«Eφυγε» ο κορυφαίος βυζαντινολόγος Σπύρος Βρυώνης

Ο θάνατος του ελληνοαμερικανού βυζαντινολόγου Σπύρου Βρυώνη είναι μια μεγάλη απώλεια για την ελληνική επιστημονική κοινότητα. Η μακρόχρονη ταλαιπωρία της υγείας του τα τελευταία χρόνια,   τον είχε υποχρεώσει να απέχει από τις δημόσιες δράσεις… 

Το έργο του αποτελεί σταθμό στην έρευνα για τους κρίσιμους και άγνωστους αιώνες 10ος-15ος… Είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά σε ένα από τα ταξίδια στην Ελλάδα και να συζητήσουμε για τα θέματα που τότε -ως πολύ νεότερο- με απασχολούσαν. Ο Βρυώνης ήταν αυτός που μου έδωσε τις βασικές κατευθύνσεις για να ξεκαθαρίσω το ιστορικό κουβάρι των γεγονότων για τον Μεσαιωνικό ιστορικό Πόντο, την καταλυτική παρουσία των τουρκο-μουσουλμανικών ομάδων στο μικρασιατικό χώρο και τη σημασία της συνάντησης του Ισλάμ, με τον ελληνισμό από τα χρόνια του Μεσαίωνα… 

 

Δεν είναι τυχαίο ότι το κορυφαίο έργο του «Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού, 11ος έως 15ος αιώνας» υπήρξε και για μένα -και για πολλούς, εννοείται- ένα από τα βασικά έργα αναφοράς… Επίσης βασικό με τον ιδιαίτερα ευρηματικό τίτλο ήταν και «Το τουρκικό κράτος και η ιστορία: η Κλειώ συναντά το γκρίζο λύκο«, όπου η Κλειώ -δηλαδή ο ελληνισμός- συναντά και διερευνά τον Γκρίζο Λύκο της κεντροασιατικής στέπας που συμβολίζει την τουρκική επιθετικότητα, αλλά και τον τουρκικό επιστημονικό ανορθολογισμό, όπως εκφράστηκε με τις παράξενες θεωρίες της κεμαλικής προπαγάνδας του Μεσοπολέμου.  

Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την ενασχόλησή του με το Κυπριακό, όταν έφερε στο φως με το βιβλίο του «Ο μηχανισμός της καταστροφής»  την απόρρητη έκθεση που είχε συντάξει μετά τα Σεπτεμβριανά το ελληνικό υπ.Εξ. αλλά κράτησε στο συρτάρι για να μη διαταράξει τις «καλές» σχέσεις με τη νατοϊκή σύμμαχο!!!

Στην ανακοίνωση που εξέδωσαν τα μέλη  του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου αναφέρουν μεταξύ άλλων: «Ο Σπύρος Βρυώνης (1928-2019), από τους κορυφαίους βυζαντινολόγους του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στο Μέμφις του Τεννεσί, των Ηνωμένων Πολιτειών, από οικογένεια κεφαλληνιακής καταγωγής. Μετά τις πτυχιακές του σπουδές στο Southwestern College (το σημερινό Rhodes College) συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Harvard, από όπου πήρε και το διδακτορικό του, το 1956. Πραγματοποίησε μεταδιδακτορική έρευνα στο Dumbarton Oaks και δίδαξε σε αμερικανικά πανεπιστήμια, ξεκινώντας από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, αλλά και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατείχε τη θέση του  διευθυντή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, από όπου αποχώρησε με τον τίτλο του Ομότιμου καθηγητή του Ελληνικού πολιτισμού. Στη συνέχεια, ίδρυσε και διηύθυνε το ίδρυμα «Τhe Speros Basil Vryonis Center for the Study of Hellenism», στη μνήμη του πρόωρα χαμένου γιου του.

Ο καθηγητής Βρυώνης ήταν μέλος πολλών επιστημονικών φορέων σε διάφορες χώρες του κόσμου. Είχε εκλεγεί, μεταξύ άλλων,  τακτικό μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, της Αμερικανικής Ακαδημίας Μεσαιωνικών Σπουδών, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, κ.ά.

Από το πλούσιο επιστημονικό του έργο ξεχωρίζουν τα μνημειώδη έργα «The Decline of Medieval Hellenism in Asia Minor» (1971, ελληνική έκδοση 1997: «Η παρακμή του μεσαιωνικού πολιτισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού, 11ος έως 15ος αιώνας») και «The Mechanism of Catastrophe» (2005, ελληνική έκδοση 2007: «Ο μηχανισμός της καταστροφής: Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης»).

Ο Σπύρος Βρυώνης έτρεφε, ως ιστορικός και ως Έλληνας της διασποράς, βαθύτατη αγάπη για την Κύπρο, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της. (Ανάμεσα στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνεται και η διάλεξη «Βυζαντινή Κύπρος», Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1990.) Αναγνωρίζοντας την τεράστια προσφορά του στη βυζαντινολογία και στις σύγχρονες ελληνικές σπουδές, η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου τον είχε ανακηρύξει Επίτιμο διδάκτορά της, στις 6 Μαρτίου 2003. Για το Τμήμα μας, τόσο το διδακτικό προσωπικό όσο και τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας, το μέγεθος της απώλειάς του είναι βαρύ και δυσαναπλήρωτο.»

1 comment so far

  1. Ανδρέας on

    κείμενο του κορυφαίου και διεθνούς κύρους Έλληνα βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010.
    «…Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. […]
    Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. […] Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
    Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[…]
    Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. […]
    Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης αναφέρεται στις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» και στους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο 1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner.
    Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό». […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: