να θεσπισθεί ένα συμπληρωματικό σύστημα αξιολογήσεως με το ανώτερο δικαστήριο να βαθμολογεί με αντικειμενικά κριτήρια τον κατώτερο δικαστή που εξέδωσε την απόφαση, που εκδικάζει. Η πρότασή μου απορρίφθηκε και από τις πέντε δικαστικές ενώσεις με ψήφισμα και με αιτιολογία ότι δεν δικαιούμαι να ομιλώ.

    Κατόπιν όλων των παραπάνω και επειδή όπως αποδείχθηκε κανείς δεν μπορεί να αλλάξει παγιωμένες καταστάσεις ετών, αφού ούτε τα Μνημόνια μπόρεσαν και το θέμα έγινε πολιτικό, δεν υποβάλλω καμιά πρόταση βελτιώσεως της αξιολόγησης των ΔΥ. Αρκούμαι να υποβάλω και εγώ προς τους αξιολογητές την παράκληση του κ. Σαχίνη ως πρόκληση για περισσότερη ειλικρίνεια.

    * Ο κ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.

    https://www.capital.gr/me-apopsi/3456646/giati-einai-peritti-kathe-protasi-beltiosis-tis-axiologisis-sto-dimosio

  2. Στο PressPublica
    ————————————
    Πρέπει να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί;
    Από Ανδρέας Αγτζίδης -Μάιος 27, 2020

    https://www.presspublica.gr/prepei-na-axiologoyntai-oi-ekpaideytikoi/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: