Συναντώντας και πάλι το Ισλάμ

H γνώση του Ισλάμ, ως θρησκείας που επιχειρεί να έχει έναν πολιτικό ρόλο στα παγκόσμια πράγματα, και ο διάλογος με τους φορείς του φαντάζουν ως μια θετική στάση στον μεταδιπολικό κόσμο των έντονων περιφερειακών συγκρούσεων.

Ειδικά για τους Έλληνες, η ανάπτυξη μιας αυτόνομης έρευνας και οι πρωτοβουλίες για διάλογο έχουν μεγάλη σημασία, εφόσον η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στο σύνορο των δύο κόσμων, έστω και αν τα όρια δεν είναι συμπαγή και αδιάβατα. Ο ρόλος της αυτόνομης ελληνικής έρευνας είναι ιδιαίτερα σημαντικός, γιατί ο ελληνικός κόσμος έζησε για εκατοντάδες χρόνια μαζί με τον ισλαμικό και η ματιά του για τον κόσμο αυτό δεν προέρχεται εκ του μακρόθεν, αλλά από την άμεση βίωση.

Το Ισλάμ για τους Έλληνες –όπως και για τους Αρμένιους– δεν είναι ένας μακρινός πολιτισμός, αλλά ένας «άλλος» πολιτισμός, που λειτούργησε ως το πολιτικό και κοινωνικό τους πλαίσιο για εκατοντάδες χρόνια. Ακριβώς γι’ αυτό η πλειονότητα των γεωπολιτικών περιπετειών του –έως και πρόσφατα– έχουν λίγο έως πολύ την οσμή της χριστιανο-μουσουλμανικής αντιπαράθεσης, παρά την επικάλυψη απ’ τα σύγχρονα εθνικά στερεότυπα.

Κατά συνέπεια, ο Έλληνας ερευνητής, που δεν θέλει απλώς να αναπαράγει τη δυτική οριενταλιστική ανάλυση, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με έναν ξεχωριστό τρόπο.  Έναν τρόπο που τον εξασφαλίζει η μακρόχρονη συμβίωση του ελληνικού κόσμου με τον ισλαμικό και η άμεση βίωση των βασικών αντιλήψεων και των πρακτικών που ακολουθεί. Έστω και αν η συνύπαρξη αυτή ήταν με τη μορφή των ντχιμίς, ήτοι «προστατευόμενων μελών», έως την έναρξη των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που ολοκληρώθηκαν με το διάταγμα Χάτι Χουμαγιούν (1856).

Η ελληνική ιστορική εμπειρία

Ακόμα και η ελληνική αστική ανασυγκρότηση, μέσω της απόκτησης της πολιτικής κυριαρχίας στο έθνος-κράτος στον νότο της Βαλκανικής, έγινε μετά από μια χριστιανική εξέγερση ενάντια σε μια ισλαμική αρχή. Η ελληνική εμπειρία είναι μοναδική στον χώρο του δυτικού κόσμου, εφόσον είναι γνωστό ότι ο Ευρωπαίος λόγιος προσέγγιζε και προσεγγίζει το αντικείμενο «Ισλάμ» από μια υπεροπτική θέση, που του την εξασφάλιζε η κυριαρχία και η αποικιοκρατία. Όπως γράφει ο Edward Said: «τα περισσότερα απ’ όσα γνωρίζει η Δύση για τον μη-δυτικό κόσμο τα έμαθε μέσα στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας».  Επιπλέον ο Said στο έργο του για τον οριενταλισμό αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή γνώση για την Ανατολή ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για την υποδούλωσή της. Τα παραδοσιακά κίνητρα της δυτικής ερμηνείας δεν είναι η ανάγκη για πραγματική κατανόηση και για δημιουργία συνθηκών επικοινωνίας και διαλόγου, αλλά η εξουσία και η πολιτική κυριαρχία.

Οπότε η ελληνική περίπτωση, καθώς υπήρξε οργανικό τμήμα της Ανατολής σε μια διαρκή έντονη σχέση με το Ισλάμ από τον 7ο αιώνα π.Χ. έως και σήμερα, είναι η μοναδική στον ευρωπαϊκό χώρο που δεν λειτουργεί στο πλαίσιο του οριενταλισμού, αλλά μόνο στο πλαίσιο της βίωσης. Ακόμα και σήμερα είναι ορατά τα ίχνη της συνάντησης του ελληνισμού με το Ισλάμ μέσα από την επιβίωση ελληνόγλωσσων μουσουλμανικών πληθυσμών στην Τουρκία, είτε γηγενών (στην περιοχή του Πόντου), είτε επήλυδων, λόγω της Συνθήκης της Λωζάννης (Κρητικοί, Γιαννιώτες, Μακεδόνες-Βαλλαάδες), είτε μεταναστών (Κύπριοι).  Είναι γνωστό ότι πολλές φορές η ανάμνηση της μη τουρκικής καταγωγής οδηγεί σε συμπεριφορές παράδοξες. Είτε επιστροφής στην παλιά ταυτότητα των προγόνων,  είτε ισχυροποίησης της ισλαμικής πίστης ως αντίβαρου στην εθνική ανασφάλεια.  Όλα αυτά κάνουν μοναδική την ελληνική περίπτωση μέσα στον δυτικό χώρο. Σε αυτές τις σύγχρονες επιβιώσεις πρέπει να προστεθούν η αναφορά του Κορανίου στους Ρωμιούς (al-Rum), με ιδιαίτερο και πολύ σημαντικό κεφάλαιο, και η εγκωμιαστική γνώμη των μουσουλμάνων λογίων για τους αρχαίους Έλληνες (Yunan).

Επίσης, ο ελληνικός κόσμος κατάφερε –έστω και με προβλήματα που κατά καιρούς εκκινούσαν από την κρατική ελληνοτουρκική αντιπαράθεση– να συνυπάρξει με ένα τμήμα του παλιού οθωμανικού πληθυσμού σε περιοχές της ελληνικής Θράκης, σε εποχές έθνους-κράτους και με κυριαρχία ελληνική. Η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση –όπου επιπλέον υπήρξε και ο σεβασμός της σαρία ως μορφή εσωτερικής κοινωνικής λειτουργίας– ίσως επιβεβαιώνει τη θέση του Ernest Gellner ότι η δυτική μορφή του κράτους έχει τη δυνατότητα να συνυπάρξει με τη μουσουλμανική κοινότητα (Ούμα) χωρίς προβλήματα.

Όλα αυτά παίρνουν ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή, όπου το Ισλάμ δείχνει να «αφυπνίζεται», διεκδικώντας μια άλλη θέση στον παγκόσμιο χώρο. Το φαινόμενο αυτό είναι πλέον ξεκάθαρο, σε όλες του τις εκδοχές: Από την επιστροφή του σουνιτικού Ισλάμ στην τουρκική εξουσία, την περιθωριοποίηση των κοσμικών-εθνικιστών και τον επιχειρούμενο εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας, έως τους εξτρεμιστές της Αλ Κάιντα, του Ισλαμικού Κράτους και των ποικιλώνυμων οργανώσεων που σε Ασία και Αφρική έχουν ξεκινήσει το αιματηρό τζιχάντ «κατά των απίστων».

Πώς εμφανίστηκε το εξτρεμιστικό Ισλάμ

Η πολλαπλότητα των αιτίων αυτής της αφύπνισης –ή καλύτερα της εντονότερης παρουσίας στον διεθνή χώρο μιας δυναμικής παράδοσης που έτσι κι αλλιώς βρισκόταν σε διαρκή κίνηση μέσα στη ροή του ιστορικού χρόνου–  παρουσιάστηκε στην εισαγωγή αυτού του βιβλίου. Η αρχική υποκίνηση του ισλαμικού εξτρεμισμού από αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, μέσω του αφγανικού τζιχάντ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, και η αυτονόμηση των εκπαιδευμένων ριζοσπαστών από τους εκπαιδευτές τους, οδήγησαν στη διόγκωση του σύγχρονου ισλαμικού εξτρεμισμού και της αντιδυτικής υστερίας. Μοχλός της «αφύπνισης» των μουσουλμανικών πληθυσμών είναι οι ριζοσπάστες του Ισλάμ. Η αντιδυτική τους αντίληψη ριζώνει και μεγεθύνεται στις περιοχές καθαρών εθνικών συγκρούσεων, όπως η Παλαιστίνη και η Τσετσενία.

Η αμφισβήτηση στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων από αυταρχικά κράτη ωθεί τους ηττημένους να βρουν καταφύγιο στο θρησκευτικό τους δόγμα, και ειδικότερα στην πιο επιθετική εκδοχή του. Ακριβώς αυτές οι εθνικές εστίες συγκρούσεων επιτρέπουν στο επιθετικό Ισλάμ να σχηματοποιεί τις παγκόσμιες αντιθέσεις και να τις εμφανίζει ως σύγκρουση των απίστων με τον κόσμο του Ισλάμ. Επιτρέπουν επίσης να προβάλλει, ως μοναδική προοπτική για δικαίωση, την καταστροφή του «κακού» μέσω του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ). Το συναίσθημα της ήττας και της απόρριψης από τη μια, αλλά και της εκδίκησης και της δικαίωσης από την άλλη, διαχέεται σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Με την ύπαρξη κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα, με κορυφαία εκδήλωση αυτή του Ισλαμικού Κράτους, που ιδρύθηκε σε εδάφη της Συρίας και του Ιράκ.

Τα όρια αυτού του νέου ισλαμιστικού ξεσπάσματος έχουν πυροδοτήσει έντονες αντιπαραθέσεις στους χώρους των διανοουμένων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι αυτή η έκρηξη αποτελεί την ύστατη έκφραση του Ισλάμ πριν το τέλος του, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η ισλαμική αφύπνιση δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Όποια και να είναι η ορθή εκτίμηση, το δεδομένο είναι ότι για αρκετά χρόνια, ίσως και δεκαετίες, το ζήτημα της σύγκρουσης της Δύσης με το εξτρεμιστικό Ισλάμ θα είναι παρόν στην καθημερινότητα των πολιτών. Είναι ενδιαφέρουσα η άποψη του Αλί Αχμάντ Σαΐντ Εσμπέρ ότι όσοι αναζητούν στους κόλπους του Ισλάμ «ένα άλλο Ισλάμ» δεν θα το βρουν ποτέ, γιατί το Ισλάμ είναι ένα. Όπως γράφει: «Δεν υπάρχει ένα Ισλάμ μετριοπαθές και ένα ακραίο, ένα Ισλάμ “έγκυρο” και ένα “ψευδεπίγραφο”. Το Ισλάμ είναι ένα. Αυτό που εμείς μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να επιχειρήσουμε μια άλλη ανάγνωση».

Παρόμοια αντίληψη για μια άλλη ανάγνωση, μέσα από την κατάρριψη εδραιωμένων πεποιθήσεων, έχει και η Κ. Δαλακούρα, η οποία υποστηρίζει ότι είναι εφικτή η εναρμόνιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το Ισλάμ, με την προϋπόθεση της επανερμηνείας του. Με την επανερμηνεία μπορεί να αναιρεθεί η βεβαιότητα ότι η θρησκεία και η πολιτική είναι ένα. Να υποστηριχθεί ότι η έννοια του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ) μπορεί να αναφέρεται στον προσωπικό αγώνα του ατόμου για να ενισχύσει την αρετή του. Ότι η αντίληψη της σαρία δεν είναι απόλυτη και δεσμευτική, όπως αποδεικνύεται από την ισλαμική εμπειρία, εφόσον «το δίκαιο αναθεωρούνταν με πραγματισμό και τα ασαφή του σημεία γίνονταν αντικείμενο πολλών συζητήσεων και ερμηνειών, ενώ ταυτόχρονα ο μύθος ότι δεν επιδεχόταν αλλαγές διατηρούνταν».  

 

Διαβάζοντας με νεωτερικό τρόπο το Κοράνι

Ενδεικτικά να αναφερθεί ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να γίνει μια άλλη ανάγνωση: Η παράθεση των υλικών απολαύσεων στο Κοράνι (3, 14) έχει μεταφραστεί ως εξής από τον Πεντάκη: «Ευχάριστη είναι για τους πιστούς η εξασφάλιση των απολαύσεων, δηλαδή οι γυναίκες, τα παιδιά, οι κρυμμένοι θησαυροί του χρυσαφιού και του ασημιού, τα υπερήφανα άλογα, τα κοπάδια και τα χωράφια. Όλ’ αυτά είναι πρόσκαιρες απολαύσεις του κόσμου τούτου. Η ευχάριστη διαμονή είναι κοντά στο Θεό». Θα μπορούσε όμως να αποδοθεί και με έναν διαφορετικό τρόπο, βασισμένο σε μια λυρικότητα που αφαιρεί την υλιστικότητα: «Πανέμορφη είναι στα μάτια του ανθρώπου αυτή η εικόνα, να ’σαι παντρεμένος και να έχεις παιδιά, κατά προτίμηση γιους, τσουβάλια με χρυσάφι και ασήμι, καθαρόαιμα άλογα που φέρουν το σήμα της ιδιοκτησίας σου, κοπάδια και εύφορες γαίες. Πράγματι, αυτά είναι η πιο μεγάλη ευτυχία στον κόσμο. Όμως αυτό που υπόσχεται ο Θεός στον Παράδεισο είναι πολύ καλύτερο/ανώτερο».

Αυτή την άλλη ανάγνωση καλούνται να υποστηρίξουν οι υπεύθυνες πολιτικές ηγεσίες της Δύσης, που φιλοξενούν πλέον πολυάριθμες ομάδες μουσουλμάνων μεταναστών και προσφύγων. Μέσω των μηχανισμών αναπαραγωγής της γνώσης, μέσα από την καλλιέργεια στερεοτύπων, μέσα από την αταλάντευτη υποστήριξη των κατακτήσεων του Διαφωτισμού και της κοινωνίας των πολιτών, μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία και τμήματα ισλαμικών σπουδών στις θεολογικές σχολές, μέσα από την ανάπτυξη του διαθρησκευτικού και διαπολιτισμικού διαλόγου, θα πρέπει να ενθαρρύνουν και να ενισχύσουν την «άλλη ανάγνωση», διαμορφώνοντας παράλληλα ένα πεδίο επικοινωνίας και διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις που δρουν στον χώρο του Ισλάμ και αντιτίθενται στις φονταμενταλιστικές του ερμηνείες.

Στην κατεύθυνση αυτή η ελληνική συμβολή, βασισμένη στην ιδιαίτερη ιστορική εμπειρία και γνώση, θα μπορούσε να είναι σημαντική στους σύγχρονους προβληματισμούς και στη διαμόρφωση μιας καλύτερης επικοινωνίας με τον μουσουλμανικό κόσμο. Και όπως γράφουν η Πέπη Ρηγοπούλου και ο Γιάγκος Ανδρεάδης στο βιβλίο τους ‘’Ζητήματα Ιστορίας του Πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα’’: «Σ’ αυτό τον κόσμο, τον οποίο η παγκοσμιοποίηση έκανε πολύ μικρό και πολύ επικίνδυνο, η πεποίθηση στη δική μας ταυτότητα είναι ο όρος για να συναντήσουμε τις αξίες των άλλων»….

https://www.huffingtonpost.gr/entry/senantontas-kai-pali-to-islam_gr_5dc3d746e4b03ddc02ef5cca?utm_hp_ref=gr-homepage

—————–

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/

Ο μουσουλμανικός στόλος πλέει προς την Κρήτη

1 comment so far

  1. Τζιχαντιστής στο Λονδίνο – Είναι η ισλαμική ταυτότητα συμβατή με τον δυτικό τρόπο ζωής;

    Λυγερός Σταύρος

    Κάθε επίθεση της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη επαναφέρει στο τραπέζι το ερώτημα εάν το Ισλάμ είναι συμβατό με τον δυτικό τρόπο ζωής και ως εκ τούτου εάν είναι δυνατή η μαζική ενσωμάτωση των μουσουλμάνων στις δυτικές κοινωνίες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με την επίθεση του «μοναχικού λύκου» Ουσμάν Καν, ο οποίος σκότωσε με μαχαίρι δύο νέους επιστήμονες και τραυμάτισε τρεις σε εκδήλωση που οργάνωσε το πανεπιστήμιο του Cambridge για επανένταξη κρατουμένων.

    Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι ο 28χρονος δράστης είχε καταδικασθεί το 2012 για ισλαμική τρομοκρατία και είχε αφεθεί ελεύθερος υπό όρους το 2018 και ως πρώην κατάδικος συμμετείχε στην εκδήλωση. Το γεγονός ότι την ευθύνη ανέλαβε το Ισλαμικό Κράτος δείχνει ότι παρότι είχε ζητήσει να «αποριζοσπαστικοποιηθεί» όταν βρισκόταν στη φυλακή, διατήρησε σχέσεις με το Ισλαμικό Κράτος, έστω κι αν έδρασε μόνος του.

    Η στράτευση στην ισλαμική τρομοκρατία νέων μουσουλμάνων που έχουν μεγαλώσει στη Δύση αποδίδεται από αριστερούς και φιλελεύθερους στον κοινωνικό αποκλεισμό που συνήθως οι νέοι μουσουλμάνοι υφίστανται. Αναμφίβολα, αυτός ο παράγοντας παίζει ρόλο στην ανάπτυξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ο οποίος είναι η ακραία εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ και λειτουργεί σαν δεξαμενή στρατολόγησης για την ισλαμική τρομοκρατία. Όποιος, όμως, θεωρεί ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ο αποκλειστικός λόγος που ωθεί μουσουλμάνους στην ισλαμική τρομοκρατία βλέπει μόνο την όψη που ταιριάζει στο ιδεολόγημά του.

    Ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στο ευρωπαϊκό φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα είναι η δημόσια ερμηνεία του Γιούνκερ μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις της ισλαμικής τρομοκρατίας στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Πρώτα εξέφρασε την απορία του για το γεγονός ότι οι δράστες ήταν νέοι μουσουλμάνοι που γεννήθηκαν στην Ευρώπη, φοίτησαν σε ευρωπαϊκά σχολεία και συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή.

    Στη συνέχεια, ο μέχρι πρότινος πρόεδρος της Κομισιόν, είχε ομολογήσει ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει να επιδείξει επιτυχίες στον τομέα της ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων. Τέλος, και αυτό είναι το κρίσιμο, είχε αποδώσει την αποτυχία σε όσους αρνούνται να αποδεχθούν και να ενσωματώσουν τους μουσουλμάνους που βρίσκονται πολλά χρόνια στην Ευρώπη!

    Δέσμια της πολιτικής ορθότητας
    Η ερμηνεία του εκείνη είναι δέσμια της πολιτικής ορθότητας και ως εκ τούτου απελπιστικά μονομερής. Στην πραγματικότητα, αντιστρέφει τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Προφανώς, υπάρχουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Προφανώς υπάρχουν διακρίσεις. Δεν είναι, όμως, αυτός ο αποκλειστικός λόγος της μη ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων.

    Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις σουνιτών με καλές σπουδές και καριέρες στη Δύση, οι οποίοι για ιδεολογικούς λόγους προσχώρησαν στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Όπως, επίσης, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις νεαρών μουσουλμάνων, που προέρχονται από υποβαθμισμένες συνοικίες και έχουν ποινικό μητρώο, οι οποίοι βρήκαν νόημα ζωής στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και στη συνέχεια στρατεύθηκαν στην ισλαμική τρομοκρατία.

    Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η ενσωμάτωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι δύσκολη και ενίοτε αδύνατη. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πρώην αποικιοκρατικές χώρες, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, όπου υπάρχουν μουσουλμανικές κοινότητες τρίτης γενιάς, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αναπτύχθηκε και παρά τη στρατιωτική ήττα των τζιχαντιστών στο Ιράκ και στη Συρία δεν υποχωρεί.

    Οι ισλαμικοί τρομοκρατικοί πυρήνες στην Ευρώπη συγκροτήθηκαν συνήθως από νέους σουνίτες, οι οποίοι είτε είχαν πάει στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσουν στις γραμμές της Αλ Κάιντα και κυρίως του Ισλαμικού Κράτους, είτε είχαν εμπνευσθεί από τη δράση τους. Οι τρομοκρατικοί πυρήνες συγκροτήθηκαν κυρίως στη βάση των αρχέγονων δεσμών εμπιστοσύνης: Στρατολογήθηκαν αδέλφια, ξαδέλφια, συγγενείς και στενοί φίλοι.

    Δεν πρέπει, λοιπόν, να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι στον κατάλογο των τρομοκρατικών επιθέσεων στη Δύση τα τελευταία χρόνια πρωταγωνιστούν αδέλφια και φίλοι. Ούτε να εντυπωσιάζει το συμπέρασμα μελέτης που καταδεικνύει πως το στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον γνωρίζει την προσχώρηση στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και συχνά γνωρίζει και την πρόθεση συμμετοχής σε τρομοκρατική ενέργεια, αλλά δεν κάνει τίποτα για να την εμποδίσει.

    Υποτιμούν την ισλαμική ταυτότητα
    Τα τζαμιά είναι χώρος προσευχής, αλλά και χώρος γνωριμίας και επαφής. Το γεγονός ότι παρακολουθούνται από τις υπηρεσίες ασφαλείας δεν αποτρέπει προσηλυτισμό και ενδεχομένως στη συνέχεια στρατολόγηση στην ισλαμική τρομοκρατία. Τόσο στις μουσουλμανικές κοινωνίες όσο και στις μουσουλμανικές κοινότητες της Δύσης, οι φονταμενταλιστές όχι μόνο δεν είναι απομονωμένοι από τους υπόλοιπους σουνίτες, αλλά συχνά ισχύει το αντίθετο. Είναι πρόσωπα σεβαστά και με επιρροή.

    Δεδομένου ότι οι τρομοκράτες κινούνται στους κύκλους των φονταμενταλιστών σαν τα ψάρια στο νερό, έχουν εξασφαλίσει ένα ζωτικό χώρο αφενός κάλυψης και ενίοτε προστασίας, αφετέρου αναπαραγωγής τους και στο ιδεολογικό επίπεδο και στο επίπεδο της στρατολόγησης. Είναι, άλλωστε, εξαιρετικά δυσχερής η διάκριση ανάμεσα σ’ ένα φανατικό φονταμενταλιστή και σ’ έναν επίδοξο τρομοκράτη.

    Παρά τα μαθήματα που δίνει η πραγματικότητα, οι υποστηρικτές του μοντέλου της πολυπολιτισμικής κοινωνίας συνεχίζουν να υποτιμούν την ιδιαιτερότητα και τη δύναμη της ισλαμικής ταυτότητας. Το Ισλάμ δεν είναι απλή θρησκεία. Είναι ταυτοχρόνως και δικαιικό σύστημα που καθορίζει τον τρόπο ζωής των πιστών. Δικαιικό σύστημα, μάλιστα, ασύμβατο με τις φιλελεύθερες συνταγματικές αρχές, με το νομικό πολιτισμό και με τα ήθη των δυτικών κοινωνιών.

    Για τον πιστό της σκληροπυρηνικής ερμηνείας του Κορανίου που ζει στη Δύση, η ασυμβατότητα αυτή είναι πηγή αντιφάσεων. Ή θα πρέπει να παραβιάζει την πίστη του, ή θα πρέπει να παραβιάζει τις νομικές υποχρεώσεις που έχει ως πολίτης. Συνήθως αποδέχεται αυτές τις υποχρεώσεις μόνο προσχηματικά. Για τον φανατικό ισλαμιστή δεν υφίσταται καν αντίφαση. Γι’ αυτόν σημείο αναφοράς είναι το Κοράνι και η σαρία (ισλαμικός νόμος). Το Σύνταγμα και οι νόμοι του δυτικού κράτους στο οποίο ζει είναι περιφρονητέοι.

    Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όποιος προσχωρεί στον ισλαμικό φονταμενταλισμό δεν είναι δυνάμει απλός παραβάτης ενός νόμου. Είναι αρνητής συνολικά των δυτικών αξιών, καθώς και των νομικών και ηθικών παραγώγων τους. Σε ακραίες περιπτώσεις η ένταση της ισλαμικής ταυτότητας προσλαμβάνει διαστάσεις απόρριψης της κοινωνίας, και σε ακόμα πιο ακραίες διαστάσεις ενεργού εχθρότητας. Προφανώς, αυτό δεν αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων.

    Δυσανεξία για τον δυτικό τρόπο ζωής
    Οι τζιχαντιστές ουσιαστικά θέτουν τον εαυτό τους εκτός της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσαν. Για την ακρίβεια, τη θεωρούν θρησκευτικό και πολιτισμικό εχθρό τους. Μπορούν να σκοτώσουν ακόμα και γείτονες και συμμαθητές τους. Γι’ αυτό και, όταν πραγματοποιούν τρομοκρατικές επιθέσεις, εκλαμβάνουν τον θρήνο και την αγανάκτηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών σαν επιβεβαίωση της σημασίας που είχε η πράξη τους στο πλαίσιο του «ιερού πολέμου».

    Η δυσανεξία της ισλαμικής ταυτότητας όσον αφορά τον δυτικό τρόπο ζωής ωθεί συχνά τους μουσουλμάνους σε γκετοποίηση. Αλλά, και όταν εντάσσονται, συνήθως εντάσσονται επιφανειακά στον δυτικό τρόπο ζωής. Ζητήματα όπως π.χ. η μπούργκα και ευρύτερα η ισλαμική αμφίεση είναι εκδηλώσεις της αντίφασης ανάμεσα στη σκληροπυρηνική ισλαμική ταυτότητα και σε βασικές δυτικές αξίες.

    Η εν λόγω πολιτισμική αντίφαση προκαλεί μία επιφύλαξη των δυτικών κοινωνιών έναντι του Ισλάμ που έχει εγκατασταθεί στο εσωτερικό τους. Η επιφύλαξη, όμως, θα ήταν περιορισμένη και αβαθής εάν δεν την παρόξυνε η ισλαμική τρομοκρατία και η εντύπωση ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός (ακραία εκδοχή του οποίου είναι η ισλαμική τρομοκρατία) είναι νομιμοποιημένος εντός των μουσουλμανικών κοινοτήτων.

    Η πηγή της ισλαμοφοβίας
    Το σύγχρονο κύμα ισλαμοφοβίας δεν πηγάζει από θρησκευτική αντιπαλότητα. Στη Δύση η θρησκευτική πίστη και λατρεία είναι ιδιωτική υπόθεση και κατά κανόνα σεβαστή. Πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι τουλάχιστον η ακραία εκδοχή της ισλαμικής ταυτότητας είναι ασύμβατη με τις δυτικές αξίες και τον δυτικό τρόπο ζωής. Αυτός είναι και ο λόγος που το μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας έχει εισέλθει σε υπαρξιακή κρίση.

    Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η καταγγελία της ισλαμοφοβίας δεν αρκεί για να αναχαιτίσει ένα φαινόμενο το οποίο πηγάζει και τροφοδοτείται από υπαρκτές και φορτισμένες πολιτισμικές αντιφάσεις. Ο φορμαλισμός του “πολιτικά ορθού” δεν κάνει τον κόπο να κατανοήσει αυτές τις αντιφάσεις και τα βαθύτερα ρεύματα που παράγουν.

    Αρκείται να κουνάει το δάκτυλο και να καταγγέλλει σαν ξενοφοβικό και ρατσιστή όποιον διαπιστώνει το πρόβλημα. Με τον τρόπο αυτό, όμως, όχι μόνο δεν αναχαιτίζεται η ισλαμοφοβία, αλλά οξύνεται. Η ιστορία είναι γεμάτη από διάφορους τύπους ζηλωτών, οι οποίοι με τη στάση τους έφεραν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

    https://slpress.gr/diethni/tzichantistis-sto-londino-einai-i-islamiki-taytotita-symvati-me-ton-dytiko-tropo-zois/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: