1453: Το χρονολόγιο της Άλωσης….

To χρονολόγιο της Άλωσης

.

Χειμώνας 1452: Ο Μωάμεθ ο Β’, νεαρός σουλτάνος στο κράτος των Οθωμανών που είχαν πλέον μεταφέρει την πρωτεύουσά τους στην Αδριανούπολη, αποφασίζει να γυρίσει και την τελευταία σελίδα στη σύγκρουση με τους ελληνόφωνους Ρωμαίους Χριστιανούς που συνέχιζαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους τη μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, την Κωσταντινούπολη. Στο περιβάλλον του υπάρχουν ο μετριοπαθής βεζίρης (πρωθυπουργός) Χαλίλ που εκφράζει τη συντηρητική τάση και οι  στρατηγοί του, ο εξισλαμισμένος Ρωμιός Ζαγανός και ο Τουραχάν.

12 Δεκεμβρίου 1452: Σε μια προσπάθεια να κινητοποιηθούν οι Δυτικοί για να βοηθήσουν την απειλούμενη Κωσταντινούπολη, λαμβάνει χώρο το «ενωτικό συλλείτουργο» με τον Καρδινάλιο Ισίδωρο, απεσταλμένο του Πάπα. Οι ανθενωτικοί εξεγείρονται και ο Λουκάς Νοταράς θα πει μια φράση που θα μείνει στην ιστορία: «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν», που σε ακριβή μετάφραση των εννοιών θα πει «καλύτερα μουσουλμανικό σαρίκι παρά καθολική τιάρα στην Κωνσταντινούπολη».

Ιανουάριος 1453: O Mωάμεθ ανακοινώνει την απόφασή του για επιχείρηση κατάληψης της Κωσταντινούπολης σε συγκέντρωση όλων των Οθωμανών αξιωματούχων στην Αδριανούπολη

29 Ιανουαρίου 1453: Στην Κωσταντινούπολη καταφθάνει με 700 πολεμιστές  ο Γενοβέζος πολέμαρχος Ιουστινιάνης (Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι Λόγκο).Τον ίδιο μήνα ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός κατασκευάζει για τον Μωάμεθ το πρώτο κανόνι. Ένα τεράστιο πυροβόλο όπλο με διάμετρο ένα μέτρο πουδεχόταν βλήματα 400 κιλών.

-Φεβρουάριος 1453: Ο Νταγί Καραντζά μπέης που ηγείται των οθωμανικών δυνάμεων στην Ευρώπη επιτίθεται στις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ανατολική Θράκη. Η Συλληβρία και η Πέρινθος που αντιστέκονται καταστρέφονται και λεηλατούνται ενώ η Αγχίαλος και η Μεσημβρία παραδίδονται.

24 Φεβρουαρίου 1453: Η Βενετία αποφασίζει να βοηθήσει την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη αποστέλλοντας επιστολές προς τον πάπα Νικόλαο και τους χριστιανούς βασιλείς της Δύσης για άμεση αποστολή βοήθειας. ‘Όμως δύο ημέρες μετά οι 700 Βενετοί στρατιώτες που βρισκόταν στην Πόλη δραπετεύουν με επτά πλοία, φοβούμενοι την πολιορκία.

Μάρτιος 1453: Ο Μωάμεθ αποκλείει τα στενά, συγκεντρώνοντας στόλο στην Καλλίπολη. Ο στόλος αποτελείται από έξι τριήρεις, δέκα διήρεις, πενήντα γαλέρες με κουπιάκ.λπ. Επικεφαλής του στόλου τίθεται ο εξισλαμισμένος Βούλγαρος Σουλεϊμάν Μπάλτογλου. Ο Μωάμεθ συγκεντρώνει στρατό 150.000περίπου ανδρών, που αποτελείται από 20.000 επίλεκτους γενίτσαρους, δηλαδή εξισλαμισμένους χριστιανούς από το παιδομάζωμα,  60.000 τακτικό στρατό και 20.000 άτακτους πολεμιστές. Οι δυτικοί δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν για τις λεπτομέρειες της αποστολής της βοήθειας. Στα μέσα του μήνα

23 Μαρτίου 1453: Ο Μωάμεθ αναχωρεί από την Αδριανούπολη επικεφαλής του στρατού του. Η Κωνσταντινούπολη περικυκλώνεται από τη θάλασσα, από τον στόλο που έρχεται από την Καλλίπολη και από την ξηρά, από την πλευρά της Θράκης. Απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα οι Έλληνες θα παρατάξουν ένα στρατό επτά χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες είναι Λατίνοι.

30 Μαρτίου 1453: Τρία πλοία αναχωρούν από τη Γένοβα με πολεμοφόδια και τρόφιμα για την Κωνσταντινούπολη, μισθωμένα από τον Πάπα Νικόλαο. Τα χριστιανικά κράτη δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συντρέξουν τους  Βυζαντινούς στον αγώνα. Οι Έλληνες θα δώσουν σχεδόν μόνοι τους τον ύστατο αγώνα.

2 Απριλίου 1453: Αρχίζει η πολιορκία της Πόλης. Ο σουλτάνος στρατοπεδεύει έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τα οθωμανικά στρατεύματα που προέρχονται από τη Δύση έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Ρωμιό Ζαγανό πασά, τα στρατεύματα της Ανατολής έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Μαχμούτ πασά, που προέρχεται από την οικογένεια των Αγγέλων και ο οθωμανικός στόλος έχει ως επικεφαλή ναύαρχο τον εξισλαμισμένο Βούλγαρο Μπαλτόγλου. Οι Βυζαντινοί αποκλείουν το λιμάνι με μια βαριά σιδερένια αλυσίδα. Μέσα στον Κεράτιο βρίσκονται  10 ελληνικά και 5 βενετικά πλοία. Ο αυτοκράτορας και οι καλύτεροι από τους Έλληνες πολεμιστές αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Μεσότειχου και των Πυλών του Αγίου Ρωμανού και της Αγίας Κυριακής που θα δεχτεί τον κύριο όγκο της οθωμανικής επίθεσης.

5 Απριλίου 1453: Όλος ο οθωμανικός στρατός βρίσκεται μπροστά στα τείχη έχοντας περικυκλώσει τα 29 χιλιόμετρα της περιμέτρου της πόλης. Ο σουλτάνος ζητά την ειρηνική παράδοση, σύμφωνα με τους κανόνες του ισλάμ. Υπόσχεται σεβασμό της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των κατοίκων. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απορρίπτει τις προτάσεις και  δίνει τη μνημειώδη απάντηση:  »Τό δέ τήν Πόλιν σοι δούναι, ουτ’ εμόν εστί ούτε άλλου τών κατοικούντων εν αυτή… Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν καί ού φεισόμεθα τής ζωής ημών….»

6 Απριλίου 1453: Οι Οθωμανοί αρχίζουν το βομβαρδισμό της Πόλης από 14 σημεία.

7 Απριλίου 1453: Ξεκινά η μάχη των λαγουμιών. Οι Οθωμανοί σκάβουν λαγούμια για να εισέλθουν απ’ αυτά στην πόλη. Τους αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιτυχία ο Σκωτσέζος Τζον Γκραντ.   Ο Γκραντ, έμπειρος  μηχανικός, είχε έρθει στην Κωνσταντινούπολη μαζί με του Ιουστινιάνη.

9-10 Απριλίου 1453: Οι Οθωμανοί αποτυγχάνουν να διασπάσουν την αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου.  Καταλαμβάνουν όμως τρία μικρά κάστρα που βρίσκονται έξω από τα τείχη: των Θεραπειών, του Στουδίου στην Προποντίδα και της Πριγκίπου στα Πριγκιπόννησα.

12 Απριλίου 1453: Ο βομβαρδισμός των τειχών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Τα κανόνια του Ουρβανού ρίχνουν 7 βολές το καθένα την ημέρα, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στα τείχη. Το μεγαλύτερο απ’ αυτά θα αυτοκαταστραφεί με έκρηξη, σκοτώνοντας  τους χρήστες πυροβολητές. Ο Μωάμεθ δίνει εντολή για κατασκευή μεγαλύτερου κανονιού. Οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να επιδιορθώσουν τα κατεστραμμένα τμήματα του τείχους.  Ο οθωμανικός στόλος αποτυγχάνει για άλλη μια φορά, με μεγάλες απώλειες, να διαρρήξει την άμυνα των χριστιανικών πλοίων και να  σπάσει την αλυσίδα.

18 Απριλίου 1453: Μετά από σφοδρή επίθεση με το νέο κανόνι του Ουρβανού, ο Μωάμεθ διατάζει επίθεση εναντίον των τειχών του Μεσοτειχίου που τα υπερασπίζεται ο ίδιος ο Παλαιολόγος. Οι Οθωμανοί καταφέρνουν να εισχωρήσουν στα τείχη, όμως απωθούνται από Έλληνες και Λατίνους αφήνοντας 200 νεκρούς πίσω τους. Και δεύτερη επίθεση των την επόμενη ημέρα καταλήγει άδοξα για τους επιτιθέμενους.

20 Απριλίου 1453: Τέσσερα πλοία, 3 γενοβέζικα και ένα ελληνικά με επικεφαλής τον Φλαντανελά, φορτωμένα με σιτάρι και όπλα επιχειρούν να προσεγγίσουν την Κωνσταντινούπολη. Παρά την προσπάθεια του οθωμανικού στόλου και τον πολλαπλάσιο αριθμό πλοίων που διέθετε, τα χριστιανικά πλοία θα καταφέρουν να εισέλθουν στην Πόλη έχοντας προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους.

22 προς 23 Απριλίου 1453: Ο Μωάμεθ καταφέρνει με τις συμβουλές ενός Ιταλού μισθοφόρου να υπερκεράσει τον Κεράτιο Κόλπο και να μεταφέρει 70 πλοία σ’ αυτόν δια ξηράς, με «υπερνεώλκηση». Έτσι, θέτοντας οι Οθωμανοί υπό τον έλεγχό τους τον Κεράτιο Κόλπο αποκτούν ένα μεγάλο θαλάσσιο πλεονέκτημα.

7 Μαϊου 1453: Μετά από ακαταύπαστο βομβαρδισμό των τειχών οι γενίτσαροι εφορμούν στο Μεσοτείχιον με πολιορκητικές μηχανές, σκάλες και γάντζους. Η επίθεση αποκρούστηκε από τους πολιορκημένους.

18 Μαΐου 1453 μ.Χ.  Ένας τεράστιος οθωμανικός ξύλινος προμαχώνας ορθώνεται μπροστά στα τείχη ξεπερνώντας τα σε ύψος. Ο στόχος του είναι να πλησιάσει τα τείχη και να κατεβάσει τον καταπέλτη, ώστε να εισχωρήσουν οι πολιορκητές μέσω των τειχών. Με καταδρομική βραδινή αποστολή οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να τον πυρπολήσουν.

23 Μαΐου 1453 μ.Χ. Με επικεφαλής τον μηχανικό Γκραντ οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να καταστρέψουν όλα τα λαγούμια που σκάβουν οι Οθωμανοί.

24 Μαϊου 1453 μ.Χ. Λιτανεία στους δρόμους της Κωσταντινούπολης με την Εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, ενώ στο οθωμανικό στρατόπεδο ετοιμάζονται για τη μεγάλη επίθεση.

25 Μαϊου 1453 μ.Χ. Απαισιοδοξία επικρατεί και στα δύο στρατόπεδα. Ο Μωάμεθ στέλνει στην Πόλη τον Ισμαήλ, για εξισλαμισμένου Έλληνα από τη Σινώπη με προσφορές ειρήνης. Η αρνητική απάντηση εξοργίζει τον Μωάμεθ. Φέρεται να λέει: «Μία επιλογή μένει στους Ρωμιούς. Είτε να παραδοθούν, είτε να ασπαστούν την αληθινή πίστη του Αλλάχ είτε να χαθούν από το σπαθί και το τσεκούρι.»

26 Μαΐου 1453 μ.Χ. Σε σύσκεψη με του Μωάμεθ με τους συμβούλους του, ακούγεται η λύση της υποχώρησης. Ο μετριοπαθής βεζίρης Χαλίλ ζητά από το σουλτάνο να συμβιβαστεί προσφέροντας ευνοϊκούς όρους στους Βυζαντινούς και να λύσει την πολιορκία. Την αντίθετη θέση υποστηρίζει ο στρατηγός του Ζαγανός, εξισλαμισμένος Έλληνας, επικαλούμενος τον Μέγα Αλέξανδρο: «Στα αρχαία χρόνια, ο βασιλιάς Αλέξανδρος με στρατό πολύ μικρότερο του δικού μας, υπέταξε τη μισή οικουμένη. Εμείς θα φοβηθούμε τώρα;» Έτσι αποφασίστηκε η συνέχιση της πολιορκίας.

27 Μαϊου 1453: Οργανώνεται η οθωμανική επίθεση. Ο Μωάμεθ σε λόγο του προς το στρατό του αναφέρεται στα οφέλη που θα έχουν τόσο όσοι σκοτωθούν,  όσο και αυτοί που θα ζήσουν. Αναφέρει ότι στην ανταπόδοση που προβλέπει το Κοράνι για όσους σκοτωθούν: «Όποιος σκοτώνεται στον πόλεμο πηγαίνει κατευθείαν στον Παράδεισο για να τρώει και να πίνει εκεί μαζί με τον Μωάμεθ, να αναπαύεται σε καταπράσινους ανθισμένους τόπους μαζί με αγόρια, ωραίες γυναίκες και κορίτσια, να λούζεται μέσα σε υπέροχα λουτρά». Από την πλευρά του υποσχόταν διπλάσιο μισθό σε στρατιώτες και αξιωματικούς και επιπλέον τους επέτρεπε να λεηλατήσουν την πόλη: «…θα αφήσω την πόλη τρεις ημέρες να τη λεηλατήσετε».

28 Μαϊου 1453: Μετά από λιτανεία των Βυζαντινών γύρω από τα τείχη, ο Παλαιολόγος εκφωνεί τον τελευταίο του λόγο στους «ἀπογόνους Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων»: «Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας• δεύτερον, για την πατρίδα• τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό• και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους…»

Ο λόγος του παρατίθεται στο «Χρονικν το Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Σφραντζ Φραντζ» που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1477.

29 Μαϊου 1453 μ.Χ. Αρχίζει η τελική επίθεση των Οθωμανών. Εφορμούν στ τείχη στέλνοντας πρώτους τους άτακτους βασιβούζουκους (που θεωρούνται ως οι μοόνοι αυθεντικοί Τούρκοι) μαζί με τους συμμάχους του Σέρβους, Ούγγρους, Γερμανούς, Ιταλούς ακόμα και Έλληνες. Μετά την απόκρουση αυτής της επίθεσης εφόρμησε η δεύτερη γραμμή των Οθωμανών η οποία επίσης αποκρούστηκε. Τελικά επιτέθηκαν τα επίλεκτα σώματα των γενιτσάρων τα οποία επίσης αποκρούστηκαν, αλλά μια μικρή πύλη που  οι Βυζαντινοί την άνοιγαν για να εξαπολύουν αντεπιθέσεις είχε μείνει ανοιχτή. Από την μικρή αυτή πόρτα, την Κερκόπορτα, εισέβαλαν στρατιώτες του Μωάμεθ. Ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη και η αποχώρηση των γενοβέζων από τη μάχη θα ευνοήσει τις οθωμανικές επιθέσεις.  Στις δυόμιση το μεσημέρι η Πόλη έχει καταληφθεί από τους Οθωμανούς.


Αξίζει παράλληλα να διαβάσετε:

Τι ήταν το Βυζάντιο;

https://kars1918.wordpress.com/2016/12/16/byzantion/

12 Σχόλια

  1. Ο Πορθητής και οι Οθωμανικές πηγές για την Άλωση
    Πώς επηρεάζει τη σύγχρονη Τουρκία.
    Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου – Οθωμανολόγος

    Είναι κοινό μυστικό πως ανάμεσα στους πολιορκητές βρισκόντουσαν περισσότεροι χριστιανοί (καθώς και εξισλαμισμένοι ή/και γενίτσαροι) απ΄ όσους υπερασπιστές βρισκόντουσαν μέσα στα τείχη της Πόλης , άν και μαζί με τους υπερασπιστές υπήρχε και ο εκδιωγμένος οθωμανός πρίγκηπας Ορχάν με μερικούς πιστούς του τούρκους στρατιώτες.

    Επίσης είναι γνωστό ότι η σχέση του πορθητή (FatihSultanMehmet) με τον ελληνισμό ήταν πολύ δυνατή. Εκείνο όμως που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα είναι το άνοιγμα του τάφου του πορθητή επί σουλτάνου AbdülhamidII, ( عبد الحميد ثان `Abdü’l-Ḥamīd-isânî, İkinciAbdülhamit, 1842 –1918), σύμφωνα με το περιοδικό Ακτουέλ ( 19.12.1991 ) με τίτλο, μήπως ο Φατίχ/Πορθητής ήταν χριστιανός;

    Στο δημοσίευμα σημειώνεται πως το τέμενος του Πορθητή χτίστηκε επάνω στο ναό των 12 Αποστόλων στα θεμέλια του οποίου ενταφιάζονταν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες. Όταν ανοίχτηκε ο μαρμάρινος τάφος, βρέθηκε ταριχευμένο το σώμα του Μεχμέτ (πέθανε από δηλητηρίαση, μάλλον από τον γιατρό του Γιακούμπ Πασά ) τοποθετημένο ως βυζαντινός αυτοκράτορας (ίσως και με σταυρό;), ενώ σύμφωνα με το περιοδικό Τέμπο ( 21.04.1993 ), το αίτημα του ElifNaci το 1965 να ξανανοίξει ο τάφος απορρίφθηκε (βλ. Λ. Μυστακίδου: οι γυναίκες στην αυλή των οθωμανών, σελ. 53-54 ).

    Μητέρα του φέρεται η Β’ σύζυγος του MuradIIHumaHatun, μάλλον γαλλίδα με το όνομα Στέλλα ή Εστέρ NachedelaBazory, ενώ κατ’ άλλους η Δ’ σύζυγός του Mara – Despina, κόρη του Σέρβου ηγεμόνα Γ. Μπράνκοβιτς και προγονή της Ειρ. Κατακουζηνού, δισέγγονη του αυτοκράτορα Ιωαν. Καντακουζηνού, η οποία σε κάθε περίπτωση τον μεγάλωσε ως μητριά, τον έμαθε και ελληνικά και το «πάτερ ημών». Εξάλλου η Δ’ σύζυγος του ΠορθητήCicekHatun που γέννησε τον Cem, ίσως ήταν Ελληνίδα, ενώ η Ε’ σύζυγός του Ελένη, ήταν κόρη του Δεσπότη του Μοριά Δημήτριου !!!

    Δάσκαλό του είχε τον MollaGurani που του δίδαξε το Iskendername του Ahmedi, δηλ. την ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου !! Τέλος, στο αρχείο του Βατικανού υπάρχει επιστολή του Πάπα Πίου Β’ προς τον Πορθητή που τον καλεί να ασπαστεί τον καθολικισμό, προκειμένου ν’ ανακηρυχθεί αυτοκράτορας όλης της Ανατολής και της Ρωμανίας (βλ. ΕΙΕ, Δημ. Αποστολόπουλος, Καθημερινή 22.01.2006, με ισχυρισμό πως η επιστολή αυτή δεν επιδόθηκε στον πορθητή).

    Περαιτέρω, όσο και αν φανεί περίεργο, οι οθωμανικές πηγές για την Άλωση είναι ελάχιστες και δυστυχώς δεν μας δίνουν καμία επιπλέον πληροφορία από τις ήδη γνωστές των Βυζαντινών, δυτικών και μερικών βαλκανικών και Ρωσικών, αντιθέτως αγνοούν, δηλ. δεν εστιάζουν σε σημαντικά γεγονότα αναλισκόμενες σε Αραβοπερσικού τύπου ποιητικές επικές περιγραφές και πολυχρονέματα στον Πορθητή, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον άπιστο Βασιλέα και τους υπερασπιστές της Πόλης, καταγγέλλουν τους ενδιάμεσους ειρηνοποιούς Οθωμανούς, που μετά βρήκαν ατιμωτικό θάνατο από τον Σουλτάνο, θεωρούν δίκαια την επί 3ήμερο λεηλασία, ενώ κατ’ αυτούς ο Κων/νος Παλαιολόγος ( άπιστος Βασιλιάς ), αποκεφαλίστηκε από έναν μισοπεθαμένο οθωμανό στρατιώτη λίγο πριν ξεψυχήσει ηρωικά. Κάπου αναφέρεται και ο γιγαντόσωμος σ(ι)παχής Ulubatlı Hasan που κατόρθωσε ν’ανέβει σ΄έναν πύργο του τείχους και να σηκώσει οθωμανικό μπαϊράκι πριν ξεψυχήσει από τις πέτρες και τα βέλη των αμυνομένων.

    Ο μόνος εκ των νεοτέρων Ελλήνων που ασχολήθηκαν σοβαρά με τις οθωμανικές πηγές, δεδομένου ότι γνώριζε την αραβική/ οθωμανική γραφή, ήταν ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος , ο οποίος μας έχει αφήσει τόσο μεταφράσεις των οθωμανικών πηγών της εποχής της Αλωσης, όσο και της περιόδου του 1821 με βασική πηγή τον Ahmed Cevdet Pasha .

    Παρακάτω θα δούμε επιγραμματικά τους σύγχρονους της Αλώσεως Οθωμανούς χρονικογράφους:

    Πρώτος εκ των σημαντικών φέρεται ο Aşıkpaşazade , ή Ahmad Yahya Salman Ashik-Πασά (1400-1484). Ήταν απόγονος του «μυστικού» ποιητή δερβίση Ashiq Πασά (1272-1333) και γεννήθηκε στην περιοχή της Αμάσειας. Σπούδασε σε διάφορες πόλεις της Ανατολίας πριν μεταβεί στη Χατζ , ενώ έμεινε για λίγο και στην Αίγυπτο. Αργότερα πήρε μέρος σε διάφορες εκστρατείες όπως στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1448), στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης και είδε τις γιορτές περιτομής ( σουνέτ ) του Μουσταφά και του Βαγιαζήτ II , υιών του Μωάμεθ του Πορθητή.

    Το κυριότερο έργο του είναι γνωστό με δύο ονόματα: Menâkıb-Al-i Osman και Tevārīḫ-i Al-i ʿ Οsman, που ασχολείται με την οθωμανική ιστορία, από την αρχή του οθωμανικού κράτους μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β ’, μεταξύ των ετών 1298 και 1472. Το έργο είναι γραμμένο στην τουρκική γλώσσα και βασίζεται εν μέρει σε παλαιότερες οθωμανικές πηγές, αλλά και σε προσωπικές του εμπειρίες. Το έργο του χρησιμοποιήθηκε από τους μεταγενέστερους Οθωμανούς ιστορικούς και μάλιστα έγινε πρότυπο συγγραφής, όπως το “Cihan-numa” του Neşri.

    Σύμφωνα με τον σύγχρονο τούρκο ιστορικό Halil Inalcik, *( «Πώς να διαβάσετε την « Ιστορία του Ashik Πασά-Zade ”, στο: Δοκίμια οθωμανικής ιστορίας (Κωνσταντινούπολη: Eren, 1998), σελ. 139 – 156) , στα έργα του Aşıkpaşazade υπάρχει σαφώς διαστρεβλωμένη ερμηνεία των πραγματικών γεγονότων για να ταιριάζουν τα γραφόμενά του με τις προκαταλήψεις του. Ήταν σύνηθες και χαρακτηριστικό γι ’αυτόν η συγχώνευση δύο διαφορετικών ιστοριών για να «σφυρηλατήσει» μια νέα περιγραφή .

    Ο Enveri (1512 😉 Ήταν ιστορικός του 15ου αιώνα . Έγραψε το Dustur-name που αποτελείται από 3730 στίχους και βασίζεται σε τρία μέρη, το πρώτο είναι μια παγκόσμια ισλαμική ιστορία, το δεύτερο για τους Aydinids και το τρίτο (842 στίχοι) για τους Οθωμανούς. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την προσωπική ζωή του και ομοίως οι πληροφορίες για την Άλωση είναι πενιχρές.

    Ο Ibn Κemal, επίσης γνωστός ως Kemalpaşazâde, ( 1468-1536), υπήρξε Sheikh ul-Islam, λόγιος, ιστορικός και ποιητής, καταγόμενος από μεγάλη γενιά της Αδριανούπολης. Ως νέος υπηρέτησε στο στρατό και αργότερα σπούδασε σε διάφορα ισλαμικά ιεροδιδασκαλεία μέχρι που έγινε καδής/ δικαστής της Αδριανούπολης το 1515. Ο Βαγιαζίτ Β ’, του ανέθεσε τη συγγραφή της οθωμανικής ιστορίας (Tevarih- i Al-i Osman, «Τα Χρονικά του οίκου των Οσμάν”) στην οποία δεν έχει επιπλέον πληροφορίες για την Άλωση. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σελίμ Α, το 1516, διορίστηκε στρατιωτικός δικαστής της Ανατολίας και συνόδευσε τον οθωμανικό στρατό στην Αίγυπτο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν Α διορίστηκε ως Sheikh ul-Islam, δηλαδή ανώτατος επικεφαλής των ουλεμάδων . Το έργο του Tevarih-i Al-i Osman αναφέρεται περισσότερο στην εποχή και στα βιώματά του , παρά στα προγενέστερα και της Άλωσης. Ήταν επίσης ταλαντούχος ποιητής. Έγραψε πολλά επιστημονικά σχόλια σχετικά με το Κοράνι, πραγματείες για τη θεολογία , συγκέντρωσε νομολογία , ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο μετέφρασε από τα αραβικά τα έργα του αιγύπτιου ιστορικού Αμπού αλ- Μαχασίν ιμπν Ταχριμπιρντί.

    Ο Neşri (- 1520) υπήρξε εξέχων εκπρόσωπος της πρώιμης οθωμανικής ιστοριογραφίας. Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, το όνομά του ήταν Neşri Huseyn ibn Eyne Beg , όπως αυτό καταχωρήθηκε στην Προύσα ( defter του 1479 ), ενώ άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι το όνομά του ήταν Μεχμέτ Neşri ή Mehemmed Neşri . Έγραψε την παγκόσμια ιστορία “Cihan-Numa”, από την οποία σήμερα σώζεται μόνον το έκτο και τελευταίο τμήμα της. Κατά πάσα πιθανότητα την ολοκλήρωσε στο τέλος του 1480 ή στις αρχές του 1490, συγκεντρώνοντας πολλές διαφορετικές πηγές, γνωστών και άγνωστων συγγραφέων. Βίωσε το θάνατο του Μωάμεθ Β το 1481 και τις ταραχές των γενιτσάρων . Σε ορισμένα σημεία η ιστορία του, βασίζεται στο έργο του Ashik Pasha-Zade. Ειδικές πληροφορίες για την Άλωση δεν έχει.

    Ο Şükrullah (1388-1488) , υπήρξε ιστορικός του 15ου αιώνα και Οθωμανός διπλωμάτης. Γεννήθηκε το 1388 στην Αμάσεια και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη θεωρούμενος ως ένας από τους πρώτους ιστορικούς των Οθωμανών. Έγραψε το διάσημο έργο για την παγκόσμια ιστορία ( το 1460 ) στην περσική γλώσσα , ονόματι Bahjat al-tawari’kh [ Η χαρά των Ιστοριών] που το παρουσίασε στον εξισλαμισμένο Μαχμούτ Πασά Angelovič. Το έργο αυτό χρησιμοποιήθηκε ιδιαιτέρως από τους μεταγενέστερους Οθωμανούς ιστορικούς, αλλά για την Άλωση δεν έχει ειδικές πληροφορίες.

    Ο Tursun Beg (πιθανότατα γεννήθηκε στα μέσα του 1420 στην Προύσα). Ήταν Οθωμανός γραφειοκράτης και ιστορικός που έγραψε ένα χρονικό αφιερωμένο στον Βαγιαζίτ το Β ’. Ζωή του είναι γνωστή μόνο από τις δικές του αναφορές στο χρονικό του. Συνόδευσε τον Μωάμεθ Β κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453 και στο έργο του tarih-i Ebülfeth (تاريخ ابو الفتح -”Η Ιστορία του Πορθητή” ( .Halil Inalcik και Rhoads Murphey trans. Μιννεάπολις: Bibliotheca Islamica, 1978 και Woodhead, Christine. “Tursun Beg.” Εγκυκλοπαίδεια του Ισλάμ. 2nd Edition ), αναλώνεται σε σουλτανικά πολυχρονέματα ή σε πληροφορίες γνωστές και από άλλες πηγές αναφορικά με την Άλωση.

    Ο Hoca Sadeddin (ή Sa’düddin) Efendi(1536 ή 1537 – 1599 ). Αν και μεταγενέστερος της Αλώσεως , μας δίνει αρκετές πληροφορίες για την Άλωση, συχνά απαξιωτικές για τους απίστους, ενώ διασώζει τη φήμη του αποκεφαλισμού του Παλαιολόγου από έναν μισοπεθαμένο Οθωμανό στρατιώτη, γι’ αυτό και ο Νικ. Μοσχόπουλος του κάνει ιδιαίτερη αναφορά. Υπήρξε λόγιος και ιστορικός, δάσκαλος του Σουλτάνου Μουράτ Γ (όταν ο Μουράτ ήταν πρίγκιπας). Αν και κάποια στιγμή είχε περιπέσει σε δυσμένεια, αργότερα διορίστηκε Sheikh ul-Islam.

    Ο Οθωμανός σ(ι)παχής Ulubatlı Hasan (1428 – 29 Μαΐου 1453), μια ιστορικό-μυθική προσωπικότητα, θεωρείται ο πρώτος Οθωμανός μάρτυρας της Άλωσης και η ζωή και η θυσία του είναι καθαγιασμένες στην ιστορία των Τούρκων. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε σ’ ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Ulubat στην επαρχία της Προύσας (κοντά στο Karacabey). Πρέπει να ήταν πολύς ψηλός, σχεδόν γίγαντας όπως αναφέρει ο σκωτσέζος Λόρδος Kinross.

    …………………

  2. ………….

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ…

    Οι μύθοι του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς

    Στην ηλικία των 25, βρέθηκε ως ιππότης/ ιππέας/ σ(ι)παχής στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (6, Απρ. 1453 – 29 Μαϊου, 1453). Το πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου 1453, ο Ulubatlı Hasan,πεζός, με κάποιο τρόπο κατόρθωσε ν’ αναρριχηθεί σ’ έναν πύργο των τειχών της Κωνσταντινούπολης, ακολουθούμενος από τριάντα συμπαραστάτες του. Έφερε μόνο ένα γιαταγάνι, μια μικρή ασπίδα και τη σημαία/ μπαϊράκι των Οθωμανών. Όταν έγινε αντιληπτός, δέχθηκε καταιγισμό από πέτρες βέλη και λόγχες των αμυνομένων , εν τούτοις έφτασε στην κορυφή και έβαλε την οθωμανική σημαία, την οποία υπερασπίστηκε έως ότου κατέρρευσε νεκρός με πολλά βέλη στο σώμα του . Σύμφωνα με την παράδοση βλέποντας οι επιτιθέμενοι την οθωμανική σημαία στον πύργο, αναθάρρησαν και έτσι τελικά κατέκτησαν την Πόλη.

    Κατά τα λοιπά τα στρατεύματα των αμυνομένων ουσιαστικά ήταν Ιταλικά και γενικώς δυτικά, με λίγους Έλληνες, ενώ περισσότεροι χριστιανοί, ευρωπαίοι ή μη, εξισλαμισμένοι, γενίτσαροι , Μ.Ασιατικοί πληθυσμοί, Ρώσοι και ποικίλοι μισθοφόροι και τυχοδιώκτες ήταν με την πλευρά των επιτιθέμενων. Μάλιστα στα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, ηγείτο ο εξωμότης Καρατζά πασά. Ο Παλαιολόγος είχε αναθέσει στον Αλβίζο Ντιέντο τη διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο, όπου απέναντί τους είχαν τον εκ γενιτσάρων Ζαγανός πασά μ’ ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου, ενώ έτερος Βούλγαρος εξωμότης ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα.

    Σύμφωνα όμως με νεότερες συγκριτικές καταμετρήσεις, τα οθωμανικά τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν 12.000 γενίτσαροι και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών. Σε όλους αυτούς πρέπει να προστεθεί και ένας μεγάλος αριθμός επικουρικού προσωπικού, Τούρκοι Yaya (πεζικάριοι ), που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας, πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες, όπου με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.

    Ο Πορθητής και οι Οθωμανικές πηγές για την
    COMMONS WIKIMEDIA
    Ο Πορθητής, υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στη διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό, με ηγέτη και εμπνευστή τον Ουρβανό, ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο εν λόγω Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Το οθωμανικό πυροβολικό είχε συνολικά 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα. Μάλιστα ο Κριτόβουλος αναφέρει πώς, οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη , τελικώς αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί , μιάς και τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα.

    Καταφανώς λοιπόν η Άλωση της Πόλης ήταν μια προδιαγεγραμμένη ιστορία ήδη από το 1071, το 1204 και αποκορύφωμα το 1453 και αυτό διότι όπως αναφέρει ο Σπ. Βρυώνης αφενός ο μεσαιωνικός ελληνισμός της Μ.Ασίας είχε παρακμάσει, μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε εξισλαμισθεί, βυζαντινοί άρχοντες είχαν ενταχθεί και οργανώσει την Σελτζουκική και οθωμανική διοίκηση, αφετέρου με όλη την Μ.Ασία και τη Βαλκανική υπό την εξουσία των Οθωμανών, ήταν αδύνατον να παραμείνει μία πόλη ( έστω και η Πόλη των Πόλεων ) μόνη της ελεύθερη και ανεξάρτητη ως «καλαμιά στον κάμπο των οθωμανών».

    Η δυτική κοινωνία της εποχής, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την Πόλη για δικούς της λόγους που παρέλκουν της παρούσας, οι λαοί της ανατολής ομοίως , έχοντας μάλιστα ενστερνιστεί ως αλλαγή και το νέο ( ισλαμικό οθωμανικό στοιχείο ) που είχε έρθει, συχνά δε και ως ελευθερωτής από τους φόρους των βυζαντινών φεουδαρχών, την εγκατάλειψη των μακρινών ενοριών από το Πατριαρχείο, υποκύπτοντας είτε στο ένστικτο της επιβίωσης, είτε στη βία των Γαζήδων που ασκούσαν την πολεμική του Γαζά (ιερού πολέμου), είτε στα αγαπητικά κελεύσματα του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί και των Μεβλεβί Δερβίσηδων που τους καλούσαν με το παρακάτω κάλεσμα/ προσευχή να ενταχθούν ειρηνικά στο Ισλάμ:

    Gel, gel, ne olursan ol yine gel, İster kafir, ister mecusi, İster puta tapan ol yine gel, , Bizim dergahımız, ümitsizlik dergahı değildir, Yüz kere tövbeni bozmuş olsan da yine gel… Şu toprağa sevgiden başka bir tohum ekmeliyiz, Şu tertemiz tarlaya başka bir tohum ekmeliyiz biz… Beri gel, beri ! Daha da beri ! Niceye şu yol vuruculuk Madem ki sen bensin, ben de senim, niceye şu senlik benlik Ölümümüzden sonra mezarımızı yerde aramayınız! Bizim mezarımız âriflerin gönüllerindedir.

    Μεταφ.:Έλα, έλα, έλα, όποιος κι αν είσαι, άπιστος ( ενν. χριστιανός ), μάγος, πυρολάτρης ειδωλολάτρης, έλα πάλι, Η Μονή μας, δεν είναι χώρος απελπισίας, Έστω και αν έχετε παραβεί τους όρκους της μετάνοιας σας εκατό φορές ελάτε και πάλι ( Ήρθαμε ) σε αυτό το έδαφος για να σπείρουμε το σπόρο της αγάπης στους άλλους, Σ’ αυτά τα παρθένα πεδία (ήρθαμε) για να σπείρουμε το σπόρο, στους άλλους Επειδή κατάγομαι από μακριά, έρχομαι με αυτό τον τρόπο Εφ‘όσον είστε μαζί μου σας αγαπώ πάρα πολύ, ν’ανοίξουμε τις κλειστές ( ως τάφος ) καρδιές μας.

    Στη σημερινή Τουρκία , τα ακραία στοιχεία και ειδικά αυτά που γνωρίζουν την γενιτσαρική ή ντονμέδικη καταγωγή τους υπό το πρίσμα του Κεμαλισμού παλαιότερα, αλλά και σήμερα το πολιτικό Ισλάμ, όντας «βασιλικότεροι του βασιλέως» υπερτόνιζαν και υπερτονίζουν την τουρκική καθαρότητα και υπεροχή, καθώς και το σφρίγος , αν σκεφτεί κανείς ότι και ο Κεμάλ, αλλά και ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού Ziya Gökalp (Mehmed Ziya) από το κουρδικό Ντιγιάρμπακιρ δεν ήταν τουρκικής κατατωγής, ενώ επιμελώς σιγείται η εκ Ποταμιάς του Πόντου ή κατ’ άλλους Γεωργιανή καταγωγή της οικογένειας του Τ.Π , R.T.Erdoğan (Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν) σε σημείο που τον ανάγκασε να πει δημοσίως : « Ben Müslümanım ve Türküm – είμαι μουσουλμάνος και τούρκος ».

    Γειτονικής Ποντιακής καταγωγής και ο υπό επανεκλογή υπ. Δήμαρχος της Πόλης Ekrem Imamoğlu (Εκρέμ Ιμάμογλου). Αλλά και ο πρώην αντιπρόεδρος της Τ.Κυβέρνησης Bülent Arınç είναι Κρητικής καταγωγής εκ μουσουλμάνων των λεγομένων Τουρκοκρητικών που γνωρίζει Ελληνικά με Κρητική προφορά/ λέξεις !!! Πόντος και Κρήτη, με τουρκική πλέον συνείδηση, κυβερνούν σήμερα την Τουρκία, όπως παλαιότερα οι Βυζαντινοί εξισλαμισμένοι (Köse Mihal/ Κιοσέ Μιχάλ, Gazi Evrenos Beg/Γαζή Εβρενός κ.ά ) και οι εκ γενιτσάρων ( πχ Pargalı Damat İbrahim Paşa / Ιμπραήμ Παργαλή ) ή Σουλτάνες όπως η Haseki Mâh-Peyker Kösem Valide Sultan/ Κιοσέμ κ.ά.

    Φυσικά ο κάθε άνθρωπος μπορεί ν’ αυτοπροσδιορίζεται / αναπροσδιορίζεται, να εντάσσει τον εαυτό του σε όποιον πολιτισμό επιθυμεί, ή εντάχθηκαν οι πρόγονοί του.

    Από την άλλη πάλι δημοσιεύματα σαν το παλαιότερο του δημοσιογράφου Engin Ardiç, στην εφημερίδα SABAH:«Τούρκοι συμπατριώτες, σταματήστε πια τις φανφάρες και τις γιορτές για την Άλωση, αρκετή βία έχουμε δώσει στην Ανατολή με τις πράξεις μας» δείχνει το στίγμα και μιάς άλλης πιο νηφάλιας και σύγχρονης αντιμετώπισης της ιστορικής μνήμης.

    Ο Πορθητής και οι Οθωμανικές πηγές για την
    ASSOCIATED PRESS
    Κλείνοντας πρέπει να σημειώσουμε ότι πέραν της σύγχρονης κρατικής τουρκικής πεποίθησης, περί καθαρής και γνήσιας ορμής των Τούρκων (Tu ki ye ) που ήρθαν από τα όρη Αλτάϊ της Μογγολίας , όπου εμπνεόμενοι από το Ισλάμ σε συνδυασμό με το σαμανιστικό παρελθόν τους σάρωσαν την παρηκμασμένη βυζαντινή αυτοκρατορία και ουσιαστικά αναγέννησαν τους λαούς της Μ.Ασίας και της βαλκανικής μέσω τους εκτουρκισμού, σήμερα υπάρχει μια άλλη θεωρία την οποία η Ελληνική και Ευρωπαϊκή διπλωματία μόλις ανακαλύπτει και απ’ ότι φαίνεται δεν είναι ακόμη έτοιμη ν’ αντιμετωπίσει.

    Αυτή λέει ότι:όντως οι σύγχρονοι τούρκοι είναι ντόπιοι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί και επομένως έχουν νόμιμα εθιμικά, χρησικτησίας ιστορικά δικαιώματα στην περιοχή και ουδείς μπορεί πλέον να τους αποκαλεί επιδρομείς, αντιθέτως οι πρόγονοί τους συνεισέφεραν στον ελληνικό, βυζαντινό και ευρωπαϊκό πολιτισμό και όχι μόνον έχουν δικαίωμα συμμετοχής και αναγνώρισης, αλλά μπορούν και πρέπει να ηγηθούν της σύγχρονης Ευρώπης, όπως δήλωσε στις 23 Μαΐου 2013 ο τότε υπουργός Egemen Bağış/ Ε.Μπαγίς, κατά την εναρκτήρια ομιλία του σε συνάντηση ευρωπαϊκών και τουρκικών τοπικών κοινοτήτων για τη διεθνή συνεργασία, αναφέροντας ότι η Κωνσταντινούπολη έχει τη μοναδική ιδιότητα της «ειρηνικής συνύπαρξης όλων των θρησκειών και των πολιτισμών», γεγονός που καθιστά την Τουρκία «σημαντικό παίκτη» στα Ευρωπαϊκά και διεθνή πράγματα.

    Οι απόγονοι των Οθωμανών, των εξισλαμισμένων, των γενιτσάρων και λοιπών λαών της ανατολής, ήρθαν για να μείνουν και έμειναν . Οι παρηκμασμένοι και όσο δεν στεκόμαστε στα πόδια μας και στην «αυτάρκεια», απλώς τους παρακολουθούμε χωρίς να έχουμε να πούμε κάτι .

    Για να δούμε; Οι όψιμες «αγάπες» με τους «συμμάχους» μας, θα μας αναβαθμίσουν, γεωπολιτικά, ενεργειακά, στρατιωτικά, πολιτικά, ή είναι εφήμερες, χωρίς βάθος και μέλλον;

    https://www.huffingtonpost.gr/entry/o-porthetes-kai-oi-othomanikes-peyes-yia-ten-alose_gr_5cee3854e4b0ae671059196d?utm_hp_ref=gr-homepage&fbclid=IwAR0uJ6dwZJ6c47b-ilshylhdFOY4YGaxePTxd5RhfgZlC0aYPJuUFdjr_FQ

  3. Δέσποινα Βιτούνη

    «Την Πόλη μας πήρεν η Τουρκιά»

    μια μουσουλμάνα καταγόμενη από την Κιβωτό Γρεβενών, από τους Βαλαάδες (σχετικά πρόσφατα εξισλαμισθέντες της Δυτικής Μακεδονίας) μας λέει τον ΘΡΗΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ όπως τον έλεγαν οι πρόγονοι της στη Μακεδονία

    μια μουσουλμάνα γεννημένη στην Καππαδοκία, στο Γεσίλμπουρτς της Νίγδης, τα παλαιότερα Τύανα που άδειασαν από τους ρωμιούς κατοίκους τους μετά την Ανταλλαγή των ΠΛηθυσμών

  4. Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ Β΄ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
    ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗΣ
    ΦΡΟΥΡΑΣ.

    Ο Μανουήλ Β΄Παλαιολόγος βασίλεψε απο το 1350-1425 στην Βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο Μανουήλ υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα, που ασχολήθηκε με την πολιτική την στρατιωτική τέχνη, ως λόγιος και θεολόγος στις πιο κρίσιμες για την αυτοκρατορία δεκαετίες. Σύζυγος του υπήρξε η Ελένη Δραγάση κόρη του Κωνσταντίνου Δραγάση ηγεμόνα της Ν.Α. Σερβίας. Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ήταν εγγονός του Στέφανος- Ούρος των Νεμάνιτς βασιλιά των Σέρβων και της συζύγου του Μαρίας Παλαιολογίνας, η οποία ήταν δισεγγονή του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.
    Απέκτησαν τα εξής τέκνα:
    1. Toν Ιωάννη η΄Αυτοκράτορας των Ρωμαίων (1425-48)
    2 Τον Κωνσταντίνο 1393/8- που απεβίωσε ως ανήλικος πριν το 1405.
    3. Τον Θεόδωρο Β΄ (1396-1448) Δεσπότη του Μωρέως (1407-43).
    4 Τον Ανδρόνικο που απεβίωσε το 1429, δεσπότη της Θεσσαλονίκης (1408-23).
    5. Τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄(ή ΙΒ) 1405- 1453. Αυτοκράτορα των Ρωμαίων (1148-53).
    6. Τον Μιχαήλ που απεβίωσε ανήλικος το 1409-10.
    7. Τον Δημήτριο 1407- 1470, δεσπότη του Μωρέως (1428-60), φίλος των Οθωμανών, φιλόδοξος, δημιουργούσε προβλήματα με τη συμπεριφορά του. Ακολούθησε τον Μωάμεθ Β΄.
    8. Θωμάς 1409-1465, δεσπότη του Μωρέος (1428-60) δυτικόφιλος. Η κόρη του Ζωή (Σοφία) Παλαιολογίνα παντρεύτηκε τον Ιβάν Γ΄των Ρουρκιδών μεγάλο πρίγκηπα της Ρωσίας.
    9. Απέκτησε και μια νόθη κόρη την Ισαβέλα, που παντρεύτηκε τον Ιλάριο Ντόρια.

    Ο Μανουήλ Παλαιολόγος διαδέχτηκε τον πατέρα του Ιωάννη Ε΄Παλαιολόγο.
    Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, διατήρησε το καθεστώς υποτέλειας προς τους Οθωμανούς που είχε υπογράψει ο πατέρας του, και από κοινού με τον Οθωμανό Βαγιαζήτ πολιόρκησαν την Φιλαδέλφεια το 1390 τελευταίο προπύργιο στη Δυτική Μικρά Ασία. Στην πορεία όμως διέκοψε κάθε συνεργασία στους Οθωμανούς. Ο Βαγιαζήτ για την συμπεριφορά του αυτή πολιόρκησε την Πόλη το 1394 που κράτησε πολλά χρόνια.
    Τα χρόνια εκείνα η Δύση κινητοποίησε 100.000 στρατιώτες κατά των Οθωμανών, αλλά ηττήθηκαν από αυτούς στη Νικόπολη το 1396. Ο Μανουήλ επιδίωκε συστηματικά την δυτική βοήθεια και επισκέφτηκε τις βασιλικές αυλές στην Γαλλία του Λουδοβίκου αφού προηγουμένως ασφάλισε την οικογένεια του στον Μυστρά..

    Σε αντίθεση με την προγενέστερη επίσκεψη που είχε ο προηγούμενος Ρωμαίος αυτοκράτορας Ιωάννης ο Ε΄, στις δυτικές αυλές όπου περιφρονήθηκε, ο Μανουήλ σύμφωνα με τους χρονικογράφους της εποχής έλαβε υψηλής φιλοξενίας και τιμήθηκε με πολλές τιμές. Οι εκκλήσεις για βοήθεια εισακούστηκαν μερικώς και έλαβε οικονομική ενίσχυση από την Βενετία, Γαλλία, Αγγλία, Αραγονία, και Πορτογαλία. Δεν έγινε όμως εφικτό η από κοινού αντιμετώπιση των Οθωμανών. Εν τω μεταξύ μετά από δύο χρόνια παραμονή στην Ευρώπη του Μανουήλ ήρθε ελπιδοφόρο μήνυμα που έλεγε ότι ο Βαγιαζήτ θανατώθηκε από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Αγκύρας.

    Το 1401 ο Μανουήλ επιστρέφει στην Πόλη.
    Με τις δολοπλοκίες τις ίντριγκες, και τις διαμάχες των απογόνων του Βαγιαζήτ να εντείνονται, ο Μανουήλ αρχικά ουδέτερος αποφασίζει να στηρίξει τον Μωάμεθ τον Α΄ στην εξουσία ώς πλέον συνεννοήσιμος αντίπαλος.

    Ο γιός του Μανουήλ Ιωάννης ο Ε΄ πρός το τέλος της βασιλείας του Μανουήλ θέλησε να ακολουθήσει μια πολιτική πιο επιθετική προς τους Οθωμανούς, αλλά είναι αλήθεια χωρίς περίσκεψη και σύνεση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πολιορκηθεί ξανά η Πόλη απο τους Οθωμανούς με επικεφαλή τον Μουράτ τον Β΄, γιό του Μωάμεθ του Α΄το 1422, αλλά σύντομα απέτυχε τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά από την συνετή πολιτική του Μανουήλ που επενέβη, μαζί με την Βυζαντινή διπλωματία. Το 1423 ο Μανουήλ παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο και τελικά χάνει την ζωή του το 1425. Ο Μανουήλ παρ’ ότι έδωσε μια ανάσα και μια παράταση ζωής στην καταρεύουσα βυζαντινή αυτοκρατορία δεν μπόρεσε όμως και να την αποτρέψει, και έτσι το μοιραίο τέλος ήρθε λίγα χρόνια αργότερα επί βασιλείας του γιού του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου του ΙΑ΄(ή ΙΒ΄), στης 29 Μαίου 1453!!.
    …………………………………………………………………………….
    Ο ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ
    ΦΡΟΥΡΑΣ.

    Ο Μ. Δούκας στην Βυζαντινοτουρκική Ιστορία του σελ. 365, γράφει ότι επί βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, και την εποχή που είχε μεταβιβάσει την εξουσία του στον γιο του Ιωάννη, ο Θεολόγος Κόρακας, πρεσβευτής του βασιλιά στους Οθωμανούς συνδιαλέγονταν κρυφά πίσω από τις πλάτες της Βυζαντινής Αυλής με σκοπό να ανοίξει τις πύλες της πηγής της Βασιλεύουσας πόλης κατά την διάρκεια της πολιορκίας της πόλης το 1422. Το αντάλλαγμα του Εφιάλτη εξουσιομανή Πρεσβευτή όπως έγινε στην πορεία γνωστό θα ήταν να τον έχριζαν οι Οθωμανοί Άρχοντα της Πόλης!!. Αυτό ο Θεολόγος Κόρακας το είχε ζητήσει από τον Οθωμανό ηγέτη Μουράτ τον Β΄.
    Οι Κρητικοί υπηρετούσαν τότε ώς φρουροί φύλακες της Βασιλικής πύλης όπως γράφει ο Μ. Δούκας σ. 365-66, μόλις έμαθαν για την προδοσία του Κόρακα έτρεξαν στον Βασιλιά και ζήτησαν από αυτόν ακρόαση. Οι Κρητικοί γράφει ο Δούκας, <> πάντοτε πιστότατοι και έτρεφαν ανέκαθεν ιερό ζήλο για τους ναούς των αγίων και τα άγια λείψανα, αλλά κυρίως για το βασιλικό κύρος της Βασιλεύουσας Πόλης!!
    Μόλις ο Βασιλιάς Μανουήλ τους δέχθηκε του είπαν: <>. Ο Βασιλιάς τότε αποκρίθηκε: <>. Εκείνοι τότε έσυραν τον Θεολόγο μαζί τους και τον ανέκριναν εξαντλητικά, χρησιμοποιώντας ακόμη και βασανιστήρια, εξαιτίας ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων που ψάχνοντας βρήκαν στο σπίτι του, όπως διάφορα χρυσά και αργυρά σκεύη, χρυσοϋφάντους πέπλους και ορισμένες γραπτές αποδείξεις, με τις οποίες εξυφαινε συνωμοσίες εναντίον του βασιλιά– τα σκεύη μάλιστα είχαν δοθεί από τον αυτοκράτορα για να χαριστούν ως δώρα στον Τούρκο σουλτάνο και εκείνος τα σφετερίστηκε, ο αχρείος. Μετά από αυτά, οι Κρητικοί τον διαπόμπευσαν δια μέσου της λεωφόρου ως την βασιλική Πύλη, όπου και χωρίς λύπηση και δίχως ανθρωπιά του έβγαλαν τα μάτια. Εκτέλεσαν μάλιστα το έργο της τύφλωσης τόσο καλά, ώστε να μη διακρίνεται ούτε ίχνος βλεφάρου ούτε δέρματος. Μετά τον πέταξαν στη φυλακή όπου και πέθανε ύστερα από τρεις ημέρες. Κατόπιν αφού δήμευσαν την περιουσία του, έβαλαν φωτιά στο σπίτι του με όλους τους θησαυρούς που περιείχε.

    Υ.Γ. Από όλα τα παραπάνω που ιστορούνται βγαίνουν ορισμένα συμπεράσματα που μέχρι σήμερα εξιστορούνται με λάθος τρόπο και παράγουν ιστορικές αναλήθειες.

    Πρώτον. Στο Κρητικό Δημοτικό Τραγούδι » Η Αναγνώρισις του Κωσταντή.» που έχουν καταγράψει όλοι οι ερευνητές, και σωστά κατέγραψαν υπάρχει ένα καθοριστικό λάθος από την πρώτη στιγμή που ειπώθηκε ή καταγράφηκε, γιατί αυτός που είναι ιστορικά αποδεδειγμένα ότι ταξίδεψε για να ζητήσει Δυτική βοήθεια και έλειπε δύο χρόνια από την Πόλη ήταν ο Μανουήλ Β΄Παλαιολόγος, πατέρας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και όχι ο Κωνσταντίνος που ουδέποτε ταξίδεψε στην Δύση σύμφωνα με όλες τις ιστορικές μαρτυρίες.

    Δεύτερον, από τα εξιστορούμενα του Μ. Δούκα προκύπτει ότι Κρήτες υπηρετούσαν στα βασιλικά Ανάκτορα ως φρουροί και φύλακες πολλά χρόνια πριν από την ιστορούμενη παρουσία Κρητών πολεμιστών στην ύστατη μάχη υπεράσπισης της Πόλης το 1453,κατά την πολιορκία του Μωάμεθ του Β΄που είχε ως αποτέλεσμα την άλωση της βασιλεύουσας Πόλης.

  5. 29/05/2019

    Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Ο αντίκτυπος, η προέκταση: Κοσμογονικές αλλαγές στην καρδιά του ελληνικού κόσμου

    Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

    Η Αλωση της Κωσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 έκλεισε οριστικά μια μεγάλη ιστορική περίοδο που ξεκίνησε με την ίδρυση της Κωσταντινούπολης από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και χαρακτηρίστηκε από τον βαθμιαίο εξελληνισμό του ρωμαϊκού ανατολικού κράτους, ως απόρροια του περιορισμού σε ελληνόφωνα εδάφη, την κυριαρχία του ρωμαϊκού νομικού συστήματος και της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Η Αλωση της Πόλης και λίγο αργότερα η κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και η κατάληψη του Μυστρά επιβεβαίωσαν την οριστική κυριαρχία ενός άλλου πολιτισμικού μοντέλου που είχε γεννηθεί αιώνες πριν στις ερήμους της Αραβίας: του Ισλάμ.

    H εμφάνιση των τουρκικών ομάδων στον ελληνικό χώρο από τον 11ο μ.Χ. αιώνα, εγκαινίασε μια μακρά περίοδο συνάντησης, επικοινωνίας και ώσμωσης. Είτε ως Σελτζούκοι, είτε ως Οθωμανοί θα διαμορφώσουν τελικά τη φυσιογνωμία ολόκληρης της περιοχής μας. Το ερώτημα που αντιμετώπιζαν οι επιστήμονες ήταν το πώς ένας πληθυσμός εισβολέων που δεν ξεπέρασε τις 400.000 άτομα, κατάφερε να κυριαρχήσει σ’ ένα ελληνόφωνο κόσμο 8 εκατομμυρίων. Πώς οι «ολίγοι» Τουρκομάνοι κατάφεραν να μεταστρέψουν ένα μεγάλο πληθυσμό ελληνοφώνων, χριστιανών μαζί με τους οποίους στη συνέχεια, θα αποτελέσουν τους Οθωμανούς πολίτες της νέας αυτοκρατορίας τους.

    Την ίδια εποχή που τα τουρκικά φύλα κάνουν την είσοδό τους στον μικρασιατικό χώρο, το Βυζάντιο από πολυεθνική, ελληνόφωνη αυτοκρατορία, μετατρέπεται σε πόλη-κράτος, όπου αναπτύσσονται σημαντικές κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες. Διαμορφώνεται μια πρώιμη αστική τάξη, η οποία θα γονιμοποιήσει και θα εξελίξει έως τα όριά της την ιδεολογική κληρονομιά των τριών αιώνων νέου ελληνισμού, που είχε συσσωρευτεί από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Η νέα αυτή ιθύνουσα οικονομική τάξη θα εκφραστεί με τους Παλαιολόγους και θα ξεπεράσει την υπερεθνική, ελληνόφωνη και χριστιανική ρωμιοσύνη. Θα διαμορφώσει μια εθνική ταυτότητα, όπου δεν προέχει η θρησκευτική καθαρότητα αλλά η εθνική επιβίωση. Σε αυτήν την κοινωνικο-πολιτική βάση, θα εμφανιστούν οι Ενωτικοί που στο όνομα της ελπίδας για δυτική βοήθεια, θα δεχθούν να υποταχθεί η ανατολική Εκκλησία στον αντίπαλό της, τη Δυτική Εκκλησία.

    Μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης των Οθωμανών προέρχονταν από εξισλαμισμένους χριστιανούς, Ελληνες, Αρμένιους, Σλάβους κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που μας μεταφέρει ο Σφρατζής λίγο πριν την τελική επίθεση προς την Κωνσταντινούπολη: Ο Μωάμεθ, καλεί τα στρατεύματα του να επιτεθούν στην Πόλη και απευθύνει προς αυτά τον τελικό λόγο. Τους στρατιώτες του αποκαλεί «νεϋληδες», δηλαδή «προσφάτως ελθόντες» νεοπροσύλητους στο ισλάμ. Ισως, αυτή ο προσαγόρευση να παριστά με τον καλύτερο τρόπο τις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην καρδιά του τότε ελληνικού κόσμου, τη Μικρά Ασία, κατά τη διαδικασία εμπέδωσης της ισλαμικής κυριαρχίας, που κράτησε 4 ολόκληρους αιώνες.

    *Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ ιστορίας, μαθηματικός και υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.

    http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=523537&srv=117&fbclid=IwAR0gNYdyqEIcWQWFPfRgBQ9su3ta5zuebIg7DFrIoyP8Qy6p85fmXtx8KOE

  6. 30/05/2019 –

    Ρ.Τ.Ερντογάν: «Οι Έλληνες δεν έχουν συμβιβαστεί με την απώλεια της Πόλης – Έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί τους»

    Γράφει: Θεόφραστος Ανδρεόπουλος

    Επίθεση κατά του Ελληνισμού εξαπέλυσε ο Ρ.Τ.Ερντογάν με αφορμή την μαύρη επέτειο των 566 ετών της Άλωσης της Πόλης αναφέροντας πως οι Γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων ήταν συκοφαντίες και πως οι Έλληνες δεν έχουν συμβιβαστεί με την απώλεια της Κωνσταντινούπολης και της Αγίας Σοφίας και θέλουν να τις ξαναπάρουν.

    Είπε μάλιστα πως «δεν έχουν κλείσει ακόμα οι λογαριασμοί» μεταξύ των δύο εθνών.

    Είναι σαφές ότι απηύθυνε προειδοποίησε για μελλοντικές συγκρούσεις σε Αιγαίο και Α.Μεσόγειο προετοιμάζοντας έτσι την τουρκική κοινωνία σε μια ημέρα υψηλού συμβολισμού και στην Τουρκία και στην Ελλάδα (για διαφορετικούς λόγους βεβαίως).

    Δημιούργησε μάλιστα ένα πολεμικό κλίμα με στρατιώτες ντυμένους με οθωμανικές στολές.

    Επιτέθηκε ταυτόχρονα και στην Δύση ο Τούρκος πρόεδρος καθώς μίλησε το βράδυ της 29ης Μαΐου για τη Μεγάλη Ιδέα που διακατέχει ακόμα τους γείτονες (Έλληνες) και ότι προέρχεται από την Δύση

    «Ένα από τα βασικά κίνητρα του ρατσισμού, που εξαπλώνεται σήμερα στον δυτικό κόσμο σαν πανούκλα, είναι η Μεγάλη Ιδέα, την οποία εκπροσωπεί η Κωνσταντινούπολη», είπε, για να συμπληρώσει ότι «η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ιστορίας του τουρκικού έθνους, καθώς ο Μωάμεθ ο Πορθητής άνοιξε την πόρτα προς το Ισλάμ».

    «Ωστόσο, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με την Κωνσταντινούπολη δεν έχει τελειώσει εδώ και 566 χρόνια, δεν έχει εξαλειφθεί», τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος.

    «Εδώ και 566 χρόνια, υπάρχουν κάποιοι που ακόμη δεν μπορούν να σβήσουν από μέσα τους αυτόν τον πόνο της απώλειας», είπε, για να αναφερθεί στη συνέχεια και στην Αγία Σοφία και όσους επιθυμούν να τη μετατρέψουν πάλι σε εκκλησία.

    «Πριν από δύο μήνες ο τρομοκράτης της Νέας Ζηλανδίας που σκότωσε με τον πιο απεχθή τρόπο 52 Μουσουλμάνους στην προσευχή της Παρασκευής, είπε ότι ‘θα απελευθερώσουμε την Αγία Σοφία από τους μιναρέδες της’.

    Αυτές οι απειλές δεν είναι τυχαίες», ανέφερε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που χαρακτήρισε τέτοιου είδους ενέργειες ως ‘αντανάκλαση της πυρκαγιάς του μίσους’ που δεν έχει σβήσει για 566 χρόνια.

    Ο Τούρκος πρόεδρος έκανε λόγο και για αμαύρωση της ιστορίας του τουρκικού έθνους με συκοφαντίες για γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων.

    «Εκείνοι που δυσφημούν το έθνος μας με τα γεγονότα του 1915 και μας συκοφαντούν για γενοκτονία στον Πόντο, έχουν τις ίδιες προθέσεις. Σκοπός τους είναι να αποξέσουν τις αξίες του πολιτισμού μας, που συμβολίζεται με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, και να αφανίσουν την τουρκο-ισλαμική κληρονομιά, που προσέδωσε την πραγματική ταυτότητα στην Ανατολία. Αυτό το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Κωνσταντινούπολη δεν θα τελειώσει ποτέ», διατράνωσε.

    Ο Τούρκος πρόεδρος κατηγόρησε, ακόμη, και τους διαδηλωτές στο πάρκο Γκεζί πριν από 6 χρόνια ότι διακατέχονται από την ίδια νοοτροπία, επειδή έγραφαν στους τοίχους τότε συνθήματα όπως ‘Η τυραννία ξεκίνησε το 1453’.

    «Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί τον ομφαλό της γης και είναι ένα σύμβολο όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για όλο τον κόσμο», είπε, για να καταλήξει ότι «προσδώσαμε ξανά στην Πόλη την αρχική της αίγλη και ταυτότητα», με τα τεραστίων αξίας έργα που συντελέστηκαν επί διακυβέρνησής του, όπως η υποθαλάσσια σήραγγα, η τρίτη γέφυρα του Βοσπόρου και ούτω καθεξής.

    Να πούμε ότι χθες ο Ρ.Τ.Ερντογάν είπε πως ο Μωάμεθ ο Πορθητής άλλαξε την παγκόσμια Ιστορία με την Άλωση της Πόλης.

    «Εξυμνεί» τον Σουλτάνο Μεχμέτ ΙΙ (Μωάμεθ ο Πορθητής) ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με αφορμή την επέτειο των 566 χρόνων από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου του 1453.

    «Ας αναπαύονται εν ειρήνη ο Σουλτάνος Μεχμέτ ΙΙ των Οθωμανών και ο στρατός του» έγραψε ακόμη, σύμφωνα με και όσα μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων Anadolu.

    Σύμφωνα με τον ίδιο, «με την κατάκτηση ξεκίνησε μία νέα εποχή και άλλαξε η πορεία της παγκόσμιας ιστορίας». Μάλιστα, το σχετικό σχόλιο στο Twitter ο Τούρκος πρόεδρος το συνόδευσε με εικόνες απο την Κωνσταντινούπολη, σε αρκετές από τις οποίες «πρωταγωνιστεί» η Αγιά Σοφιά.

    https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/ellinotoyrkika/776462_rterntogan-oi-ellines-den-ehoyn-symvivastei-me-tin-apoleia-tis?fbclid=IwAR1zRdpeHE6KqD6-_r1wENSw9UOu2ZQVfCrH8KjoWDR78hOi43S9PGfACNY

  7. 29 Μαίου1453-Ένας Τούρκος γράφει για την Άλωση της Πόλης

    Με ένα άρθρο, που δημοσιεύτηκε παλαιότερα στην έγκυρη εφημερίδα SABAH, από τον Engin Ardic, γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαίου.

    ENGİN ARDIÇ

    Στο εν λόγω άρθρο ο συγγραφέας παρουσιάζει αλήθειες για τις οποίες το Κεµαλικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να καταπνίξει. Αξίζει να παρατεθεί μεταφρασμένο μέρος του κειμένου, από την συγκεκριμένη διεύθυνση της Τουρκικής εφημερίδας Sabah το οποίο έχει ως εξής:

    “Πέρασαν 556 χρόνια (δημοσιεύτηκε το 2009 ) και γιορτάζετε (την Άλωση) σαν να ήταν χθες; Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, µ΄ αυτές τις γιορτές που κάνετε, διακηρύσσετε σε όλο τον κοσµο ότι:«αυτά τα μέρη δεν ήταν δικά µας, ήρθαµε εκ των υστέρων και τα πήραμε µε τη βία».

    Γιά ποιό λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια υπόθεση έξι αιώνων;

    Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος ότι η Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω; Μην φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλίθιοί της Εργκενεκόν περί όρων του 1919. Μη φοβάστε, τα 9 εκατοµµύρια Ελλήνων δεν μπορούν να πάρουν την πόλη των 17 εκατοµµυρίων, και αν ακόμα την πάρουν δεν μπορούν να την κατοικήσουν.

    Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση είναι µια χούφτα φανατικοί µόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα. Ρε σείς, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαμε την Πόλη τρεις µέρες και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουμε ; Θα υπερασπιστούμε τον εαυτό µας στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η θα αφήσουμε το θέμα στους ιστορικούς ;

    Αντί να περηφανευόμαστε µε τις πόλεις που κατακτήσαμε, ας περηφανευτούμε µε αυτές που ιδρύσαμε, αν υπάρχουν. Αλλά δεν υπάρχουν. Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µε την βία κατακτημένη… Ακόμα και το όνομα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν (ana=µανά, dolu=γεµάτη) αλλά προέρχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή.

    Ακόμα και η ονομασία της Ισταµπούλ δεν είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ» τράβώντας τη λέξη από τα μαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

    Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, τέλος η νοµαδική ζωή και γι’ αυτό ο λαός αγοράζει πέντε – πέντε τα διαµερίσµατα. Κανείς δεν μπορεί να µας κουνήσει, ηρεμήστε πιά…

    Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όμως πολλές φανφάρες….».

    https://www.sabah.com.tr/yazarlar/ardic/2009/05/29/hatirlatmayin_sunu_kefereye

  8. Κωνσταντινούπολη: Ο «Έλληνας» Ιμάμογλου και η προπαγάνδα Ερντογάν

    Από Παντελής Πετράκης •

    Την Κυριακή διεξάγονται στην Κωνσταντινούπολη οι επαναληπτικές εκλογές για την δημαρχία της πόλης. Μετά την επικράτηση του υποστηριζόμενου από το CHP, Εκρέμ Ιμάμογλου, έναντι του Μπιναλί Γιλντιρίμ, πρώην πρωθυπουργού και υποψηφίου του κυβερνώντος AKP στις εκλογές της 31 Μαρτίου, ο πρόεδρος της χώρας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ζήτησε από το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο και πέτυχε την εκ νέου διεξαγωγή των εκλογών, επικαλούμενος παρατυπίες στην διαδικασία.

    Ο δήμος της Κωνσταντινούπολης, έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Ερντογάν, και όχι μόνο επειδή πρόκειται για την μεγαλύτερη (και πλουσιότερη) πόλη της Τουρκίας. Ο πρόεδρος της Τουρκίας υπήρξε στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας δήμαρχος της Πόλης, ενώ η νίκη του Ιμάμογλου στις εκλογές του Μαρτίου ήταν και η πρώτη φορά που το AKP είδε την κυριαρχία του στην μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας να χάνεται μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες.

    Για πολλούς αναλυτές, άλλωστε, η ήττα του υποψηφίου του Ερντογάν στον μητροπολιτικό δήμο δεν αποκλείεται να σημάνει την αρχή του τέλους για την ηγεμονία του AKP στην πολιτική ζωή της χώρας.

    Η προεκλογική εκστρατεία
    Η προεκλογική εκστρατεία για την Κωνσταντινούπολη, μετά την ανακοίνωση της επανάληψης των εκλογών είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και όχι μόνο επειδή οι Τούρκοι πολίτες είδαν το πρώτο debate μετά από 17 χρόνια. Σύμφωνα με τον Ερντογάν και τους αξιωματούχους του AKP είχε και… ελληνικό ενδιαφέρον.

    Μέσα από μία σειρά fake news που παρουσίασε το AKP για να πλήξει τον Ιμάμογλου, αυτό που χαρακτήρισε την προεκλογική εκστρατεία για το κόμμα του Ερντογάν ήταν η επιμονή στην καταγωγή του Ιμάμογλου.

    «Ποιοι χάρηκαν πιο πολύ από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου; Ήταν οι Έλληνες. Θυμάστε τα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων, διερωτήθηκε μόλις την Τετάρτη ο Ερντογάν σε ομιλία του στη συνοικία Σαντζάκ. Και αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά.

    Το τελευταίο δίμηνο, τόσο ο ίδιος ο πρόεδρος της Τουρκίας όσο και στελέχη του κόμματος του, επαναλαμβάνουν ότι η νίκη του Ιμάμογλου θα ικανοποιήσει ιδιαιτέρως την ελληνική πλευρά, αφού, σύμφωνα με τα στελέχη του AKP, ο κεμαλιστής υποψήφιος είναι ελληνικής καταγωγής και μάλιστα κρυπτοχριστιανός.

    Πώς προέκυψε όμως το ζήτημα της καταγωγής του Ιμάμογλου και σε ποια πρωτοσέλιδα αναφέρεται ο Ερντογάν;

    Είναι ο Ιμάμογλου Έλληνας;
    Ο Εκρέμ Ιμάμογλου έλκει την καταγωγή του από την Τραπεζούντα, πόλη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, περιοχή που παλαιότερα κατοικείτο από Έλληνες. Αυτό, φυσικά, δεν καθιστά τον Ιμάμογλου Έλληνα, όπως δεν καθιστά Έλληνα και τον Ερντογάν, ο οποίος κατάγεται από την περιοχή της Ριζούντας, που επίσης βρίσκεται στην Μαύρη Θάλασσσα.

    Προκειμένου να μπορέσει να διευρύνει το ακροατήριο του και με τους Κούρδους να αποτελούν το 15% του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης (όπου το φιλοκουρδικό HDP δεν κατέβασε υποψήφιο στις εκλογές του Μαρτίου), το AKP βρήκε την αφορμή που έψαχνε στους τίτλους ελληνικών Μέσων για την νίκη του Ιμάμογλου και ιδιαίτερα σε ένα πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΈΘΝΟΣ.

    Η εφημερίδα και η απεσταλμένη της στην Κωνσταντινούπολη, Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, κάλυψαν τις τουρκικές εκλογές της 31ης Μαρτίου.

    Η Κλεφτόγιαννη παρακολούθησε από κοντά την προεκλογική εκστρατεία του Ιμάμογλου και πέρασε μαζί του μία ημέρα, βλέποντας από κοντά τις ομιλίες και την επαφή του με τον κόσμο. Το ρεπορτάζ της μαζί με την συζήτηση που είχε με τον ίδιο τον υποψήφιο του CHP δημοσιεύθηκαν στο φύλλο του Έθνους της 6ης Απριλίου με τίτλο: “Μία ημέρα με τον Πόντιο που πήρε την Πόλη από τον Ερντογάν”.

    «Η εφημερίδα το ΕΘΝΟΣ και το σύνολο των ρεπορτάζ που έστελνα από την προεκλογική και μετεκλογική Τουρκία, ουδέποτε ανέφεραν ή υπονόησαν ότι ο Ιμάμογλου είναι ή μπορεί να είναι Έλληνας. Η χρήση του ουσιαστικοποιημένου επιθέτου Πόντιος, που έγινε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, ήταν γεωγραφικός προσδιορισμός, αναφερόταν στις ρίζες του Ιμάμογλου από τη ευρυτερη περιοχή του Πόντου, και δη την Τραπεζούντα. Προφανώς, οι περιοχές αυτές κάποτε ήταν ελληνικές. Δεν είναι πια», εξηγεί η δημοσιογράφος μιλώντας στο euronews.

    https://gr.euronews.com/2019/06/22/kwnstantinoupoli-imamoglou-ellada-propaganda-akp

  9. Η φυλετική και πολιτισμική αναβάθμιση των Οθωμανών
    από εξισλαμισμένους Έλληνες-Χριστιανούς

    Πριν αναφερθούμε στην εξιστόρηση του τίτλου του άρθρου αυτού, κρίνεται σκόπιμο να αρχίσουμε από την δυναστεία των Οσμανιδών, από τον Οσμάν ή Οθμάν.
    Ο ιδρυτής λοιπόν της δυναστείας των Οθωμανών, ο Οσμάν, γεννήθηκε στο Σογγούλ νοτιοανατολικά της λίμνης της Νίκαιας και της Προποντίδας το 1258. Κληρονόμησε από τον πατέρα του Ερτογρούλ γύρω στα 1280 μια μικρή έκταση μεταξύ Σογγούλ-Ντόματιτς και μέχρι τα σύνορα της Βυζαντινής Βιθυνίας. Το μικροσκοπικό αυτό κρατίδιο συμπιεζόταν από άλλα νομαδικά φύλα Τουρκομάνων και ιδιαίτερα από τον Σουλτάνο της Ρωμανίας (Ρουμ) που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο. Οι Βυζαντινοί δεν αποτελούσαν φόβο, καθόσον το 1204 οι Φράγκοι τους είχαν καταστρέψει, διαμελίσει κυριολεκτικά.
    Στη συνέχεια με σωστή στρατηγική, αποδυνάμωσε τους γύρω ομοθρήσκους τους, και κατά καλή τους συγκυρία , ο κύριος και ο πλέον δυναμικός αντίπαλός τους στην περιοχή , η δυναστεία των Σελτζούκων των Ρουμ (των Ρωμαίων) αποδεκατίστηκε από την εισβολή των Μογγόλων το 1307. Έτσι το βρέφος αυτό αφέθηκε να γιγαντωθεί από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και σε περίπου έναν αιώνα να δημιουργήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία παρόμοια της Βυζαντινής εδαφικά, με κύρια δύναμη τους εξισλαμισμένους Έλληνες που έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξή της.Στην συνέχεια ο γιος του Οσμάν, ο Οχράν μετά από πολυετή πολιορκία καταλαμβάνει την πρωτεύουσα της Βιθυνίας την Προύσα το1326, όπου μετέφερε την πρωτεύουσά του. Εδραιώθηκε στην περιοχή επωφελούμενος και από τις εσωτερικές διαμάχες της Κωνσταντινούπολης.
    Από την εποχή εκείνη, βυζαντινοί άρχοντες, στρατηγοί και διοικητικά στελέχη προκειμένου να μην χάσουν την περιουσία τους και την κοινωνική τους θέση προσηλυτίζονταν στο Ισλάμ. Ένας από τους βυζαντινούς άρχοντες εξωμότες ήταν και ο Εβρενός που η συμβολή του στην εξέλιξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν καθοριστική. Ασπάστηκε το Ισλάμ, υπηρέτησε τον Ορχάν από την κατάληψη της Προύσας. Υπήρξε ο κυριότερος στρατιωτικός ηγέτης των Οθωμανών. Ο Εβρενός ως διοικητής στρατιάς κατέλαβε την Θράκη, την Μακεδονία, μέχρι την Αλβανία και την Βουλγαρία, και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α’, το 1392 κατέλαβε την Θεσσαλία, Αθήνα και Πελοπόννησο.
    Έτσι ολοκληρώθηκε η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από έναν εξωμότη Έλληνα για λογαριασμό της αναδυόμενης νέας μουσουλμανικής αυτοκρατορίας. Ακόμη και οι αυτοκράτορες της Κων/λης ζητούσαν την βοήθεια του Οθωμανού Σουλτάνου στις εσωτερικές εμφύλιες διαμάχες τους, για την διεκδίκηση του θρόνου, όπως ο Κατακουζηνός ζήτησε την βοήθεια του Οθωμανού ηγέτη Οχράν και κατέλαβε τον θρόνο το 1347. Τότε ο Οχράν παντρεύτηκε την κόρη του την Θεοδώρα. Στην συνέχεια όταν ο βασιλιάς της Σερβίας Στέφανας Δουσάν (1331-1355) κατέλαβε την Θεσσαλονίκη , τότε και πάλι με την βοήθεια του Οχράν , η Θεσ/νίκη επανήλθε στην βυζαντινή αυτοκρατορία, και ως ανταμοιβή στον γαμβρό του, του παραχώρησε ευρωπαϊκό έδαφος στην περιοχή της Καλλίπολης . Έτσι για πρώτη φορά οι Οθωμανοί αποκτούσαν ευρωπαϊκό έδαφος και με την συμβολή βυζαντινού αυτοκράτορα.
    Το 1389 στον θρόνο των Οθωμανών ανέβηκε ο Βαγιαζήτ Α’, και από τότε άρχισαν να σκέπτονται την διαδοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έχοντας πλέον κάνει υποτελείς τους, τους βασιλείς των Βαλκανίων, στράφηκαν με σφοδρότητα κατά των τουρκομουσουλμανικών ηγεμονιών της Ανατολίας και τους διέλυσαν. Ήδη από το 1361, η Ανδριανούπολη ήταν πρωτεύουσα των Οθωμανών και από εκεί εκδηλώθηκε επίσημα πλέον η διαδοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έχοντας ως κύριους εχθρούς καθολικούς, φράγκους, Βενετούς, Ούγγρους…..της δύσης.
    Το όνειρο του Βαγιαζήτ ήταν να καταλάβει την Κων/λη, αλλά δεν πρόλαβε γιατί το 1402 σε μάχη που δόθηκε στην Άγκυρα με τις ορδές του Ταμερλάνου ηττήθηκε, συνελήφθηκε αιχμάλωτος και πέθανε με ταπεινωτικό θάνατο. Ακολούθησε μια μακροχρόνια αδελφοκτόνος φιλονικία , το βυζάντιο αντί να εκμεταλλευθεί την εμφύλια διαμάχη τους για να τους συντρίψει, αντ’ αυτού, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, βοήθησε έναν από τα πέντε αδέλφια , τον Μεχμέτ Α’ να αναλάβει την βασιλεία και να ενώσει πάλι την διαλυμένη αυτοκρατορία τους, αλλά ούτε και η δύση δεν εκμεταλλεύθηκε την δοθείσα ευκαιρία για να τελειώσουν μια για πάντα με τους Οθωμανούς, που ήταν απειλή και για την Δύση.
    Το 1451 ο Σουλτάνος ο Μουράτ Β’ απεβίωσε από εγκεφαλικό, άφησε όμως γραπτή διαθήκη για διάδοχό του τον υιό του Μεχμέτ-Μωάμεθ Β’ ο μετέπειτα Φατίχ, δηλαδή πορθητής. Ο Μωάμεθ είχε δίπλα του μια σημαντική φυσιογνωμία για συμπαράσταση, ήταν ο εξισλαμισμένος Έλληνας , πρίγκιπας και στρατηγός Ζαγανός . Ο Ζαγανός ήταν γαμβρός του Μουράτ Β’, ο οποίος τον διόρισε ως κηδεμόνα του νεαρού διαδόχου του Μωάμεθ για να τον προετοιμάσει στα καθήκοντα της εξουσίας . Ο Ζαγανός υπήρξε ο κυριότερος σύμβουλος του Μωάμεθ και ένας από τους στρατηγούς που κατέλαβαν την Πόλη και δύο μέρες μετά την άλωση αναλαμβάνει καθήκοντα Πρωθυπουργού-Βεζύρης της αυτοκρατορίας, και διοικητής του Οθωμανικού στρατού. Έτσι η ιστορία των Ελλήνων εξωμοτών διαχρονικά συνεχίζεται. Τον 14ον αιώνα ο εξωμότης Εβρενός κατέκτησε την Ελλάδα και ένας άλλος εξωμότης , ο Ζαγανός την συνέχισε τον 15ον αιώνα. Το δε Ζαγανό διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο επίσης εξωμότης Έλληνας Μαχμούτ, πρώτος εξάδελφος του Γεωργίου Αμοιρούτζη, του Πρωτοβεστιάριου του τελευταίου Έλληνα αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, ο οποίος κατά την πολιορκία της Τραπεζούντας το 1461 από τoν Μωάμεθ, μεσολάβησε με τον εξάδελφό του Αμοιρούτζη για την παράδοση της πόλης. Η Τραπεζούντα παραδόθηκε αλλά η συμφωνία ειρήνης δεν τηρήθηκε.
    Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι, ο Ζαγανός έπαιξε τον κύριο ρόλο για να παρθεί απόφαση για την άλωση της Πόλης. Η ιστορία έχει ως εξής: Τρεις ημέρες πριν την άλωση ο Μωάμεθ συγκάλεσε συμβούλιο κάτω από τα τείχη. Εκεί ο Βεζύρης Τσανταρλί Χαλίλ που ήταν αντίθετος στην άλωση της Πόλης, ζήτησε να αποχωρήσουν, λύνοντας την πολιορκία για τον λόγο ότι η Δύση θα βοηθήσει τους Βυζαντινούς… Στην συνέχεια ο Ζαγανός ανέτρεψε τα επιχειρήματα του Χαλίλ, υποστηρίζοντας πως οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι…. πείθοντας τον νεαρό τότε Μωάμεθ (μόλις 21 ετών) να συνεχίσει την πολιορκία μέχρι τέλους, έχοντας και την υποστήριξη μεγάλου αριθμού Ελλήνων εξισλαμισμένων στρατηγών του Σουλτάνου. Ο δε Χαλίλ, μετά την άλωση, κατηγορήθηκε ότι εξαγοράστηκε από τους Βυζαντινούς , και για τον λόγο αυτό αποκεφαλίστηκε. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι η Πόλη δεν έπεσε από τους Τούρκους αλλά από την άρχουσα τάξη του Βυζαντίου και από τους εξισλαμισμένους Έλληνες, με αιχμή του δόρατος τους γενίτσαρους-παιδιά Ελλήνων Χριστιανών που απήχθηκαν, εξισλαμίσθηκαν και αποτέλεσαν την τρομερή στρατιωτική και όχι μόνο δύναμη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
    Mετά την άλωση της Πόλης στις 29 Μαΐου 1453 ο Μωάμεθ Β’ έγινε πλέον και επίσημα ο διάδοχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και από Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έγινε Ισλαμική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η μητέρα του ήταν Χριστιανή. Tην εποχή εκείνη η γυναίκα που παντρευόταν αλλόθρησκο διατηρούσε την θρησκεία της, και ίσως γι’ αυτό έκλινε προς τις χριστιανικές αρχές-χριστιανική θρησκεία, και για κατήχηση κάλεσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη τον Γεννάδιο. Οι στενές σχέσεις του με τον Πατριάρχη , ενίσχυσαν τις φήμες ότι ασπάστηκε τον χριστιανισμό, παράλληλα με τον ισλαμισμό. Στην συνέχεια ο Μωάμεθ του ζήτησε να καταγράψει τις θεολογικές του κατηχήσεις που είχαν στην Μονή Παμμακάριστου. Ο Γεννάδιος τότε έγραψε τις θεολογικές του κατηχήσεις προς τον Μωάμεθ στο βιβλίο με τίτλο »Περί της μόνης οδού προς την σωτηρία των ανθρώπων», που μεταφράστηκε και στα τουρκικά. Επίσης και ο βυζαντινός φιλόσοφος Γεώργιος ο Τραπεζούντιος έκανε προσπάθειες να τον προσηλυτίσει στον χριστιανισμό, αλλά επενέβη η μουσουλμανική ιεραρχία και το απέτρεψε.
    Σύμφωνα με μαρτυρία ιστορικού της εποχής εκείνης της Κατακουζηνού Θεοδώρα , ο Μωάμεθ στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εγκαταστήσει στο προσωπικό του διαμέρισμα χριστιανικό εικονοστάσι με κανδήλια και κεριά.
    Αυτή είναι η γενική εικόνα προέλευσης, εγκατάστασης και επέκτασης τους στον βυζαντινό χώρο, και με κύρια δύναμη τους εξισλαμισμένους Έλληνες κατέκτησαν την Πόλη το 1453, το 1458 την Αθήνα, το 1460 τον Μυστρά και το 1461 την Τραπεζούντα. Έτσι δημιούργησαν την ισλαμική οθωμανική αυτοκρατορία και με την έμμεση βοήθεια της δύσης , καθόσον το 1204 στην 4η σταυροφορία διέλυσαν ολοκληρωτικά την βυζαντινή χριστιανική αυτοκρατορία ανοίγοντας τον δρόμο στους Οθωμανούς.
    Οι εξισλαμισμοί της και οι κρυπτοχριστιανοί
    Οι Σελτζούκοι Τούρκοι με την εγκατάσταση τους στην περιοχή της σημερινής Βαγδάτης το 1030 και αφού προηγήθηκε ο εξισλαμισμός τους τον 9ον αιώνα, εδραίωσαν το ισλαμικό τους χαλιφάτο στην περιοχή αυτή. Τα επόμενα χρόνια άρχισαν οι συγκρούσεις των δύο θρησκειών, του χριστιανισμού και του ισλαμισμού με αντιπάλους δύο έθνη, των Ελλήνων και τους Σελτζούκους Τούρκους . Μετά την ήττα των βυζαντινών στρατευμάτων στις μάχες του Μάντζικερτ το 1071 και του Μυριοκέφαλου το 1176, το μεγαλύτερο μέρος της Μ. Ασίας περιήλθε στα χέρια τους. Παράλληλα με τις κατακτήσεις εδαφών ένα μεγάλο μέρος Χριστιανών εξισλαμίζεται.
    Οι κύριοι λόγοι που εξισλαμίζονταν ήταν:
    • Διακοπή κάθε θρησκευτικής σχέσης με το πατριαρχείο της Πόλης για δεκαετίες,
    • Για να μην απολέσουν την περιουσία τους και την κοινωνική τους θέση.
    • Από την αφόρητη πίεση που δέχονταν οι μη εξισλαμισμένοι κάτοικοι.
    • Η απαλλαγή από την καταβολή του κεφαλικού φόρου που επιβάλλονταν μόνο στους μη μουσουλμάνους.
    • Με τον εξισλαμισμό τους έπαυαν να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας γιατί ενσωματώνονταν αυτόματα στην κυρίαρχη κοινωνική τάξη.
    Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι μουσουλμάνοι ιεραπόστολοι. Χρησιμοποίησαν κάθε μέσο για να διευρύνουν την επιρροή τους στους χριστιανούς. Δημιούργησαν φιλοσοφικές σχολές με ελληνικές φιλοσοφικές δοξασίες. Ο γνωστός Τζελαλεντί Ι Ρουμί δημιούργησε την ακαδημία του Πλάτωνα, όπου συνέρρεαν οι Έλληνες , παρασυρόμενοι στην παγίδα των μουσουλμάνων ιεραποστόλων, όπου στην συνέχεια με τα διάφορα τεχνάσματά τους, έπειθαν τους Χριστιανούς να αλλάξουν την πίστη τους.
    Για τους ανωτέρω λόγους εκατομμύρια Ελλήνων χριστιανών στην Μ.Ασία – Πόντο εξισλαμίστηκαν σε βάθος χρόνου από τον 11ον μέχρι τον 18ον αιώνα, ακόμη και το 1922 υπήρξαν Έλληνες χριστιανοί της Μ. Ασίας – Πόντο που δήλωσαν τελευταία στιγμή μουσουλμάνοι για να αποφύγουν την προσφυγιά και την απώλεια της περιουσίας τους, σύμφωνα και με την παρακάτω μαρτυρία.
    Στις 5 Ιαν. 2008 το τουρκικό περιοδικό ΄΄ΑΚΤΟΥΕΛ΄΄ δημοσίευσε δηλώσεις του καθηγητού τουρκικής ιστορίας Γιουσούφ Χαλάτογλου…..μεταξύ άλλων έγραψε, πως δεκάδες χιλιάδες είχαν αλλάξει θρησκεία το 1922 για να μην συμπεριληφθούν στην ανταλλαγή των πληθυσμών και ότι αν αποκάλυπτε τα στοιχεία αυτών των οικογενειών , θα επέρχονταν εθνική και ψυχολογική κρίση.
    Εξισλαμισμοί υπήρξαν στην Κρήτη από το 1669 μετά την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς μέχρι και τον 19ον αιώνα. Το φαινόμενο του εξισλαμισμού επεκτάθηκε και στα Βαλκάνια. Στην κεντρική – Δυτική Μακεδονία οι εξισλαμισμένοι Έλληνες, ονομάζονταν βαλαάδες. Εξισλαμισμός υπήρξε στην Ήπειρο και στην Πελοπόννησο, οι εξισλαμισμένοι Έλληνες διατηρούσαν την ελληνική τους γλώσσα.
    Παρ’ όλα αυτά συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί κατάφεραν να επιβιώσουν στον Πόντο, στην Καππαδοκία, στην δυτική Μ. Ασία, Σμύρνη, Φιλαδέλφεια, Φώκαια, ανατολική Θράκη κλπ χάρη της μεγάλης διαφοράς των δύο πολιτισμικών συστημάτων, του χριστιανισμού και του ισλαμισμού. Αυτό όμως δεν εμπόδισε κατά τους αρχικούς αιώνες να υπήρχαν αθρόοι εξισλαμισμοί για τους αναφερόμενους λόγους. Ένα μεγάλο μέρος του ελληνισμού της Μ. Ασίας και της βαλκανικής εξισλαμίστηκε, αλλά και πάλι η θρησκεία ήταν που κράτησε τον ελληνισμό να μην αφανισθεί.
    Στον Πόντο υπήρξε μια άλλη κατηγορία πληθυσμού, ήταν οι κρυπτοχριστιανοί , που επιφανειακά δέχτηκαν μετά από βία τον ισλαμισμό, αλλά βαθειά στην ψυχή τους διατηρούσαν την χριστιανική τους πίστη και παράλληλα τον ελληνισμό τους και την ποντιακή αττική-ιονική διάλεκτο. Είχαν τον Χριστό στην καρδιά τους και τον Μωάμεθ μόνο στα χείλια τους, και με την πρώτη ευκαιρία που τους δόθηκε από τα σουλτανικά διατάγματα για ισότητα και ανεξιθρησκία για όλους τους κατοίκους της οθωμανικής αυτοκρατορίας με τα Χάτι Σερίφ του 1839 και του Χάτι Χουμαγιούν το 1856, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες χριστιανοί , αποκάλυψαν την χριστιανική τους πίστη, αποτίναξαν το φαινομενικά ισλάμ, και επανήλθαν στην θρησκεία των παππούδων τους.
    Διατήρησαν τον κρυπτοχριαστινισμό τους, παρότι γνώριζαν ότι το κοράνι ρητά όριζε για τους αποστάτες ότι, η τιμωρία θα ήταν ο φρικτός θάνατος.
    Τα αίτια της πτώσης
    Μετά από κάθε ακμή μοιραία και για διαφόρους λόγους επέρχεται και η παρακμή, αυτή είναι η τύχη των ανά τον κόσμο αυτοκρατοριών , κατά συνέπεια και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν μπορούσε να αποτελέσει την εξαίρεση του κανόνα ,και μετά από χίλια χρόνια ζωής κατέρρευσε στις 29 Μαΐου 1453.
    Οι κύριοι λόγοι της πτώσης της είναι οι εξής:
    • Η αμυντική της θωράκιση δεν άντεξε από τους συνεχόμενους-μακροχρόνιους πολέμους με πολυπληθείς εχθρούς.
    • Από την εγκατάλειψη της ναυτικής της ισχύος.
    • Από την επάνδρωση του στρατεύματος με αλλοεθνείς μισθοφόρους ακόμη και τουρκογενείς μουσουλμάνους.
    • Οι επανειλημμένες συγκρούσεις της Ορθόδοξης Κων/λης με μονοφυσιτικούς πληθυσμούς της Συρίας και της Αιγύπτου, που ήταν βυζαντινά εδάφη, με αποτέλεσμα να δεχθούν με ανακούφιση την έλευση των Σελτζούκων που τους υπόσχονταν ελευθερία πίστης και ελάφρυνση της φορολογίας τους.
    • Η βαριά φορολόγηση και η εξασθένιση των μικροκαλλιεργητών από τους δυνατούς(τσιφλικάδες).
    • Η διάλυση της δύναμης των Ακριτών-φρουρών των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
    • Η συγκεντρωτική πολιτική εξουσία των αυτοκρατόρων, η διαφθορά της κεντρικής εξουσίας, οι μηχανορραφίες του παλατιού για τον θρόνο, έκαναν την ηγεσία να παραμελήσει την φύλαξη των συνόρων.
    Επίλογος
    Είναι ιστορική αλήθεια που δεν δύναται να αγνοηθεί, πως ένας από τους λαούς που αποτέλεσαν τον κορμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ήταν το απόλυτα κυρίαρχο στοιχείο, ήταν οι Ελληνορθόδοξοι και οι εξισλαμισμένοι Έλληνες, που αποτελεί σήμερα την τουρκική δημοκρατία.
    Η ιστορική αυτή αλήθεια επιβεβαιώνεται από: α) τον Άγγλο ιστορικό-Τουρκολόγο Bemard Lewis, ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές της Μέσης Ανατολής ο οποίος γράφει :» Οι Τουρκόφωνοι όταν ήρθαν από την Ανατολή στην Μ. Ασία τον 11ον αιώνα μ.Χ. συνάντησαν έναν εγχώριο πληθυσμό με προϊστορία 2000 χρόνων . Στην μεγάλη του πλειοψηφία ο πληθυσμός αυτός ήταν ελληνοπρεπής και χριστιανικός, στην συνέχεια δεν εξολοθρεύτηκε ούτε εξαφανίσθηκε .Γεννάται το ερώτημα τι απέγιναν οι κάτοικοι αυτοί; που το πολιτιστικό τους επίπεδο ήταν πολύ ανώτερο των τουρκόφωνων νομάδων. Η λογική απάντηση είναι ότι σταδιακά αλλαξοπίστησε και στην συνέχεια εντάχτηκε στο μουσουλμανικό στοιχείο».
    β) τον Τούρκο ιστορικό-ερευνητή Μπεκίρ Οζγκέ, που αναδημοσίευσε την ακόλουθη μελέτη του αμερικάνικου Πανεπιστημίου Στάνφορντ στην Τουρκία : » Μόνο το 9% των σημερινών κατοίκων της Τουρκίας, μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν πραγματικά τουρκική καταγωγή από την κεντρική Ασία». Επίσης στην έρευνα αναφέρεται ότι μέχρι το 1876 η λέξη Τούρκος δεν αναγράφεται στα επίσημα έγγραφα των Οθωμανών, και ο ίδιος ο Πορθητής παρουσιάζεται ως «Ηγεμόνας των Ρωμιών».
    γ) τον Τούρκο αρθογράφο Τουρκέν Αλκάν που δημοσίευσε την 8 Δεκ. 2007 στην εφημερίδα «Ραντικάλ» άρθρο με τίτλο «Οι ρίζες της παράδοσής μας» …. μεταξύ άλλων παραδέχτηκε πως δεν είναι δυνατόν η παράδοση της Ανατολίας να είναι τουρκο-ισλαμική , γιατί οι Τούρκοι ήταν μια μικρή μειονότητα που εγκαταστάθηκε στην περιοχή αιώνες μετά την πλήρη επικράτηση της ρωμαίικης κουλτούρας στην περιοχή, διερωτώμενος , μήπως η βυζαντινή κουλτούρα ήταν αυτή που κυριάρχησε στον οθωμανικό κόσμο, μήπως η παράδοση και πολιτισμός των Ρωμιών ήταν αυτό που έδωσε την ταυτότητα της στην οθωμανική αυτοκρατορία. Η ανωτέρω εφημερίδα την 2 Ιαν. 2008 δημοσίευσε άρθρο με τίτλο »Το Ρωμαίικο της Ανατολού» αναφέρεται στην περιοχή της Ότσαινας και της Τσαικαρά του Πόντου, όπου ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι ομιλούν ως μητρική τους γλώσσα το αρχαιοπρεπές ελληνόφωνο ιδίωμα της ποντιακής διαλέκτου που οι κάτοικοι τους ήταν χριστιανοί και σε βάθος χρόνου από το 1538 εξισλαμίστηκαν …
    Είναι γεγονός πως η αυλή του Μωάμεθ στην Πόλη αποτελούνταν κυρίως από εξισλαμισμένους Έλληνες , όπως άλλωστε και των περισσοτέρων Σουλτάνων, το γεγονός αυτό έκανε πολλούς ιστορικούς να ισχυριστούν ότι ουσιαστικά η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα των Ελλήνων εξωμοτών. Το 1997 όταν ο Πρόεδρος της Τουρκίας Σουλειμάν Ντεμιρέλ επισκέφτηκε του Τουρκμενιστάν, τότε ο Πρόεδρος του Τουρκμενιστάν , Σαπαρμουράτ Τουρκμένμπαι του είπε : «Εσείς όταν φύγατε από την κεντρική Ασία ήσασταν σαν και εμάς, σήμερα όμως δεν μας μοιάζετε καθόλου».
    Ο Φραγκούλης Σ. Φράγκος στο βιβλίο τους »ΠΟΙΑ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΠΟΙΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ» γράφει : » Η Τουρκία είναι ένα έθνος στην δημιουργία του οποίου συμβάλαμε τα μέγιστα, προσφέροντας το αίμα της φυλής και του λαού μας, πότε με τους Γενίτσαρους , πότε με το αίμα της φυλής και του λαού μας, πότε με τους βίαιους εξισλαμισμούς, τους δώσαμε το δικαίωμα να εμφανίζονται σαν έθνος, αλλόθρησκο ναι, αλλόφυλο όμως όχι. Αυτές είναι οι κρυμμένες ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων που σε στιγμές αδυναμίας και αβάστακτης πίεσης , πούλησαν την θρησκεία τους. Η βιολογική τους όμως υπόσταση δεν πουλιέται, γιατί η καταγωγή τους είναι ε λ λ η ν ι κ ή».
    Βιβλιογραφία
    Οι εξισλαμισμοί της Μ. Ασίας και οι κρυπτοχριστιανοί, του Κων. Φωτιάδη
    ΤΟΥΡΚΟΙ-Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΓΕΊΤΟΝΑΣ του Νίκου Χειλαδάκη
    ΠΟΙΑ ΤΟΥΡΚΙΑ; ΠΟΙΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ; του Φραγκούλη Σ. Φράγκου PhD
    ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 1300-1923 του Caroline Finkel.
    ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ του Βλάση Αγτζίδη
    ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ του Βλάση Αγτζίδη
    Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΌΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ του Omer Asan
    Αθήνα 15-9-2019
    Αντ/ρχος (ε)ε.α. Χρ. Δ. Γιανταμίδης Π.Ν.

  10. Πως φτάσαμε στην Άλωση – Τα διδάγματα για το σήμερα
    Λαυρέντζος Αναστάσιος
    Λαυρέντζος Αναστάσιος29 Μάϊου 20202666
    Πώς φτάσαμε στην Άλωση – Τα διδάγματα για το σήμερα, Αναστάσιος Λαυρέντζος
    Η 29η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης και οδύνης για τον Ελληνισμό. Αυτή τη μέρα του 1453 η υπερχιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, πλήρως εξελληνισμένη στην τελική της φάση, πέρασε οριστικά στο παρελθόν. Είχε βεβαίως προηγηθεί μια μακρά πορεία παρακμής και αποσύνθεσης, ώστε η πτώση της Πόλης να είναι απλώς η τελευταία πράξη. Πώς όμως το μακροβιότερο κρατικό μόρφωμα στη Δυτική Ιστορία έφτασε στο τέρμα του και ποια τα βαθύτερα αίτια της παρακμής του; Τι διδάγματα θα μπορούσε να αντλήσει ο σύγχρονος παρατηρητής;

    Το Βυζάντιο για αιώνες υπήρξε ένα ισχυρό κρατικό μόρφωμα, το οποίο από πολλές απόψεις διέθετε αρκετά σύγχρονα στοιχεία: ένα αδιαμφισβήτητο κέντρο εξουσίας, ενιαία νομοθεσία σε όλη την επικράτειά του, αναλογικό φορολογικό σύστημα, αξιόλογο σύστημα κρατικής πρόνοιας, ισχυρό νόμισμα, κ.λπ. Ακόμη και ο στρατός μέσα από τον θεσμό των Θεμάτων είχε αποκτήσει στοιχεία «στρατεύσιμης λαϊκής δύναμης».

    Αυτό ίσχυσε κυρίως στην περίοδο του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου, ο οποίος στήριξε τους μικροϊδιοκτήτες γης και στηρίχθηκε σε αυτούς. Πεθαίνοντας ο Βασιλείος ο Β’ (1025), άφησε το κράτος στο απόγειο της δύναμής του: όχι μόνο όλοι οι εχθροί της αυτοκρατορίας είχαν εξουδετερωθεί, αλλά, παρά τους μακροχρόνιους πολέμους, τα κρατικά ταμεία ήταν γεμάτα και ο στρατός ήταν ισχυρότερος από ποτέ.

    Παρ’ όλα αυτά, μόλις 46 χρόνια μετά –χρονικό διάστημα ιστορικά ελάχιστο– ο βυζαντινός στρατός θα υφίστατο μια ταπεινωτική ήττα στο Ματζικέρτ (1071), η οποία θα άνοιγε διάπλατα την πόρτα του μικρασιατικού οροπεδίου στα τουρκικά φύλα. Μόλις δέκα χρόνια μετά, είχε χαθεί ο έλεγχος στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, καθώς σημαντικές πόλεις είχαν περιέλθει στα χέρια Τούρκων φυλάρχων. Πού οφείλεται άραγε αυτή η ραγδαία μεταστροφή των δεδομένων;

    Τα αίτια της βυζαντινής παρακμής
    Τα βιβλία της Ιστορίας αναφέρουν ότι η βασική αιτία της βυζαντινής παρακμής υπήρξε η σύγκρουση ανάμεσα στην αυλική αριστοκρατία της Πόλης και στην ανερχόμενη στρατιωτική αριστοκρατία. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης κορυφώθηκε η ευνοιοκρατία, η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, επιδιώχθηκε συστηματικά η εξασθένηση του στρατού και έγιναν εμφύλιες συγκρούσεις.

    Οι σφετεριστές της εξουσίας μάλιστα δεν δίστασαν να εντάξουν στο πολιτικό παίγνιο ακόμη και τους Τούρκους φυλάρχους, στους οποίους προσέφεραν ολόκληρες πόλεις ως αντάλλαγμα, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη στρατιωτική τους αρωγή. Φτάσαμε έτσι στο απρόσμενο αποτέλεσμα το κραταιό Βυζάντιο, το οποίο παλαιότερα είχε αντιμετωπίσει για λογαριασμό της Ευρώπης υπερδυνάμεις όπως οι Άραβες, να χάσει τη Μικρά Ασία, τη ραχοκοκαλιά της πολιτικής και της οικονομικής του δύναμης, από έναν εχθρό που στρατιωτικά θα είχε άνετα συντριβεί σε κάθε άλλη εποχή.

    Κατά μια άποψη, λοιπόν, η ταχεία παρακμή οφείλεται στην αδυναμία των βυζαντινών ελίτ να καταλήξουν σε μια βιώσιμη και λειτουργική πολιτική διευθέτηση, η οποία θα αποτελούσε το προστάδιο για την είσοδο στη σύγχρονη εποχή. Σε μια βαθύτερη ανάγνωση όμως, αυτό που επέτεινε και επιτάχυνε την κάθοδο ήταν η μυωπική, ιδιοτελής και τελικά ξεδιάντροπη πρακτική των συγκρουόμενων βυζαντινών αξιωματούχων να υπονομεύουν το κράτος και να συνεργάζονται με τους Τούρκους, να τους δίνουν τίτλους και δύναμη, και τελικά να τους εκχωρούν εδάφη και πληθυσμούς.

    Προσπάθεια ανασύνταξης και λατινοκρατία
    Μια σοβαρή προσπάθεια ανασύνταξης έγινε στα χρόνια των Κομνηνών, αλλά με την ήττα στο Μυριοκέφαλο (1176) σφραγίστηκε σχεδόν οριστικά η τύχη της Μικράς Ασίας και μαζί της και η τύχη της αυτοκρατορίας. Παρ’ όλα αυτά η νοοτροπία δεν άλλαξε. Μετριότητες ενός παραπαίοντος και διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος εξακολούθησαν να διεκδικούν την εξουσία, χωρίς ηθικές αναστολές και χωρίς να διαθέτουν κάποιο όραμα.

    Έτσι φτάσαμε στο ναδίρ της πολιτικής με τη δυναστεία των Αγγέλων. Ένας εξ αυτών δεν δίστασε να φέρει τους σταυροφόρους έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να τον στηρίξουν πολιτικά. Ως αντάλλαγμα τους πρόσφερε αδρά αμοιβή, προεξοφλημένη από κρατικούς φόρους! Και βέβαια όταν δεν μπόρεσε να τους πληρώσει, το αποτέλεσμα ήταν η πρώτη Άλωση το 1204.

    Θα ακολουθούσε ο διαμελισμός του ελλαδικού χώρου και η διανομή του ανάμεσα σε Δυτικούς Δούκες, Βαρώνους και πολεμιστές ιππότες. Στην πορεία θα αποδεικνυόταν ότι οι Δυτικοί δεν είχαν ακόμη την οργάνωση για να δημιουργήσουν σταθερές κτήσεις. Έτσι η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261. Η Λατινοκρατία είχε βεβαίως και ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα: επιτάχυνε την ανάδυση του νέου Ελληνισμού, ο οποίος αυτοπροσδιορίστηκε μέσα από την αντιπαράθεση με τους Δυτικούς.

    1453: Αυλαία μιας μακράς πορείας
    Στην πορεία προς την Άλωση του 1453 υπήρξαν πάντως και αρκετοί αυτοκράτορες που είχαν τον ιδεαλισμό, αλλά και το ηθικό ανάστημα να αντιταχθούν στην παρακμή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τουλάχιστον οι μεγάλοι Κομνηνοί και σίγουρα ο πρώτος και ο τελευταίος Παλαιολόγος (ο Μιχαήλ Η’ και ο Κωνσταντίνος ΙΑ’). Ξεχωριστή θέση κατέχει και ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης, ο οποίος προετοίμασε την ανακατάληψη της Πόλης από τους σταυροφόρους. Δεν ήταν δυνατόν, όμως, τόσοι λίγοι να αλλάξουν αυτό που όριζαν όλοι οι άλλοι.

    Έτσι φτάσαμε στις παραμονές του τέλους, με την Κωνσταντινούπολη καθημαγμένη και με την εναπομένουσα άρχουσα τάξη να έχει χωριστεί σε δύο παρατάξεις που προσπαθούσαν να επιλέξουν επικυρίαρχο: τη Δύση ή τους Οθωμανούς. Στόχος ήταν να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων την προνομιακή θέση του διαμεσολαβητή της ξένης εξουσίας, η οποία θα εγκαθιδρύετο σύντομα.

    Κάποιοι βεβαίως θα ανακάλυπταν με φρίκη, όπως ο Μέγας Δουξ Λουκάς Νοταράς, ότι οι συμφωνίες με τον κατακτητή δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα… Ευτυχώς πάντως που για την αυλαία βρέθηκε ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα χρέους, όπως ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, ο οποίος με τη θυσία του τίμησε την ιστορία της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας.

    Όλα αυτά βεβαίως θα έλεγε κανείς ότι είναι πράγματα μιας άλλης εποχής. Με κάποιο τρόπο όμως οι εποχές επαναλαμβάνονται, γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Για παράδειγμα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι διαχρονικά οι ελληνικές ελίτ, εκτός από ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, επέδειξαν την τάση να χρησιμοποιούν το κράτος όχι ως εργαλείο οικοδόμησης μιας ισχυρής και ευημερούσας χώρας, αλλά ως μέσο ικανοποίησης προσωπικών επιδιώξεων.

    Στην προσπάθειά τους αυτή δεν δίστασαν ακόμη και να συγκρουστούν και να προκαλέσουν εθνικούς διχασμούς. Και όταν βέβαια τα θαλάσσωναν, όπως διαπιστώνουμε και στην εποχή μας, επιφύλασσαν για τον εαυτό τους τον ρόλο του διαμεσολαβητή των σχέσεων υποτέλειας με τον ξένο παράγοντα που σε τέτοιες περιπτώσεις αναπόφευκτα επιβάλλονται…

    https://slpress.gr/idees/pws-ftasame-sthn-alwsh-ta-didagmata-gia-to-simera/

  11. Κωνσταντινούπολη: Θρύλοι για την Άλωση και η «εκδίκηση» της Τροίας
    Κωνσταντινούπολη: Θρύλοι για την Άλωση και η «εκδίκηση» της Τροίας08:07 | 29 Μάιος. 2020Τελευταία ανανέωση 08:16 | 29 Μάιος. 2020
    Γιώργος Στάμκος
    Μοιραστείτε στο twitter
    Όταν στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα Έλληνες άποικοι από τα Μέγαρα εγκαταστάθηκαν απέναντι από την Χαλκηδόνα, ιδρύοντας μια μικρή πόλη με το όνομα Βυζάντιο, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι χίλια χρόνια αργότερα αυτή η μικρή πόλη θα επιλεγόταν να γίνει η πρωτεύουσα μιας τεράστιας αυτοκρατορίας, και θα εξελισσόταν στη λαμπρότερη πόλη του Μεσαίωνα. Περισσότερο διορατικός από τον μυθικό ήρωα Βύζαντα, που ίδρυσε την αποικία που πήρε το όνομα του σ’ ένα τριγωνικό ακρωτήρι απέναντι από τη «χώρα των τυφλών» (Χαλκηδόνα), ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος εκτίμησε ιδιαίτερα την γεωγραφική θέση του Βυζαντίου και προέβλεψε ότι αυτή η πόλη θα διαδραμάτιζε πρωτεύοντα ρόλο στην παγκόσμια ιστορία.

    Μια σύνθεση Ανατολής-Δύσης

    Κτισμένη πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Ρώμη, και βρισκόμενη στο νοτιοδυτικό άκρο του Βοσπόρου, στο σημείο όπου ενώνεται η Ευρώπη με την Ασία, η Κωνσταντινούπολη κατέστη Βασιλεύουσα πόλη για 11 αιώνες και κέντρο του Ελληνισμού ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Στις 29 Μαίου του 1453 η «Βασιλίδα των Πόλεων» έπεσε στα χέρια των Οθωμανών κι έτσι κατακτήθηκε η καρδιά της Ρωμιοσύνης, αυτής που προέκυψε από το πάντρεμα της Ελληνικής αρχαιότητος και της Ρωμαϊκής. Η Κωνσταντινούπολη και η ανατολικη΄αυτοκρατορία της κληρονόμησε την εξουσία από τη Ρώμη, την εξ αποκαλύψεως αλήθεια από την Ιερουσαλήμ, τα καλλιτεχνικά πρότυπα από την Αλεξάνδρεια και τα φιλολογικά και φιλοσοφικά από την Αθήνα. Η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων παρήγαγε αυτό που σήμερα αποκαλούμε βυζαντινό πολιτισμό.

    Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε η αυτοκρατορική πόλη της Ρωμιοσύνης. Και σήμερα ακόμη ο Οικουμενικός Πατριάρχης φέρει τον τίτλο του αρχιεπισκόπου Νέας Ρώμης, δηλαδή της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη και στις μέρες μας το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα τουρκικά γράφεται και ονομάζεται «Ρούμ Πατρικανεζί» (Rum Patrihanesi), που σημαίνει Πατριαρχείο των Ρωμαίων, δηλαδή των Ρωμιών.

    Η Κωνσταντινούπολη κτίστηκε στο «κέντρον των τεσσάρων του κόσμου μερών», σύμφωνα με τον Βυζαντινό ιστορικό Δούκα, δηλαδή στο σημείο όπου τα νερά του Βοσπόρου χωρίζουν κι ενώνουν την Ανατολή και τη Δύση. Ένα σημείο κομβικό κι από την άποψη της ιερής γεωγραφίας, καθώς συγκεράζει τον Ανατολικό με το Δυτικό κόσμο κι αποτελεί δίαυλο ροής και σύνθεσης πνευματικών ενεργειών.

    Η θέση της ήταν μοναδική για τον τότε γνωστό κόσμο, ενώ ακόμη και σήμερα αποτελεί ένα από τα στρατηγικότερα σημεία της υδρογείου. Βρίσκεται στο σημείο όπου ενώνονται οι δυο ήπειροι, η Ευρώπη και η Ασία, ενώ ταυτόχρονα ελέγχει τους στρατιωτικούς και θαλάσσιους δρόμους από τη Μαύρη θάλασσα προς τη Μεσόγειο.

    Η Ελληνό-Χριστιανική πρωτεύουσα

    Η απόφαση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου να εγκαταστήσει το 324 μ.Χ. το διοικητικό κέντρο της Αυτοκρατορίας στη μικρή πόλη του Βυζαντίου, ξάφνιασε ακόμη τους καλά πληροφορημένους κύκλους της Ρώμης.

    Μπορεί να υποψιάζονταν ότι ο Κωνσταντίνος επιθυμούσε να νομιμοποιήσει το Χριστιανισμό, ακόμη και ότι ήθελε ν’ αλλάξει πρωτεύουσα, αλλά δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν εξαρχής τους λόγους που διάλεξε μια μικρή κι «ασήμαντη» πόλη για πρωτεύουσα του. Κτισμένη πάνω σ’ ένα τριγωνικό ακρωτήρι η πόλη του Βυζαντίου, άσχετα αν το μέγεθος της ήταν ακόμη μικρό, διέθετε, για όσους είχαν βέβαια τη διορατικότητα να το αντιληφθούν, τα απαραίτητα προσόντα για να εξελιχθεί σε πρώτη πόλη της Αυτοκρατορίας.

    Καταρχάς η τοποθεσία της ήταν οχυρή και δυσκολοπρόσβλητη, καθώς περιβαλλόταν στα τρία σημεία του ορίζοντα από θάλασσα (Προποντίδα, Βόσπορος, Κεράτιος κόλπος), ενώ από την τέταρτη μπορούσε να οχυρωθεί εύκολα με τείχος. Η γεωγραφική της θέση ήταν τέτοια που αποτελούσε το τέλος των χερσαίων δρόμων από την Ευρώπη προς την Ασία. Αποτελούσε την κατάληξη της Εγνατίας Οδού, του σημαντικότερου χερσαίου δρόμου της χερσονήσου του Αίμου. Έλεγχε αποτελεσματικά τη ναυσιπλοΐα μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Επίσης διέθετε ένα πολύ καλό φυσικό λιμάνι, τον Κεράτιο κόλπο, που ονομάστηκε κατόπιν και «Χρυσό Κέρας» από τον πλούτο των εμπορευμάτων που συγκεντρώθηκαν στα νερά του.

    Αμέσως μόλις ανακηρύχτηκε πρωτεύουσα άρχισαν να ρέουν στην Κωνσταντινούπολη προϊόντα ακόμη και από μακρινές περιοχές του κόσμου, όπως ήταν οι Σκανδιναβικές χώρες και η Κίνα. Προτού όμως καταστεί το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του κόσμου η Κωνσταντινούπολη έγινε το κέντρο του Χριστιανισμού.

    Αναμφίβολα βάραινε πολύ στην απόφαση του Κωνσταντίνου να μεταφέρει την πρωτεύουσα στην Ανατολή, το γεγονός ότι στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κυριαρχούσε ο χριστιανισμός, καθώς ο ίδιος αποδείχθηκε προστάτης κι ευεργέτης αυτής της θρησκείας, που έμελλε να γίνει και η κυρίαρχη στην Αυτοκρατορία για τους αιώνες που θ’ ακολουθούσαν. Ο προσηλυτισμός του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό το 312 μ.Χ. ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας. Την ίδια χρονιά νίκησε τον Μαξέντιο, γεγονός που απέδωσε στη βοήθεια του Θεού των Χριστιανών. Χάρη στο θρησκευτικό φανατισμό των Χριστιανών στρατιωτών του νίκησε και στη μάχη του Λικινίου το 324μ.Χ. Πριν από τη μάχη ο Κωνσταντίνος είχε δει το περίφημο όραμα του με τον σταυρό να οδηγεί τα στρατεύματα του. Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε σύντομα ότι ο χριστιανισμός μπορούσε να λειτουργήσει ως ενοποιητικός παράγοντας της αυτοκρατορίας κι άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως χριστιανό ηγεμόνα προικισμένο με εξουσία από το Θεό. «Ως επίσκοποι έχετε δικαιοδοσία εντός της εκκλησίας: είμαι κι εγώ επίσκοπος, αλλά ο Θεός μου όρισε να επιτηρώ όσους βρίσκονται έξω από την εκκλησία», φέρεται να είπε ο Κωνσταντίνος κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.).

    Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι και η μητέρα του Κωνσταντίνου, η Ελένη έγινε σύμβολο του χριστιανικού τρόπου ζωής καθώς ήταν εκείνη που έκανε πρώτη ένα ταξίδι-προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ κι έφερε πίσω ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό, που έγινε το πιο σεβαστό κειμήλιο του Βυζαντίου. Γι’ αυτούς τους λόγους ο Κωνσταντίνος και η Ελένη παριστάνονται σε έργα τέχνης όρθιοι μ’ έναν σταυρό ανάμεσα τους.

    Η ελληνόφωνη κοσμοπολίτικη “Νέα Ρώμη”

    Εκτός από τον Χριστιανισμό σημαντικό ρόλο στην επιλογή του Βυζαντίου ως πρωτεύουσας διαδραμάτιζε και ο ρόλος του Ελληνισμού στον ανατολικό τομέα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς ολόκληρη η ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και η εγγύς Ανατολή ήταν ελληνόφωνη από την εποχή ακόμη των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα ελληνικά, και συγκεκριμένα η «κοινή» ελληνική και όχι τα λατινικά ήταν η Lingua Franca στην Ανατολή. Στην ίδια περιοχή κυριαρχούσε ο ελληνικός πολιτισμός και οι διάφορες συνθέσεις του. Η Μικρά Ασία, που ήταν το υπ’ αριθμόν 1 ελληνόφωνο κέντρο του χριστιανισμού, αποτελούσε την μια από τις δύο ενδοχώρες της νέας πρωτεύουσας. Επόμενο ήταν λοιπόν η Κωνσταντινούπολη από την πρώτη στιγμή της ανακήρυξης της ως πρωτεύουσας, να γινόταν μια πόλη όπου τον κυρίαρχο ρόλο θα τον έπαιζε ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός.

    Όμως, παρά την αμετάκλητη απόφαση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, η Παλαιά Ρώμη ποτέ δεν αποδέχθηκε τον υποβιβασμό της και θέλησε –πράγμα που κάνει ως σήμερα– να κρατήσει τουλάχιστον τα εκκλησιαστικά πρωτεία μέσω του πάπα. Μάλιστα τον 8ο μ.Χ. αιώνα χαλκεύτηκε στη Ρώμη ένα έγγραφο γνωστό ως Constitutum Constantini ή «Κωνσταντίνεια Δωρεά», σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος, κατά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, παραχώρησε στον Πάπα τα ρωμαϊκά εδάφη, καθώς και το αυτοκρατορικό δικαίωμα να διορίζει ύπατους και πατρικίους!

    Την περίοδο της ακμής της η Κωνσταντινούπολη φιλοξενούσε περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους προερχόμενους απ’ όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας, αλλά και πέρα απ’ αυτή. Δεν υπήρχε φυλή του τότε γνωστού κόσμου που να μην είχε στείλει έστω κι έναν αντιπρόσωπο της στην πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Στους δρόμους της μιλιόνταν δεκάδες γλώσσες και για να μπορέσει κάποιος να περιδιαβεί άνετα στις συνοικίες της θα έπρεπε να γνωρίζει, εκτός από τα Ελληνικά (Ρωμαίϊκα) που ήταν η κυρίαρχη γλώσσα, τουλάχιστον πεντέ-έξι άλλες γλώσσες: λατινικά, αραβικά, σλαβικά, εβραϊκά, περσικά κι αλανικά. Ακόμη και οι ίδιοι οι Κωνσταντινοπολίτες ξαφνιάζονταν από την πολυγλωσσία της πόλης τους. Ο Ιωάννης Τετζής, που έζησε τον 12ο μ.Χ. αιώνα, επαινούσε συχνά τον εαυτό του για την ικανότητα του να μιλά τις μισές από τις γλώσσες που ήταν απαραίτητες για να συνεννοηθεί κανείς στους δρόμους της πρωτεύουσας. Ο ίδιος παρατηρούσε ότι «εκείνοι που ζουν στην αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη δεν έχουν μία γλώσσα και δεν ανήκουν σε μια φυλή, αλλά χρησιμοποιούσαν ένα μείγμα παράξενων γλωσσών». Αυτή η εθνογλωσσική ανομοιογένεια της Κωνσταντινούπολης εξηγούσε τις συχνές εξεγέρσεις, την αστάθεια και την ανυποταξία του λαού της.

    Η Πόλη με τα χίλια ονόματα

    Στην Κωνσταντινούπολη Έλληνες και Ρωμαίοι λειτούργησαν συνδυαστικά και εξελικτικά για να δημιουργήσουν έναν καινούργιο, χριστιανικό πνευματικό πολιτισμό, που άντεξε αρκετούς αιώνες. Από την μια υπήρχε η ρωμαϊκή ευταξία, μεθοδικότητα και δικαιοσύνη κι από την άλλη η ελληνική σκέψη και καλαισθησία. Σε αντίθεση με τους πιο ορθολογιστές Ρωμαίους οι Έλληνες και οι Ανατολίτες έλκονταν περισσότερο από τη μυστικιστική πλευρά του χριστιανισμού και αναλίσκονταν σε βαθιές θρησκευτικές συζητήσεις, πράγμα που καλλιέργησε μια τάση προς τον συμβολισμό. Το εξατομικευμένο πάντως καλλιτεχνικό γούστο θεωρούνταν επικίνδυνο, σχεδόν μια εωσφορική ανταρσία στην εξουσία των χριστιανικών προτύπων.

    Εκτός από Νέα Ρώμη η Κωνσταντινούπολη προσέλαβε και άλλα ονόματα. Την αποκαλούσαν Βασιλεύουσα ή Πόλις του Κωνσταντίνου. Με τον καιρό, όταν αναφερόταν κανείς σ’ αυτήν, χρησιμοποιούσε απλώς τη λέξη Πόλη, εννοώντας αποκλειστικά την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Η φράση «εις την Πόλη», που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν οι Βυζαντινοί της Μικράς Ασίας, αποτελεί και την προέλευση της τουρκικής της ονομασίας (Ιστανμπούλ ή Στανμπούλ).

    Άλλα ονόματα που προσέλαβε η Κωνσταντινούπολη ήταν το Επτάλοφος ή Νέα Επτάλοφος, σε αντιδιαστολή με την Παλαιά Επτάλοφο, δηλαδή τη Ρώμη. Ορισμένοι την αποκαλούσαν και «Νέα Ιερουσαλήμ», επειδή τη θεωρούσαν ως τη δεύτερη ιερότερη πόλη της Χριστιανοσύνης. Ο λαός, πιστεύοντας ότι η Πόλη προστατεύονταν από τη Θεία Χάρη, την αποκαλούσε επίσης Θεοφρούρητη, Θεόσκεπη και Θεόσωστη.

    Τέλος, οι Σλάβοι αποκαλούσαν την Κωνσταντινούπολη Τσάριγκραντ, που σημαίνει «αυτοκρατορική πόλη», ενώ οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν γι’ αυτήν εκτός από το Ισταμπούλ και τη φράση Ντέρι-σααδέτ, δηλαδή «πύλη της ευτυχίας»…

    Η «Νέα Ιερουσαλήμ»

    Η μεταφορά της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, δεν έγινε μόνο για πολιτικούς αλλά, όπως προαναφέραμε, και για θρησκευτικούς λόγους. Αυτή η «Νέα Ρώμη» υπήρξε ταυτόχρονα και «Νέα Ιερουσαλήμ», καθώς μεταβλήθηκε σε χριστιανικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας -ο τόπος όπου φυλάσσονταν τα πολυτιμότερα λείψανα της χριστιανοσύνης. Σ’ αυτή τη «Θεοσκεπή» πόλη, λίκνο και κιβωτό της Ορθοδοξίας, μεταφέρθηκαν σταδιακά όλα τα ιερά και όσια του χριστιανισμού (Τίμιος Σταυρός, λείψανα αγίων, σκεύη και εικόνες), ενώ εκεί κτίστηκε και ο πιο μεγαλοπρεπής ναός της χριστιανοσύνης: η Αγιά Σοφιά.

    Επόμενο ήταν λοιπόν η μοίρα της Πόλης και της Αυτοκρατορίας (άρα και του χριστιανισμού…) να ταυτιστεί με τη μοίρα της οικουμένης.

    Άλλωστε ο ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης, ο Κωνσταντίνος, υπήρξε αυτός που συνέλαβε πρώτος την ιδέα της «Οικουμενικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας», μ’ έναν Θεό στον ουρανό κι έναν Αυτοκράτορα στη Γη. Ο Κωνσταντίνος έβλεπε το έργο του ως «θεία αποστολή», απαραίτητη για την επικράτηση του χριστιανισμού στη Γη. Ο Ιουστινιανός, που είχε όνειρο του την ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απελευθερώνοντας τα εδάφη της Δύσης από τους βαρβάρους δεν έβλεπε την νέα πρωτεύουσα απλά ως Νέα Ρώμη, αλλά κι ως Νέα Ιερουσαλήμ, ως «Βασιλεύουσα» πόλη της Οικουμένης.

    Το Βυζάντιο, λοιπόν, είχε ως πολιτικό του δόγμα τη μοναδικότητα της «Χριστιανικής Αυτοκρατορίας» και το μοιραίο ρόλο της στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι Βυζαντινοί έβλεπαν τον εαυτό τους ως «περιούσιο λαό», διάδοχο της Ρώμης και κληρονόμο του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Ήταν αφοσιωμένοι στον Αυτοκράτορα και στην Αυτοκρατορία, την οποία θεωρούσαν «Βασίλειο του Θεού» και «ιερόν κράτος της Βασιλείας». Το σημαντικότερο πράγμα γι’ αυτούς ήταν να διατηρήσουν την πίστη τους αλώβητη, ώστε να εξασφαλίσουν μια θέση στη «βασιλεία των Ουρανών»…

    Σύμφωνα με το οικουμενικό τους δόγμα, ο Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων ήταν ο «κυρίαρχος της γης»: όλοι οι υπόλοιποι βασιλιάδες και κυβερνήτες ήταν κατώτεροι του και όφειλαν να είναι υποτελείς, όπως τα μέλη μιας οικογένειας όφειλαν τιμή και σεβασμό στον πατέρα τους. Ο Αυτοκράτορας ήταν Κοσμοκράτωρ, τοποτηρητής του Θεού στη Γη και προστάτης της Χριστιανικής Εκκλησίας. Το πρόσωπο του περιβάλλονταν με ιερότητα. Τον αποκαλούσαν ισαπόστολο, θεόπνευστο και άγιο, ενώ το ανάκτορο του ονομάζονταν «ιερόν παλάτιον», το συμβούλιο του «ιερό» και τα γράμματα του «θεια»!

    Οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, οι «Ρωμαίοι», θεωρούνταν «εκλεκτός λαός» του Θεού. Η Κωνσταντινούπολη ήταν η «Βασιλεύουσα», η «Κιβωτός της Χριστιανοσύνης», μια «θεοφρούρητη» πόλη που την προστάτευε η χάρη του Θεού. Αν έπεφτε στα χέρια των βαρβάρων αυτομάτως, πίστευαν, θα ερχόταν και το Τέλος του Κόσμου.

    Θεοφρούρητη Πόλη με ημερομηνία λήξεως

    Την εποχή των Κομνηνών η φιλοσοφία, η αστρολογία και η μαγεία γνώρισαν περίεργη άνθηση, γεγονός που προκάλεσε εκθετική αύξηση των προφητειών και γενικότερα των λαϊκών προλήψεων. Οι Βυζαντινοί πίστευαν πάντα αλλά και φοβόντουσαν τους μάγους και τους προφήτες. Ιδιαίτερα οι τελευταίοι έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Δεν είναι περίεργο που η Βιβλιοθήκη του Μεγάλου Παλατιού περιελάμβανε ένα βιβλίο εικονογραφημένο με προσωπογραφίες αυτοκρατόρων που ήθελαν να μαθαίνουν για το μέλλον της αυτοκρατορίας από τους αστρολόγους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός.

    Πολλοί πίστευαν ότι οι κατασκευές της Πόλης ήταν φτιαγμένες από «αρχαίους φιλόσοφους» και περιείχαν μυστικά, που προέλεγαν το Τέλος του Κόσμου, όπως κάποια αινιγματικά μνημεία, παράξενες κολώνες και θριαμβευτικές αψίδες. Την ίδια εποχή κάποιοι υπολόγισαν ότι η «Θεοφρούρητη» Πόλη δε θα επιβίωνε περισσότερο από 1000 χρόνια, υπολογίζοντας από την ημερομηνία της ίδρυσης της, επομένως θα έπεφτε πριν το 1324 μ.Χ.

    Την ίδια εποχή, όταν το Βυζάντιο πολιορκούνταν ασφυκτικά από Ανατολή και Δύση, εμφανίστηκε κι ένα αυξημένο ενδιαφέρον του λαού για τον «ελευθερωτή βασιλιά», που θα εκδικούνταν για τα βάσανα των Βυζαντινών, νικώντας Τούρκους και Δυτικούς, και μ αυτόν τον τρόπο θα έφερνε τη Συντέλεια του Κόσμου.
    Αρκετοί ιστορικοί συμφωνούν ότι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, που έγινε στις 29 Μαΐου 1453, ίσως να μη συνέβαινε ποτέ αν προηγουμένως δεν γινόταν μια άλλη Άλωση, εκείνη από τους Σταυροφόρους στις 13 Απριλίου του 1204. Εξαιτίας της πρώτης Άλωσης από τους «Χριστιανούς» της Δύσης οι Οθωμανοί βρήκαν αδύναμο το Βυζαντινό κράτος, που είχε καταντήσει σκιά του αλλοτινού εαυτού του.

    Με τη δεύτερη Άλωση οι Τούρκοι κατέφεραν απλώς τη χαριστική βολή σ’ ένα τραυματισμένο κι ετοιμοθάνατο σώμα…

    Η Άλωση της Πόλης ως αποτέλεσμα “αμαρτίας”

    Πάρα την ολοφάνερη παρακμή και αποδυνάμωση τους κατά τους τελευταίους αιώνες, οι Βυζαντινοί διακατέχονταν από την έμμονη μεταφυσική ιδέα ότι η Κωνσταντινούπολη, ως κτήμα του «Κυρίου των Δυνάμεων», αν έπεφτε στους αλλόδοξους αυτό θα σήμαινε αυτομάτως και το Τέλος του Κόσμου. Από την άλλη δεν μπορούσαν και να πιστέψουν ότι το μοιραίο Τέλος πλησίαζε. Αν και έβλεπαν χρόνο με το χρόνο τη σταθερή πρόοδο των Οθωμανών, ευελπιστούσαν ότι την τελευταία στιγμή η θεία παρέμβαση θα έσωζε την Πόλη. Ακόμη και στις παραμονές της Άλωσης η λαϊκή ψυχή τρεφόταν με προφητείες και μύθους περί σημαδιών, που θα φανέρωναν τη θεϊκή θέληση. Τέτοια «σημάδια» θεωρήθηκαν η πτώση της εικόνας της Παναγίας στη διάρκεια μιας λιτανείας, το «υπερφυσικής» προέλευσης φως πάνω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας, ο θρύλος για τα τηγανισμένα ψάρια που πηδούν από το τηγάνι κ.α.

    Ενώ λοιπόν η Κωνσταντινούπολη ήταν θέμα χρόνου να πέσει στα χέρια των Οθωμανών, που τη θεωρούσαν προαιώνιο στόχο και επιδίωκαν φανατικά την κατάκτηση της για να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους στα βυζαντινά εδάφη, πολλοί άρχισαν να πιστεύουν ότι το μοιραίο τέλος θα έρχονταν με το τέλος της 7ης χιλιετίας από τη «Δημιουργία του Κόσμου» (5506π.Χ.), που κατά τους Βυζαντινούς αντιστοιχούσε στο 1492μ.Χ.

    Ο αρχηγός των ανθενωτικών Γεννάδιος Β’ Σχολάριος ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι πλησίαζε το Τέλος του Κόσμου, το οποίο υπολόγιζε μεταξύ 1493-1494 υπολογίζοντας την αρχή του το 5506π.Χ.. Δεν είχε πρόβλημα λοιπόν να αποδεχτεί τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη, που του πρότεινε ο Μωάμεθ ο Πορθητής, εφόσον πίστευε ότι μιας και ο αγώνας στη γη έχανε κάθε νόημα, η ουράνια ανταμοιβή ήταν κοντά. Έτσι, για τον ίδιο, το μόνο πράγμα που είχε πλέον σημασία, ήταν να κρατήσουν οι Ορθόδοξοι την πίστη τους αμόλυντη, να μη δεχτούν δηλαδή τη «μιαρή» ένωση με την παπική εκκλησία. Όσο για τα δεινά και τις συμφορές, που έπεφταν σωρηδόν στα κεφάλια των Βυζαντινών, ο Γεννάδιος τα δικαιολογούσε θεωρώντας τα ως «τελική δοκιμασία» για να ξεχωρίσουν οι Εκλεκτοί από τους Αμαρτωλούς! Ο ανθενωτικός Πατριάρχης υποστήριζε ότι ήταν ευλογημένοι όσοι Ορθόδοξοι κράτησαν την πίστη τους σταθερή στη διάρκεια των τελευταίων συμφορών.

    Ο προστατευόμενος από τον Μωάμεθ Β’ Πατριάρχης των υπόδουλων Χριστιανών Γεννάδιος, σε «απανταχού» επιστολή που έστειλε λίγο μετά την ενθρόνιση του στις 4 Ιανουαρίου του 1454, εξηγούσε τη νέα κατάσταση λέγοντας ότι η Άλωση της Πόλης ήταν αποτέλεσμα των αμαρτημάτων των Βυζαντινών και της επακόλουθης εγκατάλειψης τους από το Θεό. Η «θεία δίκη» ήταν που είχε εξοπλίσει με ισχύ και στρατιωτική δύναμη τους Οθωμανούς έτσι ώστε να πετύχουν την εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης.

    Συνέπεια όλης αυτής της μεταφυσικής επιχειρηματολογίας ήταν να προωθηθεί η άποψη ότι, πρώτον κάθε στρατιωτική αντίσταση στους Οθωμανούς ήταν μάταιη, και δεύτερον το ορθόδοξο ποίμνιο θα έπρεπε από εδώ και στο εξής να δείξει νομιμοφροσύνη προς τον Σουλτάνο γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα έδειχνε υποταγή και στη θεία βούληση!

    Η “εκδίκηση” της Τροίας

    Τον 15ο αιώνα η αρχαιογνωσία και η ελληνομάθεια είχε γίνει βασικό χαρακτηριστικό της εναπομείνασας βυζαντινής διανόησης. Ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθωνας, πνευματικός ηγέτης του δεσποτάτου του Μυστρά, ταύτιζε τους σύγχρονους Ρωμαίους (Βυζαντινούς) με τους αρχαίους Έλληνες λέγοντας: «Έλληνες εσμέν γένει τε και παιδεία». Ο μαθητής του Λαόνικος Χαλκοκονδύλης( 1432-1490), μελετητής του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη, τοποθέτησε την βυζαντινο-τουρκική σύγκρουση στα πλαίσια μιας διαχρονικής αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης, που ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα. Ο ίδιος ερμήνευσε τη μοιραία σύγκρουση της δύουσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους ορμώμενους εξ ανατολών Οθωμανούς ως σύγχρονο στάδιο της προαιώνιας διαμάχης του ελληνικού κόσμου με τον βάρβαρο κόσμο της Ανατολής. Η απαρχή αυτής της «αρχέγονης» σύγκρουσης ανάγονταν στον πόλεμο Ελλήνων και Τρωών και στην καταστροφή της Τροίας. Η σύγκρουση αυτή κλιμακώθηκε με την επίθεση των Περσών κατά της Ελλάδας(5ος π.Χ. αιώνας) και τελικά την απώθηση των πρώτων στην Ασία.

    Σύμφωνα με το ερμηνευτικό σχήμα του Χαλκοκονδύλη η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν η νομοτελειακή εκδίκηση της Ασίας για την καταστροφή της Τροίας από τους Έλληνες. Οι βάρβαροι Ασιάτες (Τούρκοι) εκδικήθηκαν για λογαριασμό της Τροίας με την εξόντωση των Ελλήνων και την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, της μεγαλύτερης πόλης που ίδρυσαν ποτέ οι Έλληνες. Έτσι οι Έλληνες τιμωρήθηκαν μέσω των Τούρκων για τον όλεθρο που προκάλεσαν στους Τρώες πριν από 27 αιώνες!

    Ο φιλόδοξος Μωάμεθ Β’ πάντως δεν είχε κατά νου να εκδικηθεί για την καταστροφή της Τροίας, αλλά ν’ ανασυστήσει την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού σε τουρκομουσουλμανικό όμως πλαίσιο. Ήθελε ν’ ανταποδώσει στη Δύση τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή, δηλαδή να σπρώξει την Ασία προς την Ευρώπη, επιδιώκοντας πάντα την παγκόσμια κυριαρχία. Έτσι, αμέσως μετά την τριήμερη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης ο Πορθητής φέρεται να λέει: «Ευχαριστώ τον Αλλάχ γιατί μας έδωσε τη λαμπρή αυτή νίκη, αλλά τον παρακαλώ επίσης να μου επιτρέψει να ζήσω αρκετό καιρό ακόμη, ώστε να νικήσω και να υποτάξω, μετά τη Νέα, και την Παλιά Ρώμη».

    *Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

    https://tvxs.gr/news/istoria/konstantinoypoli-thryloi-gia-tin-alosi-kai-i-ekdikisi-tis-troias

  12. When Islam Came: Rape and Devastation in Constantinople
    06/05/2020 by Raymond Ibrahim 12 Comments

    One week ago today, Friday, May 29, was the 567th-year anniversary of the Islamic conquest of Constantinople, one of ancient Christianity’s greatest capitals that for the previous seven centuries had, as Europe’s easternmost bulwark, withstood Islam.

    Lesser known is what immediately followed this Muslim seizure of “New Rome”—which Turkey is immensely proud of—as described below (note: all quotes are from contemporary sources, mostly eyewitnesses):

    Once inside the city on that fateful May 29, 1453, the “enraged Turkish soldiers . . . gave no quarter”:

    When they had massacred and there was no longer any resistance, they were intent on pillage and roamed through the town stealing, disrobing, pillaging, killing, raping, taking captive men, women, children, old men, young men, monks, priests, people of all sorts and conditions… There were virgins who awoke from troubled sleep to find those brigands standing over them with bloody hands and faces full of abject fury… [The Turks] dragged them, tore them, forced them, dishonored them, raped them at the cross-roads and made them submit to the most terrible outrages… Tender children were brutally snatched from their mothers’ breasts and girls were pitilessly given up to strange and horrible unions, and a thousand other terrible things happened. . .

    Because thousands of citizens had fled to and were holed up in Hagia Sophia, the ancient basilica offered an excellent harvest of slaves—once its doors were axed down. “One Turk would look for the captive who seemed the wealthiest, a second would prefer a pretty face among the nuns. . . . Each rapacious Turk was eager to lead his captive to a safe place, and then return to secure a second and a third prize. . . . Then long chains of captives could be seen leaving the church and its shrines, being herded along like cattle or flocks of sheep.”

    The slavers sometimes fought each other to the death over “any well-formed girl,” even as many of the latter “preferred to cast themselves into the wells and drown rather than fall into the hands of the Turks.”

    Having taken possession of one of Christendom’s greatest and oldest basilicas—nearly a thousand years old at the time of its capture—the invaders “engaged in every kind of vileness within it, making of it a public brothel.” On “its holy altars” they enacted “perversions with our women, virgins, and children,” including “the Grand Duke’s daughter who was quite beautiful.” She was forced to “lie on the great altar of Hagia Sophia with a crucifix under her head and then raped.”

    Next “they paraded the [Hagia Sophia’s main] Crucifix in mocking procession through their camp, beating drums before it, crucifying the Christ again with spitting and blasphemies and curses. They placed a Turkish cap . . . upon His head, and jeeringly cried, ‘Behold the god of the Christians!’”

    Many other churches in the ancient city suffered the same fate. “The crosses which had been placed on the roofs or the walls of churches were torn down and trampled.” The Eucharist was hurled to the ground; holy icons were stripped of gold, “thrown to the ground and kicked.” Bibles were stripped of their gold or silver illuminations before being burned. “Icons were without exception given to the flames.” Patriarchal vestments were placed on the haunches of dogs; priestly garments were placed on horses.

    “Everywhere there was misfortune, everyone was touched by pain” when Sultan Muhammad II (“Mehmet”) finally made his grand entry into the city. “There were lamentations and weeping in every house, screaming in the crossroads, and sorrow in all churches; the groaning of grown men and the shrieking of women accompanied looting, enslavement, separation, and rape.”

    The sultan rode to Hagia Sophia, dismounted, and went in, “marveling at the sight” of the grand basilica. After having it cleansed of its crosses, statues, and icons—the sultan himself knocked over and trampled on its altar—Muhammad ordered a muezzin to ascend the pulpit and sound “their detestable prayers. Then this son of iniquity, this forerunner of Antichrist, mounted upon the Holy Table to utter forth his own prayers,” thereby “turning the Great Church into a heathen shrine for his god and his Mahomet.”

    To cap off his triumph, Muhammad had the “wretched citizens of Constantinople” dragged before his men during evening festivities and “ordered many of them to be hacked to pieces, for the sake of entertainment.” The rest of the city’s population—as many as forty-five thousand—were hauled off in chains to be sold as slaves.

    It is this “heritage” that millions of Turks—beginning with their president, Erdoğan—are eager to honor through their incessant calls to transform the Hagia Sophia, which has been a museum since 1945, into a mosque again. Salih Turhan, head of the Anatolian Youth Association, puts it well: “As the grandchildren of Muhammad the Conqueror, seeking the re-opening Hagia Sophia as a mosque is our legitimate right.”

    Openly idolizing Muhammad II and trying to do what he did—transform Hagia Sophia into a mosque to honor the “souls of all who left us this work as inheritance, especially Istanbul’s conqueror [Muhammad],” as Erdoğan himself proclaims—is tantamount to Turkey saying, “We are proud of [and seek to emulate?] our ancestors who slaughtered, enslaved, and raped people and stole their lands simply because they were Christian infidels.”

    Not, of course, that anyone notices or cares, being so overwhelmed by and paralyzed from putting down rioting criminals who—not unlike the “enraged” Muslims’ initial entry into Constantinople described above—are “intent on pillage and roamed through the town stealing.”

    Note: The above account was adapted from the author’s book, Sword and Scimitar: Fourteen Centuries of War between Islam and the West.

    https://www.raymondibrahim.com/2020/06/05/when-islam-came-rape-and-devastation-in-constantinople/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: