Η άρνηση της προσφυγικής μνήμης

cover_mikrasiatikiΤο παρακάτω κείμενο έχει ενταχθεί στο υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο:
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΉ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ. Από τη Λουξεμπουργκ και τον ΓΛΗΝΟ, στη μνήμη και το τραύμα... 
(από τις εκδόσεις  HISTORICAL Quest).

Χωρίς τις υποσημειώσεις είχε δημοσιευτεί εδώ:
https://slpress.gr/idees/i-arnisi-tis-prosfygikis-mnimis/


Η άρνηση της προσφυγικής Μνήμης
[1]

 

Η σχετικά πρόσφατη συζήτηση στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας για τις διαδικασίες διαμόρφωσης της προσφυγικής Μνήμης ανοίγει το πεδίο συζήτησης για τα θέματα αυτά.

 Επίσης, δίνει την ευκαιρία να εξεταστούν οι εικόνες που διαμορφώθηκαν στον ελλαδικό χώρο για τους πρόσφυγες του ’22 και την ιστορική τους εμπειρία, ο τρόπος πρόσληψης των γεγονότων εκείνων τόσο από την κυρίαρχη εξουσία (στη μοναρχική, στη δικτατορική και στη δημοκρατική της εκδοχή) όσο και από τη διανόηση (καθεστωτική και μη), τους ιστορικούς κ.λπ. Όπως, επίσης, να τεθεί υπό το φως της κριτικής η «οριενταλιστική»[2] ματιά για τα θέματα αυτά, που κυριαρχεί σε ένα σημαντικό τμήμα Νεοελλήνων ιστορικών.

Το «κενό»

 Η έλλειψη κοινά συμφωνημένου αφηγήματος για τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά θέματα δημιούργησε ένα ερμηνευτικό «κενό», που το αντιλαμβάνονται άμεσα όλοι όσοι ασχολούνται μ’ αυτά, είτε ως ερευνητές είτε ως φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης προς πάσχοντες πληθυσμούς (νεο-πρόσφυγες από την τ. ΕΣΣΔ). Απόρροια αυτού του «κενού» υπήρξε και ο εξαιρετικά ενδιαφέρων τρόπος που οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και ιδεολογικές δυνάμεις, δεξιά κι αριστερά, αντιμετώπισαν τα νέα αιτήματα και ζητήματα του προσφυγικού χώρου, και ειδικότερα:

-τη δημόσια κατάθεση της ιστορικής τους άποψης ότι υπήρξαν θύματα οργανωμένης Γενοκτονίας (1914-1923) από τον τουρκικό εθνικισμό,

-την αναφορά στις διώξεις που υπέστη στην ΕΣΣΔ από τον σταλινισμό η ελληνική μειονότητα μετά το 1937-38.

Παράλληλα, και μ’ έναν παράξενο τρόπο, η πανούργα Ιστορία «χάρισε» στους Νεοέλληνες και μια άλλη εμπειρία: Να «υποδεχτούν», από την εποχή της Περεστρόικα, με τον γνωστό άξενο τρόπο, δεκάδες χιλιάδες ομοεθνείς πρόσφυγες και μετανάστες από την καταρρέουσα/εύσασα ΕΣΣΔ. Πρόσφυγες που σε μεγάλο μέρος τους ήταν ένα παράδοξο κατάλοιπο της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκλωβισμένοι στη Σοβιετική Ένωση και υφιστάμενοι τις συνθήκες του «σοσιαλιστικού θερμοκηπίου» που κράτησε 70 και κάτι χρόνια, καλυπτόμενοι από τη Συνθήκη ανταλλαγής των πληθυσμών της Λωζάννης του 1923. Περί τις 250.000 «νεο-πρόσφυγες» εισήλθαν στο νεοελληνικό κράτος τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, κουβαλώντας στις αποσκευές τους παλιές ιστορίες και εκκρεμότητες, τις οποίες η ελλαδική κοινωνία και οι πολυποίκιλες πολιτικές και κρατικές της εκφράσεις είχαν/έχουν προσπαθήσει ματαίως να ξορκίσουν.

Οι νέοι αυτοί πρόσφυγες βρέθηκαν στο κέντρο του κυκλώνα που σάρωσε την Ανατολική Ευρώπη τη δεκαετία του ’80 και του ’90, αφού λίγες δεκαετίες πριν, από το 1937-38, είχαν υποστεί την αντιμειονοτική πολιτική του σταλινισμού (μαζί με τους πολιτικούς φυγάδες από την Ελλάδα, μέλη και φίλους του ΚΚΕ[3]). Μόλις 2,5 δεκαετίες πριν από την έναρξη των σταλινικών διώξεων, υπήρξαν θύματα της πολιτικής της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξε ο τουρκικός εθνικισμός (Νεότουρκοι+Ατατούρκ) για να επιλύσει το εθνικό «πρόβλημα». Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να διευκρινιστούν οι διαφορές μεταξύ των νεοτουρκικών και σταλινικών διώξεων. Οι νεοτουρκικές διώξεις εντάσσονται στην κατηγορία των γενοκτονικών πράξεων κατά τη διαδικασία συγκρότησης του τουρκικού κράτους-έθνους. Στόχευαν στην πλήρη φυσική εξαφάνιση του υπό δίωξη πληθυσμού. Ενώ, οι διώξεις της σταλινικής περιόδου ανήκουν σε άλλη κατηγορία, που σχετίζεται με τις εσωτερικές διεργασίες στην ΕΣΣΔ, στη διαπάλη των διαφόρων ομάδων εξουσίας και στις τεχνικές κυριαρχίας. Δεν αποσκοπούν στην πλήρη φυσική εξόντωση του υποκείμενου, αλλά στην προσαρμογή του στις πολιτισμικές μορφές που έχει επιλέξει η επικρατούσα ομάδα.[4]

Υπήρξαν, επίσης, και θύματα ενός εθνικού κράτους, μιας «μητέρας-πατρίδας», το οποίο ποτέ δεν τήρησε προς αυτούς τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά αντιθέτως προσπάθησε με κάθε τρόπο να τους «αποκρύψει», είτε εξαφανίζοντάς τους από τις διπλωματικές υποχρεώσεις είτε απαγορεύοντάς τους να έρθουν στην Ελλάδα.[5] Και όταν αυτό ήταν αναπόφευκτο, τους έστελνε στις φαβέλες του υπολοίπου της Αττικής και προσπαθούσε να τους χρησιμοποιήσει εργαλειακά για ίδιον κρατικό/κομματικό όφελος, κάτι που έκανε συστηματικά από το 1922. Μόνο που η πολιτική της «εξαφάνισης» του πληθυσμού αυτού -καθώς και του ιστορικού φορτίου που έφερε- δεν ήταν μόνο πολιτική του κράτους, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους της Αριστεράς, η οποία ακόμα και το νέο προσφυγικό ζήτημα το αντιμετώπισε σαν να ήταν αντίστοιχο με αυτό των «Πακιστανών στη Βρετανία»[6]

Όλα αυτά τα ζητήματα ουδέποτε τα αντιμετώπισε η νεοελληνική ιστοριογραφία. Και αυτό υπήρξε απόρροια της παραδοσιακής της στάσης απέναντι στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού πληθυσμού. Στην ουσία, για επτά δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επιτράπηκε στους πρόσφυγες του ’22 να επαναδιαπραγματευτούν τη συλλογική ιστορική αφήγηση στο κοινό έθνος-κράτος, ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στο εθνικό αφήγημα. Αυτή η άρνηση είχε ορισμένα ανελαστικά χαρακτηριστικά και πήρε ιδιαίτερα έντονες μορφές, οι οποίες δεν συνάδουν με τον παραδοσιακό τρόπο διαμόρφωσης της συλλογικής εικόνας.

Η σχετικά πρόσφατη αμφισβήτηση του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας από τμήμα της Αριστεράς και της νεοφιλεύθερης Δεξιάς, που καταλήγει σε Άρνηση (négationnisme) συμβαδίζει χρονικά και ποιοτικά με τον δεξιό αναθεωρητισμό που αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής και «…ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική Μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής Μνήμης από την επίσημη Ιστορία».[7]

[1] Η πρώτη γραφή του κειμένου αυτού έγινε με αφορμή μια αντιπαράθεση με τον Λ. Μπαλτσιώτη. Πολλά από τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν, αντλήθηκαν από το κείμενο «Μνήμη και ταυτότητα στον ποντιακό ελληνισμό» που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό έργο: Γιώργος Κόκκινος-Έλλη Λεμονίδου-Βλάσης Αγτζίδης, Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010.

 Μέρος του δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό «Χρόνος» υπό τον τίτλο «Γενοκτονία, Πόντιοι, Μικρά Ασία: η σκοτεινή πλευρά του νεοελληνικού μας κόσμου» (βλ. https://kars1918.wordpress.com/2013/11/16/baltsiotis/). Το πλήρες κείμενο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο μου Μικρά Ασία. Ένας οδυνηρός μετασχηματισμός 1908-1923, εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα, 2015. Η παρούσα μορφή του αποτελεί μια επεξεργασμένη εκδοχή του αρχικού, στην οποία προστέθηκαν τα εξής τέσσερα τμήματα: «Ο Πόντος ως στόχος του διαφοριστικού ρατσισμού», για συμπεριφορές που παρατηρήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, «Όταν οι ερευνητές εκθέτουν τους πληροφορητές τους» για κάποιες προσεγγίσεις της Ε. Βουτυρά, «Η επανεμφάνιση των απόψεων Βουτυρά» με αφορμή τις θέσεις του Δημ. Χριστόπουλου και «Η προσφυγική μνήμη ως πεδίο αντιπαράθεσης» με βάση μια πρόσφατη μελέτη για την ταυτότητα των προσφυγικών γενεών.

[2] Ο όρος οριενταλισμός (αγγλικά: orientalism) έχει σαφώς αρνητική χροιά και περιγράφει την υπεροπτική στάση της δυτικής διανόησης απέναντι στην Ανατολή. Η σύγχρονη χρήση της οφείλεται στον Edward Said, ο οποίος στο βιβλίο του Οριενταλισμός (εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996) περιγράφει ένα σύνδρομο ανωτερότητας που διέπει τη Δύση σε σχέση με τη Μέση Ανατολή, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Ο Said υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο της οριενταλιστικής προσέγγισης καλλιεργήθηκε συστηματικά η εντύπωση της κατωτερότητας αυτών των λαών και πολιτισμών, αιτιολογώντας έτσι τις αποικιοκρατικές προσπάθειες της Δύσης να κυριαρχήσει επάνω τους.

[3] Για την άγνωστη αυτή ιστορική σελίδα βλ. το αφιέρωμα: Μάριος Μαρκοβίτης-Βλ. Αγτζίδης, «Στάλιν vs ΚΚΕ… Αναζητώντας τους χαμένους κομμουνιστές» που έγινε με αφορμή την περίπτωση του Μάρκου Μαρκοβίτη: http://goo.gl/NP1HqF (πρόσβ. 6-11-13). Βλ. Μάριος Μαρκοβίτης, Όχι, δεν είμαι εχθρός του λαού, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017.

[4] Μια από τις καλύτερες εξηγήσεις για τις σταλινικές διώξεις έδωσε ο Γκι Ντεμπόρ στο βιβλίο του Κοινωνία του Θεάματος: «Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατική τάξη… Η ψευδής συνείδηση συντηρεί την απόλυτη εξουσία της μόνο διαμέσου του απόλυτου τρόμου, όπου κάθε αληθινό κίνητρο τείνει να εξαφανιστεί…» (Guy Debord, Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Π.Γ. Τσαγανέας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1986).

[5] Μια συμβολική και αποκαλυπτική εικόνα για το πώς η ελληνική Δεξιά αντιμετώπισε τους Έλληνες ομογενείς της Σοβιετικής Ένωσης κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων προέρχεται από τη σύσκεψη που έγινε στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών τον Σεπτέμβριο του 1949, μετά τις μαζικές βίαιες εκτοπίσεις των χιλιάδων Ποντίων του Καυκάσου (Ελλήνων υπηκόων) στην Κεντρική Ασία. Μια από τις ιδέες που κατατέθηκαν ως «Η μόνη πρακτική απομένουσα οδός αύτη ενεργείας…» ήταν: «…δέον να καταβληθεί υστάτη προσπάθεια… παρά τη Γαλλική Κυβερνήσει ίνα χορηγήσει αύτη άδειαν να μεταφερθούν οι εις άλλας περιοχάς της Ρωσίας ευρισκόμενοι Έλληνες, εις Μαρόκον».

[6] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θεώρησης στο: Αντώνης Λιάκος, «Νέες Εποχές», εφημ. «Το Βήμα», 22 Οκτωβρίου 2000.

[7] Χριστίνα Κουλούρη, «Η Δίκη των Έξι και ο Κολοκοτρώνης», εφημ. «Το Βήμα», 14 Φεβρουαρίου 2010.

Advertisements

1 comment so far


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: